ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τη διαμόρφωση ευρωπαϊκής πολιτικής για το ραδιοφάσμα
18.12.2006 - (2006/2212(INI))
Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας
Εισηγήτρια: Fiona Hall
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τη διαμόρφωση ευρωπαϊκής πολιτικής για το ραδιοφάσμα
(2006/2212 (INI))
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Μια αγοραστρεφής προσέγγιση για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση" (COM(2005)0400),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο "Μια μακρόπνοη πολιτική ραδιοφάσματος για την Ευρωπαϊκή Ένωση: δεύτερη ετήσια έκθεση" (COM(2005)0411),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Προτεραιότητες της πολιτικής ραδιοφάσματος της ΕΕ για την ψηφιακή μετάβαση στο πλαίσιο της προσεχούς περιφερειακής διάσκεψης ραδιοεπικοινωνιών της ITU το 2006 (RRC-06)" (COM(2005)0461),
– έχοντας υπόψη την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 σχετικά με ένα κανονιστικό πλαίσιο για την πολιτική του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (απόφαση ραδιοφάσματος)[1],
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για την αναθεώρηση του πλαισίου των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (COM(2006)0334),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο "Πρώτη ετήσια έκθεση σχετικά με την πολιτική ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση∙ Πορεία εφαρμογής και προοπτικές" (COM(2004)0507),
– έχοντας υπόψη τη γνώμη της ομάδας πολιτικής ραδιοφάσματος (RSPG) της 19ης Νοεμβρίου 2004 σχετικά με τη δευτερογενή εμπορία δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος,
– έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου για την πρώτη ετήσια έκθεση σχετικά με την πολιτική ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (κοινοποιήθηκαν με το έγγραφο 15530/04 - Telecom 191, Trans 378) της 9ης και 10ης Δεκεμβρίου 2004,
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Η στρατηγική i2010 – Ευρωπαϊκή κοινωνία της πληροφορίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση" (COM(2005)0229) και το συνοδευτικό έγγραφο εργασίας της Επιτροπής για την εκτεταμένη αξιολόγηση αντίκτυπου (SEC(2005)0717),
– έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών[2],
– έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας)[3],
– έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών[4],
– έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους[5],
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2006 σχετικά με μια ευρωπαϊκή κοινωνία της πληροφορίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση[6],
– έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 22ας και 23ης Μαρτίου 2005 (7619/1/05),
– έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2005 για την κατάργηση της οδηγίας 90/544/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ζώνες συχνοτήτων που ορίζονται για τη συντονισμένη εγκατάσταση του πανευρωπαϊκού επίγειου δημόσιου συστήματος ραδιοτηλεειδοποίησης στην Κοινότητα[7],
– έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής της 6ης Απριλίου 2005 σχετικά με τις ευρυζωνικές ηλεκτρονικές επικοινωνίες μέσω γραμμών ηλεκτρικής ισχύος[8],
– έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής για την εναρμόνιση της παροχής δημόσιας πρόσβασης R-LAN σε δημόσια δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κοινότητα[9],
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Ηλεκτρονικές επικοινωνίες: προς μια οικονομία της γνώσης"(COM(2003)0065),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη: πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών" (COM(2004)0061),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "eEurope 2005: Κοινωνία της πληροφορίας για όλους - Σχέδιο δράσης που υποβάλλεται ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Σεβίλλης, 21/22 Ιουνίου 2002" (COM(2002)0263),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "i2010 - Πρώτη ετήσια έκθεση για την Ευρωπαϊκή Κοινωνία της Πληροφορίας" (COM(2006)0215),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση του Προέδρου Barroso σε συνεννόηση με τον Αντιπρόεδρο Verheugen προς το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2005 με τίτλο "Συνεργασία για την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση - Νέο ξεκίνημα για τη στρατηγική της Λισαβόνας" (COM(2005)0024),
– έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής με τίτλο "Συνεργασία για την ανάπτυξη και την απασχόληση - Τα επόμενα βήματα στην εφαρμογή της αναθεωρημένης στρατηγικής της Λισαβόνας" (SEC(2005)0622/2),
– έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005 για την επίσπευση της μετάβασης από την αναλογική στην ψηφιακή μετάδοση,
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Αποτελέσματα της Παγκόσμιας Διάσκεψης Τηλεπικοινωνιών 2003 (WRC-03)" (COM(2003)0707),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Η Παγκόσμια Διάσκεψη Ραδιοεπικοινωνιών 2003" (COM(2003)0183),
– έχοντας υπόψη τη γνώμη της ομάδας πολιτικής ραδιοφάσματος της 23ης Νοεμβρίου 2005 για την πολιτική ασύρματης πρόσβασης όσον αφορά τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (WAPECS) (Μια πιο ευέλικτη προσέγγιση διαχείρισης του ραδιοφάσματος),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για την αναθεώρηση του πλαισίου των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (COM(2006)0334),
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Νοεμβρίου εν συνεχεία της ερώτησης για προφορική απάντηση B6-0333/2005 της Etelka Barsi-Pataky εξ ονόματος της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας σχετικά με την επίσπευση της μετάβασης από τις αναλογικές στις ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές[10],
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την επίσπευση της μετάβασης από τις αναλογικές στις ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (COM(2005)0204),
– έχοντας υπόψη τη γνώμη της ομάδας πολιτικής ραδιοφάσματος της 19ης Νοεμβρίου 2004 για τις συνέπειες που θα έχει για το ραδιοφάσμα η μετάβαση στις ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (RSPG04 55 αναθ.),
– έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο για το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη του Άμστερνταμ,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 151 παράγραφος 4 της Συνθήκης ΕΚ,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (A6‑0467/2006),
A. εκτιμώντας ότι τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη παρατηρείται επιτάχυνση της τεχνολογικής εξέλιξης, με αντικατάσταση των χάλκινων δικτύων από δίκτυα οπτικών ινών και αυξανόμενη χρήση των ασύρματων επικοινωνιών και των πολυμέσων,
B. εκτιμώντας ότι η τεχνολογική σύγκλιση ωφελεί τους καταναλωτές καθώς προσφέρει περισσότερες επιλογές όσον αφορά τις υποδομές και τις υπηρεσίες,
Γ. εκτιμώντας ότι το ραδιοφάσμα είναι καθοριστικής σημασίας για την παροχή μεγάλου εύρους υπηρεσιών,
Δ. εκτιμώντας ότι η έλλειψη ραδιοφάσματος δυσχεραίνει την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών,
Ε. έχοντας υπόψη ότι η επιτυχία των WiFi απέδειξε ότι πλέον είναι εφικτό να χρησιμοποιούνται οι χωρίς άδεια ζώνες συχνοτήτων με πιο αποτελεσματικό τρόπο από ό,τι στο παρελθόν,
ΣΤ. εκτιμώντας ότι η αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εξασφάλιση πρόσβασης στο ραδιοφάσμα των διαφόρων ενδιαφερομένων που επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες, και συνιστά, συνεπώς, καίριο παράγοντα για την πρόοδο, την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε συμφωνία με τη Στρατηγική της Λισαβόνας,
Ζ. εκτιμώντας ότι η αποτελεσματική και συνετή χρήση του ραδιοφάσματος υπηρετεί τους πολιτιστικούς στόχους των πολιτικών της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 151, παράγραφος 4 της Συνθήκης ΕΚ και πρέπει να διευκολύνει την πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία καθώς και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης,
Η. εκτιμώντας ότι η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα προϋποθέτει κοινές τεχνικές παραμέτρους,
Θ. εκτιμώντας ότι με τη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή μετάδοση θα ελευθερωθούν εκατοντάδες MHz ραδιοφάσματος, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα ανακατανομής του ραδιοφάσματος καθώς και νέες ευκαιρίες για την ανάπτυξη της αγοράς,
Ι. εκτιμώντας ότι το νομικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες συνιστά βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία ανοιχτής και ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών∙ εκτιμώντας, ωστόσο, ότι δεν έχουν μεταφέρει όλα τα κράτη μέλη εγκαίρως και σωστά τις συναφείς διατάξεις στο εθνικό τους δίκαιο,
ΙΑ. εκτιμώντας ότι η θέση της Επιτροπής είναι ότι η ψηφιακή ηλεκτρονική επικοινωνία έχει θεμελιώδη σημασία για το σύνολο της οικονομίας, για το θεματολόγιο της Λισαβόνας και για την πρωτοβουλία i2010, και ότι γι' αυτόν τον λόγο κρίνεται απαραίτητη η αναθεώρηση του συστήματος διαχείρισης του ραδιοφάσματος·
ΙΒ. εκτιμώντας ότι οι τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών παρέχουν στην ευρωπαϊκή βιομηχανία μεγάλες προοπτικές για πρόοδο και ανάπτυξη και μπορούν επιπλέον να συμβάλουν στην κοινωνική ευημερία,
ΙΓ. εκτιμώντας ότι η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα δύναται να διευκολύνει την ανάπτυξη αγορών που βασίζονται στην τεχνολογία,
ΙΔ. εκτιμώντας ότι η Επιτροπή, στις διάφορες ανακοινώσεις για το ραδιοφάσμα που ενέκρινε το 2005 και το 2006, πρότεινε μια πιο ευέλικτη και αποτελεσματική προσέγγιση για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, όπου συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα εμπορίας του,
1. θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να υιοθετήσει μια βιώσιμη προσέγγιση όσον αφορά το ραδιοφάσμα, η οποία θα προωθεί τον ανταγωνισμό και την ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών, θα παρεμποδίζει την αποθησαύριση δικαιωμάτων σε συχνότητες και τη σύμπηξη μονοπωλίων και θα ωφελεί τους καταναλωτές, και ότι η εν λόγω προσέγγιση πρέπει να λαμβάνει υπόψη της την τεχνολογική εξέλιξη καθώς και τις ανάγκες των παραγόντων της αγοράς και των πολιτών·
2. τονίζει ότι η σημασία του ραδιοφάσματος έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια και ότι η ανάπτυξη του τομέα της τεχνολογίας στηρίζεται και στην αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος·
3. σημειώνει ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ όσον αφορά τους κανόνες εκχώρησης ραδιοφάσματος στους ενδιαφερομένους, οι οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν πρόσθετες καθυστερήσεις και δαπάνες· θεωρεί, συνεπώς, ότι η ΕΕ θα χρειαστεί αποτελεσματικές και δεκτικές κατευθυντήριες γραμμές για κοινούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και ότι επιπλέον, με την ολοκλήρωση, την επέκταση και τη δυνατότητα πρόσβασης στη βάση δεδομένων EFIS, ένα ευρωπαϊκό μητρώο θα είναι απαραίτητο·
4. συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι τμήμα του μερίσματος φάσματος (spectrum dividend) θα πρέπει να διατεθεί για την τεχνική εναρμόνιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο·
5. ενθαρρύνει την Επιτροπή να λάβει υπόψη της την πραγματικότητα του μερίσματος φάσματος κατά τη θέσπιση των μελλοντικών κατευθύνσεων της πολιτικής σχετικά με το ραδιοφάσμα και να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό να επιτραπεί η πρόσβαση χρηστών χωρίς άδεια στο μέρισμα φάσματος·
6. τονίζει ότι η εφαρμογή των νέων όρων χρήσης του ραδιοφάσματος θα πρέπει να εγγυάται απεριόριστη δυνατότητα επιλογής της τεχνολογίας που θα χρησιμοποιείται και της υπηρεσίας που θα παρέχεται σε μια δεδομένη ζώνη ραδιοφάσματος·
7. χαιρετίζει την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ραδιοεπικοινωνιών που καθιστούν αποτελεσματική και ευέλικτη τη χρήση του ραδιοφάσματος και εφικτή τη διαλειτουργικότητα και τη συνύπαρξη·
8. απορρίπτει το μονόπλευρο μοντέλο αγοράς για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος και ζητεί από την Επιτροπή την αναθεώρηση του συστήματος διαχείρισης του ραδιοφάσματος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί εφικτή η συνύπαρξη διαφόρων ειδών μοντέλων αδειοδότησης – ήτοι παραδοσιακή διαχείριση, χρήση χωρίς αριθμητικούς περιορισμούς καθώς και νέες αγοραστρεφείς προσεγγίσεις· στόχος πρέπει να είναι η προώθηση της οικονομικής και τεχνικής αποτελεσματικότητας καθώς και η χρήση αυτών των πολύτιμων πόρων προς όφελος της κοινωνίας·
9. εμμένει στην άποψη ότι, όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, οι βασικές αρχές είναι η ουδετερότητα ως προς την τεχνολογία από κοινού με την ουδετερότητα ως προς την υπηρεσία, προκειμένου να προωθείται ο ανταγωνισμός και η καινοτομία στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισαβόνας· επισημαίνει ότι η διαχείριση του ραδιοφάσματος πρέπει να είναι ευέλικτη και διαφανής, να προωθεί τόσο την πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία όσο και τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης και να λαμβάνει υπόψη τις τεχνικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές ανάγκες όλων των κρατών μελών·
10. υπογραμμίζει την σπουδαιότητα της τεχνολογικής ουδετερότητας για την προώθηση της καινοτομίας και της διαλειτουργικότητας και ζητεί πιο ευέλικτη πολιτική, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο συμφέρον·
11. θεωρεί ότι, με δεδομένη την τεχνολογική εξέλιξη, η προσέγγιση που είχε υιοθετηθεί μέχρι σήμερα όσον αφορά τη χρήση των συχνοτήτων πρέπει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της κοινωνίας των πληροφοριών η οποία εξελίσσεται ταχύτατα, αλλά και να παρέχει εγγυήσεις για παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και τη συναφή προστασία του καταναλωτή· εκτιμά ότι η διαχείριση του ραδιοφάσματος δεν πρέπει να έχει ως γνώμονα μόνο την αγορά, αλλά και να λαμβάνει επιπλέον υπόψη ευρύτερα κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα·
12. χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής να υιοθετήσει διαφοροποιημένα πρότυπα διαχείρισης φάσματος, συμπεριλαμβανομένου του μοντέλου χωρίς άδεια που παρέχει πρόσθετη ευελιξία επιτρέποντας δωρεάν πρόσβαση με ορισμένους περιορισμούς τεχνικού χαρακτήρα· θεωρεί ότι η ανάπτυξη του κατάλληλου συνδυασμού των διάφορων μοντέλων αδειοδότησης θα αποβεί σημαντική για την επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ·
13. συμφωνεί ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί βασικό πόρο για πολλές δραστηριότητες και ότι είναι σημαντικό για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· υπογραμμίζει ότι οι μηχανισμοί της αγοράς πρέπει να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των καταναλωτών και να ενθαρρύνουν τη δημιουργία καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών· συμφωνεί επίσης ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές πτυχές, σύμφωνα με το άρθρο 151, παράγραφος 4 της Συνθήκης ΕΚ· θεωρεί επιπλέον ότι η οπτικοακουστική πολιτική, η προώθηση της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας και η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης μπορούν να δικαιολογήσουν εξαιρέσεις από την αρχή της ουδετερότητας των υπηρεσιών·
14. θεωρεί ότι επιβάλλεται η διοικητική μέθοδος εκχώρησης δικαιωμάτων ραδιοφάσματος θα μπορούσε να συμπληρωθεί με τη διάθεση σε επίπεδο κρατών μελών περισσότερων συχνοτήτων για χρήση χωρίς άδεια και, κατά συνέπεια, για πιθανώς κοινή χρήση, και με την παροχή άδειας για την εμπορία ραδιοφάσματος με την εξαίρεση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, υπό τον όρο ότι αυτή η διάθεση δεν θα βλάψει τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών που συνδέονται με την ασφάλεια και την ενημέρωση του πληθυσμού· είναι της άποψης ότι το φαινόμενο και οι κανονικές συνθήκες εμπορίας ραδιοφάσματος θα πρέπει να διευκρινιστούν·
15. υπογραμμίζει τη σημασία των επικοινωνιών για τις αγροτικές και λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές, στις οποίες η διάδοση ευρυζωνικών κινητών επικοινωνιών χαμηλότερων συχνοτήτων και νέων ασύρματων τεχνολογιών θα μπορούσε να προσφέρει αποδοτικές λύσεις, προκειμένου να επιτευχθεί μια καθολική κάλυψη της Ένωσης των 25 με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη όλων των περιοχών· η κάλυψη του συνόλου των περιοχών δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί με μεταφορά της επιβάρυνσης στις ενδιαφερόμενες περιοχές·
16. τονίζει τον κίνδυνο έλλειψης συχνοτήτων και προβλημάτων παρεμβολών λόγω ταυτόχρονης αναλογικής και ψηφιακής μετάδοσης (simulcasting) μεταξύ των κρατών μελών και όμορων τρίτων χωρών, και τονίζει επίσης ότι όλες οι χώρες και οι περιφέρειες της ΕΕ θα πρέπει να ωφεληθούν από το ψηφιακό μέρισμα (digital dividend)·
17. σημειώνει ότι, δεδομένης της σπανιότητας του πόρου, πρέπει να διατεθεί επαρκές εύρος ραδιοφάσματος για την κάλυψη των αναγκών των καταναλωτών και για τις υπηρεσίες δημόσιου και γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων· σημειώνει επίσης ότι πρέπει να θεσπισθεί ρήτρα ανακατανομής των συχνοτήτων σε περίπτωση μη τήρησης των δεσμεύσεων που θα αναληφθούν κατά τη διάθεση των συχνοτήτων·
18. καλεί τα κράτη μέλη να καθορίσουν τη στάση τους όσον αφορά το γεγονός ότι η προστασία του δημόσιου συμφέροντος και των συχνοτήτων στρατηγικής σημασίας συνιστά προτεραιότητα, ως βασική αρχή στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των πολιτικών διαχείρισης του ραδιοφάσματος·
19. καλεί την Επιτροπή, κατά την αναθεώρηση του νομικού πλαισίου για τα ηλεκτρονικά δίκτυα και τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες επικοινωνιών, να διασφαλίσει ότι λαμβάνεται επαρκώς υπόψη η σημασία των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών για την ελεύθερη διαμόρφωση γνώμης, ιδιωτικής και δημόσιας, καθώς και η πολυφωνία κατά την κατανομή δικαιωμάτων μετάδοσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο·
20. αναγνωρίζει ότι το κοινό ενδιαφέρεται για την ικανότητα των υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους, και συμπεραίνει ότι οι αποφάσεις σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι δυνατότητες μετάδοσης θα χρησιμοποιούνται για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές θα πρέπει να λαμβάνονται και μελλοντικά από τα κράτη μέλη και ότι δεν πρέπει να αλλάξουν οι συναφείς διοικητικές διαδικασίες·
21. σημειώνει ότι οι υπηρεσίες δημόσιου και γενικού συμφέροντος θα πρέπει να προσαρμοστούν στην εξέλιξη της τεχνολογίας ώστε να διατηρηθεί η υψηλή ποιότητά τους·
22. σημειώνει ότι η πρόσβαση σε εναρμονισμένες ζώνες συχνοτήτων είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών και νέων τύπων τεχνολογίας για ασύρματη και καλωδιακή μετάδοση, καθώς η βιομηχανία αναζητά κοινές συνθήκες χρήσης που παρέχουν αποδοτική χρήση του φάσματος και ευελιξία, προκειμένου να μην επιβραδυνθεί αισθητά εντός της ΕΕ η ανάπτυξη του τομέα των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών σε περίπτωση μη κατανομής των συχνοτήτων που προορίζονταν για την κάλυψη αυτών των νέων αναγκών·
23. χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής να θεσπίσει μια προσέγγιση για το φάσμα η οποία θα βασίζεται στην αγορά και αναγνωρίζει ότι το παραδοσιακό μοντέλο θα συνεχίσει να ισχύει, ιδίως όταν διακυβεύονται σημαντικά δημόσια συμφέροντα·
24. θεωρεί ότι η εισαγωγή μιας προσέγγισης για το ραδιοφάσμα που θα βασίζεται στην αγορά θα είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματική, εάν βασίζεται σε συναινετική συμφωνία που τυγχάνει της στήριξης των ρυθμιστικών αρχών, των φορέων εκμετάλλευσης και των λοιπών παραγόντων· εφιστά εν προκειμένω την προσοχή στο έργο της ευρωπαϊκής ομάδας ρυθμιστικών αρχών (ERG) και της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος (RSPG)·
25. ζητεί να εξεταστούν προσεκτικά οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαχείριση και την εμπορία του ραδιοφάσματος και να επιτευχθεί για την εφαρμογή τους κοινή συμφωνία σε πολιτικό επίπεδο, η οποία θα ανταποκρίνεται στην υφιστάμενη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών·
26. σημειώνει ότι η ελευθέρωση ραδιοφάσματος εγείρει αρκετά ζητήματα για όσους το χρησιμοποιούν ήδη και ζητεί κατά συνέπεια τη διαμόρφωση σαφούς νομικού πλαισίου το οποίο θα προβλέπει λύσεις που θα βασίζονται στον ανταγωνισμό και θα προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, τους όρους εισόδου και εξόδου, τη διατήρηση των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος, τις ευθύνες όσον αφορά τις παρεμβολές και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών·
27. προτείνει, με στόχο την επίτευξη τεχνολογικής εναρμόνισης, να διαμορφωθούν ελάχιστα κοινά τεχνικά και κανονιστικά πρότυπα προκειμένου να διασφαλιστεί η συνύπαρξη από τεχνικής άποψης και να αποφεύγονται οι παρεμβολές, με ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να αποφευχθούν αρνητικοί αντίκτυποι στη χρησιμοποίηση των ήδη εκχωρημένων ζωνών συχνοτήτων και να διευθετούνται τα προβλήματα διασυνοριακής φύσεως·
28. ζητεί μια ισορροπημένη και αποδοτική προσέγγιση όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα κοινωνικά, πολιτιστικά και οικονομικά οφέλη που απορρέουν από τη χρήση του, να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και να τονωθεί η ανάπτυξη σε συμφωνία με τη στρατηγική της Λισαβόνας, και, τέλος, να αποκτήσει η ευρωπαϊκή βιομηχανία ηγετική θέση παγκοσμίως στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
29. είναι πεπεισμένο ότι στο μέλλον θα υπάρξουν περισσότερο σύνθετα πακέτα προσφορών σε σχέση με τις σημερινές υφιστάμενες τριπλές προσφορές που αποτελούνται από σύνδεση τηλεφωνικής γραμμής, σύνδεση πρόσβασης στο διαδίκτυο και τηλεόρασης (triple-play) και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, τα όρια μεταξύ προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα της ηλεκτρονικής επικοινωνίας θα είναι ακόμη λιγότερο ευδιάκριτα στο μέλλον·
30. θεωρεί ότι, πέραν της αγοραστρεφούς προσέγγισης, θα πρέπει επίσης να ληφθεί μέριμνα για να διασφαλισθεί η πρόσβαση όλων στην αγορά ραδιοφάσματος· σημειώνει ότι, για να διασφαλισθεί αυτή η πρόσβαση, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες, γνώσεις και τεχνολογική υποδομή μέσω της εκπαίδευσης ή εναλλακτικών ευκαιριών κατάρτισης·
31. ζητεί επομένως από την Επιτροπή να προσδιορίσει τις προϋποθέσεις και τις αιτιολογίες για την εφαρμογή των διαφορετικών μοντέλων αδειοδότησης πριν από την υποβολή περαιτέρω προτάσεων για τη δημιουργία ενός νέου προτύπου διαχείρισης του ραδιοφάσματος, και ειδικότερα να εξετάσει πότε και υπό ποίους όρους θα γίνει η απελευθέρωση του ραδιοφάσματος, καθώς και εάν τα κράτη μέλη είναι σε θέση να προβούν σε εξορθολογισμό του χώρου του ραδιοφάσματος μετά την ψηφιακή μετάβαση·
32. θεωρεί λίαν μονόπλευρο τον ορισμό της Επιτροπής για τις υψηλής και χαμηλής αξίας υπηρεσίες επικοινωνιών, καθώς κατά την αξιολόγησή της η Επιτροπή βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο οικονομικό κέρδος και δεν λαμβάνει υπόψη τη σημασία που έχουν οι υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων και οι υπηρεσίες των συναφών με αυτές μέσων για τη διασφάλιση της ελευθερίας της πληροφόρησης, της διαφορετικότητα της γνώμης και της πολιτισμικής και γλωσσικής ποικιλίας και, κατά συνέπεια, για τη δημοκρατία και την κοινωνία·
33. επισημαίνει ότι τα καθεστώτα των κρατών μελών που διέπουν την κατανομή και την εκμετάλλευση ραδιοφάσματος παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις και ότι οι αποκλίσεις αυτές αποτελούν σοβαρά εμπόδια στην επίτευξη μιας καλώς λειτουργούσας ενιαίας αγοράς·
34. καλεί τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν μέτρα ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος αρχών, να εξετάσουν τομείς στους οποίους η κοινή κατανομή ραδιοφάσματος θα επιτρέψει την ανάδυση νέων τεχνολογιών και υπηρεσιών, να ενισχύσουν την ανταλλαγή πληροφοριών και να άρουν τις υπέρμετρα περιοριστικές κανονιστικές ρυθμίσεις·
35. τονίζει την ανάγκη θέσπισης επαρκούς μεταβατικής περιόδου και ζητεί ως εκ τούτου σταδιακή προσέγγιση σε αυτόν τον τομέα· είναι της γνώμης ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στα μικρότερα δίκτυα - ιδίως στα τοπικά ασύρματα δίκτυα - για τα οποία δεν ισχύουν επί του παρόντος απαιτήσεις αδειοδότησης και ότι θα πρέπει να προαχθεί η καθολική ευρυζωνική πρόσβαση, ιδίως στις αγροτικές περιοχές·
36. τονίζει την δυνητική αξία του ραδιοφάσματος που αποδεσμεύεται με τη μετάβαση στην ψηφιακή μετάδοση (ψηφιακό μέρισμα), το οποίο θα μπορούσε να αυξήσει την ευρεία διαθεσιμότητα προσιτής κινητής/ασύρματης πρόσβασης ευρείας ζώνης, μεταξύ άλλων και στις αγροτικές περιοχές·
37. ζητεί να θεσπιστούν επειγόντως σαφείς ορισμοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ώστε να προαχθεί η νομική ασφάλεια· υπογραμμίζει την σπουδαιότητα του διαχωρισμού μεταξύ παρόχων υποδομής και παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την σπουδαιότητα της αποφυγής της δημιουργίας μονοπωλίων·
38. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.
- [1] ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ. 1.
- [2] ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ. 33.
- [3] ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ. 51.
- [4] ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ. 21.
- [5] ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σελ. 7.
- [6] Κείμενα που εγκρίθηκαν, 14.3.2006, P6_TA(2006)0079.
- [7] ΕΕ L 344 της 27.12.2005, σελ. 38.
- [8] ΕΕ L 93 της 12.4.2005, σελ. 42.
- [9] ΕΕ L 78 της 25.3.2003, σελ. 12.
- [10] Κείμενα που εγκρίθηκαν, 16.11.2005, P6_TA(2005)0431.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η τεχνολογική πρόοδος έχει αρχίσει να αλλάζει την ποιότητα και την έννοια των επικοινωνιών, σηματοδοτώντας την απαρχή μιας νέας εποχής διάδοσης των επικοινωνιών και των πληροφοριών με βάση ισχυρές ηλεκτρονικές λεωφόρους. Οι οπτικές ίνες, οι ημιαγωγοί, τα ολοκληρωμένα ευρυζωνικά δίκτυα, τα έξυπνα δίκτυα, το UMTS και οι εκπομπές πολυμέσων συνιστούν σημαντικά επιτεύγματα των τελευταίων δεκαετιών.
Η ανάπτυξη πολλών εξ αυτών των τεχνολογιών εξαρτάται από την ύπαρξη επαρκούς εύρους ραδιοφάσματος προς χρήση από τους παράγοντες που επιθυμούν ενδεχομένως να εισέλθουν στην αγορά. Το ραδιοφάσμα είναι ένας "σπάνιος" πόρος με δύο ειδικά τεχνικά χαρακτηριστικά. Αφενός, είναι απεριόριστος και ανανεώσιμος πόρος, καθώς η χρήση του δεν συνεπάγεται την εξάντλησή του. Αφετέρου, εκχωρείται ανά τμήματα, το καθένα με συγκεκριμένη χρήση. Αυτό σημαίνει ότι όταν ένα τμήμα του ραδιοφάσματος είναι κατειλημμένο από έναν χρήστη, δεν μπορεί να καταληφθεί από κάποιον άλλον. Καθώς το ραδιοφάσμα είναι αναγκαίο για όλες τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες η ζήτηση είναι ιδιαίτερα υψηλή και επί του παρόντος δεν φαίνεται να υπάρχει επαρκές διαθέσιμο εύρος ραδιοφάσματος για την κάλυψη της ζήτησης.
Από τεχνικής, ρυθμιστικής, διοικητικής, πολιτικής και οικονομικής άποψης, η σχέση μεταξύ πρόσβασης και εκχώρησης είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη.
Το σύστημα που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για την εκχώρηση του ραδιοφάσματος λειτουργεί σε τέσσερα επίπεδα (διεθνές, ευρωπαϊκό, διαπεριφερειακό και εθνικό), με αποτέλεσμα να μεσολαβεί διάστημα έξι έως οκτώ ετών από την υποβολή της αίτησης μέχρι την εκχώρηση της συχνότητας. Προκειμένου να αποφεύγονται οι παρεμβολές, οι ζώνες ραδιοφάσματος εκχωρούνταν κατά παράδοση για συγκεκριμένες χρήσεις και συγκεκριμένες τεχνολογίες. Ωστόσο, η ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας και η σύγκλιση των τηλεπικοινωνιών, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των ηλεκτρονικών συσκευών δημιούργησαν ένα δυναμικό περιβάλλον στο πλαίσιο του οποίου η παραδοσιακή προσέγγιση είναι υπερβολικά αργή και άκαμπτη όσον αφορά την εκχώρηση της αναγκαίας πρόσβασης στο ραδιοφάσμα.
Βασικό στοιχείο για την αποδοτικότερη χρήση του ραδιοφάσματος είναι η αρχή της ουδετερότητας ως προς την υπηρεσία και ως προς την τεχνολογία. Όταν η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα γίνεται χωρίς περιορισμούς ως προς την υπηρεσία που θα παρασχεθεί σε ένα συγκεκριμένο εύρος ζώνης ή ως προς την τεχνολογία που θα χρησιμοποιηθεί για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πλήρη άνθηση της συναφούς με το ραδιοφάσμα καινοτομίας.
Απαιτείται συνδυασμένη προσέγγιση για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη ευελιξία και ανταπόκριση της αγοράς.
Πρώτον, η παραδοσιακή διοικητική προσέγγιση "εντολής και ελέγχου" θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει κάποιον ρόλο στην εκχώρηση ραδιοφάσματος, πρέπει όμως να καταστεί ταχύτερη και αποδοτικότερη προκειμένου να συμβαδίσει με την τεχνολογική αλλαγή.
Ευπρόσδεκτη είναι η πρόταση της Επιτροπής περί περιορισμού της διοικητικής επιβάρυνσης από τη διαδικασία ανασκόπησης της αγοράς που αφορά τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ).
Τα παραδοσιακά φόρουμ διαπραγμάτευσης θα εξακολουθήσουν επίσης να έχουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τρίτες χώρες. Τα κράτη μέλη στα ανατολικά της Ένωσης αντιμετωπίζουν έλλειψη διαθέσιμων συχνοτήτων και προβλήματα παρεμβολών τα οποία προκαλούνται από χρήστες τρίτων χωρών. Είναι σημαντικό να μην αποκλειστεί καμία χώρα ή περιοχή από την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών: το ψηφιακό μέρισμα δεν πρέπει να μετατραπεί σε ψηφιακό χάσμα.
Δεύτερον, μπορούν να μειωθούν ακόμη περισσότερο οι περιορισμοί όσον αφορά τη χρήση του ραδιοφάσματος. Όπου το ραδιοφάσμα δεν υπόκειται σε περιορισμούς, παραμένει ανεκχώρητο και ακολουθείται τεχνολογική προσέγγιση σε θέματα παρεμβολών, δηλαδή την ευθύνη αποφυγής των παρεμβολών φέρουν οι χρήστες της συχνότητας οι οποίοι οφείλουν έκαστος να ανεύρει σχεδιαστική λύση για να αποφεύγουν τις παρεμβολές από άλλους χρήστες και τεχνολογίες. Η προσέγγιση της μη αδειοδότησης χρησιμοποιείτο μέχρι σήμερα συνήθως για συχνότητες στις οποίες λειτουργούν συσκευές μικρής εμβέλειας, αλλά υπάρχει δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής.
Τρίτον, η εμπορία των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος, η οποία ήδη εφαρμόζεται σε ορισμένα κράτη μέλη, μπορεί να επεκταθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Επιτροπή έχει προτείνει να διατεθεί προς εμπορία σημαντικό μέρος του ραδιοφάσματος, ενδεχομένως και το ένα τρίτο του ραδιοφάσματος κάτω των 3 GHz.
Με αυτήν την ισορροπημένη προσέγγιση, παρότι η διαχείριση μεγάλου μέρους του ραδιοφάσματος θα εξακολουθήσει να γίνεται σύμφωνα με παραδοσιακές μεθόδους, οι πρακτικές της μη αδειοδότησης και της εμπορίας θα διευκολύνουν τη δυναμικότερη και αποδοτικότερη χρήση του ραδιοφάσματος.
Καθώς η εκχώρηση δικαιωμάτων ραδιοφάσματος είναι αποκλειστικό προνόμιο των κρατών μελών και οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται για διάφορες υπηρεσίες διαφέρουν σε ολόκληρη την Ένωση, ο εξορθολογισμός και η εναρμόνιση του ραδιοφάσματος αποτελούν πρόκληση, καθώς συνιστούν βασικές προϋποθέσεις για την εμπορία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η εισηγήτρια φρονεί ότι η λύση είναι η ελευθέρωση περισσότερου ραδιοφάσματος προς εμπορία αντί λιγότερου. Εάν προταθεί ένα πολύ μικρό μόνο τμήμα του ραδιοφάσματος προς εμπορία, τότε οι διαπραγματεύσεις θα είναι πιο δύσκολες και ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα να μην επιθυμεί κανένας τομέας από αυτούς που το χρησιμοποιούν σήμερα (ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, εταιρείες τηλεπικοινωνιών, ο στρατός...) να ελευθερώσει ραδιοφάσμα προς εμπορία.
Αντιθέτως, η εμπορία μεγαλύτερου τμήματος του ραδιοφάσματος θα δώσει ενδεχομένως την ευκαιρία σε όλους τους τομείς να αναγνωρίσουν την αγοραία αξία του ραδιοφάσματος που κατέχουν. Εάν το ραδιοφάσμα ήταν εμπορεύσιμο αγαθό με αξία, οι χρήστες που το χρησιμοποιούν ελάχιστα ή καθόλου είναι πιθανότερο να το διέθεταν αντί να το κρατούσαν δεσμευμένο. Η ελευθέρωση του ραδιοφάσματος για δευτερογενή εμπορία θα επιτρέψει στον κλάδο να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής εναρμόνισης και του εξορθολογισμού του ραδιοφάσματος χρησιμοποιώντας τα μέσα της αγοράς. Με τον τρόπο αυτόν θα επιτευχθεί ευκολότερα και ταχύτερα ο στόχος της εναρμόνισης, αντί να αναμένεται μόνο η διοικητική εναρμόνιση, και είναι δυνατό να απελευθερωθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία και να μπορέσει να ανταποκριθεί τάχιστα στην καινοτομία, όπως και να διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη πανευρωπαϊκής αγοράς προϊόντων που χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα.
Ωστόσο, η ελευθέρωση του ραδιοφάσματος εγείρει ορισμένα ζητήματα για όσους το χρησιμοποιούν ήδη και συνεπώς πρέπει να υλοποιηθεί βάσει σαφέστατου νομικού πλαισίου. Βασική αρχή της παραδοσιακής μεθόδου εκχώρησης ραδιοφάσματος ήταν πάντοτε η αποφυγή των παρεμβολών. Εάν ορισμένες συχνότητες ελευθερωθούν χωρίς όρους ως προς την υπηρεσία που θα παρέχεται ή ως προς την τεχνολογία που θα χρησιμοποιείται, τότε θα πρέπει να καθοριστούν πολύ αυστηρά οι ευθύνες των νέων κατόχων προκειμένου να μην ταλαιπωρούνται οι χρήστες των γειτονικών συχνοτήτων από παρεμβολές. Θα ήταν συνετό συνεπώς να διαμορφωθεί εξαρχής ένα σαφές νομικό πλαίσιο που θα περιλαμβάνει ορθώς καθορισμένα δικαιώματα ραδιοφάσματος και μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.
Οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς συγκεκριμένα διατυπώνουν την ανησυχία ότι η λειτουργία διαφορετικών τεχνολογιών κοντά στις δικές τους συχνότητες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές παρεμβολές. Ενδεχομένως να αποδειχθεί αδύνατη σε πρώτο στάδιο η διαφορετική χρήση ορισμένων συχνοτήτων λόγω των τεχνικών περιορισμών και του προβλήματος των παρεμβολών. Με δεδομένο, όμως, τον ρυθμό της τεχνολογικής αλλαγής κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα – για παράδειγμα, τα iPod και τα WiFi ήταν ουσιαστικά άγνωστα πριν από έξι χρόνια – είναι πολύ πιθανό οι παρεμβολές να μην αποτελούν σοβαρό πρόβλημα στο μέλλον χάρη σε νέες τεχνικές λύσεις. Ήδη, εξελίξεις όπως η ραδιοεπικοινωνία μέσω λογισμικού (SDR) και μέσω γνωστικών συσκευών (CDR) δημιουργούν τις προϋποθέσεις για στενή συνύπαρξη διαφορετικών χρήσεων ραδιοφάσματος χωρίς παρεμβολές. Συνεπώς, το νομικό πλαίσιο θα πρέπει να προβλέπει τις μακροπρόθεσμες εξελίξεις, καθώς αναμένεται ότι θα υπάρξει μεγαλύτερη τεχνική ευελιξία στο μέλλον.
Σωστά διατυπώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη ισχυρή πολιτική δέσμευση περί διατήρησης των υπηρεσιών δημόσιου και γενικού συμφέροντος που ποικίλλουν από καθολικώς διαθέσιμες γραμμικές υπηρεσίες μέσων μαζικής επικοινωνίας έως στρατιωτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ασφαλείας και έκτακτης ανάγκης, καθώς και υπηρεσίες για τα άτομα με αναπηρίες. Όσο η διαμόρφωση μιας πιο ευέλικτης προσέγγισης όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος είναι ζωτική για την εμπορική καινοτομία, εξίσου σημαντική είναι και για τη δυναμικότερη και ταχύτερη παροχή υπηρεσιών δημόσιου συμφέροντος. Πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ της σταθερής και σαφούς δέσμευσης περί της παροχής υπηρεσιών δημόσιου και γενικού συμφέροντος και της μεθόδου παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, η οποία πρέπει να καταστεί ευέλικτη και προσαρμόσιμη στην τεχνολογική αλλαγή, εάν ο στόχος είναι να παραμείνει αποδοτική. Σε αντίθεση με την αντίληψη ότι η ελευθέρωση της πρόσβασης στο ραδιοφάσμα μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις υπηρεσίες δημόσιου και γενικού συμφέροντος, η εισηγήτρια φρονεί ότι μια λιγότερο αρτηριοσκληρωτική προσέγγιση όσον αφορά το ραδιοφάσμα θα μπορούσε να διευκολύνει σε εξαιρετικό βαθμό την παροχή καινοτόμων δημόσιων υπηρεσιών υψηλής ποιότητας.
Η υιοθέτηση ισορροπημένης και αποδοτικής προσέγγισης όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα μεγιστοποιήσει τα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη που απορρέουν από τη χρήση του, θα ενθαρρύνει την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών, θα συμβάλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην τόνωση της ανάπτυξης σε συμφωνία με τη στρατηγική της Λισαβόνας, και, τέλος, θα βοηθήσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία να κατακτήσει ηγετική θέση παγκοσμίως στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (29.11.2006)
προς την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας
σχετικά με την "Πορεία προς μια ευρωπαϊκή πολιτική για το ραδιοφάσμα"
(2206/2212(INI))
Συντάκτρια γνωμοδότησης: Heide Rühle
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
1. συμφωνεί ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί βασικό πόρο για πολλές δραστηριότητες και ότι είναι σημαντικό για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· υπογραμμίζει ότι οι μηχανισμοί της αγοράς πρέπει να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των καταναλωτών και να ενθαρρύνουν τη δημιουργία καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών· ότι πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές πτυχές, σύμφωνα με το άρθρο 151, παράγραφος 4 της Συνθήκης ΕΚ· θεωρεί επίσης ότι η οπτικοακουστική πολιτική, η προώθηση της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας και η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης μπορούν να δικαιολογήσουν εξαιρέσεις από την αρχή της ουδετερότητας των υπηρεσιών·
2. επισημαίνει ότι τα καθεστώτα των κρατών μελών που διέπουν την κατανομή και την εκμετάλλευση ραδιοφάσματος παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις και ότι οι αποκλίσεις αυτές αποτελούν σοβαρά εμπόδια στην επίτευξη μιας καλώς λειτουργούσας ενιαίας αγοράς·
3. καλεί τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν μέτρα ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος αρχών, να εξετάσουν τομείς στους οποίους η κοινή κατανομή ραδιοφάσματος θα επιτρέψει την ανάδυση νέων τεχνολογιών και υπηρεσιών, να ενισχύσουν την ανταλλαγή πληροφοριών και να άρουν περιοριστικές κανονιστικές ρυθμίσεις·
4. υποστηρίζει σθεναρά τις αρχές της Επιτροπής όσον αφορά την μελλοντική τεχνολογική ουδετερότητα του ραδιοφάσματος, την ουδετερότητα των υπηρεσιών και την δυνατότητα εμπορίας·
5. υπογραμμίζει την σπουδαιότητα της τεχνολογικής ουδετερότητας για την προώθηση της καινοτομίας και της διαλειτουργικότητας και ζητεί πιο ευέλικτη πολιτική, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο συμφέρον·
6. τονίζει την ανάγκη θέσπισης επαρκούς μεταβατικής περιόδου και ζητεί ως εκ τούτου σταδιακή προσέγγιση σε αυτόν τον τομέα· είναι της γνώμης ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στα μικρότερα δίκτυα - ιδίως στα τοπικά ασύρματα δίκτυα - για τα οποία δεν ισχύουν επί του παρόντος απαιτήσεις αδειοδότησης και ότι θα πρέπει να προαχθεί η καθολική ευρυζωνική πρόσβαση, ιδίως στις αγροτικές περιοχές·
7. τονίζει την δυνητική αξία του ραδιοφάσματος που προκύπτει από τη μετάβαση στην ψηφιακή μετάδοση (ψηφιακό μέρισμα) και τη σημασία του για την ευρεία διαθεσιμότητα προσιτής κινητής/ασύρματης πρόσβασης ευρείας ζώνης, μεταξύ άλλων και στις αγροτικές περιοχές·
8. ζητεί να θεσπιστούν επειγόντως σαφείς ορισμοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ώστε να προαχθεί η νομική ασφάλεια· υπογραμμίζει την σπουδαιότητα του διαχωρισμού μεταξύ παρόχων υποδομής και παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την σπουδαιότητα της αποφυγής της δημιουργίας μεγάλων μονοπωλίων·
9. τονίζει ότι η διαδικασία διαχείρισης των αδειών είναι σημαντική και ότι θα πρέπει να θεσπιστούν συστήματα μεταβίβασης ή επιμερισμού αδειών σε τρίτα μέρη που πληρούν τα εφαρμοστέα κριτήρια επιλεξιμότητας· φρονεί ότι θα πρέπει να θεσπιστούν μηχανισμοί ανακατανομής αδειών που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, προκειμένου να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις της αγοράς που προκαλούνται από κατόχους αδρανών αδειών και οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· φρονεί ότι οι ραγδαίες τεχνολογικές μεταβολές καθιστούν αναγκαία συχνότερη αναθεώρηση της πολιτικής αδειοδότησης και ότι θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα μικρότερες περιόδους αδειοδότησης·
10. θεωρεί ότι η διάθεση αδειών φάσματος με εμπορική βάση, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου σε δευτερεύοντες αγορές συνιστούν βέλτιστα μέσα για την κατανομή των περιορισμένων πόρων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες· ζητεί να διενεργούνται διαβουλεύσεις πριν από τη λήψη αποφάσεων χορήγησης αδειών και φρονεί ότι στο πλαίσιο των εν λόγω διαβουλεύσεων θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα εφαρμοστέα κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων του εύρους ζώνης και των γεωγραφικών διαστάσεων και ότι οι διαβουλεύσεις αυτές πρέπει να διενεργούνται εγκαίρως πριν από τη λήξη μιας προθεσμίας αδειοδότησης, ώστε να διασφαλίζεται η ύπαρξη διαφάνειας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους όρους που διέπουν την ανανέωση ή την τροποποίηση των προϋποθέσεων αδειοδότησης.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
"Πορεία προς μια ευρωπαϊκή πολιτική για το ραδιοφάσμα" |
||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
ITRE |
||||||
|
Γνωμοδότηση της |
IMCO |
||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια |
|
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης |
Heide Rühle |
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν |
|
||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
22.11.2006 |
|
|
|
|
||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
28.11.2006 |
||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: –: 0: |
19 0 0 |
|||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Charlotte Cederschiöld, Evelyne Gebhardt, Małgorzata Handzlik, Christopher Heaton-Harris, Anna Hedh, Alexander Lambsdorff, Lasse Lehtinen, Arlene McCarthy, Manuel Medina Ortega, Zita Pleštinská, Guido Podestà, Luisa Fernanda Rudi Ubeda, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Marianne Thyssen, Glenis Willmott |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Filip Kaczmarek, Anja Weisgerber |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
|
||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
|
||||||
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (28.11.2006)
προς την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας
σχετικά με το δρόμο προς μία ενιαία πολιτική ραδιοφάσματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(2006/2212(INI))
Συντάκτρια γνωμοδότησης: Ruth Hieronymi
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας καλεί την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
1. υποστηρίζει τη θέση της Επιτροπής ότι η ψηφιακή ηλεκτρονική επικοινωνία είναι θεμελιώδους σημασίας για το σύνολο της οικονομίας, για το θεματολόγιο της Λισαβόνας και για την πρωτοβουλία i2010, και γι' αυτόν τον λόγο κρίνεται απαραίτητη η αναθεώρηση του συστήματος διαχείρισης του ραδιοφάσματος·
2. είναι πεπεισμένο ότι στο μέλλον θα υπάρξουν περισσότερο ολοκληρωμένα πακέτα προσφορών σε σχέση με τις σημερινές υφιστάμενες τριπλές προσφορές που αποτελούνται από σύνδεση τηλεφωνικής γραμμής, σύνδεση πρόσβασης στο διαδίκτυο και τηλεόρασης (triple-play) και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, τα όρια μεταξύ προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα της ηλεκτρονικής επικοινωνίας θα είναι λιγότερο διακριτά στο μέλλον·
3. απορρίπτει το μονόπλευρο μοντέλο αγοράς για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος και ζητεί από την Επιτροπή την αναθεώρηση του συστήματος διαχείρισης του ραδιοφάσματος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καταστεί εφικτή η συνύπαρξη διαφόρων ειδών μοντέλων αδειοδότησης – ήτοι παραδοσιακή διαχείριση, χρήση χωρίς αριθμητικούς περιορισμούς καθώς και νέες αγοραστρεφείς προσεγγίσεις· στόχος πρέπει να είναι η προώθηση της οικονομικής και τεχνικής αποτελεσματικότητας καθώς και η χρήση αυτών των πολύτιμων πόρων προς όφελος της κοινωνίας·
4. θεωρεί ότι, πέρα από μια αγοραστρεφή προσέγγιση, θα πρέπει επίσης να ληφθεί μέριμνα για να διασφαλισθεί η πρόσβαση όλων στην αγορά ραδιοφάσματος· σημειώνει ότι, για να διασφαλισθεί αυτή η πρόσβαση, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες, γνώσεις και τεχνολογική υποδομή μέσω της εκπαίδευσης ή άλλων τρόπων κατάρτισης·
5. ζητεί επομένως από την Επιτροπή να προσδιορίσει τις προϋποθέσεις και τις αιτιολογίες για την εφαρμογή των διαφορετικών μοντέλων αδειοδότησης, πριν την υποβολή περαιτέρω προτάσεων για τη δημιουργία ενός νέου προτύπου διαχείρισης του ραδιοφάσματος και να εξετάσει ειδικότερα υπό ποίους όρους και πότε θα γίνει η απελευθέρωση του ραδιοφάσματος, καθώς και εάν τα κράτη μέλη είναι σε θέση να προβούν σε εξορθολογισμό του χώρου του ραδιοφάσματος μετά την ψηφιακή μετάβαση·
6. θεωρεί λίαν μονόπλευρο τον ορισμό της Επιτροπής για τις υψηλής και χαμηλής ποιότητας παροχές επικοινωνιακών υπηρεσιών, καθώς κατά την αξιολόγησή της η Επιτροπή βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο οικονομικό κέρδος και δεν λαμβάνει υπόψη τη σημασία που έχουν οι υπηρεσίες ραδιοφώνου και οι λοιπές υπηρεσίες ραδιοφωνικών μέσων για τη διασφάλιση της ελευθερίας της πληροφόρησης, της διαφορετικότητα της γνώμης καθώς και της διασφάλισης της πολιτισμικής και γλωσσικής ποικιλίας και ως εκ τούτου για τη δημοκρατία και την κοινωνία.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Ενιαία πολιτική ραδιοφάσματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
ITRE |
||||||
|
Γνωμοδότηση της |
CULT |
||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια |
|
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης |
Ruth Hieronymi |
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν |
|
||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
11.9.2006 |
9.10.2006 |
|
|
|
||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
28.11.2006 |
||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: –: 0: |
18 1 0 |
|||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Christopher Beazley, Guy Bono, Marie-Hélène Descamps, Věra Flasarová, Hanna Foltyn-Kubicka, Milan Gaľa, Vasco Graça Moura, Lissy Gröner, Ruth Hieronymi, Μανώλης Μαυρομμάτης, Marianne Mikko, Ljudmila Novak, Miguel Portas, Karin Resetarits, Νικόλαος Σηφουνάκης, Hannu Takkula, Helga Trüpel, Thomas Wise, Tomáš Zatloukal |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
|
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
|
||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
|
||||||
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Διαμόρφωση ευρωπαϊκής πολιτικής για το ραδιοφάσμα |
||||||||||
|
Αριθ. διαδικασίας |
|||||||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
ITRE |
||||||||||
|
Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες) |
IMCO 7.9.2006 |
CULT 7.9.2006 |
|
|
|
||||||
|
Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει |
|
|
|
|
|
||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία |
|
|
|
|
|
||||||
|
Εισηγητής(ές) |
Fiona Hall 30.5.2006 |
|
|||||||||
|
Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν) |
|
|
|||||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
25.9.2006 |
13.11.2006 |
|
|
|
||||||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
11.12.2006 |
||||||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+ : - : 0 : |
35 0 0 |
|||||||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Jan Březina, Joan Calabuig Rull, Pilar del Castillo Vera, Jorgo Chatzimarkakis, Giles Chichester, Den Dover, Lena Ek, Norbert Glante, András Gyürk, Fiona Hall, Erna Hennicot-Schoepges, Ján Hudacký, Romana Jordan Cizelj, Werner Langen, Pia Elda Locatelli, Angelika Niebler, Reino Paasilinna, Aldo Patriciello, Herbert Reul, Teresa Riera Madurell, Andres Tarand, Patrizia Toia, Catherine Trautmann, Νικόλαος Βακάλης, Dominique Vlasto |
||||||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Pilar Ayuso, Etelka Barsi-Pataky, Zdzisław Kazimierz Chmielewski, Lambert van Nistelrooij, Vittorio Prodi, John Purvis, Peter Skinner |
||||||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Sharon Bowles, Sepp Kusstatscher, Henri Weber |
||||||||||
|
Ημερομηνία κατάθεσης |
18.12.2006 |
|
|||||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
... |
|
|||||||||