Έκθεση - A6-0034/2007Έκθεση
A6-0034/2007

ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής - Μεθοδολογία συστηματικού και αυστηρού ελέγχου

12.2.2007 - (2005/2169(INI))

Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
Εισηγητής: Johannes Voggenhuber


Διαδικασία : 2005/2169(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0034/2007
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0034/2007
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής - Μεθοδολογία συστηματικού και αυστηρού ελέγχου

(2005/2169(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής: η τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής (COM(2005)0172),

–    έχοντας υπόψη τα άρθρα 6 και 7 της Συνθήκης ΕΕ,

–    έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1] που διακηρύχθηκε επίσημα στη Νίκαια την 7η Δεκεμβρίου 2000,

–    έχοντας υπόψη τη Συνταγματική Συνθήκη που υπογράφηκε την 29η Δεκεμβρίου 2004 στη Ρώμη, στην οποία ενσωματώθηκαν οι διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και απέκτησαν με τον τρόπο αυτό νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα,

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 20ής Απριλίου 2004, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής που αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση: Σεβασμός και προώθηση των αξιών στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση[2],

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 26ης Μαΐου 2005, σχετικά με την προαγωγή και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων: ο ρόλος των εθνικών και ευρωπαϊκών οργάνων, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων[3],

–    έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση 2005 σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εκπονήθηκε από το δίκτυο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–    έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την ίδρυση Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2005)0280) - 2005/0124(CNS)) και την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη χορήγηση εξουσιοδότησης στον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να ασκεί τις δραστηριότητές του στους τομείς που αναφέρονται στον τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2005)0280) - 2005/0125(CNS)),

–    έχοντας υπόψη την ομιλία του κ. José Manuel Barroso, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στη σύνοδο της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 17 Νοεμβρίου 2004,

–    έχοντας υπόψη τα άρθρα 45, 34 και 91 του Κανονισμού του,

–    έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A6-0034/2007),

Α.  εκτιμώντας ότι η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη (άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ),

Β.   εκτιμώντας ότι το Κοινοβούλιο, ως άμεσα εκλεγμένος εκπρόσωπος των πολιτών της Ένωσης, φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την εφαρμογή των εν λόγω αρχών,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευθύνη αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη, δεδομένου ότι στις συνθήκες, ως έχουν σήμερα:

-   το δικαίωμα των ιδιωτών να ασκήσουν άμεση προσφυγή ενώπιον ευρωπαϊκών δικαστηρίων είναι πολύ περιορισμένο[4],

-   δεν προβλέπεται η δυνατότητα συλλογικής προσφυγής ("collective action"),

-   σε πολλούς τομείς, ακόμη και οι αρμοδιότητες του δικαστηρίου είναι περιορισμένες (πρβλ. Τίτλο IV της Συνθήκης ΕΚ και άρθρο 35 της Συνθήκης ΕΕ), εάν όχι ανύπαρκτες (δεύτερος πυλώνας - Τίτλος V της Συνθήκης ΕΕ[5]),

Δ.   εκτιμώντας ότι μια διαδικασία για την εξέταση της συμβατότητας όλων των νομοθετικών προτάσεων με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αποτελεί μία από τις συνέπειες, που απορρέουν υποχρεωτικά από την αναγνώριση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή και από όλα τα κράτη μέλη καθώς και από την πανηγυρική του διακήρυξη προς τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 7η Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια,

Ε.   υπενθυμίζοντας ότι το πραγματικό πεδίο εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΕ, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι καρπός δικαστικής ερμηνείας, αλλά ότι ο ευρωπαίος νομοθέτης πρέπει επίσης να διασαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύονται τα εν λόγω δικαιώματα,

ΣΤ. υπενθυμίζοντας ότι, με την διακήρυξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφώνησαν ορισμούς των δικαιωμάτων αυτών και ότι, για προφανείς λόγους συνοχής και καλής πίστης, οφείλουν στο εξής να παραπέμπουν σε αυτά κατά την εκπόνηση της νομοθεσίας της Ένωσης (πρβλ. την ως άνω αναφερόμενη ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2005)0172),

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα κατοχυρωμένα στο Χάρτη δικαιώματα, αφ' ης στιγμής ενσωματωθούν στη νομοθεσία της Ένωσης, προσλαμβάνουν δεσμευτική αξία, μέσω της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που βασίζεται σε αυτά,

Η.  εκτιμώντας ότι η συστηματικότητα, η ακρίβεια, η αντικειμενικότητα, το άνοιγμα και η διαφάνεια αυτής της διαδικασίας για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, εφόσον ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν έχει δυστυχώς μέχρι σήμερα νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα· υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι με την πάροδο του χρόνου, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχει αναδειχθεί σε κείμενο αναφοράς για τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, όπως το Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[6], το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο, καθώς και για πολλά συνταγματικά δικαστήρια,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ευρωπαίος νομοθέτης, κατά την αξιολόγηση του αντίκτυπου της νέας ευρωπαϊκής νομοθεσίας στα θεμελιώδη δικαιώματα, οφείλει να λάβει υπόψη τις απόψεις του εθνικού νομοθέτη, αλλά και της κοινωνίας των πολιτών, του ακαδημαϊκού κόσμου και της εμπειρογνωμοσύνης άλλων διεθνών οργανισμών, όπως του Συμβουλίου της Ευρώπης και των Ηνωμένων Εθνών· εκτιμώντας ότι κατ' αυτόν τον τρόπο ο ευρωπαίος νομοθέτης θα προωθούσε τη διαμόρφωση μιας όλο και ευρύτερα επικρατούσας νοοτροπίας σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως συνέβη κατά την εκπόνηση ορισμένων πράξεων στους τομείς της προστασίας της ιδιωτικής σφαίρας, του οικογενειακού δικαίου και του δικαιώματος στη διαφάνεια,

Ι.    εκτιμώντας ότι η πρόταση της Επιτροπής για την εμβάθυνση και την καλύτερη προβολή στην κοινή γνώμη της διαδικασίας για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών της προτάσεων, η οποία εφαρμόζεται από το 2001, αποτελεί σαφή πρόοδο στην προσπάθειά της να αναπτυχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια γνήσια «νοοτροπία σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων»,

ΙΑ. εκτιμώντας, ωστόσο, ότι η διαδικασία αυτή παρουσιάζει έναν υπερβολικά εσωτερικό χαρακτήρα, ότι τα κριτήρια είναι υπερβολικά περιοριστικά, ότι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ανεπαρκής και ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη τόσο προτάσεις συμμετοχής των κοινοβουλίων των κρατών μελών, όπως είναι η πρόταση της Βουλής των Λόρδων[7], όσο και ο αναγκαίος μόνιμος διάλογος μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και η προσφυγή σε ανεξάρτητους οργανισμούς για την ενίσχυση της αντικειμενικότητας,

ΙΒ. εκτιμώντας ότι η γνήσια «νοοτροπία σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων» της Ένωσης καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη γενικού συστήματος ελέγχου των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη τόσο το Συμβούλιο όσο και οι αποφάσεις στον τομέα της διακυβερνητικής συνεργασίας,

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια πραγματική "νοοτροπία σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων" συνίσταται όχι μόνο στην παθητική τήρηση των κανόνων, αλλά και στην ενεργό προώθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την παρέμβαση σε περίπτωση παραβίασης ή ανεπαρκούς προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα κράτη μέλη,

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το γενικό σύστημα ελέγχου των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να προβλέπει μια ετήσια συζήτηση στην οποία θα συμμετέχουν τα τρία θεσμικά όργανα και τα εθνικά κοινοβούλια, κυρίως όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πραγματοποιεί απολογισμό της προόδου που επιτεύχθηκε και των προβλημάτων που αντιμετωπίσθηκαν κατά την ανάπτυξη της ΕΕ ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης,

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο μια τέτοιας συζήτησης, θα ήταν δυνατόν να εξετάζονται συγχρόνως:

-    η ετήσια έκθεση του μελλοντικού Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,

-    ειδική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της γενικής έκθεσής της σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου,

-    έκθεση του Συμβουλίου σχετικά με τις πτυχές που κρίνει ότι ήσαν καθοριστικές κατά το παρελθόν έτος, όσον αφορά την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της Ένωσης και από τα κράτη μέλη,

ΙΣΤ υπενθυμίζοντας ότι, στο πλαίσιο των εν λόγω ετησίων συζητήσεων, τα θεσμικά όργανα πρέπει να ελέγχουν τη σκοπιμότητα της αναθεώρησης των νομοθεσιών που πιθανόν περιόρισαν την άσκηση των ελευθεριών για λόγους δημόσιας ασφάλειας,

ΙΖ.  εκτιμώντας ότι η ύπαρξη μυστικών φυλακών και οι παράνομες απαγωγές που πραγματοποίησε η CIA στο πλαίσιο του αγώνα κατά της τρομοκρατίας, η υπερβολικά αργή διερεύνηση των υποθέσεων και η ανεπαρκής συνεργασία αρκετών κυβερνήσεων ή επίσης η κοινοποίηση δεδομένων επιβατών αεροπορικών πτήσεων και στοιχείων τραπεζικών λογαριασμών μέσω SWIFT χωρίς νομική βάση αρκούν για να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα και τη βούληση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων να προστατεύσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και να επιβάλουν κυρώσεις γα παραβάσεις,

1.   επισημαίνει το ιστορικό καθήκον να δημιουργηθούν, στο πλαίσιο της διαδικασίας «μιας διαρκώς στενότερης ένωσης» (άρθρο 1 της Συνθήκης ΕΕ), και μέσα ελευθερίας, παράλληλα με την ανάπτυξη μέσων ασφάλειας και δικαίου, οικονομικής και κοινωνικής προόδου·

2.   τονίζει ότι είναι ανάγκη να ξεπεραστεί η κρίση στη συνταγματική διαδικασία, να διατηρηθούν τα κύρια επιτεύγματα του Συντάγματος και να κατοχυρωθεί ο νομικά δεσμευτικός χαρακτήρας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

3.   επιδοκιμάζει τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την εμβάθυνση και την καλύτερη διαφάνεια της διαδικασίας για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών της προτάσεων και θεωρεί τις προτάσεις αυτές ως ένα πρώτο θετικό αποτέλεσμα των φιλόδοξων μέτρων που ανήγγειλε ο πρόεδρος της Επιτροπής José Manuel Barroso την 17η Noεμβρίου 2004 στο Κοινοβούλιο για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ομάδας εργασίας που συγκροτήθηκε από τον ίδιο προς το σκοπό αυτό·

4.   καλεί την Επιτροπή να καταστήσει διαφανέστερη τη διαδικασία παρακολούθησης και να προβεί σε διαβούλευση με τους αρμόδιους φορείς της κοινωνίας των πολιτών, ειδικότερα εκείνους στους οποίους απευθύνεται δυνητικά η εκάστοτε πρόταση της Επιτροπής·

5.   τονίζει ότι ο «συστηματικός» έλεγχος που προτείνει η Επιτροπή καθιστά απόλυτα αναγκαίο να εξετάζεται πράγματι διεξοδικά κάθε νομοθετική πρόταση και να αιτιολογείται το αποτέλεσμα·

6.   καλεί την Επιτροπή να ελέγξει κατά πόσον οι νομοθετικές προτάσεις συμμορφώνονται, όχι μόνο με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αλλά και με το σύνολο των ευρωπαϊκών και διεθνών νομικών μέσων που αφορούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα δικαιώματα που απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου·

7.   υπογραμμίζει ότι ένας πραγματικά συστηματικός και αυστηρός έλεγχος της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν συνίσταται μόνο στην αναζήτηση ενδεχομένων νομικών σφαλμάτων κατά τη στάθμιση μεταξύ της ατομικής ελευθερίας, από τη μία πλευρά, και των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος, από την άλλη, αλλά απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, και μια πολιτική ανάλυση, προκειμένου να προσδιορισθεί, μεταξύ των διαφόρων λύσεων που διασφαλίζουν τη σωστή στάθμιση των συμφερόντων αυτών, εκείνη που επιτυγχάνει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ του επιδιωκόμενου στόχου και του περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων (βελτιστοποίηση από άποψη θεμελιωδών δικαιωμάτων)·

8.   κρίνει σκόπιμο να εστιασθεί ο έλεγχος στα διάφορα θεμελιώδη δικαιώματα που διακυβεύονται σε κάθε περίπτωση και θεωρεί αναγκαίο να αναφέρεται ρητώς κάθε ένα από τα δικαιώματα αυτά στις αιτιολογικές σκέψεις·

9.   ευελπιστεί ότι η προτεινόμενη μεθοδολογία, με την οποία η Επιτροπή σκοπεύει να εφαρμόσει το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις νομοθετικές της προτάσεις, θα έχει πρακτική και συγκεκριμένη εφαρμογή·

10. θεωρεί ότι είναι πολύ σημαντικό, στο στάδιο της εκπόνησης νομοθετικών προτάσεων, να αποτελεί ο συστηματικός εσωτερικός έλεγχος της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων αντικείμενο ειδικής αιτιολογικής έκθεσης, στην οποία θα παρέχεται η νομική αιτιολόγηση του σεβασμού των δικαιωμάτων αυτών·

11. καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της, σύμφωνα με την οποία στην αξιολόγηση του αντίκτυπου οι αιτιολογικές σκέψεις σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα θα εντάσσονται στις τρεις υφιστάμενες ήδη κατηγορίες – οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις – και να δημιουργήσει μια ειδική κατηγορία «επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα», επειδή μόνον κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστεί ότι θα λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

12. υπογραμμίζει το δικαίωμα της Επιτροπής να αποσύρει την πρότασή της πριν από την έγκρισή της από το Συμβούλιο, καθ' όλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, σε περίπτωση τροποποιήσεων που παραβιάζουν κάποιο θεμελιώδες δικαίωμα·

13. απορρίπτει την ευχέρεια που διατηρεί η Επιτροπή να υποβάλει, "με την επιφύλαξη της πολιτικής ανάλυσης των δεδομένων της εκάστοτε υπόθεσης", προσφυγή ακύρωσης και τονίζει ρητώς ότι η προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι κάθε πολιτικής σκοπιμότητας·

14. θεωρεί αναγκαίο να επεκταθεί η διαδικασία για την τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σε ολόκληρο το πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας καθώς και της διαδικασίας επιτροπολογίας, να ενισχυθεί η θέση του Κοινοβουλίου, να διευκρινιστεί ο ρόλος του μελλοντικού Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και να αξιοποιείται περισσότερο η υποστήριξη που παρέχει·

15. σκοπεύει εν προκειμένω να τροποποιήσει το άρθρο 34 του Κανονισμού του, ούτως ώστε να αναθέσει στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών την εξέταση των συνεπειών νομοθετικών προτάσεων, μέτρων και διατάξεων που σχετίζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα, και να τροποποιήσει τα άρθρα 91 και 115 του Κανονισμού του κατά τρόπο ώστε τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου να μπορούν να αναφέρονται και σε περιπτώσεις στο εσωτερικό των κρατών μελών, προκειμένου το Κοινοβούλιο να μπορεί να αναλαμβάνει εγκαίρως την ευθύνη του στο πλαίσιο των άρθρων 6 και 7 της Συνθήκης ΕΕ·

16. υπογραμμίζει ότι, παρά την ύπαρξη γενικών μηχανισμών διαβούλευσης, είναι σημαντικό να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη συμμετοχή των ανεξάρτητων εξωτερικών οργανώσεων και οργάνων, που ασχολούνται ειδικά με θέματα που σχετίζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα· για το σκοπό αυτό, καλεί την Επιτροπή να προβλέψει ειδικό μηχανισμό διαβούλευσης με τους εν λόγω φορείς στο πλαίσιο της διαδικασίας εκπόνησης νομοθετικών προτάσεων που έχουν αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα·

17. καλεί το Συμβούλιο να εντείνει τη συστηματική εξέταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στους τομείς της διακυβερνητικής συνεργασίας, να δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα και να εξασφαλίζει επίσης την υποστήριξη του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

18. επιβεβαιώνει εκ νέου ότι, εφόσον συντρέχει λόγος και σε εθελοντική βάση, το Κοινοβούλιο και τα λοιπά θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύνανται, στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, να επωφελούνται της εμπειρογνωμοσύνης του Οργανισμού στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και στους τομείς της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας·

19. υπενθυμίζει ότι ούτε οι συνθήκες ούτε η πρόταση κανονισμού για την ίδρυση Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκλείουν τη δυνατότητα του Κοινοβουλίου να ζητεί την επικούρηση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΕ· αναμένει από την Επιτροπή και τον μελλοντικό Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων να προβλέψουν τους αναγκαίους δημοσιονομικούς και ανθρωπίνους πόρους τόσο στο πολυετές πλαίσιο όσο και στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας, ούτως ώστε ο Οργανισμός να μπορεί να ανταποκρίνεται δεόντως στα αιτήματα του Κοινοβουλίου κατά την άσκηση των εξουσιών του σύμφωνα με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΕ·

20. υπογραμμίζει ότι έχει μεγάλη σημασία να υπάρχουν κατάλληλες μέθοδοι επικοινωνίας και ενημέρωσης των πολιτών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων σχετικά με τον εσωτερικό έλεγχο της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων, με την εκπόνηση σχετικών περιοδικών εκθέσεων·

21. καλεί τα κοινοβούλια των κρατών μελών να εξετάσουν κατά πόσον όλες οι αποφάσεις και όλα τα μέτρα συμμορφώνονται προς τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κυρίως στους τομείς της συνεργασίας των αστυνομικών και δικαστικών αρχών και της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, ούτως ώστε να τηρείται το αδιαίρετο των θεμελιωδών δικαιωμάτων και να εξασφαλίζεται η συστηματική και διεξοδική εξέταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις πολιτικές της ΕΕ·

22. καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να υποβάλουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΕ και με τα άρθρα 200 και 212 της Συνθήκης ΕΚ, ετήσια έκθεση σχετικά με την πολιτική θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης και να συμβάλουν σε ένα συστηματικό, ανοικτό και μόνιμο διάλογο σχετικά με το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση·

23. καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ενημερώνουν το Κοινοβούλιο σχετικά με τη συνέχεια που δίδεται στις εκθέσεις του δικτύου εθνικών εμπειρογνωμόνων·

24. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και των υπό ένταξη και των υποψηφίων για ένταξη χωρών.

  • [1]  ΕΕ C 364 της 18.12.2000, σελ. 1.
  • [2]  ΕΕ C 104 E της 30.4.2004, σελ. 408.
  • [3]  ΕΕ C 117 E της 18.5.2006, σελ. 242.
  • [4]  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Ιουλίου 2002 επί της υπόθεσης C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου στης Ευρωπαϊκής Ένωσης, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002, I-6677.
  • [5]  Διάταξη του Πρωτοδικείου ( δεύτερο τμήμα) της 7ης Ιουνίου 2004 επί της υπόθεσης Τ-338/02, , Segi κ.α. κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2004, II-1647.
  • [6]  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27ης Ιουνίου 2006 επί της υπόθεσης C-540/03, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης για τα ανήλικα τέκνα υπηκόων τρίτων χωρών (Οδηγία 2003/86/ΕΚ).
  • [7]  Βουλή των Λόρδων, Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση, 16η έκθεση της συνόδου 2005-06, "Human Rights Proofing EU Legislation", 29 Νοεμβρίου 2005, παράγραφος 149.

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (23.11.2006)

προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής: Μεθοδολογία συστηματικού και αυστηρού ελέγχου
(2005/2169(ΙΝΙ))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Riccardo Ventre

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή στο θέμα του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που αποτελεί την καλύτερη αφετηρία για τη διασφάλιση μεγαλύτερης προστασίας και προβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

2.  ευελπιστεί ότι η προτεινόμενη μεθοδολογία, με την οποία η Επιτροπή σκοπεύει να εφαρμόσει το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις νομοθετικές της προτάσεις, θα έχει πρακτική και συγκεκριμένη εφαρμογή·

3.  εκτιμά ότι η προσοχή της Επιτροπής στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθ' όλη τη νομοθετική διαδικασία πρέπει να αντιμετωπισθεί θετικά· ωστόσο, επισημαίνει την ανάγκη να ενισχυθεί η ανάμιξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως κατεξοχήν δημοκρατικού οργάνου, στη διαδικασία ελέγχου της συμβατότητας των νομοθετικών προτάσεων με τα δικαιώματα που θεσπίζει ο Χάρτης·

4.  θεωρεί απαραίτητη την περαιτέρω ανάμειξη των κοινοβουλευτικών επιτροπών στον έλεγχο της συμβατότητας των νομοθετικών προτάσεων με τα θεμελιώδη δικαιώματα· συγκεκριμένα, προτείνει τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα:

     -    η αρμόδια για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων επιτροπή να πραγματοποιεί αξιολόγηση αντικτύπου για όλες τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής που ενδέχεται να επηρεάσουν τα ίδια τα δικαιώματα που θεσπίζει ο Χάρτης·

     -    κάθε φορά, στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας, που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ή μια κοινοβουλευτική του επιτροπή, εγείρει πρόβλημα που αφορά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το σχετικό ζήτημα να παραπέμπεται στην αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή του για έλεγχο, με παράλληλη εξασφάλιση του απαραίτητου, για το σκοπό αυτό, συντονισμού·

5.  υπογραμμίζει ότι, παρά την ύπαρξη γενικών μηχανισμών διαβούλευσης, έχει σημασία η μεγαλύτερη ανάμιξη των ανεξάρτητων εξωτερικών οργανώσεων και φορέων, που ασχολούνται ειδικά με θέματα που σχετίζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα· για το σκοπό αυτό, καλεί την Επιτροπή να προβλέψει ειδικό μηχανισμό διαβούλευσης με αυτούς στο πλαίσιο της διαδικασίας εκπόνησης των νομοθετικών προτάσεων που έχουν αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα·

6.  θεωρεί απαραίτητο να μπορεί ο μελλοντικός Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερόμενων θεσμικών οργάνων, να συμμετέχει, με την έκδοση γνωμοδοτήσεων σχετικά με θέματα που αφορούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και που εγείρονται κατά την εκπόνηση νομοθετικής πρότασης ή στο πλαίσιο συγκεκριμένης νομοθετικής διαδικασίας·

7.  τονίζει πόσο σημαντικό είναι ο συστηματικός εσωτερικός έλεγχος του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο στάδιο της εκπόνησης των νομοθετικών προτάσεων να εξετάζεται στο πλαίσιο ειδικής αιτιολογικής έκθεσης, στόχος της οποίας θα είναι η νομική αιτιολόγηση του σεβασμού των δικαιωμάτων αυτών·

8.  υπογραμμίζει ότι έχει σημασία να υπάρχουν κατάλληλες μέθοδοι επικοινωνίας και ενημέρωσης των πολιτών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων σχετικά με τον εσωτερικό έλεγχο του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με την εκπόνηση σχετικών περιοδικών εκθέσεων, μεταξύ άλλων.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής: Μεθοδολογία συστηματικού και αυστηρού ελέγχου

Αριθμός διαδικασίας

2005/2169(INI)]

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

LIBE

Γνωμοδότηση της
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

AFCO
29.9.2005

Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

 

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Riccardo Ventre
17.11.2005

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

 

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

21.2.2006

20.3.2006

11.7.2006

22.11.2006

 

Ημερομηνία έγκρισης

23.11.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

-:

0:

11
2
0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Richard Corbett, Παναγιώτης Δημητρίου, Andrew Duff, Maria da Assunção Esteves, Ingo Friedrich, Daniel Hannan, Jo Leinen, Íñigo Méndez de Vigo, Marie-Line Reynaud, Alexander Stubb

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Ashley Mote, Gérard Onesta, Γεώργιος Παπαστάμκος

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

H τήρηση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πλαίσιο των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής - Μεθοδολογία συστηματικού και αυστηρού ελέγχου

Αριθ. διαδικασίας

2005/2169(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης

LIBE

29.9.2005

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

AFCO

29.9.2005

 

 

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
  Ημερομηνία της απόφασης

 

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

[

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Johannes Voggenhuber

12.7.2005

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

4.10.2005

24.1.2006

22.2.2006

1.6.2006

22.11.2006

Ημερομηνία έγκρισης

1.2.2007

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+ :

- :

0 :

[37]

[6]

[0]

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alexander Alvaro, Alfredo Antoniozzi, Edit Bauer, Mario Borghezio, Philip Bradbourn, Mihael Brejc, Michael Cashman, Mladen Petrov Chervenyakov, Carlos Coelho, Fausto Correia, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Konstantin Dimitrov, Kinga Gál, Patrick Gaubert, Adeline Hazan, Jeanine Hennis-Plasschaert, Ewa Klamt, Roger Knapman, Magda Kósáné Kovács, Barbara Kudrycka, Henrik Lax, Kartika Tamara Liotard, Sarah Ludford, Dan Mihalache, Javier Moreno Sánchez, Martine Roure, Søren Bo Søndergaard, Inger Segelström, Károly Ferenc Szabó, Adina-Ioana Vălean, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Manfred Weber, Stefano Zappalà, Tatjana Ždanoka

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Simon Busuttil, Giuseppe Castiglione, Genowefa Grabowska, Sophia in 't Veld, Tchetin Kazak, Marian-Jean Marinescu, Radu Podgorean, Eva-Britt Svensson, Johannes Voggenhuber

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

 

Ημερομηνία κατάθεσης

12.2.2007

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)