ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    13.3.2007 - (2006/2205(INI))

    Επιτροπή Προϋπολογισμών
    Εισηγητής: Alain Lamassoure

    Διαδικασία : 2006/2205(INI)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A6-0066/2007
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A6-0066/2007
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    (2006/2205 (INI))

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 22ας Νοεμβρίου 1990 σχετικά με τη μελλοντική χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[1] και της 21ης Απριλίου 1994 σχετικά με το νέο σύστημα ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[2],

     έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ της 31ης Οκτωβρίου 1994 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[3],

     έχοντας υπόψη το έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1998 με τίτλο «Η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ιδίων πόρων» (COM(1998)0560 - C4‑0579/1998),

     έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαρτίου 1999 σχετικά με την ανάγκη τροποποίησης και μεταρρύθμισης του συστήματος ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[4],

     έχοντας υπόψη τη θέση του της 17ης Νοεμβρίου 1999 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(1999)0333)[5],

     έχοντας υπόψη την απόφαση 2000/597/ΕΚ Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 για το σύστημα ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[6],

     έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ιδίων πόρων[7] και την πρόταση της Επιτροπής για νέα απόφαση του Συμβουλίου για τους ιδίους πόρους, συνοδευόμενη από πρόταση κανονισμού σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής της διόρθωσης των ανισορροπιών του προϋπολογισμού[8], που υποβλήθηκε στις 14 Ιουλίου 2004,

     έχοντας υπόψη τη μελέτη για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ίδιοι πόροι: εξέλιξη του συστήματος σε μια ΕΕ των 25 (Own Resources: Evolution of the system in a EU of 25) που παρουσιάστηκε στις 30 Ιουνίου 2005[9],

     έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 15ης και 16ης Δεκεμβρίου 2005,

     έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για απόφαση του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής σχετικά με τον υπολογισμό, τη χρηματοδότηση, την καταβολή και την εγγραφή στον προϋπολογισμό της διόρθωσης των ανισορροπιών του προϋπολογισμού υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου («διόρθωση του ΗΒ») σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης του Συμβουλίου 2006/xxx/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[10],

     έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2006 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[11],

     έχοντας υπόψη τη μελέτη για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: EU Own Resources - Preliminary assessment of the scope for Member State taxes supporting an EU-wide tax system (Ίδιοι πόροι της ΕΕ - Προκαταρκτική αξιολόγηση του πεδίου εφαρμογής των φόρων των κρατών μελών προς υποστήριξη ενός φορολογικού συστήματος για το σύνολο της ΕΕ), που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 2007[12],

     έχοντας υπόψη τις συναντήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών με τους προέδρους των επιτροπών προϋπολογισμών των εθνικών κοινοβουλίων που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Ιουνίου 2005 και στις 21 Ιουνίου 2006,

     έχοντας υπόψη τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο σχετικά με τους ιδίους πόρους που απέστειλε η Επιτροπή Προϋπολογισμών στις 30 Νοεμβρίου 2005 σε όλες τις επιτροπές προϋπολογισμών των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών,

     έχοντας υπόψη τις επίσημες και άτυπες ανταλλαγές απόψεων μεταξύ του μόνιμου εισηγητή περί ιδίων πόρων και των αρμοδίων κοινοβουλευτικών επιτροπών ή εκπροσώπων τους, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατόπιν πρόσκλησης εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων που εξέφρασαν ενδιαφέρον να συζητήσουν επί αυτού του θέματος κατά τη διάρκεια του 2006 και του 2007,

     έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα που επετεύχθησαν στις ομάδες εργασίας για τη μελλοντική χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις μικτές διακοινοβουλευτικές συναντήσεις της 8ης και 9ης Μαΐου 2006 και της 4ης και 5ης Δεκεμβρίου 2006,

    –   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση[13], ιδιαίτερα δε το σημείο 8 αυτής, και τη δήλωση αριθ. 3 για την αναθεώρηση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, που επισυνάπτεται στην εν λόγω συμφωνία,

    –   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Προϋπολογισμών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Ελέγχου των Προϋπολογισμών , της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A6‑0066/2007),

    Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρώτη Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, που ιδρύθηκε στις 23 Ιουλίου 1952, χρηματοδοτούταν από ένα γνήσιο σύστημα ιδίων πόρων, βάσει εισφοράς επί κάθε τόνου παραγόμενου χάλυβα, που καταβαλλόταν άμεσα από τις εταιρείες παραγωγής άνθρακα και χάλυβα στον προϋπολογισμό της ΕΚΑΧ,

    Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυνάμει της Συνθήκης της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 1957, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα θα χρηματοδοτούταν από εισφορές των κρατών μελών μόνο για μια μεταβατική περίοδο και στη συνέχεια θα ακολουθούσε η μετάβαση σε ένα σύστημα ιδίων πόρων,

    Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω μετάβαση τελικά πραγματοποιήθηκε στις 21 και 22 Απριλίου 1970, όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Λουξεμβούργο συμφώνησε επί μιας απόφασης για τη λήξη των εθνικών εισφορών και τη θέσπιση ενός νέου συστήματος χρηματοδότησης βασιζόμενου σε δύο γνήσιους ιδίους πόρους –τις γεωργικές εισφορές και τους τελωνειακούς δασμούς– που συμπληρώνονταν από έναν τρίτο πόρο βασιζόμενο στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ),

    Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσπάθειες του Κοινοβουλίου[14] να χρησιμοποιήσει τις πραγματικές επιστροφές ΦΠΑ για τον προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού του πόρου του ΦΠΑ ("μέθοδος επιστροφών") αντί της εναρμονισμένης βάσης υπολογισμού με την εφαρμογή σταθμισμένου μέσου ποσοστού επί των συνολικών καθαρών εσόδων ("μέθοδος εσόδων") απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα τα έσοδα από τον ΦΠΑ να μετατραπούν από γνήσιος ίδιος πόρος άμεσα συνδεδεμένος με τους ευρωπαίους πολίτες σε καθαρώς στατιστικό μέσο υπολογισμού της συνεισφοράς των κρατών μελών·

    Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η "Συμφωνία του Fontainebleau" που συνάφθηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων στις 25 και 26 Ιουνίου 1984 ανέφερε ρητά ότι "η πολιτική δαπανών είναι τελικά το βασικό μέσο επίλυσης του προβλήματος των δημοσιονομικών ανισορροπιών· ότι συγχρόνως ωστόσο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θέσπισε τη "βρετανική επιστροφή", έναν διορθωτικό μηχανισμό για το Ηνωμένο Βασίλειο που ορίζει ότι από το 1985 και έπειτα, το Ηνωμένο Βασίλειο θα λαμβάνει το 66% της διαφοράς μεταξύ του μεριδίου του στις πληρωμές ΦΠΑ και του μεριδίου του στις δαπάνες που κατανέμονται για το αντίστοιχο έτος· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κόστος αυτής της επιστροφής θα χρηματοδοτούταν από όλα τα κράτη μέλη, με τη θέσπιση ανώτατου ορίου για τη συνεισφορά της Γερμανίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει επιστροφή επί των ετήσιων συνεισφορών του στον προϋπολογισμό της ΕΕ, που ανήλθε σε 5,3 δισ. ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο για το διάστημα 2001-2004,

    ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ίδια σύνοδο κορυφής οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων επίσης συμφώνησαν να δικαιούται τον ίδιο τύπο επιστροφής, καταρχήν και εν ευθέτω χρόνω, «κάθε κράτος μέλος που επωμίζεται δημοσιονομικό βάρος υπερβολικό σε σχέση με τη σχετική του ευημερία»,

    Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών στις 11 - 13 Φεβρουαρίου 1988 καθιέρωσε ένα ανώτατο όριο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό ύψους 1,2% του ΑΕΠ για τις πληρωμές και 1,3% για τις αναλήψεις υποχρεώσεων και επιβεβαίωσε ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να κρατήσουν το 10% των εσόδων από παραδοσιακούς ιδίους πόρους για την κάλυψη των δαπανών είσπραξης,

    Η. εκτιμώντας ότι το ανώτατο όριο των ιδίων πόρων ανήλθε στο 1,24% του ΑΕΕ της ΕΕ σε πιστώσεις πληρωμών και 1,31% σε πιστώσεις υποχρεώσεων κατά την περίοδο 1993-1999, για μια ΕΕ 15 κρατών μελών, και αυτό παρέμεινε έκτοτε αμετάβλητο, παρά τη διεύρυνση,

    Θ. λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών του 1988 καθιέρωσε έναν τέταρτο «επιπρόσθετο» πόρο βασιζόμενο στο ΑΕΠ, ο οποίος μπορούσε να αξιοποιηθεί εάν και όταν το ποσό από την είσπραξη του ΦΠΑ και των παραδοσιακών ιδίων πόρων ήταν ανεπαρκές για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Κοινότητας,

    Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι με το πέρασμα του χρόνου ο πόρος αυτός έχει καταστεί ο κύριος πόρος για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι ανήλθε σε περίπου 70% των εσόδων για το οικονομικό έτος 2007, ενώ ο πόρος του ΦΠΑ αναλογεί σε περίπου 15%, με αποτέλεσμα το μερίδιο των παραδοσιακών ιδίων πόρων (τελωνειακοί δασμοί και γεωργικές εισφορές συνολικά) να έχει μειωθεί σε ποσοστό μόλις 15% των εσόδων,

    ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα απόφαση περί ιδίων πόρων της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002 και της οποίας τα βασικά χαρακτηριστικά είναι: ανώτατο όριο για τους ιδίους πόρους που αναλογεί στο 1,24% του ΑΕΕ της Ένωσης, (ισοδύναμο με το 1,27% του ΑΕΠ) για τις πιστώσεις πληρωμών και σε 1,31% του ΑΕΠ (ισοδύναμο με το 1,335% του ΑΕΠ) για τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων, αποζημίωση στα κράτη μέλη για την κάλυψη του κόστους είσπραξης των παραδοσιακών ιδίων πόρων, ύψους 25%, μέγιστος συντελεστής καταβολής ΦΠΑ 0,50%, βάση του φόρου προστιθέμενης αξίας των κρατών μελών περιοριζόμενη στο 50% του ΑΕΠ τους (ανώτατο όριο της βάσης ΦΠΑ) και μια επιστροφή υπέρ ενός κράτους μέλους, με εξαιρέσεις για ορισμένα άλλα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρηματοδότηση της εν λόγω επιστροφής,

    ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πιο πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής που υποβλήθηκε το 2006 αποσκοπεί στην εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 15ης και 16ης Δεκεμβρίου 2005 στον τομέα των ιδίων πόρων, οι οποίες χαρακτηρίζονται κυρίως από την προσθήκη ακόμα περισσότερων ειδικών ρυθμίσεων για ορισμένα κράτη μέλη καθαρούς συνεισφέροντες, όπως μειωμένοι συντελεστές καταβολής του ΦΠΑ ή ακαθάριστες μειώσεις των ετήσιων εισφορών ΑΕΕ, στον υφιστάμενο κατάλογο παρεκκλίσεων, και επιτείνουν με τον τρόπο αυτό την πολυπλοκότητα και την ακατανοησία του συστήματος ενισχύοντας περαιτέρω την κοντόφθαλμη αντίληψη περί δημοσιονομικών ανισορροπιών,

    ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανανέωσε επίσης την απόφαση που ελήφθη το 2000 για αύξηση της πριμοδότησης είσπραξης που παρακρατείται από τα κράτη μέλη από 10% σε 25% των παραδοσιακών ιδίων πόρων, παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, το ποσοστό αυτό δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό κόστος είσπραξης των κρατών μελών, ευνοεί τα κράτη μέλη που συλλέγουν μεγάλο μερίδιο σε τελωνειακούς δασμούς σε βάρος εκείνων που δεν το κάνουν και θα πρέπει ως εκ τούτου να θεωρηθεί μάλλον ως ένας ακόμη τρόπος επιστροφής,

    ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση της Επιτροπής για νέα απόφαση περί ιδίων πόρων, παρότι εν τω μεταξύ έχει εγκριθεί από το Κοινοβούλιο[15], παραμένει σε εκκρεμότητα στο Συμβούλιο από κράτη μέλη που αρχικά ήταν υπέρ, αλλά τώρα αντιτίθενται στο να την εφαρμόσουν τα ίδια,

    ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο εξετάζει το ενδεχόμενο συνολικής αναθεώρησης των εσόδων και δαπανών της ΕΕ την περίοδο 2008/2009, όπως ορίζεται στη διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006, ως μια ευκαιρία –που δεν πρέπει να μείνει αναξιοποίητη– για επιστροφή σε ένα γνήσιο αλλά δίκαιο σύστημα ιδίων πόρων στο πνεύμα των ιδρυτικών συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

    ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι από τις αρχές του 2006 πραγματοποιούνται διαβουλεύσεις με τα εθνικά κοινοβούλια που εξέφρασαν ενδιαφέρον να συζητήσουν το ζήτημα, προκειμένου να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας κοινής κοινοβουλευτικής βάσης για αυτήν την επικείμενη διαδικασία αναθεώρησης,

    ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι τούδε οι διαβουλεύσεις αυτές ήταν απλές ανταλλαγές προσωπικών απόψεων μεταξύ βουλευτών, λόγω του ότι τα περισσότερα εθνικά πολιτικά κόμματα και κοινοβούλια δεν είχαν ακόμη την ευκαιρία να υιοθετήσουν επίσημη θέση στο ζήτημα των ιδίων πόρων,

    ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι οι συναντήσεις αυτές κατέστησαν δυνατό τον εντοπισμό, μεταξύ των συμμετεχόντων, διαφόρων τομέων συναίνεσης και ενός ευρέως αποδεκτού στόχου για εξεύρεση ενός τρόπου συνεργασίας για το μέλλον της χρηματοδότησης της ΕΕ,

    ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στο μεταξύ έχει υποβληθεί πρόταση από τον πρόεδρο της πορτογαλικής εθνοσυνέλευσης για διοργάνωση, στο πλαίσιο της COSAC, διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών Προϋπολογισμού και Οικονομικών των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με αποκλειστικό θέμα τους ιδίους πόρους της Ένωσης κατά την πορτογαλική Προεδρία αργότερα το 2007,

    Μειονεκτήματα του υφιστάμενου συστήματος χρηματοδότησης

    1.  επισημαίνει ότι ένα σύστημα στο οποίο περίπου το 70% των εσόδων της Ένωσης δεν προέρχεται από ιδίους πόρους, αλλά άμεσα από τους εθνικούς προϋπολογισμούς μέσω του ΑΕΕ, και το 15% προέρχεται από πηγές όπως το ποσοστό του συντελεστή του ΦΠΑ το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ως ίδιος πόρος της ΕΕ (λόγω του τρόπου καθορισμού του), αντιβαίνει στις διατάξεις και το πνεύμα της Συνθήκης της Ρώμης· επισημαίνει ότι η ίδια η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επιφέρει αύξηση του ενδοκοινοτικού εμπορίου και αύξηση του "πλούτου" των κρατών μελών, και ότι για το λόγο αυτό η ΕΕ δικαιούται απόλυτα να διαθέτει ένα σύστημα γνήσιων ιδίων πόρων αντί για ένα σύστημα τροφοδοτούμενο από εισφορές των κρατών μελών·

    2.  αναγνωρίζει ότι ο πόρος του ΑΕΕ είναι λιγότερο ορατός στους πολίτες αλλά δικαιότερος δεδομένου ότι συσχετίζει τις συνεισφορές με το γενικό επίπεδο ευημερίας·

    3.  τονίζει ότι αυτές οι "εισφορές μελών" επέτειναν τον κοντόφθαλμο διάλογο περί καθαρών συνεισφερόντων, ο οποίος υποβαθμίζει τα πλεονεκτήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την ειρήνη, την ελευθερία, την ευημερία και την ασφάλεια, πέρα από το γεγονός ότι η έννοια των "καθαρών δημοσιονομικών υπολοίπων" έχει σοβαρές ελλείψεις και από τεχνική άποψη και δεν αφήνει περιθώρια για τίποτα περισσότερο από απλές προσεγγίσεις· υπογραμμίζει ότι ούτε το σκέλος των εσόδων ("φαινόμενο του Ρότερνταμ") ούτε το σκέλος των δαπανών ("φαινόμενο του Λουξεμβούργου") στα καθαρά υπόλοιπα αντικατοπτρίζουν πλήρως την πραγματικότητα·

    4.  είναι βαθιά πεπεισμένο ότι το σημερινό σύστημα ιδίων πόρων που βασίζεται στις εισφορές των κρατών μελών είναι άδικο για τους πολίτες και αντιδημοκρατικό, και δεν συμβάλλει στην προβολή της δέσμευσης για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση· επιπλέον, ένα τέτοιο σύστημα, το οποίο οδηγεί στο να γίνεται αντιληπτή η συνεισφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πρόσθετη επιβάρυνση των εθνικών προϋπολογισμών, δεν προσφέρει στην Ένωση επαρκείς πόρους για όλες τις πολιτικές της λόγω των υφιστάμενων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ιδίως εκείνων των μεγαλύτερων κρατών μελών· επικρίνει ιδιαίτερα τις δυνατότητες που προσφέρονται σε επιμέρους χώρες, να χρηματοδοτούν επίσημα μόνο τις πολιτικές οι οποίες τις συμφέρουν· φοβάται ότι τούτο μπορεί να είναι η αρχή της κατάρρευσης των αξιών που χαρακτηρίζουν την επιτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία 50 χρόνια·

    5.  τονίζει ότι το σημερινό σύστημα, με τους τέσσερις διαφορετικούς πόρους του και τους ποικίλους μηχανισμούς επιστροφής, είτε αυτοί είναι γενικοί υπέρ κάποιου κράτους μέλους, όπως στην περίπτωση της βρετανικής επιστροφής, είτε είναι ειδικοί, όπως οι επιστροφές επί της χρηματοδότησης άλλων επιστροφών, είναι υπερβολικά περίπλοκο, πάσχει από έλλειψη διαφάνειας και είναι εντελώς ακατανόητο για τους ευρωπαίους πολίτες· υπογραμμίζει δε ότι δεν συμβάλλει καθόλου στην ικανοποίηση του αιτήματος για άμεση σύνδεση μεταξύ της Ένωσης και των πολιτών της·

    6.  σημειώνει ότι η προϋπόθεση της ομοφωνίας για αποφάσεις περί «ιδίων πόρων» και «δημοσιονομικών πλαισίων» έχει ως συνέπεια κάθε αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων σε αυτούς τους τομείς να εξαρτάται από την καλή θέληση και τις οικονομικές δυνατότητες ακόμη και των πιο επιφυλακτικών κρατών μελών, πλούσιων ή φτωχών· δεν εκπλήσσεται από το γεγονός ότι τούτο έχει συχνά απογοητευτικά αποτελέσματα·

    7.  τονίζει ότι ο κανόνας της ομοφωνίας σε θέματα φορολογίας περιπλέκει περισσότερο τα πράγματα·

    8.  αποδίδει σε αυτό το πλημμελές σύστημα τις ανεπάρκειες της συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο 2007 – 2013 που συνήφθη στην ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών στις 14 και 15 Δεκεμβρίου 2005· πιστεύει ότι η οικονομική δέσμη που συμφωνήθηκε, με τις πολυάριθμες παρεκκλίσεις της στο σκέλος των εσόδων και των αντισταθμίσεων που χαρίζονται σε ορισμένα κράτη μέλη στο σκέλος των δαπανών, αποτελεί τη σαφέστερη απόδειξη της πλήρους αποτυχίας του σημερινού συστήματος· θεωρεί απαράδεκτο το γεγονός ότι όλα τα κράτη μέλη συμφώνησαν επί σημαντικών κοινοτικών δραστηριοτήτων, όπως το πρόγραμμα Galileo ή τα διευρωπαϊκά δίκτυα, και έθεσαν φιλόδοξους στόχους, όπως π.χ. οι στόχοι του Γκέτεμποργκ και της Λισαβόνας ή οι στόχοι της Χιλιετίας, που τώρα κανένα δεν είναι πρόθυμο να χρηματοδοτήσει·

    9.       εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών του 2005, αντί να δημιουργήσει ένα απλούστερο και πιο διαφανές σύστημα, κατέστησε το ισχύον ακόμη πιο περίπλοκο και δυσνόητο διατηρώντας ουσιαστικά ανέπαφη τη διόρθωση του ΗΒ, τη «βρετανική επιστροφή», και προσθέτοντας περαιτέρω εξαιρέσεις και διορθώσεις υπέρ άλλων κρατών μελών·

    10. επισημαίνει ότι, εάν η απόφαση του Εδιμβούργου του 1992 με την οποία θεσπίζεται ανώτατο όριο ιδίων πόρων σε ποσοστό 1,24% του ΑΕΕ είχε αξιοποιηθεί πλήρως, ο κοινοτικός προϋπολογισμός θα είχε ετήσιο κέρδος 0,2% του ΑΕΕ στα τελευταία 13 χρόνια, που θα ισοδυναμούσε με αύξηση κατά περίπου 240 δισ. Ευρώ· θεωρεί ότι αυτοί οι πόροι, οι οποίοι εγκρίθηκαν ομόφωνα από τα κράτη μέλη σύμφωνα με πρόταση της βρετανικής Προεδρίας, είναι απαραίτητοι ώστε να μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να δρα σύμφωνα με τις αυξανόμενες αρμοδιότητές της, κυρίως ως προς την υλοποίηση των στόχων της Λισαβόνας (καινοτομία, υποδομές και απασχόληση) ή τα συμφωνηθέντα στις Συνθήκες του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, καθώς και στο σχέδιο Συντάγματος, και ως Ένωση με 27 κράτη μέλη·

    11.      υπογραμμίζει ότι από το 1995 ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός αυξήθηκε μόνο κατά 8,2% σε πραγματικά μεγέθη και ότι το μερίδιό του στο ΑΕΕ μειώθηκε, ενώ παράλληλα οι εθνικοί προϋπολογισμοί αυξήθηκαν κατά 23% κατά μέσο όρο, δηλαδή σχεδόν τρεις φορές περισσότερο·

    Πρώτο στάδιο της μεταρρύθμισης: ένα βελτιωμένο σύστημα εθνικών εισφορών

    12. αναγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε είδους μεταρρύθμιση του συστήματος των ιδίων πόρων θα αποτελέσει λεπτό και δύσκολο εγχείρημα και θα πρέπει να αναληφθεί με τη συμμετοχή των κοινοβουλίων των κρατών μελών· ζητεί ως εκ τούτου μια σταδιακή προσέγγιση σε δύο στάδια, τα οποία να υπόκεινται σε μία ενιαία απόφαση, λόγω του γεγονότος ότι η πολύπλοκη κοινοτική διαδικασία θα καθιστούσε αδύνατη τη λήψη δύο αποφάσεων μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα· το προσωρινό και μεταβατικό πρώτο στάδιο να αφορά τη βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος εθνικών εισφορών, για το οποίο θα πρέπει να εφαρμοστούν οι εξής πολιτικές αρχές:

    · ισότητα μεταξύ των κρατών μελών

    · απλή παρουσίαση τόσο για τους αιρετούς εκπροσώπους όσο και για τους πολίτες

    · αλληλεγγύη και ισότιμη θέση μεταξύ των κρατών μελών

    · θέσπιση πολιτικής σύνδεσης μεταξύ της μεταρρύθμισης των εσόδων και της αναθεώρησης των δαπανών, όπως έχει ήδη ορθώς συμπεριληφθεί στη διοργανική συμφωνία

    Ισότητα μεταξύ των κρατών μελών

    13. ορίζει την «ισότητα μεταξύ των κρατών μελών» ως την έλλειψη δημοσιονομικών προνομίων για οποιοδήποτε κράτος μέλος· ομολογεί ότι μπορεί να είναι δύσκολο για ορισμένα κράτη μέλη να δεχτούν να εγκαταλείψουν μια μακρά ιστορία ειδικών διακανονισμών στο σκέλος των εσόδων και συγκεκριμένης κατανομής των δαπανών, και ότι τούτο δικαιολογεί τη βαθμιαία μόνο εφαρμογή κάθε είδους μεταρρύθμισης («σταδιακή κατάργηση» του παλαιού συστήματος)· αρνείται ωστόσο να αποδεχθεί τη μακρά ιστορία δημοσιονομικών προνομίων ως επιχείρημα υπέρ της διατήρησης ενός συστήματος που δεν θα έχει λόγο ύπαρξης όταν εφαρμοστούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις·

    Απλή παρουσίαση

    14. υπογραμμίζει τη σημασία του να παρουσιαστεί το βελτιωμένο σύστημα κατά τον απλούστερο δυνατό τρόπο, ώστε να είναι κατανοητό και διαφανές για τους ευρωπαίους πολίτες· εκφράζει τη λύπη του για τις παρουσιάσεις των αποφάσεων που αφορούν τις ζωές όλων των ευρωπαίων πολιτών κατά τρόπο εντελώς ακατανόητο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των συμπερασμάτων σχετικά με τα οικονομικά της ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών τον Δεκέμβριο του 2005·

    Αλληλεγγύη και ισότιμη θέση μεταξύ των κρατών μελών

    15. ζητεί ένα σύστημα που να διασφαλίζει τις αρχές της αλληλεγγύης και της ισότιμης θέσης μεταξύ των κρατών μελών· θεωρεί ότι οι εν λόγω αρχές πλήττονται όταν διατηρούνται προνόμια υπέρ ορισμένων, ενώ άλλοι αποζημιώνονται μέσω ταπεινωτικών διαπραγματεύσεων κεκλεισμένων των θυρών στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου· υπενθυμίζει ότι από τα 46 άρθρα των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών του Δεκεμβρίου 2005 που ορίζουν τις δαπάνες στο πλαίσιο του νέου υποτομέα 1β –Συνοχή για την ανάπτυξη και την απασχόληση– τουλάχιστον 20 είναι «επιπρόσθετες διατάξεις» που προσφέρουν «χριστουγεννιάτικα δώρα» σε διάφορα κράτη μέλη ή περιφέρειες[16]·

    Πολιτική σύνδεση μεταξύ της μεταρρύθμισης των εσόδων, και των δαπανών

    16. είναι πεπεισμένο ότι η πολιτική σύνδεση μεταξύ της μεταρρύθμισης των εσόδων και της αναθεώρησης των δαπανών είναι αναπόφευκτη και απολύτως εύλογη, δεδομένου ιδίως ότι η λογική της χρηματοδότησης των κοινοτικών πολιτικών με έσοδα που προέρχονται από τους εθνικούς προϋπολογισμούς παραμένει κατευθυντήρια αρχή της Ένωσης·

    Προσωρινός και μεταβατικός χαρακτήρας του συστήματος

    17. επισημαίνει ότι κάθε βελτιωμένη εκδοχή του υφιστάμενου συστήματος ως πρώτο στάδιο της προτεινόμενης προσέγγισης σε δύο στάδια πρέπει να θεωρείται προσωρινή και μεταβατική, καθώς οι ουσιαστικές αδυναμίες του συστήματος εισφορών των κρατών μελών το καθιστούν πολιτικά μη βιώσιμο·

    Συστάσεις για ένα βελτιωμένο σύστημα εθνικών εισφορών

    Οι προτάσεις Schreyer

    18. υπενθυμίζει ότι έχουν ήδη υποβληθεί προτάσεις για τη βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος χρηματοδότησης, όπως αυτές που υπέβαλε η Επίτροπος Michaele Schreyer τον Ιούλιο του 2004[17] σύμφωνα με τις οποίες:

    · κάθε κράτος μέλος, ανεξάρτητα από τον πλούτο του, δικαιούται επιστροφή η οποία ενεργοποιείται όταν η συνεισφορά του στον προϋπολογισμό της ΕΕ φτάσει στο κατώφλι του 0,35% του ΑΕΕ,

    · η επιστροφή πραγματοποιείται με τη μορφή περικοπής κατά 66% των καθαρών εισφορών του κράτους μέλους, και

    · το μέγιστο συνολικό διαθέσιμο ποσό για όλες τις επιστροφές περιορίζεται στα 7,5 δισ. ευρώ ετησίως·

    19. παραδέχεται ότι ορισμένες πτυχές των προτάσεων Schreyer κινούνταν στη σωστή κατεύθυνση, στο βαθμό που θα καθιστούσαν το σύστημα ελαφρώς διαφανέστερο, καταργώντας τουλάχιστον την αρχή της «επιστροφής επί της επιστροφής», ή στο βαθμό που θα περιόριζαν τις αποζημιώσεις και τις διορθώσεις – με σημαντικότερο θετικό σημείο το γεγονός ότι προοριζόταν απλώς ως μεταβατικό σύστημα έως το 2014·

    20. είναι πεπεισμένο ωστόσο ότι η γενίκευση της επιστροφής, ακόμη και όταν συνοδεύεται από ανώτατο όριο για τα καθαρά δημοσιονομικά υπόλοιπα, θα αποτελούσε διπλό σφάλμα, καθώς απλώς θα ενίσχυε τον αντικοινοτικό χαρακτήρα του συστήματος και θα εδραίωνε την κοντόφθαλμη προσέγγιση μιας "δίκαιης επιστροφής" ("juste retour") που μπορεί να εκφραστεί ποσοτικά· τονίζει ότι η μόνη πιθανή λύση είναι η κατάργηση του συστήματος καθαρών υπολοίπων άπαξ και διαπαντός παράλληλα με τη μεταρρύθμιση της διάρθρωσης των δαπανών· τονίζει ότι το κύριο γνώρισμα των ευρωπαϊκών δαπανών έγκειται ακριβώς στην προστιθέμενη αξία τους που βασίζεται στην αρχή της δημοσιονομικής αλληλεγγύης·

    Το ζήτημα των διαρθρωτικών δαπανών και των δαπανών συνοχής

    21. απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα που περιέχεται σε άλλες μεταρρυθμιστικές προτάσεις, για εξαίρεση των διαρθρωτικών δαπανών και δαπανών συνοχής από όλους τους υπολογισμούς για τον καθορισμό των εισφορών των κρατών μελών ή των επιστροφών επί αυτών των εισφορών, καθώς κάτι τέτοιο θα επέφερε μια διαφοροποίηση μεταξύ «ευγενών» και «ύποπτων» δαπανών, ανοίγοντας τον δρόμο για μια Ευρωπαϊκή Ένωση «à la carte», όπου οι πολιτικές τελικά θα χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από τα κράτη μέλη που θα συνέφεραν·

    Συμπέρασμα

    22. επισημαίνει την πρόταση που υπέβαλε η Φινλανδία τον Απρίλιο του 2004 για την αντικατάσταση του υφιστάμενου συστήματος χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με παράλληλη διατήρηση των παραδοσιακών ιδίων πόρων, από ένα σύστημα βασιζόμενο στο ΑΕΕ, με τα μερίδια ΑΕΕ ως βάση για τις εισφορές των κρατών μελών στους ιδίους πόρους της Ένωσης, με κατάργηση του πόρου του ΦΠΑ στην τρέχουσα μορφή του, δεδομένου ότι αποτελεί απλώς μαθηματική βάση υπολογισμού των εθνικών εισφορών, και με βαθμιαίο μηδενισμό της βρετανικής επιστροφής έως το 2013·

    23. υπογραμμίζει το γεγονός ότι αυτό το σύστημα θα προσέφερε πλεονεκτήματα όντας απλό και διαφανές και συμβάλλοντας ενδεχομένως στην καθιέρωση ενός γνήσιου συστήματος ιδίων πόρων για την Ένωση, και ότι όλα τα κράτη μέλη που συνεισφέρουν στην επιστροφή του ΗΒ θα επωφελούνταν, όπως και το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της κατάργησης του πόρου του ΦΠΑ· υπογραμμίζει ότι τούτο δεν αποκλείει μακροπρόθεσμα την προσθήκη του ΦΠΑ στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

    24. έχει επίγνωση του γεγονότος ότι ένας διακανονισμός για ένα νέο σύστημα χρηματοδότησης σύμφωνα με τη φινλανδική πρόταση είναι πολιτικά αποδεκτός μόνο στο πλαίσιο μιας σφαιρικής διαδικασίας διαπραγματεύσεων η οποία να περιλαμβάνει και τις δαπάνες· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη το σύστημα βάσει του ΑΕΕ που περιγράφεται ανωτέρω κατά την υποβολή ενδεχόμενων νέων προτάσεων για τα έσοδα της ΕΕ σε συνέχεια της διαδικασίας αναθεώρησης που καθορίζεται στη διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006·

    25. τονίζει ότι η σύνδεση μεταξύ εσόδων και δαπανών θα πρέπει να αποτελεί μία πλευρά των προβληματισμών σχετικά με τη μετάβαση σε ένα νέο σύστημα· απορρίπτει κάθε προσπάθεια επανεθνικοποίησης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής· προτείνει, συνεπώς, προκειμένου να διασφαλισθεί το επίπεδο στήριξης που καθορίσθηκε με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Οκτωβρίου 2002, να αξιοποιηθεί η δυνατότητα σταδιακής καθιέρωσης της διαδικασίας υποχρεωτικής συγχρηματοδότησης στην ΕΕ των 15·

    26.      συνιστά να αρχίσει η πρώτη φάση της μεταρρύθμισης αμέσως μετά την επικύρωση της συμφωνίας που θα επιτευχθεί· με τον τρόπο αυτό το σύστημα εθνικών εισφορών θα διατηρηθεί, αλλά θα καταστεί απλούστερο, διαφανέστερο και σε απόλυτη αναλογία προς τον σχετικό πλούτο κάθε επιμέρους κράτους μέλους· υπογραμμίζει, ωστόσο, τον προσωρινό χαρακτήρα ενός τέτοιου σταδίου, δεδομένου ότι αποκλειστικός σκοπός του θα ήταν η προετοιμασία του εδάφους για την καθιέρωση ενός πραγματικά νέου συστήματος ιδίων πόρων·

    Δεύτερο στάδιο της μεταρρύθμισης: ένα νέο σύστημα ιδίων πόρων

    27. επιβεβαιώνει τις προηγούμενες θέσεις του σύμφωνα με τις οποίες στόχος της μεταρρύθμισης των κοινοτικών εσόδων πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός αυθεντικού ιδίου πόρου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος να αντικαταστήσει τους υπάρχοντες μηχανισμούς· υπενθυμίζει ότι αυτός ο στόχος και οι προτάσεις για την επίτευξή του δεν είναι ούτε στο ελάχιστο επαναστατικοί, αλλά απλώς αποσκοπούν στην αναβίωση του γράμματος και του πνεύματος των ιδρυτικών συνθηκών·

    28. θεωρεί ότι οι ακόλουθες αρχές, που ανέκυψαν σε όλες τις επαφές με τα εθνικά κοινοβούλια, αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους για κάθε ενδεχόμενο μελλοντικό σύστημα ιδίων πόρων:

    · πλήρης σεβασμός της αρχής της φορολογικής κυριαρχίας των κρατών μελών

    · φορολογική ουδετερότητα

    · καμία μεταβολή στην τάξη μεγέθους του προϋπολογισμού της ΕΕ

    · σταδιακή καθιέρωση του νέου συστήματος

    · καθιέρωση ενός σαφούς πολιτικού συνδέσμου ανάμεσα στη μεταρρύθμιση των εσόδων και τη μεταρρύθμισης των δαπανών

    Πλήρης σεβασμός της φορολογικής κυριαρχίας των κρατών μελών

    29. πιστεύει ότι, όπως ορίζεται στις Συνθήκες και στο σχέδιο Συντάγματος, η φορολογική κυριαρχία θα συνεχίσει να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα οποία θα μπορούν ωστόσο να επιτρέπουν στην Ένωση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα που μπορεί να διακοπεί οποιαδήποτε στιγμή, να επωφελείται άμεσα από μερίδιο φόρου, όπως ισχύει στα περισσότερα κράτη μέλη στην περίπτωση των περιφερειακών ή τοπικών αρχών·

    Φορολογική ουδετερότητα

    30. είναι πεπεισμένο ότι, τηρουμένων των αναλογιών, το νέο σύστημα δεν πρέπει να αυξήσει τις συνολικές δημόσιες δαπάνες ούτε τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών· συμπεραίνει ότι εάν ένα νέο σύστημα αποδίδει άμεσα έναν φόρο, ορατό σε όλους τους πολίτες, πλήρως ή εν μέρει, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει να πραγματοποιείται αντίστοιχη μείωση αλλού· προτείνει τα εθνικά ελεγκτικά συνέδρια και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο να κληθούν να ελέγξουν και να εγγυηθούν τη συμμόρφωση προς αυτήν την αρχή·

    31. θεωρεί ότι η ανάπτυξη νέου συστήματος ιδίων πόρων πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις προσπάθειες κρατών μελών να συντονίσουν τις πολιτικές τους στον τομέα της φορολογίας·

    Καμία μεταβολή στην τάξη μεγέθους του προϋπολογισμού της ΕΕ

    32. δεν θεωρεί αναγκαίο επί του παρόντος να τροποποιήσει το ανώτατο όριο του 1,24% του ΑΕΕ, το οποίο ήδη επιτρέπει σημαντικό περιθώριο ελιγμών· υπενθυμίζει ότι κανένας προϋπολογισμός δεν έχει πλησιάσει ποτέ αυτό το ανώτατο όριο που συμφωνήθηκε από τα ίδια τα κράτη μέλη το 1992 επί βρετανικής Προεδρίας, και ότι οι πιστώσεις πληρωμών ανήλθαν στο ανώτατο επίπεδό τους το 1993, φθάνοντας στο 1,18% του ΑΕΠ· υπογραμμίζει ότι, παρόλο που το δημοσιονομικό πλαίσιο προβλέπει ποσοστό 1,045% του ΑΕΕ για την περίοδο 2007 – 2013, ο πρώτος προϋπολογισμός αυτής της περιόδου εγκρίθηκε στο χαμηλό επίπεδο του 0,99% του ΑΕΕ·

    Σταδιακή καθιέρωση του νέου συστήματος

    33. ζητεί τη βαθμιαία θέσπιση του νέου συστήματος με έτος έναρξης το 2014· τάσσεται υπέρ της πρόβλεψης μεταβατικής περιόδου για τη διασφάλιση μιας ομαλής σταδιακής κατάργησης του παλαιού συστήματος χρηματοδότησης και όλων των ιστορικών ειδικών διακανονισμών αυτού·

    Καθιέρωση σαφούς πολιτικού συνδέσμου ανάμεσα στη μεταρρύθμιση των εσόδων και στη μεταρρύθμιση των δαπανών

    34. επισημαίνει ότι μια μεταρρύθμιση της διάρθρωσης των εσόδων της ΕΕ θα πρέπει να συμβαδίζει με μεταρρύθμιση της διάρθρωσης των δαπανών της ΕΕ, όπως προβλέπεται στη δήλωση αριθ. 3 που επισυνάπτεται στη διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006·

    35. επισημαίνει ότι ένα σύστημα ιδίων πόρων που να διασφαλίζει επαρκή αυτόματη ετήσια αύξηση των εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ θα βελτιώσει το πολιτικό κλίμα της λήψης δημοσιονομικών αποφάσεων , επιτρέποντας σε όσους λαμβάνουν αποφάσεις να συγκεντρωθούν σε βασικές προτεραιότητες με κοινοτική προστιθέμενη αξία, αντί να διαπραγματεύονται το ύψος των δαπανών·

    36. εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρωτοβουλία που αναλήφθηκε στο πλαίσιο των κοινών συνεδριάσεων Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - εθνικών κοινοβουλίων να συσταθεί ειδική ομάδα εργασίας για τους ιδίους πόρους· θεωρεί το διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια ουσιώδη για να προχωρήσουμε στη μεταρρύθμιση των ιδίων πόρων·

    Πιθανές επιλογές για το μέλλον

    37. επαναλαμβάνει ότι στις επαφές με τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών παρατηρήθηκε από πολλούς ότι βραχυπρόθεσμα δεν είναι σκόπιμη η επιβολή ενός γνήσιου, νέου ευρωπαϊκού φόρου· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι τούτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα, εάν και όταν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να επιβάλουν νέους φόρους, να αποφασίσουν παράλληλα ή αργότερα να επιτρέψουν στην Ένωση να επωφεληθεί άμεσα από αυτούς·

    38. τονίζει ωστόσο ότι θα έχει αποφασιστική σημασία κατά το δεύτερο στάδιο να εξεταστεί η δυνατότητα σύστασης ενός νέου συστήματος ιδίων πόρων βασιζόμενου σε φόρο που ήδη επιβάλλεται στα κράτη μέλη, με το σκεπτικό ότι ο φόρος αυτός, εν μέρει ή πλήρως, θα διοχετεύεται άμεσα στον προϋπολογισμό της ΕΕ ως γνήσιος ίδιος πόρος, κι έτσι θα καθιερωθεί άμεση σύνδεση μεταξύ της Ένωσης και των ευρωπαίων φορολογούμενων· επισημαίνει ότι τούτο θα εξυπηρετούσε επίσης την προσέγγιση των εθνικών φορολογικών νομοθεσιών· υπογραμμίζει ότι μια τέτοια λύση απλώς θα σήμαινε την επιστροφή στην αρχή που θεσπίζεται από τη Συνθήκη της Ρώμης, σύμφωνα με την οποία οι ευρωπαϊκές δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς ιδίους πόρους·

    39. υπενθυμίζει ότι οι φόροι που εξετάστηκαν ως υποψήφιοι, στο σύνολό τους ή εν μέρει, για το σκοπό αυτό κατά τις ανταλλαγές με τα εθνικά κοινοβούλια ή στις εκθέσεις της Επιτροπής σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος ιδίων πόρων, είναι οι εξής:

    · ΦΠΑ

    · ειδικοί φόροι κατανάλωσης επί των καυσίμων για τις μεταφορές και άλλοι ενεργειακοί φόροι

    · ειδικοί φόροι κατανάλωσης επί των προϊόντων καπνού και των οινοπνευματωδών

    · φόροι επί εταιρικών κερδών·

    40. Επισημαίνει ότι κατά τις συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διερευνήθηκαν επίσης άλλες δυνατές οδοί, όπως

    · φόροι επί πράξεων σε τίτλους

    · φόροι επί των υπηρεσιών μεταφορών ή τηλεπικοινωνιών

    · φόρος εισοδήματος

    · παρακρατούμενος φόρος επί τόκων

    · κέρδη ΕΚΤ (εκδοτική προνομία)

    · οικολογικός φόρος

    · φόροι επί πράξεων σε συνάλλαγμα

    · φόρος αποταμίευσης

    · φόροι επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών (φόρος Tobin)·

    41. θεωρεί ότι η καταλληλότητα ενός νέου συστήματος ιδίων πόρων θα πρέπει να κριθεί βάσει των εξής κριτηρίων:

    · Επάρκεια: Θα επαρκούσαν τα έσοδα για την κάλυψη των δαπανών της ΕΕ μακροπρόθεσμα;

    · Σταθερότητα: Θα απέφερε το σύστημα σταθερά έσοδα στον προϋπολογισμό της ΕΕ;

    · Ορατότητα και Απλότητα: Θα ήταν ορατός και κατανοητός για τους πολίτες της ΕΕ;

    · Χαμηλές λειτουργικές δαπάνες: Θα ήταν απλό στη διαχείριση και θα είχε χαμηλό κόστος συμμόρφωσης;

    · Αποτελεσματική κατανομή των πόρων: Θα οδηγούσε σε αποτελεσματική κατανομή των πόρων στην ΕΕ;

    · Κάθετη ισότητα: Θα επέφερε αναδιανομή εισοδήματος;

    · Οριζόντια ισότητα: θα είχε ίση επίδραση στους αντίστοιχους φορολογούμενους σε ολόκληρη την ΕΕ;

    · Δίκαιες συνεισφορές: Ο εν λόγω πόρος θα αντλούσε έσοδα από τα κράτη μέλη ανάλογα με την οικονομική ισχύ τους;

    42.  επιθυμεί να συνεχίσει την εξέταση αυτών των επιλογών σε στενή συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια πριν από τη διαμόρφωση της τελικής του θέσης· θέτει σε άμεση προτεραιότητα τη θέσπιση, ενδεχομένως κατά τη διάρκεια της πορτογαλικής Προεδρίας, μιας κοινής βάσης διαλόγου όσον αφορά την επικείμενη αναθεώρηση των εσόδων της ΕΕ· θα καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να καταλήξει σε μια θέση επί των ιδίων πόρων της Ένωσης η οποία να μπορεί να υποστηριχθεί από την πλειονότητα των κοινοβουλίων των κρατών μελών·

    43.  θεωρεί το παρόν ψήφισμα ως μια πρώτη αλλά συμπαγή βάση για την ανάπτυξη περαιτέρω προσπαθειών εξεύρεσης ενός δικαιότερου και διαφανέστερου νέου συστήματος χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης· προτίθεται να συζητήσει και να διαμορφώσει την τελική του θέση σχετικά με ένα νέο σύστημα ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκαίρως ώστε να ληφθεί υπόψη στις διαβουλεύσεις για την πλήρη και ευρεία αναθεώρηση των εσόδων και των δαπανών της ΕΕ όπως συμφωνήθηκε στη ΔΣ της 17ης Μαΐου 2006·

    o

    o   o

    44. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα και το παράρτημά του στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

    Εξαιρέσεις που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Δεκέμβριο του 2005 για τις δαπάνες και τα έσοδα του προϋπολογισμού:

    Για έργα:

    · 865 εκατ. ευρώ για το πυρηνικό εργοστάσιο Ignalina (Λιθουανία) και 375 εκατ. για το πυρηνικό εργοστάσιο Bohunice (Σλοβακία)

    · 200 εκατ. ευρώ για την ειρηνευτική διαδικασία στη Βόρεια Ιρλανδία (Ηνωμένο Βασίλειο)

    Για τις περιφέρειες

    · 879 εκατ. ευρώ για πέντε πολωνικές περιφέρειες στόχου 2 (107 ευρώ ανά πολίτη)

    · 140 εκατ. ευρώ για μία ουγγρική περιφέρεια (Közép-Magyarország)

    · 200 εκατ. ευρώ για την Πράγα

    · στήριξη στο πλαίσιο "σταδιακής εξόδου" για μια φινλανδική περιφέρεια και για τη Μαδέρα, που ήταν αρχικά περιφέρειες "σταδιακής εισόδου"

    · 100 εκατ. ευρώ για τις Κανάριες Νήσους

    · 150 εκατ. ευρώ για παραμεθόριες περιφέρειες της Αυστρίας

    · 75 εκατ. ευρώ για τη Βαυαρία

    · 50 εκατ. ευρώ για τη Θέουτα και τη Μελίγια (Ισπανία)

    · 225 εκατ. ευρώ για τα ομόσπονδα κράτη της ανατολικής Γερμανίας

    · 136 εκατ. ευρώ για τις πιο απομακρυσμένες περιφέρειες (35 ευρώ ανά πολίτη)

    · 150 εκατ. ευρώ για τις σουηδικές περιφέρειες του στόχου "Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση"

    Ειδικά Ταμεία για τα κράτη μέλη

    · Το ποσοστό απορρόφησης για την Πολωνία αυξήθηκε κατά 4%

    · Στήριξη "σταδιακής εισόδου" για την Κύπρο, αν και δεν υπήρξε ποτέ περιφέρεια στόχου 1

    · 2 δισ. ευρώ για την Ισπανία, που θα κατανεμηθούν ελεύθερα μεταξύ των στόχων των Διαρθρωτικών Ταμείων

    · 1,4 δισ. ευρώ για την Ιταλία (προκαθορισμένη κατανομή)

    · 100 εκατ. ευρώ για τη Γαλλία (Στόχος: "Περιφερειακή ανταγωνιστικότητα και απασχόληση")

    · 47 εκατ. ευρώ για την Εσθονία (35 ευρώ ανά κάτοικο)

    · 81 εκατ. ευρώ για τη Λιθουανία (35 ευρώ ανά κάτοικο)

    · πρόσθετες πληρωμές από την ανάπτυξη της υπαίθρου:

    o 1,35 δισ. ευρώ για την Αυστρία

    o 20 εκατ. ευρώ για το Λουξεμβούργο

    o 460 εκατ. ευρώ για τη Φινλανδία

    o 100 εκατ. ευρώ για τη Γαλλία

    o 500 εκατ. ευρώ για την Ιρλανδία

    o 820 εκατ. ευρω για τη Σουηδία

    o 500 εκατ. ευρώ για την Ιταλία

    o 320 εκατ. ευρώ για την Πορτογαλία

    Ειδικοί όροι

    · 50% αυξημένη στήριξη για τα πρώην εξωτερικά σύνορα με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, σε σύγκριση με τη συνήθη υποστήριξη προς τις παραμεθόριες περιφέρειες

    · επιτρέπεται η συγχρηματοδότηση από ιδιωτικούς φορείς σε έργα υποστηριζόμενα από τα Διαρθρωτικά ταμεία στα νέα κράτη μέλη (κατά κεφαλή ΑΕγχΠ < 85% του μέσου όρου της ΕΕ) και των ομόσπονδων κρατών της ανατολικής Γερμανίας

    · στα νέα κράτη μέλη (<85%), ο ΦΠΑ μπορεί να συνυπολογίζεται στα έργα των Διαρθρωτικών Ταμείων

    Ειδικοί όροι στις νομικές βάσεις

    · παρέκκλιση από τον κανόνα "ν+2" στα νέα κράτη μέλη (<85%) για το διάστημα 2007-2010

    · τα κατασκευαστικά έργα είναι επιλέξιμα για υποστήριξη στα νέα κράτη μέλη (ΕΕ10 + Ρουμανία, Βουλγαρία)

    · 20% των κονδυλίων του πρώτου πυλώνα (γεωργία) μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε χώρα για ανάπτυξη της υπαίθρου, χωρίς την εφαρμογή των γενικών κανόνων, όπως η συγχρηματοδότηση

    · ειδικά κονδύλια για την ανάπτυξη της υπαίθρου στην Πορτογαλία (320 εκατ.), χωρίς συγχρηματοδότηση

    Ειδικοί όροι για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού

    · το ποσοστό συνεισφοράς για τους ιδίους πόρους του ΦΠΑ μειώνεται κατά 25% για την Αυστρία

    · το ποσοστό συνεισφοράς για τους ιδίους πόρους του ΦΠΑ μειώνεται κατά 50% για τη Γερμανία

    · το ποσοστό συνεισφοράς για τους ιδίους πόρους του ΦΠΑ μειώνεται κατά 66% για τη Σουηδία και την Ολλανδία

    · Η Ολλανδία λαμβάνει 4,23 δισ. ευρώ ("ίδιοι πόροι" ΑΕΠ)

    · Η Σουηδία λαμβάνει 1,05 δισ. ("ίδιοι πόροι" ΑΕΠ)

    · Η επιστροφή προς το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρείται, μειωμένη κατά ορισμένες σταδιακά εισαγόμενες πληρωμές για τα νέα κράτη μέλη.

     · 

    • [1]  ΕΕ C 324 της 24.12.1990, σελ. 243.
    • [2]  ΕΕ C 128 της 9.5.1994, σελ 363.
    • [3]  ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σελ. 9.
    • [4]  ΕΕ C 175 της 21.6.1999, σελ. 238.
    • [5]  ΕΕ C 274 E της 28.9.1999, σελ. 39.
    • [6]  ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σελ. 42.
    • [7]  COM(2004)0505.
    • [8]  COM(2004)0501.
    • [9]  Μελέτη που εκπονήθηκε από την Ομάδα μελέτης για τις ευρωπαϊκές πολιτικές (Study Group for European Policies –SEP), βλ. και παράρτημα: Comments on the revenue adequacy of possible own EU taxes (Σχόλια για την επάρκεια εσόδων από πιθανούς ιδίους φόρους της ΕΕ), 30 Αυγούστου 2005.
    • [10]  COM(2006)0099.
    • [11]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2006)0292.
    • [12]  Μελέτη της Deloitte & Touche: Phase II Report - Preliminary draft (Έκθεση για το στάδιο II- Προκαταρκτικό σχέδιο), 12 Ιανουαρίου 2007.
    • [13]  ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σελ. 1.
    • [14]  Έκθεση Cornelissen: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 1985: "Μπορεί το Κοινοβούλιο να ανεχτεί το γεγονός ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ υποβαθμίζονται διαρκώς σε εθνική οικονομική συνεισφορά μετά την αναγκαία εγκατάλειψη της αρχής του ενιαίου ποσοστού ΦΠΑ, και να δεχτεί ότι ο καθορισμός της ενιαίας βάσης υπολογισμού του ΦΠΑ θα αναχθεί τελικά σε στατιστικό υπολογισμό; … Ή μήπως πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια σε σχέση με τον υπολογισμό της βάσης του ΦΠΑ για την αναζωογόνηση του συστήματος ιδίων πόρων των Κοινοτήτων και την οικονομική αυτονομία της Κοινότητας που εξαρτάται από αυτό;"
    • [15]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2006)0292.
    • [16]  Βλέπε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ στο ψήφισμα.
    • [17]  «Έκθεση Schreyer»: COM(2004)505 και COM(2004)501 της 14ης Ιουλίου 2004.

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Η παρούσα έκθεση πρωτοβουλίας σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την «πλήρη και ευρείας κλίμακας επανεξέταση όλων των τομέων των κοινοτικών δαπανών και εσόδων συμπεριλαμβανομένης της βρετανικής επιστροφής», την οποία ζήτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών του περασμένου Δεκεμβρίου από την Επιτροπή, ενόψει της κατάρτισης έκθεσης για το 2008/2009.

    Ο εισηγητής, στην έκθεσή του σχετικά με την τελευταία πρόταση της Επιτροπής περί ιδίων πόρων στις αρχές του 2006 με στόχο την εφαρμογή των συναφών αποφάσεων που ελήφθησαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών, δήλωσε ήδη ότι τα μειονεκτήματα του υφιστάμενου συστήματος ιδίων πόρων είναι θεμελιώδη. Για τον λόγο αυτόν, το 2006 ο εισηγητής δεν ξεκίνησε καν προσπάθειες για τροποποίηση των διατάξεων της εν λόγω πρότασης της Επιτροπής, η οποία καθιστά το τρέχον σύστημα ακόμη πιο αδιαφανές, περίπλοκο, άδικο και αντιευρωπαϊκό.

    Τα περιεχόμενα της έκθεσης πρωτοβουλίας βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις συναντήσεις μεταξύ του εισηγητή και βουλευτών των εθνικών κοινοβουλίων από τις αρχές του 1996. Ενώ ορισμένα εθνικά κοινοβούλια επέλεξαν να απαντήσουν γραπτώς στο ερωτηματολόγιο περί ιδίων πόρων που τους απεστάλη τον Νοέμβριο του 2005, άλλα προτίμησαν μια πιο προσωπική ανταλλαγή απόψεων: μέχρι τούδε ο εισηγητής έχει προσκληθεί στα εθνικά κοινοβούλια εννέα κρατών μελών. Ανεξάρτητα από το εάν αυτές οι συναντήσεις ήταν πιο επίσημες (συνεδριάσεις επιτροπών) ή πιο άτυπες (γεύματα εργασίας): στο παρόν στάδιο, οι απόψεις που εκφράστηκαν σε αυτές τις περιπτώσεις από τους βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων πρέπει να θεωρηθούν προσωπικές απόψεις των ατόμων που έλαβαν τον λόγο – μέχρι τώρα κανένα εθνικό κοινοβούλιο ή πολιτικό κόμμα δεν έχει διαμορφώσει επίσημη θέση όσον αφορά το μέλλον των ιδίων πόρων της Ένωσης!

    Εντούτοις, αυτές οι προσωπικές συναντήσεις και οι έντονες συζητήσεις που διεξήχθησαν στις πολυμερείς συνεδριάσεις (δύο κοινές κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις το 2006 και οι δύο συνεδριάσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών (COBU) με τους προέδρους των επιτροπών προϋπολογισμών των εθνικών κοινοβουλίων το 2005 και το 2006) φαίνεται ότι επέτρεψαν στον εισηγητή να καταλήξει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα σχετικά με το τι πρέπει, τι δεν πρέπει και τι ίσως πρέπει να γίνει όσον αφορά μια ενδεχόμενη μελλοντική μεταρρύθμιση των εσόδων της ΕΕ.

    Αργά, αλλά με βεβαιότητα, έχουν αρχίσει να αναδεικνύονται ορισμένα πρώτα πιθανά σημεία συναίνεσης, όπως για παράδειγμα μια γενική απόρριψη της ιδέας για έναν καθαρό, νέο ευρωπαϊκό φόρο ή της μεταφοράς οιωνδήποτε εξουσιών φορολόγησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αφετέρου, η συντριπτική πλειονότητα των συναδέλφων βουλευτών των εθνικών κοινοβουλίων που εκφράστηκαν ήταν ανοιχτοί στο να συζητήσουν το ενδεχόμενο χρησιμοποίησης μέρους κάποιου υφιστάμενου φόρου για τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σημείο να εκφράζουν ελεύθερα εικασίες περί υποψήφιων «κατάλληλων» φόρων ...

    Πρέπει ακόμη να γίνουν πολλά προκειμένου να επιτευχθεί τελική απόφαση σχετικά με το ποια επιλογή θα εξυπηρετούσε καλύτερα την ανάγκη ύπαρξης ενός νέου, πραγματικά ευρωπαϊκού συστήματος ιδίων πόρων, που θα είναι ισότιμο, απλό και διαφανές. Ο εισηγητής ελπίζει ότι κατά τη διάρκεια του 2007 θα μπορέσει να θεσπισθεί ένας κοινός φάκελος σε στενή συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τις μελλοντικές αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν, ώστε να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες της επικείμενης διαδικασίας αναθεώρησης.

    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Εγγραφο ΕργασΙας ΑΡΙΘ. 1 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

    27 Ιανουαρίου 2005

    Η ιστορία των εσόδων των Κοινοτήτων

    Σύμφωνα με το υφιστάμενο σύστημα υπάρχουν τέσσερις βασικές πηγές[1] εσόδων για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα:

    Οι τελωνειακοί δασμοί εισπράττονται στα εξωτερικά σύνορα επί των εισαγωγών σύμφωνα με το κοινό δασμολόγιο. Οι τελωνειακοί δασμοί είχαν περιληφθεί στη Συνθήκη της Ρώμης ως πόρος αποδοτέος κατά πρώτον στην ΕΟΚ για τη χρηματοδότηση των δαπανών της. Οι τελωνειακοί δασμοί ΕΚΑΧ ενσωματώθηκαν στον πόρο αυτόν το 1988.

    Οι γεωργικές εισφορές καθιερώθηκαν στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής το 1962, εισπράττονται κατά τις ανταλλαγές αγροτικών προϊόντων με τρίτες χώρες και ποικίλουν ανάλογα με τα επίπεδα τιμών της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής αγοράς. Εκτός από τις γεωργικές εισφορές, υπάρχουν επίσης οι εισφορές για την παραγωγή και αποθεματοποίηση της ζάχαρης και ισογλυκόζης (οι τελευταίες εισφορές αφορούν την εσωτερική αγορά της Κοινότητας, σε αντίθεση με τους φόρους επί των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων).

    Οι τελωνειακοί δασμοί και οι γεωργικές εισφορές ήταν οι πρώτοι ίδιοι πόροι και έγιναν γνωστοί ως παραδοσιακοί ίδιοι πόροι (ΠΙΠ) διότι πρόκειται για έσοδα στο πλαίσιο των κοινοτικών πολιτικών και όχι για έσοδα προερχόμενα από τα κράτη μέλη με τη μορφή εθνικών εισφορών.

    Οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ καθιερώθηκαν διότι οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι δεν επαρκούσαν πια για τη χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού. Εξαιτίας της ανάγκης εναρμόνισης της βάσης ΦΠΑ, ο περίπλοκος αυτός πόρος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά μόλις το 1980. Παράγεται με την εφαρμογή ενός δεδομένου συντελεστή σε φορολογική βάση που προσδιορίζεται με ομοιόμορφο τρόπο.[2] Επομένως, δεν πρόκειται για πραγματικό ίδιο πόρο ο οποίος βασίζεται σε έναν φόρο ο οποίος εισπράττεται σε εθνικό επίπεδο, αλλά αποτελεί μόνο έναν τρόπο υπολογισμού των εισφορών των κρατών μελών.

    Οι ίδιοι πόροι με βάση το ΑΕΠ προκύπτουν με την εφαρμογή ενός συντελεστή ο οποίος ορίζεται για κάθε οικονομικό έτος στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού σε μια φορολογική βάση, η οποία αντιστοιχεί στο άθροισμα των ΑΕΠ των κρατών μελών σε αγοραίες τιμές. Ο εν λόγω πόρος υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ των δαπανών και των εσόδων από τους άλλους ιδίους πόρους. Αποτελεί δε έναν πόρο-«κλειδί», δεδομένου ότι προσδιορίζει τον περιορισμό προς τα άνω της φορολογικής βάσης ΦΠΑ, την κατανομή της βρετανικής διόρθωσης και το ανώτατο όριο του συνολικού ποσού των πόρων που εντάσσεται στις δημοσιονομικές προοπτικές. Η συμφωνία του Εδιμβούργου που υπεγράφη τον Δεκέμβριο 1992 και τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 1995 αύξησε αυτό το γενικό ανώτατο όριο από το 1,14% που ήταν αρχικά στο 1,27% του ΑΕΠ της Ευρώπης.

    Η προϊστορία των ιδίων πόρων

    1958 - 1970: Εισφορές από τα κράτη μέλη

    Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η Συνθήκη της Ρώμης, της 25ης Μαρτίου 1957, προέβλεπε μια μεταβατική περίοδο με εισφορές εκ μέρους των κρατών μελών και στη συνέχεια το πέρασμα σε ένα σύστημα ιδίων πόρων[3]. Η αρχή των ιδίων πόρων περιλαμβανόταν ήδη στο άρθρο 201 της Συνθήκης: «Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται στο ακέραιο, υπό την επιφύλαξη των άλλων εσόδων, από ιδίους πόρους».

    Μια πρώτη απόπειρα μεταφοράς των «εκ φύσεως» ιδίων πόρων, δηλαδή των τελωνειακών δασμών και των γεωργικών εισφορών, που προκύπτουν από τις κοινοτικές πολιτικές (Τελωνειακή Ένωση και Κοινή Γεωργική Πολιτική) απέτυχε το 1965, λόγω της αντίδρασης της Γαλλίας. Η επακόλουθη «κρίση» κατέληξε ένα χρόνο αργότερα στον περίφημο συμβιβασμό του Λουξεμβούργου. Η μεταβατική περίοδος, η οποία έπρεπε να προηγηθεί της μετάβασης, το 1966, σ' ένα σύστημα χρηματοδότησης που να εγγυάται μια σχετική αυτάρκεια για την Κοινότητα, δεν μπορούσε να τηρηθεί. Η απόφαση για τη μεταβίβαση αυτή είχε ληφθεί από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων κατά τη διάσκεψη κορυφής της Χάγης το 1969, με στόχο τη νέα ώθηση της Κοινότητας μετά από μια περίοδο δυσχερειών.

    1970: Πρώτη απόφαση περί ιδίων πόρων

    Στις 21 Απριλίου 1970, το Συμβούλιο εξέδωσε μια απόφαση η οποία αποδίδει στις Κοινότητες τους ίδιους πόρους που απαιτούνται για την κάλυψη όλων των δαπανών τους. Έτσι, η απόφαση αυτή θέσπισε τη μετάβαση από το σύστημα των εθνικών εισφορών, μέσω του οποίου τα κράτη μέλη εξασφάλιζαν τον έλεγχο των κοινοτικών πολιτικών, σε ένα αυτόνομο σύστημα χρηματοδότησης, μέσω των «παραδοσιακών» ιδίων πόρων (γεωργικών εισφορών και τελωνειακών δασμών) και ενός πόρου βασιζόμενου στη φορολόγηση της προστιθέμενης αξίας, δηλαδή στον ΦΠΑ.

    Η απόφαση του 1970 περί ιδίων πόρων διαχωρίζει τις Κοινότητες από τους άλλους διεθνείς οργανισμούς, των οποίων η χρηματοδότηση βασίζεται στις εισφορές των κρατών που συμμετέχουν σ’ αυτούς.

    1985: Δεύτερη απόφαση περί ιδίων πόρων – Η βρετανική διόρθωση

    Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Fontainebleau, το 1984, αποφάσισε τη βρετανική διόρθωση. Ο σχετικός μηχανισμός επιστρέφει στο Ηνωμένο Βασίλειο το ισοδύναμο του 0,66% του καθαρού δημοσιονομικού υπολοίπου του. Η χρηματοδότηση της βρετανικής διόρθωσης κατανέμεται μεταξύ των υπολοίπων κρατών μελών κατ' αναλογία προς το μερίδιό τους στο κοινοτικό ΑΕΠ (με την εξαίρεση της Γερμανίας, της οποίας το μερίδιο μειώνεται κατά το ένα τρίτο).

    1988: Τρίτη απόφαση περί ιδίων πόρων – Εισαγωγή του πόρου που βασίζεται στο ΑΕΠ και του γενικού ανώτατου ορίου

    Καθώς τα έξοδα για την ΚΓΠ παρέμεναν ίδια και τα έσοδα από τους ΠΙΠ εξακολουθούσαν να μειώνονται, το 1988, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών θέσπισε έναν νέο ίδιο πόρο βάσει υπολογισμού του ΑΕΠ των κρατών μελών. Επίσης καθιέρωσε ένα γενικό ανώτατο όριο το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό 1,14% του ΑΕΠ του συνολικού ποσού των ιδίων πόρων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση των εξόδων της Κοινότητας.

    1994: Τέταρτη απόφαση περί ιδίων πόρων – Έκπτωση εξόδων είσπραξης των παραδοσιακών ιδίων πόρων

    Ίδιοι πόροι συλλέγονται από τα κράτη μέλη εξ ονόματος της Κοινότητας. Ως εκ τούτου, η απόφαση του 1994 έδωσε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να κρατούν το 10% των παραδοσιακών ιδίων πόρων που συνέλεξαν με σκοπό να καλύψουν τα δικά τους έξοδα είσπραξης.

    2000: Πέμπτη απόφαση περί ιδίων πόρων[4] - «Δίκαιο, διαφανές, αποτελεσματικό και απλό»

    Το 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου κάλεσε την Επιτροπή να ετοιμάσει μια νέα απόφαση περί ιδίων πόρων η οποία έπρεπε να παρέχει στην Ένωση κατάλληλα μέσα για την περίοδο 2000-2006, ενώ ταυτόχρονα θα επιδεικνύει αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Το νέο σύστημα πρέπει να είναι «δίκαιο, διαφανές, αποτελεσματικό και απλό» και να βασίζεται σε κριτήρια τα οποία εκφράζουν καλύτερα την ικανότητα των κρατών μελών να συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της Ένωσης.

    Αυτή η τελευταία απόφαση περί ιδίων πόρων της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002. Η ρήτρα αναθεώρησης που περιλαμβάνει καλεί την Επιτροπή να διεξάγει μια γενική αναθεώρηση του συστήματος ιδίων πόρων πριν από το 2006 ενόψει των αποτελεσμάτων της διεύρυνσης. Σκοπός της εν λόγω αναθεώρησης είναι επίσης η εξερεύνηση της δυνατότητας τροποποίησης της δομής του συστήματος ιδίων πόρων με τη δημιουργία νέων αυτόνομων πόρων και την εξέταση της διόρθωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών που χορηγήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο.

    Τα βασικά χαρακτηριστικά του ισχύοντος συστήματος είναι τα ακόλουθα:

    Ø Διατήρηση του ανώτατου συντελεστή των ιδίων πόρων στο 1,27% του κοινοτικού ΑΕΠ (=1,24% του ΑΕΕ)[5]

    Ø Αύξηση των εξόδων είσπραξης των παραδοσιακών ιδίων πόρων από 10% σε 25%∙

    Ø Μείωση του μέγιστου συντελεστή απόληψης του πόρου ΦΠΑ σε 0,75% για το 2002 και το 2003 και σε 0,50% από το 2004 και εξής·

    Ø Η βάση του ΦΠΑ των κρατών μελών συνεχίζει να παραμένει στο 50% του ΑΕΠ (προσαρμογή της βάσης ΦΠΑ)∙

    Ø Η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία και η Σουηδία καταβάλλουν μόνο το 1/4 του κανονικού μεριδίου τους στη χρηματοδότηση της βρετανικής διόρθωσης, τα δε υπόλοιπα 3/4 καλύπτονται από τα άλλα 10 κράτη μέλη·

    Ø Στη βρετανική διόρθωση έγιναν δύο τεχνικές αναπροσαρμογές, και τούτο για να αντισταθμισθούν οι υπερβολικά ευνοϊκές συνέπειες από την αύξηση των εξόδων είσπραξης και των προενταξιακών δαπανών.

    Βρετανική διόρθωση

    Η λεγόμενη βρετανική διόρθωση θεσπίστηκε το 1984 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Fontainebleau, το οποίο δήλωνε στα συμπεράσματά του:

    Η πολιτική δαπανών είναι τελικά το βασικό μέσο επίλυσης του προβλήματος των δημοσιονομικών ανισορροπιών. Απεφασίσθη πάντως ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος με δημοσιονομικό βάρος το οποίο είναι υπερβολικό σε σχέση με τη σχετική του ευημερία μπορεί να τύχει διόρθωσης σε κατάλληλο χρόνο.

    Η προέλευση του προβλήματος ήταν η ειδική κατάσταση του Ηνωμένου Βασιλείου η οποία χαρακτηριζόταν από δύο παράγοντες:

    Ø Ο μικρός γεωργικός τομέας συνεπάγεται πολύ χαμηλές γεωργικές δαπάνες της Κοινότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο

    Ø Μεγάλη συνεισφορά στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Κοινότητας λόγω του υψηλού σχετικού μεριδίου της βάσης ΦΠΑ σε σχέση με το ΑΕΠ αυτού του κράτους.

    Στο πλαίσιο του ισχύοντος μηχανισμού αντιστάθμισης, τα δύο τρίτα (66%) της διαφοράς μεταξύ του ποσοστιαίου μεριδίου των καταβολών ΦΠΑ του Ηνωμένου Βασιλείου και του ποσοστιαίου μεριδίου που κατανέμεται στις κοινοτικές δαπάνες, η οποία εφαρμόστηκε στις συνολικές κατανεμηθείσες δαπάνες, επιστρέφεται στο Ηνωμένο Βασίλειο με μείωση της φορολογικής βάσης ΦΠΑ.

    Από το 1985 και μετά, το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει επομένως επιστροφή της ετήσιας συνεισφοράς της στον προϋπολογισμό, η οποία ανέρχεται σε 4,6 δις ευρώ περίπου το χρόνο για την περίοδο 1997-2003.

    Η επιστροφή αυτή χρηματοδοτείται από κοινού από όλα τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το αντίστοιχό τους ποσοστό καταβολών ΦΠΑ, με τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία και τη Σουηδία να πληρώνουν μόνο ένα τέταρτο του ποσού που θα έπρεπε να αποτελεί τα μερίδιά τους.

    Παρά τη γενική προσέγγιση του Συμβουλίου του Fontainebleau (κάθε κράτος μέλος με υπερβολικό δημοσιονομικό βάρος), ο διορθωτικός αυτός μηχανισμός έχει εφαρμοστεί από τότε μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με τα χρόνια, αργά αλλά σίγουρα, έγινε εμφανές ότι η παρουσία της διόρθωσης του Ηνωμένου Βασιλείου έχει μειώσει σημαντικά την επιθυμητή συσχέτιση μεταξύ της ικανότητας κάθε κράτους μέλους να συμβάλλει στον προϋπολογισμό της ΕΕ και της καταβολής των ιδίων πόρων του. Επιπλέον, η πολυπλοκότητα του διορθωτικού μηχανισμού έχει επίσης μειώσει σημαντικά τη διαφάνεια ολόκληρου του συστήματος ιδίων πόρων.

    Μερίδια των βασικών συστατικών ιδίων πόρων

    Από την εφαρμογή του πόρου που βασίζεται στο ΑΕΠ το 1988 μέχρι σήμερα, το μερίδιο κάθε μεμονωμένου συστατικού μέρους στα έσοδα της Κοινότητας έχει υποστεί δραματική αλλαγή:

    Τύπος εσόδων

    88

    89

    90

    91

    92

    93

    94

    95

    96

    97

    98

    99

    00

    01

    02

    03

    04*

    05**

    Γεωργικά τέλη και

    εισφορές για τη ζάχαρη

    6,2

    5,2

    4,0

    4,4

    3,3

    2,9

    3,1

    2,6

    2,2

    2,4

    2,3

    2,5

    2,3

    2,1

    1,5

    1,5

    1,2

    1,5

    Τελωνειακοί δασμοί

    22,3

    22,5

    22,1

    20,4

    18,9

    16,8

    16,9

    16,7

    14,5

    15,2

    14,4

    13,5

    13,0

    14,5

    10,7

    10,2

    10,2

    9,8

    Πόρος ΦΠΑ

    57,2

    57,3

    59,1

    55,8

    58,0

    52,5

    50,4

    52,2

    41,8

    42,5

    39,2

    35,9

    38,1

    32,7

    23,6

    23,5

    14,4

    14,0

    Πόρος βάσει του ΑΕΕ

    10,6

    9,8

    0,2

    13,3

    13,9

    25,2

    26,8

    18,9

    29,0

    33,4

    41,4

    43,2

    42,3

    37,5

    48,7

    55,5

    73,4

    73,8

    Διάφορα – Πλεόνασμα από προηγούμενο έτος

    3,7

    5,2

    14,6

    6,1

    5,8

    2,6

    2,7

    9,7

    12,5

    6,5

    2,7

    5,0

    4,3

    13,1

    17,6

    9,2

    0,8

    0,9

    Σύνολο %

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    100

    *         βάσει του προϋπολογισμού του 2004

    **       βάσει του προσχεδίου προϋπολογισμού του 2005

    Σαφώς, ο πόρος που βασίζεται στο ΑΕΕ έχει γίνει εξαιρετικά σημαντικός, ενώ το μερίδιο των παραδοσιακών ιδίων πόρων έχει επιδείξει τάση δραματικής μείωσης (η οποία επιταχύνεται από το γεγονός ότι το ποσοστό που επιτρεπόταν στα κράτη μέλη να κρατούν ως αντιστάθμισμα για το κόστος είσπραξης αυξήθηκε από 10% σε 25%, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2001). Οι συνεισφορές ΦΠΑ έχουν επίσης μειωθεί λόγω των μεταρρυθμίσεων που περιορίζουν τη βάση ΦΠΑ των κρατών μελών στο 50% του ΑΕΕ τους.

    Με την εφαρμογή του πόρου ΑΕΠ και τη μείωση του συντελεστή καταβολής του πόρου ΦΠΑ, οι συνεισφορές των κρατών μελών έχουν συσχετιστεί περισσότερο με τα εθνικά ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει καλύτερη ίση μεταχείριση[6] σε σχέση με τις ακαθάριστες συνεισφορές στον προϋπολογισμό. Ενώ η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε στενότερη συσχέτιση της ικανότητας των κρατών μελών να συμβάλλουν με τα πραγματικά τους επίπεδα συνεισφορών, ταυτόχρονα, η ύφεση των παραδοσιακών ιδίων πόρων έχει οδηγήσει σε απώλεια οικονομικής αυτονομίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    • [1]  Υπάρχουν και ορισμένοι μικροί «ειδικοί πόροι» (αποτελέσματα μέτρων που λαμβάνει η Επιτροπή), όπως είναι οι φόροι εισοδήματος και οι εισφορές του προσωπικού της, οι τόκοι και οι εγγυήσεις και διάφοροι άλλοι φόροι, εισφορές και τέλη.
    • [2]  Από το 1988 έως το 1994, αυτή η φορολογική βάση δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 55% του ΑΕΠ των επιμέρους κρατών μελών. Από το 1995 και μετά, το όριο αυτό μειώθηκε στο 50% του ΑΕΠ για τα κράτη μέλη των οποίων το κατά κεφαλή ΑΕΠ είναι κατώτερο του 90% του κοινοτικού μέσου όρου. Μεταξύ 1995 και 1999, αυτή η τροποποίηση επεκτάθηκε προοδευτικά σε όλα τα κράτη μέλη. Ο μέγιστος συντελεστής απόληψης του πόρου ΦΠΑ αρχικά περιορίστηκε στο 1% της προκαθορισμένης φορολογικής βάσης. Από το 1986 αυτό το ανώτατο όριο αυξήθηκε στο 1,4% για να καλύπτει τα έξοδα της προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Ωστόσο, η απόφαση περί ιδίων πόρων του 1994, για λόγους δίκαιης κατανομής των βαρών, προέβλεπε τη σταδιακή επιστροφή στον συντελεστή 1% μεταξύ 1995 και 1999. Το 2002 και το 2003, ο μέγιστος συντελεστής μειώθηκε στο 0,75% , και από το 2004 και μετά στο 0,50%.
    • [3]  Οι ίδιοι πόροι μπορούν να ορισθούν ως τα ίδια μέσα χρηματοδότησης, τα οποία είναι ανεξάρτητα των κρατών μελών. Πρόκειται για έσοδα φορολογικού χαρακτήρα, τα οποία προορίζονται άπαξ και διά παντός για την Κοινότητα, με σκοπό τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της, της αποδίδονται δε αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά σχετική απόφαση των οικείων εθνικών αρχών. Έτσι, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να αποδίδουν στην Κοινότητα τα προβλεπόμενα για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ποσά.
    • [4]  2000/597/EΚ, Ευρατόμ: Απόφαση του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕΕ L 253, 07.10.2000
    • [5]  Από το έτος 2002, η έννοια του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) έχει αντικατασταθεί από την έννοια του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ) στον τομέα του κοινοτικού προϋπολογισμού και των ιδίων πόρων. Ως εκ τούτου, τα ποσοστά για τα έτη πριν από το 2002 σχετίζονται με το ΑΕΠ, ενώ τα μετέπειτα σχετίζονται με το ΑΕΕ. Παραδείγματος χάρη: Το κοινοτικό ανώτατο όριο δαπανών του 1,27% του ΑΕΠ αντιστοιχεί στο 1,24% του ΑΕΕ χρησιμοποιώντας τη νέα στατιστική προσέγγιση.
    • [6]  Υπό την έννοια της «αναλογικότητας των μεικτών εισφορών με βάση το εισόδημα στα διάφορα κράτη μέλη»∙ πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι στο πλαίσιο του υφιστάμενου συστήματος δεν μπορεί να αναμένεται δίκαιη κατανομή εφόσον ο πόρος ΦΠΑ θα συνεχίσει να αποδίδει έσοδα τα οποία δεν θα συσχετίζονται με το εθνικό εισόδημα.

    Εγγραφο ΕργασΙας ΑΡΙΘ. 2 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

    27 Ιανουαρίου 2005

    Το ισχύον σύστημα ιδίων πόρων – Προβλήματα και μειονεκτήματα

    H συζήτηση για τους καθαρούς συνεισφέροντες

    Οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι είναι οι μόνοι πραγματικά ίδιοι πόροι της Ένωσης (αν και τα κράτη μέλη συχνά τους θεωρούν επίσης εθνικές συνεισφορές). Όσο χαμηλότερο καθίσταται το μερίδιό τους, τόσο περισσότερο η ΕΕ θα εξαρτάται από τους πόρους που θεωρούνται κλασικές διακυβερνητικές μεταβιβάσεις. Αυτό, με τη σειρά του, θα κάνει σχεδόν αυτόματα τα κράτη μέλη να προσπαθήσουν να μεγιστοποιήσουν τις αντιλήψεις περί του εθνικού οφέλους από τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Όσο περισσότερο επικρατεί η αντίληψη ότι αυτά που μεταβιβάζονται στις Βρυξέλλες είναι χρήματα των κρατών μελών και όχι πραγματικά ίδιοι πόροι της ΕΕ, τόσο περισσότερο τα κράτη μέλη θα επικεντρώνονται στα ανταλλάγματα που λαμβάνουν. Για αυτό έχει γίνει τόσο σημαντική η έννοια των «δημοσιονομικών ισορροπιών», οι ρόλοι των «καθαρών συνεισφερόντων» και των «καθαρών αποδεκτών».

    Οι δημοσιονομικές ισορροπίες

    Παρόλα αυτά, πρέπει να επισημανθεί ότι – παρόλο που υπάρχει ένα καθιερωμένο σύστημα υπολογισμού των δημοσιονομικών ισορροπιών των κρατών μελών[1] – το σύστημα αυτό είναι απλώς μια λογιστική αποτίμηση του καθαρά οικονομικού κόστους και οφέλους που αποκομίζει κάθε κράτος μέλος από την Ένωση. Δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη πολλά από τα άλλα οφέλη που παρέχουν οι πολιτικές της ΕΕ, όπως εκείνα που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά και την οικονομική ολοκλήρωση, για να μην αναφέρουμε την πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια.

    Έχοντας υπόψη αυτούς τους περιορισμούς, τι δείχνουν στην πραγματικότητα οι δημοσιονομικές ισορροπίες; Δείχνουν τη σχέση μεταξύ του μεριδίου ενός κράτους μέλους στις συνολικές συνεισφορές ιδίων πόρων βάσει του ΦΠΑ και του ΑΕΠ/ΑΕΕ και του μεριδίου του στις συνολικές δαπάνες λειτουργίας της ΕΕ (δηλ. εξαιρουμένων των διοικητικών δαπανών) που καταλογίζονται στα κράτη μέλη.

    Ο ακόλουθος πίνακας δίνει μια εικόνα αυτών των «λειτουργικών» δημοσιονομικών ισορροπιών (μετά την αφαίρεση της διόρθωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου) για την περίοδο 1997-2003:

             GNP = AEΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν)

    GNΙ = AEΕ (Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα)

    Η «Επιστολή των Έξι»

    Όπως φαίνεται καθαρά, ο χωρισμός αυτός των κρατών μελών σε καθαρούς συνεισφέροντες και καθαρούς αποδέκτες, όσο λίγες ενδείξεις και αν δίνει για τα συνολικά οφέλη που αποκομίζουν τα κράτη μέλη χάρη στη συμμετοχή τους στην ΕΕ, δεν έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Παρέχει το πλαίσιο για την περίφημη επιστολή που υπέγραψαν οι αρχηγοί έξι κρατών –όλων καθαρών συνεισφερόντων– μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών σχετικά με το μελλοντικό επίπεδο δαπανών της ΕΕ:

    Στο πλαίσιο αυτό, δεν βλέπουμε περιθώριο για προϋπολογισμό της ΕΕ κοντά στο τρέχον ανώτατο όριο για τους ίδιους πόρους. Κατά τη γνώμη μας, οι μέσες δαπάνες κατά τη διάρκεια των προσεχών δημοσιονομικών προοπτικών πρέπει να σταθεροποιηθούν γύρω από τα τρέχοντα επίπεδα δαπανών και δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 1% του ΑΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών δαπανών εντός του ανωτάτου ορίου που τέθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Οκτώβριο του 2002. Τούτο θα εξακολουθεί να επιτρέπει ετήσιες αυξήσεις του προϋπολογισμού της ΕΕ πολύ υψηλότερες από τα ποσοστά ανάπτυξης των εθνικών προϋπολογισμών στα περισσότερα κράτη μέλη και θα παρέχει επαρκές περιθώριο για την υλοποίηση πολιτικών στη διευρυμένη Ένωση.

    Με την επιστολή αυτή, οι κυριότεροι καθαροί συνεισφέροντες στον προϋπολογισμό της ΕΕ έκαναν μια έντονη δήλωση, η οποία αποτέλεσε σχεδόν την επίσημη αφετηρία των διαπραγματεύσεων για τις νέες δημοσιονομικές προοπτικές για την περίοδο 2007-2013. Εν τω μεταξύ, η συζήτηση έφθασε ακόμη και μέχρι την υποδήλωση ότι το όριο του 1% του ΑΕΕ, που αναφέρεται στην επιστολή, αφορά τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων και όχι τις πληρωμές, όπως είχε ληφθεί αρχικά ως δεδομένο.

    Σύγκριση του προϋπολογισμού της ΕΕ και των εθνικών προϋπολογισμών

    Κρίνοντας από την «Επιστολή των Έξι», ίσως να νόμιζε κανείς ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ έχει βγει εντελώς εκτός ελέγχου στο πρόσφατο παρελθόν. Ωστόσο, μια στενότερη ματιά στην εξέλιξη του προϋπολογισμού της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αποκαλύπτει ότι κατά την περίοδο 1996[2]-2002 ο προϋπολογισμός της ΕΕ αυξήθηκε μόνο κατά 8,2%, ενώ οι εθνικοί προϋπολογισμοί αυξήθηκαν κατά μέσον όρο κατά 22,9%:

                                                       Τρέχουσες τιμές, εκατ. ευρώ

     

    1996

    2002

    Αύξηση

    B

    112.371

    131.281

    16,8 %

    DK

    86.187

    101.989

    18,3 %

    D

    944.279

    1.023.870

    8,4 %

    GR

    48.170

    66.266

    37,6 %

    E

    210.036

    276.507

    31,6 %

    F

    678.048

    812.935

    19,9 %

    IRL

    22.802

    43.070

    88,9 %

    I

    516.521

    599.804

    16,1 %

    L

    6.515

    9.909

    52,1 %

    NL

    161.044

    211.162

    31,1 %

    A

    103.542

    112.094

    8,3 %

    P

    40.459

    59.573

    47,2 %

    FIN

    60.051

    69.795

    16,2 %

    S

    139.206

    149.420

    7,3 %

    UK

    403.057

    675.191

    67,5 %

    ΣΥΝΟΛΟ

    3.532.288

    4.342.866

    22,9 %

     

    1996

    2002

    Αύξηση

    ΕΕ

    77.032

    83.371

    8,2%

    Η πολύ μικρή αυτή αύξηση είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτη αν σκεφθούμε ότι, στο μεταξύ, η Ένωση επιφορτίστηκε με όλο και περισσότερες πολιτικές. Απέκτησε έτσι πολλές νέες αρμοδιότητες, ενώ ταυτόχρονα οι δημοσιονομικοί της πόροι παρέμειναν πολύ περιορισμένοι.

    Η διαφορά ανάμεσα στα ανώτατα όρια των δαπανών και τις πραγματικές δαπάνες

    Όχι μόνο ο προϋπολογισμός της ΕΕ αυξήθηκε με πολύ βραδύτερο ρυθμό από τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών, αλλά επίσης, όσον αφορά τις πληρωμές[3], οι προϋπολογισμοί της ΕΕ τα τελευταία έτη παρέμειναν, όχι μόνο σημαντικά πιο κάτω από τα ανώτατα όρια των ιδίων πόρων που είχαν καθοριστεί από τα κράτη μέλη σε 1,27% του ΑΕΠ/1,24% του ΑΕΕ, αλλά και κάτω από τα ανώτατα όρια των πληρωμών των ισχυουσών δημοσιονομικών προοπτικών, τα οποία κυμαίνονται μεταξύ ενός ελάχιστου 1,07% του ΑΕΕ το 2000 και ενός μέγιστου 1,11% του ΑΕΕ το 2003 και το 2004:

    Πληρωμές ως % του ΑΕΠ/ΑΕΕ[4]

    Πληρωμές ως % του ΑΕΠ/ΑΕΕ

    1986

    0,99

    1996

    1,14

    1987

    0,96

    1997

    1,12

    1988

    1,03

    1998

    1,08

    1989

    0,94

    1999

    1,03

    1990

    0,94

    2000

    0,99

    1991

    1,03

    2001

    0,92

    1992

    1,09

    2002

    0,93

    1993

    1,18

    2003

    0,96

    1994

    1,04

    2004

    0,98

    1995

    1,04

    2005

    1,00

    Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ δαπάνησε εκατομμύρια ευρώ λιγότερα από ό,τι θα μπορούσε σύμφωνα με την απόφαση των κρατών μελών. Ιδίως μετά τη διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού του 2005, οπότε διαδραμάτισε για πρώτη φορά τόσο εξέχοντα ρόλο το ανώτατο όριο του 1% που θεσπίστηκε με την «Επιστολή των Έξι», παραμένει το ερώτημα πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το χάσμα ανάμεσα στο ανώτατο όριο των ιδίων πόρων (1,24%) και στις πραγματικά καταβληθείσες δαπάνες. Γιατί μένει αυτό το περιθώριο;

    Οι επικρίσεις κατά της συμφωνίας του Κοινοβουλίου με τις δημοσιονομικές προοπτικές, με την αυστηρή κατηγοριοποίηση των δαπανών και τα μάλλον ανελαστικά ανώτατα όρια που θέτουν για κάθε κατηγορία, αντικρούονταν πάντοτε με την επισήμανση ότι οι δημοσιονομικές προοπτικές εγγυώνται ταυτόχρονα τη σταθερή αύξηση των δαπανών, που είναι απαραίτητη για τη χρηματοδότηση νέων πολιτικών, σημαντικών για τους ευρωπαίους πολίτες. Ωστόσο, τα πραγματικά αριθμητικά μεγέθη (βλ. πίνακα ανωτέρω) δείχνουν ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα.

    Μικρό περιθώριο ελιγμών

    Συνολικά, η διάρθρωση των δαπανών της ΕΕ παρέμεινε λίγο-πολύ η ίδια τα τελευταία χρόνια. Παρά τις προσπάθειες για το αντίθετο, οι γεωργικές δαπάνες εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν γύρω στο 50% του προϋπολογισμού της ΕΕ[5]:

     

    1997

    1998

    1999

    2000

    2001

    2002

    2003

    2004*

    2005*

    Μερίδιο των γεωργικών δαπανών στις συνολικές δαπάνες της ΕΕ

     

    50,63%

     

    48,08%

     

    49,53%

     

    48,61%

     

    51,93%

     

    51,11%

     

    49,01%

     

    46,91%

     

    46,20%

    * Προϋπολογισμοί ΕΕ-25

    Το μερίδιο της γεωργίας στις δαπάνες, μαζί με τις πληρωμές των διαρθρωτικών ταμείων, αφήνει πολύ λίγο περιθώριο ελιγμών για ευελιξία για τη χρηματοδότηση νέων πολιτικών ή προτεραιοτήτων.

    Για παράδειγμα, θα επιτρέψουν πράγματι οι διαθέσιμοι πόροι να καταβληθούν προσπάθειες για την επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας υπέρ της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας; Ή, ακόμη πιο γενικά, θα μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες των 25 (ή 27) κρατών μελών σε σχέση με τη διατήρηση του κοινοτικού κεκτημένου, την αύξηση της συνοχής και την ενίσχυση των νέων πολιτικών για τα γειτονικά κράτη;

    Δεδομένου αυτού του δημοσιονομικού πλαισίου, μπορεί η Ένωση να εκπληρώσει τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 4 της Συνθήκης της Νίκαιας, σύμφωνα με το οποίο «η Ένωση διαθέτει τα μέσα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της και για την επιτυχή εφαρμογή των πολιτικών της»;

    Έτσι, στις προτάσεις της για τις νέες δημοσιονομικές προοπτικές, η Επιτροπή κινείται ανάμεσα σε δύο επιλογές: αφενός, να δοθούν στην Ένωση τα μέσα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της (διαδικασία της Λισαβόνας) και, αφετέρου, να ληφθούν υπόψη οι απειλές για δημοσιονομικές περικοπές που διατυπώθηκαν στην "Επιστολή των Έξι" μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών.

    Οι αναλήψεις υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση (RAL)

    Ενώ οι συζητήσεις για το ανώτατο όριο του 1% γίνονταν όλο και πιο ζωηρές, οι RAL (οι αναλήψεις υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση ως συνέπεια του χαμηλότερου επιπέδου των πληρωμών έναντι του επιπέδου των ανειλημμένων υποχρεώσεων)[6] συνέχισαν να αυξάνονται με σταθερό ρυθμό και μάλιστα πολύ ταχύτερα από ό,τι οι προϋπολογισμοί.

    Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει την εξέλιξη των συνολικών RAL σε σχέση με τον προϋπολογισμό (Τμήμα III, 1996-2005, σε εκατ. ευρώ):

    Το 1996, οι συνολικές RAL αντιπροσώπευαν μόνο το 56% του προϋπολογισμού, ενώ το 2003 είχαν ήδη αυξηθεί στο 107% του προϋπολογισμού. Καθώς οι κατηγορίες δαπανών 1 και 5, που μαζί αντιπροσωπεύουν γύρω στο 50% του προϋπολογισμού, αποτελούνται κυρίως από μη διαχωριζόμενες πιστώσεις και επομένως δεν έχουν RAL, οι αναλήψεις υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση συγκεντρώνονται στις κατηγορίες 2, 3, 4 και 7.

    Ακόμη και αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι πάντα υπήρχε κάποια διαφωνία ως το ποιο ύψος ή ποσοστό των RAL είναι «φυσιολογικό» και ποιο «μη φυσιολογικό», η γενική αντίληψη των RAL ως «ανεκτέλεστων πιστώσεων» είναι αναμφίβολα ένας παράγοντας που θα θιγεί στις μελλοντικές συζητήσεις για το μέλλον των ίδιων πόρων.

    Η πολιτική ευθύνη

    Η τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά τα οικονομικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι η πολιτική ευθύνη για τα έσοδα και τις δαπάνες της ΕΕ είναι κατανεμημένη σε περισσότερους ανεξάρτητους βασικούς φορείς.

    Ενώ τα έσοδα της Ένωσης καθορίζονται από τα εθνικά κοινοβούλια μέσω των φορολογικών πολιτικών των χωρών τους, επιπροσθέτως της συμμετοχής τους στις αποφάσεις για τους ίδιους πόρους αυτές καθαυτές, οι δαπάνες της Ένωσης αποφασίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

    Και πάλι εδώ υπάρχει κατανομή των ευθυνών –πράγμα που κάθε άλλο παρά συντελεί στη διαφάνεια– ανάλογα με την υποχρεωτική ή μη υποχρεωτική φύση των κοινοτικών δαπανών. Η διαφορά ανάμεσα στις υποχρεωτικές δαπάνες, όπου τον τελευταίο λόγο τον έχει το Συμβούλιο, και τις μη υποχρεωτικές δαπάνες, όπου η τελική απόφαση εναπόκειται στο Κοινοβούλιο, μπορεί μεν να έχει ιστορικούς λόγους, αλλά δεν είναι πλέον λογική και καθιστά το σύστημα ακόμα πιο δυσνόητο.

    Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, από την άλλη πλευρά, λαμβάνει όλο και πιο συχνά αποφάσεις για νέες πολιτικές ή νέες προτεραιότητες με μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές συνέπειες, κατά τα φαινόμενα χωρίς να πολυσκέφτεται πώς θα διαθέσει τους απαραίτητους πόρους η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή στο αυστηρό πλαίσιο των κατηγοριών των δημοσιονομικών προοπτικών.

    • [1]  Η μέθοδος που χρησιμοποιεί η Επιτροπή βασίζεται στις ίδιες αρχές με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της διόρθωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου. Η μέθοδος αυτή είναι η μόνη που έχει κάποιο βαθμό επίσημης αναγνώρισης βάσει της συμφωνίας του Φοντενμπλό του Ιουνίου 1984. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, καθώς οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι αποτελούν καθαρά κοινοτικά έσοδα, δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό των ισορροπιών. Για τους υπολογισμούς χρησιμοποιείται, αντίθετα, η κλείδα κατανομής των πληρωμών των κρατών μελών βάσει του ΦΠΑ και του ΑΕΠ/ΑΕΕ.
    • [2]  Το 1996 ήταν το πρώτο έτος κατά το οποίο ο συνολικός προϋπολογισμός της ΕΕ περιλάμβανε και τα 15 σημερινά κράτη μέλη.
    • [3]  Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τις αναλήψεις υποχρεώσεων, για τις οποίες τα πραγματικά αριθμητικά μεγέθη του προϋπολογισμού ούτε καν πλησίασαν ποτέ το ανώτατο όριο που καθορίστηκε στην απόφαση για το σύστημα ιδίων πόρων (1,31% του ΑΕΕ για τις αναλήψεις υποχρεώσεων και 1,24% του ΑΕΕ για τις πιστώσεις πληρωμών).
    • [4]  Τα μεγέθη για την περίοδο 1986-2002 βασίζονται στις εκτελεσθείσες πληρωμές. Τα μεγέθη για την περίοδο 2003‑2005 βασίζονται στον προϋπολογισμό.
    • [5]  Τα μεγέθη για την περίοδο 1997-2002 βασίζονται στις εκτελεσθείσες πληρωμές. Τα μεγέθη για την περίοδο 2003‑2005 βασίζονται στον προϋπολογισμό.
    • [6]  Οι RAL, συνεπώς, είναι κατά πρώτο λόγο άμεση και «φυσιολογική» συνέπεια των διαχωριζόμενων πιστώσεων. Ωστόσο, εκτός από αυτές τις φυσιολογικές RAL, οι συνολικές RAL, δηλ. το σύνολο των αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση όταν εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις για την εκκαθάρισή τους, περιλαμβάνουν επίσης τις δυνητικά μη φυσιολογικές RAL και τις πραγματικά μη φυσιολογικές RAL. Εξ ορισμού, οι δυνητικά μη φυσιολογικές RAL είναι αδρανείς αναλήψεις υποχρεώσεων για τις οποίες δεν έχουν γίνει πληρωμές κατά τα δύο τελευταία οικονομικά έτη ή παλαιές αναλήψεις υποχρεώσεων που έχουν καταχωρηθεί στους λογαριασμούς τουλάχιστον πέντε οικονομικών ετών. Οι πραγματικά μη φυσιολογικές RAL, κατ’ αντιδιαστολή, είναι το άθροισμα των αναλήψεων υποχρεώσεων που έχουν καταχωρηθεί στους λογαριασμούς χωρίς νομική ή πραγματική δικαιολογία για την πληρωμή τους.

    Εγγραφο ΕργασΙας ΑΡΙΘ. 3 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

    27 Ιανουαρίου 2005

    Σενάρια για το μέλλον των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

    Η ισχύουσα απόφαση του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο άρθρο 9 περιέχει μια ρήτρα επανεξέτασης, σύμφωνα με την οποία[1]

    Η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2006, μια γενική επανεξέταση του συστήματος ιδίων πόρων που θα συνοδεύεται ενδεχομένως από κατάλληλες προτάσεις, βάσει όλων των σχετικών παραγόντων, οι οποίες θα καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις διεύρυνσης στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού, τις δυνατότητες τροποποίησης της δομής των ιδίων πόρων δια της δημιουργίας ενός νέου αυτόνομου ίδιου πόρου, τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παραχωρείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και τη μείωση που χορηγείται στην Αυστρία, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία, βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1[2] .

    Κατόπιν αίτησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και με τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, η Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να υποβάλει την προαναφερόμενη έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος χρηματοδότησης πολύ νωρίτερα από την καθορισμένη ημερομηνία.

    Στις 14 Ιουλίου 1994 δημοσίευσε την έκθεσή της σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ιδίων πόρων[3] μαζί με μια πρόταση νέας απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το σύστημα των ιδίων πόρων, συνοδευόμενη από μια πρόταση για κανονισμό σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής της διόρθωσης των ανισορροπιών του προϋπολογισμού[4].

    Το Κοινοβούλιο είχε ήδη διατυπώσει τις απαιτήσεις του από ένα νέο σύστημα ιδίων πόρων στις τροπολογίες που υπέβαλε για την πρόταση του 1999, εκφράζοντας την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση

    · να δημιουργήσει ένα σύστημα που πρέπει να είναι «απλό και εύκολα κατανοητό από το κοινό»,

    · να το βασίσει σε κριτήρια που εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο «την ικανότητα συνεισφοράς των πολιτών της Ευρώπης», αποφεύγοντας ταυτόχρονα «να καταφύγει σε συστήματα αντισταθμίσεων με σκοπό την εξασφάλιση πόρων», αλλά διορθώνοντας αντίθετα τις ανισορροπίες «με την τροποποίηση της δομής των δαπανών»,

    · να «απομακρυνθεί σταθερά από την εξάρτηση από μεταφορές από τα κράτη μέλη»,

    · να «διορθώσει εκείνα τα χαρακτηριστικά των υφιστάμενων ιδίων πόρων της που προκαλούν σύγχυση λόγω των εξαιρέσεων που ισχύουν στις εθνικές συνεισφορές».

    Γενικευμένος διορθωτικός μηχανισμός

    Η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τους ιδίους πόρους δεν προβλέπει την εισαγωγή νέων πόρων χρηματοδότησης για τις επόμενες δημοσιονομικές προοπτικές. Η μεγαλύτερη αλλαγή που εισάγεται με την πρόταση αφορά τον διορθωτικό μηχανισμό για τις υπερβολικές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις των κρατών μελών, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως αρχή στο Fontainebleau το 1984.

    Η Επιτροπή υποστηρίζει την αντικατάσταση του υφιστάμενου συστήματος από έναν γενικευμένο διορθωτικό μηχανισμό (ΓΔΜ). Η πρόταση αυτή για έναν ΓΔΜ βασίζεται στο γεγονός ότι, παρά την πολύ θετική εξέλιξη της σχετικής του ευημερίας, μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να λαμβάνει μερική επιστροφή της συνεισφοράς του, ενώ αυτό δεν ισχύει για άλλους καθαρούς συνεισφέροντες με παρόμοιο ή χαμηλότερο επίπεδο ευημερίας.

    Οι αλλαγές στον βαθμό ευημερίας που απολαμβάνουν οι καθαροί συνεισφέροντες της ΕΕ από το 1984 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα:

    Κατά κεφαλή ΑΕΕ των καθαρών συνεισφερόντων
    (μέσος όρος ΕΕ-15 = 100)

     

    2003

    1984

    Ηνωμένο Βασίλειο

    111,2

    90,6

    Δανία

    111,1

    104,0

    Αυστρία

    109,8

    --

    Κάτω Χώρες

    106,6

    95,0

    Σουηδία

    104,0

    --

    Γαλλία

    104,2

    104,0

    Γερμανία

    98,6

    109,6

    Ιταλία

    97,3

    92,9

    Τα βασικά χαρακτηριστικά του γενικευμένου διορθωτικού μηχανισμού που θα ισχύουν για κάθε κράτος μέλος είναι:

    Ø ενεργοποίηση όταν οι καθαρές συνεισφορές υπερβαίνουν το 0,35% του ΑΕΕ ενός κράτους μέλους (αυτό το κατώφλι αντικατοπτρίζει το μέγιστο αποδεκτό επίπεδο δημοσιονομικής αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών)

    Ø επιστροφή των συνεισφορών που υπερβαίνουν το όριο με συντελεστή 66% (ο συντελεστής επιστροφής θα εφαρμόζεται σταδιακά για όλα τα κράτη μέλη εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο σε ποσοστό 33%, 50% και 66%)

    Ø περιορισμός του συνολικού όγκου των επιστροφών σε ποσό που δεν θα υπερβαίνει τα 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ ανά έτος, το οποίο χρηματοδοτείται από όλα τα κράτη μέλη αναλόγως του σχετικού μεριδίου τους στο ΑΕΕ.

    Για να μειωθούν οι επιπτώσεις της εισαγωγής του νέου συστήματος, το Ηνωμένο Βασίλειο θα λαμβάνει, εκτός από την τακτική διόρθωση, φθίνουσες συμπληρωματικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους 5 δισεκατομμυρίων ευρώ για μια περίοδο τεσσάρων ετών έως το 2011.

    Το κόστος των δημοσιονομικών διορθώσεων που συνεπάγεται η εισαγωγή του κατωφλίου ενεργοποίησης του 0,35% εκτιμάται έως 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2008-2013, ποσό που μπορεί να συγκριθεί με το συνολικό κόστος του υφιστάμενου διορθωτικού συστήματος των μελλοντικών δημοσιονομικών προοπτικών.

    Ως αποτέλεσμα του συστήματος, τα καθαρά υπόλοιπα των μεγαλύτερων καθαρών συνεισφερόντων θα βρίσκονται σε συγκρίσιμα επίπεδα, όπως φαίνεται παρακάτω:

    Εκτιμώμενα καθαρά δημοσιονομικά υπόλοιπα (μέσος όρος της περιόδου 2008-2001)

     

    σε % του ΑΕΕ

     

    Νέο διορθωτικό σύστημα

    Υφιστάμενο σύστημα

    Χωρίς διόρθωση

    Ηνωμένο Βασίλειο

    -0,51%

    -0,25%

    -0,62%

    Κάτω Χώρες

    -0,48%

    -0,56%

    -0,55%

    Γερμανία

    -0,48%

    -0,54%

    -0,52%

    Σουηδία

    -0,45%

    -0,50%

    -0,47%

    Αυστρία

    -0,41%

    -0,38%

    -0,37%

    Ιταλία

    -0,35%

    -0,41%

    -0,29%

    Γαλλία

    -0,33%

    -0,37%

    -0,27%

    Κύπρος

    -0,33%

    -0,37%

    -0,28%

    Δανία

    -0,25%

    -0,31%

    -0,20%

    Φινλανδία

    -0,19%

    -0,25%

    -0,14%

    Ισπανία

    0,26%

    0,23%

    0,32%

    Ιρλανδία

    0,51%

    0,47%

    0,56%

    Μάλτα

    1,10%

    1,06%

    1,16%

    Βέλγιο

    1,27%

    1,21%

    1,32%

    Σλοβενία

    1,34%

    1,31%

    1,40%

    Πορτογαλία

    1,54%

    1,50%

    1,60%

    Ελλάδα

    2,20%

    2,16%

    2,25%

    Ουγγαρία

    3,09%

    3,06%

    3,15%

    Τσεχική Δημοκρατία

    3,21%

    3,17%

    3,26%

    Σλοβακία

    3,31%

    3,27%

    3,36%

    Εσθονία

    3,79%

    3,76%

    3,85%

    Πολωνία

    3,80%

    3,76%

    3,85%

    Λιθουανία

    4,44%

    4,41%

    4,50%

    Λετονία

    4,45%

    4,40%

    4,51%

    Λουξεμβούργο

    5,84%

    5,80%

    5,89%

    Ίδιος πόρος με αυθεντική φορολογική βάση από το 2014

    Όπως φαίνεται παραπάνω, η νέα πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τους ίδιους πόρους δεν προβλέπει την εισαγωγή νέων πηγών χρηματοδότησης για τις επόμενες δημοσιονομικές προοπτικές, αλλά προσπαθεί να ανανεώσει τα εθνικά μερίδια συνεισφοράς μέσω του γενικευμένου διορθωτικού μηχανισμού. Εντούτοις, στην Έκθεσή της σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ιδίων πόρων, η Επιτροπή υποστηρίζει την εισαγωγή ενός αυθεντικού δημοσιονομικού ίδιου πόρου από το 2014[5].

    Με αυτόν τον νέο πόρο με φορολογική βάση η Επιτροπή στοχεύει στη «Σφυρηλάτηση δεσμών μεταξύ των πολιτών και του προϋπολογισμού της ΕΕ». Θα αυξήσει την κατανόηση των πολιτών για τους πόρους που προορίζονται για τον προϋπολογισμό της ΕΕ και θα αυξήσει την ευθύνη των φορέων λήψης αποφάσεων. Ο φορολογικός πόρος θα εισαχθεί σταδιακά για να αντικαταστήσει τον ισχύοντα πόρο ΦΠΑ, σε συνδυασμό με έναν πιο περιορισμένο πόρο βάσει του ΑΕΕ. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι αντικαθιστά υπάρχοντες πόρους, θα είναι ουδέτερος όσον αφορά το επίπεδο της χρηματοδότησης της ΕΕ.

    Στο τρέχον στάδιο της ολοκλήρωσης της ΕΕ, η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ΕΕ αποκλειστικά με φορολογικά έσοδα δεν αποτελεί ρεαλιστικό μέτρο και συνεπώς αυτό δεν προτείνεται.

    Οι τρεις εναλλακτικές λύσεις της Επιτροπής

    Οι τρεις κυριότερες υποψήφιες λύσεις που εξετάζει η Επιτροπή για την εφαρμογή ενός ίδιου πόρου με φορολογική βάση είναι:

    Ø ένα μερίδιο από τον φορολογικό συντελεστή επί της κατανάλωσης ενέργειας, το οποίο θα περιορίζεται στα καύσιμα αυτοκινήτων για οδικές μεταφορές (οικολογική φορολογία), ενώ εξετάζεται και η φορολογία επί των αεροπορικών καυσίμων και των συναφών εκπομπών ρύπων ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη για τον τερματισμό της ισχύουσας απαλλαγής των αεροπορικών καυσίμων από φόρους,

    Ø ένα μερίδιο από τον εθνικό συντελεστή ΦΠΑ, καθιστώντας τη χρηματοδότηση της ΕΕ περισσότερο κατανοητή για τους πολίτες (ο κοινοτικός και ο εθνικός συντελεστής ΦΠΑ θα πρέπει να εμφανίζονται ξεχωριστά στα τιμολόγια ή τις αποδείξεις),

    Ø ένα μερίδιο του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ως πιο μακροπρόθεσμη λύση.

    Με την επιλογή οποιασδήποτε εκ των τριών εναλλακτικών λύσεων, η ιδέα της ΕΕ ως Ένωση κρατών μελών και πολιτών θα μεταφερθεί στον τομέα της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η ενίσχυση της άμεσης σύνδεσης των πολιτών με τον προϋπολογισμό θα συνέβαλε επίσης στην εστίαση των διαβουλεύσεων για τις δαπάνες περισσότερο στην ουσία παρά στις αμιγώς εθνικές δημοσιονομικές καθαρές θέσεις.

    Δυνατότητα επίτευξης των εναλλακτικών λύσεων της Επιτροπής

    Όσον αφορά τη δυνατότητα επίτευξης των τριών λύσεων, επισημαίνονται τα εξής:

    Περίπτωση 1: Σύστημα ιδίων πόρων με φορολογικούς πόρους βασιζόμενους στην κατανάλωση ενέργειας

    Η εφαρμογή ενός φορολογικού πόρου βασιζόμενου στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές θα ήταν τεχνικά δυνατή σε διάστημα περίπου 3 έως 6 ετών. Θα ήταν σχετικά απλή από διοικητική άποψη, δεδομένου ότι η φορολογική βάση είναι ήδη εναρμονισμένη σε επίπεδο ΕΕ σύμφωνα με τη νέα οδηγία για τη φορολόγηση της ενέργειας[6].

    Κοινοτικοί συντελεστές της ΕΕ, ίσοι με λιγότερο από το μισό των ελάχιστων συντελεστών που καθορίζει η οδηγία, θα αρκούσαν για τη χρηματοδότηση του μισού κοινοτικού προϋπολογισμού.

    Περίπτωση 2: Σύστημα ιδίων πόρων με φορολογικό πόρο βασιζόμενο στον ΦΠΑ

    Η εισαγωγή ενός κοινοτικού συντελεστή ΦΠΑ μπορεί να είναι τεχνικά εφικτή σε διάστημα περίπου 6 ετών. Σε αντίθεση με τον σημερινό πόρο βάσει του στατιστικού ΦΠΑ, η εφαρμογή ενός κοινοτικού ΦΠΑ θα δημιουργούσε έναν σαφή και άμεσο δεσμό μεταξύ της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ και του πολίτη, ο οποίος θα αποκτούσε καλύτερη εικόνα του κόστους που συνεπάγεται η Ένωση. Τα προβλήματα που μπορούν να παρουσιαστούν στην περίπτωση αυτή σχετίζονται με την ατελή εναρμόνιση των συστημάτων ΦΠΑ των κρατών μελών, που συνδέεται κυρίως με τα αγαθά μηδενικού συντελεστή. Αν μπορούσαν να εξουδετερωθούν οι επιπτώσεις των μηδενικών συντελεστών, ο κοινοτικός συντελεστής θα είχε τον ίδιο αντίκτυπο σε παρόμοιες κατηγορίες φορολογουμένων σε ολόκληρη την Ένωση.

    Ένας κοινοτικός συντελεστής 1% θα επαρκούσε για την κάλυψη περίπου των μισών χρηματοδοτικών αναγκών του προϋπολογισμού της ΕΕ.

    Περίπτωση 3 – Σύστημα ιδίων πόρων με φορολογικό πόρο βασιζόμενο στα εισοδήματα των νομικών προσώπων

    Η εφαρμογή της λύσης αυτής θα ήταν η πλέον χρονοβόρα, τόσο από πολιτική όσο και από διοικητική άποψη. Θα απαιτούσε να προσδιοριστεί πρώτα μια κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση με έναν ελάχιστο συντελεστή φορολόγησης αντί για 25 διαφορετικά εθνικά φορολογικά συστήματα και πολυάριθμες νομοθεσίες, συμβάσεις και πρακτικές φορολογικού περιεχομένου.

    Δεδομένου ότι τα έσοδα από την φορολόγηση των εισοδημάτων των νομικών προσώπων είναι σημαντικά (σήμερα, αντιπροσωπεύουν συνολικά κατά μέσο όρο το 2,6% του συνολικού ΑΕΕ της Ένωσης), για τις ανάγκες του κοινοτικού προϋπολογισμού θα έπρεπε να αποδοθεί στην ΕΕ λιγότερο από το ένα τέταρτο των εσόδων αυτών.

    • [1]  ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σελ. 42.
    • [2]  Το άρθρο 5 παράγραφος 1 περιορίζει τη χρηματοδοτική συμμετοχή στο κόστος της βρετανικής διόρθωσης για την Αυστρία, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία στο ένα τέταρτο του κανονικού τους μεριδίου που προκύπτει από τον τρόπο υπολογισμού.
    • [3]  COM(2004)0505.
    • [4]  COM(2004)0501.
    • [5]  Αυτό εκφράζεται σε ένα άρθρο (άρθρο 9) της πρότασης σχετικά με τους ίδιους πόρους το οποίο έχει ως εξής: Η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο πρόταση για την τροποποίηση της δομής των ιδίων πόρων με την εισαγωγή ενός νέου ίδιου πόρου με αυθεντική φορολογική βάση, ο οποίος θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2014.
    • [6]  Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283 της 31.10.2003).

    Εγγραφο ΕργασΙας ΑΡΙΘ. 4 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

    8 Νοεμβρίου 2006

    Σημείο εκκίνησης

    Ιστορικό

    Αιτήματα του Κοινοβουλίου:

    Στη γνωμοδότησή του[1] στην πρόταση της Επιτροπής 1999 επί της οποίας βασίζεται το σημερινό σύστημα ιδίων πόρων, το Κοινοβούλιο ζήτησε τη δημιουργία ενός συστήματος ίδιων πόρων το οποίο πρέπει:

    · να είναι απλό και να γίνεται άμεσα κατανοητό από τους πολίτες,

    · να βασίζεται σε κριτήρια που εκφράζουν καλύτερα την ικανότητα συνεισφοράς ενώ, ταυτόχρονα, να αποφεύγεται η χρήση μηχανισμών αντιστάθμισης με σκοπό τη δημιουργία εσόδων,

    · να μην εξαρτάται από μεταφορές πόρων από κράτη μέλη, και

    · να καταργήσει τα στοιχεία εκείνα του υφισταμένου συστήματος τα οποία προξενούν σύγχυση εξαιτίας των απαλλαγών που εφαρμόζονται στις συνεισφορές των κρατών μελών.

    ... και απάντηση του Συμβουλίου

    Η απόφαση του Συμβουλίου[2] που εγκρίθηκε τελικά στις 29 Σεπτεμβρίου 2000 και άρχισε να ισχύει την 1η Μαρτίου 2002, δεν έκανε τίποτα για να ικανοποιηθούν τα αιτήματα αυτά: Κωδικοποίησε την έκπτωση υπέρ του ΗΒ καθώς και τις προσαρμογές των αναλογούντων μερών χρηματοδότησης για την έκπτωση υπέρ της Αυστρίας, Γερμανίας, Ολλανδίας και Σουηδίας - και αντί να προγραμματίσει τη σταδιακή κατάργηση της έκπτωσης υπέρ του ΗΒ πρόσθεσε έναν παρόμοιο μηχανισμό στα άλλα κράτη μέλη. Με την αύξηση του μεριδίου των παραδοσιακών ιδίων πόρων που μπορούν να παρακρατηθούν από τα κράτη μέλη σε αντιστάθμιση για τα δικά τους έξοδα είσπραξης από 10% σε 25%, μειώθηκε περαιτέρω το μέρος των κοινοτικών εσόδων από “παραδοσιακούς ίδιους πόρους”.

    Παρά ταύτα, παρ' όλες αυτές τις ρυθμίσεις που δεν ήταν αποδεκτές από το Κοινοβούλιο, η απόφαση του Συμβουλίου περιείχε και κάποιες ευκαιρίες για ένα "καλύτερο" μέλλον υπό τη μορφή μιας ρήτρας ενδελεχούς αναθεώρησης.

    Οι «προτάσεις Schreyer» του 2004

    Τον Ιούλιο 2004, σύμφωνα με το άρθρο 9 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με τους ίδιους πόρους, η Επιτροπή υπέβαλε την έκθεσή της σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ιδίων πόρων[3] καθώς και σχετικά με προτάσεις για νέα απόφαση που αφορά το σύστημα των ίδιων πόρων και μέτρα εφαρμογής της διόρθωσης των ανισορροπιών του προϋπολογισμού[4].

    Σε αυτήν την έκθεση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο να εξετάσει την εισαγωγή, έως το 2014, ενός νέου συστήματος χρηματοδότησης για την ΕΕ, επικεντρωμένου σε έναν βασικό φορολογικό πόρο ο οποίος θα συνδέεται με την ενέργεια, τον ΦΠΑ ή έναν φόρο επί των κερδών των επιχειρήσεων. Αυτός ο νέος πόρος με φορολογική βάση θα αντικαταστήσει τους υπάρχοντες πόρους και θα είναι κατά συνέπεια ουδέτερος όσον αφορά το επίπεδο χρηματοδότησης της ΕΕ.

    Προτάθηκαν τρεις κυρίως υποψήφιες λύσεις για την εφαρμογή ενός ίδιου πόρου με φορολογική βάση, και συγκεκριμένα:

    ·   ο φορολογικός συντελεστής επί της κατανάλωσης ενέργειας, το οποίο θα περιορίζεται στα καύσιμα αυτοκινήτων για οδικές μεταφορές[5]

    · ο εθνικός συντελεστής ΦΠΑ, που καθιστά τη χρηματοδότηση της ΕΕ περισσότερο κατανοητή για τους πολίτες[6]

    ·   φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων[7]

    Ένα σύστημα χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ αποκλειστικά με φορολογικά έσοδα δεν αποτελεί ρεαλιστικό μέτρο στο τρέχον στάδιο της ολοκλήρωσης της ΕΕ και συνεπώς δεν προτείνεται από την Επιτροπή. Ο φορολογικός πόρος θα εισαχθεί σταδιακά για να αντικαταστήσει τον ισχύοντα πόρο ΦΠΑ, σε συνδυασμό με έναν πιο περιορισμένο πόρο βάσει του ΑΕΕ.

    Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της εκπτώσεως υπέρ του ΗΒ, η Επιτροπή πρότεινε την προσαρμογή του ισχύοντος διορθωτικού μηχανισμού ώστε να εφαρμοσθεί σε όλους τους κύριους συνεισφέροντες, παρέχοντας ταυτόχρονα την εξασφάλιση σε όσους δεν επωφελούνται από τέτοια διόρθωση ότι το κόστος για αυτούς δεν θα αυξηθεί περιορίζοντας τον συνολικό όγκο των διορθώσεων στο μέγιστο ποσό.[8]

    Ο εισηγητής βρήκε πολύ ενδιαφέρουσες τις ιδέες της Επιτροπής και άξιες σοβαρής σκέψης. Παρά ταύτα, τα κράτη μέλη δεν φάνηκαν πρόθυμα να τις υλοποιήσουν και η νέα Επιτροπή, η οποία συστάθηκε το 2005, δεν κατέβαλε καμία σοβαρή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Φυσικά αυτή η αδράνεια οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και στο γεγονός ότι οι κοινοτικές δαπάνες και τα έσοδα δεν μπορούν να εξετασθούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

    Κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών το Δεκέμβριο του 2005, τα κράτη μέλη συμφώνησαν τελικά για νέες δημοσιονομικές προοπτικές για την περίοδο 2007 – 2013, μια συμφωνία για τις δαπάνες η οποία κατέστη δυνατή μόνο μετά από μεγάλες παραχωρήσεις για το ένα ή το άλλο κράτος μέλος σε θέματα εσόδων.

    Η «μεταρρύθμιση» που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 2005 των Βρυξελλών

    Προφανώς η πρόταση της Επιτροπής του 2006 η οποία αποσκοπεί στην εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πορισμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, καθιστά τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης σίγουρα όχι περισσότερο αλλά λιγότερο διαφανή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί εύκολα ούτε κατά πόσο εφαρμόζεται σωστά η αρχή της ισότητας. Και οι απαιτήσεις για ένα νέο σύστημα τις οποίες ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη θέση του το 1999 δεν έχουν ικανοποιηθεί.

    Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, μερικά κράτη μέλη πρέπει να επωφεληθούν, από το 2007 έως το 2013, από τη μείωση της συνεισφοράς του ΦΠΑ ή από μεγάλες μειώσεις στις δικές τους ετήσιες συνεισφορές ΑΕΠ. Αυτές οι μεγάλες μειώσεις θα χρηματοδοτηθούν από όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων και των δυο δικαιούχων.

    Η πρόταση, κατ' αρχή, αφήνει ανέπαφη τη διόρθωση του ΗΒ, τη λεγόμενη «έκπτωση υπέρ του ΗΒ», πλην των δαπανών στα νέα κράτη μέλη (τα οποία θα αποκλεισθούν από όλες τις δαπάνες που εξυπηρετούν τον υπολογισμό της διόρθωσης του ΗΒ). Παρά ταύτα, οι δαπάνες για την ΚΓΠ στα νέα κράτη μέλη δεν θα περιληφθούν στην εξαίρεση, δηλαδή ότι θα αποτελέσουν μέρος των συνολικών δαπανών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της έκπτωσης του ΗΒ.

    Γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου - έκθεση Lamassoure 2006

    Δεδομένου ότι η τελευταία πρόταση της Επιτροπής δεν ικανοποιεί επουδενί τα κριτήρια που όρισε το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του το 1999 και αντίκειται προς την προσωπική της πεποίθηση σ' ό, τι αφορά την ανάγκη για ριζική μεταρρύθμιση για περισσότερη απλούστευση, ισότητα και διαφάνεια, ο εισηγητής στην έκθεσή του που εγκρίθηκε στις 4 Ιουλίου 2006 περιορίστηκε σε προσθήκες στο κείμενο τονίζοντας τη σπουδαιότητα της επερχόμενης διαδικασίας επανεξέτασης.

    Οι τροπολογίες του απλώς αναφέρουν τους όρους επανεξέτασης και συμμετοχής του Κοινοβουλίου, όπως ορίζονται στη νέα διοργανική συμφωνία στις 17 Μαΐου 2007 σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Οι ιδιαίτερες διατάξεις για ορισμένα κράτη μέλη ίσως είναι αναπόφευκτες στο ισχύον σύστημα. Δεν είναι όμως διόλου επιθυμητές και πρέπει να θεωρηθούν ως αναγκαίο κακό έως ότου επινοηθεί ένα νέο, πραγματικά δίκαιο σύστημα στη διαδικασία επανεξέτασης.

    Στην έκθεσή του ο εισηγητής τόνισε επίσης ότι κατά την επανεξέταση τα πορίσματα του διαλόγου που έχει διεξαχθεί εδώ και κάποιο καιρό ανάμεσα στα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τους ίδιους πόρους πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη . Κατέληξε πως προτίθεται να υποβάλει εντός των προσεχών μηνών τα αποτελέσματα του έργου που διεξήγαγαν από κοινού τα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε μια σφαιρική έκθεση ιδίας πρωτοβουλίας σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της ΕΕ.

    • [1] 1 Ψήφισμα της 11ης Μαρτίου 1999 σχετικά με την ανάγκη να τροποποιηθεί και μεταρρυθμισθεί το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (έκθεση Haug).
    • [2] 2 Απόφαση του Συμβουλίου 2000/597.
    • [3] 3 (COM(2004)0505).
    • [4] 4 Και οι δυο προτάσεις περιέχονται στο COM(2004)501 τελικό/2
    • [5]  Εξετάσθηκε επίσης και η φορολογία επί των αεροπορικών καυσίμων και των συναφών εκπομπών ρύπων ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη για τον τερματισμό της ισχύουσας απαλλαγής των αεροπορικών καυσίμων από φόρους.
    • [6]  Δεν υπάρχει πρόσθετο φορολογικό βάρος δεδομένου ότι ο κοινοτικός συντελεστής θα αντισταθμιζόταν με ισόποση μείωση του εθνικού συντελεστή ΦΠΑ. Ο κοινοτικός και ο εθνικός συντελεστής ΦΠΑ θα πρέπει να εμφανίζονται ξεχωριστά στα τιμολόγια ή τις αποδείξεις.
    • [7]  Αυτή η εναλλακτική δυνατότητα θα απαιτούσε τον περισσότερο χρόνο για να τεθεί σε εφαρμογή τόσο από πολιτικής όσο και από διοικητικής άποψης δεδομένου ότι θα χρειάζονταν μία πολιτική συμφωνία ως προς την αρχή της επίτευξης μιας εναρμονισμένης φορολογικής βάσης πριν από τον καθορισμό ενός ελάχιστου ποσοστού.
    • [8]  Αυτός ο γενικής φύσεως μηχανισμός διόρθωσης θα ετίθετο σε λειτουργία εάν οι καθαρές συνεισφορές υπερέβαιναν το 0,35% του ΑΕΕ της κάθε χώρας. Οι συνεισφορές πάνω από το όριο αυτό θα επιστρέφονταν σε ποσοστό 66%. Το συνολικό ποσό επιστροφής θα περιοριζόταν σε ανώτατο όριο ύψους 7,5 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Η εισαγωγή του μηχανισμού θα έπρεπε να συνοδεύεται από μεταβατικά μέτρα για το ΗΒ προκειμένου να αμβλυνθούν οι δημοσιονομικές συνέπειες της αλλαγής για μία περίοδο τεσσάρων ετών.

    Εγγραφο ΕργασΙας ΑΡΙΘ. 5 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

    13 Νοεμβρίου 2006

    Προς επανεξέταση

    «Αν εμείς, ως βουλευτές, θέλουμε να έχουμε λόγο για τα οικονομικά της Ένωσης, τόσο από πλευράς εσόδων όσο και δαπανών, η διαδικασία επανεξέτασης 2008 - 2009, θα είναι ευκαιρία για μας, για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να ξεκινήσουμε αμέσως.»

    Λόρδος Grenfell στη συνοπτική παρουσίασή του στην ομάδα εργασίας 4 της

    Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το Μέλλον της Ευρώπης, 8-9 Μαΐου 2005

    Χρειάζεται μεταρρύθμιση

    Οι διαπραγματεύσεις για το νέο Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2007-2013 κατέδειξαν πως το σημερινό σύστημα των ιδίων πόρων δεν παρέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 (27) κρατών μελών μια στερεή και συναφή οικονομική βάση για να υλοποιηθούν οι πολιτικές επιλογές της. Η συνεισφορά των κρατών μελών εξακολουθεί να προέρχεται από τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Υπολογίζονται σύμφωνα με μια μέθοδο που καθίσταται όλο και πιο σκοτεινή, άδικη και την οποία αδυνατούν οι πολίτες να κατανοήσουν. Πέρα από αυτό, οι όροι λειτουργίας του σημερινού συστήματος αποφασίζονται κεκλεισμένων των θυρών χωρίς κανένα κοινοβουλευτικό έλεγχο.

    Ο εισηγητής είναι πεπεισμένος πως τα κοινοτικά έσοδα χρειάζονται να επανεξετασθούν εξ ολοκλήρου κατά τρόπον ώστε να κράτη μέλη να μη θέλουν μόνο να δαπανούν τα κοινοτικά κεφάλαια στους τομείς εκείνους όπου τα ίδια επωφελούνται περισσότερο αντί να επικεντρώνουν το διαθέσιμο χρήμα στις πολιτικές εκείνες που ευνοούν την Ευρώπη ως σύνολο και είναι σημαντικές για το μέλλον της.

    Η "πλήρης και ευρέως φάσματος επανεξέταση όλων των τομέων των κοινοτικών δαπανών και εσόδων συμπεριλαμβανομένης της έκπτωσης υπέρ της Βρετανίας"[1], την οποία ζήτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών του παρελθόντος Δεκεμβρίου από την Επιτροπή, ενόψει κατάρτισης έκθεσης για το 2008/2009, ενδέχεται να προσφέρει μια τελευταία ευκαιρία στο προβλεπόμενο μέλλον, να δημιουργήσει τέτοιο νέο και αληθινό ευρωπαϊκό σύστημα το οποίο θα μπορούσε να αρχίσει να λειτουργεί στην αρχή του επόμενου δημοσιονομικού πλαισίου που αρχίζει το 2014. Διότι έχουν αποτύχει μέχρι σήμερα όλες οι παρελθούσες προσπάθειες για να κατευθυνθεί η Ένωση προς ένα διαφανέστερο σύστημα που να είναι αυτό καθεαυτό δίκαιο.

    Συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια

    Όταν ο εισηγητής μελετούσε τις προτάσεις αυτές που υπέβαλε η Επιτροπή το 2004, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε εργασία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο θέμα των ίδιων πόρων με στόχο να επιτευχθεί μία δίκαιη, απλή και διαφανής λύση θα έπρεπε να γίνει σε στενή συνεργασία με τα κοινοβούλια των κρατών μελών διότι, εν τέλει, αυτά είναι που χρειάζεται να συμφωνήσουν για κάθε πρόταση που θα υποβληθεί.

    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το θέμα των ίδιων πόρων ετέθη στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης του Ιουνίου 2005 μεταξύ της Επιτροπής Προϋπολογισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των επιτροπών προϋπολογισμών των εθνικών κοινοβουλίων. Η θετική αντίδραση των εκπροσώπων των εθνικών κοινοβουλίων στο να εγγραφεί το θέμα των ίδιων πόρων στην ημερήσια διάταξη και οι ενδιαφέρουσες και ανοικτού χαρακτήρα συζητήσεις που διεξήχθησαν με την ευκαιρία αυτή, ενθάρρυναν τον εισηγητή να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

    Τον Νοέμβριο 2005, ένα ερωτηματολόγιο που συνέταξε ο εισηγητής απεστάλη σε όλες τις επιτροπές προϋπολογισμών των κοινοβουλίων των κρατών μελών. Στόχος αυτού του ερωτηματολογίου ήταν να διερευνηθεί το κατά πόσο θα μπορούσαν να θεσπιστούν ορισμένες κεντρικές θεμελιώδεις αρχές για τη μεταρρύθμιση του συστήματος των ίδιων πόρων τις οποίες θα μπορούσε να υποστηρίξει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μία αντιπροσωπευτική πλειοψηφία των κοινοβουλίων των κρατών μελών («παλαιών» και «νέων», «καθαρών συνεισφερόντων», Βορείων και Νοτίων κ.τ.λ.).

    Οι αντιδράσεις στο ερωτηματολόγιο αυτό ήταν ποικίλες: ορισμένα κοινοβούλια, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, επέλεξαν να μην δώσουν καμία απάντηση, άλλα απάντησαν γραπτώς και ορισμένα κάλεσαν τον εισηγητή σε προσωπική ανταλλαγή απόψεων. Μέχρι στιγμής, ο εισηγητής είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τις επιτροπές προϋπολογισμών του Λουξεμβούργου, της Πορτογαλίας, της Φινλανδίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας, του Βελγίου και της Ουγγαρίας.

    Με την ανάλυση των γραπτών απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο καθώς επίσης και των αποτελεσμάτων από τις διμερείς συνεδριάσεις, άρχισαν σιγά-σιγά να αναδύονται κάποια γενικά σημεία πιθανής συμφωνίας. Με αυτά ασχολήθηκε περαιτέρω η ομάδα εργασίας για τους ίδιους πόρους της διακοινοβουλευτικής συνεδρίαση στις 8 – 9 Μαΐου 2006, η οποία οργανώθηκε από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Αυστριακό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

    Πολλοί από αυτούς που συμμετείχαν στη συνεδρίαση αυτή έκριναν πως η ιδέα να υποστηριχθεί μια μελλοντική ανεπίσημη ομάδα εργασίας βουλευτών που θα τροφοδοτεί με υποδείξεις την επανεξέταση που έχει προγραμματισθεί για το 2008 / 2009 ως ένας σωστός τρόπος που θα εξασφαλίζει πως οι βουλευτές θα συμμετέχουν πλήρως στη διαδικασία[2]. Αυτή τη θετική τοποθέτηση για τη σύσταση μιας ομάδας εργασίας τη συμμερίστηκαν όσοι συμμετείχαν στην ετήσια συνεδρίαση των προέδρων των επιτροπών προϋπολογισμών των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τους η οποία διεξήχθη στις 21 Ιουνίου 2006 στις Βρυξέλλες και προσέφερε μια εξαίρετη ευκαιρία για έναν ακόμη γύρο συνομιλιών.

    Κατά τον εισηγητή, η προσεχής Μικτή Κοινοβουλευτική Συνεδρίαση στις 4-5 Δεκεμβρίου 2006 θα δώσει την ευκαιρία να προωθηθεί η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία επανεξέτασης και να κατευθύνει το διάλογο προς μια πιο διαρθρωμένη φάση. «Η μελλοντική χρηματοδότηση της Ένωσης» θα αποτελέσει αντικείμενο της ομάδας εργασίας. Θα ακολουθήσουν προφανώς ενδιαφέρουσες και παραγωγικές συζητήσεις βάσει του έργου που έχει ήδη γίνει από κοινού.

    Εάν συνεχιστούν οι κοινοβουλευτικές επαφές με το ίδιο πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ανοίγματος που είχαν όταν ξεκίνησαν αρχικά, ο εισηγητής είναι πεπεισμένος ότι θα ήταν δυνατόν να διαμορφωθεί, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κοινοβουλίων των κρατών μελών, κοινή αντίληψη περί βασικών αρχών ως προς τη μορφή που θα πρέπει να λάβει μελλοντικά το σύστημα των ίδιων πόρων.

    Έκθεση ιδίας πρωτοβουλία για το μέλλον ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Ο εισηγητής προτίθεται να παρουσιάσει τα αποτελέσματα της εργασίας, την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεξήγαγε από κοινού με τα κοινοβούλια των κρατών μελών για το μέλλον των ίδιων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό μορφή εκθέσεως πρωτοβουλίας με θέμα το μέλλον των ίδιων πόρων της ΕΕ η οποία θα συζητηθεί και θα τεθεί σε ψηφοφορία στην ολομέλεια την άνοιξη του 2007. Η έκθεση αυτή θα προσφέρει τότε ορισμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές για το έργο επανεξέτασης στην οποία καλείται να προβεί η Επιτροπή δίνοντας με τον τρόπο αυτό στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων σαφή εικόνα ως προς το ποιες θα μπορούσαν να είναι οι απόψεις των κοινοβουλίων των κρατών μελών για το μέλλον.

    Βασικές αρχές για οποιοδήποτε νέο σύστημα

    Με τις προτάσεις Schreyer το 2004 ως αφετηρία και τη μελέτη για τους ίδιους πόρους που ζήτησε το Κοινοβούλιο το 2005[3] ως περαιτέρω τροφή για σκέψη, ο εισηγητής, κατά τις πολυάριθμες συζητήσεις του με εκπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων, θα ήλπιζε να προκύψει συναίνεση για τους ακόλουθους ακρογωνιαίους λίθους μιας μεταρρύθμισης:

    · Πλήρης σεβασμός της φορολογικής κυριαρχίας των κρατών μελών

    Σε καμία περίπτωση ένα νέο σύστημα δεν παρέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση το δικαίωμα να εισπράττει φόρους. Μόνο τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν φορολογική κυριαρχία και αυτά μπορούν να επιτρέπουν στην Ένωση για μια περιορισμένη περίοδο να επωφεληθεί απευθείας από ένα ορισμένο μέρος φόρου. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί από το κράτος μέλος ανά πάσα στιγμή.

    · Φορολογική ουδετερότητα

    Εφόσον κατά τα λοιπά δεν υπάρχει αλλαγή, η μεταφορά μιας πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν πρέπει να αυξήσει τις γενικές δημόσιες δαπάνες ούτε τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών. Εφόσον ένα νέο σύστημα παράσχει απευθείας ένα μέρος του φόρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια αντίστοιχη μείωση θα πρέπει να σημειωθεί κάπου αλλού.

    · Καμία αλλαγή στην τάξη μεγέθους του κοινοτικού προϋπολογισμού

    Το ανώτατο όριο του 1,24% του ΑΕΠ θα θεωρηθεί δεδομένο. Η αναθεώρηση των ιδίων πόρων της Ένωσης δεν θα οδηγήσει σε οποιαδήποτε αύξηση του επιπέδου μεγέθους του προϋπολογισμού. Αυτή είναι ένα άλλο ζήτημα.

    · Σταδιακή καθιέρωση του νέου συστήματος

    Πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές περίοδοι για μια βαθμιαία καθιέρωση του νέου συστήματος. Εάν επιτευχθεί πολιτική συμφωνία, μια πρώτη φάση της μεταρρύθμισης θα μπορούσε να ξεκινήσει από το 2009. Ενώ θα διατηρηθεί το σύστημα των εθνικών εισφορών ως έχει, θα μπορούσε να τροποποιηθεί έτσι ώστε να καταστεί απλούστερο, διαφανέστερο και απολύτως ανάλογο προς τον πλούτο κάθε κράτους μέλους.

    · Καθιέρωση ενός σαφούς πολιτικού συνδέσμου ανάμεσα στη μεταρρύθμιση των εσόδων και στην μεταρρύθμιση των δαπανών

    Η μεταρρύθμιση της διάρθρωσης των κοινοτικών εισόδων και η μεταρρύθμιση της διάρθρωσης των κοινοτικών δαπανών πρέπει να συμβαδίσουν, όπως προβλέπεται στη Διακήρυξη 3 της νέας Διοργανικής Συμφωνίας. Η αλλαγή από ένα σύστημα εισφορών των κρατών μελών σε ένα σύστημα αυθεντικών ιδίων πόρων που θα διατίθενται απευθείας στην Ένωση, θα απαλλάξει επίσης τις κοινοτικές δαπάνες από οποιαδήποτε διεκδίκηση του τύπου «Δώστε μου τα χρήματά μου πίσω!».

    Περαιτέρω σκέψεις

    Ενώ είναι σαφές για τον εισηγητή πως δεν έχει φθάσει ακόμα η ώρα για μια πραγματική ευρωπαϊκή φορολογία, μακροπρόθεσμα, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο επιστροφής σ' ένα σύστημα σαν και αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί από τη Συνθήκη της Ρώμης. Θα μπορούσε να μειωθεί το άχθος επί των εθνικών ταμείων που συνεισφέρουν στα οικονομικά της ΕΕ με την απευθείας χορήγηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός φορολογικού πόρου, ο οποίος θα αποφασισθεί εντός ενός εθνικού πλαισίου αλλά θα συνδέεται στενά με τις κοινοτικές δραστηριότητες. Μια τέτοια δεύτερη φάση θα μπορούσε να καθιερωθεί προοδευτικά από το 2014.

    Για να γίνει χρήση ενημερωμένων και αξιόπιστων στοιχείων προκειμένου να διερευνηθούν συγκεκριμένες δυνατότητες ως προς τις μελλοντικές συνιστώσες των κοινοτικών εσόδων, ο εισηγητής περιμένει επίσης τα αποτελέσματα μιας μελέτης τη διεξαγωγή της οποίας ζήτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του 2006, η οποία θα επικεντρωθεί σε ορισμένους φόρους που θα μπορούσαν να είναι υποψήφιοι για ένα νέο σύστημα ιδίων πόρων. Για να ορίσει με σαφή τρόπο τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές, θα μπορούσε η Επιτροπή να κληθεί να υποβάλει έναν ενδελεχή κατάλογο των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των ισχυόντων εθνικών φόρων ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό ενώ θα τηρηθούν πλήρως οι προαναφερθείσες βασικές αρχές.

    Στην έκθεση πρωτοβουλίας του για τους ίδιους πόρους η οποία έχει προγραμματισθεί να υποβληθεί στην ολομέλεια την άνοιξη του 2007, ο εισηγητής, με βάση το έργο που επιτελέσθηκε πέρσι, και σε στενή συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια, αναμένει να είναι σε θέση να υποβάλει κάποιες συγκεκριμένες ιδέες για το πως θα μπορούσε να είναι ένα μελλοντικό σύστημα ιδίων πόρων που θα είναι δίκαιο και εύκολα κατανοητό από τους πολίτες μας και το οποίο θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς μηχανισμούς αντιστάθμισης και εθνικές εξαιρέσεις.

    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

    Διοργανική Συμφωνία για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση

    3. Δήλωση σχετικά με την επανεξέταση του δημοσιονομικού πλαισίου

    1. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. η Επιτροπή κλήθηκε να προβεί σε μία πλήρη, ευρέος φάσματος επανεξέταση που θα καλύπτει όλες τις πτυχές των κοινοτικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένης και της κοινής αγροτικής πολιτικής, και των πόρων, συμπεριλαμβανομένης και της έκπτωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου, και να υποβάλει έκθεση το 2008/2009. Η επανεξέταση αυτή πρέπει να συνοδεύεται με αξιολόγηση της λειτουργίας της διοργανικής συμφωνίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα συμμετάσχει στην επανεξέταση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας βάσει των ακόλουθων διατάξεων:

    - κατά τη φάση εξέτασης που έπεται της παρουσίασης της επανεξέτασης από την Επιτροπή, θα εξασφαλισθεί η διεξαγωγή κατάλληλων συζητήσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάσει του κανονικού πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στα θεσμικά όργανα και πως οι θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ληφθούν δεόντων υπόψη·

    - σύμφωνα με τα πορίσματά του Δεκεμβρίου 2005, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «μπορεί να λάβει αποφάσεις για όλα τα θέματα που καλύπτονται από την επανεξέταση». Tο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα συμμετάσχει σε οποιαδήποτε κανονική φάση παρακολούθησης του θέματος, σύμφωνα με τη σχετικές διαδικασίες και με πλήρη σεβασμό των θεσμοθετημένων δικαιωμάτων του.

    2. Η Επιτροπή αναλαμβάνει, ως μέρος της διαδικασίας διαβούλευσης και μελέτης που οδηγεί στην καθιέρωση της επανεξέτασης, να προβεί σε αναφορά σχετικά με την σε βάθος ανταλλαγή απόψεων που θα έχει με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά την ανάλυση της κατάστασης. Η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη την πρόθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ζητήσει τη διεξαγωγή διάσκεψης στην οποία θα συμμετάσχουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια με σκοπό την επανεξέταση του συστήματος των ιδίων πόρων. Θα θεωρήσει την έκβαση μιας τέτοιας διάσκεψης ως συμβολική στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας διαβούλευσης. Εξυπακούεται πως οι προτάσεις της Επιτροπής θα υποβληθούν εξ ολοκλήρου με δική της ευθύνη.

    20.12.2006

    • [1]  Ρήτρα αναθεώρησης που περιελήφθη στη Διοργανική Συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006 - βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ.
    • [2]  Σύνοψη της ομάδας εργασίας 4 όπως υποβλήθηκε στην ολομέλεια της ΜΚΣ στις 9 Μαΐου 2006
    • [3]  Ομάδα Μελέτης για τις Ευρωπαϊκές Πολιτικές (ΟΝΕΠ), 30 June 2005: Ίδιοι πόροι: Eξέλιξη του συστήματος σε μια ΕΕ των 25. Μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ ()

    προς την Επιτροπή Προϋπολογισμώνσχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (2006/2205(INI))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Bart Staes

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Ελέγχου των Προϋπολογισμών καλεί την Επιτροπή Προϋπολογισμών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    1.  Σημειώνει ότι το σύστημα εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απαρχαιωμένο. Οι εθνικές συνεισφορές, οι οποίες προορίζονταν αρχικά να αποτελούν συμπληρωματικούς πόρους, ("πόροι ΦΠΑ"), ή ειδικούς πόρους ("πόροι ΑΕΠ"), έχουν φθάσει σήμερα να συνιστούν το 90% της χρηματοδότησης της Ένωσης· έτσι, και λαμβάνοντας υπόψη τις πολυάριθμες τεχνικού χαρακτήρα προσαρμογές που εφαρμόσθηκαν στη διάρκεια των περασμένων ετών, το σημερινό σύστημα παρουσιάζει απαράδεκτες αδυναμίες, τις οποίες έχουν αναγνωρίσει τόσο η Επιτροπή, όσο και η Γραμματεία του Συμβουλίου·

    2.  υπογραμμίζει ότι το ισχύον σύστημα οδηγεί σε σοβαρή αποδυνάμωση του κοινοτικού πνεύματος· η χρηματοδότηση κοινών δαπανών μέσω εθνικών συνεισφορών σημαίνει ότι η συγκατάθεση της κάθε χώρας εξασφαλίζεται χάρη στη χρήση "δίκαιων επιστροφών"· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, εν αναμονή ενός νέου συστήματος ιδίων πόρων, να αντιμετωπίσουν τις ατέλειες του ισχύοντος συστήματος παραδοσιακών ιδίων πόρων, που βασίζεται στον ΦΠΑ και το ΑΕΠ, όπως επισημαίνει το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ετήσια έκθεση του 2005· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει, το ταχύτερο δυνατόν, μια πρόταση για έμμεσα μετρούμενες υπηρεσίες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης·

    3.  συμμερίζεται τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου[1] ότι είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί μεταρρύθμιση σε βάθος του συστήματος των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, αν η συζήτηση μιας τέτοιας μεταρρύθμισης συνδέεται άμεσα με διαπραγματεύσεις για χρηματικά ανώτατα όρια και ποσά που πρέπει να δαπανώνται για τις κοινοτικές πολιτικές στο πλαίσιο πολυετών δημοσιονομικών προοπτικών·

    4.  χαιρετίζει επομένως το γεγονός ότι η περί αναθεώρησης ρήτρα που συμφώνησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2005 παρέχει σαφώς τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της προετοιμασίας και της αποδοχής πλήρους αναθεώρησης του συστήματος ιδίων πόρων πριν από το τέλος των νέων δημοσιονομικών προβλέψεων·

    5.  υπενθυμίζει ότι όποιο σύστημα και να επιλεγεί θα πρέπει να είναι διαφανές και αποδοτικό ως προς το κόστος και να περιλαμβάνει την αρχή ότι τα στοιχεία όλων των επωφελουμένων από κοινοτικές χρηματοδοτήσεις πρέπει να δημοσιοποιούνται· ακόμη, θα πρέπει να διαρθρωθεί κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται οι απάτες και οι παρατυπίες και να τηρείται η αρχή της αποδοτικότητας της δαπάνης, ενώ, ταυτόχρονα, το Ελεγκτικό Συνέδριο θα ασκεί κατάλληλο και αποτελεσματικό έλεγχο σε όλα τα επίπεδα·

    6.  επαναλαμβάνει ότι κάθε τέτοιου είδους μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, ώστε να γίνει δεκτή από την κοινή γνώμη· δεν πρέπει ούτε να οδηγεί σε αύξηση των δημόσιων δαπανών, ούτε να προσθέτει επιπλέον βάρη στους φορολογουμένους· θα πρέπει να ζητηθεί από τις εθνικές ελεγκτικές υπηρεσίες και το Ελεγκτικό Συνέδριο της ΕΕ να επιβεβαιώνουν την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω αρχής·

    7.  πιστεύει ότι, για να γίνει σεβαστή η διπλή φύση της ΕΕ, ως ένωσης πολιτών και ένωσης κρατών, η απόφαση για ένα νέο σύστημα ιδίων πόρων θα πρέπει να ληφθεί από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο·

    8.  πιστεύει ότι θα πρέπει να αυξηθεί η δημοκρατική ευθύνη των θεσμικών οργάνων απέναντι στους φορολογουμένους, ώστε να ενισχυθεί και η εμπιστοσύνη των τελευταίων προς την Ένωση· η χρηματοδότηση της ΕΕ πρέπει να συνοδεύεται από την προσαρμογή του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου προς τη διάρκεια της θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

    9.  ·όσον αφορά τον ετήσιο προϋπολογισμό, είναι αναγκαία η κατάργηση, το ταχύτερο δυνατό, της διάκρισης μεταξύ υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών δαπανών, όπως προβλέπει ήδη η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος, ώστε να εξασφαλισθεί η αρμοδιότητα πλήρους συναπόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για όλες τις δημοσιονομικές κατηγορίες·

    10. καλεί την αρμόδια επιτροπή του να οργανώσει μια διάσκεψη σχετικά με το μέλλον του συστήματος ιδίων πόρων της Ένωσης, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Αριθμός διαδικασίας

    2006/2205(INI)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

    BUDG

    Γνωμοδότηση της
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    CONT
    7.9.2006

    Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

     

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
      Ημερομηνία ορισμού

    Bart Staes
    20.6.2006

    Εξέταση στην επιτροπή

    27.11.2006

    20.12.2006

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    20.12.2006

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    -:

    0:

    22

     

     

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Inés Ayala Sender, Herbert Bösch, Paul van Buitenen, Simon Busuttil, Paulo Casaca, Antonio De Blasio, Petr Duchoň, Szabolcs Fazakas, Christofer Fjellner, Ingeborg Gräßle, Umberto Guidoni, Dan Jørgensen, Ona Juknevičienė, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Jan Mulder, Bart Staes, Margarita Starkevičiūtė, Kyösti Virrankoski, Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Daniel Caspary, Valdis Dombrovskis, Paul Rübig

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

     

    • [1]  Βλ. παράγραφο 18 της Γνωμοδότησης αριθ. 2/2006 (ΕΕ C 203 της 25.8.2006, σελ. 50).

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ (1.2.2007)

    προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών

    σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (2006/2205(INI))

    Συντάκτρια γνωμοδότησης: Elisa Ferreira

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Προϋπολογισμών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    1.  επαναλαμβάνει την ανάγκη αναθεώρησης του σημερινού συστήματος ιδίων πόρων προκειμένου να καταστεί πιο διαφανές, πιο δίκαιο, πιο απλό, καλύτερα κατανοητό από τους ευρωπαίους πολίτες και πιο συμβατό με την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης·

    2.  τονίζει τη σημασία της συμμετοχής του Κοινοβουλίου στην «εις βάθος ανταλλαγή απόψεων» σχετικά με την αναθεώρηση του συστήματος ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στη Διοργανική Συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006·

    3.  αναγνωρίζει ότι η δύσκολη συζήτηση σχετικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013 καθώς και ο πολύπλοκος χαρακτήρας της τελικής συμφωνίας καταδεικνύουν τα όρια του ισχύοντος συστήματος και επιβεβαιώνουν τη σκοπιμότητα και την επικαιρότητα της παρούσας πρωτοβουλίας·

    4.  χαιρετίζει τη μέθοδο εργασίας που ακολουθεί ο εισηγητής και, ιδίως, τη στενή συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στα διάφορα στάδια της διαδικασίας, πράγμα που καθιστά δυνατή τη σύγκλιση·

    5.  θεωρεί ότι οι ίδιοι πόροι αποτελούν στοιχείο κλειδί για την αναθεώρηση των δημοσιονομικών προοπτικών· προτίθεται κατά συνέπεια να αρχίσει προετοιμασίες για το στοιχείο αυτό χωρίς άλλη καθυστέρηση, με τη χρησιμοποίηση μεθόδου που θα επιτρέπει τη συμμετοχή του συνόλου των αρμόδιων επιτροπών του, σύμφωνα με το επιτυχημένο προηγούμενο των αρχικών διαπραγματεύσεων·

    6.  προσβλέπει στο αποτέλεσμα των τεχνικών μελετών που ανέθεσε το Κοινοβούλιο τον Οκτώβριο 2006 ως βάση για την πολιτική επιλογή σχετικά με εναλλακτικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης του προϋπολογισμού, κάτι που όμως δεν θα πρέπει ούτε να αυξήσει τη φορολογική επιβάρυνση των ευρωπαίων πολιτών, ούτε να επιτρέψει συνέχιση της εφαρμογής των σημερινών αντισταθμιστικών συστημάτων στα επιμέρους κράτη μέλη· θεωρεί ότι θα πρέπει να εκτιμηθεί ο μακροοικονομικός αντίκτυπος των διάφορων υπό εξέταση μηχανισμών·

    7.  τονίζει ότι η αρχή της κυριαρχίας των κρατών μελών στα δημοσιονομικά θέματα πρέπει να συνδυάζεται με την ανάγκη εύρωστου κοινού προϋπολογισμού, ικανού να υποστηρίζει εκείνες τις πολιτικές που μπορούν να αναπτυχθούν αποτελεσματικότερα σε επίπεδο ΕΕ, όπως η ενίσχυση της εσωτερικής αλληλεγγύης και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας·

    8.  θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια και διαφάνεια για τους ευρωπαίους πολίτες όσον αφορά τους ιδίους πόρους της ΕΕ, ώστε να επιβληθεί η αναγκαία πειθαρχία στην Επιτροπή και στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή όσον αφορά τις αποφάσεις τους σχετικά με τις δαπάνες·

    9.  υπογραμμίζει την ανάγκη να στηρίζεται το νέο σύστημα στην αρχή της προοδευτικότητας και συνεπώς να αντικατοπτρίζει, όπου είναι αναγκαίο, το επίπεδο εισοδήματος των επιμέρους κρατών μελών προκειμένου να προσδιορίζονται οι δυνατότητες συνεισφοράς τους στον προϋπολογισμό της ΕΕ·

    10. επισημαίνει και πάλι τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αύξηση των κρατών μελών στη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ολοκλήρωση, ιδίως σε ό,τι αφορά τις πολιτικές της για τη συνοχή· υποστηρίζει για το λόγο αυτό ότι κάθε αναθεώρηση του ισχύοντος συστήματος ιδίων πόρων πρέπει να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των προηγούμενων και των περαιτέρω διευρύνσεων·

    11. υποστηρίζει ότι πρέπει να διερευνηθούν πλήρως οι δυνατότητες των υπαρχόντων φορολογικών καθεστώτων πριν εξετασθούν νέα, ώστε να αποφευχθεί η θέσπιση νέων καθεστώτων που ενδεχομένως θα συνεπάγονται αυξημένη φορολογική πίεση·

    12. τονίζει ότι, όπως αναφέρεται στη νέα Διοργανική Συμφωνία, το πνεύμα της γενικής αναθεώρησης πρέπει να καλύπτει και τα έσοδα και τις δαπάνες του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένης της ριζικότερης αναθεώρησης ορισμένων τομέων δαπανών, όπως εκείνων που συνδέονται με την κοινή γεωργική πολιτική, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει, από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών, έναν προϋπολογισμό που θα συμβάλλει στην επιτυχία της στρατηγικής της Λισσαβόνας·

    13. υποστηρίζει τη σταδιακή καθιέρωση τυχόν νέων χρηματοδοτικών μηχανισμών, όπως ενός συστήματος γνήσιων ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μορφή, για παράδειγμα, φόρου προστιθέμενης αξίας, ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα οχημάτων οδικών μεταφορών, ειδικού φόρου κατανάλωσης στον καπνό ή στα οινοπνευματώδη, περιβαλλοντικού φόρου, ή ενός ποσοστού του φόρου εταιρειών το οποίο θα υπολογίζεται σύμφωνα με κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση κατά τη διάρκεια μιας παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Αριθμός διαδικασίας

    2006/2205(INI)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

    BUDG

    Γνωμοδότηση της
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    ECON
    16.11.2006

    Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

     

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
      Ημερομηνία ορισμού

    Elisa Ferreira
    24.10.2006

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    19.12.2006

    23.1.2007

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    30.1.2007

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    41

    0

    1

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Zsolt László Becsey, David Casa, Konstantin Dimitrov, Pervenche Berès, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Ieke van den Burg, Elisa Ferreira, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Donata Gottardi, Sophia in 't Veld, Othmar Karas, Piia-Noora Kauppi, Evgeni Kirilov, Wolf Klinz, Christoph Konrad, Kurt Joachim Lauk, Andrea Losco, Astrid Lulling, Gay Mitchell, Cristobal Montoro Romero, Joseph Muscat, John Purvis, Alexander Radwan, Bernhard Rapkay, Eoin Ryan, Antolín Sánchez Presedo, Manuel António dos Santos, Olle Schmidt, Margarita Starkevičiūtė, Ivo Strejček, Sahra Wagenknecht, Lars Wohlin

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Harald Ettl, Vladimír Maňka, Thomas Mann, Giovanni Pittella

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Dariusz Maciej Grabowski, Holger Krahmer, Kurt Lechner, Heide Rühle

    Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

    ...

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (27.2.2007)

    προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών

    σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (2006/2205(INI))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Gerardo Galeote

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Περιφερειακής Ανάπτυξης καλεί την Επιτροπή Προϋπολογισμών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    1.  χαιρετίζει την απόφαση που έλαβε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2005 με την οποία καλείται η Επιτροπή να αναλάβει μία πλήρη, ευρέος φάσματος ανασκόπηση όλων των πτυχών των δαπανών και πόρων της ΕΕ και να παρουσιάσει σχετική έκθεση το 2008/2009· χαιρετίζει επίσης τη δήλωση σχετικά με την ανασκόπηση του δημοσιονομικού πλαισίου η οποία επισυνάπτεται στη διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση[1]· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε να προβλεφθούν νέες ελαφρύνσεις για ορισμένα καθαρώς συνεισφέροντα κράτη, καθιστώντας έτσι το σύστημα των ιδίων πόρων ακόμη πιο περίπλοκο και αυξάνοντας περαιτέρω τη βαρύτητα της κοντόφθαλμης έννοιας της δίκαιης επιστροφής·

    2.  υπενθυμίζει ότι η αρχή της οικονομικής αυτονομίας, όπως εξαγγέλλεται στο άρθρο 269 της Συνθήκης ΕΚ και υλοποιείται από την απόφαση του Συμβουλίου 70/243/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ της 21ης Απριλίου 1970 περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των Κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων[2], βασιζόταν στη βούληση να εξασφαλίζεται αφενός ότι η Κοινότητα διαθέτει επαρκείς πόρους για να παραμένει ανεξάρτητη από τα θέματα που απασχολούν τα κράτη μέλη και αφετέρου ότι γίνεται σεβαστή η αρχή της αλληλεγγύης επί της οποίας και εδράζεται η περιφερειακή πολιτική της Ένωσης·

    3.  αναγνωρίζει ότι οι αρχές της φορολογικής κυριαρχίας, της επικουρικότητας της φορολογικής ουδετερότητας και της λογοδοσίας πρέπει να τηρούνται·

    4.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει σοβαρά στο πλαίσιο της ανασκόπησης 2008 που θα διενεργήσει πόσο αναγκαίο είναι να εξασφαλίζεται άμεσος, απλός και διαφανής σύνδεσμος ανάμεσα στους πόρους της Ένωσης και τους πολίτες της Ένωσης, με την καθιέρωση λιγότερο περίπλοκου και πιο δημοκρατικού συστήματος πόρων για την Ένωση, και την παροχή καλύτερης ενημέρωσης, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τις σε περιφερειακή κλίμακα ανησυχίες όσον αφορά την προέλευση της χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

    5.  προτείνει κατά την εξασφάλιση αυτού του συνδέσμου να πρέπει να εξετάζεται δεόντως το ενδεχόμενο καταβολής τμήματος ενός προσδιορισμένου φόρου στον προϋπολογισμό της Ένωσης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των διατάξεων της Συνθήκης για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές (άρθρο 299, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ)·

    6.  αναγνωρίζει ότι στο προβλέψιμο μέλλον και έχοντας κατά νου τις μελλοντικές αρμοδιότητες και ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συνεισφορές των κρατών μελών θα παραμείνουν σημαντική πηγή εσόδων για την Ένωση, ενθαρρύνει όμως την Επιτροπή να προτείνει σύστημα αποκτήσεως εσόδων το οποίο θα μειώνει τη σχετική σημασία αυτών των συνεισφορών των κρατών μελών, διατηρώντας, ωστόσο, μια ελάχιστη συνεισφορά με βάση την ευημερία κάθε κράτους μέλους·

    7.  τονίζει πόσο αναγκαίο είναι να εξασφαλίζεται ότι οιοδήποτε νέο σύστημα αντικατοπτρίζει τη σχετική ευμάρεια εκάστου κράτους μέλους και την ικανότητά του να καταβάλλει πόρους·

    8.  καλεί τους ευρωπαίους κυβερνώντες να μην περιορίζουν τις συζητήσεις τους στο ζήτημα των δαπανών αλλά να εκθέτουν επίσης τα οφέλη από τις δαπάνες αυτές καθώς και την απόδοση των επενδύσεων, κυρίως για τα παλαιότερα κράτη μέλη·

    9.  απαιτεί η 'αρχή του Φονταινεμπλώ' να γίνεται σεβαστή, στο βαθμό όπου δεν υπονομεύει τη γεωγραφική συνοχή της ΕΕ, και κατά συνέπειαν επιστροφές οι οποίες προδήλως δεν δικαιολογούνται πλέον να καταργηθούν·

    10. ελπίζει ότι τα σε περιφερειακή κλίμακα μελήματα θα λαμβάνονται υπόψη στον διάλογο σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος ιδίων πόρων που διεξάγεται από τα κοινοβούλια των κρατών μελών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διάλογο στο πλαίσιο του οποίου πρέπει επίσης να κληθεί να εκφέρει γνώμη η Επιτροπή των Περιφερειών.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Αριθμός διαδικασίας

    2007/2205(INI)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

    BUDG

    Γνωμοδότηση της
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    REGI
    7.9.2006

    Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

     

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
      Ημερομηνία ορισμού

    Gerardo Galeote
    24.11.2004

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    19.12.2006

    1.2.2007

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    27.2.2007

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +: 36

    –: 5

    0: 1

     

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Σταύρος Αρναουτάκης, Elspeth Attwooll, Tiberiu Bărbuleţiu, Jean Marie Beaupuy, Antonio De Blasio, Gerardo Galeote, Eugenijus Gentvilas, Ambroise Guellec, Pedro Guerreiro, Zita Gurmai, Marian Harkin, Jim Higgins, Filiz Husmenova, Alain Hutchinson, Mieczysław Edmund Janowski, Gisela Kallenbach, Tunne Kelam, Evgeni Kirilov, Constanze Angela Krehl, Jamila Madeira, Mario Mantovani, Sérgio Marques, Miguel Angel Martínez Martínez, Lambert van Nistelrooij, Jan Olbrycht, Maria Petre, Markus Pieper, Bernard Poignant, Elisabeth Schroedter, Stefan Sofianski, Catherine Stihler, Margie Sudre, Oldřich Vlasák

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Brigitte Douay, Den Dover, Emanuel Jardim Fernandes, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Ljudmila Novak, Francisca Pleguezuelos Aguilar

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Simon Busuttil, Wolf Klinz, Thomas Wise

    Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

     

    • [1]  ΕΕ C 139, 14.6.2006, σελ. 1.
    • [2]  ΕΕ L 94, 28.4.1970, σελ. 19.

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ (23.1.2007)

    προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών

    σχετικά με το μέλλον των ίδιων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (2006/2205(INI))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Carlos Carnero González

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Προϋπολογισμών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    1.  Διαπιστώνει ότι το ισχύον σύστημα για τους ίδιους πόρους της Ένωσης ούτε είναι διαφανές και κατανοητό για τους πολίτες, ούτε πληροί τους στόχους που έχουν ορισθεί από τις Συνθήκες, ιδίως όσον αφορά την εξασφάλιση της οικονομικής αυτονομίας της Ένωσης·

    2.  εκτιμά ότι είναι απαραίτητο να προσαρμοσθεί το σύστημα των ίδιων πόρων στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενισχύουν τόσο τα δικαιώματα των πολιτών όσο και τον ρόλο τους στην Ένωση·

    3.  επισημαίνει ότι το ισχύον σύστημα, αντί να εξασφαλίζει στην ΕΕ επαρκείς ίδιους πόρους για την εφαρμογή των πολιτικών της, καθιστά ολοένα και περισσότερο ακατανόητη για τους πολίτες την κοινοτική χρηματοδότηση και οδηγεί σε διαπραγματεύσεις έκπτωσης μεταξύ των κρατών μελών -είτε αυτά συνεισφέρουν είτε εισπράττουν-, στη βάση της λεγόμενης "δίκαιης επιστροφής", η οποία παραγνωρίζει πλήρως τα διάφορα πλεονεκτήματα που απολαύουν όλοι οι κοινοτικοί εταίροι, ως ανήκοντες στην Ένωση, καθώς και κάθε λογική συνοχής·

    4.  υποστηρίζει συνεπώς την εις βάθος αναθεώρηση του συστήματος χρηματοδότησης της Ένωσης (τόσο των δαπανών όσο και των εσόδων), που η Επιτροπή δεσμεύθηκε να πραγματοποιήσει για το 2008/2009, βάσει των συμφωνιών που επετεύχθησαν κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2005 και σύμφωνα με την Δήλωση για την αναθεώρηση του Δημοσιονομικού Πλαισίου που επισυνάφθηκε στην Διοργανική Συμφωνία, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για την δημοσιονομική πειθαρχία και την χρηστή δημοσιονομική διαχείριση της 17ης Μαΐου 2006·

    5.  θεωρεί απαραίτητο ένα νέο σύστημα ίδιων πόρων της ΕΕ το οποίο

         -θα αποτελείται από πραγματικά ίδιους πόρους και όχι από εθνικές συνεισφορές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό·

         -θα μπορεί να προωθεί τη συνοχή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

         -θα εξασφαλίζει στην Ένωση επαρκή μέσα για την κατάλληλη χρηματοδότηση των πολιτικών της, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των μελλοντικών διευρύνσεων για την αμεσότερη σύνδεση των δαπανών με τις πολιτικές της προτεραιότητες·

         -θα είναι διαφανές και εύκολα κατανοητό·

         -θα υπόκειται σε απολύτως δημοκρατικές διαδικασίες λήψεως των αποφάσεων και ελέγχου·

         -θα είναι αμερόληπτο·

    6.  προς τον σκοπό αυτό, εκτιμά ότι είναι σκόπιμη η σταδιακή καθιέρωση ενός πραγματικά ίδιου πόρου της Ένωσης, φορολογικής φύσεως, που θα ελευθέρωνε την Ένωση από την εξάρτηση της μεταφοράς οικονομικών πόρων από τα κράτη μέλη, με τον οποίο θα αποκαθίσταται άμεση σχέση μεταξύ των πολιτών και των οικονομικών της Ένωσης, πόρου αποτελεσματικού και δίκαιου ο οποίος δεν θα συνεπάγεται αύξηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης των φορολογουμένων·

    7.  Όσον αφορά τους μηχανισμούς λήψεως των αποφάσεων επί του θέματος των ίδιων πόρων,

         -επιβεβαιώνει, σε πρώτη φάση, την συμφωνία του με τις προβλέψεις του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, ήτοι βασικές διατάξεις στο πλαίσιο ευρωπαϊκού νόμου του Συμβουλίου, μετά από διαβούλευση με το ΕΚ και έγκριση από όλα τα κράτη μέλη κατά την συνταγματική τους τάξη, αφ' ενός και εκτελεστικά μέτρα βάσει νόμου του Συμβουλίου εγκεκριμένου με ειδική πλειοψηφία και μετά από έγκριση του ΕΚ, αφ' ετέρου·

         -υπενθυμίζει, παρά ταύτα, ότι οι προβλέψεις αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής συμφωνίας επί των οικονομικών θεμάτων της Ένωσης η οποία κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και βασίζεται στα εξής στοιχεία:

    · διατήρηση του καθεστώτος της τελικής απόφασης σχετικά με τους ίδιους πόρους από τα κράτη μέλη,

    · ενσωμάτωση στη Συνθήκη του ισχύοντος δημοσιονομικού πλαισίου με νόμο για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο για τον οποίο απαιτείται η συμφωνία του Συμβουλίου και του ΕΚ,

    · κατάργηση της διάκρισης μεταξύ υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών δαπανών στον ετήσιο Προϋπολογισμό,

    · εκχώρηση στο ΕΚ αποφασιστικής εξουσίας επί του συνόλου του ετησίου προϋπολογισμού·

    8.  υπογραμμίζει ότι περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης θα συνεπάγεται απαραίτητα και απλοποίηση της διαδικασίας λήψεως των αποφάσεων σχετικά με τους ίδιους πόρους, ώστε να είναι αποτελεσματικότερη και να παρέχει στο ΕΚ την εξουσία της έγκρισής τους, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών, ώστε να είναι πλήρως κοινοτική·

    9.  εκτιμά ότι γι' αυτήν την αναθεώρηση απαιτείται, ταυτόχρονα με την μεταρρύθμιση του συστήματος των ίδιων πόρων, η αναδιατύπωση των στόχων των δαπανών της Ένωσης για την ενίσχυση του συνόλου των πολιτικών της, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της διαδικασίας της ευρωπαϊκής οικοδόμησης και με βάση έναν κοινό προβληματισμό του ΕΚ, της Επιτροπής, του Συμβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων·

    10. εκτιμά ότι η αναθεώρηση εις το μέσον της διαδρομής του δημοσιονομικού πλαισίου αποτελεί την ευκαιρία για την αναδιατύπωση των πολιτικών στόχων της Κοινότητας, επιθυμεί, κατά συνέπεια, να προετοιμάσει χωρίς καθυστέρηση την αναθεώρηση αυτή με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων επιτροπών του, όπως και κατά την αρχική διαπραγμάτευση·

    11. εκφράζει, ως εκ τούτου, την ικανοποίησή του για την μεθοδολογία που ακολούθησε ο επί της ουσίας εισηγητής, όσον αφορά τον διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και τον εποικοδομητικό διάλογο που υπήρξε μέχρι τώρα στο πλαίσιο των Κοινοβουλευτικών φόρουμ σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Το μέλλον των ίδιων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Αριθμός διαδικασίας

    2006/2205(INI)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

    BUDG

    Γνωμοδότηση της
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    AFCO
    7.9.2006

    Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

     

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
      Ημερομηνία ορισμού

    Carlos Carnero González
    23.11.2006

    Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    23.11.2006

    22.1.2007

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    23.1.2007

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    15

    2

    1

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    James Hugh Allister, Carlos Carnero González, Richard Corbett, Jean-Luc Dehaene, Panayiotis Demetriou, Andrew Duff, Ingo Friedrich, Bronisław Geremek, Genowefa Grabowska, Jo Leinen, Íñigo Méndez de Vigo, Marie-Line Reynaud, Adrian Severin, Alexander Stubb, Riccardo Ventre

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Ashley Mote, Gérard Onesta, Jacek Protasiewicz

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

     

    Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

     

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Αριθ. διαδικασίας

    2006/2205(INI)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
    Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης

    BUDG
    7.9.2006

    Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
    Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    CONT
    12.10.2006

    ECON
    7.9.2006

    REGI

    7.9.2006

    AFCO

    7.9.2006

     

    Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
      Ημερομηνία της απόφασης


     

     

     

     

    Ενισχυμένη συνεργασία
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια


     

     

     

     

    Εισηγητής(ές)
      Ημερομηνία ορισμού

    Alain Lamassoure
    20.9.2004

     

    Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

     

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    28.11.2006

    5.12.2006

    24.1.2007

    26.2.2007

    12.3.2007

    Ημερομηνία έγκρισης

    12.3.2007

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +

    -

    0

    28

    5

    1

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Richard James Ashworth, Reimer Böge, Herbert Bösch, Simon Busuttil, Joan Calabuig Rull, Gérard Deprez, Brigitte Douay, James Elles, Salvador Garriga Polledo, Neena Gill, Ingeborg Gräßle, Nathalie Griesbeck, Louis Grech, Catherine Guy-Quint, Jutta Haug, Ville Itälä, Ralf Walter, Anne E. Jensen, Wiesław Stefan Kuc, Zbigniew Krzysztof Kuźmiuk, Alain Lamassoure, Janusz Lewandowski, Vladimír Maňka, Mario Mauro, Francesco Musotto, Gianni Pittella, Nina Škottová, László Surján, Helga Trüpel, Kyösti Virrankoski

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Thijs Berman, Richard Corbett, Bárbara Dührkop Dührkop, Michael Gahler, Romana Jordan Cizelj, Paul Rübig, José Albino Silva Peneda, Margarita Starkevičiūtė, Peter Šťastný

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

     

    Ημερομηνία κατάθεσης

    13.3.2007

    Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)