ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τις συνέπειες για τη δημόσια υγεία της συντριβής αεροσκάφους στο Thule το 1968 (Αναφορά 720/2002)

20.4.2007 - (2006/2012 (INI))

Επιτροπή Αναφορών
Εισηγήτρια: Diana Wallis

Διαδικασία : 2006/2012(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0156/2007
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0156/2007
Συζήτηση :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις συνέπειες για τη δημόσια υγεία της συντριβής αεροσκάφους στο Thule το 1968 (Αναφορά 720/2002)

(2006/2012 (INI))

 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

 έχοντας υπόψη την αναφορά 720/2002,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 21 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο παρέχει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 194 αυτής,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 107γ της Συνθήκης ΕΚΑΕ και το άρθρο 194 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο παρέχει στους πολίτες της Ένωσης, καθώς και σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος μέλος, το δικαίωμα να υποβάλλουν, ατομικά ή από κοινού με άλλους πολίτες ή πρόσωπα, αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέμα που υπάγεται στους τομείς δραστηριοτήτων των Κοινοτήτων και το οποίο τους αφορά άμεσα,

 έχοντας υπόψη την οδηγία του Συμβουλίου 96/29/Ευρατόμ της 13ης Μαΐου 1996 για τον καθορισμό των βασικών κανόνων ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες[1],

 έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Απριλίου 2005 και της 9ης Μαρτίου 2006 στις υποθέσεις C-61/03 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου και C-65/04 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 192, παράγραφος 1 του Κανονισμού του,

 έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A6‑0156/2007),

Α.  εκτιμώντας τα ουσιαστικά ζητήματα και τα σοβαρά προβλήματα που έθιξε ο αναφέρων και τον ζωτικής σημασίας στόχο της προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος από κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, όπως αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναφορά κατέστησε γνωστό το γεγονός ότι εργαζόμενοι και μέλη του πληθυσμού δέχθηκαν ακτινοβολία από εξαιρετικά επικίνδυνο οπλικό πλουτώνιο μετά τη συντριβή ενός αεροσκάφους B-52 των ΗΠΑ που μετέφερε πυρηνικά όπλα στο Thule της Γροιλανδίας το 1968,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί από τους επιζώντες στο Thule απεβίωσαν από ασθένειες που σχετίζονται με την ακτινοβολία, λόγω της έλλειψης ιατρικής παρακολούθησης και ότι οι σημερινοί επιζώντες κινδυνεύουν να προσβληθούν από τέτοιες θανατηφόρες ασθένειες,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρακολούθηση της υγείας των επιζώντων στο Thule θα διευκόλυνε την έγκαιρη διάγνωση των ασθενειών που οφείλονται στην ακτινοβολία και την αντιμετώπισή τους,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβέρνηση της Δανίας εξέφρασε την πρόθεσή της να προαγάγει τη μέγιστη διαφάνεια όσον αφορά την επιχείρηση «καθαρισμού» μετά τη συντριβή του αεροσκάφους στο Thule,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2, παράγραφος β, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ) ορίζει ότι η Κοινότητα πρόκειται «να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους»,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το κεφάλαιο της Συνθήκης ΕΚΑΕ για την Προστασία της Υγείας αποτελεί «ένα διαρθρωμένο σύνολο που παρέχει στην Επιτροπή εκτεταμένες εξουσίες για την προστασία του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους πυρηνικής μολύνσεως».[2] και λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει επίσης υποστηρίξει ευρεία ερμηνεία των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού προκειμένου «να διασφαλιστεί η συνεπής και αποτελεσματική προστασία του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες ανεξαρτήτως πηγής»[3],

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή και το Βασίλειο της Δανίας έχουν επανειλημμένως αρνηθεί να αναγνωρίσουν την εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του παράγωγου δικαίου που θεσπίσθηκε βάσει αυτής στην περίπτωση των επακόλουθων της συντριβής αεροσκάφους στο Thule,

1.   σημειώνει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι νέοι κανόνες του κοινοτικού δικαίου εφαρμόζονται καταρχήν στις μελλοντικές συνέπειες καταστάσεων που ανέκυψαν πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου κανόνα·

2.   συνάγει ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ είχε άμεση και δεσμευτική ισχύ για το Βασίλειο της Δανίας από την ημερομηνία προσχώρησής του, με αποτέλεσμα να ισχύει και για τις μελλοντικές συνέπειες καταστάσεων που ανέκυψαν πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες·

3.   επισημαίνει ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ ίσχυε για τη Γροιλανδία για δώδεκα έτη, από την προσχώρηση της Δανίας το 1973 έως τη θέση σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1985 της Συνθήκης για την τροποποίηση των συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά τη Γροιλανδία· θεωρεί εντούτοις ότι, δεδομένου ότι αυτή η δεύτερη Συνθήκη δεν έχει αναδρομική ισχύ, το Βασίλειο της Δανίας εξακολουθεί να δεσμεύεται από κάθε προϋπάρχουσα νομική υποχρέωση που σχετίζεται με γεγονότα που συνέβησαν στην επικράτεια της Γροιλανδίας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985 και επιπλέον ότι τα επακόλουθα της συντριβής αεροσκάφους του 1968 στην ανθρώπινη υγεία δεν περιορίζονται στη Γροιλανδία, καθώς προφανώς πολλοί από τους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και ευρωπαίοι πολίτες, έχουν έκτοτε μετακομίσει στην ηπειρωτική Δανία·

4.   σημειώνει την πρόσφατη νομολογία ότι «η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν εφαρμόζεται επί των χρήσεων της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς»·[4]· θεωρεί, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο συνέδεσε με σαφή τρόπο την περιοριστική ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ στην οποία προέβη με την ανάγκη προστασίας των εθνικών αμυντικών συμφερόντων των κρατών μελών·

5.   επιμένει ότι δεν θα πρέπει να γίνεται επίκληση του προαναφερόμενου περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ για την αποφυγή της εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας της υγείας και της ασφάλειας σε καταστάσεις όπου η εικαζόμενη στρατιωτική χρήση αφορά τρίτο κράτος, όπου η χρήση της πυρηνικής ενέργειας παραβιάζει κάποια διεθνή συμφωνία και όπου η μόνη δυνατή σημερινή σύνδεση με αμυντικό συμφέρον κάποιου κράτους μέλους είναι ότι η απελευθέρωση πυρηνικού υλικού έλαβε χώρα στην επικράτειά του·

6.   σημειώνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3 της οδηγίας 96/29/Ευρατόμ εφαρμόζεται επί περιπτώσεων μακροχρόνιας έκθεσης οφειλόμενης στα επακόλουθα κατάστασης έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες·

7.   καλεί το Βασίλειο της Δανίας, σε στενή συνεργασία με τις αρχές της Γροιλανδίας, και σύμφωνα με το άρθρο 38 της οδηγίας, να προβεί στην «προώθηση μέτρων επίβλεψης και επέμβασης» σε σχέση με τα συνεχιζόμενα επακόλουθα της συντριβής αεροσκάφους στο Thule και, σύμφωνα με το άρθρο 53 της ίδιας οδηγίας να προβεί στην «εγκαθίδρυση μηχανισμού παρακολούθησης των εκθέσεων» και να διοργανώσουν «κάθε κατάλληλη επέμβαση ανάλογα με τις πραγματικές ιδιαιτερότητες της κατάστασης»·

8.   εκτιμώντας ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και έχοντας υπόψη τις θετικές υποχρεώσεις που συνεπάγονται τα άρθρα 2 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καλεί τα κράτη μέλη που επιδίδονται σε επικίνδυνες δραστηριότητες που ενδεχομένως κρύβουν αρνητικές συνέπειες για την υγεία των εμπλεκομένων σε αυτές, να μεριμνήσουν ώστε να θεσπισθεί αποτελεσματική και προσιτή διαδικασία που θα επιτρέπει σε αυτά τα άτομα να αναζητούν κάθε είδους συναφή και χρήσιμη πληροφορία·

9.   καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν και να θέσουν σε ισχύ αμελλητί την οδηγία 96/29/Ευρατόμ, και προτρέπει την Επιτροπή να κινηθεί με αυστηρότητα κατά οποιασδήποτε μη ανταπόκρισης σε αυτές τις υποχρεώσεις·

10. εκφράζει αμφιβολίες για το εάν το Βασίλειο της Δανίας έχει ανταποκριθεί πλήρως στις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της οδηγίας 96/29/Ευρατόμ όσον αφορά τη συντριβή αεροσκάφους στο Thule και τα επακόλουθα αυτής·

11. εκφράζει τη μεγάλη ανησυχία του για το υφιστάμενο κενό στην προστασία της υγείας του πληθυσμού από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς·

12. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την αντιμετώπιση των σημαντικών επιπτώσεων στη δημόσια υγεία και στο περιβάλλον από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς, ώστε να καλυφθεί το εν λόγω κενό·

13. θεωρεί ότι οι κύριες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά από την έναρξη ισχύος αυτής και πρέπει να εκσυγχρονιστούν·

14. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο του Βασιλείου της Δανίας.

  • [1]  ΕΕ L 159 της 29.6.1996, σελ. 1.
  • [2]  Υπόθεση 187/87 Saarland Συλλογή 1988, σελ. 5013, σκέψη 11.
  • [3]  Υπόθεση C-70/88 Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου Συλλογή 1991, σελ. Ι-4529, σκέψη 14.
  • [4]  Υπόθεση C-61/03 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου Kingdom [2005] ECR I-2477, «Αντιδραστήρας Jason», σκέψη 44.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Πληροφορίες σχετικά με την αναφορά που υπεβλήθη από τον κ. J. Carswell (Αναφορά 720/2002)

Στις 21 Ιανουαρίου 1968, ένα βομβαρδιστικό αεροσκάφος τύπου B-52 των ΗΠΑ, το οποίο έφερε αρκετά πυρηνικά όπλα, συνετρίβη κοντά στην αεροπορική βάση του Thule στη Βορειοδυτική Γροιλανδία, απελευθερώνοντας αρκετά κιλά οπλικού πλουτωνίου. Έξι από τα επτά μέλη του πληρώματος μπόρεσαν να εκτοξευθούν με ασφάλεια. Εντούτοις, το πλουτώνιο μόλυνε το χιόνι και τον πάγο στον τόπο της συντριβής και μέσω των ισχυρών ανέμων και των υδάτων μεταφέρθηκε σε μεγάλη έκταση. Στην αεροπορική βάση εργαζόταν πολιτικό προσωπικό συντήρησης και παροχής άλλων μη στρατιωτικών υπηρεσιών που απαρτιζόταν από περισσότερους από χίλιους δανούς υπηκόους.

Δανοί πολιτικοί υπάλληλοι, ντόπιοι Γροιλανδοί και προσωπικό από τις ΗΠΑ έσπευσαν στον τόπο της συντριβής για επιχειρήσεις διάσωσης. Στη συνέχεια οι ΗΠΑ διεξήγαγαν επιχειρήσεις «καθαρισμού» της περιοχής από την ακτινοβολία, με την εθελοντική συμμετοχή δανών εργαζομένων για την απομάκρυνση του μολυσμένου υλικού από κοινού με το προσωπικό από τις ΗΠΑ. Κανένας από τους εθελοντές δεν διέθετε εμπειρία ή κατάρτιση στον χειρισμό υλικών μολυσμένων από ακτινοβολία. Μετά τις επιχειρήσεις «καθαρισμού», οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διεξήγαγαν τακτική ιατρική παρακολούθηση του προσωπικού της αμερικανικής αεροπορίας που υπηρετούσε στο Thule τη στιγμή της συντριβής και μετέπειτα. Δεν πραγματοποιήθηκε παρόμοια ιατρική παρακολούθηση από τη δανική κυβέρνηση στους δανούς πολιτικούς υπαλλήλους ή στους Γροιλανδούς, πολλοί εκ των οποίων συνέχισαν να εργάζονται στη βάση του Thule και να κατοικούν στην περιοχή για πολλά χρόνια μετά το συμβάν.

Την εποχή της συντριβής, ο αναφέρων απασχολούνταν ως πολιτικός υπάλληλος (πράκτορας διαμετακόμισης) στην αεροπορική βάση του Thule, και συνέχισε να ζει και να εργάζεται εκεί έως το 1971. Κατά την περίοδο αυτή, ο αναφέρων επισκεπτόταν περιστασιακά τον τόπο της συντριβής και συμμετείχε στην οργάνωση της απομάκρυνσης μολυσμένων συντριμμιών στις επιχειρήσεις «καθαρισμού». Επιπλέον, όπως πολλοί εργαζόμενοι στο Thule, χρησιμοποιούσε σε ποτά πάγο από ένα κοντινό φιορδ. Τη δεκαετία του 1980, η υγεία του αναφέροντα επιδεινώθηκε σημαντικά και στη συνέχεια διαγνώσθηκε η ύπαρξη καρκίνου στον οισοφάγο και στο στομάχι του. Έχει υποβληθεί σε οκτώ σοβαρές εγχειρήσεις και έχει νοσηλευθεί πολλές φορές για μία ημέρα. Πρόσφατα διαγνώστηκε ότι πάσχει και από πάθηση του θυρεοειδούς.

Ο αναφέρων καταγγέλλει ότι οι δανικές αρχές δεν απομάκρυναν τότε τους εργαζόμενους από την περιοχή, ούτε τους προειδοποίησαν, ούτε τους ενημέρωσαν για την εκτεταμένη ακτινοβολία, ούτε πραγματοποίησαν τους απαραίτητους ιατρικούς ελέγχους και εξετάσεις στη συνέχεια. Διατείνεται ότι οι παθήσεις του συνδέονται με την έκθεση σε πλουτώνιο από τα πυρηνικά όπλα που έφερε το αεροσκάφος που συνετρίβη το 1968. Για τους λόγους αυτούς, ο αναφέρων ζητεί να του επιτραπεί η πρόσβαση στα υπάρχοντα στοιχεία σχετικά με το ατύχημα και τις επιπτώσεις του, καθώς και να πραγματοποιούνται τακτικοί ιατρικοί έλεγχοι.

Ο βασικός ισχυρισμός στην αναφορά είναι ότι η δανική κυβέρνηση δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της οδηγίας του Συμβουλίου 96/29/Ευρατόμ της 13ης Μαΐου 1996 για τον καθορισμό των βασικών κανόνων ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες (ΕΕ 1996 L 159, σελ. 1· εφεξής «η οδηγία»).

Οι πρώτες επιστημονικές εκθέσεις που δημοσιεύθηκαν από τη δανική κυβέρνηση, οι οποίες επεσήμαιναν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, αμφισβητήθηκαν σε ιδιωτικές ιατρικές εκθέσεις καθώς και σε μια προκαταρκτική έκθεση του Τμήματος Ερευνών Ακτινοβολίας του Εθνικού Εργαστηρίου της Δανίας RISO σχετικά με τη μόλυνση στην περιοχή του Thule. Λόγω του αυξανόμενου αριθμού θανάτων και κρουσμάτων μορφών καρκίνου που σχετίζονται με την έκθεση σε ακτινοβολία μεταξύ των πρώην εργαζομένων στο Thule,, οι πρώην εργαζόμενοι ίδρυσαν μια Ένωση το 1986, (Foreningen For Straaleramte Thulearbejdere) για τη διερεύνηση των πιθανών επιπτώσεων της συντριβής αεροσκάφους το 1968 στην υγεία τους. Εφόσον οι εργαζόμενοι δεν παρακολουθούνταν μεμονωμένα στο Thule για έκθεση σε ακτινοβολία, η Ένωση ζήτησε από τη δανική κυβέρνηση να τους παράσχει πρόσβαση στα συναφή περιβαλλοντικά αρχεία περί ακτινοβολίας. Από αυτά σκόπευαν να συναγάγουν την πιθανή δόση ακτινοβολίας που είχαν δεχθεί και τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία τους. Ωστόσο, ποτέ δεν έλαβαν αυτά τα αρχεία, παρόλο που τα ζήτησαν πολλάκις. Ο αναφέρων δηλώνει ότι η δανική κυβέρνηση έλαβε εκ των προτέρων την πολιτική απόφαση να μην διερευνήσει επιστημονικά τις ιατρικές καταγγελίες των επιζώντων του Thule, και αντ’ αυτού να τους προσφέρει μια ex gratia χρηματική καταβολή για την ψυχολογική ζημία που υπέστησαν. Αυτή η καταβολή έγινε προς όλα τα άτομα που βρίσκονταν στην τοποθεσία της συντριβής που μολύνθηκε από ακτινοβολία ή πέρασαν από εκεί το διάστημα μεταξύ 21ης Ιανουαρίου 1968 και 17ης Σεπτεμβρίου 1968, εξαιρουμένων των επιστημόνων της δανικής κυβέρνησης και του προσωπικού των ΗΠΑ. Εκτιμάται ότι 2400 άτομα έλαβαν αυτή τη χρηματική καταβολή, η οποία δεν διέκρινε μεταξύ συμμετεχόντων στην επιχείρηση «καθαρισμού» και άλλων, όπως οι κάτοικοι ή οι επισκέπτες που δεν συμμετείχαν σε αυτήν. Η εισηγήτρια έλαβε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις το αίτημα του ασθενή για επακόλουθη αγωγή σε κλινική απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι εκείνες οι αποζημιώσεις είχαν ρυθμίσει το ζήτημα οριστικά.

Η Επιτροπή Αναφορών χαρακτήρισε παραδεκτή την αναφορά του κ. Carswell στις 14 Μαρτίου 2003.

2. Χρονική ισχύς του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με τα δεδομένα της αναφοράς

Μπορεί να εφαρμοστεί η οδηγία στη συντριβή του 1968, η οποία συνέβη πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας και πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (εφεξής η «Συνθήκη ΕΚΑΕ»);

Η Επιτροπή ισχυρίσθηκε ότι η οδηγία 96/29/Ευρατόμ δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί των συνεπειών ατυχήματος που συνέβη το 1968, όταν το Βασίλειο της Δανίας δεν ήταν καν κράτος μέλος. Εντούτοις, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι νέοι κανόνες του κοινοτικού δικαίου εφαρμόζονται καταρχήν επί των μελλοντικών επιπτώσεων καταστάσεων που ανέκυψαν πριν την έναρξη ισχύος του νέου κανόνα. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει εφαρμόσει αυτή την αρχή επί της ισχύος διαδικαστικού κανόνα που εισήγαγε διακρίσεις σε γεγονότα που προηγήθηκαν της προσχώρησης της Αυστρίας στην ΕΕ.[1]

Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται από το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) έχει επανειλημμένως αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του και την εφαρμογή των άρθρων 2 και 8 ΕΣΔΑ σχετικά με τα επακόλουθα της έκθεσης σε ακτινοβολία η οποία προηγήθηκε της αποδοχής από κάποιο κράτος της δικαιοδοσίας του ΕΔΔΑ. Έτσι, αίτημα της ασθενούς κόρης μέλους της βρετανικής αεροπορίας που εκτέθηκε σε ακτινοβολία το 1958 στη Νήσο των Χριστουγέννων δεν κρίθηκε μη παραδεκτή λόγω του ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ το 1966.[2]

Η Συνθήκη ΕΚΑΕ απέκτησε άμεση και δεσμευτική ισχύ για το Βασίλειο της Δανίας από την ημερομηνία προσχώρησής του, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται επί των μελλοντικών συνεπειών καταστάσεων που ανέκυψαν πριν από την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας στις Κοινότητες. Κατά συνέπεια, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι η συντριβή συνέβη πριν από την προσχώρηση της Δανίας στη Συνθήκη ΕΚΑΕ, εφόσον οι επιπτώσεις της συντριβής εξακολουθούν να υφίστανται. Δεδομένων των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία της έκθεσης σε ακτινοβολία (ο λανθάνων χρόνος για την εμφάνιση μορφών καρκίνου και ασθενειών που προκαλούνται από την ακτινοβολία κυμαίνεται μεταξύ 20 και 60 ετών), όλοι οι επιζώντες εξακολουθούν να κινδυνεύουν και χρειάζονται επειγόντως κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. Αναμφίβολα, λοιπόν, τα επακόλουθα της συντριβής του 1968 εξακολουθούσαν να υφίστανται μέχρι τη συναφή ημερομηνία, δηλαδή την 13η Μαΐου 2000.[3]

3. Εδαφική εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΕ στη Γροιλανδία

Το ερώτημα εδώ είναι εάν η οδηγία μπορεί να εφαρμοστεί επί των επακολούθων συντριβής αεροσκάφους στη Γροιλανδία, στην οποία η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1985.

Την εποχή της συντριβής, η Γροιλανδία αποτελούσε τμήμα της επικράτειας του Βασιλείου της Δανίας. Ωστόσο, όσον αφορά την εδαφική εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΕ, πρέπει να ληφθεί υπόψη η Συνθήκη για την τροποποίηση των συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά τη Γροιλανδία (ΕΕ L 29 της 01/02/1985, σελ. 1, εφεξής «Συνθήκη για τη Γροιλανδία»). Το άρθρο 5 της εν λόγω συνθήκης τροποποιεί ως εξής το άρθρο 198 της Συνθήκης ΕΚΑΕ: «Η Συνθήκη αυτή δεν ισχύει για τη Γροιλανδία». Δεδομένου ότι η Συνθήκη για τη Γροιλανδία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1985 (βλ. άρθρο 6), η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν ισχύει για τη Γροιλανδία κατόπιν αυτής της ημερομηνίας.

Οπότε, η Συνθήκη ΕΚΑΕ ίσχυε για τη Γροιλανδία για δώδεκα έτη από την προσχώρηση της Δανίας το 1973 έως την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για τη Γροιλανδία. Εντούτοις, δεδομένου ότι η εν λόγω Συνθήκη δεν έχει αναδρομική ισχύ, το Βασίλειο της Δανίας εξακολουθεί να δεσμεύεται από κάθε προϋπάρχουσα νομική υποχρέωση σχετικά με συμβάντα που σημειώθηκαν στην επικράτεια της Γροιλανδίας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985. Επιπλέον, τα επακόλουθα της συντριβής αεροσκάφους το 1968 στην ανθρώπινη υγεία δεν περιορίζονται στη Γροιλανδία, καθώς είναι προφανές ότι πολλοί εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ευρωπαίοι πολίτες, έχουν έκτοτε μετακομίσει στην ηπειρωτική Δανία. Κατά συνέπεια, το Βασίλειο της Δανίας είναι υποχρεωμένο να παράσχει ιατρική παρακολούθηση και τη συναφή ενημέρωση στα άτομα των οποίων η υγεία ακόμη πάσχει από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του ατυχήματος στο Thule, ανεξάρτητα από την εξαίρεση της Γροιλανδίας από το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Από αυτή την άποψη, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας δεν υποχρεώνουν αναγκαστικά ένα κράτος μέλος να λάβει εκτελεστικά μέτρα στην ακριβή τοποθεσία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολία. Πράγματι, η εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε άλλη τοποθεσία εντός της επικράτειας του κράτους μέλους.

Θα πρέπει, συνεπώς, να εξακριβωθεί εάν κάποια διάταξη της οδηγίας υποχρεώνει το Βασίλειο της Δανίας να προβεί στις ενέργειες που ζητεί ο αναφέρων.

4. Εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΕ σε «στρατιωτικές δραστηριότητες»

Η Επιτροπή ισχυρίσθηκε στις προφορικές παρατηρήσεις της στην Επιτροπή Αναφορών ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ και το παράγωγο δίκαιο που έχει θεσπισθεί δυνάμει αυτής δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε σχέση με τα περιστατικά της αναφοράς, διότι «η Συνθήκη δεν εφαρμόζεται επί των χρήσεων της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς».[4]

Στην υπόθεση C-61/03 «Αντιδραστήρας Jason», τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και το Δικαστήριο συμφώνησαν ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η ισχύς της επί της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς προβλεπόταν, αλλά δεν οριστικοποιήθηκε. Το Δικαστήριο στη συνέχεια αποδέχθηκε τα επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας ότι το γεγονός ότι στη Συνθήκη ΕΚ περιέχονταν εξαιρέσεις για λόγους δημόσιας ασφάλειας, αλλά στη Συνθήκη ΕΚΑΕ όχι, σήμαινε ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν εφαρμοζόταν καθόλου επί της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς.

«Είναι, ωστόσο, προφανές ότι η εφαρμογή αυτών των διατάξεων στις εγκαταστάσεις, στα ερευνητικά προγράμματα και στις άλλες στρατιωτικές δραστηριότητες θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα ουσιώδη συμφέροντα της εθνικής άμυνας των κρατών μελών. Συνεπώς, όπως ορθώς υποστηρίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλική Δημοκρατία, η απουσία από την εν λόγω Συνθήκη οποιασδήποτε εξαιρέσεως καθορίζουσας λεπτομερώς τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η εκ μέρους των κρατών μελών επίκληση και προστασία των ουσιωδών αυτών συμφερόντων επιτρέπει να συναχθεί ότι οι στρατιωτικές δραστηριότητες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της Συνθήκης.»[5]

Αυτή η περιοριστική ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση C-65/04 «HMS Tireless».[6]

Εντούτοις, η συγκεκριμένη σειρά γεγονότων της αναφοράς πρέπει να διακριθεί από τις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις για διάφορους λόγους.

Από τη σκέψη 36 της υπόθεσης «Αντιδραστήρας Jason» καθίσταται σαφές ότι το σκεπτικό για την εξαίρεση του στρατιωτικού τομέα από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ είναι η προστασία των «ουσιωδών συμφερόντων της εθνικής άμυνας των κρατών μελών». Τούτο ενισχύεται από τη δεύτερη πρόταση της εν λόγω σκέψης, η οποία ορίζει ότι η απουσία ρητής εξαίρεσης στη Συνθήκη ΕΚΑΕ θα εμπόδιζε τα κράτη μέλη να προστατεύσουν επαρκώς «αυτά τα [θεμελιώδη] συμφέροντα [της εθνικής άμυνας]. Είναι προφανές, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο συνέδεσε σαφώς την περιοριστική του ερμηνεία με την ανάγκη προστασίας των ουσιωδών συμφερόντων της εθνικής άμυνας των κρατών μελών.

Η υπόθεση «Αντιδραστήρας Jason» αφορούσε την εφαρμογή ορισμένων απαιτήσεων διαβίβασης πληροφοριών δυνάμει της Ευρατόμ σχετικά με την απόρριψη από το Ηνωμένο Βασίλειο ραδιενεργών καταλοίπων από παροπλισμένο στρατιωτικό αντιδραστήρα. Παρομοίως, η υπόθεση «HMS Tireless» αφορούσε την εφαρμογή απαιτήσεων διαβίβασης πληροφοριών σχετικά με το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του Ηνωμένου Βασιλείου για την εκκένωση του Γιβραλτάρ σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης λόγω ακτινοβολίας και τις εργασίες επισκευής σε στρατιωτικό υποβρύχιο με πυρηνικό αντιδραστήρα. Αμφότερες οι καταστάσεις αφορούσαν τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε κράτος μέλος σχετικά με τη χρήση πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς, εν προκειμένω από το ίδιο κράτος μέλος.

Θα ήταν παράλογο να συναχθεί ότι το σκεπτικό για την εξαίρεση της στρατιωτικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας ήταν ότι μπορεί να διακυβευόταν το συμφέρον της εθνικής άμυνας οποιουδήποτε κράτους χωρίς να υπάρχει κάποιο επιπλέον στοιχείο σύνδεσης με κάποιο κράτος μέλος. Δεν ισχύει, συνεπώς, ότι αυτή η εξαίρεση καλύπτει τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας από τρίτη χώρα όπου κάποιο κράτος μέλος δεν την έχει επιτρέψει (δηλαδή να έχει συναινέσει, να έχει ταυτιστεί με την εν λόγω χρήση αναλαμβάνοντάς τη), αλλά όπου ο κίνδυνος για την υγεία απλά βρίσκεται στο εν λόγω κράτος μέλος. Σε τέτοια περίπτωση, τα ουσιώδη συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας ενός κράτους μέλους δεν διακυβεύονται σε καμία περίπτωση.

Συνεπώς, οι διατάξεις περί προστασίας της υγείας και της ασφάλειας της Συνθήκης ΕΚΑΕ επεκτείνονται στις καταστάσεις όπου το συμφέρον της εθνικής άμυνας δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το κράτος μέλος (ή οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος), και επιπλέον, όπου η χρήση της πυρηνικής ενέργειας παραβιάζει διεθνή συμφωνία και όπου ο μόνος υπάρχων παράγοντας σύνδεσης είναι η απελευθέρωση πυρηνικού υλικού στην επικράτεια κάποιου κράτους μέλους. Επιπρόσθετα, μια τέτοια ερμηνεία δεν αποσκοπεί στην επιβολή υποχρέωσης προς αξιολόγηση του εάν διακυβεύεται ουσιώδες συμφέρον της εθνικής άμυνας ανά περίπτωση. Μια τέτοια προσέγγιση, την οποία πάντα υποστήριζε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι σαφές ότι απορρίφθηκε.

Εφαρμόζοντας αυτή την ανάλυση στα γεγονότα της αναφοράς, το Βασίλειο της Δανίας ποτέ δεν είχε εθνικό ενεργειακό πρόγραμμα που να περιλαμβάνει στρατιωτική ή πολιτική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Έτσι, (αντίθετα από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία), η  Δανία δεν ασκεί δραστηριότητες οι οποίες να σχετίζονται με τη στρατιωτική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, οι οποίες να συνεπάγονται την απαλλαγή της Δανίας από τις υποχρεώσεις διαβίβασης πληροφοριών ή από άλλες υποχρεώσεις, δυνάμει της Συνθήκης Ευρατόμ ή του παράγωγου δικαίου. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν την εν λόγω παρακολούθηση με οποιεσδήποτε τρέχουσες αμυντικές δραστηριότητες της Δανίας στις οποίες να γίνεται στρατιωτική χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Το υπό εξέταση ατύχημα που προκάλεσε έκλυση ακτινοβολίας προκλήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια τρίτη χώρα, όχι από τη Δανία. Παρόλο που η Δανία είχε συνάψει αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ την εποχή της συντριβής του B- 52, η συμφωνία απαγόρευε στις ΗΠΑ να αποθηκεύουν ή να αναπτύσσουν πυρηνικά όπλα στη Γροιλανδία ή να ίπτανται στον εναέριο χώρο της Δανίας με τέτοια όπλα. Η δανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε δημόσια στον λαό της Δανίας ότι δεν είχε δοθεί, ούτε θα δινόταν, στις ΗΠΑ τέτοια άδεια για αποθήκευση, ανάπτυξη ή πτήση με τέτοια όπλα και δεν πραγματοποιήθηκε καμία σχετική τροποποίηση της αμυντικής συμφωνίας από το κοινοβούλιο της Δανίας. Ως εκ τούτου, η αναφορά στη διμερή συμφωνία δεν είναι καθόλου καθοριστική για την υπόθεση. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε συμφωνία που κάλυπτε ορισμένες στρατιωτικές δραστηριότητες δεν σημαίνει ότι δυνάμει αυτής αποκλείεται de facto από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ οποιαδήποτε στρατιωτική δραστηριότητα από τρίτη χώρα στην επικράτεια κάποιου κράτους μέλους. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο και θα αντέβαινε στην κοινή λογική.

5. Συναφές πρωτογενές δίκαιο και η ερμηνεία του από το Δικαστήριο

Το άρθρο 2, παράγραφος β ΕΑ ορίζει ότι η Κοινότητα οφείλει, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη ΕΚΑΕ, να «θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους».

Ο τίτλος II της Συνθήκης ΕΚΑΕ με τίτλο «Διατάξεις για την ενίσχυση της προόδου στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας», περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο 3 με τίτλο «Η προστασία της υγείας», που αποτελείται από τα άρθρα 30 έως 39.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 30 EA απαιτεί συγκεκριμένα τη θέσπιση εντός της Κοινότητας «βασικών κανόνων προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων κατά των κινδύνων που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες». Όπως προβλέπεται στη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου, ως «βασικοί κανόνες» νοούνται:

«α) οι ανώτατες επιτρεπτές δόσεις που παρέχουν επαρκή ασφάλεια·

β) οι ανώτατες επιτρεπτές εκθέσεις και μολύνσεις·

γ) οι θεμελιώδεις αρχές ιατρικής επιβλέψεως των εργαζομένων».

Το άρθρο 31 EA ορίζει τη διαδικασία εκπόνησης και υιοθέτησης αυτών των βασικών κανόνων, ενώ η πρώτη παράγραφος του άρθρου 32 EA τους επιτρέπει να αναθεωρούνται ή να επικαιροποιούνται, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κάποιου κράτους μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 31 EA.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το κεφάλαιο περί Προστασίας της Υγείας της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί «ένα διαρθρωμένο σύνολο που παρέχει στην Επιτροπή εκτεταμένες εξουσίες για την προστασία του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους πυρηνικής μολύνσεως».[7] Προέβη επίσης σε ευρεία ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων ώστε «να διασφαλισθεί η συνεπής και αποτελεσματική προστασία της υγείας του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από την ιονίζουσα ακτινοβολία ανεξαρτήτως πηγής».[8] Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δηλώσει ρητά ότι αυτή η ευρεία ερμηνεία εφαρμόζεται επί της συγκεκριμένης οδηγίας που εξετάζεται στην παρούσα αναφορά.[9]

6. Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας

Η οδηγία, που εγκρίθηκε βάσει των άρθρων 31 και 32 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αποσκοπεί στην αναθεώρηση των υφιστάμενων βασικών κανόνων ασφαλείας[10] λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων σχετικά με την προστασία από την ακτινοβολία.

Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ορίζεται στο άρθρο 2 αυτής, στον τίτλο II «Πεδίο εφαρμογής» και είναι αναμφίβολα ευρύτερο από αυτό των προηγούμενων οδηγιών που αντικατέστησε, και ιδιαίτερα της οδηγίας 80/836 Ευρατόμ της 15ης Ιουλίου 1980.[11]

Όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 2:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις πρακτικές που συνεπάγονται κίνδυνο από ιονίζουσες ακτινοβολίες εκπεμπόμενες είτε από τεχνητή, είτε από φυσική πηγή ακτινοβολίας στην περίπτωση που γίνεται ή έχει γίνει επεξεργασία φυσικών ραδιονουκλεϊδίων λόγω των ραδιενεργών, σχάσιμων ή αναπαραγωγικών ιδιοτήτων τους, και δη:

α) στην παραγωγή, επεξεργασία, χειρισμό, χρησιμοποίηση, κατοχή, αποθήκευση, μεταφορά, εισαγωγή και εξαγωγή από την Κοινότητα και απόρριψη ραδιενεργών ουσιών·

β) στη χρησιμοποίηση κάθε ηλεκτρονικού εξοπλισμού που εκπέμπει ιονίζουσες ακτινοβολίες και περιέχει εξαρτήματα που λειτουργούν σε διαφορά δυναμικού μεγαλύτερη από 5kV·

γ) σε κάθε άλλη πρακτική που ορίζει το κράτος μέλος.»

Επιπλέον, το τρίτο εδάφιο του άρθρου 2 προβλέπει τα εξής:

«Σύμφωνα με τον τίτλο IX, [η οδηγία] εφαρμόζεται επίσης σε κάθε επέμβαση σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες ή μακροχρόνιας έκθεσης οφειλόμενης στα επακόλουθα κατάστασης έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες ή παρελθούσας ή παλαιάς πρακτικής ή εργασιακής δραστηριότητας» (υπογράμμιση δική μας)

Από αυτή την άποψη, η αναφορά σε «περιπτώσεις μακροχρόνιας έκθεσης οφειλόμενης στα επακόλουθα κατάστασης έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες ή παρελθούσας ή παλαιάς πρακτικής ή εργασιακή δραστηριότητας» στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 2 στον τίτλο II «Πεδίο εφαρμογής» αποτελεί ρητή διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας σε σύγκριση με την προηγούμενη νομοθεσία.

Το κεφάλαιο III «Ιατρική παρακολούθηση των εκτιθεμένων εργαζομένων» ορίζει λεπτομερείς κανόνες για την ιατρική παρακολούθηση, οι οποίοι περιλαμβάνουν διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης μετά την παύση των εργασιών, εάν αυτό κρίνεται αναγκαίο για τη διαφύλαξη της υγείας του ενδιαφερόμενου ατόμου (άρθρο 31, παράγραφος 3) και την απαίτηση τήρησης ιατρικού φακέλου μέχρι το άτομο να φτάσει ή να έχει φτάσει στην ηλικία των 75 ετών, αλλά οπωσδήποτε όχι λιγότερο από 30 έτη μετά την παύση της εργασίας που συνεπάγεται έκθεση σε ιονίζουσες ακτινοβολίες (άρθρο 34).

Επιπλέον, το άρθρο 38, στο κεφάλαιο IV «Έργο των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των εκτιθέμενων εργαζομένων», προβλέπει τα εξής :

«1. Κάθε κράτος μέλος καθιερώνει ένα ή περισσότερα συστήματα επιθεώρησης με σκοπό την επιβολή των διατάξεων που θεσπίζονται σε συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία καθώς και την προώθηση μέτρων επίβλεψης και επέμβασης, όπου είναι αναγκαίο.

2. Κάθε κράτος μέλος απαιτεί να έχουν οι εργαζόμενοι πρόσβαση μετά από αίτησή τους στα αποτελέσματα της ατομικής τους παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των μετρήσεων που ενδεχομένως πραγματοποιήθηκαν για την εκτίμησή τους ή στους υπολογισμούς των δόσεών τους που έγιναν ύστερα από μετρήσεις στο χώρο εργασίας.

(...)

5. Κάθε κράτος μέλος διευκολύνει την ανταλλαγή ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές ή τους εξουσιοδοτημένους ιατρούς ή τις εξουσιοδοτημένες υγειονομικές υπηρεσίες εργασίας ή τους ειδικευμένους εμπειρογνώμονες ή τις ειδικευμένες δοσιμετρικές υπηρεσίες, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όλων των σχετικών πληροφοριών για τις δόσεις που έχει λάβει στο παρελθόν ένας εργαζόμενος, προς διεξαγωγή της ιατρικής εξέτασης πριν από την πρόσληψη ή την κατάταξη ως εργαζόμενου της κατηγορίας Α σύμφωνα με το άρθρο 31 και τον έλεγχο της περαιτέρω έκθεσης των εργαζομένων.»

Αναφορικά με το ζήτημα της παρέμβασης, το άρθρο 53, που εμπίπτει στο τμήμα II «Επέμβαση σε περίπτωση μακροχρόνιας έκθεσης» του τίτλου IX της οδηγία, προβλέπει τα εξής:

«Όταν τα κράτη μέλη έχουν εντοπίσει μια κατάσταση που συνεπάγεται μακροχρόνια έκθεση ως αποτέλεσμα των επακολούθων μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης από ακτινοβολίες ή μιας παρελθούσας πρακτικής, διασφαλίζουν, εφόσον είναι αναγκαίο και ανάλογα με την έκταση του συγκεκριμένου κινδύνου έκθεσης:

α) την οριοθέτηση της περί ης ο λόγος ζώνης·

β) την εγκαθίδρυση μηχανισμού παρακολούθησης των εκθέσεων·

γ) τη διοργάνωση κάθε κατάλληλης επέμβασης ανάλογα με τις πραγματικές ιδιαιτερότητες της κατάστασης·

δ) τη θέσπιση ρυθμίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στις γαίες ή στα κτίρια που βρίσκονται μέσα στην οριοθετημένη έκταση και τη χρησιμοποίησή τους

7. Εφαρμογή της οδηγίας επί των γεγονότων της αναφοράς

Όσον αφορά τον όρο «εργαζόμενοι» στο κεφάλαιο III της οδηγίας, θα μπορούσε να εφαρμοστεί αναλογικά η ευρεία ερμηνεία του όρου στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρόκειται για αυτόνομη έννοια με κοινοτική σημασία, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της δραστηριότητας στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας.[12] Συνεπώς, εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο, θα αποτελούσε αυθαιρεσία η εξαίρεση μιας κατηγορίας ατόμων (για παράδειγμα των ατόμων που συμμετείχαν στην επιχείρηση «καθαρισμού») απλώς και μόνο επειδή δεν απασχολούνταν μόνιμα στη βάση.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι η οδηγία περιέχει ορισμένες διατάξεις που αφορούν την ανάγκη ανάληψης δράσης μετά την παρέλευση πολλών ετών αφότου σημειώθηκε κάποιο συμβάν. Για παράδειγμα, το άρθρο 31, παράγραφος 3 προβλέπει τη δυνατότητα συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης μετά την παύση της εργασίας, εάν κρίνεται απαραίτητο, για τη διαφύλαξη της υγείας του ενδιαφερόμενου ατόμου. Το άρθρο 34 επιβάλλει την απαίτηση τήρησης ιατρικών φακέλων έως ότου το άτομο φτάσει ή έχει φτάσει την ηλικία των 75 ετών, αλλά οπωσδήποτε για τουλάχιστον 30 έτη μετά την παύση της εργασίας που συνεπάγεται έκθεση σε ιονίζουσες ακτινοβολίες.

Σύμφωνα με το άρθρο 38 της οδηγίας, το Βασίλειο της Δανίας οφείλει, όπου είναι αναγκαίο, να προωθήσει «μέτρα επίβλεψης και παρέμβασης» σε σχέση με τις τρέχουσες συνέπειες της συντριβής στο Thule.

Επίσης, δυνάμει του άρθρου 53, το Βασίλειο της Δανίας είναι υποχρεωμένο να προβεί στην «εγκαθίδρυση μηχανισμού παρακολούθησης των εκθέσεων» και στη «διοργάνωση κάθε κατάλληλης παρέμβασης ανάλογα με τις πραγματικές ιδιαιτερότητες της κατάστασης». Παρόλο που τα εδάφια α) και δ) κάνουν αναφορά σε «ζώνη» και σε «οριοθετημένη έκταση» αντίστοιχα, στα εδάφια β) και γ) δεν περιέχεται κανένας γεωγραφικός περιορισμός.

Πράγματι, όλα τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να θέσουν σε ισχύ και να εφαρμόσουν την οδηγία αμελλητί, και η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, έχει καθήκον να κινείται αυστηρά κατά κάθε μη τήρησης αυτών των υποχρεώσεων.

8. Πιθανές υποχρεώσεις δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών δικαίου, την τήρηση των οποίων εγγυάται το Δικαστήριο. Προς τούτο, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη (βλ., συγκεκριμένα, την απόφαση στην υπόθεση C-4/73 Nold κατά Επιτροπής, Συλλογή 1974, σελ. 491, σκέψη 13). Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω (βλ., συγκεκριμένα, την υπόθεση C-222/84 Johnston κατά Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary, Συλλογή 1986, σελ. 1651, σκέψη 18)."[13]

Υπάρχει σαφής νομολογία του ΕΔΔΑ σύμφωνα με την οποία το άρθρο 2, παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επιβάλλει στο κράτος όχι μόνο να απόσχει της σκόπιμης και παράνομης αφαίρεσης ζωής, αλλά και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη διαφύλαξη της ζωής των ατόμων εντός της δικαιοδοσίας του.[14] Είναι δε κάθε άλλο παρά προφανές ότι το Βασίλειο της Δανίας έπραξε τα αναμενόμενα από αυτό ώστε να αποτρέψει την αναπόφευκτη θέση σε κίνδυνο της ζωής του αναφέροντα.

Επιπλέον, θετική υποχρέωση μπορεί να ανακύψει δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ: «εάν μια κυβέρνηση συμμετέχει σε επικίνδυνες δραστηριότητες [όπως οι πυρηνικές δοκιμές] που ενδέχεται να κρύβουν δυσμενείς συνέπειες για την υγεία των εμπλεκομένων σε αυτές, ο σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής δυνάμει του άρθρου 8 απαιτεί τη θέσπιση μιας αποτελεσματικής και προσιτής διαδικασίας που θα δίνει τη δυνατότητα σε αυτά τα άτομα να αναζητήσουν κάθε είδους σχετική και χρήσιμη πληροφορία» (η υπογράμμιση δική μας).[15] Επιπλέον, ανεξάρτητα από αυτή τη διαδικασία, είναι σημαντικό να υποστηριχθεί το δικαίωμα του αναφέροντα να γνωρίζει τι μπορεί να του συμβεί χωρίς να χρειάζεται να το ζητήσει. Ο αναφέρων είχε το δικαίωμα να ενημερώνεται για όλες τις συνέπειες που ενδέχεται να είχε η παρουσία του στην περιοχή της συντριβής.[16] Οποιαδήποτε αποζημίωση ενδεχομένως καταβλήθηκε στον αναφέροντα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη δυσανάλογη παρέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματά του, ιδιαίτερα στο δικαίωμά του στη ζωή και στο δικαίωμά του στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

9. Προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς

Στα προηγούμενα κεφάλαια προβάλλεται το επιχείρημα ότι η οδηγία ισχύει για τα επακόλουθα της συντριβής στο Thule. Σε ένα δεύτερο στάδιο, είναι εξίσου σημαντικό να δοθεί σημασία στο κενό που επισημαίνεται από τις υποθέσεις περί «αντιδραστήρα Jason» και «HMS Tireless».

Η γενική εξαίρεση της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ θα μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να συνιστά δυσανάλογη εξαίρεση υπέρ των συμφερόντων εθνικής άμυνας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στην αντιστάθμιση αυτών των συμφερόντων με τους προβληματισμούς για την υγεία και περιβάλλον. Για παράδειγμα, σε μια κατάσταση όπου το αμυντικό συμφέρον είναι πολύ ασθενές και το συμφέρον για την υγεία ιδιαίτερα ισχυρό, πάλι το συμφέρον για την ασφάλεια θα υπερίσχυε αυτόματα. Ένα αμελητέο συμφέρον κράτους μέλους υπερισχύει, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω εξέτασης, μιας ζωτικής επιταγής για την υγεία και το περιβάλλον. Σε αμφότερες περιπτώσεις, ο Γενικός Εισαγγελέας Geelhoed δεν μπόρεσε να πείσει το Δικαστήριο να υιοθετήσει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση. Στη γνώμη του στην υπόθεση «HMS Tireless» αναγνώριζε ότι «υφίσταται κενό στην προστασία της δημόσιας υγείας. Από τους όρους της απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί αυτή τη συνέπεια» (η υπογράμμιση δική μας)

Η παρεμπίπτουσα δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν μέτρα προστασίας της υγείας που καλύπτουν τις στρατιωτικές δραστηριότητες δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη σημασία των ζητημάτων υγείας και περιβάλλοντος, πετάει σαφώς το μπαλάκι στους κοινοτικούς νομοθέτες.

Ο περιορισμός από το Δικαστήριο του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ «ουδόλως μειώνει τη ζωτική σημασία του σκοπού της προστασίας της υγείας του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από κινδύνους που προέρχονται από τη χρήση πυρηνικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της χρησιμοποιήσεως για στρατιωτικούς σκοπούς. Στον βαθμό που η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν παρέχει στην Κοινότητα ένα ειδικό μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να ληφθούν κατάλληλα μέτρα βάσει των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ[17]". (η υπογράμμιση δική μας)

Η ακριβής μορφή και το περιεχόμενο μιας τέτοιας πράξης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των νομοθετών της Κοινότητας. Εκφράζεται ανησυχία ότι σχεδόν δύο χρόνια μετά την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου που αναγνωρίζει ορισμένα όρια στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η Επιτροπή ακόμη δεν έχει παρουσιάσει συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Είναι ζωτικής σημασίας το κενό που εντοπίστηκε από το Δικαστήριο να πληρωθεί το συντομότερο δυνατόν. Το Κοινοβούλιο θα πρέπει συνεπώς να κάνει χρήση των αρμοδιοτήτων του δυνάμει του άρθρου 192, παράγραφος 2 ΕΚ ώστε να καλέσει την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση επί του εν λόγω ζητήματος.

Η εισηγήτρια δεν προτίθεται να προτείνει συγκεκριμένη νομική βάση για την ανάληψη κάποιας δράσης στον εν λόγω τομέα. Ωστόσο, ας επισημανθεί ότι το ζήτημα ενδέχεται να προκαλεί προβλήματα από πολλές απόψεις. Πρώτον, το κεφάλαιο III της Συνθήκης ΕΚΑΕ θα μπορούσε να θεωρηθεί lex specialis για την προστασία των ανθρώπων και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους της ιονίζουσας ακτινοβολίας. Τούτο, βέβαια, θα αντέβαινε στην υπόθεση του Δικαστηρίου ότι τη Συνθήκη ΕΚ δεν αποτελεί επαρκή νομική βάση. Δεύτερον, το άρθρο 305, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι «η παρούσα συνθήκη (ΕΚ) δεν θίγει τις διατάξεις περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας». Τρίτον, η ΕΚΑΕ διαθέτει νομική προσωπικότητα διακριτή από αυτή της ΕΚ, και η Συνταγματική Συνθήκη στην τρέχουσα μορφή της δεν θα επηρέαζε αυτή την κατάσταση. Η διατήρηση του status quo προκαλεί μια κάποια σχετική έκπληξη, δεδομένου ότι το βασικό επιχείρημα για τη συγχώνευση της Συνθήκης Ευρατόμ είναι το ίδιο που ισχύει για τη συγχώνευση της ΣΕΚ.[18] Πράγματι, πέντε κράτη μέλη επεσήμαναν επί τη ευκαιρία ότι «οι κύριες διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης αυτής και πρέπει να εκσυγχρονιστούν» και ζήτησαν την ταχεία σύγκληση Διάσκεψης των Αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών.[19] Η εισηγήτρια υποστηρίζει αυτή την προσέγγιση, η οποία θα είχε το πλεονέκτημα ότι διασφαλίζει τη συνοχή της κοινοτικής έννομης τάξης και θα επέτρεπε την ανάληψη επανορθωτικής δράσης όσον αφορά τα ενδεχόμενα κενά στην προστασία της δημόσιας υγείας ή του περιβάλλοντος.

  • [1]  Υπόθεση 122/96 Saldanha, Συλλογή 1997, σελ. Ι-5325, σκέψη 14.
  • [2]  Υπόθεση 14/1997/798/1001 L.C.B.κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1998, σκέψεις 30 έως 41.
  • [3]  Το άρθρο 55 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θα θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απατούνται για να συμμορφωθούν προς την οδηγία έως τις 13 Μαΐου 2000.
  • [4]  Υπόθεση 61/03 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου «Αντιδραστήρας Jason», 12 Απριλίου 2005, σκέψη 44.
  • [5]  Σκέψη 36 της C-61/03
  • [6]  Υπόθεση 65/04 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9 Μαρτίου 2006, n.y.r.
  • [7]  Υπόθεση 187/87 Saarland Συλλογή 1988, σελ. 5013, σκέψη 11.
  • [8]  Υπόθεση 70/88 Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου Συλλογή 1991,σελ. Ι-4529, σκέψη 14.
  • [9]  Υπόθεση 29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου Συλλογή 2002σελ. Ι-11221, σκέψη 81.
  • [10]  Όπως δηλώνεται στο προοίμιο της οδηγίας, η Κοινότητα όρισε για πρώτη φορά τους βασικούς κανόνες το 1959 σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης. Οι κανόνες αυτοί αναθεωρήθηκαν στη συνέχεια πέντε φορές (το 1962, 1966, 1976, 1979 και 1984).
  • [11]  (ΕΕ L246, της 17/09/1980, σελ 1-72). Το άρθρο 2 της οδηγίας 80/836 ορίζει το πεδίο εφαρμογή απλά ως εξής: «Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην παραγωγή, την επεξεργασία, το χειρισμό, τη χρησιμοποίηση, την κατοχή, την αποθήκευση, τη μεταφορά και την απόρριψη ραδιενεργών ουσιών, φυσικών και τεχνητών, καθώς και σε κάθε άλλη δραστηριότητα που εγκυμονεί κίνδυνο προερχόμενο από ιοντίζουσες ακτινοβολίες."
  • [12]  Υπόθεση 53/81 Levin Συλλογή 1982, σελ. 1035, σκέψη 11· υπόθεση 75/63 Hoekstra Συλλογή 1982, σελ. 177
  • [13]  Υπόθεση C-260/89, ERT Συλλογή 1991 σελ. Ι-2925, σκέψη 41.
  • [14]  Βλέπε επί παραδείγματι την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Guerra κατά Ιταλίας, Εκθέσεις 1998-I, σελ. 227, σκέψη 58.
  • [15]  Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1998, McGinley και Egan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 10/1997/794/995-996.
  • [16]  όπ.π., Κοινή άποψη της μειοψηφίας των Δικαστών De Meyer, Βαλτικού και Morenilla.
  • [17]  C-61/03, σκέψη 44· C-65/04, σκέψη 28.
  • [18]  Ευρωπαϊκή Σύμβαση, τελική έκθεση της ομάδας εργασίας III σχετικά με τη νομική προσωπικότητα, CONV 305/02, παράγραφος 15.
  • [19]  Συνθήκη για την θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, Δήλωση αριθ. 44 της Γερμανίας, Ιρλανδίας, Ουγγαρίας, Αυστρίας και Σουηδίας.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Συνέπειες για τη δημόσια υγεία της συντριβής αεροσκάφους στο Thule το 1968 (Αναφορά 720/2002)

Αριθ. διαδικασίας

2006/2012(INI)

Βασική(ές) αναφορά(ές)

0720/2002

 

 

 

Ημερομηνία της απόφασης για την εκπόνηση έκθεσης

27.11.2006

Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης έκθεσης

19.1.2006

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ές)
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Αποφάσισε/αν να μην γνωμοδοτήσει/ουν
  Ημερομηνία της απόφασης

 

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Diana Wallis
27.11.2006

 

Εισηγητής/ές που αντικαταστάθηκε/καν

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

27.2.2007

27.3.2007

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

27.3.2007

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+

-

0

16

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Robert Atkins, Margrete Auken, Simon Busuttil, Michael Cashman, Proinsias De Rossa, Janelly Fourtou, David Hammerstein Mintz, Carlos José Iturgaiz Angulo, Marcin Libicki, Μαρία Ματσούκα, Μανώλης Μαυρομμάτης, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Luciana Sbarbati, Kathy Sinnott, Diana Wallis

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Thijs Berman

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Jens-Peter Bonde

Ημερομηνία κατάθεσης

20.4.2007

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθεται σε μία μόνον γλώσσα)

...