ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης σε προδικαστικές διαδικασίες μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

7.11.2007 - (COM(2006)0468 – C6‑0328/2006 – 2006/0158(CNS)) - *

Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
Εισηγητής: Ιωάννης Βαρβιτσιώτης

Διαδικασία : 2006/0158(CNS)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0428/2007
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0428/2007
Συζήτηση :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση για την απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης σε προδικαστικές διαδικασίες μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(COM(2006)0468 – C6‑0328/2006 – 2006/0158(CNS))

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής (COM(2006)0468),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 31, στοιχεία (α) και (γ) και το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο (β), της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6‑0328/2006),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 93 και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6‑0428/2007),

1.  εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.  καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.  επισύρει την προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη προσαρμογής της διαδικασίας σύλληψης και παράδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ώστε να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας ύποπτος πρέπει να μεταφερθεί στο κράτος της δίκης μετά από παραβίαση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης,

4.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

5.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση·

6.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει η ΕπιτροπήΤροποποιήσεις του Κοινοβουλίου

Τροπολογία 1

Αιτιολογική σκέψη 5

(5) Για να αποφεύγονται περιττά έξοδα και δυσκολίες σε σχέση με τη μεταφορά των υπόπτων με σκοπό τη διεξαγωγή προκαταρκτικών ακροάσεων ή της κυρίως δίκης, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής στη μέθοδο της εικονοτηλεδιάσκεψης.

(5) Για να αποφεύγονται περιττά έξοδα και δυσκολίες σε σχέση με τη μεταφορά των υπόπτων με σκοπό τη διεξαγωγή προκαταρκτικών ακροάσεων ή της κυρίως δίκης, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία του άρθρου 10 της Σύμβασης της 29ης Μαΐου 2000 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης1.

 

_____________

1 ΕΕ C 197, 12.7.2000, σ. 1

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αυτή διασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή της διαδικασίας οπτικοακουστικής σύνδεσης.

Τροπολογία 2

Αιτιολογική σκέψη 6α (νέα)

 

(6α) Σε περίπτωση παραβίασης του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης, η αρχή έκδοσης μπορεί να αποφασίσει να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με σκοπό τη μεταφορά του υπόπτου στο κράτος έκδοσης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, που θα πρέπει να περιορίζονται αυστηρώς στην εφαρμογή της παρούσας απόφασης πλαίσιο, η απόφαση πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, καλύπτει όλα τα αδικήματα σε σχέση με τα οποία μπορεί να εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να διευκρινισθεί και να τονισθεί ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης καλύπτει όλα τα αδικήματα μόνο στις περιπτώσεις που άπτονται του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης (παραβίαση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης). Γενικώς, δεν επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Τροπολογία 3

Άρθρο 1, παράγραφος 1

Με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο καθιερώνεται ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης και προδικαστικές διαδικασίες μεταφοράς μεταξύ κρατών μελών.

Με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο καθιερώνεται ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

Αιτιολόγηση

Η δημιουργία ειδικών προδικαστικών διαδικασιών μεταφοράς απειλεί να καταστήσει περίπλοκο το σύστημα παράδοσης. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος το συνοπτικό αυτό σύστημα να μην είναι σε θέση να διασφαλίσει κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του υπόπτου.

Ο εισηγητής προτείνει τη χρησιμοποίηση των διαδικασιών παράδοσης του ΕΕΣ που χρησιμοποιούνται ήδη και τις οποίες εμπιστεύονται όλο και περισσότερο όσοι δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του στόχου της πρότασης αυτής, οι διαδικασίες του ΕΕΣ πρέπει να προσαρμοσθούν προκειμένου να καλύπτουν όλα τα αδικήματα (χωρίς θέσπιση κατωτάτου ορίου).

Τροπολογία 4

Άρθρο 1, παράγραφος 2

Το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης είναι δικαστική απόφαση που εκδίδεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σε σχέση με έναν ύποπτο που κατοικεί μονίμως στην αλλοδαπή, με σκοπό να επιστρέψει το εν λόγω άτομο στο κράτος μέλος όπου διαμένει υπό τον όρο ότι συμμορφώνεται με μέτρα επιτήρησης, ούτως ώστε να διασφαλισθεί η σωστή απονομή δικαιοσύνης και, ιδίως, να εξασφαλισθεί ότι ο ύποπτος θα βρίσκεται στη διάθεση των αρχών για τη διεξαγωγή δίκης στο κράτος μέλος της έκδοσης.

Το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης είναι δικαστική απόφαση που εκδίδεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σε σχέση με έναν ύποπτο που κατοικεί μονίμως στην αλλοδαπή, με σκοπό να επιστρέψει το εν λόγω άτομο στο κράτος μέλος όπου νομίμως και συνήθως διαμένει ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος, σε περίπτωση που το ζητεί ο ύποπτος και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το επιτρέπει, υπό τον όρο ότι συμμορφώνεται με μέτρα επιτήρησης, ούτως ώστε να διασφαλισθεί η σωστή απονομή δικαιοσύνης και, ιδίως, να εξασφαλισθεί ότι ο ύποπτος θα βρίσκεται στη διάθεση των αρχών για τη διεξαγωγή δίκης στο κράτος μέλος της έκδοσης.

Αιτιολόγηση

Είναι απαραίτητο να διασαφηνιστεί η έννοια της κατοικίας.

Ένας από τους στόχους της απόφασης πλαίσιο είναι να ενισχυθεί η αρχή της ελευθερίας και να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο που είναι ύποπτο για τη διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος σε ένα ξένο κράτος μέλος να επιτρέψει σε μια χώρα στην οποία νομίμως διαμένει. Η τροπολογία προτείνει να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της πρότασης και να δοθεί σε ένα πρόσωπο η δυνατότητα επιστροφής σε χώρα διαφορετική από τη χώρα της μόνιμης διαμονής του· αυτή θα μπορούσε να είναι π.χ. η χώρα της οποίας κατέχει την ιθαγένεια.

Τροπολογία 5

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Υποχρέωση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης

Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Το άρθρο αυτό επικαλύπτει το άρθρο 9.

Τροπολογία 6

Άρθρο 4α (νέο)

 

Άρθρο 4α

 

Δαπάνες

 

1. Το κράτος μέλος της εκτέλεσης επιβαρύνεται με τις δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης στην επικράτειά του.

 

2. Το κράτος μέλος έκδοσης επιβαρύνεται με όλες τις υπόλοιπες δαπάνες.

Αιτιολόγηση

Διευκρίνιση γλωσσικής φύσεως.

Τροπολογία 7

Άρθρο 5, παράγραφος 1

1. Η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης από την αρμόδια αρχή επιτρέπεται μόνον αφού ο ύποπτος ενημερωθεί για τις τυχόν υποχρεώσεις που πρόκειται να επιβληθούν δυνάμει του άρθρου 6 και για τις σχετικές συνέπειες, ιδίως δε για εκείνες που καθορίζονται στα άρθρα 17 και 18.

1. Μετά την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον ύποπτο σε γλώσσα που κατανοεί για τις τυχόν υποχρεώσεις που πρόκειται να επιβληθούν δυνάμει του άρθρου 6 και για τις σχετικές συνέπειες, ιδίως δε για εκείνες που καθορίζονται στα άρθρα 17 και 18.

Αιτιολόγηση

Συγχώνευση των τροπολογιών 6 και 7 για λόγους σαφήνειας.

Τροπολογία 8

Άρθρο 6, παράγραφος 1, εδάφιο 2

Η παρακώλυση του έργου της Δικαιοσύνης ή η τέλεση αξιόποινων πράξεων ενδέχεται να συνιστά παραβίαση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης.

Η παρακώλυση του έργου της Δικαιοσύνης ή η τέλεση αξιόποινων πράξεων συνιστά παραβίαση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης.

Αιτιολόγηση

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής η υποχρέωση αυτή δεν είναι μια από τις "προαιρετικές" υποχρεώσεις. Συνεπώς, εάν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι ο ύποπτος έχει παρακωλύσει το έργο της δικαιοσύνης ή έχει αναπτύξει εγκληματικές δραστηριότητες, η αρμόδια αρχή πρέπει να είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει τη συμπεριφορά αυτή ως παραβίαση του ΕΕΕ και να λάβει όλα τα περαιτέρω αναγκαία μέτρα.

Τροπολογία 9

Άρθρο 6, παράγραφος 1, εδάφιο 3

Η αρχή έκδοσης δύναται να επιβάλει στον ύποπτο μία ή περισσότερες από τις εξής υποχρεώσεις:

Η αρχή έκδοσης δύναται να επιβάλει στον ύποπτο μία ή περισσότερες από τις εξής υποχρεώσεις:

α) να παραστεί σε προκαταρκτικές ακροάσεις με αντικείμενο το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται·

α) να παραστεί σε προκαταρκτικές ακροάσεις με αντικείμενο το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται·

β) να μην εισέρχεται χωρίς άδεια σε συγκεκριμένα μέρη στο κράτος έκδοσης·

β) να μην συχνάζει χωρίς άδεια σε συγκεκριμένα μέρη ή περιοχές στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης·

γ) να καταβάλει τα έξοδα για την προσαγωγή του σε προκαταρκτική ακρόαση ή σε δίκη.

 

Τροπολογία 10

Άρθρο 6, παράγραφος 1, εδάφιο 3, στοιχείο (γ α) (νέο)

 

(γα) να ενημερώνει την αρχή εκτέλεσης για τυχόν αλλαγή του τόπου κατοικίας του στο κράτος εκτέλεσης·

Αιτιολόγηση

Μια από τις προϋποθέσεις για την έκδοση του ΕΕΕ αποτελεί η βεβαιότητα ότι ο ύποπτος έχει μόνιμη διαμονή σε ένα άλλο κράτος μέλος. Εάν μετά την έκδοση του ΕΕΕ ο ύποπτος αλλάζει τη διαμονή του, είναι ύψιστης σημασίας να ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές..

Τροπολογία 11

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (γ)

(γ) την παράδοση στην αρχή εκτέλεσης του διαβατηρίου ή διαβατηρίων ή άλλων εγγράφων πιστοποίησης της ταυτότητας·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Η υποχρέωση αυτή συνιστά παραβίαση των βασικών δικαιωμάτων ενός προσώπου. Σκοπός της πρότασης είναι να επιτραπεί στον ύποπτο να επιστρέψει στη χώρα της διαμονής του και να ζήσει εκεί μια φυσιολογική ζωή, τηρώντας παράλληλα τις υποχρεώσεις που του έχουν επιβληθεί. Εάν ο ύποπτος πρέπει να παραδώσει το διαβατήριό του, αυτό μπορεί να περιορίσει σοβαρά την πλήρη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του.

Τροπολογία 12

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (ε)

(ε) την παρουσία του υπόπτου στον προκαθορισμένο τόπο εργασίας του στο κράτος εκτέλεσης σε προκαθορισμένες χρονικές στιγμές·

(ε) την παρουσία του υπόπτου στον προκαθορισμένο τόπο εργασίας του, υπηρεσίας του κ.λπ. στο κράτος εκτέλεσης σε προκαθορισμένες χρονικές στιγμές·

Τροπολογία 13

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (ζ α) (νέο)

 

(ζα) την αποφυγή επαφής με συγκεκριμένα πρόσωπα ή αντικείμενα·

Αιτιολόγηση

Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να είναι σκόπιμο να υποχρεωθεί ο ύποπτος να αποφεύγει την επαφή με μάρτυρες, θύματα ή άλλους υπόπτους προκειμένου να μην παρακωλύεται το έργο της δικαιοσύνης. Επιπλέον, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο είναι ύποπτο τέλεσης αδικημάτων που συνδέονται, για παράδειγμα, με όπλα, είναι σημαντικό να υποχρεωθεί το πρόσωπο αυτό να μην φέρει ή κατέχει όπλο.

Τροπολογία 14

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (η)

(η) την υποβολή σε συγκεκριμένη ιατρική αγωγή.

(η) την υποβολή σε συγκεκριμένη ιατρική αγωγή υπό τον όρο της συγκατάθεσης του υπόπτου.

Τροπολογία 15

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (η α) (νέο)

 

(η α) την υποβολή σε ηλεκτρονική παρακολούθηση.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να παραμένουν στον τόπο κατοικίας τους, στο σύνηθες περιβάλλον και κοντά στις οικογένειές τους, οι ύποπτοι μπορούν να επιτηρούνται μέσω ηλεκτρονικού μηχανισμού στα κράτη μέλη στα οποία έχει ήδη καθιερωθεί αυτό το σύστημα. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση είναι αποτελεσματικός τρόπος επιτήρησης και παρέχει στους υπόπτους τη δυνατότητα να συνεχίζουν την οικογενειακή τους ζωή και τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες.

Τροπολογία 16

Άρθρο 6, παράγραφος 2α (νέα)

 

2α. Κάθε κράτος μέλος, κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας πλαίσιο, ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου για τις υποχρεώσεις την τήρηση των οποίων σκοπεύει να επιτηρήσει, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου θέτει τις ληφθείσες πληροφορίες στη διάθεση όλων των κρατών μελών και της Επιτροπής.

Αιτιολόγηση

Είναι δύσκολο να θεσπιστεί κοινός για όλα τα κράτη μέλη κατάλογος υποχρεώσεων. Η απαίτηση επίτευξης συμφωνίας μεταξύ του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης μπορεί να περιπλέξει και να επιμηκύνει την έγκριση του ΕΕΕ. Συνεπώς, η τροπολογία αυτή προτείνει να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να κοινοποιούν τις υποχρεώσεις, την τήρηση των οποίων προτίθενται να επιβλέψουν (με εξαίρεση εκείνες που αναγράφονται στην παράγραφο 1). Στην περίπτωση αυτή το κράτος έκδοσης μπορεί αυτομάτως να επιβάλλει τις υποχρεώσεις αυτές χωρίς να έλθει σε επαφή με το κράτος εκτέλεσης.

Τροπολογία 17

Άρθρο 6, παράγραφος 3

3. Οι υποχρεώσεις που ενδεχομένως επιβάλλονται από την αρχή έκδοσης δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου καταγράφονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

3. Οι υποχρεώσεις που ενδεχομένως επιβάλλονται από την αρχή έκδοσης δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου καταγράφονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

Τροπολογία 18

Άρθρο 6, παράγραφος 4

4. Επιπλέον των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης, η αρχή εκτέλεσης δύναται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, να τροποποιήσει τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος για την εκτέλεσή του.

4. Η αρχή εκτέλεσης δύναται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, να τροποποιήσει τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος για την εκτέλεσή του.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να προσθέσει άλλες υποχρεώσεις πέραν εκείνων που έχει επιβάλει η αρχή έκδοσης. Η αρχή έκδοσης μπορεί να επιφέρει τεχνικές μόνο προσαρμογές στο ΕΕΕ.

Τροπολογία 19

Άρθρο 6, παράγραφος 4, εδάφιο 1 α (νέο)

 

Οι τροποποιήσεις του εδαφίου 1 έχουν τεχνικό μόνο χαρακτήρα και δεν επιβάλλουν αφ' εαυτές πρόσθετες υποχρεώσεις στον ύποπτο.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να προσθέσει άλλες υποχρεώσεις πέραν εκείνων που έχει επιβάλλει η αρχή έκδοσης. Η αρχή έκδοσης μπορεί να επιφέρει τεχνικές μόνο προσαρμογές στο ΕΕΕ.

Τροπολογία 20

Άρθρο 8, παράγραφος 1 α (νέα)

 

1α. Μετά από αίτηση του υπόπτου, το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης διαβιβάζεται σε κάθε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του οποίου συγκατατίθεται στη διαβίβαση αυτή.

Αιτιολόγηση

Η βασική αρχή της πρότασης είναι ότι ο ύποπτος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής του. Ωστόσο, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος διατηρεί στενότερους δεσμούς με κάποιο άλλο κράτος μέλος (π.χ. το κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια), η απόφαση πλαίσιο πρέπει να του παρέχει τη δυνατότητα να μεταβεί στη χώρα αυτή. Ωστόσο, για την αποφυγή καταστρατηγήσεων, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να συγκατατίθεται σχετικά.

Τροπολογία 21

Άρθρο 10, παράγραφος 1

1. Ένα δικαστήριο, δικαστής, ανακριτής δικαστής ή εισαγγελέας στο κράτος που λαμβάνει αίτηση αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης αν είναι σαφές ότι η ποινική διαδικασία για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα θα παραβίαζε την αρχή ne bis in idem (αρχή του δεδικασμένου).

1. Η αρμόδια αρχή στο κράτος που λαμβάνει αίτηση αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης αν είναι σαφές ότι η ποινική διαδικασία για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα θα παραβίαζε την αρχή ne bis in idem (αρχή του δεδικασμένου).

Τροπολογία 22

Άρθρο 10, παράγραφος 2

2. Ένα δικαστήριο, δικαστής, ανακριτής δικαστής ή εισαγγελέας στο κράτος που λαμβάνει αίτηση δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης για έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους:

2. Η αρμόδια αρχή στο κράτος που λαμβάνει αίτηση δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης για έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους:

Τροπολογία 23

Άρθρο 12, παράγραφος 1

1. Ένα δικαστήριο, δικαστής, ανακριτής δικαστής ή εισαγγελέας στο κράτος που λαμβάνει αίτηση αποφασίζει, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός 5 ημερών από την παραλαβή του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης, σχετικά με το αν θα αναγνωρίσει και εκτελέσει το ένταλμα ή θα επικαλεσθεί λόγους για τη μη αναγνώριση και εκτέλεσή του. Η αρμόδια αρχή στο κράτος που έχει λάβει αίτηση ενημερώνει την αρχή έκδοσης για την απόφασή της με οποιοδήποτε μέσο ικανό να παραγάγει γραπτό τεκμήριο.

1. Η αρμόδια αρχή στο κράτος που λαμβάνει αίτηση αποφασίζει, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός 5 ημερών από την παραλαβή του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης, σχετικά με το αν θα αναγνωρίσει και εκτελέσει το ένταλμα ή θα επικαλεσθεί λόγους για τη μη αναγνώριση και εκτέλεσή του. Η αρμόδια αρχή στο κράτος που έχει λάβει αίτηση ενημερώνει την αρχή έκδοσης για την απόφασή της με οποιοδήποτε μέσο ικανό να παραγάγει γραπτό τεκμήριο.

Τροπολογία 24

Άρθρο 12, παράγραφος 3

3. Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης είναι ελλιπές, το δικαστήριο, ο δικαστής, ο ανακριτής δικαστής ή ο εισαγγελέας στο κράτος που έχει λάβει αίτηση δύναται να αναβάλει τη λήψη απόφασης περί της αναγνώρισης και εκτέλεσης του εντάλματος μέχρις ότου αυτό συμπληρωθεί από την αρχή έκδοσης.

3. Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης είναι ελλιπές, η αρμόδια αρχή στο κράτος που έχει λάβει αίτηση δύναται να αναβάλει τη λήψη απόφασης περί της αναγνώρισης και εκτέλεσης του εντάλματος μέχρις ότου αυτό συμπληρωθεί από την αρχή έκδοσης.

Τροπολογία 25

Άρθρο 12, παράγραφος 4

4. Σε περίπτωση αναβολής της αναγνώρισης και εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης σύμφωνα με την παράγραφο 3, το δικαστήριο, ο δικαστής, ο ανακριτής δικαστής ή ο εισαγγελέας στο κράτος που έχει λάβει αίτηση αποστέλλει πάραυτα απευθείας στην αρχή έκδοσης έκθεση με λεπτομερή παράθεση των λόγων που υπαγόρευσαν την αναβολή, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό οποιοδήποτε μέσο ικανό να παραγάγει γραπτό τεκμήριο.

4. Σε περίπτωση αναβολής της αναγνώρισης και εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης σύμφωνα με την παράγραφο 3, η αρμόδια αρχή στο κράτος που έχει λάβει αίτηση αποστέλλει πάραυτα απευθείας στην αρχή έκδοσης έκθεση με λεπτομερή παράθεση των λόγων που υπαγόρευσαν την αναβολή, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό οποιοδήποτε μέσο ικανό να παραγάγει γραπτό τεκμήριο.

Τροπολογία 26

Άρθρο 12, παράγραφος 4α (νέα)

 

4α. Η αρχή έκδοσης ενημερώνει τον ύποπτο για κάθε αναβολή της αναγνώρισης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης.

Αιτιολόγηση

Ο ύποπτος πρέπει να έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για οποιαδήποτε εξέλιξη αφορά τη διαδικασία του.

Τροπολογία 27

Άρθρο 13, παράγραφος 4

4. Ο ύποπτος έχει το δικαίωμα να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την αρχή έκδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η απαίτηση αυτή μπορεί να τηρηθεί με τη χρήση κατάλληλης οπτικοακουστικής ή τηλεφωνικής σύνδεσης με την αρχή έκδοσης (ακρόαση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή τηλεφωνικής διάσκεψης). Η αρχή έκδοσης διαβουλεύεται επίσης με την αρχή εκτέλεσης σχετικά με την επανεξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης.

4. Ο ύποπτος έχει το δικαίωμα να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την αρχή έκδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η απαίτηση αυτή μπορεί να τηρηθεί με τη διαδικασία του άρθρου 10 της Σύμβασης της 29ης Μαΐου μεταξύ της αρχής εκτέλεσης και της αρχής έκδοσης. Η αρχή έκδοσης διαβουλεύεται επίσης με την αρχή εκτέλεσης σχετικά με την επανεξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης.

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αυτή διασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή της διαδικασίας οπτικοακουστικής σύνδεσης.

Τροπολογία 28

Άρθρο 17, παράγραφος 4

4. Πριν από τη λήψη της απόφασης βάσει της παραγράφου 1, ο ύποπτος έχει το δικαίωμα να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την αρχή έκδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η απαίτηση αυτή μπορεί να τηρηθεί με τη χρήση κατάλληλης οπτικοακουστικής ή τηλεφωνικής σύνδεσης μεταξύ της αρχής εκτέλεσης και της αρχής έκδοσης (ακρόαση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή τηλεφωνικής διάσκεψης). Η αρχή έκδοσης διαβουλεύεται επίσης με την αρχή εκτέλεσης.

4. Πριν από τη λήψη της απόφασης βάσει της παραγράφου 1, ο ύποπτος έχει το δικαίωμα να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την αρχή έκδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η απαίτηση αυτή μπορεί να τηρηθεί με τη διαδικασία του άρθρου 10 της Σύμβσης της 29ης Μαΐου 2000 μεταξύ της αρχής εκτέλεσης και της αρχής έκδοσης. Η αρχή έκδοσης διαβουλεύεται επίσης με την αρχή εκτέλεσης.

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αυτή διασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή της διαδικασίας οπτικοακουστικής σύνδεσης.

Τροπολογία 29

Άρθρο 18

Προϋποθέσεις σύλληψης και μεταφοράς του υπόπτου

Σύλληψη και μεταφορά του υπόπτου

1. Αν η αρχή έκδοσης αποφασίσει ότι ο ύποπτος πρέπει να συλληφθεί και να μεταφερθεί στο κράτος έκδοσης, είναι υποχρεωτική η ακρόαση του υπόπτου από δικαστική αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη.

1. Αν η αρχή έκδοσης αποφασίσει ότι ο ύποπτος πρέπει να συλληφθεί και να μεταφερθεί στο κράτος έκδοσης, εκδίδει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002.

2. Αν ο ύποπτος συγκατατίθεται στη μεταφορά του, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη τον μεταφέρει πάραυτα στο κράτος έκδοσης.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, είναι δυνατό να εκδοθεί, στην περίπτωση αυτή, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και ο ύποπτος να μεταφερθεί στο κράτος έκδοσης σε σχέση με όλα τα αδικήματα για τα οποία μπορεί να εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

3. Αν ο ύποπτος δεν συγκατατίθεται στη μεταφορά του, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη τον μεταφέρει πάραυτα στο κράτος έκδοσης. Το πρώτο κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί να προβεί στη σύλληψη και μεταφορά μόνον εφόσον:

 

- είναι σαφές ότι η άσκηση ποινικής δίωξης για το αδίκημα για το οποίο έχει εκδοθεί το συγκεκριμένο ένταλμα θα συνιστούσε πλέον παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου (ne bis in idem)·

 

- ο ύποπτος διώκεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

 

- αν η ποινική δίωξη ή ο κολασμός του υπόπτου αποκλείεται δια νόμου με βάση τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης και οι πράξεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα υπάγονται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους βάσει της ποινικής του νομοθεσίας·

 

- αν η απόφαση για τη σύλληψη και μεταφορά αφορά νέα πραγματικά περιστατικά που δεν καλύπτονται από το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

 

4. Ένα κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος εκτέλεσης δύναται ομοίως να αρνηθεί τη σύλληψη και μεταφορά του υπόπτου επικαλούμενο έναν ή περισσότερους από τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 10.

 

Τροπολογία 30

Άρθρο 20

Άρθρο 20
Προθεσμίες μεταφοράς

διαγράφεται

1. Ο ύποπτος μεταφέρεται στο κράτος έκδοσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 σε ημερομηνία που συμφωνείται από κοινού μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών μελών και οπωσδήποτε εντός τριών ημερών από τη σύλληψη.

 

2. Η μεταφορά ενός υπόπτου είναι δυνατό κατ’ εξαίρεση να αναβληθεί προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, παραδείγματος χάρη αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η μεταφορά θα έθετε προδήλως σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του υπόπτου. Η αρχή έκδοσης ενημερώνεται αμέσως για κάθε τέτοια αναβολή και για τους λόγους που την υπαγορεύουν. Η μεταφορά του υπόπτου πραγματοποιείται μόλις εκλείψουν οι λόγοι της αναβολής, σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών μελών.

 

Αιτιολόγηση

Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από τις διατάξεις της απόφασης πλαίσιο του Συμβουλίου για το ΕΕΣ.

Τροπολογία 31

Άρθρο 21

Άρθρο 21
Διέλευση

διαγράφεται

1. Έκαστο κράτος μέλος επιτρέπει τη διέλευση από το έδαφός του ενός υπόπτου που μεταφέρεται με βάση τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ενημερωθεί για τα εξής:

 

(α) ταυτότητα και ιθαγένεια του προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

 

(β) ύπαρξη ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης·

 

(γ) φύση και νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης·

 

(δ) περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης, περιλαμβανομένης της ημερομηνίας και του τόπου.

 

2. Έκαστο κράτος μέλος ορίζει μία αρχή αρμόδια για την παραλαβή των αιτήσεων διέλευσης και των απαραίτητων εγγράφων, καθώς και κάθε άλλης επίσημης αλληλογραφίας σχετικά με τις αιτήσεις διέλευσης. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν τον διορισμό της αρχής αυτής στο Συμβούλιο.

 

3. Η αίτηση διέλευσης και τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 μπορούν να υποβάλλονται στην αρχή που έχει ορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 με οποιοδήποτε μέσο ικανό να παραγάγει γραπτό τεκμήριο. Το κράτος μέλος διέλευσης κοινοποιεί την απόφασή του με την ίδια διαδικασία.

 

4. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν ισχύει σε περίπτωση αεροπορικής μεταφοράς χωρίς προγραμματισμένο ενδιάμεσο σταθμό. Παρόλα αυτά, σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί μη προγραμματισμένη προσγείωση, το κράτος έκδοσης παρέχει στην αρχή που έχει ορισθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 τα πληροφοριακά στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

 

Αιτιολόγηση

Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από τις διατάξεις της απόφασης πλαίσιο του Συμβουλίου για το ΕΕΣ.

Τροπολογία 32

Άρθρο 10, παράγραφος 1α (νέα)

 

1α. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο δ), επιβάλλει στον ύποπτο να μην απομακρύνεται από τον τόπο της κατοικίας του ή από οποιονδήποτε άλλο τόπο διαμονής για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που ορίζει το ένταλμα.

Τροπολογία 33

Τίτλος, μετά το άρθρο 22, Κεφάλαιο 5α (νέο)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 a - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Αιτιολόγηση

Η απόφαση πλαίσιο σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Για την αποφυγή κενών και τη διασφάλιση επαρκούς προστασίας των δεδομένων που διαβιβάζονται είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στην απόφαση πλαίσιο ένα κεφάλαιο για την προστασία των δεδομένων.

Τροπολογία 34

Άρθρο 22 α (νέο)

 

Άρθρο 22a

 

Προστασία δεδομένων

 

Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης πλαίσιο πρέπει να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στις ακόλουθες βασικές αρχές:

 

α) η επεξεργασία δεδομένων πραγματοποιείται μόνο στο βαθμό που του επιτρέπει ο νόμος και είναι απαραίτητο και ανάλογο προς το σκοπό της συλλογής και/ή περαιτέρω επεξεργασίας τους·

 

β) τα δεδομένα συλλέγονται μόνο για συγκεκριμένους και νόμιμους σκοπούς και τυγχάνουν περαιτέρω επεξεργασίας κατά τρόπο συμβατό με τους σκοπούς αυτούς·

 

γ) τα δεδομένα είναι ακριβή και ενημερωμένα·

 

δ) ειδικές κατηγορίες δεδομένων που αφορούν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τις πολιτικές, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα ή συνδικαλιστικές οργανώσεις, τις σεξουαλικές προτιμήσεις ή την υγεία τυγχάνουν επεξεργασίας μόνο εφόσον αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για τους σκοπούς μιας συγκεκριμένης υπόθεσης και σύμφωνα με κατάλληλες εγγυήσεις.

Αιτιολόγηση

Η απόφαση πλαίσιο σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Για την αποφυγή κενών και τη διασφάλιση επαρκούς προστασίας των δεδομένων που διαβιβάζονται είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στην απόφαση πλαίσιο ένα κεφάλαιο για την προστασία των δεδομένων.

Τροπολογία 35

Άρθρο 22 β (νέο)

 

Άρθρο 22β

 

Δικαιώματα των προσώπων που αφορά η επεξεργασία δεδομένων

 

1. Τα πρόσωπα που αφορά η επεξεργασία δεδομένων ενημερώνονται για το γεγονός ότι τα προσωπικά τους δεδομένα τυγχάνουν επεξεργασίας.

 

Η παροχή της πληροφορίας αυτής μπορεί να καθυστερεί, εφόσον απαιτείται, προκειμένου να μην παρεμποδίζονται οι σκοποί που επιδιώκονται με την επεξεργασία των δεδομένων.

 

2. Το πρόσωπο που αφορά η επεξεργασία δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, πληροφορίες όσον αφορά το είδος των δεδομένων αυτών σε μια γλώσσα που κατανοεί, καθώς επίσης να διορθώσει και, όταν αυτό είναι απαραίτητο να διαγράψει τα δεδομένα που έχουν τύχει επεξεργασίας κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 22α.

 

3. Η παροχή πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 μπορεί να μη γίνει δεκτή ή να καθυστερήσει, όταν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο:

 

(α) για την προστασία της ασφάλειας και τη δημόσιας τάξης·

 

(β) για την πρόληψη ενός εγκλήματος·

 

(γ) για τη μη παρακώλυση της διερεύνησης και δίωξης ποινικών αδικημάτων·

 

(δ) για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων.

Αιτιολόγηση

Η απόφαση πλαίσιο σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Για την αποφυγή κενών και τη διασφάλιση επαρκούς προστασίας των δεδομένων που διαβιβάζονται είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στην απόφαση πλαίσιο ένα κεφάλαιο για την προστασία των δεδομένων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η προδικαστική κράτηση θεωρείται εξαιρετικό μέτρο, το οποίο πρέπει να σταθμίζεται αυστηρά σε σχέση με το δικαίωμα στην ελευθερία, το τεκμήριο της αθωότητας[1]. Δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική ούτε να χρησιμοποιείται για τιμωρητικούς σκοπούς[2]. Κατά συνέπεια, στο προδικαστικό στάδιο πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χρήση των μη στερητικών της ελευθερίας μέτρων επιτήρησης.

Τα μέτρα επιτήρησης, ως εναλλακτικές λύσεις έναντι της προδικαστικής κράτησης, αποσκοπούν κατ' αρχήν μόνο στην εξάλειψη των τριών κλασσικών κινδύνων που δικαιολογούν τη στέρηση της ελευθερίας (κίνδυνος φυγής, κίνδυνος εξαφάνισης αποδεικτικών στοιχείων και κίνδυνος υποτροπής).

Σε έναν κοινό ευρωπαϊκό χώρο δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι ο ύποπτος που δεν κατοικεί στο κράτος της δίκης δεν θα έχει διαφορετική μεταχείριση από τον ύποπτο που κατοικεί στο κράτος αυτό.

Σήμερα όμως οι διάφορες εναλλακτικές λύσεις έναντι της προδικαστικής κράτησης δεν μπορούν να μετατεθούν ούτε να μεταφερθούν πέραν των συνόρων, διότι δεν υπάρχει αμοιβαία αναγνώριση των μέτρων αυτών ούτε διεθνείς πράξεις που να το επιτρέπουν ειδικά. Αυτή η έλλειψη αμοιβαίας αναγνώρισης παρεμποδίζει τη δικαστική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.

Υπάρχει ένας εμφανής κίνδυνος άνισης μεταχείρισης των δύο αυτών κατηγοριών, δηλ. των πολιτών της ΕΕ που δεν κατοικούν στην επικράτεια του κράτους μέλους στο οποίο φέρονται ότι έχουν διαπράξει μια αξιόποινη πράξη και εκείνων που κατοικούν σε αυτήν. Επιπλέον, αυτό μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.

Ο εισηγητής, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, υποστηρίζει ένθερμα την αναγκαιότητα της πρότασης αυτής, η οποία θα καταστήσει δυνατή την αμοιβαία αναγνώριση των προδικαστικών ενταλμάτων επιτήρησης. Το μέσο αυτό θα επιτρέψει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να μην κρατούν στο πλαίσιο προδικαστική διαδικασίας πολίτες της ΕΕ που δεν κατοικούν στο κράτος μέλος στο οποίο υπάρχει υπόνοια ότι διέπραξαν αδίκημα λόγω κινδύνου φυγοδικίας αλλά να τους επιτρέπουν να επιστρέψουν στο κράτος μέλος της τρέχουσας νόμιμης και συνήθους διαμονής τους.

Κατά την άποψη του εισηγητή είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ο ορισμός της διαμονής. Υπό το φως του σκοπού της πρότασης, έχει μεγάλη σημασία να μην περιορίζεται η έννοια της διαμονής στην "μόνιμη" διαμονή που αποτελεί ήδη πάγια κοινοτική ορολογία. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η διαμονή του προσώπου σε ένα αντίστοιχο κράτος μέλος πρέπει να είναι νόμιμη και συνήθης. Το γεγονός της ύπαρξης νομίμου και συνήθους διαμονής πρέπει να καθορίζεται από τις de facto συνθήκες.

Επιπλέον, ο εισηγητής προτείνει να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της απόφασης πλαίσιο και να δοθεί σε ένα ύποπτο η δυνατότητα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή έκδοσης να μεταβεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της συνήθους και νόμιμης διαμονής του. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο εργάζεται σε ένα άλλο κράτος μέλος αυτό θα μπορούσε να είναι πρωτίστως το κράτος μέλος του οποίου κατέχει την ιθαγένεια.

Κατά την άποψη του εισηγητή η πρόταση της Επιτροπής για τη δημιουργία ενός ειδικού ξεχωριστού μηχανισμού μεταφοράς προσώπων που παραβιάζουν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης (ΕΕΕ) μπορεί να θέσει σε κίνδυνο και να περιπλέξει το ισχύον σύστημα παράδοσης/μεταφοράς. Η αποτελεσματικότητα ενός παράλληλου συστήματος προς το ΕΕΣ αμφισβητείται. Σήμερα υπάρχουν διαδικασίες παράδοσης που προβλέπονται στην απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών[3] (ΕΕΣ). Η εφαρμογή του ΕΕΣ έχει ολοκληρωθεί και εφαρμόζεται ήδη από τους δραστηριοποιούμενους στον τομέα αυτό, οι οποίοι το εμπιστεύονται όλο και περισσότερο. Δεν θα πρέπει να υποτιμάται το στοιχείο της εμπιστοσύνης κατά την εφαρμογή μέσων αμοιβαίας αναγνώρισης. Ο εισηγητής προτείνει στη συνάρτηση αυτή την προσαρμογή των διαδικασιών του ΕΕΣ με το ΕΕΕ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται παραβίαση του ΕΕΕ.

Σήμερα το ΕΕΣ καλύπτει πράξεις που τιμωρούνται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης με μέτρο επιτήρησης ή κράτησης για μέγιστο χρονικό διάστημα τουλάχιστον 12 μηνών. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της πρότασης για το ΕΕΕ, όλα τα αδικήματα πρέπει να καλύπτονται (χωρίς θέσπιση κατωτάτου ορίου). Συνεπώς, κατά την εφαρμογή του ΕΕΕ, το ΕΕΣ πρέπει να επεκτείνεται για να καλύπτει όλα τα αδικήματα.

Πριν από την υποβολή λεπτομερών τροποποιήσεων στο ΕΕΕ αναφορικά με την επέκταση του ΕΕΣ σε όλα τα αδικήματα, πρέπει να προηγηθούν εις βάθος αναλύσεις και διαβούλευση. Συνεπώς, ο εισηγητής καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που διαθέτει όλους τους απαραίτητους πόρους να αναθεωρήσει την πρόταση για το ΕΕΕ και να εισαγάγει τις απαραίτητες αλλαγές προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα να εφαρμοστούν οι διαδικασίες παράδοσης του ΕΕΣ. Εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το θεωρεί απαραίτητο, ο εισηγητής την καλεί να υποβάλει απαραίτητες τροποποιήσεις στο ΕΕΣ.

Τα μέσα της αμοιβαίας αναγνώρισης προϋποθέτουν πάντοτε ένα υψηλό επίπεδο ανταλλαγής ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν πρόσωπα. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί η προστασία των δεδομένων. Ο εισηγητής καλεί το Συμβούλιο να υιοθετήσει την απόφαση πλαίσιο για τη προστασία των προσωπικών δεδομένων που έχουν τύχει επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις[4]. Εντούτοις, η μη ύπαρξη σήμερα της προαναφερθείσας απόφασης πλαίσιο δεν πρέπει να μειώνει ή να θέτει σε κίνδυνο ένα κατάλληλο επίπεδο προστασίας δεδομένων. Συνεπώς ο εισηγητής προτείνει να ενσωματωθούν στην πρόταση ειδικά άρθρα για την προστασία δεδομένων.

  • [1] Το άρθρο 6(2) ΣΕΕ προβλέπει ότι η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ, 1950) και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
    Τα βασικά δικαιώματα ή θεμελιώδεις ελευθερίες που διέπουν την προδικαστική κράτηση και τις εναλλακτικές λύσεις αντί αυτής της κράτησης, και που προσδιορίζονται από την ΕΣΔΑ, είναι τα ακόλουθα:
    - Άρθρο 5(1) «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν»·
    - Άρθρο 6(2) «Παν πρόσωπoν κατηγoρoύµενoν επί αδικήµατι τεκµαίρεται ότι είναι αθώoν µέχρι της νoµίµoυ απoδείξεως της ενoχής τoυ»·
    - Άρθρο 5(1)γ («Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας τoυ ειµή εις τας ακoλoύθoυς περιπτώσεις και συµφώνως πρoς την νόµιµoν διαδικασίαν:…») «εάν συνελήφθη και κρατήται όπως oδηγηθή ενώπιoν της αρµoδίας δικαστικής αρχής εις την περίπτωσιν ευλόγoυ υπoνoίας ότι διέπραξεν αδίκηµα, ή υπάρχoυν λoγικά δεδoµένα πρoς παραδoχήν της αvάγκης όπως oύτoς εµπoδισθή από τoυ να διαπράξη αδίκηµα ή δραπετεύση µετά την διάπραξιν τoύτoυ».
  • [2]  Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Rec(2006)13.
  • [3]  ΕΕ L 190, 18.7.2002, σ. 1
  • [4]  CΟΜ(2005)04751 - CΝS 2005/0202

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ (5.10.2007)

προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την πρόταση απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης σε προδικαστικές διαδικασίες μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(COM(2006)0468 – C6‑0328/2006 – 2006/0158(CNS))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Aloyzas Sakalas

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η απόφαση πλαίσιο σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης σε προδικαστικές διαδικασίες είναι μία πολύ σημαντική νομοθετική πρόταση, που αποσκοπεί όχι μόνο να διασφαλίσει περισσότερο αποτελεσματική νομική συνεργασία εντός του νομοθετικού χώρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά επίσης να δημιουργήσει το νομοθετικό υπόβαθρο για τη μείωση του πεδίου εφαρμογής της σύλληψης - δηλ. ενός μη στερητικού της ελευθερίας μέτρου επιτήρησης (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μικροαδικημάτων). Κατά την άποψη του συντάκτη της γνωμοδότησης, μπορεί χωρίς αμφιβολίες να ειπωθεί ότι αυτή η νομοθετική πρόταση δεν είναι μόνο σημαντική αλλά και απολύτως αναγκαία. Υπάρχουν, όμως, πολλά θέματα αρχής στα οποία θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία εκ των προτέρων με σκοπό να αξιολογηθούν οι διατάξεις αυτής της νομοθετικής προτάσεως από νομικής πλευράς:

           -     Ο προτεινόμενος τύπος συνεργασίας προσιδιάζει σε ενιαίο κράτος και θα πρέπει να συζητηθεί, διότι επί του παρόντος σημαίνει "να ανοίξουμε την πόρτα στο πουθενά" (από νομικής απόψεως βεβαίως). Χωρίς αμφιβολία αποτελεί ένα πολιτικό θέμα, επειδή όμως θα έχει σοβαρή νομοθετική επίπτωση, η νομική διατύπωση της νομοθετικής προτάσεως θα πρέπει να είναι σαφής και να μην επιδέχεται παρερμηνείες. Κατά την άποψη του συντάκτη σας, το κείμενο δυστυχώς δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από ό,τι απαντήσεις και ως εκ τούτου θα ήταν προτιμότερο να επιλεχθεί μια κλασσική μέθοδος συνεργασίας και νομικής ρύθμισης (όπως στην περίπτωση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως παραδείγματος χάριν)·

           -     Η προτεινόμενη νομοθετική πρόταση χρειάζεται να καθορίσει με σαφή τρόπο εάν ενοποιεί ή συντονίζει κρατικούς νόμους (αναφέροντας σε ποιο βαθμό τα κράτη μπορούν να επεκταθούν σε νομική ρύθμιση θεμάτων στα πλαίσια των εθνικών τους νόμων). Κατά την άποψη του συντάκτη σας, η νομοθετική πρόταση έχει έναν σημαντικό αριθμό νομικών ελλείψεων, που θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές νομικές επιπτώσεις για την εγγύηση της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, π.χ. δεν είναι σαφές ποιο κράτος είναι αρμόδιο για ζημία που προκαλείται μέσω παράνομης επιτήρησης· επίσης ορισμένες διαδικαστικές πτυχές, π.χ. το δικαίωμα του υπόπτου να προσβάλει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης κ.λπ., δεν είναι πλήρως σαφείς.

Τα σχόλια του συντάκτη σας σχετικά με το έγγραφο εργασίας του κ. Βαρβιτσιώτη έχουν γίνει σύμφωνα με την ακόλουθη λογική: πτυχές οι οποίες: α) αναφέρονται τόσο στη νομοθετική πρόταση όσο και στο έγγραφο εργασίας του κ. Βαρβιτσιώτη· β) αναφέρονται μόνο στο έγγραφο εργασίας του κ. Βαρβιτσιώτη· και γ) δεν αναφέρονται, αλλά είναι από νομικής απόψεως αναγκαίες κατά την άποψη του συντάκτη της γνωμοδότησης:

1. Παραδοσιακά το κύριο θέμα σχετικά με νομοθετικές προτάσεις που αποσκοπούν σε νομική συνεργασία είναι ο κανόνας του διπλού αξιόποινου (σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη μέλη συνεργάζονται μόνο όταν μία πράξη θεωρείται αξιόποινη κα στα δύο κράτη). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζει να προσπαθεί να απορρίψει αυτό τον κανόνα ή να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του. Κατά την άποψη του συντάκτη σας, αυτή η νομοθετική πρόταση αποσκοπεί να απορρίψει πλήρως τον εν λόγω κανόνα (άρθρο 10) ενώ το έγγραφο εργασίας του κ. Βαρβιτσιώτη (σελίδα 5) αφήνει τη δυνατότητα γι' αυτό (σε ένα συγκεκριμένο βαθμό), αλλά όμως μόνο στην περίπτωση σύλληψης. Και οι δύο προσεγγίσεις θα πρέπει να εκτιμηθούν ως "επικίνδυνες" από πολλές απόψεις, διότι θα μπορούσαν να προκύψουν συνταγματικά προβλήματα στη Λιθουανία (το λιγότερο) εάν επιβληθούν περιορισμοί για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις ελευθερίες για πράξεις οι οποίες δεν θεωρούνται ως αξιόποινες σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα της Λιθουανίας. Από την άλλη πλευρά, εάν καλύπτονται μόνο σοβαρές αξιόποινες πράξεις, ο σκοπός όσον αφορά τη μείωση της εφαρμογής της σύλληψης δεν θα εκπληρωθεί. Ενόψει των ανωτέρω, θα ήταν προτιμητέο να προταθεί, μεταξύ άλλων λόγων για την άρνηση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης, ο ακόλουθος: μια πράξη σε ένα κράτος το οποίο καλείται να προβεί σε επιτήρηση δεν θα θεωρείται ως αξιόποινη (το εν λόγω μοντέλο μπορεί να είναι παρόμοιο με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης). Όσον αφορά τη Λιθουανία, αποτελεί ένα βασικό σημείο που σχετίζεται με τις συνταγματικές υποχρεώσεις.

2. Ο συντάκτης σας συμφωνεί πλήρως με τα σημεία 2 και 3 του εγγράφου εργασίας του κ. Βαρβιτσιώτη.

3. Κατά την άποψη του συντάκτη σας, το σημείο 1 στο έγγραφο εργασίας του κ. Βαρβιτσιώτη θα πρέπει να συμπληρωθεί με τα ακόλουθα: α) σύμφωνα με το άρθρο 6 της νομοθετικής πρότασης, επιτήρηση μπορεί να επιβληθεί μόνο κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά αυτή η δυνατότητα θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της προδικαστικής έρευνας (ιδίως παραχωρώντας στο κράτος το οποίο διεξάγει την έρευνα το δικαίωμα να αποφασίσει κατά την κρίση του)· β) οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 4 της νομοθετικής πρότασης είναι ορθές και πράγματι απαραίτητες, αλλά δεν είναι σαφείς διότι η έννοια "... δύναται να τροποποιήσει τις υποχρεώσεις" δεν είναι σαφής: υπονοεί άραγε ένα τύπο μέτρου μη στερητικού της ελευθερίας (π.χ. παρακράτηση του φυλλαδίου εργασίας στο πλαίσιο της αποφυλάκισης με εγγύηση) ή αναφέρεται μόνο στο σκοπό του ίδιου του μη στερητικού της ελευθερίας μέτρου; Αυτή η πτυχή είναι σημαντική διότι προβλέπονται αυστηρές ποινές για την παραβίαση του εντάλματος επιτήρησης (κεφάλαιο 5 της νομοθετικής πρότασης). Επιπλέον, οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 4 της νομοθετικής πρότασης δεν αντιστοιχούν με το άρθρο 13 του ιδίου εγγράφου, το οποίο προβλέπει την αίτηση επανεξέτασης του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης (είναι αμφίβολο κατά πόσο το κράτος έκδοσης μπορεί με τον τρόπο αυτό να τροποποιήσει υποχρεώσεις οι οποίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο αλλαγής από το κράτος εκτέλεσης).

4. Κατά την άποψη του συντάκτη σας, η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο (γ) της νομοθετικής πρότασης επιτρέπει την παραβίαση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

5. Στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (ε) της νομοθετικής πρότασης οι λέξεις "τόπος εργασίας του" θα πρέπει να ακολουθείται από "υπηρεσίας του κ.λπ." και η διατύπωση του στοιχείου (η) (το λιγότερο σε σχέση με τη λιθουανική απόδοση) αφήνει υπόνοιες ότι συνάγεται σιωπηρά υποχρεωτική ιατρική αγωγή· η ακόλουθος διατύπωση θα ήταν ως εκ τούτου προτιμητέα: "την υποβολή σε συγκεκριμένη ιατρική αγωγή με την εκουσία συμμόρφωση του υπόπτου".

6. Στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο (α) της νομοθετικής πρότασης η λέξη "πράξεις" θα πρέπει να ακολουθείται από τις λέξεις "ή παραλείψεις πράξεων".

7. Η δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 17 της νομοθετικής πρότασης για την ανταλλαγή ηπιότερων μη στερητικών της ελευθερίας μέτρων με σύλληψη στην περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων δεν είναι εφικτή, το λιγότερο στη Λιθουανία, διότι η σύλληψη μπορεί να επιβληθεί μόνον εφόσον υφίστανται όλοι οι λόγοι και τα εντάλματα που προβλέπονται στον κώδικα ποινικής διαδικασίας και ακολουθούνται οι προκαθορισμένες διαδικασίες. Από αυτή την άποψη, το εθνικό δίκαιο είναι πιο "αυστηρό" από ό,τι η νομοθετική πρόταση και είναι ως εκ τούτου αμφίβολο εάν οι διατάξεις της νομοθετικής πρότασης σχετικά με σύλληψη για την παραβίαση υποχρεώσεων που απορρέουν από στερητικά της ελευθερίας μέτρα είναι αποδεκτές για τη Λιθουανία.

8. Τα κάτωθι θέματα θα πρέπει να ρυθμιστούν από τη νομοθετική πρόταση:

- Το δικαίωμα του υπόπτου να προσβάλει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης και δυνατότητες τροποποίησης και αναθεώρησης·

- Καθορισμός του κράτους που θα πρέπει να υποχρεούται σε αποζημίωση για βλάβες που προκύπτουν από παράνομο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Κείμενο που προτείνει η ΕπιτροπήΤροπολογίες του Κοινοβουλίου

Τροπολογία 1

Άρθρο 1, παράγραφος 2

Το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης είναι δικαστική απόφαση που εκδίδεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σε σχέση με έναν ύποπτο που κατοικεί μονίμως στην αλλοδαπή, με σκοπό να επιστρέψει το εν λόγω άτομο στο κράτος μέλος όπου διαμένει υπό τον όρο ότι συμμορφώνεται με μέτρα επιτήρησης, ούτως ώστε να διασφαλισθεί η σωστή απονομή δικαιοσύνης και, ιδίως, να εξασφαλισθεί ότι ο ύποπτος θα βρίσκεται στη διάθεση των αρχών για τη διεξαγωγή δίκης στο κράτος μέλος της έκδοσης.

Το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης είναι δικαστική απόφαση που εκδίδεται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σε σχέση με έναν ύποπτο που κατοικεί μονίμως στην αλλοδαπή, ούτως ώστε να διασφαλισθεί η σωστή απονομή δικαιοσύνης και, ιδίως, να εξασφαλισθεί ότι ο ύποπτος θα βρίσκεται στη διάθεση των αρχών για τη διεξαγωγή δίκης στο κράτος μέλος της έκδοσης.

Τροπολογία 2

Άρθρο 6, παράγραφος 1, εδάφιο 3

Η αρχή έκδοσης δύναται να επιβάλει στον ύποπτο μία ή περισσότερες από τις εξής υποχρεώσεις:

Η αρχή έκδοσης δύναται να επιβάλει στον ύποπτο μία ή περισσότερες από τις εξής υποχρεώσεις:

α) να παραστεί σε προκαταρκτικές ακροάσεις με αντικείμενο το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται·

α) να παραστεί σε προκαταρκτικές ακροάσεις με αντικείμενο το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται·

β) να μην εισέρχεται χωρίς άδεια σε συγκεκριμένα μέρη στο κράτος έκδοσης·

β) να μην συχνάζει χωρίς άδεια σε συγκεκριμένα μέρη ή περιοχές στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης·

γ) να καταβάλει τα έξοδα για την προσαγωγή του σε προκαταρκτική ακρόαση ή σε δίκη.

 

Τροπολογία 3

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (ε)

(ε) την παρουσία του υπόπτου στον προκαθορισμένο τόπο εργασίας του στο κράτος εκτέλεσης σε προκαθορισμένες χρονικές στιγμές·

(ε) την παρουσία του υπόπτου στον προκαθορισμένο τόπο εργασίας του, υπηρεσίας του κ.λπ. στο κράτος εκτέλεσης σε προκαθορισμένες χρονικές στιγμές·

Τροπολογία 4

Άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο (η)

(η) την υποβολή σε συγκεκριμένη ιατρική αγωγή.

(η) την υποβολή σε συγκεκριμένη ιατρική αγωγή υπό τον όρο της συγκατάθεσης του υπόπτου.

Τροπολογία 5

Άρθρο 6, παράγραφος 4

4. Επιπλέον των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης, η αρχή εκτέλεσης δύναται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, να τροποποιήσει τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος για την εκτέλεσή του.

4. Επιπλέον των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης, η αρχή εκτέλεσης δύναται, βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης, να τροποποιήσει τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος για την εκτέλεσή του. Η διάταξη αυτή ισχύει μόνο στο πεδίο εφαρμογής του μη στερητικού της ελευθερίας μέτρου που εγκρίθηκε και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί τυχόν τροποποίηση των εν λόγω υποχρεώσεων να επηρεάσει την επανεξέταση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης σύμφωνα με το άρθρο 13 της απόφασης πλαίσιο.

Τροπολογία 6

Άρθρο 6, παράγραφος 4α (νέα)

 

4α. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις αυτού του άρθρου στην προδικαστική διαδικασία.

Τροπολογία 7

Άρθρο 10

1. Ένα δικαστήριο, δικαστής, ανακριτής δικαστής ή εισαγγελέας στο κράτος που λαμβάνει αίτηση αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης αν είναι σαφές ότι η ποινική διαδικασία για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα θα παραβίαζε την αρχή ne bis in idem (αρχή του δεδικασμένου).

1. Ένα δικαστήριο, δικαστής, ανακριτής δικαστής ή εισαγγελέας στο κράτος που λαμβάνει αίτηση αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης αν μεταξύ κρατών μελών συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 4 της απόφασης πλαίσιο του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών1.

2. Ένα δικαστήριο, δικαστής, ανακριτής δικαστής ή εισαγγελέας στο κράτος που λαμβάνει αίτηση δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης για έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους:

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ειδικότερα:

(α) αν, βάσει της νομοθεσίας του κράτους που έχει λάβει αίτηση, ο ύποπτος δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος για τις πράξεις στις οποίες βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

(α) αν, βάσει της νομοθεσίας του κράτους που έχει λάβει αίτηση, ο ύποπτος δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος για τις πράξεις ή παραλείψεις, στις οποίες βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

β) αν υπάρχει κάποια ασυλία ή προνόμιο βάσει της νομοθεσίας του κράτους που έχει λάβει αίτηση το οποίο αποκλείει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης·

 

γ) αν η αξιόποινη πράξη στην οποία αναφέρεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης καλύπτεται από αμνηστία στο κράτος που έχει λάβει αίτηση, εφόσον το εν λόγω κράτος είχε δικαιοδοσία να κινήσει ποινική δίωξη για τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη βάσει της δικής του ποινικής νομοθεσίας.

 

 

(β) αν η πράξη λόγω της οποίας εκδίδεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης δεν συνιστά αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης· ωστόσο, προκειμένου περί φόρων ή τελών, δασμών και συναλλάγματος, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης δεν μπορεί να μη γίνεται δεκτή εξαιτίας του γεγονότος ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, δασμών και συναλλάγματος με εκείνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος.

 

___________

1 ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1

Τροπολογία 8

Άρθρο 17

1. Σε περίπτωση παραβίασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης, η αρχή έκδοσης δύναται, με βάση τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης, να αποφασίσει:

1. Σε περίπτωση παραβίασης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος επιτήρησης, η αρχή έκδοσης δύναται, με βάση τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης, να αποφασίσει:

(α) να ανακαλέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

(α) να ανακαλέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

(β) να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

(β) να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

(γ) να συλλάβει και να μεταφέρει τον ύποπτο, υπό την προϋπόθεση ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης εξεδόθη σε σχέση με ποινικό αδίκημα για το οποίο χωρεί προσωρινή κράτηση βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης, και ιδίως αν το μέτρο είναι αναγκαίο για τη συμμετοχή σε προκαταρκτική ακρόαση ή σε δίκη·

(γ) να συλλάβει τον ύποπτο, υπό την προϋπόθεση ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης εξεδόθη σε σχέση με ποινικό αδίκημα για το οποίο χωρεί προσωρινή κράτηση βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης, και ιδίως·

(δ) να συλλάβει και να μεταφέρει τον ύποπτο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

(i) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης εξεδόθη σε σχέση με ποινικό αδίκημα για το οποίο δεν χωρούσε αρχικά προσωρινή κράτηση βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης· και

(i) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης εξεδόθη σε σχέση με ποινικό αδίκημα για το οποίο δεν χωρούσε αρχικά προσωρινή κράτηση βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης· και

(ii) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης περιλαμβάνει περιορισμούς των ελευθεριών του υπόπτου οι οποίες είναι τέτοιας έκτασης ώστε να ισοδυναμούν με στέρηση της ελευθερίας· και

(ii) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης περιλαμβάνει περιορισμούς των ελευθεριών του υπόπτου οι οποίες είναι τέτοιας έκτασης ώστε να ισοδυναμούν με στέρηση της ελευθερίας· και

(iii) αν η σύλληψη και μεταφορά είναι αναγκαίες για τη συμμετοχή σε προκαταρκτική ακρόαση ή σε δίκη.

(iii) αν η σύλληψη είναι αναγκαία για τη συμμετοχή σε προκαταρκτική ακρόαση ή σε δίκη.

2. Πριν λάβει απόφαση για την τυχόν σύλληψη και μεταφορά, η αρχή έκδοσης συνεκτιμά όλες τις σχετικές περιστάσεις, παραδείγματος χάρη τη συγκεκριμένη ποινή που θα μπορούσε να επιβληθεί, τις συνέπειες της παραβίασης και, ιδίως, την προθυμία του υπόπτου να επιστρέψει οικειοθελώς στο κράτος έκδοσης.

2. Πριν λάβει απόφαση για την τυχόν σύλληψη, η αρχή έκδοσης συνεκτιμά όλες τις σχετικές περιστάσεις, παραδείγματος χάρη τη συγκεκριμένη ποινή που θα μπορούσε να επιβληθεί, τις συνέπειες της παραβίασης και, ιδίως, την προθυμία του υπόπτου να επιστρέψει οικειοθελώς στο κράτος έκδοσης.

3. Σε περίπτωση που η αρχή έκδοσης αποφασίσει ότι είναι αναγκαία η σύλληψη και μεταφορά του υπόπτου και, κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης αυτής, ο ύποπτος βρίσκεται στην επικράτεια κάποιου άλλου κράτους μέλους, το κράτος αυτό προβαίνει στη σύλληψη και μεταφορά του υπόπτου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 18.

 

4. Πριν από τη λήψη της απόφασης βάσει της παραγράφου 1, ο ύποπτος έχει το δικαίωμα να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την αρχή έκδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η απαίτηση αυτή μπορεί να τηρηθεί με τη χρήση κατάλληλης οπτικοακουστικής ή τηλεφωνικής σύνδεσης μεταξύ της αρχής εκτέλεσης και της αρχής έκδοσης (ακρόαση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή τηλεφωνικής διάσκεψης). Η αρχή έκδοσης διαβουλεύεται επίσης με την αρχή εκτέλεσης.

3. Πριν από τη λήψη της απόφασης βάσει της παραγράφου 1, ο ύποπτος έχει το δικαίωμα να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την αρχή έκδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η απαίτηση αυτή μπορεί να τηρηθεί με τη χρήση κατάλληλης οπτικοακουστικής ή τηλεφωνικής σύνδεσης μεταξύ της αρχής εκτέλεσης και της αρχής έκδοσης (ακρόαση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης ή τηλεφωνικής διάσκεψης). Η αρχή έκδοσης διαβουλεύεται επίσης με την αρχή εκτέλεσης.

Τροπολογία 9

Άρθρο 18

Προϋποθέσεις σύλληψης και μεταφοράς του υπόπτου

Προϋποθέσεις σύλληψης του υπόπτου

1. Αν η αρχή έκδοσης αποφασίσει ότι ο ύποπτος πρέπει να συλληφθεί και να μεταφερθεί στο κράτος έκδοσης, είναι υποχρεωτική η ακρόαση του υπόπτου από δικαστική αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη.

1. Αν η αρχή έκδοσης αποφασίσει ότι ο ύποπτος πρέπει να συλληφθεί είναι υποχρεωτική η ακρόαση του υπόπτου από δικαστική αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη.

2. Αν ο ύποπτος συγκατατίθεται στη μεταφορά του, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη τον μεταφέρει πάραυτα στο κράτος έκδοσης.

2. Αν ο ύποπτος συγκατατίθεται στη μεταφορά του, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη τον μεταφέρει πάραυτα στο κράτος έκδοσης.

3. Αν ο ύποπτος δεν συγκατατίθεται στη μεταφορά του, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη τον μεταφέρει πάραυτα στο κράτος έκδοσης. Το πρώτο κράτος μέλος δύναται να αρνηθεί να προβεί στη σύλληψη και μεταφορά μόνον εφόσον:

3. Το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη του υπόπτου δύναται να αρνηθεί να προβεί στη σύλληψη και μεταφορά μόνον εφόσον:

– είναι σαφές ότι η άσκηση ποινικής δίωξης για το αδίκημα για το οποίο έχει εκδοθεί το συγκεκριμένο ένταλμα θα συνιστούσε πλέον παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου (ne bis in idem)·

– είναι σαφές ότι η άσκηση ποινικής δίωξης για το αδίκημα για το οποίο έχει εκδοθεί το συγκεκριμένο ένταλμα θα συνιστούσε πλέον παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου (ne bis in idem)·

– ο ύποπτος διώκεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

– ο ύποπτος διώκεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης·

– αν η ποινική δίωξη ή ο κολασμός του υπόπτου αποκλείεται δια νόμου με βάση τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης και οι πράξεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα υπάγονται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους βάσει της ποινικής του νομοθεσίας·

– αν η ποινική δίωξη ή ο κολασμός του υπόπτου αποκλείεται δια νόμου με βάση τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης και οι πράξεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα υπάγονται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους βάσει της ποινικής του νομοθεσίας·

– αν η απόφαση για τη σύλληψη και μεταφορά αφορά νέα πραγματικά περιστατικά που δεν καλύπτονται από το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

– αν η απόφαση για τη σύλληψη αφορά νέα πραγματικά περιστατικά που δεν καλύπτονται από το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης.

4. Ένα κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος εκτέλεσης δύναται ομοίως να αρνηθεί τη σύλληψη και μεταφορά του υπόπτου επικαλούμενο έναν ή περισσότερους από τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 10.

4. Ένα κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος εκτέλεσης δύναται ομοίως να αρνηθεί τη σύλληψη του υπόπτου επικαλούμενο έναν ή περισσότερους από τους λόγους που καθορίζονται στο άρθρο 10.

Τροπολογία 10

Άρθρο 20

Άρθρο 20

διαγράφεται

Προθεσμίες μεταφοράς

 

1. Ο ύποπτος μεταφέρεται στο κράτος έκδοσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 σε ημερομηνία που συμφωνείται από κοινού μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών μελών και οπωσδήποτε εντός τριών ημερών από τη σύλληψη.

 

2. Η μεταφορά ενός υπόπτου είναι δυνατό κατ’ εξαίρεση να αναβληθεί προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, παραδείγματος χάρη αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η μεταφορά θα έθετε προδήλως σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του υπόπτου. Η αρχή έκδοσης ενημερώνεται αμέσως για κάθε τέτοια αναβολή και για τους λόγους που την υπαγορεύουν. Η μεταφορά του υπόπτου πραγματοποιείται μόλις εκλείψουν οι λόγοι της αναβολής, σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών μελών.

 

Τροπολογία 11

Άρθρο 10, παράγραφος 1α (νέα)

 

1α. Η προηγούμενη διάταξη εφαρμόζεται και όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης, σύμφωνα με το στοιχείο δ) της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 6, επιβάλλει στον ύποπτο να μην απομακρύνεται από τον τόπο της κατοικίας του ή από οποιονδήποτε άλλο τόπο διαμονής για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που ορίζει το ένταλμα.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης σε προδικαστικές διαδικασίες μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έγγραφα αναφοράς

COM(2006)0468 - C6-0328/2006 - 2006/0158(CNS)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

LIBE

Γνωμοδοτική επιτροπή

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

12.10.2006

 

 

 

Συντάκτης γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Aloyzas Sakalas

24.10.2006

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.9.2007

3.10.2007

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

4.10.2007

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

24

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Carlo Casini, Bert Doorn, Monica Frassoni, Giuseppe Gargani, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Katalin Lévai, Hans-Peter Mayer, Manuel Medina Ortega, Aloyzas Sakalas, Francesco Enrico Speroni, Gary Titley, Diana Wallis, Rainer Wieland, Jaroslav Zvěřina, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Charlotte Cederschiöld, Kurt Lechner, Eva Lichtenberger, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, József Szájer, Jacques Toubon

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Genowefa Grabowska, Iles Braghetto, Michael Cashman, Lily Jacobs

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ευρωπαϊκό ένταλμα επιτήρησης σε προδικαστικές διαδικασίες μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έγγραφα αναφοράς

COM(2006)0468 - C6-0328/2006 - 2006/0158(CNS)

Ημερομηνία κλήσης του ΕΚ προς γνωμοδότηση

4.10.2006

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

LIBE

12.10.2006

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

12.10.2006

 

 

 

Εισηγητής(ές)

       Ημερομηνία ορισμού

Ιωάννης Βαρβιτσιώτης

27.2.2007

 

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

Timothy Kirkhope

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.6.2007

2.10.2007

5.11.2007

 

Ημερομηνία έγκρισης

5.11.2007

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

21

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alexander Alvaro, Philip Bradbourn, Jean-Marie Cavada, Carlos Coelho, Elly de Groen-Kouwenhoven, Esther De Lange, Bárbara Dührkop Dührkop, Claudio Fava, Kinga Gál, Roland Gewalt, Lilli Gruber, Magda Kósáné Kovács, Barbara Kudrycka, Inger Segelström, Károly Ferenc Szabó, Søren Bo Søndergaard, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Manfred Weber

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Edit Bauer, Gérard Deprez, Sophia in ‘t Veld, Метин Казак, Marian-Jean Marinescu, Jan Zahradil,

Ημερομηνία κατάθεσης

7.11.2007