ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την Πράσινη Βίβλο για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά

15.5.2008 - (2007/2287(INI))

Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων
Εισηγητής: Othmar Karas
Συντάκτης γνωμοδότησης (*):
Olle Schmidt, Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
(*) Συνδεδεμένες επιτροπές – άρθρο 47 του Κανονισμού

Διαδικασία : 2007/2287(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0187/2008
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0187/2008
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την Πράσινη Βίβλο για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά

(2007/2287(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–    έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά (COM(2007)0226),

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την τομεακή έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, σχετικά με τις λιανικές τραπεζικές υπηρεσίες (τελική έκθεση) (COM(2007)0033),

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την έρευνα σε κλάδο της οικονομίας βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 για την ασφάλιση επιχειρήσεων (τελική έκθεση) (COM(2007)0556),

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα» (COM(2007)0724), και ιδίως το σχετικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με πρωτοβουλίες στον τομέα των λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (SEC(2007)1520),

–    έχοντας υπόψη τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 358/2003 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των ασφαλίσεων[1],

–    έχοντας υπόψη τη θέση του όπως διατυπώθηκε σε δεύτερη ανάγνωση στις 16 Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την έκδοση της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται με τους καταναλωτές και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου[2]

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Δεκεμβρίου 2007 σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων[3],

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) – Λευκή Βίβλος[4],

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2006 σχετικά με την πορεία προς την περαιτέρω ενοποίηση του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών[5],

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–    έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6‑0187/2008),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συναίνεση των πολιτών για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που έχει γι’ αυτούς· λαμβάνοντας υπόψη ότι για τον λόγο αυτόν πρέπει όλοι οι πολίτες να μοιράζονται δίκαια τα πλεονεκτήματα της εσωτερικής αγοράς,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι λιανικές τραπεζικές εργασίες διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην κατάλληλη διαβίβαση των όρων νομισματικής πολιτικής στην αγορά, ιδίως στις μικρές επιχειρήσεις και στους καταναλωτές,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας, το ευρωπαϊκό οικονομικό πρότυπο είναι η αειφόρος κοινωνική οικονομία της αγοράς,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με πελάτες μεγάλες επιχειρήσεις έχει σημειώσει ενθαρρυντικά γρήγορες προόδους, ενώ αντίθετα η ενιαία αγορά λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς ιδιώτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) έχει ακόμα περιθώρια βελτίωσης,

1.   επικροτεί την προαναφερθείσα Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά –δηλ. για τα τραπεζικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προϊόντα– και τους στόχους της, που είναι τα απτά πλεονεκτήματα για τους καταναλωτές με την εξασφάλιση μεγαλύτερων δυνατοτήτων επιλογής και χαμηλότερων τιμών, με την αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και με την ενδυνάμωσή τους·

Γενικά

2.   διαπιστώνει ότι μικρότερη χρήση των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών δεν κάνουν μόνο οι ιδιώτες πελάτες αλλά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις· υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να προσφερθούν και στις ΜΜΕ τα πλεονεκτήματα της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· επισημαίνει ωστόσο ότι αυτό δεν συνεπάγεται την επέκταση της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών ώστε να καλυφθούν και οι ΜΜΕ· υπογραμμίζει επιπλέον ότι μια μεθοδική στρατηγική στον τομέα των λιανικών υπηρεσιών περιλαμβάνει πολλά μέτρα, και ότι η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών είναι μόνο ένα από αυτά·

3.   εκτιμά ότι, ιδίως από πλευράς ζήτησης, η παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε ιδιώτες πελάτες και ΜΜΕ είναι κατά μεγάλο μέρος δραστηριότητα τοπικού χαρακτήρα, εξαιτίας γλωσσικών και πολιτιστικών παραγόντων και της ανάγκης για προσωπική επαφή· αναγνωρίζει ταυτόχρονα τις ευκαιρίες που προκύπτουν, από πλευράς προσφοράς, από τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις λιανικές αγορές· ενθαρρύνει συνεπώς τους ιδιώτες πελάτες και τις ΜΜΕ να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα του ενισχυμένου ανταγωνισμού και της αυξημένης προσφοράς που μπορούν να παράσχουν οι διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

4.   υπογραμμίζει ότι μια ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για καταναλωτές μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με μέτρα που προσφέρουν ένα ασφαλές περιβάλλον τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και στην πλευρά της ζήτησης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους όρους της έννομης προστασίας· θεωρεί απαραίτητο τα εν λόγω μέτρα να λάβουν μορφή η οποία θα άνοιγε τον δρόμο σε νέα προϊόντα, υπηρεσίες και παράγοντες της αγοράς·

5.   υπογραμμίζει την ανάγκη εξέτασης και καθορισμού ενός πλαισίου και εθνικών εντολών για τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών, προκειμένου να βρεθούν πρακτικές λύσεις για την εποπτεία των διασυνοριακών λιανικών χρηματοπιστωτικών ομίλων σε σύντομο χρονικό διάστημα· θεωρεί ότι οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία περισσότερων κρατών είναι καλό να υπόκεινται σε επιτροπές εποπτικών αρχών·

Βελτίωση της νομοθεσίας

6.   υποστηρίζει την επιδίωξη της Επιτροπής να ασχολείται μόνο με πρωτοβουλίες που αποδεδειγμένα προσφέρουν απτά οφέλη στους πολίτες, είναι στέρεα τεκμηριωμένες με διεξοδική ανάλυση κόστους-ωφελείας και έχουν υποβληθεί σε κατάλληλες μελέτες αντικτύπου· συμφωνεί ότι η διασυνοριακή δραστηριότητα είναι ζωτικής σημασίας για την αύξηση του ανταγωνισμού, που συνήθως οδηγεί σε μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής, χαμηλότερο κόστος και δυναμικότερη ανάπτυξη·

7.   υπενθυμίζει ότι μια αξιόπιστη μελέτη αντικτύπου πρέπει να περιλαμβάνει πάντα και μια ορθή διαπίστωση των αρχικών συνθηκών της αγοράς· υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση της ολοκλήρωσης και της ανταγωνιστικότητας μιας αγοράς και του αντικτύπου μιας πρωτοβουλίας δεν πρέπει να γίνεται βάσει ενός μόνο δείκτη, αλλά βάσει του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού μετρήσεων· καλεί την Επιτροπή να μη λαμβάνει υπόψη μόνο τις τιμές και το εύρος της προσφοράς στην αγορά, αλλά επίσης την ποιότητα των υπηρεσιών και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο·

8.   διαπιστώνει ότι, από τις νομοθετικές προσεγγίσεις που υπάρχουν σήμερα, η στοχοθετημένη πλήρης εναρμόνιση, η οποία συνεπάγεται πλήρη εναρμόνιση ορισμένων βασικών στοιχείων που κρίνονται απαραίτητα, αποτελεί την καλύτερη προσέγγιση για την ανάπτυξη των διασυνοριακών επιχειρήσεων και την προστασία των καταναλωτών, και επομένως για την ολοκλήρωση της αγοράς λιανικών υπηρεσιών· θεωρεί ότι, για τα στοιχεία για τα οποία η εναρμόνιση δεν είναι εφικτή, θα πρέπει να ισχύει αμοιβαία αναγνώριση των διάφορων εθνικών κανόνων·

9.   αναγνωρίζει ότι η ιδέα ενός 28ου νομικού καθεστώτος, όπως το κοινό πλαίσιο αναφοράς, έχει προταθεί ως μια ενδεχόμενη νέα προσέγγιση για την ευρωπαϊκή νομοθεσία, προκειμένου να καταστεί εφικτή η διασυνοριακή πρόσβαση των χρηστών σε πανευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά προϊόντα με ενιαίες υψηλές προδιαγραφές προστασίας των καταναλωτών· απευθύνει έκκληση προς την Επιτροπή να παρουσιάσει χρονοδιάγραμμα για μια διεξοδική διερεύνηση της εφαρμοσιμότητας του 28ου καθεστώτος, της ύπαρξης ζήτησης γι’ αυτό εκ μέρους του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των καταναλωτών, καθώς και της δυνατότητάς του να αποφέρει θετικά αποτελέσματα· τονίζει ότι το 28ο καθεστώς δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αποτελεί εμπόδιο για τις νέες υπηρεσίες και προϊόντα·

10. επικρίνει την ιδέα της τυποποίησης των προϊόντων μέσω νομοθεσίας, εάν αυτό παρακωλύει τον στόχο της αυξημένης ποικιλίας προϊόντων· θεωρεί ότι, προκειμένου να γίνουν πιο συγκρίσιμα τα ανταγωνιστικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθηθεί είναι η νομική εναρμόνιση, π.χ. της πληροφόρησης ή των εποπτικών απαιτήσεων·

11. θεωρεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η αυτορρύθμιση του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική· τονίζει ότι, ιδίως σε αυτές τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η αυτορρύθμιση πρέπει να ενθαρρύνεται και η υλοποίησή της να παρακολουθείται προσεκτικά· καλεί τον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να εργαστεί αποφασιστικά για την πραγματοποίηση των στόχων της προαναφερθείσας Πράσινης Βίβλου μέσω της αυτορρύθμισης και να μειώσει έτσι την ανάγκη για δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις·

Χαμηλότερες τιμές και περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές και τις ΜΜΕ

12. υπογραμμίζει ότι ανάμεσα στις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για ιδιώτες πελάτες και ΜΜΕ συγκαταλέγονται η δημιουργία πανευρωπαϊκού ανταγωνισμού και η διασυνοριακή παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· υπενθυμίζει ότι τα κυριότερα επακόλουθα του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι χαμηλότερες τιμές, περισσότερες επιλογές και καλύτερη ποιότητα· υπογραμμίζει ότι οι ευνοϊκές για τις ΜΜΕ οδηγίες για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αποφέρουν οφέλη μόνο αν υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους παρόχους λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών·

13. επικροτεί την πρωτοβουλία του κλάδου των πληρωμών για τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου πληρωμών, υπογραμμίζει όμως ότι ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να οδηγεί σε μεγαλύτερη διαφάνεια, ιδίως όσον αφορά τις διατραπεζικές προμήθειες·

14. υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός μεταξύ παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών εξασφαλίζεται από τον μεγάλο αριθμό των φορέων της αγοράς που ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις και από μια συνεχή ροή πληροφοριών για τους καταναλωτές· υπενθυμίζει το ψήφισμά του για την ενοποίηση του κλάδου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, στο οποίο σημειώνει ότι η πλουραλιστική δομή της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς, στην οποία τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να λάβουν διάφορες νομικές μορφές ανάλογα με τους εκάστοτε διαφορετικούς επαγγελματικούς τους στόχους, αποτελεί πλεονέκτημα για την ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς, τον καταναλωτή και τη σταθερότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς·

15. διαπιστώνει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι εταιρείες αλληλασφάλισης στην ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά, με 68 % των ασφαλιστικών εταιρειών και με μερίδιο αγοράς 25 %, εξυπηρετώντας πάνω από 230 εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες· τονίζει ότι τα σημερινά εργαλεία για την ανάπτυξη επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά δεν είναι συμβατά με την αλληλασφαλιστική εταιρική δομή·

16. επισημαίνει ότι ένα καταστατικό ευρωπαϊκών αλληλασφαλιστικών εταιρειών θα επέτρεπε στις εταιρείες αλληλασφάλισης να λειτουργούν επί ίσοις όροις με τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ιδίως σε διασυνοριακές περιπτώσεις, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την προσφορά ασφαλιστικών προϊόντων· υπογραμμίζει ότι οι οργανισμοί αλληλασφάλισης, μέσω της διακυβέρνησής τους στην οποία έχουν άμεση συμμετοχή οι πελάτες τους, συνεισφέρουν στην αυξημένη γενική εμπιστοσύνη του καταναλωτή στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ΕΕ· πιστεύει ακράδαντα ότι το δημοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης στους οργανισμούς αλληλασφάλισης είναι ικανό να αυξήσει την επίγνωση των καταναλωτών σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τη συμμετοχή τους σε αυτές·

17. διαπιστώνει ότι ο γνήσιος και θεμιτός ανταγωνισμός μπορεί να δημιουργηθεί μόνο σε βάση ισότητας όρων· από αυτό συμπεραίνει ότι κάθε νομοθετικό μέτρο πρέπει να ακολουθεί την αρχή «ίδιοι κίνδυνοι, ίδιοι κανόνες»· ωστόσο, υπενθυμίζει ότι η διαμόρφωση των προϊόντων του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών επηρεάζεται ιδιαίτερα από το κανονιστικό περιβάλλον και ότι μια αδιάκριτη εφαρμογή της αντίληψης «ένα προϊόν για όλους» θα επηρέαζε αρνητικά την ποικιλία των προϊόντων· τονίζει επομένως τη σπουδαιότητα της διαφοροποίησης ανάλογα με τον τύπο του προϊόντος· έχει εντούτοις την πεποίθηση ότι είναι αναγκαία η θέσπιση συγκρίσιμων απαιτήσεων διαφάνειας και γνωστοποίησης για τα ανταγωνιστικά επενδυτικά προϊόντα, ιδίως στο σημείο πώλησης· λυπάται που μέχρι στιγμής δεν έχει αντιμετωπιστεί καταλλήλως το ζήτημα των σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να διορθώσει τις αδικαιολόγητες ανακολουθίες και τις άλλες ατέλειες του σχετικού κανονιστικού πλαισίου·

18. προτρέπει την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για εκσυγχρονισμό των κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν την κατανομή και την οργάνωση συγκρίσιμων προϊόντων λιανικής, καθώς και την ενημέρωση για τα προϊόντα αυτά· θεωρεί, περαιτέρω, ότι οι προτάσεις αυτές πρέπει να βασίζονται στις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ("Οδηγία MiFid"[6]), όπως η αρχή της παροχής της "βέλτιστης δυνατής συμβουλής" και η αρχή "γνώριζε τον πελάτη σου"·

19. εκφράζει τη λύπη του που οι διαφορετικές διατάξεις και πρακτικές των εθνικών εποπτικών αρχών οδήγησαν σε υψηλό κόστος και αβεβαιότητα δικαίου για τους διασυνοριακούς παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· απευθύνει έκκληση προς τις επιτροπές Lamfalussy να εργαστούν εντατικότερα για την κατάρτιση ενιαίων ευρωπαϊκών προδιαγραφών· υποστηρίζει ειδικότερα μια συμφωνία σχετικά με απλά και πρακτικά ενιαία έντυπα για τις διαδικασίες δήλωσης και έγκρισης·

20. θεωρεί ότι η ανάπτυξη διαδικτυακών υπηρεσιών αλλάζει τις προοπτικές των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ευρώπης και της προσφέρει μια ευκαιρία να πάρει το προβάδισμα στην ανάπτυξη λιανικών υπηρεσιών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεχίσουν να προωθούν το ηλεκτρονικό εμπόριο και την ηλεκτρονική υπογραφή· ακόμα, την καλεί να εξετάσει κατά πόσον η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[7] αποτελεί εμπόδιο για την εξ αποστάσεως παροχή υπηρεσιών και πώς μπορεί να λυθεί αυτό το πρόβλημα·

21. αναγνωρίζει τη μεγάλη σημασία των χρηματοπιστωτικών μεσολαβητών, δηλαδή τόσο των πρακτόρων όσο και των μεσιτών, όσον αφορά την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από άλλα κράτη μέλη προς τους ιδιώτες πελάτες και τις ΜΜΕ· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ένα πλαίσιο που θα ενισχύει αυτόν τον κλάδο της οικονομίας· υπενθυμίζει ότι οποιοδήποτε πλαίσιο για τον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών θα πρέπει να ακολουθεί την αρχή «ίδια επιχείρηση, ίδιοι κίνδυνοι, ίδιοι κανόνες», αποφεύγοντας την ασαφή αντίληψη «ένα προϊόν για όλους»· τονίζει ότι οι οποιεσδήποτε διατάξεις σχετικά με τους μεσολαβητές πρέπει να παρέχουν ασφάλεια δικαίου στους πράκτορες και στους μεσίτες καθώς και να εξασφαλίζουν την προστασία των καταναλωτών, π.χ. από αμφιλεγόμενες πρακτικές πωλήσεων· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να θεσπιστούν επίσης κανόνες όσον αφορά την εκπαίδευση των χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητών, τη διαφήμιση και την παροχή συμβουλών σχετικά με τις πωλήσεις·

22. υπενθυμίζει τη σημασία της ανάπτυξης χρηματοπιστωτικής παιδείας ως συμπληρώματος στην επαρκή προστασία του καταναλωτή· καλεί τα κράτη μέλη και όλους τους ενδιαφερομένους να λάβουν και να συντονίσουν μέτρα για την αύξηση των χρηματοπιστωτικών γνώσεων μεταξύ των πολιτών –συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, των νέων, των υπαλλήλων και των συνταξιούχων– με στόχο την ενδυνάμωση και την εκπαίδευση των καταναλωτών ώστε να αναζητούν καλύτερα, φθηνότερα και καταλληλότερα προϊόντα και υπηρεσίες, για την προαγωγή του ανταγωνισμού, της ποιότητας και της καινοτομίας στον τομέα και για τη δημιουργία οργανώσεων καταναλωτών με χρηματοπιστωτικές γνώσεις ικανών να αντισταθμίσουν τον ρόλο των επιχειρήσεων στη διαδικασία εκπόνησης της νομοθεσίας· υπενθυμίζει ότι οι πολίτες που επενδύουν με εμπιστοσύνη μπορούν να προσφέρουν πρόσθετη ρευστότητα στις κεφαλαιαγορές·

23. υπενθυμίζει ότι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι οι διαφορές στη φορολογική νομοθεσία· υπενθυμίζει στα κράτη μέλη τη μεγάλη τους ευθύνη στον εν λόγω τομέα·

24. αντλώντας διδάγματα από ορισμένες πρόσφατες περιπτώσεις αναταραχής στον τομέα των λιανικών τραπεζικών υπηρεσιών (Northern Rock, IKB, Sachsen LB), αναγνωρίζει ότι τα συστήματα αμοιβής στις τράπεζες θα πρέπει να ανασχηματισθούν με βάση μακροπρόθεσμους στόχους και κατευθυντήριες γραμμές των εποπτικών αρχών, κατευθυντηρίων γραμμών από τις εποπτικές αρχές, προκειμένου να καταπολεμηθεί αποτελεσματικότερα το φαινόμενο του ηθικού κινδύνου και να ενισχυθεί ο ρόλος των συστημάτων συνετής διαχείρισης κινδύνου·

Τράπεζες

25. υπογραμμίζει κατηγορηματικά πόσο σημαντικό είναι να δοθεί στα πιστωτικά ιδρύματα και στους οργανισμούς πιστωτικών στοιχείων διασυνοριακή πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στα μητρώα πιστωτικών στοιχείων και κρουσμάτων απάτης· ενθαρρύνει τις τράπεζες να αξιοποιούν τα διαθέσιμα πιστωτικά στοιχεία, ιδίως προκειμένου να διευκολύνεται η κινητικότητα των πελατών, πράγμα που με τη σειρά του θα ενθάρρυνε τον υγιή ανταγωνισμό· τονίζει ωστόσο ότι πρέπει συγχρόνως να κατοχυρωθούν η βέλτιστη προστασία των στοιχείων των καταναλωτών καθώς και το δικαίωμα των καταναλωτών να επιθεωρούν και, εάν χρειαστεί, να διορθώνουν τα προσωπικά τους στοιχεία·

26. προτρέπει την Επιτροπή να αποσαφηνίσει το νομικό καθεστώς και το εποπτικό πλαίσιο των μη τραπεζικών παρόχων καταναλωτικής πίστης, όπως αυτών που λειτουργούν μόνο μέσω Διαδικτύου και/ή SMS·

27. υπογραμμίζει τη σημασία των αξιόπιστων στοιχείων για τη χορήγηση τραπεζικών δανείων, τα οποία θα πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα βάσει δίκαιων και διαφανών κριτηρίων·

Ασφάλειες

28. ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει μια συνεργασία του ασφαλιστικού κλάδου που θα προωθεί την είσοδο στην αγορά· καλεί την Επιτροπή να παρατείνει την ισχύ του κανονισμού (EΚ) αριθ. 358/2003 και μετά το 2010·

29. θεωρεί ότι η κατάργηση της απαίτησης να ορίζεται φορολογικός εκπρόσωπος για τις δραστηριότητες σε άλλο κράτος μέλος είναι δυνατή μόνο εφόσον υπάρχει νομικό πλαίσιο που ορίζει τις εποπτικές αρμοδιότητες και ευθύνες για τις διασυνοριακές δραστηριότητες·

30. υποστηρίζει την επιδίωξη της Επιτροπής να εξετάσει όλες τις νομικά δεσμευτικές εθνικές διατάξεις γενικού συμφέροντος ως προς το κατά πόσον είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο·

31. καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τις εργασίες για ένα καταστατικό των ευρωπαϊκών εταιρειών αλληλασφάλισης ξεκινώντας μια μελέτη σκοπιμότητας για το εν λόγω νομοθετικό σχέδιο·

Ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και ενδυνάμωσή τους

32.     τονίζει ότι, συγχρόνως με την προσπάθεια θέσπισης μιας κοινοτικής νομοθεσίας για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες με διαρκή στόχο την εξασφάλιση πολύ υψηλών επιπέδων προστασίας των καταναλωτών, όλοι οι παράγοντες της αγοράς –συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών/επενδυτών– οφείλουν να αντιληφθούν πλήρως τη βασική αρχή της χρηματοπιστωτικής αγοράς, ότι δηλαδή οποιαδήποτε ευκαιρία υψηλότερης απόδοσης συνεπάγεται και την ανάληψη αυξημένου κινδύνου, και ότι ο κίνδυνος αποτελεί αναπόσπαστη συνιστώσα κάθε εύρυθμης χρηματοπιστωτικής αγοράς· υπογραμμίζει επίσης ότι πρέπει να επιδιωχθεί μια χρυσή τομή μεταξύ ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και μιας απρόσκοπτης λειτουργίας των μηχανισμών της εσωτερικής αγοράς· πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να ενθαρρύνει εθνικές πρωτοβουλίες με στόχο την κατανόηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ώστε να εξασφαλισθεί μια σωστή αντίληψη της αρχής "αυξημένος κίνδυνος- αυξημένη απόδοση" καθώς και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των χρηματοπιστωτικών μέσων·

33. αναγνωρίζει ότι, παρ’ όλο που η ζήτηση για λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες σήμερα είναι πρωτίστως εγχώρια, το Διαδίκτυο και οι ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές αποτελούν καίρια εργαλεία για τους καταναλωτές που επιθυμούν να αναπτύξουν διασυνοριακές δραστηριότητες στον τομέα των λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· καλεί, ως εκ τούτου, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να προωθήσουν την ανάπτυξη αυτών των υπηρεσιών, μεριμνώντας παράλληλα για την ασφάλεια των ηλεκτρονικών συναλλαγών, κυρίως σε ό,τι αφορά τους καταναλωτές·

34. υπογραμμίζει, εντούτοις, ότι δεν θα πρέπει να λησμονούνται οι καταναλωτές που δεν έχουν πρόσβαση στις τεχνολογίες αυτές ή αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη χρησιμοποίησή τους, για παράδειγμα εξαιτίας της ηλικίας τους·

35. εκτιμά ότι η απλοποίηση των κανονισμών που αφορούν τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η άρση των εμποδίων στην κινητικότητα των πελατών δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στα κράτη μέλη·

36. υπενθυμίζει το ψήφισμα του της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) - Λευκή Βίβλος, και ειδικότερα τη σύστασή του για δημιουργία μιας "γραμμής στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για τη χρηματοδότηση της ειδημοσύνης σχετικά με τη χρηματοπιστωτική αγορά στο πλαίσιο των οργανώσεων καταναλωτών και των ΜΜΕ"·

37. συμφωνεί ότι οι καταναλωτές που επιθυμούν να αλλάξουν παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών πρέπει να είναι ελεύθεροι να το πράξουν ανά πάσα στιγμή, με τα μικρότερα δυνατά νομικά εμπόδια και έξοδα, και ότι θα πρέπει οι ρήτρες των συμβάσεων σχετικά τέτοια αλλαγή παρόχου να είναι διατυπωμένες με διαφανή και κατανοητό τρόπο, να εφιστάται δε ρητώς η προσοχή των καταναλωτών σε αυτές·

38. υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής για τη βελτίωση του επιπέδου ενημέρωσης επί χρηματοπιστωτικών θεμάτων και συνειδητοποιεί την ανάγκη για αντίστοιχη πληροφόρηση, αλλά αναγνωρίζει συγχρόνως τη δυσκολία για την εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ της υπερπληροφόρησης και της παροχής στους καταναλωτές επαρκούς πληροφόρησης· τάσσεται υπέρ της ποιότητας έναντι της ποσότητας· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συμβουλευθεί τις οργανώσεις των καταναλωτών ώστε να καθορίσει τις πληροφορίες που κρίνονται ουσιώδεις για να μπορούν οι καταναλωτές να κάνουν τη σωστή επιλογή· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ πληροφόρησης και συμβουλών·

39. τονίζει ότι οι καταναλωτές χρειάζονται εμπιστοσύνη και κατάλληλες γνώσεις για τη σωστή επιλογή χρηματοπιστωτικού προϊόντος· επιπλέον, τονίζει ότι απαιτούνται συντονισμένες προσπάθειες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο για τη βελτίωση του επιπέδου ενημέρωσης επί χρηματοπιστωτικών θεμάτων σε όλα τα κράτη μέλη·

40. ζητεί να έχουν οι καταναλωτές τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικούς μηχανισμούς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ADR) για την επίλυση διαφορών επί θεμάτων που άπτονται λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών τόσο σε εθνικό όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο· καλεί την Επιτροπή να προωθήσει "βέλτιστες πρακτικές" στο πλαίσιο των ADR·

41. καλεί τα κράτη μέλη να προβούν σε εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης των καταναλωτών για το δίκτυο FIN-NET· υπογραμμίζει ότι το δίκτυο FIN-NET πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον συντονισμό της ενημέρωσης του κοινού σε όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τους μηχανισμούς έννομης προστασίας και ADR, ιδιαίτερα προκειμένου για τις διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

42. υπενθυμίζει το γεγονός ότι η συμβατική διαδικασία προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου θα παραμείνει ένας σημαντικός μηχανισμός επίλυσης διαφορών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να εξετάσει τον αντίκτυπο επί των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής του Κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αρ. 44/2001 της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις[8]·

43. υποστηρίζει την προσπάθεια εξεύρεσης μιας συνεκτικής λύσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία θα παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα προσφυγής σε ισορροπημένες νέες μορφές συλλογικών μέσων έννομης προστασίας για τον διακανονισμό διασυνοριακών διαφορών σχετικά με χρηματοπιστωτικά προϊόντα λιανικής· προτείνει την αξιολόγηση του αντίκτυπου των συστημάτων που θεσπίστηκαν πρόσφατα σε εθνικό επίπεδο·

44. τονίζει την ανάγκη εξασφάλισης σε όλους τους ενδιαφερόμενους της πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· για το λόγο αυτό, προτρέπει τους παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να προσφέρουν, στους καταναλωτές που θα εκφράσουν ενδιαφέρον, τουλάχιστον έναν τρεχούμενο λογαριασμό με βάση τη συγκεκριμένη πίστωση·

o

o   o

45. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (CEBS), στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (CEIOPS), στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (ΕΡΑΑΚΑ/CESR), στην ΕΚΤ, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

  • [1]  ΕΕ L 53 της 28.2.2003, σ. 8.
  • [2]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0011.
  • [3]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0615.
  • [4]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0338.
  • [5]  ΕΕ C 303E της 13.12.2006, σ. 110.
  • [6]  (ΕΕ L 145, 30.4.2004, σ.1).
  • [7]  Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15).
  • [8]  ΕΕ L 12, 16.1.2001, σ.1

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

I. Ιστορικό

1. Η ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής

Οι λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες είναι σημαντικές από μακροοικονομική άποψη. Από τις τραπεζικές συναλλαγές του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής παράγεται το 2% του κοινοτικού ετήσιου ΑΕΠ. Η γήρανση του πληθυσμού επιτείνει την ανάγκη για παροχές συνταξιοδότησης και υγειονομικής περίθαλψης σε ιδιωτική και επαγγελματική βάση. Το γεγονός αυτό εξηγεί την αυξανόμενη οικονομική σημασία των τομέων των ασφαλιστικών και επενδυτικών κεφαλαίων. Στα τέλη του 2004, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης αντιστοιχούσαν σε 6 δισ. ευρώ, ενώ τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία της ΕΕ διαχειρίζονταν περιουσιακά στοιχεία αξίας 2,5 δισ. ευρώ. Η κεφαλαιοποίηση των ΟΣΕΚΑ υπερέβη τα 5,7 δισ. ευρώ, ήτοι το 50% του ΑΕΠ της ΕΕ, ενώ μόνο τα ασφάλιστρα ζωής αντιστοιχούν στο 5% του κοινοτικού ΑΕΠ.

Ωστόσο, οι διασυνοριακές λιανικές τραπεζικές εργασίες είναι περιορισμένες, αν εξαιρέσουμε τους ΟΣΕΚΑ. Σύμφωνα με έρευνες της Επιτροπής, μόλις 1% των ευρωπαίων καταναλωτών προβαίνει στην εξ αποστάσεως αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε διασυνοριακό επίπεδο, ενώ στο εσωτερικό το αντίστοιχο ποσοστό είναι 26%. Επίσης, στον κλάδο των ασφαλειών οι εγχώριες ασφαλιστικές συναλλαγές παράγουν το 90% και άνω των συνολικών εσόδων από ασφάλιστρα στην πλειονότητα των αγορών.

Εάν δεν καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες, οι ευρωπαϊκές αγορές λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών θα παραμείνουν σχετικά κατακερματισμένες.

2. Η Πράσινη Βίβλος για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά

Στην Πράσινη Βίβλο COM (2007)0226, η Επιτροπή εξετάζει μεθόδους και τρόπους για περαιτέρω προώθηση της λιανικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και προτείνει τρεις μεγάλες στρατηγικές: «Χαμηλότερες τιμές και περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές», «Εμπιστοσύνη των καταναλωτών» και «Ενδυνάμωση των καταναλωτών». Αφού έλαβε τις γνωμοδοτήσεις όλων των ενδιαφερομένων κύκλων, δημοσίευσε τα συμπεράσματά της σε ένα παράρτημα (SEC(2007)1520) της ανακοίνωσης «Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα» (COM (2007)0724).

Στην παρούσα έκθεση ελήφθησαν υπόψη όπου ήταν αναγκαίο και οι τομεακές έρευνες COM (2007)0033 για τις λιανικές τραπεζικές υπηρεσίες και COM (2007)0556 για την ασφάλιση επιχειρήσεων.

3. Διαδικασία

Η παρούσα έκθεση είναι έγγραφο της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που όμως συντάσσεται με ενισχυμένη συνεργασία με την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών σύμφωνα με το άρθρο 47 του Κανονισμού. Και οι δύο επιτροπές προσπαθούν να αποφύγουν την επικάλυψη εργασιών και γι’ αυτό η έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων περιορίζεται στη βελτίωση της νομοθεσίας, στην πλευρά της προσφοράς και σε γενικά ζητήματα και αφήνει στην Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών την πρωτοβουλία για όλα τα θέματα που αφορούν τη ζήτηση, την προστασία των καταναλωτών κ.λπ.

II. Περιεχόμενο

1. Γενικά

Η αγορά χρειάζεται εξίσου την προσφορά και τη ζήτηση. Ως εκ τούτου, για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής πρέπει να ενισχυθούν τόσο οι πάροχοι, όπως τράπεζες, ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή εταιρείες κεφαλαίου, όσο και οι αποδέκτες, για παράδειγμα οι καταναλωτές. Η μονομερής υποστήριξη μίας από τις δύο αυτές πλευρές θα ήταν λιγότερο αποτελεσματική ή και επιζήμια για την ολοκλήρωση της αγοράς.

Ακόμη, προβλήματα με τις διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες δεν έχουν μόνο οι ιδιώτες πελάτες – παρόμοιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν και οι ΜΜΕ. Ως εκ τούτου, η δημιουργία μιας λιανικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών δεν αφορά μόνο τους καταναλωτές, αλλά και περίπου το 98% όλων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, που δεν θα επωφελούνταν από τη μετεξέλιξη της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή. Ως εκ τούτου, θα ήταν καλό να ληφθούν μέτρα και να αναληφθούν πρωτοβουλίες που θα ωφελήσουν όλους τους φορείς.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι εξαιτίας της φύσης τους –μεγάλη η σημασία των πολιτισμικών και γλωσσικών παραγόντων και της ανάγκης για προσωπική επαφή– οι λιανικές τραπεζικές εργασίες θα παραμείνουν κατά μεγάλο μέρος συναλλαγές τοπικού χαρακτήρα. Προφανώς, μεγάλη πρόοδος δεν θα σημειωθεί παρά μόνο σε παραμεθόριες περιοχές και σε απλές συναλλαγές, π.χ. λογαριασμοί, αποταμιευτικοί λογαριασμοί. Η αγορά πολύπλοκων προϊόντων όπως οι ασφάλειες ζωής δεν προβλέπεται για αρκετό χρονικό διάστημα να γίνεται παρά μόνο σπάνια σε διασυνοριακό επίπεδο.

2. Βελτίωση της νομοθεσίας

Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να διεξαγάγει μελέτη επιπτώσεων για όλες τις δεσμευτικές προτάσεις πριν από τη δημοσίευσή τους. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι μια τέτοια μελέτη πρέπει καταρχάς να περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης, η οποία ωστόσο μπορεί να είναι σωστή μόνον εάν λαμβάνει υπόψη όσο περισσότερους παράγοντες είναι δυνατό. Έτσι, είναι π.χ. λάθος να συμπεράνουμε ότι υπάρχει κατακερματισμός της αγοράς μόνο βάσει των διαφορετικών ασφαλίστρων ζημιών των οχημάτων. Τα διαφορετικά ασφάλιστρα μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει των διαφορών ως προς την εθνική υποδομή, τις συνήθειες που αφορούν την οδήγηση κλπ. Η σύγκριση των τιμών δεν αρκεί για να αξιολογηθεί η ολοκλήρωση της αγοράς.

Σήμερα η Κοινότητα διαθέτει δύο προσεγγίσεις για την εναρμόνιση: την πλήρη και την ελάχιστη εναρμόνιση. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις έχουν αντιθετική σχέση εξαιτίας της μερικής αντίθεσης των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από την κάθε μία. Αφενός, η πλήρης εναρμόνιση είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προαγωγής των διασυνοριακών συναλλαγών. Όσο λιγότερες είναι οι διαφορές, τόσο ευκολότερη είναι και η μετάβαση σε άλλο κράτος μέλος. Αφετέρου, η Κοινότητα είναι υποχρεωμένη να τηρεί την αρχή της επικουρικότητας. Πρέπει να διατηρηθούν οι εθνικές παραδόσεις και συνήθειες, και ως προς τον τρόπο ρύθμισης νομικών θεμάτων. Όταν πρόκειται για το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, είναι κατανοητό ότι τα κράτη μέλη εμμένουν ακόμα περισσότερο στην εκάστοτε παράδοσή τους. Επομένως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιοριστεί κανείς στα ουσιώδη με στοχοθετημένη εναρμόνιση, ενώ οπωσδήποτε δεν υπάρχει συμφωνία για τον ορισμό του ουσιώδους.

Οι εργασίες για ένα εναλλακτικό 28ο νομικό πλαίσιο θα μπορούσαν να υποδείξουν μια διέξοδο εδώ. Αν και οι δύο συμβαλλόμενοι είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν για μια συναλλαγή, π.χ. για ένα ασφαλιστήριο, ένα καθαρά ευρωπαϊκό δίκαιο, δεν θα υπήρχαν οι δαπάνες προσαρμογής που συνοδεύουν πάντα τις διασυνοριακές συναλλαγές. Ένας καταναλωτής μπορεί βέβαια σήμερα να επιλέξει το δίκαιο ενός άλλου κράτους μέλους, δεν μπορεί όμως να αποφύγει τις υποχρεωτικές διατάξεις προστασίας των καταναλωτών της πατρίδας του. Ωστόσο, το 28ο νομικό πλαίσιο θα τύγχανε αποδοχής μόνον εάν πληρούσε τις ανώτατες απαιτήσεις της προστασίας των καταναλωτών. Φαίνεται πάντως ότι αξίζει τον κόπο να εργαστούμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Παράλληλα θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα της αρμόδιας εποπτικής αρχής, μολονότι δεν είναι υποχρεωτικό να συνδεθεί με αυτό.

Πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά η τυποποίηση προϊόντων. Η ίδια η Επιτροπή επιδιώκει να προσφέρει στους καταναλωτές και σε άλλους αποδέκτες λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μεγαλύτερη επιλογή. Η τυποποίηση των προϊόντων είναι διαμετρικά αντίθετη με αυτό. Πρέπει, ωστόσο, εδώ να γίνει διάκριση μεταξύ του ενιαίου χαρακτήρα της νομοθεσίας και των προϊόντων.

3. Χαμηλότερες τιμές και περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές και τις ΜΜΕ

Φθηνότερα προϊόντα και μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής είναι δυνατά μόνο όταν υπάρχει γνήσιος ανταγωνισμός. Ο ανταγωνισμός πάλι προϋποθέτει μεγάλο αριθμό παραγόντων της αγοράς. Ο περιορισμός της αγοράς σε λίγους μεγάλους παρόχους θα υπονόμευε αυτόν τον στόχο. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να ενισχυθεί η πολυφωνία των νομικών μορφών (ανώνυμη εταιρεία, συνεταιρισμός, ταμιευτήρια και φορείς αμοιβαίας ασφάλισης).

Πέρα από αυτό, ο ανταγωνισμός απαιτεί τις ίδιες συνθήκες ανταγωνισμού. Σύμφωνα με την αρχή «ίδιες κανονιστικές ρυθμίσεις για τους ίδιους κινδύνους», οι νομικές συναλλαγές ίδιου αντικειμένου πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται με τον ίδιο τρόπο για συναλλαγές που ενέχουν τους ίδιους κινδύνους γι’ αυτούς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα υποκατάστατα («substitute products»).

Ωστόσο, η μορφή που έχουν οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες επηρεάζεται πάρα πολύ από το κανονιστικό τους περιβάλλον. Ως εκ τούτου, φαίνεται εξίσου σημαντικό να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο μόνο ίδιες καταστάσεις και κίνδυνοι. Διαφορές όπως για παράδειγμα η ύπαρξη εγγύησης, καθώς και το αν η εγγύηση δίδεται από τον ίδιο τον πάροχο ή από ανεξάρτητο τρίτο, δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση. Άρα το ζητούμενο είναι να αντιμετωπίζονται όμοια τα όμοια και διαφορετικά τα διαφορετικά.

Στη συνέχεια, στην έκθεση προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης της πλευράς της προσφοράς, που μεταξύ άλλων είναι:

· Αφενός πρέπει να συνεχιστεί η προώθηση της εξ αποστάσεως αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με τη βοήθεια μέσων επικοινωνίας. Με αυτό το πνεύμα πρέπει να εξεταστεί και η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς μερικές από τις διατάξεις της έχουν ως στόχο να σταματήσει το ξέπλυμα χρήματος, αλλά καθιστούν πιο δύσκολες συναλλαγές όπως π.χ. το άνοιγμα λογαριασμού εξ αποστάσεως. Ο στόχος επομένως θα ήταν να υπάρχουν διατάξεις που θα συνεχίσουν να δυσχεραίνουν το ξέπλυμα χρήματος, αλλά δεν θα εμποδίζουν τις νόμιμες συναλλαγές. Η ηλεκτρονική υπογραφή μπορεί να επιφέρει εδώ βελτιώσεις.

· Ένα άλλο εμπόδιο στην παροχή διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι τα διαφορετικά φορολογικά συστήματα των κρατών μελών και η περιορισμένη διαλειτουργικότητά τους. Για προϊόντα από τρίτες χώρες είναι συχνά δύσκολη η πρόσβαση στις εθνικές διευκολύνσεις, ιδίως στους τομείς όπου ορισμένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ενισχύονται φορολογικά, όπως π.χ. η ασφάλιση γήρατος, τα συνταξιοδοτικά ταμεία κ.λπ. Εξαιτίας της απαιτούμενης ομοφωνίας στο Συμβούλιο, τα κράτη μέλη φέρουν εδώ ιδιαίτερη ευθύνη για την επίτευξη προόδου.

· Η πρόσβαση σε μητρώα πιστωτικών στοιχείων καταναλωτών είναι απολύτως απαραίτητη για την επιτυχή διεξαγωγή πιστωτικών συναλλαγών με την ευρύτερη έννοια. Η οδηγία για την καταναλωτική πίστη περιλαμβάνει ήδη μία σχετική ρύθμιση, που όμως είναι ακόμα πολύ αόριστη και δεν αναφέρεται ούτε στη σχέση δημοσίων και ιδιωτικών μητρώων, ούτε στη σχέση θετικών και αρνητικών πιστωτικών στοιχείων. Η πρόσβαση στα πιστωτικά στοιχεία είναι πολύ σημαντική και για τους πελάτες, γιατί διαφορετικά χάνεται το πιστωτικό ιστορικό τους σε περίπτωση αλλαγής έδρας ή κατοικίας και μπορεί να έχουν πρόβλημα ως προς το να λάβουν ένα δάνειο. Φυσικά, πρέπει να παρασχεθεί στους πελάτες το δικαίωμα να βλέπουν και να διορθώνουν τα στοιχεία τους και πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις για την προστασία των δεδομένων.

· Για παρόμοιους λόγους φαίνεται ευπρόσδεκτη η παράταση ισχύος του κανονισμού 358/2003 για τις απαλλαγές κατά κατηγορία στην ασφαλιστική αγορά. Στον κανονισμό αυτόν η Επιτροπή χαρακτηρίζει ορισμένα είδη συνεργασίας συμβατά με το δίκαιο του ανταγωνισμού: η κοινή συγκέντρωση και αξιολόγηση εθνικών στοιχείων κινδύνου, η διατύπωση εθνικών γενικών όρων πώλησης και η ενιαία αξιολόγηση μέτρων ασφαλείας είναι συνεργασίες που διευκολύνουν την είσοδο των ασφαλιστών σε μια νέα αγορά χωρίς να παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό.

· Η ανάγκη να διαθέτει ένας ασφαλιστής μόνιμο εκπρόσωπο σε κάθε χώρα όπου δραστηριοποιείται φαίνεται σήμερα αμφισβητήσιμη. Η Κοινότητα θα έπρεπε να είναι σε θέση να αναπτύξει πιο κατάλληλα μέσα για να δώσει τη δυνατότητα στο κράτος δραστηριοποίησης του ασφαλιστή να διεκδικήσει τις φορολογικές του απαιτήσεις.

· Η πρωτοβουλία της Επιτροπής για εξέταση των εθνικών διατάξεων γενικού συμφέροντος πρέπει να επικροτηθεί, γιατί οι διατάξεις αυτές περιορίζουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Επομένως πρέπει να διατηρηθούν μόνο εκείνες οι διατάξεις που συμφωνούν με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, δηλαδή είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και δεν συνιστούν διάκριση, και εξυπηρετούν συμφέρον που εγκρίνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ (2.4.2008)

προς την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

σχετικά με την Πράσινη Βίβλο για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά
(2007/2287(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης(*): Olle Schmidt

(*)  Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – άρθρο 47 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.       τονίζει ότι, συγχρόνως με την προσπάθεια θέσπισης μιας κοινοτικής νομοθεσίας με διαρκή στόχο την παροχή πολύ υψηλών επιπέδων προστασίας των καταναλωτών, όλοι οι παράγοντες της αγοράς - συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών/επενδυτών - οφείλουν να αντιληφθούν τη βασική αρχή της χρηματοπιστωτικής αγοράς, ότι δηλαδή η επίτευξη υψηλής αποδοτικότητας συνεπάγεται και την ανάληψη αυξημένου κινδύνου, και ότι ο κίνδυνος αποτελεί αναπόσπαστη συνιστώσα κάθε εύρυθμης χρηματοπιστωτικής αγοράς· επισημαίνει επίσης ότι πρέπει να εξευρεθεί η δέουσα συμβιβαστική λύση μεταξύ αφενός ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και αφετέρου μιας απρόσκοπτης λειτουργίας των μηχανισμών της εσωτερικής αγοράς· πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να ενθαρρύνει εθνικές πρωτοβουλίες με στόχο την κατανόηση του χρηματοοικονομικού συστήματος και την σωστή αντίληψη της αρχής "αυξημένος κίνδυνος- αυξημένη απόδοση" καθώς και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των χρηματοπιστωτικών μέσων·

2.  αναγνωρίζει ότι μολονότι η ζήτηση για χρηματοπιστωτικές αγορές λιανικής σήμερα είναι πρωτίστως εγχώρια, το Διαδίκτυο και οι ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές αποτελούν στοιχεία-κλειδιά για την παροχή διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής· καλεί, ως εκ τούτου, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να προωθήσουν την ανάπτυξη αυτών των υπηρεσιών, διασφαλίζοντας παράλληλα την ασφάλεια των ηλεκτρονικών συναλλαγών, κυρίως σε ότι αφορά τους καταναλωτές·

3. υπογραμμίζει, εντούτοις, ότι οι καταναλωτές που δεν έχουν πρόσβαση στις τεχνολογίες αυτές ή αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη χρησιμοποίησή τους, για παράδειγμα εξαιτίας της ηλικίας τους, δεν θα πρέπει να μείνουν στο περιθώριο·

4.  εκτιμά ότι η απλοποίηση των κανονισμών που αφορούν τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η άρση των εμποδίων στην κινητικότητα των καταναλωτών δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στα κράτη μέλη·

5.  σημειώνει το ψήφισμα του της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) - Λευκή Βίβλος[1], και ειδικότερα τη σύστασή του για δημιουργία μιας "γραμμής στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για τη χρηματοδότηση της ειδημοσύνης σχετικά με τη χρηματοπιστωτική αγορά στο πλαίσιο των οργανώσεων καταναλωτών και των ΜΜΕ"·

6.  συμφωνεί ότι οι καταναλωτές που επιθυμούν να αλλάξουν παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών πρέπει να είναι ελεύθεροι να το πράξουν, με ελάχιστα νομικά εμπόδια και κόστος, και ότι θα πρέπει οι ρήτρες των συμβάσεων σχετικά με τη μεταστροφή σε άλλους παρόχους να είναι διατυπωμένες με διαφανή και κατανοητό τρόπο, να εφιστάται δε ρητώς η προσοχή των καταναλωτών σ΄αυτές·

7.  πιστεύει ότι, μολονότι ο καινοτόμος χαρακτήρας του προϊόντος αποτελεί βασικό κίνητρο επιλογής για τον καταναλωτή που αναζητά το κατάλληλο χρηματοπιστωτικό προϊόν στην πιο ανταγωνιστική τιμή, όλα τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα πρέπει να παρουσιάζονται στον καταναλωτή με σαφή, αντικειμενικό και μη παραπλανητικό τρόπο· προτρέπει την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για εκσυγχρονισμό των κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν την κατανομή και την οργάνωση συγκρίσιμων προϊόντων λιανικής, καθώς και την ενημέρωση για τα προϊόντα αυτά · θεωρεί, περαιτέρω, ότι οι προτάσεις αυτές πρέπει να βασίζονται στις αρχές που ορίζονται στην Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων [2] (" Οδηγία MiFid" ), όπως η αρχή της παροχής της "βέλτιστης δυνατής συμβουλής" και η αρχή "γνώριζε τον πελάτη σου"·

8.  υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής για τη βελτίωση του επιπέδου ενημέρωσης επί χρηματοπιστωτικών θεμάτων και συνειδητοποιεί την ανάγκη για αντίστοιχη πληροφόρηση, αλλά αναγνωρίζει συγχρόνως τη δυσκολία για την εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ της υπερπληροφόρησης και της παροχής στους καταναλωτές επαρκούς πληροφόρησης· τάσσεται υπέρ της ποιότητας της πληροφόρησης έναντι της ποσότητας· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συμβουλευτεί τις οργανώσεις των καταναλωτών ώστε να καθορίσει τις πληροφορίες που κρίνονται ουσιώδεις για να μπορούν οι καταναλωτές να κάνουν τη σωστή επιλογή· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ πληροφόρησης και συμβουλών·

9.  τονίζει ότι οι καταναλωτές χρειάζονται εμπιστοσύνη και κατάλληλες γνώσεις για τη σωστή επιλογή του χρηματοπιστωτικού προϊόντος· επιπλέον τονίζει ότι απαιτούνται συντονισμένες προσπάθειες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο για τη βελτίωση του επιπέδου ενημέρωσης επί χρηματοπιστωτικών θεμάτων σε όλα τα κράτη μέλη·

10. ζητεί να έχουν οι καταναλωτές τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικούς μηχανισμούς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ADR) για την επίλυση διαφορών επί θεμάτων που άπτονται λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών τόσο σε εθνικό όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο· καλεί την Επιτροπή να προωθήσει "βέλτιστες πρακτικές" στο πλαίσιο των ADR·

11. καλεί τα κράτη μέλη να προβούν σε εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης των καταναλωτών για το δίκτυο FIN-NET· υπογραμμίζει ότι το δίκτυο FIN-NET μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον συντονισμό της ενημέρωσης του κοινού σε όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τους μηχανισμούς έννομης προστασίας και ADR, ιδιαίτερα προκειμένου για τις διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

12. υπενθυμίζει το γεγονός ότι η συμβατική διαδικασία προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου θα παραμείνει ένας σημαντικός μηχανισμός επίλυσης διαφορών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να εξετάσει τον αντίκτυπο επί των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής του Κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αρ. 44/2001 της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις·[3]

13. υποστηρίζει την προσπάθεια εξεύρεσης μίας ενιαίας λύσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα προσφυγής σε ισόρροπα συλλογικά μέσα έννομης προστασίας για τον διακανονισμό διασυνοριακών διαφορών σχετικά με χρηματοπιστωτικά προϊόντα λιανικής· προτείνει την αξιολόγηση του αντίκτυπου των πρόσφατα θεσπισθέντων συστημάτων σε εθνικό επίπεδο·

14.  τονίζει την ανάγκη εξασφάλισης σε όλους τους ενδιαφερόμενους της πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· για το λόγο αυτό, προτρέπει τους παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να προσφέρουν στους καταναλωτές που θα εκφράσουν ενδιαφέρον, τουλάχιστον ένα λογαριασμό όψεως με βάση τη συγκεκριμένη πίστωση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.4.2008

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

-:

0:

38

3

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Godfrey Bloom, Cristian Silviu Buşoi, Mogens Camre, Gabriela Creţu, Mia De Vits, Janelly Fourtou, Vicente Miguel Garcés Ramón, Evelyne Gebhardt, Malcolm Harbour, Anna Hedh, Edit Herczog, Iliana Malinova Iotova, Pierre Jonckheer, Alexander Lambsdorff, Kurt Lechner, Lasse Lehtinen, Toine Manders, Arlene McCarthy, Nickolay Mladenov, Catherine Neris, Zita Pleštinská, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Leopold Józef Rutowicz, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Eva-Britt Svensson, Marianne Thyssen, Jacques Toubon, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler, Marian Zlotea

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Εμμανουήλ Αγγελάκας, André Brie, Colm Burke, Brigitte Fouré, Joel Hasse Ferreira, Filip Kaczmarek, Othmar Karas, Manuel Medina Ortega, José Javier Pomés Ruiz, José Ribeiro e Castro, Olle Schmidt, Ieke van den Burg, Anja Weisgerber

  • [1]  Εγκριθέντα κείμενα, Ρ6_ΤΑ(2007)0338
  • [2]  ΕΕ L 145, 30.4.2004, σ.1
  • [3]  ΕΕ L 12, 16.1.2001, σ.1

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

6.5.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

43

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Мариела Величкова Баева, Zsolt László Becsey, Pervenche Berès, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Manuel António dos Santos, Jonathan Evans, Elisa Ferreira, Jean-Paul Gauzès, Robert Goebbels, Donata Gottardi, Benoît Hamon, Gunnar Hökmark, Karsten Friedrich Hoppenstedt, Sophia in ‘t Veld, Othmar Karas, Piia-Noora Kauppi, Wolf Klinz, Christoph Konrad, Guntars Krasts, Kurt Joachim Lauk, Andrea Losco, Astrid Lulling, Florencio Luque Aguilar, Gay Mitchell, John Purvis, Alexander Radwan, Bernhard Rapkay, Antolín Sánchez Presedo, Margarita Starkevičiūtė, Ivo Strejček, Ieke van den Burg, Cornelis Visser

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Κατερίνα Μπατζελή, Jorgo Chatzimarkakis, Valdis Dombrovskis, Harald Ettl, Salvador Garriga Polledo, Ján Hudacký, Alain Lipietz, Διαμάντω Μανωλάκου, Gianni Pittella, Биляна Илиева Раева, Andreas Schwab