Διαδικασία : 2008/2031(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0309/2008

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0309/2008

Συζήτηση :

PV 03/09/2008 - 14
CRE 03/09/2008 - 14

Ψηφοφορία :

PV 04/09/2008 - 7.4
CRE 04/09/2008 - 7.4
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2008)0405

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 272kWORD 276k
15.7.2008
PE 405.920v03-00 A6-0309/2008

σχετικά με την αξιολόγηση των κυρώσεων της ΕΕ στο πλαίσιο των δράσεων και των πολιτικών της ΕΕ στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

(2008/2031(INI))

Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων

Εισηγήτρια: Hélène Flautre

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την αξιολόγηση των κυρώσεων της ΕΕ στο πλαίσιο των δράσεων και των πολιτικών της ΕΕ στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

(2008/2031(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–       έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,

–       έχοντας υπόψη όλες τις συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα προαιρετικά πρωτόκολλά τους,

–       έχοντας υπόψη το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τα δύο προαιρετικά πρωτόκολλα αυτού,

–       έχοντας υπόψη τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και συγκεκριμένα τα άρθρα 1 και 25 και, στο Κεφάλαιο VII, τα άρθρα 39 και 41 αυτού,

–       έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τα πρωτόκολλα αυτής,

–       έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Παρισίων για μια Νέα Ευρώπη,

–       έχοντας υπόψη την Τελική Πράξη του Ελσίνκι,

–       έχοντας υπόψη τα άρθρα 3, 6, 11, 13, 19, 21, 29 και 39 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα άρθρα 60, 133, 296, 297, 301 και 308 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

–       έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(1),

–       έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο,

–       έχοντας υπόψη τις προηγούμενες συζητήσεις του και τα κατεπείγοντα ψηφίσματά του σχετικά με περιπτώσεις παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου,

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Σεπτεμβρίου 1996 σχετικά µε την ανακοίνωση της Επιτροπής για τη συμπερίληψη του σεβασμού των δημοκρατικών αρχών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου στις συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών (COM(1995)0216)(2),

–       έχοντας υπόψη τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, συμπεριλαμβανομένων όσων περιέχονται στις συμφωνίες του ΠΟΕ,

–       έχοντας υπόψη τη Συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ), αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, που υπογράφηκε στο Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000 (Συμφωνία του Κοτονού)(3), ειδικότερα τα άρθρα 8, 9, 33, 96 και 98 αυτής, και την αναθεώρηση αυτής της Συμφωνίας(4),

–       έχοντας υπόψη το έγγραφο με τίτλο «Σύσταση της Ομάδας Συμβούλων Εξωτερικών Υποθέσεων υπό τη σύνθεση "Κυρώσεις" (Εξωτερικές Υποθέσεις/Κυρώσεις)» της 22ας Ιανουαρίου 2004(5),

–       έχοντας υπόψη τις «Βασικές αρχές για τη χρήση περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων)» της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Ιουνίου 2004(6),

–       έχοντας υπόψη τις «Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και αξιολόγηση των περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων) στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της ΕΕ», που αναθεωρήθηκαν τελευταία στις 2 Δεκεμβρίου 2005(7),

–       έχοντας υπόψη το έγγραφο με τίτλο «Βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ για την αποτελεσματική εφαρμογή περιοριστικών μέτρων» της 9ης Ιουλίου 2007(8),

–       έχοντας υπόψη την κοινή θέση 96/697/ΚΕΠΠΑ σχετικά με την Κούβα(9), που εγκρίθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1996,

–       έχοντας υπόψη τις κοινές θέσεις του Συμβουλίου 2001/930/ΚΕΠΠΑ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας(10) και 2001/931/ΚΕΠΠΑ για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας(11), αμφότερες της 27ης Δεκεμβρίου 2001, καθώς και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας(12),

–       έχοντας υπόψη την κοινή θέση του Συμβουλίου 2002/402/ΚΕΠΠΑ περί περιοριστικών μέτρων κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν, των μελών της οργάνωσης Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν και λοιπών προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και άλλων φορέων που συνδέονται μαζί τους(13), καθώς και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 881/2002 του Συμβουλίου για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν(14), αμφότερους της 27ης Μαΐου 2002,

–       έχοντας υπόψη τον Κοινό Στρατιωτικό Κατάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(15),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Απριλίου 2002 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του εκδημοκρατισμού στις τρίτες χώρες (COM(2001)0252)(16),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2006 σχετικά με τη ρήτρα για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη δημοκρατία στις συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (17),

–       έχοντας υπόψη όλες τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών και τις ρήτρες για τα ανθρώπινα δικαιώματα που εμπεριέχονται σε αυτές τις συμφωνίες,

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Οκτωβρίου 1982 σχετικά με τη σημασία και τις συνέπειες των οικονομικών κυρώσεων, ιδίως του εμπορικού αποκλεισμού και του μποϊκοτάζ, στις εξωτερικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας(18),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμα σχετικά με τον αντίκτυπο των κυρώσεων και, ιδίως, των εμπορικών αποκλεισμών στους λαούς των χωρών εναντίον των οποίων επιβάλλονται τα εν λόγω μέτρα(19), που εγκρίθηκε από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΕ την 1η Νοεμβρίου 2001 στις Βρυξέλλες (Βέλγιο),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Σεπτεμβρίου 2007σχετικά με την λειτουργία των διαλόγων και των διαβουλεύσεων με τρίτες χώρες για τα ανθρώπινα δικαιώματα(20),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμα 1597 (2008) και τη σύσταση 1824 (2008) σχετικά με τις μαύρες λίστες του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εγκρίθηκε από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης,

–       έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Λισαβόνας για την τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που υπεγράφη στη Λισαβόνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007(21) και που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2009,

–       έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–       έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανάπτυξης και της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (A6‑0309/2008),

A.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρώτη παράγραφος του άρθρου 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) αναγνωρίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως έναν από της στόχους της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) και λαμβάνοντας υπόψη ότι το νέο άρθρο 21 της ΣΕΕ, όπως εισάγεται στο πρώτο άρθρο, σημείο 24, της Συνθήκης της Λισαβόνας, αναγνωρίζει ότι «η δράση της Ένωσης στη διεθνή σκηνή έχει ως γνώμονα και σχεδιάζεται με στόχο να προωθεί στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο τις αρχές που έχουν εμπνεύσει τη δημιουργία, την ανάπτυξη και τη διεύρυνσή της: τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, την οικουμενικότητα και το αδιαίρετο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης και το σεβασμό των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου»,

B.     λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κυρώσεις εφαρμόζονται προς επιδίωξη συγκεκριμένων στόχων της ΚΕΠΠΑ που ορίζονται στο άρθρο 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι περιλαμβάνουν, αλλά όχι αποκλειστικά, την προώθηση του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της χρηστής διακυβέρνησης,

Γ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι οι βασικές αρχές για τη χρήση περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων) του 2004 συνιστούν το πρώτο πραγματιστικό έγγραφο που καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου η ΕΕ επιβάλλει κυρώσεις, ενώ η ΕΕ ακολουθεί αυτήν την πρακτική ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ της ΣΕΕ το 1993· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό το έγγραφο καθιερώνει επισήμως τις κυρώσεις ως μέσο της ΚΕΠΠΑ και, κατά συνέπεια, συνιστά την αφετηρία μιας ευρωπαϊκής πολιτικής κυρώσεων,

Δ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η πολιτική κυρώσεων βασίζεται κατά κύριο λόγο στους ακόλουθους πέντε στόχους της ΚΕΠΠΑ: διαφύλαξη των κοινών αξιών, των θεμελιωδών συμφερόντων, της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της Ένωσης σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών· ενίσχυση της ασφάλειας της Ένωσης υπό όλες τις μορφές της· διατήρηση της ειρήνης και ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι και τους στόχους του Χάρτη των Παρισίων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τα εξωτερικά σύνορα· προώθηση της διεθνούς συνεργασίας· ανάπτυξη και εδραίωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών,

E.     λαμβάνοντας υπόψη ότι αυξάνεται η διεθνής συναίνεση ότι κάθε σοβαρό και εκούσιο πλήγμα κατά του περιβάλλοντος ζημιώνει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ έχει αναλάβει δέσμευση για τη συστηματική εφαρμογή των κυρώσεων που αποφασίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ βάσει του Κεφαλαίου VII του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και ταυτόχρονα επιβάλλει αυτοτελώς κυρώσεις όταν δεν υπάρχει εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, σε περιπτώσεις που το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δεν μπορεί να αναλάβει δράση είτε επειδή δεν είναι εξουσιοδοτημένο είτε επειδή εμποδίζεται λόγω έλλειψης συμφωνίας μεταξύ των μελών του· και τονίζοντας εν προκειμένω την υποχρέωση τόσο του ΟΗΕ όσο και της ΕΕ να επιβάλλουν κυρώσεις σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο,

Ζ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική κυρώσεων της ΕΕ ενσωματώνει, επομένως, τις κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά το πεδίο εφαρμογής της και οι στόχοι της είναι ευρύτεροι από εκείνους της πολιτικής του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (διεθνής ειρήνη και ασφάλεια),

H.     λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κυρώσεις είναι ένα μεταξύ των μέσων που δύναται να χρησιμοποιήσει η ΕΕ για να εφαρμόσει την πολιτική της για τα ανθρώπινα δικαιώματα· υπενθυμίζοντας ότι η χρήση κυρώσεων πρέπει να είναι συνεπής με τη συνολική στρατηγική της Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα και να αποτελεί την τελική προσπάθεια, στον κατάλογο των προτεραιοτήτων, επιδίωξης των συγκεκριμένων στόχων της ΚΕΠΠΑ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων εξαρτάται από την ταυτόχρονη εφαρμογή τους από όλα τα κράτη μέλη,

Θ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι ούτε το κοινοτικό ούτε το διεθνές δίκαιο δεν περιλαμβάνει έναν νομικό ορισμό της έννοιας της κύρωσης, με αποτέλεσμα η έννοια αυτή να συζητείται ευρέως στο πλαίσιο της διεθνούς νομικής θεωρίας και οι υφιστάμενες διαφορές γνώμης να μην έχουν αποσαφηνιστεί ακόμη ικανοποιητικά· λαμβάνοντας υπόψη, στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, ότι οι κυρώσεις ή τα περιοριστικά μέτρα στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρούνται μέτρα που διακόπτουν ή περιορίζουν, συνολικά ή εν μέρει, τις διπλωματικές ή οικονομικές σχέσεις και πιθανώς περιορίζουν την επικοινωνία με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, με τα οποία επιδιώκεται να επέλθει αλλαγή σε ορισμένες δραστηριότητες ή πολιτικές, όπως παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή πολιτικές που δεν σέβονται το κράτος δικαίου ή τις δημοκρατικές αρχές, οι οποίες ασκούνται από κυβερνήσεις τρίτων χωρών, από μη κρατικές οντότητες ή φυσικά και νομικά πρόσωπα,

Ι.      λαμβάνοντας υπόψη ότι τα είδη των περιοριστικών μέτρων περιλαμβάνουν ποικιλία μέτρων, όπως εμπάργκο όπλων, εμπορικές κυρώσεις, χρηματοοικονομικές/οικονομικές κυρώσεις, δέσμευση κεφαλαίων, απαγορεύσεις πτήσεων, περιορισμούς εισόδου, διπλωματικές κυρώσεις, μποϊκοτάζ αθλητικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και αναστολή της συνεργασίας με τρίτες χώρες,

ΙΑ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι, ακριβώς όπως και η ΕΕ, το παρόν ψήφισμα χρησιμοποιεί αδιακρίτως τους όρους «κυρώσεις» και «περιοριστικά μέτρα»· λαμβάνοντας υπόψη ότι το παρόν ψήφισμα υιοθετεί τον ορισμό των κατάλληλων μέτρων που παρατίθεται στο άρθρο 96 της Συμφωνίας του Κοτονού(22),

ΙΒ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ίδιες οι κυρώσεις της ΕΕ ερείδονται σε ποικίλες νομικές βάσεις, ανάλογα με τη συγκεκριμένη φύση των περιοριστικών μέτρων και τη νομική φύση των σχέσεων με την εμπλεκόμενη τρίτη χώρα, καθώς και με τους εν λόγω τομείς και στόχους· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτοί οι παράγοντες καθορίζουν τόσο τη διαδικασία έγκρισης των κυρώσεων –που συχνά, όχι όμως πάντα, απαιτούν κοινή θέση ΚΕΠΠΑ και, επομένως, ομοφωνία στο πλαίσιο του Συμβουλίου– όσο και τη νομοθετική διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται προκειμένου αυτές να καταστούν νομικά δεσμευτικές και εκτελεστές, με βάση την κοινή διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 301 της Συνθήκης ΕΚ,

ΙΓ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι οι απαγορεύσεις χορήγησης θεωρήσεων και τα εμπάργκο όπλων έχουν γίνει οι πλέον συχνές κυρώσεις που επιβάλλονται από την ΚΕΠΠΑ και αποτελούν ένα από τα αρχικά βήματα στην κλιμάκωση των κυρώσεων της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά τα δύο είδη μέτρων είναι τα μόνα που εφαρμόζονται άμεσα από τα κράτη μέλη, λόγω του ότι δεν απαιτούν ειδική νομοθεσία για τις κυρώσεις βάσει της Συνθήκης ΕΚ· λαμβάνοντας υπόψη, από την άλλη πλευρά, ότι οι οικονομικές κυρώσεις (δέσμευση κεφαλαίων) και οι εμπορικές κυρώσεις απαιτούν τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας για τις κυρώσεις,

ΙΔ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες βασικές αρχές για τη χρήση περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων) καθώς και σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές, οι στοχευμένες κυρώσεις μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές από τις κυρώσεις γενικότερου χαρακτήρα, πρώτον διότι αποφεύγουν ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις για μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού και δεύτερον διότι πλήττουν άμεσα αυτούς που είναι υπεύθυνοι ή αρμόδιοι και, επομένως, τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικές στο να επέλθουν αλλαγές πολιτικής,

ΙΕ.    αναγνωρίζοντας την ύπαρξη μέτρων τα οποία, ενώ εγκρίνονται από το Συμβούλιο στα συμπεράσματα της Προεδρίας, δεν ονομάζονται «κυρώσεις» και διαφέρουν, ταυτόχρονα, από τα λοιπά περιοριστικά μέτρα που ταξινομούνται ως εργαλείο της ΚΕΠΠΑ,

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών διέπονται συχνά από τομεακές διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, που η ΕΕ υποχρεούται να τηρεί, παράλληλα με την εφαρμογή κυρώσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπου απαιτείται, η ΕΕ πρέπει να αναστέλλει ή να καταγγέλλει τη σχετική συμφωνία πριν εφαρμόσει οικονομικές κυρώσεις, που δεν συνάδουν με τα δικαιώματα που έχουν αναγνωριστεί στην ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα βάσει υφιστάμενης συμφωνίας,

ΙΖ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και τρίτων κρατών διέπονται συχνά από διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που επιτρέπουν σε ένα από τα μέρη να λάβει κατάλληλα μέτρα σε περιπτώσεις παραβίασης εκ μέρους του έτερου μέρους ενός βασικού στοιχείου της συμφωνίας, ήτοι του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του διεθνούς δικαίου, των δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου (η ρήτρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), με τη Συμφωνία του Κοτονού να αποτελεί εξέχον παράδειγμα,

ΙΗ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση και εφαρμογή περιοριστικών μέτρων πρέπει να είναι σύμφωνη με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ανθρωπιστικό διεθνές δίκαιο, περιλαμβανομένης της ορθής διαδικασίας και του δικαιώματος άσκησης αποτελεσματικού ένδικου μέσου, καθώς και της αναλογικότητας, πρέπει δε να προβλέπει κατάλληλες εξαιρέσεις ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες των στοχευμένων προσώπων, όπως η πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, σε πόσιμο νερό και σε βασική ιατρική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένων των βασικών φαρμάκων· λαμβάνοντας υπόψη ότι μια πολιτική κυρώσεων πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη τους κανόνες που θέσπισαν η Σύμβαση της Γενεύης, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το Διεθνές Σύμφωνο Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων, καθώς και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την προστασία των αμάχων και των παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιοπιστία της ΕΕ και των επί μέρους κρατών μελών της διακυβεύεται όταν οι κοινοτικές κυρώσεις φαίνονται ή όντως καθίστανται ανενεργές, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Robert Mugabe προσεκλήθη να παραστεί στη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Αφρικής στη Λισαβόνα στις 8-9 Δεκεμβρίου 2007, παρά το ότι απαγορεύτηκε επισήμως η είσοδός του στο έδαφος όλων των κρατών μελών της ΕΕ βάσει της κοινής θέσης του Συμβουλίου 2004/161/ΚΕΠΠΑ της 19ης Φεβρουαρίου 2004 για την ανανέωση των περιοριστικών μέτρων κατά της Ζιμπάμπουε(23), όπως επεκτάθηκε πλέον πρόσφατα με την κοινή θέση του Συμβουλίου 2008/133/ΚΕΠΠΑ της 18ης Φεβρουαρίου 2008(24),

Γενικές παρατηρήσεις υπό το πρίσμα μιας αποτελεσματικής πολιτικής κυρώσεων της ΕΕ

1.      εκφράζει τη λύπη του που μέχρι σήμερα δεν εκπονήθηκε καμία αξιολόγηση ή μελέτη επιπτώσεων σχετικά με την πολιτική κυρώσεων της ΕΕ και που, κατά συνέπεια, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμηθούν οι επιτόπου συνέπειες και η αποτελεσματικότητα και, επομένως, να αντληθούν τα αναγκαία συμπεράσματα· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να προβούν σε αυτή την αξιολόγηση· εν προκειμένω, επισημαίνει ότι ένα βασικό κριτήριο για αυτή την αξιολόγηση πρέπει να είναι η επίτευξη μόνιμων αποτελεσμάτων· θεωρεί, ωστόσο, ότι η πολιτική των κυρώσεων που χρησιμοποιήθηκε κατά της Νότιας Αφρικής αποδείχτηκε αποτελεσματική στην προσπάθεια να τεθεί ένα τέρμα στο απαρτχάιντ·

2.      θεωρεί ότι οι διαφορετικές νομικές βάσεις για την εφαρμογή της πολιτικής κυρώσεων της ΕΕ, που συνεπάγονται διάφορα επίπεδα λήψης αποφάσεων, υλοποίησης και ελέγχου, υπονομεύουν τη διαφάνεια και τη συνεκτικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής κυρώσεων και, κατά συνέπεια, την αξιοπιστία της·

3.      θεωρεί ότι η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων προϋποθέτει ότι η ενεργοποίησή τους εκλαμβάνεται ως νομιμοποιημένη από την κοινή γνώμη, τόσο την ευρωπαϊκή όσο και τη διεθνή, καθώς και από την κοινή γνώμη της χώρας από την οποία αναμένονται αλλαγές· υπογραμμίζει ότι η διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψης απόφασης ενισχύει αυτή τη νομιμότητα·

4.      σημειώνει, επίσης, ότι οι κυρώσεις μπορούν να προσλαμβάνουν μια συμβολική λειτουργία, εκφράζοντας την ηθική καταδίκη εκ μέρους της ΕΕ, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της ανάδειξης και της αξιοπιστίας της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ· προειδοποιεί, ωστόσο, για την απόδοση μεγάλης έμφασης στην ιδέα των κυρώσεων ως συμβολικών μέτρων, καθώς αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη υποτίμησή τους·

5.      θεωρεί ότι πρέπει να εξετάζεται η προσφυγή στις κυρώσεις σε περιπτώσεις συμπεριφορών αρχών που πλήττουν σοβαρά την ασφάλεια και τα δικαιώματα των ατόμων ή σε περιπτώσεις εξάντλησης και αποδεδειγμένης αποτελμάτωσης, με υπαιτιότητα του τρίτου μέρους, όλων των συμβατικών και/ή διπλωματικών σχέσεων·

6.      είναι της γνώμης ότι κάθε εκούσια και αναντίστρεπτη υποβάθμιση του περιβάλλοντος συνιστά απειλή για την ασφάλεια, καθώς και σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου· εν προκειμένω, ζητεί από το Συμβούλιο και από την Επιτροπή να συμπεριλάβουν κάθε εκούσια και αναντίστρεπτη βλάβη στο περιβάλλον στους λόγους που δύνανται να οδηγήσουν στην επιβολή κυρώσεων·

7.      αναγνωρίζει ότι τα συνολικά μέσα κυρώσεων της ΕΕ εφαρμόζονται σε γενικές γραμμές με ευέλικτο τρόπο σύμφωνα με τις ανάγκες και κατά περίπτωση· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι η ΕΕ συχνά εφάρμοσε την πολιτική κυρώσεών της με ασυνεπή τρόπο, αντιμετωπίζοντας διαφορετικά τρίτες χώρες, ακόμα και όταν είναι παρόμοιες οι επιδόσεις τους στους τομείς των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, πυροδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο επικρίσεις για την εφαρμογή «δύο μέτρων και δύο σταθμών»·

8.      θεωρεί εν προκειμένω ότι η εφαρμογή και η αξιολόγηση κυρώσεων από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει καταρχήν να υπερισχύει κάθε ζημίας που απορρέει από την εφαρμογή τους για τα εμπορικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτών της·

9.      εκφράζει τη λύπη του που η ύπαρξη εσωτερικών διαφωνιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πολιτικές έναντι μιας δεδομένης χώρας, όπως η Κούβα, ή η διστακτικότητα των κρατών μελών να αντιπαρατεθούν με μείζονες εταίρους, όπως η Ρωσία, οδήγησαν την Ένωση στην έγκριση μόνο «άτυπων κυρώσεων» στα Συμπεράσματα της Προεδρίας, γεγονός που εξηγεί την ετεροβαρή ή ασυνεπή εφαρμογή των κυρώσεων της Ένωσης· αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου, όπως η αναστολή της υπογραφής συμφωνιών με χώρες όπως η Σερβία, μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο προκειμένου να ασκηθεί πίεση σε τρίτες χώρες να συνεργαστούν πλήρως με τους διεθνείς μηχανισμούς·

10.    παρατηρεί ότι, σε σχέση με την Κούβα, η κοινή θέση η οποία εγκρίθηκε το 1996 και αναθεωρείται περιοδικά αντικατοπτρίζει τον οδικό χάρτη για την ειρηνική μετάβαση στη δημοκρατία, εφαρμόζεται πλήρως και δεν αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα· εκφράζει τη λύπη του διότι μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει καμία σημαντική βελτίωση στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· σημειώνει την απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2008 να άρει τις άτυπες κυρώσεις κατά της Κούβας, ζητώντας παράλληλα την άμεση και άνευ όρων αποφυλάκιση όλων των πολιτικών κρατουμένων, τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις φυλακές και την κύρωση και εφαρμογή του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα· σημειώνει ότι το Συμβούλιο θα αποφασίσει σε ένα χρόνο αν θα συνεχίσει τον πολιτικό διάλογο με την Κούβα συναρτήσει της ύπαρξης, ή μη, σημαντικών βελτιώσεων στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· υπενθυμίζει ότι η θέση του Συμβουλίου είναι επίσης δεσμευτική έναντι των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διάλογο τόσο με τις κουβανικές αρχές όσο και με τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών· επαναλαμβάνει τη θέση του έναντι των τιμηθέντων με το Βραβείο Ζαχάρωφ, τον Oswaldo Payá Sardiñas και την ομάδα «Damas de Blanco»·

11.    θεωρεί ότι το επιχείρημα της «αναποτελεσματικότητας» των κυρώσεων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται υπέρ της άρσης τους, και ότι θα πρέπει, αντίθετα, να προσανατολίζει και να επανεκτιμά την ίδια την κύρωση· είναι, επίσης, της άποψης ότι η συνέχιση ή μη των κυρώσεων πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικώς από το εάν έχουν επιτευχθεί οι στόχοι τους, ο δε χαρακτήρας τους να μπορεί να ενισχύεται ή να τροποποιείται αναλόγως της αξιολόγησής τους· θεωρεί ότι, προς τούτο, οι κυρώσεις πρέπει να συνοδεύονται πάντοτε από σαφείς δείκτες αναφοράς·

12.    θεωρεί ότι η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων πρέπει να αναλύεται σε πολλά επίπεδα, τόσο στο επίπεδο της εγγενούς αποτελεσματικότητας των μέτρων, της δυνατότητάς τους δηλαδή να έχουν αντίκτυπο στις ιδιωτικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες των ανθρώπων τους οποίους στοχεύουν, δεδομένου ότι είναι μέλη ενός καθεστώτος που αποτελεί στόχο, ή στη λειτουργία αυτού, όσο και στο επίπεδο της πολιτικής τους αποτελεσματικότητας, της ικανότητάς τους δηλαδή να παρωθούν σε παύση ή τροποποίηση των δραστηριοτήτων ή των πολιτικών που υπαγόρευσαν τη θέσπισή τους·

13.    πιστεύει ότι η αποτελεσματικότητα μιας κύρωσης εξαρτάται από την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να την διατηρεί για ολόκληρη την περίοδο και, εν προκειμένω, αποδοκιμάζει τη χρήση διατάξεων όπως οι ρήτρες λήξης ισχύος που συνεπάγονται την αυτόματη άρση των κυρώσεων·

14.    αντιτίθεται στην εφαρμογή, σε όλες τις περιπτώσεις, γενικευμένων κυρώσεων σε οποιαδήποτε χώρα, δεδομένου ότι αυτή η προσέγγιση επιφέρει ντε φάκτο την πλήρη απομόνωση του πληθυσμού· θεωρεί ότι, εάν δεν συνδυαστούν με άλλα πολιτικά μέσα, οι οικονομικές κυρώσεις μπορούν να επιτύχουν μόνο με μεγάλη δυσκολία να διευκολύνουν την πολιτική μεταρρύθμιση στο πλαίσιο του καθεστώτος που αποτελεί στόχο· επιμένει, επομένως, η κάθε λήψη κύρωσης κατά κρατικών αρχών να συνοδεύεται συστηματικά από πολιτική και οικονομική στήριξη της κοινωνίας των πολιτών της ενδιαφερόμενης χώρας·

Οι κυρώσεις στο πλαίσιο μιας συνολικής στρατηγικής για τα ανθρώπινα δικαιώματα

15.    επισημαίνει ότι στην πλειονότητά τους οι κυρώσεις της ΕΕ επιβάλλονται βάσει ανησυχιών που άπτονται της ασφάλειας· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να αποτελούν επαρκή βάση για την εφαρμογή κυρώσεων, αφού αντιπροσωπεύουν εξίσου απειλή για την ασφάλεια και τη σταθερότητα·

16.    επισημαίνει ότι ο βασικός σκοπός των κυρώσεων είναι να επιφέρουν αλλαγή πολιτικής ή δραστηριοτήτων σύμφωνα με τους στόχους της κοινής θέσης της ΚΕΠΠΑ ή με τα συμπεράσματα που εγκρίνει το Συμβούλιο, ή με τη διεθνή απόφαση στην οποία βασίζονται οι κυρώσεις·

17.    επιμένει στο γεγονός ότι το Συμβούλιο, εγκρίνοντας τις προαναφερθείσες βασικές αρχές για τη χρήση περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων), δεσμεύεται να χρησιμοποιεί τις κυρώσεις στο πλαίσιο μιας σφαιρικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης πολιτικής· τονίζει εν προκειμένω ότι αυτή η προσέγγιση περιλαμβάνει παράλληλα τον πολιτικό διάλογο, κίνητρα και προϋποθέσεις, μπορεί δε κάλλιστα, ως ύστατη λύση, να περιλαμβάνει τη χρήση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως ορίζεται στις βασικές αρχές· θεωρεί ότι οι ρήτρες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, το σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων και η αναπτυξιακή βοήθεια πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας σφαιρικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης πολιτικής·

18.    τονίζει ότι η εφαρμογή της ρήτρας για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει να θεωρείται πλήρως αυτόνομη ή μονομερής κύρωση της ΕΕ, δεδομένου ότι απορρέει άμεσα από τη διμερή ή πολυμερή συμφωνία που θεσπίζει αμοιβαία υποχρέωση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· θεωρεί ότι τα κατάλληλα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με αυτή τη ρήτρα αφορούν αποκλειστικώς την εφαρμογή της σχετικής συμφωνίας, καθώς παρέχουν σε καθένα από τα μέρη τη νόμιμη βάση για την αναστολή ή ακύρωση της συμφωνίας· θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι η εφαρμογή των ρητρών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι αυτόνομες ή μονομερείς κυρώσεις είναι οπωσδήποτε συμπληρωματικές·

19.    επικροτεί, επομένως, τη συστηματική συμπερίληψη των ρητρών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και επιμένει στην ενσωμάτωση ενός ειδικού μηχανισμού εφαρμογής σε κάθε νέα διμερή συμφωνία, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών σε ειδικούς τομείς, που υπογράφεται με τρίτη χώρα· υπενθυμίζει, εν προκειμένω, τη σημασία των συστάσεων που διατυπώνονται για την πιο αποτελεσματική και συστηματική εφαρμογή αυτής της ρήτρας: επεξεργασία στόχων και κριτηρίων αναφοράς, καθώς και τακτική αξιολόγηση· επαναλαμβάνει το αίτημά του οι ρήτρες για τα ανθρώπινα δικαιώματα να εφαρμόζονται μέσω μιας περισσότερο διαφανούς διαδικασίας διαβούλευσης μεταξύ των μερών, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της κοινωνίας των πολιτών, με λεπτομερή αναφορά των πολιτικών και νομικών μηχανισμών που θα χρησιμοποιούνται σε περίπτωση αιτήματος αναστολής της διμερούς συνεργασίας λόγω επανειλημμένων ή/και συστηματικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου· υποστηρίζει το διαδικαστικό μοντέλο που καθιερώθηκε κατά τη Συμφωνία του Κοτονού για την αντιμετώπιση των σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου· πιστεύει ότι το σύστημα εντατικού πολιτικού διαλόγου (άρθρο 8 της Συμφωνίας του Κοτονού) και το σύστημα διαβουλεύσεων (άρθρο 96 της Συμφωνίας του Κοτονού), πριν και μετά τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων, αποδείχθηκαν σε διάφορες περιπτώσεις ένα επιτυχές μέσο για τη βελτίωση της κατάστασης επί τόπου·

20.    προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μην προτείνουν συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών και/ή συμφωνίες σύνδεσης – ακόμη και εάν περιλαμβάνουν ρήτρες ανθρωπίνων δικαιωμάτων – σε κυβερνήσεις χωρών όπου, σύμφωνα με τις εκθέσεις της Ύπατης Αρμοστείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών, διαπράττονται μεγάλης έκτασης παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου·

21.    θεωρεί ότι η μη λήψη κατάλληλων ή περιοριστικών μέτρων σε περίπτωση μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από διαρκείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπονομεύει σοβαρά τη στρατηγική της Ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολιτική κυρώσεων και την αξιοπιστία·

22.    θεωρεί ότι η πολιτική των κυρώσεων καθίσταται ακόμη πιο αποτελεσματική εφόσον εντάσσεται σε μια συνεπή στρατηγική για τα δικαιώματα του ανθρώπου· επαναλαμβάνει το αίτημά του προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επεξεργάζονται σε κάθε έγγραφο στρατηγικής ανά χώρα και στα λοιπά έγγραφα παρόμοιου χαρακτήρα μια ειδική στρατηγική που θα αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κατάσταση από πλευράς δημοκρατίας·

23.    θεωρεί ότι, στην περίπτωση της θέσπισης κυρώσεων, οι διάλογοι και οι διαβουλεύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει οπωσδήποτε και συστηματικά να συμπεριλαμβάνουν συζητήσεις για την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς την εκπλήρωση των στόχων και δεικτών που είχαν τεθεί κατά την έγκριση των περιοριστικών μέτρων· θεωρεί, ταυτόχρονα, ότι οι στόχοι που έχουν επιτευχθεί στο πλαίσιο των διαλόγων και των διαβουλεύσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν την πραγμάτωση των στόχων που υπαγορεύουν τις κυρώσεις·

Συντονισμένη δράση της διεθνούς κοινότητας

24.    είναι της άποψης ότι η συντονισμένη δράση της διεθνούς κοινότητας έχει ισχυρότερο αντίκτυπο σε σύγκριση με τις αποσπασματικές και ανόμοιες δράσεις των κρατών ή των περιφερειακών οντοτήτων· επικροτεί, επομένως, το γεγονός ότι η πολιτική κυρώσεων της ΕΕ πρέπει να εξακολουθήσει να βασίζεται στην έννοια της προτίμησης του καθεστώτος του ΟΗΕ·

25.    καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση απουσίας κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, να συνεργάζεται με κράτη εκτός ΕΕ που επιβάλλουν κυρώσεις, να ανταλλάσσει πληροφορίες, να εκπονεί έναν κοινό κατάλογο ατόμων που υπόκεινται σε δέσμευση κεφαλαίων, ταξιδιωτικές απαγορεύσεις, ή άλλα μέτρα, και να συντονίζει τη δράση σε διεθνές επίπεδο ούτως ώστε να αποτρέψει την αποφυγή κυρώσεων και να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα και την εφαρμογή των κυρώσεων της ΕΕ και άλλων κυρώσεων σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο·

26.    θεωρεί ότι η ΕΕ θα πρέπει να επιδιώκει συνεργασία με άλλους περιφερειακούς οργανισμούς, όπως η Αφρικανική Ένωση και ο Σύνδεσμος Κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας, με στόχο την προαγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διασφάλιση του συντονισμού των δράσεων αναφορικά με τις κυρώσεις·

27.    καλεί την ΕΕ να αναπτύξει συστηματικά διάλογο με κράτη που δεν επιβάλλουν κυρώσεις με στόχο την επίτευξη μιας κοινής θέσης επί περιοριστικών μέτρων, ιδίως σε περιφερειακό επίπεδο· επισημαίνει ότι, όπως αποδεικνύεται στην περίπτωση της Βιρμανίας/Μιανμάρ, οι κυρώσεις δεν επιφέρουν συχνά την αναγκαία αλλαγή πολιτικής ή δραστηριοτήτων, όταν η διεθνής κοινότητα είναι διαιρεμένη και μείζονες παράγοντες δεν εμπλέκονται στην εφαρμογή τους·

28.    ζητεί από το Συμβούλιο και από την Επιτροπή να εντάσσουν συστηματικά στην ημερήσια διάταξη των πολιτικών διαλόγων με τα κράτη που δεν επιβάλλουν κυρώσεις το ζήτημα του ρόλου και της επιρροής τους στο καθεστώς ή στους μη κρατικούς φορείς που αποτελούν στόχο, είτε πρόκειται για άτομα είτε για οργανώσεις ή επιχειρήσεις·

29.    θεωρεί ότι η προοπτική της υπογραφής συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών με την περιοχή όπου βρίσκεται μια χώρα που αποτελεί στόχο πρέπει να χρησιμοποιείται ως δέλεαρ και μέσο πίεσης και ότι, σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια συμφωνία πρέπει να αποκλείει τη χώρα που υπάγεται σε καθεστώς κυρώσεων·

Θέσπιση σαφών διαδικασιών λήψης αποφάσεων, στόχων, δεικτών και μηχανισμών επανεξέτασης

30.    υπογραμμίζει την ανάγκη σε βάθος ανάλυσης κάθε ειδικής κατάστασης προτού επιβληθούν κυρώσεις, για την εκτίμηση του δυνητικού αντικτύπου των διαφόρων κυρώσεων και για τον καθορισμό των πλέον αποτελεσματικών κυρώσεων υπό το πρίσμα όλων των λοιπών σχετικών παραγόντων και συγκρίσιμων εμπειριών· θεωρεί ότι μια τέτοια εκ των προτέρων ανάλυση δικαιολογείται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι είναι δύσκολη η υπαναχώρηση άπαξ και ξεκινήσει η διαδικασία κυρώσεων χωρίς να πληγεί ούτε η αξιοπιστία της ΕΕ ούτε η εκδήλωση της στήριξης που οφείλει να παράσχει η ΕΕ στον πληθυσμό της τρίτης χώρας που αποτελεί στόχο κυρώσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα των αρχών αυτής της χώρας να χειραγωγήσουν την απόφαση της ΕΕ· σημειώνει εν προκειμένω την τρέχουσα πρακτική, στο πλαίσιο της οποίας συζητούνται η καταλληλότητα, ο χαρακτήρας και η αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων κυρώσεων στο Συμβούλιο βάσει αξιολόγησης από τους αρχηγούς της αποστολής στην εμπλεκόμενη χώρα, και ζητεί τη συμπερίληψη μιας έκθεσης ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα στην εν λόγω αξιολόγηση·

31.    τονίζει, ωστόσο, ότι μια τέτοια ανάλυση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται προκειμένου να καθυστερήσει η έγκριση των κυρώσεων· τονίζει εν προκειμένω ότι η διαδικασία δύο φάσεων για την επιβολή των κυρώσεων βάσει της ΚΕΠΠΑ προβλέπει τη δυνατότητα επείγουσας πολιτικής αντίδρασης, αρχικά μέσω της έγκρισης κοινής θέσης που θα διατυπωθεί κατόπιν μιας εμβριθέστερης ανάλυσης του κανονισμού, η οποία θα διευκρινίζει τον ακριβή χαρακτήρα και το πεδίο εφαρμογής των κυρώσεων·

32.    ζητεί τη συστηματική συμπερίληψη σαφών και συγκεκριμένων δεικτών στα νομικά μέσα, ως προϋποθέσεις για την άρση των κυρώσεων· επιμένει κυρίως ώστε τα κριτήρια αναφοράς να θεσπίζονται βάσει ανεξάρτητης αξιολόγησης και να μην τροποποιούνται με το πέρασμα του χρόνου ανάλογα με τις πολιτικές μεταβολές στους κόλπους του Συμβουλίου·

33.    ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να δημιουργήσουν μια παραδειγματική διαδικασία αναθεώρησης των κυρώσεων, η οποία θα περιλαμβάνει ιδίως τη συστηματική ένταξη μιας ρήτρας αναθεώρησης που θα συνεπάγεται την επανεξέταση του καθεστώτος κυρώσεων βάσει των καθορισμένων δεικτών και την εκτίμηση σχετικά με το αν εκπληρώθηκαν οι στόχοι· επιμένει ότι δηλώσεις προθέσεων ή βούλησης για τη θέσπιση διαδικασιών με στόχο την επίτευξη θετικών αποτελεσμάτων πρέπει να επικροτούνται, υπογραμμίζει όμως ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει, κατά την αξιολόγηση των κυρώσεων, να υποκαταστήσουν την πραγματοποίηση απτής και ουσιαστικής προόδου ενόψει της εκπλήρωσης των κριτηρίων αναφοράς·

34.    εκτιμά ότι το εμπάργκο όπλων που έχει επιβληθεί στην Κίνα καταδεικνύει τη συνεκτικότητα και συνέπεια της Ένωσης, δεδομένου ότι αυτό το εμπάργκο αποφασίστηκε αρχικώς μετά τη σφαγή της πλατείας Τιενανμέν το 1989, και η ΕΕ δεν έχει λάβει έως σήμερα οποιεσδήποτε διευκρινίσεις για τη σφαγή, και συνεπώς δεν υπάρχει κανένας λόγος για την άρση αυτού του εμπάργκο·

35.    καλεί τη σύνθεση «Κυρώσεις» της Ομάδας Συμβούλων Εξωτερικών Υποθέσεων Εξωτερικές Υποθέσεις/Κυρώσεις) να επιτελέσει πλήρως την εντολή της· επιμένει, ιδίως, στην ανάγκη διεξαγωγής έρευνας πριν από τη θέσπιση κυρώσεων, μετά δε την έγκρισή τους, να παρέχει επικαιροποιημένες πληροφορίες σε τακτική βάση σχετικά με τις εξελίξεις και να αναπτύξει τις βέλτιστες πρακτικές σε ό,τι αφορά την υλοποίηση και την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων·

36.    αναγνωρίζει ότι τα κράτη καθώς και οι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί θα πρέπει να είναι υπόλογα για διεθνώς παράνομες πράξεις κατά την εφαρμογή των κυρώσεων και τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη ενός δικαστικού μηχανισμού με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσής τους με το διεθνές και το ανθρωπιστικό δίκαιο·

37.    ζητεί να συμμετέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας κυρώσεων: στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που οδηγούν σε κυρώσεις, στην επιλογή των πλέον ενδεδειγμένων κατά περίπτωση κυρώσεων, καθώς και στον καθορισμό δεικτών και στην αξιολόγηση της εφαρμογής τους στο πλαίσιο του μηχανισμού επανεξέτασης και άρσης της κύρωσης·

Στοχευμένες κυρώσεις ως ένα αποτελεσματικότερο εργαλείο;

38.    εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, λόγω της απουσίας αξιολόγησης, είναι αδύνατον να κριθεί η αποτελεσματικότητα των στοχευμένων μέτρων· αναγνωρίζει, ωστόσο, το ισχυρό ανθρωπιστικό μέλημα της ΕΕ, που οδήγησε στην εγκατάλειψη κυρώσεων γενικού οικονομικού πλαισίου, όπως συνέβη στο παρελθόν στην περίπτωση του Ιράκ, και στη θέσπιση πιο στοχευμένων, «έξυπνων» κυρώσεων, που στοχεύουν στην επίτευξη του μέγιστου αντίκτυπου σε αυτούς των οποίων τη συμπεριφορά θέλει να επηρεάσει, παράλληλα με την ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ανθρωπιστικών επιπτώσεων ή των συνεπειών σε άτομα που δεν αποτελούν στόχο ή σε γειτονικές χώρες·

39.    θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά απίθανο οι οικονομικές κυρώσεις που χρησιμοποιούνται μεμονωμένα σε σχέση με άλλα μέσα πολιτικής να εξαναγκάσουν ένα καθεστώς που αποτελεί στόχο να προβεί σε μείζονες αλλαγές πολιτικής· υπογραμμίζει, επίσης, ότι οι εκτεταμένοι οικονομικοί περιορισμοί μπορούν να επιφέρουν υπερβολικά υψηλό οικονομικό και ανθρωπιστικό κόστος, και επαναλαμβάνει επομένως την έκκλησή του για πιο επιμελώς σχεδιασμένες και καλύτερα στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις, που θα επιδιώκουν να έχουν αντίκτυπο πρωτίστως σε καίριας σημασίας ηγέτες καθεστώτων που αποτελούν στόχο και σε υπαίτιους παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

40.    τονίζει ότι οι οικονομικές κυρώσεις θα πρέπει πρωτίστως να έχουν στόχο τους τομείς εκείνους που δεν διακρίνονται από ένταση απασχόλησης και δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες τελευταίες είναι σημαντικές για την οικονομική ανάπτυξη και την αναδιανομή του εισοδήματος·

41.    στηρίζει τη χρήση στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων σε βάρος καίριων ηγετών καθεστώτων που αποτελούν στόχο και των μελών της άμεσης οικογενείας τους, οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση στο εισόδημα των ατόμων στα οποία επιβάλλονται κυρώσεις· υπογραμμίζει την ανάγκη οι εν λόγω κυρώσεις να συνοδεύονται από κατάλληλα μέτρα κατά των οικονομικών παραγόντων της ΕΕ που συνεργάζονται με τα άτομα αυτά· τονίζει ότι οι στοχευμένες κυρώσεις που αφορούν αγαθά, που στοχεύουν συγκεκριμένη ή μείζονα πηγή εισοδήματος ενός καθεστώτος, ενέχουν τον κίνδυνο για ευρύτερης εμβέλειας, αδιάκριτες συνέπειες στον πληθυσμό και ενδέχεται να ευνοούν την ανάπτυξη μιας «μαύρης οικονομίας»·

42.    θεωρεί ότι οι οικονομικές και χρηματοοικονομικές κυρώσεις, ακόμη και όταν είναι στοχευμένες, πρέπει να εφαρμόζονται από όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορικές δραστηριότητες στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών τρίτων χωρών, και ευρωπαίων πολιτών ή νομικών προσώπων εγγεγραμμένων ή εγκατεστημένων σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους της ΕΕ που ασκούν εμπορικές δραστηριότητες εκτός της ΕΕ·

43.    ζητεί περιορισμένη εφαρμογή των «έκτακτων εξαιρέσεων» από τη δέσμευση κεφαλαίων· ζητεί, ωστόσο, την εισαγωγή «ανθρωπιστικών εξαιρέσεων», όπως ένα σύστημα το οποίο θα επιτρέπει την πρόσβαση σε βασική ιατρική περίθαλψη· ζητεί τη δημιουργία ειδικής διαδικασίας ενστάσεων σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος επιθυμεί να χορηγήσει εξαίρεση από τη δέσμευση κεφαλαίων, αφού η αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων υπονομεύεται από την έλλειψη ανάλογης διαδικασίας, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται μόνο να ενημερώσουν προηγουμένως την Επιτροπή περί της χορήγησης μιας τέτοιας εξαίρεσης·

44.    ζητεί δράση για τη βελτίωση της εφαρμογής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων της ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, στην πράξη, τα μέτρα απαγορεύουν συνολικά σε στοχευμένα πρόσωπα και φορείς να έχουν πρόσβαση σε όλες τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εντός της δικαιοδοσίας της ΕΕ, μεταξύ άλλων, στις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω τραπεζικών οίκων εκκαθάρισης της ΕΕ ή που με άλλον τρόπο χρησιμοποιούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εντός της δικαιοδοσίας της ΕΕ· υπογραμμίζει την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας στη διανομή των καταλόγων κυρώσεων εντός της ΕΕ και των κρατών μελών σε όλα τα άτομα που καλύπτονται από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην τρίτη οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(25)· προτείνει κάθε κράτος μέλος να ορίζει έναν αρμόδιο φορέα για τη διάδοση αυτών των πληροφοριών·

45.    ζητεί ενισχυμένη συνεργασία του Συμβουλίου και της Επιτροπής με τη διοίκηση και τους μετόχους της SWIFT (Παγκόσμιας εταιρείας διατραπεζικών χρηματοπιστωτικών τηλεπικοινωνιών) στην Ευρώπη, ούτως ώστε να επιτευχθούν βελτιωμένα αποτελέσματα στη δέσμευση των λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε μαύρες λίστες και στην εξάλειψη των χρηματικών μεταβιβάσεων από/προς τέτοιους λογαριασμούς·

46.    ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να διερευνήσουν τις δυνατότητες και τους τρόπους χρησιμοποίησης των δεσμευμένων εισοδημάτων στοχευμένων αρχών με εποικοδομητικό τρόπο, λόγου χάρη, διαθέτοντάς τα για αναπτυξιακούς σκοπούς·

47.    σημειώνει ότι το εμπάργκο όπλων αποτελεί μορφή κύρωσης που έχει στόχο να διακόψει τη ροή όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού σε περιοχές συγκρούσεων ή σε καθεστώτα τα οποία ενδέχεται να τα χρησιμοποιήσουν για εσωτερική καταστολή ή για επίθεση εναντίον ξένης χώρας, όπως ορίζει ο κώδικας συμπεριφοράς για τις εξαγωγές όπλων·

48.    ζητεί συντονισμένη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή των εμπάργκο όπλων της ΕΕ που επιβάλλονται από κάθε κράτος μέλος·

49.    ζητεί από τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν την κοινή θέση για τις εξαγωγές όπλων που θα καταστήσει νομικώς δεσμευτικό τον ισχύοντα κώδικα συμπεριφοράς για τις εξαγωγές όπλων·

50.    προτρέπει το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεχίσουν το έργο για τη βελτίωση των δυνατοτήτων παρακολούθησης και επιβολής του ΟΗΕ και τάσσεται υπέρ της άποψης ότι πρέπει να συγκροτηθεί μια μόνιμη ομάδα του ΟΗΕ για να εκτιμήσει το εμπόριο υλικού που χρησιμοποιείται σε συγκρούσεις και την αξία των κυρώσεων σε σχέση με αυτό·

51.    υπενθυμίζει ότι οι περιορισμοί εισόδου (ταξιδιωτική απαγόρευση, απαγόρευση χορήγησης θεώρησης) συνιστούν ένα από τα αρχικά βήματα στην κλιμάκωση των κυρώσεων της ΕΕ και συνεπάγονται την απαγόρευση σε πρόσωπα ή μη κρατικές οντότητες που έχουν καταχωρισθεί στις μαύρες λίστες να παρίστανται σε επίσημες συναντήσεις της ΕΕ καθώς και να ταξιδεύουν στην ΕΕ για προσωπικούς λόγους·

52.    σημειώνει με ανησυχία ότι η προσήλωση των κρατών μελών στις απαγορεύσεις θεωρήσεων της ΕΕ δεν ήταν βέλτιστη· καλεί τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μια συντονισμένη προσέγγιση στην εφαρμογή ταξιδιωτικών περιορισμών και στις σχετικές ρήτρες εξαιρέσεων·

Σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή στοχευμένων κυρώσεων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας

53.    λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τόσο οι αυτόνομες αντιτρομοκρατικές κυρώσεις της ΕΕ όσο και η εκ μέρους της ΕΕ εφαρμογή των αντιτρομοκρατικών κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας αποτελούν αντικείμενο πολλών υποθέσεων που εκδικάζονται ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου·

54.    υπενθυμίζει την υποχρέωση των κρατών μελών της ΕΕ να σχεδιάζουν κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που απαιτεί από την Ένωση την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και διαμορφώνονται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών· τονίζει ότι οι τρέχουσες διαδικασίες καταχώρισης στις μαύρες λίστες τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο ΟΗΕ πάσχουν από την άποψη της ασφάλειας δικαίου και των ένδικων μέσων·

55.    ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να στηρίξουν την υφιστάμενη διαδικασία εγγραφής και διαγραφής στη μαύρη λίστα, προκειμένου να γίνουν σεβαστά τα διαδικαστικά και ουσιαστικά ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, ιδίως το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου· ζητεί, ομοίως, από τα κράτη μέλη της ΕΕ να προωθήσουν μια ανάλογη επανεξέταση στο πλαίσιο των μηχανισμών του ΟΗΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όταν εφαρμόζουν στοχευμένες κυρώσεις στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας·

56.    θεωρεί ότι το άρθρο 75 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εισήγαγε η Συνθήκη της Λισσαβώνας, θα αποτελέσει μια ευκαιρία την οποία πρέπει να αδράξει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις της τρέχουσας πρακτικής και στηρίζει όλες τις τρέχουσες κοινοβουλευτικές εργασίες που στοχεύουν στο να συμπεριληφθούν στην ημερήσια διάταξη του νομοθετικού προγράμματος το 2009·

57.    εκφράζει λύπη που κανένα από τα δικαστικά όργανα δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την καταλληλότητα της πρακτικής της μαύρης λίστας, δεδομένου ότι η απόδειξη που οδηγεί στην καταχώριση στη μαύρη λίστα βασίζεται πρωτίστως σε πληροφορίες που κατέχουν οι μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν, ipso facto, εν κρυπτώ· θεωρεί, ωστόσο, ότι αυτή η θεμελιώδης διακριτικότητα δεν θα πρέπει να μετατρέπεται σε ατιμωρησία σε περίπτωση παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου· καλεί, εν προκειμένω, τα κράτη μέλη της ΕΕ να εξασφαλίσουν έναν αποτελεσματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο στο έργο των μυστικών υπηρεσιών· πιστεύει, στο πλαίσιο αυτό, ότι είναι αναγκαίο να συμμετέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις εργασίες της ήδη λειτουργούσης Διάσκεψης των κοινοβουλευτικών επιτροπών που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας των κρατών μελών·

58.    επαναλαμβάνει, ωστόσο, ότι το σύστημα των λιστών τρομοκρατών, υπό την προϋπόθεση ότι τηρεί την πλέον πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, συνιστά αποτελεσματικό μέσο και έναν από τους πυλώνες της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

59.    υπογραμμίζει ότι η τρομοκρατία αποτελεί απειλή για την ασφάλεια και την ελευθερία και ζητεί, συνεπώς, από το Συμβούλιο να επανεξετάσει και να ενημερώσει τον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις δραστηριότητές τους σε όλες τις ηπείρους·

Για μια μεικτή πολιτική κυρώσεων

60.    σημειώνει ότι η ΕΕ προωθούσε ανέκαθεν μια θετική προσέγγιση στη χρήση των κυρώσεων με σκοπό να ενθαρρύνει την αλλαγή· υπογραμμίζει, προς τούτο, ότι είναι σημαντικό να προκριθεί μια συνολική παγκόσμια δράση μέσω μιας βαθμιαίας στρατηγικής πιέσεων και κινήτρων·

61.    θεωρεί ότι μια στρατηγική ανοίγματος και μια πολιτική κυρώσεων δεν είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες· είναι, συνεπώς, της άποψης ότι η πολιτική κυρώσεων της ΕΕ μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα που επιβάλλονται οι κυρώσεις κατά την επανεξέταση για τον σαφή στόχο της εισαγωγής μιας πολιτικής θετικών μέτρων· εν προκειμένω, σημειώνει τον κύκλο κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε βάρος του Ουζμπεκιστάν από τον Νοέμβριο του 2007 έως τον Απρίλιο του 2008: ενώ το Συμβούλιο διατήρησε επί ένα έτος τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν λόγω της μη εκπλήρωσης των αρχικών κριτηρίων που αφορούσαν τις έρευνες για τη σφαγή στο Andijan και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή της απαγόρευσης χορήγησης θεωρήσεων, αφήνοντας στο ουζμπεκικό καθεστώς έξι μήνες περιθώριο για να εκπληρώσει μια δέσμη κριτηρίων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και με την επικρεμάμενη απειλή της αυτόματης επανενεργοποίησης της απαγόρευσης χορήγησης θεωρήσεων· σημειώνει ότι το μείγμα δέσμευσης και κυρώσεων παρήγαγε ορισμένα θετικά αποτελέσματα, χάρη στο ενδεχόμενο αυτόματης επανενεργοποίησης των κυρώσεων και στον καθορισμό συγκεκριμένων προϋποθέσεων· τονίζει ότι αυτές οι προϋποθέσεις πρέπει να είναι δυνατόν να εκπληρωθούν εντός περιορισμένου χρονοδιαγράμματος και σε συνάρτηση με το γενικό καθεστώς κυρώσεων· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του επειδή δεν έχουν σημειωθεί ακόμη ουσιαστικά θετικά αποτελέσματα και επειδή συνεχίζεται η έλλειψη συνεργασίας με την ουζμπεκική κυβέρνηση·

62.    ζητεί μετ’ επιτάσεως οι κυρώσεις να συνοδεύονται συστηματικά, στο πλαίσιο μιας πολύπτυχης στρατηγικής, από ενισχυμένα θετικά μέτρα για τη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών, των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάθε είδους προγραμμάτων για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας· ζητεί τα θεματικά προγράμματα και μέσα (ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου, μη κρατικοί παράγοντες, επένδυση στους ανθρώπους), να συμβάλουν πλήρως στην πραγμάτωση αυτού του στόχου·

63.    ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αδράξουν την ευκαιρία που παρέχει η επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας και η επακόλουθη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η συνεκτικότητα των διαφόρων μέσων εξωτερικής δράσης της ΕΕ ως καίριο στοιχείο της περαιτέρω αποδοτικότητας της πολιτικής κυρώσεων·

Συστάσεις σε σχέση με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη

64.    καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να προβούν σε μια σφαιρική και σε βάθος αξιολόγηση της πολιτικής κυρώσεων της ΕΕ, ούτως ώστε να προσδιοριστεί η επιρροή που έχει και ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για την ενίσχυσή της· παροτρύνει την Επιτροπή και το Συμβούλιο να υποβάλουν ένα πρόγραμμα τέτοιων μέτρων· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο των κυρώσεων στην αναπτυξιακή πολιτική των εν λόγω χωρών και στην εμπορική πολιτική της ΕΕ·

65.    καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι στρατηγικές αναπτυξιακής βοήθειας βάσει του μέσου αναπτυξιακής συνεργασίας (DCI) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ) συνάδουν με τα υφιστάμενα καθεστώτα κυρώσεων και τους διαλόγους περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι συνθήκες για τη στήριξη του γενικού προϋπολογισμού, δυνάμει και των αποκαλούμενων «συμβάσεων περί αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας», συνδέονται ρητά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δημοκρατικά κριτήρια·

66.    ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επωφεληθούν της ευκαιρίας που παρέχουν η επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, ο ορισμός του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφαλείας –που ταυτόχρονα θα είναι Αντιπρόεδρος της Επιτροπής και Πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών– και η επακόλουθη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, προκειμένου να καταστεί η εξωτερική δράση της ΕΕ πιο συνεκτική και συνεπής, να βελτιωθεί η εμπειρογνωμοσύνη των σχετικών υπηρεσιών της ΕΕ, που εργάζονται στον τομέα των κυρώσεων, και να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών·

67.    ζητεί ταυτόχρονα ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων χωρών των κρατών μελών και της Επιτροπής, προκειμένου να διασφαλιστεί πιο συνεκτική και αποτελεσματική εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων·

68.    ζητεί, επίσης, από τα κράτη μέλη που είναι μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να επιζητούν συστηματικά τη διεθνοποίηση των κυρώσεων που θεσπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 19 της ΣΕΕ·

69.    καλεί τα κράτη μέλη, όταν ενεργούν στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, να μην παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει σε άλλο πλαίσιο στον τομέα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου·

70.    δεσμεύει τα κοινοβουλευτικά του όργανα, ιδίως τις μόνιμες και τις ειδικές του αντιπροσωπείες, να χρησιμοποιήσουν τις επαφές τους με κοινοβούλια σε χώρες που δεν έχουν υποστεί κυρώσεις προκειμένου να βελτιώσουν την κατανόηση των υφιστάμενων καθεστώτων κυρώσεων της ΕΕ σχετικά με τις εκάστοτε περιοχές και να εξετάσουν τις δυνατότητες για συντονισμένη δράση για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

71.    θεωρεί ότι η νομιμοποίηση της πολιτικής κυρώσεων, που αποτελεί καίριο και ευαίσθητο στοιχείο της ΚΕΠΠΑ, πρέπει να ενισχυθεί με την εμπλοκή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, αυτό δε, σύμφωνα με το άρθρο 21 της ΣΕΕ, ιδίως στην εκπόνηση και εφαρμογή κυρώσεων υπό τη μορφή συστηματικών διαβουλεύσεων με, και εκθέσεων από, την Επιτροπή και το Συμβούλιο· θεωρεί, επίσης, ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να εμπλακεί στην εποπτεία της εκπλήρωσης των δεικτών, από εκείνους κατά των οποίων στρέφονται οι κυρώσεις· αναθέτει στην Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του να συστηματοποιήσει και να εποπτεύει τις εργασίες σε αυτόν τον τομέα για κάθε κύρωση της οποίας οι στόχοι και τα κριτήρια αναφοράς αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα·

72.    αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ C 303 της 14.12.2007, σ. 1.

(2)

ΕΕ C 320 της 28.10.1996, σ. 261.

(3)

ΕΕ L 317 της 15.12.2000, σ. 3

(4)

ΕΕ L 209 της 11.8.2005, σ. 27.

(5)

Έγγραφο του Συμβουλίου 5603/04.

(6)

Έγγραφο του Συμβουλίου 10198/1/04.

(7)

Έγγραφο του Συμβουλίου 15114/05.

(8)

Έγγραφο του Συμβουλίου 11679/07.

(9)

ΕΕ L 322, της 12.12.1996, σ. 1.

(10)

ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σ. 90.

(11)

ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σ. 93.

(12)

ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σ. 70.

(13)

ΕΕ L 139 της 29.5.2002, σ. 4.

(14)

ΕΕ L 139 της 29.5.2002, σ. 9.

(15)

ΕΕ L 88 της 29.3.2007, σ. 58.

(16)

ΕΕ C 131 E της 5.6.2003, σ. 147.

(17)

ΕΕ C 290 E της 29.11.2006, σ. 107.

(18)

ΕΕ C 292 της 8.11.1982, σ. 13.

(19)

ΑΚΕ-ΕΕ 3201/A/01/τελ., ΕΕ C 78, 2.4.2002, σ. 32.

(20)

Κείμενο που εγκρίθηκε, P6_TA (2007)0381.

(21)

ΕΕ C 306 της 17.12.2007, σ. 1.

(22)

ΑΡΘΡΟ 96

Βασικά στοιχεία: διαδικασία διαβούλευσης και κατάλληλα μέτρα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις δημοκρατικές αρχές και τους κανόνες δικαίου

1. Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ο όρος «μέρος» αναφέρεται στην Κοινότητα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός, και σε κάθε κράτος ΑΚΕ, αφετέρου.

2. α) Αν, παρά τον τακτικό πολιτικό διάλογο που διεξάγεται μεταξύ των μερών, ένα μέρος θεωρεί ότι το άλλο μέρος παρέβη υποχρέωσή του που απορρέει από τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, το εν λόγω μέρος, με εξαίρεση τις ιδιαίτερα επείγουσες καταστάσεις, παρέχει στο άλλο μέρος και στο Συμβούλιο των Υπουργών τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διεξοδική ανάλυση της κατάστασης με σκοπό την εξεύρεση λύσης αποδεκτής από τα μέρη. Προς τούτο, καλεί το άλλο μέρος να προβεί σε διαβουλεύσεις με κύριο θέμα τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν από το ενδιαφερόμενο μέρος για να διορθωθεί η κατάσταση.

Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται στο επίπεδο και με τη μορφή που κρίνονται καταλληλότερα για την εξεύρεση λύσης. Οι διαβουλεύσεις αρχίζουν το αργότερο 15 ημέρες μετά την πρόσκληση και συνεχίζονται για περίοδο που καθορίζεται με αμοιβαία συμφωνία, ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβίασης. Κατά κανόνα, οι εν λόγω διαβουλεύσεις δεν διαρκούν περισσότερο από 60 ημέρες.

Σε περίπτωση που οι διαβουλεύσεις δεν καταλήξουν σε λύση αποδεκτή και από τα δύο μέρη ή σε περίπτωση που δεν συμφωνείται η διεξαγωγή διαβούλευσης, τα μέρη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα. Τα μέτρα αυτά ανακαλούνται μόλις εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους λήφθηκαν.

β) Ο όρος «ιδιαίτερα επείγουσες καταστάσεις» αναφέρεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής και κατάφωρης παραβίασης ενός από τα θεμελιώδη στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, οι οποίες απαιτούν άμεση αντίδραση.

Το μέρος που καταφεύγει στη διαδικασία της ιδιαίτερα επείγουσας κατάστασης ενημερώνει ξεχωριστά το άλλο μέρος και το Συμβούλιο των Υπουργών για το γεγονός, εκτός από την περίπτωση που δεν έχει στη διάθεσή του τον απαιτούμενο χρόνο.

γ) Τα «κατάλληλα μέτρα» που αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και αναλογικά με την παραβίαση. Κατά την επιλογή των μέτρων αυτών, δίδεται προτεραιότητα σε αυτά που διαταράσσουν λιγότερο την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας. Η αναστολή αποτελεί, ασφαλώς, μέτρο έσχατης ανάγκης.

Όταν λαμβάνονται μέτρα σε ιδιαίτερα επείγουσες καταστάσεις, ανακοινώνονται αμέσως στο άλλο μέρος και στο Συμβούλιο των Υπουργών. Μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου μέρους, μπορούν να διεξάγονται διαβουλεύσεις για να εξεταστεί λεπτομερώς η κατάσταση και, ει δυνατόν, να εξευρεθούν λύσεις. Οι διαβουλεύσεις αυτές διεξάγονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που καθορίζονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο του στοιχείου α).

(23)

ΕΕ L 50, της 20.2.2004, σ. 66.

(24)

ΕΕ L 43 της 19.2.2008, σ. 39.

(25)

Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15).


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει περιοριστικά μέτρα, τις λεγόμενες κυρώσεις, που έχουν στόχο να καταστήσουν σεβαστούς τους στόχους της ΚΕΠΠΑ, ιδίως τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου(1). Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (CSNU) δύναται να επιβάλλει κυρώσεις όταν αντιμετωπίζει καταστάσεις που εκτιμά ότι συνιστούν απειλές για την ειρήνη και τη διεθνή σταθερότητα. Η ΕΕ δύναται, ανεξάρτητα, να θέτει την πολιτική της για τις κυρώσεις στην υπηρεσία ευρύτερων στόχων. Η πρακτική καταδεικνύει ότι το πράττει έστω αν και γενικώς (όχι όμως αποκλειστικώς), εφαρμόζει αυτόνομες κυρώσεις, όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν ενδείκνυται ή δεν καταφέρνει να δράσει.

Οι κυρώσεις συνιστούν αναπόσπαστο μέσο της ΚΕΠΠΑ και ειδικότερα της πολιτικής του ΟΗΕ υπέρ των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Πράγματι, ενώ δεν υφίσταται μέχρι σήμερα κανονιστικός και επίσημος ορισμός των κυρώσεων στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, αυτά τα περιοριστικά μέτρα δύνανται να θεωρηθούν ως μέσο διπλωματικής ή οικονομικής φύσεως, με το οποίο επιδιώκεται να επέλθει αλλαγή σε δραστηριότητες ή πολιτικές, όπως παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ή πολιτικές που αντίκεινται στο κράτος δικαίου ή στις δημοκρατικές αρχές(2).

Χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι το 2003 και τη δημοσίευση των ««Κατευθυντήριων γραμμών για την εφαρμογή και αξιολόγηση των περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων) στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της ΕΕ», καθώς και των «Βασικών αρχών για τη χρήση περιοριστικών μέτρων (κυρώσεων)» του Ιουνίου του 2004, ούτως ώστε ο ίδιος ο όρος «κυρώσεις» να εμφανίζεται σε επίσημο κείμενο, δίπλα σε άλλους όρους, πιο μετριοπαθείς, όπως «περιοριστικά» ή «αρνητικά» μέτρα.

Ενώ η πρακτική των «αυτόνομων» κυρώσεων, αυτών δηλαδή που θεσπίζονται χωρίς να υπάρχει εντολή του ΟΗΕ, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπάρχει εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, αποτελεί σχετικά παραγνωρισμένο μέσο και, όπως οφείλουμε να διαπιστώσουμε, αντιμετωπίζεται με πλήρη σκεπτικισμό όσον αφορά την αποτελεσματικότητά του και μια ορισμένη επιφυλακτικότητα ως προς τη χρήση του.

Η πολιτική αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, οι δευτερεύουσες αρνητικές τους συνέπειες είναι σήμερα επίμαχες (τα βάσανα των πληθυσμών συνεπεία της επιβολής υπέρμετρα διευρυμένων κυρώσεων, του τύπου του εμπάργκο (Ιράκ), η ενθάρρυνση εγκληματικών δικτύων, η μαύρη αγορά για ορισμένα προϊόντα (Βιρμανία), ο κίνδυνος παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην πρακτική της «μαύρης λίστας». Παρομοίως, οι επικρίσεις για τη χρησιμοποίηση των «δύο μέτρων και δύο σταθμών» σε συνάρτηση με τη στρατηγική σημασία του εταίρου (Ρωσία), σε συνάρτηση με τις πολιτικές διαφορές στους κόλπους του Συμβουλίου (Ισραήλ, Κούβα) ή τη γεωγραφική θέση αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της. Αν αυτές οι κριτικές είναι βάσιμες, δεν πρέπει να αποτελέσουν επιχείρημα υπέρ της εγκατάλειψης, χωρίς περιστροφές, αυτού του μέσου, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη με στόχο τη βελτίωσή του. Το αντικείμενο αυτής της έκθεσης είναι η διατύπωση συστάσεων με στόχο μια συνεκτική και αποτελεσματική πολιτική κυρώσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι, αναντίρρητα, μια «ήπια δύναμη», που προωθεί σκόπιμα μια προσέγγιση όπου οι ενέργειες μεταξύ κυρώσεων και κινήτρων είναι στενά συνδεδεμένες με τις προσπάθειές της να συνδυάσει κατάλληλα τεχνικές «καρότου και μαστιγίου». Η έκθεση Agnoletto «σχετικά με τη ρήτρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στις συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και η έκθεση Valenciano σχετικά με τη «λειτουργία των διαλόγων και των διαβουλεύσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα» ήδη εξέτασαν αυτές τις πτυχές της πολιτικής της ΕΕ και κατέδειξαν όλο το δυναμικό των μέσων της σε σχέση με αυτό. Μολονότι οι κυρώσεις στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δεν πρέπει να συγχέονται με την αναστολή των διμερών συμφωνιών που εμπεριέχουν ρήτρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οφείλουν, κατά το παράδειγμα των ρητρών και των συμφωνιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης και συνεκτικότερης στρατηγικής υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες στις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις. Δεν θα μπορούν, για παράδειγμα, να είναι αποτελεσματικές χωρίς να συνοδεύονται από θετικά μέτρα έναντι της κοινωνίας των πολιτών και ενός υγιούς, ισόρροπου και διαυγούς ανοίγματος στον πολιτικό διάλογο με τα στοχευμένα καθεστώτα.

Η ΕΕ πρέπει να επιδιώξει την πολιτική της των έξυπνων, στοχευμένων κυρώσεων, που προσαρμόζονται ειδικά σε κάθε κατάσταση και στοχεύουν στην επίτευξη μέγιστου αντικτύπου σε εκείνους των οποίων τη συμπεριφορά θέλει να επηρεάσει, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις «ανθρωπιστικές συνέπειες» ή τις αρνητικές συνέπειες για άτομα ή γειτονικές χώρες, που δεν αποτελούν στόχο. Επιπλέον, απαιτούνται σαφείς, σχετικοί και υπό αίρεση δείκτες όταν εφαρμόζονται κυρώσεις, διότι μόνον αυτοί μπορούν να παρέχουν μια ρεαλιστική και αμερόληπτη θεώρηση της κατάστασης στην εκάστοτε χώρα και να χρησιμεύσουν ως συνολικοί στόχοι τους οποίους πρέπει να εκπληρώσει η χώρα. Σε σχέση με αυτό, η ΕΕ πρέπει να εργαστεί για τη βελτίωση της εμπειρογνωμοσύνης της όσον αφορά τις κυρώσεις, να έχει βελτιωμένη συνεργασία και συντονισμό με τον ΟΗΕ και να υιοθετήσει ένα συστηματικό, παραδειγματικό σύστημα επανεξέτασης κυρώσεων που θα διασφαλίζει τη βέλτιστη χρήση τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο να σχεδιαστεί μια πολιτική κυρώσεων που να είναι πλήρως συνεπής με τις δεσμεύσεις για τα ανθρωπιστικά και ανθρώπινα δικαιώματα. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία της «καταχώρισης σε μαύρη λίστα», αυτή πρέπει να επανεξετάζεται προκειμένου να παρέχει ασφάλεια δικαίου και ενδεδειγμένα ένδικα μέσα.

Προφανώς, η τρέχουσα πολιτική κυρώσεων της ΕΕ πάσχει από υπερβολική εξειδίκευση. Οι κυρώσεις πρέπει να εξεταστούν και να θεωρηθούν στο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης της εξωτερικής πολιτικής που περιλαμβάνει πολιτικές ανταλλαγές, διαλόγους και διαβουλεύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά συνέπεια, είναι πλέον καιρός να αναθεωρήσουμε την ευρωπαϊκή πολιτική και πρακτική των κυρώσεων και να προσαρμόσουμε το μέσο των κυρώσεων στο νέο περιβάλλον ασφαλείας, χωρίς να παραλείψουμε τις συνέπειες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δυνητικές παραβιάσεις, που συνεπάγεται αυτή η πολιτική.

(1)

Άρθρο 11 ΣΕΕ.

(2)

Ιστότοπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, http://ec.europa.eu/external_relations/cfsp/sanctions/index_fr.htm


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (25.6.2008)

προς την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την αξιολόγηση των κυρώσεων της ΕΕ στο πλαίσιο των δράσεων και των πολιτικών της ΕΕ στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

(2008/2031(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Renate Weber

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Ανάπτυξης καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να περιλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  πιστεύει ότι οι κυρώσεις αποτελούν σημαντικό εργαλείο άσκησης πολιτικής σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών, όταν οι κυβερνήσεις αρνούνται να δεσμευθούν σε διάλογο με τη διεθνή κοινότητα και όταν αποτυγχάνουν όλα τα υπόλοιπα μέτρα· θεωρεί ότι δεδομένων των ενδεχόμενων αρνητικών παρενεργειών τους, οι κυρώσεις αυτές θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο αφού όλα τα άλλα λιγότερο πιεστικά μέσα για την άσκηση επιρροής έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικά·

2.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι στις χώρες που έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα της ΕΕ, η ανθρωπιστική βοήθεια πρέπει να παραδίδεται τηρώντας αυστηρά τις ανθρωπιστικές αρχές που βεβαιώθηκαν από την ευρωπαϊκή κοινή αντίληψη για την ανθρωπιστική βοήθεια (δηλαδή τις αρχές του ανθρωπισμού, της ουδετερότητας, της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας)·

3.  δεσμεύει τα κοινοβουλευτικά του όργανα, ιδίως τις μόνιμες και τις ειδικές του αντιπροσωπείες, να χρησιμοποιήσουν τις επαφές τους με κοινοβούλια σε χώρες που δεν έχουν υποστεί κυρώσεις προκειμένου να βελτιώσουν την κατανόηση των υφιστάμενων καθεστώτων κυρώσεων της ΕΕ σχετικά με τις εκάστοτε περιοχές και να εξετάσουν τις δυνατότητες για συντονισμένη δράση για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

4.  υποστηρίζει το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εστίασε πρόσφατα τις ενέργειές της σε στοχοθετημένες κυρώσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν κυρίως απαγορεύσεις χορήγησης θεωρήσεων, εμπάργκο όπλων και δέσμευση κεφαλαίων και οι οποίες συμβάλλουν στην ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων σε ανθρωπιστικό και αναπτυξιακό επίπεδο· τονίζει ότι για να έχουν αποτέλεσμα οι στοχοθετημένες κυρώσεις κατά προσώπων, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο επιβολής τους και στα οικογενειακά μέλη άμεσης συγγένειας των προσώπων αυτών· σε κάθε περίπτωση πρέπει να τηρείται το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη·

5.  πιστεύει ότι τα οικονομικά και πολιτικά κίνητρα, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής των υφιστάμενων κυρώσεων, αποτελούν σημαντικό μέσο για την προώθηση της αλλαγής, καθώς λειτουργούν ως μοχλός πίεσης για την τοπική κοινωνία των πολιτών ώστε να ασκήσουν πίεση στις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους· τονίζει ότι τα κίνητρα, όπως και οι κυρώσεις, πρέπει να θεσπίζονται με διαφάνεια, να συνδέονται με σαφή σημεία αναφοράς, και να γνωστοποιούνται ευρέως εντός και εκτός της εκάστοτε χώρας·

6.  θεωρεί ότι οι κυρώσεις είναι πιο αποτελεσματικές αν υπάρχει μια κινητοποιημένη δημοκρατική αντιπολίτευση/κοινωνία των πολιτών που να στηρίζει τη διαδικασία της αλλαγής εντός της χώρας που έχει υποστεί τις κυρώσεις·

7.  ζητεί από το Κοινοβούλιο να έχει ενεργό ρόλο στην κατάρτιση, στην εφαρμογή και στον έλεγχο των πολιτικών που αφορούν τις κυρώσεις και τα κίνητρα·

8.  υπογραμμίζει τη σημασία των ρητρών περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας στις συμφωνίες της ΕΕ και θεωρεί ότι αυτές οι ρήτρες θα πρέπει να εφαρμόζονται με περισσότερη συνοχή και συνέπεια· υποστηρίζει το διαδικαστικό μοντέλο που καθιερώθηκε κατά τη Συμφωνία του Κοτονού για την αντιμετώπιση των σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου· πιστεύει ότι το σύστημα εντατικού πολιτικού διαλόγου (άρθρο 8 της Συμφωνίας του Κοτονού) και το σύστημα διαβουλεύσεων (άρθρο 96 της Συμφωνίας του Κοτονού), πριν και μετά τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων, αποτελούν αποτελεσματικό μέσο για τη βελτίωση της επικρατούσας κατάστασης·

9.  εκφράζει βαθειά λύπη για την έλλειψη συνέπειας στην επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της· πιστεύει ότι η ΕΕ, προκειμένου να διατηρήσει την αξιοπιστία της και να μην κατηγορηθεί ότι τηρεί «δύο μέτρα και δύο σταθμά», πρέπει να μπορεί να δικαιολογεί τη θέσπιση ή μη κυρώσεων, κυρίως για λόγους σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και με επιχείρημα την αποτελεσματικότητα·

10. καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ορίσουν, σε στενή διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, μια συνεκτική στρατηγική πολιτική κυρώσεων· πιστεύει ότι αυτή η στρατηγική πρέπει επίσης να θεσπίσει αρχές και διαδικασίες οι οποίες θα διασφαλίζουν ότι θα λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις της κοινωνίας των πολιτών και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στις εκάστοτε χώρες· τονίζει ότι με βάση αυτήν την στρατηγική, πρέπει να αναλύεται κάθε περίπτωση ξεχωριστά σε σχέση με το πλαίσιο και την ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα πριν από την ανάληψη δράσης· θεωρεί ότι η στρατηγική θα πρέπει επίσης να προβλέπει την εφαρμογή διαδικασιών έκτακτης ανάγκης σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν απαιτείται από την ΕΕ μια άμεση απόκριση που θα μπορούσε να έχει αναμενόμενη θετική έκβαση· σημειώνει ότι οι κυρώσεις είναι πιο αποτελεσματικές όταν αφορούν συγκεκριμένα, αιφνίδια περιστατικά και έχουν στόχο την ανάληψη συγκεκριμένων και αναγνωρίσιμων μέτρων από τη χώρα στόχο·

11. τονίζει ότι πρέπει να επενδυθούν επαρκής χρόνος και πόροι, περιλαμβανομένου προσωπικού ειδικευμένου στα ανθρώπινα δικαιώματα, εκ μέρους του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τις αναλύσεις που προηγούνται του σχεδιασμού των κυρώσεων και για την αξιολόγηση των κυρώσεων και της αποτελεσματικότητάς τους·

12. συνιστά τη σύσταση επιτροπών κυρώσεων και ομάδων εμπειρογνωμόνων για τον έλεγχο της επιβολής των κυρώσεων της ΕΕ, γεγονός το οποίο θα ενισχύσει τη διαφάνεια και τη συνοχή της πολιτικής της ΕΕ· επιπλέον, ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αναλάβουν την πρωτοβουλία να ενισχύσουν το καθεστώς των κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών σύμφωνα με αυτές τις κατευθύνσεις·

13. καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι στρατηγικές αναπτυξιακής βοήθειας βάσει του μέσου αναπτυξιακής συνεργασίας (DCI) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ) συνάδουν με τα υφιστάμενα καθεστώτα κυρώσεων και τους διαλόγους περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι συνθήκες για τη στήριξη του γενικού προϋπολογισμού, δυνάμει και των αποκαλούμενων «συμβάσεων περί αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας», συνδέονται ρητά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δημοκρατικά κριτήρια·

14. τονίζει ότι οι οικονομικές κυρώσεις θα πρέπει πρωτίστως να έχουν στόχο τους τομείς εκείνους που δεν διακρίνονται από ένταση απασχόλησης και δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες τελευταίες είναι σημαντικές για την οικονομική ανάπτυξη και την αναδιανομή του εισοδήματος.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

24.6.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

0

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Thijs Berman, Josep Borrell Fontelles, Danutė Budreikaitė, Marie-Arlette Carlotti, Corina Creţu, Nirj Deva, Fernando Fernández Martín, Alain Hutchinson, Filip Kaczmarek, Glenys Kinnock, Maria Martens, Gay Mitchell, José Javier Pomés Ruiz, Horst Posdorf, José Ribeiro e Castro, Frithjof Schmidt, Feleknas Uca, Johan Van Hecke, Jan Zahradil, Mauro Zani

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Miguel Angel Martínez Martínez, Μανώλης Μαυρομμάτης, Mihaela Popa, Renate Weber


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ (24.6.2008)

προς την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την αξιολόγηση των κυρώσεων της ΕΕ ως τμήματος των δράσεων και των πολιτικών της στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου

(2008/2031(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Vittorio Agnoletto

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  θεωρεί ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν απαραιτήτως στοιχείο της διαπραγματευτικής εντολής που δίνεται από το Συμβούλιο στην Επιτροπή για τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών και ότι το Κοινοβούλιο πρέπει πάντοτε να συμμετέχει στον καθορισμό της, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει να διαδραματίσει καίριο ρόλο στην προαγωγή του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας στον κόσμο, και δεδομένου ότι οι οικονομικές και πολιτικές κυρώσεις αποτελούν σημαντικό μέσο έναντι χωρών που καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα·

2.  καλεί την Επιτροπή να τηρεί ενήμερο το Κοινοβούλιο σχετικά με τον αντίκτυπο των επιβαλλόμενων κυρώσεων στην επίτευξη των στόχων και να υποβάλλει προτάσεις σχετικά με πιθανές αλλαγές ενόψει των εξελίξεων στην ενδιαφερόμενη χώρα·

3.   πιστεύει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών να περιλαμβάνει τα δεσμευτικά βασικά εργασιακά δικαιώματα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ)·

4.   σημειώνει ότι οι αμιγώς εμπορικού χαρακτήρα κυρώσεις έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αναποτελεσματικές στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδίως όταν δεν επιβάλλονται σε ολόκληρο τον κόσμο και υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, και ζημιώνουν περισσότερο τους λαούς παρά τις κυβερνήσεις των χωρών που υφίστανται τις κυρώσεις·

5.   θεωρεί την κύρωση από τους εμπορικούς εταίρους των βασικών συμβάσεων της ΔΟΕ, των συμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών για την απαγόρευση των διακρίσεων και της σύμβασης για την εξάλειψη όλων των μορφών διάκρισης κατά των γυναικών (CEDAW) θεμελιώδη στοιχεία της ρήτρας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προϋπόθεση για τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τρίτες χώρες·

6.  καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εκπονήσουν σαφή ανάλυση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που έχουν ήδη επιβληθεί και της επίδρασής τους στις εμπορικές σχέσεις της ΕΕ·

7.  θεωρεί ότι οι εμπορικές κυρώσεις της ΕΕ δεν πρέπει να πλήττουν αδιάκριτα το σύνολο της κοινωνίας αλλά πρέπει να έχουν κατά κύριο λόγο ως στόχο τα οικονομικά συμφέροντα των ατόμων και των ιδιωτικών και /ή κρατικών εταιρειών που ευθύνονται άμεσα ή έμμεσα για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της δημοκρατίας και να μην τιμωρούν τον πληθυσμό, και ιδίως τα τμήματά του που παρέχουν στους φτωχότερους κατοίκους μιας χώρας τη δυνατότητα να κερδίζουν τα προς το ζην·

8.  θεωρεί ότι οι κυρώσεις πρέπει να στοχεύουν επίσης οικονομικούς τομείς οι οποίοι αποτελούν, για τις κυβερνήσεις που παραβιάζουν δικαιώματα του ανθρώπου, στρατηγική πηγή εισοδήματος, το οποίο τους δίνει τη δυνατότητα να διατηρούνται στην εξουσία·

9.  θεωρεί ότι όταν λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με την επιβολή κυρώσεων, πριν από την επιβολή τους και κατά την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας υφιστάμενων κυρώσεων, τα όργανα της ΕΕ πρέπει να συνεργάζονται στενά με την κοινωνία των πολιτών και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις στην ενδιαφερόμενη χώρα·

10. θεωρεί ότι η εφαρμογή και η αξιολόγηση κυρώσεων από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει καταρχήν να υπερισχύει κάθε ζημίας που απορρέει από την εφαρμογή τους για τα εμπορικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτών της·

11. θεωρεί ότι, δεδομένου ότι οι κυρώσεις μπορούν να διαδραματίσουν πολύ σημαντικό συμβολικό ρόλο στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αφού συνδέονται με συγκεκριμένες, καθορισμένες, κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων), δεν πρέπει να αίρονται έως ότου πάψει να ισχύει η αιτία της επιβολής τους, ανεξαρτήτως του αντικτύπου τους στα εμπορικά συμφέροντα της ΕΕ·

12. υποστηρίζει ότι, εάν στην έκθεση αξιολόγησης δηλώνεται ότι η επιβολή κυρώσεων δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, πρέπει να αλλάζει ο χαρακτήρας των κυρώσεων (π.χ. από γενικής εφαρμογής σε στοχοθετημένες)·

13. ζητεί η ρήτρα σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη δημοκρατία να επεκταθεί σε όλες τις νέες συμφωνίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών, βιομηχανικών ή αναπτυσσόμενων, και να περιέχεται ιδίως στις εμπορικές και τομεακές συμφωνίες·

14. θεωρεί ότι οι εν στενή εννοία εμπορικές κυρώσεις μπορούν να συνοδεύονται από άλλα είδη κυρώσεων που δεν είναι αυστηρά εμπορικές, όπως: απαγόρευση πτήσεων, στοχοθετημένοι αποκλεισμοί (π.χ. στις εισαγωγές όπλων), απαγόρευση εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χρηματοοικονομικοί περιορισμοί, διπλωματικές προειδοποιήσεις, μη συμμετοχή σε πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις κ.λπ.· επιπλέον, τονίζει ότι όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη πρέπει να υποστηρίζουν τις επιβληθείσες κυρώσεις·

15. επικροτεί το γεγονός ότι το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων (ΣΓΠ) της ΕΕ προβλέπει πρόσθετες δασμολογικές προτιμήσεις για τις χώρες που έχουν κυρώσει και εφαρμόσει σειρά συμβάσεων σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου και τα εργασιακά δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος και τη χρηστή διακυβέρνηση· τονίζει επίσης ότι το ΣΓΠ προβλέπει την ανάκληση των εν λόγω προτιμήσεων για τις χώρες που δεν εφαρμόζουν παρόμοιες συμβάσεις·

16. προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μην προτείνουν συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών και/ή συμφωνίες σύνδεσης – ακόμη και εάν περιλαμβάνουν ρήτρες ανθρωπίνων δικαιωμάτων – σε κυβερνήσεις χωρών όπου διαπράττονται μεγάλης έκτασης παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου, σύμφωνα με εκθέσεις του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών·

17. ζητεί από την Επιτροπή να παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των εμπορικών κυρώσεων και των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την επιβολή και την ανάκληση των κυρώσεων αυτών, να το ενημερώνει σχετικά με τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται και να του υποβάλει πρόταση για μια συνεκτικότερη στρατηγική για την επιβολή κυρώσεων σε χώρες που παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα, αφενός προκειμένου να περιοριστούν τυχόν αρνητικές συνέπειες που προκαλούν κυρώσεις που επιβάλλονται ad hoc και αφετέρου προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων κατά τρόπο ώστε η καταλληλότητά τους να προκύπτει από μια λεπτομερή και σύνθετη ανάλυση της κατάστασης που επικρατεί στην ενδιαφερόμενη χώρα·

18. ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογεί κατά πόσο οι κυρώσεις στοχεύουν στους υπεύθυνους και εάν τα οριζόμενα χρονοδιαγράμματα είναι κατάλληλα·

19. ζητεί – σε περιπτώσεις επιβολής κυρώσεων σε χώρα που λαμβάνει μέρος της βοήθειας που παρέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε αναπτυσσόμενες χώρες – να δίνεται καταρχήν προτεραιότητα σε στοχοθετημένες "έξυπνες" κυρώσεις και όχι σε κυρώσεις γενικής εφαρμογής που μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση με την αναπτυξιακή βοήθεια·

20. καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο των κυρώσεων στην αναπτυξιακή πολιτική των εν λόγω χωρών και στην εμπορική πολιτική της ΕΕ·

21. κατά την αξιολόγηση μέτρων επιβολής κυρώσεων, ζητεί να λαμβάνεται υπόψη η επιβολή κυρώσεων από άλλους φορείς και χώρες, ιδίως από τις ΗΠΑ, που συναλλάσσονται συχνότερα με τις χώρες στις οποίες πρόκειται να επιβληθούν κυρώσεις·

22.  καλεί την Επιτροπή να δρομολογήσει διαπραγματεύσεις με χώρες που ενεργούν κατά τρόπο που οδηγεί σε μείωση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε χώρα στην οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις·

23. ζητεί από την Επιτροπή, προκειμένου να ενισχυθούν οι κυρώσεις στην ενδιαφερόμενη περιφέρεια, να διατηρήσει σταθερή συνεργασία με τις χώρες που συνορεύουν με τη χώρα στην οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις, τόσο κατά το σχεδιασμό της κύρωσης που θα επιβληθεί όσο και κατά την εφαρμογή των κυρώσεων, καθώς και στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και του αντικτύπου τους στην εμπορική πολιτική της ευρύτερης περιφέρειας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

24.6.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

1

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Francisco Assis, Graham Booth, Carlos Carnero González, Daniel Caspary, Françoise Castex, Christofer Fjellner, Béla Glattfelder, Ignasi Guardans Cambó, Jacky Hénin, Syed Kamall, Marusya Ivanova Lyubcheva, Erika Mann, David Martin, Vural Öger, Γεώργιος Παπαστάμκος, Godelieve Quisthoudt-Rowohl, Tokia Saïfi, Peter Šťastný, Robert Sturdy, Gianluca Susta, Iuliu Winkler, Corien Wortmann-Kool

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Vittorio Agnoletto, Jan Tadeusz Masiel, Salvador Domingo Sanz Palacio

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Małgorzata Handzlik


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

7.7.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

26

2

17

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Vittorio Agnoletto, Roberta Alma Anastase, Bastiaan Belder, Elmar Brok, Colm Burke, Marco Cappato, Véronique De Keyser, Γιώργος Δημητρακόπουλος, Hélène Flautre, Michael Gahler, Jas Gawronski, Maciej Marian Giertych, Ana Maria Gomes, Anna Ibrisagic, Emilio Menéndez del Valle, Francisco José Millán Mon, Ria Oomen-Ruijten, Justas Vincas Paleckis, Alojz Peterle, Samuli Pohjamo, Bernd Posselt, Libor Rouček, Christian Rovsing, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, György Schöpflin, István Szent-Iványi, Charles Tannock, Inese Vaidere, Geoffrey Van Orden, Ari Vatanen, Кристиан Вигенин, Jan Marinus Wiersma, Luis Yañez-Barnuevo García, Zbigniew Zaleski

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Laima Liucija Andrikienė, Irena Belohorská, Árpád Duka-Zólyomi, Martí Grau i Segú, Pierre Jonckheer, Jaromír Kohlíček, Николай Младенов

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Florencio Luque Aguilar, Gérard Onesta, Salvador Domingo Sanz Palacio, Jaroslav Zvěřina

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου