ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την υπογραφή και τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της διεθνούς συμφωνίας για την τροπική ξυλεία του 2006 που υπέβαλε η Επιτροπή

17.7.2008 - (11964/2007 – C6‑0326/2007 – 2006/0263(CNS)) - *

Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου
Εισηγήτρια: Caroline Lucas

Διαδικασία : 2006/0263(NLE)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0313/2008
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0313/2008
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της διεθνούς συμφωνίας για την τροπική ξυλεία του 2006 που υπέβαλε η Επιτροπή

(11964/2007 – C6‑0326/2007 – 2006/0263(CNS))

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου (11964/2007),

–   έχοντας υπόψη το σχέδιο Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία, 2006 (11964/2007)

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 133, 175 και το άρθρο 300, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 300, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6‑0326/2007),

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων όσον αφορά την προτεινόμενη νομική βάση,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 51, 83, παράγραφος 7, και 35 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A6‑0313/2008),

1.  εγκρίνει την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε και εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας·

2.  επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να υπερασπισθεί τις προνομίες του όπως αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και τη γραμματεία του Διεθνούς Οργανισμού για την Τροπική Ξυλεία (ΔΟΤΞ).

Κείμενο που προτείνει το ΣυμβούλιοΤροποποιήσεις του Κοινοβουλίου

Τροπολογία  1

Εισαγωγική παράγραφος

έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 133 και 175, σε συνδυασμό με την πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 300 παράγραφος 2 και του πρώτου εδαφίου του άρθρου 300 παράγραφος 3,

έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 133 και 175, σε συνδυασμό με την πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 300 παράγραφος 2 και του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 300 παράγραφος 3,

Αιτιολόγηση

Εκφράζει τη συμβουλευτική γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (επιστολή του κ. Gargani, της 20ής Δεκεμβρίου 2007) ότι η συμφωνία θεσπίζει ειδικό θεσμικό πλαίσιο με τη διοργάνωση διαδικασιών συνεργασίας και την παράλειψη του Συμβουλίου να παράσχει οιαδήποτε λογική εξήγηση για την εκ μέρους του απόρριψη αυτής της άποψης.

Τροπολογία 2

Αιτιολογική σκέψη 4

(4) Οι επιδιωκόμενοι από τη νέα συμφωνία στόχοι συνάδουν τόσο με την κοινή εμπορική πολιτική όσο και την περιβαλλοντική πολιτική.

(4) Οι επιδιωκόμενοι από τη νέα συμφωνία στόχοι πρέπει να συνάδουν τόσο με την κοινή εμπορική πολιτική όσο και την περιβαλλοντική και αναπτυξιακή πολιτική.

Αιτιολόγηση

Με τη σημερινή της μορφή, η ΔΣΤΞ δεν συμβιβάζεται με την περιβαλλοντική και αναπτυξιακή πολιτική της ΕΚ. Πρωταρχικός στόχος της συμφωνίας παραμένει η «προώθηση και επέκταση της διαφοροποίησης του διεθνούς εμπορίου», ενώ η βιώσιμη χρήση περιγράφεται μόνο δευτερευόντως. Η συνοχή της ΔΣΤΞ, 2006 με την περιβαλλοντική και αναπτυξιακή πολιτική της ΕΚ εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο που πρέπει να υλοποιήσει με την εφαρμογή από πλευράς ΕΕ της συμφωνίας.

Τροπολογία 3

Αιτιολογική σκέψη 7 α (νέα)

 

(7a) Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ετήσια έκθεση με ανάλυση της εφαρμογής της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία 2006 και των μέτρων για την ελαχιστοποίηση του αρνητικού αντίκτυπου που έχει το εμπόριο στα τροπικά δάση, συμπεριλαμβανομένων και των διμερών συμφωνιών που συνάπτονται στο πλαίσιο του προγράμματος Επιβολή της Δασικής Νομοθεσίας, Διακυβέρνηση και Εμπόριο (FLEGT). Το άρθρο 33 της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία 2006 προβλέπει τη διενέργεια αξιολόγησης της εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας πέντε χρόνια από την έναρξη ισχύος της. Με βάση τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να διαβιβάσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ανασκόπηση της λειτουργίας της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία 2006 μέχρι τα τέλη του 2010.

Αιτιολόγηση

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της ΔΣΤΞ, 2006. Κατ' αυτό τον τρόπο ελέγχει την εφαρμογή της ΔΣΤΞ σε σχέση με τα ίδια μέσα της ΕΚ που αφορούν την επιβολή της δασικής νομοθεσίας, τη διαχείριση και το εμπόριο στο δασικό τομέα. Καθώς αρχικώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προέβλεπε διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ΔΣΤΞ 2006, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της εμπορικής, περιβαλλοντικής και αναπτυξιακής πολιτικής της ΕΕ.

Τροπολογία  4

Αιτιολογική σκέψη 7 β (νέα)

 

(7β) Κατά την κατάρτιση της εντολής διαπραγμάτευσης για την αναθεώρηση της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία 2006, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει την αναθεώρηση του υφιστάμενου κειμένου, ούτως ώστε να θέσει το ζήτημα της προστασίας και της αειφόρου διαχείρισης των τροπικών δασών καθώς και την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων δασικών περιοχών στο επίκεντρο της συμφωνίας, και να τονίσει τη σημασία της πολιτικής για την εκπαίδευση και την πληροφόρηση στις χώρες που έχουν πληγεί από το πρόβλημα της αποδάσωσης ώστε να αυξηθεί η συνειδητοποίηση του κοινού σε ό,τι αφορά τις αρνητικές συνέπειες που συνεπάγεται η εκμετάλλευση των πόρων ξυλείας με καταχρηστικό τρόπο. Το εμπόριο τροπικής ξυλείας πρέπει να ενθαρρύνεται μόνο στον βαθμό που αυτό είναι συμβατό με τους ανωτέρω στόχους.

Αιτιολόγηση

Η μεταφορά τεχνογνωσίας και η ανταλλαγή εμπειριών και καλών πρακτικών στον τομέα της διακυβέρνησης του δασικού πλούτου θα προαγάγει την αειφόρο χρήση των πόρων ξυλείας και θα βοηθήσει στην εξάλειψη του παράνομου εμπορίου ξυλείας.

Τροπολογία 5

Αιτιολογική σκέψη 7 γ (νέα)

 

(7γ) Ειδικότερα, η εντολή αυτή για την αναθεώρηση της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία 2006 πρέπει να προτείνει μηχανισμό ψηφοφορίας για το Διεθνές Συμβούλιο Τροπικής Ξυλείας που θα ανταμείβει σαφώς τη διατήρηση και την αειφόρο χρήση των τροπικών δασών.

Αιτιολόγηση

Η ουσιαστική κυριαρχία του εμπορίου έναντι της διατήρησης και της αειφόρου χρήσης αντικατοπτρίζεται στην δομή ψηφοφορίας του ΔΟΤΞ που παρέχει περισσότερες ψήφους στις χώρες παραγωγούς που εξάγουν περισσότερη ξυλεία. Έτσι λοιπόν, το θεσμικό σύστημα του ΔΟΤΞ εξασφαλίζει μεγαλύτερη επιρροή σ' αυτούς που εμπορεύονται περισσότερο ενώ περιορισμένη είναι η ανταμοιβή για τη διατήρηση και την αειφόρο χρήση. Για να υπάρχει συνοχή με τους στόχους της περιβαλλοντικής και αναπτυξιακής πολιτικής της ΕΕ, ο μηχανισμός ψηφοφορίας του ΔΟΤΞ πρέπει να ανταμείβει τις χώρες που αποδίδουν προτεραιότητα στη διατήρηση και στην αειφόρο χρήση των δασικών πόρων.

Τροπολογία 6

Αιτιολογική σκέψη 7 δ (νέα)

 

(7δ) Το αργότερο μέχρι τα μέσα του 2008, η Επιτροπή πρέπει να:

 

 

(a) προτείνει συνολική νομοθετική πρόταση που αποτρέπει τη διάθεση στην αγορά ξυλείας και προϊόντων ξυλείας που προέρχονται από παράνομες και καταστρεπτικές πηγές·

 

 

(β) υποβάλει ανακοίνωση που καθορίζει την συμμετοχή της ΕΕ και τη στήριξη στους υφιστάμενους και μελλοντικούς παγκόσμιους μηχανισμούς χρηματοδότησης για την προώθηση της προστασίας των δασών και τη μείωση των εκπομπών από την αποδάσωση, στο πλαίσιο της Σύμβασης πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC)/Πρωτοκόλλου του Κιότο. Η ανακοίνωση πρέπει να περιγράφει τη δέσμευση της ΕΕ να παράσχει πόρους προκειμένου να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες να προστατεύσουν τα δάση τους, να χρηματοδοτήσουν δίκτυο προστατευόμενων περιοχών και να προαγάγουν οικονομικές εναλλακτικές λύσεις έναντι της καταστροφής των δασών. Ειδικότερα, για να διασφαλιστούν πραγματικά οφέλη για το κλίμα, τη βιοποικιλότητα και τους πληθυσμούς, πρέπει να περιγράφει τις ελάχιστες αρχές και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν τα μέσα αυτά. Πρέπει επίσης να προσδιορίζει δράσεις και τομείς προτεραιότητας, όπου θα πρέπει να διοχετευθεί άμεσα χρηματοδότηση στο πλαίσιο των εν λόγω μηχανισμών παροχής κινήτρων.

Αιτιολόγηση

Η δημόσια διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις εναλλακτικές επιλογές για την καταπολέμηση της παράνομης υλοτόμησης[1] έδειξε ότι η μεγάλη πλειονότητα όσων απήντησαν επιλέγουν τη δεσμευτική νομοθεσία που προϋποθέτει ότι στην κοινοτική αγορά θα διατίθενται μόνο ξυλεία και προϊόντα ξυλεία που προέρχονται από νόμιμη υλοτόμηση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εισαγωγή

Τα αρχαία δάση του κόσμου φιλοξενούν τα δύο τρίτα της βιοποικιλότητας της ξηράς μολονότι το 80% των δασών αυτών έχουν ήδη καταστραφεί ή υποβαθμιστεί ενώ τα εναπομείναντα απειλούνται με καταστροφή. Η αποδάσωση εκτιμάται ότι συνεισφέρει περίπου το 20% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Η διεθνής συμφωνία για την τροπική ξυλεία του 2006 μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να συμβάλει στον ευρύτερο στόχο της διασφάλισης της αειφόρου διαχείρισης των δασών του κόσμου. Μια τέτοια διαχείριση έχει με τη σειρά της να παίξει σημαντικό ρόλο για την αντιμετωπίσει της κλιματικής αλλαγής, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αυτοχθόνων πληθυσμών και να συμβάλει στην αειφόρο ανάπτυξη.

Ωστόσο, η συμφωνία για την τροπική ξυλεία μπορεί μόνο να συμβάλει εν μέρει σε ένα συνολικό πλαίσιο αποτελεσματικής πολιτικής για τη διαχείριση των παγκόσμιων δασών. Κάθε συμφωνία πρέπει να εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσέγγιση που θα καλύπτει επίσης τα εύκρατα δάση, τη ζήτηση προϊόντων ξυλείας και την ιχνηλασιμότητα σε όλη τη διαδικασία τροφοδοσίας.

Ο αντίκτυπος των προηγούμενων συμφωνιών

Η παγκόσμια αποδάσωση συνεχίζεται. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, κάθε χρόνο χάνεται δασική επιφάνεια αντίστοιχη με το εμβαδόν της Ελλάδας, απειλώντας την αναντικατάστατη βιοποικιλότητα με εξαφάνιση και αυξάνοντας τον κίνδυνο για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Μολονότι έχουν περάσει ήδη περισσότερο από είκοσι χρόνια από την πρώτη συμφωνία για την τροπική ξυλεία, οι πρακτικές της υπερεκμετάλλευσης και της παράνομης υλοτόμησης εξακολουθούν να παραμένουν ευρέως διαδεδομένες. Περίπου το ήμισυ των συνολικών δραστηριοτήτων υλοτόμησης σε περιοχές όπως ο Αμαζόνιος, η λεκάνη του Κονγκό, η Νοτιοανατολική Ασία και η Ρωσία είναι παράνομες. Επί του παρόντος, ο ΠΟΤ εκτιμά ότι λιγότερο από το 7% των παγκόσμιων δασικών εκτάσεων έχει σημανθεί οικολογικά και λιγότερο από το 5% των τροπικών δασών τελούν υπό αειφόρο διαχείριση.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη σημαντική συνέχιση της αποδάσωσης, με σοβαρές επιπτώσεις για την μακροπρόθεσμη οικονομική ευημερία των κατοίκων των περιοχών και την υγιή λειτουργία των δασικών οικοσυστημάτων, αλλά και σε παραβιάσεις των δικαιωμάτων των αυτόχθονων πληθυσμών. Τα κέρδη από την παράνομη εκμετάλλευση των δασών αξιοποιούνται για τη χρηματοδότηση και την παράταση των συγκρούσεων σε διάφορες χώρες της Κεντρικής Αφρικής.

Οι φτηνές εισαγωγές παράνομης ξυλείας και δασικών προϊόντων, καθώς και η μη συμμόρφωση με τις βασικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές προδιαγραφές, αποσταθεροποιούν τις διεθνείς αγορές, περιορίζουν τα φορολογικά έσοδα των χωρών παραγωγής και απειλούν την υψηλής ειδίκευσης απασχόληση τόσο στις χώρες εισαγωγής όσο και στις χώρες εξαγωγής. Υπονομεύουν επίσης και τη θέση των εταιρειών που συμπεριφέρονται με υπευθυνότητα και σέβονται τις υφιστάμενες προδιαγραφές.

Λόγω της φύσης του ΔΟΤΞ, τα προβλήματα αυτά δεν προξενούν καμία κατάπληξη. Το άρθρο που ορίζει τους στόχους των προηγούμενων συμφωνιών αλλά και της συμφωνίας του 2006 ξεκινάει με την διατύπωση «να προωθηθούν η διεύρυνση και η διαφοροποίηση του διεθνούς εμπορίου τροπικής ξυλείας», πριν αναφερθεί στην αειφορία. Επιπλέον, η δομή της ψηφοφορίας στον ΔΟΤΞ παρέχει επιπλέον ψήφους στις χώρες παραγωγής που εξάγουν περισσότερη ποσότητα ξυλείας, ενώ οι ψήφοι των καταναλωτριών χωρών μελών καθορίζονται κατά βάση από το μέσο όρο των καθαρών εισαγωγών τροπικής ξυλείας. Έτσι λοιπόν, πέρα από όλη τη ρητορική περί αειφορίας, το σύστημα είναι σχεδιασμένο κατά τρόπο που να εξασφαλίζει μεγαλύτερη επιλογή σε αυτούς που εμπορεύονται περισσότερο. Ελάχιστες είναι οι ανταμοιβές για την αειφόρο διαχείριση ή το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ταυτόχρονα, η δομή της συμφωνίας του 2006 είναι υπερβολικά κυβερνητική. Δεν καθορίζει σαφώς τον ρόλο των βουλευτών ή της κοινωνίας των πολιτών στη διατύπωση πολιτικής. Ενώ υπάρχουν διατάξεις για εξαμηνιαίες αναθεωρήσεις, δεν υπάρχει ανεξάρτητος έλεγχος της αειφορίας των πολιτικών διαχείρισης των δασών ή τις επιπτώσεις που έχουν στους αυτόχθονες πληθυσμούς.

Ανάγκη για περισσότερο συμμετοχικές πολιτικές

Τα τροπικά δάση είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής καθόσον, κατά μέσο όρο, δεσμεύουν περίπου 50% περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα ανά εκτάριο απ' ό,τι τα δέντρα στις εύκρατες ζώνες. Όπως κατέληγε και η έκθεση Stern «σύμφωνα με πολλές ενδείξεις η ανάληψη δράσης για την πρόληψη της περαιτέρω αποδάσωσης είναι σχετικά οικονομική σε σύγκριση με άλλες μορφές κατευνασμού, αν υιοθετηθούν οι κατάλληλες πολιτικές και θεσπιστούν οι κατάλληλες θεσμικές δομές.»

Μερικές φορές υποστηρίζεται ότι οι εισαγωγές της ΕΕ αντιστοιχούν σε σχετικά μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής τροπικής ξυλείας. Ωστόσο, στα στοιχεία αυτά υποτιμάται η παράμετρος της επεξεργασίας της ξυλείας αυτής σε τρίτες χώρες πριν από την εξαγωγή της στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ υπό μορφή επίπλων.

Η ΕΕ προσπάθησε να ανταποκριθεί στις ανησυχίες όσον αφορά την παράνομη υλοτόμηση μέσω των εθελοντικών συμφωνιών συνεργασίας στο πλαίσιο της Συμφωνίας για την επιβολή της δασικής νομοθεσίας, τη διακυβέρνηση και το εμπόριο (FLEGT). Δεδομένου ότι τέτοιου είδους διμερείς συμφωνίες αποτελούν ευκαιρία των χωρών παραγωγής να επιφέρουν αλλαγές στο δασικό τομέα όσον αφορά την ενίσχυση της διαχείρισης, βελτιώνοντας και εφαρμόζοντας καλύτερα τη δασική και περιβαλλοντική νομοθεσία, καθώς επίσης και παρέχοντας δυνατότητες διαλόγου μεταξύ της κυβέρνησης και της κοινωνίας των πολιτών, οι συμφωνίες αυτές από μόνες τους δεν αρκούν για να ελέγξουν τις παράνομες πωλήσεις ξυλείας και προϊόντων ξυλείας στις αγορές της ΕΕ. Οι εθελοντικές συμφωνίες συνεργασίας παρουσιάζουν ελλείψεις (κίνδυνος παράκαμψης, περιορισμένο γεωγραφικό εύρος, κίνδυνος ξεπλύματος μέσω τρίτων χωρών κλπ) που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν ή ακόμα και να έλθουν σε σύγκρουση με τον στόχο του τερματισμού των παράνομων εισαγωγών ξυλείας. Ένα θέμα που παραμένει εκκρεμές είναι επίσης και η δυνατότητα εφαρμογής τους.

Οι ΕΣΣ μπορούν επίσης να αποδειχθούν χρήσιμες υπό την προϋπόθεση ότι θα στηρίζονται από νομικά δεσμευτικές ελάχιστες προδιαγραφές που θα διασφαλίζουν ότι αυτοί που συμμετέχουν στις ΕΣΣ δεν θα φοβούνται να υπερκεραστούν από άλλους που δεν υπόκεινται σε τέτοιου είδους περιορισμούς. Μολονότι η καθιέρωση ενός νομικά δεσμευτικού συστήματος σε παγκόσμια κλίμακα παραμένει μακροπρόθεσμος στόχος, η ΕΕ πρέπει να ξεκινήσει να θεσπίζει εσωτερικά νομικά δεσμευτικές προδιαγραφές καθώς και μέσα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη προτείνει μια συνολική νομοθεσία που να διασφαλίζει ότι τα μόνα προϊόντα ξυλείας που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά είναι αυτά που προέρχονται από νόμιμες πηγές καθώς και από δάση τα οποία τελούν υπό χρηστή διαχείριση. Στον βαθμό που δεν υπάρχει τέτοιου είδους νομοθεσία, οι ευυπόληπτοι παραγωγοί και έμποροι θα ανησυχούν πάντα ότι η θέση τους θα μπορούσε να υπονομευθεί από αυτούς οι οποίοι για το μόνο πράγμα που ενδιαφέρονται είναι να ελαχιστοποιήσουν βραχυπρόθεσμα το κόστος.

Πέρα από αυτά, οι πολιτικές που ακολουθούνται στον τομέα των δημόσιων προμηθειών και οι οποίες απαιτούν την ξυλεία και τα προϊόντα ξυλείας να προέρχονται από νόμιμες και αειφόρες πηγές, έχουν σημαντικό ρόλο να παίξουν για την αύξηση της ελκυστικότητας της παραγωγής πιστοποιημένης ξυλείας, καθώς και την απόδειξη της πρακτικής δέσμευσης των δημοσίων αρχών στον στόχο αυτό.

Παρεμφερείς πρωτοβουλίες σήμανσης όπως αυτές του Συμβουλίου Διαχείρισης Δασών, που επιτρέπουν στους καταναλωτές να είναι βέβαιοι ότι η ξυλεία που αγοράζουν είναι όχι απλώς νόμιμη αλλά προέρχεται και από δάση αειφόρου διαχείρισης, μπορούν να συμπληρώσουν εποικοδομητικά τις διεθνείς συμφωνίες, υπό την προϋπόθεση ότι η σήμανση στηρίζεται και σε ανεξάρτητη πιστοποίηση. Μια τέτοια πιστοποίηση αποτελεί επίσης ουσιώδες συνοδευτικό μέτρο στις εισαγωγές βιοκαυσίμων, στο βαθμό που τα κλιματικά οφέλη από την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων δεν θα αντισταθμιστούν εν πολλοίς από αυξημένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα λόγω της αποδάσωσης.

Η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι κανένα στοιχείο των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών της δεν πρόκειται περιορίσει το πεδίο εφαρμογής των πολιτικών αυτών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την προτεινόμενη εμπορική συμφωνία με χώρες της ΝΑ Ασίας, όπου πρέπει να περιληφθεί ένα ουσιαστικό κεφάλαιο για την αειφόρο ανάπτυξη στο οποίο θα αντιμετωπίζονται τα θέματα της διατήρησης των δασών και της αντιμετώπισης της παράνομης υλοτόμησης.

Στοιχεία μιας ισχυρότερης και πιο αποτελεσματικής συμφωνίας

Είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι η ΔΣΤΞ 2006 δεν εισάγει ριζικότερη αλλαγή σε σχέση με την περιορισμένη επίδραση που είχε η συμφωνία του 1994. Αν οι διαπραγματεύσεις επιθυμούσαν να αντιμετωπίσουν το κομβικό πρόβλημα, θα έπρεπε να ανέστρεφαν τους στόχους της ΔΟΤΞ και να ξεκινούσαν από την ανάγκη διασφάλισης της προστασίας και την αειφόρο διαχείριση των τροπικών δασών και την αποκατάσταση των δασικών περιοχών που έχουν υποβαθμιστεί. Το εμπόριο τροπικής ξυλείας θα μπορούσε μόνον να ενθαρρυνθεί στον βαθμό που θα ήταν συμβατό με τους εν λόγω πρωταρχικούς στόχους.

Μια τέτοια αλλαγή θα έχει σαφώς επιπτώσεις στα έσοδα των παραγωγών χωρών και των κατοίκων τους οι οποίοι δεν θα έπρεπε να αναμένεται να αναλάβουν το κόστος της διατήρησης ενός παγκόσμιου πόρου. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τα τροπικά δάση παίζουν καθοριστικό ρόλο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Συνεπώς, η διεθνής κοινότητα πρέπει να είναι διατεθειμένη να εξετάσει την υιοθέτηση των κατάλληλων σχεδίων αντιστάθμισης για τις χώρες που προτίθενται να δώσουν προτεραιότητα στον μακροπρόθεσμο στόχο της προώθησης της διατήρησης των αειφόρων δασών αντί στην αύξηση των μεσοπρόθεσμων εσόδων τους.

Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει την αναπτυξιακή βοήθεια και τη δανειοδότηση από πλευράς των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Αμφότερα πρέπει να ζητήσουν να διασφαλίσουν ότι οι τοπικές κοινωνίες θα έχουν εναλλακτικές επιλογές σε σχέση με την υλοτόμηση, στις περιπτώσεις όπου αυτή δεν θα ήταν βιώσιμη και το κόστος της διατήρησης των «παγκόσμιων κοινών αγαθών» που αποτελούν τα τροπικά δάση κατανέμεται ισομερώς μεταξύ των κρατών.

Συμπεράσματα

Η έγκριση από το Κοινοβούλιο της ΔΣΤΞ, 2006 πρέπει να εκληφθεί ως μια απρόθυμη υιοθέτηση μιας μη ικανοποιητικής συμφωνίας. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι το αποτέλεσμα υπολείπεται σημαντικά από αυτό που απαιτείται για την αντιμετώπιση του προβλήματος της απώλειας των τροπικών δασών. Η Επιτροπή πρέπει να ξεκινήσει να προετοιμάζει νέο κύκλο διαπραγματεύσεων με στόχο τη διασφάλιση μιας σημαντικά βελτιωμένης διάδοχης συμφωνίας.

Το καθεστώς της ΔΣΤΞ χρειάζεται πλήρη επανεξέταση και η σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία θα εξαρτηθεί από τη ριζική αλλαγή των θεμελιωδών στόχων της συμφωνίας. Κομβικός στόχος για την αναθεώρηση της ΔΣΤΞ, 2006 πρέπει να είναι η προστασία και η αειφόρος διαχείριση των τροπικών δασών. Εμπόριο τροπικής ξυλείας πρέπει να πραγματοποιείται μόνο στον βαθμό που αυτό συνάδει με τον στόχο αυτό. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρέπει να προτείνει τους δέοντες χρηματοδοτικούς μηχανισμούς για τις χώρες που επιθυμούν να περιορίσουν τις εξαγωγές ξυλείας και την αναδιοργάνωση του συστήματος ψηφοφορίας του ΔΟΤΞ ούτως ώστε να αμείβονται οι χώρες παραγωγής ξυλείας που δίνουν προτεραιότητα στη διατήρηση και την αειφόρο χρήση των δασικών πόρων.

Στο μεταξύ, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να αυξήσουν σημαντικά τους οικονομικούς πόρους για τη χορήγηση βοήθειας με σκοπό την ενίσχυση της διατήρησης και την οικολογικά υπεύθυνη αξιοποίηση των τροπικών δασών, για να στηρίξουν δράσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής διαχείρισης και της οικοδόμησης ικανοτήτων, την προώθηση οικονομικά βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων έναντι των καταστροφικών πρακτικών υλοτόμησης, εξόρυξης και καλλιέργειας, και να ενισχύσει την ικανότητα των εθνικών κοινοβουλίων και της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων και των τοπικών κοινωνιών και των αυτοχθόνων πληθυσμών, για συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων όσον αφορά τη διατήρηση, τη χρήση και την διαχείριση των φυσικών πόρων και την οροθέτηση και προάσπιση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους.

Επιπλέον, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργαστούν στην παγκόσμια σκηνή για να προωθήσουν τον προβληματισμό για θέματα κλιματικής αλλαγής και αποδάσωσης ούτως ώστε να επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο της συμφωνίας πλαισίου των ΗΕ για την κλιματική αλλαγή για να δημιουργηθεί διεθνής μηχανισμός χρηματοδότησης που θα αποσκοπεί στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος από την αποδάσωση και την υποβάθμιση των δασών, καθώς και μεγιστοποίηση των κοινών οφελών όσον αφορά την προστασία της βιοποικιλότητας και την αειφόρο ανάπτυξη.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να εργαστούν για να εξασφαλίσουν ότι οι οργανισμοί εξαγωγικής πίστης, η επενδυτική διευκόλυνση του Κοτονού και άλλοι διεθνείς δανειοληπτικοί οργανισμοί που χρηματοδοτούν τα έργα με ευρωπαϊκά δημόσια κονδύλια, θα χρησιμοποιήσουν την υιοθετημένη αρχή της ελεύθερης, εκ των προτέρων και ενημερωμένης συναίνεσης πριν χορηγήσουν οικονομική στήριξη σε έργα σε δασικές περιοχές. Πρέπει επίσης να διενεργείται αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και να ακολουθούνται οι διαδικασίες αξιολόγησης των έργων αυτών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν τροφοδοτούν την αποδάσωση, την υποβάθμιση των δασών ή παράνομες δραστηριότητες υλοτόμησης.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί μεγάλη και ταχεία πρόοδος όσον αφορά την υλοποίηση του σχεδίου δράσης της FLEGT, συμπεριλαμβανομένης και της υποβολής, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, εκ μέρους της Επιτροπής, μιας συνολικής νομοθετικής πρότασης που θα αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι στην αγορά της ΕΕ θα διατίθεται μόνο νόμιμα υλοτομημένη ξυλεία και προϊόντα ξυλείας.

Το Κοινοβούλιο καθώς και άλλα περιφερειακά κοινοβούλια και εθνικά κοινοβούλια του ΔΟΤΞ πρέπει να εμπλακούν πλήρως στην υλοποίηση της ΔΣΤΞ 2006. Προς το σκοπό αυτό, ζητούμε

· να υπάρχει όσο το δυνατόν ενωρίτερα διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, σε περίπτωση που η Επιτροπή προτίθεται να προβεί σε εθελοντικές οικονομικές εισφορές στις σχεδιαζόμενες δράσεις της ΔΣΤΞ μέσω των εθελοντικών λογαριασμών του οργανισμού

· η Επιτροπή να υποβάλει ετήσια έκθεση σχετικά με την υλοποίηση της ΔΣΤΞ καθώς και για τα μέτρα που θα ληφθούν για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων που έχει το εμπόριο στα τροπικά δάση, συμπεριλαμβανομένων και διμερών συμφωνιών στο πλαίσιο του προγράμματος FLEGT. Το Κοινοβούλιο πρέπει να εμπλακεί πλήρως και να ενημερώνεται για την πρόοδο που επιτελείται σε κάθε στάδιο των διαπραγματεύσεων των συμφωνιών εταιρικής σχέσης της FLEGT.

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Κύριο Helmuth Markov

Πρόεδρο

Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Θέμα:             Γνωμοδότηση σχετικά με τη νομική βάση της πρότασης απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία του 2006 (11964/2007 - C6-0326/2007 - 2006/0263(CΝS))

Αξιότιμε κύριε πρόεδρε,

Κατά τη συνεδρίασή της στις 19 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αποφάσισε με δική της πρωτοβουλία να εξετάσει, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 3, του Κανονισμού, την ισχύ και την καταλληλότητα της νομικής βάσης της ανωτέρω πρότασης του Συμβουλίου.

Η επιτροπή εξέτασε το εν λόγω ζήτημα κατά τη συνεδρίασή της στις 19 Δεκεμβρίου 2007.

Δεδομένου ότι η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου πρέπει να ψηφίσει την έκθεσή της αυτό το Δεκέμβριο, ίσως να είναι σκόπιμο, προκειμένου να αποφευχθούν προβλήματα με την ψηφοφορία στην ολομέλεια στην περίπτωση που ένας από τους βουλευτές αποφασίσει να θέσει το ζήτημα της νομικής βάσης, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων να θέσει το ζήτημα της νομικής βάσης της πρότασης απόφασης του Συμβουλίου με δική της πρωτοβουλία σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 3, του Κανονισμού.

Η προτεινόμενη νομική βάση είναι τα άρθρα 133 και 175 από κοινού με την πρώτη φράση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 300, παράγραφος 2, και το πρώτο εδάφιο του άρθρου 300, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ.

Έχει προταθεί ότι η νομική βάση πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 300, παράγραφος 3, παρά στο πρώτο εδάφιο αυτής της διάταξης. Αυτή η αλλαγή στη νομική βάση θα παράσχει στο Κοινοβούλιο το όφελος της διαδικασίας της σύμφωνης γνώμης παρά της απλής διαβούλευσης.

Η κύρια επιτροπή έχει ζητήσει τη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας η οποία υποστηρίζει αυτή την αλλαγή στη νομική βάση.

Σχετικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ

Άρθρο 300, παράγραφος 3

3. Εκτός από τις συμφωνίες που προβλέπονται στο άρθρο 133 παράγραφος 3, το Συμβούλιο συνάπτει τις συμφωνίες μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακόμη και όταν η συμφωνία αφορά τομέα για τον οποίο απαιτείται η διαδικασία του άρθρου 251 ή του άρθρου 252 για τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του μέσα σε προθεσμία που μπορεί να ορίσει το Συμβούλιο ανάλογα με το επείγον του ζητήματος. Ελλείψει γνώμης μέσα στην προθεσμία αυτή, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει.

Κατά παρέκκλιση από τι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, συνάπτονται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 310, καθώς και άλλες συμφωνίες που δημιουργούν ειδικό θεσμικό πλαίσιο μέσω της οργάνωσης διαδικασιών συνεργασίας, οι συμφωνίες που συνεπάγονται σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για την Κοινότητα και οι συμφωνίες που συνεπάγονται τροποποίηση πράξης που εγκρίθηκε κατά τη διαδικασία του άρθρου 251.

Αξιολόγηση

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η εν λόγω συμφωνία δημιουργεί ειδικό θεσμικό πλαίσιο μέσω της οργάνωσης διαδικασιών συνεργασίας.

Επισημαίνεται αρχικώς ότι υπάρχει καθορισμένη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[1] σύμφωνα με την οποία η επιλογή νομικής βάσης κοινοτικών πράξεων πρέπει να αποφασίζεται μόνον με αναφορά σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία υπόκεινται σε δικαστική αναθεώρηση και ιδίως στο σκοπό και στο περιεχόμενο της προτεινόμενης πράξης.

Το περιεχόμενο της υπό εξέταση πρότασης συνίσταται από επτά αιτιολογικές σκέψεις και δύο άρθρα που εγκρίνουν τη σύναψη της Διεθνούς Συμφωνίας για την Τροπική Ξυλεία του 2006.

Η αιτιολογική σκέψη 4 αναφέρει ότι οι στόχοι της Συμφωνίας συνάδουν τόσο με την κοινή εμπορική πολιτική όσο και με την περιβαλλοντική πολιτική.

Οι κύριοι στόχοι της Συμφωνίας αναφέρονται στο άρθρο 1 της Συμφωνίας ως εξής: «να προωθηθούν η διεύρυνση και η διαφοροποίηση του διεθνούς εμπορίου τροπικής ξυλείας που προέρχεται από δάση αειφόρου διαχείρισης που υλοτομούνται νομίμως, καθώς και να προωθηθεί η αειφόρος διαχείριση των δασών παραγωγής τροπικής ξυλείας». Η συμφωνία είναι διαρθρωμένη σε κεφάλαια ως εξής: στόχοι, ορισμοί, οργάνωση και διοίκηση, Διεθνές Συμβούλιο Τροπικής Ξυλείας, προνόμια και ασυλίες, οικονομικά, επιχειρησιακές δραστηριότητες, στατιστικές, μελέτες και πληροφόρηση, διάφορα, και τελικές διατάξεις.

Επισημαίνεται ότι, στο σχέδιο έκθεσής της της 7ης Νοεμβρίου 2007, η αρμόδια επιτροπή χαρακτηρίζει την εκ μέρους της έγκριση της διεθνούς συμφωνίας τροπικής ξυλείας «ως μια απρόθυμη υιοθέτηση μιας μη ικανοποιητικής συμφωνίας». Η εισηγήτρια παραπονείται διότι το αποτέλεσμα της Συμφωνίας «υπολείπεται σημαντικά από αυτό που απαιτείται για την αντιμετώπιση του προβλήματος της απώλειας των τροπικών δασών».

Όσον αφορά την έννοια ενός «ειδικού θεσμικού πλαισίου» σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 300, παράγραφος 3, παρατηρείται ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει κάποτε να ρίξει φως σχετικά με το πώς πρέπει να ερμηνεύεται.

Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, θεωρείται ότι αξίζει τον κόπο να αναφερθούν ορισμένες γενικές εκτιμήσεις σχετικά με τη λογική του επιχειρήματος για τη χρήση της διαδικασίας σύμφωνης γνώμης στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 300, παράγραφος 3, σε αντίθεση με τη διαδικασία διαβούλευσης που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διάταξης.

Η διάταξη της σύμφωνης γνώμης προβλέπεται για τέσσερις τύπους πράξεων:

-  συμφωνίες που έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για την Κοινότητα·

-  συμφωνίες που συνεπάγονται τροποποίηση πράξης η οποία εγκρίθηκε βάσει της διαδικασίας συναπόφασης·

-  συμφωνίες που θεσπίζουν σύνδεση η οποία συνεπάγεται αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, κοινές δράσεις και ειδικές διαδικασίες·

-  συμφωνίες που δημιουργούν ειδικό θεσμικό πλαίσιο μέσω της οργάνωσης διαδικασιών συνεργασίας.

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διαδικασία σύμφωνης γνώμης προβλέπεται για τους ακόλουθους λόγους.

Οι πρώτες δύο περιπτώσεις αντικατοπτρίζουν το ρόλο του Κοινοβουλίου στη διαδικασία του προϋπολογισμού και στη διαδικασία συναπόφασης αντίστοιχα.

Από την πλευρά τους, οι συμφωνίες που καλύπτονται από την τρίτη και την τέταρτη παύλα ανωτέρω έχουν μια κοινή πλευρά, δηλαδή την πρόθεση σύστασης μιας σύνθετης μόνιμης δομής που έχει μια ορισμένη αυτονομία από τα μέρη βάσει των οποίων μπορούν να εγκριθούν κανόνες δεσμευτικοί για τα μέρη εκτός εκείνων που περιέχονται στην ίδια τη συμφωνία. Στην περίπτωση που θεσπίζεται μια σύνδεση, η δομή είναι πιθανόν να είναι περισσότερο πολύπλοκη από ό,τι είναι όταν δημιουργείται ένα ειδικό θεσμικό πλαίσιο μέσω της οργάνωσης διαδικασιών συνεργασίας. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου απαιτείται διότι η εν λόγω συμφωνία είναι «ατελής» με την έννοια ότι η επίτευξη των στόχων της δεν εξαρτάται μόνο από τους κανόνες που ορίζονται ρητώς στο κείμενο της ίδιας της συμφωνίας. Τα μέρη δεν θα δεσμεύονται μόνον από τους κανόνες που ορίζονται στη συμφωνία αλλά και από κανόνες οι οποίοι θα καθορισθούν ως αποτέλεσμα των διαδικασιών που ορίζονται σ' αυτήν. Ο επακόλουθος βαθμός αβεβαιότητας σχετικά με το ποια πραγματικά καθήκοντα θα προκύψουν από τη συμφωνία απαιτεί την εγγύηση της σύμφωνης γνώμης του Κοινοβουλίου.

Συνεπώς το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ή όχι η υπό εξέταση συμφωνία εμπίπτει στην κατηγορία «συμφωνιών που δημιουργούν ειδικό θεσμικό πλαίσιο μέσω της οργάνωσης διαδικασιών συνεργασίας».

Τα αναγκαία στοιχεία τα οποία πρέπει να είναι παρόντα εάν εφαρμοστεί το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 300, παράγραφος 3, είναι λειτουργικά συνδεδεμένα: δηλαδή πρέπει να οργανωθούν «διαδικασίες συνεργασίας» και πρέπει να υπάρχει ένα «ειδικό θεσμικό πλαίσιο».

Ο κύριος στόχος της συμφωνίας είναι «να προωθηθούν η διεύρυνση και η διαφοροποίηση του διεθνούς εμπορίου τροπικής ξυλείας που προέρχεται από δάση αειφόρου διαχείρισης που υλοτομούνται νομίμως, καθώς και να προωθηθεί η αειφόρος διαχείριση των δασών παραγωγής τροπικής ξυλείας» (άρθρο 1). Για την επίτευξη αυτού του στόχου η συμφωνία προβλέπει ορισμένα περίπλοκα εργαλεία.

Πρώτον, το άρθρο 3 προβλέπει ότι «ο Διεθνής Οργανισμός Τροπικής Ξυλείας (…) εξακολουθεί να υφίσταται για να εφαρμόζει τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας και να εποπτεύει τη λειτουργία της».

Η λειτουργία του οργανισμού εξασφαλίζεται από το Συμβούλιο (άρθρο 6), τις επιτροπές και άλλα επικουρικά όργανα (άρθρο 26), τον εκτελεστικό διευθυντή και το προσωπικό (άρθρο 14).

Το Συμβούλιο αναφέρεται ότι είναι «η ανώτατη αρχή του οργανισμού» και απαρτίζεται από εκπροσώπους κάθε μέλους.

Μια από τις πλέον σημαντικές εξουσίες του Συμβουλίου είναι να «λαμβάνει τις αποφάσεις που κρίνει αναγκαίες για να διασφαλίσει την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία του οργανισμού» (άρθρο 7, σημείο (β)). Για το σκοπό αυτό, τα άρθρα 10, 11 και 12 καθορίζουν τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τη διαδικασία ψηφοφορίας. Η κατανομή των ψήφων εξαρτάται από το κατά πόσον το μέλος είναι παραγωγός ή καταναλωτής. Στην περίπτωση των παραγωγών, δίδεται προσοχή στα «αντίστοιχα μερίδιά τους από το σύνολο των πόρων από τροπικά δάση» και «τις αντίστοιχες καθαρές εξαγωγές τους τροπικής ξυλείας» (άρθρο 10, παράγραφος 2). Ψήφοι παρέχονται στους καταναλωτές λαμβάνοντας υπόψη «το μέσο όγκο των αντίστοιχων καθαρών εξαγωγών τους τροπικής ξυλείας» (άρθρο 10, παράγραφος 4).

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται μόνο με συναίνεση. Ακόμη και αν προβλέπεται ότι «το Συμβούλιο προσπαθεί να λαμβάνει όλες τις αποφάσεις του και να διατυπώνει όλες τις συστάσεις του με συναίνεση», η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 12 προβλέπει ότι «εάν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συναίνεση, το Συμβούλιο λαμβάνει όλες τις αποφάσεις και διατυπώνει όλες τις συστάσεις με απλή επιμερισμένη πλειοψηφία, εκτός εάν η παρούσα συμφωνία προβλέπει ειδική ψηφοφορία». Ένας άλλος σχετικός κανόνας ορίζεται στο άρθρο 13 όσον αφορά την απαρτία για τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, εφόσον φαίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η παρουσία όλων των εκπροσώπων προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις.

Η σπουδαιότητα αυτών των διατάξεων καθίσταται προφανής όταν διαβάζονται σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει ότι: «Τα μέλη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να αποδέχονται και να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας και δεν εφαρμόζουν μέτρα που θα είχαν ως επίπτωση να περιορίζουν την εφαρμογή τους ή να συγκρούονται με αυτές». Με άλλα λόγια, αποφάσεις του Συμβουλίου θα είναι δεσμευτικές ακόμη και για τα μέρη των οποίων οι εκπρόσωποι δεν συμφώνησαν με την έγκριση της πράξης ή οι οποίοι δεν ήσαν παρόντες κατά τη συνεδρίαση.

Επιπλέον, το άρθρο 17 παρέχει νομική προσωπικότητα στον οργανισμό και την ικανότητα «να συνάπτει συμβάσεις, να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου».

Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δημιουργούνται «ο διοικητικός λογαριασμός, ο οποίος τροφοδοτείται από τις εισφορές των μελών», «ο ειδικός λογαριασμός και το Ταμείο για την εταιρική σχέση του Μπαλί, που τροφοδοτούνται από προαιρετικές εισφορές», και «άλλοι λογαριασμοί που ενδέχεται να κριθούν κατάλληλοι και αναγκαίοι από το Συμβούλιο» (άρθρο 18) καθώς και οι κύριες λειτουργίες του Συμβουλίου που αφορούν την ιδιότητα του μέλους του οργανισμού και η ύπαρξη της συμφωνίας (άρθρα 30, 31, 32, 37, 40, 42, 44 και 47).

Συμπέρασμα

Υπό το πρίσμα της ανωτέρω ανάλυσης, θεωρείται ότι η συμφωνία δημιουργεί ένα «ειδικό θεσμικό πλαίσιο».

Κατά τη συνεδρίασή της στις 19 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αποφάσισε, κατά συνέπεια, ομόφωνα[2], να συστήσει ότι η νομική βάση πρέπει να αλλάξει ώστε να αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 300, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ το οποίο απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου και όχι απλώς τη διαβούλευση με αυτό.

Με εκτίμηση,

Giuseppe Gargani

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Διεθνής συμφωνία για την τροπική ξυλεία του 2006

Έγγραφα αναφοράς

11964/2007 – C6-0326/2007 – 2006/0263(CNS)

Ημερομηνία κλήσης του ΕΚ προς γνωμοδότηση

27.9.2007

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

INTA

11.10.2007

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

DEVE

11.10.2007

 

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

DEVE

5.11.2007

 

 

 

Εισηγητής(ές)

       Ημερομηνία ορισμού

Caroline Lucas

9.10.2007

 

 

Αμφισβήτηση της νομικής βάσης

       Ημερομ. γνωμοδότησης JURI

JURI

19.12.2007

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

21.11.2007

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

15.7.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

25

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Graham Booth, Daniel Caspary, Françoise Castex, Christofer Fjellner, Béla Glattfelder, Ignasi Guardans Cambó, Jacky Hénin, Syed Kamall, Caroline Lucas, Erika Mann, Helmuth Markov, Tokia Saïfi, Peter Šťastný, Robert Sturdy, Daniel Varela Suanzes-Carpegna, Iuliu Winkler, Corien Wortmann-Kool, Γεώργιος Παπαστάμκος, Маруся Иванова Любчева

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Pierre Audy, Eugenijus Maldeikis, Rovana Plumb, Salvador Domingo Sanz Palacio, Zbigniew Zaleski

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Emanuel Jardim Fernandes, Francesco Ferrari

Ημερομηνία κατάθεσης

17.7.2008

  • [1]  Βλέπε Υπόθεση C-338/01 Επιτροπή κατά Συμβουλίου [2004] Συλλογή της Νομολογίας Ι-7829, παράγραφος 54· Υπόθεση C-211/01 Επιτροπή κατά Συμβουλίου [2003] Συλλογή της Νομολογίας Ι-8913, παράγραφος 38· Υπόθεση 62/88 Ελλάδα κατά Συμβουλίου [1990] Συλλογή της Νομολογίας Ι-01527, παράγραφος 62.
  • [2]  Ήταν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές Giuseppe Gargani (πρόεδρος), Titus Corlăţean (αντιπρόεδρος), Lidia Joanna Geringer de Oedenberg (αντιπρόεδρος), Francesco Enrico Speroni (αντιπρόεδρος), Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου (συντάκτρια γνωμοδότησης), Carlo Casini, Vicente Miguel Garcés Ramón, Klaus-Heiner Lehne, Katalin Lévai, Eva Lichtenberger, Antonio Masip Hidalgo, Manuel Medina Ortega, Michel Rocard, Aloyzas Sakalas, Diana Wallis και Tadeusz Zwiefka.