Διαδικασία : 2008/2034(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0364/2008

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0364/2008

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 09/10/2008 - 7.5
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2008)0467

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 274kWORD 296k
24.9.2008
PE 402.880v03-00 A6-0364/2008

σχετικά με την προώθηση της κοινωνικής ένταξης και την καταπολέμηση της φτώχειας, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής φτώχειας, στην ΕΕ

(2008/2034(INI))

Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

Εισηγήτρια: Gabriele Zimmer

Συντάκτρια γνωμοδότησης (*):

Anna Záborská, Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων

(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 47 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ (*)
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την προώθηση της κοινωνικής ένταξης και την καταπολέμηση της φτώχειας, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής φτώχειας, στην ΕΕ

(2008/2034(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της κοινωνικής προστασίας για μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και οικονομική συνοχή: προώθηση της ενεργητικής ένταξης των πλέον απομακρυσμένων από την αγορά εργασίας ανθρώπων» (COM(2007)0620),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με διαβούλευση για την ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ, με σκοπό να προωθηθεί η ενεργητική ένταξη των ανθρώπων που έχουν αποκοπεί περισσότερο από την αγορά εργασίας (COM(2006)0044) και τη συγκεφαλαιωτική έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω διαβούλευσης,

–   έχοντας υπόψη τη σύσταση 92/441/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 σχετικά με τα κοινά κριτήρια που αφορούν την επάρκεια πόρων και παροχών στα συστήματα κοινωνικής προστασίας και τη σύσταση 92/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1992 για τη σύγκλιση των στόχων και των πολιτικών κοινωνικής προστασίας,

–   έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τη δίκαιη αμοιβή (COM (1993)0388),

–   έχοντας υπόψη τα εθνικά προγράμματα μεταρρύθμισης της Λισαβόνας, τις εθνικές εκθέσεις για τις στρατηγικές για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη 2006-2008 και τις ενημερώσεις του 2007, όπως παρουσιάσθηκαν από τα κράτη μέλη,

–   έχοντας υπόψη την κοινή έκθεση για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη 2008 (COM(2008)0042) και την κοινή έκθεση για την απασχόληση 2007/2008, όπως εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 και 14 Μαρτίου 2008,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση σχετικά με τη φτώχεια και την ευημερία των παιδιών στην ΕΕ της ειδικής ομάδας της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας, του Ιανουαρίου του 2008,

–   έχοντας υπόψη το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 1966,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 3, 16, 18, 23, 25, 26 και 29 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,

–   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών A/RES/46/121, A/RES/47/134, A/RES/47/196, A/RES/49/179, A/RES/50/107,

–   έχοντας υπόψη τα έγγραφα του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών E/CN.4/Sub.2/1996/13, E/CN.4/1987/NGO/2, E/CN.4/1987/SR.29 και E/CN.4/1990/15, E/CN.4/1996/25, E/CN.4/Sub.2/RES/1996/25,

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW), που εγκρίθηκε το 1979,

–   έχοντας υπόψη τους αναπτυξιακούς στόχους της Χιλιετίας των Ηνωμένων Εθνών του 2000, ιδίως την εξάλειψη της φτώχειας και της πείνας (πρώτος στόχος), την επίτευξη καθολικής βασικής εκπαίδευσης (δεύτερος στόχος) και ίσες ευκαιρίες για άνδρες και γυναίκες (τρίτος στόχος) και την προστασία του περιβάλλοντος (έβδομος στόχος),

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 1989, και το προαιρετικό της πρωτόκολλο σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία,

–   έχοντας υπόψη τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1990 για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των μεταναστών εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους ,

–   έχοντας υπόψη το Διεθνές σχέδιο δράσης για τη γήρανση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 2002,

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 2006 και το προαιρετικό πρωτόκολλό της,

–   έχοντας υπόψη τις συμβάσεις της ΔΟΕ αριθ. 26 και 131 σχετικά με τον καθορισμό ελάχιστης αμοιβής,

–   έχοντας υπόψη την ατζέντα της αξιοπρεπούς εργασίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και της ΔΟΕ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους: Η συμβολή της Ένωσης στην εφαρμογή της ατζέντας της αξιοπρεπούς εργασίας στον κόσμο» (COM(2006)0249) και το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 23ης Μαΐου 2007 σχετικά με την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους(1),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της άτυπης συνόδου των υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο από τις 18 έως τις 20 Ιανουαρίου 2007 σχετικά με την «εργασία σε καλές συνθήκες»,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 34, 35 και 36 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(2), που ορίζουν συγκεκριμένα το δικαίωμα στην κοινωνική αρωγή και στη στέγαση, σε υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και σε πρόσβαση στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος,

–   έχοντας υπόψη τον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989 και τον αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1996,

–   έχοντας υπόψη τις συστάσεις των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων με τίτλο «βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές αγορές εργασίας: κοινή ανάλυση των κοινωνικών εταίρων», της 18ης Οκτωβρίου 2007,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Απριλίου 2005 σχετικά με την κατάσταση των Ρομά στην Ευρωπαϊκή Ένωση(3),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Ιουνίου 2003 σχετικά με την εφαρμογή της ανοικτής μεθόδου συντονισμού(4),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Απολογισμός της κοινωνικής πραγματικότητας - Ενδιάμεση έκθεση προς το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2007» (COM(2007)063) και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με τον απολογισμό της κοινωνικής πραγματικότητας(5),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δικαιώματα του παιδιού (COM (2006)0367) και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Ιανουαρίου 2008(6), ιδίως τις παραγράφους 94 έως 117,

–   έχοντας υπόψη την Ανακοίνωση της Επιτροπής «Ανανεωμένη δέσμευση για την κοινωνική Ευρώπη: ενίσχυση της ανοιχτής μεθόδου συντονισμού για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη»' (COM(2008)0418),

–   έχοντας υπόψη την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού (2010), (COM(2007)0797), και τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επ' αυτού, η οποία εγκρίθηκε στις 17 Ιουνίου 2008(7),

–   έχοντας υπόψη τη δήλωσή του της 22ας Απριλίου 2008 σχετικά με την εξάλειψη του προβλήματος των αστέγων(8),  – έχοντας υπόψη τα πορίσματα και τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στη μελέτη-ορόσημο του 2006 του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τη βία κατά των παιδιών, σύμφωνα με την οποία οι οικονομικές ανισότητες και ο κοινωνικός αποκλεισμός συμπεριλαμβάνονται στους παράγοντες κινδύνου που οδηγούν στην κακομεταχείριση των παιδιών,

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 9ης Ιουλίου 2008, με τίτλο «Ένα νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα κοινωνικής δράσης»,

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών της 18ης Ιουνίου 2008, με τίτλο «Ενεργή ένταξη»,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προς έναν ευρωπαϊκό χάρτη δικαιωμάτων των καταναλωτών ενέργειας» (COM(2007)0386),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 136 έως 145 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A6-0028/2006),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια από τις 7 έως τις 9 Δεκεμβρίου 2000 έθεσε ως στόχο για την ΕΕ την επίτευξη αποφασιστικής και μετρήσιμης μείωσης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού έως το 2010· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόοδος προς την κατεύθυνση της επίτευξης του εν λόγω στόχου πρέπει να βελτιωθεί,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας της 23ης και 24ης Μαρτίου 2000 συμφώνησε να εξαλείψει την παιδική φτώχεια στη Ευρώπη έως το 2010,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας από 7 έως 9 Δεκεμβρίου 2000 κάλεσε τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την παρακολούθηση της σύστασης του 1992 σχετικά με τις ελάχιστες εγγυήσεις πόρων που πρέπει να εξασφαλίζονται από τα συστήματα κοινωνικής προστασίας,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στη σύσταση 92/441/ΕΟΚ αναγνωρίζεται «το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα επαρκών πόρων και κοινωνικών παροχών που να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή ανθρώπινη διαβίωση»,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989 αναγνωρίζει το δικαίωμα των εργαζομένων σε «δίκαιη αμοιβή»· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1993 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή εξέτασαν την αναγκαιότητα ύπαρξης συντονισμένων πολιτικών σχετικά με την ελάχιστη αμοιβή, προκειμένου να υλοποιηθεί το δικαίωμα των εργαζομένων σε μια αμοιβή που να τους εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, όταν η Ένωση δεσμεύθηκε για πρώτη φορά να καταπολεμήσει τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, το 2001, 55 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ένωση απειλούνταν από την εισοδηματική φτώχεια (15% του πληθυσμού της ΕΕ των 15)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2005 ο αριθμός αυτός είχε αυξηθεί σε 78 εκατομμύρια (16% του πληθυσμού της ΕΕ των 25),

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επίμονες ανισότητες των αμοιβών ανδρών και γυναικών θέτουν τις γυναίκες σε μειονεκτικότερη θέση όσον αφορά την αποφυγή της φτώχειας,

H. λαμβάνοντας υπόψη ότι ελλείψει κοινωνικών μεταβιβάσεων, ο κίνδυνος της φτώχειας στην Ένωση ιδίως για τις γυναίκες θα αυξανόταν από 16% σε 40%, ή σε 25% εξαιρουμένων των συνταξιοδοτικών πληρωμών,

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι, συντομότερης διάρκειας, βραδύτερης εξέλιξης και λιγότερο καλά αμειβόμενες σταδιοδρομίες των γυναικών αυξάνουν τον κίνδυνο να περιέλθουν σε φτώχεια, ιδίως για τις γυναίκες άνω των 65 ετών (21% ή 5 εκατοστιαίες μονάδες περισσότερο από ό, τι οι άνδρες),

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά και οι νέοι απαρτίζουν το ένα τρίτο σχεδόν του πληθυσμού της Ένωσης και 19 εκατομμύρια παιδιά κινδυνεύουν από την φτώχεια, πολλά δε εξ αυτών έχουν χωρισθεί από τις οικογένειές τους λόγω της φτώχειας της οικογένειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει μια σύνθετη σχέση μεταξύ της φτώχειας, της ανατροφής από τους γονείς και της ευημερίας των παιδιών υπό διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες, περιλαμβανομένης και της προστασίας των παιδιών έναντι όλων των μορφών κακομεταχείρισης,

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακραία φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός συνιστούν παραβίαση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Ένωσης παραμένει κοινωνικά αποκλεισμένο, εφόσον ένα άτομο στα πέντε ζει σε κατοικίες που δεν πληρούν τις απαιτούμενες προδιαγραφές και καθημερινά περίπου 1,8 εκατομμύρια άτομα αναζητούν κατάλυμα σε ειδικά κέντρα για αστέγους, 10% ζουν σε νοικοκυριά όπου κανένα μέλος δεν εργάζεται, η μακροχρόνια ανεργία πλησιάζει το 4%, 31 εκατομμύρια εργαζόμενοι ή 15% κερδίζουν εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, 8% των εργαζομένων ή 17 εκατομμύρια αντιμετωπίζουν εισοδηματική φτώχεια παρά το γεγονός ότι εργάζονται, το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο είναι άνω του 15% και το «ψηφιακό χάσμα» εξακολουθεί να υφίσταται (44% του πληθυσμού της ΕΕ δεν διαθέτει ικανότητες χρήσης διαδικτύου ή Η/Υ),

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η φτώχεια και η ανισότητα επηρεάζουν δυσανάλογα τις γυναίκες, λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέσο εισόδημα των γυναικών ανέρχεται σε ποσοστό μόλις 55% εκείνου των ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες επηρεάζονται σε μεγάλο και δυσανάλογο βαθμό από τη φτώχεια σε μεγάλη ηλικία· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας αυξάνει υπερβολικά τον κίνδυνο της φτώχειας για τις γυναίκες,

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιφερειακές και τοπικές αρχές φέρουν μεν τη σημαντική ευθύνη παροχής δημόσιων υπηρεσιών κοινής ωφελείας, αλλά ταυτόχρονα υπόκεινται στους περιορισμούς και τις πιέσεις των δημόσιων προϋπολογισμών,

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η επένδυση στα παιδιά και τους νέους βοηθά να αυξηθεί η οικονομική ευημερία όλων και να σπάσει ο κύκλος των στερήσεων, και ότι είναι ουσιώδες να προληφθούν τα προβλήματα ή να υπάρξει άμεση παρέμβαση μόλις αυτά εντοπισθούν, για να διατηρηθούν οι ευκαιρίες των παιδιών στη ζωή,

ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η φτώχεια και η ανεργία έχουν συνδεθεί με προβλήματα υγείας και με την περιορισμένη πρόσβαση στην περίθαλψη, που οφείλονται σε παράγοντες όπως η κακή διατροφή, υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης σε μειονεκτούσες περιοχές, η ακατάλληλη στέγαση και το άγχος,

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνέπειες της ανισότητας, της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της έλλειψης ευκαιριών είναι αλληλένδετες και ότι απαιτείται μια συνεκτική στρατηγική σε επίπεδο κράτους μέλους, η οποία να εστιάζει όχι μόνο στο εισόδημα και τον πλούτο, αλλά και σε ζητήματα όπως η πρόσβαση στην απασχόληση, την εκπαίδευση, τις υγειονομικές υπηρεσίες, την κοινωνία της πληροφορίας, τον πολιτισμό, τις μεταφορές και τις ευκαιρίες για τις μελλοντικές γενιές,

ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την περίοδο από το 2000 ως το 2005, η εισοδηματική ανισότητα στην Ένωση (λόγος S20/S80) σημείωσε εντυπωσιακή αύξηση από 4,5 σε 4,9 σύμφωνα με στοιχεία της EU-SILC, με αποτέλεσμα το 2005 το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού της Ένωσης να έχει εισόδημα σχεδόν πέντε φορές υψηλότερο από το υπόλοιπο 80% του πληθυσμού,

ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η φυλάκιση χωρίς την πρόβλεψη αποκατάστασης και επιμόρφωσης συχνά οδηγεί σε μεγαλύτερο κοινωνικό αποκλεισμό και ανεργία,

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 16% του συνολικού εργαζόμενου πληθυσμού της Ένωσης είναι άτομα με αναπηρίες (Eurostat 2002)· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα επίπεδα ανεργίας μεταξύ των ατόμων με αναπηρία, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, οι ηλικιωμένοι και οι εθνοτικές μειονότητες σε ολόκληρη την Ένωση, παραμένουν απαράδεκτα υψηλά· ότι 500 000 άνθρωποι με αναπηρίες εξακολουθούν να ζουν έγκλειστοι σε μεγάλα ιδρύματα,

Μια πιο ολιστική προσέγγιση της ενεργητικής κοινωνικής ένταξης

1.  χαιρετίζει την προσέγγιση της ενεργητικής κοινωνικής ένταξης εκ μέρους της Επιτροπής· θεωρεί ότι γενικότερος στόχος των πολιτικών ενεργητικής ένταξης πρέπει να είναι η εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να ζουν με αξιοπρέπεια και να συμμετέχουν στην κοινωνία καθώς και στην αγορά εργασίας·

2.  εκτιμά ότι οι πολιτικές ενεργητικής ένταξης πρέπει να έχουν ουσιαστική επίδραση στην εξάλειψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, τόσο όσον αφορά τα άτομα που έχουν απασχόληση (τους «εργαζόμενους φτωχούς») όσο και εκείνα που δεν έχουν αμειβόμενη απασχόληση· συμφωνεί με την Επιτροπή ότι μια πιο ολιστική προσέγγιση της ενεργητικής ένταξης πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες κοινές αρχές:

α)     Επαρκής ενίσχυση εισοδήματος για την πρόληψη του κοινωνικού αποκλεισμού: τα κράτη μέλη πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, να καθορίσουν προγράμματα ελάχιστου εισοδήματος, η πρόσβαση στα οποία, καθώς και στα συναφή επιδόματα και στην κοινωνική βοήθεια, θα πρέπει να είναι εύκολη και να παρέχει επαρκείς πόρους, και θα πρέπει να συνοδεύονται από στρατηγικό πρόγραμμα για πολιτικές ενεργητικής ένταξης, με στόχο την απομάκρυνση των ατόμων από την φτώχεια και την πρόληψη του κοινωνικού αποκλεισμού (επισημαίνοντας ότι οι πολιτικές ενεργητικής ένταξης πρέπει να προωθούν πιο δίκαια συστήματα κοινωνικής προστασίας και να προβλέπουν επίσης συγκεκριμένα μέτρα υποστήριξης (π.χ. αποκατάσταση, κατάρτιση, παροχή συμβουλών, παιδική μέριμνα, στέγαση, γλωσσική κατάρτιση για μετανάστες, υποστηρικτικές υπηρεσίες), ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή)·

β)     Σύνδεση με αγορές εργασίας χωρίς αποκλεισμούς: οι πολιτικές ενεργητικής ένταξης θα πρέπει να στοχεύουν στην ενθάρρυνση σταθερής και ασφαλούς απασχόλησης υψηλής εξειδίκευσης, στη βελτίωση της ελκυστικότητας των θέσεων εργασίας, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων και την προώθηση της ποιότητας στην απασχόληση, την παροχή υψηλού επιπέδου υγείας και ασφάλειας στην εργασία, την αύξηση της παραγωγικότητας και ενεργό στήριξη για τους ευρισκόμενες σε μειονεκτικότερη θέση, την παροχή συγκεκριμένων μέτρων στήριξης και υπηρεσιών που θα στοχεύουν στην αύξηση της απασχολησιμότητας καθώς και στην προώθηση της παραμονής των ατόμων στην αγορά εργασίας, μέσω της ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας και της παροχής βοήθειας κατά την αναζήτηση εργασίας, υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, συμπληρωματικής κατάρτισης και διά βίου μάθησης, εξατομικευμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών, ειδικής βοήθειας και επιδοτούμενης απασχόλησης όταν είναι απολύτως αναγκαίο για ευάλωτες ομάδες, όπως είναι οι εργαζόμενοι με αναπηρίες·

γ)      Σύνδεση για καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας: η προσβασιμότητα, η οικονομική προσιτότητα, ο ανοικτός, διαφανής και καθολικός χαρακτήρας και η ποιότητα των βασικών υπηρεσιών (κοινωνικών υπηρεσιών, υπηρεσιών γενικού (οικονομικού) συμφέροντος) πρέπει να ενισχυθούν, προκειμένου να προωθηθεί η κοινωνική και εδαφική συνοχή, να κατοχυρωθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και να εξασφαλισθεί μια αξιοπρεπής ζωή, ιδίως για τις ευάλωτες και μειονεκτούσες ομάδες της κοινωνίας, όπως είναι τα άτομα με αναπηρίες, οι ηλικιωμένοι, οι μονογονεϊκές οικογένειες και πολυμελείς οικογένειες, και θα πρέπει να διαμορφωθούν υπηρεσίες κατά τρόπον ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των διαφόρων ομάδων· πρέπει να αποφευχθεί η περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών, ούτως ώστε να διασφαλισθεί η οικονομική προσιτότητα, η ποιότητα και η προσβασιμότητά τους για όλους τους πολίτες·

δ)     Ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων, καταπολέμηση των διακρίσεων και ενεργητική συμμετοχή: πολιτικές ενεργητικής συμμετοχής πρέπει να εξασφαλίζουν την προαγωγή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και να συμβάλλουν στην εξάλειψη κάθε μορφής διακρίσεων σε όλες τις πτυχές της ενεργούς κοινωνικής ένταξης που αναφέρονται ανωτέρω· ενεργητική συμμετοχή: η χρηστή διακυβέρνηση, η συμμετοχή και η ενσωμάτωση όλων των συναφών παραγόντων πρέπει να προωθηθούν εμπλέκοντας άμεσα όσους επηρεάζονται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανισότητα τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο,– και ιδιαίτερα τα άτομα που ζουν σε καταστάσεις έσχατης ένδειας –καθώς και τους κοινωνικούς εταίρους, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις και τα μέσα ενημέρωσης, την ανάπτυξη, τη διαχείριση, την υλοποίηση και την αξιολόγηση στρατηγικών·

3.   εκτιμά ότι η σύσταση του Συμβουλίου 92/441/ΕΟΚ πρέπει να διευρυνθεί και να επικαιροποιηθεί υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης της Ένωσης σχετικά με την κοινωνική πραγματικότητα αλλά και της προτεινόμενης ολιστικής προσέγγισης για την ενεργητική ένταξη, καθώς και ότι η εν λόγω σύσταση πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την εμφάνιση νέων κινδύνων κοινωνικού χαρακτήρα που συνδέονται με τις δημογραφικές αλλαγές και την οικονομία της γνώσης και των υπηρεσιών·

4.   συμμερίζεται τη γνώμη της Επιτροπής ότι μια περισσότερο ολιστική προσέγγιση για την ενεργητική κοινωνική ένταξη θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει ειδική εστίαση στην εξάλειψη της παιδικής φτώχειας, την κατάργηση των ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και την κατάσταση της υγείας, στην αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού που συνδέονται με την ιδιωτική και δημόσια συνταξιοδότηση, καθώς και στην παροχή αξιοπρεπούς και υψηλής ποιότητας μακροχρόνιας φροντίδας·

Εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος για μια αξιοπρεπή ζωή για όλους

5.   επισημαίνει ότι πολλά κράτη μέλη στην ΕΕ-27 διαθέτουν εθνικά προγράμματα ελάχιστου εισοδήματος, αλλά άλλα όχι· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να καταρτίσουν ένα σύστημα εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος για την κοινωνική ένταξη και τα παροτρύνει να προβούν σε ανταλλαγές των βέλτιστων πρακτικών· αναγνωρίζει ότι όπου προβλέπεται παροχή κοινωνικής συνδρομής, τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι πολίτες κατανοούν και έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν αυτά που δικαιούνται·

6.   εκφράζει την έντονη λύπη του διότι ορισμένα κράτη μέλη φαίνεται ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου 92/441/ΕΟΚ, η οποία αναγνωρίζει «το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα επαρκών πόρων και κοινωνικής συνδρομής που να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή ανθρώπινη διαβίωση»·

7.   συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η κοινωνική συνδρομή στα περισσότερα κράτη μέλη ευρίσκεται ήδη κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο, πράγμα που δημιουργεί κίνδυνο φτώχειας· επιμένει ότι ο κεντρικός στόχος των προγραμμάτων στήριξης του εισοδήματος πρέπει να είναι η έξοδος των ανθρώπων από τη φτώχεια και η παροχή σε αυτούς της δυνατότητας να ζουν με αξιοπρέπεια· καλεί την Επιτροπή να εξακριβώσει την αποτελεσματικότητα του άνευ όρων βασικού εισοδήματος για όλους στην καταπολέμηση της φτώχειας·

8.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει λεπτομερή έκθεση σχετικά με το κατά πόσον οι παροχές πρόνοιας από τα κράτη μέλη (μεταξύ άλλων, προγράμματα παροχής ελάχιστου εισοδήματος και συναφή επιδόματα, επιδόματα ανεργίας, αναπηρίας και επιζώντων, συστήματα υποχρεωτικής και επικουρικής σύνταξης, επιδόματα πρώιμης συνταξιοδότησης) εξασφαλίζουν εισόδημα που υπερβαίνει το κατώτατο όριο του κινδύνου φτώχειας στην Ένωση, το οποίο ισούται με 60% του εθνικού αντίστοιχου μέσου εισοδήματος·

9.   συνιστά στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας κοινής μεθόδου υπολογισμού του ελάχιστου αναγκαίου ποσού και κόστους διαβίωσης («καλάθι» αγαθών και υπηρεσιών) ούτως ώστε να εξασφαλίσει συγκρίσιμες μονάδες μέτρησης του ορίου της φτώχειας και να καθορίσει το κριτήριο της αναγκαίας κοινωνικής παρέμβασης·

10. επισημαίνει ότι ο κίνδυνος να περιέλθουν σε κατάσταση ακραίας φτώχειας είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες από ό, τι για τους άνδρες· επισημαίνει ότι η επίμονη τάση αύξησης του ποσοστού των γυναικών μεταξύ των φτωχών στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες καταδεικνύει ότι το ισχύον πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, και το ευρύ φάσμα κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών και πολιτικών απασχόλησης της Ένωσης δεν έχουν σχεδιαστεί για την κάλυψη των αναγκών των γυναικών ή των διαφορών στην εργασία των γυναικών· υπογραμμίζει ότι η φτώχεια των γυναικών και ο κοινωνικός αποκλεισμός στην Ευρώπη απαιτεί ειδικές και πολλαπλές αντιδράσεις, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες των δύο φύλων·

11. δηλώνει ότι τα καθεστώτα επαρκούς ελάχιστου εισοδήματος αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για μία Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία θα βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και τις ίσες ευκαιρίες για όλους· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την παροχή επαρκούς ελάχιστου εισοδήματος για περιόδους εκτός εργασίας ή μεταξύ εργασιών, με ιδιαίτερη προσοχή σε ομάδες γυναικών που έχουν πρόσθετες ευθύνες·

12. καλεί το Συμβούλιο να συμφωνήσει έναν στόχο για τα προγράμματα ελάχιστου εισοδήματος και για τα ανταποδοτικά προγράμματα υποκατάστασης εισοδήματος στην ΕΕ, για την παροχή στήριξης εισοδήματος σε ποσοστό τουλάχιστον 60% του εθνικού αντίστοιχου μέσου εισοδήματος, και να συμφωνήσει, περαιτέρω, για ένα χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου σε όλα τα κράτη μέλη·

13. θεωρεί ότι ο κίνδυνος να περιέλθουν σε φτώχεια είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες από ό, τι για τους άνδρες, ιδίως σε μεγάλη ηλικία, επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης βασίζονται συχνά στην αρχή της συνεχούς αμειβόμενης απασχόλησης· ζητεί τη θέσπιση ενός εξατομικευμένου δικαιώματος για επαρκές ελάχιστο εισόδημα, το οποίο δεν θα εξαρτάται από τις εισφορές που σχετίζονται με την απασχόληση·

14. θεωρεί ότι η φτώχεια που πλήττει εκείνους που απασχολούνται ήδη, δεν αντικατοπτρίζει δίκαιες συνθήκες εργασίας, και ζητεί την επικέντρωση των προσπαθειών στη βελτίωση της εν λόγω κατάστασης κατά τρόπον ώστε η αμοιβή γενικά και ειδικά η ελάχιστη αμοιβή να είναι τέτοια ώστε να εμποδίζει την εισοδηματική φτώχεια και να διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης·

15. καλεί το Συμβούλιο να συμφωνήσει έναν στόχο για την ελάχιστη αμοιβή στην Ένωση (εκ του νόμου, σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας σε εθνικό, περιφερειακό ή τομεακό επίπεδο), ώστε να παρέχεται αμοιβή ίση τουλάχιστον με το 60% της αντίστοιχης (εθνικής, τομεακής κ.λπ.) μέσης αμοιβής, και να συμφωνήσει περαιτέρω, ένα χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου σε όλα τα κράτη μέλη·

16. επισημαίνει ότι τα προγράμματα που προβλέπουν ελάχιστη αμοιβή πρέπει να συμπληρώνονται από μια δέσμη υποστηρικτικών μέτρων με στόχο τη διευκόλυνση της κοινωνικής ένταξης, ενώ μια τέτοια δέσμη θα περιλαμβάνει δυνατότητες που θα επιτρέπουν την κοινωνική ένταξη, π.χ. μέτρα σχετικά με τη στέγαση, καθώς και στήριξη για την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την επαγγελματική επιμόρφωση και τη δια βίου μάθηση, όπως και τη σωστή οικονομική διαχείριση καθώς επίσης προγράμματα στήριξης του εισοδήματος, που θα συμβάλλουν στην κάλυψη των εξόδων ατόμων και νοικοκυριών, έτσι ώστε να διασφαλίζουν την ικανοποίηση των αναγκών διαβίωσης και δια βίου μάθησης, ιδιαίτερα των μεμονωμένων ατόμων, των μονογονεϊκών οικογενειών και των πολυμελών οικογενειών·

17. καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν το συχνά σύνθετο και περίπλοκο σύστημα των προγραμμάτων τους για την εισοδηματική ενίσχυση, όποια και αν είναι η συγκεκριμένη φύση τους (είτε των προγραμμάτων παροχής ελάχιστου εισοδήματος και αντίστοιχων επιδομάτων είτε των ανταποδοτικών προγραμμάτων υποκατάστασης εισοδήματος), με σκοπό τη βελτίωση της προσβασιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς τους·

18. εκτιμά ότι τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στοχοθετημένα πρόσθετα επιδόματα για μειονεκτούσες ομάδες ατόμων (όπως είναι τα άτομα με αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις, οι γονείς σε μονογονεϊκές οικογένειες ή τα νοικοκυριά με πολλά παιδιά), που θα καλύπτουν πρόσθετες δαπάνες σε σχέση, μεταξύ άλλων, με την προσωπική φροντίδα, τη χρήση ειδικών εγκαταστάσεων και την ιατρική και κοινωνική πρόνοια, την καθιέρωση μεταξύ άλλων, προσιτών επιπέδων τιμών για τα φάρμακα για τις λιγότερο ευνοημένες κοινωνικές ομάδες· τονίζει την ανάγκη να εξασφαλισθούν αξιοπρεπή επίπεδα συντάξεων αναπηρίας και γήρατος·

19. αναγνωρίζει την άνιση κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων ατόμων, και το γεγονός ότι το ένα τέταρτο εξ αυτών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και ότι, επομένως, πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη θεσμοθετημένη υποστήριξη προς τους επιχειρηματίες, ούτως ώστε να αποφευχθεί η παγίδα της φτώχειας·

Εξάλειψη της παιδικής φτώχειας: από την ανάλυση στις στοχοθετημένες πολιτικές και στην εφαρμογή

20. υπογραμμίζει τη σημασία μιας ολιστικής προσέγγισης για την υλική ασφάλεια και την ευημερία των παιδιών βάσει της Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ούτως ώστε οι οικογένειες, και ιδιαίτερα οι πολυμελείς οικογένειες, να μπορούν να επωφεληθούν από επίπεδα εισοδήματος που θα επαρκούν ώστε να παράσχουν στα παιδιά τους κατάλληλη στέγαση και κατάλληλη τροφή, καθώς και πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας, κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες εκπαίδευσης, με σκοπό την αρμονική τους ανάπτυξη τόσο σε σωματικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο προσωπικότητας· αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι θεμελιώδεις ανάγκες των παιδιών πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι των οικονομικών ζητημάτων που απασχολούν τα κράτη μέλη·

21. καλεί τα όργανα της ΕΕ, τα κράτη μέλη και τις ενώσεις της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών να διασφαλίσουν ότι η παιδική συμμετοχή οργανώνεται πάντα σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ασφαλούς και εποικοδομητικής συμμετοχής·

22. εφιστά την προσοχή στις ακόλουθες διαστάσεις μιας ολιστικής προσέγγισης:

α)     αναγνώριση του γεγονότος ότι τα παιδιά και οι νέοι είναι πολίτες και αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων καθώς και μέλη μιας οικογένειας·

β)     διασφάλιση της ανατροφής των παιδιών σε οικογένειες που διαθέτουν επαρκείς πόρους και παροχή κάθε είδους συνδρομής για την ικανοποίηση κάθε πτυχής των συναισθηματικών, κοινωνικών, υλικών, εκπαιδευτικών και γνωστικών τους αναγκών, παρέχοντας συγκεκριμένα ουσιαστική υποστήριξη προς τους γονείς και τις οικογένειες που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αποκτήσουν τους πόρους που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και προλαμβάνοντας, ως εκ τούτου, την εγκατάλειψη ή τον εγκλεισμό των παιδιών σε ιδρύματα από τους γονείς τους που αντιμετωπίζουν δύσκολες οικονομικές συνθήκες·

γ)      παροχή πρόσβασης στις υπηρεσίες και στις ευκαιρίες που είναι αναγκαίες προκειμένου όλα τα παιδιά να βελτιώσουν την παρούσα και τη μελλοντική ευημερία τους· δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά που χρήζουν ειδικής υποστήριξης (εθνοτικές μειονότητες, μετανάστες, παιδιά του δρόμου και παιδιά με αναπηρίες), παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να αναπτύξουν όλα τα προσόντα τους και να αποφύγουν τις ευάλωτες καταστάσεις που προκύπτουν, ιδίως με τη διαγενεακή μεταβίβαση της φτώχειας, διασφαλίζοντας επίσης την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη·

δ)     παροχή στα παιδιά του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων για την ηλικία τους αποφάσεων που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή τους, καθώς και στην κοινωνική, ψυχαγωγική, αθλητική και πολιτιστική ζωή·

(ε).   χορήγηση χρηματικών βοηθημάτων σε πολυμελείς οικογένειες με σκοπό τον μετριασμό της υπογεννητικότητας, καθώς και βοηθημάτων προς τους γονείς σε μονογονεϊκές οικογένειες που μεγαλώνουν ένα ή περισσότερα παιδιά, σε συνδυασμό με μέτρα για τη διευκόλυνση της εισόδου ή της επιστροφής τους στην αγορά εργασίας, υπενθυμίζοντας ότι η κατάσταση αυτή προσλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις και ότι οι δυσκολίες με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ένας γονιός υπό τέτοιου είδους συνθήκες υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες με δύο γονείς·

(στ)  αναγνώριση του ρόλου που διαδραματίζουν οι οικογένειες στην ευημερία και την ανάπτυξη των παιδιών·

(ζ)  υπογραμμίζει τη σημασία της στήριξης της επανένωσης των παιδιών του δρόμου, των παιδιών θυμάτων εμπορίας και των ασυνόδευτων ανηλίκων με τις οικογένειές τους, λαμβάνοντας υπόψη σε κάθε περίπτωση το συμφέρον του παιδιού· επισημαίνει ότι η επανένωση θα πρέπει να συνοδεύεται από ειδικά μέτρα κοινωνικής επανένταξης στις περιπτώσεις που η κοινωνικοοικονομική κατάσταση οδήγησε το παιδί να εμπλακεί σε παράνομες δραστηριότητες δημιουργίας εισοδήματος οι οποίες είναι επιβλαβείς για τη σωματική και ηθική ανάπτυξη του παιδιού, όπως η πορνεία και η εμπορία ναρκωτικών· ζητεί να αναληφθεί κοινή συντονισμένη δράση για την αντιμετώπιση των βασικών αιτίων της ακραίας περιθωριοποίησης και φτώχειας των παιδιών του δρόμου και των οικογενειών τους, τη βελτίωση της πρόσβασής τους σε υπηρεσίες ποιότητας και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος· καλεί το Συμβούλιο να συμφωνήσει σε μια πανευρωπαϊκή δέσμευση βάσει του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου της 16ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με μια στρατηγική της Ένωσης για τα δικαιώματα του παιδιού προκειμένου να τεθεί τέρμα στο φαινόμενο των παιδιών του δρόμου έως το 2015·

(η) ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν ότι ο φαύλος κύκλος της ακραίας φτώχειας, της ευπάθειας, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού θέτει τα παιδιά, και ιδίως τα παιδιά του δρόμου, σε ιδιαίτερο κίνδυνο και ότι απαιτούνται διαφοροποιημένες και εξατομικευμένες δράσεις για την αντιμετώπιση των πολλαπλών στερήσεων· παροτρύνει τα κράτη μέλη να εγκρίνουν μια κοινή προσπάθεια της ΕΕ προκειμένου να θέσουν ένα τέρμα στην εμπορία και την πορνεία παιδιών, την παιδική τοξικομανία, τη βία σε βάρος των παιδιών και την παιδική εγκληματικότητα·

23. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την παιδική φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό στο ευρύτερο πλαίσιο χάραξης πολιτικής της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη θέματα όπως η μετανάστευση, η αναπηρία, οι διακρίσεις, η προστασία των παιδιών έναντι κάθε μορφής κακομεταχείρισης και κακοποίησης, τα άτομα που φροντίζουν παιδιά και ενήλικες, η ισότητα των φύλων, η υποστήριξη της οικογένειας, η ενεργητική κοινωνική ένταξη, η φροντίδα και η εκπαίδευση κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, η διά βίου μάθηση και ο συνδυασμός επαγγελματικής, μη επαγγελματικής ζωής και οικογενειακής ζωής·

24. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αποτελεσματικά την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης κοινωνικής αξίας, να πραγματοποιήσουν ειδική ανάλυση και μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και να αναπτύξουν κατευθυντήριες γραμμές σε επίπεδο Ένωσης για τη μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας σε σχέση με την ισότητα των φύλων, συμπεριλαμβανομένης της εξατομίκευσης των δικαιωμάτων στην κοινωνική ασφάλεια, προσαρμόζοντας την κοινωνική προστασία και τις υπηρεσίες στις μεταβαλλόμενες οικογενειακές δομές και διασφαλίζοντας ότι τα συστήματα κοινωνικής προστασίας θα αντισταθμίζουν καλύτερα την επισφαλή κατάσταση των γυναικών και καλύπτουν τις ανάγκες των πιο ευπαθών ομάδων γυναικών·

25. καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει τις διαδικασίες συγκριτικής αξιολόγησης και παρακολούθησης, στα πλαίσια της Ανοικτής Μεθόδου Συντονισμού, να θεσπίσει κοινούς δείκτες και να συλλέξει συγκρίσιμα στοιχεία υψηλής ποιότητας και μακροπρόθεσμες στατιστικές σχετικά με την κατάσταση των παιδιών καλύπτοντας όλες τις πτυχές μιας ολιστικής προσέγγισης με στόχο την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένης της στέγασης παιδιών και οικογενειών, προκειμένου να είναι σε θέση να ελέγχει την ευημερία των παιδιών·

26. προτρέπει τη Eurostat να αναπτύξει σύνδεση με τη δέσμη δεικτών που καταρτίζονται για την παρακολούθηση του αντικτύπου της δραστηριότητας της Ένωσης στα δικαιώματα και την ευημερία των παιδιών, κατά παραγγελία του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· επισημαίνει την ανάγκη κοινής προσπάθειας της Επιτροπής, του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και των κρατών μελών σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών, διεθνείς οργανισμούς και ερευνητικά κέντρα για τη βελτίωση της συγκέντρωσης συγκρίσιμων στατιστικών δεδομένων σχετικά με την κατάσταση των παιδιών στην Ένωση· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με τη σύσταση που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας για την παιδική φτώχεια και ευημερία στην Ευρώπη, η οποία εγκρίθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2008 και η οποία υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να επανεξετάσουν τις διαφορετικές πηγές δεδομένων που είναι διαθέσιμες σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο για τα παιδιά που βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση·

27. παροτρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν συστήματα πρόληψης για τον εντοπισμό σοβαρών καταστάσεων, όπως περιπτώσεων γονέων που κινδυνεύουν άμεσα να χάσουν το σπίτι τους, απότομης απομάκρυνσης παιδιών από το σχολείο ή περιπτώσεων κακοποίησης των γονέων κατά τη δική τους παιδική ηλικία· καλεί τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν μια ενεργητική πολιτική που θα στοχεύει στο να αποτρέπει τα παιδιά από το να εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο μέσω μηχανισμών παροχής υποστήριξης σε ομάδες που κινδυνεύουν·

28. παροτρύνει εκείνα τα κράτη μέλη, που δεν το έχουν πράξει ακόμη, να αναθέσουν στις τοπικές αρχές τους την αρμοδιότητα για τη δημιουργία και τη διαχείριση συστημάτων βοήθειας παιδιών που αντιμετωπίζουν προβλήματα, διασφαλίζοντας την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδοτικότητά τους·

29. υποστηρίζει την άποψη της Επιτροπής ότι η ισορροπία μεταξύ της εστίασης στην πολυμορφία των δομών της σύγχρονης οικογένειας και της εστίασης στα δικαιώματα του παιδιού επιτυγχάνει τα καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας·

30. καλεί την Επιτροπή να προωθήσει έναν καλά ισορροπημένο συνδυασμό πολιτικών μέτρων που θα χρηματοδοτείται και θα υποστηρίζεται επαρκώς από σαφείς σκοπούς και στόχους, λαμβάνοντας υπόψη κάθε εθνικό πλαίσιο και εστιάζοντας στην έγκαιρη παρέμβαση·

31. καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη διαδικασία αμοιβαίας μάθησης μεταξύ τους και την παρακολούθηση επιτυχημένων και μη πολιτικών για την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού·

32. τονίζει τη σημασία της ύπαρξης ολοκληρωμένων, ολιστικών πολιτικών για την οικογένεια που θα υπερβαίνουν την ενεργητική ένταξη και θα στοχεύουν στην εξέταση όλων των πτυχών της ευημερίας του παιδιού και της οικογένειας και στην εξάλειψη της παιδικής φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ένωση·

33. καλεί τα κράτη μέλη να προβούν σε ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τη συμμετοχή των παιδιών και την προώθηση της εμπλοκής των παιδιών στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το μέλλον τους, εφόσον η συμμετοχή των παιδιών αποτελεί τον καλύτερο τρόπο να ληφθεί υπόψη η άποψη των παιδιών·

34. επικροτεί τη δέσμευση που έχουν αναλάβει η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έναντι της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνδέσουν σαφώς την ατζέντα για τα δικαιώματα του παιδιού με την ατζέντα για την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και του αποκλεισμού, εφόσον η παιδική φτώχεια και οι στερήσεις συνιστούν παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τις συστάσεις της επιτροπής για τη Σύμβαση όσον αφορά τις εκθέσεις εφαρμογής που εκπονήθηκαν από κρατικούς φορείς και τις εναλλακτικές εκθέσεις που εκπονήθηκαν από ΜΚΟ κατά την προετοιμασία των στρατηγικών τους σχετικά με την κοινωνική ένταξη·

35. επισημαίνει ότι οι γονείς μονογονεϊκών οικογενειών δεν πρέπει να τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από ό,τι τα ζευγάρια με παιδιά, όσον αφορά τις υπηρεσίες και τα επιδόματα·

36. παροτρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν εθνικές στρατηγικές για τη μείωση και την εξάλειψη της παιδικής φτώχειας βάσει μιας διαφοροποιημένης προσέγγισης που θα λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά επίπεδα της φτώχειας ανάλογα με την περιοχή και την υπό εξέταση ηλικία·

37. καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι όλα τα παιδιά και οι οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων όσων βιώνουν τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, θα έχουν πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, οι οποίες θα αντιλαμβάνονται πλήρως την επίδραση της φτώχειας στις οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων κινδύνων και των επιπτώσεων της κακομεταχείρισης και της κακοποίησης των παιδιών·

Πολιτικές απασχόλησης για αγορές εργασίας χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς

38. συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η απασχόληση δεν αποτελεί πάντοτε αφ’ εαυτής εγγύηση κατά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία 8% των εργαζομένων στην Ένωση απειλούνται από τη φτώχεια· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αποτελεσματικά την οδηγία 2000/78/ΕΚ·

39. καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πιο αποτελεσματικά την υπάρχουσα κοινοτική νομοθεσία στους τομείς της απασχόλησης και των κοινωνικών υποθέσεων·

40. επισημαίνει ότι 20 εκατομμύρια άτομα, ιδίως γυναίκες, στην Ένωση πλήττονται από φτώχεια ενώ εργάζονται, δηλ. το 6% του συνολικού πληθυσμού και το 36% του εργαζόμενου πληθυσμού διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ενώ εργάζεται· καλεί τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν σε νομοθεσία περί ελάχιστου μισθού ως αναπόσπαστου στοιχείου της ενεργού ένταξης·

41. υπογραμμίζει ότι το μερίδιο της μερικής απασχόλησης στην Ένωση είναι 31% για τις γυναίκες και 7,4% για τους άνδρες· υπογραμμίζει ότι η μερική απασχόληση για τις γυναίκες συχνά δεν είναι παρά ασήμαντη και περιθωριακή μερική εργασία με ελάχιστη αμοιβή και ανεπαρκή κοινωνική προστασία· υπογραμμίζει ότι οι γυναίκες διατρέχουν συνεπώς μεγαλύτερο κίνδυνο περιαγωγής σε φτώχεια, ιδίως σε μεγάλη ηλικία, καθώς οι συντάξεις από τη μερική απασχόληση πολύ συχνά δεν εξασφαλίζουν οικονομική ανεξαρτησία·

42. θεωρεί ότι για ενεργητική ένταξη στην αγορά εργασίας, οι περισσότερο μειονεκτούσες ομάδες χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα:

i)       στήριξη της προσωπικής ανάπτυξης, μέσω της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της απόκτησης δεξιοτήτων σχετικά με την χρήση Η/Υ και της αξιολόγησης καθώς και της οικογενειακής σταθερότητας, της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της ένταξης πριν από την απασχόληση, αναγνωρίζοντας ότι η προσωπική ευθύνη κάθε ατόμου για ένταξη στην κοινωνία έχει μεγάλη σημασία και πρέπει να προωθηθεί·

ii)      παροχή της μέγιστης δυνατής πρόσβασης στην πληροφόρηση και εξατομικευμένες διαδικασίες για την εξασφάλιση ασφαλούς, σταθερής, υψηλής ποιότητας απασχόλησης, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις ικανότητες των ανθρώπων· εξάλειψη των εμποδίων με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι οι άνθρωποι που εισέρχονται ή επιστρέφουν στην αγορά εργασίας, με ιδιαίτερη προσοχή στις μονογονεϊκές οικογένειες και προώθηση της βαθμιαίας εξόδου από την αγορά εργασίας με σκοπό την αύξηση των εισοδηματικών επιπέδων των ηλικιωμένων ατόμων και την πρόληψη της ένδειάς τους·

iii)     μέτρα στήριξης για την προώθηση της απασχόλησης και της δυνατότητας παραμονής στην αγορά εργασίας (π.χ. ευκαιρίες κατάρτισης στον τόπο εργασίας και διά βίου μάθησης), ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας καθώς και ρυθμίσεις εργασίας που βοηθούν τους περιθωριοποιημένους ανθρώπους να εισέλθουν στην αγορά εργασίας και να συνδυάσουν την εργασία με τις προσπάθειές τους για την αντιμετώπιση των κοινωνικών μειονεκτημάτων (όπως η έλλειψη στέγασης, οι ευθύνες μέριμνας για άλλα πρόσωπα ή τα προβλήματα υγείας)·

(iv) παρακολούθηση της αποχώρησης από την εργασία ατόμων που βρίσκονται σε ηλικία συνταξιοδότησης στο πλαίσιο της απελευθέρωσης θέσεων εργασίας·

43. θεωρεί ότι οι πολιτικές για την «οικονομικά συμφέρουσα εργασία» πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το πρόβλημα της παγίδας της χαμηλής αμοιβής και τον κύκλο χαμηλής αμοιβής/καμίας αμοιβής στο χαμηλότερο επίπεδο της αγοράς εργασίας, στο πλαίσιο του οποίου οι άνθρωποι κινούνται μεταξύ ανασφαλών, χαμηλά αμειβόμενων, χαμηλής ποιότητας, χαμηλής παραγωγικότητας θέσεων απασχόλησης και ανεργίας ή/και αεργίας· τονίζει ότι πρέπει να εξετασθεί κατά προτεραιότητα η ανάγκη ευελιξίας στο πλαίσιο της ανεργίας και των κοινωνικών παροχών· τονίζει ότι τα συστήματα πρόνοιας πρέπει να κινητοποιούν ενεργά τα άτομα να αναζητούν νέες ευκαιρίες απασχόλησης, και παράλληλα να ενθαρρύνουν την αλλαγή, μετριάζοντας την απώλεια εισοδήματος και παρέχοντας ευκαιρίες εκπαίδευσης· παρακινεί αυτούς που διαμορφώνουν τις πολιτικές να χρησιμοποιήσουν την ιδέα της ευελιξίας με ασφάλεια στις πολιτικές τους για την "οικονομικά συμφέρουσα εργασία"·

44. καλεί τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν τις «πολιτικές ενεργοποίησης» που βασίζονται σε υπερβολικά περιοριστικούς κανόνες επιλεξιμότητας και προϋποθέσεων για τους αποδέκτες επιδομάτων και αναγκάζουν τους ανθρώπους να εργάζονται σε χαμηλής ποιότητας θέσεις απασχόλησης, οι οποίες δεν αμείβουν αρκετά ώστε να εξασφαλίζεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης·

45. προτείνει να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική ευθύνη των προσώπων και στην παρεχόμενη κοινωνική βοήθεια ώστε να μπορεί ο καθένας να ζει αξιοπρεπώς και να συμμετέχει στην κοινωνία·

46. υπογραμμίζει τη θέση του Συμβουλίου ότι οι ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας πρέπει να προωθούν την «εργασία σε καλές συνθήκες» και την κοινωνική άνοδο και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τακτική, επικερδή απασχόληση με κατάλληλη κοινωνική προστασία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και αμοιβή·

47. επισημαίνει τις δυνατότητες της κοινωνικής οικονομίας, των κοινωνικών επιχειρήσεων, του μη κερδοσκοπικού τομέα και του τομέα δημόσιας απασχόλησης να παρέχουν υποστηριζόμενες ευκαιρίες απασχόλησης και περιβάλλοντα εργασίας για τις ευάλωτες ομάδες, που θα πρέπει να διερευνηθούν και να ενισχυθούν στο έπακρο από τις πολιτικές των κρατών μελών και της Κοινότητας (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, περιφερειακά ταμεία και Ταμείο Συνοχής, κ.λπ.)·

48. συμφωνεί με την Επιτροπή ότι για όσους δεν είναι σε θέση να εργασθούν για διάφορους λόγους (όπως είναι οι σοβαρές μορφές αναπηρίας, η ηλικία ή η ανικανότητα προς εργασία, οι επιπτώσεις της επίμονης και διαγενεακά μεταβιβαζόμενης φτώχειας ή/και των διακρίσεων, οι υπερβολικά πολλές οικογενειακές ευθύνες ή οι ευθύνες φροντίδας τρίτων ή ακόμα οι στερήσεις που πλήττουν μια συγκεκριμένη περιοχή), οι πολιτικές ενεργητικής ένταξης πρέπει να παρέχουν εισοδηματική ενίσχυση και υποστηρικτικά μέτρα για την αποφυγή της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και να τους επιτρέπουν να ζουν με αξιοπρέπεια και να συμμετέχουν στην κοινωνία·

49. καλεί τα κράτη μέλη να μειώσουν τη φορολογική πίεση όχι μόνο έναντι των χαμηλότερων εισοδημάτων αλλά και έναντι των μεσαίων εισοδημάτων, ούτως ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι εργαζόμενοι να εγκλωβίζονται στην παγίδα των χαμηλών μισθών, και να αποτραπεί η προσφυγή στην αδήλωτη εργασία·

50. εφιστά την προσοχή στις κοινωνικές αλλαγές που πραγματοποιούνται στην Ευρώπη, οι οποίες αλλάζουν το κοινωνικό προφίλ των νοικοκυριών· ζητεί να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές αυτές με στόχο την εξάλειψη των φραγμών στην αγορά εργασίας για τους μη εργαζόμενους συντρόφους, σε περίπτωση συμβίωσης ενός ανύπαντρου ζευγαριού·

51. εκτιμά ότι η κοινωνική οικονομία και οι κοινωνικές επιχειρήσεις πρέπει να παρέχουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και αμοιβή και να προωθούν επίσης πολιτικές για την ισότητα των φύλων και για την καταπολέμηση των διακρίσεων (όπως η γεφύρωση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των δύο φύλων, η προσχώρηση σε συλλογικές συμβάσεις και η καταβολή του ελάχιστου μισθού, καθώς και η εξασφάλιση ίσης μεταχείρισης)·

52. σημειώνει ότι παρά τις ευπρόσδεκτες κινήσεις που στοχεύουν στη μεγαλύτερη συμμετοχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρυνθούν να διατηρήσουν και να εισαγάγουν περιόδους μαθητείας σε πραγματικές συνθήκες εργασίας· καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν συνεκτικές πολιτικές όσον αφορά την πρακτική άσκηση που θα παρέχουν εγγυήσεις ελάχιστων παροχών και αξιοπρεπή αμοιβή και, επιπλέον, να καταπολεμήσουν την τρέχουσα τάση για μεταμφίεση της εργασίας σε άμισθη πρακτική άσκηση·

53. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μια συνεκτική προσέγγιση των εκπαιδευτικών συστημάτων στην Ένωση όσον αφορά τη διαδικασία του επαγγελματικού προσανατολισμού, η οποία θα βασίζεται σε παρόμοιες μορφές προπαρασκευής ώστε να δίνεται στους νεότερους η δυνατότητα κατάρτισης σε εργασιακούς τομείς που θα διαλέγουν οι ίδιοι στο πλαίσιο της σταδιοδρομίας τους· επισημαίνει ότι τα συστήματα κατάρτισης πρέπει να βασίζονται στην αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων και επαγγελματικών πιστοποιητικών και να συμπεριλαμβάνουν την εκμάθηση γλώσσας, με στόχο την κατάργηση των εμποδίων στην επικοινωνία εντός της Ένωσης· θεωρεί ότι τα μέτρα επανακατάρτισης θα πρέπει να επιφέρουν μια ισορροπία μεταξύ συναισθηματικής και επαγγελματικής ευημερίας, κατά τρόπον ώστε να μην θεωρείται η επαγγελματική επανακατάρτιση ως μειονέκτημα ή εμπόδιο στην επαγγελματική εξέλιξη·

54. εφιστά την προσοχή στην ανάγκη προώθησης της ενεργητικής ένταξης των νέων, των ηλικιωμένων και των μεταναστών σε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη δημιουργία μιας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς· καλεί το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταρτίσουν μια σειρά από επείγοντα μέτρα για την καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας, της καταναγκαστικής παιδικής εργασίας και της καταχρηστικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων και να επιλύσουν το θέμα της παραπλανητικής σύγχυσης μεταξύ της οικονομικής μετανάστευσης και της αίτησης ασύλου και αμφοτέρων με την παράνομη μετανάστευση· καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν νομοθεσία σχετικά με την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης των ευάλωτων εργαζομένων από παράνομους μεσάζοντες εύρεσης εργασίας και να υπογράψουν και να επικυρώσουν τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των μεταναστών εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους·

Παροχή ποιοτικών υπηρεσιών και διασφάλιση της πρόσβασης των ευάλωτων και μειονεκτουσών ομάδων

55. χαιρετίζει την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία τα συστήματα υποχρεωτικής και επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, οι υπηρεσίες υγείας και οι κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας πρέπει να διαδραματίζουν ρόλο πρόληψης και κοινωνικής συνοχής, να διευκολύνουν την κοινωνική ένταξη και να διαφυλάσσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα· επισημαίνει την αναγκαιότητα διασφάλισης της ανάπτυξης υψηλής ποιότητας, προσβάσιμης και οικονομικά προσιτής μακροχρόνιας φροντίδας για όσους την έχουν ανάγκη· καλεί τα κράτη μέλη να προσδιορίσουν και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα τα οποία συναντούν τα άτομα που είναι επιφορτισμένα με τη φροντίδα τρίτων και αναγκάζονται συχνά να παραμένουν εκτός της αγοράς εργασίας·

56. συμφωνεί με την Επιτροπή ότι όλες οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας και άλλες δημόσιες υπηρεσίες κοινής ωφελείας και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής και να συμβάλλουν στην ενεργητική ένταξη·

57. τονίζει ότι η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί δικαίωμα κάθε πολίτη της Ένωσης και, ως εκ τούτου, χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για οριζόντια οδηγία που θα συμπληρώνει την οδηγία 2000/78/ΕΚ και θα καλύπτει όλες τις μορφές διακρίσεων για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ, η οποία θα πρέπει να συμβάλει στην καταπολέμηση των διακρίσεων σε τομείς της καθημερινής ζωής εκτός της απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της διάκρισης που βασίζεται στην αναπηρία, την ηλικία, την θρησκεία ή τις πεποιθήσεις και τον σεξουαλικό προσανατολισμό· συγχρόνως, θεωρεί ότι πρέπει να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά την εφαρμογή των υφισταμένων κοινοτικών οδηγιών κατά των διακρίσεων·

58. προτρέπει τα κράτη μέλη να προβλέψουν αυτόματες κοινωνικές χρεώσεις για τις ευάλωτες ομάδες (π.χ. στους τομείς της ενέργειας και των δημόσιων μεταφορών) όπως και δυνατότητες πρόσβασης στη μικροχρηματοδότηση (microcredits), με στόχο την προώθηση της ενεργητικής ένταξης, καθώς και δωρεάν υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση για τα άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες υλικού χαρακτήρα·

59. ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αυξήσουν τις υποχρεώσεις παροχής καθολικών υπηρεσιών (όπως είναι οι τηλεπικοινωνίες και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες) με στόχο την ενίσχυση της προσβασιμότητας και της οικονομικής προσιτότητας των βασικών υπηρεσιών, καθώς επίσης και να αυξήσουν τις στοχευμένες υποχρεώσεις των δημόσιων υπηρεσιών έναντι των ευάλωτων και μειονεκτουσών ομάδων της κοινωνίας·

60. καλεί το Συμβούλιο να συμφωνήσει σε μια δέσμευση για το σύνολο της Ένωσης για την εξάλειψη του φαινομένου των αστέγων στους δρόμους έως το 2015 καθώς και στην πρόβλεψη από τα κράτη μέλη ολοκληρωμένων πολιτικών που θα εξασφαλίσουν αξιοπρεπή στέγαση για όλους· παροτρύνει τα κράτη μέλη να επινοήσουν "σχέδια έκτακτης ανάγκης για τον χειμώνα" ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής υπέρ των αστέγων, καθώς επίσης να συστήσουν υπηρεσίες επιφορτισμένες με τη δυνατότητα παροχής και πρόσβασης σε στέγαση για τις ομάδες που αντιμετωπίζουν διακρίσεις· συνιστά τη συλλογή συγκρίσιμων δεδομένων σχετικά με την έκταση του φαινομένου των αστέγων και των κακών συνθηκών στέγασης· καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει έναν ευρωπαϊκό ορισμό-πλαίσιο για το φαινόμενο των αστέγων, να παρέχει ετήσιες ενημερώσεις σχετικά με τις δράσεις που ανελήφθησαν και την πρόοδο που επετεύχθη στα κράτη μέλη με σκοπό να δοθεί τέλος στο φαινόμενο αυτό·

61. παροτρύνει τα κράτη μέλη να μειώσουν την παιδική φτώχεια κατά 50% έως το 2012, ενώ η μείωση θα καταμετράται με την χρήστη δεικτών που δεν είναι μόνον οικονομικοί, ως μια πρώτη δέσμευση προς την κατεύθυνση της εξάλειψης της παιδικής φτώχειας στην Ένωση και να διαθέσουν επαρκείς πόρους προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός· εκτιμά ότι οι δείκτες που θα ορισθούν για τη διαπίστωση της μείωσης αυτής θα πρέπει να λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη τα παιδιά από οικογένειες που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας·

62. υπογραμμίζει τη σημασία της προώθησης ολοκληρωμένων υπηρεσιών που να ανταποκρίνονται στον πολυδιάστατο χαρακτήρα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, π.χ. τη σχέση μεταξύ φτώχειας και έλλειψης στέγης, βίας, υγείας και ψυχικής υγείας, εκπαιδευτικών επιπέδων, κοινωνικής και κοινοτικής ενσωμάτωσης, έλλειψης πρόσβασης σε τεχνολογίες των πληροφοριών και σε υποδομές, και διεύρυνσης του «ψηφιακού χάσματος»·

63. καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν μια προσέγγιση συμπερίληψης της υγείας σε όλες τις πολιτικές και να αναπτύξουν ολοκληρωμένες κοινωνικές και υγειονομικές πολιτικές με στόχο την καταπολέμηση των ανισοτήτων ως προς την παροχή υγειονομικής περίθαλψης, την πρόληψη και την κατάσταση της υγείας, ιδίως όσον αφορά τις ευάλωτες ομάδες και εκείνες των οποίων η προσέγγιση παρουσιάζει τις περισσότερες δυσκολίες·

64. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν τις εθελοντικές δραστηριότητες και να συμβάλλουν στην κοινωνική ένταξη των προσώπων που έχουν χάσει την επαφή ή δεν συμμετέχουν πια στην αγορά εργασίας·

65. επικροτεί την εστίαση της Επιτροπής στη βελτίωση της προσβασιμότητας (διαθεσιμότητας και οικονομικής προσιτότητας) και της ποιότητας των υπηρεσιών (μέσω συμμετοχής των χρηστών, παρακολούθησης, αξιολόγησης της απόδοσης, καλών συνθηκών εργασίας, ισότητας όσον αφορά τις πολιτικές πρόσληψης και την παροχή υπηρεσιών, συντονισμού και ενοποίησης των υπηρεσιών και κατάλληλων φυσικών υποδομών)·

66. καλεί τα κράτη μέλη να βελτιώσουν τον συντονισμό των δημόσιων υπηρεσιών, ιδίως τη σύνδεση μεταξύ των υπηρεσιών που προορίζονται για παιδιά και εκείνων που προορίζονται για ενηλίκους· προτρέπει τα κράτη μέλη να εισαγάγουν προγράμματα συνδρομής για γονείς σε διάφορους τομείς όπου η φτώχεια οδηγεί σε έλλειψη γνώσης όσον αφορά την ανατροφή των παιδιών και να εξασφαλίσουν ότι η τηλεφωνική γραμμή άμεσης βοήθειας για παιδιά διαθέτει επαρκείς πόρους· τονίζει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες για παιδιά και οικογένειες πρέπει να μεριμνήσουν ώστε να διατίθενται οι σωστές δομές, κίνητρα, συστήματα διαχείρισης απόδοσης, δίαυλοι χρηματοδότησης και εργατικό δυναμικό, ότι το εργατικό δυναμικό πρώτης γραμμής έχει την απαραίτητη εξειδίκευση, γνώση και εμπιστοσύνη στο να επιτύχει καλύτερη πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση και ότι οι υπηρεσίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες των χρηστών, ιδιαίτερα εκείνων από ευάλωτες οικογένειες·

67. συνιστά στα κράτη μέλη να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός ότι οι περικοπές των επιδοτήσεων για συγκεκριμένες υπηρεσίες, όπως είναι τα χρήματα για την αγορά σχολικού γεύματος, το δωρεάν εκπαιδευτικό υλικό και τα σχολικά λεωφορεία, αλλά και για ουσιαστικές δυνατότητες αναψυχής και εξωσχολικών δραστηριοτήτων, μπορούν να οδηγήσουν σε άμεσο κοινωνικό αποκλεισμό, ιδίως για τα παιδιά από οικογένειες που ανήκουν σε κοινωνικά ευάλωτες ομάδες· τονίζει την ανάγκη για τα κράτη μέλη να παράσχουν ίσες ευκαιρίες για την ένταξη όλων των παιδιών μέσω μιας ενεργητικής πολιτικής για την άθληση στα σχολεία και μέσω της πρόσβασης σε τεχνολογίες πληροφοριών· καλεί την Επιτροπή να εντάξει υπηρεσίες για παιδιά, όπως η φύλαξη των παιδιών, η μεταφορά τους προς και από το σχολείο και τα σχολικά γεύματα στον κατάλογο των κοινωνικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας·

68. επικροτεί την αποϊδρυματοποίηση των ατόμων με αναπηρίες αλλά σημειώνει ότι αυτό απαιτεί επαρκές επίπεδο υψηλής ποιότητας υπηρεσιών υποστήριξης και πρόνοιας σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων που ευνοούν την ανεξαρτησία στη διαβίωση, το δικαίωμα στην προσωπική βοήθεια, το δικαίωμα κάθε ατόμου στον έλεγχο του προϋπολογισμού του και την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνία·

69. επισημαίνει την ανάγκη τα κράτη μέλη να προάγουν την ανάπτυξη και την εφαρμογή ολοκληρωμένων τοπικών, περιφερειακών και εθνικών στρατηγικών για τη γήρανση·

70. πιστεύει ότι πρέπει να αναληφθεί περαιτέρω δράση τόσο σε επίπεδο κρατών μελών όσο και σε επίπεδο Ένωσης για την αναγνώριση, τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και της κακοποίησης παιδιών και ηλικιωμένων ατόμων·

71. καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μια περισσότερο εποικοδομητική προσέγγιση στην πολιτική για τα ναρκωτικά, με έμφαση στην εκπαίδευση και την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, αντί για την επιβολή ποινικών κυρώσεων·

72. καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στα μέτρα δημόσιας υγείας που στοχεύουν στην άμεση αντιμετώπιση των ανισοτήτων που υπάρχουν στον τομέα της υγείας και της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη σε πολλές κοινότητες εθνοτικών μειονοτήτων·

73. επισημαίνει ότι σε όλα τα κράτη μέλη, η κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών και ναρκωτικών ουσιών μπορεί να οδηγήσει σε εγκληματικότητα, ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό· πιστεύει, ως εκ τούτου, ότι είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι για πολλούς ανθρώπους η μοναδική τους πρόσβαση σε τέτοιου είδους βοήθεια και παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών είναι μέσω του σωφρονιστικού συστήματος·

74. τονίζει ότι υπάρχουν πολλές μορφές αναπηριών, συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων κινητικότητας, όρασης, ακοής, ψυχικής υγείας, των χρόνιων ασθενειών και των μαθησιακών δυσκολιών· επισημαίνει το γεγονός ότι τα άτομα με πολλαπλές αναπηρίες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα, όπως και οι άνθρωποι που υφίστανται πολλαπλές μορφές διακρίσεων·

75. ζητεί τον αποστιγματισμό των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας και των ατόμων που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, την προώθηση της ψυχικής υγείας και ευεξίας, την πρόληψη των ψυχικών διαταραχών, καθώς και αυξημένους πόρους για θεραπεία και πρόνοια·

76. καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη νομοθεσία τους κατά της εμπορίας ανθρώπων και κατά των διακρίσεων και, ιδίως, να υπογράψουν, να επικυρώσουν και να εφαρμόσουν τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δράση ενάντια στην εμπορία ανθρώπων·

77. προτρέπει όλα τα κράτη μέλη να περιφρουρήσουν την πολιτική ασύλου που βασίζεται στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και άλλες σχετικές διατάξεις του δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καταβάλλοντας συγχρόνως προσπάθειες ώστε να τεθεί τέρμα στην εξάρτηση των αιτούντων άσυλο από τις παροχές κοινωνικής πρόνοιας, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να εργάζονται, καθώς επίσης να εξετάσουν τις δυνατότητες ανάπτυξης νομιμότερων διαύλων μετανάστευσης·

Βελτίωση του συντονισμού των πολιτικών και της εμπλοκής όλων των συναφών ενδιαφερομένων

78. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η κοινή έκθεση της Επιτροπής για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη 2008 δεν προβλέπει επαρκή στρατηγική επικέντρωση στην εξάλειψη της φτώχειας και στην υπέρβαση του κοινωνικού αποκλεισμού·

79. συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η προσέγγιση ενεργητικής ένταξης πρέπει να προωθήσει μια διαδικασία ολοκληρωμένης εφαρμογής σε κοινοτικό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, που να συμπεριλαμβάνει όλους τους συναφείς παράγοντες (κοινωνικούς εταίρους, ΜΚΟ, τοπικές και περιφερειακές αρχές, κ.λπ.) και να προβλέπει επίσης την ενεργό συμμετοχή των μειονεκτούντων ατόμων κατά την ανάπτυξη, διαχείριση, εφαρμογή και αξιολόγηση των στρατηγικών·

80. τονίζει την ανάγκη για μια ομοιόμορφη σειρά μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο με στόχο την πρόληψη και την επιβολή κυρώσεων κατά της εκμετάλλευσης κάθε είδους σε βάρος μειονοτήτων, ατόμων με αναπηρίες και ηλικιωμένων πολιτών, στο πλαίσιο συγκεκριμένων δράσεων με στόχο τη συνολική μείωση της τρωτότητας αυτών των κοινωνικών ομάδων, και σε υλικό επίπεδο·

81. καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ενισχύσουν εκ νέου μια σαφή στρατηγική επικέντρωση στην εξάλειψη της φτώχειας και στην προώθηση της κοινωνικής ένταξης στο πλαίσιο της Κοινωνικής Ατζέντας 2008 έως 2012· ζητεί μια περισσότερο ρητή δέσμευση στο πλαίσιο του επόμενου κύκλου της ανοικτής μεθόδου συντονισμού σχετικά με την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη, προς μια δυναμική και αποτελεσματική στρατηγική της Ένωσης που θα θέτει ουσιαστικούς στόχους και αποτελεσματικά μέσα και μηχανισμούς παρακολούθησης που θα εστιάζονται στην καταπολέμηση της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της ανισότητας· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που αφορούν τις διαφορετικές διαδικασίες συντονισμού (στρατηγική της Λισαβόνας, στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, ανοικτή μέθοδος συντονισμού σχετικά με την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη) κατά τρόπο που θα διασφαλίσει σαφή δέσμευση με στόχο την εξάλειψη της φτώχειας και την προώθηση της κοινωνικής ένταξης σε όλες τις πολιτικές αυτές·

82. καλεί την Επιτροπή, την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας και τα κράτη μέλη να καθορίσουν ειδικούς στόχους όσον αφορά την ισότητα των φύλων για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένης δέσμης πολιτικών δράσεων για τη στήριξη ομάδων γυναικών που αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, όπως οι μη παραδοσιακές και οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι μετανάστριες, οι γυναίκες πρόσφυγες και οι γυναίκες εθνοτικών μειονοτήτων, οι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες και οι γυναίκες με αναπηρία·

83. ενθαρρύνει τους κοινωνικούς εταίρους να συνεχίσουν να καταβάλλουν τις προσπάθειες που έχουν ήδη ξεκινήσει με την κοινή ανάλυση των κοινωνικών εταίρων και το πρόγραμμα εργασίας τους για την περίοδο 2006 – 2008 σχετικά με την ένταξη των μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας· εκτιμά ότι απαιτείται καλύτερη διακυβέρνηση για τον συντονισμό εκείνων των δραστηριοτήτων των κοινωνικών εταίρων που συνδέονται με την αγορά εργασίας αφενός και του ευρύτερου διαλόγου της κοινωνίας των πολιτών (ΜΚΟ κ.λπ.) σχετικά με την κοινωνική ένταξη πέραν της απασχόλησης αφετέρου·

84. στηρίζει την άποψη της Επιτροπής ότι έχοντας υπόψη τη σύσταση 92/441/ΕΟΚ και την ανοικτή μέθοδο συντονισμού στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και της κοινωνικής ένταξης, χρειάζεται να δημιουργηθούν κατάλληλοι δείκτες και ολοκληρωμένα εθνικά συστήματα για τη συλλογή και την ανάλυση δεδομένων (π.χ. στατιστικά δεδομένα σχετικά με το μέσο διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση σε επίπεδο νοικοκυριού, το επίπεδο των τιμών, τις ελάχιστες αμοιβές, τα προγράμματα παροχής ελάχιστου εισοδήματος και τα συναφή επιδόματα)· θεωρεί ότι η παρακολούθηση και αξιολόγηση της εκτέλεσης στρατηγικών για την κοινωνική ένταξη και οι εκθέσεις προόδου των κρατών μελών πρέπει να καταδεικνύουν το κατά πόσον το βασικό δικαίωμα σε επαρκείς πόρους και κοινωνική συνδρομή που δίδει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ζήσουν με αξιοπρέπεια γίνεται σεβαστό σε κάθε κράτος μέλος, και σε περιφερειακό επίπεδο επίσης·

85. επιδοκιμάζει την Ανακοίνωση της Επιτροπής "«Ανανεωμένη δέσμευση για την κοινωνική Ευρώπη: ενίσχυση της ανοιχτής μεθόδου συντονισμού για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη»(COM(2008)0418), η οποία προτείνει την ενίσχυση της κοινωνικής ΑΜΣ μέσω της βελτίωσης της ορατότητάς της και των μεθόδων εργασίας και μέσω της ενίσχυσης της αλληλεπίδρασής της με άλλες πολιτικές· επιδοκιμάζει ειδικότερα τις προτάσεις της Επιτροπής να ορισθούν στόχοι για τη μείωση της φτώχειας (γενικά της παιδικής φτώχειας, της φτώχειας των εργαζομένων και της επίμονης μακροπρόθεσμης φτώχειας), για ένα ελάχιστο επίπεδο εισοδήματος που θα παρέχεται μέσω συντάξεων και για πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και την ποιότητά της (μείωση της παιδικής θνησιμότητας, βελτίωση της υγείας και αύξηση του προσδόκιμου ζωής κλπ.)·

86. καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους της Βαρκελώνης σχετικά με τις υπηρεσίες παιδικής μέριμνας· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μια ανοικτή μέθοδο συντονισμού στον τομέα των υπηρεσιών μέριμνας προκειμένου να διατυπώσουν συστάσεις σχετικά με τον τρόπο κάλυψης της ανάγκης παροχής υπηρεσιών μέριμνας στην Ευρώπη (δηλ. την οργάνωση και τη χρηματοδότηση της μέριμνας για παιδιά και άλλα εξαρτώμενα άτομα), καθορίζοντας μεταξύ άλλων συγκεκριμένους στόχους και δείκτες με σκοπό τη δημιουργία υποδομών παιδικής μέριμνας για το 90% των παιδιών από τη γέννησή τους έως την ηλικία υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης σε ολόκληρη την Ένωση και την επίτευξη επαρκούς επιπέδου μέριμνας για άλλα εξαρτώμενα άτομα έως το 2015· υπογραμμίζει το γεγονός ότι όλες οι υπηρεσίες θα πρέπει να πληρούν τα κριτήρια της οικονομικής προσιτότητας, της προσβασιμότητας και της ικανοποιητικής ποιότητας ούτως ώστε η ανατροφή των παιδιών και η φροντίδα των εξαρτώμενων ατόμων να μην αποτελεί πλέον ειδικό «κίνδυνο φτώχειας» για τις γυναίκες·

87. τονίζει ότι εκείνοι που απέχουν περισσότερο από την αγορά εργασίας πρέπει να επωφελούνται περισσότερο από κοινοτικά προγράμματα, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και η πρωτοβουλία EQUAL· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τη συνεισφορά των Διαρθρωτικών Ταμείων στους στόχους της Ανοικτής Μεθόδου Συντονισμού που θα βασίζεται στους δείκτες κοινωνικής ένταξης και να ενθαρρύνει την εφαρμογή των διατάξεων του νέου κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και τη χρήση της χρηματοδότησης του προγράμματος Progress για τη στήριξη μέτρων ενεργητικής ένταξης και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων διάθεσης κονδυλίων από το ΕΚΤ ή τον προσδιορισμό ενός συγκεκριμένου προϋπολογισμού για μια κοινοτική πρωτοβουλία στον τομέα αυτόν· πιστεύει ότι αυτό θα προωθήσει επίσης τη δημιουργία δικτύων καλής πρακτικής όσον αφορά την καταπολέμηση της φτώχειας και θα ενθαρρύνει τις ανταλλαγές εμπειριών μεταξύ των κρατών μελών·

88. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δεσμευτούν για τις αποτελεσματικές δράσεις στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Έτους για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, το οποίο πρέπει να αποτελέσει ουσιαστικό βήμα της μακροπρόθεσμης προσπάθειας για την καταπολέμηση της φτώχειας·

89. καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει την ουσιαστική και ασφαλή συμμετοχή των παιδιών σε όλα τα ζητήματα που τα αφορούν, διασφαλίζοντας ότι θα έχουν όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες συμμετοχής·

o

o o

90. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην Επιτροπή των Περιφερειών και στην Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας.

(1)

    Ε C 102 E, 24.4.2008, σ. 321.

(2)

    Ε C 303, 14.12.2007, σ. 1.

(3)

     ΕΕ C 45 E, 23.2.2006, σ. 129.

(4)

     ΕΕ C 68 E, 18.3.2004, σ. 604.

(5)

     Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2007)0541.

(6)

     Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2008)0012.

(7)

    Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2008)0286.

(8)

    Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2008)0163.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση COM(2007)620, η Επιτροπή προσδιορίζει την επάρκεια προγραμμάτων ελάχιστου εισοδήματος, τις αγορές εργασίας χωρίς αποκλεισμούς και τη βελτίωση της πρόσβασης σε ποιοτικές κοινωνικές υπηρεσίες ως τους τρεις κύριους στόχους για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Θα εφαρμοσθεί ένα σύνολο κοινών κανόνων που θα πλαισιώνουν μια ολιστική προσέγγιση της κοινωνικής ένταξης εμβαθύνοντας την ανοικτή μέθοδο συντονισμού. Εκτός από την ανοικτή μέθοδο συντονισμού, χρηματοδοτικά μέσα της ΕΕ, όπως το ΕΚΤ, θα καθορίσουν ένα υποστηρικτικό πλαίσιο στην ΕΕ, το οποίο θα ενθαρρύνει τα κράτη μέλη στις πολιτικές τους για την κοινωνική ένταξη. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η κοινή έκθεση για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη έχει περισσότερο περιγραφικό χαρακτήρα, καθώς αναφέρεται σε προσπάθειες για τη μείωση της παιδικής φτώχειας, την προώθηση της παράτασης του επαγγελματικού βίου, την εξασφάλιση της παροχής ιδιωτικά χρηματοδοτούμενης σύνταξης, τη μείωση των ανισοτήτων στην κατάσταση στον τομέα της υγείας και της μακροχρόνιας φροντίδας.

Ακολουθώντας τη λογική της στρατηγικής της Λισαβόνας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προωθούν την οικονομική ανάπτυξη ως πρωταρχικό στόχο για την ευημερία, τη δικαιοσύνη και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα στην Ευρώπη του μέλλοντος. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η κοινή έκθεση δεν είναι επαρκώς προσανατολισμένη στην κοινωνική προστασία και στην κοινωνική ένταξη και εκλαμβάνει σε υπερβολικό βαθμό την κοινωνική ένταξη ως «παραγωγικό παράγοντα». Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας δεν πρέπει να θεωρείται απλή συμβολή στην οικονομία ως επένδυση σε μελλοντικό ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η εισηγήτρια υποστηρίζει την ιδέα της Επιτροπής για μια πιο ολιστική προσέγγιση της καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και συμφωνεί οπωσδήποτε με τους προσδιορισθέντες τομείς δράσης. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, οι στρατηγικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού πρέπει να συνδέονται στενότερα με τις στρατηγικές για τη βελτίωση της κοινωνικής, εδαφικής και περιφερειακής συνοχής. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, το πρόβλημα των φτωχών περιφερειών και οι τεράστιες περιφερειακές διαφορές όσον αφορά τη φτώχεια και την κοινωνική ένταξη μεταξύ περιφερειών δεν εξετάζονται επαρκώς στην ανακοίνωση της Επιτροπής.

Η κοινωνική ένταξη πρέπει να αφορά όλους τους πολίτες, είτε είναι διαθέσιμοι για την αγορά εργασίας είτε όχι. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η αναγωγή της απασχολησιμότητας σε απώτατο στόχο της κοινωνικής ένταξης δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και δεν θα οδηγήσει στην εξάλειψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η Επιτροπή δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη τις μειονότητες, όπως τα άτομα με χρόνιες ασθένειες ή τους μετανάστες, στις στρατηγικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για τους λαθρομετανάστες και τους αιτούντες άσυλο.

Μια πιο ολιστική προσέγγιση της ενεργητικής κοινωνικής ένταξης

Οι πολιτικές για την κοινωνική ένταξη πρέπει πρωτίστως να διασφαλίζουν το θεμελιώδες δικαίωμα όλων των ανθρώπων να ζουν μια αξιοπρεπή ζωή και να συμμετέχουν στην κοινωνία. Για την επίτευξη του πρωταρχικού αυτού στόχου, οι πολιτικές κοινωνικής ένταξης πρέπει να προβλέπουν επαρκές εισόδημα για την αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού, μια αγορά εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, καλύτερη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες, ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων, καταπολέμηση των διακρίσεων και ενεργητική συμμετοχή.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η κοινωνική ένταξη και όλα τα στοιχεία της ολιστικής προσέγγισης πρέπει οπωσδήποτε να ερείδονται σε μια προσέγγιση βασισμένη στα θεμελιώδη δικαιώματα. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η πείρα (π.χ. με τις μεταρρυθμίσεις Hartz IV στη Γερμανία) έχει δείξει ότι οι πολιτικές ενεργοποίησης οδηγούν στον καθορισμό των συνθηκών διαβίωσης από τις δημόσιες αρχές, κατά τρόπο που δεν αντιστοιχεί στα πραγματικά προβλήματα, και ότι οι περισσότερες πολιτικές ενεργοποίησης ενισχύουν την εξάρτηση από τα κοινωνικά επιδόματα αντί να παρέχουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να κερδίσουν το εισόδημά τους στην αγορά εργασίας. Μια προσέγγιση βασισμένη στα δικαιώματα θα παράσχει τη δυνατότητα στους πολίτες να επιλέξουν τον τρόπο συμμετοχής τους στην κοινωνία και θα ενισχύσει τη θέση τους στην αγορά εργασίας.

Εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος για μια αξιοπρεπή ζωή για όλους

Η εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος για όλους συνιστά την εφαρμογή του θεμελιώδους δικαιώματος σε μια αξιοπρεπή ζωή και στη συμμετοχή στην κοινωνία. Οπωσδήποτε, η απασχόληση είναι ο καλύτερος τρόπος για να παρασχεθούν στους ανθρώπους επαρκή μέσα αποφυγής της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά υπάρχουν διάφορες καταστάσεις στη ζωή, στις οποίες οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να κερδίσουν επαρκές εισόδημα με την απασχόληση. Τα προγράμματα κοινωνικής προστασίας στοχεύουν θεωρητικά στην παροχή προστασίας και συνδρομής στους ανθρώπους ώστε να εξασφαλίσουν ασφαλή και σταθερή απασχόληση και θέτουν στη διάθεσή τους επαρκή μέσα κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών.

Σήμερα τα επίπεδα κοινωνικής βοήθειας είναι κάτω από το όριο της απειλής από τη φτώχεια και πρέπει οπωσδήποτε να προσαρμοσθούν ώστε να ανταποκρίνονται στον πρωταρχικό στόχο τους – την έξοδο των ανθρώπων από τη φτώχεια!

Στη σύσταση του Συμβουλίου του 1992 αναγνωρίζεται «το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα επαρκών πόρων και παροχών που να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή ανθρώπινη διαβίωση». Κατά την άποψη της εισηγήτριας, υπάρχουν ακόμη κράτη μέλη στην Ένωση των 27, τα οποία δεν διαθέτουν κατάλληλο εθνικό δίκτυ κοινωνικής προστασίας, γεγονός που απαιτεί τη λήψη μέτρων για την παροχή εισοδημάτων που θα υπερβαίνουν το κατώτατο όριο της απειλής από τη φτώχεια της Eurostat.

Ένα πρώτο βήμα πρέπει να είναι η αναπροσαρμογή των εξαιρετικά πολύπλοκων προγραμμάτων στήριξης του εισοδήματος όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους. Τα γενικά προγράμματα πρέπει να συνοδεύονται από υποστηρικτικά μέτρα κοινωνικής ένταξης και να προβλέπουν στοχοθετημένα πρόσθετα επιδόματα για τις μειονεκτούσες ομάδες για την ικανοποιητική αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η φτώχεια εντός της εργασίας ειδικότερα πρέπει να αντιμετωπισθεί κατάλληλα με έναν στόχο για την Ένωση για ελάχιστη αμοιβή ίση τουλάχιστον με το 60% της αντίστοιχης μέσης αμοιβής.

Εξάλειψη της παιδικής φτώχειας

Η Επιτροπή επισημαίνει τις τρομερές διαφορές όσον αφορά την απειλή από τη φτώχεια μεταξύ των κρατών μελών, η οποία κυμαίνεται από λιγότερο από 10% στη Σουηδία έως περισσότερο από 20% στην Πολωνία και στη Λιθουανία. Τα παιδιά των μονογονεϊκών νοικοκυριών απειλούνται από τη φτώχεια σε διπλάσια ποσοστά από τον μέσο όρο. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε πολυμελείς οικογένειες απειλούνται επίσης περισσότερο από τη φτώχεια. Η απειλή της φτώχειας για τα παιδιά μεταναστών είναι από δύο έως πέντε φορές μεγαλύτερη από ό,τι για τα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα διαμονής τους. Η μελέτη παρέχει επίσης στοιχεία που καταδεικνύουν τη μεταβίβαση από γενιά σε γενιά των μειονεκτημάτων στην εκπαιδευτική κατάσταση.

Λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία, η εισηγήτρια πιστεύει σθεναρά στην αναγκαιότητα άμεσης λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση των πολλαπλών στερήσεων από τις οποίες υποφέρουν τα παιδιά μεταναστών, τα παιδιά που ζουν σε νοικοκυριά με ανάπηρα άτομα και τα παιδιά αιτούντων άσυλο και λαθρομεταναστών. Επίσης, πρέπει να παρασχεθεί ειδική στήριξη και φροντίδα στα παραμελημένα παιδιά, τα παιδιά που έχουν υποστεί κακομεταχείριση ή βία.

Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν ήδη δεσμευθεί από τη Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, αλλά δεν έχουν καθιερώσει μια σαφή σχέση μεταξύ των δικαιωμάτων των παιδιών και της καταπολέμησης της παιδικής φτώχειας και του αποκλεισμού λόγω της παιδικής φτώχειας, πράγμα που είναι καθοριστικής σημασίας καθώς η στέρηση συνιστά παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, ένας καλά ισορροπημένος συνδυασμός πολιτικών με κατάλληλους πόρους θα μπορούσε να μειώσει την παιδική φτώχεια κατά 50% κατά τη διάρκεια της επόμενης Κοινωνικής Ατζέντας, πράγμα που θα αποτελούσε μια ικανοποιητική πρώτη δέσμευση προς την κατεύθυνση της εξάλειψης της παιδικής φτώχειας στην ΕΕ. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, μια ολιστική, ολοκληρωμένη προσέγγιση των πολιτικών για την οικογένεια θα υποδήλωνε μια σαφή δέσμευση για μια βιώσιμη λύση για την εξάλειψη της παιδικής φτώχειας.

Αγορές εργασίας χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας είναι μια διαδικασία τριών σταδίων, η οποία περιλαμβάνει στήριξη πριν από την απασχόληση, πρόσθετη εξατομικευμένη συνδρομή κατά την αναζήτηση απασχόλησης και, τέλος, υποστηρικτικά μέτρα για την παραμονή στην απασχόληση. Ειδική προσοχή χρειάζεται όσον αφορά την ενεργητική ένταξη των νέων, των ηλικιωμένων και των μεταναστών.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, το πρόβλημα της παγίδας της χαμηλής αμοιβής και του κύκλου χαμηλής αμοιβής/καμίας αμοιβής στο χαμηλότερο επίπεδο της αγοράς εργασίας πρέπει να αντιμετωπισθεί κατά τρόπο ώστε η εργασία να συμφέρει από οικονομική άποψη και να βοηθηθούν οι άνθρωποι να μεταβούν σε ασφαλή και σταθερή απασχόληση με αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και αμοιβή.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, οι πολιτικές ενεργοποίησης που βασίζονται σε υπερβολικά περιοριστικούς κανόνες όσον αφορά την επιλεξιμότητα και τις προϋποθέσεις για τους δικαιούχους επιδομάτων, οι οποίες αναγκάζουν τους ανθρώπους να εργάζονται σε χαμηλής ποιότητας θέσεις απασχόλησης που δεν αμείβουν αρκετά ώστε να εξασφαλίζεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης ούτε οδηγούν στην κοινωνική ένταξη, δεν αποτελούν λύση. Οι ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας πρέπει να προωθούν την «εργασία σε καλές συνθήκες», την κοινωνική άνοδο και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις προς την κατεύθυνση τακτικής, επικερδούς και νομικά ασφαλούς απασχόλησης με κατάλληλη κοινωνική προστασία.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, το δυναμικό της κοινωνικής οικονομίας, οι κοινωνικές επιχειρήσεις, ο μη κερδοσκοπικός τομέας και ο τομέας της δημόσιας απασχόλησης πρέπει να συμβάλουν στην κοινωνική ένταξη των πλέον απομακρυσμένων από την αγορά εργασίας ανθρώπων.

Παροχή πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, όχι μόνον οι κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, αλλά όλες οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανιών δικτύου, όπως οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια και άλλες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας ή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ενεργητική ένταξη. Χωρίς επαρκώς προσβάσιμες και ποιοτικές υπηρεσίες, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι άνθρωποι δεν θα έχουν ευκαιρίες στην αγορά εργασίας και θα υφίστανται διακρίσεις όσον αφορά την ικανότητά τους να συμμετάσχουν στην κοινωνία. Οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, π.χ. οι τηλεπικοινωνίες ή οι ταχυδρομικές υπηρεσίες, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις ευάλωτες και τις μειονεκτούσες ομάδες της κοινωνίας.

Κάθε είδους διάκριση που αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες πρέπει να εξαλειφθεί, συμπεριλαμβανομένων αυτών που βασίζονται στην αναπηρία, την ηλικία, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, μέσω μιας οδηγίας της Ένωσης κατά των διακρίσεων. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να ορισθούν και να αναπτυχθούν ως πυλώνας του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, σε σχέση με την τεράστια σημασία της καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, πρέπει να εξετασθούν οι πολλαπλές διαστάσεις και η αλληλεξάρτηση διαφόρων απειλών φτώχειας, όπως π.χ. στην περίπτωση των αστέγων που ζουν στον δρόμο, οι οποίοι υποφέρουν από πολλαπλές στερήσεις, καθώς οι βασικές ανάγκες τους δεν καλύπτονται, γεγονός που καθιστά αδύνατη την είσοδό τους στην αγορά εργασίας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η άνιση μεταχείριση στην παροχή υγειονομικής περίθαλψης, στην πρόληψη και σε καταστάσεις που δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους κοινωνικού αποκλεισμού.

Βελτίωση του συντονισμού των πολιτικών

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η Επιτροπή πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το έγγραφο διαβούλευσης του σώματος συμβούλων ευρωπαϊκής πολιτικής με τίτλο «Η κοινωνική πραγματικότητα της Ευρώπης» κατά την ανάπτυξη μιας στρατηγικής για την κοινωνική ένταξη. Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η ανοικτή μέθοδος συντονισμού χρειάζεται εντονότερη επικέντρωση στην εξάλειψη της φτώχειας, όπως προβλέπεται στην κοινή έκθεση για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη 2008. Επιπλέον, η επιτυχής υλοποίηση συγκεκριμένων στόχων για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού απαιτεί ενισχυμένους δημόσιους προϋπολογισμούς και έναν σύνδεσμο μεταξύ της διαδικασίας διαβούλευσης και της αναθεώρησης του προϋπολογισμού της Ένωσης 2008/2009.

Ο καθορισμός κατάλληλων δεικτών σχετικά με το μέσο διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση των νοικοκυριών, τα επίπεδα των τιμών, την ελάχιστη αμοιβή, τα προγράμματα ελάχιστου εισοδήματος και τα συναφή επιδόματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το πρώτο βήμα απόδειξης της δέσμευσης κάθε κράτους μέλους.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η διαδικασία υλοποίησης πρέπει να περιλαμβάνει το επίπεδο της Ένωσης καθώς και το εθνικό, το περιφερειακό και το τοπικό επίπεδο και να εμπλέκει όλους τους συναφείς παράγοντες (κοινωνικούς εταίρους, ΜΚΟ), και κυρίως τα ίδια τα πλέον μειονεκτούντα άτομα. Απαιτείται βελτίωση του διαλόγου, της συμμετοχής και της προσωπικής εμπλοκής στη διαδικασία της ανοικτής μεθόδου συντονισμού σε όλα τα επίπεδα, η οποία θα οδηγήσει στη διατύπωση σαφών στόχων και πολιτικών, και στη συνέχεια σε συγκριτική αξιολόγηση και παρακολούθηση.

Η εισηγήτρια πιστεύει ότι η ανοικτή μέθοδος συντονισμού και η εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών πρέπει να αναπτυχθούν με έμφαση στη μείωση των περιφερειακών διαφορών και στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης για τους φτωχούς και τα μειονεκτούντα άτομα (ιδίως τους συνταξιούχους, τα άτομα με χρόνιες ασθένειες, τους μετανάστες).

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, πρέπει να αντιμετωπισθούν οι τρέχουσες δυσκολίες όσον αφορά τους ελλείποντες συνδέσμους μεταξύ των διαδικασιών συντονισμού (ανοικτή μέθοδος συντονισμού για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη, ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές, στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ΕΕ), προκειμένου να ενισχυθεί η προβολή και η δέσμευση προς την κατεύθυνση της εξάλειψης της φτώχειας και την προώθηση της κοινωνικής ένταξης σε όλες τις διαδικασίες συντονισμού.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, οι πλέον ευάλωτες και μειονεκτούσες ομάδες πρέπει να επωφελούνται κατά προτεραιότητα από κοινοτικά προγράμματα, όπως το ΕΚΤ και το EQUAL.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο μετονομασίας της στρατηγικής της Λισαβόνας σε «ανάπτυξη, θέσεις απασχόλησης και ένταξη», ονομασία που συνδέεται στενότερα με την ανοικτή μέθοδο συντονισμού για την κοινωνική ένταξη, και να προσθέσει μια διατομεακή κοινωνική κατευθυντήρια γραμμή.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ (*) (26.6.2008)

προς την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

σχετικά με την προώθηση της κοινωνικής ένταξης και της καταπολέμησης της φτώχειας, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής φτώχειας, στην ΕΕ

(2008/2034(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης (*): Anna Záborská

(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 47 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων καλεί την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 3, 16, 18, 23, 25, 26 και 29 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,

–   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών A/RES/46/121 και A/RES/47/134 και A/RES/49/179, A/RES/47/196, A/RES/50/107,

–   έχοντας υπόψη τα έγγραφα του οικονομικού και κοινωνικού συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών E/CN.4/Sub.2/1996/13, E/CN.4/1987/NGO/2, E/CN.4/1987/SR.29 και E/CN.4/1990/15, E/CN.4/1996/25, E/CN.4/Sub.2/RES/1996/25,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δικαιώματα του παιδιού (COM (2006)0367) και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Ιανουαρίου 2008(1), ιδίως τις παραγράφους 94 έως 117,

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW), που εγκρίθηκε το 1979,

–   έχοντας υπόψη τους αναπτυξιακούς στόχους της Χιλιετίας των Ηνωμένων Εθνών του 2000, ιδίως την εξάλειψη της φτώχειας και της πείνας (πρώτος στόχος), την επίτευξη καθολικής βασικής εκπαίδευσης (δεύτερος στόχος) και ίσες ευκαιρίες για άνδρες και γυναίκες (τρίτος στόχος) και την προστασία του περιβάλλοντος (έβδομος στόχος),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επίμονες ανισότητες των αμοιβών ανδρών και γυναικών θέτουν τις γυναίκες σε μειονεκτικότερη θέση όσον αφορά την αποφυγή της φτώχειας,

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας το 2000 συμφώνησε να εξαλείψει την παιδική φτώχεια στη Ευρώπη έως το 2010,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας το 2000 κάλεσε τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την παρακολούθηση της σύστασης του 1992 σχετικά με τις ελάχιστες εγγυήσεις πόρων που πρέπει να εξασφαλίζονται από τα συστήματα κοινωνικής προστασίας,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κίνδυνος της φτώχειας είναι σημαντικά υψηλότερος για τους ανέργους, τις μονογονεϊκές οικογένειες (που έχουν κυρίως αρχηγό γυναίκες), τους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι (επίσης ιδίως γυναίκες) και τις οικογένειες με αρκετά εξαρτώμενα μέλη,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ελλείψει κοινωνικών μεταβιβάσεων, ο κίνδυνος της φτώχειας στην Ένωση ιδίως για τις γυναίκες θα αυξανόταν από 16% σε 40%, ή σε 25% εξαιρουμένων των συνταξιοδοτικών πληρωμών,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι, συντομότερης διάρκειας, βραδύτερης εξέλιξης και λιγότερο καλά αμειβόμενες σταδιοδρομίες των γυναικών αυξάνουν τον κίνδυνο να περιέλθουν σε φτώχεια, ιδίως για τις γυναίκες άνω των 65 ετών (21% ή 5 εκατοστιαίες μονάδες περισσότερο από ό, τι οι άνδρες),

1.  υπογραμμίζει ότι η φτώχεια και η ανισότητα επηρεάζουν δυσανάλογα τις γυναίκες· επισημαίνει ότι το μέσο εισόδημα των γυναικών αντιστοιχεί μόλις στο 55 % του εισοδήματος των ανδρών·

2.  ζητά μια περισσότερο ρεαλιστική πολιτική και θεσμική προσέγγιση για την καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας, η οποία θα ενσωματώνει τις πολιτικές της ισότητας μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, της καταπολέμησης των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού και της ενεργού συμμετοχής, η οποία θα προάγει σαφώς και εξ ολοκλήρου κάθε στόχο, και κυρίως τη συνεργασία με τις πιο φτωχές οικογένειες, με ενώσεις γυναικών και τα πιο φτωχά άτομα·

3.  επισημαίνει ότι ο κίνδυνος να περιέλθουν σε κατάσταση ακραίας φτώχειας είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες από ό, τι για τους άνδρες·

4.  επισημαίνει ότι η επίμονη τάση αύξησης του ποσοστού των γυναικών μεταξύ των φτωχών στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες καταδεικνύει ότι το ισχύον πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, και το ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών και πολιτικών απασχόλησης δεν έχουν σχεδιαστεί για την κάλυψη των αναγκών των γυναικών και των διαφορών στην εργασία των γυναικών· υπογραμμίζει ότι η φτώχεια των γυναικών και ο κοινωνικός αποκλεισμός στην Ευρώπη απαιτεί ειδικές και πολλαπλές αντιδράσεις, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες των δύο φύλων·

5.  υποστηρίζει τη χρήση της ανοικτής μεθόδου συντονισμού για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη· καλεί την Επιτροπή, την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας και τα κράτη μέλη να καθορίσουν ειδικούς στόχους όσον αφορά την ισότητα των φύλων για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένης δέσμης πολιτικών δράσεων για τη στήριξη ομάδων γυναικών που αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, όπως οι μη παραδοσιακές και οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι μετανάστριες, οι γυναίκες πρόσφυγες και οι γυναίκες εθνοτικών μειονοτήτων, οι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες και οι γυναίκες με αναπηρία·

6.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν ειδική ανάλυση και μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και να αναπτύξουν κατευθυντήριες γραμμές σε επίπεδο Ένωσης για τη μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας σε σχέση με την ισότητα των φύλων, συμπεριλαμβανομένης της εξατομίκευσης των δικαιωμάτων στην κοινωνική ασφάλεια, προσαρμόζοντας την κοινωνική προστασία και τις υπηρεσίες στις μεταβαλλόμενες οικογενειακές δομές και διασφαλίζοντας ότι τα συστήματα κοινωνικής προστασίας αντισταθμίζουν καλύτερα την επισφαλή κατάσταση των γυναικών και καλύπτουν τις ανάγκες των πιο ευπαθών ομάδων γυναικών·

7.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους της Βαρκελώνης σχετικά με τις υπηρεσίες παιδικής μέριμνας·

8.  καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα προκειμένου να βοηθήσει τα κράτη μέλη να επιτύχουν μια αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης κοινωνικής αξίας·

9.  τονίζει ότι ένα σημαντικό δικαίωμα του παιδιού είναι το δικαίωμά του να ζει μαζί με τους γονείς του· τονίζει πόσο σημαντική είναι η οικογένεια για την ανάπτυξη των παιδιών ανεξαρτήτως της ηλικίας τους και της κοινωνικοικονομικής κατάστασης της οικογένειας· ζητεί, ως εκ τούτου, οι οικογένειας που ζουν σε κατάσταση ακραίας φτώχειας να βοηθηθούν ως οικογένειες στην προσπάθειά τους· ζητά από τα κράτη μέλη να σταματήσουν τον εγκλεισμό των παιδιών για κοινωνικοοικονομικούς λόγους, και να βοηθούν, επί μονίμου βάσεως, τους γονείς στην άσκηση των γονικών τους καθηκόντων, ακόμα και στις δυσμενείς καταστάσεις της ακραίας φτώχειας, καθώς η επένδυση στη χειραφέτηση των μητέρων/γυναικών σημαίνει επένδυση στα παιδιά/οικογένειες·

10. καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ειδική πολιτική για τα παιδιά του δρόμου, ιδίως όσον αφορά τις ιδιαίτερες ανάγκες τους στον τομέα της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων·

11. επαναλαμβάνει το αίτημά του στην Eurostat σχετικά με την κατάρτιση δεικτών για τη μέτρηση της επιτυχίας των εν λόγω πολιτικών, σε στενή συνεργασία με τις οργανώσεις που διαθέτουν πείρα στην καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας και, πιο συγκεκριμένα, με τα ίδια τα πιο φτωχά άτομα, για παράδειγμα το ευρωπαϊκό δίκτυο για την καταπολέμηση της φτώχειας, για άτομα και μέσω ατόμων με εμπειρία φτώχειας σύμφωνα με τις κατευθύνσεις των προγραμμάτων «διασταύρωσης γνώσεων»·

12. τονίζει το γεγονός ότι οι όλες αυτές οι επισφαλείς καταστάσεις εμποδίζουν όσους πλήττονται από αυτές να απολαμβάνουν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους· ζητά από τα ευρωπαϊκά, εθνικά και διεθνή θεσμικά όργανα να λάβουν υπόψη τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού που αγγίζει όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, και ιδίως να διερευνήσουν ιδίως την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ενδοοικογενειακής βίας και μακροπρόθεσμης φτώχειας·

13. υπενθυμίζει ότι οι πιο φτωχοί αναφέρουν συχνά ότι η ύπαρξη ασφαλούς εισοδήματος αντάξιου της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή σταθερής και αμειβόμενης απασχόλησης τους επιτρέπει να ανακτήσουν την υπερηφάνεια, την αξιοπρέπεια, την αυτοεκτίμησή τους απέναντι στα παιδιά τους και στις οικογένειές τους, και, στο ίδιο πλαίσιο, ότι η εξάλειψη της μισθολογικής ανισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο· ζητά, κατά συνέπεια, η πορεία προς την ένταξη στην επαγγελματική ζωή να προβλέπει τη στήριξη των πιο αδύναμων ατόμων και εργαζομένων, προκειμένου να είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας πραγματικής κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς και με σεβασμό προς τους πιο φτωχούς πολίτες της·

14. επισημαίνει ότι 20 εκατομμύρια άτομα, ιδίως γυναίκες, στην Ένωση πλήττονται από φτώχεια ενώ εργάζονται, δηλ. το 6% του συνολικού πληθυσμού και το 36% του εργαζόμενου πληθυσμού διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ενώ εργάζεται· καλεί τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν σε νομοθεσία περί ελάχιστου μισθού ως αναπόσπαστου στοιχείου της ενεργού ένταξης·

15. δηλώνει ότι τα καθεστώτα επαρκούς ελάχιστου εισοδήματος αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για μία Ένωση η οποία θα βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και τις ίσες ευκαιρίες για όλους· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την παροχή επαρκούς ελάχιστου εισοδήματος για περιόδους εκτός εργασίας ή μεταξύ εργασιών, με ιδιαίτερη προσοχή σε ομάδες γυναικών που έχουν πρόσθετες ευθύνες·

16.ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από τα κράτη μέλη και από τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και τις οργανώσεις βάσης/αυτοβοήθειας που έχουν συσταθεί από ανθρώπους με εμπειρία φτώχειας, να μεριμνήσουν ώστε, σε συναντήσεις διαφορετικών επιπέδων, όλο και περισσότερα παιδιά διαφορετικών πολιτισμών και διαφορετικού κοινωνικού υπόβαθρου να έχουν την ευκαιρία να εκπροσωπήσουν την περιοχή ή τη χώρα τους· καλεί την Ένωση και τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν εθνικά δίκτυα και οργανώσεις κατά της φτώχειας (όπως το ευρωπαϊκό δίκτυο κατά της φτώχειας) ως οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και να τα στηρίζουν συστηματικά· καλεί την Ένωση και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση αυτών των οργανώσεων βάσης στην πολιτική τους σε κάθε επίπεδο λήψης αποφάσεων, να διαθέσουν πόρους για να επιτρέψουν την έκφραση των πιο αποκλεισμένων παιδιών, υλοποιώντας μαζί με τα παιδιά μακροπρόθεσμα έργα, τα οποία θα συνοδεύονται από επαρκείς χρηματοοικονομικούς και ανθρώπινους πόρους· καλεί τους εμπλεκόμενους φορείς να ενθαρρύνουν έργα που επιτρέπουν τη συνάντηση παιδιών από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα και από διαφορετικούς πολιτισμούς, υπογραμμίζοντας τη διεπιστημονική πτυχή των έργων, επιτρέποντας την καλλιτεχνική δημιουργία και δίνοντας στα παιδιά ευκαιρίες να εκφράσουν τις ιδέες τους σχετικά με πιθανές λύσεις και επίσης να τις μεταλαμπαδεύσουν σε άλλους (ανταλλαγή μεταξύ συνομηλίκων)·

17. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μια ανοικτή μέθοδο συντονισμού στον τομέα των υπηρεσιών μέριμνας προκειμένου να διατυπώσουν συστάσεις σχετικά με τον τρόπο κάλυψης της ανάγκης παροχής υπηρεσιών μέριμνας στην Ευρώπη (δηλ. την οργάνωση και τη χρηματοδότηση της μέριμνας για παιδιά και άλλα εξαρτώμενα άτομα), καθορίζοντας μεταξύ άλλων συγκεκριμένους στόχους και δείκτες με σκοπό τη δημιουργία υποδομών παιδικής μέριμνας για το 90% των παιδιών από τη γέννησή τους έως την ηλικία υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης σε ολόκληρη την Ένωση και την επίτευξη επαρκούς επιπέδου μέριμνας για άλλα εξαρτώμενα άτομα έως το 2015· υπογραμμίζει ότι όλες οι υπηρεσίες θα πρέπει να πληρούν τα κριτήρια της οικονομικής προσιτότητας, της προσβασιμότητας και της ικανοποιητικής ποιότητας ούτως ώστε η ανατροφή των παιδιών και η φροντίδα των εξαρτώμενων ατόμων να μην αποτελεί πια «κίνδυνο φτώχειας» για τις γυναίκες·

18. ενθαρρύνει την ελεύθερη και απρόσκοπτη συμμετοχή στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη διά βίου μάθηση, καθώς και στην κατάρτιση σχετικά με τη ορθή διαχείριση των οικονομικών πόρων·

19. καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν σε όλα τα παιδιά, και ιδίως σε αυτά που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, την ευκαιρία να συμμετάσχουν στον κοινωνικό, ψυχαγωγικό, αθλητικό και πολιτιστικό βίο·

20. καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν ότι οι μονογονεϊκές οικογένειες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας και να λάβουν ιδιαίτερη μέριμνα για αυτούς τους τύπους οικογένειας·

21. θεωρεί ότι ο κίνδυνος να περιέλθουν σε φτώχεια είναι μεγαλύτερος για τις γυναίκες από ό, τι για τους άνδρες, ιδίως σε μεγάλη ηλικία, επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης βασίζονται συχνά στην αρχή της συνεχούς αμειβόμενης απασχόλησης· ζητεί τη θέσπιση ενός εξατομικευμένου δικαιώματος για επαρκές ελάχιστο εισόδημα, το οποίο δεν θα εξαρτάται από τις εισφορές που σχετίζονται με την απασχόληση·

22. υπογραμμίζει ότι το μερίδιο της μερικής απασχόλησης στην Ένωση είναι 31% για τις γυναίκες και 7,4% για τους άνδρες· υπογραμμίζει ότι η μερική απασχόληση για τις γυναίκες συχνά δεν είναι παρά ασήμαντη και περιθωριακή μερική εργασία με ελάχιστη αμοιβή και ανεπαρκή κοινωνική προστασία· υπογραμμίζει ότι οι γυναίκες διατρέχουν συνεπώς μεγαλύτερο κίνδυνο να περιέλθουν σε φτώχεια, ιδίως σε μεγάλη ηλικία, καθώς οι συντάξεις από τη μερική απασχόληση πολύ συχνά δεν εξασφαλίζουν οικονομική ανεξαρτησία·

23. υπογραμμίζει τη σημασία, λαμβάνοντας υπόψη σε κάθε περίπτωση το συμφέρον του παιδιού, της στήριξης της επανένωσης των παιδιών του δρόμου, των παιδιών θυμάτων εμπορίας και των ασυνόδευτων ανηλίκων με τις οικογένειές τους· υπογραμμίζει ότι η επανένωση θα πρέπει να συνοδεύεται από ειδικά μέτρα κοινωνικής επανένταξης στις περιπτώσεις που η κοινωνικοοικονομική κατάσταση οδήγησε το παιδί να εμπλακεί σε παράνομες δραστηριότητες δημιουργίας εισοδήματος οι οποίες είναι επιβλαβείς για τη σωματική και ηθική ανάπτυξη του παιδιού, όπως η πορνεία και η εμπορία ναρκωτικών·

24. προτρέπει τη Eurostat να αναπτύξει σύνδεση με τη δέσμη δεικτών που καταρτίζονται για την παρακολούθηση του αντικτύπου της δραστηριότητας της Ένωσης στα δικαιώματα και την ευημερία των παιδιών, κατά παραγγελία του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· επισημαίνει την ανάγκη κοινής προσπάθειας της Επιτροπής, του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και των κρατών μελών σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών, διεθνείς οργανισμούς και ερευνητικά κέντρα για τη βελτίωση της συγκέντρωσης συγκρίσιμων στατιστικών δεδομένων σχετικά με την κατάσταση των παιδιών στην ΕΕ(2)· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα δυνατά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με τη σύσταση που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας για την παιδική φτώχεια και ευημερία στην Ευρώπη, η οποία εγκρίθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2008 και η οποία υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να επανεξετάσουν τις διαφορετικές πηγές δεδομένων που είναι διαθέσιμες σε εθνικό και υποεθνικό επίπεδο για τα παιδιά που βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση·

25. ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη ότι ο φαύλος κύκλος της ακραίας φτώχειας, της ευπάθειας, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού θέτει τα παιδιά, και ιδίως τα παιδιά του δρόμου, σε ιδιαίτερο κίνδυνο και ότι απαιτούνται διαφοροποιημένες και εξατομικευμένες δράσεις για την αντιμετώπιση των πολλαπλών στερήσεων· παροτρύνει τα κράτη μέλη να εγκρίνουν κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια προκειμένου να θέσουν τέρμα στην εμπορία και την πορνεία παιδιών, την παιδική τοξικομανία, τη βία σε βάρος των παιδιών και την παιδική εγκληματικότητα·

26. καλεί την ΕΕ, τα κράτη μέλη και τις ενώσεις της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών να διασφαλίσουν ότι η παιδική συμμετοχή οργανώνεται πάντα σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ασφαλούς και εποικοδομητικής συμμετοχής·

27. υπενθυμίζει ότι η ακραία φτώχεια και η περιθωριοποίηση πλήττουν σοβαρά την ανάπτυξη των παιδιών του δρόμου, τα καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτα στη σωματική, ψυχική και σεξουαλική κακοποίηση, παρεμποδίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες ποιότητας και τα οδηγούν σε παράνομες δραστηριότητες οι οποίες τα θέτουν στο περιθώριο της κοινωνίας και περιορίζουν τις ευκαιρίες τους να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας· προτρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν συγκεκριμένα και στοχοθετημένα μέτρα για την κάλυψη των ειδικών αναγκών των παιδιών του δρόμου και να συντονίσουν καλύτερα τη δράση των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών προκειμένου να υπερπηδήσουν την ανεπάρκεια των συνήθων μεθόδων παρέμβασης για την αντιμετώπισή τους· υπογραμμίζει την αυξανόμενη ευρωπαϊκή διάσταση του φαινομένου των παιδιών του δρόμου και ζητεί την ανάληψη μιας κοινής συντονισμένης δράσης η οποία θα αντιμετωπίζει τα βασικά αίτια της ακραίας περιθωριοποίησης και φτώχειας των παιδιών του δρόμου και των οικογενειών τους, βελτιώνοντας την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες ποιότητας και καταπολεμώντας το οργανωμένο έγκλημα· καλεί το Συμβούλιο να συμφωνήσει σε μια πανευρωπαϊκή δέσμευση βάσει του προαναφερθέντος ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με μια στρατηγική της Ένωσης για τα δικαιώματα του παιδιού(3) προκειμένου να τεθεί τέρμα στο φαινόμενο των παιδιών του δρόμου έως το 2015.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

25.6.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

0

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Emine Bozkurt, Claire Gibault, Lissy Gröner, Esther Herranz García, Lívia Járóka, , Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Urszula Krupa, Roselyne Lefrançois, Astrid Lulling, Doris Pack, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Zita Pleštinská, Άννυ Ποδηματά, Christa Prets, Teresa Riera Madurell, Eva-Britt Svensson, Corien Wortmann-Kool, Anna Záborská

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jill Evans, Iratxe García Pérez, Anna Hedh, Mary Honeyball, Maria Petre

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pedro Guerreiro, Eva Lichtenberger, Helmuth Markov

(1)

Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2008)0012.

(2)

2007/2093(INI)).

(3)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0012.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

10.9.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

46

2

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Andersson, Edit Bauer, Iles Braghetto, Philip Bushill-Matthews, Milan Cabrnoch, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Jean Louis Cottigny, Jan Cremers, Proinsias De Rossa, Harald Ettl, Richard Falbr, Carlo Fatuzzo, Ilda Figueiredo, Roger Helmer, Stephen Hughes, Karin Jöns, Ona Juknevičienė, Jean Lambert, Bernard Lehideux, Elizabeth Lynne, Thomas Mann, Mary Lou McDonald, Elisabeth Morin, Juan Andrés Naranjo Escobar, Csaba Őry, Siiri Oviir, Pier Antonio Panzeri, Rovana Plumb, Jacek Protasiewicz, Elisabeth Schroedter, José Albino Silva Peneda, Jean Spautz, Gabriele Stauner, Ewa Tomaszewska, Anne Van Lancker, Gabriele Zimmer, Μαρία Ματσούκα, Биляна Илиева Раева

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Petru Filip, Donata Gottardi, Румяна Желева, Anne E. Jensen, Sepp Kusstatscher, Claude Moraes, Roberto Musacchio, Agnes Schierhuber

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου