Διαδικασία : 2009/2090(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0010/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0010/2010

Συζήτηση :

PV 25/03/2010 - 3
CRE 25/03/2010 - 3

Ψηφοφορία :

PV 25/03/2010 - 8.4
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0090

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 198kWORD 123k
2.2.2010
PE 430.387v02-00 A7-0010/2010

σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2008

(2009/2090(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Edward Scicluna

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2008

(2009/2090(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για το 2008,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 15 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη,

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Λισαβόνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την ΕΕ και τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 2ας Απριλίου 1998 σχετικά με τον δημοκρατικό έλεγχο κατά την τρίτη φάση της ΟΝΕ(1),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής στις 7ης Οκτωβρίου 2009 "Ετήσια δήλωση για την ευρωζώνη 2009" (COM(2009)0527) και το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει αυτή την ανακοίνωση (SEC(2009)1313/2),

–   έχοντας υπόψη την ενδιάμεση οικονομική πρόβλεψη της Επιτροπής, του Σεπτεμβρίου 2009,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής της 23ης Σεπτεμβρίου 2009 για την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την κοινοτική μακροπροληπτική εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (COM(2009)0499),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής της 23ης Σεπτεμβρίου 2009 για την έκδοση απόφασης του Συμβουλίου για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσον αφορά τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (COM(2009)0500),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A7-0010/2010),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα τη χειρότερη παγκόσμια οικονομική ύφεση από τη δεκαετία του 1930, οι επιπτώσεις της οποίας θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν σημαντικά τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό των χωρών τα επόμενα χρόνια,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πραγματικό ΑΕγχΠ στην ευρωζώνη αυξήθηκε το 2008 μόνο κατά 0,7%, λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, και υπολογίζεται ότι σημείωσε σημαντική κάμψη το 2009,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2008 ο μέσος ετήσιος δείκτης πληθωρισμού ανήλθε στο 3,3%, φτάνοντας το 4% το καλοκαίρι του 2008, που είναι ο υψηλότερος δείκτης που έχει καταγραφεί από τότε που καθιερώθηκε το ευρώ, και ότι στη συνέχεια ο δείκτης πληθωρισμού πέρασε σε αρνητικές τιμές το καλοκαίρι του 2009,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέσο έλλειμμα της ευρύτερης δημόσιας διοίκησης («γενική κυβέρνηση») στην ευρωζώνη αυξήθηκε από 0,6% του ΑΕγχΠ το 2007, σε 1,9% το 2008 και, στα μέσα Οκτωβρίου 2009, 20 κράτη μέλη είχαν τεθεί υπό τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μέσος δείκτης δημόσιου χρέους στην ευρωζώνη αυξήθηκε από 66,2% του ΑΕγχΠ στο τέλος του 2007 σε 69,6% στο τέλος του 2008, και ότι ο δείκτης αυτός αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο τα επόμενα έτη,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2008 η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έναντι του αμερικανικού δολαρίου σημείωσε έντονες διακυμάνσεις, με την τιμή του να απογειώνεται στα 1,60 δολάρια τον Ιούλιο και να πέφτει στα 1,25 δολάρια τον Οκτώβριο, αλλά εν συνεχεία ανέβηκε στα 1,50 δολάρια τον Οκτώβριο του 2009,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΚΤ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008 κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια, πριν τα αυξήσει τον Ιούλιο του 2008 κατά 25 μονάδες βάσης στο 4,25% και έπειτα προχωρήσει σε συνεχείς μειώσεις κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008 φτάνοντας στο 2,5% και, εν συνεχεία, στο 1% το 2009,

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι, αντιμέτωπη με την χρηματοπιστωτική κρίση, η ΕΚΤ διεύρυνε σημαντικά την παροχή ρευστότητας προς τις τράπεζες της ευρωζώνης και έλαβε μια σειρά έκτακτων μέτρων για τη βελτίωση της πληγείσας λειτουργίας των χρηματαγορών· λαμβάνοντας υπόψη ότι παρόμοιες διευκολύνσεις για την ενίσχυση της ρευστότητας παρασχέθηκαν μόνο σε ορισμένα κράτη μέλη που δεν ανήκουν στην ευρωζώνη,

Εισαγωγή

1.  καλωσορίζει τη Σλοβακία στην ευρωζώνη και σημειώνει την επιτυχή είσοδό της·

2.  υπενθυμίζει ότι για την προσχώρηση στο ευρώ προαπαιτούμενο είναι η ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

3.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας χορηγεί στην ΕΚΤ το καθεστώς θεσμικού οργάνου της ΕΕ· πιστεύει ότι αυτό θα αυξήσει την ευθύνη του Κοινοβουλίου, ως του κατ’ εξοχήν οργάνου μέσω του οποίου η ΕΚΤ λογοδοτεί στους ευρωπαίους πολίτες·

Η απάντηση της ΕΚΤ στη χρηματοπιστωτική κρίση

4.  επισημαίνει ότι το 2008 ήταν το έτος κατά το οποίο η ΕΚΤ, λόγω της καταστροφικής οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης και των εκτεταμένων επιπτώσεών της, υποχρεώθηκε να λάβει μερικές από τις δυσκολότερες αποφάσεις που αντιμετώπισε από τη σύστασή της·

5.  επισημαίνει ότι οι οικονομικές προγνώσεις της ΕΚΤ, όπως και αυτές του ΔΝΤ και άλλων διεθνών οργανισμών, δεν πρόβλεψαν τη σοβαρότητα της πτωτικής τάσης του 2008·

6.  επισημαίνει ότι η ΕΚΤ συνέχισε να αντιδρά στη χρηματοπιστωτική κρίση βοηθώντας τα κράτη μέλη με τη διατήρηση και επέκταση της παροχής ρευστότητας προς τα πιστωτικά ιδρύματα· συνιστά στην ΕΚΤ να παράσχει ρευστότητα και εκτός της ευρωζώνης, για να βοηθήσει τα κράτη μέλη που έχουν πληγεί περισσότερο από τη χρηματοπιστωτική κρίση·

7.  εκφράζει την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι ορισμένες εμπορικές τράπεζες δεν μετακύλισαν τη μείωση των επιτοκίων στους πελάτες τους, και ότι η κατάσταση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη όταν τα επιτόκια της ΕΚΤ έφτασαν στα χαμηλότερα επίπεδά τους·

8.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η ΕΚΤ διεύρυνε τη συνήθη προσέγγισή της όσον αφορά τη νομισματική πολιτική και έλαβε μια σειρά ειδικών μέτρων, όπως τον προσανατολισμό της παροχής ρευστότητας προς την πραγματική ζήτηση και τη διάθεση ρευστότητας για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα·

9.  επισημαίνει ότι οι μειώσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ ήταν λιγότερο ριζικές από αυτές άλλων κεντρικών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και της Τράπεζας της Αγγλίας στο ΗΒ, αλλά και συγκρινόμενες με τις προσδοκίες πολλών οικονομικών παρατηρητών την εποχή εκείνη·

10. εκφράζει την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η πρόσθετη ρευστότητα που χορήγησε η ΕΚΤ δεν ανακούφισε επαρκώς την πιστωτική ασφυξία που αντιμετώπιζε η βιομηχανία, και ιδίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και αντ’ αυτού αξιοποιήθηκε από ορισμένες τράπεζες για τη αύξηση των περιθωρίων κέρδους τους και την κάλυψη ζημιών·

11. αποδοκιμάζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν ακολούθησαν τη συμβουλή της ΕΚΤ να συναρτήσουν τα προγράμματα στήριξης των τραπεζών με όρους, διαμορφωμένους από κοινού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά τις πληρωμές μερισμάτων και μπόνους, τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, και ιδίως των ΜΜΕ, και τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε φορολογικούς παραδείσους·

12. συμμερίζεται την άποψη της ΕΚΤ ότι η συνεχώς αυξανόμενη πολυπλοκότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων, παράλληλα με μια σχετική έλλειψη διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την εποπτική αδυναμία των ρυθμιστικών αρχών και τα κενά στη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, συνέβαλαν στη διόγκωση του συστημικού κινδύνου· επισημαίνει επιπλέον ότι αυτό συνέβαλε στην εντεινόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

13. ζητεί την άποψη της ΕΚΤ όσον αφορά τη δημιουργία οίκου συμψηφισμού στην ευρωζώνη για χρηματοπιστωτικά μέσα όπως οι συμβάσεις ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης·

14. εφιστά την προσοχή της ΕΚΤ στον κίνδυνο να υπάρξουν νέες κερδοσκοπικές φούσκες, ιδίως στην αγορά πρώτων υλών· την καλεί να προειδοποιήσει χωρίς χρονοτριβή τις κυβερνήσεις·

15. συμφωνεί με την ΕΚΤ όσον αφορά την ανάγκη άντλησης διδαγμάτων από την κρίση, και ειδικότερα ότι για να μην επαναληφθεί παρεμφερής κρίση πρέπει να βελτιωθεί η διαχείριση του κινδύνου και της ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα καθώς και η διαφάνεια των χρηματοπιστωτικών αγορών και οργανισμών· υπενθυμίζει ότι οι παγκόσμιες ανισομέρειες που συνδέονται με διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ του ευρώ και των νομισμάτων τρίτων χωρών, όπως το δολάριο και το ρενμίνμπι-γιουάν, πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν για να αποφευχθούν χρηματοπιστωτικές κρίσεις στο μέλλον·

16. χαιρετίζει την πρωτοβουλία της ΕΚΤ να προτείνει μια λεπτομερή «στρατηγική εξόδου» από τη νομισματική της χαλάρωση, στρατηγικής που θα πρέπει να εφαρμοστεί στον βαθμό που καθίσταται αναγκαίο και την κατάλληλη χρονική στιγμή· επιμένει ότι, σε σχέση με αυτό, ζωτική σημασία έχουν η χρονική συγκυρία και ο συντονισμός της πολιτικής μεταξύ των κρατών μελών· εκφράζει εν προκειμένω την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα μέτρα αυτά θα παύσουν αυτομάτως μόλις η οικονομική κατάσταση σημειώσει σταθερή βελτίωση·

17. συνιστά ότι οποιαδήποτε κίνηση προς την κατεύθυνση της αύξησης των επιτοκίων πρέπει να γίνει με εξαιρετική προσοχή, ούτως ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η μελλοντική οικονομική ανάπτυξη·

18. πιστεύει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρήσουν τα μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης που λαμβάνουν επί του παρόντος για την προστασία των θέσεων εργασίας, την ενθάρρυνση των επενδύσεων και την τόνωση της ανάπτυξης και ότι θα πρέπει να καταργήσουν τα μέτρα αυτά μόλις υπάρξει βιώσιμη επιστροφή στην ανάπτυξη, οπότε και θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τα υπερβολικά δημόσια ελλείμματα·

Οικονομική και νομισματική σταθερότητα

19. συμμερίζεται τις ανησυχίες της ΕΚΤ όσον αφορά τις αποκλίσεις που υπάρχουν μεταξύ των οικονομιών στην ευρωζώνη και τον τρόπο με τον οποίον έπληξε η κρίση διάφορες χώρες, ιδίως αυτές με προϋπάρχουσες διαρθρωτικές ανεπάρκειες, υψηλό μοναδιαίο κόστος εργασίας, ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και χρέος·

20. καλεί όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης να λάβουν υπόψη τους ότι, για να υπάρξει μια πραγματική οικονομική και νομισματική ένωση, η συμμετοχή στην ευρωζώνη δεν μπορεί να θεωρείται αυτοσκοπός και επισημαίνει την ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις· προσθέτει ότι η μη ανάληψη τέτοιων μεταρρυθμίσεων θα έθετε σε κίνδυνο την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης·

Διακυβέρνηση και διαδικασία λήψης αποφάσεων

21. επισημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό μεταβλητότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών, το ευρώ έχει ενισχυθεί, κυρίως έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και του ρενμίνμπι-γιουάν, και εκφράζει την ανησυχία ότι αυτό θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα της ευρωζώνης·

22. συνιστά στην ΕΚΤ να ενισχύσει τη διαφάνεια των εργασιών της, προκειμένου να αυξηθεί η νομιμότητα και η προβλεψιμότητά τους, ιδίως με τη δημοσίευση των πρακτικών των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με τις πρακτικές του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος των ΗΠΑ, της Τράπεζας της Αγγλίας και της Τράπεζας της Ιαπωνίας· πιστεύει ότι η διαφάνεια είναι επίσης απαραίτητη όσον αφορά τα εσωτερικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των δύσκολα ρευστοποιήσιμων ασφαλειών και τις αποτιμήσεις συγκεκριμένων τίτλων που προσφέρονται ως ασφάλεια·

23. επαναβεβαιώνει τη στήριξή του για τριμηνιαίο νομισματικό διάλογο μεταξύ Κοινοβουλίου και ΕΚΤ· προσθέτει ότι ο διάλογος αυτός αποτελεί σημαντικό μηχανισμό εξέτασης του έργου της ΕΚΤ και συμβολή στον δημόσιο έλεγχό της και τη διαφάνεια·

24. επισημαίνει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, στην οποία συμβάλλει ο τρόπος ορισμού της εκτελεστικής της επιτροπής· φρονεί ότι η ανεξαρτησία αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί με την αξιοποίηση του νέου νομικού καθεστώτος που εκχωρείται στην ΕΚΤ στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας και του υφιστάμενου καταστατικού της ΕΚΤ προκειμένου οι υποψήφιοι που προτείνει το Συμβούλιο να υπόκεινται στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατόπιν ψηφοφορίας·

25. αναλαμβάνει την υποχρέωση να δημιουργήσει μια επιτροπή επιλογής που θα απαρτίζεται από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες και η οποία θα καταστήσει δυνατή, το 2010, την επιλογή διαφόρων υποψηφίων για τη θέση του μέλους της εκτελεστικής επιτροπής· διευκρινίζει ότι τα πρόσωπα που θα επιλεγούν με αυτό τον τρόπο θα υποβληθούν σε ακρόαση από την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτι που θα επισημοποιήσει τον συμβουλευτικό ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην αξιολόγηση των υποψηφίων· από την ακρόαση θα προκύψει ψήφισμα που θα εγκρίνει η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο θα διαβιβαστεί στο Συμβούλιο πριν αυτό διαβιβάσει τις συστάσεις του στις κυβερνήσεις των κρατών μελών·

26. πιστεύει ότι η κρίση απέδειξε ότι οι αγορές είναι ευεπίφορες σε συστημικούς κινδύνους· χαιρετίζει την πρόταση για την σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), που θα παρέχει έγκαιρη προειδοποίηση σχετικά με μελλοντικούς κινδύνους και ανισορροπίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές· σημειώνει ότι το ΕΣΣΚ πρέπει να αντιδρά άμεσα και αποτελεσματικά απέναντι σε έναν αναδυόμενο συστημικό κίνδυνο· επισημαίνει ότι, για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική λειτουργία του ΕΣΣΚ, πρέπει να υπάρξει ποιοτικός ορισμός του «συστημικού κινδύνου»· κατά συνέπεια, καλεί την ΕΚΤ να καθιερώσει σαφή πρότυπα και ορισμούς και, γενικότερα, να στηρίξει πλήρως την αποτελεσματική λειτουργία του ΕΣΣΚ· προσθέτει ότι οιαδήποτε νέα καθήκοντα ανατεθούν στην ΕΚΤ όσον αφορά το ΕΣΣΚ δεν θα πρέπει επ' ουδενί να θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία της ΕΚΤ·

27. επισημαίνει τον ρόλο που έπαιξε η Ευρωομάδα στην προώθηση στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στην ευρωζώνη· κατά συνέπεια, χαιρετίζει το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας χορηγεί νομική προσωπικότητα στην Ευρωομάδα· επιπλέον, συνιστά να συνεχίσει η ΕΚΤ να συμμετέχει πλήρως στις άτυπες συνεδριάσεις των μελών της Ευρωομάδας·

Η εξωτερική διάσταση του ευρώ

28. χαιρετίζει το γεγονός ότι το ευρώ έχει συμβάλει σε αύξηση της διασυνοριακής παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην ευρωζώνη και, κατά συνέπεια, έχει συμβάλει στη δημιουργία μιας χρηματαγοράς με υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης·

29. επισημαίνει ότι η θέση του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος συνεχίζει να βελτιώνεται, με αποτέλεσμα στα τέλη του 2008 το 26,5% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων να είναι σε ευρώ·

30. πιστεύει ότι η συνεχώς βελτιούμενη διεθνής θέση του ευρώ θα προσφέρει πλεονεκτήματα και θα δημιουργήσει ευθύνες στην παγκόσμια σκηνή· πιστεύει ότι αυτό θα συνεχίσει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη που βρίσκονται εκτός της ευρωζώνης, καθώς και τρίτες χώρες, να επιζητούν να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη·

31. πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να συνεργαστεί με την ΕΚΤ και τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ προκειμένου να συνεχίσει να ενισχύεται ο ρόλος της ευρωζώνης στην παγκόσμια νομισματική και χρηματοπιστωτική σκηνή·

32. πιστεύει ότι η ΕΕ, όταν εκφράζει τις απόψεις της για το μέλλον του διεθνούς νομισματικού συστήματος, θα πρέπει να εμπνέεται από τη διαδικασία που κατέστησε δυνατή την υιοθέτηση του ευρώ·

33. πιστεύει ότι η ΕΚΤ, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες και το Συμβούλιο των Διοικητών οφείλουν να αναγνωρίζουν και να σέβονται την κοινωνική ευθύνη τους έναντι του προσωπικού τους και της κοινωνίας και να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη το μνημόνιο για τις κοινωνικές πτυχές που κατάρτισε η μόνιμη επιτροπή των συνδικαλιστικών οργανώσεων των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών·

0 0

0

24. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Ευρωομάδα και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(1)

ΕΕ C 138, 4.5.1998, σ. 177.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η παρούσα έκθεση αξιολογεί την ετήσια έκθεση για το 2008 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και την επίδοση της ΕΚΤ στη συνεχή αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Καθόσον η δημοσίευση της έκθεσης της ΕΚΤ τον Απρίλιο του 2001 και οι ευρωπαϊκές εκλογές του Ιουνίου καθυστέρησαν την εκπόνηση της έκθεσης του Κοινοβουλίου, αναπόφευκτα σημειώθηκε κάποια επικάλυψη όσον αφορά την εκτίμηση των πολιτικών της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια του 2009. Η παρούσα έκθεση εστιάζει κυρίως στις επιδόσεις της ΕΚΤ όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική και την οικονομική κρίση, τις αποκλίσεις μεταξύ των οικονομιών της ευρωζώνης που επιδεινώθηκαν από την κρίση, τη στρατηγική της ΕΚΤ για έξοδο από την κρίση και τη διακυβέρνηση της ΕΚΤ.

Δύο χρόνια χρηματοπιστωτικής αναταραχής

Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση είχαν ως αποτέλεσμα τη χειρότερη παγκόσμια οικονομική ύφεση από τη δεκαετία του 1930. Πράγματι, τα δύο τελευταία χρόνια ήταν τα πλέον δύσκολα για την ΕΚΤ στο ρόλο του θεματοφύλακα της νομισματικής σταθερότητας και σταθερότητας των τιμών από την εποχή της ίδρυσής της. Μετά από μια σχετικά ευνοϊκή περίοδο οικονομικής ανάπτυξης που σημειώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης κατά τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές της παρούσας δεκαετίας, υποχρεώθηκε να αντιδράσει σε μια κρίση που κλόνισε τον πυρήνα του χρηματοπιστωτικού και πολιτικού κόσμου. Τα περισσότερα από τα κράτη μέλη της έθεσαν τις οικονομίες τους σε μια "δοκιμασία κοπώσεως", όχι μέσω ενός προσομοιωμένου μοντέλου (όπως συνέβαινε συχνά παλαιότερα), αλλά σε πραγματικό χρόνο και με συνέπειες που ήταν απολύτως αληθινές.

Το 2008, η αύξηση του ΑΕγχΠ στην ευρωζώνη περιορίστηκε μόλις στο 0,7% και, όταν η παρούσα έκθεση ψηφιστεί στην ολομέλεια, θα έχουμε λάβει γνώση των τρομακτικών στατιστικών στοιχείων της σημαντικής οικονομικής συρρίκνωσης, σε συνδυασμό με τα αφύσικα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις προβλέψεις για εξαιρετικά γλίσχρα ανάκαμψη το 2010 και 2011.

Τα περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων τους και απελπιστικό δημόσιο χρέος. Οι οικονομικές προβλέψεις της Επιτροπής τον Μάιο του 2009 προέβλεπαν μέσο όρο δημοσιονομικών ελλειμμάτων στην ευρωζώνη της τάξης του 5,3% και μέσο δημόσιο χρέος της τάξης του 77,7%, αριθμητικά στοιχεία που, με τη σειρά τους, αναμένεται αμφότερα να αυξηθούν το 2010. Παρά τα πακέτα τόνωσης που προώθησαν τα κράτη μέλη στην Ευρώπη, η ανεργία, ιδίως μεταξύ των νέων κάτω των 25 ετών, αυξήθηκε ραγδαία, πράγμα που αναμένεται να επαναληφθεί και το 2010. Ωστόσο, ο κύριος όγκος του αυξημένου δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων οφείλεται στη μείωση των φορολογικών εσόδων και στις αυξημένες δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με τα μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης που εκτιμώνται περί το 1,5% του ΑΕγχΠ της ΕΕ. Θα χρειαστούν αρκετά χρόνια ώστε τα ελλείμματα αυτά που οφείλονται στη χρηματοπιστωτική κρίση να επανέλθουν στα επίπεδα του 2006 και 2007.

Η απάντηση της ΕΚΤ στην κρίση

Η βασική λειτουργία της ΕΚΤ σύμφωνα με τις συνθήκες ΕΕ, είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Μολονότι τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008 ο πληθωρισμός υπερέβαινε πολύ το όριο του 2% που είχε θέσει η ίδια η ΕΚΤ, οπότε έφτασε στο ανώτατο όριο του 4% , έκτοτε οι δείκτες πληθωρισμού κατέρρευσαν και πλέον κινούνται σε αρνητικά επίπεδα.

Παράλληλα με τις οικονομικές αυτές επιδόσεις, η ΕΚΤ, αφού τον Ιούνιο του 2008 έλαβε απόφαση για αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στο 4,25%, από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του 2009 μείωσε σταδιακά τα επιτόκια από 4,25% σε 2% και τον Μάιο του 2009 έφτασε στο 1%, σε μια προσπάθεια αναθέρμανσης του δανεισμού.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι ενίοτε δημιουργείται η εντύπωση ότι οι μειώσεις των επιτοκίων δεν ήταν όσο δραστικές ήταν οι περικοπές στις οποίες προέβησαν άλλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών και η Τράπεζα της Αγγλίας. Πράγματι, την άποψη αυτή υιοθετούσαν πολλοί πολιτικοί και οικονομικοί παρατηρητές.

Έτσι λοιπόν, ο κύριος ρόλος της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν να επεκτείνει σημαντικά τις διατάξεις περί ρευστότητας που θέσπισε το 2007 με μη τυποποιημένα μέτρα, προκειμένου να παράσχει βοήθεια στα κράτη μέλη. Η ΕΚΤ προσάρμοσε το πλαίσιο διαχείρισης της ρευστότητας, κυρίως μέσω της προσφυγής σε διαδικασίες δημοπρασίας σταθερού επιτοκίου, ενώ για το σύνολο των προσφορών χρησιμοποιούντο οι πράξεις ελεύθερης αγοράς, περιόρισε προσωρινά το περιθώριο των επιτοκίων στις υφιστάμενες διευκολύνσεις, διευρύνοντας τον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο εγγυοδοσίας και, σε συνεργασία με άλλες κεντρικές τράπεζες, εξασφάλισε ρευστότητα σε ξένα νομίσματα.

Πράγματι, φαίνεται ότι η χαλάρωση των κεντρικών επιτοκίων της ΕΚΤ σε συνδυασμό με τις αλλαγές του λειτουργικού πλαισίου συνέβαλαν στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας γενικά. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι, ενώ η αύξηση της ρευστότητας της ΕΚΤ απέτρεψε την κατάρρευση πολλών οργανισμών, η ρευστότητα αυτή δεν μετακυλίστηκε πάντα στους πελάτες, και αυτό ιδίως σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πάνω στις οποίες θα βασιστεί η οικονομική ανάκαμψη. Αντ’ αυτού, πολλές τράπεζες αξιοποίησαν τη ρευστότητα αυτή κυρίως για να στηρίξουν τη δική τους θέση.

Αυξανόμενη απόκλιση εντός της ευρωζώνης

Μολονότι πολλοί οικονομολόγοι ήλπιζαν ότι η νομισματική ένωση θα ενίσχυε την προσήλωση των κρατών μελών στη διεύρυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για αύξηση της οικονομικής σύγκλισης των κρατών μελών, η πραγματικότητα απέδειξε ότι αυτό δεν συμβαίνει σε πολλά κράτη μέλη.

Πράγματι οι χώρες εντός της ευρωζώνης, οι οποίες, στην αρχή της καθοδικής φάσης, είχαν κρατικά ελλείμματα και επίπεδα χρέους υψηλότερα από τα όρια που θέτει το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ) έδειξαν ότι στη συνέχεια είχαν λιγότερες δυνατότητες προώθησης των πακέτων στήριξης που ήταν απολύτως απαραίτητα για τη διασφάλιση των θέσεων απασχόλησης, των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας.

Παρ' όλα αυτά, η κρίση έπληξε όλα τα κράτη μέλη και, την εποχή που εκπονείται η παρούσα έκθεση, 20 κράτη μέλη έχουν παραβιάσει τα ανώτατα όρια του ΣΣΑ. Οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν έκτακτες πολιτικές από πλευράς Επιτροπής όσον αφορά την επιβολή του ΣΣΑ ούτως ώστε να αποφευχθεί η αναχαίτιση της οικονομικής ανάκαμψης που θα είχε καταστροφικές συνέπειες στην απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη.

Στρατηγική εξόδου

Κάποια στιγμή, θα πρέπει να θέσουμε σε εφαρμογή ένα σχέδιο στρατηγικής εξόδου, με τα κράτη μέλη να περιορίζουν σταδιακά τα πακέτα στήριξης και την ΕΚΤ να αποσύρει τη ρευστότητα που επί του παρόντος κυμαίνεται στα 700 δισεκατομμύρια ευρώ, την οποία η ΕΚΤ εξασφάλισε στις τράπεζες στο πλαίσιο των εκτάκτων μέτρων. Ο εισηγητής πιστεύει ότι τέτοιου είδους στρατηγική εξόδου πρέπει να υπάρξει τόσο στο νομισματικό όσο και στο φορολογικό τομέα μόνο όταν διαπιστωθεί πειστική και αειφόρος οικονομική ανάπτυξη και ζητεί να υπάρξει συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη χρονική συγκυρία των εν λόγω στρατηγικών εξόδων.

Η Επιτροπή πρέπει να επιτρέψει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν την παροχή πακέτων τόνωσης χωρίς να τα πιέσει να ανατρέψουν τη διαδικασία αυτή μέσω μιας υπερβολικά ένθερμης πρόωρης επιβολής της ΣΣΑ.

Παρ' όλα αυτά, μια από τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η ευρωζώνη στη δεύτερη δεκαετία ύπαρξης της πρέπει να είναι η αναζωογόνηση της διαδικασίας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ούτως ώστε η οικονομική ένωση να καταστεί εξίσου επιτυχής με τη νομισματική ένωση. Πράγματι, μόνο μέσω των διορθωτικών μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με την έντονη οικονομική ανάπτυξη μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα τεράστια ελλείμματα και χρέη.

Ο ρόλος του ευρώ

Ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη του ευρώ ήταν ο τρόπος με τον οποίον αυτό συνέβαλε στην αύξηση της διασυνοριακής παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, τη μείωση του κόστους, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία μιας εξαιρετικά ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής χρηματαγοράς.

Παράλληλα, διατήρησε τη θέση του ως διεθνούς νομίσματος. Πάνω από το 25% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεματικών είναι σε ευρώ. Η διεθνής αυτή θέση θα συνεχίσει να παροτρύνει τα κράτη μέλη που επί του παρόντος δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη καθώς και τις τρίτες χώρες να προσβλέπουν στη συμμετοχή τους στην ΟΝΕ.

Διακυβέρνηση και διαδικασία λήψης αποφάσεων

Όπως και οι προηγούμενοι εισηγητές, πιστεύω ότι ο τριμηνιαίος νομισματικός διάλογος μεταξύ Κοινοβουλίου και ΕΚΤ που εγκαινιάστηκε από τον πρόεδρο Duisenberg και συνεχίστηκε από τον πρόεδρο Trichet, αποτελεί σημαντικό ακρογωνιαίο λίθο του κοινοβουλευτικού μας χρονοδιαγράμματος και συμβάλλει στη λογοδοσία της ΕΚΤ στο Κοινοβούλιο.

Τα μέτρα για τη συμπλήρωση της λογοδοσίας αυτής αναγνωρίζονται και από το ίδιο το καταστατικό της ΕΚΤ, το οποίο στο άρθρο 11, παράγραφος 2 αναφέρει τα εξής:

«ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τα λοιπά μέλη της εκτελεστικής επιτροπής διορίζονται … με σύμφωνη γνώμη των κυβερνήσεων των κρατών μελών σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων, κατά σύσταση του Συμβουλίου το οποίο προηγουμένως διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο.»

Επιθυμία μου είναι η διαδικασία αυτή να ενισχυθεί, ιδίως μέσω της απαίτησης οι υποδεικνυόμενοι από το Συμβούλιο υποψήφιοι να υπόκεινται επίσης και στην ψήφο του Κοινοβουλίου.

Μεταρρύθμιση της χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής της ΕΕ

Τέλος, η κρίση έδειξε ότι οι αγορές δεν αυτού ρυθμίζονται πάντοτε και είναι επιρρεπείς σε συστημικούς κινδύνους. Σε σχέση με αυτό χαιρετίζω τους προτάσεις που επί του παρόντος αξιολογεί το κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένης και της αναθεώρησης της χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής της ΕΕ και, ειδικότερα, τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συμβουλίου συστημικών κινδύνου (ΕΣΣΚ), το οποίο θα είναι ένα όργανο που θα λειτουργεί προστατευτικά εξασφαλίζοντας έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση συστημικού κινδύνου ή ανισορροπίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε σχέση με αυτό, η πλέον άμεση προτεραιότητα είναι ο ποιοτικός ορισμός του «συστημικού κινδύνου» ούτως ώστε να υπάρξει δυνατότητα αποτελεσματικής λειτουργίας του ΕΣΣΚ.

Πάνω απ' όλα, πρέπει να αντλήσουμε συμπεράσματα από την κρίση. Πρέπει να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη του κοινού στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη λήψη μέτρων στα οποία συμπεριλαμβάνεται η βελτίωση της διαφάνειας και η καλύτερη διαχείριση του κινδύνου. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι δεν πρόκειται να επαναληφθεί μια κρίση τέτοιου μεγέθους.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

27.1.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

35

2

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Pascal Canfin, George Sabin Cutaş, Rachida Dati, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Markus Ferber, Elisa Ferreira, Vicky Ford, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Enikő Győri, Liem Hoang Ngoc, Othmar Karas, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Werner Langen, Astrid Lulling, Arlene McCarthy, Ivari Padar, Alfredo Pallone, Άννυ Ποδηματά, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Peter Skinner, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Kay Swinburne, Marianne Thyssen, Ramon Tremosa i Balcells, Νικόλαος Χουντής

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sophie Briard Auconie, Danuta Jazłowiecka, Arturs Krišjānis Kariņš, Philippe Lamberts

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου