Διαδικασία : 2009/0143(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0170/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0170/2010

Συζήτηση :

PV 06/07/2010 - 11
CRE 06/07/2010 - 11

Ψηφοφορία :

PV 07/07/2010 - 8.9
CRE 07/07/2010 - 8.9
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
PV 22/09/2010 - 5.7
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0273
P7_TA(2010)0334

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1869kWORD 1709k
3.6.2010
PE 438.410v02-00 A7-0170/2010

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

(COM(2009)0502 – C7‑0168/2009 – 2009/0143(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Peter Skinner

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ/ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

(COM(2009)0502 – C7‑0168/2009 – 2009/0143(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2009)0502),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7-0168/2009),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο "Συνέπειες της έναρξης ισχύος της συνθήκης της Λισσαβώνας στις τρέχουσες διοργανικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων" (COM(2009)0665),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 294, παράγραφος 3, και το άρθρο 114, της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 21ης Ιανουαρίου 2010,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A7-0170/2010),

1.  εγκρίνει την θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία  1

Πρόταση κανονισμού

Tίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις

 

(Η παρούσα τροποποίηση εφαρμόζεται στο σύνολο του κειμένου.)

Τροπολογία  2

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1) Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007/2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σαν σύνολο. Τα εθνικά εποπτικά μοντέλα υπερκεράστηκαν από την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πολλές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στον τομέα της συνεργασίας, του συντονισμού, της συνέπειας εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και στην εμπιστοσύνη μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών.

(1) Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007/2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σαν σύνολο. Τα εθνικά εποπτικά μοντέλα υπερκεράστηκαν από την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πολλές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στον τομέα της συνεργασίας, του συντονισμού, της συνέπειας εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας και στην εμπιστοσύνη μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών.

 

(Η παρούσα τροποποίηση εφαρμόζεται στο σύνολο του κειμένου.)

Αιτιολόγηση

Προσαρμογή στη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Τροπολογία  3

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(1α) Πολύ πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το Κοινοβούλιο είχε ήδη κατ’ επανάληψη ζητήσει την ενίσχυση της πραγματικής ισότητας των όρων του ανταγωνισμού για όλους τους ενδιαφερομένους σε επίπεδο ΕΕ, επισημαίνοντας ταυτόχρονα σημαντικές αδυναμίες στην εποπτεία της ΕΕ στις ολοένα και πιο ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές (βλέπε στο πλαίσιο αυτό το ψήφισμα της 13ης Απριλίου 2000 επί της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: Σχέδιο δράσης1», της 25ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση2, της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) – Λευκή Βίβλος3, της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity)4, της 9ης Οκτωβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την παρακολούθηση της διαδικασίας Lamfalussy: μελλοντική δομή της εποπτείας 5, της 22ας Απριλίου 2009 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης6 (Φερεγγυότητα ΙΙ) και της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας7),

 

________________________________

1 ΕΕ C 40, 7.2.2001, σ. 453.

2 ΕΕ C 25Ε, 29.1.2004, σ. 394.

3 ΕΕ C 175Ε, 10.7.2008, σ. χχ.

4 ΕΕ C 8Ε, 14.1.2010, σ. 26.

5 ΕΕ C 9Ε, 15.1.2010, σ. 48.

6 Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2009)0251.

7 Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2009)0279.

Τροπολογία  4

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(2) Στις 25 Φεβρουαρίου 2009, έκθεση που δημοσιεύθηκε από ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του κ. J. de Larosière, την οποία είχε ζητήσει η Επιτροπή, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να μειωθούν ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων, έπρεπε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο. Η έκθεση συνιστούσε μεγάλης κλίμακας μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Κοινότητα. Η εν λόγω ομάδα ειδικών συμπέρανε επίσης ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο θα περιλαμβάνει τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μία για τον κλάδο των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, μία για τον τραπεζικό κλάδο και μία για τον κλάδο των κινητών αξιών, καθώς και τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου.

(2) Στις 25 Φεβρουαρίου 2009, έκθεση που δημοσιεύθηκε από ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του κ. J. de Larosière (έκθεση de Larosière), την οποία είχε ζητήσει η Επιτροπή, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να μειωθούν ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων, έπρεπε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο. Η έκθεση συνιστούσε μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ένωση. Η εν λόγω ομάδα ειδικών συμπέρανε επίσης ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο θα περιλαμβάνει τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μία για τον κλάδο των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, μία για τον τραπεζικό κλάδο και μία για τον κλάδο των κινητών αξιών, καθώς και τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Οι συστάσεις της έκθεσης αντιπροσώπευαν το χαμηλότερο επίπεδο αλλαγής που οι ειδικοί έκριναν αναγκαίο για να αποσοβηθεί μια παρόμοια κρίση στο μέλλον.

Τροπολογία  5

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(3) Στην ανακοίνωσή της τής 4ης Μαρτίου 2009 με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», η Επιτροπή πρότεινε την υποβολή νομοθετικής πρότασης για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας και ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, ενώ στην ανακοίνωσή της τής 27ης Μαΐου 2009 με τίτλο «Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία» παρείχε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την πιθανή αρχιτεκτονική αυτού του νέου εποπτικού πλαισίου.

(3) Στην ανακοίνωσή της τής 4ης Μαρτίου 2009 με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», η Επιτροπή πρότεινε την υποβολή νομοθετικής πρότασης για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας και ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, ενώ στην ανακοίνωσή της τής 27ης Μαΐου 2009 με τίτλο «Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία» παρείχε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την πιθανή αρχιτεκτονική αυτού του νέου εποπτικού πλαισίου χωρίς, ωστόσο να συμπεριλάβει όλες τις συστάσεις της έκθεσης Larosière.

Τροπολογία  6

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 4 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(4α) Στις 2 Απριλίου 2009, οι ηγέτες της ομάδας G20 μέσω της διακήρυξής τους με τίτλο «The Global Plan for Recovery and Reform» (Παγκόσμιο σχέδιο για την ανάκαμψη και τη μεταρρύθμιση) δήλωσαν ότι: «Θα αναλάβουμε δράση με σκοπό να οικοδομήσουμε ένα ισχυρότερο, περισσότερο συνεκτικό παγκοσμίως εποπτικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για τον μελλοντικό χρηματοπιστωτικό κλάδο, το οποίο θα υποστηρίζει την αειφόρο παγκόσμια ανάπτυξη και θα υπηρετεί τις ανάγκες των επιχειρήσεων και των πολιτών». Κατά τη σύνοδο κορυφής του Πίτσμπουργκ το 2009 οι ηγέτες των χωρών του G-20 ζήτησαν από τον ΔΝΤ να συντάξει μια έκθεση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα μπορούσε να συμβάλει κατά τρόπο δίκαιο και ουσιαστικό στην πληρωμή των βαρών που συνδέονται με τις κυβερνητικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση του τραπεζικού συστήματος. Σύμφωνα με την προσωρινή έκθεση της 16ης Απριλίου 2010 με τίτλο "Μια δίκαιη και ουσιαστική συμβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα" που συντάχθηκε σε απάντηση του αιτήματος αυτού, "Το άμεσο δημοσιονομικό κόστος των αδυναμιών του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να συγκρατηθεί και να καλυφθεί από μια Συνεισφορά στη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα (ΣΧΣ), η οποία θα συνδέεται με ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό μηχανισμό επίλυσης των διαφορών. Η ΣΧΣ θα μεριμνήσει ώστε οι βιομηχανίες να συμβάλουν στο κόστος κάθε δυνητικής διευθέτησης και θα μειώσουν το συστημικό κίνδυνο. Εάν ορισθούν με τον δέοντα τρόπο, οι μηχανισμοί διευθέτησης θα έχουν ως αποτέλεσμα να μην εξαναγκαστούν στο μέλλον οι κυβερνήσεις να διασώσουν ιδρύματα που έχουν πολύ μεγάλη σημασία, μέγεθος ή διασυνδέσεις για να αποτύχουν".

Τροπολογία  7

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 4 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(4β) Σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 2010 με τίτλο "Ευρώπη 2020" βραχυπρόθεσμα η κρίσιμη προτεραιότητα έγκειται "στη δρομολόγηση μιας φιλόδοξης πολιτικής που θα μας επιτρέψει στο μέλλον να προλαμβάνουμε αποτελεσματικότερα και εφόσον χρειαστεί να διαχειριζόμαστε καλύτερα πιθανές χρηματοπιστωτικές κρίσεις και - λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ευθύνη του χρηματοπιστωτικού τομέα στην παρούσα κρίση - θα μεριμνεί και για τις κατάλληλες συνεισφορές από το χρηματοπιστωτικό τομέα". Κατά τις συνεδριάσεις του στις 25 και 26 Μαρτίου 2010, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε ότι "πρόοδος απαιτείται ιδιαιτέρως σε ζητήμαστα όπως ... συστημικά ιδρύματα, η χρηματοδότηση μέσων διαχείρισης της κρίσης· αύξηση της διαφάνειας στις αγορές παραγώγων και εξέταση ειδικών μέτρων με τα συμβόλαια ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης επί κρατικών ομολόγων".

Τροπολογία  8

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(6) Η Κοινότητα έχει φθάσει στα όρια του δυνατού όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των επιτροπών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν συμβουλευτικά όργανα της Επιτροπής. Η Κοινότητα δεν μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση όπου δεν υπάρχει μηχανισμός που να διασφαλίζει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές λαμβάνουν τις καλύτερες δυνατές εποπτικές αποφάσεις για τα διασυνοριακά ιδρύματα· όπου δεν υπάρχει επαρκής συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών· όπου για κοινή δράση των εθνικών αρχών απαιτούνται πολύπλοκες ρυθμίσεις που να λαμβάνουν υπόψη το ψηφιδωτό των ρυθμιστικών και εποπτικών απαιτήσεων· όπου συχνότατα οι εθνικές λύσεις αποτελούν τη μόνη εφικτή επιλογή ως αντίδραση σε ευρωπαϊκά προβλήματα, όπου υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου νομοθετικού κειμένου. Σκοπός του ευρωπαϊκού συστήματος εποπτικών αρχών πρέπει να είναι η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών και η δημιουργία συστήματος ευθυγραμμισμένου προς το στόχο για σταθερή και ενιαία κοινοτική χρηματοπιστωτική αγορά στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, συνδέοντας τις εθνικές εποπτικές αρχές δημιουργώντας ένα ισχυρό κοινοτικό δίκτυο.

(6) Η Ένωση έχει φθάσει στα όρια του δυνατού όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των επιτροπών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν συμβουλευτικά όργανα της Επιτροπής. Η Ένωση δεν μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση όπου δεν υπάρχει μηχανισμός που να διασφαλίζει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές λαμβάνουν τις καλύτερες δυνατές εποπτικές αποφάσεις για τα διασυνοριακά ιδρύματα· όπου δεν υπάρχει επαρκής συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών· όπου για κοινή δράση των εθνικών αρχών απαιτούνται πολύπλοκες ρυθμίσεις που να λαμβάνουν υπόψη το ψηφιδωτό των ρυθμιστικών και εποπτικών απαιτήσεων· όπου συχνότατα οι εθνικές λύσεις αποτελούν τη μόνη εφικτή επιλογή ως αντίδραση σε ευρωπαϊκά προβλήματα, όπου υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου νομοθετικού κειμένου. Σκοπός του ευρωπαϊκού συστήματος εποπτικών αρχών, που πρέπει να μετονομασθεί σε Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), πρέπει να είναι η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών και η δημιουργία συστήματος ευθυγραμμισμένου προς το στόχο για σταθερή και ενιαία ενωσιακή χρηματοπιστωτική αγορά στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, συνδέοντας τις εθνικές εποπτικές αρχές δημιουργώντας ένα ισχυρό ενωσιακό δίκτυο.

Τροπολογία  9

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(7) Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας πρέπει να είναι δίκτυο εθνικών και κοινοτικών εποπτικών αρχών, το οποίο να αφήνει την καθημερινή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο εθνικό επίπεδο και να παραχωρεί σε σώματα εποπτών κεντρικό ρόλο όσον αφορά την εποπτεία διασυνοριακών ομίλων. Επίσης πρέπει να επιτευχθούν μεγαλύτερη εναρμόνιση και η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις αγορές σε ολόκληρη την Κοινότητα. Πρέπει να συσταθούν μια Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, καθώς και μια Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και μια Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές).

(7) Το ΕΣΧΕ πρέπει να είναι ***δίκτυο εθνικών και ενωσιακών εποπτικών αρχών, το οποίο να αφήνει την καθημερινή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο εθνικό επίπεδο. Τα σώματα εποπτών πρέπει να επιβλέπουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις) (η Αρχή) πρέπει να αναλάβει την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που πληρούν τα κριτήρια συστημικού κινδύνου στο βαθμό που αυτά μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, όταν μια εθνική αρχή έχει αποτύχει στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Επίσης πρέπει να επιτευχθούν μεγαλύτερη εναρμόνιση και η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις αγορές σε ολόκληρη την Ένωση. Εκτός από την Αρχή, πρέπει να συσταθούν μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) και μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές), καθώς και μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Μικτή Επιτροπή). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου αποτελεί τμήμα του ΕΣΧΕ.

Τροπολογία  10

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(8) Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές πρέπει να αντικαταστήσουν την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας, που συστάθηκε με την απόφαση αριθ. 2009/78/EΚ της Επιτροπής, την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, που συστάθηκε με την απόφαση αριθ. 2009/79/EΚ της Επιτροπής και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών, που συστάθηκε από την απόφαση αριθ. 2009/77/EΚ της Επιτροπής, και να αναλάβουν όλα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες αυτών των επιτροπών. Πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια το πεδίο δράσης κάθε Αρχής. Εάν απαιτείται για λόγους θεσμικούς και στο πλαίσιο των ευθυνών που της ανατίθενται από τη συνθήκη, η Επιτροπή πρέπει επίσης να συμμετέχει στο δίκτυο εποπτικών αρχών.

(8) Η Αρχή πρέπει να αντικαταστήσει την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, που συστάθηκε με την απόφαση αριθ. 2009/79/EΚ της Επιτροπής και να αναλάβει όλα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές της. Πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια το πεδίο δράσης κάθε Αρχής. Εάν απαιτείται για λόγους θεσμικούς και στο πλαίσιο των ευθυνών που της ανατίθενται από τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή πρέπει επίσης να συμμετέχει στο δίκτυο εποπτικών αρχών.

Τροπολογία  11

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(9) Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων («Αρχή») πρέπει να ενεργεί με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου, αποτελεσματικής και συνεκτικής ρύθμισης και εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη τα ποικίλα συμφέροντα όλων των κρατών μελών, την προστασία των ασφαλισμένων και λοιπών δικαιούχων, την διασφάλιση της ακεραιότητας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, τη διαφύλαξη της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού, προς όφελος της οικονομίας ευρύτερα, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κι άλλων συμφεροντούχων, των καταναλωτών και των εργαζομένων. Προκειμένου να μπορέσει να εκπληρώσει τους στόχους της, είναι ενδεδειγμένο και απαραίτητο να αποτελεί η Αρχή κοινοτικό όργανο με νομική προσωπικότητα, ενώ πρέπει να διαθέτει νομική, διοικητική και οικονομική αυτονομία.

(9) Η Αρχή πρέπει να ενεργεί με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου, αποτελεσματικής και συνεκτικής ρύθμισης και εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη τα ποικίλα συμφέροντα όλων των κρατών μελών και το διαφορετικό χαρακτήρα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η Αρχή πρέπει να προστατεύει τις δημόσιες αξίας όπως η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η φερεγγυότητα και η ρευστότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η διαφάνεια των αγορών και των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και η προστασία των καταθετών και των επενδυτών. Η Αρχή πρέπει επίσης να αποτρέψει το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού προς όφελος της οικονομίας ευρύερα, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων συμφεροντούχων των καταναλωτών και των εργαζομένων, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και η καινοτομία στην εσωτερική αγορά και να εξασφαλιστεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα, Στα καθήκοντά της πρέπει να περιλαμβάνεται επίσης η προώθηση της εποπτικής σύγκλισης και η παροχή συμβουλών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ στους τομείς της εποπτείας και ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών, της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, της εκκαθάρισης και της συναφούς εταιρικής διακυβέρνησης του λογιστικού ελέγχου και της χρηματοπιστωτικής πληροφόρησης.

Τροπολογία  12

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 9 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(9α) Προκειμένου να μπορέσει να εκπληρώσει τους στόχους της, είναι ενδεδειγμένο και απαραίτητο να αποτελεί η Αρχή κοινοτικό όργανο με νομική προσωπικότητα, ενώ πρέπει να διαθέτει νομική, διοικητική και οικονομική αυτονομία. Σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής της Βασιλείας για την Εποπτεία των Τραπεζών, η Αρχή πρέπει να διαθέτει "αρμοδιότητες για να αντιμετωπίσει το ζήτημα της συμμόρφωσης με τις νομοθετικές διατάξεις καθώς και τις ανησυχίες για την ασφάλεια και τη χρηστή διαχείριση" ιδίως όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο και τους διασυνοριακούς κινδύνους.

Τροπολογία  13

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 9 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(9β) Στις 28 Οκτωβρίου 2009, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ομάδα G-20 όρισαν το συστημικό κίνδυνο ως "κίνδυνο διατάραξης των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που (i) προκαλείται από ελλείψεις του συνόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή μέρους αυτού και (ii) δύναται να προκαλέσει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Όλες οι κατηγορίες χρηματοπιστωτικών ενδιαμέσων, αγορών και υποδομών μπορεί σε κάποιο βαθμό να είναι δυνητικά σημαντικές όσον αφορά το συστημικό κίνδυνο".

Τροπολογία  14

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 9 γ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(9γ) Ο «διασυνοριακός κίνδυνος», σύμφωνα με τις αρχές αυτές, συμπεριλαμβάνει κάθε κίνδυνο που προκαλείται από οικονομικές ανισορροπίες ή αστοχίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ολόκληρη την Ένωση ή σε μέρη της, που μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τις συναλλαγές μεταξύ των οικονομικών παραγόντων δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή για τα δημόσια οικονομικά της Ένωσης ή οποιουδήποτε κράτους μέλους της.

Τροπολογία  15

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(10) Στην απόφασή του της 2ας Μαΐου 2006 για την Υπόθεση αριθ. C-127/04 (Ηνωμένο Βασίλειο/Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο) το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνώρισε ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης αναφορικά με την έκδοση των μέτρων σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς παρέχει την κατάλληλη νομική βάση για τη δημιουργία ενός «Κοινοτικού φορέα με αρμοδιότητα τη συμβολή στην εφαρμογή μιας διαδικασίας εναρμόνισης», εφόσον τα καθήκοντα του εν λόγω φορέα συνδέονται στενά με το αντικείμενο των πράξεων των σχετικών με την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών. Ο σκοπός και τα καθήκοντα της Αρχής – παροχή συνδρομής στις εθνικές εποπτικές αρχές με σκοπό τη συνεπή ερμηνεία και εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων και συμβολή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που απαιτείται για τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση – συνδέονται στενά με τους στόχους του κοινοτικού κεκτημένου σχετικά με την εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Συνεπώς η Αρχή πρέπει να συσταθεί βάσει του άρθρου 95 της συνθήκης.

(10) Στην απόφασή του της 2ας Μαΐου 2006 για την Υπόθεση αριθ. C-127/04 (Ηνωμένο Βασίλειο/Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο) το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ως εξής: «Από κανένα στοιχείο του άρθρου 95 ΕΚ [ισχύον άρθρο 114 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης] δεν συνάγεται ότι τα μέτρα που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης βάσει της διάταξης αυτής πρέπει να έχουν ως μόνους αποδέκτες τα κράτη μέλη. Ενδέχεται δηλαδή να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την εκτίμηση του νομοθέτη αυτού, να προβλεφθεί η ίδρυση κοινοτικού οργανισμού που καλείται να συμβάλει στην εφαρμογή μιας διαδικασίας εναρμόνισης στις περιπτώσεις στις οποίες είναι ενδεδειγμένη, για τη διευκόλυνση της εναρμονισμένης εκτέλεσης και εφαρμογής των πράξεων που στηρίζονται στην εν λόγω διάταξη, η θέσπιση μη δεσμευτικών συνοδευτικών μέτρων και μέτρων πλαισίωσης» και τα καθήκοντα του εν λόγω φορέα συνδέονται στενά με το αντικείμενο των πράξεων των σχετικών με την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών. Ο σκοπός και τα καθήκοντα της Αρχής – παροχή συνδρομής στις εθνικές εποπτικές αρχές με σκοπό τη συνεπή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης και συμβολή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που απαιτείται για τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση – συνδέονται στενά με τους στόχους του ενωσιακού κεκτημένου σχετικά με την εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Συνεπώς η Αρχή πρέπει να συσταθεί βάσει του άρθρου 114 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

__________________

1 Απόφαση της 2ας Μαΐου 2006, παράγραφος 44.

Αιτιολόγηση

Νομολογία για τα μέτρα που απευθύνονται στα θεσμικά όργανα της ΕΕ ή σε κοινοτικούς οργανισμούς.

Τροπολογία  16

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 12

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(12) Η υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία που διέπει το πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνει και την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων(1), την οδηγία 2005/60/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(2) και την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές(3).

(12) Η υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία που διέπει το πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνει και την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2006 περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών1, την οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος2 και σχετικά τμήματα της οδηγίας 2005/60/ΕΚ 2005/60/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές.

 

_______________

1 ΕΕ L 345, 8.12.2006, σ. 1.

2 ΕΕ L 267, 10.10.2009, σ. 7.

Τροπολογία  17

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 13

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(13) Είναι αναγκαία η εισαγωγή κάποιου αποτελεσματικού μέσου για τη θέσπιση εναρμονισμένων τεχνικών κανόνων στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ώστε να εξασφαλιστούν, μέσω ενιαίου εγχειριδίου, ισότιμοι όροι και επαρκής προστασία των ασφαλισμένων, λοιπών δικαιούχων και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επειδή η Αρχή αποτελεί φορέα με μεγάλη εξειδικευμένη πείρα, είναι συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί,, σε τομείς καθοριζόμενους από το κοινοτικό δίκαιο, η εκπόνηση σχεδίων τεχνικών κανόνων, οι οποίοι δεν αφορούν επιλογές πολιτικής. Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει αυτά τα σχέδια τεχνικών κανόνων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να τους προσδώσει δεσμευτική νομική ισχύ. Τα σχέδια τεχνικών κανόνων πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή και να τροποποιηθούν εάν, για παράδειγμα, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στο κεκτημένο της κοινοτικής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα. Για να εξασφαλίσει ομαλή και ταχεία διαδικασία έγκρισης των κανόνων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό όσον αφορά την εγκριτική της απόφαση.

(13) Είναι επιθυμητό η Αρχή να προωθεί συνεκτική προσέγγιση στον τομέα των συστημάτων ασφαλιστικής αποζημίωσης, προκειμένου να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και δίκαιη αντιμετώπιση της ασφαλιστικής αποζημίωσης σε όλη την Ένωση. Επειδή τα καθεστώτα ασφαλιστικής εγγύησης υπόκεινται σε επιτήρηση στα οικεία κράτη μέλη και όχι σε ρυθμιστική εποπτεία, είναι σκόπιμο η Αρχή να μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό σε σχέση με την εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων ασφαλιστικής αποζημίωσης, το ίδιο το καθεστώς εγγυήσεων των καταθέσεων και τον υπεύθυνο φορέα του. Ο ρόλος της Αρχής θα αναθεωρηθεί μετά την ίδρυση Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφαλιστικής Αποζημίωσης.

Τροπολογία  18

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 14

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14) Η διαδικασία κατάρτισης τεχνικών κανόνων του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής να εγκρίνει με ίδια πρωτοβουλία μέτρα εφαρμογής σε πλαίσιο διαδικασιών επιτροπολογίας στο επίπεδο 2 του μηχανισμού Lamfalussy, όπως ορίζεται στη σχετική κοινοτική νομοθεσία. Τα θέματα που αφορούν οι τεχνικοί κανόνες δεν περιλαμβάνουν αποφάσεις πολιτικής και το περιεχόμενό τους οριοθετείται από τις κοινοτικές πράξεις που εγκρίθηκαν στο επίπεδο 1. Η εκπόνηση των σχεδίων κανόνων από την Αρχή εξασφαλίζει την πλήρη αξιοποίηση της εξειδικευμένης πείρας των εθνικών εποπτικών αρχών.

(14) Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών κανόνων, προκειμένου να τους προσδώσει δεσμευτική νομική ισχύ. Θα τροποποιηθούν εάν, για παράδειγμα, δεν είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο, αν δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στην ενωσιακή νομοθεσία στον εν λόγω τομέα. Για να εξασφαλίσει ομαλή και ταχεία διαδικασία έγκρισης των κανόνων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό όσον αφορά την εγκριτική της απόφαση.

Αιτιολόγηση

Η έγκριση των τεχνικών κανόνων από την Επιτροπή, προκειμένου να έχουν δεσμευτικό νομικό αποτέλεσμα, θα πρέπει να περιορίζεται, ώστε να δοθεί σοβαρός ρόλος στην Αρχή. Η Επιτροπή μπορεί να μην τους εγκρίνει σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Τροπολογία   19

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 15

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(15) Σε τομείς που δεν καλύπτονται από τεχνικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Για την εξασφάλιση διαφάνειας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των εθνικών εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όταν οι εθνικές αρχές δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω οδηγίες και συστάσεις πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν τους σχετικούς λόγους.

15 Σε τομείς που δεν καλύπτονται από ρυθμιστικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης. Για την εξασφάλιση διαφάνειας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των εθνικών εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όταν οι εθνικές αρχές δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω οδηγίες και συστάσεις πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν τους σχετικούς λόγους δημοσίως, προκειμένου να εξασφαλίζεται πλήρης διαφάνεια έναντι των συμμετεχόντων στην αγορά. Στους τομείς που δεν καλύπτονται από τους τεχνικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να καταρτίζει και να θεσπίζει βέλτιστες πρακτικές.

Αιτιολόγηση

Οι κατευθυντήριες συστάσεις θα πρέπει να είναι γνωστές στους φορείς της αγοράς και την κοινή γνώμη, προκειμένου να έχουν όσο το δυνατόν πιο δεσμευτικό αποτέλεσμα.

Τροπολογία  20

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 16

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(16) Η εξασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και για την εξασφάλιση ουδέτερων όρων ανταγωνισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Κοινότητα. Επομένως, πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου η Αρχή θα αντιμετωπίζει περιπτώσεις εσφαλμένης ή ανεπαρκούς εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Ο μηχανισμός αυτός πρέπει να αφορά τομείς όπου η κοινοτική νομοθεσία ορίζει σαφείς και άνευ όρων υποχρεώσεις.

(16) Η εξασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και για την εξασφάλιση ουδέτερων όρων ανταγωνισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση. Επομένως, πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου η Αρχή θα αντιμετωπίζει περιπτώσεις μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Ο μηχανισμός αυτός πρέπει να αφορά τομείς όπου η νομοθεσία της Ένωσης ορίζει σαφείς και άνευ όρων υποχρεώσεις.

Τροπολογία  21

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(18) Αν η εθνική αρχή δεν συμμορφωθεί με τη σύσταση, η Επιτροπή πρέπει να έχει την εξουσία να απευθύνει απόφαση προς την οικεία εθνική εποπτική αρχή, προκειμένου να εξασφαλίσει συμμόρφωση με το κοινοτικό δίκαιο, δημιουργώντας άμεσα νομικά αποτελέσματα, των οποίων είναι δυνατή η επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αρχών και η επιβολή σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης.

(18) Αν η εθνική αρχή δεν συμμορφωθεί με τη σύσταση μέσα σε προθεσμία που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή πρέπει να απευθύνει απόφαση χωρίς καθυστέρηση προς την οικεία εθνική εποπτική αρχή, προκειμένου να εξασφαλίσει συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, δημιουργώντας άμεσα νομικά αποτελέσματα, των οποίων είναι δυνατή η επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αρχών και η επιβολή σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αιτιολόγηση

Προσαρμογή στη Συνθήκη της Λισαβόνας.

Τροπολογία  22

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 19

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(19) Για την υπέρβαση εξαιρετικών καταστάσεων με έμμονη αδράνεια της οικείας αρμόδιας αρχής, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία, ως έσχατη λύση, να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες σε μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η εξουσία αυτή πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες η αρμόδια δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις που τις απευθύνονται και στις οποίες το κοινοτικό δίκαιο είναι άμεσα εφαρμόσιμο στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δυνάμει ισχυόντων ή μελλοντικών κανονισμών της ΕΕ.

(19) Για την υπέρβαση εξαιρετικών καταστάσεων με έμμονη αδράνεια της οικείας αρμόδιας αρχής, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία, ως έσχατη λύση, να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες σε μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αφορούν ζητήματα σχετικά με τις απαιτήσεις για την κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Η εξουσία αυτή πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες η αρμόδια δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις που τις απευθύνονται και στις οποίες το δίκαιο της Ένωσης είναι άμεσα εφαρμόσιμο στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δυνάμει ισχυόντων ή μελλοντικών κανονισμών της Ένωσης.

Τροπολογία  23

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(21) Προκειμένου να εξασφαλιστούν η αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία και η ισόρροπη εξέταση των θέσεων των εθνικών εποπτικών αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, η Αρχή πρέπει να είναι σε θέση να ρυθμίζει διαφωνίες μεταξύ αυτών των αρμόδιων αρχών με δεσμευτικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των σωμάτων εποπτών. Πρέπει να προβλέπεται ένα στάδιο συμβιβασμού, κατά το οποίο οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία. Η αρμοδιότητα της Αρχής πρέπει να καλύπτει διαφωνίες σχετικά με διαδικαστικές υποχρεώσεις στη διαδικασία συνεργασίας καθώς και σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε εποπτικές αποφάσεις. Πρέπει χρησιμοποιηθούν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί συμβιβασμού που προβλέπονται στην τομεακή νομοθεσία. Σε περίπτωση παράλειψης των οικείων εθνικών εποπτικών αρχών, η Αρχή θα έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι ισχύουν άμεσα γι’ αυτά.

 

(21) Προκειμένου να εξασφαλιστούν η αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία και η ισόρροπη εξέταση των θέσεων των αρμόδιων αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, η Αρχή πρέπει να είναι σε θέση να ρυθμίζει διαφωνίες μεταξύ αυτών των αρμόδιων αρχών με δεσμευτικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των σωμάτων εποπτών. Πρέπει να προβλέπεται ένα στάδιο συμβιβασμού, κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία. Η αρμοδιότητα της Αρχής πρέπει να καλύπτει διαφωνίες σχετικά με διαδικαστικές υποχρεώσεις στη διαδικασία συνεργασίας καθώς και σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου σε εποπτικές αποφάσεις. Πρέπει χρησιμοποιηθούν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί συμβιβασμού που προβλέπονται στην τομεακή νομοθεσία. Σε περίπτωση παράλειψης των αρμόδιων αρχών, η Αρχή θα έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του ενωσιακού δικαίου οι οποίοι ισχύουν άμεσα γι’ αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τις διαφωνίες εντός των σωμάτων εποπτών.

Τροπολογία  24

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21α) Η κρίση έχει αποκαλύψει σημαντικές ελλείψεις στις υπάρχουσες μεθόδους για την εποπτεία των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως των μεγαλύτερων και πολυπλοκότερων, των οποίων η χρεωκοπία μπορεί να προκαλέσει συστημικές βλάβες. Οι ελλείψεις αυτές προέρχονται, αφενός, από τους ποικίλους τομείς δραστηριότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και, αφετέρου, από τα εποπτικά όργανα. Τα ιδρύματα αυτά ενεργούν σε μια αγορά χωρίς σύνορα, ενώ τα εποπτικά όργανα ελέγχουν σε καθημερινή βάση κατά πόσον η αρμοδιότητά τους περιορίζεται στα εθνικά σύνορα.

Τροπολογία  25

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική παράγραφος 21 β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21β) Έχει σαφώς αποδειχθεί ότι ο μηχανισμός συνεργασίας που χρησιμοποιήθηκε για να διορθωθεί αυτή η αναντιστοιχία είναι ανεπαρκής. Όπως επισημαίνει η βρετανική έκθεση Turner, που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2009, «οι σημερινές διευθετήσεις, που συνδυάζουν κλαδικά δικαιώματα διαβατηρίου, εποπτεία από τη χώρα καταγωγής και αμιγώς εθνική ασφάλιση καταθέσεων, δεν αποτελούν υγιή βάση για τη μελλοντική ρύθμιση και εποπτεία των ευρωπαϊκών διασυνοριακών τραπεζών λιανικής1».

 

_____________

1 σ. 101.

Τροπολογία   26

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21γ) Υπάρχουν δύο μόνο δυνατές λύσεις για το ζήτημα αυτό: είτε να δοθούν περισσότερες αρμοδιότητες στις εποπτικές αρχές των χωρών υποδοχής (εθνική λύση) είτε να δημιουργηθεί μια πραγματική εναλλακτική ευρωπαϊκή αρχή (ενωσιακή λύση). Όπως επισημαίνει επίσης η έκθεση Turner, «υγιέστερες διευθετήσεις απαιτούν είτε αυξημένες εθνικές εξουσίες, πράγμα που συνεπάγεται μια λιγότερο ανοιχτή ενιαία αγορά, είτε μεγαλύτερο βαθμό ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Τροπολογία  27

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21δ) Η εθνική λύση συνεπάγεται ότι η χώρα υποδοχής θα μπορούσε να αρνηθεί το δικαίωμα λειτουργίας σε τοπικά υποκαταστήματα, να υποχρεώσει τα ξένα ιδρύματα να ενεργούν μόνο μέσω θυγατρικών και όχι μέσω υποκαταστημάτων, καθώς και να επιβλέπει το κεφάλαιο και τη ρευστότητα των τραπεζών που δραστηριοποιούνται στη χώρα τους, πράγμα που θα σήμαινε περισσότερο προστατευτισμό.

Τροπολογία  28

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 ε

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21ε) Στο πλαίσιο μιας ενωσιακής ρύθμισης, τα σώματα των εποπτών που ελέγχουν τα διασυνοριακά ιδρύματα πρέπει να ενισχυθούν και πρέπει να υπάρξει μια σταδιακή μεταφορά εποπτικών αρμοδιοτήτων επί ιδρυμάτων που πληρούν τα κριτήρια του συστημικού κινδύνου σε μια αρχή της Ένωσης. Το εποπτικό αυτό πλαίσιο πρέπει να περιλαμβάνει χρηματοπιστωτικά συστήματα που δρουν σε διασυνοριακό ή εθνικό επίπεδο και η χρεωκοπία των οποίων θα μπορούσε να απειλήσει τη σταθερότητα της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ένωσης.

Τροπολογία  29

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 στ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21στ) Τα σώματα εποπτών πρέπει να έχουν την εξουσία να ορίζουν εποπτικούς κανόνες με στόχο τη συνεκτικότερη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Η Αρχή πρέπει να έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών, με στόχο την ομοιόμορφη λειτουργία της διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών στα σώματα και την ενίσχυση της σύγκλισης και της συνέπειας στα σώματα όσον αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Η Αρχή πρέπει να ενεργεί ως επικεφαλής κατά την εποπτεία διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στην Ένωση. Η Αρχή πρέπει επίσης να έχει ρόλο δεσμευτικής μεσολάβησης για την επίλυση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτών.

Τροπολογία  30

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 ζ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21ζ) Τα σώματα εποπτών πρέπει να παίζουν σημαντικό ρόλο στην αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Αρχής, αλλά που εξακολουθούν να υφίστανται διαφορές μεταξύ εθνικών κανόνων και πρακτικών. Η σύγκλιση των βασικών χρηματοπιστωτικών ρυθμίσεων είναι ανεπαρκής αν οι εποπτικές πρακτικές παραμένουν κατακερματισμένες. Όπως επισημαίνει η έκθεση de Larosière, «οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και το ρυθμιστικό αρμπιτράζ που προκύπτουν από τις αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές πρέπει να αποφεύγονται, επειδή μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα – μεταξύ άλλων ενθαρρύνοντας μια μετατόπιση χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας προς τις χώρες με χαλαρή εποπτεία. Το εποπτικό σύστημα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δίκαιο και ισορροπημένο».

Τροπολογία  31

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 22

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(22) Τα σώματα εποπτών παίζουν σημαντικό ρόλο στην αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν διασυνοριακά. Η Αρχή πρέπει να έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών, με στόχο την ομοιόμορφη λειτουργία της διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών στα σώματα και την ενίσχυση της σύγκλισης και της συνέπειας στα σώματα όσον αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

διαγράφεται

Τροπολογία  32

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 22 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(22α) Η προληπτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με ενωσιακή διάσταση πρέπει να ανατεθεί στην Αρχή. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ενεργούν ως εντολοδόχοι της Αρχής και να δεσμεύονται από τις εντολές της Αρχής όταν εποπτεύουν διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με ενωσιακή διάσταση.

Αιτιολόγηση

Η προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων με ενωσιακή διάσταση θα πρέπει να ανατεθεί στην Αρχή (μέσω των εθνικών εποπτικών αρχών).

Τροπολογία  33

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 22 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(22β) Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια συστημικού κινδύνου πρέπει να προσδιορίζονται λαμβανομένων υπόψη των διεθνών κανόνων.

Αιτιολόγηση

Προσδιορισμός των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με ενωσιακή διάσταση.

Τροπολογία  34

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 22 γ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(22γ) Χρειάζεται να θεσπιστεί ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης των Ασφαλίσεων («Σύστημα») για την προστασία των ασφαλισμένων, των δικαιούχων και των ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, εάν οι δυσκολίες αυτές θα ήταν δυνατόν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ένωσης. Το Σύστημα πρέπει να χρηματοδοτείται με εισφορές των ιδρυμάτων αυτών, με έκδοση δανειακών τίτλων από το Σύστημα ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, με εισφορές των συμμετεχόντων κρατών μελών βάσει προσυμφωνημένων κριτηρίων σε ένα αναθεωρημένο μνημόνιο συνεννόησης. Οι εισφορές στο Σύστημα πρέπει να αντικαταστήσουν τις εισφορές προς τα εθνικά συστήματα εγγύησης ασφαλίσεων.

Αιτιολόγηση

Θα πρέπει να καθιερωθεί ευρωπαϊκό σύστημα για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για τους φορολογούμενους. Η λύση αυτή συμβαδίζει με εκείνη που δόθηκε για τη ρύθμιση των τραπεζών.

Τροπολογία  35

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(23) Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια εθνική εποπτική αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση κάποιας άλλης εθνικής εποπτικής αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Η συναφής κοινοτική νομοθεσία μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες.

(23) Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια αρμόδια αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση της Αρχής ή στη θέση κάποιας άλλης αρμόδιας αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Η συναφής νομοθεσία της Ένωσης μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει και να παρακολουθεί τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες. Πρέπει να εντοπίζει και να προωθεί βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την ανάθεση και τις συμφωνίες ανάθεσης.

Αιτιολόγηση

Θα πρέπει να καθιερωθεί ευρωπαϊκό σύστημα για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για τους φορολογούμενους. Η λύση αυτή συμβαδίζει με εκείνη που δόθηκε για τη ρύθμιση των τραπεζών.

Τροπολογία  36

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(23α) Η προληπτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που πληρούν τα κριτήρια του συστημικού κινδύνου πρέπει να ανατεθεί στην Αρχή, όταν οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν αποτύχει να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο έγκαιρο και ορθό. Οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να υπόκεινται στις οδηγίες της Αρχής όσον αφορά τα ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια συστημικού κινδύνου. Η Αρχή πρέπει να ενεργεί μέσω των εθνικών εποπτικών αρχών.

Τροπολογία  37

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(23β) Πρέπει να θεσπιστεί ένα νέο πλαίσιο για τη διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, δεδομένου ότι ο υφιστάμενος μηχανισμός για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν λειτούργησε αποτελεσματικά. Βασικά στοιχεία της διαχείρισης κινδύνου αποτελούν μια κοινή δέσμη κανόνων και μέσων χρηματοπιστωτικής διευθέτησης (εκτέλεση και χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της κρίσης που αντιμετωπίζουν μεγάλα, διασυνοριακά και/ή διασυνδεδεμένα ιδρύματα).

Τροπολογία  38

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23 γ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(23γ) Ο συστημικός κίνδυνος πρέπει να προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνή πρότυπα και ιδίως τα πρότυπα που έχουν θεσπίσει το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Ένωση Ασφαλιστικών Εποπτών (IAIS) και η G-20. Ο βαθμός διασύνδεσης, η δυνατότητα αναπλήρωσης και η χρονική συγκυρία αποτελούν τα συνηθέστερα χρησιμοποιούμενα κριτήρια για τον προσδιορισμό του συστημικού κινδύνου. Ανάλογα με το βαθμό με τον οποίο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πληρούν τα κριτήρια συστημικού κινδύνου, πρέπει να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Αρχής και στην υποχρέωση να συνεισφέρουν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης των Ασφαλίσεων και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας της Ασφάλισης και των Επαγγελματικών Συντάξεων.

Τροπολογία  39

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23 δ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(23δ) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνυπευθυνότητα των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, να προστατευθούν τα συμφέροντα των ευρωπαίων ασφαλισμένων και δικαιούχων και να μειωθεί το κόστος μιας συστημικής χρηματοπιστωτικής κρίσης για τους φορολογουμένους, συγκροτείται Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης Ασφαλίσεων («το Σύστημα»). Η ίδρυση του Συστήματος αυτού αποσκοπεί να χρηματοδοτήσει την ομαλή εκκαθάριση ή τις παρεμβάσεις αποκατάστασης διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα, οι επιπτώσεις των οποίων θα μπορούσαν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ένωσης και προκειμένου να εσωτερικεύσουν το κόστος των παρεμβάσεων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι η συνεισφορά τους στο εθνικό σύστημα εγγύησης των ασφαλίσεων δεν είναι επαρκής. Το Σύστημα πρέπει να χρηματοδοτείται με εισφορές των ιδρυμάτων αυτών, με έκδοση δανειακών τίτλων από το Σύστημα ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, με εισφορές των συμμετεχόντων κρατών μελών βάσει προσυμφωνημένων κριτηρίων σε ένα αναθεωρημένο μνημόνιο συνεννόησης. Οι εισφορές στο Σύστημα πρέπει να αντικαταστήσουν τις εισφορές προς τα εθνικά συστήματα εγγύησης ασφαλίσεων.

Τροπολογία  40

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23 ε (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(23ε) Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας της Ασφάλισης και των Επαγγελματικών Συντάξεων (Ταμείο Σταθερότητας) πρέπει να ιδρυθεί προκειμένου να χρηματοδοτεί την ομαλή εκκαθάριση ή τις παρεμβάσεις για την διάσωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όταν αυτά μπορούν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ένωσης. Το Ταμείο Σταθερότητας πρέπει να χρηματοδοτείται με κατάλληλες συνεισφορές του τομέα ασφάλισης και επαγγελματικών συντάξεων. Οι εισφορές στο Σύστημα πρέπει να αντικαταστήσουν τις εισφορές προς τα εθνικά συστήματα εγγύησης ασφαλίσεων.

Τροπολογία  41

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(23) Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια εθνική εποπτική αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση κάποιας άλλης εθνικής εποπτικής αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Η συναφής κοινοτική νομοθεσία μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες.

(23) Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια εθνική εποπτική αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση της Αρχής ή στη θέση κάποιας άλλης εθνικής εποπτικής αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης ρυθμιστικής πείρας. Η συναφής νομοθεσία Ένωσης μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει και να παρακολουθεί τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες. Πρέπει να εντοπίζει και να προωθεί βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την ανάθεση και τις συμφωνίες ανάθεσης.

Τροπολογία   42

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 25

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(25) Οι ομότιμες αξιολογήσεις αποτελούν αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών. Η Αρχή πρέπει επομένως να αναπτύξει το μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις και να τις διεξάγει τακτικά. Οι αξιολογήσεις πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας καθώς επίσης στην ανεξαρτησία των εθνικών εποπτικών αρχών.

(25) Οι ομότιμες αξιολογήσεις αποτελούν αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών. Η Αρχή πρέπει επομένως να αναπτύξει το μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις και να τις διεξάγει τακτικά. Οι αξιολογήσεις πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας καθώς επίσης στην ανεξαρτησία των εθνικών εποπτικών αρχών. Το αποτέλεσμα των ομότιμων αξιολογήσεων πρέπει να δημοσιοποιείται και οι βέλτιστες πρακτικές πρέπει να εντοπίζονται και επίσης να δημοσιοποιούνται.

Τροπολογία   43

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 26

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(26) Η Αρχή πρέπει να προάγει ενεργά μια συντονισμένη κοινοτική εποπτική απόκριση, ειδικά σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Κοινότητα. Συνεπώς, επιπροσθέτως προς τις εξουσίες της για δράση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, πρέπει να της ανατεθεί μια γενική λειτουργία συντονισμού στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας. Οι δράσεις της Αρχής πρέπει να εστιάζουν ιδιαίτερα στην ομαλή ροή όλων των συναφών πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών.

26 Η Αρχή πρέπει να προάγει ενεργά μια συντονισμένη εποπτική απόκριση σε επίπεδο Ένωσης, ιδίως για να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση. Συνεπώς, επιπροσθέτως προς τις εξουσίες της για δράση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, πρέπει να της ανατεθεί μια γενική λειτουργία συντονισμού στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ. Οι δράσεις της Αρχής πρέπει να εστιάζουν ιδιαίτερα στην ομαλή ροή όλων των συναφών πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών.

Αιτιολόγηση

Η παρούσα τροπολογία αντικατοπτρίζει καλύτερα το συντονιστικό ρόλο των αρχών στη διασφάλιση της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Τροπολογία  44

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 27

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(27) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι απαραίτητο να εντοπιστούν εξ αρχής οι τάσεις, οι δυνητικοί κίνδυνοι και τα τρωτά σημεία που απορρέουν από το μικροπροληπτικό επίπεδο, διασυνοριακά και διατομεακά. Η Αρχή πρέπει να παρακολουθεί και να αξιολογεί τις εν λόγω εξελίξεις στον τομέα αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις άλλες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και το ευρωπαϊκό συμβούλιο συστημικού κινδύνου σε τακτική βάση και, αν είναι απαραίτητο, για συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης η Αρχή πρέπει να συντονίζει προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων σε επίπεδο Κοινότητας για να αξιολογεί την αντοχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο.

(27) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι απαραίτητο να εντοπιστούν εξ αρχής οι τάσεις, οι δυνητικοί κίνδυνοι και τα τρωτά σημεία που απορρέουν από το μικροπροληπτικό επίπεδο, διασυνοριακά και διατομεακά. Η Αρχή πρέπει να παρακολουθεί και να αξιολογεί τις εν λόγω εξελίξεις στον τομέα αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις άλλες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και το ευρωπαϊκό συμβούλιο συστημικού κινδύνου σε τακτική βάση και, αν είναι απαραίτητο, για συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης η Αρχή πρέπει να δρομολογεί και να συντονίζει προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης για να αξιολογεί την αντοχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο. Προκειμένου να βελτιώσει την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να πραγματοποιεί οικονομική ανάλυση των αγορών και του αντικτύπου των ενδεχόμενων εξελίξεων σε αυτές.

Τροπολογία  45

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 28

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(28) Με δεδομένα την παγκοσμιοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την αυξημένη σημασία των διεθνών κανόνων, η Αρχή πρέπει να ενισχύσει το διάλογο και τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές εκτός της Κοινότητας. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη της πλήρως τους υφιστάμενους ρόλους και αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις σχέσεις τους με αρχές εκτός της Κοινότητας καθώς και σε διεθνή φόρα.

(28) Με δεδομένα την παγκοσμιοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την αυξημένη σημασία των διεθνών κανόνων, η Αρχή πρέπει να συμμετέχει στην εκπροσώπηση της Ένωσης στον διάλογο και τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές σε τρίτες χώρες.

Τροπολογία  46

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 30

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία -1.

(30) Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να έχει δικαίωμα να ζητεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κανονικά τις πληροφορίες αυτές πρέπει να τις παρέχουν οι εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τα ιδρύματα. Ωστόσο, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να ζητεί πληροφορίες απευθείας από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλα μέρη, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποια εθνική εποπτική αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει έγκαιρα τις εν λόγω πληροφορίες. Οι αρχές των κρατών μελών πρέπει να είναι υποχρεωμένες να συνεπικουρούν την Αρχή στην επιβολή όσον αφορά τα εν λόγω άμεσα αιτήματα.

30 Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να έχει δικαίωμα να ζητεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, κανονικά τις πληροφορίες αυτές πρέπει να τις παρέχουν οι εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους συμμετέχοντες στις αγορές, υπό τον όρο ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν διατίθενται σε όργανα ή αρχές που δεν τις δικαιούνται. Ωστόσο, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να ζητεί πληροφορίες απευθείας από συμμετέχοντες στην χρηματοπιστωτική αγορά και άλλα μέρη, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποια εθνική εποπτική αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει έγκαιρα τις εν λόγω πληροφορίες. Οι αρχές των κρατών μελών πρέπει να είναι υποχρεωμένες να συνεπικουρούν την Αρχή στην επιβολή όσον αφορά τα εν λόγω άμεσα αιτήματα.

Τροπολογία  47

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 31

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(31) Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και για την παρακολούθηση της συνέχειας των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, έχει ουσιώδη σημασία η στενή συνεργασία μεταξύ της Αρχής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η Αρχή πρέπει να ανταλλάσσει όλες τις συναφείς πληροφορίες με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου. Δεδομένα σχετιζόμενα με μεμονωμένες επιχειρήσεις πρέπει να παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Όταν η Αρχή ή κάποια εθνική εποπτική αρχή λάβει προειδοποιήσεις ή συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, η Αρχή πρέπει να εξασφαλίζει την παρακολούθηση της συνέχειας.

(31) Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και για την παρακολούθηση της συνέχειας των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, έχει ουσιώδη σημασία η στενή συνεργασία μεταξύ της Αρχής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η Αρχή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου πρέπει να ανταλλάσσουν όλες τις συναφείς πληροφορίες. Δεδομένα σχετιζόμενα με μεμονωμένες επιχειρήσεις πρέπει να παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Όταν η Αρχή ή κάποια εθνική εποπτική αρχή λάβει προειδοποιήσεις ή συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, η Αρχή πρέπει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να εξασφαλίζει την παρακολούθηση της συνέχειας.

Τροπολογία  48

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 32

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(32) Στις περιπτώσεις που είναι σκόπιμο η Αρχή πρέπει να διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη για τεχνικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για τα προτεινόμενα μέτρα. Για λόγους αποδοτικότητας, πρέπει να συσταθεί ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης, η οποία θα εκπροσωπεί στη σωστή αναλογία τις ασφαλιστικές, και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα ταμεία επαγγελματικής συνταξιοδότησης της Κοινότητας (συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, θεσμικών επενδυτών και λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών που χρησιμοποιούν και οι ίδιοι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες), τους υπαλλήλους τους, και τους καταναλωτές και τους χρήστες των λιανικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών κα υπηρεσιών επαγγελματικής συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης πρέπει να εργάζεται δραστήρια ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

(32) Η Αρχή πρέπει να διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη για ρυθμιστικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για τα προτεινόμενα μέτρα. Πριν από την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών κανόνων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, η Αρχή πρέπει να διεξάγει μελέτη αντικτύπου. Για λόγους αποδοτικότητας, πρέπει να συσταθεί ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης, η οποία θα εκπροσωπεί στη σωστή αναλογία τις ασφαλιστικές, και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα ταμεία επαγγελματικής συνταξιοδότησης της Ένωσης (συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, θεσμικών επενδυτών και λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών που χρησιμοποιούν και οι ίδιοι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες), τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τους επιστημονικούς φορείς και τους καταναλωτές και τους χρήστες των λιανικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών κα υπηρεσιών επαγγελματικής συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης πρέπει να εργάζεται δραστήρια ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή σύμφωνα με την νομοθεσία της Ένωσης.

Τροπολογία  49

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 33 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(33α) Με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών σε καταστάσεις κρίσεων, εάν ένα κράτος μέλος επιλέξει να επικαλεσθεί αυτή τη διασφάλιση, πρέπει να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγχρόνως με την Αρχή, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Επιπλέον, το κράτος μέλος πρέπει να εξηγήσει τους λόγους που το ώθησαν να επικαλεσθεί τη διασφάλιση. Η Αρχή πρέπει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, να καθορίζει τις περαιτέρω ενέργειες.

Τροπολογία   50

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 33 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(33α) Σε σύγκριση με τους καλά χρηματοδοτούμενους και δικτυωμένους εκπροσώπους των επιχειρήσεων, οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις είναι περιθωριοποιημένες στη συζήτηση για το μέλλον των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την αντίστοιχη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το μειονέκτημα αυτό πρέπει να αντισταθμιστεί με την επαρκή χρηματοδότηση των εκπροσώπων τους στην ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων.

Τροπολογία   51

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 35

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(35) Το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Αρχής πρέπει να είναι ένα συμβούλιο εποπτών, συγκροτούμενο από τους επικεφαλής κάθε οικείας εθνικής εποπτικής αρχής στα κράτη μέλη και το οποίο προεδρεύεται από τον πρόεδρο της Αρχής. Οι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και των άλλων δυο Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών πρέπει να συμμετέχουν ως παρατηρητές. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών πρέπει να ενεργούν ανεξάρτητα και μόνο υπέρ του συμφέροντος της Κοινότητας. Για ενέργειες γενικής φύσεως, περιλαμβανομένων των σχετιζόμενων με την έκδοση τεχνικών κανόνων, κατευθυντηρίων γραμμών και συστάσεων, καθώς και θεμάτων προϋπολογισμού, πρέπει να ισχύουν οι κανόνες για την ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζονται στη συνθήκη, ενώ για όλες τις άλλες αποφάσεις πρέπει να ισχύει απλή πλειοψηφία των μελών. Οι περιπτώσεις που αφορούν τη ρύθμιση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών πρέπει να εξετάζονται σε κλειστό κύκλο.

(35) Το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Αρχής πρέπει να είναι ένα συμβούλιο εποπτών, συγκροτούμενο από τους επικεφαλής κάθε οικείας εθνικής εποπτικής αρχής στα κράτη μέλη και το οποίο προεδρεύεται από τον πρόεδρο της Αρχής. Οι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Τράπεζες) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Κινητές Αξίες και Αγορές) πρέπει να συμμετέχουν ως παρατηρητές. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών πρέπει να ενεργούν ανεξάρτητα και μόνο υπέρ του συμφέροντος της Ένωσης. Για ενέργειες γενικής φύσεως, περιλαμβανομένων των σχετιζόμενων με την έκδοση τεχνικών κανόνων, κατευθυντηρίων γραμμών και συστάσεων, καθώς και θεμάτων προϋπολογισμού, πρέπει να ισχύουν οι κανόνες για την ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζονται στο άρθρο 16 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ για όλες τις άλλες αποφάσεις πρέπει να ισχύει απλή πλειοψηφία των μελών. Οι περιπτώσεις που αφορούν τη ρύθμιση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών πρέπει να εξετάζονται σε κλειστό κύκλο.

Τροπολογία  52

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 37

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(37) Την Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί ο πρόεδρος, πλήρους απασχόλησης, τον οποίο επιλέγει το συμβούλιο εποπτών με ανοιχτό διαγωνισμό. Η διοίκηση της Αρχής πρέπει να ανατεθεί σε εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος πρέπει να έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(37) Την Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί ο πρόεδρος πλήρους απασχόλησης τον οποίο επιλέγει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά από ανοιχτό διαγωνισμό υπό τη διαχείριση της Επιτροπής και την επακόλουθη κατάρτιση καταλόγου τελικής επιλογής από την Επιτροπή. Η διοίκηση της Αρχής πρέπει να ανατεθεί σε εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος πρέπει να έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Τροπολογία  53

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 40

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(40) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της Αρχής, πρέπει να τεθεί στη διάθεσή της αυτόνομος προϋπολογισμός με έσοδα προερχόμενα κυρίως από υποχρεωτικές εισφορές εθνικών εποπτικών αρχών και από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κοινοτική δημοσιονομική διαδικασία πρέπει να ισχύει όσον αφορά την κοινοτική συμμετοχή. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(40) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της Αρχής, πρέπει να τεθεί στη διάθεσή της αυτόνομος προϋπολογισμός με έσοδα προερχόμενα από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από οιαδήποτε τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις σχετικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου. Η ενωσιακή δημοσιονομική διαδικασία πρέπει να ισχύει όσον αφορά την συμμετοχή της Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Τροπολογία  54

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Με τον παρόντα κανονισμό συγκροτείται Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων («Αρχή»).

1. Με τον παρόντα κανονισμό συγκροτείται Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) («Αρχή»).

2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 64/225/ΕΟΚ, της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, της οδηγίας 73/240/ΕΟΚ, της οδηγίας 76/580/ΕΟΚ, της οδηγίας 78/473/ΕΟΚ, της οδηγίας 84/641/ΕΟΚ, της οδηγίας 87/344/ΕΟΚ, της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, της οδηγίας 98/78/ΕΚ, της οδηγίας 2001/17/ΕΚ, της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, της οδηγίας 2002/92/ΕΚ, της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2005/68/ΕΚ, της οδηγίας 2007/44/ΕΚ, της οδηγίας 2005/60/ΕΚ, της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης κοινοτικής πράξης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 64/225/ΕΟΚ, της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, της οδηγίας 73/240/ΕΟΚ, της οδηγίας 76/580/ΕΟΚ, της οδηγίας 78/473/ΕΟΚ, της οδηγίας 84/641/ΕΟΚ, της οδηγίας 87/344/ΕΟΚ, της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, της οδηγίας 98/78/ΕΚ, της οδηγίας 2001/17/ΕΚ, της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, της οδηγίας 2002/92/ΕΚ, της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2005/68/ΕΚ, της οδηγίας 2007/44/ΕΚ, της οδηγίας 2005/60/ΕΚ, της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης ενωσιακής πράξης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

 

2α. Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πεδίο των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από τη νομοθεσία στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων περί των δικαιωμάτων των μετόχων, εταιρικής διακυβέρνησης, χρηματοπιστωτικών εκθέσεων, λογιστικού ελέγχου και για την εξασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Η Αρχή λαμβάνει επίσης τα κατάλληλα μέτρα στο πλαίσιο των ζητημάτων που αφορούν τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, τους συμψηφισμούς και διακανονισμούς, την τιτλοποίηση, τις ανοικτές πωλήσεις και τα παράγωγα, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων τυποποίησης.

3. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού ισχύουν με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, ιδίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 226 της Συνθήκης για την εξασφάλιση της συμμόρφωση προς το κοινοτικό δίκαιο.

3. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού ισχύουν με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, ιδίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς το ενωσιακό δίκαιο.

4. Ο σκοπός της Αρχής είναι να συμβάλει: (i) στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ειδικά συμπεριλαμβανομένων υψηλού επιπέδου, αποτελεσματικής και συνεκτικής ρύθμισης και εποπτείας, (ii) στην προστασία των ασφαλισμένων και των λοιπών δικαιούχων, (iii) στην εξασφάλιση της ακεραιότητας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, (iv) στη διαφύλαξη της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και (v) στην ενίσχυση του διεθνούς συντονισμού εποπτείας. Γι’ αυτό το λόγο η Αρχή πρέπει να συμβάλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ανωτέρω, ενισχύοντας την εποπτική σύγκλιση και γνωμοδοτώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

4. Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει τις δημόσιες αξίες όπως η μεσοβραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η φερεγγυότητα και ρευστότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η διαφάνεια των αγορών και των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και η προστασία των καταθετών και επενδυτών. Η Αρχή συμβάλλει (i) στη βελτίωση της λειτουργίας και της ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής αγοράς, ειδικά συμπεριλαμβανομένων υψηλού επιπέδου, αποτελεσματικής και συνεκτικής ρύθμισης και εποπτείας, (ii) στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και της καινοτομίας στην εσωτερική αγορά και στην ενδυνάμωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, (iia) στην προώθηση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης (iii) στην εξασφάλιση της ακεραιότητας, διαφάνειας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, (iv) στην ενδυνάμωση του διεθνούς συντονισμού εποπτείας, (v) στην υποστήριξη της νέας στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απασχόληση και την ανάπτυξη (vi) στην αποτροπή της κανονιστικής διαμεσολάβησης και στη δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού, (vii) στην αποτροπή του κινδύνου να δημιουργηθούν στο μέλλον πιστωτικές φούσκες από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ένωσης και (viii) στην ανάπτυξη κοινών μεθοδολογιών για την αξιολόγηση των συνεπειών των χαρακτηριστικών των προϊόντων και των διαδικασιών διανομής στη χρηματοπιστωτική θέση των ιδρυμάτων και στην προστασία των καταναλωτών. Γι' αυτούς τους λόγους η Αρχή πρέπει να συμβάλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ανωτέρω, ενισχύοντας την εποπτική σύγκλιση και γνωμοδοτώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, και πραγματοποιώντας οικονομικές αναλύσεις των αγορών για να προωθηθεί η επίτευξη των στόχων της Αρχής.

 

4α. Κατά την άσκηση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα Κανονισμό, η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στα συστημικά ιδρύματα, τα προβλήματα ή η δυσλειτουργία των οποίων ενδέχεται να διαταράξουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή την πραγματική οικονομία.

5. Η Αρχή αποτελεί μέρος ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, εφεξής «ΕΣΧΕ», το οποίο λειτουργεί ως δίκτυο εποπτικών αρχών, όπως εξειδικεύεται περαιτέρω στο άρθρο 39.

5. Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης.

6. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων συνεργάζεται με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, εφεξής «ΕΣΣΚ», όπως ορίζεται στο άρθρο 21 του παρόντος κανονισμού.

 

Τροπολογία  55

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 1 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 1α

 

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας

 

1. Η Αρχή αποτελεί μέρος ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας («ΕΣΧΕ»). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του και η επαρκής προστασία των χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

 

2. Το ΕΣΧΕ περιλαμβάνει:

(α) το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου·

 

(β) την Αρχή·

 

(β) την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) που συγκροτείται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2010 (ΕΑΤ)·

 

δ) την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΑΚΑΑ]·

 

(ε) τη Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Μικτή Επιτροπή) την οποία προβλέπει το άρθρο 40,

 

(στ) τις αρχές των κρατών μελών που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΑΚΑΑ], στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΑΑΕΣ] και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ.…/2010 [ΕΑΤ]·

 

(ζ) την Επιτροπή, για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 9·

 

Οι Αρχές που συμμετέχουν στο ΕΣΧΕ, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, λογοδοτούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη της λογοδοσίας των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στα εθνικά κοινοβούλια.

 

3. Η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά, διασφαλίζει τη διατομεακή συνέπεια των εργασιών, και καταλήγει σε κοινές θέσεις στον τομέα της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων και για άλλα διατομεακά θέματα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) μέσω Μικτής Επιτροπής.

 

4. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με πνεύμα εμπιστοσύνης και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να εξασφαλίζεται η ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών μεταξύ τους.

 

5. Μόνο οι εποπτικές αρχές που περιλαμβάνονται στο ΕΣΧΕ μπορούν να εποπτεύουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ένωση.

Τροπολογία  56

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 2 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1) «χρηματοπιστωτικά ιδρύματα» σημαίνει ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια της οδηγίας 98/78/ΕΚ, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια της οδηγίας 2005/68/ΕΚ και ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών τα οποία καλύπτονται από την οδηγία 2003/41/ΕΚ, και «χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων» όπως ορίζονται στην οδηγία 2002/87/ΕΚ·

(1) «χρηματοπιστωτικά ιδρύματα» σημαίνει ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια της οδηγίας 98/78/ΕΚ, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια της οδηγίας 2005/68/ΕΚ και ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών τα οποία καλύπτονται από την οδηγία 2003/41/ΕΚ, και «χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων» όπως ορίζονται στην οδηγία 2002/87/ΕΚ και κάθε άλλη επιχείρηση ή οντότητα που λειτουργεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και που προσφέρει παρόμοιες υπηρεσίες, ακόμη και εάν δεν έχουν άμεση συναλλαγή με το ευρύ κοινό.

Τροπολογία  57

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

1. Η Αρχή αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

(α) συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών κανόνων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, μεταξύ άλλων με γνωμοδοτήσεις προς τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας και με την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και σχεδίων τεχνικών κανόνων, που πρέπει να βασίζονται στη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·

(α) συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών κανόνων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, μεταξύ άλλων με γνωμοδοτήσεις προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και με την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών κανόνων, που πρέπει να βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·

(β) συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, μεταξύ άλλων συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, εξασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας ρυθμιστικές αυθαιρεσίες, μεσολαβώντας και ρυθμίζοντας διαφωνίες μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, προάγοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·

(β) συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, μεταξύ άλλων συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής πρακτικής, εξασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας ρυθμιστικές αυθαιρεσίες, μεσολαβώντας και ρυθμίζοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, εξασφαλίζοντας την αποτελεσματική και τακτική εποπτεία καθώς και τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·

(γ) διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών·

(γ) προωθεί και διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών·

(δ) συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ, μεταξύ άλλων παρέχοντας στο ΕΣΣΚ τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του και διασφαλίζοντας σωστή παρακολούθηση των προειδοποιήσεων και των συστάσεων της ΕΣΣΚ·

(δ) συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ, μεταξύ άλλων παρέχοντας στο ΕΣΣΚ τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του και διασφαλίζοντας σωστή παρακολούθηση των προειδοποιήσεων και των συστάσεων της ΕΣΣΚ·

(ε) πραγματοποιεί αναλύσεις ομότιμης αξιολόγησης εθνικών εποπτικών αρχών, για να ενισχύεται η συνέπεια των εποπτικών αποτελεσμάτων·

(ε) οργανώνει και πραγματοποιεί αναλύσεις ομότιμης αξιολόγησης αρμόδιων αρχών, για να ενισχύεται η συνέπεια των εποπτικών αποτελεσμάτων·

(στ) να παρακολουθεί και αξιολογεί εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της·

(στ) να παρακολουθεί και αξιολογεί εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της·

 

(στα) πραγματοποιεί οικονομικές αναλύσεις των αγορών με στόχο την εμπεριστατωμένη εκπλήρωση των καθηκόντων της Αρχής·

 

(στβ) ενισχύει την προστασία των καταθετών και των επενδυτών·

 

(στγ) αξιολογεί τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών ασφάλισης και επαγγελματικών συντάξεων για άτομα και επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση·

 

(ζ) ενεργεί ως το αρμόδιο όργανο για τη διαχείριση της κρίσης διασυνοριακών ιδρυμάτων που μπορεί να αποτελέσουν συστημικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 12β, οργανώνοντας και εκτελώντας όλες τις έγκαιρες παρεμβάσεις και τις διαδικασίες εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας για τα ιδρύματα αυτά μέσω της Μονάδας Εξυγίανσης στο άρθρο 12 (γ)·

(ζ) εκπληρώνει τυχόν άλλα ειδικά καθήκοντα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στην κοινοτική νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

(η) εκπληρώνει τυχόν άλλα ειδικά καθήκοντα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στις νομοθετικές πράξεις της Ένωσης στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

 

(ηα) παρέχει βάση δεδομένων των εγγεγραμμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο πεδίο αρμοδιότητάς της και, όταν προβλέπεται από τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, σε κεντρικό επίπεδο·

2. Για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 1, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και ειδικότερα την εξουσία να:

2. Για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 1, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και ειδικότερα την εξουσία να:

(α) εκπονεί σχέδια τεχνικών κανόνων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7·

(α) εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών κανόνων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7·

 

(αα) εκπονεί σχέδια εκτελεστικών κανόνων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7, στοιχείο ε)·

(β) εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 8·

(β) εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 8·

(γ) εκδίδει συστάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3·

(γ) εκδίδει συστάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3·

(δ) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς εθνικές εποπτικές αρχές στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11·

(δ) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς εθνικές εποπτικές αρχές στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11·

(ε) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4·

(ε) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4·

(στ) γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19.

(στ) γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19.

 

(στα) συλλέγει άμεσα τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

 

(στβ) να θεσπίζει ρυθμιστικούς κανόνες που να ορίζουν τις ελάχιστες πληροφορίες που θα διατίθενται στην Αρχή όσον αφορά τις συναλλαγές και τους συμμετέχοντες στην αγορά και τον τρόπο που θα διεξάγεται ο συντονισμός της συγκέντρωσης καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι υφιστάμενες εθνικές βάσεις δεδομένων θα διασυνδεθούν προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η Αρχή μπορεί πάντοτε να έχει πρόσβαση σε σημαντικές και απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές και τους συμμετέχοντες στην αγορά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2·

3. Η Αρχή ασκεί κάθε αποκλειστική εποπτική εξουσία επί οντοτήτων με εξάπλωση ή οικονομικές δραστηριότητες σε όλη την Κοινότητα, οι οποίες της ανατίθενται βάσει της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

3. Η Αρχή ασκεί κάθε αποκλειστική εποπτική εξουσία επί οντοτήτων με εξάπλωση ή οικονομικές δραστηριότητες σε όλη την Ένωση, οι οποίες της ανατίθενται βάσει των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Γι’ αυτό το λόγο η Αρχή διαθέτει κατάλληλες εξουσίες διερεύνησης και επιβολής, όπως καθορίζονται στην σχετική νομοθεσία, καθώς και τη δυνατότητα να χρεώνει τέλη.

Για το σκοπό της άσκησης των αποκλειστικών εποπτικών αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο η Αρχή διαθέτει κατάλληλες εξουσίες διερεύνησης και επιβολής, όπως καθορίζονται στην σχετική νομοθεσία, καθώς και τη δυνατότητα να χρεώνει τέλη. Η Αρχή επιτελεί το έργο της σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και αξιοποιεί την πείρα, τα μέσα και τις εξουσίες τους για την άσκηση των αποκλειστικών εποπτικών εξουσιών στο πλαίσιο των καθηκόντων της.

Τροπολογία  58

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 6 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 6α

 

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών που είναι μέλη της Αρχής

 

Για την επίτευξη των στόχων της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στην Αρχή διαθέτουν εξουσίες για τη λήψη προληπτικών και διορθωτικών μέτρων εποπτείας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται εφόσον αυτά αφορούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ασκούνται αναλόγως οι εξής εξουσίες:

 

(α) να ζητούν και να λαμβάνουν κατάλληλες πληροφορίες·

 

(β) να επιβάλλουν απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και γνωστοποιησης·

 

(γ) να διεξάγουν επιτόπιους ελέγχους·

 

(δ) να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τις συγκρούσεις συμφερόντων, την ορθή διακυβέρνηση, τη ρευστότητα, τις προμήθειες, τα μερίσματα και τις πολιτικές αμοιβών·

 

(ε) να διαχωρίζουν ή να συγκεντρώνουν τις τραπεζικές δραστηριότητες για το κοινό από τη διαπραγμάτευση και άλλες μη κοινωφελείς δραστηριότητες σε περίπτωση που διαπιστωθεί σοβαρός κίνδυνος με βάση κοινά κριτήρια·

 

(στ) να περιορίζουν ή να απαγορεύουν προσωρινά ορισμένα προϊόντα ή τύπους συναλλαγών που μπορεί να προκαλέσουν, άμεσα ή έμμεσα, υπέρμετρη αστάθεια στις αγορές ή να διαταράξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα δημόσια οικονομικά ή την πραγματική οικονομία της Ένωσης στο σύνολό τους ή εν μέρει·

 

(ζ) να επιβάλλουν στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να λειτουργούν μέσω θυγατρικής σε περίπτωση σημαντικού εσωτερικού κινδύνου που αξιολογείται με κοινά κριτήρια·

 

(η) να επιβάλλουν αποτρεπτικά πρόστιμα·

 

(θ) να αποκλείουν διαχειριστές και διευθυντές·

 

(ι) να απομακρύνουν στελέχη ή το διοικητικό συμβούλιο·

 

(ια) να παρεμβαίνουν προσωρινά σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

 

(ιβ) να αίρουν τα οφέλη της περιορισμένης ευθύνης σημαντικών μετόχων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δεν προασπίζουν ενεργά τα συμφέροντα της επιχείρησης σε περιπτώσεις όπως έλλειψη διαφάνειας, παρακινδυνευμένη δανειοδότηση ή δανειοληψία, ή σοβαρές και συστηματικές παραβάσεις·

 

(ιγ) να επεκτείνουν την οικονομική ευθύνη σε διαχειριστές, διευθυντές ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που διαπράττουν ή συνεργούν σε σοβαρές και συστηματικές παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου ή έχουν ακατάλληλο σύστημα παροχής κινήτρων στις υπηρεσίες τους·

 

(ιδ) να απαιτούν, όταν αυτό είναι αναγκαίο, δηλώσεις διοικητών και διευθυντών σε σχέση με τόκους, δραστηριότητες και στοιχεία ενεργητικού·

 

(ιε) να ζητούν την ανάπτυξη λεπτομερούς καθεστώτος επίλυσης διαφορών, αναπροσαρμοζόμενου συστηματικά, που να περιλαμβάνει διαρθρωμένο μηχανισμό έγκαιρης παρέμβασης, ταχεία διορθωτική δράση και εναλλακτικό σχέδιο για περίπτωση χρεοκοπίας·

 

(ιστ) να ακυρώνουν άδειες και να αποσύρουν διαβατήρια· και

 

(ιζ) να συμφωνούν σε πρωτόκολλα για την επίτευξη κοινής απόκρισης σε επίπεδο Ένωσης, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και συστηματικά, για την πρόληψη ή την άρση διαταράξεων της αγοράς.

Τροπολογία  59

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τεχνικοί κανόνες

Ρυθμιστικοί κανόνες

1. Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει τεχνικούς κανόνες στους τομείς που ορίζονται συγκεκριμένα στη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια κανόνων που καταρτίζει στην Επιτροπή για έγκριση.

1. Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει ρυθμιστικούς κανόνες για να συμπληρώνει, να ενημερώνει και να τροποποιεί μη ουσιώδη στοιχεία των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Οι ρυθμιστικοί κανόνες δεν περιέχουν στρατηγικές αποφάσεις και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες βασίζονται.

Εφόσον είναι σκόπιμο, πριν υποβάλει τα σχέδια στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί, ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις για τους τεχνικούς κανόνες και προβαίνει σε ανάλυση του δυνητικού κόστους/οφέλους.

 

 

2. Η Αρχή πραγματοποιεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις για τους ρυθμιστικούς κανόνες και αναλύει πριν από την έγκριση σχεδίων ρυθμιστικών κανόνων το συναφές δυνητικό κόστος και όφελος. Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 22.

 

3. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών κανόνων που καταρτίζει στην Επιτροπή για έγκριση και συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή των σχεδίων κανόνων, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα τα εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τα σχέδια κανόνων μόνο μερικώς ή με τροποποιήσεις, σε περίπτωση που αυτό απαιτεί το συμφέρον της Κοινότητας.

4. Εντός τριών μηνών από την παραλαβή των ρυθμιστικών σχεδίων κανόνων, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα τα εγκρίνει, θα τα απορρίψει ή θα τα τροποποιήσει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απόφασή της και αναφέρει τους λόγους για την απόφαση αυτή.

Εάν η Επιτροπή δεν εγκρίνει τους κανόνες ή αν τους εγκρίνει μερικώς ή με τροποποιήσεις, γνωστοποιεί στην Αρχή τους σχετικούς λόγους.

 

2. Οι κανόνες εγκρίνονται από την Επιτροπή με κανονισμούς ή με αποφάσεις και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

 

5. Η Επιτροπή μπορεί να τροποποιεί τα σχέδια ρυθμιστικών κανόνων εάν είναι ασύμβατα με το ενωσιακό δίκαιο, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στο κεκτημένο της ενωσιακής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα.

Τροπολογία  60

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 7α

 

Άσκηση της εξουσιοδότησης

 

1. Οι εξουσίες για την έγκριση ρυθμιστικών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, ανατίθενται στην Επιτροπή για αόριστη χρονική περίοδο.

 

2. Τα σχέδια ρυθμιστικών κανόνων εγκρίνονται από την Επιτροπή με τη μορφή κανονισμών ή αποφάσεων.

 

3. Μόλις εγκρίνει ρυθμιστικό κανόνα, η Επιτροπή τον κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

 

4. Η εξουσία για την έγκριση ρυθμιστικών κανόνων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 7β έως 7δ.

 

5. Στην έκθεση που ορίζεται στο άρθρο 35 παράγραφος 2, ο πρόεδρος της Αρχής ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους ρυθμιστικούς κανόνες που έχουν εγκριθεί και τις εθνικές αρχές που δεν έχουν συμμορφωθεί με αυτούς.

Τροπολογία  61

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 β (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 7β

 

Διατύπωση αντιρρήσεων για τους ρυθμιστικούς κανόνες

 

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις για ρυθμιστικό κανόνα εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες.

 

2. Αν κατά τη λήξη αυτής της περιόδου ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχει αντιταχθεί στον ρυθμιστικό κανόνα, αυτός δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν.

 

3. Πριν από τη λήξη αυτής της περιόδου και σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να ενημερώσουν την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να προβάλουν αντιρρήσεις σε ρυθμιστικό κανόνα. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ρυθμιστικός κανόνας δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν.

 

4. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις σε ένα ρυθμιστικό κανόνα πράξη, αυτός δεν τίθεται σε ισχύ. Το θεσμικό όργανο που προβάλλει αντιρρήσεις εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στον ρυθμιστικό κανόνα.

Τροπολογία  62

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 γ (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 7γ

 

Μη έγκριση ή τροποποίηση των σχεδίων ρυθμιστικών κανόνων

 

1. Εάν η Επιτροπή δεν εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού κανόνα ή το τροποποιήσει, ενημερώνει σχετικά την Αρχή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκθέτοντας τους λόγους.

 

2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορεί, εντός ενός μηνός, να καλέσει τον αρμόδιο επίτροπο μαζί με τον πρόεδρο της Αρχής σε ειδική συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου για να εκθέσουν και να εξηγήσουν τις διιστάμενες απόψεις τους.

Τροπολογία  63

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 δ (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 7δ

 

Ανάκληση της εξουσιοδότησης

 

1. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 7 μπορεί να ανακαλείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

 

2. Η απόφαση περί ανάκλησης αναφέρει τους λόγους της ανάκλησης και περατώνει την εξουσιοδότηση.

 

3. Το θεσμικό όργανο που έχει κινήσει εσωτερική διαδικασία για να αποφασιστεί εάν θα ανακληθεί η εξουσιοδότηση ενημερώνει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας τους ρυθμιστικοόυς κανόνες που θα μπορούσαν να ανακληθούν καθώς και τους ενδεχόμενους λόγους της ανάκλησης.

Τροπολογία  64

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 ε (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 7ε

 

Κανόνες εφαρμογής

 

1. Η Αρχή καταρτίζει σχέδια κανόνων για την εφαρμογή νομικά δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης στους τομείς που ορίζονται συγκεκριμένα στον παρόντα κανονισμό και στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2,

 

2. Η Αρχή πραγματοποιεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις για τους κανόνες εφαρμογής και αναλύει το συναφές δυνητικό κόστος και όφελος πριν από την έγκριση σχεδίων κανόνων εφαρμογής. Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 22.

 

3. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια κανόνων εφαρμογής που καταρτίζει στην Επιτροπή για έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 291 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

 

4. Εντός τριών μηνών από την παραλαβή των σχεδίων κανόνων εφαρμογής, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα τα εγκρίνει, θα τα απορρίψει ή θα τα τροποποιήσει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απόφασή της, και αναφέρει τους λόγους για την απόφαση αυτή.

 

5. Τα σχέδια κανόνων εφαρμογής μπορεί να τροποποιηθούν από την Επιτροπή εάν δεν συνάδουν με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

 

6. Εάν η Επιτροπή δεν εγκρίνει τα σχέδια κανόνων εφαρμογής ή τα τροποποιήσει, ενημερώνει σχετικά την Αρχή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκθέτοντας τους λόγους.

 

7. Όταν ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία, οι κανόνες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία   65

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ, και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με αποδέκτες εθνικές εποπτικές αρχές ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

1. Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ, και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με αποδέκτες εθνικές εποπτικές αρχές ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

 

1α. Η Αρχή πραγματοποιεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις για τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις και αναλύει το συναφές δυνητικό κόστος και όφελος. Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 22. Οι διαβουλεύσεις, αναλύσεις, γνωμοδοτήσεις και συμβουλές αυτές είναι ανάλογες σε σχέση με το αντικείμενο, τη φύση και τις επιπτώσεις της κατευθυντήριας γραμμής ή της σύστασης.

Οι εθνικές εποπτικές αρχές καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.

2. Εντός δύο μηνών από την έκδοση κατευθυντήριας γραμμής ή σύστασης, κάθε αρμόδια αρχή αποφασίζει εάν προτίθεται να συμμορφωθεί προς την εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση. Οι αρμόδιες αρχές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις. Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί, ενημερώνει την Αρχή εκθέτοντας τους λόγους. Η Αρχή δημοσιεύει τους λόγους αυτούς.

 

2β. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποβάλλουν ετησίως έκθεση, κατά τρόπο σαφή και ενδελεχή, για το εάν συμμορφώνονται προς την εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση.

Εάν η εθνική εποπτική αρχή δεν εφαρμόσει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, γνωστοποιεί στην Αρχή τους σχετικούς λόγους.

3. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35, παράγραφος 2, ο πρόεδρος της Αρχής ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί, αναφέροντας ποια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώθηκε προς αυτές και εκθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο η Αρχή προτίθεται να εξασφαλίσει τη συμμόρφωσή της προς τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις της στο μέλλον.

Τροπολογία  66

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν έχει εφαρμόσει σωστά τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζει η εν λόγω νομοθεσία, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

1. Αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν έχει εφαρμόσει σωστά τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμιστικών κανόνων και των κανόνων εφαρμογής που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 7α, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζει η εν λόγω νομοθεσία, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

2. Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων εθνικών εποπτικών αρχών, της Επιτροπής, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία εθνική εποπτική αρχή, η Αρχή μπορεί να διερευνήσει την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας.

2. Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας συμφεροντούχων ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή μπορεί να διερευνήσει την κατ’ ισχυρισμό μη εφαρμογή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 20, η εθνική εποπτική αρχή παρέχει στην Αρχή χωρίς καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που η τελευταία θεωρεί απαραίτητες για έρευνα που διενεργεί.

3. Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 20, η αρμόδια αρχή παρέχει στην Αρχή χωρίς καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που η τελευταία θεωρεί απαραίτητες για έρευνα που διενεργεί.

3. Το αργότερο εντός διμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία εθνική εποπτική αρχή σύσταση όπου ορίζεται η δράση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία.

4. Το αργότερο εντός διμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η δράση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία. Η Αρχή μεριμνά για την ικανοποίηση του δικαιώματος των αποδεκτών της απόφασης να ακουστούν.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η εθνική εποπτική αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία.

5. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης.

4. Εάν η εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την κοινοτική νομοθεσία εντός ενός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να λάβει απόφαση και να απαιτεί από την εθνική εποπτική αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο.

6. Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με τη νομοθεσία της Ένωσης εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, η Αρχή λαμβάνει απόφαση και απαιτεί από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το δίκαιο της Ένωσης.

Η Επιτροπή λαμβάνει την απόφαση αυτή το αργότερο εντός τριών μηνών από την έκδοση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Αρχή λαμβάνει την απόφαση αυτή το αργότερο εντός ενός μηνός από την έκδοση της σύστασης.

Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι γίνεται σεβαστό το δικαίωμα των αποδεκτών της απόφασης να διατυπώσουν τη γνώμη τους.

 

Η Αρχή και οι εθνικές εποπτικές αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

 

5. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η εθνική εποπτική αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και την Αρχή σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει ή που προτίθεται να λάβει για την εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής.

7. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και την Αρχή σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει ή που προτίθεται να λάβει για την εφαρμογή της απόφασης της Αρχής.

6. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης, αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν, και εάν απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση της μη συμμόρφωσης από την εθνική εποπτική αρχή προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, αν οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

8. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν, και εάν απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση της μη συμμόρφωσης από την αρμόδια αρχή προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Αρχή, σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, εκδίδει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την απόφαση που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4. Όλες οι νομικές ή δικαστικές δαπάνες που βαρύνουν την Αρχή συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος άρθρου καταβάλλονται από την Επιτροπή.

7. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές για το ίδιο θέμα.

9. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 8 εφαρμόζονται σε όλα τα σχετικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τα οποία ισχύει η απόφαση περί μη συμμόρφωσης και κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα..

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των εθνικών εποπτικών αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή 6 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμόδιων αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 5 ή 8 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

 

9α. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 2, ο πρόεδρος επισημαίνει ποιες αρμόδιες αρχές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν συμμορφώθηκαν προς τις αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6.

Τροπολογία   67

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Σε περίπτωση αντίξοων εξελίξεων, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Κοινότητα, η Επιτροπή, κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας ή μετά από αίτημα της Αρχής, του Συμβουλίου ή του ΕΣΣΚ, μπορεί να εκδώσει απόφαση απευθυνόμενη προς την Αρχή, όπου ορίζει την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

1. Σε περίπτωση αντίξοων εξελίξεων, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση, το ΕΣΣΚ, κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας ή μετά από αίτημα της Αρχής, του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Επιτροπής, μπορεί να εκδώσει προειδοποίηση που κηρύσσει την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στην Αρχή να εκδώσει χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις τις επιμέρους αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

 

1α. Μόλις εκδώσει προειδοποίηση, το ΕΣΣΚ ενημερώνει ταυτοχρόνως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και την Αρχή.

 

Το ταχύτερο δυνατόν μετά τη κοινοποίηση, ο πρόεδρος του ΕΣΣΚ και ο αρμόδιος Επίτροπος ακούονται από την αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τους κανόνες εμπιστευτικότητας, εφόσον δεν έχει δημοσιοποιηθεί η απόφαση του ΕΣΣΚ.

 

1β. Όταν εκδοθεί προειδοποίηση, η Αρχή διευκολύνει ενεργά και, εφόσον απαιτείται, συντονίζει τις δράσεις των σχετικών αρμόδιων αρχών.

2. Αν η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις εθνικές εποπτικές αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν όλοι οι κίνδυνοι που ενδέχεται να διακυβεύσουν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εξασφαλίζοντας ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι εθνικές εποπτικές αρχές ικανοποιούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην υπόψη νομοθεσία.

2. Αν το ΕΣΣΚ έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένες αποφάσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για να αντιμετωπιστούν όλοι οι κίνδυνοι που ενδέχεται να διακυβεύσουν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εξασφαλίζοντας ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην υπόψη νομοθεσία.

3. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης, αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται εκεί, η Αρχή μπορεί, αν οι συναφείς απαιτήσεις που ορίζονται στη νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να λάβει μεμονωμένη απόφαση την οποία απευθύνει προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

3. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται εκεί, η Αρχή, σύμφωνα με τις συναφείς απαιτήσεις που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, λαμβάνει μεμονωμένη απόφαση την οποία απευθύνει προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

 

3α. Εάν ο αποδέκτης της απόφασης αρνείται να συμμορφωθεί προς το δίκαιο της Ένωσης ή μια συγκεκριμένη απόφαση που ελήφθη από την Αρχή, η Αρχή μπορεί να προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια, μεταξύ άλλων με αίτηση προσωρινών μέτρων.

4. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές για το ίδιο θέμα.

4. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές για το ίδιο θέμα.

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των εθνικών εποπτικών αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των εθνικών εποπτικών αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 συμμορφώνεται προς τις εν λόγω αποφάσεις.

 

4α. Το ΕΣΣΚ επανεξετάζει την απόφαση της παραγράφου 1 με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της Αρχής, ενδεχομένως, και, κηρύσσει τη λήξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

 

4β. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 ο πρόεδρος επισημαίνει τις μεμονωμένες αποφάσεις τις οποίες απηύθυνε σε αρμόδιες αρχές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4.

Τροπολογία  68

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 11

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 9, αν μια εθνική εποπτική αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή με το περιεχόμενο πράξης ή παράλειψης από άλλη εθνική εποπτική αρχή σε τομείς όπου η νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτεί συνεργασία, συντονισμό ή κοινή απόφαση από εθνικές εποπτικές αρχές σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσοτέρων από τις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές, να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2.

1. Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 9, αν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή με το περιεχόμενο πράξης ή παράλειψης από άλλη εθνική εποπτική αρχή σε τομείς όπου οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτεί συνεργασία, συντονισμό ή κοινή απόφαση από αρμόδιες αρχές σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, η Αρχή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσοτέρων από τις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές, αναλαμβάνει να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4.

2. Η Αρχή ορίζει χρονικό όριο για το συμβιβασμό των εθνικών εποπτικών αρχών, λαμβάνοντας υπόψη συναφή χρονικά διαστήματα που τυχόν ορίζονται στη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και την πολυπλοκότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος.

2. Η Αρχή ορίζει χρονικό όριο για το συμβιβασμό των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη συναφή χρονικά διαστήματα που τυχόν ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και την πολυπλοκότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος. Στο στάδιο αυτό η Αρχή ενεργεί ως μεσολαβητής.

3. Αν κατά το πέρας της φάσης συμβιβασμού οι ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση με την οποία θα απαιτεί να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να απέχουν από ενέργειες, προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.

3. Αν κατά το πέρας της φάσης συμβιβασμού οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η Αρχή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, λαμβάνει απόφαση να λύσει τη διαφωνία και να απαιτήσει από αυτές λάβουν συγκεκριμένα μέτρα, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, με δεσμευτική ισχύ για τις ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές.

4. Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης, αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και έτσι δεν εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

4. Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και έτσι δεν εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή εκδίδει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

 

4α. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα. Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμόδιων αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

 

4β. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 ο πρόεδρος της Αρχής αναφέρει τη διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν και την απόφαση που ελήφθη για τη διευθέτηση των διαφωνιών.

Τροπολογία  69

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 11 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 11α

 

Διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διατομεακό επίπεδο

 

Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11, η Μικτή Επιτροπή διευθετεί τις διαφωνίες που μπορεί να προκύψουν μεταξύ αρμόδιων αρχών που αποφασίζουν βάσει του άρθρου 42.

Τροπολογία  70

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 12

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή συμβάλλει στην προώθηση της αποδοτικής και συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εποπτών και στην ενίσχυση της συνέπειας στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στα σώματα αυτά.

1. Η Αρχή συμβάλλει στην προώθηση και παρακολούθηση της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εποπτών που αναφέρονται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ και στην ενίσχυση της συνέπειας στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στα σώματα αυτά. Το προσωπικό της αρχής μπορεί να συμμετέχει σε όλες τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων, που πραγματοποιούν από κοινού δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.

2. Η Αρχή συμμετέχει στα σώματα εποπτών ως παρατηρητής, όταν το κρίνει σκόπιμο. Κατά τη συμμετοχή αυτή η Αρχή θεωρείται «εθνική εποπτική αρχή» υπό την έννοια της σχετικής νομοθεσίας και, κατόπιν αιτήματός της, λαμβάνει όλες τις συναφείς πληροφορίες που ανταλλάσσονται με τα μέλη του σώματος.

2. Η Αρχή καθοδηγεί τα σώματα εποπτών όταν το κρίνει σκόπιμο. Κατά την καθοδήγηση αυτή η Αρχή θεωρείται «αρμόδια αρχή» υπό την έννοια της σχετικής νομοθεσίας Ειδικότερα:

 

(α) συγκεντρώνει και ανταλλάσσει όλες τις σχετικές πληροφορίες για ζητήματα που προκαλούν ανησυχία και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης προκειμένου να διευκολύνει το έργο των σωμάτων εποπτών και να θεσπίσει και να διαχειριστεί ένα κεντρικό σύστημα ώστε οι πληροφορίες αυτές να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές στα σώματα εποπτών.

 

(β) πραγματοποιεί και συντονίζει προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αξιολογεί την αντοχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως εκείνων του άρθρου 12 β) υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο.

 

(γ) σχεδιάζει και καθοδηγεί εποπτικές δραστηριότητες σε ζητήματα που προκαλούν ανησυχία καθώς και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

 

(δ) επιβλέπει τα καθήκοντα που εκτελούν οι αρμόδιες αρχές.

3. Σε συνεργασία με τις εποπτικές αρχές που λειτουργούν στο πλαίσιο σωμάτων εποπτών, η Αρχή καθορίζει και συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες από τις εθνικές εποπτικές αρχές, προκειμένου να διευκολύνει το έργο των σωμάτων εποπτών.

3. Η Αρχή μπορεί να εκδίδει ρυθμιστικούς κανόνες και κανόνες εφαρμογής, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εγκρίνει βάσει των άρθρων 7, 7ε και 8, με στόχο την εναρμόνιση της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών. Οι αρχές εγκρίνουν έγγραφες συμφωνίες για τη λειτουργία κάθε σώματος προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνεκτικότητά τους.

 

3a. Ο νομικά δεσμευτικός ρόλος μεσολάβησης επιτρέπει στην Αρχή να επιλύει διαφορές μεταξύ των αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11. Όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία εντός του σχετικού σώματος εποπτών, η Αρχή μπορεί να λάβει αποφάσεις εποπτείας που εφαρμόζονται άμεσα στα σχετικά ιδρύματα.

Δημιουργεί και διαχειρίζεται ένα κεντρικό σύστημα ώστε να έχουν πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες οι εθνικές εποπτικές αρχές που λειτουργούν στο πλαίσιο σωμάτων εποπτών.

 

Τροπολογία  71

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 12 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 12α

 

Γενικές διαταξεις

 

1. Η Αρχή δίδει ιδιαίτερη προσοχή στην αντιμετώπιση των κινδύνων διατάραξης των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που (i) προκαλούνται από την ανεπάρκεια του συνόλου ή μερών του χρηματοπιστωτικού συστήματος και (ii) ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά και στην πραγματική οικονομία. Όλα τα είδη χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητικών φορέων, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικά σημαντικά σε κάποιον βαθμό».

 

2. Η Αρχή σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου αναπτύσσει μια κοινή δέσμη ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών (πίνακας κινδύνου) που αποτελεί τη βάση για την ανάθεση εποπτικής αξιολόγησης στα διασυνοριακά ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 12β και που μπορούν να αποτελέσουν συστημικό κίνδυνο. Η αξιολόγηση ελέγχεται σε τακτική βάση προκειμένου να ληφθούν υπόψη ουσιαστικές αλλαγές στην εικόνα κινδύνου που παρουσιάζει ένα ίδρυμα. Η εποπτική αξιολόγηση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την απόφαση άμεσης εποπτείας ή παρέμβαση σε ένα ίδρυμα που αντιμετωπίζει προβλήματα.

 

3. Με την επιφύλαξη των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, η Αρχή προτείνει, ενδεχομένως, πρόσθετα σχέδια ρυθμιστικών κανόνων και κανόνων εφαρμογής καθώς και κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για τα ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 12β και που μπορούν να αποτελέσουν συστημικό κίνδυνο.

 

4. Η Αρχή ασκεί εποπτεία σε διασυνοριακά ιδρύματα που μπορεί να αποτελούν συστημικό κίνδυνο όπως ορίζεται στο άρθρο 12β. Στις περιπτώσεις αυτές, η Αρχή ενεργεί μέσω των αρμόδιων εθνικών αρχών.

 

5. Η Αρχή ιδρύει μια Μονάδα Εξυγίανσης που θα έχει την εντολή να εφαρμόσει και να υλοποιήσει τη διαχείριση της κρίσης από την έγκαιρη παρέμβαση έως την εξυγίανση και την αφερεγγυότητα και να ηγηθεί των διαδικασιών αυτών.

 

6. Όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 12β πρέπει να συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγυήσεων καθώς και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας που ιδρύεται σύμφωνα με τα άρθρα 12δ και 12ε. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν σε ένα και μόνο κράτος μέλος έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγυήσεων ή στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας. Οι εισφορές προς τα Ευρωπαϊκά Ταμεία αντικαθιστούν τις εισφορές προς τα εθνικά ταμεία παρόμοιου χαρακτήρα.

Τροπολογία  72

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 12 β (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 12β

 

Προσδιορισμός σύστημικών ιδρυμάτων που μπορούν να αποτελέσουν συστημικό κίνδυνο

 

1. Το Συμβούλιο Εποπτών μπορεί, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 1 να εντοπίσει διασυνοριακά ιδρύματα τα οποία, λόγω του συστημικού κινδύνου που μπορεί να αποτελέσουν ή της σημασίας τους για την ΕΕ πρέπει να υπαχθούν σε άμεση εποπτεία από την Αρχή ή να παραπεμφθούν στη Μονάδα Εξυγίανσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 12γ.

 

2. Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό αυτών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια που καθορίστηκαν από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

Τροπολογία  73

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 12 γ (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 12γ

 

Μονάδα Εξυγίανσης

 

1. Η Μονάδα Εξυγίανσης προστατεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ελαχιστοποιεί τη μετάδοση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12β στο υπόλοιπο σύστημα και την οικονομία ευρύτερα και περιορίζει το κόστος για τους φορολογουμένους, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, της ιεράρχησης των πιστωτών και της διασφάλισης της ισότιμης μεταχείρισης σε διασυνοριακό επίπεδο.

 

2. Η Μονάδα Εξυγίανσης εξουσιοδοτείται για να επιτελέσει τα καθήκοντα που θεσπίζονται στη παράγραφο 1 προκειμένου να εξυγιάνει τα ιδρύματα που αντιμετωπίζουν προβλήματα ή να αποφασίσει την εκκαθάριση των μη βιώσιμων ιδρυμάτων (ζήτημα κρίσιμο για τον περιορισμό του ηθικού κινδύνου). Μεταξύ άλλων ενεργειών μπορεί να απαιτεί προσαρμογές στο κεφάλαιο ή τη ρευστότητα, να επαναπροσδιορίζει το μίγμα συναλλαγών, να βελτιώνει τις διαδικασίες, να ορίζει ή να αντικαθιστά τα διαχειριστικά όργανα, να συστήνει εγγυήσεις, δάνεια και ενίσχυση της ρευστότητας, συνολικές ή μερικές πωλήσεις, μετατροπή χρέους σε μετοχές (με κατάλληλες περικοπές) ή να υπαγάγει το ίδρυμα προσωρινά σε δημόσια ιδιοκτησία.

 

3. Η Μονάδα Εξυγίανσης απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες που ορίζει το Συμβούλιο Εποπτών της Αρχής, οι οποίοι διαθέτουν γνώση και εμπειρογνωμοσύνη σε θέματα αναδιάρθρωσης, ανάκαμψης και εκκαθάρισης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Τροπολογία  74

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 12 δ (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 12δ

 

Ευρωπαϊκό πλαίσιο των συστημάτων εγγύησης των ασφαλειών

 

1. Σε όλα τα κράτη μέλη εισάγεται κατάλληλο επίπεδο εναρμόνισης των εθνικών συστημάτων εγγύησης των ασφαλειών προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση.

 

Ιδρύεται ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης των Ασφαλειών (το Σύστημα) προκειμένου να διασφαλιστεί η συνυπευθυνότητα των ασφαλιστικών ιδρυμάτων όσον αφορά την προστασία των συμφερόντων των ευρωπαίων ασφαλισμένων και την ελαχιστοποίηση του κόστους για τους φορολογουμένους.

 

2. Το Σύστημα χρηματοδοτείται από εισφορές όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 12β. Οι εισφορές στο Σύστημα καθορίζονται, μεταξύ άλλων, από την έκθεση του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στο κίνδυνο.

 

3. Το Σύστημα διοικείται από συμβούλιο διοριζόμενο από την Αρχή για πενταετή θητεία. Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται από τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα εθνικά συστήματα εγγυήσεων. Το Σύστημα συγκροτεί επίσης γνωμοδοτικό συμβούλιο απαρτιζόμενο από εκπροσώπους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο Σύστημα.

 

4. Εάν οι συσσωρευμένοι πόροι από τις εισφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν επαρκούν για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων των ευρωπαίων ασφαλισμένων, το Σύστημα μπορεί να αυξήσει τους πόρους του μέσω της έκδοσης δανειακών τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων.

Τροπολογία  75

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 12 ε (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 12ε

 

Ευρωπαϊκό Ταμείο Στήριξης Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

 

1. Ιδρύεται ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Στήριξης των Ασφαλίσεων και των Επαγγελματικών Συντάξεων (Ταμείο Στήριξης) με στόχο την ενίσχυση της εσωτερικοποίησης των δαπανών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους ανάκαμψης των δημοσιονομικών δαπανών, και την αντιμετώπιση της κρίσης που αντιμετωπίζουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν σε ένα μόνο κράτος μέλος έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο ταμείο. Το Ταμείο Στήριξης εγκρίνει κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει τον ηθικό κίνδυνο που προκαλεί η χορήγηση της βοήθειας.

 

2. Το Ταμείο Στήριξης χρηματοδοτείται με άμεσες εισφορές από όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 12β. Οι εισφορές αυτές είναι ανάλογες προς το επίπεδο του κινδύνου και τη συμβολή στο συστημικό κίνδυνο καθενός εξ αυτών και τις μεταβολές στο συνολικό κίνδυνο διαχρονικά όπως αυτός προσδιορίζεται μέσω του πίνακα κινδύνου. Τα απαιτούμενα επίπεδα της εισφοράς λαμβάνουν υπόψη τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες και την ανάγκη να διατηρήσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα κεφάλαια για άλλες ρυθμιστικές και συναλλακτικές απαιτήσεις.

 

3. Το Ταμείο Στήριξης διοικείται από συμβούλιο διοριζόμενο από την Αρχή για πενταετή θητεία. Τα μέλη του συμβουλίου επιλέγονται μεταξύ του ανθρώπινου δυναμικού που προτείνουν οι εθνικές αρχές. Το Ταμείο συγκροτεί επίσης ένα γνωμοδοτικό συμβούλιο απαρτιζόμενο από εκπροσώπους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο Ταμείο χωρίς δικαίωμα ψήφου. Το Συμβούλιο του Ταμείου Στήριξης μπορεί να προτείνει στην Αρχή να αναθέσει τη διαχείριση της ρευστότητας του Ταμείου Στήριξης σε αξιόπιστα ιδρύματα (όπως η ΕΤΕ). Τα κονδύλια αυτά επενδύονται σε ασφαλή και ρευστοποιήσιμα μέσα.

 

5. Όταν οι επισωρευμένοι πόροι από τις εισφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των δυσκολιών, το Ταμείο Στήριξης μπορεί να αυξήσει τους πόρους του μέσω της έκδοσης δανειακών τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων.

Τροπολογία  76

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 13

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν, κατόπιν διμερούς συμφωνίας, να αναθέτουν καθήκοντα και αρμοδιότητες σε άλλες εθνικές εποπτικές αρχές.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατόπιν συμφωνίας, να αναθέτουν καθήκοντα και αρμοδιότητες στην Αρχή ή σε άλλες αρμόδιες αρχές.

2. Η Αρχή διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, εντοπίζοντας τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που μπορούν να ανατεθούν ή να ασκηθούν από κοινού, καθώς επίσης προωθώντας βέλτιστες πρακτικές.

2. Η Αρχή ενθαρρύνει και διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ αρμόδιων αρχών, εντοπίζοντας τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που μπορούν να ανατεθούν ή να ασκηθούν από κοινού, καθώς επίσης προωθώντας βέλτιστες πρακτικές.

 

2a. Η ανάθεση αρμοδιοτήτων έχει ως αποτέλεσμα την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Το εφαρμοστέο δίκαιο στη δικαιοδοσία της εξουσιοδοτούμενης αρχής διέπει τη διαδικασία, την επιβολή και τον διοικητικό και δικαστικό έλεγχο σχετικά με τις ανατεθείσες αρμοδιότητες.

3. Οι εθνικές εποπτικές αρχές ενημερώνουν την Αρχή σχετικά με συμφωνίες ανάθεσης στις οποίες προτίθενται να συμμετάσχουν. Οι συμφωνίες τίθενται σε ισχύ το νωρίτερο ένα μήνα μετά από την ενημέρωση της Αρχής.

3. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή σχετικά με συμφωνίες ανάθεσης στις οποίες προτίθενται να συμμετάσχουν. Οι συμφωνίες τίθενται σε ισχύ το νωρίτερο ένα μήνα μετά από την ενημέρωση της Αρχής.

Εντός ενός μηνός από τη γνωστοποίηση, η Αρχή μπορεί να εκφέρει γνώμη για τη σκοπούμενη συμφωνία.

Εντός ενός μηνός από τη γνωστοποίηση, η Αρχή μπορεί να εκφέρει γνώμη για τη σκοπούμενη συμφωνία.

Η Αρχή δημοσιεύει κάθε συμφωνία ανάθεσης που συνάπτεται από τις εθνικές εποπτικές αρχές χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα μέσα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η σωστή ενημέρωση όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

Η Αρχή δημοσιεύει κάθε συμφωνία ανάθεσης που συνάπτεται από τις αρμόδιες αρχές χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα μέσα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η σωστή ενημέρωση όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

 

3a. Απαγορεύονται οι διμερείς συμφωνίες για ανάθεση αρμοδιοτήτων σε ιδρύματα προσδιοριζόμενα στο άρθρο 12β.

Τροπολογία   77

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 14 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή παίζει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση κοινής ευρωπαϊκής εποπτικής νοοτροπίας και συνεπών εποπτικών πρακτικών, καθώς και στην εξασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεπών προσεγγίσεων σε όλη την Κοινότητα και προβαίνει, τουλάχιστον, στις ακόλουθες ενέργειες:

1. Η Αρχή παίζει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση κοινής ευρωπαϊκής εποπτικής νοοτροπίας και συνεπών εποπτικών πρακτικών, καθώς και στην εξασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεπών προσεγγίσεων σε όλη την Ένωση και προβαίνει, τουλάχιστον, στις ακόλουθες ενέργειες:

(α) γνωμοδοτεί στις εθνικές εποπτικές αρχές·

(α) γνωμοδοτεί στις αρμόδιες αρχές·

(β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής κοινοτική νομοθεσία·

(β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία·

(γ) συμβάλλει στην κατάρτιση ομοιόμορφων εποπτικών κανόνων υψηλής ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων υποβολής εκθέσεων·

(γ) συμβάλλει στην κατάρτιση ομοιόμορφων εποπτικών κανόνων υψηλής ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων υποβολής εκθέσεων και των γενικών λογιστικών κανόνων·

(δ) επανεξετάζει την εφαρμογή των συναφών τεχνικών κανόνων που εκδόθηκαν από την Επιτροπή, των κατευθυντηρίων γραμμών και των συστάσεων που εξέδωσε η Αρχή, και προτείνει τροποποιήσεις, αν κρίνει σκόπιμο·

(δ) επανεξετάζει την εφαρμογή των συναφών ρυθμιστικών κανόνων και των κανόνων εφαρμογής που εκδόθηκαν από την Επιτροπή, των κατευθυντηρίων γραμμών και των συστάσεων που εξέδωσε η Αρχή, και προτείνει τροποποιήσεις, αν κρίνει σκόπιμο·

(ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις εθνικές εποπτικές αρχές να εντείνουν την χρησιμοποίηση προγραμμάτων για αποσπάσεις και άλλων εργαλείων.

(ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν την χρησιμοποίηση προγραμμάτων για αποσπάσεις και άλλων εργαλείων.

Τροπολογία   78

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 15

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή πραγματοποιεί περιοδικά αναλύσεις με ομότιμη αξιολόγηση ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των εθνικών εποπτικών αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς το σκοπό αυτό η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική αξιολόγηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρχών που εξετάζονται.

1. Η Αρχή διοργανώνει και πραγματοποιεί περιοδικά αναλύσεις με ομότιμη αξιολόγηση ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς το σκοπό αυτό η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική αξιολόγηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρχών που εξετάζονται.

2.        Η ομότιμη αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:

2. Η ομότιμη αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:

(α) επάρκεια των θεσμικών ρυθμίσεων, της στελέχωσης και της πείρας του προσωπικού της εθνικής εποπτικής αρχής, ειδικώς όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·

(α) επάρκεια των θεσμικών ρυθμίσεων, της στελέχωσης και της πείρας του προσωπικού της αρμόδιας αρχής, ειδικώς όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των ρυθμιστικών και εκτελεστικών κανόνων όπως αναφέρονται στα άρθρα 7 και 7ε και των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·

(β) βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας και στην εποπτική πρακτική, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών κανόνων, των κατευθυντηρίων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8, και βαθμός στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το κοινοτικό δίκαιο·

(β) βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης και στην εποπτική πρακτική, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμιστικών και εκτελεστικών κανόνων, των κατευθυντηρίων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8, και βαθμός στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης·

(γ) ορθές πρακτικές που ανέπτυξαν κάποιες εθνικές εποπτικές αρχές και τις οποίες θα μπορούσε να υιοθετήσουν επωφελώς και άλλες εθνικές εποπτικές αρχές.

(γ) ορθές πρακτικές που ανέπτυξαν κάποιες αρμόδιες αρχές και τις οποίες θα μπορούσε να υιοθετήσουν επωφελώς και άλλες αρμόδιες αρχές.

3. Βάσει της ομότιμης αξιολόγησης, η Αρχή μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς τις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές.

3. Βάσει της ομότιμης αξιολόγησης, η Αρχή μπορεί να εγκρίνει σχέδιο ρυθμιστικών ή εκτελεστικών κανόνων σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 7ε, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 8.

 

3α. Η Αρχή δημοσιοποιεί το αποτέλεσμα των ομότιμων αξιολογήσεων και τις βέλτιστες πρακτικές που μπορούν να εντοπισθούν μέσα από αυτές τις ομότιμες αξιολογήσεις.

Τροπολογία   79

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 16

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Κοινότητα.

1. Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση.

Η Αρχή προάγει τη συντονισμένη κοινοτική απόκριση, μεταξύ άλλων με:

2. Η Αρχή προάγει τη συντονισμένη και ενιαία ενωσιακή απόκριση, μεταξύ άλλων με:

(1) διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών·

(1) διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών·

(2) καθορισμό του πεδίου και με επαλήθευση της αξιοπιστίας πληροφοριών που πρέπει να τεθούν στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων εθνικών εποπτικών αρχών·

(2) καθορισμό του πεδίου και με επαλήθευση της αξιοπιστίας πληροφοριών που πρέπει να τεθούν στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών·

(3) την ανάληψη ρόλου μεσολαβητή κατόπιν αιτήματος των εθνικών εποπτικών αρχών ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11·

(3) την ανάληψη ρόλου μεσολαβητή κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11·

(4) τήρηση του ΕΣΣΚ ενήμερου σχετικά με κάθε δυνητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς καθυστέρηση.

(4) τήρηση του ΕΣΣΚ ενήμερου σχετικά με κάθε δυνητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς καθυστέρηση.

 

(4α) λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων της προκειμένου να διασφαλίσει το συντονισμό των αρμοδίων αρχών σε περίπτωση εξελίξεων που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

 

(4β) την ανάληψη ρόλου κεντρικού παραλήπτη των επιβεβλημένων εκθέσεων σχετικά με ιδρύματα που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη.

 

Οι αρμόδιες αρχές υποβάλουν στην Αρχή όλα τα στοιχεία των επιβεβλημένων εκθέσεων που προέρχονται από τα ιδρύματα αυτά. Κατόπιν της παραλαβής των εκθέσεων, η Αρχή κοινοποιεί τις πληροφορίες στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Τροπολογία   80

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 17

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή παρακολουθεί και αξιολογεί τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγοράς, το ΕΣΣΚ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία.

1. Η Αρχή παρακολουθεί και αξιολογεί τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες), την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές), το ΕΣΣΚ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στην αξιολόγησή της μια οικονομική ανάλυση για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και του αντικτύπου των ενδεχόμενων εξελίξεων στις αγορές σε αυτά.

Ειδικότερα, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Κοινότητας αξιολογήσεις της ευελιξίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Προς το σκοπό αυτό αναπτύσσει, προς εφαρμογή από τις εθνικές εποπτικές αρχές:

2. Σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης αξιολογήσεις της ευελιξίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Προς το σκοπό αυτό αναπτύσσει, προς εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές:

(α) κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης της επίπτωσης οικονομικών εκδοχών στις χρηματοπιστωτικές θέσεις ενός ιδρύματος·

(α) κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης της επίπτωσης οικονομικών εκδοχών στις χρηματοπιστωτικές θέσεις ενός ιδρύματος·

(β) κοινές προσεγγίσεις για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων για την ευελιξία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

(β) κοινές προσεγγίσεις για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων για την ευελιξία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

 

(γ) κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης των επιπτώσεων που έχουν τα χαρακτηριστικά και οι διαδικασίες διανομής των προϊόντων στη χρηματοοικονομική κατάσταση ενός ιδρύματος και στην ενημέρωση των καταθετών, επενδυτών και καταναλωτών·

2. Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. …/… [ΕΣΣΚ], η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, αν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων του τομέα αρμοδιότητάς της.

3. Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΣΣΚ], η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, αν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων του τομέα αρμοδιότητάς της.

Σε αυτές τις εκτιμήσεις η Αρχή συμπεριλαμβάνει κατάταξη των σημαντικότερων κινδύνων και τρωτών σημείων και, αν κρίνει σκόπιμο, συνιστά προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες.

Σε αυτές τις εκτιμήσεις η Αρχή συμπεριλαμβάνει κατάταξη των σημαντικότερων κινδύνων και τρωτών σημείων και, αν κρίνει σκόπιμο, συνιστά προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες.

3. Η Αρχή εξασφαλίσει επαρκή κάλυψη των διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων, συνεργαζόμενη στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

4. Η Αρχή εξασφαλίσει επαρκή κάλυψη των διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων, συνεργαζόμενη στενά με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Μικτή Επιτροπή) μέσω της μικτής επιτροπής.

Τροπολογία   81

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία -1.

Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές με εποπτικές αρχές από τρίτες χώρες. Μπορεί να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις τρίτων χωρών.

1. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των αρμόδιων αρχών, η Αρχή εκπροσωπεί την Ένωση σε όλα τα διεθνή φόρουμ που σχετίζονται με τη ρύθμιση και εποπτεία των ιδρυμάτων που εμπίπτουν στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

 

1b. Η Αρχή αναπτύσσει επαφές με εποπτικές αρχές από τρίτες χώρες. Μπορεί να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν θα εμποδίζουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους να προβαίνουν σε διμερείς ή πολυμερείς ρυθμίσεις με τρίτες χώρες.

Η Αρχή συμβάλλει στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

2. Η Αρχή συμβάλλει στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Επιτροπή εκδίδει ρυθμιστικούς κανόνες, σύμφωνα με τα άρθρα 7α έως 7δ, για τους σκοπούς των αξιολογήσεων ισοδυναμίας που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

 

3. Στην έκθεση του άρθρου 35, παράγραφος 2 ο πρόεδρος της Αρχής παρουσιάζει τις διοικητικές ρυθμίσεις και τις αποφάσεις ισοδυναμίας που συμφωνήθηκαν με διεθνείς οργανισμούς ή με διοικήσεις τρίτων χωρών.

Τροπολογία   82

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 19 – παράγραφοι 2 και 2α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Όσον αφορά τις προληπτικές αξιολογήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που υπόκεινται στους όρους της οδηγίας 2007/44/EΚ, η Αρχή μπορεί, κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε εθνικής εποπτικής αρχής, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική αξιολόγηση η οποία πρέπει να εφαρμοστεί από κάθε αρχή ενός κράτους μέλους. Εφαρμόζεται το άρθρο 20.

2. Όσον αφορά τις προληπτικές αξιολογήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που υπόκεινται στους όρους της οδηγίας 2007/44/EΚ, η Αρχή μπορεί, κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική αξιολόγηση η οποία πρέπει να εφαρμοστεί από κάθε αρχή ενός κράτους μέλους. Εφαρμόζεται το άρθρο 20.

 

2α. Βάσει κοινών κατευθυντήριων γραμμών η Αρχή μπορεί να προβεί στην αλλαγή της διαδικασίας ελέγχου που ορίζεται στην οδηγία 2007/44/ΕΚ. Μόλις λάβει την κοινοποίηση η Αρχή συντονίζεται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές.

Τροπολογία   83

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 20

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.        Μετά από αίτημα της Αρχής, οι εθνικές εποπτικές αρχές και άλλες δημόσιες αρχές των κρατών μελών της παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

1. Μετά από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές και άλλες δημόσιες αρχές που συγκεντρώνουν ή κατέχουν πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή πορϊόντα παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποδέκτης διαθέτει νόμιμη πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα και ότι το αίτημα παροχής πληροφοριών είναι ανάλογο προς τη φύση του εν λόγω καθήκοντος.

Επίσης η Αρχή μπορεί να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα.

1α. Επίσης η Αρχή μπορεί να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα. Οι αιτήσεις αυτές χρησιμοποιούν ενιαία μορφότυπα διαβίβασης στοιχείων τα οποία συμπληρώνονται, εφόσον αυτό ενδείκνυται, σε επίπεδο ενοποιημένης εποπτείας.

 

1β. Όταν οι αρμόδιες αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να συγκεντρώσουν τις απαιτούμενες πληροφορίες, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει τους ρυθμιστικούς κανόνες ή τους κανόνες εφαρμογής που αφορούν τις απαιτήσεις διαβίβασης στοιχείων.

 

1γ. Ύστερα από αίτημα αρμόδιας αρχής ενός κράτους μέλους, η Αρχή δύναται να παρέχει οποιεσδήποτε πληροφορίες είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της αρμόδις αρχής, με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εθνική αρχή εφαρμόζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις περί εμπιστευτικότητας.

 

1δ. Για την αποφυγή επικαλύψεων στο πλαίσιο της υποχρέωσης διαβίβασης στοιχείων, η Αρχή λαμβάνει πρώτα υπόψη τα υφιστάμενα στατιστικά στοιχεία που έχουν παραχθεί, διαδοθεί και αναπτυχθεί από το ευρωπαϊκό στατιστικό σύστημα και το ευρωπαϊκό σύστημα κεντρικών τραπεζών.

2.        Αν οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες ή αν δεν καταστούν εγκαίρως διαθέσιμες από τις εθνικές εποπτικές αρχές και άλλες δημόσιες αρχές των κρατών μελών, η Αρχή μπορεί να απευθύνει αιτιολογημένο αίτημα απευθείας στα οικεία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και σε άλλα μέρη. Σχετικά με αυτά τα αιτήματα ενημερώσει τις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές.

 

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι εθνικές εποπτικές αρχές και οι λοιπές δημόσιες αρχές των κρατών μελών τη βοηθούν στη συγκέντρωση των εν λόγω πληροφοριών.

 

3.        Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τις εθνικές εποπτικές αρχές και άλλες δημόσιες αρχές ή από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλα μέρη μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

 

Τροπολογία   84

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 21 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων συνεργάζεται με το ΕΣΣΚ.

1. Η Αρχή συνεργάζεται στενά και σε τακτική βάση με το ΕΣΣΚ.

Τροπολογία   85

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 21 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η Αρχή συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ. Παρέχει στο ΕΣΣΚ κατά τακτά διαστήματα και επικαιροποιημένες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Όλα τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του τα οποία όμως δεν υπάρχουν σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή παρέχονται χωρίς χρονοτριβή στο ΕΣΣΚ μετά από αιτιολογημένο αίτημα, όπως καθορίζεται στο άρθρο [15] του κανονισμού (EΚ) αριθ. .…./… [ΕΣΣΚ].

2. Η Αρχή παρέχει στο ΕΣΣΚ κατά τακτά διαστήματα και επικαιροποιημένες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Όλα τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του τα οποία όμως δεν υπάρχουν σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή παρέχονται χωρίς χρονοτριβή στο ΕΣΣΚ μετά από αιτιολογημένο αίτημα, όπως καθορίζεται στο άρθρο [15] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .…./2010 ΕΣΣΚ]. Η Αρχή αναπτύσσει κατάλληλο πρωτόκολλο για την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών που αφορούν επιμέρους χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Τροπολογία   86

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 21 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς εθνική εποπτική αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη παρακολούθηση της συνέχειας.

5. Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη παρακολούθηση της συνέχειας.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.

Η εθνική εποπτική αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου εποπτών κατά την ενημέρωση του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο [17] του κανονισμού (EΚ) αριθ. .…/… [ΕΣΣΚ].

Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου εποπτών κατά την ενημέρωση του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο [17] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .…/… [ΕΣΣΚ].

Τροπολογία   87

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 22

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων

Ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και ομάδα συμφεροντούχων των ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων

1. Για τη διεξαγωγή της διαβούλευσης με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της Αρχής, συγκροτείται ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων.

1. Για τη διευκόλυνση της διαβούλευσης με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της Αρχής, συγκροτείται η ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων, και η ομάδα συμφεροντούχων των ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων ("ομάδες συμφεροντούχων") . Πραγματοποιείται διαβούλευση με τις ομάδες συμφεροντούχων για όλες τις σχετικές αποφάσεις και δράσεις της Αρχής. Εάν πρέπει να ληφθούν επειγόντως μέτρα και η διαβούλευση καθίσταται αδύνατη, οι ομάδες συμφεροντούχων ενημερώνονται το ταχύτερο δυνατό.

 

Οι ομάδες συμφεροντούχων συνεδριάζουν τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο.

2. Η ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων αποτελείται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καθώς και τα ιδρύματα επαγγελματικών συντάξεων της Κοινότητας, τους υπαλλήλους τους καθώς και τους καταναλωτές και τους χρήστες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών και υπηρεσιών παροχής επαγγελματικών συντάξεων.

2. Οι ομάδες συμφεροντούχων αποτελούνται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά το σύνολο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης, τους υπαλλήλους τους καθώς και τους καταναλωτές, τους επενδυτές και τους χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Τουλάχιστον 5 από τα μέλη είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί. Ο αριθμός των μελών που εκπροσωπούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνει τους 10.

Η ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων συνεδριάζει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο.

 

3. Τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών της Αρχής, μετά από προτάσεις των οικείων συμφεροντούχων.

3. Τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών της Αρχής, μετά από προτάσεις των οικείων συμφεροντούχων.

Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζει κατάλληλα τη γεωγραφική ισορροπία και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Κοινότητα.

Κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζει ότι όλα τα μέλη που δεν εκπροσωπούν επαγγελματίες συμμετέχοντες της αγοράς ή τους υπαλλήλους τους θα κοινοποιήσουν κάθε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.

Η Αρχή εξασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη της ομάδας συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων.

4. Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και εξασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη των ομάδων συμφεροντούχων. Για τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ορίζεται επαρκής χρηματική αντιστάθμιση. Η ομάδα συμφεροντούχων μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα, στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν επιπλέον εμπειρογνώμονες προκειμένου να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα της απαραίτητης τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης.

4. Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων διαρκεί δυόμιση έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

Η θητεία των μελών των ομάδων συμφεροντούχων διαρκεί πέντε έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

Τα μέλη μπορούν να υπηρετήσουν επί δύο διαδοχικές θητείες.

 

5. Η ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων μπορεί να υποβάλλει στην Αρχή γνώμες και συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής τα οποία καθορίζονται στα άρθρα 7 και 8.

5. Οι ομάδες συμφεροντούχων μπορούν να υποβάλλουν στην Αρχή γνώμες και συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένης της επίτευξης κοινών θέσεων με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) όπως ορίζεται στο άρθρο 42, εστιάζοντας ιδιαιτέρως στα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 7 έως 7ε, 8, 10, 14, 15 και 17. Οι ομάδες συμφεροντούχων μπορούν να επηρεάσουν την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της Αρχής. Όλοι οι εκπρόσωποι των ομάδων έχουν την ευκαιρία να συμβάλλουν. Η τελική απόφαση σχετικά με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης λαμβάνεται από τις ομάδες συμφεροντούχων και η εγγραφή των θεμάτων που πρότεινε η κάθε υπο-ομάδα συμφεροντούχων στην ημερήσια διάταξη αποτελεί δικαίωμα της ομάδας αυτής. Κάθε υπο-ομάδα συμφεροντούχων μπορεί να υποβάλει τη γνώμη της και συμβουλές προς την Αρχή. Οι γνώμες και οι συμβουλές αυτές δεν αντανακλούν κατ' ανάγκη τις γνώμες και τις συμβουλές της πλειοψηφίας των ομάδων συμφεροντούχων.

6. Η ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων εγκρίνει τον εσωτερικό της κανονισμό.

6. Οι ομάδες συμφεροντούχων εγκρίνουν τον εσωτερικό τους κανονισμό με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών.

7. Η Αρχή δημοσιοποιεί τις γνώμες και τις συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων επαγγελματικών συντάξεων και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών της.

7. Η Αρχή δημοσιοποιεί τις γνώμες και τις συμβουλές των ομάδων συμφεροντούχων και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών τους.

Τροπολογία   88

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 23

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή εξασφαλίζει ότι καμία απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 10 ή 11 δεν έρχεται με οιονδήποτε τρόπο σε σύγκρουση με τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών.

 

2. Αν ένα κράτος μέλος θεωρήσει ότι απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 11 προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, μπορεί να ενημερώσει την Αρχή και την Επιτροπή εντός ενός μηνός από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην εθνική εποπτική αρχή ότι η απόφαση δεν θα τεθεί σε εφαρμογή από την εθνική εποπτική αρχή.

1. Αν ένα κράτος μέλος θεωρήσει ότι απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2 ή του άρθρου 11 προσκρούει κατά τρόπο άμεσο και καθοριστικό στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, ενημερώνει την Αρχή, την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εντός δέκα εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην αρμόδια αρχή εάν προτίθεται ή εν προτίθεται να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή.

Στην ανακοίνωσή του το κράτος μέλος παραθέτει σχετική αιτιολογία και καταδεικνύει σαφώς τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση προσκρούει στις δημοσιονομικές αρμοδιότητές του.

Στην ανακοίνωσή του το κράτος μέλος παραθέτει σχετική αιτιολογία και παρέχει αξιολόγηση αντικτύπου σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση προσκρούει στις δημοσιονομικές αρμοδιότητές του.

Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση της Αρχής αναστέλλεται.

 

Εντός χρονικού διαστήματος ενός μηνός από την ανακοίνωση του κράτους μέλους, η Αρχή το ενημερώνει εάν εμμένει στην απόφασή της ή εάν την τροποποιεί ή την ανακαλεί.

2. Εντός χρονικού διαστήματος ενός μηνός από την ανακοίνωση του κράτους μέλους, η Αρχή το ενημερώνει εάν εμμένει στην απόφασή της ή εάν την τροποποιεί ή την ανακαλεί.

Αν η Αρχή εμμείνει στην απόφασή της, το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζεται στο άρθρο 205 της Συνθήκης, αποφασίζει εντός δυο μηνών αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει ή ανακαλείται.

3. Αν η Αρχή εμμείνει ή τροποποιήσει την απόφασή της, το Συμβούλιο, αποφασίζει αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει ή ανακαλείται. Η απόφαση για την διατήρηση της απόφασης της Αρχής λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των μελών. Η απόφαση για την ανάκληση της απόφασης της Αρχής λαμβάνεται με την ειδική πλειοψηφία των μελών της. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν λαμβάνεται υπόψη η ψήφος των ενδιαφερομένων μελών. Η ειδική πλειοψηφία ορίζεται ως το 55% τουλάχιστον των μελών του Συμβουλίου, εξαιρουμένου του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, περιλαμβάνοντας τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της Ένωσης, εξαιρουμένου του πληθυσμού του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.

Αν το Συμβούλιο αποφασίσει να διατηρήσει την απόφαση της Αρχής ή αν δεν λάβει απόφαση εντός δυο μηνών, η αναστολή της απόφασης παύει αμέσως να ισχύει.

4. Αν το Συμβούλιο δεν αποφασίσει εντός δέκα εργασόμων ημερών στην περίπτωση του άρθρου 10 και ενός μηνός στην περίπτωση του άρθρου 11, η απόφαση της Αρχής θεωρείται ότι έχει διατηρηθεί.

3. Αν ένα κράτος μέλος θεωρήσει ότι απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 2 προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, μπορεί να ενημερώσει την Αρχή, την Επιτροπή και το Συμβούλιο εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην εθνική εποπτική αρχή ότι η απόφαση δεν θα τεθεί σε εφαρμογή από την εθνική εποπτική αρχή.

 

Στην ανακοίνωσή του το κράτος μέλος παραθέτει σχετική αιτιολογία και καταδεικνύει σαφώς τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση προσκρούει στις δημοσιονομικές αρμοδιότητές του.

 

Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζεται στο άρθρο 205 της Συνθήκης, εντός δέκα εργάσιμων ημερών αποφασίζει αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει ή ανακαλείται.

 

Αν το Συμβούλιο δεν λάβει απόφαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών, θεωρείται ότι η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει.

 

 

5. Εάν η απόφαση που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 οδηγεί στην χρήση των κεφαλαίων που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 12δ ή 12ε τα κράτη μέλη δεν ζητούν από το Συμβούλιο να διατηρήσει ή να ανακαλέσει μια απόφαση της Αρχής.

Τροπολογία   89

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 24

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Πριν λάβει τις αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, στο άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 3 και στο άρθρο 11 παράγραφοι 3 και 4, η Αρχή ενημερώνει τον αποδέκτη σχετικά με την πρόθεσή της να λάβει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντα χαρακτήρα του θέματος.

1. Πριν λάβει τις αποφάσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η Αρχή ενημερώνει τον αποδέκτη σχετικά με την πρόθεσή της να λάβει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντα χαρακτήρα, την πολυπλοκότητα και τις δυνητικές συνέπειες του θέματος. Ο όρος "αποδέκτης" περιλαμβάνει τόσο τις αρχές όσο και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

2. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

2. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

3. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

3. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

4. Αν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή 3, επανεξετάζει αυτή την απόφαση στα ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

4. Αν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή 3, επανεξετάζει αυτή την απόφαση στα ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

5. Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή δυνάμει των άρθρων 9, 10 και 11 δημοσιοποιούνται και αναφέρουν την ταυτότητα της εθνική εποπτικής αρχής ή του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που αφορούν και το γενικό περιεχόμενο της απόφασης, συνυπολογίζοντας το έννομο συμφέρον των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου τους.

5. Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή δυνάμει των άρθρων 9, 10 και 11 δημοσιοποιούνται και αναφέρουν την ταυτότητα της αρμόδιας αρχής ή του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που αφορούν και το γενικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή δεν συνάδει με το έννομο συμφέρον των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου τους ή εάν θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την ομαλή λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση.

Τροπολογία   90

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 25

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Το συμβούλιο εποπτών συγκροτείται από:

1. Το συμβούλιο εποπτών συγκροτείται από:

(α) τον πρόεδρο, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·

(α) τον πρόεδρο, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·

(β) τον επικεφαλής της σχετικής εθνικής εποπτικής αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε κάθε κράτος μέλος. Εάν υπάρχουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές σε ένα κράτος μέλος, οι αρχές συμφωνούν σε έναν από τους επικεφαλής ως εκπρόσωπο στο συμβούλιο εποπτών·

(β) τον επικεφαλής της εθνικής δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των ασφαλιστικών, αντασαλιστικών και συνταξιοδοτικών ιδρυμάτων σε κάθε κράτος μέλος. Όταν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές σε ένα κράτος μέλος είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας, αποφασίζουν μεταξύ τους για τον τρόπο άσκησης της εκπροσώπησής τους, συμπεριλαμβανομένων και των ψήφων σύμφωνα με το άρθρο 29 οι οποίες κατανέμονται·

(γ) έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·

(γ) έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

 

(δ) έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

(δ) έναν εκπρόσωπο του ΕΣΣΚ, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·

(ε) έναν εκπρόσωπο του ΕΣΣΚ, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(στ) έναν εκπρόσωπο καθεμιάς από τις άλλες δυο Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(στ) έναν εκπρόσωπο καθεμιάς από τις άλλες δυο Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

2. Κάθε εθνική εποπτική αρχή, και εάν υπάρχουν περισσότερες της μιας σχετικές εποπτικές αρχές, οι εν λόγω αρχές από κοινού, είναι υπεύθυνες για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου από την αρχή ή τις αρχές, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σημείο (β) σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.

2. Κάθε αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σημείο (β) σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.

3. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να αποφασίσει να δεχτεί παρατηρητές.

 

Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών χωρίς δικαίωμα ψήφου.

 

Τροπολογία   91

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 26 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Για τους σκοπούς του άρθρου 11, το συμβούλιο εποπτών συγκαλεί ομάδα για να διευκολύνει τη διευθέτηση της διαφωνίας. Η ομάδα αποτελείται από τον πρόεδρο και δυο από τα μέλη του συμβουλίου, τα οποία δεν εκπροσωπούν τις διαφωνούσες εθνικές εποπτικές αρχές.

2. Για τους σκοπούς του άρθρου 11, το συμβούλιο εποπτών συγκαλεί μια ανεξάρτητη ομάδα για να διευκολύνει την αμερόληπτη διευθέτηση της διαφωνίας. Η ομάδα αποτελείται από τον πρόεδρο και δυο από τα μέλη του συμβουλίου, τα οποία δεν εκπροσωπούν τις διαφωνούσες αρμόδιες αρχές και δεν έχουν κανένα συμφέρον στη διένεξη.

Κάθε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 11 λαμβάνεται από το συμβούλιο εποπτών μετά από πρόταση της ομάδας.

 

Τροπολογία   92

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 27

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά υπέρ του κοινοτικού συμφέροντος και δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από κοινοτικά θεσμικά όργανα ή φορείς, από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

1. Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά υπέρ του αποκλειστικού συμφέροντος της Ένωσης στο σύνολό της και δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή φορείς της Ένωσης, από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

 

2. Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και οι λοιποί δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου εποπτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους που συνδέονται με την Αρχή.

Τροπολογία   93

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 28 – παράγραφος 4 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

4α. Το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν προτάσεως του διοικητικού συμβουλίου, εγκρίνει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής βάσει του σχεδίου ετήσιας έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 38 παράγραφος 7 και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου εκάστου έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

Τροπολογία   94

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 29 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 29

Λήψη αποφάσεων

Άρθρο 29

Λήψη αποφάσεων

1. Το συμβούλιο εποπτών αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 205 της συνθήκης, για τις πράξεις που ορίζονται στα άρθρα 7, 8 και όλα τα μέτρα και τις αποφάσεις που εγκρίνονται βάσει του Κεφαλαίου VΙ.

1. Το συμβούλιο εποπτών αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των μελών του.

Όλες οι άλλες αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών.

1a. Οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών, σύμφωνα με την αρχή «ένα άτομο μία ψήφος». Το συμβούλιο εποπτών αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τις πράξεις που ορίζονται στα άρθρα 7, 8 και όλα τα μέτρα και τις αποφάσεις που εγκρίνονται βάσει του Κεφαλαίου VΙ.

 

 

Τροπολογία   95

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Το διοικητικό συμβούλιο συγκροτείται από τον πρόεδρο, έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής και τέσσερα μέλη που εκλέγονται από το συμβούλιο εποπτών μεταξύ των μελών του.

1. Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από πέντε μέλη: τον πρόεδρο και τέσσερα μέλη που εκλέγονται από το συμβούλιο εποπτών μεταξύ των μελών του με δικαίωμα ψήφου.

Τροπολογία   96

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία .

Για κάθε μέλος εκτός από τον πρόεδρο υπάρχει ένα αναπληρωματικό μέλος, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, αν το εν λόγω μέλος κωλύεται να παραστεί.

διαγράφεται

Τροπολογία   97

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 30 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο.

διαγράφεται

Τροπολογία   98

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 30 – παράγραφος 3 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Συνέρχεται τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο σε τακτικές συνεδριάσεις.

Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται τουλάχιστον πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά κρίνεται αναγκαίο.

Τροπολογία   99

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 31 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά υπέρ του κοινοτικού συμφέροντος και δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από κοινοτικά θεσμικά όργανα ή φορείς, από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά υπέρ του αποκλειστικού συμφέροντος της Ένωσης στο σύνολό της και δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή φορείς της Ένωσης, από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τροπολογία   100

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 32 – παράγραφος 6 και παράγραφος 6α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6. Μετά από διαβουλεύσεις με το συμβούλιο εποπτών, το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 38 παράγραφος 7 και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

6. Μετά από διαβουλεύσεις με το συμβούλιο εποπτών, το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τις τριμηνιαίες εκθέσεις που ο πρόεδρος της Αρχής υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 2.

 

6α. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει επίσης μια ετήσια έκθεση, την οποία ο πρόεδρος της Αρχής υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τροπολογία   101

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 33 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Ο πρόεδρος διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και αγορές, και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής.

2. Ο πρόεδρος διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και αγορές, και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής την οποία οργανώνει και διευθύνει η Επιτροπή.

Πριν από το διορισμό, η επιλογή του υποψηφίου από το συμβούλιο εποπτών υπόκειται σε επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατάλογο τελικής επιλογής με τρεις υποψηφίους. Μετά τη διεξαγωγή των ακροάσεων των εν λόγω υποψηφίων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιλέγει έναν από αυτούς. Μετά την επιλογή του ο υποψήφιος διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών.

Επίσης το συμβούλιο εποπτών επιλέγει μεταξύ των μελών του αναπληρωτή, που ασκεί τις λειτουργίες του προέδρου όταν ο τελευταίος απουσιάζει.

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατάλογο τελικής επιλογής με τρεις υποψηφίους. Μετά τη διεξαγωγή των ακροάσεων των εν λόγω υποψηφίων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιλέγει έναν από αυτούς. Μετά την επιλογή του ο υποψήφιος διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών. Επίσης το συμβούλιο εποπτών επιλέγει μεταξύ των μελών του αναπληρωτή, που ασκεί τις λειτουργίες του προέδρου όταν ο τελευταίος απουσιάζει. Ο αναπληρωτής δεν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

Τροπολογία   102

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 33 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Ο πρόεδρος μπορεί να παυθεί από τα καθήκοντά του μόνο με απόφαση του συμβουλίου εποπτών, με την επιφύλαξη επικύρωσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5. Ο πρόεδρος μπορεί να παυθεί από τα καθήκοντά του μόνο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ύστερα από απόφαση του συμβουλίου εποπτών.

Τροπολογία   103

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 34 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οιοσδήποτε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιδιώκει να επηρεάσει τον πρόεδρο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Τροπολογία   104

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 34 – παράγραφος 1 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 54, ο πρόεδρος, μετά τη λήξη της θηείας του, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Τροπολογία   105

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 35

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο ή από τον αναπληρωτή, σεβόμενο πλήρως την ανεξαρτησία του, να καταθέτει τακτικά ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Κοινοβουλίου και να απαντά σε ερωτήσεις των μελών της εν λόγω επιτροπής.

1. Τουλάχιστον ανά τρεις μήνες, ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του καταθέτει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του.

2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο να υποβάλει έκθεση πεπραγμένων.

2. Ο πρόεδρος υποβάλλει έκθεση πεπραγμένων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφόσον του ζητηθεί, και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν προβεί στην κατάθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

 

3. Πέραν των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 7a, 8, 9, 10, 11α και 18, η έκθεση περιλαμβάνει, ειδικότερα, πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα, το ασφαλιζόμενο ποσό και το κόστος της ασφάλισης προς νοικοκυριά και ΜΜΕ και τις απαντήσεις που δόθηκαν στις γνωμοδοτήσεις των ομάδων συμφεροντούχων. Περιλαμβάνει επίσης, σε βάση ad hoc, οιαδήποτε σχετική πληροφορία ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

4. Ο πρόεδρος υποβάλλει επίσης ετήσια έκθεση σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τροπολογία   106

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 39

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 39

διαγράφεται

Σύνθεση

 

1. Η Αρχή αποτελεί μέρος του ΕΣΧΕ, το οποίο λειτουργεί ως δίκτυο εποπτικών αρχών.

 

2. Το ΕΣΧΕ περιλαμβάνει:

 

(a) τις αρχές των κρατών μελών που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΚ) αριθ. …/… [ΕΑΤ - ΕΒΑ] και στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/… [ΕΑΚΑΑ - ESMA ],

 

(b) την Αρχή,

 

(c) την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, η οποία συστάθηκε βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/…[ΕΑΑΕΣ - EIOPA],

 

(d) την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, η οποία συστάθηκε βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/…[ΕΑΚΑΑ - ESMA],

 

(e) τη Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών την οποία προβλέπει το άρθρο 40,

 

(f) την Επιτροπή, για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 7, 9 και 10.

 

3. Η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά, διασφαλίζει τη διατομεακή συνέπεια των εργασιών, και καταλήγει σε κοινές θέσεις στον τομέα της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων και για άλλα διατομεακά θέματα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών μέσω της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, η οποία συγκροτείται με το άρθρο 40.

 

Τροπολογία   107

Πρόταση κανονισμού

Κεφάλαιο IV – ενότητα 2 – τίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η παρούσα τροποποίηση εφαρμόζεται στο σύνολο του κειμένου.

ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ (ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ)

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να οριστεί ότι η Μικτή Επιτροπή αποτελεί επίσης και συμβουλευτικό όργανο στο πλαίσιο των ΕΕΑ καθώς και μεταξύ των ΕΕΑ και του EΣΣΚ.

Τροπολογία   108

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 40

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Συγκροτείται Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

1. Συγκροτούνται Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (Μικτή Επιτροπή) ("Μικτή Επιτροπή") με έδρα την Φρανκφούρτη.

2. Η Μικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ, όπου η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά και εξασφαλίζει διατομεακή συνέπεια με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

2. Η Μικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ, όπου η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά και εξασφαλίζει διατομεακή συνέπεια με τις άλλες ΕΕΑ, ιδίως όσον αφορά:

 

– τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων·

 

– τη λογιστική και τους ελέγχους·

 

– τις μικροπροληπτικές αναλύσεις των διατομεακών εξελίξεων, των κινδύνων και των ευαίσθητων σημείων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

 

– τα επενδυτικά προϊόντα για μικροεπενδυτές·

 

– τα μέτρα για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· και

 

– την ανταλλαγή πληροφοριών με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και την ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Η Αρχή διαθέτει επαρκείς πόρους για τη διοικητική υποστήριξη της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών. Οι πόροι αυτοί καλύπτουν τις δαπάνες προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής και τις λειτουργικές δαπάνες.

3. Η Μικτή Επιτροπή έχει μόνιμη γραμματεία, στελεχωμένη με αποσπάσεις από τις τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Η Αρχή διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών, δαπανών υποδομής και λειτουργικών δαπανών.

Τροπολογία   109

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 40 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Εάν ένα σημαντικό διασυνοριακό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που ορίζεται στο άρθρο 12β), παράγραφος 1 καλύπτει διαφορετικούς τομείς, η Μικτή Επιτροπή αποφασίζει ποια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή θα ενεργεί ως επικεφαλής αρμόδια αρχή και/ή εγκρίνει δεσμευτικές αποφάσεις για την επίλυση προβλημάτων μεταξύ των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Τροπολογία   110

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 41

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Μικτή Επιτροπή αποτελείται από τον πρόεδρο και τους προέδρους της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και, ανάλογα με την περίπτωση, τον πρόεδρο υποεπιτροπής συγκροτούμενης βάσει του άρθρου 43.

1. Η Μικτή Επιτροπή διαθέτει ένα συμβούλιο το οποίο αποτελείται από τους προέδρους των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών και, ανάλογα με την περίπτωση, τον πρόεδρο υποεπιτροπής συγκροτούμενης βάσει του άρθρου 43.

2. Στις συνεδριάσεις της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών καθώς και των υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 43 προσκαλούνται ως παρατηρητές ο εκτελεστικός διευθυντής, η Επιτροπή και το ΕΣΣΚ.

2. Στις συνεδριάσεις του συμβουλίου της Μικτής Επιτροπής καθώς και των υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 43 προσκαλούνται ως παρατηρητές ο εκτελεστικός διευθυντής, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής και το ΕΣΣΚ.

3. Ο πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών.

3. Ο πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Τράπεζες), της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Κινητές Αξίες και Αγορές) και της Αρχής. Πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής είναι ένας αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου.

4. Η Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών εγκρίνει και δημοσιοποιήσει τον εσωτερικό κανονισμό της. Ο κανονισμός αυτός μπορεί να ορίζει επιπλέον συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις της Μικτής Επιτροπής.

4. Η Μικτή Επιτροπή εγκρίνει και δημοσιοποιήσει τον εσωτερικό κανονισμό της. Ο κανονισμός αυτός μπορεί να ορίζει επιπλέον συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις της Μικτής Επιτροπής.

Η Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Το συμβούλιο της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Τροπολογία   111

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 43

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Για τους σκοπούς του άρθρου 42, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Για τους σκοπούς του άρθρου 42, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μικτή Επιτροπή.

Η εν λόγω υποεπιτροπή συγκροτείται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας εθνικής εποπτικής αρχής.

Η εν λόγω υποεπιτροπή συγκροτείται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας αρμόδιας αρχής.

 

Η υποεπιτροπή εκλέγει μεταξύ των μελών της πρόεδρο, ο οποίος είναι επίσης μέλος της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Η υποεπιτροπή εκλέγει μεταξύ των μελών της πρόεδρο, ο οποίος είναι επίσης μέλος της Μικτής Επιτροπής.

Η Μικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί και άλλες υποεπιτροπές.

Η Μικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί και άλλες υποεπιτροπές.

Τροπολογία   112

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 44

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Το συμβούλιο προσφυγών είναι κοινός φορέας της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών.

1. Το συμβούλιο προσφυγών είναι κοινός φορέας των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

2. Το συμβούλιο προσφυγών περιλαμβάνει έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα με σχετικές γνώσεις και πείρα, αποκλειόμενου του εν ενεργεία προσωπικού των εθνικών εποπτικών αρχών ή άλλων εθνικών ή κοινοτικών οργάνων που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής.

2. Το συμβούλιο προσφυγών περιλαμβάνει έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία διαθέτουν επαρκή νομική κατάρτιση προκειμένου να παρέχουν νομικές συμβουλές στην Αρχή κατά την άσκηση των καθηκόντων της.

Το συμβούλιο προσφυγών ορίζει τον πρόεδρό του.

Το συμβούλιο προσφυγών ορίζει τον πρόεδρό του.

Οι αποφάσεις του συμβουλίου προσφυγών λαμβάνονται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων από τα έξι μέλη του.

Οι αποφάσεις του συμβουλίου προσφυγών λαμβάνονται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων από τα έξι μέλη του.

Το συμβούλιο προσφυγών συγκαλείται από τον πρόεδρό του όποτε παραστεί ανάγκη.

Το συμβούλιο προσφυγών συγκαλείται από τον πρόεδρό του όποτε παραστεί ανάγκη.

3. Δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δυο αναπληρωματικά ορίζει το διοικητικό συμβούλιο της αρχής από συνοπτικό κατάλογο τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

3. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών και οι αναπληρωτές τους ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κατάλογο τελικής επιλογής τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Τα υπόλοιπα μέλη ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. …/… [ΕΑΤ] και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. …/… [ΕΑΚΑΑ].

 

4. Η θητεία των μελών του συμβουλίου προσφυγών διαρκεί πέντε έτη. Η θητεία αυτή μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

 

5. Μέλος του συμβουλίου προσφυγών, το οποίο ορίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Αρχής, δεν είναι δυνατό να παυθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του, εκτός αν κριθεί ένοχος για σοβαρό παράπτωμα και το διοικητικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευτεί με το συμβούλιο εποπτών.

 

6. Η Αρχή, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών εξασφαλίζουν επαρκή επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη του συμβουλίου προσφυγών.

6. Η Αρχή, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) εξασφαλίζουν επαρκή επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη του συμβουλίου προσφυγών μέσω της Μικτής Επιτροπής.

Τροπολογία   113

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 45 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οδηγίες. Δεν επιτρέπεται να εκτελούν άλλα καθήκοντα στην Αρχή, στο διοικητικό της συμβούλιο ή στο συμβούλιο εποπτών της.

1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οδηγίες. Δεν επιτρέπεται να εκτελούν άλλα καθήκοντα στην Αρχή, στο διοικητικό της συμβούλιο ή στο συμβούλιο εποπτών της, ούτε να είναι εν ενεργεία υπάλληλοι άλλων ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων ή εθνικών αρχών.

Τροπολογία   114

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 46 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών εποπτικών αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής αναφερόμενης στα άρθρα 9, 10 και 11 και οποιαδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.

Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών εποπτικών αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της νομιμότητας της απόφασης της Αρχής αναφερόμενης στα άρθρα 9, 10 και 11 και οποιαδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.

Τροπολογία  115

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 47 – τίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου

Προσφυγές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου

 

(Η παρούσα τροποποίηση εφαρμόζεται στο σύνολο του κειμένου.)

Τροπολογία   116

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 47 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Είναι δυνατή η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 230 της συνθήκης, κατά απόφασης του συμβουλίου προσφυγών ή, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, της Αρχής.

1. Είναι δυνατή η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 263 της συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά απόφασης του συμβουλίου προσφυγών ή, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, της Αρχής.

Τροπολογία   117

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 47 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1α. Τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μπορούν να καταθέτουν απευθείας προσφυγή στο Δικαστήριο κατά των αποφάσεων της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 263 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία   118

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 47 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Σε περίπτωση που η Αρχή έχει υποχρέωση να ενεργήσει και δεν λαμβάνει απόφαση, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή επί παραλείψει ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 232 της συνθήκης.

2. Σε περίπτωση που η Αρχή έχει υποχρέωση να ενεργήσει και δεν λαμβάνει απόφαση, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή επί παραλείψει ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 265 της συνθήκης για της Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία   119

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 48 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται βασικά σε:

1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται βασικά σε:

(α) υποχρεωτικές εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

 

(β) επιχορήγηση από την Κοινότητα, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα της Επιτροπής)·

(α) επιχορήγηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που εμφανίζεται σε χωριστό κεφάλαιο του προϋπολογισμού στο τμήμα [ΧΙΙ] του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

(γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή, στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του κοινοτικού δικαίου.

(β) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή, στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου.

Τροπολογία   120

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 49 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει για το επόμενο οικονομικό έτος κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών και διαβιβάζει αυτό το προσχέδιο προϋπολογισμού, συνοδευόμενο από το οργανόγραμμα, στο διοικητικό συμβούλιο. Κάθε έτος, βάσει του προσχεδίου που καταρτίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή, το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Αρχής για το επόμενο οικονομικό έτος. Αυτή η κατάσταση προβλέψεων, συνοδευόμενη από σχέδιο οργανογράμματος, διαβιβάζεται από το διοικητικό συμβούλιο στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου. Πριν από την έκδοση της κατάστασης προβλέψεων, το σχέδιο που κατάρτισε ο εκτελεστικός διευθυντής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών.

1. Μετά το πρώτο έτος λειτουργίας της Αρχής που περατούται στις 31 Δεκεμβρίου 2011 μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει για το επόμενο οικονομικό έτος κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών και διαβιβάζει αυτό το προσχέδιο προϋπολογισμού, συνοδευόμενο από το οργανόγραμμα, στο διοικητικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών. Κάθε έτος, βάσει του προσχεδίου που καταρτίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή και εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, το συμβούλιο εποπτών συντάσσει κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Αρχής για το επόμενο οικονομικό έτος. Αυτή η κατάσταση προβλέψεων, συνοδευόμενη από σχέδιο οργανογράμματος, διαβιβάζεται από το συμβούλιο εποπτών στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου. Πριν από την έκδοση της κατάστασης προβλέψεων, το σχέδιο που κατάρτισε ο εκτελεστικός διευθυντής εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο.

Αιτιολόγηση

Προτείνεται για το πρώτο έτος λειτουργίας των ΕΕΑ που περατούται στις 31 Δεκεμβρίου 2011, οι προϋπολογισμοί τους να εγκρίνονται από τα μέλη των αντίστοιχων επιτροπών επιπέδου 3, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή και εν συνεχεία να διαβιβάζονται στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προς έγκριση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να διασφαλιστεί η επιχειρησιακή ανεξαρτησία των ΕΕΑ, ούτως ώστε να ξεκινήσουν να λειτουργούν με αυστηρό δημοσιονομικό τρόπο. Η ανεξαρτησία αυτή αντισταθμίζεται από τη λογοδοσία στα πολιτικά όργανα της ΕΕ.

Τροπολογία   121

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 49 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Βάσει της εν λόγω κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα, και το ποσό της επιδότησης που θα επιβαρύνει το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 272 της Συνθήκης.

3. Βάσει της εν λόγω κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα, και το ποσό της επιδότησης που θα επιβαρύνει το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία   122

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 49 – παράγραφος 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

6α. Για το πρώτο έτος λειτουργίας της Αρχής που περατούται στις 31 Δεκεμβρίου 2011, ο προϋπολογισμός εγκρίνεται από τα μέλη της επιτροπής επιπέδου 3, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή και εν συνεχεία διαβιβάζεται προς έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Αιτιολόγηση

Προτείνεται για το πρώτο έτος λειτουργίας των ΕΕΑ που περατούται στις 31 Δεκεμβρίου 2011, οι προϋπολογισμοί τους να εγκρίνονται από τα μέλη των αντίστοιχων επιτροπών επιπέδου 3, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή και εν συνεχεία να διαβιβάζονται στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προς έγκριση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να διασφαλιστεί η επιχειρησιακή ανεξαρτησία των ΕΕΑ, ούτως ώστε να ξεκινήσουν να λειτουργούν με αυστηρό δημοσιονομικό τρόπο. Η ανεξαρτησία αυτή αντισταθμίζεται από τη λογοδοσία στα πολιτικά όργανα της ΕΕ.

Τροπολογία   123

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 54 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Για το προσωπικό της Αρχής, συμπεριλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή της, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, οι όροι απασχόλησης του λοιπού προσωπικού και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.

1. Για το προσωπικό της Αρχής, συμπεριλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή της, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, οι όροι απασχόλησης του λοιπού προσωπικού και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.

Αιτιολόγηση

Ο πρόεδρος δεν πρέπει να υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ. Οι όροι απασχόλησης του προέδρου πρέπει να καθορίζονται από το συμβούλιο εποπτών όπως συμβαίνει ήδη με τον πρόεδρο και τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι οι πρόεδροι θα συμμετέχουν στο ΕΣΣΚ και την επιτροπή παρακολούθησής του, σκόπιμο είναι να υιοθετηθεί προσέγγιση αντίστοιχη με αυτή της ΕΚΤ.

Τροπολογία   124

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 55 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Στην περίπτωση της εξωσυμβατικής ευθύνης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, η Αρχή αποκαθιστά τις ζημίες που προξενεί η ίδια ή το προσωπικό της κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει κάθε διαφορά που αφορά την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών.

1. Στην περίπτωση της εξωσυμβατικής ευθύνης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, η Αρχή αποκαθιστά τις αδικαιολόγητες ζημίες που προξενεί η ίδια ή το προσωπικό της κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει κάθε διαφορά που αφορά την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών.

Τροπολογία   125

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 56 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής και μέλη του προσωπικού της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 287 της συνθήκης και στις σχετικές διατάξεις της συναφούς κοινοτικής νομοθεσίας, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.

1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής και μέλη του προσωπικού της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 της συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις σχετικές διατάξεις της συναφούς ενωσιακής νομοθεσίας, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.

Τροπολογία   126

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 61 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η συμμετοχή στο έργο της Αρχής είναι ανοικτή στις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και που έχουν συνάψει με την Κοινότητα συμφωνίες με τις οποίες έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα αρμοδιότητας της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2.

1. Η συμμετοχή στο έργο της Αρχής είναι ανοικτή στις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και που έχουν συνάψει με την Ένωση συμφωνίες με τις οποίες έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα αρμοδιότητας της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Τροπολογία   127

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 61 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1α. Η συμμετοχή στο έργο της Αρχής που παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον για αυτές είναι επίσης ανοικτή στις τρίτες χώρες οι οποίες εφαρμόζουν νομοθεσία που έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμη στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 τομείς αρμοδιότητας της Αρχής, με την επιφύλαξη της σύναψης συμφωνιών με την Ένωση.

Τροπολογία   128

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 62 – παράγραφοι 1α και 1β (νέες)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Προς το σκοπό αυτό, μέχρι να αναλάβει τα καθήκοντά του ο εκτελεστικός διευθυντής μετά το διορισμό του από το συμβούλιο εποπτών, σύμφωνα με το άρθρο 36, η Επιτροπή μπορεί να τοποθετήσει προσωρινά έναν υπάλληλο ο οποίος θα επιτελεί τις λειτουργίες των εκτελεστικών διευθυντών.

1α. Κατά την διάρκεια της περιόδου μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, και πριν από την ίδρυση της Αρχής, η επιτροπή επιπέδου 3 ενεργεί σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή για να προετοιμάσει την αντικατάσταση της επιτροπής επιπέδου 3 από την Αρχή. Οι επιτροπές επιπέδου 3 προβαίνουν σε όλες τις δέουσες προπαρασκευαστικές ενέργειες, οι οποίες υπόκεινται στην τελική απόφαση των αρμοδίων οργάνων της Αρχής.

 

1β. Κατά την περίοδο που μεσολαβεί από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και την ημερομηνία ορισμού του προέδρου και των μελών του διοικητικού συμβουλίου, και του ορισμού του εκτελεστικού διευθυντή, της Αρχής προεδρεύει προσωρινά ο πρόεδρος της υφιστάμενης επιτροπής επιπέδου 3, ενώ την διοίκηση ασκεί ο γενικός γραμματέας της.

Τροπολογία   129

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 62 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3α.      Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων. Το αργότερο μέχρι την ημερομηνία ίδρυσης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις καθώς και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, μεταφέρονται στην Αρχή. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων συντάσσει κατάσταση στην οποία αναφέρεται το τελικό ενεργητικό και παθητικό κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η κατάσταση ελέγχεται και εγκρίνεται από τα μέλη της και από την Επιτροπή.

Τροπολογία   130

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 66

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1. Έως ... *, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τις απαραίτητες προτάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στην εποπτεία των ιδρυμάτων που ορίζονται στο άρθρο 12β από την Αρχή και η δημιουργία ενός νέου πλαισίου για τη διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

1. Εντός τριών ετών από την ημερομηνία που ορίζεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 67 και ανά τριετία στη συνέχεια, η Επιτροπή εκδίδει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

2. Έως ...* και ανά τριετία στη συνέχεια, η Επιτροπή εκδίδει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

 

(α) τον βαθμό σύγκλισης των πάγιων πρακτικών εποπτείας που έχει επιτευχθεί από τις εθνικές αρχές·

 

(β) τη λειτουργία των σωμάτων των εποπτών·

 

(γ) το ρόλο της Αρχής σχετικά με την εποπτεία των ιδρυμάτων που μπορεί να αποτελούν συστημικό κίνδυνο·

 

(δ) την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 23, και

 

(ε) το επίπεδο εναρμόνισης των Εθνικών Συστημάτων Εγγύησης των Ασφαλίσεων

Επίσης η έκθεση αυτή αξιολογεί την πρόοδο που σημειώθηκε προς τη ρυθμιστική και εποπτική σύγκλιση στους τομείς της διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων στην Κοινότητα. Η αξιολόγηση βασίζεται σε εκτενείς διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων με την ομάδα συμφεροντούχων του τομέα των ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ιδρυμάτων παροχής επαγγελματικών συντάξεων.

3. Στην έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εξετάζεται εάν:

 

(α) ενδείκνυται να συνεχιστεί η ξεχωριστή εποπτεία όσον αφορά τις τράπεζες, τις ασφαλίσεις, τις επαγγελματικές συντάξεις, τις κινητές αξίες και της χρηματοπιστωτικές αγορές ή αν αυτές θα πρέπει να υπαχθούν σε έναν ενιαίο επόπτη·

 

(β) η προληπτική εποπτεία και η εποπτεία της διενέργειας των συναλλαγών πρέπει να συνδυαστεί ή να διαχωριστεί·

 

(γ) ενδείκνυται να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί η αρχιτεκτονική του ΕΣΧΕ προκειμένου να αυξηθεί η συνοχή μεταξύ του μακροεπιπέδου και του μικροεπιπέδου και μεταξύ των ΕΕΑ·

 

(δ) ενδείκνυται να ενισχυθούν οι ρυθμιστικές αρμοδιότητες των ΕΕΑ·

 

(ε) η εξέλιξη του ΕΣΧΕ συμβαδίζει αρμονικά με τις παγκόσμιες εξελίξεις·

 

(στ) υπάρχει επαρκής πολυμορφία και αριστεία εντός του ΕΣΧΕ.

 

(ζ) η λογοδοσία και η διαφάνεια σε σχέση με τις απαιτήσεις δημοσίευσης είναι κατάλληλες.

2. Η έκθεση, με συνοδευτικές προτάσεις, αν υπάρχουν, υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4. Η έκθεση, με συνοδευτικές προτάσεις, αν υπάρχουν, υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

 

___________________

* ΕΕ, να προστεθεί η ημερομηνία: έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

**ΕΕ, να προστεθεί η ημερομηνία: τρία έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ιστορικό

Από τη δρομολόγηση του σχεδίου δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην οικοδόμηση ενιαίας αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προωθώντας ενεργά την εναρμόνιση, τη διαφάνεια και τον θεμιτό ανταγωνισμό, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών.

Πολύ πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το Κοινοβούλιο ζήτησε κατ’ επανάληψη την ενίσχυση της πραγματικής ισότητας των όρων του ανταγωνισμού για όλους τους ενδιαφερομένους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επισημαίνοντας ταυτόχρονα σημαντικές αδυναμίες στην ευρωπαϊκή εποπτεία στις ολοένα και πιο ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές (βλέπε στο πλαίσιο αυτό την έκθεση García-Margallo y Marfil επί της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: Πρόγραμμα δράσης (2000)(4), έκθεση Van den Burg σχετικά με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2002)(5), έκθεση Van den Burg σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) – Λευκή Βίβλος (2007)(6) και έκθεση Van den Burg και Daianu που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την παρακολούθηση της διαδικασίας Lamfalussy: μελλοντική δομή της εποπτείας (2008))(7). Επιπροσθέτως, ορισμένα ειδικά νομοθετήματα σκιαγραφούσαν τις βασικές αρχές ή επισήμαιναν τη γενική τάση προς εκείνο που θα έπρεπε να είναι η μελλοντική εποπτική αρχιτεκτονική της ΕΕ (Skinner – έκθεση Φερεγγυότητα II (2009)· Gauzès – κανονισμός σχετικά με τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (CRA) (2009)).

Σε όλα τα ψηφίσματά του, το Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να αναλύσει πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί πρόοδος προς την κατεύθυνση μιας πιο ολοκληρωμένης δομής εποπτείας παράλληλα με τις προσπάθειες για μια ολοκληρωμένη ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Επισήμανε επίσης την αναγκαιότητα για αποτελεσματική εποπτεία των συστημικών και προληπτικών κινδύνων των κορυφαίων παραγόντων της αγοράς. Η μακροπροληπτική ανάλυση και η διαχείριση των κρίσεων πρέπει να αποτελούν μέρος της εντολής για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει τη δημιουργία μεσοπρόθεσμα μιας εποπτείας για τα διασυνοριακά ιδρύματα σε επίπεδο ΕΕ και ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού για την αντιμετώπιση των κρίσεων που μπορούν να τα πλήξουν.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να συγκροτήσει μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για να διατυπώσει προτάσεις για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών εποπτικών ρυθμίσεων. Η ομάδα de Larosière υπέβαλε την έκθεσή της τον Φεβρουάριο του 2009 και, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή υπέβαλε συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις με σκοπό:

–  Να δημιουργηθεί ένα δίκτυο εθνικών εποπτικών αρχών που θα συνεργάζονται στενά με μια νέα Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (ΕΕΑ). Η εν λόγω Αρχή θα έχει τρεις πυλώνες. Κάθε πυλώνας θα βασίζεται στις ευρωπαϊκές εποπτικές επιτροπές(8), πράγμα που οδηγεί σε έναν πυλώνα για τις τράπεζες (ΕΕΑ (Τράπεζες)), έναν πυλώνα για τις ασφαλίσεις και τις επαγγελματικές συντάξεις (ΕΕΑ (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις)) και έναν πυλώνα για τις κινητές αξίες και τις αγορές (ΕΕΑ (Κινητές Αξίες και Αγορές)), ενώ μια «Μικτή Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής» θα εξασφαλίζει την ενδεικνυόμενη ενοποιημένη ρύθμιση και εποπτεία των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών.

–  Να συγκροτηθεί Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ - ESRB), το οποίο να παρακολουθεί και να αξιολογεί πιθανές απειλές για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από μακροοικονομικές εξελίξεις και από εξελίξεις στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως συνόλου. Προς το σκοπό αυτό το ΕΣΣΚ θα προβαίνει σε έγκαιρη προειδοποίηση για κινδύνους που μπορεί να λάβουν διαστάσεις σε επίπεδο συστήματος και, αν κρίνει σκόπιμο, προβαίνει σε συστάσεις για δράση με σκοπό την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων(9).

Το Δικαστήριο(10) αναγνώρισε ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης (νυν άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αναφορικά με θέσπιση μέτρων σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς παρέχει την κατάλληλη νομική βάση για τη δημιουργία ενός «Κοινοτικού φορέα, αρμόδιου για τη συμβολή στην εφαρμογή μιας διαδικασίας εναρμόνισης», εφόσον τα καθήκοντα του εν λόγω φορέα συνδέονται στενά με το αντικείμενο των πράξεων των σχετικών με την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών.

Τις νομοθετικές αυτές προτάσεις ακολούθησε στις 26 Οκτωβρίου 2009 η πρώτη πρόταση για μια γενική οδηγία (οδηγία που καλύπτει μεγάλο αριθμό θεμάτων) για την τροποποίηση έντεκα οδηγιών, προκειμένου να αποσαφηνισθούν καλύτερα τα καθήκοντα της σχεδιαζόμενης αρχιτεκτονικής εποπτείας. Μια δεύτερη πρόταση για μια γενική οδηγία θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες για την ολοκλήρωση του εγχειρήματος.

(1)

              ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1.

(2)

                     ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15.

(3)

              ΕΕ L L 271, 9.10.2002, σ. 16

(4)

ΕΕ C 40 της 7.2.2001, σ. 453.

(5)

ΕΕ C 25E, 29.1.2004, σ. 394.

(6)

Δεν έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα.

(7)

ΕΕ C 9E, 15.1.2010, σ. 48.

(8)

Πρόκειται για την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (ΕΕΑΤΕ - SEBS), την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΕΑΕΑΕΣ - CEIOPS) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών και Αγορών Κινητών Αξιών (ΕΕΡΑΑΚΑ - CESR)..

(9)

Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα αιτιολογική έκθεση εστιάζει στις προτάσεις για τη σύσταση του ΕΣΣΚ, μετατρέποντας τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές εποπτικές επιτροπές σε ΕΑΑ. Η πρόταση για τη σύσταση του ΕΣΣΚ αναλύεται σε ξεχωριστή έκθεση..

(10)

Βλέπε ΔΕΚ, C-217/04, σ. 44.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ (29.4.2010)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

(COM(2009)0502 – C7‑0168/2009 – 2009/0143(COD))

Εισηγήτρια: Jutta Haug

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

1. Για να αντιμετωπισθούν οι αδυναμίες της σε ευρωπαϊκή κλίμακα εποπτείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα τις οποίες έφερε στην επιφάνεια η χρηματοπιστωτική κρίση, η Επιτροπή υπέβαλε δέσμη προτάσεων εν όψει της εγκαθίδρυσης ενός αποδοτικότερου, περισσότερο ολοκληρωμένου και βιώσιμου συστήματος εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην ΕΕ. Τούτο θα βασίζεται σε ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), αποτελούμενο από ένα δίκτυο των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών των κρατών μελών που θα συνεργάζεται με τις νέες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ), που προκύπτουν με τη μετατροπή των υφιστάμενων ευρωπαϊκών εποπτικών επιτροπών(1) σε πραγματικές Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ). Για τον σκοπό αυτόν η Επιτροπή προτείνει τη δημιουργία τριών νέων ευρωπαϊκών αποκεντρωμένων υπηρεσιών:

· της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ)·

· της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ)·

· της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ).

2. Ο μετασχηματισμός των υφισταμένων ευρωπαϊκών επιτροπών εποπτείας σε πραγματικές ευρωπαϊκές αρχές εποπτείας στην πράξη, ήτοι σε ευρωπαϊκές υπηρεσίες, θα απαιτήσει τόνωση των πόρων που τους παρέχονται τόσο σε προσωπικό όσο και σε πόρους από τον προϋπολογισμό. Όσον αφορά τον αντίκτυπο από την ίδρυση αυτών των τριών υπηρεσιών στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, θα ανέρχεται σε περίπου € 59,699 εκατ. που κατανέμονται ως εξής:

Υπηρεσία

2011

2012

2013

Σύνολο

ΕΑΤ

5, 206

7, 355

8, 965

21, 527

ΕΑΑΕΣ

4, 235

5, 950

6, 799

16, 984

ΕΑΚΑΑ

5, 465

7, 202

8, 491

21, 158

εκατ. €

3. Προέλευση των πόρων είναι ο τομέας 1 α, τομέας που ήδη αντιμετωπίζει πάρα πολύ μειωμένα περιθώρια: ο τελευταίος δημοσιονομικός προγραμματισμός της Επιτροπής (Ιανουάριος 2010), όπου ήδη λαμβάνονται υπόψη τα ποσά για τις τρεις υπηρεσίες (μεταξύ άλλων τροποποιήσεων), εμφανίζει πολύ στενά περιθώρια έως τη λήξη του εν ισχύι πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (εντός παρενθέσεων τα περιθώρια που προεβλέποντο στον δημοσιονομικό προγραμματισμό του Ιανουαρίου 2009):

- € 37,041 εκατ. για το 2011 (€ 111,590 εκατ.)

- € 34,003 εκατ. για το 2012 (€ 123,879 εκατ.)

- € 49,153 εκατ. για το 2013 (€ 214,875 εκατ.)

Εάν κανείς θεωρήσει ότι στον δημοσιονομικό προγραμματισμό του Φεβρουαρίου 2009 η Επιτροπή προέβλεπε για τον τομέα 1A περιθώριο € 111,8 εκατ. για το 2010 το οποίο τελικά ήταν μόλις € 147 000, είναι σαφές ότι η κατάσταση είναι πολύ λεπτή. Ούτως το ενδεχόμενο αναθεώρησης των ανωτάτων ορίων για να ικανοποιηθεί η χορήγηση πόρων σε αυτές τις τρεις νέες υπηρεσίες πρέπει να ληφθεί υπόψη.

4. Πράγματι το καθ' εαυτού κόστος των υπηρεσιών θα είναι πολύ υψηλότερο, ανερχόμενο σε περίπου € 149,17 εκατ., αλλά τα κράτη μέλη θα συνεισφέρουν, χάρις στη συγχρηματοδότηση, περίπου € 89,497 εκατ., ήτοι 60% του ολικού κόστους λειτουργίας των υπηρεσιών έως τη λήξη του εν ισχύι πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου:

Υπηρεσία

2011

2012

2013

ΣΥΝΟΛΟ

ΕΑΤ

ΚΜ+ΕΕ=Σύνολο

7,809+5,206

=13,015

11,033+7,355

=18,388

13,448+8,965

=22,413

32,290+21,527

=53, 816

ΕΑΑΕΣ

ΚΜ+ΕΕ=Σύνολο

8,197+4,235

=13,662

10,803+5,950

=18,005

12,737+6,799

=21,228

31,737+16,984

=52,895

ΕΑΚΑΑ

ΚΜ+ΕΕ=Σύνολο

6,352+5,465

=10,587

8,925+7,202

=14,874

10,199+8,491

=16,998

25,476+21,158

=42,459

εκατ. €

5. Όσον αφορά το προσωπικό, οι τρεις νέες υπηρεσίες θα συνεπάγονται έως το 2014 επιπλέον 269 υπαλλήλους (224 AD και 45 AST):

Υπηρεσία

2011

2012

2013

2014

ΕΑΤ

προσωπικό (AD/AST)

40(36/4)

62(53/9)

80(69/11)

90(73/17)

ΕΑΑΕΣ

προσωπικό (AD/AST)

40 (32/8)

62(50/12)

73 (60/13)

90 (77/13)

ΕΑΚΑΑ

προσωπικό (AD/AST)

43 (35/8)

60 (50/10)

76 (64/12)

89 (74/15)

6. Η Επιτροπή προτείνει οι τρεις νέες υπηρεσίες να έχουν έδρες στους τόπους εργασίας των υφισταμένων ευρωπαϊκών επιτροπών εποπτείας (στην περίπτωση της ΕΑΑΕΣ τη Φραγκφούρτη), το οποίο φαίνεται πολύ λογικό τόσο από πρακτικής όσο και από οικονομικής απόψεως, καθόσον θα διευκολύνει την άμεση έναρξη λειτουργίας της νέας υπηρεσίας και θα αποφεύγει τις περιττές δαπάνες νέων εγκαταστάσεων, μεταφοράς προσωπικού κλπ..

Τροπολογιες

Η Επιτροπή Προϋπολογισμών καλεί την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Tροπολογία  1

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Παράγραφος 1 α (νέα)

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Tροπολογία

 

1 α. θεωρεί ότι το ποσό αναφοράς που εμφαίνεται στη νομοθετική πρόταση είναι συμβατό με το ανώτατο όριο για την υποδιαίρεση τομέα 1 α του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2007-2013, αλλά το περιθώριο που μένει στον τομέα 1 α για το διάστημα 2011-2013 είναι πολύ περιορισμένο και η χορήγηση πόρων σε νέες δραστηριότητες δεν πρέπει να θέτει εν κινδύνω τη χρηματοδότηση άλλων προτεραιοτήτων που εμπίπτουν στην υποδιαίρεση τομέα 1 α·επαναλαμβάνει συνεπώς ότι ζητεί ανασκόπηση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2007-2013, συνοδευόμενη από συγκεκριμένες προτάσεις για προσαρμογή και αναθεώρησή του πριν από το τέλος του πρώτου εξαμήνου 2010 κάνοντας χρήση όλων των μηχανισμών που προβλέπονται δυνάμει της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006, συγκεκριμένα δε εκείνων μνεία των οποίων γίνεται στα σημεία 21 έως 23 της συμφωνίας, για να εξασφαλισθεί η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων χωρίς να τίθεται εν κινδύνω η χρηματοδότηση των άλλων προτεραιοτήτων και εξασφαλίζοντας ότι θα απομένει επαρκές περιθώριο στην υποδιαίρεση τομέα 1 α·

Tροπολογία  2

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Παράγραφος 1 β (νέα)

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Tροπολογία

 

1 β. υπογραμμίζει ότι για τη σύσταση της Αρχής πρέπει να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του σημείου 47 της διοργανικής συμφωνίας· τονίζει ότι, εάν η νομοθετική αρχή αποφασίσει υπέρ της σύστασης της Αρχής, το Κοινοβούλιο θα αρχίσει διαπραγματεύσεις με το έτερο σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής με σκοπό την επίτευξη εγκαίρως συμφωνίας σχετικά με τη χρηματοδότηση της Αρχής σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας·

Tροπολογία  3

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 40

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Tροπολογία

(40) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της Αρχής, πρέπει να τεθεί στη διάθεσή της αυτόνομος προϋπολογισμός με έσοδα προερχόμενα κυρίως από υποχρεωτικές εισφορές εθνικών εποπτικών αρχών και από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κοινοτική δημοσιονομική διαδικασία πρέπει να ισχύει όσον αφορά την κοινοτική συμμετοχή. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(40) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της Αρχής, πρέπει να τεθεί στη διάθεσή της αυτόνομος προϋπολογισμός με έσοδα προερχόμενα κυρίως από υποχρεωτικές εισφορές εθνικών εποπτικών αρχών και από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοδότηση της Αρχής από την Ένωση υπόκειται στην επίτευξη συμφωνίας από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το σημείο 47 της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση1. Πρέπει να εφαρμόζεται η δημοσιονομική διαδικασία της Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ο συνολικός προϋπολογισμός υπόκειται στη διαδικασία απαλλαγής.

 

1 ΕΕ C 139, 14.6.2006, σ. 1.

Αιτιολόγηση

Η Αρχή συγκροτείται ως αποκεντρωμένη υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα χρηματοδοτείται σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία. Τούτο πρέπει να αντικατοπτρίζεται στη νομική της βάση.

Τροπολογία  4

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 48 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Tροπολογία

(α) υποχρεωτικές εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

(α) υποχρεωτικές εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τύπο που βασίζεται στη στάθμιση των ψήφων ως έχει στο άρθρο 3, παράγραφος 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Tροπολογία  5

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 48 – παράγραφος 1 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Tροπολογία

(β) επιχορήγηση από την Κοινότητα, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα της Επιτροπής)·

(β) επιχορήγηση από την Ένωση, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα της Επιτροπής), με την επιφύλαξη της επίτευξης συμφωνίας από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχής όπως προβλέπεται στο σημείο 47 της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

Τροπολογία  6

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 48 – παράγραφος 4 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Tροπολογία

 

4 α. Οι υποχρεωτικές εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών και η επιχορήγηση από την Ένωση της παραγράφου 1, στοιχεία (α) και (β) θα διατίθενται στην αρχή εκάστου οικονομικού έτους.

Τροπολογία  7

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 50 – παράγραφος 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Tροπολογία

9. Μέχρι τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει την Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.

9. Μέχρι τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει την Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν ο οποίος περιλαμβάνει έσοδα από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τις εθνικές εποπτικές αρχές.

Τροπολογία  8

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 54 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Tροπολογία

2. Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

9. Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τα μέτρα εφαρμογής επιτρέπουν αιτιολογημένες παρεκκλίσεις για να διασφαλίζεται η πλέον αποτελεσματική υλοποίηση των καθηκόντων που ορίζονται για την Αρχή.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2009)0502 – C7-0168/2009 – 2009/0143(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

ECON

Γνωμοδοτική επιτροπή

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

BUDG

7.10.2009

 

 

 

Συντάκτης γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Jutta Haug

21.10.2009

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

28.4.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

38

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Damien Abad, Alexander Alvaro, Marta Andreasen, Francesca Balzani, Reimer Böge, Giovanni Collino, Jean-Luc Dehaene, Isabelle Durant, Göran Färm, José Manuel Fernandes, Eider Gardiazábal Rubial, Salvador Garriga Polledo, Ivars Godmanis, Estelle Grelier, Carl Haglund, Jutta Haug, Jiří Havel, Sidonia Elżbieta Jędrzejewska, Anne E. Jensen, Sergej Kozlík, Jan Kozłowski, Alain Lamassoure, Vladimír Maňka, Barbara Matera, Claudio Morganti, Miguel Portas, Dominique Riquet, Sergio Paolo Francesco Silvestris, László Surján, Helga Trüpel, Daniël van der Stoep, Derek Vaughan, Angelika Werthmann, Ивайло Калфин, Надежда Нейнски

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Franziska Katharina Brantner, Giovanni La Via, Peter Šťastný

(1)

Πρόκειται για την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (ΕΕΑΤΕ - CEBS), την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΕΑΕΑΕΣ - CEIOPS) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (ΕΕΡΑΑΚΑ - CESR).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ (19.5.2010)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με θέμα τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

(COM(2009)0502 – C7‑0168/2009 – 2009/0143(COD))

Εισηγήτρια: Françoise Castex

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

I. Ιστορικό

Με βάση τις συστάσεις της έκθεσης De Larosière, η Επιτροπή εξέδωσε προτάσεις για μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική της εποπτείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι εν λόγω νομοθετικές προτάσεις, που δημοσιεύθηκαν από την Επιτροπή στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, έχουν στόχο να δημιουργήσουν:

-  ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ - ESFS) για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ("μικροπροληπτική εποπτεία"), αποτελούμενο από δίκτυο εθνικών εποπτικών αρχών οι οποίες θα συνεργάζονται με τις νέες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ - ESA(1)), συνδυάζοντας έτσι τα πλεονεκτήματα ενός πανευρωπαϊκού πλαισίου χρηματοπιστωτικής εποπτείας με την πείρα των τοπικών φορέων και των μικροπροληπτικών εποπτικών αρχών·

-  ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ - ESRB), το οποίο να παρακολουθεί και να αξιολογεί τους κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως συνόλου.

Οι ΕΕΑ θα είναι ενωσιακά όργανα με νομική προσωπικότητα και θα έχουν στόχο να συμβάλουν: (i) στη βελτίωση της ρύθμισης και της εποπτείας στην εσωτερική αγορά, (ii) στην εξασφάλιση της ακεραιότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, και (iii) στη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος με ταυτόχρονη ενίσχυση του συντονισμού της εποπτείας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

II. Θέση της εισηγήτριας

Η εισηγήτρια υποστηρίζει σε γενικές γραμμές την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για μια νέα αρχιτεκτονική της χρηματοπιστωτικής εποπτείας και την επιδίωξή της να εξασφαλιστεί αποτελεσματικότερη εποπτεία για ακριβέστερο εντοπισμό των κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η χρηματοπιστωτική κρίση έδειξε την ανάγκη μεταρρύθμισης στον τομέα αυτό, προκειμένου να αυξηθεί ο ανταγωνισμός με την προώθηση ίσων όρων ανταγωνισμού και να εξασφαλιστεί συνέπεια στις διευθετήσεις και στις κανονιστικές ρυθμίσεις.

1. Άρθρο 7 – Τεχνικοί κανόνες

Η πρόταση, που υποβλήθηκε προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, περιέχει στο άρθρο 7 αναφορά στους τομείς των οδηγιών που μνημονεύονται στο άρθρο 1§2, και προβλέπει ότι στους τομείς αυτούς η Αρχή μπορεί να καταρτίζει σχέδια τεχνικών κανόνων, τα οποία, σύμφωνα με την πρόταση, εγκρίνονται από την Επιτροπή και θεσπίζονται από αυτήν μέσω κανονισμών ή αποφάσεων. Το νέο σύστημα των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων, που καθιερώθηκε από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, διαφέρει από την "παλιά" επιτροπολογία, η οποία δεν διαθέτει πια βάση στις Συνθήκες. Θα πρέπει συνεπώς να καταστεί σαφές ότι η Επιτροπή ενεργεί υπό μορφή κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, και ότι το Κοινοβούλιο συμμετέχει στη διαδικασία βάσει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ. Χρειάζεται επίσης να καταστεί σαφές ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από τα σχέδια τεχνικών κανόνων που καταρτίζει η Αρχή.

2. Άρθρο 9 - Συνεπής εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων -

Άρθρο 10 - Δράση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και

Άρθρο 11 - Διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών

α) Ανάθεση εξουσιών

Το σχέδιο κανονισμού αναθέτει συγκεκριμένες εξουσίες στη νέα Αρχή. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα μεταβίβασης εξουσιών σε ανεξάρτητα εκτελεστικά ή ρυθμιστικά όργανα, εφόσον η μεταβίβαση αυτή σχετίζεται με σαφώς προσδιοριζόμενες εκτελεστικές αρμοδιότητες και, ιδίως, δεν μεταβιβάζεται καμία εξουσία χάραξης πολιτικής. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Ένωση μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες που της αναθέτει η Συνθήκη μόνο σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει η Συνθήκη, τα θεσμικά όργανα δεν μπορούν να μεταβιβάσουν περισσότερες εξουσίες από όσες αναθέτει η Συνθήκη (βλ. ΕΔ, υπόθεση Meroni, 9/56, και 10/57 (1958) ΣΝ 133 και 157).

β) Απευθείας δράση της Αρχής

Τα άρθρα 9§6, 10§3 και 11§4 του προτεινόμενου κανονισμού αναθέτουν στην Αρχή "με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης" ΕΚ (νέο άρθρο 258 ΣΛΕΕ), "αν οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα", την εξουσία να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των κρατών μελών, οι οποίες είναι δεσμευτικές για αυτά. Η εισηγήτρια προτείνει αυτή η δυνατότητα της Αρχής να απευθύνει δεσμευτικές αποφάσεις σε συμμετέχοντες στην αγορά να περιοριστεί μόνο στις καταστάσεις κρίσης του άρθρου 10. Ενώ το άρθρο 10 ακολουθεί την πολιτική βούληση για γρήγορη και αποτελεσματική αντίδραση σε στιγμές κρίσης, ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργία και η ακεραιότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τα άρθρα 9 και 11 ισχύουν για συνήθεις καθημερινές καταστάσεις.

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, βασιζόμενη σε ευρείας αποδοχής συμβιβασμό, ενέκρινε τροπολογίες σχετικά τις εξουσίες των αρχών να απευθύνουν μεμονωμένες αποφάσεις σε συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε καθημερινές καταστάσεις (άρθρο 9 παράγραφος 6 και άρθρο 11 παράγραφος 4) στις οποίες προτείνει διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται μεταξύ της Αρχής και της Επιτροπής με σκοπό να ευθυγραμμισθούν καλύτερα οι εξουσίες των Αρχών με τις εξουσίες που εκχωρούνται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 1 της ΣΕΕ και του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία  1

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 16

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(16) Η εξασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και για την εξασφάλιση ουδέτερων όρων ανταγωνισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Κοινότητα. Επομένως, πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου η Αρχή θα αντιμετωπίζει περιπτώσεις εσφαλμένης ή ανεπαρκούς εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Ο μηχανισμός αυτός πρέπει να αφορά τομείς όπου η κοινοτική νομοθεσία ορίζει σαφείς και άνευ όρων υποχρεώσεις.

(16) Η εξασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και για την εξασφάλιση ουδέτερων όρων ανταγωνισμού των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ένωσης. Επομένως, πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου η Αρχή θα αντιμετωπίζει περιπτώσεις μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Ο μηχανισμός αυτός πρέπει να αφορά τομείς όπου η νομοθεσία της Ένωσης ορίζει σαφείς και άνευ όρων υποχρεώσεις.

Τροπολογία  2

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 30

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(30) Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να έχει δικαίωμα να ζητεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κανονικά τις πληροφορίες αυτές πρέπει να τις παρέχουν οι εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τα ιδρύματα. Ωστόσο, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να ζητεί πληροφορίες απευθείας από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλα μέρη, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποια εθνική εποπτική αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει έγκαιρα τις εν λόγω πληροφορίες. Οι αρχές των κρατών μελών πρέπει να είναι υποχρεωμένες να συνεπικουρούν την Αρχή στην επιβολή όσον αφορά τα εν λόγω άμεσα αιτήματα.

(30) Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να έχει δικαίωμα να ζητεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, κανονικά τις πληροφορίες αυτές πρέπει να τις παρέχουν οι αρμόδιες αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους συμμετέχοντες στις αγορές, υπό τον όρο ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν τίθενται στη διάθεση οργάνων ή αρχών που δεν τις δικαιούνται. Ωστόσο, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να ζητεί πληροφορίες απευθείας από συμμετέχοντες στην χρηματοπιστωτική αγορά και άλλα μέρη, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποια αρμόδια αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει έγκαιρα τις εν λόγω πληροφορίες. Οι αρχές των κρατών μελών πρέπει να είναι υποχρεωμένες να συνεπικουρούν την Αρχή στην επιβολή όσον αφορά τα εν λόγω άμεσα αιτήματα.

Τροπολογία  3

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 31

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(31) Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και για την παρακολούθηση της συνέχειας των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, έχει ουσιώδη σημασία η στενή συνεργασία μεταξύ της Αρχής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η Αρχή πρέπει να ανταλλάσσει όλες τις συναφείς πληροφορίες με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου. Δεδομένα σχετιζόμενα με μεμονωμένες επιχειρήσεις πρέπει να παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Όταν η Αρχή ή κάποια εθνική εποπτική αρχή λάβει προειδοποιήσεις ή συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, η Αρχή πρέπει να εξασφαλίζει την παρακολούθηση της συνέχειας.

(31) Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου και για την παρακολούθηση της συνέχειας των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, έχει ουσιώδη σημασία η στενή συνεργασία μεταξύ της Αρχής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η Αρχή πρέπει να ανταλλάσσει όλες τις συναφείς πληροφορίες με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου. Δεδομένα σχετιζόμενα με μεμονωμένες επιχειρήσεις πρέπει να παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος και να προστατεύονται συστηματικά και σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης. Όταν η Αρχή ή κάποια αρμόδια αρχή λάβει προειδοποιήσεις ή συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, η Αρχή πρέπει να αναλαμβάνει αμέσως δράση και να εξασφαλίζει την παρακολούθηση της συνέχειας.

Τροπολογία  4

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 33

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(33) Την κύρια ευθύνη της διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας κατά τη διαχείριση κρίσεων, ιδίως όταν πρόκειται για τη σταθεροποίηση μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τη λήψη σχετικών αποφάσεων, φέρουν τα κράτη μέλη. Τα μέτρα της Αρχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή διευθέτησης κρίσεων τα οποία επηρεάζουν τη σταθερότητα κάποιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος δεν πρέπει να προσκρούουν στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών. Πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου τα κράτη μέλη θα μπορούν να επικαλεστούν αυτή τη διασφάλιση και τελικά να φέρουν το θέμα ενώπιον του Συμβουλίου για τη λήψη απόφασης. Δεδομένων των ιδιαίτερων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στο θέμα αυτό, είναι σκόπιμο να αναλάβει σχετικά κάποιο ρόλο το Συμβούλιο.

(33) Την κύρια ευθύνη της διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε καταστάσεις κρίσης, ιδίως όταν πρόκειται για τη σταθεροποίηση μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τη λήψη σχετικών αποφάσεων, φέρουν τα κράτη μέλη. Τα μέτρα της Αρχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή διευθέτησης κρίσεων τα οποία επηρεάζουν τη σταθερότητα κάποιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος δεν πρέπει να προσκρούουν στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών. Πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου τα κράτη μέλη θα μπορούν να ζητούν να επανεξεταστεί η απόφαση της Αρχής.

Τροπολογία  5

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 6 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ε) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4·

ε) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4 σε περιπτώσεις που αφορούν άμεσα εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης·

Τροπολογία  6

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 – Τίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τεχνικοί κανόνες

Τεχνικοί κανόνες – πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση

Τροπολογία  7

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 7 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι κανόνες εγκρίνονται από την Επιτροπή με κανονισμούς ή με αποφάσεις και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Οι κανόνες εγκρίνονται από την Επιτροπή με κανονισμούς ή με αποφάσεις ως κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία  8

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ, και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με αποδέκτες εθνικές εποπτικές αρχές ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ, και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με αποδέκτες αρμόδιες αρχές ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η Αρχή πραγματοποιεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις για τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις και αναλύει το συναφές δυνητικό κόστος και όφελος. Οι κατευθυντήριες γραμμές δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο της Αρχής.

Οι εθνικές εποπτικές αρχές καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.

Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.

Εάν η εθνική εποπτική αρχή δεν εφαρμόσει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, γνωστοποιεί στην Αρχή τους σχετικούς λόγους.

Εάν η αρμόδια αρχή δεν εφαρμόσει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, γνωστοποιεί στην Αρχή τους σχετικούς λόγους. Η Αρχή δημοσιοποιεί τους λόγους αυτούς, προειδοποιώντας δεόντως την αρμόδια αρχή για την πρόθεσή της να το πράξει.

Τροπολογία  9

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Συνεπής εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων

Μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης

1. Αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν έχει εφαρμόσει σωστά τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζει η εν λόγω νομοθεσία, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

1. Αν μια αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση ενός συμμετέχοντος στις χρηματοπιστωτικές αγορές προς τις απαιτήσεις που ορίζει η εν λόγω νομοθεσία, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

2. Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων εθνικών εποπτικών αρχών, της Επιτροπής, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία εθνική εποπτική αρχή, η Αρχή μπορεί να διερευνήσει την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας.

2. Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Επιτροπής, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή μπορεί να διερευνήσει την κατ’ ισχυρισμό μη εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 20, η εθνική εποπτική αρχή παρέχει στην Αρχή χωρίς καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που η τελευταία θεωρεί απαραίτητες για έρευνα που διενεργεί.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 20, η αρμόδια αρχή παρέχει στην Αρχή χωρίς καθυστέρηση όλες τις πληροφορίες που η τελευταία θεωρεί απαραίτητες για έρευνα που διενεργεί.

3. Το αργότερο εντός διμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία εθνική εποπτική αρχή σύσταση όπου ορίζεται η δράση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία.

3. Το αργότερο εντός διμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η δράση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η εθνική εποπτική αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης.

4. Εάν η εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την κοινοτική νομοθεσία εντός ενός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να λάβει απόφαση και να απαιτεί από την εθνική εποπτική αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο.

4. Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με τη νομοθεσία της Ένωσης εντός ενός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να λάβει απόφαση και να απαιτεί από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το δίκαιο της Ένωσης.

Η Επιτροπή λαμβάνει την απόφαση αυτή το αργότερο εντός τριών μηνών από την έκδοση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Επιτροπή λαμβάνει την απόφαση αυτή το αργότερο εντός τριών μηνών από την έκδοση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Επιτροπή πρέπει να βεβαιώνεται ότι έγινε σεβαστό το δικαίωμα των αποδεκτών της απόφασης να διατυπώσουν τη γνώμη τους.

Η Επιτροπή πρέπει να βεβαιώνεται ότι έγινε σεβαστό το δικαίωμα των αποδεκτών της απόφασης να διατυπώσουν τη γνώμη τους.

Η Αρχή και οι εθνικές εποπτικές αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

Η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

5. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η εθνική εποπτική αρχή ενημερώσει την Επιτροπή και την Αρχή σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει ή που προτίθεται να λάβει για την εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής.

5. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και την Αρχή σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει ή που προτίθεται να λάβει για την εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής.

6. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης, αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν, και εάν απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση της μη συμμόρφωσης από την εθνική εποπτική αρχή προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, αν οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

6. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν, και εάν απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση της μη συμμόρφωσης από την αρμόδια αρχή προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο πλαίσιο διασυνοριακών δραστηριοτήτων, η Αρχή μπορεί, αν οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς έναν συμμετέχοντα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής. Πριν από την έγκριση μεμονωμένης απόφασης, η Αρχή ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

 

Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι γίνεται σεβαστό το δικαίωμα των αποδεκτών της απόφασης να διατυπώσουν τη γνώμη τους.

 

Η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

 

Η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα εγκρίνει το σχέδιο απόφασης εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή του. Η Επιτροπή δεν παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο απόφασης μόνο μερικώς ή με τροποποιήσεις, σε περίπτωση που αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης.

 

Εάν η Επιτροπή δεν εγκρίνει το σχέδιο απόφασης ή αν το εγκρίνει μερικώς ή με τροποποιήσεις, ενημερώνει την Αρχή χωρίς καθυστέρηση υπό τη μορφή επίσημης γνωμοδότησης.

 

Εντός μίας εβδομάδας από την παραλαβή αυτής της επίσημης γνωμοδότησης, η Αρχή επανεξετάζει και προσαρμόζει την απόφασή της στην επίσημη γνωμοδότηση της Επιτροπής και τη διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή.

 

Εντός μίας εβδομάδας από την παραλαβή της τροποποιημένης απόφασης της Αρχής, η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα την εγκρίνει ή θα την απορρίψει.

 

Εάν η τροποποιημένη απόφαση απορριφθεί από την Επιτροπή, η απόφαση θεωρείται ότι δεν εκδόθηκε.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την απόφαση που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την απόφαση που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4.

7. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές για το ίδιο θέμα.

 

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των εθνικών εποπτικών αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή 6 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμόδιων αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή 6 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

Τροπολογία  10

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 11 – Τίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών

Διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διασυνοριακές καταστάσεις

Τροπολογία  11

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 11 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης, αν μια εθνική εποπτική αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και έτσι δεν εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

4. Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και έτσι δεν εξασφαλίσει τη συμμόρφωση ενός συμμετέχοντος στις χρηματοπιστωτικές αγορές με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς έναν συμμετέχοντα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

Τροπολογία  12

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές με εποπτικές αρχές από τρίτες χώρες. Μπορεί να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις τρίτων χωρών.

Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς και διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι προκύπτουσες διευθετήσεις δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις για την Ένωση και τα κράτη μέλη της.

Η Αρχή συμβάλλει στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

 

Τροπολογία  13

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 20 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Μετά από αίτημα της Αρχής, οι εθνικές εποπτικές αρχές και άλλες δημόσιες αρχές των κρατών μελών της παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

1. Μετά από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, σεβόμενες πλήρως τις εφαρμοστέες διατάξεις περί εμπιστευτικότητας και προστασίας δεδομένων οι οποίες περιέχονται στη σχετική νομοθεσία της Ένωσης.

Επίσης η Αρχή μπορεί να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα.

Επίσης η Αρχή μπορεί να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα. Κάθε τέτοιο αίτημα χρησιμοποιεί, στο μέτρο του δυνατού, κοινό μορφότυπο για τη διαβίβαση πληροφοριών.

Τροπολογία  14

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 23 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Αρχή εξασφαλίζει ότι καμία απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 10 ή 11 δεν έρχεται με οιονδήποτε τρόπο σε σύγκρουση με τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών.

1. Η Αρχή εξασφαλίζει ότι καμία απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 10 ή 11 δεν έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών.

Τροπολογία  15

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 23 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Αν ένα κράτος μέλος θεωρήσει ότι απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 11 προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, μπορεί να ενημερώσει την Αρχή και την Επιτροπή εντός ενός μηνός από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην εθνική εποπτική αρχή ότι η απόφαση δεν θα τεθεί σε εφαρμογή από την εθνική εποπτική αρχή.

2. Αν ένα κράτος μέλος θεωρήσει ότι απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 11 προσκρούει στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, μπορεί να ενημερώσει την Αρχή, το Συμβούλιο και την Επιτροπή εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής προς την αρμόδια αρχή.

Τροπολογία  16

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 23 – παράγραφος 2 – εδάφιο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Εντός χρονικού διαστήματος ενός μηνός από την ανακοίνωση του κράτους μέλους, η Αρχή το ενημερώνει εάν εμμένει στην απόφασή της ή εάν την τροποποιεί ή την ανακαλεί.

Εντός χρονικού διαστήματος μίας εβδομάδας από την ανακοίνωση του κράτους μέλους, η Αρχή το ενημερώνει εάν εμμένει στην απόφασή της ή εάν την τροποποιεί ή την ανακαλεί.

Τροπολογία  17

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 23 – παράγραφος 2 – εδάφιο 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Αν η Αρχή εμμείνει στην απόφασή της, το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζεται στο άρθρο 205 της Συνθήκης, αποφασίζει εντός δυο μηνών αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει ή ανακαλείται.

Αν η Αρχή εμμείνει στην απόφασή της, το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζεται στο άρθρο 238 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφασίζει εντός ενός μηνός αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει ή ανακαλείται.

Τροπολογία  18

Πρόταση κανονισμού

Άρθρο 44 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Το συμβούλιο προσφυγών περιλαμβάνει έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα με σχετικές γνώσεις και πείρα, αποκλειόμενου του εν ενεργεία προσωπικού των εθνικών εποπτικών αρχών ή άλλων εθνικών ή κοινοτικών οργάνων που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής.

Το συμβούλιο προσφυγών περιλαμβάνει έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα υψηλού κύρους και με αποδεδειγμένες σχετικές γνώσεις και επαγγελματική πείρα, συμπεριλαμβανομένης της εποπτικής, σε επαρκώς υψηλό επίπεδο στους τομείς των τραπεζών, των ασφαλίσεων, των αγορών κινητών αξιών ή άλλων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, αποκλειόμενου του εν ενεργεία προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή άλλων εθνικών οργάνων ή οργάνων της Ένωσης που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2009)0502 – C7-0168/2009 – 2009/0143(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

ECON

Γνωμοδοτική επιτροπή

Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

7.10.2009

 

 

 

Συντάκτης γνωμοδότησης

Ημερομηνία ορισμού

Françoise Castex

5.10.2009

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

27.1.2010

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

28.4.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Daniel Hannan, Klaus-Heiner Lehne, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Bernhard Rapkay, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, Alexandra Thein, Diana Wallis, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Piotr Borys, Sergio Gaetano Cofferati, Kurt Lechner, Eva Lichtenberger, József Szájer

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Kay Swinburne

(1)

Πρόκειται για την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ - ΕΒΑ), την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ - ΕΙΟΡΑ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ – ΕSMA).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ (28.4.2010)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

(COM(2009)0502 – C7‑0168/2009 – 2009/0143(COD))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Íñigo Méndez de Vigo

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η έλλειψη επαρκούς ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η αδυναμία των εποπτικών μηχανισμών της αγοράς φάνηκαν καθαρά κατά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που χτύπησε την Ευρώπη το 2008, τις συνέπειες της οποίας ακόμη υφιστάμεθα. Η Επιτροπή έχει καταρτίσει τέσσερις προτάσεις -για το πέρασμα των οποίων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι υπεύθυνη η Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων- με βάση την έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων που προεδρευόταν από τον Jacques de Larosiere.

Στη γνωμοδότησή της, η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων επιδίωξε να εξετάσει προσεκτικά πώς η νέα Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που δημιουργούνται με αυτές τις προτάσεις μπορούν να ενταχθούν καλύτερα στο θεσμικό σύστημα. Εστιάστηκε επίσης στην κατάρτιση εναρμονισμένων τεχνικών προτύπων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ώστε αφενός να εξασφαλίζεται ότι οι ενέργειές τους είναι συνεπείς και αφετέρου να εξασφαλίζεται επαρκής προστασία των θεματοφυλάκων, των επενδυτών και των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σχέση με οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα έχει μελετηθεί με ιδιαίτερη φροντίδα στην παρούσα γνωμοδότηση, καθώς και η σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής και των εθνικών εποπτικών αρχών. Τέλος, τονίζονται τα προβλήματα που συνδέονται με την εποπτεία των διασυνοριακών οργανισμών.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 απαιτεί μια ευρωπαϊκή απάντηση σε ευρωπαϊκά προβλήματα: χάρη στις νέες εξουσίες που του έχουν αναγνωριστεί με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο πρέπει να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο σε όλα αυτά τα θέματα.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία  1

Πρόταση κανονισμού

Τίτλος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Επιτροπής (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις)

 

(Η εν λόγω τροποποίηση εφαρμόζεται στο σύνολο του κειμένου.)

Τροπολογία  2

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1) Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007/2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σαν σύνολο. Τα εθνικά εποπτικά μοντέλα υπερκεράστηκαν από την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πολλές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στον τομέα της συνεργασίας, του συντονισμού, της συνέπειας εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και στην εμπιστοσύνη μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών.

(1) Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007/2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σαν σύνολο. Τα εθνικά εποπτικά μοντέλα υπερκεράστηκαν από την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πολλές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στον τομέα της συνεργασίας, του συντονισμού, της συνέπειας εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης και στην εμπιστοσύνη μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών.

 

(Η εν λόγω τροποποίηση εφαρμόζεται στο σύνολο του κειμένου.)

Τροπολογία  3

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(7) Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας πρέπει να είναι δίκτυο εθνικών και κοινοτικών εποπτικών αρχών, το οποίο να αφήνει την καθημερινή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο εθνικό επίπεδο και να παραχωρεί σε σώματα εποπτών κεντρικό ρόλο όσον αφορά την εποπτεία διασυνοριακών ομίλων. Επίσης πρέπει να επιτευχθούν μεγαλύτερη εναρμόνιση και η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις αγορές σε ολόκληρη την Κοινότητα. Πρέπει να συσταθούν μια Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, καθώς και μια Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και μια Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές).

(7) Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας πρέπει να είναι δίκτυο εθνικών και ενωσιακών εποπτικών αρχών, το οποίο να αφήνει την καθημερινή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών συστημάτων που δεν έχουν ενωσιακή διάσταση στο εθνικό επίπεδο. Η εποπτεία στα διασυνοριακά ιδρύματα που δεν έχουν ενωσιακή διάσταση θα ασκείται από σώματα εποπτών. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων («Αρχή») πρέπει να αναλάβει βαθμιαία την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με ενωσιακή διάσταση. Επίσης πρέπει να επιτευχθούν μεγαλύτερη εναρμόνιση και η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις αγορές σε ολόκληρη την Ένωση. Εκτός από την Αρχή, πρέπει να συσταθούν μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Τράπεζες) και μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές), καθώς και μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Μικτή Επιτροπή). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου θα αποτελεί τμήμα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας.

 

(Οι τροποποιήσεις στα ονόματα των αρχών εφαρμόζονται σε ολόκληρο το κείμενο.)

Τροπολογία  4

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 10α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(10α) Στην υπόθεση C-217/04, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο της ΕΕ απεφάνθη ότι: «Από κανένα στοιχείο του άρθρου 95 ΕΚ δεν συνάγεται ότι τα μέτρα που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης βάσει της διάταξης αυτής πρέπει να έχουν ως μόνους αποδέκτες τα κράτη μέλη. Ενδέχεται δηλαδή να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την εκτίμηση του νομοθέτη αυτού, να προβλεφθεί η ίδρυση κοινοτικού οργανισμού που καλείται να συμβάλει στην εφαρμογή μιας διαδικασίας εναρμόνισης στις περιπτώσεις στις οποίες είναι ενδεδειγμένη, για τη διευκόλυνση της εναρμονισμένης εκτέλεσης και εφαρμογής των πράξεων που στηρίζονται στην εν λόγω διάταξη, η θέσπιση μη δεσμευτικών συνοδευτικών μέτρων και μέτρων πλαισίωσης"1. Τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚ (τώρα, μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) μπορούν να λάβουν τη μορφή οδηγιών ή κανονισμών. Για παράδειγμα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου2, ενώ και η Αρχή θα ιδρυθεί βάσει κανονισμού.

 

1 Απόφαση της 2ας Μαΐου 2006, παράγραφος 44.

2ΕΕ L 77, 13.3.2004, σελ. 1

Τροπολογία  5

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 13

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(13) Είναι αναγκαία η εισαγωγή κάποιου αποτελεσματικού μέσου για τη θέσπιση εναρμονισμένων τεχνικών κανόνων στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ώστε να εξασφαλιστούν, μέσω ενιαίου εγχειριδίου, ισότιμοι όροι και επαρκής προστασία των ασφαλισμένων, λοιπών δικαιούχων και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επειδή η Αρχή αποτελεί φορέα με μεγάλη εξειδικευμένη πείρα, είναι συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί,, σε τομείς καθοριζόμενους από το κοινοτικό δίκαιο, η εκπόνηση σχεδίων τεχνικών κανόνων, οι οποίοι δεν αφορούν επιλογές πολιτικής. Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει αυτά τα σχέδια τεχνικών κανόνων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να τους προσδώσει δεσμευτική νομική ισχύ. Τα σχέδια τεχνικών κανόνων πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή και να τροποποιηθούν εάν, για παράδειγμα, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στο κεκτημένο της κοινοτικής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα. Για να εξασφαλίσει ομαλή και ταχεία διαδικασία έγκρισης των κανόνων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό όσον αφορά την εγκριτική της απόφαση.

(13) Είναι αναγκαία η εισαγωγή κάποιου αποτελεσματικού μέσου για τη θέσπιση εναρμονισμένων τεχνικών κανόνων στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ώστε να εξασφαλιστούν, μέσω ενιαίου εγχειριδίου, ισότιμοι όροι και επαρκής προστασία των ασφαλισμένων, λοιπών δικαιούχων και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Επειδή η Αρχή αποτελεί φορέα με μεγάλη εξειδικευμένη πείρα, είναι συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί,, σε τομείς καθοριζόμενους από το δίκαιο της Ένωσης, η εκπόνηση σχεδίων τεχνικών κανόνων, οι οποίοι δεν αφορούν επιλογές πολιτικής. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τους τεχνικούς κανόνες στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Τροπολογία  6

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 14

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14) Η διαδικασία κατάρτισης τεχνικών κανόνων του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής να εγκρίνει με ίδια πρωτοβουλία μέτρα εφαρμογής σε πλαίσιο διαδικασιών επιτροπολογίας στο επίπεδο 2 του μηχανισμού Lamfalussy, όπως ορίζεται στη σχετική κοινοτική νομοθεσία. Τα θέματα που αφορούν οι τεχνικοί κανόνες δεν περιλαμβάνουν αποφάσεις πολιτικής και το περιεχόμενό τους οριοθετείται από τις κοινοτικές πράξεις που εγκρίθηκαν στο επίπεδο 1. Η εκπόνηση των σχεδίων κανόνων από την Αρχή εξασφαλίζει την πλήρη αξιοποίηση της εξειδικευμένης πείρας των εθνικών εποπτικών αρχών.

(14) Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει αυτά τα σχέδια τεχνικών κανόνων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να τους προσδώσει δεσμευτική νομική ισχύ. Θα τροποποιηθούν εάν, για παράδειγμα, δεν είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο, αν δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στο κεκτημένο της ενωσιακής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα. Για να εξασφαλίσει ομαλή και ταχεία διαδικασία έγκρισης των κανόνων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό όσον αφορά την εγκριτική της απόφαση.

Τροπολογία  7

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 15

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(15) Σε τομείς που δεν καλύπτονται από τεχνικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Για την εξασφάλιση διαφάνειας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των εθνικών εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όταν οι εθνικές αρχές δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω οδηγίες και συστάσεις πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν τους σχετικούς λόγους.

(15) Σε τομείς που δεν καλύπτονται από τεχνικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης. Για την εξασφάλιση διαφάνειας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των εθνικών εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όταν οι εθνικές αρχές δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω οδηγίες και συστάσεις πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν τους σχετικούς λόγους δημόσια ώστε να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια ως προς τους συμμετόχους της αγοράς. Στους τομείς που δεν καλύπτονται από τους τεχνικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να καταρτίζει και να θεσπίζει βέλτιστες πρακτικές.

Τροπολογία  8

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(18) Αν η εθνική αρχή δεν συμμορφωθεί με τη σύσταση, η Επιτροπή πρέπει να έχει την εξουσία να απευθύνει απόφαση προς την οικεία εθνική εποπτική αρχή, προκειμένου να εξασφαλίσει συμμόρφωση με το κοινοτικό δίκαιο, δημιουργώντας άμεσα νομικά αποτελέσματα, των οποίων είναι δυνατή η επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αρχών και η επιβολή σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης.

(18) Αν η εθνική αρχή δεν συμμορφωθεί με τη σύσταση μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από την Αρχή, η Αρχή πρέπει να απευθύνει χωρίς καθυστέρηση απόφαση προς την οικεία εθνική εποπτική αρχή, προκειμένου να εξασφαλίσει συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, δημιουργώντας άμεσα νομικά αποτελέσματα, των οποίων είναι δυνατή η επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αρχών και η επιβολή σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης.

Τροπολογία  9

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 20

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(20) Οι σοβαρές απειλές για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Κοινότητα απαιτούν ταχεία και εναρμονισμένη απόκριση σε κοινοτικό επίπεδο. Επομένως, η Αρχή πρέπει να μπορεί να ζητεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Επειδή ο προσδιορισμός μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης συνεπάγεται σημαντικό βαθμό διακριτικής ευχέρειας, την εξουσία αυτή πρέπει να ασκεί η Επιτροπή. Για την εξασφάλιση αποτελεσματικής αντίδρασης στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση παράλειψης των εθνικών εποπτικών αρχών, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι ισχύουν άμεσα για αυτά, με στόχο την άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις αγορές.

(20) Οι σοβαρές απειλές για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση απαιτούν ταχεία και εναρμονισμένη απόκριση σε ενωσιακό επίπεδο. Επομένως, η Αρχή πρέπει να μπορεί να ζητεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου πρέπει να διαπιστώνει πότε υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Για την εξασφάλιση αποτελεσματικής αντίδρασης στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση παράλειψης των εθνικών εποπτικών αρχών, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του ενωσιακού δικαίου οι οποίοι ισχύουν άμεσα για αυτά, με στόχο την άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις αγορές.

Τροπολογία  10

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(21) Προκειμένου να εξασφαλιστούν η αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία και η ισόρροπη εξέταση των θέσεων των εθνικών εποπτικών αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, η Αρχή πρέπει να είναι σε θέση να ρυθμίζει διαφωνίες μεταξύ αυτών των αρμόδιων αρχών με δεσμευτικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των σωμάτων εποπτών. Πρέπει να προβλέπεται ένα στάδιο συμβιβασμού, κατά το οποίο οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία. Η αρμοδιότητα της Αρχής πρέπει να καλύπτει διαφωνίες σχετικά με διαδικαστικές υποχρεώσεις στη διαδικασία συνεργασίας καθώς και σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε εποπτικές αποφάσεις. Πρέπει χρησιμοποιηθούν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί συμβιβασμού που προβλέπονται στην τομεακή νομοθεσία. Σε περίπτωση παράλειψης των οικείων εθνικών εποπτικών αρχών, η Αρχή θα έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι ισχύουν άμεσα γι’ αυτά.

(21) Προκειμένου να εξασφαλιστούν η αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία και η ισόρροπη εξέταση των θέσεων των εθνικών εποπτικών αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, η Αρχή πρέπει να είναι σε θέση να ρυθμίζει διαφωνίες μεταξύ αυτών των αρμόδιων αρχών με δεσμευτικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των σωμάτων εποπτών. Πρέπει να προβλέπεται ένα στάδιο συμβιβασμού, κατά το οποίο οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία. Η αρμοδιότητα της Αρχής πρέπει να καλύπτει διαφωνίες σχετικά με διαδικαστικές υποχρεώσεις στη διαδικασία συνεργασίας καθώς και σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου σε εποπτικές αποφάσεις. Πρέπει χρησιμοποιηθούν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί συμβιβασμού που προβλέπονται στην τομεακή νομοθεσία. Σε περίπτωση παράλειψης των οικείων εθνικών εποπτικών αρχών, η Αρχή θα έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του ενωσιακού δικαίου οι οποίοι ισχύουν άμεσα γι’ αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τις διαφωνίες εντός των σωμάτων εποπτών.

Τροπολογία  11

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21α) Η κρίση έχει αποκαλύψει σημαντικές ελλείψεις στις υπάρχουσες μεθόδους για την εποπτεία των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως των μεγαλύτερων και πολυπλοκότερων, των οποίων η χρεωκοπία μπορεί να προκαλέσει συστημικές βλάβες. Οι ελλείψεις αυτές προέρχονται, αφενός, από τους ποικίλους τομείς δραστηριότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και, αφετέρου, από τα εποπτικά όργανα. Τα ιδρύματα αυτά ενεργούν σε μια αγορά χωρίς σύνορα, ενώ τα εποπτικά όργανα ελέγχουν σε καθημερινή βάση κατά πόσον η περιοχή αρμοδιότητάς τους τελειώνει στα εθνικά σύνορα.

Τροπολογία  12

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21β) Έχει σαφώς αποδειχθεί ότι ο μηχανισμός συνεργασίας που χρησιμοποιήθηκε για να διορθωθεί αυτή η αναντιστοιχία είναι ανεπαρκής. Όπως επισημαίνει η βρετανική έκθεση Turner, που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2009, «οι σημερινές διευθετήσεις, που συνδυάζουν κλαδικά δικαιώματα διαβατηρίου, εποπτεία από τη χώρα καταγωγής και αμιγώς εθνική ασφάλιση καταθέσεων, δεν αποτελούν υγιή βάση για τη μελλοντική ρύθμιση και εποπτεία των ευρωπαϊκών διασυνοριακών τραπεζών λιανικής1».

 

_____________

1 σ. 101.

Τροπολογία  13

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 γ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21γ) Υπάρχουν δύο μόνο δυνατές λύσεις για το ζήτημα αυτό: είτε να δοθούν περισσότερες αρμοδιότητες στις εποπτικές αρχές των χωρών υποδοχής είτε να δημιουργηθεί μια πραγματική εναλλακτική ευρωπαϊκή αρχή. Όπως επισημαίνει επίσης η έκθεση Turner, «υγιέστερες διευθετήσεις απαιτούν είτε αυξημένες εθνικές εξουσίες, πράγμα που συνεπάγεται μια λιγότερο ανοιχτή ενιαία αγορά, είτε μεγαλύτερο βαθμό ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Τροπολογία  14

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 δ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21δ) Η εθνική λύση συνεπάγεται ότι η χώρα υποδοχής θα μπορούσε να αρνηθεί το δικαίωμα λειτουργίας σε τοπικά υποκαταστήματα, να υποχρεώσει τα ξένα ιδρύματα να ενεργούν μόνο μέσω θυγατρικών και όχι μέσω υποκαταστημάτων, καθώς και να επιβλέπει το κεφάλαιο και τη ρευστότητα των τραπεζών που δραστηριοποιούνται στη χώρα αυτή, πράγμα που θα σήμαινε περισσότερο προστατευτισμό.

Τροπολογία  15

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 ε (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21ε) Η ευρωπαϊκή λύση απαιτεί την ενίσχυση των σωμάτων εποπτών κατά την εποπτεία διασυνοριακών ιδρυμάτων και τη βαθμιαία μετατόπιση, προς μια ευρωπαϊκή αρχή, των εξουσιών εποπτείας επί των ιδρυμάτων με ενωσιακή διάσταση. Στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με ενωσιακή διάσταση περιλαμβάνονται όσα λειτουργούν διασυνοριακά καθώς και όσα λειτουργούν εντός εθνικής επικράτειας, υπό την προϋπόθεση ότι η χρεωκοπία τους θα μπορούσε να απειλήσει τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Τροπολογία  16

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21 στ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21στ) Τα σώματα εποπτών πρέπει να έχουν την εξουσία να ορίζουν εποπτικούς κανόνες με στόχο τη συνεκτική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Η Αρχή πρέπει να έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών, με στόχο την ομοιόμορφη λειτουργία της διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών στα σώματα και την ενίσχυση της σύγκλισης και της συνέπειας στα σώματα όσον αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Η Αρχή πρέπει να ενεργεί ως επικεφαλής κατά την εποπτεία διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Αρχή πρέπει επίσης να έχει ρόλο δεσμευτικής μεσολάβησης για την επίλυση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτών.

Τροπολογία  17

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 21ζ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(21ζ) Τα σώματα εποπτών πρέπει να παίζουν σημαντικό ρόλο στην αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δεν έχουν ενωσιακή διάσταση, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις οι διαφορές μεταξύ εθνικών κανόνων και πρακτικών εξακολουθούν να υφίστανται. Η σύγκλιση των βασικών χρηματοπιστωτικών ρυθμίσεων είναι ανώφελη αν οι εποπτικές πρακτικές παραμένουν κατακερματισμένες. Όπως επισημαίνει η έκθεση de Larosière, «οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και το ρυθμιστικό αρμπιτράζ που προκύπτουν από τις αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές πρέπει να αποφεύγονται, επειδή μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα – μεταξύ άλλων ενθαρρύνοντας μια μετατόπιση χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας προς τις χώρες με χαλαρή εποπτεία. Το εποπτικό σύστημα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δίκαιο και ισορροπημένο».

Τροπολογία  18

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 22 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(22α) Η προληπτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με ενωσιακή διάσταση πρέπει να ανατεθεί στην Αρχή. Οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να ενεργούν ως εντολοδόχοι της Αρχής και να δεσμεύονται από τις εντολές της Αρχής όταν εποπτεύουν διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με ενωσιακή διάσταση.

Τροπολογία  19

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 22 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(22β) Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με ενωσιακή διάσταση πρέπει να προσδιορίζονται λαμβανομένων υπόψη των διεθνών κανόνων.

Τροπολογία  20

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 23

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(23)     Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια εθνική εποπτική αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση κάποιας άλλης εθνικής εποπτικής αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Η συναφής κοινοτική νομοθεσία μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες.

(23) Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια εθνική εποπτική αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση της Αρχής ή στη θέση κάποιας άλλης εθνικής εποπτικής αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Η συναφής νομοθεσία της ΕΕ μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει και να παρακολουθεί τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες. Πρέπει να εντοπίζει και να προωθεί βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την ανάθεση και τις συμφωνίες ανάθεσης.

Τροπολογία  21

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 25

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(25) Οι ομότιμες αξιολογήσεις αποτελούν αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών. Η Αρχή πρέπει επομένως να αναπτύξει το μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις και να τις διεξάγει τακτικά. Οι αξιολογήσεις πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας καθώς επίσης στην ανεξαρτησία των εθνικών εποπτικών αρχών.

(25) Οι ομότιμες αξιολογήσεις αποτελούν αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών. Η Αρχή πρέπει επομένως να αναπτύξει το μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις και να τις διεξάγει τακτικά. Οι αξιολογήσεις πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας καθώς επίσης στην ανεξαρτησία των εθνικών εποπτικών αρχών. Το αποτέλεσμα των ομότιμων αξιολογήσεων πρέπει να δημοσιοποιείται και οι βέλτιστες πρακτικές πρέπει να εντοπίζονται και να δημοσιοποιούνται.

Τροπολογία  22

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 28

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(28) Με δεδομένα την παγκοσμιοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την αυξημένη σημασία των διεθνών κανόνων, η Αρχή πρέπει να ενισχύσει το διάλογο και τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές εκτός της Κοινότητας. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη της πλήρως τους υφιστάμενους ρόλους και αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις σχέσεις τους με αρχές εκτός της Κοινότητας καθώς και σε διεθνή φόρα.

(28) Με δεδομένα την παγκοσμιοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την αυξημένη σημασία των διεθνών κανόνων, η Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί την Ένωση και να ενισχύσει το διάλογο και τη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές εκτός της Ένωσης.

Τροπολογία  23

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 32

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(32) Στις περιπτώσεις που είναι σκόπιμο η Αρχή πρέπει να διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη για τεχνικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για τα προτεινόμενα μέτρα. Για λόγους αποδοτικότητας, πρέπει να συσταθεί ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης, η οποία θα εκπροσωπεί στη σωστή αναλογία τις ασφαλιστικές, και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα ταμεία επαγγελματικής συνταξιοδότησης της Κοινότητας (συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, θεσμικών επενδυτών και λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών που χρησιμοποιούν και οι ίδιοι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες), τους υπαλλήλους τους, και τους καταναλωτές και τους χρήστες των λιανικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών κα υπηρεσιών επαγγελματικής συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης πρέπει να εργάζεται δραστήρια ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

(32) Η Αρχή πρέπει να διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη για τεχνικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για τα προτεινόμενα μέτρα. Πριν από την έγκριση τέτοιων σχεδίων τεχνικών κανόνων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, η Αρχή πρέπει να διεξάγει αξιολόγηση αντικτύπου. Για λόγους αποδοτικότητας, πρέπει να συσταθεί ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης, η οποία θα εκπροσωπεί στη σωστή αναλογία τις ασφαλιστικές, και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα ταμεία επαγγελματικής συνταξιοδότησης της Ένωσης (συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, θεσμικών επενδυτών και λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών που χρησιμοποιούν και οι ίδιοι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες), τους υπαλλήλους τους, τους πανεπιστημιακούς κύκλους και τους καταναλωτές και τους χρήστες των λιανικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών κα υπηρεσιών επαγγελματικής συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και ταμείων επαγγελματικής συνταξιοδότησης πρέπει να εργάζεται δραστήρια ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή σύμφωνα με την νομοθεσία της ΕΕ.

Τροπολογία  24

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 33α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(33α) Με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών σε καταστάσεις κρίσεων, είναι προφανές ότι, εάν ένα κράτος μέλος επιλέξει να επικαλεσθεί αυτή τη διασφάλιση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να ενημερώνεται συγχρόνως με την Αρχή, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Επιπλέον, το κράτος μέλος πρέπει να εξηγήσει τους λόγους που το ώθησαν να επικαλεσθεί τη διασφάλιση. Η Αρχή πρέπει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, να καθορίζει τις περαιτέρω ενέργειες.

Τροπολογία  25

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 37

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(37)     Την Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί ο πρόεδρος, πλήρους απασχόλησης, τον οποίο επιλέγει το συμβούλιο εποπτών με ανοιχτό διαγωνισμό. Η διοίκηση της Αρχής πρέπει να ανατεθεί σε εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος πρέπει να έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(37) Την Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί ο πρόεδρος πλήρους απασχόλησης τον οποίο επιλέγει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά από ανοιχτό διαγωνισμό υπό τη διαχείριση της Επιτροπής και την επακόλουθη κατάρτιση καταλόγου τελικής επιλογής από την Επιτροπή. Η διοίκηση της Αρχής πρέπει να ανατεθεί σε εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος πρέπει να έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Τροπολογία  26

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική σκέψη 38