Διαδικασία : 2010/2008(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0187/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0187/2010

Συζήτηση :

PV 14/06/2010 - 25
CRE 14/06/2010 - 25

Ψηφοφορία :

PV 15/06/2010 - 7.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0206

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 205kWORD 195k
7.6.2010
PE 438.493v02-00 A7-0187/2010

σχετικά με αγορές παραγώγων προϊόντων - μελλοντικές δράσεις πολιτικής

(2010/2008(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Werner Langen

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ανάπτυξης
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με αγορές παραγώγων προϊόντων : μελλοντικές δράσεις πολιτικής

(2010/2008(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τις ανακοινώσεις της Επιτροπής «Διασφάλιση αποδοτικών, ασφαλών και υγιών αγορών παραγώγων προϊόντων: Mελλοντικές δράσεις πολιτικής» (COM(2009)0563 και COM(2009)0332),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία» (COM(2009)0252),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με την κοινοτική μακροπροληπτική εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (COM(2009)0499),

–   έχοντας υπόψη τις προτάσεις της Επιτροπής για τροποποίηση των οδηγιών σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση και τη σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (COM(2009)0211),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του τής 23ης Σεπτεμβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity) (1),

–   έχοντας υπόψη τις αποφάσεις της G20 στο Πίτσμπουργκ στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου 2009, όπου δηλώθηκε ότι «όλες οι τυποποιημένες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε χρηματιστήρια ή σε τόπους ηλεκτρονικής διαπραγμάτευσης», και την τρέχουσα εξέλιξη των εθνικών νομοθεσιών περί παραγώγων προϊόντων σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Ασία,

–   έχοντας υπόψη το έργο του φόρουμ των ρυθμιστικών φορέων των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τη θέσπιση παγκοσμίως συνεπών προτύπων αναφοράς δεδομένων για τα κεντρικά μητρώα δεδομένων,

–   έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (CESR) και της Ευρωπαϊκής Ομάδας Ρυθμιστικών Αρχών για την Ηλεκτρική Ενέργεια και το Φυσικό Αέριο (ERGEG) προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια (αριθ. αναφ.: CESR/08-739, E08-FIS-07-04),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A7‑0187/2010),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι παρά το γεγονός ότι τα μέσα παραγώγων προϊόντων μπορούν να διαδραματίσουν χρήσιμο ρόλο επιτρέποντας τη δυνατότητα μεταφοράς των χρηματοπιστωτικών κινδύνων εντός μιας οικονομίας, διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τον τύπο προϊόντος και την κατηγορία του υποκείμενου στοιχείου ενεργητικού όσον αφορά τους κινδύνους, τις λειτουργικές ρυθμίσεις και τους συμμετέχοντες στην αγορά και ότι η έλλειψη διαφάνειας και ρύθμισης στην αγορά παραγώγων προϊόντων διαδραμάτισε ρόλο όξυνσης στις χρηματοπιστωτικές κρίσεις,

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο μέλλον επίσης οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να διαχειρίζονται ιδία ευθύνη τους κινδύνους που σχετίζονται με τις επιχειρήσεις τους, και με εύλογο κόστος, και λαμβάνοντας υπόψη, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων των ΜΜΕ, τον κίνδυνο που πρέπει να αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις στα διμερή παράγωγα προϊόντα,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο όγκος των συναλλαγών σε παράγωγα προϊόντα παγκοσμίως έχει πολλαπλασιασθεί την τελευταία δεκαετία με αποτέλεσμα τη σημαντική πρόοδο ως προς την αποσύνδεση των οικονομικών δραστηριοτήτων και των προϊόντων χρηματοπιστωτικών αγορών,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να εδραιωθεί μια βάση διεθνούς συνεργασίας όσον αφορά τη διαχείριση των παραγώγων προϊόντων που υπόκεινται σε διεθνή διαπραγμάτευση, προκειμένου να επιτευχθούν διεθνή πρότυπα και ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ως ελάχιστη προϋπόθεση,

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πλασματικά ποσά όλων των τύπων εξωχρηματιστηριακών συμβάσεων στα τέλη Ιουνίου 2009 ανέρχονταν σε 605 τρισεκατομμύρια δολάρια, η ακαθάριστη αγοραία αξία, που αποτελεί μέτρο του κινδύνου της αγοράς, σε 25 τρισεκατομμύρια δολάρια και το ακαθάριστο πιστωτικό άνοιγμα, που λαμβάνει υπόψη τη διμερή συμφωνία συμψηφισμού, σε 3,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, και λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει υπέρμετρη μόχλευση, τραπεζικό σύστημα με ανεπάρκεια κεφαλαίου και απώλειες που προκύπτουν από στοιχεία ενεργητικού δομημένης χρηματοδότησης, τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα προϊόντα συνέβαλαν στην αλληλεξάρτηση μεγάλων συμμετεχόντων στην αγορά, ακόμα και όταν αποτελούν ρυθμιζόμενες οντότητες,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η τεράστια αύξηση του όγκου των συναλλαγών κατά τα προηγούμενα έτη οδήγησε σε ενίσχυση της ανάληψης κινδύνων χωρίς πραγματικές επενδύσεις στο υποκείμενο χρηματοπιστωτικό μέσο και, ως εκ τούτου, σε σημαντική μόχλευση,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα καθίστανται ολοένα και πιο σύνθετα και οι αντίστοιχοι πιστωτικοί κίνδυνοι δεν έχουν πάντοτε αξιολογηθεί και κοστολογηθεί σωστά, και ότι υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες στον τρόπο οργάνωσης των αγορών παραγώγων προϊόντων και έλλειψη διαφάνειας έτσι ώστε να χρήζουν περαιτέρω τυποποίησης των νομικών προϋποθέσεων και των οικονομικών χαρακτηριστικών των μέσων,

H. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ρύθμιση του συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου (ΣΚΑ) πρέπει να διασφαλίζει τη χωρίς διακρίσεις πρόσβαση από τις αγορές διαπραγμάτευσης προκειμένου να διασφαλισθεί η δίκαιη και αποδοτική λειτουργία των αγορών,

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στις εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές η ταυτότητα των εμπλεκομένων παραγόντων/μερών και το μέγεθος της έκθεσής τους δεν διευκρινίζονται,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές αγορές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων, και ιδίως η αγορά συμβάσεων αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας (CDS), υπόκεινται σε πολύ υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης με πολύ λίγες μεγάλες εταιρείες να κυριαρχούν στην αγορά,

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρόσφατα γεγονότα που αφορούσαν κρατικές συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από κερδοσκόπους των χρηματαπιστωτικών αγορών οδήγησαν σε αδικαιολόγητα υψηλά επίπεδα αρκετών εθνικών spreads, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω γεγονότα και πρακτικές τόνισαν την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια της αγοράς και ενισχυμένη ευρωπαϊκή κανονιστική ρύθμιση όσον αφορά τη διαπραγμάτευση συμβάσεων αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας, ιδίως εκείνων που συνδέονται με εθνικά χρέη,

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, προκειμένου τα μητρώα δεδομένων να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της διαφάνειας των εποπτικών αρχών στις αγορές παραγώγων προϊόντων, οι εποπτικές αρχές πρέπει να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα των μητρώων και τα μητρώα δεδομένων πρέπει να ενοποιούν, να θέτουν και να διαπραγματεύονται δεδομένα σε παγκόσμια βάση ανά κατηγορία στοιχείων ενεργητικού,

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι επικροτεί την αλλαγή στάσης της Επιτροπής που προχώρησε σε αυστηρότερη ρύθμιση των αγορών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων, εγκαταλείποντας την κυριαρχούσα άποψη ότι τα παράγωγα δεν χρήζουν περαιτέρω κανονιστικής ρύθμισης, κυρίως διότι χρησιμοποιούνται από επαγγελματίες και ειδικούς και συνεπώς ζητεί μελλοντική νομοθεσία που θα εξασφαλίζει όχι μόνο διαφάνεια στις αγορές παραγώγων προϊόντων αλλά και υγιή κανονιστική ρύθμιση,

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρώπη πρέπει να θεσπίσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική εξασφάλισης για τις αγορές παραγώγων προϊόντων που πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των τελικών χρηστών των επιχειρήσεων σε αντίθεση προς τους μεγάλους συμμετέχοντες στην αγορά και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα,

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος των παραγώγων προϊόντων που χρησιμοποιούν μη χρηματοπιστωτικοί τελικοί χρήστες ενέχουν περιορισμένους συστημικούς κινδύνους που αναλαμβάνονται χωριστά, και κατά το μεγαλύτερο μέρος εξυπηρετούν απλώς την αντιστάθμιση πραγματικών συναλλαγών, και ότι τα μη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι εταιρείες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID) (εταιρείες μη-MiFID), όπως π.χ. οι αεροπορικές εταιρείες, οι αυτοκινητοβιομήχανοι και οι έμποροι, που ούτε έχουν δημιουργήσει συστημικό κίνδυνο για τις χρηματοπιστωτικές αγορές ούτε έχουν υποστεί άμεση ζημία από τη χρηματοπιστωτική κρίση,

ΙΣΤ.λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανθεκτικές αγορές παραγώγων προϊόντων απαιτούν μια ολοκληρωμένη πολιτική εξασφάλισης που θα περιλαμβάνει ρυθμίσεις συμψηφισμού τόσο σε κεντρικό όσο και σε διμερές επίπεδο,

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι μη χρηματοπιστωτικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μέσα παραγώγων προϊόντων αποκλειστικά κατά την αντιστάθμιση των κινδύνων τους όταν ασκούν το κύριο έργο τους, θα πρέπει να εξαιρούνται από συμψηφισμό και παροχή εγγυήσεων όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι ο βαθμός στον οποίο χρησιμοποιούνται ορισμένα παράγωγα προϊόντα δεν δημιουργεί συστημικό κίνδυνο (με την επιφύλαξη της απαίτησης ότι η Επιτροπή θα ελέγχει τακτικά αυτή την εξαίρεση) και ότι ο όγκος και η φύση των συναλλαγών είναι αναλόγου και κατάλληλου χαρακτήρα σε σχέση με τους πραγματικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι τελικοί χρήστες· λαμβάνοντας υπόψη ότι και στον τομέα των εξατομικευμένων συμβάσεων πρέπει να διασφαλισθούν ελάχιστα πρότυπα ασφαλείας, που αφορούν ιδίως την παροχή εγγυήσεων σε σχέση με τα παράγωγα προϊόντα και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις,

ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα προϊόντα χρειάζονται ανάλογη κανονιστική ρύθμιση όταν χρησιμοποιούνται από μη χρηματοπιστωτικούς τελικούς χρήστες αλλά ότι, ως ελάχιστη προϋπόθεση, τα αναγκαία λεπτομερή δεδομένα συναλλαγών πρέπει να δίδονται στα μητρώα δεδομένων,

ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας, που συνιστούν προϊόντα χρηματοπιστωτικής ασφάλισης, υπόκεινται επί του παρόντος σε διαπραγματεύσεις χωρίς την ύπαρξη δέουσας κανονιστικής ρύθμισης,

Κ. λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (CESR) και της Ευρωπαϊκής Ομάδας Ρυθμιστικών Αρχών για την Ηλεκτρική Ενέργεια και το Φυσικό Αέριο (ERGEG) προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια (αρ. αναφ.: CESR/08-739, E08-FIS-07-04), που συνιστά τη δημιουργία ειδικά προσαρμοσμένου πλαισίου ακεραιότητας και διαφάνειας της αγοράς για τις αγορές ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου,

ΚΑ.λαμβάνοντας υπόψη ότι η στενή, παγκόσμια συνεργασία με τις χώρες της G20 και τις αρχές των ΗΠΑ που προβλέπεται σε όλα τα ανακοινωθέντα μέτρα θα τεθεί σε εφαρμογή, με σκοπό την αποφυγή πιθανού ρυθμιστικού αρμπιτράζ μεταξύ των χωρών όπου είναι δυνατόν και την προώθηση της ανταλλαγής πληροφοριών,

ΚΒ.λαμβάνοντας υπόψη ότι ο συστημικός κίνδυνος που σχετίζεται με οργανισμούς συμψηφισμού απαιτεί σθεναρά ρυθμιστικά και εποπτικά πρότυπα καθώς και απρόσκοπτη πραγματικού χρόνου πρόσβαση των ρυθμιστικών αρχών σε πληροφορίες που αφορούν συναλλαγές,

ΚΓ.λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη οι τιμές των παραγώγων προϊόντων να αντιστοιχούν ανάλογα στον κίνδυνο και ότι το κόστος της υποδομής των αγορών στο μέλλον θα πρέπει να βαρύνει τους συμμετέχοντες στην αγορά,

ΚΔ.λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες δραματικές αυξήσεις των συντελεστών απόδοσης των εθνικών ομολόγων ορισμένων χωρών της ευρωζώνης σε ανεξέλεγκτα επίπεδα έχει αποκαλύψει τα προβληματικά οικονομικά κίνητρα των συμβάσεων CDS που βασίζονται στο εθνικό χρέος και κατάδειξε την ανάγκη ενίσχυσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της διαφάνειας των αγορών απαιτώντας πλήρη ενημέρωση των ρυθμιστικών και εποπτικών αρχών και απαγόρευση κερδοσκοπικών CDS επί του εθνικού χρέους,

ΚΕ.λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι συναλλαγές σε παράγωγα προϊόντα που έχουν εκδοθεί σε ένα νόμισμα της ΕΕ, συνδεόμενα με μια υποκείμενη οντότητα της ΕΕ και στα οποία συμμετέχει ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της ΕΕ, θα πρέπει να υπόκεινται σε συμψηφισμό, εφόσον είναι αποδεκτά, και να υποβάλλουν αναφορές στους οργανισμούς συμψηφισμού και στα μητρώα δεδομένων που έχουν έδρα, έχουν λάβει άδεια και υπόκεινται σε εποπτεία στην ΕΕ και που καλύπτονται από ευρωπαϊκούς νόμους και προστασία των δεδομένων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσεχής νέα κανονιστική ρύθμιση θα πρέπει να θέτει σαφή κριτήρια για την αξιολόγηση της ισοτιμίας των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου και μητρώων δεδομένων που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες για συναλλαγές για τις οποίες δεν έχει γίνει συμψηφισμός ή δεν έχει υποβληθεί αναφορά στην ΕΕ,

1.  χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να θεσπίσει ένα καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα παράγωγα προϊόντα, κυρίως δε τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα προϊόντα, προκειμένου να μειωθούν οι επιπτώσεις των κινδύνων στις αγορές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων για τη σταθερότητα του συνόλου των χρηματαγορών, και υποστηρίζει τις εκκλήσεις για νομική τυποποίηση συμβάσεων παραγώγων προϊόντων (μεταξύ άλλων μέσω ρυθμιστικών κινήτρων στην οδηγία περί κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τους επιχειρησιακούς κινδύνους), τη χρήση μητρώων συναλλαγών και κεντρικής αποθήκευσης δεδομένων, τη χρήση και ενίσχυση των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τη χρήση οργανωμένων χώρων διαπραγμάτευσης·

2.  επικροτεί το πρόσφατο έργο του φόρουμ των ρυθμιστικών φορέων των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων (ORF) ως απάντηση στην έκκληση της G20 για περαιτέρω ανάληψη δράσης με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας και της ισχύος των αγορών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων·

3.  ζητεί περισσότερη διαφάνεια κατά τις συναλλαγές πριν από τη διαπραγμάτευση για όλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται εκτενώς στους οργανωμένους χώρους διαπραγμάτευσης καθώς και αυξημένη διαφάνεια μετά τη διαπραγμάτευση μέσω υποβολής αναφορών για όλες τις συναλλαγές στα μητρώα δεδομένων, προς όφελος τόσο των ρυθμιστικών αρχών όσο και των επενδυτών·

4.  υποστηρίζει την απαίτηση υποχρεωτικής θέσπισης συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για όλα τα παράγωγα προϊόντα που μπορούν να συμψηφισθούν για την εξασφάλιση καλύτερης εκτίμησης του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου και υποστηρίζει το στόχο ότι θα πρέπει όσο το δυνατόν περισσότερα αποδεκτά για συμψηφισμό παράγωγα προϊόντα να συναλλάσσονται στις οργανωμένες αγορές· ζητεί να παρασχεθούν κίνητρα που θα ενθαρρύνουν τις διαπραγματεύσεις παραγώγων προϊόντων που μπορούν να συμψηφισθούν σε χώρους διαπραγμάτευσης που υπόκεινται σε ρύθμιση μέσω της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή σε ρυθμιζόμενες αγορές και πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης· σημειώνει ότι ένα κριτήριο για δυνατότητα συμψηφισμού πρέπει να είναι η ρευστότητα·

5.  εμμένει στο ότι, μελλοντικά, οι τιμές των παραγώγων προϊόντων πρέπει να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τον κίνδυνο και το κόστος της υποδομής των αγορών στο μέλλον να βαρύνει τους συμμετέχοντες στην αγορά και όχι τους φορολογούμενους·

6.  θεωρεί ότι, προκειμένου να υπάρξει κάλυψη έναντι ειδικών κινδύνων, είναι αναγκαία η ύπαρξη μεμονωμένα διαπραγματεύσιμων παραγώγων προϊόντων, και συνεπώς αντιτίθεται στην αναγκαστική τυποποίηση όλων των παραγώγων προϊόντων·

7.  καλεί τη Επιτροπή να χρησιμοποιήσει διαφοροποιημένη προσέγγιση έναντι των πολλών διαθέσιμων τύπων παραγώγων προϊόντων, λαμβάνοντας υπόψη τους διάφορους βαθμούς επικινδυνότητας, την έκταση της χρήσης των παραγώγων προϊόντων για σκοπούς νόμιμης κάλυψης και τον ρόλο τους στη χρηματοπιστωτική κρίση·

8.  σημειώνει ότι κατά τη διαμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ παραγώγων προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως εργαλείο διαχείρισης κινδύνων για την αντιμετώπιση ενός πραγματικού υποκείμενου κινδύνου στον οποίο εκτίθεται ο χρήστης και παραγώγων προϊόντων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για κερδοσκοπία και πιστεύει ότι η δημιουργία αυτής της διάκρισης παρεμποδίζεται από έλλειψη πληροφοριών και ειδικών στοιχείων όσον αφορά συναλλαγές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων·

9.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τρόπους μείωσης σε σημαντικό βαθμό του συνολικού όγκου των παραγώγων προϊόντων, ώστε να είναι ανάλογος προς τους υποκείμενους τίτλους αξιών, προκειμένου να αποφευχθούν στρεβλώσεις των ενδεικτικών τιμών, να μειωθεί ο κίνδυνος για την ακεραιότητα της αγοράς και να περιορισθεί ο συστημικός κίνδυνος·

10. θεωρεί σημαντικό να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στα εταιρικά παράγωγα προϊόντα, αντισυμβαλλόμενο μέρος στα οποία είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση αυτών των συμβάσεων όχι με τη μορφή εταιρικού κινδύνου αλλά ως μέσου των χρηματοπιστωτικών αγορών·

11. ζητεί την ενίσχυση της διαχείρισης κινδύνων και της διαφάνειας ως των καταλλήλων εργαλείων για μεγαλύτερη ασφάλεια στις χρηματοπιστωτικές αγορές, χωρίς να αγνοείται η ατομική ευθύνη κατά την ανάληψη κινδύνου·

12. σημειώνει ότι, για την κάλυψη από κινδύνους προς μεμονωμένες επιχειρήσεις, είναι αναγκαία εξατομικευμένα παράγωγα προϊόντα που μπορούν να λειτουργήσουν ως αποδοτικά και προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένες απαιτήσεις μέσα διαχείρισης κινδύνων·

13. καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει τα πρότυπα διμερούς διαχείρισης κινδύνων στο πλαίσιο της επικείμενης νομοθεσίας σχετικά με τον κεντρικό συμψηφισμό·

14. είναι της γνώμης ότι ο πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου μπορεί να μειωθεί με τον συμψηφισμό και την προσαρμογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων καθώς και με άλλα ρυθμιστικά εργαλεία· υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής για αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην περίπτωση διμερών συμβάσεων παραγώγων προϊόντων, εφόσον δεν μπορεί να γίνει χρήση συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, με βάση προσέγγιση ανάλογη με τον κίνδυνο, και λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες εκκαθαρίσεων, πρόσθετων ασφαλειών, αρχικών περιθωρίων, καθημερινών διευθετήσεων χαρτοφυλακίου, καθημερινών περιθωρίων κάλυψης, αυτοματοποιημένων παράλληλων κινήσεων και λοιπών διμερών τεχνικών διαχείρισης κινδύνων αντισυμβαλλομένου στη μείωση κινδύνων αντισυμβαλλομένου·

15. ζητεί τα παράγωγα προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ΔΠΧΑ 39 και, ως εκ τούτου, δεν τους έχει ανατεθεί από ελεγκτή να υπάγονται σε κεντρικό συμψηφισμό από οργανισμό συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου εφόσον υπερβαίνουν μία από τις οριακές τιμές που έχουν θεσπισθεί από την Επιτροπή· ζητεί επιπλέον να ελέγχεται, για τον καλύτερο καθορισμό, κατά πόσον ένα μη χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να συνεχίσει να συνάπτει διμερείς συμβάσεις μέσω υποβολής ανεξάρτητου ελέγχου συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων από ελεγκτή·

16. καλεί την Επιτροπή να αναθέσει τις αρμοδιότητες έγκρισης των ευρωπαϊκών οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και θεωρεί χρήσιμο να εποπτεύονται από αυτή την ίδια Αρχή, διότι, μεταξύ άλλων, θα υπάρξει συγκέντρωση εποπτικής εμπειρογνωσίας σε ένα φορέα και διότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με τους οργανισμούς συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα είναι διασυνοριακοί·

17. θεωρεί ότι η πρόσβαση των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλόμενου στα χρήματα των κεντρικών τραπεζών συμβάλλει αποτελεσματικά στην ασφάλεια και στην ακεραιότητα του συμψηφισμού·

18. εμμένει στο ότι οι οργανισμοί συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν πρέπει να είναι οργανωμένοι εξ' ολοκλήρου από χρήστες και ότι τα συστήματά τους διαχείρισης κινδύνων δεν πρέπει να βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, καθώς και ότι πρέπει να προβλέπονται ρυθμίσεις για έξοδα συμψηφισμού· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει αυτές τις ανησυχίες στο πλαίσιο της νομοθετικής πρότασής της και να θέσει κανόνες διακυβέρνησης και ιδιοκτησίας για τους οργανισμούς συμψηφισμού, όσον αφορά μεταξύ άλλων την ανεξαρτησία των διευθυντών, την ιδιότητα μέλους και τη στενή εποπτεία των ρυθμιστικών αρχών·

19. σημειώνει ότι τα κοινά τεχνικά πρότυπα που σχετίζονται με ζητήματα όπως ο υπολογισμός των περιθωρίων και τα πρωτόκολλα ανταλλαγής πληροφοριών θα διαμορφώσουν σημαντικό τμήμα της διασφάλισης της δίκαιης και χωρίς διακρίσεις πρόσβασης των εξουσιοδοτημένων αγορών διαπραγμάτευσης στους οργανισμούς συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου· σημειώνει περαιτέρω ότι η Επιτροπή πρέπει να δώσει μεγάλη προσοχή στην πιθανή ανάπτυξη τεχνολογικών διαφορών, πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις και φραγμών στη ροή των εργασιών που είναι επιζήμιοι για τον ανταγωνισμό·

20. ζητεί οι επιχειρηματικές δραστηριότητες και οι κανόνες πρόσβασης που διέπουν τους οργανισμούς συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου να διασφαλίζουν τη χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των αγορών διαπραγμάτευσης· μεταξύ των ζητημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης περιλαμβάνονται οι πρακτικές τιμολόγησης που εισάγουν διακρίσεις·

21. υποστηρίζει τη θέσπιση μητρώων για όλες τις θέσεις που αφορούν παράγωγα προϊόντα, που θα διαχωρίζονται δεόντως ανά κατηγορία στοιχείου ενεργητικού και θα τεθούν στον ρυθμιστικό έλεγχο και την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ· ζητεί τη θέσπιση δεσμευτικών διαδικαστικών κανόνων για την πρόληψη στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και για την εξασφάλιση όμοιας ερμηνείας στα κράτη μέλη και, επιπλέον, προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να έχει ύψιστη αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων σε διαφορές· ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές θα έχουν πραγματικού χρόνου πρόσβαση σε αναλυτικά δεδομένα σε μητρώα που αφορούν συμμετέχοντες στην αγορά βάσει της δικαιοδοσίας τους και σε δεδομένα που αφορούν πιθανό συστημικό κίνδυνο που ενδέχεται να αναπτυχθεί στη δικαιοδοσία τους, καθώς και πρόσβαση σε συνολικά δεδομένα από όλα τα μητρώα περιλαμβανομένων εκείνων που τηρούνται σε μητρώα τρίτων χωρών· σημειώνει ότι η υπηρεσία που παρέχεται από μητρώα θα πρέπει να τιμολογείται με διαφανή τρόπο, υπό το πρίσμα της χρησιμότητάς τους·

22. καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει πρότυπα υποβολής αναφορών για όλα τα παράγωγα προϊόντα με συνέπεια προς τα πρότυπα που καταρτίζονται σε διεθνές επίπεδο και να διασφαλίσει ότι θα προωθηθούν στα κεντρικά μητρώα συναλλαγών, στους οργανισμούς συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου, στα χρηματιστήρια και στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ότι τα δεδομένα θα είναι διαθέσιμα για την ΕΑΚΑΑ και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, καθώς και για το ΕΣΣΚ όταν απαιτείται·

23. καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει μέτρα ώστε οι ρυθμιστικές αρχές να είναι σε θέση να επιβάλουν όρια θέσης, για την αντιμετώπιση δυσανάλογων διακυμάνσεων τιμών και κερδοσκοπικών φουσκών·

24. ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ιδίως ότι η αποτίμηση όλων των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων θα γίνεται με ανεξάρτητο και διαφανή τρόπο, αποφεύγοντας συγκρούσεις συμφερόντων·

25. θεωρεί απαραίτητη την επιμελή αποσαφήνιση όλων των τεχνικών λεπτομερειών, σε στενή συνεργασία με εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ιδίως όσον αφορά τα πρότυπα και τη διαφορά μεταξύ των χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών προϊόντων και επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει ήδη αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα· καλεί την Επιτροπή να συνεργαστεί εγκαίρως με το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο·

26. στηρίζει το σχέδιο της Επιτροπής να θεσπίσει οργανισμούς συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου βάσει συμφωνηθέντων ευρωπαϊκών προτύπων που θα εποπτεύονται από την ΕΑΚΑΑ και ζητεί οι κύριοι συμμετέχοντες της αγοράς να μην έχουν ελεγκτική επιρροή στη διακυβέρνηση και στη διαχείριση κινδύνων των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αλλά να περιλαμβάνονται στο συμβούλιο διαχείρισης κινδύνων· είναι της άποψης ότι θα πρέπει επιπροσθέτως να προταθούν μηχανισμοί που θα συμβάλουν με χρήσιμο τρόπο στη διαδικασία διαχείρισης κινδύνων·

27. επιμένει σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης ρυθμιστικών προτύπων προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι οργανισμοί συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα παραμείνουν ανθεκτικοί έναντι μίας ευρύτερης ομάδας κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρρευσης πολλών συμμετεχόντων, των ξαφνικών πωλήσεων χρηματοπιστωτικών πόρων και της ταχείας μείωσης όσον αφορά τη ρευστότητα της αγοράς·

28. πιστεύει ότι ο ορισμός των κατηγοριών των παραγώγων προϊόντων, η δημιουργία οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου, το καθεστώς διαφάνειας, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις, η ίδρυση ανεξάρτητων αγορών διαπραγμάτευσης καθώς και η χρήση των υπαρχόντων χρηματιστηρίων, η παρέκκλιση για τις ΜΜΕ και όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες πρέπει να αποφασισθούν με στενή συνεργασία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, των διεθνών ιδρυμάτων και της μελλοντικής ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής ΕΑΚΑΑ·

29. ζητεί, ως εκ τούτου, σαφείς κανόνες συμπεριφοράς και αναγκαία υποχρεωτικά πρότυπα για την ανάπτυξη (συμμετοχή των χρηστών), τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου· υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να προτείνει κανονισμό για τη ρύθμιση των οργανισμών συμψηφισμού·

30. στηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να προβλεφθούν παρεκκλίσεις και χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις για διμερή παράγωγα προϊόντα ΜΜΕ, όταν ο υποκείμενος κίνδυνος αντιμετωπίζεται, τα παράγωγα προϊόντα δεν είναι σημαντικά στον ισολογισμό της ΜΜΕ και η απορρέουσα θέση δεν δημιουργεί συστημικούς κινδύνους·

31. ζητεί κατά κύριο λόγο οι συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας να υπόκεινται σε ανεξάρτητο συμψηφισμό κεντρικού αντισυμβαλλομένου και όσο το δυνατόν περισσότερα παράγωγα προϊόντα να διευθετούνται κεντρικά από οργανισμούς συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου· πιστεύει ότι επιμέρους είδη παραγώγων προϊόντων με σωρευτικούς κινδύνους θα πρέπει, εάν είναι αναγκαίο, να επιτρέπονται μόνο με προϋποθέσεις ή ακόμη, κατά περίπτωση, να απαγορεύονται· είναι της άποψης ότι, ειδικότερα, πρέπει να απαιτείται η ύπαρξη επαρκούς κεφαλαίου και αποθεμάτων για την κάλυψη των συμβάσεων αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας, σε περίπτωση πιστωτικού γεγονότος·

32. καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει επειγόντως και ενδελεχώς τα επίπεδα συγκέντρωσης στις αγορές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προϊόντων, και, ιδίως στις συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος χειραγώγησης της αγοράς ή σύγκρουσης συμφερόντων·

33. καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει κατάλληλες νομοθετικές προτάσεις για τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που περιλαμβάνουν ακάλυπτη πώληση παραγώγων προϊόντων, με σκοπό να διασφαλισθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η διαφάνεια των τιμών· είναι της άποψης ότι, μέχρι τότε, οι συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας (CDS) πρέπει να υπόκεινται σε επεξεργασία από ευρωπαϊκό οργανισμό συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου προκειμένου να μετριασθούν οι κίνδυνοι αντισυμβαλλομένου, να αυξηθεί η διαφάνεια και να μειωθεί ο συνολικός κίνδυνος·

34. απαιτεί η προστασία των συμβάσεων αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας να είναι πληρωτέα μόνο με την εμφάνιση και απόδειξη υποκείμενης έκθεσης ομολόγου και να περιορίζεται στο ποσό της έκθεσης αυτής·

35. είναι της γνώμης ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα προϊόντα που αφορούν τα δημόσια οικονομικά στην ΕΕ (συμπεριλαμβανομένου του κρατικού χρέους των κρατών μελών και τους ισολογισμούς των τοπικών διοικήσεων) πρέπει να είναι τυποποιημένα και να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε χρηματιστήρια ή άλλους τόπους διαπραγμάτευσης που υπόκεινται σε ρύθμιση, προκειμένου να προωθηθεί η διαφάνεια της αγοράς παραγώγων προϊόντων στο κοινό·

36. ζητεί να απαγορευθούν οι συναλλαγές με συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας που δεν συνδέονται με πιστώσεις αλλά αποτελούν καθαρά κερδοσκοπικές συναλλαγές, στοιχηματίζουν στις αθετήσεις δανείων και έτσι οδηγούν σε τεχνητή αύξηση της τιμής των εγγυήσεων των αθετήσεων δανείων και επομένως μπορεί να οδηγήσουν σε ενίσχυση των συστημικών κινδύνων μέσω αθετήσεων δανείων· ζητεί ως ελάχιστη προϋπόθεση να θεσπιστούν μεγαλύτερες περίοδοι διακράτησης για τις ακάλυπτες πωλήσεις τίτλων και παραγώγων προϊόντων· παροτρύνει την Επιτροπή να εξετάσει τα ανώτατα όρια κινδύνου για παράγωγα προϊόντα, ιδίως για τις συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας, και να προβεί σε συμφωνία σχετικά με αυτά με τους διεθνείς εταίρους·

37. θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διερευνήσει τη χρήση ορίων θέσης για την καταπολέμηση της χειραγώγησης των αγορών, κυρίως στο σημείο όπου μία σύμβαση πλησιάζει προς τη λήξη της («πιέζει» και «στριμώχνει»)· σημειώνει ότι τα όρια θέσης θα πρέπει να θεωρούνται δυναμικά ρυθμιστικά μέσα και όχι απόλυτα, και θα πρέπει να εφαρμόζονται όπου αυτό είναι αναγκαίο από τις εθνικές εποπτικές αρχές, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που θα ορίσει η ΕΑΚΑΑ·

38. ζητεί τον κεντρικό συμψηφισμό από οργανισμό συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου κάθε θέσης παραγώγου προϊόντος, είτε χρηματοπιστωτικού είτε μη χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, που είναι πάνω από ένα ορισμένο όριο, το οποίο θα καθορισθεί από την ΕΑΚΑΑ·

39. ζητεί η επικείμενη κανονιστική ρύθμιση των παραγώγων προϊόντων να περιλαμβάνει κανόνες για την απαγόρευση καθαρά κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων με πρώτες ύλες και γεωργικά προϊόντα, και για την επιβολή αυστηρών ορίων θέσης ειδικά όσον αφορά την πιθανή επίπτωση τους στην τιμή βασικών ειδών διατροφής στις αναπτυσσόμενες χώρες και στα όρια εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου· ζητεί να ανατεθεί στην ΕΑΚΑΑ και στις αρμόδιες αρχές αρμοδιότητα προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι δυσλειτουργίες στις αγορές παραγώγων προϊόντων, π.χ. να απαγορευθεί προσωρινά η ακάλυπτη πώληση συμβάσεων αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας ή να απαιτείται ο φυσικός διακανονισμός των παραγώγων προϊόντων και ο ορισμός ορίων θέσης προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική συγκέντρωση χρηματιστών σε ορισμένα τμήματα της αγοράς·

40. ζητεί τυχόν μελλοντικές νομοθετικές προτάσεις για τις αγορές παραγώγων προϊόντων να ακολουθούν μια λειτουργική προσέγγιση μέσω της οποία παρόμοιες δραστηριότητες θα υπόκεινται σε ίδιους ή παρόμοιους κανόνες·

41. υπογραμμίζει την ανάγκη ευρωπαϊκής κανονιστικής ρύθμισης για τα παράγωγα προϊόντα, και ζητεί από την Επιτροπή να συντονίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη δράση της με τους εταίρους της Ευρώπης, ώστε να επιτευχθεί ένα κατά το δυνατόν ενιαίο και διεθνώς συντονισμένο κανονιστικό πλαίσιο· υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα αποφυγής ρυθμιστικού αρμπιτράζ μέσω ανεπαρκούς συντονισμού·

42. ζητεί να υποστηριχθούν οι πρωτοβουλίες του κλάδου και να αναγνωρισθεί η αξία τους εφόσον μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι εξίσου κατάλληλες και συμπληρωματικές προς τη νομοθετική δράση·

43. ζητεί μια συνεκτική προσέγγιση στο εσωτερικό της Ευρώπης προκειμένου να υπάρξει μόχλευση των πλεονεκτημάτων κάθε χρηματοπιστωτικού κέντρου και να αξιοποιηθεί η ευκαιρία που προσφέρεται από την παρούσα κρίση, ώστε να γίνει ένα βήμα παραπάνω για την ολοκλήρωση και την ανάπτυξη μιας αποδοτικής ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς·

44. χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις για τους οργανισμούς συμψηφισμού και τα μητρώα συναλλαγών ήδη στα μέσα του 2010 και να εξετάσει εγκαίρως τις τεχνικές λεπτομέρειες με όλους τους θεσμικούς φορείς σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών, και ιδιαίτερα με τα νομοθετικά σώματα (Συμβούλιο και Κοινοβούλιο)·

45.επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις σχετικά με τις συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας·

46. υπογραμμίζει τη σημασία της τακτικής αξιολόγησης της αποδοτικότητας της μελλοντικής νομοθεσίας, σε συνεργασία με όλους τους παράγοντες της αγοράς, και της προσαρμογής των ρυθμιστικών διατάξεων, εάν αυτό απαιτείται·

47. ζητεί να εφαρμοσθεί κατά το δυνατόν το παρόν ψήφισμα·

48. σημειώνει ότι όχι μόνο στις συναλλαγές με πρώτες ύλες και γεωργικά προϊόντα, αλλά και στα πιστοποιητικά εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, πρέπει να διασφαλισθεί ότι η εν λόγω αγορά λειτουργεί με διαφάνεια και ότι θα περιορισθεί η κερδοσκοπία· ζητεί εν προκειμένω να εξετασθούν τα ανώτατα όρια κινδύνου για μεμονωμένα προϊόντα·

49. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(1)

ΕΕ C 8E, της 14.1.2010, σ.26.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εισαγωγή

Στις δύο ανακοινώσεις της, COM(2009)332 τελικό της 3.07.2009 και COM(2009)563 τελικό της 20.10.2009, η Επιτροπή αναφέρεται στις μελλοντικές πολιτικές δράσεις για τη διασφάλιση αποδοτικών, ασφαλών και υγιών αγορών παραγώγων προϊόντων. Η Επιτροπή τονίζει εν προκειμένω ότι τα παράγωγα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά κινδύνων, εγγενών στην οικονομική δραστηριότητα., από οικονομικούς φορείς, οι οποίοι δεν θέλουν να αναλάβουν τους κινδύνους αυτούς, σε οικονομικούς φορείς οι οποίοι θέλουν να τους αναλάβουν. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, κυρίως οι εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές συνέβαλαν στην αναταραχή των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθιστώντας δυνατή την αύξηση της μόχλευσης και αλληλοσυνδέοντας τους συμμετέχοντες στην αγορά.

Σύμφωνα με στοιχεία του Δεκεμβρίου 2009 της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών στη Βασιλεία ο συνολικός όγκος των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών σε παράγωγα όλων των κατηγοριών ανήλθε στα 605 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, ενώ η ονομαστική αξία των ενδοχρηματιστηριακών συναλλαγών σε παράγωγα ανήλθε σε 425 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Πρόκειται για τεράστια αύξηση την τελευταία δεκαετία. Δικαίως μπορεί να τεθεί το ερώτημα εάν μια τέτοια έκρηξη των χρηματοπιστωτικών προϊόντων είναι απαραίτητη και σκόπιμη. Για αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή πρότεινε τον Ιούλιο του 2009 τέσσερα επιπλέον εργαλεία «για τον περιορισμό του αρνητικού αντικτύπου που έχουν οι εξωχρηματιστηριακές αγορές παραγώγων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα».

Οι προτεινόμενες πολιτικές δράσεις βασίζονται στην έκθεση De Larosière, στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2009 και στις αποφάσεις της G20 κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2009. Ουσιαστικά η Επιτροπή προτείνει τέσσερις τομείς πολιτικών δράσεων:

• περαιτέρω προώθηση της τυποποίησης

• χρήση κεντρικών μητρώων δεδομένων

• προώθηση της χρήσης του συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλόμενου·

• μεγαλύτερη χρήση οργανωμένων χώρων διαπραγμάτευσης.

Η Επιτροπή αναφέρει ότι πρέπει να υπάρξει μια αλλαγή της γενικής αντίληψης που διέπει την πολιτική της περί χρηματοπιστωτικής αγοράς μέχρι τούδε. Προτίθεται να εγκαταλείψει την παραδοσιακή άποψη ότι τα παράγωγα είναι χρηματοπιστωτικά μέσα για επαγγελματική χρήση, για τα οποία εθεωρείτο επαρκής μια ελάχιστη ρύθμιση και τάσσεται υπέρ μιας προσέγγισης βάσει της οποίας η νομοθεσία θα αυξάνει κυρίως τον βαθμό διαφάνειας και θα επιτρέπει στην αγορά να αποτιμά δεόντως τους κινδύνους. Ως αποτέλεσμα, με τις προτεινόμενες δράσεις θα υπάρξει μια στροφή των αγορών παραγώγων από έναν κατ’ εξοχή διμερή συμψηφισμό προς ένα περισσότερο κεντρικό συμψηφισμό και διαπραγμάτευση.

Η λειτουργία και η συνάφεια των παραγώγων προϊόντων

Τα παράγωγα προϊόντα είναι χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, των οποίων η αξία παράγεται από ένα αποκαλούμενο βασικό προϊόν, όπως π.χ. τιμές αγαθών, τιμές μετοχών, συναλλαγματικές ισοτιμίες, επιτόκια, και οι οποίες δυνάμει προκαθορισμένου συμβάντος συνεπάγονται πληρωμή ή δίνουν δικαίωμα αγοράς ή πώλησης στον ένα αντισυμβαλλόμενο. Τα παράγωγα χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις (μη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) για αντιστάθμιση κινδύνου ή για κερδοσκοπία. Εμπορεύσιμα παράγωγα είναι τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (Futures), οι συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας (Credit Default Swaps [CDS]),τα δικαιώματα αγοράς μετοχών και τα δικαιώματα εκπομπών. Οι συμβάσεις CDS προβλέπουν αντισταθμιστική πληρωμή σε περίπτωση μη εξόφλησης πιστώσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ) στη Βασιλεία τα ιδιαίτερα κερδοσκοπικά παράγωγα CDS σημειώνουν μείωση από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης σε σύγκριση με πέρυσι. Στα τέλη Ιουνίου 2009 η ονομαστική αξία ανεξόφλητων συμβάσεων CDS ανερχόταν σε 36 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Σημαντικό ρόλο εν προκειμένω διαδραμάτισε ο αυξημένος συμψηφισμός αντίστροφων θέσεων από τους συμμετέχοντες στην αγορά, ιδιαίτερα από τους κυριότερους διαπραγματευτές. Σε αντίθεση με την ονομαστική αξία των συμβάσεων μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων η οποία υποχωρεί, η ονομαστική αξία των ανεξόφλητων συμβάσεων μεταξύ διαπραγματευτών και μη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχει υπερδιπλασιαστεί. Γενικά διαπιστώνεται ότι τα παράγωγα χρησιμοποιούνται είτε για διαχείριση του κινδύνου αγοράς της τράπεζας ή για διαπραγμάτευση. Κατατάσσονται ως χρηματοπιστωτικά εργαλεία που αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα και εν πρώτοις εγγράφονται στον ισολογισμό βάσει της ημερομηνίας της διαπραγμάτευσης και στην αξία κτήσης. Οι τόκοι που τυχόν προκύπτουν και η απόσβεση των καταβληθεισών προσαυξήσεων και των εισπραχθεισών αποπληρωμών καταχωρούνται βάσει των πραγματικών επιτοκίων ως «εισπραχθέντες τόκοι». Μετά την ημερομηνία διαπραγμάτευσης τα παράγωγα αποτιμώνται εκ νέου ως «εύλογη αξία» (Fair Value).

Αξιολόγηση των προτάσεων της Επιτροπής

Οι στόχοι των προτάσεων της Επιτροπής:

• μείωση του πιστωτικού κινδύνου

• μείωση των λειτουργικών κινδύνων

• αύξηση της διαφάνειας

• βελτίωση της ακεραιότητας και της εποπτείας της αγοράς

έχουν την πλήρη υποστήριξη του εισηγητή. Μεταξύ των προτάσεων που αξίζουν υποστήριξης είναι οι επιμέρους προτεινόμενες διατάξεις για θέσπιση κοινών προδιαγραφών ασφάλειας, ρύθμισης και λειτουργίας για κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους, η παροχή εγγυήσεων για συμβάσεις διμερούς συμψηφισμού, οι υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις για συναλλαγές διμερούς συμψηφισμού και ο συμψηφισμός διεπόμενος από κανονιστικές ρυθμίσεις για τυποποιημένες συμβάσεις μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στο συνολικό πλαίσιο εντάσσεται η τυποποίηση των συμβατικών όρων και της διαπραγμάτευσης της σύμβασης. Για την αύξηση της διαφάνειας υποχρεούνται οι συμμετέχοντες στην αγορά να καταχωρούν σε μητρώα συναλλαγών τις θέσεις και τις συναλλαγές που δεν αποτιμώνται με συμψηφισμό κεντρικού αντισυμβαλλόμενου· τα εν λόγω μητρώα στη συνέχεια υπόκεινται σε ρύθμιση και εποπτεία. Όσον αφορά τα τυποποιημένα παράγωγα επιβάλλεται η διαπραγμάτευση σε χρηματιστήριο ή σε άλλους οργανωμένους χώρους διαπραγμάτευσης. Με την επεξεργασία των οδηγιών για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, περιλαμβανομένων των παραγώγων πρώτων υλών, θα αυξηθεί η διαφάνεια όλων των αγορών παραγώγων. Με την τροποποίηση της οδηγίας σχετικά με την κατάχρηση αγοράς θα επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της κατάχρησης της αγοράς στα παράγωγα και θα δίνεται η δυνατότητα στις ρυθμιστικές αρχές να θέτουν όρια θέσης.

Διαφορετική μεταχείριση των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και των παραγώγων τραπεζών

Σε αντίθεση προς τη χρηματοπιστωτική αγορά, στην αγορά ενέργειας και πρώτων υλών δραστηριοποιούνται πολλές διαφορετικές επιχειρήσεις. Πέραν των μεγάλων συμμετεχόντων στην αγορά (επιχειρήσεις ενέργειας, μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές, πετρελαϊκοί όμιλοι, χημικές βιομηχανίες, αεροπορικές εταιρείες και τράπεζες) δραστηριοποιούνται και μικρότεροι συναλλασσόμενοι όπως δημοτικές επιχειρήσεις, εταιρείες διανομής και ανεξάρτητοι προμηθευτές ενέργειας.

Τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα δεν συνεπάγονται σημαντικό συστημικό κίνδυνο για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε αντίθεση προς τα καθαρά χρηματιστηριακά προϊόντα τα οποία τυγχάνουν διατραπεζικής συναλλαγής. Τα ενδοχρηματιστηριακής συναλλαγής προϊόντα διαφέρουν σημαντικά από τα εξωχρηματιστηριακά. Ενώ στην αγορά κεφαλαίων τυγχάνουν διαπραγμάτευσης χρεόγραφα και χρηματοπιστωτικά εργαλεία όπως οι προθεσμιακές πράξεις, τα προαιρετικά δικαιώματα και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, η αγορά εξωχρηματιστηριακών παραγώγων συχνά βασίζεται σε απτά διαπραγματεύσιμα αγαθά και καθορίζει τη διαμόρφωση των τιμών. Η τιμή αγοράς για τα εν λόγω προϊόντα βασίζεται σε ουσιώδεις παράγοντες που επηρεάζουν την τιμή (όπως π.χ. οι δυνατότητες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ο καιρός, η συμπεριφορά των καταναλωτών, η διαθεσιμότητα και οι τιμές πρώτων υλών), οι οποίοι διαφέρουν εντελώς από τους παράγοντες που επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική αγορά. Στα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα δεν εμπλέκονται ιδιωτικοί επενδυτές ως συμμετέχοντες στην αγορά.

Η διάκριση μεταξύ προϊόντων ευρείας κυκλοφορίας και ειδικών προϊόντων είναι πολύ σημαντική για την αποτίμηση, τη διαφάνεια και τον κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου. Τα παράγωγα συχνά τυγχάνουν διαπραγμάτευσης σε πολύ υψηλότερες τιμές λόγω μη ορθής εκτίμησης κινδύνου, και οι τράπεζες συστηματικά αγνοούν τους κινδύνους ή μεταπωλούν χωρίς ιδία συμβολή.

Η ιδιαιτερότητα των παραγώγων επιχειρήσεων

Η καλύτερη και αυστηρότερη ρύθμιση των αγορών παραγώγων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες καλούνται να εξακολουθούν να καλύπτουν τους χρηματοπιστωτικούς και λειτουργικούς τους κινδύνους υπό ευνοϊκούς ατομικούς όρους. Οι επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα με αυτά τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία καλύπτουν κινδύνους σε συναλλαγές συναλλάγματος, επιτοκίων και πρώτων υλών. Η εν λόγω κάλυψη, που δεν ενδείκνυται για κερδοσκοπικές κινήσεις, συμβάλλει στη σταθερότητα και στην ανάπτυξη της απασχόλησης και των επενδύσεων. Η προτεινόμενη κανονιστική ρύθμιση δεν θα πρέπει να επιφέρει αισθητή όξυνση των επιχειρηματικών κινδύνων. Μολονότι στο μέλλον τα παράγωγα θα πρέπει να αποτιμώνται σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, δεν θα πρέπει να επηρεάζεται η ρευστότητα των επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε ρευστότητα όπως οι τράπεζες, η θέσπιση ιδιαίτερα υψηλών εγγυήσεων θα συνεπάγεται την προφανή αύξηση των πιστωτικών αναγκών, οι οποίες δεν θα πρέπει να βαρύνουν υπέρμετρα τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα δε τις μικρές και μεσαίες. Καθώς τα παράγωγα επιχειρήσεων, σε αντίθεση με τα παράγωγα χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν συνέβαλαν στην κρίση των χρηματοπιστωτικών αγορών, απαιτείται οπωσδήποτε διαφορετική προσέγγιση.

Συμπεράσματα από τις προτάσεις της Επιτροπής

Παράλληλα με την ευρεία υποστήριξη των προτάσεων της Επιτροπής, ο εισηγητής θα ήθελε να επιστήσει την προσοχή στα εξής σημεία:

• Οι τιμές των παραγώγων θα πρέπει στο μέλλον να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τον κίνδυνο, και το κόστος των μελλοντικών υποδομών των αγορών να βαρύνει αποκλειστικά τους συμμετέχοντες στην αγορά και όχι τους φορολογούμενους.

• Το κόστος των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλόμενου και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνου αυτών δεν θα πρέπει να βαρύνει τους χρήστες ούτε να υπόκειται σε ανταγωνισμό.

• Για όλα τα παράγωγα πρέπει να θεσπισθούν πρότυπα αναγγελίας, ώστε να διασφαλισθεί η προώθησή τους στα κεντρικά μητρώα συναλλαγών.

• Ιδιαίτερα για τις ΜΜΕ πρέπει να προβλέπεται ειδικό καθεστώς και μικρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

• Τα παράγωγα των συμβάσεων αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει να υπόκεινται σε ανεξάρτητο συμψηφισμό κεντρικού αντισυμβαλλόμενου και ενδεχομένως να μπορεί να περιορισθεί η συσσώρευση κινδύνων ή σε μεμονωμένες περιπτώσεις να απαγορευθεί.

• Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα μητρώα συναλλαγών.

• Αρμοδιότητα έγκρισης των οργανισμών συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλόμενου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από τρίτες χώρες θα πρέπει να διαθέτει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ).

Για τη διασφάλιση της βέλτιστης συνεργασίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και της ΕΑΚΑΑ απαιτείται μια κλιμακωτή προσέγγιση.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ανάπτυξης (28.4.2010)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με αγορές παραγώγων προϊόντων: μελλοντικές δράσεις πολιτικής

(2010/2008(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Eva Joly

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Ανάπτυξης καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η αστάθεια έχει καταστροφικές επιπτώσεις στους μαστιζόμενους από τη πείνα και τη φτώχεια κατοίκους των αναπτυσσόμενων χωρών που αποτελούν σημαντικό κομμάτι των παραγωγών και των καταναλωτών βασικών αγροτικών προϊόντων σε ολόκληρο το πλανήτη και που στερούνται πρόσβασης σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς για τη διαχείριση κινδύνων,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με μελέτες του FAO, το ποσοστό των δαπανών για τρόφιμα στον προϋπολογισμό ενός τυπικού νοικοκυριού δεν ξεπερνά το 10-20% περίπου στις βιομηχανικές χώρες αλλά ανέρχεται στο 60% έως 80% στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες (LDCs),

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κερδοσκοπία επί των βασικών αγαθών, η οποία επιδεινώνει την αστάθεια στις αγορές γεωργικών προϊόντων, καθιστά ακόμα δυσκολότερη τη χρηματοδότηση καινοτόμων επενδύσεων που αποσκοπούν στην εκ νέου δημιουργία εγχώριας γεωργικής παραγωγής σε χώρες που εξαρτώνται απόλυτα από τις εισαγωγές ειδών διατροφής,

1.  αναγνωρίζει μεν το θετικό ρόλο των παραγώγων όταν χρησιμοποιούνται για λόγους αντιστάθμισης κινδύνων, εκφράζει δε ανησυχία για τις δυσμενείς επιπτώσεις της αυξανόμενης παρουσίας χρηματοοικονομικών επενδυτών στις αγορές βασικών γεωργικών προϊόντων, δεδομένου ότι οι θεσμικοί επενδυτές αντιμετωπίζουν τα βασικά προϊόντα ως μια ακόμη εναλλακτική κατηγορία χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού προκειμένου για τη διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου·

2.  υπογραμμίζει ότι η κερδοσκοπία επί των βασικών γεωργικών προϊόντων πλήττει κατ΄ εξοχήν τους φτωχούς· επισημαίνει, συγκεκριμένα, ότι η διακύμανση των τιμών έχει αρνητικές μακροοικονομικές συνέπειες για χώρες που εισάγουν είδη διατροφής διότι επιδεινώνεται τόσο το ισοζύγιο πληρωμών τους όσο και το επίπεδο των χρεών τους· υπενθυμίζει επίσης ότι πολλές αναπτυσσόμενες και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες εξαρτώνται σε υπέρμετρο βαθμό από τις εξαγωγές πρώτων υλών ή βασικών γεωργικών προϊόντων για προσπορισμό εξωτερικού συναλλάγματος· φρονεί, συνεπώς, ότι το εμπόριο παραγώγων που δεν υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο συνιστά σοβαρή απειλή εναντίον της ασφάλειας και της γεωργικής παραγωγής που πρέπει να αντιμετωπισθεί·

3.  παροτρύνει την Επιτροπή να εξετάσει τις επιπτώσεις των παραγώγων βασικών προϊόντων στην επισιτιστική ασφάλεια, δεδομένης της σταθερά αυξανομένης ροής κερδοσκοπικών κεφαλαίων από χρηματοοικονομικούς επενδυτές στις αγορές βασικών γεωργικών προϊόντων·

4.  εκφράζει τη λύπη του διότι, δεδομένης της αδιαφάνειας των διαθέσιμων δεδομένων, είναι δύσκολο να εξεταστεί με ακρίβεια η άμεση σχέση μεταξύ της κερδοσκοπίας και της εξέλιξης των τιμών βασικών προϊόντων· επισημαίνει, ωστόσο, ότι με το φαινόμενο της κερδοσκοπίας στις αγορές βασικών προϊόντων έχουν ασχοληθεί πολλοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της ΔΗΕΕΑ και της Μόνιμης Υποεπιτροπής Ερευνών της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, και επισημαίνουν τον αρνητικό ρόλο που διαδραματίζουν τα κεφάλαια σε δείκτες εμπορευμάτων·

5.  επισημαίνει ότι μεγάλο ποσοστό των παραγωγών βασικών προϊόντων είναι φτωχοί αγρότες χωρίς πρόσβαση σε εξελιγμένα χρηματοπιστωτικά μέσα για την προστασία τους έναντι της αστάθειας των τιμών· υπενθυμίζει ότι τα μέσα διαχείρισης της προσφοράς αποτελούν το πιο γνωστό εργαλείο για την αντιμετώπιση της υπερβολικής αστάθειας των τιμών των βασικών προϊόντων, ήτοι μέσω της σύναψης διεθνών συμφωνιών περί βασικών προϊόντων·

6.  καλεί την Επιτροπή και τη διεθνή κοινότητα δωρητών να διευρύνουν τις επενδύσεις σε εργαλεία που παρέχουν αποδεδειγμένα σε φτωχούς αγρότες και κοινότητες του αναπτυσσόμενου κόσμου τη δυνατότητα να διαχειρίζονται και να μετριάζουν τον κίνδυνο και την αστάθεια, συμβάλλοντας συγχρόνως στη βιώσιμη ασφάλεια των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων κοινοτικών σιταποθηκών, ασφάλισης κινδύνου από καιρικά φαινόμενα και δικτύων ασφαλείας·

7.  εκφράζει τη λύπη του διότι δεν υφίσταται, επί του παρόντος, πολυμερές πλαίσιο για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κερδοσκοπίας επί των τιμών των τροφίμων· θεωρεί ότι πρέπει να ανατεθεί στους οργανισμούς των Ηνωμένων Εθνών το καθήκον συντονισμού αυτής της προσπάθειας αντίδρασης· συντάσσεται εξάλλου με την άποψη ότι η ΕΕ οφείλει να υιοθετήσει αυστηρότερα κανονιστικά μέτρα σχετικά με τα παράγωγα βασικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της καθιέρωσης εμπορικού μητρώου που θα επιτρέπει την αντιστάθμιση και την εκκαθάριση όλων των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών και παράλληλα θα απαγορεύει κερδοσκοπικές δραστηριότητες όπως οι ακάλυπτες πωλήσεις ή τα παράγωγα σε δείκτες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

27.4.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Thijs Berman, Michael Cashman, Corina Creţu, Véronique De Keyser, Leonidas Donskis, Charles Goerens, Catherine Grèze, Enrique Guerrero Salom, Filip Kaczmarek, Franziska Keller, Gay Mitchell, David-Maria Sassoli, Alf Svensson, Patrice Tirolien, Anna Záborská, Iva Zanicchi, Gabriele Zimmer, Ελένη Θεοχάρους

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Proinsias De Rossa, Santiago Fisas Ayxela, Isabella Lövin, Emma McClarkin, Cristian Dan Preda


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.6.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

43

1

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Godfrey Bloom, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Pascal Canfin, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Markus Ferber, Elisa Ferreira, Vicky Ford, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Enikő Győri, Liem Hoang Ngoc, Gunnar Hökmark, Othmar Karas, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Werner Langen, Astrid Lulling, Hans-Peter Martin, Arlene McCarthy, Sławomir Witold Nitras, Ivari Padar, Rolandas Paksas, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Kay Swinburne, Ramon Tremosa i Balcells, Corien Wortmann-Kool, Άννυ Ποδηματά

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sophie Auconie, Elena Băsescu, Robert Goebbels, Arturs Krišjānis Kariņš, Philippe Lamberts, Gay Mitchell

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου