ΣΥΣΤΑΣΗ σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για την έγκριση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό

10.6.2010 - (09898/2010 – C7‑0145/2010 – 2010/0066(NLE)) - ***

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
Εισηγητής: Tadeusz Zwiefka
PR_AVCNLE

Διαδικασία : 2010/0066(NLE)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A7-0194/2010
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A7-0194/2010
Συζήτηση :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για την έγκριση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό

(09898/2010 – C7‑0145/2010 – 2010/0066(NLE))

(Διαδικασία έγκρισης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–       έχοντας υπόψη το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για την έγκριση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (09898/2010),

–       έχοντας υπόψη την αίτηση για έγκριση που υπέβαλε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 329, παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C7‑0145/2010),

–       έχοντας υπόψη τα άρθρα 74 (ζ) και 81, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

–       έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7‑0194/2010),

A.     λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 17 Ιουλίου 2006 η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία και τη θέσπιση κανόνων σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε γαμικές διαφορές ("Ρώμη ΙΙΙ") (CΟΜ(2006)0399),

Β.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση βασίστηκε στο άρθρο 61 στοιχείο γ) και 67 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, τα οποία απαιτούν ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου,

Γ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 21 Οκτωβρίου 2008 το Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης, ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε[1],

Δ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι ήδη από τα μέσα του 2008 είχε καταστεί σαφές ότι ορισμένα κράτη μέλη αντιμετώπιζαν συγκεκριμένα προβλήματα που καθιστούσαν αδύνατη την εκ μέρους τους αποδοχή του προτεινόμενου κανονισμού· λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορούσε να αποδεχθεί το ενδεχόμενο να πρέπει τα δικαστήριά του να εφαρμόσουν αλλοδαπή νομοθεσία περί διαζυγίου, την οποία θεωρούσε αυστηρότερη από τη δική του και εξέφρασε την επιθυμία να συνεχίσει να εφαρμόζει το δικό του ουσιαστικό δίκαιο για κάθε αγωγή διαζυγίου ενώπιον των δικαστηρίων του· λαμβάνοντας υπόψη ότι αντιθέτως, σύμφωνα με τη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών, οι διατάξεις σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο αποτελούν ουσιώδες στοιχείο του προτεινόμενου κανονισμού και ότι οι διατάξεις αυτές θα έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις ως αποτέλεσμα να εφαρμόζουν τα δικαστήρια το αλλοδαπό δίκαιο,

Ε.     λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις συνεδριάσεις του στις 5 και 6 Ιουνίου 2008 το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "δεν υπάρχει ομοφωνία ώστε να συνεχιστούν οι εργασίες σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό και ότι υφίσταται ανυπέρβλητες δυσχέρειες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτη την ομοφωνία, όχι μόνο επί του παρόντος αλλά και στο άμεσο μέλλον" και ότι "οι στόχοι του προτεινόμενου κανονισμού είναι αδύνατον να επιτευχθούν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των Συνθηκών",

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορούν να καθιερώσουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία στο πλαίσιο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης, προσφεύγοντας στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και ασκώντας τις αρμοδιότητες αυτές εφαρμόζοντας τις κατάλληλες διατάξεις των Συνθηκών, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό καθώς και στα άρθρα 326-334 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ζ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι σήμερα δώδεκα κράτη μέλη[2] έχουν εκδηλώσει την πρόθεσή τους να καθιερώσουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου σε γαμικές διαφορές,

Η.     λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει εξετάσει την τήρηση του άρθρου 20 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των άρθρων 326-334 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Θ.     λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι η ενισχυμένη αυτή συνεργασία μπορεί να θεωρηθεί ότι διευκολύνει την πραγμάτωση των στόχων της Ένωσης, διαφυλάσσει τα συμφέροντά της και ενισχύει τη διαδικασία ολοκλήρωσής της κατά την έννοια του άρθρου 20 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό το φως της ευρείας διαβούλευσης της Επιτροπής με τα ενδιαφερόμενα μέρη που αποτελεί μέρος της εκτίμησης επιπτώσεων που πραγματοποιεί σε συνάρτηση με την Πράσινη Βίβλο της (CΟΜ(2005)0082), του μεγάλου αριθμού των "διεθνών" γάμων και των 140 000 περίπου διαζυγίων με στοιχείο αλλοδαπότητας το 2007 στην Ένωση, έχοντας υπόψη ότι δύο από τις χώρες που προτίθενται να συμμετάσχουν στην ενισχυμένη συνεργασία, δηλαδή η Γερμανία και η Γαλλία, είχαν το μεγαλύτερο μερίδιο σε νέα διαζύγια "διεθνούς χαρακτήρα" κατά το έτος αυτό,

Ι.      λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναρμόνιση των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου θα διευκολύνει την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων στο χώρο της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης καθόσον θα ενισχύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη· λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις ισχύουν 26 διαφορετικές δέσμες διατάξεων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στον τομέα του διαζυγίου και ότι η καθιέρωση της ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα αυτό θα μειώσει τον αριθμό αυτό σε 14, επιτρέποντας κατ' αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερη εναρμόνιση των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ενισχύοντας τη διαδικασία ολοκλήρωσης,

ΙΑ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι από το ιστορικό της πρωτοβουλίας αυτής προκύπτει σαφώς ότι η προτεινόμενη απόφαση υποβάλλεται ως έσχατη λύση και ότι οι στόχοι της συνεργασίας αυτής δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσα σε εύλογο χρόνο· λαμβάνοντας υπόψη ότι τουλάχιστον εννέα κράτη μέλη προτίθεται να συμμετάσχουν σε αυτή· λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

ΙΒ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι πληρούνται ωσαύτως οι απαιτήσεις των άρθρων 326-334 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΙΓ.    λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα αυτό είναι σύμφωνη με τις Συνθήκες και το ενωσιακό δίκαιο δεδομένου ότι δεν θα επηρεάσει το κεκτημένο αφού οι μόνες νομοθετικές διατάξεις της Ένωσης που ισχύουν στον τομέα αυτό αφορούν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και όχι το εφαρμοστέο δίκαιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία δεν θα προκαλέσει διάκριση λόγω ιθαγένειας κατά παράβαση του άρθρου 18 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι οι διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου θα εφαρμοστούν σε όλους τους διαδίκους ενώπιον των δικαστηρίων των συμμετεχόντων κρατών μελών ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή διαμονής,

ΙΔ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία δεν θα υπονομεύσει την εσωτερική αγορά ή την κοινωνική και εδαφική συνοχή, δεν θα αποτελέσει φραγμό ή διάκριση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και δεν θα διαταράξει τον ανταγωνισμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι, αντιθέτως, θα διευκολύνει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την κατάργηση τυχόν εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και θα απλοποιήσει τις διαδικασίες για μεμονωμένα άτομα και επαγγελματίες στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, χωρίς να εισάγει διακρίσεις μεταξύ των πολιτών,

ΙΕ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία θα σεβαστεί τα δικαιώματα, τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις των μη συμμετεχόντων κρατών μελών καθόσον αυτά θα διατηρήσουν τις ισχύουσες στον τομέα αυτό διατάξεις τους για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υφίστανται διεθνείς συμφωνίες μεταξύ συμμετεχόντων και μη συμμετεχόντων κρατών μελών τις οποίες η ενισχυμένη συνεργασία θα παραβίαζε και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία δεν θα θίξει τη Σύμβαση της Χάγης σχετικά με την γονική ευθύνη και τις υποχρεώσεις διατροφής,

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 328, παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι η ενισχυμένη συνεργασία είναι ανοικτή σε όλα τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αυτή,

ΙΖ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 333, παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι το Συμβούλιο (ή, ακριβέστερα, τα μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία) μπορεί να λάβει μια απόφαση που θα ορίζει ότι θα αποφασίζει με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και όχι με την ειδική νομοθετική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 81, παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας προβλέπεται απλή διαβούλευση του Κοινοβουλίου,

1.      εγκρίνει την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου·

2.      καλεί το Συμβούλιο να αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 333, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι, σε περίπτωση πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου που εφαρμόζει ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο το διαζύγιο και το δικαστικό χωρισμό, θα αποφασίζει με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

3.      αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

  • [1]  ΕΕ C 15 Ε της 21.1.2010, σελ. 128.
  • [2]  Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία , Ιταλία, Λετονία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Ρουμανία και Σλοβενία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στις 17 Ιουλίου 2006 η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση του λεγόμενου κανονισμού Ρώμη ΙΙΙ βάσει των άρθρων 61 γ) και 67, παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[1]. Η πρόταση αποσκοπούσε να τροποποιήσει τις ισχύουσες διατάξεις για τη διεθνή δικαιοδοσία του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και να θεσπίσει κοινές διατάξεις για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε υποθέσεις διαζυγίου με στοιχείο αλλοδαπότητας. Είναι προφανές ότι δεν αποσκοπούσε να εναρμονίσει τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των κρατών μελών για το διαζύγιο.

Το Συμβούλιο έπρεπε να αποφασίσει ομόφωνα μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1 ΣΕΚ[2]). Στις 21 Οκτωβρίου 2006 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε. Υπενθυμίζεται ότι σε περίπτωση μέτρων που αφορούν το οικογενειακό δίκαιο με στοιχεία αλλοδαπότητας, προβλέπεται μόνο διαβούλευση με το Κοινοβούλιο και αυτό ισχύει ακόμη και μετά την έναρξη εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Στο Συμβούλιο η πρόταση αντιμετώπισε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Κατ' αρχάς, το δίκαιο που διέπει το διαζύγιο διαφέρει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. Κατά δεύτερο λόγο, στη Μάλτα ένας γάμος δεν μπορεί να λυθεί με διαζύγιο. Τρίτον, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στο Συμβούλιο, διατυπώθηκαν αντιρρήσεις όσον αφορά τη συμμόρφωση της πρότασης με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Η πρόταση δεν έτυχε της απαιτούμενης ομοφωνίας στο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων κατά τη συνεδρίασή του στις 5 και 6 Ιουνίου 2008 και η πρωτοβουλία ακυρώθηκε.

Τον Ιούλιο του 2008 ήταν σαφές ότι μια ομάδα δέκα κρατών μελών ήταν διατεθειμένη, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ενεργοποιήσει το μηχανισμό ενισχυμένης συνεργασίας προκειμένου να δώσει συνέχεια στον κανονισμό Ρώμη ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 20 ΣΕΕ η καθιέρωση ενισχυμένης συνεργασίας απαιτεί συμμετοχή τουλάχιστον εννέα κρατών μελών. Σήμερα, τα κράτη αυτά είναι δώδεκα. Κατά το χρόνο έγκρισης της πρότασης της Επιτροπής τα κράτη ήταν εννέα (Αυστρία, Βουλγαρία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Ρουμανία και Σλοβενία) δεδομένου ότι η Ελλάδα είχε αποσύρει την αρχική της αίτηση στις 3 Μαρτίου 2010. Έκτοτε η Γερμανία, το Βέλγιο και η Λετονία είχαν προσχωρήσει στην αίτηση για ενισχυμένη συνεργασία.

Ο εισηγητής εκτιμά ότι πρόκειται για ιστορικό γεγονός –είναι η πρώτη φορά που θα εφαρμοστεί η διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας– το οποίο σηματοδοτεί συγχρόνως μια δυσάρεστη για την Ένωση διακοπή της συνέχειας στο πεδίο του αστικού και οικογενειακού δικαίου, στο οποίο είχαν σημειωθεί αξιοσημείωτες επιτυχίες με τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων για το σύνολο της Ευρώπης, παρά τις ειδικές θέσεις που διατύπωσαν η Δανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ωστόσο, ο εισηγητής πιστεύει ακράδαντα ότι οι σκέψεις αυτές παραμερίζονται από την ανάγκη να δοθεί λύση στα νομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαίοι πολίτες στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν διαζύγια ή χωρισμούς με διασυνοριακές επιπτώσεις. Οφείλουμε στους πολίτες μας να πράξουμε ότι μπορούμε προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι τα οδυνηρά αυτά επεισόδια στη ζωή τους δεν αποβαίνουν ακόμη πιο ανυπόφορα λόγω των δυσχερειών που προκύπτουν από το γεγονός ότι τα δικαστήρια έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, τα οποία είναι δυσεπίλυτα ακόμη και για πολλούς νομικούς.

Καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία να προωθήσουν τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών μελών, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 328, παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Την κρίσιμη αυτή περίοδο, κατά την οποία η ενισχυμένη συνεργασία εφαρμόζεται για πρώτη φορά στην ιστορία της Ένωσης, ο σωστός προσανατολισμός της, προς την κατεύθυνση δηλαδή μιας ευρύτερης και βαθύτερης ολοκλήρωσης, έχει θεμελιώδη σημασία. Είναι σημαντικό η ενισχυμένη συνεργασία να μην εκληφθεί και να μην χρησιμοποιηθεί ως μέσο για ειδικές συμφωνίες, μόνο μεταξύ ενός περιορισμένου αριθμού κρατών μελών.

Ο εισηγητής επιθυμεί να ευχαριστήσει την κ. Gebhardt, την εισηγήτρια της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, η οποία συμφώνησε να μην συντάξει γνωμοδότηση επί του θέματος αυτού προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής το ταχύτερο δυνατόν.

  • [1]  Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία και για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο σε γαμικές διαφορές (CΟΜ(2006)0399).
  • [2]  Βλέπε ισχύον άρθρο 81, παράγραφος 3 ΣΛΕΕ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

1.6.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

24

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Gerald Häfner, Daniel Hannan, Klaus-Heiner Lehne, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, Dimitar Stoyanov, Alexandra Thein, Diana Wallis, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Zbigniew Ziobro, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Piotr Borys, Kurt Lechner, Toine Manders, Angelika Niebler

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Wojciech Michał Olejniczak, Jutta Steinruck