Διαδικασία : 2010/2006(INL)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0213/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0213/2010

Συζήτηση :

PV 06/07/2010 - 11
CRE 06/07/2010 - 11

Ψηφοφορία :

PV 07/07/2010 - 8.12
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0276

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 233kWORD 212k
28.6.2010
PE 440.108v03-00 A7-0213/2010

που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαχείριση της διασυνοριακής κρίσης στον τραπεζικό τομέα

(2010/2006(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγήτρια: Elisa Ferreira

(Πρωτοβουλία - άρθρο 42 του Κανονισμού)

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαχείριση της διασυνοριακής κρίσης στον τραπεζικό τομέα

(2010/2006(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–       έχοντας υπόψη το άρθρο 225 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του επί της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: σχέδιο δράσης(1), της 13ης Απριλίου 2000,

–       έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2009 με τίτλο «Κοινοτικό πλαίσιο για τη διαχείριση της διασυνοριακής κρίσης στον τραπεζικό τομέα» (COM (2009)0561),

–       έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού της 23ης Σεπτεμβρίου 2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την κοινοτική μακροπροληπτική εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (COM(2009)0499),

–       έχοντας υπόψη την πρόταση απόφασης της 23ης Σεπτεμβρίου 2009 του Συμβουλίου για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσον αφορά τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (COM(2009)0500),

–       έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού της 23ης Σεπτεμβρίου 2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (COM(2009)0501),

–       έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων(2),

–       έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων(3),

–       έχοντας υπόψη την οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1994 περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων(4),

–       έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων(5),

–       έχοντας υπόψη τη δεύτερη οδηγία 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976 περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της(6), την τρίτη οδηγία 78/855/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 1978 περί των συγχωνεύσεων των ανωνύμων εταιρειών(7) και την έκτη οδηγία 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1982, για τη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών(8),

–       έχοντας υπόψη το μνημόνιο συμφωνίας της 1ης Ιουνίου 2008 για τη συνεργασία μεταξύ των χρηματοοικονομικών εποπτικών αρχών, των κεντρικών τραπεζών και των υπουργείων οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διασυνοριακή χρηματοοικονομική σταθερότητα,

–       έχοντας υπόψη τη σύσταση 13 της έκθεσης της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου για τη χρηματοπιστωτική εποπτεία υπό την προεδρία του Jacques de Larosière, η οποία υποβλήθηκε στον Πρόεδρο Barroso στις 25 Φεβρουαρίου 2009 και αναφέρει ότι "η Ομάδα ζητεί ένα συνεκτικό και λειτουργικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διαχείριση της κρίσης στην ΕΕ",

–       έχοντας υπόψη τα άρθρα 42 και 48 του Κανονισμού του,

–       έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7‑0213/2010),

Α.     λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Ένωση υπάρχει μια εσωτερική αγορά τραπεζικών υπηρεσιών και όχι ένα σύνολο υπηρεσιών ανεξάρτητων μεταξύ τους, και ότι αυτή η εσωτερική αγορά έχει καίρια σημασία για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης,

Β.     λαμβάνοντας υπόψη ότι επί του παρόντος η ρύθμιση της ΕΕ όσον αφορά τη διαχείριση κρίσεων στον τραπεζικό τομέα είναι ανεπαρκής,

Γ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υφιστάμενοι ενωσιακοί και διεθνείς εποπτικοί μηχανισμοί της ΕΕ για τον χρηματοπιστωτικό τομέα έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικοί όσον αφορά την πρόληψη ή τον επαρκή περιορισμό της μετάδοσης μιας κρίσης,

Δ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι το κόστος της διαχείρισης της κρίσης επιβάρυνε υπερβολικά τους φορολογούμενους, την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας,

Ε.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμμετοχή των μετόχων και των πιστωτών εν συνεχεία στον επιμερισμό των βαρών έχει κρίσιμη σημασία προκειμένου να μειωθεί στο ελάχιστο το κόστος για τους φορολογουμένους από οποιαδήποτε κρίση των χρηματοπιστωτικών αγορών και ιδρυμάτων,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία ή η αδυναμία ενωσιακών εποπτικών ρυθμίσεων είχε ως αποτέλεσμα ασυντόνιστες δράσεις εκ μέρους των εθνικών αρχών, και αύξησαν τον κίνδυνο προστατευτικής συμπεριφοράς και στρέβλωσης του ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων μέσω κρατικών ενισχύσεων, και απείλησαν τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών,

Ζ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ενιαία προσέγγιση για την πρόληψη της πτώχευσης ενός τραπεζικού ομίλου θα ήταν πιο κοντά στην έννοια μιας εσωτερικής αγοράς,

Η.     λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ισχυρή εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι ιδιαίτερα σημαντική για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης,

Θ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναγκαία ανάληψη ευθύνης εκ μέρους των τραπεζικών φορέων πρέπει να συμβάλει στην επίτευξη του πρωταρχικού στόχου αναδόμησης των χρηματοπιστωτικών αγορών υπέρ της μακροχρόνιας χρηματοδότησης της οικονομίας,

Ι.      λαμβάνοντας υπόψη, λόγω της κρίσης, ότι είναι προφανές και ότι οι πολίτες αναμένουν ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να δημιουργήσουν επειγόντως, σε συνεργασία με την G20 και άλλα διεθνή φόρουμ, ένα επαρκές πλαίσιο το οποίο, σε περίπτωση κρίσης, θα διατηρεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα ελαχιστοποιεί το κόστος για τους φορολογούμενους, θα διαφυλάσσει τις βασικές τραπεζικές υπηρεσίες και θα προστατεύει τους καταθέτες,

ΙΑ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και οι ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές απαιτούν διασυνοριακή εποπτεία των διασυνοριακών και συστημικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

ΙΒ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος ενός νομοθετικού πλαισίου της ΕΕ για τη διαχείριση διασυνοριακών κρίσεων είναι να εξουσιοδοτεί τις αρχές να εγκρίνουν μέτρα που περιλαμβάνουν και την παρέμβαση στη διαχείριση τραπεζικών ομίλων, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο (ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στις τράπεζες καταθέσεων, όταν υπάρχει δυνατότητα συστημικού κινδύνου),

ΙΓ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος ενός νομοθετικού πλαισίου της ΕΕ για τη διαχείριση διασυνοριακών κρίσεων είναι επίσης να ρυθμίζει τους διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους και τις επιμέρους τράπεζες που προβαίνουν σε διασυνοριακές πράξεις αποκλειστικά μέσω υποκαταστημάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να υπάρχει ενιαία ρύθμιση σε ό,τι αφορά τους διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους,

ΙΔ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ισχυρή αντίδραση στην κρίση απαιτεί συνεκτική και ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνεπάγεται καλύτερη εποπτεία (εφαρμογή της νέας εποπτικής διάρθρωσης της ΕΕ), καλύτερους κανονισμούς (εν εξελίξει πρωτοβουλίες όπως αυτές σχετικά με την οδηγία 2006/48/ΕΚ, την οδηγία 2006/49/ΕΚ, την οδηγία 94/19/ΕΚ, τις αμοιβές διοικητικών στελεχών κ.λπ.) και ένα αποτελεσματικό κοινοτικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα,

ΙΕ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» πρέπει να επεκταθεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα λόγω των καταστροφικών επιπτώσεων των πτωχεύσεων στις χώρες, τους επιμέρους τομείς και σε ολόκληρη την οικονομία γενικότερα,

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έγκαιρη παρέμβαση σε τραπεζικές κρίσεις και η επίλυσή τους θα πρέπει να ενεργοποιούνται με βάση σαφώς καθορισμένα κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η υποκεφαλαιοποίηση, η μειωμένη ρευστότητα και η υποβάθμιση της ποιότητας ή αξίας των στοιχείων του ενεργητικού· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρέμβαση πρέπει να συνδέεται με συστήματα εγγύησης των καταθέσεων,

ΙΖ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται αυστηρός κοινοτικός κώδικας συμπεριφοράς για τη διαχείριση, καθώς και μηχανισμοί για την αποτροπή ανάρμοστων συμπεριφορών, που θα πρέπει να αναπτυχθούν σύμφωνα με παρόμοιες διεθνείς πρωτοβουλίες,

ΙΗ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να πραγματοποιεί η Επιτροπή πλήρεις αξιολογήσεις αντικτύπου σε κάθε εξέταση του ερωτήματος εάν θα ήταν σκόπιμη η έκδοση νέων κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαχείριση των εταιρειών,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά την παρέλευση τριετίας από τη θέση σε λειτουργία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΤΑ), του ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ και μιας μονάδας εξυγίανσης, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει την καταλληλότητα της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων σε άλλα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ άλλων, αλλά όχι περιοριστικά, ασφαλιστικές εταιρίες και διαχειριστές κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων και θα πρέπει επίσης να εξετάσει τη σκοπιμότητα και την καταλληλότητα εγκαθίδρυσης δικτύου εθνικών ταμείων σταθερότητας για όλα τα ιδρύματα που δεν συμμετέχουν στο ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ, όπως προτείνεται στη σύσταση 3 του παραρτήματος,

Κ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να αποφευχθεί ο ηθικός κίνδυνος προκειμένου να αποτραπεί η υπερβολική ανάληψη κινδύνων, και ότι απαιτείται ένα πλαίσιο το οποίο να προστατεύει το σύστημα, όχι τους παραβάτες που συμμετέχουν στο σύστημα και ότι, ιδιαίτερα, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταμεία εξυγίανσης για την εξάλειψη των απωλειών των μετόχων των τραπεζών ή για την ανταμοιβή των διαχειριστών για τις αποτυχίες τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ιδρύματα που προσφεύγουν σε ενωσιακό ταμείο εξυγίανσης τραπεζών πρέπει να υπόκεινται σε συνέπειες, όπως διοικητικά και επανορθωτικά μέτρα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξάλειψη του "ηθικού κινδύνου" πρέπει να αποτελεί κατευθυντήρια αρχή της μελλοντικής χρηματοπιστωτικής εποπτείας,

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τρέχοντα οικονομικά, χρηματοπιστωτικά και κοινωνικά προβλήματα, καθώς και οι πολλαπλές νέες κανονιστικές απαιτήσεις που επιβάλλονται στις τράπεζες, απαιτούν μια σταδιακή και ευαίσθητη προσέγγιση, αλλά δεν πρέπει να λειτουργούν αποτρεπτικά προς μια φιλόδοξη και επείγουσα ατζέντα,

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταφορά περιουσιακών στοιχείων εντός τραπεζικού ομίλου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την επάρκεια ρευστότητας του εκχωρούντος και θα πρέπει να πραγματοποιείται σε δίκαιη αγοραία αξία ή δίκαιες τιμές αγοράς· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να αναπτυχθούν σαφείς αρχές για την εκτίμηση απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων και για τη μεταχείριση θυγατρικών ιδρυμάτων και υποκαταστημάτων που έχουν την έδρα τους στις χώρες υποδοχής,

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση θα πρέπει να καταλήξει σε κοινή συμφωνία σχετικά με το «ποιος» πρέπει να κάνει «τι», «πότε» και «πώς» σε περίπτωση κρίσης στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα,

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται στον τραπεζικό τομέα πρέπει να ενθαρρύνουν την πραγματική οικονομία στις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες χρηματοπιστωτικές και επενδυτικές ανάγκες της,

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των εθνικών κανονιστικών καθεστώτων και καθεστώτων αφερεγγυότητας πρέπει να γεφυρωθούν μέσω ενός εναρμονισμένου πλαισίου και της ενίσχυσης του διαλόγου μεταξύ των εθνικών εποπτικών φορέων και αρχών εντός των ομίλων διασυνοριακής σταθερότητας,

ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το αυξανόμενο μέγεθος, η πολυπλοκότητα και οι αλληλεπιδράσεις τόσο σε περιφερειακό όσο και σε τοπικό επίπεδο έχουν αποδείξει ότι η αποτυχία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ανεξαρτήτως μεγέθους, μπορεί να έχει αλυσιδωτές επιδράσεις σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα και, επομένως, απαιτείται ένα αποτελεσματικό πλαίσιο επίλυσης κρίσεων, το οποίο θα τεθεί σταδιακά σε ισχύ για όλες τις τράπεζες και θα εστιάσει, κατ' αρχάς, στις τράπεζες που παρουσιάζουν τον υψηλότερο κίνδυνο· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα τέτοιο πλαίσιο επίλυσης κρίσεων θα πρέπει να λάβει υπόψη όσο το δυνατό περισσότερο παρόμοιες προσπάθειες που καταβάλλουν εν προκειμένω διεθνή φόρα,

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας περιορισμένος αριθμός τραπεζών («συστημικές τράπεζες») αντιπροσωπεύει ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο συστημικού κινδύνου λόγω του μεγέθους τους, της περιπλοκότητας και της διασύνδεσής τους σε ολόκληρη την Ένωση, πράγμα που απαιτεί την επείγουσα θέσπιση στοχοθετημένου ειδικού καθεστώτος· γενικότερα, απαιτούνται ισότιμα καθεστώτα εξυγίανσης για άλλα διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα,

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα ενωσιακό πλαίσιο επίλυσης κρίσεων, προκειμένου να υποστηρίζει αποτελεσματικά τις παρεμβάσεις, απαιτεί κοινή δέσμη κανόνων, κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη και χρηματοδοτικούς πόρους που θα πρέπει, συνεπώς, να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες του προτεινόμενου καθεστώτος προτεραιότητας για τις διασυνοριακές "συστημικές" τράπεζες,

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εποπτεία, οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης και τα μέτρα που συνδέονται με την εξυγίανση πρέπει να θεωρούνται ως τρεις αλληλοσυνδεόμενες βαθμίδες ενός κοινού πλαισίου,

Λ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι το ταχύ ειδικό καθεστώς για τις διασυνοριακές "συστημικές" τράπεζες πρέπει να εξελιχθεί μεσοπρόθεσμα/μακροπρόθεσμα σε ένα καθολικό καθεστώς που θα καλύπτει όλα τα διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ένωση και το οποίο θα περιλαμβάνει ένα εναρμονισμένο ενωσιακό καθεστώς αφερεγγυότητας,

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα ταμείο σταθερότητας που θα αναπτυχθεί σε ενωσιακή βάση θα πρέπει να προορίζεται αυστηρά και μόνο για μελλοντική επίλυση κρίσεων και να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών παρεμβάσεων για αποπληρωμές παρελθόντων χρόνων ή προβλήματα που απορρέουν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/2008,

1.      ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, βάσει του άρθρου 50 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία ή περισσότερες νομοθετικές προτάσεις, σχετικά με ένα ενωσιακό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, ένα ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ και μια μονάδα εξυγίανσης, ακολουθώντας τις λεπτομερείς συστάσεις που παρατίθενται στο Παράρτημα, λαμβάνοντας υπόψη τις πρωτοβουλίες που ανέλαβαν διεθνείς φορείς, όπως η G20 και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, προκειμένου να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού παγκοσμίως, και βασιζόμενη σε μια ενδελεχή ανάλυση όλων των διαθέσιμων εναλλακτικών δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης αντικτύπου·

2.      επιβεβαιώνει ότι οι συστάσεις σέβονται την αρχή της επικουρικότητας και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών·

3.      θεωρεί ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της ζητούμενης πρότασης θα πρέπει να καλυφθούν μέσω κατάλληλων κονδυλίων του προϋπολογισμού (εξαιρουμένων των εισφορών στο Ταμείο, την ευθύνη για τις οποίες φέρουν οι συμμετέχουσες τράπεζες)·

4.      αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, καθώς και στα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ C 40, 7.2.2001, σ. 453.

(2)

ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1.

(3)

ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201.

(4)

ΕΕ L 135 της 31.5.1994, σ. 5.

(5)

ΕΕ L 125 της 5.5.2001, σ. 15.

(6)

ΕΕ L 26 της 31.1.1977, σ. 1.

(7)

ΕΕ L 295 της 20.10.1978, σ. 36.

(8)

ΕΕ L 378 της 31.12.1982, σ. 47.


ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Σύσταση 1 – σχετικά με ένα κοινό ενωσιακό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η νομοθετική πράξη που πρόκειται να εγκριθεί πρέπει να αποβλέπει στις εξής ρυθμίσεις:

1.      Να δημιουργήσει ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων με κοινή στοιχειώδη δέσμη κανόνων και, τελικά, να θεσπίσει κοινή νομοθεσία για την εξυγίανση και την αφερεγγυότητα, η οποία θα ισχύει για όλα τα τραπεζικά ιδρύματα που αναπτύσσουν δραστηριότητα στην Ένωση και θα αποσκοπεί στα εξής:

         –  προώθηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος·

         –  περιορισμός/αποτροπή της μετάδοσης μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης·

         –  περιορισμός του δημόσιου κόστους των παρεμβάσεων·

         –  βελτιστοποίηση της θέσης των καταθετών και διασφάλιση της ίσης μεταχείρισής τους σε όλη την Ένωση·

         –  διαφύλαξη της παροχής βασικών τραπεζικών υπηρεσιών·

         –  αποτροπή του ηθικού κινδύνου και ανάληψη του κόστους από τον κλάδο και τους μετόχους και εσωτερικός καταλογισμός του εξωτερικού κόστους που προκαλούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

         –  διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης κάθε ομάδας πιστωτών στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της ισότιμης μεταχείρισης όλων των θυγατρικών και υποκαταστημάτων του ίδιου διασυνοριακού ιδρύματος σε όλα τα κράτη μέλη·

         –  διασφάλιση ότι τυγχάνουν σεβασμού τα δικαιώματα των μισθωτών·

         –  ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και της ανταγωνιστικότητάς της.

2.      Να συγκλίνει προοδευτικά τις υφιστάμενες εθνικές νομοθεσίες εξυγίανσης και αφερεγγυότητας και τις εποπτικές εξουσίες και, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, να θεσπίσει ένα αποτελεσματικό ενιαίο κοινοτικό καθεστώς.

3.      Μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία που σχετίζεται με την εναρμόνιση των διατάξεων περί αφερεγγυότητας και εποπτείας, στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, πρέπει να ιδρυθεί μια ενιαία ενωσιακή αρχή εξυγίανσης, υπό μορφή αυτοτελούς οργάνου ή μονάδας εντός της ΕΑΤ.

4.      Προκειμένου να βελτιωθεί η συνεργασία και η διαφάνεια, οι ομότιμες αξιολογήσεις εκ μέρους των εποπτικών αρχών πρέπει να διεξάγονται σε τακτική βάση υπό την ηγεσία της ΕΑΤ και να βασίζονται σε προηγούμενη αυτοαξιολόγηση.

5.      Όποτε προκύπτει ανάγκη εξυγίανσης ή εκκαθάρισης ενός διασυνοριακού ιδρύματος, πρέπει να διενεργείται διεξοδική έρευνα από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, οριζόμενους από την ΕΑΤ, με σκοπό την ανάδειξη των αιτίων και των ευθυνών. Το Κοινοβούλιο πρέπει να ενημερώνεται για τα αποτελέσματα των ερευνών.

6.      Να αναθέσει στον αρμόδιο εποπτικό φορέα την αρμοδιότητα για τη διαχείριση κρίσεων (συμπεριλαμβανομένων εξουσιών έγκαιρης παρέμβασης) και για την έγκριση του σχεδίου έκτακτης ανάγκης κάθε τράπεζας, με τον εξής τρόπο:

         –  για διασυνοριακές συστημικές τράπεζες: στην ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το σώμα εθνικών εποπτικών αρχών και τους ομίλους διασυνοριακής σταθερότητας (όπως ορίζονται στο μνημόνιο συμφωνίας του Ιουνίου του 2008)·

         –  για άλλες διασυνοριακές μη συστημικές τράπεζες: στον ενοποιούντα επόπτη εντός του σώματος (στο πλαίσιο συμφωνίας στον τομέα της διακυβέρνησης), υπό τον συντονισμό της ΕΑΤ και σε διαβούλευση με τους ομίλους διασυνοριακής σταθερότητας·

         –  για τοπικές τράπεζες: στον τοπικό εποπτικό φορέα.

7.      Να σχεδιάσει μια κοινή δέσμη κανόνων διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων κοινών μεθοδολογιών και ορισμών και κοινής ορολογίας, καθώς και δέσμη σχετικών κριτηρίων για προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε σχέση με τις διασυνοριακές τράπεζες.

8.      Να καταστήσει τα σχέδια εξυγίανσης υποχρεωτική κανονιστική απαίτηση: τα σχέδια εξυγίανσης πρέπει να συμπεριλαμβάνουν μια εις βάθος αυτοαξιολόγηση του ιδρύματος και λεπτομέρειες μιας εύλογης κατανομής των περιουσιακών στοιχείων και του κεφαλαίου, με την ενδεδειγμένη ανάκτηση των μεταφορών από θυγατρικές και υποκαταστήματα προς άλλες μονάδες, και προσδιορισμό διαχωριστικών γραμμών που επιτρέπουν τον διαχωρισμό αυτοτελών λειτουργικών ενοτήτων, ιδίως όσων παρέχουν ζωτική υποδομή, όπως οι υπηρεσίες πληρωμών. Η απαίτηση για το περιεχόμενο αυτών των σχεδίων πρέπει να είναι ανάλογη με το μέγεθος της τράπεζας, τις δραστηριότητές της και τη γεωγραφική της επέκταση. Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι αυτά τα σχέδια εξυγίανσης θα πρέπει να εκσυγχρονίζονται σε τακτικά διαστήματα.

9.      Να καταρτίσει, πριν από τον Δεκέμβριο του 2011, ένα ευρωπαϊκό σύστημα εποπτικής αξιολόγησης για τράπεζες («Πίνακας κινδύνου»), βάσει κοινής ομάδας ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών το οποίο όμως θα πρέπει να αξιολογείται ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα κάθε ιδρύματος ενώ συγχρόνως θα τηρείται το απόρρητο. Το εν λόγω σύστημα θα περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής παραμέτρους:

         –  κεφάλαιο·

         –  μόχλευση·

         –  ρευστότητα·

         –  αναντιστοιχία ημερομηνίας λήξης, επιτοκίου και νομισμάτων·

         –  ρευστότητα περιουσιακών στοιχείων·

         –  μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και συγκεντρώσεις κινδύνου·

         –  αναμενόμενες απώλειες·

         –  ευαισθησία στις τιμές της αγοράς, τα επιτόκια και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες·

         –  πρόσβαση στη χρηματοδότηση·

         –  αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων·

         –  αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ελέγχων·

         –  ποιότητα διαχείρισης και εταιρική διακυβέρνηση·

         –  περιπλοκότητα και αδιαφάνεια·

         –  προοπτικές κινδύνου·

         –  συμμόρφωση με τη νομοθεσία ή τις κανονιστικές απαιτήσεις.

10.    Να δώσει στους εποπτικούς φορείς το δικαίωμα να παρεμβαίνουν βάσει ορίων της εποπτικής αξιολόγησης, σε πλήρη συμφωνία με την αρχή της αναλογικότητας και να παρέχει εύλογες περιόδους επανόρθωσης ώστε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιλύουν τα ίδια τις αδυναμίες τους.

11.    Να παρέχει στους εποπτικούς φορείς εργαλεία παρέμβασης, τροποποιώντας την σχετική τομεακή νομοθεσία ή εισάγοντας νέα τομεακή νομοθεσία, ώστε:

– να απαιτούν ρυθμίσεις κεφαλαίου (πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις), ρευστότητας, και μεταβολές στο μίγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και εσωτερικών διαδικασιών·

– να συστήνουν αλλαγές στο επίπεδο της διοίκησης·

– να επιβάλλουν παρακράτηση μερισμάτων και συναφείς περιορισμούς, με στόχο την εξυγίανση από πλευράς κεφαλαιακών απαιτήσεων·

– να περιορίζουν τους όρους των αδειών λειτουργίας τραπεζών·

– να μπορούν οι εποπτικές αρχές να ενεργοποιούν τον διαχωρισμό αυτοτελών λειτουργικών ενοτήτων, τόσο προβληματικών όσο και επιτυχημένων, από το ίδρυμα, ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα συνέχισης των βασικών λειτουργιών·

– να επιβάλλουν ολική ή μερική πώληση·

– να προβαίνουν σε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων προς άλλα ιδρύματα, με στόχο την εξασφάλιση της συνέχειας συστημικά σημαντικών λειτουργιών·

– να δημιουργήσουν μια «ενδιάμεση τράπεζα» ή μια «καλή τράπεζα»/«κακή τράπεζα»·

– να απαιτούν μετοχοποίηση χρεών, ή τη μετατροπή τους σε άλλες μορφές μετατρέψιμου κεφαλαίου ανάλογα με τη φύση του ιδρύματος, με τα κατάλληλα περιθώρια ασφαλείας·

– να προβαίνουν σε προσωρινές κρατικοποιήσεις·

– να επιβάλλουν προσωρινή αναστολή (μορατόριουμ) της ικανοποίησης αξιώσεων ορισμένων μορφών έναντι της τράπεζας·

– να ελέγχουν τις διαδικασίες μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων εντός των ομίλων·

– να διορίζουν ειδικό διαχειριστή σε επίπεδο ομίλου·

– να διευθετούν εκκαθαρίσεις.

– να επιτρέπουν στην ΕΑΤ να εγκρίνει παρέμβαση του ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ για έκτακτη μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση, εισροή κεφαλαίων και εγγυήσεις·

– να επιβάλλουν διοικητικά και επανορθωτικά μέτρα για εκείνα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν το Ταμείο.

12.    Όλα τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 11 θα εφαρμόζονται σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών και των καταθετών σε όλα τα κράτη μέλη.

Σύσταση 2 σχετικά με τις διασυνοριακές συστημικές τράπεζες

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η νομοθετική πράξη που πρόκειται να εγκριθεί πρέπει να αποβλέπει στις εξής ρυθμίσεις:

1.      Οι διασυνοριακές συστημικές τράπεζες, λόγω του ειδικού ρόλου τους στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, απαιτείται να υπαχθούν επειγόντως σε ένα νέο ειδικό καθεστώς, το οποίο θα ονομάζεται Ευρωπαϊκό Εταιρικό Τραπεζικό Δίκαιο και πρόκειται να έχει σχεδιαστεί μέχρι τα τέλη του 2011. Ένα γενικότερο καθεστώς για όλες τις άλλες διασυνοριακές τράπεζες θα προταθεί επίσης.

2.      Οι διασυνοριακές συστημικές τράπεζες θα τηρούν το νέο ενισχυμένο ειδικό καθεστώς· το εν λόγω καθεστώς θα υπερβεί τα νομικά εμπόδια για την ανάληψη αποτελεσματικής διασυνοριακής δράσης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη σαφή, ισότιμη και προβλέψιμη μεταχείριση των μετόχων, των καταθετών, των πιστωτών, των εργαζομένων και άλλων ενδιαφερόμενων, ιδιαίτερα μετά τις μεταφορές περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των ομίλων. Αυτό θα συμπεριλάβει ένα ειδικό "28ο" καθεστώς για τη διαδικασία φερεγγυότητας για τις συστημικές τράπεζες, το οποίο αργότερα θα επεκταθεί σε όλες τις διασυνοριακές τράπεζες.

3.      Η Επιτροπή εγκρίνει μέτρο για τη θέσπιση, πριν από τον Απρίλιο του 2011, κριτηρίων για τον ορισμό των διασυνοριακών συστημικών τραπεζών. Με βάση αυτά τα κριτήρια, οι εν λόγω τράπεζες θα καθορίζονται τακτικά από το Συμβούλιο Εποπτών, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικών Κινδύνων (άρθρο 12β της έκθεσης της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής στις 17 Μαΐου 2010 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής ("η έκθεση ΕΤΑ").

4.      Για καθεμία από τις διασυνοριακές συστημικές τράπεζες, η ΕΑΤ θα ασκεί εποπτεία και θα ενεργεί μέσω των αρμοδίων εθνικών αρχών (σύμφωνα με την έκθεση ΕΑΤ).

5.      Η Επιτροπή εγκρίνει μέτρο που θα προτείνει ένα μηχανισμό μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων εντός των διασυνοριακών συστημικών τραπεζών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων του κράτους υποδοχής.

6.      Ένα ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ και μια μονάδα εξυγίανσης θα υποστηρίζουν τις παρεμβάσεις της ΕΑΤ σχετικά με τη διαχείριση κρίσεων, την εξυγίανση ή την αφερεγγυότητα, όσον αφορά τις διασυνοριακές συστημικές τράπεζες.

Σύσταση 3 σχετικά με το ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η νομοθετική πράξη που πρόκειται να εγκριθεί πρέπει να αποβλέπει στις εξής ρυθμίσεις:

1.      Δημιουργείται Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ("Ταμείο"), υπό την ευθύνη της EAT, για τη χρηματοδότηση παρεμβάσεων (αποκατάσταση ή ομαλή εκκαθάριση) με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του συστήματος και τον περιορισμό της μετάδοσης των αρνητικών επιπτώσεων από αφερέγγυες τράπεζες. Η Επιτροπή παρουσιάζει στο Κοινοβούλιο, έως τον Απρίλιο του 2011, πρόταση με λεπτομέρειες σχετικά με το καταστατικό, τη δομή, τη διαχείριση, το μέγεθος, το μοντέλο λειτουργίας του ταμείου, καθώς και ακριβές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης (σύμφωνα με τα σημεία 2 και 3 παρακάτω).

2.      Το Ταμείο:

         –  είναι πανευρωπαϊκό·

         –  θα χρηματοδοτείται εκ των προτέρων από τις διασυνοριακές συστημικές τράπεζες, με γνώμονα βασιζόμενα στην αξιολόγηση κινδύνων, αντικυκλικά κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη το συστημικό κίνδυνο που θέτει κάθε επιμέρους τράπεζα. Οι τράπεζες που συνεισφέρουν στο ταμείο δεν θα έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν σε παρόμοια ταμεία σταθερότητας ή μονάδες εξυγίανσης στις χώρες τους·

         –  θα διακρίνεται και θα είναι ανεξάρτητο από τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων·

         –  θα έχει επαρκές μέγεθος για να στηρίζει τις προσωρινές παρεμβάσεις (όπως δάνεια, αγορές περιουσιακών στοιχείων, εισροές κεφαλαίων) και να καλύπτει το κόστος των διαδικασιών εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας·

         –  θα συσταθεί σταδιακά, αναγνωρίζοντας το τρέχον οικονομικό περιβάλλον·

         –  θα σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργεί ηθικό κίνδυνο και να μη χρησιμοποιείται για τη διάσωση των μετόχων των τραπεζών, ούτε για ανταμοιβή των διαχειριστών για τη δική τους αποτυχία.

3.      Η Επιτροπή θα ασχοληθεί επίσης με:

         –  τις κατευθυντήριες οδηγίες επενδύσεων για τα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου (κίνδυνος, ρευστότητα, ευθυγράμμιση με τους στόχους της ΕΕ)·

         –  τα κριτήρια επιλογής για τον φορέα διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου (εσωτερικός ή μέσω τρίτου μέρους από τον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων)·

         –  τη δυνατότητα να αποτελούν οι εισφορές δείκτη υπολογισμού των κανονιστικών συντελεστών κεφαλαιακής επάρκειας·

         –  διοικητικά μέτρα (ποινές ή συστήματα αντισταθμίσεων) για όσες διασυνοριακές συστημικές τράπεζες προσφεύγουν στο Ταμείο·

         –  τις προϋποθέσεις για ενδεχόμενη επέκταση του πεδίου δράσης του Ταμείου, προκειμένου να συμπεριλαμβάνονται όλες οι διασυνοριακές τράπεζες πέραν των διασυνοριακών συστημικών τραπεζών·

         –  την εμβέλεια (και την καταλληλότητα) της δημιουργία δικτύου εθνικών ταμείων για την κάλυψη των αναγκών όλων των ιδρυμάτων που δεν συμμετέχουν στο Ταμείο. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα ενωσιακό πλαίσιο για τη ρύθμιση υφισταμένων και μελλοντικών εθνικών ταμείων, το οποίο θα συμμορφώνεται με μια ενιαία και δεσμευτική σειρά κοινών κανόνων.

Σύσταση 4 σχετικά με τη μονάδα εξυγίανσης

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η νομοθετική πράξη που πρόκειται να εγκριθεί πρέπει να αποβλέπει στις εξής ρυθμίσεις:

1.      Θα συγκροτηθεί μονάδα εξυγίανσης στο πλαίσιο της ΕΑΤ προκειμένου να καθοδηγεί τις διαδικασίες εξυγίανσης και αφερεγγυότητας για τις συστημικές τράπεζες. Η συγκεκριμένη μονάδα:

         –  θα λειτουργεί εντός των αυστηρών ορίων που προσδιορίζονται από το νομικό πλαίσιο και τις αρμοδιότητες της ΕΑΤ·

         –  θα αποτελεί δεξαμενή εμπειρογνωμόνων του νομικού και χρηματοπιστωτικού τομέα, ιδιαίτερα πεπειραμένων σε αναδιαρθρώσεις, ανακάμψεις και εκκαθαρίσεις τραπεζών·

         –  θα συνεργάζεται στενά με τις εθνικές αρχές όσον αφορά την εφαρμογή, την τεχνική συνδρομή και την ανταλλαγή προσωπικού·

         –  θα προτείνει εκταμιεύσεις από το ταμείο σταθερότητας·

         –  όποτε προκύπτει ανάγκη εξυγίανσης ή εκκαθάρισης ενός διασυνοριακού ιδρύματος, πρέπει να διενεργεί διεξοδική έρευνα με ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, οριζομένους από την ΕΑΤ, με σκοπό την ανάδειξη των αιτίων και των ευθυνών. Το Κοινοβούλιο πρέπει να ενημερώνεται για τα αποτελέσματα των ερευνών.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.  Η πρόσφατη σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε στην ευρεία συναίνεση μεταξύ των συμφεροντούχων και του πολιτικού φάσματος ότι απαιτείται επειγόντως ανάληψη δράσης προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το κόστος της αποτροπής της κατάρρευσης και του περιορισμού της μετάδοσης της κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν άνευ προηγουμένου. Οι αρνητικές συνέπειες κυμαίνονταν από το πάγωμα σχεδόν των χρηματοπιστωτικών αγορών, που οδήγησε σε συρρίκνωση των πιστωτικών αγορών, έως την παράλυση των επιχειρήσεων, την κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας και τη μείωση των φορολογικών εσόδων. Αυτή η μαζική κατανομή πόρων αφαιρέθηκε από καίριους τομείς ανάπτυξης (από την εκπαίδευση, την καινοτομία, την έρευνα, τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας κ.λπ.).

Όπως και αν διαμορφωθεί ο συνολικός λογαριασμός στο τέλος, είναι σαφές ότι επιβαρύνθηκαν υπερβολικά οι φορολογούμενοι, η ευρωπαϊκή ανάπτυξη και οι θέσεις εργασίας, και επιβραδύνθηκε σε τεράστιο βαθμό ο ρυθμός με τον οποίο η Ευρώπη οικοδομεί το μέλλον της.

2.  Τα μέσα παρέμβασης που χρησιμοποίησαν οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικοί φορείς σε ολόκληρη την Ευρώπη διέφεραν σημαντικά και κυμαίνονταν από λιγότερο παρεμβατικές κανονιστικές δράσεις (προσωρινή άμβλυνση των κεφαλαιακών απαιτήσεων ή των απαιτήσεων ρευστότητας) έως εισροές κεφαλαίου, παροχή ρευστότητας, εγγύηση τοξικών προϊόντων, δάνεια, διαπραγμάτευση πώλησης σε άλλα ιδρύματα ή ανάληψη της ιδιοκτησίας από το κράτος. Πολύ συχνά οι παρεμβάσεις είχαν ως στόχο διασυνοριακά ιδρύματα ή τράπεζες με ουσιώδεις διεθνείς συναλλαγές (και, ως εκ τούτου, με αντίκτυπο σε τράπεζες ή άλλους πελάτες σε άλλες δικαιοδοσίες). Τα μέσα αυτά που χρησιμοποίησαν οι τοπικές αρχές διακρίνονταν από ελάχιστη διεθνή ευθυγράμμιση, πράγμα που προκάλεσε πολλά προβλήματα όπως:

· στρέβλωση του ανταγωνισμού (π.χ. μετανάστευση καταθέσεων από την Αγγλία στην Ιρλανδία όταν η ιρλανδική κυβέρνηση εγγυήθηκε όλες τις καταθέσεις)·

· προκλήσεις από μετόχους (π.χ. Northern Rock, Lloyds, RBS, Fortis, κ.λπ.)·

· σοβαρές καθυστερήσεις (που προκλήθηκαν από προκλήσεις των μετόχων) ορισμένων καίριων συναλλαγών, όπως η εξαγορά των μονάδων της Fortis στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο από τη BNP Paribas·

· σύγχυση σχετικά με τα νομικά πλαίσια και τα δικαιώματα των συμφεροντούχων·

· μέτρα προστατευτισμού.

Εν ολίγοις, η ποικιλία των προσεγγίσεων, των μεθόδων και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με έναν αορίστως συντονισμένο (την τελευταία στιγμή) τρόπο, προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες σχετικά με:

· την αποτελεσματικότητα της συνολικής άσκησης εποπτείας·

· την ασφάλεια δικαίου·

· τους ίσους όρους ανταγωνισμού και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

3.  Ο κίνδυνος μεταδίδεται ταχέως στους διάφορους τομείς λόγω των στενών δεσμών μεταξύ των τραπεζών, των ασφαλίσεων, της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων κ.λπ., πράγμα που απαιτεί διευρυμένο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων πέραν του τραπεζικού τομέα. Ωστόσο, ο ρεαλισμός επιτάσσει να ξεκινήσουμε επικεντρωνόμενοι στις τράπεζες, χωρίς να αποκλείεται η μελλοντική επέκταση του πεδίου εφαρμογής του πλαισίου.

4.  Ενώ οι σημερινές παγκόσμιες αγορές απαιτούν παγκόσμιες λύσεις, με αποτέλεσμα να απαιτείται η διεθνής ευθυγράμμιση των κανονισμών και διαδικασιών, η ΕΕ δεν θα πρέπει να αποφύγει να αναλάβει ηγετικό ρόλο και να συμμετάσχει ενεργά στον σχεδιασμό του μελλοντικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι προτάσεις που υποβάλλονται βασίζονται σε πολλαπλές συνεισφορές ευρωπαίων ακαδημαϊκών, συμφεροντούχων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, διεθνών οργανισμών όπως η ομάδα G20, το Συμβούλιο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας και το ΔΝΤ, καθώς και σε πρακτικά διδάγματα που αντλήθηκαν από την κρίση. Λύσεις όπως το Federal Deposit Insurance Corporation στις ΗΠΑ αποτέλεσαν επίσης σημαντική πηγή έμπνευσης.

5.  Επί του παρόντος, διαπιστώνεται συνονθύλευμα εθνικών πλαισίων, τα οποία δεν είναι πάντα συμβατά μεταξύ τους. Είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν ταχέως και αποτελεσματικά οι διασυνοριακοί όμιλοι που εμπίπτουν σε αρκετές δικαιοδοσίες. Μια ισχυρή και υγιής ευρωπαϊκή ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά απαιτεί συνοχή και συνεκτικότητα κανονισμών στα 27 κράτη μέλη. Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρώπη μπορεί να καταστεί τόπος αριστείας για τα διεθνή οικονομικά.

6.  Απαιτείται ισχυρή, ολοκληρωμένη προσέγγιση προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό προληπτικό πλαίσιο και δίχτυ ασφαλείας, διασφαλίζοντας και ενισχύοντας την εσωτερική αγορά. Η προσέγγιση πρέπει να είναι πολυστρωματική και να συνδυάζει με συνεκτικό τρόπο:

· μια αποτελεσματική κοινοτική εποπτική διάρθρωση, στην οποία θα περιλαμβάνονται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και τρεις τομεακές αρχές: τράπεζες, ασφαλίσεις και επαγγελματικές συντάξεις, και κινητές αξίες και αγορές·

· βελτιωμένους διεθνείς κανονισμούς, μεταξύ άλλων, μέσω αναθεώρησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων, επανακαθορισμού των κεφαλαίων της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2, κάλυψης των πρόσθετων κινδύνων, θέσπισης ποσοστών ρευστότητας, αντικυκλικών κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας, δεικτών δανειακής εξάρτησης, μεταρρύθμισης των λογιστικών προτύπων και των κανόνων σχετικά με τις αμοιβές των διοικητικών στελεχών κ.λπ.·

· ένα κοινοτικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων που μπορεί να υπερβεί τους σημερινούς περιορισμούς που προκύπτουν από βασιζόμενα σε εθνικούς κανόνες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενα καθεστώτα εξυγίανσης και αφερεγγυότητας.

7.  Όσο αποτελεσματικό και αν είναι ένα πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, ο κίνδυνος και η πτώχευση θα παραμείνουν σημαντικά χαρακτηριστικά μιας χρηματοπιστωτικής αγοράς που λειτουργεί εύρυθμα. Συνεπώς, οι τρέχουσες προτάσεις αποσκοπούν να διατηρήσουν τη διάσταση του «δημόσιου αγαθού» των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, και όχι απλώς να διασώσουν μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η «αποκατάσταση» ή η «ευθανασία» πρέπει να παραμείνουν ως εναλλακτικές εκβάσεις παρέμβασης. Αυτή η αβεβαιότητα είναι ζωτικής σημασίας για την αποφυγή του ηθικού κινδύνου.

8.  Οι παρεμβάσεις πρέπει να σχεδιαστούν έτσι ώστε να μετακυλιστεί η επιβάρυνση από τους φορολογούμενους και τους καταθέτες στον κλάδο, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».

9.  Το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης πρέπει να το επωμιστούν οι μέτοχοι και εν μέρει οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές μέσω κατάλληλων περιθωρίων ασφαλείας. Η ενίσχυση διάσωσης πρέπει πάντα να αποπληρώνεται.

10.  Η ανάγκη για ίσους όρους ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό τομέα της Ευρώπης δεν μπορεί να παραβλέπει την ύπαρξη σοβαρών ανισορροπιών μεταξύ των κρατών μελών, που γίνονται εμφανείς στη δυσκολία αποδοχής κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών μέσων, τη διευθέτηση προβλημάτων μεταξύ χωρών καταγωγής και χωρών υποδοχής, τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον επιμερισμό του βάρους και τους φόβους για θεσμική αιχμαλωσία. Το πρόβλημα της ανεπαρκούς αμοιβαίας εμπιστοσύνης έχει επιδεινωθεί από την κρίση.

11.  Πρόοδος όσον αφορά την ανάπτυξη κοινής προσέγγισης θα επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ανοικτής, «από τη βάση προς τα πάνω» διαδικασίας εποικοδομητικού διαλόγου μεταξύ σωμάτων εποπτών και εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών.

12.  Οι διαρκείς οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της κρίσης, που οδηγούν σε τεράστιο δημόσιο έλλειμμα και δανειακή επιβάρυνση των κρατών μελών, η ημιτελής κατάσταση της εποπτικής διάρθρωσης της ΕΕ και του κοινού κανονιστικού πλαισίου και η συνολική επίπτωση των αυξημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων, των απαιτήσεων ρευστότητας, των προγραμμάτων εγγύησης καταθέσεων κ.λπ. στις τράπεζες απαιτούν έναν σταδιακό και ισορροπημένο οδικό χάρτη για την επίτευξη του επιθυμητού κοινού κοινοτικού πλαισίου για τη διαχείριση της διασυνοριακής κρίσης.

13.  Ωστόσο, είναι εμφανές ότι έφτασε η στιγμή να επιλέξει η Ευρώπη μεταξύ της λήψης περαιτέρω μέτρων προς ένα κοινό μέλλον ή ενός εθνικιστικού προσανατολισμού. Η τελευταία επιλογή σίγουρα δεν αποτελεί λύση. Αλλά η υλοποίηση της πρώτης επιλογής απαιτεί μακροχρόνια διαδικασία σύγκλισης και οικοδόμησης αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ενώ χρειάζονται άμεσες λύσεις για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχουν οι συστημικές τράπεζες.

14.  Πράγματι, λιγότερες από 50 τράπεζες (από τις 12°000 τράπεζες στην ΕΕ) αντιπροσωπεύουν το 70% του ενεργητικού των τραπεζών. Ο υψηλός κίνδυνος που ενέχουν οφείλεται στο μέγεθός τους, την περιπλοκότητα και τη διασύνδεσή τους με το υπόλοιπο σύστημα. Τα προβλήματά τους επιφέρουν σημαντικούς κραδασμούς σε διάφορους τομείς και χώρες.

15.  Ενώ το να ξεκινήσουμε με τις συστημικές τράπεζες μπορεί να ακούγεται υπερβολικά φιλόδοξο, το ότι τους δίνουμε προτεραιότητα αντιμετωπίζει τον πυρήνα του προβλήματος και μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα σε εμβρυϊκό στάδιο για την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ενός καθολικού καθεστώτος που θα καλύπτει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και, εντέλει, τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

16.  Η παρούσα πρόταση ωθεί προς τις συνεχιζόμενες ρυθμιστικές εξελίξεις, ιδίως αυτές που αφορούν την εποπτική διάρθρωση της ΕΕ, θέτοντας την ΕΑΤ σε κεντρική θέση για την οικοδόμηση κοινής νοοτροπίας εποπτείας και αποδίδοντάς της ηγετικό ρόλο σε ό,τι αφορά τις συστημικές τράπεζες.

17.  Τα υποχρεωτικά σχέδια έκτακτης ανάγκης/εξυγίανσης, που αναπτύσσονται για κάθε ίδρυμα εντός των σωμάτων εποπτών με πληροφορίες από τους ομίλους διασυνοριακής σταθερότητας, φαίνεται να αποτελούν το ιδανικό μέσο για την επίτευξη συναίνεσης όσον αφορά τη διάγνωση και τις λύσεις για τις διασυνοριακές τράπεζες (συστημικές ή όχι).

18.  Η επιλογή για μελλοντική διαχείριση κρίσεων από ένα ταμείο σταθερότητας (ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο και υπό δημόσια διαχείριση) αντί για τη θέσπιση τραπεζικού τέλους βασίζεται στην πεποίθηση ότι:

· η άμεση διαθεσιμότητα πόρων αποτελεί προϋπόθεση για μια αποτελεσματική παρέμβαση·

· είναι σημαντικό να συνδεθούν με διαφανή τρόπο οι εισφορές του κλάδου και το κόστος εξάλειψης της «ρύπανσής» του·

· ο πανευρωπαϊκός χαρακτήρας του εν λόγω ταμείου είναι ο καλύτερος τρόπος να κατανικηθεί η εθνικιστική συμπεριφορά όταν εμφανιστεί μια κρίση.

Παρόλο που το μέγεθος του ταμείου απαιτεί περαιτέρω έρευνα, οι εισφορές πρέπει να βασίζονται στους κινδύνους. Η διαχείριση της ρευστότητας του ταμείου πρέπει να είναι συντηρητική και ταυτόχρονα το ταμείο να χρησιμοποιείται με τον καλύτερο τρόπο δεδομένου του στρατηγικού προγράμματος της ΕΕ.

19.  Ο προτεινόμενος διαχωρισμός του ταμείου σταθερότητας από τα προγράμματα εγγύησης καταθέσεων απορρέει από την αναγνώριση των διαφορετικών σκοπών τους και τον φόβο ότι η ανάμιξη πόρων θα μπορούσε, στη χειρότερη περίπτωση, να θέσει σε κίνδυνο την αποζημίωση των καταθετών.

20.  Η εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται και το πεδίο εφαρμογής των διαδικασιών εξυγίανσης που αφορούν τις συστημικές τράπεζες θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη σύσταση ειδικής υπηρεσίας (όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Federal Deposit Insurance Corporation στις ΗΠΑ). Ωστόσο, λόγοι που σχετίζονται με τη γραφειοκρατία και τον περιορισμό των δαπανών υπαγορεύουν σαφώς να ξεκινήσουμε με μια ελαφρύτερη υποδομή που θα λειτουργεί ως ειδική μονάδα εντός της ΕΑΤ.

21.  Οι υφιστάμενοι νόμοι και δικαστικές πρακτικές σχετικά με την αφερεγγυότητα και τη χρεοκοπία διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ των χωρών και τείνουν να επικεντρώνονται στην προστασία των πιστωτών και των μετόχων και όχι στη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Συνεπώς, η θέσπιση ενός καθολικού ευρωπαϊκού καθεστώτος εξυγίανσης θα απαιτήσει μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία εναρμόνισης. Η θέσπιση ευρωπαϊκού εταιρικού τραπεζικού δικαίου (το οποίο είναι εμπνευσμένο από την υφιστάμενη οδηγία για το ευρωπαϊκό εταιρικό δίκαιο), που πρόκειται να υιοθετηθεί από όλες τις συστημικές τράπεζες, φαίνεται λοιπόν να είναι απαραίτητη για την επίτευξη προόδου στο εγγύς μέλλον.

22.  Οι καιροί επιτάσσουν μια φιλόδοξη, αλλά ταυτόχρονα ισορροπημένη και ρεαλιστική προσέγγιση. Πρέπει να αδράξουμε αυτήν την ιστορική ευκαιρία που μας δίνεται. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ενεργήσει σύμφωνα με την εντολή του και θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες και την εμπιστοσύνη των ευρωπαίων πολιτών.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (1.6.2010)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με τη διαχείριση διασυνοριακών κρίσεων στον τραπεζικό τομέα

(2010/2006(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Sebastian Valentin Bodu

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Ένωση υπάρχει μια εσωτερική αγορά τραπεζικών υπηρεσιών και όχι ένα σύνολο υπηρεσιών ανεξάρτητων μεταξύ τους, και ότι αυτή η εσωτερική αγορά έχει καίρια σημασία για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης,

1.  πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να εφαρμόζει σε επίπεδο Ένωσης υποχρεωτικά μέτρα για όλα τα κράτη μέλη, και παράλληλα να εξουσιοδοτεί τις εθνικές εποπτικές αρχές να διεξάγουν καθημερινή εποπτεία στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο·

2.  είναι της γνώμης ότι οι "διαθήκες" πρέπει να εγκρίνονται από τον οργανισμό εποπτείας που διεξάγει την καθημερινή εποπτεία των τραπεζών, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αλλαγές σημειώνονται και λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου οι "διαθήκες" να μπορούν νε είναι ενημερωμένες και σχετικές·

3.  θεωρεί ότι η διάλυση ενός τραπεζικού ομίλου πρέπει να υφίσταται ως επιλογή και στο στάδιο I (παρέμβαση σε αρχικό στάδιο)·

4.  εκτιμά ότι η μεταφορά στοιχείων ενεργητικού/ρευστών στοιχείων από μια θυγατρική/ένα υποκατάστημα στη μητρική εταιρεία δεν πρέπει να επιτρέπεται, εάν τούτο οδηγεί στην αποσταθεροποίηση της θυγατρικής/του υποκαταστήματος και έχει μείζονες αρνητικές συνέπειες για το κράτος μέλος υποδοχής·

5.  πιστεύει ότι η έγκαιρη παρέμβαση σε τραπεζικές κρίσεις και η επίλυσή τους θα πρέπει να ενεργοποιούνται με βάση σαφώς καθορισμένα κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η υποκεφαλαιοποίηση, η μειωμένη ρευστότητα και η υποβάθμιση της ποιότητας ή αξίας των στοιχείων του ενεργητικού· είναι της άποψης ότι η παρέμβαση πρέπει να συνδέεται με συστήματα εγγύησης των καταθέσεων·

6.  θεωρεί ότι στόχος ενός νομοθετικού πλαισίου της ΕΕ για τη διαχείριση διασυνοριακών κρίσεων είναι να εξουσιοδοτεί τις αρχές να εγκρίνουν μέτρα που περιλαμβάνουν και την παρέμβαση στη διαχείριση τραπεζικών ομίλων, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο (ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στις τράπεζες καταθέσεων, όταν υπάρχει δυνατότητα συστημικού κινδύνου)·

7.  θεωρεί επίσης ότι στόχος ενός νομοθετικού πλαισίου της ΕΕ για τη διαχείριση διασυνοριακών κρίσεων είναι να ρυθμίζει τους διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους και τις επιμέρους τράπεζες που προβαίνουν σε διασυνοριακές πράξεις αποκλειστικά μέσω υποκαταστημάτων· θεωρεί επίσης ότι η ρύθμιση πρέπει να είναι ενιαία σε ό,τι αφορά τους διασυνοριακούς τραπεζικούς ομίλους·

8.  επισημαίνει ότι η Αρχή θα πρέπει να λειτουργεί με βάση τις ακόλουθες αρχές:

     –   ισότιμη προστασία των πιστωτών και των μειοψηφικών μετόχων σε όλα τα κράτη μέλη όπου υπάρχουν θυγατρικές/υποκαταστήματα,

     –   αναλογική κατανομή του κόστους που συνδέεται με την έγκαιρη παρέμβαση και την επίλυση τραπεζικών κρίσεων σε όλα τα κράτη μέλη στην επικράτεια των οποίων ασκεί τη δραστηριότητά της η τράπεζα την οποία αφορά η παρέμβαση (π.χ. με βάση την αξία των στοιχείων του ενεργητικού σε κάθε κράτος)· θεωρεί λιγότερο επιθυμητή την επιλογή της κοινής περιοδικής χρηματοδότησης·

9.  κρίνει ότι πρέπει ωστόσο να υπάρχουν εξαιρέσεις από ορισμένες απαιτήσεις που επιβάλλει το εταιρικό δίκαιο της ΕΕ, που να επιτρέπουν την παρέμβαση μιας αρχής στην τραπεζική δραστηριότητα, σε καταστάσεις όπου τούτο δικαιολογείται από το δημόσιο συμφέρον·

10. θεωρεί ότι, σε περίπτωση που ανακύψει ζήτημα αποζημίωσης των μετόχων, πιστωτών ή αντισυμβαλλόμενων της αγοράς, η αποζημίωση πρέπει να βασίζεται στην αξία ρευστοποίησης της τράπεζας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενα ποσά που έχουν ληφθεί ως κρατική ενίσχυση·

11. θεωρεί ότι η συνεργασία και η επικοινωνία μεταξύ αρχών και αρμοδίων διοίκησης για καταστάσεις εξυγίανσης και αφερεγγυότητας διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων μπορεί να βελτιωθεί με τη δημιουργία μιας δέσμης ex-ante κατευθυντηρίων γραμμών·

12. θεωρεί ότι κάθε ταμείο δημόσιας ενίσχυσης ή εξυγίανσης πρέπει να σχεδιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο ηθικός κίνδυνος και να προλαμβάνεται η υπερβολική ανάληψη κινδύνου· θεωρεί, ειδικότερα, ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ταμεία εξυγίανσης για την παροχή εγγυήσεων στους μετόχους τραπεζών, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπίζουν πλήρως τις επιπτώσεις οιωνδήποτε απωλειών, ενώ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ταμεία εξυγίανσης ούτε για την καταβολή επιδομάτων·

13. υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι είναι σημαντικό να πραγματοποιούνται πλήρεις αξιολογήσεις αντικτύπου σε κάθε εξέταση του ερωτήματος εάν θα ήταν σκόπιμη η έκδοση νέων κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαχείριση των εταιρειών·

14. πιστεύει ότι μια ενιαία προσέγγιση για την πρόληψη της πτώχευσης ενός τραπεζικού ομίλου θα ήταν πιο κοντά στην έννοια μιας εσωτερικής αγοράς.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

1.6.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Gerald Häfner, Daniel Hannan, Klaus-Heiner Lehne, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Evelyn Regner, Alexandra Thein, Diana Wallis, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Zbigniew Ziobro, Tadeusz Zwiefka, Димитър Стоянов

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Piotr Borys, Kurt Lechner, Toine Manders, Angelika Niebler

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Mara Bizzotto, Jutta Steinruck


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

22.6.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

40

5

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Godfrey Bloom, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Pascal Canfin, Νικόλαος Χουντής, George Sabin Cutaş, Rachida Dati, Leonardo Domenici, Diogo Feio, Elisa Ferreira, Vicky Ford, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Enikő Győri, Liem Hoang Ngoc, Othmar Karas, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Astrid Lulling, Hans-Peter Martin, Arlene McCarthy, Íñigo Méndez de Vigo, Sławomir Witold Nitras, Ivari Padar, Alfredo Pallone, Άννυ Ποδηματά, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Kay Swinburne, Ramon Tremosa i Balcells, Corien Wortmann-Kool, Слави Бинев

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Elena Băsescu, David Casa, Saïd El Khadraoui, Sari Essayah, Sophia in ‘t Veld, Syed Kamall, Philippe Lamberts, Илиaна Ивaнова

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου