ΕΚΘΕΣΗ  σχετικά με τον ΕΟΧ-Ελβετία: Εμπόδια ως προς την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς

29.6.2010 - (2009/2176(INI))

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
Εισηγητής: Rafał Trzaskowski

Διαδικασία : 2009/2176(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A7-0216/2010
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A7-0216/2010
Συζήτηση :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τον ΕΟΧ-Ελβετία: Εμπόδια ως προς την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς

(2009/2176(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της 22ας Ιουλίου 1972 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Κρατών Μελών της, από τη μία μεριά, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, από την άλλη, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, και συγκεκριμένα το Παράρτημα I για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και το Παράρτημα III για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία της 25ης Ιουνίου 2009 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την απλοποίηση των ελέγχων και των διατυπώσεων ως προς τη μεταφορά εμπορευμάτων και τα τελωνειακά μέτρα ασφαλείας,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση ως προς την αξιολόγηση της πιστότητας,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία της 21ης Ιουνίου 1999 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με ορισμένες πτυχές των δημοσίων συμβάσεων,

–   έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο της 27ης Μαΐου 2008 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Κρατών Μελών της, από τη μία πλευρά, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, από την άλλη, ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σχετικά με τη συμμετοχή, ως Συμβαλλόμενα Μέρη, της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας βάσει της προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–   έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο της 26ης Οκτωβρίου 2004 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Κρατών Μελών της, από τη μία πλευρά, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, από την άλλη, ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σχετικά με τη συμμετοχή, ως Συμβαλλόμενα Μέρη, της Δημοκρατίας της Τσεχίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Δημοκρατίας της Σλοβακίας βάσει της προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου,

–   έχοντας υπόψη την Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (η «Οδηγία για τις Υπηρεσίες»)[1],

–   έχοντας υπόψη την Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων[2],

–   έχοντας υπόψη το Ψήφισμα της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που εγκρίθηκε στην 33η συνάντηση της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής του ΕΟΧ,

–   έχοντας υπόψη την Έκθεση της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου για την Ετήσια Έκθεση της Ίδρυσης της Συμφωνίας ΕΟΧ του 2008,

 έχοντας υπόψη την Έκθεση Ελβετικής Εξωτερικής Πολιτικής της 2ας Σεπτεμβρίου 2009,

 έχοντας υπόψη τον 25ο πίνακα αποτελεσμάτων της Εσωτερικής Αγοράς των Κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ,

 έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και συγκεκριμένα το Άρθρο 217 που δίνει στην Ένωση το δικαίωμα σύναψης διεθνών συμφωνιών,

–   έχοντας υπόψη τον Κανονισμό 48 του Κανονισμού,

– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και της Προστασίας των Καταναλωτών (A7-0216/2010),

A. εκτιμώντας ότι τα τέσσερα Κράτη Μέλη (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία και Ελβετία) της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) αποτελούν σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), με την Ελβετία και τη Νορβηγία να αποτελούν αντίστοιχα τον τέταρτο και πέμπτο πιο σημαντικό εμπορικό εταίρο της ΕΕ σύμφωνα με τον όγκο των συναλλαγών,

B.   εκτιμώντας ότι οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των τριών Κρατών Μελών ΕΖΕΣ (Ισλανδία, Λιχτενστάιν και Νορβηγία) βασίζονται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) που προβλέπει πλήρη συμμετοχή στην εσωτερική αγορά, με τη Συμφωνία ΕΟΧ να αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης και επίβλεψης σε υψηλό θεσμικό πλαίσιο,

Γ.   εκτιμώντας ότι η συμμετοχή της Ελβετίας στη Συμφωνία ΕΟΧ αμφισβητήθηκε από λαϊκή ψηφοφορία το 1992 και συνεπώς οι σχέσεις μεταξύ Ελβετίας και ΕΕ βασίζονται σε περισσότερες από 120 διμερείς και τομεακές συμφωνίες που προβλέπουν ένα μεγάλο βαθμό ολοκλήρωσης αλλά όχι πλήρη συμμετοχή στην εσωτερική αγορά,

Εισαγωγή

1.   θεωρεί τη Συμφωνία ΕΟΧ κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης· χαιρετίζει το γενικά θετικό ιστορικό των Κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ στην εφαρμογή της νομοθεσίας της εσωτερικής αγοράς, όπως φαίνεται από τον πίνακα αποτελεσμάτων της Εσωτερικής Αγοράς των Κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ· σημειώνει ότι οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας θέτουν πολύ περισσότερες προκλήσεις όσον αφορά την εφαρμογή της Συμφωνίας για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Προσώπων (FMPA)·

2.   σημειώνει ότι οι διμερείς συμφωνίες δεν δημιουργούν κάποιον αυτόματο μηχανισμό προσαρμογής του περιεχομένου τους στη μετέπειτα εξέλιξη του σχετικού κεκτημένου· αναγνωρίζει ότι η αυτόνομη προσαρμογή του εθνικού δικαίου στο δίκαιο της ΕΕ στους τομείς που καλύπτονται από διμερείς συμφωνίες, προκύπτει από την κυρίαρχη απόφαση του Ελβετικού λαού να μην ενταχθεί στον ΕΟΧ, η οποία πρέπει να γίνει απόλυτα σεβαστή·

Εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς: χώρες ΕΟΧ ΕΖΕΣ

3.   χαιρετίζει τη συμπερίληψη βελτιωμένων δεδομένων των χωρών ΕΟΧ ΕΖΕΣ στον ετήσιο πίνακα αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές· ενθαρρύνει την Εποπτεύουσα Αρχή του ΕΟΧ, με τη βοήθεια και σε συνεργασία με την Επιτροπή, για την περαιτέρω ανάπτυξη του συστηματικού ελέγχου της εφαρμογής της νομοθεσίας της εσωτερικής αγοράς·

4.   σημειώνει ότι με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβόνας υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το ποια νομοθεσία της ΕΕ είναι σχετική με τον ΕΟΧ· θεωρεί ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πιο αργή εφαρμογή της νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά στα Κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει μια εκτίμηση της κατάστασης·

5.   σημειώνει ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας βελτιώνει το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στη λήψη αποφάσεων στην ΕΕ· θεωρεί ότι, αναλογικά, τα κοινοβούλια στα Κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ πρέπει να έχουν μεγαλύτερο ρόλο στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ σχετικά με προτάσεις για τον ΕΟΧ· καλεί την Επιτροπή να παρέχει στα εθνικά κοινοβούλια των Κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ τις νομοθετικές προτάσεις που στέλνονται στα εθνικά κοινοβούλια των Κρατών Μελών της ΕΕ για διαβούλευση·

6.   καλεί την Επιτροπή να επισημοποιήσει τη διαδικασία κοινοποίησης των νέων κανονισμών και της νομοθεσίας της ΕΕ που εμπίπτουν στο πεδίο της Συμφωνίας ΕΟΧ προκειμένου να μειωθεί το χάσμα μεταξύ της έγκρισης νέας νομοθεσίας και της πιθανής εφαρμογής της από τα Κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ·

7.   ενθαρρύνει την παροχή από τα Κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ επαρκών πόρων για την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με την εσωτερική αγορά· θεωρεί την εφαρμογή της οδηγίας για τις υπηρεσίες και ιδιαίτερα τη δημιουργία υπηρεσίας ενιαίας εξυπηρέτησης εξαιρετικά σημαντικές στο πλαίσιο αυτό·

8.   αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας της εσωτερικής αγοράς στις χώρες ΕΟΧ ΕΖΕΣ συντελείται, για θεσμικούς λόγους, αναγκαστικά με πιο αργούς ρυθμούς απ' όσο στην ΕΕ· επισημαίνει ότι, παρά τις διαφορετικές αυτές συνθήκες και τον συνολικά θετικό απολογισμό, εξακολουθούν να υπάρχουν και στα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ δυνατότητες για περαιτέρω μείωση του ελλείμματος εφαρμογής·

9.   σημειώνει ότι ήδη βρίσκονται υπό συζήτηση άλλες σημαντικές νομοθετικές προτάσεις Εσωτερικής Αγοράς, συμπεριλαμβανομένης και της πρότασης της Επιτροπής για Οδηγία Δικαιωμάτων των Καταναλωτών· καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τη συμμετοχή των Κρατών Μελών ΕΟΧ ΕΖΕΣ σε αυτές τις συζητήσεις·

Εφαρμογή των κανονισμών εσωτερικής αγοράς: Ελβετία

10. χαιρετίζει την επιτευχθείσα πρόοδο προς την απελευθέρωση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας και, συγκεκριμένα, τις θετικές επιπτώσεις της Συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (FMPA), όπως μαρτυρείται από τις συνεχείς αυξήσεις στους αριθμούς των αποσπασμένων εργαζομένων και των αυτοαπασχολούμενων παρόχων υπηρεσιών από την ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην Ελβετία από το 2005 έως το 2009· σημειώνει ότι αυτή η τάση ήταν αμοιβαία επωφελής·

11. σημειώνει ότι η Ελβετία έχει υιοθετήσει έναν αριθμό υποστηρικτικών μέτρων που συνοδεύουν την FMPA με στόχο την προστασία των εργαζομένων εναντίον του κοινωνικού και μισθολογικού ντάμπινγκ, την παροχή ίσης μεταχείρισης για παρόχους υπηρεσιών στην Ελβετία και την ΕΕ και τη διαφύλαξη της δημόσιας στήριξης της συμφωνίας· παρατηρεί ότι αυτά τα μέτρα μπορεί να εμποδίσουν την παροχή υπηρεσιών από επιχειρήσεις της ΕΕ, κυρίως από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στην Ελβετία· σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας αριθμός αυτών των υποστηρικτικών μέτρων θα είναι αποδεκτός μόνο εφόσον προστατεύουν αναλογικά το γενικό συμφέρον που δεν προστατεύεται ήδη στο κράτος προέλευσης των παρόχων υπηρεσιών·

12. επισημαίνει ότι τα ακόλουθα υποστηρικτικά μέτρα, ειδικότερα, είναι δυσανάλογα σε ό,τι αφορά τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία και καθιστούν δυσχερή την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελβετία: η ισχύουσα στην Ελβετία υποχρέωση εκ των προτέρων κοινοποίησης με οκταήμερη προθεσμία αναμονής, η υποχρέωση συμβολής στα έξοδα εκτέλεσης των τριμερών επιτροπών, καθώς και η υπερβολικά αυστηρή επιβολή· στο πλαίσιο αυτό, ζητεί επίσης από τις ελβετικές αρχές να ανακαλέσουν ρυθμιστικές διατάξεις που υποχρεώνουν τις ξένες επιχειρήσεις που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες να θέτουν εγγύηση χρηματοοικονομικής χρηστότητας·

13.  εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στο αεροδρόμιο Zürich-Kloten, όπου οι ελβετικές αρχές αρνήθηκαν σε γερμανικά και αυστριακά ταξί να πάρουν επιβάτες, και εκφράζει σοβαρές αμφιβολίες για το αν αυτό το μέτρο είναι σύμφωνο με την FMPA· ζητεί από την Επιτροπή να ερευνήσει ενδελεχώς το θέμα αυτό·

14. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τα μέτρα που εμποδίζουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εντός της ΕΕ και τα οποία προκαλούν επίσης προβλήματα για τους Ελβετούς παρόχους υπηρεσιών, και να λάβει μέτρα, εφόσον κριθεί απαραίτητο·

15. ενθαρρύνει την Ελβετική Κυβέρνηση και τα καντόνια να βασιστούν στις εμπειρίες της ΕΕ και του ΕΟΧ όσον αφορά την ελευθέρωση του τομέα των υπηρεσιών μέσω της εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες· τονίζει ότι, από οικονομική άποψη, η οδηγία για τις υπηρεσίες αποδεικνύεται ότι ευνοεί την ελευθέρωση όχι μόνο μεταξύ αλλά και εντός των κρατών μελών, μέσω της διαδικασίας ελέγχου της εθνικής νομοθεσίας, και ότι αίρει τα περιττά εμπόδια στην εγκατάσταση και στην αξιολόγηση από εμπειρογνώμονες, όπου τα κράτη μέλη δικαιολογούσαν οποιουσδήποτε περαιτέρω περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος· φρονεί, κατά συνέπεια, ότι μια παρόμοια πρακτική θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη για τη χάραξη του δρόμου για ενισχυμένη παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών μεταξύ ΕΕ και Ελβετίας·

16. χαιρετίζει τις προσπάθειες που καταβάλλει η Ελβετική Κυβέρνηση για τη βελτίωση της διαθεσιμότητας πληροφοριών προς τις επιχειρήσεις από την ΕΕ·

17. χαιρετίζει την απόφαση του Ελβετικού Κοινοβουλίου να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 2005/36/EΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και ζητεί από την Ελβετία και την Επιτροπή να εξεύρουν το ταχύτερο δυνατόν συμφωνία για την εφαρμογή της οδηγίας·

18. παρατηρεί ότι γενικά η FMPA δεν περιλαμβάνει μια συνολική συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, κάτι που καλύπτεται μερικώς μόνο από συγκεκριμένες διμερείς συμφωνίες· τονίζει ότι μια εκτεταμένη συμφωνία σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών θα απέφερε σε αμφότερες τις πλευρές σημαντικά οικονομικά πλεονεκτήματα· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή και την Ελβετία να εξετάσουν την πιθανότητα έναρξης διαπραγματεύσεων με στόχο τη σύναψη μιας συνολικής συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών·

19. σεβόμενο πλήρως τις αιτίες της ειδικής φύσης των σχέσεων μεταξύ Ελβετίας και ΕΕ, θεωρεί ότι πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε παρόμοιοι ή παράλληλοι κανονισμοί εσωτερικής αγοράς, μεταξύ άλλων στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στην ΕΕ και την Ελβετία, προκειμένου να διασφαλισθεί η ισότιμη συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά·

20  τονίζει το αμοιβαίο ενδιαφέρον της ΕΕ και της Ελβετίας για βελτίωση της ομοιογένειας στην εφαρμογή της FMPA και για μια πιο έγκαιρη σύγκλιση της νομοθεσίας εσωτερικής αγοράς της Ελβετίας και της ΕΕ που θα παρείχε στους οικονομικούς φορείς και από τις δύο πλευρές ένα πιο διαφανές και προβλέψιμο περιβάλλον·

21. χαιρετίζει την ανεξάρτητη τάση των ελβετικών αρχών να λαμβάνουν υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ που εκδόθηκε μετά την υπογραφή της FMPA· χαιρετίζει την πρόσφατη απόφαση για τη συμπερίληψη στην ελβετική νομοθεσία της αρχής Cassis de Dijon·

22. ενθαρρύνει την Επιτροπή και την Ελβετία να επιτύχουν ταχεία συνεννόηση στο πλαίσιο των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων επί διμερών συμφωνιών, μεταξύ άλλων στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων· καλεί την Επιτροπή και την Ελβετία να διατυπώσουν αυτές και μελλοντικές συμφωνίες με όσο το δυνατό πιο σαφή και διορατικό τρόπο, ώστε να περιοριστούν εκ των προτέρων σημαντικά οι δυνατότητες ανομοιογενούς εφαρμογής·

23. καλεί την Επιτροπή και την Ελβετία να εξετάσουν την ανάπτυξη ενός μηχανισμού ταχύτερης προσαρμογής της FMPA στην εξέλιξη του σχετικού κεκτημένου στους τομείς που εμπίπτουν στο πλαίσιό της·

24. καλεί την Επιτροπή και την Ελβετία να εξετάσουν τρόπους εξεύρεσης οριζόντιων λύσεων σε ορισμένα θεσμικά ζητήματα, να μειώσουν την κατάτμηση και να αυξήσουν τη διαφάνεια του συστήματος λήψης αποφάσεων, να βελτιώσουν την επικοινωνία μεταξύ των Μικτών Επιτροπών και να εξετάσουν την εισαγωγή ενός αποτελεσματικού μηχανισμού διευθέτησης των διαφορών·

25. ζητεί την καλύτερη επικοινωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ελβετίας και περισσότερη συμμετοχή των Ελβετών εκπροσώπων στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των αντίστοιχων οργάνων του·

26. σημειώνει ότι, υπό το φως των νέων προκλήσεων στις σημερινές και τις προβλεπόμενες διαπραγματεύσεις σε μια σειρά τομέων πολιτικής, στους οποίους συγκαταλέγεται και η προστασία των καταναλωτών, είναι ανάγκη να συζητηθεί η δυνατότητα υπέρβασης του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου και, ενδεχομένως, σύναψης μιας συνολικής διμερούς συμφωνίας προς το αμοιβαίο συμφέρον της Ελβετίας και της ΕΕ·

°

° °

27. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

  • [1]  ΕΕ L 376, 27.12.2006, σ.36.
  • [2]  ΕΕ L 255, 30.9.2005, σ.22.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Τα τέσσερα Κράτη Μέλη (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία και Ελβετία) της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) αποτελούν σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), με την Ελβετία και τη Νορβηγία να αποτελούν αντίστοιχα τον τέταρτο και πέμπτο πιο σημαντικό εμπορικό εταίρο της ΕΕ βάσει του όγκου συναλλαγών. Θεωρείται ότι τα τέσσερα Κράτη Μέλη της ΕΖΕΣ και τα Κράτη Μέλη της ΕΕ ανήκουν εξίσου σημαντικά σε έναν κοινό πολιτιστικό χώρο αναφορικά με τις κοινές αξίες και την πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά.

1. Σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των Κρατών Μελών ΕΖΕΣ

Οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και του Λιχτενστάιν βασίζονται στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) που συνήφθη την 1η Ιανουαρίου 1992 μεταξύ της Ισλανδίας, της Νορβηγίας, του Λιχτενστάιν, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ) και των Κρατών Μελών της. Ο κύριος στόχος αυτής της συμφωνίας είναι η επέκταση της εσωτερικής αγοράς της ΕΚ στις τρεις αυτές χώρες ΕΖΕΣ. Καλύπτει τις ίδιες «τέσσερις ελευθερίες» όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά δίνει επίσης τη δυνατότητα στις χώρες ΕΟΧ ΕΖΕΣ να συμμετέχουν σε ορισμένες συνοδευτικές πολιτικές, όπως η προστασία των καταναλωτών και η περιβαλλοντική πολιτική. Η συμφωνία βασίζεται στην αρχή της ομοιογένειας κάτι που σημαίνει ότι η νομοθεσία ΕΟΧ στους τομείς που καλύπτονται από τη συμφωνία, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κεκτημένο.

Είναι επίσης ιδιαίτερης σημασίας να συμπεριληφθούν τα μέλη ΕΟΧ ΕΖΕΣ σε συζητήσεις για επερχόμενα σημαντικά τμήματα νομοθεσίας της ΕΕ, όπως π.χ. την πρόταση για Οδηγία Δικαιωμάτων των Καταναλωτών.

Η Ελβετία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην ολοκλήρωση της συμφωνίας ΕΟΧ. Ωστόσο, η συμμετοχή της χώρας στη συμφωνία προσβλήθηκε από λαϊκή ψήφο το 1992. Οι σχέσεις μεταξύ Ελβετίας και ΕΕ διευθετήθηκαν περαιτέρω με βάση έναν αριθμό διμερών συμφωνιών με την ΕΚ και τα Κράτη Μέλη της.

2. Θεσμικό πλαίσιο: Δύο διαφορετικά μοντέλα οικονομικής ολοκλήρωσης χωρίς ένταξη

Η Συμφωνία ΕΟΧ δημιουργεί κοινά όργανα που αποτελούνται από τους εκπροσώπους των συμβαλλομένων μερών που διαχειρίζονται τη συμφωνία. Μια Μικτή Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την τρέχουσα διαχείριση της συμφωνίας και την ενσωμάτωση της κοινοτικής νομοθεσίας στις διατάξεις της. Αποτελείται από πρέσβεις των κρατών ΕΟΧ/ΕΖΕΣ στην ΕΕ, εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών μελών της ΕΕ.

Η διαχείριση της Συμφωνίας ΕΟΧ γίνεται σε υψηλά θεσμικό πλαίσιο: Η Γραμματεία ΕΖΕΣ είναι υπεύθυνη για την καθημερινή διαχείριση της Συμφωνίας ΕΟΧ. Η Εποπτεύουσα Αρχή ΕΖΕΣ επιβλέπει την εφαρμογή του σχετικού για τον ΕΟΧ κεκτημένου στη νομοθεσία των κρατών μελών ΕΟΧ ΕΖΕΣ. Έχει επίσης την αρμοδιότητα να θέσει σε εφαρμογή διαδικασία παράβασης στο Δικαστήριο ΕΖΕΣ, το οποίο είναι η δικαστική αρχή του ΕΟΧ.

Δεν υπάρχει τέτοιο συνολικό θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση των σχέσεων ΕΕ-Ελβετίας. Κάθε διμερή τομεακή συμφωνία τη διαχειρίζεται ξεχωριστή Μικτή Επιτροπή που αποτελείται από εκπροσώπους των συμβαλλομένων μερών. Από την πλευρά της ΕΕ, ρόλο κλειδί διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Τόσο η Συμφωνία ΕΟΧ όσο και οι διμερείς συμφωνίες προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία συμπερίληψης του νέου κεκτημένου. Όποτε υιοθετείται ένα νέο μέτρο που είναι σχετικό με τον ΕΟΧ, η Γραμματεία ΕΖΕΣ ετοιμάζει μια απόφαση της Μικτής Επιτροπής για την τροποποίηση του παραρτήματος της σχετικής συμφωνίας, η οποία συνήθως εγκρίνεται αργότερα από την Μικτή Επιτροπή. Εάν το Σύνταγμα των χωρών ΕΟΧ ΕΖΕΣ απαιτεί έγκριση από το κοινοβούλιο ή μέσω δημοψηφίσματος, η έναρξη ισχύος είναι δυνατή μόνο μετά την εκπλήρωση αυτής της απαίτησης.

Ως προς τις διμερείς συμφωνίες, η αντίστοιχη απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια Μικτή Επιτροπή Ελβετίας-ΕΕ, έπειτα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Οι Μικτές Επιτροπές μπορούν να κάνουν αλλαγές στα παραρτήματά τους μόνο εφόσον αυτές είναι τεχνικής φύσης. Ωστόσο, πέραν μιας εξαίρεσης, δεν μπορούν να αλλάξουν τις κύριες διατάξεις των συμφωνιών.

3. Κύρια ευρήματα του Σχεδίου Έκθεσης

3.1. Συμφωνία ΕΟΧ και εφαρμογή των κανονισμών της εσωτερικής αγοράς

Η Συμφωνία ΕΟΧ ουσιαστικά διασφάλισε τη συμμετοχή στην εσωτερική αγορά της Ισλανδίας, του Λιχτενστάιν και της Νορβηγίας. Κατά τη διάρκεια των περισσότερο από 15 χρόνων της εφαρμογής της, η Συμφωνία ΕΟΧ αποτελεί σημαντική κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης προς το κοινό όφελος των χωρών ΕΟΧ ΕΖΕΣ και των κρατών μελών της ΕΕ.

Δεδομένου του εύρους του πλαισίου της Συμφωνίας ΕΟΧ, ο εισηγητής αναγνωρίζει ότι το σχέδιο έκθεσής του επιτρέπει μόνο μια συνολική εκτίμηση της κατάστασης της εφαρμογής της νομοθεσίας της εσωτερικής αγοράς στις χώρες ΕΟΧ ΕΖΕΣ, χωρίς να συζητηθούν σε βάθος διαφορετικοί τομείς πολιτικής.

Ο εισηγητής πιστεύει ότι η πορεία της εφαρμογής των κανονισμών εσωτερικής αγοράς στα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ είναι γενικά καλή, όπως φαίνεται από τον πίνακα αποτελεσμάτων του 2009 της Εσωτερικής Αγοράς των Κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ. Ευρισκόμενος στο 0,7%, ο μέσος όρος του ελλείμματος μεταφοράς της Ισλανδίας, του Λιχτενστάιν και της Νορβηγίας είναι ο ίδιος όπως στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ.

Ο εισηγητής θεωρεί ότι είναι σημαντικό για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ να προχωρήσουν σε μια δομημένη συζήτηση με τα κράτη μέλη ΕΟΧ ΕΖΕΣ. Καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συγκεκριμένα, να συμπεριλάβει τα κράτη μέλη ΕΟΧ ΕΖΕΣ περισσότερο στην τρέχουσα συζήτηση για τα ζητήματα εσωτερικής αγοράς. Σημειώνει τη σημασία ανταλλαγής καλών πρακτικών στην εφαρμογή των κανονισμών της εσωτερικής αγοράς για τα όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη ΕΟΧ ΕΖΕΣ. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνει ότι το πρόγραμμα Πανευρωπαϊκών Επιγραμμικών Δημόσιων Συμβάσεων (PEPPOL) που συντονίζεται από τη Νορβηγία και που θα καταστήσει ευκολότερο για τους δημόσιους φορείς σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες να προβαίνουν σε διασυνοριακές συμβάσεις αποτελεί ένα παράδειγμα καλής συνεργασίας και ανταλλαγής καλών πρακτικών στο πλαίσιο ΕΟΧ. Ένα άλλο παράδειγμα επιτυχημένου προγράμματος είναι η άσκηση κοινής εποπτείας της αγοράς και συμμόρφωσης ως προς τους φόρους των αεροπορικών εταιρειών, τα τέλη, τις εισφορές, και τις προσαυξήσεις που εφαρμόστηκε υπό νορβηγική ηγεσία.

Ο εισηγητής θεωρεί ότι η έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβόνας περιλαμβάνει δύο νέες προκλήσεις για τη Συμφωνία ΕΟΧ σε θεσμικό επίπεδο.

Καταρχάς, καθώς η συμφωνία ΕΟΧ βασίζεται στη δομή πυλώνων της ΕΕ που εγκαταλείπεται στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το ποια νομοθεσία της ΕΕ είναι σχετική με τον ΕΟΧ. Αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο αργή εφαρμογή της νομοθεσίας της εσωτερικής αγοράς στα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ. Ο εισηγητής θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να παρέχει μια εκτίμηση της κατάστασης.

Δεύτερον, η Συνθήκη της Λισσαβόνας ενισχύει το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στη λήψη αποφάσεων της ΕΕ. Ο εισηγητής θεωρεί ότι, αναλογικά, τα κοινοβούλια των κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ ως προς τις προτάσεις τις σχετικές με τον ΕΟΧ. Προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρέχει στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών ΕΟΧ ΕΖΕΣ τις νομοθετικές προτάσεις που αποστέλλονται στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών της ΕΕ για διαβούλευση.

Ο εισηγητής σημειώνει ότι τα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ βρίσκονται στη διαδικασία εφαρμογής της Οδηγίας για τις Υπηρεσίες. Ενθαρρύνει τα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ να παρέχουν επαρκείς πόρους για την εφαρμογή της Οδηγίας για τις υπηρεσίες και ιδίως για τη δημιουργία των υπηρεσιών ενιαίας εξυπηρέτησης. Ενθαρρύνει επιπλέον τα κράτη ΕΟΧ ΕΖΕΣ να χρησιμοποιήσουν την εφαρμογή της Οδηγίας για τις Υπηρεσίες ως μια ευκαιρία για την ανάπτυξη των υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

3.2. Συμφωνία για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Προσώπων/Σχέσεις ΕΕ-Ελβετίας

Ο εισηγητής σημειώνει ότι η Ελβετία συμβάλλει με τον τρόπο της στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

Η ΕΕ έχει συνάψει περισσότερες από 120 διμερείς και τομεακές συμφωνίες με την Ελβετία, οι πιο σημαντικές από τις οποίες είναι η Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών που υπεγράφη το 1972, οι 7 συμφωνίες των αποκαλούμενων «Διμερών I» (ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, επίγειες και εναέριες μεταφορές, τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο, δημόσιες συμβάσεις, έρευνα, γεωργία) που συνήφθησαν το 1999 και οι «Διμερείς IΙ» που συνήφθησαν το 2004 (Συνθήκες Σένγκεν-Δουβλίνο, καταπολέμηση της απάτης, φορολόγηση των αποταμιεύσεων, στατιστικές, μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα, συντάξεις, περιβάλλον, Μέσα και μια κοινή δήλωση προθέσεων σχετικά με τη συνάφεια ως προς τα Προγράμματα Εκπαίδευσης).

Το σχέδιο έκθεσης επικεντρώνεται στη λειτουργία της Συμφωνίας για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Προσώπων (FMPA) μεταξύ της ΕΕ, των κρατών μελών της και της Ελβετίας που συνήφθη ως μέρος των «Διμερών Ι».

Καταρχάς, ο εισηγητής παρατηρεί ότι η FMPA είχε σημαντικές θετικές επιπτώσεις όπως φάνηκε από τις συνεχείς αυξήσεις στον αριθμό των αποσπασμένων εργαζομένων και των αυτοαπασχολούμενων παρόχων υπηρεσιών από την ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην Ελβετία από το 2005 έως το 2009, συμβάλλοντας έτσι σε μια περαιτέρω εμβάθυνση των οικονομικών δεσμών μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας. Υπάρχουν σχεδόν 200.000 διασυνοριακοί εργαζόμενοι που μετακινούνται καθημερινά από και προς τον τόπο κατοικίας του από την ΕΕ ή τις χώρες ΕΖΕΣ, που πηγαίνουν κάθε μέρα στην Ελβετία για δουλειά.

Παρ’ όλες αυτές τις θετικές εξελίξεις, ο εισηγητής θεωρεί ότι υπάρχουν επίσης μια σειρά θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως προς την εφαρμογή της FMPA. Έχουν θιγεί ζητήματα τόσο από παρόχους υπηρεσιών της ΕΕ όσο και από τις ελβετικές αρχές.

Επιχειρήσεις της ΕΕ έχουν σημειώσει αρκετά εμπόδια στην εφαρμογή της συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, συμπεριλαμβανομένης ιδιαίτερα της απαίτησης κοινοποίησης των 8 ημερών για επιχειρήσεις από την ΕΕ που επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες στην Ελβετία και την απαίτηση συμβολής στα έξοδα εκτέλεσης των τριμερών επιτροπών. Ως αντίδραση σε αυτές τις επικρίσεις, η Ελβετική Κυβέρνηση βελτίωσε τη διαθεσιμότητα των σχετικών πληροφοριών για επιχειρήσεις, κυρίως μέσω μιας ιστοσελίδας που παρέχει πληροφορίες για τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας στην Ελβετία. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επέστησαν επίσης την προσοχή του εισηγητή σε ρυθμίσεις που υποχρεώνουν τις ξένες επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες να θέτουν εγγύηση χρηματοοικονομικής χρηστότητας. Τέτοιες διατάξεις φαίνονται να είναι δυσανάλογες με βάση την FMPA, καθώς μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσουν ένα τέτοιο ποσόν για την ένταξή τους στην ελβετική αγορά. Ο εισηγητής σημειώνει με μεγάλη λύπη ότι η πρόσφατη απόφαση του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου που απορρίπτει το μέτρο αυτό αμφισβητήθηκε από το καντόνι της Βασιλείας, το οποίο κατέθεσε έφεση εναντίον της απόφασης. Και πάλι, κατανοώντας τους δισταγμούς, ο εισηγητής ερωτά εάν μέτρα αυτού του είδους είναι αναλογικά.

Οι Ελβετοί πάροχοι υπηρεσιών διαμαρτύρονται, μεταξύ άλλων, σχετικά με την απαίτηση της γερμανικής νομοθεσίας, κατά την απόσπαση εργαζομένων για να επιχειρήσουν στη Γερμανία, για το ότι οι ελβετικές κατασκευάστριες εταιρείες υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές στο γερμανικό ταμείο άδειας ακόμη κι αν πρέπει να καταβάλλουν άδεια μετ’ αποδοχών στην Ελβετία. Ένα άλλο ζήτημα που έχει αναφερθεί από ελβετικές εταιρείες σχετίζεται με την υποχρεωτική δεκαετή εγγύηση για όλες τις εργασίες που αφορούν κτήρια στη Γαλλία. Όλοι οι κατασκευαστές πρέπει να εγγράφονται σε μια αντίστοιχη ασφάλεια σε γαλλική ασφαλιστική εταιρεία. Οι ελβετικές αρχές υποστηρίζουν ότι είναι πολύ δύσκολο για τις ελβετικές εταιρείες να αποκτήσουν αυτή την ασφάλεια.

Ο εισηγητής παρατηρεί ότι τόσο η υποχρέωση συμβολής στο γερμανικό ταμείο άδειας όσο και η υποχρεωτική δεκαετής εγγύηση μπορούν να θεωρηθούν εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ωστόσο φαίνεται να μην αποτελούν διακρίσεις καθώς εφαρμόζονται εξίσου εντός της ΕΕ. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η υποχρέωση συμβολής στο γερμανικό ταμείο άδειας μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να θεωρηθεί συμβατή με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών που εγγυάται η Συνθήκη.[1]

Ο εισηγητής θεωρεί ότι πρέπει να εξετασθούν όλες οι περιπτώσεις έτσι ώστε η εφαρμογή της FMPA να μπορεί να βελτιωθεί διασφαλίζοντας ότι παρόμοιοι ή παράλληλοι κανονισμοί εσωτερικής αγοράς θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στην ΕΕ και την Ελβετία προκειμένου να διασφαλίζεται η ουσιαστική συμμετοχή της Ελβετίας στην εσωτερική αγορά. Μια αυξημένη ομοιογένεια στην εφαρμογή της FMPA και μια πιο έγκαιρη σύγκλιση της νομοθεσίας εσωτερικής αγοράς της Ελβετίας και της ΕΕ, θα παρείχε στους οικονομικούς φορείς και από τις δύο πλευρές ένα πιο διαφανές και προβλέψιμο περιβάλλον προς το αμοιβαίο συμφέρον της Ελβετίας και της ΕΕ. Αναγνωρίζει την ίδια στιγμή όλες τις προσπάθειες των ελβετικών δικαστηρίων να λάβουν υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προέκυψε μετά την υπογραφή της FMPA.

Ο εισηγητής αναγνωρίζει ότι, λόγω της ελβετικής συνταγματικής τάξης, η αυτόματη εφαρμογή του νέου κεκτημένου θα ήταν ασυμβίβαστη με το ελβετικό πολιτικό σύστημα και τις παραδόσεις. Γνωρίζει επίσης τις προκλήσεις για την Ελβετική Κυβέρνηση προκειμένου να διασφαλίσει την αποδοχή της FMPA μεταξύ του ελβετικού λαού, δεδομένου, ιδιαίτερα, ότι κάθε τροποποίηση ή διεύρυνση της συμφωνίας μπορεί να υπόκειται σε λαϊκή ψηφοφορία.

Ο εισηγητής ενθαρρύνει, παρόλα αυτά, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ελβετία να συνεργαστούν προκειμένου να βελτιώσουν την εφαρμογή της FMPA και άλλων διμερών συμφωνιών που αφορούν την εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς. Ο εισηγητής καλεί την Επιτροπή και την Ελβετία να εξετάσουν τη δυνατότητα μιας συνολικής διμερούς συμφωνίας ώστε να ενισχυθεί η ομοιογένεια της εφαρμογής του κεκτημένου που εμπίπτει στο πλαίσιο των συμφωνιών στην εσωτερική αγορά και την Ελβετία, μεταξύ δε άλλων και του νέου κεκτημένου, και να εξεύρουν οριζόντιες λύσεις σε ορισμένα θεσμικά ζητήματα.

  • [1]  Βλ. τις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C-49/98, C-50/98, C-52/98 έως C-54/98 και C-68/98 έως C-71/98 (Finalarte et al).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

24.6.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

32

2

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pablo Arias Echeverría, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, António Fernando Correia De Campos, Jürgen Creutzmann, Christian Engström, Evelyne Gebhardt, Louis Grech, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Philippe Juvin, Sandra Kalniete, Eija-Riitta Korhola, Edvard Kožušník, Kurt Lechner, Toine Manders, Hans-Peter Mayer, Gianni Pittella, Mitro Repo, Robert Rochefort, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Laurence J.A.J. Stassen, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Emilie Turunen, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler, Κυριάκος Τριανταφυλλίδης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Cornelis de Jong, Emma McClarkin, Rafał Trzaskowski, Wim van de Camp