ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την πολιτική ελέγχου: Διδάγματα που αντλήθηκαν από την κρίση

30.5.2011 - (2011/2037(INI))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
Εισηγητής: Antonio Masip Hidalgo
Συντάκτης γνωμοδότησης (*):
Kay Swinburne, Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων
(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – άρθρο 50 του Κανονισμού

Διαδικασία : 2011/2037(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A7-0200/2011
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A7-0200/2011
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πολιτική ελέγχου: Διδάγματα που αντλήθηκαν από την κρίση

(2011/2037(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με την πολιτική ελέγχου: διδάγματα που αντλήθηκαν από την κρίση (COM(2010)0561)),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαΐου 2011 για την εταιρική διακυβέρνηση στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς[1],

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 10ης Μαρτίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών[2]

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών[3],

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A7-0200/2011),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι με την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση το έργο του ελεγκτή,

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την κρίση, η ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχει αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στους εύκαμπτους, σποραδικούς και αναποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και διαχείρισης κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τα σημαντικά από συστημική άποψη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (SIFI),

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ελεγκτές θεωρούνται ότι είναι σε θέση να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην ενίσχυση της εποπτείας σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως ο ρόλος των επιτροπών λογιστικού ελέγχου στους κόλπους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

Ε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ποιοτικός έλεγχος είναι θεμελιώδους σημασίας για την οικονομική σταθερότητα και την εμπιστοσύνη των αγορών, καθώς προσφέρει εγγυήσεις για την αυθεντικότητα της χρηματοπιστωτικής ευρωστίας των εταιρειών,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεξαρτησία του ελεγκτή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ποιότητα του ελέγχου,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφερόντων όταν ελεγκτικά γραφεία παρέχουν διαφορετικές υπηρεσίες στην ίδια εταιρεία,

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς που οφείλεται στις τέσσερεις μεγάλες εταιρείες ελέγχου ενδέχεται να αυξήσει υπέρμετρα τις πιθανότητες κινδύνου· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι οι μικρότερες εταιρείες εμφανίζουν διαφοροποίηση και ότι πρέπει να ενθαρρύνεται η ανάπτυξη και η εμπειρογνωμοσύνη τους μέσω της παροχής περισσοτέρων ευκαιριών ανταγωνισμού,

Θ. Λαμβάνοντας υπόψη, κατά συνέπεια, ότι πρέπει να ξεκινήσει ένας διάλογος σε βάθος σχετικά με το ρόλο του ελεγκτή και τη δομή της αγοράς υπηρεσιών ελέγχου,

Γενικά θέματα

1. έχει θετική άποψη για την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής και επιδοκιμάζει τη συνολική της προσέγγιση του θέματος,

2. έχει θετική άποψη για τα βασικά θέματα της Πράσινης Βίβλου σχετικά δηλαδή με τις δυνατότητες βελτίωσης του υποχρεωτικού ελέγχου, παρόλο που στο παρελθόν δεν υπήρχαν αδιάσειστες ενδείξεις για τη διεξαγωγή του υποχρεωτικού ελέγχου χωρίς να τηρούνται οι συναφείς κανόνες και απαιτήσεις·

3.  έχει την άποψη ότι η συζήτηση σχετικά με το ρόλο του ελεγκτή πρέπει να συμβαδίζει με μια ενίσχυση του ρόλου της επιτροπής ελέγχου, η οποία σήμερα είναι ελάχιστα αποτελεσματική, καθώς και των χρηματοοικονομικών στοιχείων και των πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους, τις οποίες πρέπει να παρέχουν οι επιχειρήσεις·

4.  διαπιστώνει ότι προς το παρόν δεν υφίσταται επαρκής βάση για μια τελική εκτίμηση, και συνεπώς υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι απαιτείται η μεγαλύτερη χρήση κανονισμών και μια ευρεία και εις βάθος αξιολόγησης αντικτύπου των διαφόρων πολιτικών επιλογών επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στα πρακτικά θέματα σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη βελτίωση της νομοθεσίας, αναδεικνύοντας τη σημασία της λογιστικής διαχείρισης όσον αφορά την παροχή ακριβών πληροφοριών σχετικά με τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη των εταιριών και συμπεριλαμβάνοντας μια ανάλυση των ομάδων συμφερόντων με στόχο την αποσαφήνιση της διάρθρωσης της μελέτης αξιολόγησης αντικτύπου για τις διάφορες ομάδες, όπως οι ΜΜΕ, τα SIFI και άλλες εταιρείες εισηγμένες ή μη στο χρηματιστήριο· θεωρεί ότι πρέπει να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος για τους χρήστες των εκθέσεων ελέγχου, όπως οι επενδυτές και οι ρυθμιστικές αρχές των SIFI· ζητά από την Επιτροπή να αναλύσει την προστιθέμενη αξία που θα προκύψει τόσο από την προτεινόμενη ρύθμιση όσο και από την προοδευτική εναρμόνιση των κανόνων και των πρακτικών ελέγχου στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά·

5.  χαιρετίζει την αναγνώριση της αναλογικότητας στην Πράσινη Βίβλο·

Ρόλος του ελεγκτή

6.  φρονεί ότι ο νόμιμος λογιστικός έλεγχος επιτελεί κοινωνική αποστολή και υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον δεδομένου ότι συνιστά ένα απόλυτα θεμελιώδες συστατικό του δημοκρατικού οικονομικού και πολιτικού συστήματος και επικροτεί συνεπώς την βούληση που εκφράζεται στην Πράσινη Βίβλο για την αύξηση της διαφάνειας και την βελτίωση της ποιότητας των εκθέσεων λογιστικού ελέγχου ώστε να συμβάλλουν στη σταθερότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς και να διευκολύνουν την πρόσβαση στην χρηματοδότηση·· τάσσεται υπέρ οποιωνδήποτε μέτρων βασίζονται στο γεγονός ότι οι δαπάνες και επιβαρύνσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αντισταθμίζονται μέσω της σημαντικής βελτίωσης της ποιότητάς τους και μέσω των τακτικών εξωτερικών αξιολογήσεων και της δέουσας ρυθμιστικής εποπτείας· τονίζει την ανάγκη ειδικής προς τούτο νομοθεσίας·

7.  επισημαίνει ότι η διασφάλιση ενός συστήματος λογιστικού ελέγχου υψηλής ποιότητας αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός υγιούς πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει τις προτάσεις της επί της εταιρικής διακυβέρνησης και επί του λογιστικού ελέγχου στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με συνεκτική μορφή·

8.  υπογραμμίζει τη σημασία της έκθεσης λογιστικού ελέγχου για τους μετόχους και για το κοινό· αναγνωρίζει την αρχή που μπορεί να περιγραφεί με την έκφραση «ο έλεγχος είναι έλεγχος» και εφιστά προσοχή στους υψηλούς κινδύνους που ενέχει η εφαρμογή διαφορετικών προτύπων, με συνέπεια την υπονόμευση της ασφάλειας του δικαίου· τάσσεται συνεπώς υπέρ της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

9.  συμφωνεί με την Επιτροπή επί της αρχής ότι τα πορίσματα της έκθεσης ελέγχου πρέπει να επικεντρώνονται περισσότερο στην ουσία και λιγότερο στον τύπο·

10. καλεί την Επιτροπή να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο η αποστολή του ελεγκτή μπορεί να διευρυνθεί στον έλεγχο των πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους, οι οποίες παρέχονται από την ελεγχόμενη μονάδα, χωρίς να παραθεωρείται ο έλεγχος των πληροφοριών που παρέχονται από τις κύριες οικονομικές καταστάσεις· προτείνει να ενημερώνονται οι ελεγκτές για όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η επιτροπή κινδύνου παρακάμπτεται.

11. φρονεί ότι οι εκθέσεις ελέγχου πρέπει να είναι σύντομες, με σαφή και συνοπτικά συμπεράσματα, και πρέπει να εξετάζουν όλες τις πτυχές του νόμιμου πεδίου αρμοδιοτήτων των ελεγκτών· Θεωρεί ότι ο ελεγκτής πρέπει να παρέχει στην επιτροπή ελέγχου και στη γενική συνέλευση συμπληρωματικές εξηγήσεις για γενικά θέματα όπως για παράδειγμα η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τη κατάρτιση του ισολογισμού, και για συγκεκριμένα θέματα όπως για παράδειγμα δείκτες-κλειδιά, σημαντικά αριθμητικά στοιχεία, αξιολόγηση του κινδύνου σε συνδυασμό με σοβαρές λογιστικές εκτιμήσεις ή αξιόπιστες γνωμοδοτήσεις που έχουν εκδοθεί, καθώς και ειδικά προβλήματα που ανέκυψαν κατά τον έλεγχο·

12. ζητεί οι εκθέσεις λογιστικού ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να περιλαμβάνουν απαιτήσεις αναλυτικής πληροφόρησης γύρω από την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων μικρότερης ρευστότητας, ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση των εκτιμήσεων χρηματοπιστωτικών μέσων μεταξύ των ιδρυμάτων·

13. υπογραμμίζει ότι ο ελεγκτής πρέπει να έχει την υποχρέωση να σημαίνει τον κώδωνα του κινδύνου στον επόπτη ή την αρμόδια αρχή σε περίπτωση που εντοπίσει προβλήματα τα οποία ενδέχεται να θέσουν εν κινδύνω τη σταθερότητα της ελεγχόμενης οντότητας· προτείνει να γίνονται διμερείς συναντήσεις μεταξύ των ελεγκτών και των εποπτικών αρχών μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

14. επισημαίνει την ευθύνη που δυνητικά μπορεί να προκύπτει από την παροχή πληροφοριών πέραν αυτών που απαιτούνται από τη νομοθεσία· πιστεύει, ωστόσο, ότι η κοινωνία αξιώνει από τους ελεγκτές να έχουν τόσο μελλοντοστραφή όσο και εξωστρεφή αρμοδιότητα, ειδικά όσον αφορά μεγάλες και συστημικά σημαντικές εταιρείες· είναι της γνώμης ότι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στους ελεγκτές και που είναι προς το δημόσιο συμφέρον και σχετίζονται με κινδύνους, λειτουργίες εκτός ισολογισμού ή μελλοντικά δυνητικά ανοίγματα, πρέπει πάντα να αποκαλύπτονται στις ρυθμιστικές αρχές και στις περισσότερες περιπτώσεις να γίνονται διαθέσιμες στο κοινό·

15. ζητεί να ενισχυθεί ο ρόλος των επιτροπών λογιστικού ελέγχου όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κάτι που μπορεί να γίνει εάν υποχρεούνται να εγκρίνουν μοντέλο αξιολόγησης κινδύνου που θα περιλαμβάνει εξατομικευμένες συγκρίσεις εταιρειών με κριτήριο σημεία αναφοράς όπως οι κοινοποιημένες δυνητικές μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες, οι τραπεζικές συμφωνίες, οι μελλοντικές ταμειακές ροές, η διαχείριση κινδύνων, οι εκτιμήσεις της διοίκησης, η αποδοχή μειζόνων λογιστικών αρχών· καθώς και οποιοιδήποτε λοιποί προβλέψιμοι κίνδυνοι σε σχέση με το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας· ζητεί να υποβάλλεται, σε ετήσια βάση, η αξιολόγηση αυτή στα εκτελεστικά και εποπτικά συμβούλια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, παράλληλα με την πλήρη έκθεση περί λογιστικού ελέγχου, για εξέταση και έγκριση·

16. εκτιμά ότι η επαγγελματική επιφυλακτικότητα αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ελέγχου και αφορά όλες αλλά και την καθεμιά χωριστά από τις φάσεις του ελέγχου· επισημαίνει ότι η επιφυλακτικότητα αυτή επιτυγχάνεται με την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία του ελεγκτή, σε συνδυασμό με την επαγγελματική κρίση που αναπτύσσεται μέσω της εμπειρίας, την οποία δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τυπικές διαδικασίες·

17. πιστεύει ότι το σύστημα των εκθέσεων ελέγχου με επιφύλαξη δεν πρέπει να επανεξεταστεί, καθώς ο σκοπός του είναι αποτρεπτικός και συνεισφέρει στην υψηλή ποιότητα των χρηματοοικονομικών στοιχείων·

18. πιστεύει ότι ο η άνετη και τακτική επικοινωνία μεταξύ του εξωτερικού ελεγκτή, του εσωτερικού ελεγκτή και της επιτροπής ελέγχου είναι ουσιώδης για έναν αποτελεσματικό έλεγχο, δεδομένου ότι είναι απαραίτητο να τηρούνται ενήμεροι οι μέτοχοι - λόγου χάρη, σχετικά με τους λόγους της εκλογής, της επανεκλογής ή της ανάκλησης του ελεγκτή - μέσω συγκεκριμένων διευκρινίσεων της έκθεσης της επιτροπής ελέγχου·

19. εκτιμά ότι οι ελεγκτές πρέπει να έχουν δικαίωμα γνώμης στις γενικές συνελεύσεις της εταιρείας σε ζητήματα που σχετίζονται με το ρόλο τους ως ελεγκτές·

20. πιστεύει ότι υπάρχει ανάγκη οι δύο όψεις του ελέγχου – η εσωτερική και η εξωτερική – να οριοθετηθούν ξεκάθαρα στη νομοθεσία·

Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα (ISA)

21. προτείνει στην Επιτροπή να υιοθετήσει επειγόντως τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα (ISA), τα οποία θα διευκρινιστούν μέσω ενός κανονισμού, γεγονός που θα επέτρεπε την εναρμόνιση των ελέγχων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα διευκόλυνε τα καθήκοντα των εποπτικών αρχών· πιστεύει ότι ο έλεγχος είναι ένας και μοναδικός, ανεξάρτητα από το μέγεθος της ελεγχόμενης εταιρείας, αλλά ότι είναι σημαντικό να προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ)· υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι, πέρα από τις εταιρείες για τις οποίες πρέπει να ισχύουν τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα, υπάρχουν επίσης και άλλες εταιρείες οι οποίες, παρά το γεγονός ότι εξαιρούνται από τα πρότυπα αυτά, πρέπει παρόλα αυτά να υπόκεινται σε ελέγχους της οικονομικής τους κατάστασης από εγκεκριμένες ελεγκτικές εταιρείες·

Διακυβέρνηση και ανεξαρτησία των ελεγκτικών γραφείων

22. συμφωνεί ότι υφίσταται θέμα αναπόφευκτης σύγκρουσης συμφερόντων εφόσον ο ελεγκτής διορίζεται και αμείβεται από την ελεγχόμενη επιχείρηση· ωστόσο, δεν θεωρεί επί του παρόντος ότι δικαιολογείται ο εν λόγω διορισμός από κάποιον τρίτο· ζητεί, έχοντας αυτό υπόψη και με την επιφύλαξη του άρθρου 37, παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ, να ενισχυθεί ο ρόλος της επιτροπής ελέγχου·

23. έχει την άποψη ότι ο ελεγκτής, όπου προβλέπεται, πρέπει να διορίζεται από την επιτροπή ελέγχου και όχι από το διοικητικό συμβούλιο της ελεγχόμενης οντότητας, ενώ τουλάχιστον τα μισά από τα μέλη της επιτροπής ελέγχου θα πρέπει να έχουν κατάλληλη πείρα σε θέματα λογιστικής και λογιστικού ελέγχου· θεωρεί ότι η επιτροπή ελέγχου πρέπει να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να εγγυάται την ανεξαρτησία του ελεγκτή, ιδίως όσον αφορά τις συμβουλευτικές υπηρεσίες που παρέχει ή προσφέρεται να παρέχει ο ελεγκτής·

24. εκτιμά ότι οι ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του ελεγκτή όπως και οι κανόνες για τη διασφάλιση της ποιότητας του ελέγχου πρέπει να εξετάζονται λεπτομερώς από δημόσια εποπτική αρχή που θα είναι πλήρως ανεξάρτητη από το επάγγελμα·

25. υποστηρίζει τη δημιουργία ενός διεθνούς κώδικα χρηστής διαχείρισης για τις ελεγκτικές εταιρείες που ελέγχουν επιχειρήσεις κοινής ωφελείας·

26. συμφωνεί ότι η ανεξαρτησία των ελεγκτών είναι καθοριστικής σημασίας και ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα προς αποφυγή της υπέρμετρης οικειότητας· προτείνει στην Επιτροπή να πραγματοποιήσει μια αξιολόγηση αντικτύπου που θα καλύπτει μια σειρά επιλογών, ειδικότερα την εξωτερική εναλλαγή και τον αντίκτυπο των εθελοντικών κοινών λογιστικών ελέγχων· θεωρεί μεν δυνατή την ενίσχυση της ανεξαρτησίας του ελεγκτή με εξωτερική εναλλαγή, επαναλαμβάνει δε την άποψή του ότι η βέλτιστη κανονιστική λύση δεν είναι η εξωτερική εναλλαγή, αλλά μάλλον η τακτική αλλαγή εσωτερικών ελεγκτών, όπως επιβεβαιώνεται και στην οδηγία 2006/43/ΕΚ, και ότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις εναλλαγής εταίρων παρέχουν την αναγκαία ανεξαρτησία για την αποτελεσματική διεξαγωγή των ελέγχων·

27. καλεί την Επιτροπή να μεριμνά ώστε οι πρακτικές των εταιρειών να συνεισφέρουν στη διαφύλαξη των θεσπισμένων μέτρων προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής εναλλαγής των βασικών ελεγκτικών εταίρων, ακόμα και όταν οι εν λόγω εταίροι αλλάζουν εταιρεία·

28.  προτείνει την εξέταση επιλογών πέραν ή επιπροσθέτως του σταθερού κύκλου εναλλαγής - επί παραδείγματι, στην περίπτωση χρησιμοποίησης κοινών ελέγχων ο κύκλος εναλλαγής μπορεί να είναι διπλάσιος από ότι στην περίπτωση μεμονωμένου ελεγκτή, καθώς η δυναμική στην περίπτωση των περισσότερων μερών είναι διαφορετική, και η εναλλαγή κοινών λογιστικών ελέγχων θα μπορούσε επίσης να προγραμματίζεται κλιμακωτά·

29. εκτιμά ότι θα πρέπει να τεθεί μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των υπηρεσιών ελέγχου και των υπηρεσιών άλλων από αυτές του ελέγχου, που παρέχουν τα μεγάλα γραφεία ελέγχου στον πελάτη, προκειμένου να αποφεύγεται η σύγκρουση συμφερόντων όπως αναφέρεται στο άρθρο 22, παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ και σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος· θα μπορούσε έτσι να περιοριστεί το "low balling" (τεχνητή μείωση των τιμών του ελέγχου), με την ελπίδα αντιστάθμισης των μειωμένων αυτών τιμών από άλλες συμπληρωματικές υπηρεσίες· φρονεί, για το λόγο αυτό, ότι ο διαχωρισμός πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις εταιρείες και τους πελάτες τους· καλεί την Επιτροπή, παραπέμποντας στις συστάσεις του 2000 σχετικά με την εκ του νόμου ανεξαρτησία των ελεγκτών, να καταρτίσει κατάλογο των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι υπηρεσίες αυτές θα θεωρούνται ασυμβίβαστες με τις ελεγκτικές υπηρεσίες· αναγνωρίζει ότι η παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών, όταν δεν είναι ασυμβίβαστη με την ανεξαρτησία του ελεγκτή, μπορεί να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο όσον αφορά τη διεύρυνση της βάσης των ικανοτήτων των μικρών και μεσαίων ελεγκτικών εταιριών, αλλά είναι της γνώμης ότι οι εσωτερικές και οι εξωτερικές ελεγκτικές υπηρεσίες δεν πρέπει να παρέχονται ταυτόχρονα·

30. Θεωρεί αναγκαία τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας του ελεγκτή· πιστεύει ότι πρέπει να απαγορευτεί στους εξωτερικούς ελεγκτές η παροχή στην ελεγχόμενη εταιρεία υπηρεσιών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην μη συμμόρφωση με τις ισχύουσες απαιτήσεις όσον αφορά την ανεξαρτησία, ή με άλλες ηθικές απαιτήσεις· αναγνωρίζει ότι, για να επιτευχθεί η ενδυνάμωση της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι απαραίτητο όλες οι εταιρείες, ανεξαρτήτως μεγέθους, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, να μπορούν να προσλαμβάνουν ανεξάρτητους ελεγκτές και ελεγκτικές εταιρείες με ευρύ φάσμα ικανοτήτων·

31. επισημαίνει ιδίως ότι οι υπηρεσίες λογιστικού ελέγχου που ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων δεν πρέπει να ανατίθενται στην ίδια εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών καθώς και αξιολογήσεων περίπλοκων διαρθρωμένων προϊόντων, και φρονεί ότι τούτα πρέπει να εμπίπτουν στην εποπτεία των αρμόδιων εποπτικών αρχών·

32. πιστεύει ότι οι επιτροπές ελέγχου έχουν ένα σημαντικό εποπτικό ρόλο να επιτελέσουν για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του ελεγκτή, και ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθήσει τις επιτροπές ελέγχου προς αυτή την κατεύθυνση·

33. συνιστά ότι η επιτροπή ελέγχου, ως όργανο του εποπτικού συμβουλίου και όχι του εκτελεστικού συμβουλίου, οφείλει να αποφασίζει κατά πόσον επιτρέπεται η παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και οφείλει επίσης να διαπραγματεύεται την πρόσκληση υποβολής προσφορών και τα επιμέρους στοιχεία της εντολής· ζητεί από την Επιτροπή να διενεργήσει εκτίμηση επιπτώσεων ως προς τη βιωσιμότητα και τον αντίκτυπο της επιβολής ανώτατου ορίου επί των μη ελεγκτικών υπηρεσιών σε συνάρτηση με τα έσοδα·

34. εκτιμά ότι η αμοιβή που μπορεί να λάβει μια εταιρία ελέγχου ή ένα δίκτυο εταιριών ελέγχου από έναν πελάτη θα πρέπει να δημοσιεύεται όταν αυτή υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο όριο και ότι οι επόπτες θα πρέπει να μπορούν να επέμβουν με ελέγχους, περιορισμούς ή άλλες απαιτήσεις όταν η αμοιβή υπερβαίνει ένα ορισμένο ποσοστό του συνόλου των εσόδων της εταιρίας ελέγχου ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να βρεθεί αυτή σε κατάσταση οικονομικής εξάρτησης· επισημαίνει, ωστόσο, ότι στην περίπτωση μικρότερων εταιριών, η παρέμβαση δεν θα πρέπει να περιορίζει την ανάπτυξη και ότι η εξασφάλιση ενός μεγάλου και σημαντικού πελάτη, που παρέχει ένα μεγάλο ποσοστό των εργασιών της εταιρίας ελέγχου στα πρώτα στάδια, αποτελεί σημαντικό κομμάτι της αναπτυξιακής διαδικασίας·

35. εκτιμά ότι οι εταιρείες που ελέγχουν φορείς κοινής ωφέλειας πρέπει να δημοσιεύουν τους λογαριασμούς τους και ότι είναι σκόπιμο να ελέγχονται οι λογαριασμοί αυτοί καθώς και οι χρησιμοποιηθείσες μέθοδοι προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι είναι σύννομοι·

36. θεωρεί ότι, σε περίπτωση αποδεδειγμένης κατάχρησης της διευθυντικής θέσης μιας επιχείρησης ή εταιρείας κοινής ωφελείας και/ή της εταιρείας ελέγχου, πρέπει να είναι δυνατή η δίωξη όλων των εμπλεκομένων·

37.  πιστεύει ότι το μοντέλο της προσωπικής εταιρίας είναι το κατάλληλο για τις ελεγκτικές εταιρείες, καθώς διαφυλάσσει την ανεξαρτησία τους·

38. καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την υποδειγματική διεξαγωγή του λογιστικού ελέγχου των δημοσίων οργανισμών και να αποτρέπουν οποιεσδήποτε συγκρούσεις συμφερόντων ενδέχεται να ανακύψουν λόγω της ύπαρξης δεσμών μεταξύ του ελεγκτή και των οργάνων λήψης αποφάσεων στους κόλπους του υπό έλεγχο δημόσιου οργανισμού·

Έλεγχοι ομίλων

39. στηρίζει τις προτάσεις της Πράσινης Βίβλου σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών ομίλων·

40. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το θέμα της διαβίβασης δεδομένων κατά τη διάρκεια ελέγχων ομίλων στο πλαίσιο της μελλοντικής αναθεώρησης του νομοθετικού πλαισίου της ΕΕ σχετικά με την προστασία των δεδομένων·

41. θεωρεί ότι οι ελεγκτές ομίλων πρέπει να έχουν σαφή γενική εικόνα του ομίλου, ενώ όταν χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί ελέγχονται σε επίπεδο ομίλου, πρέπει να έρχονται σε επαφή με τον επόπτη του ομίλου·

Εποπτεία

42. ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για τη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των ελεγκτών επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και των ρυθμιστικών αρχών·

43. δηλώνει ότι πρέπει να θεσπιστούν πρωτόκολλα επικοινωνίας και εμπιστευτικότητας και ότι ο διάλογος πρέπει να είναι πραγματικά αμφίδρομος·

44. ζητεί να υπάρχει ενισχυμένη αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ ελεγκτών και οικονομικών εποπτών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως σε σχέση με συγκεκριμένους τομείς ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφορετικών χρηματοοικονομικών προϊόντων· ζητεί να καθιερωθεί η ίδια μορφή επικοινωνίας μεταξύ ελεγκτών και ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών όσον αφορά τις επιχειρήσεις που αναπτύσσουν διασυνοριακή δραστηριότητα·

45. επισημαίνει ότι είναι ανάγκη να εναρμονιστούν οι πρακτικές εποπτείας του λογιστικού ελέγχου και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Ομάδας Φορέων Εποπτείας Ελεγκτών στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, πιθανώς μέσω της ΕΑΚΑΑ·

46. ζητεί να υποβάλλουν οι εξωτερικοί ελεγκτές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων περιοδική, ανά τομέα, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), ώστε να προσδιορίζονται οι τάσεις ανά τομέα, καθώς και οι δυνητικές πηγές συστημικού κινδύνου και οι πιθανές πτωχεύσεις, και τονίζει ότι αυτό πρέπει να γίνεται με τρόπο κατάλληλο και αναλογικό·

47. ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τα συμπεράσματα που έχουν δημοσιεύσει τα εθνικά ελεγκτικά συνέδρια στο πλαίσιο της ελεγκτικής αποστολής τους·

Συγκέντρωση και διάρθρωση της αγοράς

48. πιστεύει ότι, δεδομένης της σημερινής κατάστασης της αγοράς, η κατάρρευση μιας από τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες ελέγχου θα συνεπαγόταν σε μεγάλο βαθμό κίνδυνο για την αξιοπιστία του επαγγέλματος του ελεγκτή·

49. εκτιμά ότι, αν και η πτώχευση μιας ελεγκτικής εταιρίας δεν πρόκειται να έχει άμεσες αλυσωτές επιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομία, οι επιχειρήσεις που θεωρούνται "υπερβολικά μεγάλες για να πτωχεύσουν" θα μπορούσαν να προκαλέσουν έναν ηθικό κίνδυνο και ότι θα πρέπει να ενισχυθούν τα σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών όσον αφορά τις μεγάλες εταιρείες ελέγχου· πιστεύει, εξάλλου, ότι οι στόχοι των σχεδίων αυτών θα έπρεπε να είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου να εγκαταλείψει μια εταιρεία ελέγχου την αγορά χωρίς βάσιμη αιτία και να μειωθεί η αβεβαιότητα και η αναστάτωση που θα προκαλούσε μια τέτοια εξαφάνιση·

50. θεωρεί ότι τα σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών αποτελούν σημαντικά μέσα για την αποφυγή μιας μη συντεταγμένης διάλυσης εταιρίας και ότι αυτά τα σχέδια πρέπει να περιλαμβάνουν μηχανισμό με τον οποίο να ενημερώνεται η ρυθμιστική αρχή για οποιοδήποτε πρόβλημα απειλεί μια εταιρία ελέγχου σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, προκειμένου να μπορούν οι ρυθμιστικές αρχές να διαδραματίζουν το ρόλο τους και να χειρίζονται αυτές τις καταστάσεις με τον κατάλληλο δυνατό τρόπο·

51. τάσσεται υπέρ της θέσπισης διατάξεων τελευταίας βούλησης για τις τέσσερεις μεγάλες εταιρίες ελέγχου και για τους ελεγκτές που παρέχουν σημαντικές υπηρεσίες λογιστικού ελέγχου στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καθώς και υπέρ της καθιέρωσης διασυνοριακών σχεδίων έκτακτης ανάγκης για την ομαλή μεταβίβαση συμβάσεων πελατών σε περίπτωση αποχώρησης κάποιου σημαντικού παράγοντα από την αγορά·

52. τονίζει ότι ένας από τους στόχους κάθε ενέργειας που υλοποιείται στον τομέα του λογιστικού ελέγχου πρέπει να είναι η ανάπτυξη του ανταγωνισμού, μεταξύ των διαφόρων εταιριών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα, την ακρίβεια και την ενδελέχεια των ελέγχων·

53. ζητεί από την Επιτροπή να θεσπίσει ίσους όρους ανταγωνισμού για όλες τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά των ελεγκτών και να απλοποιήσει τις διατάξεις που διέπουν τον έλεγχο σε ευρωπαϊκό επίπεδο· Είναι της γνώμης ότι η ευκολότερη πρόσβαση στην αγορά και η εξάλειψη των φραγμών για τις εταιρίες που επιθυμούν να εισέλθουν στην αγορά αποτελούν βασικά στοιχεία για την αύξηση του αριθμού των συμμετεχόντων στην αγορά ελέγχου· θεωρεί ότι οι επιτροπές ελέγχου και όχι τα διοικητικά συμβούλια των εταιριών είναι καταλληλότερες να επιλέγουν τον τύπο ελέγχου που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες της ελεγχόμενης επιχείρησης και να παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα του ελέγχου αυτού, και ότι πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην ανεξαρτησία του ελεγκτή· πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να διερευνήσει τρόπους που θα επιτρέπουν σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, στον δημόσιο τομέα και στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να κρίνουν καλύτερα την ποιότητα των ελεγκτικών υπηρεσιών που παρέχουν οι εταιρίες ελέγχου, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους·

54. αντιλαμβάνεται ότι η διεκπεραίωση κοινών λογιστικών ελέγχων είναι δυνατόν να έχει θετικές επιπτώσεις στη διαφοροποίηση της αγοράς λογιστικού ελέγχου· υπενθυμίζει τις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τις αγορές και τις διαφορετικές εμπειρίες τους από τους κοινούς ελέγχους· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τα ενδεχόμενα οφέλη και τις δαπάνες που συνεπάγεται η καθιέρωση υποχρεωτικού κοινού λογιστικού ελέγχου τόσο για τις εταιρίες λογιστικού ελέγχου, ιδίως τις μικρές, όσο και τις ελεγχόμενες εταιρίες – ιδίως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – καθώς και τον τρόπο θα επηρεαστεί η συγκέντρωση της αγοράς λογιστικού ελέγχου και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

55. θεωρεί ότι εξαγορές από τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες ελέγχου πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των επιπτώσεών τους επί της ανάπτυξης των άλλων εταιρειών ή δικτύων·

56. καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη χρήση περιοριστικών συμφωνιών από τραπεζικά και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επί της χορήγησης δανείων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων σε επιχειρήσεις, δεδομένου ότι ενδέχεται οι συμφωνίες αυτές να περιορίζουν την επιλογή του ελεγκτή·

57. εκτιμά ότι είναι θεμελιώδους σημασίας η απαγόρευση εισαγωγής περιοριστικών ρητρών στις συμβάσεις υπέρ των τεσσάρων μεγάλων εταιρειών ελέγχου·

58. ζητεί να ενθαρρυνθούν οι συγχωνεύσεις μεσαίων και μικρών εταιριών ελέγχου· καλεί την Επιτροπή να μελετήσει τη δημιουργία ενός πιστοποιητικού και ενός μητρώου ποιότητας για τις εταιρίες ελέγχου, προκειμένου να αποδειχθεί ότι και οι μεσαίες και οι μικρές εταιρείες μπορούν να πραγματοποιήσουν ικανοποιητική εργασία· φρονεί ότι ο τομέας των δημοσίων συμβάσεων πρέπει να χρησιμοποιεί εταιρείες εκτός των τεσσάρων μεγάλων και ότι οι δημόσιοι οργανισμοί να καθορίσουν ένα ποσοστό αναφοράς για τη χρησιμοποίηση των εταιρειών αυτών·

59. ζητεί από την Επιτροπή κατά την πρόσκληση υποβολής προσφορών των φορέων κοινής ωφέλειας να προβλέπει τη δίκαιη πρόσβαση στη διαδικασία αυτή τουλάχιστον δύο επιπλέον εταιρειών ελέγχου εκτός των τεσσάρων μεγάλων· θεωρεί ότι πρέπει να ανατεθεί ρόλος-κλειδί στις επιτροπές ελέγχου στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, στην οποία πρέπει να μετέχουν και οι μέτοχοι· καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει τις πρακτικές των επιτροπών ελέγχου ως προς τις διαδικασίες υποβολής προσφορών, με ιδιαίτερη έμφαση στις διοικητικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με την επίσημη διαδικασία υποβολής προσφορών και με σκοπό να διασφαλιστεί ότι η τελική απόφαση των μετόχων όσον αφορά τον διορισμό των ελεγκτών βασίζεται σε πρόταση της επιτροπής ελέγχου· είναι της γνώμης ότι η εν λόγω πρόταση πρέπει να περιλαμβάνει την περιγραφή της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν και των λόγων που δικαιολογούν την πρόταση της επιτροπής ελέγχου·

60. απευθύνει έκκληση στην Επιτροπή (ΓΔ Ανταγωνισμού) να διεξαγάγει ενδελεχή έρευνα στην αγορά λογιστικού ελέγχου·

Δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αγοράς

61. πιστεύει ότι ο λογιστικός έλεγχος είναι κρίσιμης σημασίας για την αναζωογόνηση της εσωτερικής αγοράς· ζητεί από την Επιτροπή να ελέγξει κατά πόσον μέτρα διευκόλυνσης της διασυνοριακής παροχής ελεγκτικών υπηρεσιών θα μπορούσαν να συμβάλουν στην άρση τυχόν εμποδίων εισόδου στην αγορά και στην αντιμετώπιση ελλείψεων ικανοτήτων· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον μια ευρωπαϊκή αγορά υπηρεσιών ελέγχου θα μπορούσε να οδηγήσει στη μείωση της πολυπλοκότητας και των δαπανών για όλους τους παράγοντες της αγοράς, ιδίως για τις μικρές και τις μεσαίες εταιρίες ελέγχου· ενθαρρύνει την Επιτροπή να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την ενσωμάτωση στο δίκαιο της ΕΕ και την εφαρμογή διεθνών προτύπων ελέγχου , που μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία πραγματικά ίσων όρων ανταγωνισμού για τις εταιρίες ελέγχου· υπενθυμίζει στην Επιτροπή τις συστάσεις του σχετικά με την ευθύνη των ελεγκτών· ενθαρρύνει την Επιτροπή να υποβάλει, στο πλαίσιο αυτό, προτάσεις για ενίσχυση της εναρμόνισης με σκοπό τη δημιουργία ευρωπαϊκού διαβατηρίου ελεγκτή, με ιδιαίτερη έμφαση στα στοιχεία που εγγυώνται την ανεξαρτησία του ελεγκτή·

62. ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει πανευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης για το επάγγελμα του ελεγκτή·

Διεθνής συνεργασία

63. ζητεί από την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την επίτευξη μεγαλύτερης σύγκλισης·

o

o o

64. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

  • [1]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0223.
  • [2]  EE C 87E, 1.4.2010, σ. 23.
  • [3]  ΕΕ L 157, 9.6.2006, σ. 87.

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (*) (11.5.2011)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με την πολιτική ελέγχου: Διδάγματα που αντλήθηκαν από την κρίση
(2011/2037(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης (*): Kay Swinburne

(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – άρθρο 50 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς που οφείλεται στις «τέσσερεις μεγάλες» εταιρείες ελέγχου ενδέχεται να αυξήσει υπέρμετρα τις πιθανότητες κινδύνου· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι οι μικρότερες εταιρείες εμφανίζουν διαφοροποίηση και ότι πρέπει να ενθαρρύνεται η ανάπτυξη και η εμπειρογνωμοσύνη τους μέσω της παροχής περισσοτέρων ευκαιριών ανταγωνισμού,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάρρευση μίας από τις δεσπόζουσες ελεγκτικές εταιρείες ενδέχεται να υπονομεύσει σοβαρά την αξιοπιστία του επαγγέλματος του ελεγκτή εν γένει και να δημιουργήσει κλίμα μείζονος αβεβαιότητας ως προς την ποιότητα των οικονομικών καταστάσεων που καταρτίζονται για τις εισηγμένες επιχειρήσεις,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, οι ελεγκτές θεωρούνται ότι είναι σε θέση να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην ενίσχυση της εποπτείας σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως ο ρόλος των επιτροπών λογιστικού ελέγχου στους κόλπους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφερόντων όταν ελεγκτικά γραφεία παρέχουν διαφορετικές υπηρεσίες στην ίδια εταιρεία,

ΣΤ. υπογραμμίζει τη σημασία της έκθεσης λογιστικού ελέγχου για τους μετόχους και για το κοινό· αναγνωρίζει την αρχή που μπορεί να περιγραφεί με την έκφραση «ο έλεγχος είναι ένας» και εφιστά προσοχή στους υψηλούς κινδύνους που ενέχει η εφαρμογή διαφορετικών προτύπων, με συνέπεια την υπονόμευση της ασφάλειας του δικαίου· τάσσεται συνεπώς υπέρ της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την κρίση, η ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς έχει αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στους εύκαμπτους, σποραδικούς και αναποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και διαχείρισης κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τα σημαντικά από συστημική άποψη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (SIFI),

1.  ζητεί να παρέχονται περισσότερες ευκαιρίες στις μικρότερου μεγέθους εταιρείες, κάτι που είναι εφικτό εάν απαγορευθεί η παροχή υπηρεσιών εσωτερικού και εξωτερικού λογιστικού ελέγχου από την ίδια εταιρεία, διότι απειλεί την ανεξαρτησία του ελεγκτή τούτη η συγκέντρωση· επισημαίνει ιδίως ότι οι τομείς των υπηρεσιών λογιστικού ελέγχου που ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων δεν πρέπει να ανατίθενται στην ίδια εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών καθώς και των αξιολογήσεων περίπλοκων διαρθρωμένων προϊόντων· φρονεί ότι τούτα πρέπει να εμπίπτουν στην εποπτεία των αρμόδιων εποπτικών αρχών·

2.  συνιστά ότι η επιτροπή ελέγχου, ως όργανο του εποπτικού συμβουλίου και όχι του εκτελεστικού συμβουλίου, οφείλει να αποφασίζει κατά πόσον επιτρέπεται η παροχή μη ελεγκτικών υπηρεσιών στο αντίστοιχο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και οφείλει επίσης να διαπραγματεύεται την πρόσκληση υποβολής προσφορών και τα επιμέρους στοιχεία της εντολής· ζητεί από την Επιτροπή να διενεργήσει εκτίμηση επιπτώσεων ως προς τη βιωσιμότητα και τον αντίκτυπο της επιβολής ανώτατου ορίου επί των μη ελεγκτικών υπηρεσιών σε συνάρτηση με τα έσοδα·

3.  αντιλαμβάνεται ότι ο νόμιμος λογιστικός έλεγχος επιτελεί κοινωνική αποστολή υπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον και επικροτεί συνεπώς την βούληση που εκφράζεται στην Πράσινη Βίβλο για την αύξηση της διαφάνειας και την βελτίωση της ποιότητας των εκθέσεων λογιστικού ελέγχου ώστε να συμβάλλουν στη σταθερότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς και να διευκολύνουν την πρόσβαση στην χρηματοδότηση·· τάσσεται υπέρ οποιωνδήποτε μέτρων βασίζονται στο γεγονός ότι οι δαπάνες και επιβαρύνσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αντισταθμίζονται μέσω της σημαντικής βελτίωσης της ποιότητάς τους και μέσω των τακτικών εξωτερικών αξιολογήσεων και της δέουσας ρυθμιστικής εποπτείας· επισημαίνει την ανάγκη ειδικής προς τούτο νομοθεσίας·

4.  καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει τις πρακτικές των επιτροπών ελέγχου ως προς τις διαδικασίες υποβολής προσφορών, με ιδιαίτερη έμφαση στην διαφάνεια και στις διοικητικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με την επίσημη διαδικασία υποβολής προσφορών και παράλληλη μέριμνα ώστε να μην επηρεάζεται η ποιότητα των υπηρεσιών ελέγχου· εκτιμά ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των ελέγχων, οφείλουν οι εταιρείες να εξετάσουν το ενδεχόμενο ανοικτής διαδικασίας υποβολής προσφορών σε σχέση με τους βάσει του καταστατικού διορισμούς εξωτερικών ελεγκτών ανά οκταετία σε ανανεώσιμη βάση· παροτρύνει την Επιτροπή να συμπεριλαμβάνει τα αποτελέσματα της ετήσιας συζήτησης για την επιλογή του ελεγκτή σε έκθεση της επιτροπής ελέγχου προς τη σύνοδο των μετόχων·

5.  ζητεί να απαιτείται από τις επιτροπές ελέγχου, αφενός, να δημοσιεύουν στην έκθεσή τους τις τακτικές συζητήσεις που ανακύπτουν με τους βασικούς μετόχους καθώς και οποιαδήποτε σημαντικά ζητήματα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης προκύπτουν κατά τη διεξαγωγή του λογιστικού ελέγχου και, αφετέρου, να διευκρινίζουν το σκεπτικό της απόφασης σχετικά με την υποβολή προσφορών λογιστικού ελέγχου και τον διορισμό του ελεγκτή για όλες τις εργασίες που συνδέονται με τον έλεγχο και κυρίως σχετικά με τη σύμβαση εξωτερικού λογιστικού ελέγχου·

6.  επιβεβαιώνει, όσον αφορά τη διατήρηση ενός λογιστικού ελέγχου υψηλής ποιότητας, ότι πρέπει να προτιμάται η εσωτερική εναλλαγή ελεγκτών έναντι της εξωτερικής εναλλαγής, όπως επιτάσσει η οδηγία 2006/43/ΕΚ·

7.  αντιλαμβάνεται ότι η διεκπεραίωση κοινών λογιστικών ελέγχων είναι δυνατόν να έχει θετικές επιπτώσεις στη διαφοροποίηση της αγοράς λογιστικού ελέγχου· παραπέμπει στις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν στα κράτη μέλη όσον αφορά τις αγορές και τις εμπειρίες από τους κοινούς ελέγχους· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τα ενδεχόμενα οφέλη και τις δαπάνες που συνεπάγεται η καθιέρωση υποχρεωτικού κοινού λογιστικού ελέγχου τόσο για τις εταιρίες λογιστικού ελέγχου, ιδίως τις μικρές, όσο και για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· την καλεί επίσης να εξετάσει με ποιο τρόπο θα επηρεαστεί η συγκέντρωση της αγοράς λογιστικού ελέγχου και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

8.  απευθύνει έκκληση στη ΓΔ Ανταγωνισμού να διεξαγάγει ενδελεχή έρευνα στην αγορά λογιστικού ελέγχου·

9.  ζητεί να υπάρχει ενισχυμένη αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ ελεγκτών και οικονομικών εποπτών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως σε σχέση με συγκεκριμένους τομείς ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφορετικών οικονομικών προϊόντων· ζητεί να καθιερωθεί η ίδια μορφή επικοινωνίας μεταξύ ελεγκτών και ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών όσον αφορά τις επιχειρήσεις που αναπτύσσουν διασυνοριακή δραστηριότητα·

10. επισημαίνει ότι είναι ανάγκη να εναρμονιστούν οι πρακτικές λογιστικού ελέγχου και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Ομάδας Φορέων Εποπτείας Ελεγκτών στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, πιθανώς μέσω της ΕΑΚΑΑ,

11. ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει πανευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης για το επάγγελμα του ελεγκτή·

12. ζητεί να υποβάλλουν οι εξωτερικοί ελεγκτές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων περιοδική, ανά τομέα, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), ώστε να προσδιορίζονται οι τάσεις ανά τομέα, καθώς και οι δυνητικές πηγές συστημικού κινδύνου και οι πιθανές χρεοκοπίες· τονίζει εντούτοις ότι αυτό πρέπει να γίνεται με τρόπο κατάλληλο και αναλογικό·

13. ζητεί να ενισχυθεί ο ρόλος των επιτροπών λογιστικού ελέγχου όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κάτι που μπορεί να γίνει εάν υποχρεούνται να εγκρίνουν μοντέλο αξιολόγησης κινδύνου που θα περιλαμβάνει εξατομικευμένες συγκρίσεις εταιρειών σε σύγκριση με κριτήριο σημεία αναφοράς όπως οι κοινοποιημένες δυνητικές μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες, οι τραπεζικές συμφωνίες, οι μελλοντικές ταμειακές ροές, η διαχείριση κινδύνων, οι εκτιμήσεις της διοίκησης, οι μείζονες λογιστικές αρχές· καθώς και οποιοιδήποτε λοιποί προβλέψιμοι κίνδυνοι σε σχέση με το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας· ζητεί να υποβάλεται η αξιολόγηση αυτή στα εποπτικά και εκτελεστικά συμβούλια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, παράλληλα με την πλήρη έκθεση περί λογιστικού ελέγχου, για εξέταση και έγκριση σε ετήσια βάση·

14. επισημαίνει ότι η διασφάλιση ενός συστήματος λογιστικού ελέγχου υψηλής ποιότητας αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός υγιούς πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει τις προτάσεις της επί της εταιρικής διακυβέρνησης και επί του λογιστικού ελέγχου στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με συνεκτική μορφή·

15.      καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη χρήση περιοριστικών συμφωνιών από τραπεζικά και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επί της χορήγησης δανείων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων σε επιχειρήσεις, δεδομένου ότι ενδέχεται οι συμφωνίες αυτές να περιορίζουν την επιλογή του ελεγκτή·

16. ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει τα νομικά εμπόδια που υπάρχουν τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και μεταξύ των χωρών της ΕΕ και των τρίτων χωρών σε σχέση με τη μεταβίβαση των δεδομένων κατά τη διεξαγωγή των λογιστικών ελέγχων των ομίλων·

17. τάσσεται υπέρ της θέσπισης διατάξεων τελευταίας βούλησης για τους «τέσσερις μεγάλους» ελεγκτές και για τους ελεγκτές που παρέχουν σημαντικές υπηρεσίες λογιστικού ελέγχου στον χρηματοπιστωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένης της καθιέρωσης διασυνοριακών σχεδίων έκτακτης ανάγκης για την ομαλή μεταβίβαση συμβάσεων πελατών σε περίπτωση αποχώρησης κάποιου σημαντικού παράγοντα από την αγορά·

18. καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την υποδειγματική διεξαγωγή του λογιστικού ελέγχου των δημοσίων οργανισμών και να αποτρέπουν οποιεσδήποτε συγκρούσεις συμφερόντων ενδέχεται να ανακύψουν λόγω της ύπαρξης δεσμών μεταξύ του ελεγκτή και των οργάνων λήψης αποφάσεων στους κόλπους του υπό έλεγχο δημόσιου οργανισμού·

19. ζητεί οι εκθέσεις λογιστικού ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να περιλαμβάνουν απαιτήσεις αναλυτικής πληροφόρησης γύρω από την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων μικρότερης ρευστότητας, ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση των εκτιμήσεων χρηματοπιστωτικών μέσων μεταξύ των ιδρυμάτων.

20. ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την συμμόρφωση με τα συμπεράσματα που έχουν δημοσιεύσει τα εθνικά ελεγκτικά συνέδρια στο πλαίσιο της ελεγκτικής αποστολής τους·

21. προτείνει να ενημερώνονται οι ελεγκτές για όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η επιτροπή κινδύνου παρακάμπτεται·

22. Οι ελεγκτές ομίλων πρέπει να έχουν σαφή γενική εικόνα του ομίλου, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ελέγχονται σε επίπεδο ομίλου πρέπει να έρχονται σε επαφή με τον επόπτη του ομίλου·

23. καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης μέτρων για τη βελτίωση της διαφάνειας των ελεγκτικών εταιρειών· επισημαίνει ότι η υποχρέωση δημοσίευσης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων κατόπιν ελέγχου από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές μπορεί να συμβάλει στην επιδιωκόμενη διαφάνεια.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία της έγκρισης

9.5.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

39

0

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Νικόλαος Χουντής, George Sabin Cutaş, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Markus Ferber, Elisa Ferreira, Vicky Ford, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Liem Hoang Ngoc, Gunnar Hökmark, Othmar Karas, Wolf Klinz, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Philippe Lamberts, Werner Langen, Hans-Peter Martin, Íñigo Méndez de Vigo, Άννυ Ποδηματά, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Peter Skinner, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Marianne Thyssen, Ramon Tremosa i Balcells

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Elena Băsescu, Pervenche Berès, Sari Essayah, Robert Goebbels, Syed Kamall, Krišjānis Kariņš, Olle Ludvigsson, Siiri Oviir

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία της έγκρισης

24.5.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

24

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Syed Kamall, Klaus-Heiner Lehne, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Bernhard Rapkay, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, Dimitar Stoyanov, Alexandra Thein, Diana Wallis, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Zbigniew Ziobro, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Piotr Borys, Kurt Lechner, Eva Lichtenberger, József Szájer

Substitute(s) under Rule 187(2) present for the final vote

Pablo Arias Echeverría, Iosif Matula