Διαδικασία : 2011/2048(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0326/2011

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0326/2011

Συζήτηση :

PV 24/10/2011 - 14
CRE 24/10/2011 - 14

Ψηφοφορία :

PV 25/10/2011 - 8.10
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2011)0454

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 342kWORD 398k
5.10.2011
PE 467.024v04-00 A7-0326/2011

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

Εισηγήτρια: Heide Rühle

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Βιομηχανίας, ΈΡΕΥΝΑΣ και Ενέργειας
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ σχετικά με τις διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών(1) και την οδηγία 2007/66/ΕΚ σχετικά με τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων(2),

–   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 2010/48 σχετικά με την σύναψη της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες(3), που ετέθη σε ισχύ στις 22 Ιανουαρίου 2011 και η οποία εντοπίζει τις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων ως κοινοτικές πράξεις που αναφέρονται σε θέματα τα οποία διέπονται από τη Σύμβαση,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία για τις Δημόσιες Συμβάσεις του ΠΟΕ της 15ης Απριλίου 1994,

–   έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα το άρθρο 26 αυτού (ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρίες),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Μαΐου 2011 για την ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες συμβάσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις τρίτες χώρες(4),

–   έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής δημόσιων συμβάσεων της ΕΕ (COM(2011)0015),

–   έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για την επέκταση της χρήσης των δημόσιων ηλε-συμβάσεων στην ΕΕ (COM(2010)0571),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6 Απριλίου 2011 σχετικά με μια ενιαία αγορά για τις επιχειρήσεις και την ανάπτυξη(5),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2010 σχετικά με τις νέες εξελίξεις στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων(6),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 3ης Φεβρουαρίου 2009 με θέμα «Προ-εμπορικές δημόσιες συμβάσεις: προώθηση της καινοτομίας για την εξασφάλιση βιώσιμων και ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών στην Ευρώπη»(7),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Έξυπνη νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (COM(2010)0543),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προς μια πράξη για την ενιαία αγορά – Για μια κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας – 50 προτάσεις για βελτίωση της συνεργασίας, της από κοινού ανάληψης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και των συναλλαγών» (COM(2010)0608),

–   έχοντας υπόψη την έκθεση του καθηγητή Mario Monti της 9ης Μαΐου 2010 με θέμα «Μια νέα στρατηγική για την ενιαία αγορά»,

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SEC(2010)1214,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση με θέμα «Αξιολόγηση της πρόσβασης των ΜΜΕ σε αγορές δημοσίων συμβάσεων στην ΕΕ»(8),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Οι δημόσιες συμβάσεις στην υπηρεσία του περιβάλλοντος» (COM(2008)0400),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις – Μια «Small Business Act» για την Ευρώπη» (COM(2008)0394),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Εμβληματική πρωτοβουλία στο πλαίσιο της στρατηγικής Ευρώπη 2020 Ένωση καινοτομίας (COM(2010)0546),

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών της 11-12 Μαΐου 2011 για την Πράσινη Βίβλο με θέμα «Ο εκσυγχρονισμός της πολιτικής δημόσιων συμβάσεων της ΕΕ – προς μια πιο αποτελεσματική ευρωπαϊκή αγορά»,

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 13ης Ιουλίου 2011 για την Πράσινη Βίβλο με θέμα «Ο εκσυγχρονισμός της πολιτικής δημόσιων συμβάσεων της ΕΕ – προς μια πιο αποτελεσματική ευρωπαϊκή αγορά»,

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 13ης Ιουλίου 2011 για την Πράσινη Βίβλο για την επέκταση της χρήσης των δημόσιων ηλε-συμβάσεων στην ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A7-0326/2011),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ενωσιακή αγορά δημοσίων συμβάσεων που λειτουργεί σωστά είναι βασικός οδηγός της ανάπτυξης και ακρογωνιαίος λίθος της ενιαίας αγοράς και, επιπροσθέτως θεμελιώδους σημασίας για την ώθηση του ανταγωνισμού και της καινοτομίας και το χειρισμό των ταχέως αναδυομένων περιβαλλοντικών και κοινωνικών προκλήσεων της δημόσιας πολιτικής, καθώς και θεμάτων ποιότητας εργασίας, συμπεριλαμβανομένων της ικανοποιητικής αμοιβής, της ισότητας, της κοινωνικής συνοχής και ενσωμάτωσης, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα τη μέγιστη αξία για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τους φορολογουμένους·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις συνέβαλαν ουσιαστικά στην αύξηση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στον επαγγελματισμό στο πλαίσιο της διαδικασίας των συμβάσεων·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένου του ισχύοντος οικονομικού πλαισίου, είναι περισσότερο από ποτέ κρίσιμης σημασίας η εξασφάλιση μιας βέλτιστης αποτελεσματικότητας των δημοσίων δαπανών, περιορίζοντας ταυτόχρονα στο μέτρο του δυνατού το κόστος που επωμίζονται οι επιχειρήσεις και ότι μία καλύτερη λειτουργία των δημοσίων συμβάσεων θα συνέβαλε στην επίτευξη των δύο αυτών στόχων·

1.  επικροτεί την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής και την ευρεία διαδικασία διαβούλευσης ως αφετηρία για την αναθεώρηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθώς και με τους αναθεωρημένους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις·

2.  υπογραμμίζει ότι αν και η αναθεώρηση των οδηγιών της ΕΕ για τις συμβάσεις το 2004 οδήγησε σε μία χρήσιμη περαιτέρω ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς δημοσίων συμβάσεων, παρατηρείται μία ανάγκη – λίγα χρόνια μετά την μεταφορά των οδηγιών 2004/17 και 2004/18 στα εθνικά δίκαια – να αξιολογηθεί κατά πόσον η βελτιστοποίηση και διευκρίνηση των οδηγιών είναι αναγκαίες προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που έγιναν εμφανείς στην πράξη· υπογραμμίζει ότι πολλοί ενδιαφερόμενοι παράγοντες θεωρούν ότι οι κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις είναι πολύ πολύπλοκοι και αναλυτικοί, πράγμα που οδηγεί σε δαπανηρές και επαχθείς διοικητικές διαδικασίες σε σχέση με τη συμμόρφωση· εκφράζει τη λύπη του για τα συχνά περιστατικά ανεπαρκούς μεταφοράς των κανόνων στην εθνική νομοθεσία, και για την ανεπάρκεια των μέτρων κατάρτισης· καλεί την Επιτροπή να προτείνει μία ουσιαστική απλούστευση και ενοποίηση των κανόνων διευκρινίζοντας ταυτόχρονα περαιτέρω αυτούς όπου είναι απαραίτητο· τονίζει επιπλέον ότι η αυξημένη χρήση της πληροφορικής πρέπει σήμερα να διαδραματίσει μείζονα ρόλο στον περιορισμό του διοικητικού φόρτου και των δαπανών και ότι οι διάφορες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για τις ηλεκτρονικές συμβάσεις και το ηλεκτρονικό εμπόριο θα πρέπει να εναρμονιστούν αναλόγως με τη μεταρρύθμιση των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις·

3.  ζητεί να περιληφθεί στις οδηγίες ρητή δήλωση ότι δεν εμποδίζουν καμία χώρα να συμμορφωθεί με τη Σύμβαση C94 του ΔΟΕ· καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει όλα τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με τη Σύμβαση αυτή· επισημαίνει ότι η αποτελεσματική λειτουργία του τομέα των βιώσιμων δημόσιων συμβάσεων προϋποθέτει σαφείς και αδιαμφισβήτητους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ που καθορίζουν με ακρίβεια το πλαίσιο της νομοθεσίας των κρατών μελών και της εφαρμογής της·

Πρώτο καθήκον: βελτίωση της νομικής σαφήνειας

4.  ζητεί να διευκρινισθεί το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών· επισημαίνει ότι ο κύριος σκοπός των δημοσίων συμβάσεων είναι η αγορά αγαθών, έργων και υπηρεσιών από δημόσιες αρχές προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών τους και να διασφαλίσουν την αποτελεσματική χρήση των δημόσιων πόρων· υπογραμμίζει ότι προκειμένου να θεωρηθεί μια διαδικασία δημόσια σύμβαση, πρέπει να υπάρχει άμεσο όφελος για την αναθέτουσα αρχή·

5.  ζητεί να αποσαφηνιστούν οι ορισμοί των οδηγιών – για παράδειγμα ο ορισμός του «φορέα δημόσιου δικαίου» – βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και χωρίς να περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής των κανόνων της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων·

6.  υπενθυμίζει το ψήφισμά του που εξέδωσε το Μάιο 2010 σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, που λαμβάνει υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και εκφράζει την άποψη ότι η συνεργασία μεταξύ δημοσίων φορέων δεν υπόκειται στους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις εφόσον πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια: σκοπός της συνεργασίας είναι η παροχή υπηρεσίας κοινής ωφέλειας εκ μέρους όλων των ενεχόμενων δημόσιων υπηρεσιών· το έργο διεκπεραιώνεται αποκλειστικά και μόνο από τις ενδιαφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή ιδιωτικού κεφαλαίου· και η δραστηριότητα επιτελείται βασικά για τις δημόσιες υπηρεσίες που συμμετέχουν· υπογραμμίζει το γεγονός ότι η μεταφορά αρμοδιοτήτων μεταξύ οργανισμών του δημόσιου τομέα εμπίπτει στην εσωτερική διοικητική οργάνωση των κρατών μελών και δεν υπόκειται σε κανόνες περί συμβάσεων· είναι της άποψης ότι οι διευκρινίσεις αυτές πρέπει να κωδικοποιηθούν στις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις·

7.  υπογραμμίζει τον αποκλεισμό των συμβάσεων παραχώρησης δικαιώματος παροχής υπηρεσιών από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων δημοσίων συμβάσεων· υπενθυμίζει ότι καλό θα ήταν να ληφθούν υπόψη τόσο η πολυπλοκότητα των διαδικασιών όσο και οι διαφορές που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της νομοθεσίας και της νομικής πρακτικής όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών· θεωρεί ότι ο ορισμός του όρου «παροχή υπηρεσιών» και ο καθορισμός του νομικού πλαισίου που θα διέπει την παροχή αυτή έχουν εξελιχθεί μετά την έγκριση των οδηγιών του 2004 για τις δημόσιες συμβάσεις και της συμπληρωματικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου· επιμένει στο γεγονός ότι μία πρόταση νομοθετικής πράξης σχετικά με τις παροχές υπηρεσιών αιτιολογείται μόνο με την ενδεχόμενη αντιμετώπιση στρεβλώσεων της εσωτερικής αγοράς· υπογραμμίζει ότι ουδεμία τέτοια στρέβλωση έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί και ότι μία νομοθετική πράξη σχετικά με τις παροχές υπηρεσιών είναι επομένως ανώφελη εφόσον δεν προβλέπει μία καταφανή βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς·

8.  τονίζει ότι η σημερινή ταξινόμηση σε κατηγορίες υπηρεσιών Α και Β θα πρέπει να διατηρηθεί, καθώς οι «ελαφρότερες» διατάξεις για τις υπηρεσίες Β δικαιολογούνται από τα χαρακτηριστικά της εν λόγω κατηγορίας ως υπηρεσιών που παρέχονται κυρίως σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει εργαλεία που θα διευκολύνουν τις τοπικές και περιφερειακές αρχές στο να αποφασίζουν σε ποια κατηγορία εντάσσονται τα συγκεκριμένα καθήκοντα της σύμβασης·

9.  παρατηρεί σε αυτό το πλαίσιο ότι η εφαρμογή του δικαίου των συμβάσεων κατά την παροχή προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών δεν είναι συχνά ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη των βέλτιστων αποτελεσμάτων για τους χρήστες των εν λόγω υπηρεσιών· ζητεί επίσης την αναγνώριση, εκ μέρους του ενωσιακού δικαίου, ορθών πρακτικών των κρατών μελών που βασίζονται στο γεγονός ότι όλοι οι πάροχοι που πληρούν τους νομοθετικά προκαθορισμένους όρους επιτρέπεται – ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή – να παρέχουν υπηρεσίες, εφόσον λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αποφυγής διακρίσεων·

10. υπογραμμίζει ότι η καθιέρωση των νέων κανόνων για τις αγορές δημοσίων συμβάσεων κάτω από τα όρια της ΕΕ θα έπρεπε να αποφευχθεί, δεδομένου ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου που έχει καθιερωθεί σε εθνικό επίπεδο·

11. καλεί την Επιτροπή να ευθυγραμμίσει την οδηγία για τα μέσα προσφυγής με το νέο πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις που θα προκύψει μετά την τρέχουσα αναθεώρηση και να προβεί στην ενέργεια αυτή παράλληλα με την κύρια νομοθετική πρόταση, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνέπεια·

12. τονίζει την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ελέγχει την ορθή μεταφορά των οδηγιών της ΕΕ στα κράτη μέλη·

Δεύτερο καθήκον: ανάπτυξη του πλήρους δυναμικού των δημοσίων συμβάσεων επίτευξη των οικονομικώς συμφερότερων αποτελεσμάτων

13. εκφράζει την άποψη ότι για να αναπτυχθεί το πλήρες δυναμικό των δημοσίων συμβάσεων, το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής δεν πρέπει πλέον να είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατακύρωση των συμβάσεων και ότι πρέπει να αντικατασταθεί γενικώς με το κριτήριο της πλέον οικονομικώς συμφέρουσας προσφοράς, από την άποψη των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών οφελών – λαμβάνοντας υπόψη το κόστος ολόκληρου του κύκλου ζωής των αντίστοιχων αγαθών, υπηρεσιών ή έργων· υπογραμμίζει ότι τούτο δεν αποκλείει τη χαμηλότερη τιμή ως αποφασιστικό κριτήριο στην περίπτωση προϊόντων ή υπηρεσιών υψηλής τυποποίησης· ζητεί από την Επιτροπή να αναπτύξει σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη μία μεθοδολογία για τον υπολογισμό του κόστους του κύκλου ζωής σε ευρεία και μη υποχρεωτική βάση· τονίζει ότι η υποστήριξη του κριτηρίου του «μέγιστου οικονομικού οφέλους» θα προωθούσε την καινοτομία και τις προσπάθειες για την επίτευξη της μέγιστης δυνατής ποιότητας και αξίας, δηλαδή τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της στρατηγικής Ευρώπη 2020· τονίζει ότι τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για δημόσιες συμβάσεις για προϊόντα που έχουν επίπτωση στην υγεία των καταναλωτών – στον τομέα των τροφίμων για παράδειγμα – όπου η ποιότητα και οι μέθοδοι παραγωγής διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο· υπογραμμίζει ότι οι κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων θα έπρεπε να είναι επαρκώς ελαστικοί προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι παθητικοί καταναλωτές, επί παραδείγματι, στα νοσοκομεία, τους οίκους ευγηρίας, τα σχολεία και τα νηπιαγωγεία έχουν ίση πρόσβαση σε υγιεινά και οικονομικώς συμφέροντα τρόφιμα παρά απλά στη φθηνότερη διαθέσιμη επιλογή·

14. αναγνωρίζει το γεγονός ότι η αποτελεσματική χρήση των δημόσιων συμβάσεων θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματική κινητήρια δύναμη για την προώθηση ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, μισθών και συνθηκών εργασίας καθώς και της ισότητας, για την ανάπτυξη δεξιοτήτων και της κατάρτισης, για την προαγωγή περιβαλλοντικών πολιτικών και για την παροχή κινήτρων έρευνας και καινοτομίας· καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει τις κυβερνήσεις και τις αναθέτουσες αρχές να αυξήσουν τη χρήση των βιώσιμων δημοσίων συμβάσεων υποστηρίζοντας και προωθώντας την απασχόληση υψηλής ποιότητας και παρέχοντας ποιοτικές υπηρεσίες και αγαθά στην Ευρώπη· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες συμβάσεις συνέβαλαν στην επίτευξη των ευρύτερων στόχων της ΕΕ και να εκθέσει το πρακτέο προκειμένου να βελτιωθούν οι στόχοι αυτοί στο μέλλον·

15. υπενθυμίζει ότι οι προεμπορικές συμβάσεις είναι ένα υποχρησιμοποιούμενο εργαλείο που μπορεί να οδηγήσει σε καινοτομίες στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων και να συμβάλει σημαντικά στον εντοπισμό και την καθιέρωση των κυρίων αγορών καθώς και τη βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις· θεωρεί επιπλέον ότι το προτεινόμενο πρότυπο επιμερισμού του κινδύνου και του οφέλους (IPR) στις προεμπορικές συμβάσεις απαιτεί τόσο νομική διευκρίνιση όσο και απλούστευση προκειμένου να καταστεί δυνατή η τακτική και αποτελεσματική χρήση του εργαλείου αυτού εκ μέρους των διαγωνιζομένων· ζητεί ως εκ τούτου από την Επιτροπή να προτείνει μία προσαρμογή των σχετικών με τις συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις κανόνων ως τμήμα της όλης αναθεώρησης, προκειμένου να προωθηθούν οι προεμπορικές συμβάσεις·

16. επισημαίνει τη σημασία των προδιαγραφών για τις δημόσιες συμβάσεις στο βαθμό που μπορούν να συμβάλλουν ώστε οι αγοραστές-δημόσιοι φορείς να επιτυγχάνουν τους πολιτικούς τους στόχους κατά τρόπο αποτελεσματικό και χαρακτηριζόμενο από διαφάνεια· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, την ανάπτυξη μιας τράπεζας δεδομένων σε σχέση με τις προδιαγραφές που θα ενημερώνεται τακτικά, ιδιαίτερα σε σχέση με περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια, που θα πρέπει να διατίθεται στις δημόσιες αρχές προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι αρχές – όταν καταρτίζουν προσφορές – θα έχουν πρόσβαση στην κατάλληλη καθοδήγηση και θα διαθέτουν ένα σαφές πλαίσιο κανόνων εις τρόπον ώστε να μπορούν να εξακριβώνουν με ευκολία το κατά πόσον συμμορφούνται με τις σχετικές προδιαγραφές·

17. ζητεί να χρησιμοποιούνται περισσότερο ανοικτές και χωρίς διακρίσεις προδιαγραφές στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων, για λόγους απλούστευσης και καινοτομίας, ιδιαίτερα στους τομείς της προσβασιμότητας, των ηλεκτρονικών τεχνολογιών και του περιβάλλοντος·

18. τονίζει το γεγονός ότι το εάν ένα αγαθό ή μια υπηρεσία έχει παραχθεί με βιώσιμο τρόπο θεωρείται ορθά ένα χαρακτηριστικό του αγαθού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο σύγκρισης με αγαθά ή υπηρεσίες που δεν παρήχθησαν με βιώσιμο τρόπο, εις τρόπον ώστε να μπορούν οι αναθέτουσες αρχές να ελέγχουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις των συμβάσεων που κατακυρώνουν κατά τρόπο χαρακτηριζόμενο από διαφάνεια χωρίς όμως ταυτόχρονα να εξασθενεί ο βασικός δεσμός με το αντικείμενο της σύμβασης· υπογραμμίζει ότι πρέπει να αποσαφηνισθεί το περιθώριο ενδεχόμενης συμπερίληψης απαιτήσεων αναφορικά με τη διαδικασία παραγωγής στις τεχνικές προδιαγραφές όλων των ειδών συμβάσεων· παραπέμπει στην υπόθεση Wienstrom, που έχει γίνει το κλασικό παράδειγμα για το πώς και γιατί τα χαρακτηριστικά της παραγωγής μπορούν να ενταχθούν στις τεχνικές προδιαγραφές·

19. υπογραμμίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η διάσταση της βιωσιμότητας των δημοσίων συμβάσεων φροντίζοντας να εντάσσεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας συμβάσεων (όπως δοκιμές ικανότητας, τεχνικές προδιαγραφές, ρήτρες επιδόσεων της σύμβασης)·

20. υπογραμμίζει ότι ανταποκρινόμενες στην αυξημένη επίγνωση του αντίκτυπου αγαθών, έργων και υπηρεσιών στο περιβάλλον και το κλίμα, οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να συμπεριλαμβάνουν το περιβαλλοντικό κόστος στην αξιολόγησή τους σε σχέση με «την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά» και τον υπολογισμό τους για το κόστος του κύκλου ζωής· τονίζει σε αυτό το πλαίσιο ότι η συνεκτίμηση κριτηρίων ανεξάρτητων από την ανάθεση πρέπει να γίνεται οικειοθελώς και η απόφαση αυτή πρέπει να εναπόκειται στις δημόσιες αρχές ή στον αρμόδιο φορέα λήψης αποφάσεων που έχει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, κατόπιν επιτόπιας διαμορφώσεως ιδίας βουλήσεως· καλεί επειγόντως την Επιτροπή να διευκρινίσει και να προσδιορίσει τις έννοιες του «τοπικού προμηθευτή» και του «τοπικώς παραγόμενου»·

21. επισημαίνει ότι το κείμενο των οδηγιών χρήζει μεγαλύτερης ακρίβειας όσον αφορά την βελτίωση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία·

22. θεωρεί ότι οι ισχύουσες διατάξεις σε σχέση με την υπεργολαβία θα έπρεπε να ενισχυθούν δεδομένου ότι η χρήση πολλαπλών επιπέδων υπεργολαβίας ενδέχεται να δημιουργεί πρόβλημα σε σχέση με την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων, των όρων εργασίας και των προτύπων για την υγεία και την ασφάλεια· προτείνει ως εκ τούτου να ενημερώνονται οι δημόσιες αρχές εν λεπτομερεία σε σχέση με τη χρήση της υπεργολαβίας πριν από τη σύναψη της σύμβασης· ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει, με το βλέμμα στραμμένο στη μελλοντική αναθεώρηση των οδηγιών, κατά πόσον χρειάζονται περαιτέρω κανόνες σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων υπεργολαβίας, για παράδειγμα σχετικά με τη θέσπιση αλυσίδας ευθυνών, προκειμένου ιδίως οι υπεργολάβοι ΜΜΕ να μην υπόκεινται σε συνθήκες χειρότερες από εκείνες που ισχύουν για τον βασικό ανάδοχο στον οποίο έχει ανατεθεί η δημόσια σύμβαση·

23. αναγνωρίζει το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ΕΕ προκειμένου να διευκολύνει την ανάπτυξη επιτυχών εταιρικών σχέσεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΔΙΚ), μέσω της προαγωγής του θεμιτού ανταγωνισμού και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ όλων των κρατών μελών στο πλαίσιο των κοινωνικών πολιτικών και των πολιτικών απασχόλησης· επισημαίνει, ωστόσο, ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών ως προς τις νομικές και διαδικαστικές απαιτήσεις που ισχύουν στον τομέα αυτό· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την έννοια των συμπράξεων ΔΙΚ, ιδιαίτερα όσον αφορά την από κοινού ανάληψη κινδύνων και την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών·

24. καλεί την Επιτροπή να επανεκτιμήσει το κατάλληλο επίπεδο κατωτάτων ορίων για τις συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών, και εφόσον απαιτείται να αυξήσει αυτά, προκειμένου να διευκολύνει την πρόσβαση στις δημόσιες συμβάσεις, μεταξύ άλλων, των μη κερδοσκοπικών φορέων και των παραγόντων της κοινωνικής οικονομίας και των ΜΜΕ· ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις της Συμφωνίας του ΠΟΕ περί δημοσίων συμβάσεων· τονίζει ότι, δεδομένων των δυσκολιών που ήδη υφίστανται στις διαπραγματεύσεις σχετικά με το θέμα της πρόσβασης στις δημόσιες συμβάσεις, θα πρέπει επίσης να έχει κανείς κατά νου ότι η αύξηση των κατωτάτων ορίων στην Ευρώπη μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε περαιτέρω περιπλοκές στην εμπορική πολιτική της ΕΕ· θεωρεί επίσης ότι η ευθυγράμμιση των κατωτάτων ορίων αυτών με τα ήδη εναρμονισμένα κατώτατα όρια των οδηγιών περί συμβάσεων κοινής ωφελείας (2004/17/ΕΚ) και αμυντικών συμβάσεων (2009/81/ΕΚ) θα παράσχει το υψηλότερο δυνατόν επίπεδο απλούστευσης και σαφήνειας τόσο για τις αναθέτουσες αρχές όσο και για τους προμηθευτές·

25. τονίζει ότι κάθε επέκταση της εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις στον τομέα του «τι πρέπει να αγοράζεται» αντιπροσωπεύει σημαντική αλλαγή του σημερινού καθεστώτος και πρέπει να αξιολογηθεί προσεκτικά· αμφιβάλλει για το εάν αυτό θα συνέβαλλε στην απλούστευση και τον εξορθολογισμό, και μάλλον φοβάται ότι θα οδηγούσε σε πιο περίπλοκους κανόνες, με πολλές εξαιρέσεις, των οποίων η διαχείριση στην πράξη θα ήταν δύσκολη – δεδομένου ότι οι οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις είναι διαδικαστικές κατευθυντήριες γραμμές («πώς» να αγοράζεται) οι οποίες δεν πρέπει να συμπληρωθούν με διατάξεις σχετικά με το «τι» να αγοράζεται·

Τρίτο καθήκον: απλούστευση των κανόνων και δυνατότητα για πιο ευέλικτες διαδικασίες

26. υπογραμμίζει ότι οι οδηγίες θεωρούνται συχνά υπερβολικά αναλυτικές και ότι είναι όλο και πιο τεχνικές και πολύπλοκες, ενώ ταυτόχρονα ο νομικός κίνδυνος της μη συμμόρφωσης έχει αυξηθεί σημαντικά τόσο για τις αναθέτουσες αρχές όσο και για τους προμηθευτές· υπογραμμίζει ότι ο φόβος της πρόκλησης οδηγεί σε μια προσέγγιση αποφυγής του κινδύνου η οποία αναχαιτίζει την καινοτομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη, καταλήγοντας πάρα πολύ συχνά στην επιλογή από τις αναθέτουσες αρχές της χαμηλότερης τιμής αντί του συμφερότερου αποτελέσματος· ζητεί να διευρυνθεί το πεδίο των διαπραγματεύσεων και της επικοινωνίας, σε συνδυασμό με μέτρα που εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και προλαμβάνουν τις καταχρήσεις και τις διακρίσεις και ζητεί επίμονα να επιτρέπεται ρητά η διαβούλευση με παράγοντες της αγοράς ως ένα πιθανό πρώτο βήμα·

27. σημειώνει ότι η πολιτική δημοσίων συμβάσεων πρέπει, κατά πρώτο λόγο, να διασφαλίζει την αποτελεσματική χρήση των πόρων από τα κράτη μέλη, να επιτυγχάνει τα βέλτιστα αποτελέσματα στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων με την εφαρμογή σαφών, διαφανών και ευέλικτων διαδικασιών και να επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις καθ’ όλη την Ένωση·

28. υποστηρίζει, κατά την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, σαφείς, απλούς και ευέλικτους κανόνες, που αποφεύγουν τις πολλές λεπτομέρειες και καθιστούν τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων απλούστερες, λιγότερο επαχθείς, φθηνότερες, πιο ανοικτές στις ΜΜΕ και πιο φιλικές προς τις επενδύσεις· συνεπώς, διακρίνει την ανάγκη για προσήλωση στις γενικές αρχές της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της αποφυγής των διακρίσεων· θεωρεί ότι η απλοποίηση των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις θα καταστήσει δυνατή τη μείωση του κινδύνου λάθους και τη μεγαλύτερη προσοχή στις ανάγκες των μικρών αναθετουσών αρχών·

29. συνηγορεί υπέρ του να αξιολογηθεί εάν η ευρύτερη χρήση της διαδικασίας με διαπραγμάτευση με προηγούμενη δημοσίευση σε επίπεδο ΕΕ θα έπρεπε να επιτρέπεται πέραν αυτών που προβλέπονται από τις ισχύουσες οδηγίες ούτως ώστε οι αναθέτουσες αρχές και οι οικονομικοί φορείς να μπορούν να επικοινωνούν καλύτερα, και να επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερος συντονισμός της προσφοράς με τη ζήτηση· θεωρεί ότι η οποιαδήποτε επέκταση του πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας με διαπραγμάτευση θα έπρεπε να προβλέπει περαιτέρω εχέγγυα κατά της κατάχρησης – όπως επί παραδείγματι μία υποχρέωση των αναθετουσών αρχών να θεσπίζουν, ευθύς εξαρχής για κάθε προσφέροντα, τουλάχιστον κάποιες ελάχιστες συνθήκες σχετικά με την εκτέλεση της διαδικασίας, σύμφωνα με την θεωρούμενη ως ορθή πρακτική των ιδιωτικών συμβάσεων – καθώς και απαιτήσεις γραπτής τεκμηρίωσης·

30. καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει τις τρέχουσες προσεγγίσεις για την αξιολόγηση των προμηθευτών (ιδίως συμφωνίες πλαίσια, δυναμικά συστήματα αγοράς και χρήση των συστημάτων αξιολόγησης από τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας), εις τρόπον ώστε οι οποιεσδήποτε νέες προσεγγίσεις σε σχέση με την αξιολόγηση να μειώνουν το κόστος και το χρονοδιάγραμμα, να είναι ελκυστικές τόσο για τις αναθέτουσες αρχές όσο και τους οικονομικούς παράγοντες και να οδηγήσουν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα·

31. επαναλαμβάνει ότι εμμένει στη συστηματική αποδοχή εναλλακτικών προσφορών (ή παραλλαγών), καθώς είναι καίριας σημασίας για την προώθηση και τη διάδοση καινοτόμων λύσεων· τονίζει ότι οι προδιαγραφές που αφορούν την απόδοση, καθώς και οι λειτουργικές απαιτήσεις και η ρητή αποδοχή παραλλαγών παρέχουν στους προσφέροντες τη δυνατότητα να προτείνουν καινοτόμες λύσεις, ιδίως στους ιδιαίτερα καινοτόμους τομείς όπως η ΤΠΕ· ζητεί επίσης να διερευνηθούν όλες οι δυνατότητες – τόσο νομοθετικές όσο και μη νομοθετικές – προκειμένου να διασφαλιστεί μεγαλύτερη εμπλοκή των δημοσίων συμβάσεων στην προώθηση της καινοτομίας στην Ευρώπη·

32. καλεί την Επιτροπή να εισαγάγει διευκρινίσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, ιδίως όσον αφορά τη φάση εκτέλεσης των συμβάσεων (π.χ. σχετικά με «ουσιαστικές τροποποιήσεις» ισχύουσας σύμβασης, αλλαγές σχετικά με τον ανάδοχο και τον τερματισμό των συμβάσεων)·

33. εκφράζει τη λύπη του διότι οι συμμετέχοντες δεν έχουν παρά μόνο περιορισμένες δυνατότητες διόρθωσης παραλείψεων στις προσφορές τους· καλεί για το λόγο αυτό την Επιτροπή να διευκρινίσει ποιες παραλείψεις είναι δυνατό να διορθωθούν από τους προσφέροντες, ποιες πρόσθετες προσαρμογές επιτρέπονται και πως θα διασφαλιστούν η διαφάνεια και η ίση μεταχείριση·

34. υπογραμμίζει ότι οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει να μπορούν να επωφελούνται από προηγούμενες εμπειρίες με έναν συμμετέχοντα βάσει επίσημης έκθεσης αξιολόγησης· συνιστά να θεσπιστεί χρονικό όριο για τους αποκλεισμούς που θα εξασφαλίζει τη διαφάνεια και την αντικειμενικότητα· επισημαίνει την ανάγκη νομικής διευκρίνισης στις οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ αναφέροντας ότι ένας προσφέρων που επέδειξε κακή συμπεριφορά σε προηγούμενη δημόσια σύμβαση θα μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία του αφού αποδείξει ουσιαστικά ότι υπέβαλε τον εαυτό του σε αποτελεσματική διαδικασία επανόρθωσης· θεωρεί ότι η διευκρίνιση αυτή θα μπορούσε να ενισχύσει τους μηχανισμούς κατά της διαφθοράς θέτοντας κίνητρα για την επίσπευση της εξάλειψης πρακτικών διαφθοράς και θα ήρε σοβαρές νομικές αβεβαιότητες·

35. επικρίνει το γεγονός ότι η Πράσινη Βίβλος δεν αναφέρεται στις αδυναμίες, την έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης και γνώσεων για τις συμβάσεις και στην ανεπάρκεια των στρατηγικών δημόσιων συμβάσεων· τονίζει τη σημασία της προώθησης του επαγγελματισμού και διασφάλισης της αντικειμενικότητας εκ μέρους τόσο των αναθετουσών αρχών όσο και των παραγόντων της αγοράς, ιδίως στηρίζοντας την ανάπτυξη στοχευμένων προγραμμάτων κατάρτισης· συνιστά να συσταθεί δίκτυο κέντρων αριστείας εντός των υφισταμένων εθνικών πλαισίων και να προωθηθούν οι ανταλλαγές πληροφοριών και ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών· ενθαρρύνει επίσης οργανισμούς κάλυψης, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ, να αναλαμβάνουν κοινή ευθύνη καθιστώντας διαθέσιμες τις πληροφορίες και να διευκολύνουν τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των μελών τους σε όλη την Ευρώπη· τονίζει τη σημασία των σαφών και εύληπτων εγχειριδίων τόσο για τις αναθέτουσες αρχές όσο και για τους προσφέροντες· θεωρεί λυπηρό το ότι στο πλαίσιο αυτό δεν είναι επαρκώς χρήσιμα τα έγγραφα «Buying green! A handbook on environmental public procurement» και «Buying Social: A Guide to Taking Account of Social Considerations in Public Procurement», τα οποία δημοσιεύθηκαν το 2005 και το 2010 αντιστοίχως·

36. διαπιστώνει ότι μόνο το 1,4% των συμβάσεων ανατέθηκαν σε επιχειρήσεις άλλου κράτους μέλους· τονίζει ότι η εμφύσηση επαγγελματισμού και η καλύτερη κατάρτιση των αναθετών και των προσφερόντων θα ενίσχυαν τον πανενωσιακό ανταγωνισμό και θα αξιοποιούσαν πληρέστερα, τα προτερήματα μίας εσωτερικής αγοράς αναθέσεων·

Τέταρτο καθήκον: βελτιωμένη πρόσβαση για τις ΜΜΕ

37. υπογραμμίζει ότι είναι καθοριστικής σημασίας οι ΜΜΕ, που είναι η κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής οικονομίας, να έχουν εύκολη πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις για τη διατήρηση της απασχόλησης και τη βιώσιμη ανάπτυξη· τονίζει ότι η απλούστευση των διαδικασιών και των διοικητικών διατυπώσεων, δημιουργώντας στρατηγικές φιλικές προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και εφαρμόζοντας τον κώδικα δεοντολογίας, θα διευκολύνει την πρόσβαση των επιχειρήσεων αυτών στις δημόσιες συμβάσεις και θα τους δώσει τη δυνατότητα συμμετοχής σε πιο δίκαιη και ισότιμη βάση· πιστεύει ότι η εξασφάλιση απλοποιημένης, δίκαιης και επί ίσοις όροις πρόσβασης στις δημόσιες συμβάσεις για όλους τους οικονομικούς φορείς θα οδηγήσει σε καλύτερη χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων· επισημαίνει ότι οι ΜΜΕ γενικά δεν έχουν σημαντικό ειδικευμένο διοικητικό δυναμικό, και ότι είναι επομένως ουσιώδες να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος που τους επιβάλλεται·

38. επισημαίνει ότι τα κριτήρια επιλογής για την οικονομική κατάσταση, για παράδειγμα σχετικά με τον κύκλο εργασιών μιας εταιρείας, πρέπει να είναι ανάλογα με τον χαρακτήρα μιας δεδομένης σύμβασης· προειδοποιεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μην δημιουργήσουν, κατά την έγκριση ελαστικών και φιλικών προς τον χρήστη μέσων, τους οποιουσδήποτε νέους φραγμούς για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να λάβουν κατά πρώτο λόγο υπόψη τα συμφέροντά τους· καλεί την Επιτροπή, με στόχο τη βελτίωση των διαδικασιών πρόσβασης στις δημόσιες συμβάσεις και τη βελτίωση της διαφάνειάς τους, ιδίως προς όφελος των μικρότερων αναθετουσών αρχών και προσφερόντων, να εκσυγχρονίσει τον διαδικτυακό τόπο «Tenders Electronic Daily (TED) – Ημερήσια Ηλεκτρονική Ενημέρωση για τους Διαγωνισμούς» προκειμένου να είναι πιο προσβάσιμος καθιστώντας αυτόν πιο ελκυστικό και φιλικό προς το χρήστη, και αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στα κριτήρια αναζήτησης και στην ποιότητα και διεξοδικότητα των συνοπτικών μεταφράσεων κάθε προσφοράς· συνιστά να προσφέρει το TED στους χρήστες μια υπηρεσία ειδοποίησης, ώστε να ενημερώνονται όταν δημοσιεύονται νέοι διαγωνισμοί που τυχόν τους ενδιαφέρουν·

39. ζητεί από την Επιτροπή να επιδιώξει την προσθήκη, στη Συμφωνία περί Δημοσίων Συμβάσεων, μιας ρήτρας που θα επιτρέπει στην ΕΕ να προτιμά τους ευρωπαίους παραγωγούς, και δη τις ΜΜΕ, για την ανάθεση ορισμένων δημοσίων συμβάσεων, με βάση το πρότυπο των ρητρών που εφαρμόζουν ήδη άλλα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω συμφωνία·

40. καλεί την Επιτροπή να αυξήσει την επίγνωση της σημασίας της διαίρεσης των συμβάσεων σε παρτίδες και να εξετάσει τη δυνατότητα εφαρμογής της αρχής της «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης», σύμφωνα με την οποία πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση με τους κανόνες σε θέματα όπως η διαίρεση σε παρτίδες ή, διαφορετικά, να αιτιολογείται η απουσία συμμόρφωσης·

41. επισημαίνει ότι οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να αντλούν περισσότερα οφέλη από τις δυνατότητες διαίρεσης των δημόσιων συμβάσεων σε παρτίδες, πράγμα που θα έδινε στις ΜΜΕ περισσότερες ευκαιρίες, από ποιοτικής και από ποσοτικής πλευράς, για συμμετοχή στις δημόσιες συμβάσεις και βελτίωση του επιπέδου του ανταγωνισμού· ενθαρρύνει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να προβούν στη χρήση κοινής προμήθειας και συγκέντρωσης των συμβάσεων με σεβασμό των κανόνων ανταγωνισμού, γεγονός που θα τους επιτρέψει εξοικονομήσεις κλίμακας σε τομείς όπως η επιμελητεία και οι μεταφορές· ενθαρρύνει τις δημόσιες αρχές να επιδεικνύουν ελαστικότητα κατά την εξέταση των σύγχρονων αυτών και εθελοντικών μορφών ρυθμίσεων· καλεί την Επιτροπή να μελετήσει όλες τις δυνατότητες ενθάρρυνσης της συνένωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και μικρών δομών προσωρινά ή μόνιμα προκειμένου να τους επιτραπεί να ανταποκρίνονται σε προκηρύξεις μη υποδιαιρούμενες σε παρτίδες, χωρίς να αναγκάζονται να λειτουργούν ως υπεργολάβοι· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει σχετικά την τρέχουσα πρακτική ανάθεσης υπεργολαβικά σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις – συχνά σε δυσχερέστερες συνθήκες σε σχέση με εκείνες που ισχύουν για τον βασικό ανάδοχο – τμημάτων των συμβάσεων που δεν έχουν διαχωριστεί σε παρτίδες και που είναι πολύ μεγάλες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις προκειμένου αυτές να μπορούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία ανάθεσης·

42. προτείνει να επιτρέπονται, όπου είναι δυνατόν, οι υπεύθυνες δηλώσεις και να ζητούνται τα πρωτότυπα δικαιολογητικά μόνο από τους προκριθέντες υποψηφίους ή τον επιτυχόντα στον διαγωνισμό, αποφεύγοντας ενδεχόμενες καθυστερήσεις ή στρεβλώσεις της αγοράς που προκαλούνται από λανθασμένες δηλώσεις· καλεί την Επιτροπή να προωθήσει την επιλογή του «ηλεκτρονικού διαβατηρίου δημοσίων συμβάσεων» που θα είναι δεκτό από όλα τα κράτη μέλη και θα αποδεικνύει ότι ο οικονομικός φορέας πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις· υπογραμμίζει ότι ένα ευρωπαϊκό σύστημα πρότερης αξιολόγησης θα μπορούσε να είναι χρήσιμο μέσον στην περίπτωση που διατηρηθεί απλό, φθηνό και εύκολα προσβάσιμο από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις·

Πέμπτο καθήκον: εξασφάλιση υγιών διαδικασιών και αποφυγή αθέμιτων πλεονεκτημάτων

43. καλεί την Επιτροπή, προκειμένου να καταπολεμηθεί η διαφθορά στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, να προωθήσει πιο αποτελεσματικές πρακτικές λογοδοσίας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τον αποκλεισμό «επισφαλών» προσφερόντων· ζητεί από την Επιτροπή να προβλέψει σαφείς κανόνες για την προστασία όσων κοινοποιούν δυσλειτουργίες, σε συνέχεια των συστάσεων που περιέχονται στο ψήφισμα 1729(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης(9), να ενισχύσει τη διαφάνεια των συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και να προωθήσει εκπαιδευτικές δράσεις τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και μεταξύ του ευρέος κοινού·

44. σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν ήδη αποτελεσματικές διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων που διασφαλίζουν τη διαφάνεια και την ορθή χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων· ζητεί από την Επιτροπή να μελετήσει τις ορθές πρακτικές των κρατών μελών στον τομέα αυτόν και να εντοπίσει τις αποτελεσματικότερες αρχές για τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων στην ΕΕ·

45. επισημαίνει ότι η καταπολέμηση της διαφθοράς και της ευνοιοκρατίας αποτελεί στόχο των οδηγιών· υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν διαφορετικές προκλήσεις στον τομέα αυτό και ότι μία περισσότερο περίπλοκη ευρωπαϊκή προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να υποσκάψει τις προσπάθειες για εξορθολογισμό και απλούστευση των κανόνων και να δημιουργήσει επιπρόσθετη γραφειοκρατία· επισημαίνει ότι οι αρχές της διαφάνειας και του ανταγωνισμού είναι βασικής σημασίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς· ζητεί μία κοινή προσέγγιση σχετικά με τα μέτρα αυτοδιόρθωσης προκειμένου να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις στην αγορά και να εξασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου τόσο για τους οικονομικούς παράγοντες όσο και τις αναθέτουσες αρχές·

46. θεωρεί ότι, εφόσον οι δημόσιες συμβάσεις αφορούν δημόσιους πόρους, πρέπει να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και να είναι ανοικτές στο δημόσιο έλεγχο· ζητεί από την Επιτροπή διευκρινίσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου για τις τοπικές και λοιπές δημόσιες αρχές και να τους επιτρέπεται να ενημερώνουν τους πολίτες για τις συμβατικές τους υποχρεώσεις·

47. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τα προβλήματα που συνδέονται με τις εξαιρετικά χαμηλές προσφορές και να προτείνει τις δέουσες λύσεις· συνιστά όπως οι αναθέτουσες αρχές, σε περιπτώσεις παραλαβής αφύσικα χαμηλών προσφορών, προβλέπουν την έγκαιρη και επαρκή ενημέρωση των άλλων διαγωνιζομένων, προκειμένου να τους επιτρέπεται να αξιολογήσουν κατά πόσον υπάρχουν λόγοι κίνησης μιας διαδικασίας επανεξέτασης· ζητεί να υπάρχει μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ της κοινής πολιτικής εξωτερικού εμπορίου της ΕΕ και των πρακτικών σε κράτη μέλη όπου γίνονται δεκτές εξαιρετικά χαμηλές προσφορές·

Έκτο καθήκον: επέκταση της χρήσης των συμβάσεων δια της ηλεκτρονικής οδού

48. χαιρετίζει την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για την επέκταση της χρήσης των συμβάσεων δια της ηλεκτρονικής οδού· επισημαίνει ότι το σχετικό σχέδιο δράσης δεν πέτυχε τους στόχους του και ότι χρειάζεται περισσότερη πολιτική ηγεσία σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης – περιλαμβανομένου του επιπέδου της ΕΕ – προκειμένου να διατηρηθεί και να επισπευσθεί η μετάβαση στις ηλεκτρονικές συμβάσεις· επιθυμεί να εξασφαλιστεί ότι τουλάχιστον το 50% των πράξεων δημοσίων συμβάσεων τόσο των θεσμικών οργάνων όσο και των κρατών μελών διεξάγονται ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών στην υπουργική διάσκεψη για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση στο Μάντσεστερ το 2005·

49. υπογραμμίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει να διαδραματίσει μοναδικό ρόλο στην προώθηση της προόδου σε θέματα τυποποίησης και υποδομής – οι ηλεκτρονικές υπογραφές, και η χρονοσφράγιση όπου επί παραδείγματι χρειάζονται ένα κοινά αποδεκτό σχήμα για λόγους ασφάλειας· ζητεί από την Επιτροπή να αναπτύξει τις εν λόγω κοινές προδιαγραφές· τονίζει ότι οι ακριβές τεχνικές απαιτήσεις για την ταυτοποίηση των διαγωνιζομένων ενδέχεται να λειτουργήσουν ως φραγμοί για τους οικονομικούς παράγοντες· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη να αναπτυχθεί ένα τυποποιημένο σύστημα ηλεκτρονικής υπογραφής· καλεί τα κράτη μέλη να διαθέτουν υπηρεσία επικύρωσης για πιστοποιητικά που εκδίδονται από παρόχους υπηρεσιών πιστοποίησης που τελούν υπό την εποπτεία τους·

50. υπογραμμίζει το γεγονός ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα των διαφόρων συστημάτων και να αποφεύγεται η εξάρτηση από έναν προμηθευτή πρέπει να τηρούνται ανοικτές προδιαγραφές και η ουδετερότητα της τεχνολογίας· ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει πραγματική διαλειτουργικότητα μεταξύ των διαφόρων πλατφορμών ηλεκτρονικών συμβάσεων που υπάρχουν ήδη στα κράτη μέλη αξιοποιώντας περισσότερο τα αποτελέσματα που έχουν προκύψει από πρωτοβουλίες της ΕΕ όπως το PEPPOL και το e-CERTIS·

51. επισημαίνει ότι οποιεσδήποτε νομοθετικές προτάσεις για την επέκταση και απλούστευση της χρήσης των συμβάσεων δια της ηλεκτρονικής οδού πρέπει να ενσωματωθούν στην αναθεώρηση των κυρίων οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων και πρέπει να ευθυγραμμισθούν με το πεδίο εφαρμογής και με τους γενικούς κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων όπως οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τα κατώτατα όρια·

52. υπογραμμίζει ότι οι συμβάσεις δια της ηλεκτρονικής οδού μπορούν να οδηγήσουν στην απλούστευση της όλης διαδικασίας περί συμβάσεων, φέροντας αποτελεσματικότητα που θα οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τις δημόσιες διοικήσεις και αυξάνοντας τη διαφάνεια και την προσβασιμότητα· επισημαίνει ότι ιδίως η ηλεκτρονική ανάθεση συμβάσεων ανοίγει νέες προοπτικές στον εκσυγχρονισμό της διοίκησης στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων· επαναλαμβάνει ότι μία ηλεκτρονική σύμβαση κοστίζει λιγότερο, είναι ταχύτερη και χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη διαφάνεια σε σχέση με τις συμβατικές διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων· πιστεύει, ωστόσο, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια για βελτιώσεις και ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα σε σχέση με την πρόσβαση σε αξιόπιστες, συγκρίσιμες και αντικειμενικές πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τη διασυνοριακή χρήση των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων·

53. επισημαίνει ότι η νομοθεσία δεν είναι το μόνο μέσον για την προώθηση της αλλαγής· ζητεί, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή να διερευνήσει νέους τρόπους ανταλλαγής εμπειριών, μοιράσματος των βέλτιστων πρακτικών και μεταφοράς γνώσεων δια μέσου των συνόρων μεταξύ των τοπικών και περιφερειακών παραγόντων· τονίζει την έντονη ανάγκη να ενισχυθούν περαιτέρω οι δεξιότητες και ικανότητες αντίληψης του προσωπικού που ασχολείται με τις συμβάσεις δια της ηλεκτρονικής οδού και – μέσω εθνικών και/ή ενωσιακών κινήτρων προκειμένου να εξασφαλίζονται ισότιμοι πόροι μεταξύ μικρομεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων – να βοηθηθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων· χαιρετίζει το μέσο «Συνδέοντας την Ευρώπη» ως ένα νέο εργαλείο για την προώθηση των διασυνοριακών συμβάσεων δια της ηλεκτρονικής οδού, καθιστώντας έτσι δυνατή την ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς·

54. χαιρετίζει την ανακοίνωση που περιέχεται στο σχέδιο δράσης 2011-2015 της Επιτροπής σχετικά με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση ότι πρόκειται να αναπτυχθεί η πλατφόρμα epractice.eu σε ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την ανταλλαγή εμπειριών και πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και των χρηστών της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, και συνιστά θερμά να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της στους τοπικούς και περιφερειακούς χρήστες·

55. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ L 134, 30.4.2004, σ.1.                                                                                                                                                             

(2)

ΕΕ L 335, 20.12.2007, σ..31

(3)

ΕΕ L 23, 27.1.2010, σ. 35.

(4)

Εγκριθέντα κείμενα, P7_TA(2011)0233.

(5)

Εγκριθέντα κείμενα, P7_TA(2011)0146.

(6)

Εγκριθέντα κείμενα, P7_TA(2010)0173.

(7)

ΕΕ C 19, 18.3.2010, σ. 10.

(8)

http://ec.europa.eu/enterprise/policies/sme/business-environment/files/smes_access_to_public_procurement_final_report_2010_en.pdf

(9)

Ψήφισμα 1729(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία όσων κοινοποιούν δυσλειτουργίες, κείμενο που εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου 2010.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Το ευρωπαϊκό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων εορτάζει εφέτος μια επέτειο: πριν από σαράντα χρόνια, στις 26.7.1971, τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ η οδηγία περί δημοσίων έργων 71/305/ΕΟΚ. Το γεγονός αυτό αναφέρεται σπάνια, ενώ και στην Πράσινη Βίβλο «σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής δημόσιων συμβάσεων της ΕΕ» υπάρχει μόνο μία αναφορά στην οδηγία αυτή. Ωστόσο αυτή η επέτειος των σαράντα χρόνων θα προσέφερε μια ευκαιρία για έναν απολογισμό και για ανάλυση των επιτυχιών και των αποτυχιών της ευρωπαϊκής πολιτικής δημοσίων συμβάσεων.

Σχετικά με τις επιτυχίες: Το ευρωπαϊκό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων συνεισέφερε καθοριστικά στο ότι οι δημόσιες συμβάσεις απέκτησαν μεγαλύτερη διαφάνεια και στο ότι έγιναν ενέργειες κατά της διαφθοράς και του νεποτισμού, έδωσε έναυσμα για να αποκτήσουν επαγγελματισμό οι αναθέτουσες αρχές, και συνεισέφερε επίσης στη μείωση των τιμών –εδώ βέβαια φαίνεται ήδη μια αρνητική πλευρά, καθώς σε πολλές μελέτες και γνωμοδοτήσεις εκφράζεται λύπη για το γεγονός ότι οι χαμηλές τιμές απέβησαν σε βάρος της ποιότητας και της καινοτομίας, ενώ δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη ούτε η βιωσιμότητα αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή το κόστος σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους.

Αντίθετα, άλλες δαπάνες αυξήθηκαν: εξαιτίας της μονόπλευρης έμφασης σε νομικά ζητήματα αυξήθηκε το κόστος συναλλαγών, ενώ η χρησιμοποίηση εξωτερικών συμβούλων έγινε πιο δαπανηρή. Επίσης, ενισχύθηκε ακούσια η τάση των δημοσίων υπηρεσιών να βασίζονται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες σε περίπτωση νομικής ανασφάλειας, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται η ανάληψη κινδύνου και σε περίπτωση αμφιβολίας να κατοχυρώνεται η σύμβαση στον προσφέροντα το φθηνότερο αγαθό ή υπηρεσία και όχι το πιο καινοτόμο ή γενικότερα το καλύτερο. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και περικοπών των δημοσίων δαπανών.

Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να επικροτηθεί η πρόθεση της Επιτροπής να απλουστεύσει και να κάνει πιο ευέλικτο μέσω αναθεώρησης το ευρωπαϊκό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων. Ωστόσο, στην Πράσινη Βίβλο που έχει υποβληθεί διαφαίνονται αντιφάσεις. Αφενός, η έκταση και ο βαθμός ανάλυσης των 114 ερωτήσεων δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχει πρόθεση διεξοδικής κανονιστικής ρύθμισης των δημοσίων συμβάσεων, ενώ αφετέρου ορισμένες από τις ερωτήσεις και τις προτάσεις που παρουσιάζονται είναι αντιφατικές· έτσι, για παράδειγμα, οι ποσοστώσεις ή οι δεσμευτικοί στόχοι κατά την εξασφάλιση αναθέσεων είναι αντίθετες με τον δεδηλωμένο στόχο της απλούστευσης και της δημιουργίας μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου και συνεισφέρουν με αρνητικό τρόπο σε περαιτέρω αύξηση της γραφειοκρατίας και της πολυπλοκότητας από νομική άποψη.

Η θέση της εισηγήτριας είναι ότι μια αναθεώρηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να λάβει καταρχάς υπόψη το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων στο μεταξύ αποτελεί πλέον παραδοσιακή πρακτική στην Ευρώπη: ενώ αρχικά απαιτούνταν αυστηρά τυπικές διαδικασίες προκειμένου να δημιουργηθεί ένας κάποιος επαγγελματισμός στην πρακτική των δημοσίων συμβάσεων και να συνηθίσουν οι υπηρεσίες ανάθεσης στις αρχές της διαφάνειας, της μη διάκρισης και του ανταγωνισμού, στο μεταξύ αυτό έχει γίνει παραδοσιακή πρακτική. Τώρα το ζητούμενο είναι να εξορθολογιστεί και πάλι το δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων και να επανέλθει στα βασικά του κεντρικά στοιχεία: την εγγύηση της διαφάνειας και της μη διάκρισης και την εξασφάλιση του ανταγωνισμού.

Νομική σαφήνεια και νομική ασφάλεια

Φυσικά, αυτή η αναθεώρηση πρέπει να γίνει με προσοχή, και δεν πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η δοκιμασμένη πρακτική – σε αυτήν συγκαταλέγεται για παράδειγμα ο διαχωρισμός σε δύο οδηγίες ή η υποδιαίρεση σε οδηγίες έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και ο διαχωρισμός σε υπηρεσίες κατηγορίας Α και Β. Οι ειδικές διατάξεις για τις υπηρεσίες της κατηγορίας Β βασίζονται στον κατά κύριο λόγο τοπικό χαρακτήρα αυτών των υπηρεσιών. Υπάρχουν όμως ασάφειες σχετικά με ορισμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ενώ θα έπρεπε επίσης να ρυθμιστεί σαφέστερα και η ταξινόμηση των υπηρεσιών διάσωσης.

Παράλληλα υπάρχουν πολλές νομικές ασάφειες που στο παρελθόν οδήγησαν επανειλημμένα σε καταγγελίες ή δίκες. Ο τομέας των δημοσίων συμβάσεων χαρακτηρίζεται από την εξαιρετικά μεγάλη οικονομική αξία του «αντικειμένου διαμάχης» και η αναθεώρηση θα έπρεπε επίσης να συμβάλει στην εξάλειψη αυτού του πνεύματος διεκδίκησης και σε μεγαλύτερη νομική ασφάλεια· μόνο έτσι μπορεί να αξιοποιηθεί καλύτερα και απλούστερα το δυναμικό των δημοσίων συμβάσεων για μια καινοτόμο και βιώσιμη ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, που έχει μεγάλη σημασία ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης και υψηλού δημόσιου χρέους.

Έτσι, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών ότι πρόκειται για ρύθμιση των δημοσίων συμβάσεων που σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πρέπει να έχουν άμεσο οικονομικό όφελος για την αντίστοιχη δημόσια αρχή· επίσης, ότι οι συνεργασίες μεταξύ δημοσίων φορέων σύμφωνα με τους ορισμούς του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν υπόκεινται στο δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων, ενώ ούτε οι παραχωρήσεις δικαιώματος παροχής υπηρεσιών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή παρουσιάσει χωριστή ρύθμιση για τις παραχωρήσεις δικαιώματος παροχής υπηρεσιών, αυτή θα πρέπει σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, το πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να οριστεί έτσι ώστε να συμφωνεί με την οδηγία για τις υπηρεσίες και η επεξεργασία της ρύθμισης από το Κοινοβούλιο θα πρέπει να γίνει παράλληλα με την αναθεώρηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις προκειμένου να αποτραπεί περαιτέρω νομικός κατακερματισμός και να εξασφαλιστεί η συνοχή. Σε αυτό το πλαίσιο θα έπρεπε να διασαφηνιστεί στη συνέχεια και η απαραίτητη ασφάλεια δικαίου για τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Καινοτομία και βιώσιμες δημόσιες συμβάσεις

Η εισηγήτρια επικροτεί κατηγορηματικά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκειμένου οι δημόσιες συμβάσεις να εξυπηρετούν καλύτερα γενικούς κοινωνικούς στόχους, επισημαίνει όμως ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο βρίσκεται στις ίδιες τις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων. Όσο το κριτήριο της φθηνότερης προσφοράς έχει στις οδηγίες την ίδια βαρύτητα με εκείνο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, δεν πρόκειται να αλλάξουν πολλά στον τομέα αυτόν ενόψει των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων των αναθετουσών αρχών. Εδώ θα επιτευχθεί αλλαγή μόνο εάν γίνει κανόνας η επιλογή της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (π.χ. σύμφωνα με την αρχή της «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης») και αν καταστεί δυνατό να χρησιμοποιηθούν καλύτερα τα κριτήρια για την επισήμανση της εν λόγω προσφοράς.

Η ανάθεση θα πρέπει επομένως να γίνεται με κριτήριο την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού κόστους των έργων, προμηθειών και υπηρεσιών για ολόκληρο τον κύκλο ζωής, η δε Επιτροπή καλείται επιτακτικά να αναπτύξει μια μεθοδολογία για τη διαπίστωση του κόστους ολόκληρου του κύκλου ζωής, η οποία θα ξεπερνά τη σημερινή μεθοδολογία, που είναι μονόπλευρα προσανατολισμένη στην ενεργειακή απόδοση, και θα συμπεριλαμβάνει όλα τα θέματα της βιωσιμότητας.

Επίσης, θα έπρεπε να αποσαφηνιστεί ότι στις τεχνικές προδιαγραφές μπορούν να συμπεριληφθούν κριτήρια βιώσιμης και ηθικά υπεύθυνης παραγωγής, καθώς δεν υπάρχουν νομικοί λόγοι που να το απαγορεύουν, αντίθετα, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την υπόθεση Wienstrom(1) κατέστησε σαφές ότι ειδικά η διαδικασία παραγωγής είναι αποφασιστικής σημασίας για βιώσιμες δημόσιες συμβάσεις.

Μια αναθεώρηση θα πρέπει επίσης να διευκρινίσει τα ζητήματα στα οποία μια μονόπλευρη ερμηνεία του δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων ενδέχεται να έρθει σε σύγκρουση με τους γενικούς κοινωνικούς στόχους τόσο των ευρωπαϊκών συνθηκών όσο και της στρατηγικής Ευρώπη 2020. Για παράδειγμα, θα έπρεπε να εξεταστεί κατά πόσον δημόσιες αναθέτουσες αρχές (π.χ. νοσοκομεία) μπορούν να καταφύγουν και σε περιφερειακά προϊόντα κατά την προμήθεια τροφίμων προκειμένου να αποφύγουν περιττή επιβάρυνση του περιβάλλοντος.

Απλούστευση και μεγαλύτερη ευελιξία

Η απλούστευση των ευρωπαϊκών κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και μια βελτιωμένη πρόσβαση σε ευέλικτα μέσα θα συμβάλει στην προώθηση βιώσιμων και καινοτόμων δημοσίων συμβάσεων. Η εισηγήτρια προτείνει εν προκειμένω διάφορες δυνατότητες όπως η συστηματική παρακολούθηση της αγοράς, η καλύτερη αξιοποίηση της σύμβασης με διαπραγμάτευση για την οποία έχει προηγηθεί προκήρυξη και άλλων συνοδευτικών μέτρων με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας ή η γενική έγκριση εναλλακτικών προσφορών, όπου θα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη η πτυχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Η δυνατότητα αναφοράς σε απαιτήσεις απόδοσης και λειτουργίας είναι καλύτερη από τις αναλυτικές τεχνικές προδιαγραφές για να επιτύχουν οι δημόσιες συμβάσεις καινοτόμα και επικεντρωμένα στο περιβάλλον αποτελέσματα. Επίσης, πρέπει να διευκολυνθεί η προσαρμογή ή η διόρθωση λαθών στις προσφορές – φυσικά με αντίστοιχες εγγυήσεις ασφάλειας προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και ο έλεγχος της διαδικασίας.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της αναθεώρησης πρέπει να γίνει μια συζήτηση για την προσαρμογή των οριακών τιμών· αυτό επισημαίνεται σε πολλές γνωμοδοτήσεις, αλλά το θέμα αποτελεί επίσης αντικείμενο μεγάλων διαφωνιών στις συζητήσεις και ασφαλώς θα ήταν εύλογο να διοργανωθεί γι’ αυτό μια πρόσθετη ακρόαση.

Όμως η εισηγήτρια επισημαίνει επίσης ότι η νομική πλευρά της διαδικασίας σύναψης σύμβασης δεν πρέπει να υπερεκτιμάται· η Επιτροπή πρέπει επίσης να προσφέρει μεγαλύτερη στήριξη ως προς την πρακτική πλευρά, π.χ. για την οργάνωση της ανταλλαγής εμπειριών ή την ανάπτυξη δοκιμασμένων πρακτικών και μεθόδων, καθώς και τη στήριξη προγραμμάτων κατάρτισης στα κράτη μέλη. Επιπροσθέτως, η κατάρτιση αυτή δεν θα πρέπει να απευθύνεται μόνο στις τοπικές αναθέτουσες αρχές, αλλά να συμπεριλαμβάνει και φορείς λήψης πολιτικών αποφάσεων και άλλους παράγοντες, ιδίως μη κυβερνητικές οργανώσεις, που προσφέρουν κοινωνική υπηρεσία. Εδώ θα μπορούσε κανείς να επωφεληθεί και από τις εμπειρίες της Γαλλίας, καθώς το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται αυτό το διάστημα στην εν λόγω χώρα.

Πρόσβαση για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)

Η εισηγήτρια επεσήμανε ήδη στην περυσινή της έκθεση «σχετικά με τις νέες εξελίξεις στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων» τη σημασία αυτού του ζητήματος και συνέστησε διάφορα μέσα για τη βελτίωση της πρόσβασης των ΜΜΕ. Η πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις συναντά πολλά εμπόδια, ενώ και η εφαρμογή της Small Business Act δεν είναι ικανοποιητική σε πολλά κράτη μέλη.

Η εισηγήτρια προτείνει για τον λόγο αυτόν μέτρα που, αφενός, θα μειώσουν το κόστος συναλλαγών για τις ΜΜΕ, όπως η αρχή «μόνο μία φορά», σύμφωνα με την οποία στο τέλος της διαδικασίας ανάθεσης υποχρεούνται να καταθέσουν τα πρωτότυπα δικαιολογητικά μόνο οι επιτυχόντες προσφέροντες, ή η δημιουργία ενός τυποποιημένου «διαβατηρίου δημοσίων συμβάσεων», με τη μορφή ηλεκτρονικού συστήματος καταχώρησης, στο οποίο θα αποθηκεύονται τα ανάλογα πιστοποιητικά· τέτοια συστήματα υπάρχουν ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη.

Αφετέρου, θα πρέπει να προωθηθεί και να απαιτηθεί η διαίρεση των συμβάσεων σε παρτίδες· εδώ θα μπορούσε να εφαρμοστεί η διαδικασία της «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης» που θα προσέφερε μεγαλύτερη διαφάνεια.

Περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση των ΜΜΕ είναι ο προσανατολισμός προς την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, η βελτίωση της έγκρισης εναλλακτικών προσφορών, η μεγαλύτερη αξιοποίηση της σύμβασης με διαπραγμάτευση και γενικά η απλούστευση και η μεγαλύτερη ευελιξία των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις.

Δημόσιες ηλε-συμβάσεις

Το σχέδιο δράσης για την επέκταση της χρήσης των δημόσιων ηλε-συμβάσεων στην ΕΕ δυστυχώς δεν πέτυχε τον στόχο του για διεκπεραίωση του 50% των δημοσίων συμβάσεων μέσω ηλεκτρονικής διαδικασίας το 2010. Οι μέσες τιμές είναι μόλις 5%. Από την άποψη αυτή, επιτυχία σημείωσαν λίγες μόνο χώρες, όπως η Πορτογαλία. Για τον λόγο αυτόν, η εισηγήτρια επικροτεί την Πράσινη Βίβλο για τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις και καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη στον τομέα αυτόν και να συμπεριλάβει στην αναθεώρηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις τους απαραίτητους κανόνες για την προαγωγή των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων εντός της ΕΕ.

(1)

ΔΕΚ, υπόθεση C-448/01, EVN AG και Wienstrom GmbH κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας, 4 Δεκεμβρίου 2003, Συλλογή (2003) I-14527.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (1.9.2011)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Kader Arif

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  καλεί τα κράτη που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τις δημόσιες συμβάσεις (ΣΔΣ) να ολοκληρώσουν το συντομότερο τη μεταρρύθμισή της, ώστε να προωθηθεί περισσότερο η δικαιοσύνη και η διαφάνεια σε διεθνές επίπεδο μέσω της αποτελεσματικότερης καταπολέμησης της διαφθοράς με τον ταυτόχρονο σεβασμό της πολυλειτουργικότητας των πολιτικών του τομέα των δημοσίων συμβάσεων· καλεί τα κράτη αυτά να διατηρήσουν τις αποκλειστικότητές τους -είτε εδαφικές είτε τομεακές- μέσα σε λογικά όρια κατά την επικύρωση της μελλοντικής συμφωνίας· θεωρεί λυπηρό το ότι καμία από τις μείζονες αναδυόμενες οικονομίες δεν έχει ακόμη υπογράψει τη ΣΔΣ· καλεί αυτές τις χώρες να συμμετάσχουν στην τρέχουσα αναθεώρηση και ακολούθως να υπογράψουν και να επικυρώσουν ταχέως τη μελλοντική συμφωνία·

2.  υπογραμμίζει την ανάγκη μετατροπής της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής σε πραγματικό όχημα βιώσιμης ανάπτυξης και δημιουργίας περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας· ζητεί από την Επιτροπή να προωθήσει μια εμπορική πολιτική συμβατή με μια δυναμική βιομηχανική πολιτική, δημιουργό θέσεων εργασίας· υπογραμμίζει ότι οι εμπορικοί εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες και να μεριμνούν για την τήρησή τους, καθώς διαφορετικά θα επρόκειτο για παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων και θα έπλητταν σημαντικά τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς·

3.  υπενθυμίζει ότι η ΣΔΣ, που πρέπει να παραμείνει το βασικό εργαλείο ρύθμισης του τομέα των δημοσίων συμβάσεων σε διεθνές επίπεδο, προβλέπει ειδική και διαφοροποιημένη μεταχείριση για τις αναπτυσσόμενες χώρες· καλεί την Επιτροπή να τηρεί αυτήν την αρχή στις διμερείς της σχέσεις με τις εν λόγω χώρες·

4.  υπογραμμίζει ότι στο πλαίσιο του αυξανομένου διεθνούς ανταγωνισμού, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διακρίνονται για την καινοτόμο ικανότητά τους, την υψηλή τεχνολογία που αναπτύσσουν και την ποιότητα των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων που εφαρμόζουν· καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει στη ΣΔΣ την αναγνώριση όχι μόνο του κριτηρίου της τιμής, αλλά και συμπληρωματικών κριτηρίων σχετιζόμενων με το θέμα κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, ειδικά σε ό,τι αφορά την ικανότητα βελτίωσης της ασφάλειας στην εργασία· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόζει συμπληρωματικά κριτήρια αυτού του είδους όταν διαπραγματεύεται συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών με χώρες μη μέλη της ΣΔΣ, συνεκτιμώντας το επίπεδο ανάπτυξης του άλλου συμβαλλόμενου μέρους κατά την επιλογή και τον καθορισμό των εν λόγω κριτηρίων· θεωρεί ότι η βελτίωση των κανόνων στις δημόσιες συμβάσεις θα επέτρεπε τη δημιουργία περισσότερων ποιοτικών θέσεων εργασίας, τη στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής και την προώθηση μιας βιώσιμης περιβαλλοντικής και κοινωνικής ανάπτυξης·

5.  ζητεί από την Επιτροπή να διευρύνει τις ευρωπαϊκές οδηγίες ώστε να ενσωματώσει σε αυτές τις διατάξεις της Σύμβασης αριθ. 94 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για τις ρήτρες εργασίας στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων, των οποίων σκοπός είναι να προωθηθούν οι κοινωνικά υπεύθυνες δημόσιες συμβάσεις, απαιτώντας από τους προσφέροντες και τους αναδόχους των συμβάσεων να τηρούν τους συντελεστές αμοιβών και τις άλλες συνθήκες εργασίας που ισχύουν σε τοπικό επίπεδο, όπως ορίζονται από συλλογικές συμβάσεις ή από την εθνική νομοθεσία·

6.  τονίζει ότι οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν ένα κατάλληλο μέσο οικονομικής πολιτικής για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων που σχετίζονται με την οικολογικά βιώσιμη ανάπτυξη και μπορούν επίσης να προωθήσουν την εφαρμογή υψηλών κοινωνικών προτύπων παγκοσμίως· καλεί την Επιτροπή να προβλέπει στις εμπορικές συμφωνίες της την παροχή στοχοθετημένων κινήτρων σε επιχειρήσεις, προκειμένου να καταστήσει τις δημόσιες συμβάσεις περισσότερο φιλικές προς την κοινωνία και το περιβάλλον και πρόσφορες για την επίτευξη καινοτομιών·

7.  επισημαίνει στην Επιτροπή ότι, παρόλο που οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ εξασφαλίζουν ορισμένη ελευθερία κινήσεων για τη συμπερίληψη κοινωνικών, περιβαλλοντικών προτύπων και προτύπων βιωσιμότητας εφόσον συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση, ο εκσυγχρονισμός της παρούσας νομοθεσίας θα πρέπει να επιδιώξει να διευρύνει αυτό το περιθώριο δράσης και να μειώσει τους περιορισμούς, προκειμένου οι πιθανές συνέργειες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων να αξιοποιηθούν καλύτερα για την επίτευξη στόχων σε άλλους σχετικούς τομείς πολιτικής·

8.  επισημαίνει ότι πρέπει να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών όσον αφορά τη θετική τους επίδραση στην κοινωνική και οικολογική ευαισθητοποίηση των εθνικών και διεθνών επιχειρήσεων και να αξιοποιηθεί η ευκαιρία το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο εμπόριο να αποκτήσουν περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό και να καταστούν περιβαλλοντικά ορθότερα μέσω υπεύθυνων συμβάσεων·

9.  επισημαίνει ότι η απασχόληση, η αξιοπρεπής εργασία, η τήρηση της εργατικής νομοθεσίας και των κοινωνικών κανόνων, η προσβασιμότητα, το δίκαιο εμπόριο, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η κοινωνική δέσμευση μπορούν να επηρεαστούν και να προωθηθούν από τις εταιρείες, εάν αυτές προσφέρουν υψηλά πρότυπα απαντώντας σε προσκλήσεις υποβολής προσφορών στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να εξετάσει και να θεσπίσει τον κατάλληλο νομοθετικό χώρο μέσω του εκσυγχρονισμού των συμφωνιών δημοσίων συμβάσεων·

10. ζητεί από την Επιτροπή να επιδιώξει την προσθήκη, στη ΣΔΣ, μιας ρήτρας που θα επιτρέπει στην ΕΕ να προτιμά τους ευρωπαίους παραγωγούς, και δη τις ΜΜΕ, για την ανάθεση ορισμένων δημοσίων συμβάσεων, με βάση το πρότυπο των ρητρών που εφαρμόζουν ήδη άλλα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω συμφωνία·

11. θεωρεί ότι οι υφιστάμενοι κανονισμοί δημοσίων συμβάσεων είναι υπερβολικά πολύπλοκοι και μπορεί πρακτικά να μην είναι εφικτοί για μικρούς πελάτες και για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), συνιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μη δασμολογικό φραγμό στο εμπόριο· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να προσαρμοστεί στις ανάγκες των μικρών πελατών και των ΜΜΕ στη νομοθετική της πρόταση για τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων, ώστε να αυξηθεί η συμμετοχή τους στις δημόσιες συμβάσεις και στο διεθνές εμπόριο· ελπίζει επίσης ότι θα απλοποιηθεί η διοικητική διαδικασία με τη χρήση τεχνολογιών της πληροφορίας, ειδικά υπό τη μορφή επιγραμμικών (on line) ανοικτών διαδικασιών προσφορών· καλεί την Επιτροπή να συνυπολογίσει στον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων την κοινωνική αξία των ΜΜΕ και να εγκρίνει ειδικά μέτρα για την προαγωγή της συμμετοχής τους στις δημόσιες συμβάσεις και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους·

12. παροτρύνει την Επιτροπή να απλουστεύσει τις οδηγίες 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ, να εκσυγχρονίσει τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων, να μειώσει το επίπεδο λεπτομέρειας των κανονισμών και να μειώσει τα διοικητικά βάρη, βελτιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το επιχειρηματικό περιβάλλον για τους ευρωπαίους πελάτες και τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καθώς και για τους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ, εξασφαλίζοντας τον θεμιτό ανταγωνισμό και αυξάνοντας την απόδοση και την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών δημοσίων συμβάσεων· τονίζει, επομένως, την ανάγκη βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για τις ΜΜΕ μέσω της αναπροσαρμογής των ανωτάτων ορίων, της μείωσης του διοικητικού φόρτου και της αύξησης του πεδίου δράσης·

13. θεωρεί σημαντικό να υπάρχει μια σαφής εικόνα των αλλοδαπών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο ευρωπαϊκό έδαφος, ιδίως όταν οι δραστηριότητές τους λαμβάνουν μεγάλη κρατική υποστήριξη από το εξωτερικό· ανησυχεί για το ενδεχόμενο καταστρατήγησης των κανόνων της εσωτερικής αγοράς από τις ξένες επιχειρήσεις που εγκαθιστούν παραρτήματα στην ΕΕ ή εξαγοράζουν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να συγκροτήσει έναν οργανισμό ο οποίος θα είναι επιφορτισμένος με την εκ των προτέρων αξιολόγηση των ξένων επενδύσεων, με βάση το πρότυπο της επιτροπής CFIUS των Ηνωμένων Πολιτειών·

14. εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή αγορά δεν πρέπει να παραμείνει μονομερώς ανοικτή στις εταιρίες τρίτων χωρών και καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για ένα αποτελεσματικό κείμενο που αφενός θα ενθαρρύνει μια μεγαλύτερη συμμόρφωση προς την αρχή της αμοιβαιότητας εκ μέρους των κρατών εκείνων, είτε αυτά είναι μέλη της ΣΔΣ είτε όχι, που δεν παρέχουν επί του παρόντος ισοδύναμη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές εταιρίες και, αφετέρου, θα διασφαλίζει θεμιτό ανταγωνισμό και ίσους όρους σε παγκόσμιο επίπεδο·

15. ζητεί από την Επιτροπή να έχει πιο σθεναρή στάση στις διμερείς διαπραγματεύσεις με βιομηχανικά κράτη, ώστε να διασφαλίζει καλύτερη πρόσβαση στην αγορά και μεγαλύτερη αμοιβαιότητα όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις· τονίζει ότι η πραγματική πρόσβαση στην αγορά δεν πρέπει να περιορίζεται από μη δασμολογικά εμπόδια και ζητεί από την Επιτροπή να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα αυτό όταν κάνει διαπραγματεύσεις σε διεθνές επίπεδο·

16. επισημαίνει ότι τα κεφάλαια εκείνα στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις συνιστούν διεθνώς δεσμευτικές συμφωνίες και καλεί συνεπώς την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε το περιεχόμενο των κεφαλαίων αυτών να μην αντιφάσκει προς τις τρέχουσες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας των δημοσίων συμβάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης των κατώτατων ορίων για τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών·

17. πιστεύει ότι η προώθηση των συμφερόντων των επιχειρήσεων της ΕΕ στο εξωτερικό απαιτεί συνετή επιλογή μηχανισμών και στόχων πολιτικής και ότι, στο πλαίσιο δύσκολων οικονομικών συγκυριών, καμία κίνηση προστατευτισμού δεν μπορεί να βοηθήσει την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης·

18. πιστεύει ότι κάθε τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση σε ένα κράτος μέλος για αδικήματα διαπραχθέντα από τη Μαφία ή άλλες οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, πρέπει να αποτελεί επαρκή λόγο αποκλεισμού των ενεχομένων ευρωπαϊκών και μη ευρωπαϊκών εταιριών από τη συμμετοχή σε διαδικασίες προσφορών σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ·

19. θεωρεί, βάσει του σημαντικού ρόλο που διαδραματίζουν στο διεθνές εμπόριο οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι θυγατρικές τους και οι αλυσίδες εφοδιασμού τους, ότι η κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη των επιχειρήσεων πρέπει να συνεκτιμάται πλέον στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

31.8.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

2

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

William (The Earl of) Dartmouth, Kader Arif, David Campbell Bannerman, Daniel Caspary, Yannick Jadot, Bernd Lange, David Martin, Vital Moreira, Paul Murphy, Franck Proust, Godelieve Quisthoudt-Rowohl, Niccolò Rinaldi, Helmut Scholz, Peter Šťastný, Robert Sturdy, Gianluca Susta, Keith Taylor, Paweł Zalewski, Метин Казак

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Catherine Bearder, George Sabin Cutaş, Mário David, Albert Deß, Salvatore Iacolino, Μαρία-Ελένη Κοππά, Elisabeth Köstinger, Marietje Schaake

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Roger Helmer, Patrice Tirolien


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (14.7.2011)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Bart Staes

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο της διάθεσης των κονδυλίων της ΕΕ, είναι πρωταρχικής σημασίας για την προστασία των συμφερόντων των φορολογούμενων της ΕΕ η ορθή εφαρμογή στα κράτη μέλη των κανόνων που διέπουν τις συμβάσεις· υπενθυμίζει ότι οι δημόσιες δαπάνες για έργα, αγαθά και υπηρεσίες αντιστοιχούν στο 19% περίπου του ΑΕγχΠ της ΕΕ (2009) και σχεδόν το ένα πέμπτο των δαπανών αυτών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις (420 εκατομμύρια ευρώ κατά προσέγγιση ή 3,6% του ΑΕγχΠ της ΕΕ), όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 2011 σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ(1)· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο(2) μόνο η μη τήρηση των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις ευθύνεται για το 43 % όλων των μετρήσιμων σφαλμάτων και αναλογεί περίπου στα τρία τέταρτα του υπολογιζόμενου ποσοστού σφαλμάτων όσον αφορά τις δαπάνες στον τομέα της συνοχής·

2.  καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει την απαραίτητη ανάλυση των κανόνων που απορρέουν από τη νομολογία της ΕΕ ώστε να αποσαφηνίσει το νομικό πλαίσιο και να παράσχει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου σε όλα τα μέρη·

3.  προτρέπει την Επιτροπή να προτείνει χωρίς καθυστέρηση κατάλληλους κανόνες για την πρόληψη της διαφθοράς και της ευνοιοκρατίας και να δημιουργήσει ίσους όρους ανταγωνισμού για όλους τους συμμετέχοντες στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων· καλεί την Επιτροπή να εισαγάγει κοινούς ορισμούς της «σύγκρουσης συμφερόντων» και του «σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος» στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποκλειστεί η εκδήλωση κρουσμάτων διαφθοράς μέσω της νόθευσης διαγωνισμών·

4.  τονίζει ότι η μεταρρύθμιση των δημοσίων συμβάσεων θα πρέπει να επιφέρει αποδοτικότερες δημόσιες δαπάνες, να διασφαλίσει την αποτελεσματική χρήση των δημόσιων πόρων και να βελτιστοποιήσει τα αποτελέσματα της ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων, εφαρμόζοντας σαφείς, διαφανείς και ευέλικτες διαδικασίες που θα παρέχουν τη δυνατότητα σε προσφέροντες από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση να συμμετέχουν επί ίσοις όροις·

5.  καλεί την Επιτροπή, προκειμένου να καταπολεμηθεί η διαφθορά στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, να προωθήσει πιο αποτελεσματικές πρακτικές λογοδοσίας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τον αποκλεισμό «επισφαλών» προσφερόντων· ζητεί από την Επιτροπή να προβλέψει σαφείς κανόνες για την προστασία όσων κοινοποιούν δυσλειτουργίες, σε συνέχεια των συστάσεων που περιέχονται στο ψήφισμα 1729(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης(3), να ενισχύσει τη διαφάνεια των συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και να προωθήσει εκπαιδευτικές δράσεις τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο του ευρέος κοινού·

6.  υπογραμμίζει τη σημασία της εκπαίδευσης για τις αναθέτουσες αρχές και των ενημερωτικών εκστρατειών στον τομέα των εφαρμοστέων κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων ως ένα σημαντικό εργαλείο για τη διασφάλιση της ενημερωμένης συμμετοχής στις διαδικασίες και την αποφυγή σφαλμάτων· προτείνει να δημιουργηθεί μια κεντρική υπηρεσία υποστήριξης σε κάθε κράτος μέλος που θα δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις ΜΜΕ·

7.  καλεί την Επιτροπή να εισαγάγει διευκρινίσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, ιδίως όσον αφορά τη φάση εκτέλεσης των συμβάσεων (π.χ. σχετικά με «ουσιαστικές τροποποιήσεις» ισχύουσας σύμβασης, αλλαγές σχετικά με τον ανάδοχο και τον τερματισμό των συμβάσεων)·

8.  καλεί την Επιτροπή να προωθεί δημόσιες συμβάσεις βιώσιμου χαρακτήρα που συμμορφώνονται με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια καθώς και κριτήρια δίκαιου εμπορίου και υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να περιλαμβάνουν σχετικές απαιτήσεις προς τούτο στα έγγραφα συμβάσεων·

9.  σημειώνει ότι οι ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις βελτιώνουν την προσβασιμότητα, τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τη διασυνοριακή χρήση των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων·

10. σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν ήδη διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων που διασφαλίζουν τη διαφάνεια και την ορθή χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων· ζητεί από την Επιτροπή να μελετήσει τις ορθές πρακτικές των κρατών μελών στον τομέα αυτόν και να εντοπίσει τις αποτελεσματικότερες αρχές για τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων στην ΕΕ·

11. καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει τα υφιστάμενα ποιοτικά κριτήρια επιλογής αντικαθιστώντας τους ισολογισμούς, ως απόδειξη της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης του οικονομικού φορέα, με καταστάσεις ταμειακών ροών, που συνιστούν ένα βιώσιμο χαρακτηριστικό οικονομικής ευρωστίας.

12. καλεί την Επιτροπή να προτείνει μέσα για την απλούστευση της διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεων και τη μείωση του διοικητικού φόρτου των προσφερόντων, ούτως ώστε να βελτιωθούν οι πιθανότητες των ΜΜΕ να συμμετέχουν σε δημόσιες συμβάσεις, όπως τονίζεται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου σχετικά με τη «Small Business Act» (Πράξη για τις μικρές επιχειρήσεις) (2008/2237(/INI))· τονίζει ότι τα μέσα αυτά θα μειώσουν επίσης τον κίνδυνο διοικητικών σφαλμάτων· προτείνει οι εργασίες να εκτελούνται μέσω ενός κεντρικού ή περιφερειακού μητρώου ή βιβλιαρίου για τη μείωση του διοικητικού φόρτου των ΜΜΕ λόγω των απαιτήσεων του σταδίου της επιλογής·

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

13.7.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Pierre Audy, Inés Ayala Sender, Zigmantas Balčytis, Andrea Cozzolino, Tamás Deutsch, Martin Ehrenhauser, Jens Geier, Gerben-Jan Gerbrandy, Ingeborg Gräßle, Bogusław Liberadzki, Monica Luisa Macovei, Aldo Patriciello, Crescenzio Rivellini, Paul Rübig, Bart Staes, Søren Bo Søndergaard, Θεόδωρος Σκυλακάκης, Илиaна Ивaнова

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Thijs Berman, Zuzana Brzobohatá, Derk Jan Eppink, Christofer Fjellner, Marian-Jean Marinescu, Jan Mulder

(1)

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με τίτλο «Καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ» (COM(2011)0308).

(2)

Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2009, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των θεσμικών οργάνων (ΕΕ C 303, 9.11.2010, σ. 1).

(3)

Ψήφισμα 1729(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία όσων κοινοποιούν δυσλειτουργίες, κείμενο που εγκρίθηκε στις 29 Απριλίου 2010.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (18.7.2011)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Julie Girling

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  επισημαίνει ότι οι δημόσιες συμβάσεις αντιπροσωπεύουν το 17% του ΑΕγχΠ της ΕΕ και αποτελούν ένα βασιζόμενο στην αγορά μέσο καίριας σημασίας για τη διαχείριση των αναγκών της κοινωνίας το οποίο, παράλληλα με την επίτευξη άλλων στόχων, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της βιώσιμης απασχόλησης, των συνθηκών εργασίας, της καινοτομίας ιδιαίτερα όσον αφορά τις επιχειρήσεις, κυρίως δε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την προώθηση της κοινωνικής ένταξης, και την επίλυση των αναγκών απασχόλησης ευάλωτων και μειονεκτουσών κοινωνικών ομάδων, και μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην εκπλήρωση των στόχων της ΕΕ για το 2020· υπογραμμίζει επίσης τη σημασία των δημοσίων συμβάσεων, με στόχο την προώθηση ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, το οποίο θα βασίζεται στην ποιοτική απασχόληση, τις ίσες ευκαιρίες, την απαγόρευση των διακρίσεων και την κοινωνική ενσωμάτωση· τονίζει ταυτόχρονα ότι η εφαρμογή του δικαίου των συμβάσεων κατά την παροχή προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών δεν είναι συχνά ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη των βέλτιστων αποτελεσμάτων για τους χρήστες των εν λόγω υπηρεσιών·

2.  επισημαίνει ότι το ισχύον δίκαιο των συμβάσεων στην ΕΕ επιτρέπει ήδη να λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές πτυχές κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων· τονίζει, ωστόσο, ότι πρέπει να διευκρινισθεί η πρακτική εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων·

3.  τάσσεται υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατηγοριοποίησης των υπηρεσιών τύπου A- και B-, εκ των οποίων ο δεύτερος τύπος αφορά αντικείμενα που δεν υπόκεινται σε διασυνοριακό ανταγωνισμό ή είναι τέτοιας φύσεως που καθιστά ακατάλληλη τη σύναψη δημόσιας σύμβασης σε επίπεδο ΕΕ, όπως, για παράδειγμα, οι υπηρεσίες παροχής υγειονομικής περίθαλψης και οι κοινωνικές υπηρεσίες·

4.  αναγνωρίζει ότι οι δημόσιες αρχές δαπανούν άνω του 16% του ΑΕΠ της Ευρώπης και πρέπει, συνεπώς, να παροτρυνθούν να αναλάβουν ισχυρότερες δεσμεύσεις για την προαγωγή, μέσω των εν λόγω δαπανών, λύσεων στους τομείς της κοινωνικής καινοτομίας και των ευκαιριών στην αγορά απασχόλησης, παρέχοντας, ειδικότερα, αποτελεσματικότερες δημόσιες υπηρεσίες·

5.  υποστηρίζει την προώθηση των κοινωνικών συμβάσεων στον τομέα των αγαθών, π.χ. με τη χρήση κριτηρίων δίκαιου εμπορίου·

6.  αναγνωρίζει τη σημασία της Συμφωνίας για τις Δημόσιες Συμβάσεις (ΣΔΣ), η οποία θα μπορούσε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής τυχόν νομοθετικών ρυθμίσεων σε επίπεδο ΕΕ, δεδομένου ότι ορισμένες διαδικαστικές απαιτήσεις απορρέουν απευθείας από την ΣΔΣ, αλλά τονίζει ότι οι κανόνες των δημοσίων συμβάσεων είναι, σε κάποιους τομείς, ακόμα πιο περιοριστικοί από ό,τι στο πλαίσιο των ΣΔΣ· καλεί την Επιτροπή να επιδιώξει, τηρώντας παράλληλα τις ισχύουσες αρχές (ανταγωνισμός, διαφάνεια, απαγόρευση διακρίσεων, αποδοτικότητα), μεγαλύτερη απλούστευση και ευελιξία στους κανόνες, ούτως ώστε να διευκολυνθούν και να ενισχυθούν οι κοινωνικές συμβάσεις·

7.  υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη της νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων θα μπορούσε να συμβάλει στην αποσαφήνιση ορισμένων βασικών όρων και εννοιών, προκειμένου να κατοχυρωθεί μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου για τις αναθέτουσες αρχές, τις επιχειρήσεις και, συνεπώς, για τους εργαζόμενους·

8.  καλεί την Επιτροπή να αναγνωρίσει επισήμως άλλες μεθόδους επιλογής παρόχων υπηρεσιών, όπως οι μέθοδοι της «αυτεπιστασίας» και της «παραχώρησης υπηρεσίας», και να δώσει την ίδια αξία σε όλες τις επιλογές για τη σύναψη και τη χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών γενικού συμφέροντος (ΚΥΓΣ)·

9.  εμμένει στην άποψη ότι η οδηγία πρέπει να ενθαρρύνει και να επιτρέπει ρητώς στις αναθέτουσες αρχές να επικαλούνται στόχους οριζόντιας πολιτικής·

10. αναγνωρίζει ότι οι αναθέτουσες αρχές έχουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη χρήση της αγοραστικής τους δύναμης για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών με υψηλή «κοινωνική» αξία· υπογραμμίζει ότι οι κοινωνικές συμβάσεις μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην υλοποίηση των στόχων της ΕΕ για το 2020 και ότι θα πρέπει να προωθηθούν σύμφωνα με τις αρχές του ανταγωνισμού, της διαφάνειας, της κατάργησης των διακρίσεων, της αποδοτικότητας, παράλληλα με το σεβασμό των αναγκών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων· καλεί, ως εκ τούτου, τις αναθέτουσες αρχές να αξιολογήσουν τους κοινωνικούς κινδύνους και τις επιπτώσεις που προκαλούνται από τις ενέργειές τους και από την αλυσίδα εφοδιασμού· καλεί την Επιτροπή να προωθήσει την ανάπτυξη σημείων επαφής για περιβαλλοντικά υπεύθυνες δημόσιες συμβάσεις στο εσωτερικό των επιμέρους κρατών μελών, με στόχο την ανάπτυξη συναφών πρακτικών κοινωνικά υπεύθυνων δημόσιων συμβάσεων και την παροχή εξειδικευμένων νομικών συμβουλών στα ενδιαφερόμενα μέρη·

11. υπογραμμίζει ότι οιαδήποτε αναθεώρηση των οδηγιών πρέπει να αποτυπώνει τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας όσον αφορά τις δεσμεύσεις υπέρ της πλήρους απασχόλησης και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, καθώς και τις ευθύνες σχετικά με την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και την ελευθερία των δημόσιων αρχών και των κρατών μελών να λαμβάνουν αποφάσεις επί της χρηματοδότησης, της οργάνωσης και της παράδοσης δημόσιων υπηρεσιών·

12. καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει τις αναθέτουσες αρχές και τους αρμόδιους φορείς σε εθνικό επίπεδο να επιδιώξουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή των κοινωνικο-οικονομικών και εθελοντικών οργανώσεων στο στάδιο του αρχικού σχεδιασμού των διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων, προκειμένου να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη τα κοινωνικά ζητήματα κατά την κατάρτιση της συγγραφής υποχρεώσεων·

13. υπογραμμίζει τη σημασία της στενότερης συνεργασίας και της καλύτερης επικοινωνίας μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών, με στόχο την προώθηση μιας υπεύθυνης και κοινωνικά βιώσιμης συνεργασίας μεταξύ αγοραστών και προμηθευτών· καλεί την Επιτροπή να εντατικοποιήσει τις εκστρατείες ενημέρωσης και επικοινωνίας όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι κοινωνικά υπεύθυνες συμβάσεις, μέσω της διάδοσης ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών·

14. υπογραμμίζει τη σημασία της κατάρτισης του προσωπικού των αναθετουσών αρχών και των επιμέρους φορέων, αφενός, και της συμπερίληψης δεξιοτήτων και απαιτήσεων κατάρτισης, όπως π.χ. προγραμμάτων μαθητείας και πρακτικής άσκησης ή προγραμμάτων εκπαίδευσης ενηλίκων, στη συγγραφή υποχρεώσεων, ως μακροπρόθεσμης στρατηγικής, αφετέρου· τονίζει ωστόσο, ότι αυτές οι τελευταίες ενέργειες πρέπει να συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο της σύμβασης, να χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και να είναι οικονομικά συμφέρουσες·

15. επισημαίνει ότι το κείμενο των οδηγιών χρήζει μεγαλύτερης ακρίβειας όσον αφορά την βελτίωση της πρόσβασης των ατόμων με ειδικές ανάγκες·

16. επισημαίνει ότι οι ΜΜΕ, στις οποίες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ανατίθεται περίπου το 31%-38% της συνολικής αξίας των δημοσίων συμβάσεων, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της ΕΕ και έχουν τεράστιο δυναμικό για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, ανάπτυξη και καινοτομία και ότι η μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές δημοσίων συμβάσεων μπορεί να βοηθήσει τις ΜΜΕ στην απελευθέρωση του δυναμικού αυτού μέσω, για παράδειγμα, λιγότερο αυστηρών απαιτήσεων, της μείωσης του διοικητικού φόρτου και της παροχής περισσότερων τεχνικών και νομικών συμβουλών κατά τη σύνταξη της προσφοράς· παροτρύνει, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να λάβουν περισσότερα μέτρα για την ενθάρρυνση της συμμόρφωσης με τον ευρωπαϊκό κώδικα βέλτιστων πρακτικών, ο οποίος επιδιώκει να εξασφαλίσει το θεμιτό ανταγωνισμό και την δέουσα πρόσβαση των ΜΜΕ· παροτρύνει την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον απαιτείται να ληφθούν επείγοντα νομοθετικά μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αναθέτουσες αρχές αξιοποιούν πλήρως το οικονομικό και καινοτομικό δυναμικό των ΜΜΕ·

17. τονίζει ότι η αγορά δημοσίων συμβάσεων της ΕΕ είναι πιο ανοικτή σε σχέση με τις αντίστοιχες αγορές των διεθνών εταίρων της και ότι, συνεπεία τούτου, οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν μπορούν να ανταγωνίζονται υπό ισότιμους όρους με τις εταιρείες τρίτων χωρών, συνεχίζοντας, συνεπώς, να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά την απόκτηση πρόσβασης σε αγορές τρίτων χωρών· ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει το αμοιβαίο άνοιγμα των αγορών και την αμοιβαία πρόσβαση στις δημόσιες συμβάσεις, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού, τηρουμένων των συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών·

18. αναγνωρίζει τον πολύτιμο ρόλο των δημόσιων ηλε-συμβάσεων στη μείωση του διοικητικού φόρτου, όπως του κόστους των συναλλαγών, ειδικά για τις ΜΜΕ· τονίζει, σε αυτό το πλαίσιο, ότι είναι απαραίτητη η περαιτέρω προώθηση της χρήσης των δημόσιων ηλε-συμβάσεων και η σχετική κατάρτιση των επιχειρηματιών και των εργαζομένων·

19. υπογραμμίζει, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι μια αλλαγή των πρακτικών όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να επιδιώκει την απλοποίηση των κανόνων των δημόσιων συμβάσεων, να τις καθιστά πιο ευέλικτες και να ελαχιστοποιεί τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις προκειμένου να συμμετάσχουν σε διαδικασίες ανάθεσης δημόσιας σύμβασης, κατά τρόπον ώστε να διευκολύνονται οι οικονομικά και κοινωνικά καινοτόμες δημόσιες συμβάσεις με στόχο την προώθηση της καινοτομίας και της δημιουργίας καλλίτερων ευκαιριών απασχόλησης· τονίζει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ για τις συμβάσεις, υφίστανται ήδη κατάλληλα μέσα για τον σκοπό αυτόν (πρότυπα επιδόσεων και η αρχή της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (MEAT)), καλεί δε την Επιτροπή να συνεχίσει να ασκεί πίεση για την εφαρμογή μέσων αυτού του είδους, όπως π.χ. συνυπολογισμός του συνολικού κόστους ζωής, και να εξετάσει τις πρόσθετες δυνατότητες προώθησης της κοινωνικής καινοτομίας· τονίζει ότι πρέπει να ενισχυθεί σημαντικά η σημασία των κοινωνικών και οικολογικών κριτηρίων κατά τη διαδικασία υποβολής προσφορών και το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής πρέπει να διαδραματίσει υποδεέστερο ρόλο κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων·

20. υπογραμμίζει ότι οι κοινωνικά υπεύθυνες δημόσιες συμβάσεις συμβάλλουν στην καλύτερη τήρηση των αξιών και των απαιτήσεων της κοινότητας, καθώς λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες όλων των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες καθώς και των ατόμων με διαφορετική εθνοτική καταγωγή·

21. υποστηρίζει την τροποποίηση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις ώστε να αντικατοπτρίζει επίσης τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των κοινωνικών υπηρεσιών·

22. τονίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλισθεί ότι η μεγαλύτερη ευελιξία δεν οδηγεί σε μειωμένη λογοδοσία εκ μέρους αμφότερων των αναθετουσών αρχών και των προσφερόντων, με δυσμενείς επιπτώσεις για τις ευκαιρίες απασχόλησης·

23. τονίζει ότι η προώθηση, μέσω των δημόσιων συμβάσεων, ορισμένων προτεραιοτήτων στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο λήψης υποκειμενικών αποφάσεων και να καταστήσει δυσχερή την ανατροπή αποφάσεων αυτού του είδους·

24. αναγνωρίζει το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ΕΕ προκειμένου να διευκολύνει την ανάπτυξη επιτυχών εταιρικών σχέσεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΔΙΚ), μέσω της προαγωγής του θεμιτού ανταγωνισμού και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ όλων των κρατών μελών στο πλαίσιο των κοινωνικών πολιτικών και των πολιτικών απασχόλησης· επισημαίνει, ωστόσο, ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών ως προς τις νομικές και διαδικαστικές απαιτήσεις που ισχύουν στον τομέα αυτό· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την έννοια των συμπράξεων ΔΙΚ, ιδιαίτερα όσον αφορά την από κοινού ανάληψη κινδύνων και την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών·

25. αναγνωρίζει ότι η αποτελεσματική χρήση των δημόσιων συμβάσεων θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματική κινητήρια δύναμη για την προώθηση ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, μισθών και συνθηκών εργασίας, για την ισότητα, την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την κατάρτιση, καθώς και την προαγωγή περιβαλλοντικών πολιτικών και την παροχή κινήτρων για έρευνα και καινοτομία·

26. κρίνει λυπηρό το γεγονός ότι η Πράσινη Βίβλος δεν δράττεται της ευκαιρίας προκειμένου να αξιολογήσει την πραγματική εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων(1) και τις επιπτώσεις της στην πρόσβαση των επιχειρήσεων από χώρες εκτός ΕΕ στην αγορά συμβάσεων της ΕΕ·

27. καλεί την Επιτροπή όπως, υπό το πρίσμα της σημερινής αναθεώρησης, δημοσιεύσει ένα πρακτικό και σαφές εγχειρίδιο για τις αναθέτουσες αρχές, το οποίο να περιλαμβάνει περιπτωσιολογικές μελέτες όσον αφορά την επιτυχή εφαρμογή των κοινωνικών συμβάσεων·

28. ζητεί τη μέγιστη δυνατή μείωση των δαπανών που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις κατά την υποβολή προσφορών στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εν λόγω επιχειρήσεων και την αύξηση, συνεπώς, του αριθμού των θέσεων απασχόλησης·

29. συνιστά μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων, ούτως ώστε να δύνανται οι επιχειρήσεις να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να αυξηθεί, κατά τον τρόπο αυτόν, ο αριθμός των θέσεων απασχόλησης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

13.7.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

28

17

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Regina Bastos, Edit Bauer, Pervenche Berès, Mara Bizzotto, Philippe Boulland, David Casa, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Sergio Gaetano Cofferati, Frédéric Daerden, Karima Delli, Proinsias De Rossa, Frank Engel, Sari Essayah, Ilda Figueiredo, Thomas Händel, Roger Helmer, Nadja Hirsch, Stephen Hughes, Danuta Jazłowiecka, Martin Kastler, Ádám Kósa, Jean Lambert, Patrick Le Hyaric, Olle Ludvigsson, Elizabeth Lynne, Thomas Mann, Elisabeth Morin-Chartier, Csaba Őry, Siiri Oviir, Rovana Plumb, Συλβάνα Ράπτη, Licia Ronzulli, Elisabeth Schroedter, Joanna Katarzyna Skrzydlewska, Jutta Steinruck

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Georges Bach, Raffaele Baldassarre, Jürgen Creutzmann, Kinga Göncz, Teresa Jiménez-Becerril Barrio, Evelyn Regner, Csaba Sógor, Emilie Turunen, Peter van Dalen, Cecilia Wikström

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Ashley Fox, Marit Paulsen

(1)

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 3ης Απριλίου 2008 στην υπόθεση C-346/06 [2008] ECR I 01989 (Dirk Rüffert v Land Niedersachsen).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (20.7.2011)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Åsa Westlund

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Γενικές πτυχές

1.  επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή θεωρεί τις δημόσιες συμβάσεις ως σημαντικό παράγοντα στην μετάβαση προς μία βιώσιμη οικονομία και επίτευξη των στόχων της στρατηγικής ΕΕ 2020· τονίζει την ευθύνη των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι οι πολιτικές στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων υποστηρίζουν τις προσπάθειες προς επίτευξη των στόχων αυτών και χαιρετίζει την εκ μέρους της Επιτροπής απόδοση μεγαλύτερης προσοχής στις ανάγκες των μικρών αναθετουσών αρχών·

2.  επισημαίνει ότι η κατανάλωση του δημόσιου τομέα της ΕΕ αποτελεί σε ετήσια βάση το 17% περίπου του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της ΕΕ· τονίζει εκ νέου το δυναμικό της αγοραστικής αξίας των δημόσιων αρχών για την προώθηση κοινών στόχων και επισημαίνει ότι επομένως πρέπει να εκμεταλλευτούμε τη δυνατότητα συνυπολογισμού και άλλων συντελεστών προσδιορισμού πλην της τιμής, όπως περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων, στα πλαίσια των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων· πιστεύει ότι είναι δυνατόν να περιοριστούν τα επιζήμια πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης μέσω των δημόσιων συμβάσεων·

3.  επικροτεί την σαφή βούληση των τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών να συνάπτουν συμβάσεις που υποστηρίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της αποδοτικότητας πόρων και ενέργειας, την ευρύτερη χρήση των ανανεώσιμων πηγών και την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος· επισημαίνει ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η οδηγία και η εφαρμογή της δυσχεραίνουν την αντιμετώπιση αυτή και ότι η ασάφεια των ισχυόντων κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις έχει προκαλέσει παρανοήσεις και διιστάμενες ερμηνείες όσον αφορά την ενσωμάτωση των κριτηρίων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στις συμβάσεις· υπογραμμίζει ότι οι Συνθήκες της ΕΕ απαιτούν τη θέσπιση νομοθεσίας που ενισχύει και δεν αναστέλλει ή παρακωλύει την ικανότητα των κρατών μελών και των τοπικών και περιφερειακών αρχών να προωθούν την περιβαλλοντική προστασία και τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης·

4.  υποστηρίζει ότι οι οδηγίες πρέπει να ενθαρρύνουν και να επιτρέπουν ρητώς στις αναθέτουσες αρχές να αναφέρονται σε οριζόντιους στόχους πολιτικής, όπως τα κριτήρια περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, στο περιεχόμενο της προκήρυξης διαγωνισμών·

5.  υποστηρίζει ότι οι περιβαλλοντικές και άλλες συμβάλλουσες στην βιώσιμη ανάπτυξη πτυχές πρέπει να περιλαμβάνονται σε όλες τις σχετικές δημόσιες συμβάσεις· υπογραμμίζει ότι η οδηγία για τις δημόσιες συμβάσεις πρέπει να τροποποιηθεί για να καταστεί σαφέστερο ότι είναι ευκταίο και εφικτό για τις αναθέτουσες αρχές:

     –   να επιβάλλουν περιβαλλοντικούς όρους στις τεχνικές προδιαγραφές και να λαμβάνουν υπόψη τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις κατά το στάδιο της ανάθεσης·

     –   να επιβάλλουν κοινωνικά πρότυπα, επί παραδείγματι για την προώθηση της ένταξης των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας, καθώς και πρότυπα για την ασφάλεια κατά την εργασία·

     –   να επιβάλλουν όρους καλής διαβίωσης των ζώων εκτροφής, καθώς και, κατά περίπτωση, όρους για τη μεταφορά ζώντων ζώων·

     –   να ορίζουν ότι οι ανωτέρω όροι ισχύουν επίσης για τις υπεργολαβίες·

6.  πιστεύει ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στα κριτήρια οικολογικού σήματος της ΕΕ για τις υπηρεσίες· υπογραμμίζει ότι, κατά την αγορά και μίσθωση εξοπλισμού που καταναλώνει ενέργεια, οι αναθέτουσες αρχές για την ποσοτικοποίηση της συνολικής εξοικονόμησης ενέργειας πρέπει να χρησιμοποιούν κριτήρια που αντιστοιχούν στα πρότυπα ενέργειας και οικολογικού σήματος·

7.  λαμβάνει ειδικότερα υπό σημείωση την ανάγκη να καταστεί σαφέστερο ότι μπορούν να καθορίζονται απαιτήσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, της κοινωνίας, των οικοσυστημάτων και των ζώων, οι οποίες είναι υψηλότερες από αυτές που προβλέπονται στους κοινούς κανόνες της ΕΕ· ζητεί να περιληφθεί στην οδηγία η ρητή δήλωση ότι δεν εμποδίζεται καμία χώρα από το να συμμορφωθεί προς τη Σύμβαση αριθ. 94 της ΔΟΕ, και επισημαίνει ότι η αποτελεσματική λειτουργία του τομέα των οικολογικών δημόσιων συμβάσεων προϋποθέτει σαφείς και αδιαμφισβήτητους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ που καθορίζουν με ακρίβεια το πλαίσιο της νομοθεσίας των κρατών μελών και της εφαρμογής της·

8.  προτιμά το να προωθείται και να διευκολύνεται η εκ μέρους των δημόσιων φορέων σύναψη δημοσίων συμβάσεων βιώσιμου χαρακτήρα, αντί να καθορίζονται σχετικές υποχρεωτικές ποσοστώσεις· πιστεύει πάντως ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη σύναψη φιλικότερων για το περιβάλλον δημοσίων συμβάσεων δεν είναι τόσο η έλλειψη βούλησης, όσο η άγνοια των δυνατοτήτων και η ασαφής και άκαμπτη νομοθεσία·

9.  καλεί τα όργανα της ΕΕ να χρησιμοποιούν τη βιωσιμότητα ως βασικό κριτήριο στις δημόσιες συμβάσεις·

10. εκφράζει την ανησυχία του για την αναποτελεσματική εφαρμογή του οικειοθελούς μέσου της ΕΕ για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις (ΠΔΣ)·

Κύκλος ζωής

11. υποστηρίζει ότι η οδηγία πρέπει να τροποποιηθεί για να καταστεί σαφέστερο ότι είναι ευκταίος και εφικτός ο συνυπολογισμός των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του αντικειμένου της σύμβασης καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας και των συνθηκών της μέχρι το στάδιο της κατανάλωσης, εν όψει των στατιστικών στοιχείων για τις απώλειες που συνδέονται με τις δραστηριότητες αρχικού σταδίου· προκειμένου να προσφέρει στις αναθέτουσες αρχές κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των περιβαλλοντικών και/ή άλλων βιώσιμων πτυχών, η Επιτροπή θα πρέπει να τους προσφέρει μεθοδολογία υπολογισμού του κόστους του κύκλου ζωής·

12. τονίζει ότι οι δημόσιες αρχές πρέπει να καλούνται και να καθοδηγούνται να θεσπίζουν εξ υπαρχής περιβαλλοντικούς όρους για τους προσφέροντες και ζητεί να τροποποιηθεί η νομοθεσία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι, κατά κανόνα, η ανάθεση των συμβάσεων πραγματοποιείται με βάση την ευνοϊκότερη οικονομικά προσφορά, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για ολόκληρο τον κύκλο ζωής και λαμβάνοντας υπόψη, κατά το δυνατόν, το κόστος της περιβαλλοντικής ρύπανσης·

13. τονίζει ότι μια προσέγγιση των δημοσίων συμβάσεων που λαμβάνει περισσότερο υπόψη το περιβάλλον δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες εξοικονόμησης, επειδή κατ' αυτόν τον τρόπο λαμβάνεται περισσότερο υπόψη το κόστος κύκλου ζωής·

14. υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να προωθούν τα κράτη μέλη και η Επιτροπή την ανάπτυξη διεθνών κλιματικών και περιβαλλοντικών προδιαγραφών που βασίζονται στην προοπτική του κύκλου ζωής, διευκολύνοντας έτσι τόσο τη σύναψη φιλικών για το περιβάλλον συμβάσεων για το δημόσιο τομέα, όσο και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων σε διάφορες χώρες·

Σχέσεις με τους επιχειρηματικούς εταίρους

15. τονίζει με έμφαση ότι πρέπει να υπάρχει σχέση μεταξύ των περιβαλλοντικών κριτηρίων και του αντικειμένου της σύμβασης, ούτως ώστε να αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και η αβεβαιότητα δικαίου, πράγμα το οποίο θα εμπόδιζε ορισμένες επιχειρήσεις, και ιδίως ΜΜΕ, από το να συμμετάσχουν σε διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων·

16. τονίζει ότι είναι σημαντικό για τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τις ΜΜΕ να υποβάλλουν αιτήσεις για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων και να εξασφαλίζουν τη συμμετοχή τους· πιστεύει ότι οι καινοτόμες ΜΜΕ τείνουν να επινοούν νέες λύσεις για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών ζητημάτων στις δημόσιες συμβάσεις·

17. προτείνει, σε περίπτωση που το αντικείμενο της σύμβασης, προϊόν ή υπηρεσία, μπορεί να αποκτηθεί επί τόπου, να είναι η διαδικασία ανοικτή σε τοπικές επιχειρήσεις (κυρίως ΜΜΕ), σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας, ώστε να μειώνεται έτσι η περιβαλλοντική επιβάρυνση που επιφέρει η σύμβαση (π.χ. σε εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα)

18. επισημαίνει ότι, μέσω δημόσιων συμβάσεων και μέσω της οικονομικής ενίσχυσης περιβαλλοντικά φιλικών λύσεων διοικητικής μέριμνας, είναι δυνατόν να μειωθεί ο αριθμός των ταξιδιών, η ανάγκη οδικών μεταφορών και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα·

19. θεωρεί ότι η αυξημένη ανησυχία για τις περιβαλλοντικές και κλιματικές επιπτώσεις των προϊόντων και δραστηριοτήτων επιβάλλει την επανεξέταση της δυνατότητας να προτιμώνται τοπικοί προμηθευτές· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, την επανεξέταση των κατωτάτων ορίων και φρονεί ότι η βιωσιμότητα πρέπει να έχει το προβάδισμα έναντι μιας στενής ερμηνείας των κανόνων της εσωτερικής αγοράς·

20. τονίζει τη σχέση μεταξύ της σύναψης φιλοπεριβαλλοντικών δημοσίων συμβάσεων και της προώθησης καινοτομιών· υπογραμμίζει ότι το γεγονός αυτό καθίσταται ακόμα σαφέστερο όταν συνδυάζονται περιβαλλοντικές απαιτήσεις στις τεχνικές προδιαγραφές με την εκχώρηση υψηλότερων βαθμών, κατά το στάδιο της ανάθεσης, σε προσφορές που ανταποκρίνονται σε ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις στον περιβαλλοντικό τομέα και σε πράσινες λύσεις·

Διαδικαστικές πτυχές

21. θεωρεί σημαντικότατος τον εκ των υστέρων έλεγχο και μεταπαρακολούθηση της εκπλήρωσης των συμβάσεων· τονίζει ότι οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις λόγω μη συμμόρφωσης προς τους σχετικούς με τη βιωσιμότητα ή το περιβάλλον στόχους, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο διαγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης της υπεργολαβίας·

22. πιστεύει έντονα ότι η μεγαλύτερη χρήση της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων θα προωθούσε τόσο την καινοτομία όσο και βιώσιμες λύσεις, υπό τον όρο ότι θα υπάρχουν οι δέουσες εγγυήσεις προς αποφυγή τυχόν καταχρήσεων·

23. υπογραμμίζει ότι το κατά πόσον ένα προϊόν ή μία υπηρεσία έχει παραχθεί κατά τρόπο βιώσιμο ορθώς θεωρείται ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του προϊόντος· τονίζει ότι η έκταση της ενσωμάτωσης απαιτήσεων σχετικά με την παραγωγική διαδικασία στις τεχνικές προδιαγραφές για όλα τα είδη των συμβάσεων πρέπει να διευκρινισθεί προκειμένου να μπορούν οι αναθέτουσες αρχές να ελέγχουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις των συμβάσεων που αναθέτουν·

24. είναι της άποψης ότι το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά την ανάθεση παρά μόνο όταν δικαιολογείται βάσει του επιχειρήματος ότι οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις και/ή οι απαιτήσεις βιωσιμότητας είναι άνευ σημασίας στην συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν έχουν καθοριστεί υψηλές περιβαλλοντικές και/ή κοινωνικές απαιτήσεις στις τεχνικές προδιαγραφές· παρατηρεί εντούτοις ότι η ευθύνη της λήψης της τελικής απόφασης πρέπει να παραμείνει στον αναθέτοντα φορέα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

13.7.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

49

0

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Κρίτων Αρσένης, Sophie Auconie, Pilar Ayuso, Paolo Bartolozzi, Sandrine Bélier, Nessa Childers, Bairbre de Brún, Esther de Lange, Anne Delvaux, Bas Eickhout, Edite Estrela, Karl-Heinz Florenz, Elisabetta Gardini, Gerben-Jan Gerbrandy, Julie Girling, Françoise Grossetête, Satu Hassi, Jolanta Emilia Hibner, Karin Kadenbach, Christa Klaß, Jo Leinen, Corinne Lepage, Peter Liese, Linda McAvan, Miroslav Ouzký, Antonyia Parvanova, Andres Perello Rodriguez, Sirpa Pietikäinen, Mario Pirillo, Pavel Poc, Vittorio Prodi, Frédérique Ries, Anna Rosbach, Dagmar Roth-Behrendt, Horst Schnellhardt, Richard Seeber, Salvatore Tatarella, Åsa Westlund, Glenis Willmott, Sabine Wils

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Matthias Groote, Romana Jordan Cizelj, Riikka Manner, Marisa Matias, James Nicholson, Alojz Peterle, Michèle Rivasi, Crescenzio Rivellini, Giommaria Uggias

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Lorenzo Fontana


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Βιομηχανίας, ΈΡΕΥΝΑΣ και Ενέργειας (19.7.2011)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Konrad Szymański

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι μια σωστά λειτουργούσα αγορά συμβάσεων έχει ουσιαστική σημασία προκειμένου να προαχθεί η ενιαία αγορά, να ενθαρρυνθεί η καινοτομία, να προωθηθεί ένα υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής και κλιματικής προστασίας καθώς και η κοινωνική ολοκλήρωση σε ολόκληρη την ΕΕ και να επιτευχθεί βέλτιστη αξία για τις δημόσιες αρχές, τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τους φορολογούμενους·

1.  καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει μια εμπεριστατωμένη και εις βάθος αναθεώρηση των ισχυουσών οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, η οποία θα απλοποιήσει τις διαδικασίες, θα αυξήσει την ευελιξία, διαφάνεια και νομική βεβαιότητα για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, και θα μειώσει τα λάθη στη μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο καθώς και τον κίνδυνο πρακτικών αθέμιτου εμπορίου· πρέπει συνεπώς να αποτρέπει συχνές μεταρρυθμίσεις στο μέλλον, επειδή αποτελούν τη βασική αιτία του υψηλού κόστους και του διοικητικού φόρτου που επιβαρύνουν τους συμμετέχοντες και που περιορίζουν σημαντικά και δυσανάλογα την πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις·

2.  ζητεί οι δημόσιες συμβάσεις να είναι προσκολλημένες στην αρχή «σκέψου πρώτα σε μικρή κλίμακα», και καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Βέλτιστων Πρακτικών που Διευκολύνει την Πρόσβαση των ΜΜΕ στις Δημόσιες Συμβάσεις· εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η απλούστευση των διαδικασιών είναι ζωτική για την επίτευξη του στόχου αυτού· καλεί επίσης την Επιτροπή να συνοδεύσει την αναθεωρημένη νομοθεσία με μη νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως μια πλατφόρμα ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, δεδομένου ότι μερικά εξ αυτών εφαρμόζουν ήδη διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων που διασφαλίζουν την αποτελεσματική χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων·

3.  επισημαίνει ότι στόχος της μεταρρύθμισης αυτής πρέπει να είναι η επάνοδος στον αρχικό σκοπό των δημοσίων συμβάσεων, ήτοι τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης των κονδυλίων από τα κράτη μέλη και του ανταγωνισμού στην αγορά, ούτως ώστε να επιτυγχάνονται βέλτιστα αποτελέσματα· πιστεύει ότι πρέπει να εφαρμόζονται κριτήρια που είναι σαφέστερα, απλούστερα και πιο ευέλικτα και διαφανή, ούτως ώστε να ενθαρρυνθούν οι ΜΜΕ να συμμετέχουν σε δημόσιες συμβάσεις· καλεί επιπλέον την Επιτροπή να διερευνήσει δυνατότητες ενίσχυσης του διαλόγου μεταξύ των αγοραστών-δημοσίων φορέων και των δυνητικών προσφερόντων, καθιστώντας τον έτσι μέρος της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων·

4.  προτρέπει την Επιτροπή να δώσει προτεραιότητα στον περιορισμό της γραφειοκρατίας και στην απλούστευση των διαφόρων διαδικασιών των δημοσίων συμβάσεων τόσο από την άποψη της μείωσης του συνολικού αριθμού των διαδικασιών όσο και από την άποψη της ορθολογικής οργάνωσης των διαφόρων σταδίων των αντίστοιχων διαδικασιών· πιστεύει ότι οι ανοικτοί διαγωνισμοί πρέπει να παραμείνουν ο ακρογωνιαίος λίθος των δημοσίων συμβάσεων αλλά πρέπει να απλοποιηθούν προβλέποντας ιδίως την ευρύτερη χρήση κριτηρίων ανάθεσης που βασίζονται στη λειτουργικότητα αντί υπερβολικά λεπτομερών τεχνικών προδιαγραφών, εναποθέτοντας έτσι στους δυνητικούς προμηθευτές τον καθορισμό των συγκεκριμένων μεθόδων, του υλικού, των τεχνολογιών κ.λπ. που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν· πιστεύει, περαιτέρω, ότι πρέπει να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος προβλέποντας ένα υψηλότερο βαθμό ταυτόχρονης αξιολόγησης κριτηρίων επιλογής και ανάθεσης καθώς και ευελιξία σε περιπτώσεις ελλιπούς συμμόρφωσης με τυπικές απαιτήσεις, π.χ. επιτρέποντας στους προσφέροντες να υποβάλουν αργότερα ελλείποντα έντυπα· επισημαίνει ότι ειδικά οι ΜΜΕ πάσχουν από έλλειψη ευελιξίας, αποκλειόμενες λόγω ήσσονος σημασίας και μη ηθελημένων διαδικαστικών σφαλμάτων·

5.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής ειδικών διατάξεων στη μελλοντική οδηγία περί δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τουλάχιστον το 50% των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων από την πλευρά τόσο των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων όσο και των κρατών μελών διεξάγονται ηλεκτρονικά, όπως έχουν δεσμευθεί οι κυβερνήσεις των κρατών μελών στο Μάντσεστερ το 2005 στο πλαίσιο της υπουργικής διάσκεψης για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση·

6.  χαιρετίζει τη χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων δημοσίων συμβάσεων, που θα διαδραματίσουν θετικό ρόλο στη μείωση του κόστους και στη βελτίωση της προσβασιμότητας στις διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων· ζητεί συνεπώς να ενσωματωθούν στην προγραμματιζόμενη αναθεώρηση των βασικών οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων τυχόν νομοθετικές προτάσεις που επεκτείνουν και απλοποιούν τη χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων δημοσίων συμβάσεων· υπογραμμίζει τη σημασία των ανοιχτών προτύπων και της τεχνολογικής ουδετερότητας προκειμένου να διασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα των διαφόρων συστημάτων και να αποφεύγεται η εξάρτηση από ένα προμηθευτή· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει πραγματική διαλειτουργικότητα ανάμεσα στις διάφορες πλατφόρμες ηλεκτρονικών συστημάτων δημοσίων συμβάσεων που υφίστανται ήδη στα κράτη μέλη·

7.  επισημαίνει ότι η πλειονότητα των δημοσίων συμβάσεων ανατίθεται σε εταιρίες από τα ίδια κράτη μέλη ως αναθέτουσες αρχές, και ζητεί να εγκαθιδρυθεί μια αγορά δημοσίων συμβάσεων που θα εκτείνεται πράγματι σε ολόκληρη την ΕΕ·

8.  προτρέπει, περαιτέρω, την Επιτροπή να διεξαγάγει έρευνα και στα 27 κράτη μέλη προκειμένου να εκτιμήσει το ποσοστό των διασυνοριακών υποβολών προσφορών, ώστε να αξιολογηθεί η καταλληλότητα των ισχυόντων κατωφλίων και να αυξηθούν δυνητικά τα κατώφλια με σκοπό να καταστεί ελκυστικότερη η υποβολή διασυνοριακών προσφορών·

9.  αναγνωρίζει ότι η ισχύουσα διάκριση μεταξύ υπηρεσιών «Α» και «Β» είναι παρωχημένη, δεδομένου ότι μερικές από τις υπηρεσίες Β είναι σαφώς διασυνοριακού ενδιαφέροντος, π.χ. η μεταφορά ύδατος, οι σιδηροδρομικές μεταφορές, οι υπηρεσίες προσλήψεων και ασφάλειας· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να αναθεωρήσει τα παραρτήματα των οδηγιών κατά τη μεταρρύθμιση των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις· πιστεύει, ωστόσο, ότι βασικές κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να παραμείνουν υπηρεσίες «Β» και να εξαιρούνται από την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων·

10. τονίζει ότι οι δημόσιες συμβάσεις πρέπει να διαδραματίζουν βασικό ρόλο ως κινητήρια δύναμη για την καινοτομία, ιδίως στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης και σε άλλους τομείς πολιτικής που προσδιορίζονται στη στρατηγική ΕΕ2020 και μπορούν να τονώσουν την αγορά βιώσιμων προϊόντων και υπηρεσιών· υποστηρίζει τα μέτρα που έχουν ληφθεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους παράγοντες αυτούς στα κριτήρια που εφαρμόζουν για την ανάθεση των συμβάσεων· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι είναι σημαντικό να δίνεται η δέουσα προσοχή στο επιπλέον διοικητικό κόστος που ενδέχεται να συνεπάγεται αυτό για τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές, και ότι πρέπει να προηγούνται κατάλληλες αξιολογήσεις αντικτύπου, καθώς και εξατομικευμένες δοκιμές των ΜΜΕ, ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική γραφειοκρατία·

11. επισημαίνει ότι η εισαγωγή υποχρεωτικών προδιαγραφών για την καινοτομία ή υπερβολικά λεπτομερών τεχνικών συγγραφών υποχρεώσεων σχετικά, για παράδειγμα, με την ενεργειακή απόδοση του αντικειμένου δημόσιας σύμβασης ενέχει τον κίνδυνο περιορισμού του ανταγωνισμού και των επιλογών των αναθετουσών αρχών·

12. προσυπογράφει τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2011, με τα οποία καλούνται τα κράτη μέλη να συμπεριλαμβάνουν πρότυπα ενεργειακής απόδοσης στις δημόσιες συμβάσεις από την 1η Ιανουαρίου 2012· αναγνωρίζει ότι το προκαταβολικό κόστος αποδοτικών από απόψεως ενέργειας και βιώσιμων προϊόντων ή υπηρεσιών ενδέχεται να φαίνεται αρχικά ότι συγκρούεται με τους ισχύοντες κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του κριτηρίου της ‘χαμηλότερης τιμής’ κατά την ανάθεση συμβάσεων, αλλά τονίζει ότι αυτό αντισταθμίζεται από χαμηλότερο κόστος λειτουργίας, συντήρησης ή διάθεσης· συνιστά να εφαρμοστεί η αρχή «της από οικονομικής απόψεως πλέον συμφέρουσας επιλογής», συνυπολογίζοντας όχι μόνο την τιμή αλλά και ποιοτικές πτυχές και το κόστος ολόκληρου του κύκλου ζωής, ούτως ώστε να προωθηθούν πιο καινοτόμες λύσεις·

13. πιστεύει ότι η μελλοντική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων της ΕΕ θα πρέπει να ενισχύσει τις υφιστάμενες διατάξεις που απαιτούν την υποχρεωτική χρήση κριτηρίων ενεργειακής απόδοσης όταν αποφασίζεται η ανάθεση δημόσιας σύμβασης, χωρίς να παρεμποδίζεται η εφαρμογή των κανόνων περί ελεύθερου ανταγωνισμού· επιμένει ότι μια τέτοια προσέγγιση θα τονώσει την καινοτομία και τη διαφοροποίηση της προσφοράς·

14. καλεί την Επιτροπή να προτείνει σαφή κριτήρια ενεργειακής απόδοσης για τις τεχνικές προδιαγραφές των δημοσίων συμβάσεων·

15. επισημαίνει ότι κάθε «βέλτιστη διαθέσιμη τεχνολογία» (ΒΔΤ) και οι απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση πρέπει να υπόκεινται σε ανάλυση κόστους/ωφέλειας με βάση την απόσβεση·

16. καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει κανόνες, βάσει της ισχύουσας βέλτιστης πρακτικής, με τους οποίους οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να υπολογίζουν το συνολικό κόστος σε συνάρτηση με τις δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας ενός συγκεκριμένου προϊόντος ή υπηρεσίας, π.χ. εφαρμόζοντας την προσέγγιση του ‘κόστους του κύκλου ζωής’ κατά την επιλογή της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς· συνιστά, προς τον σκοπό αυτό, στην Επιτροπή να χρησιμοποιήσει το ίδιο μοντέλο με αυτό της οδηγίας 2009/33/ΕΚ για την προώθηση καθαρών και ενεργειακά αποδοτικών οχημάτων οδικών μεταφορών, το οποίο επιτρέπει στις δημόσιες αρχές να χρησιμοποιούν, ως κριτήριο αξιολόγησης στις διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, το συνολικό κόστος που γεννά η χρήση του οχήματος για μια δεδομένη περίοδο χρήσης, και όχι μόνον την αρχική τιμή αγοράς·

17. χαιρετίζει την πρωτοβουλία που ανέλαβαν ορισμένα κράτη μέλη για να υποστηρίξουν την καινοτομία με τη χρησιμοποίηση προ-εμπορικών δημοσίων συμβάσεων, όπου προτείνονται συμβάσεις που αναπτύσσουν λύσεις όσον αφορά συγκεκριμένες προκλήσεις που έχουν εντοπιστεί από τις δημόσιες αρχές· επισημαίνει ότι υπερβολικές απαιτήσεις και τεχνικές προδιαγραφές στη διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων ενδέχεται να παράγουν υπερβολικό διοικητικό φόρτο, παρεμποδίζοντας έτσι την καινοτομία· φρονεί ότι αντιθέτως οι δημόσιες συμβάσεις πρέπει να επικεντρώνονται στη λειτουργία και στα τελικά αποτελέσματα·

18. επισημαίνει το γεγονός ότι το συγκεκριμένο θέμα της διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης και του θεμιτού ανταγωνισμού στις αγορές δημοσίων συμβάσεων στην ΕΕ και σε τρίτες χώρες απαιτεί μεγαλύτερη πολιτική προσοχή, ιδίως ενόψει των σημερινών προβλημάτων σχετικά με την πρόσβαση στις αγορές του δημόσιου τομέα σε τρίτες χώρες, την αργή πρόοδο που έχει σημειωθεί στις διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της Συμφωνίας για τις Δημόσιες Συμβάσεις (ΣΔΣ) του ΠΟΕ και την προφανή απροθυμία πολλών τρίτων χωρών να προσχωρήσουν στη ΣΔΣ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία της έγκρισης

12.7.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

47

0

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Pierre Audy, Ivo Belet, Bendt Bendtsen, Jan Březina, Giles Chichester, Zigmantas Balčytis, Lena Ek, Ioan Enciu, Gaston Franco, Adam Gierek, Fiona Hall, Romana Jordan Cizelj, Maria Da Graça Carvalho, Philippe Lamberts, Bogdan Kazimierz Marcinkiewicz, Marisa Matias, Judith A. Merkies, Vicky Ford, Jaroslav Paška, Aldo Patriciello, Miloslav Ransdorf, Herbert Reul, Teresa Riera Madurell, Michèle Rivasi, Paul Rübig, Amalia Sartori, Francisco Sosa Wagner, Konrad Szymański, Britta Thomsen, Patrizia Toia, Evžen Tošenovský, Claude Turmes, Adina-Ioana Vălean, Kathleen Van Brempt, Alejo Vidal-Quadras, Henri Weber, Ιωάννης Α. Τσουκαλάς, Владимир Уручев Tsoukalas, Claude Turmes, Vladimir Urutchev, Kathleen Van Brempt, Alejo Vidal-Quadras, Henri Weber

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Antonio Cancian, Rachida Dati, Francesco De Angelis, Françoise Grossetête, Cristina Gutiérrez-Cortines, Jolanta Emilia Hibner, Holger Krahmer, Bernd Lange, Mario Pirillo, Silvia-Adriana Ţicău


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (13.7.2011)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων

(2011/2048(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Ramona Nicole Mănescu

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιφερειακής Ανάπτυξης καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  είναι της άποψης ότι οι διαφανείς και αξιόπιστες πρακτικές των δημοσίων συμβάσεων διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών καθώς και όσον αφορά τον αντίκτυπο των δημοσίων επενδύσεων στην οικονομία, ιδίως στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην καινοτομία· φρονεί ότι η τιμή δεν πρέπει να αποτελεί, όπως συνέβαινε έως σήμερα, κριτήριο που επηρεάζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και επισημαίνει σχετικώς ότι οι δημόσιες συμβάσεις δεν πρέπει να ακολουθούν την αρχή της χαμηλότερης τιμής αλλά να λαμβάνουν υπόψη την πλέον βιώσιμη και οικονομικά ευνοϊκή προσφορά, περιλαμβανομένου και του κόστους του κύκλου ζωής· ζητεί από την Επιτροπή να αναλύσει τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου της πιο επωφελούς οικονομικά πρότασης σε ορισμένες συμβάσεις και τομείς·

2.  είναι της άποψης ότι, για να εναρμονισθεί το νομικό πλαίσιο που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να προτείνει στα κράτη μέλη ένα ενιαίο, τυποποιημένο πρότυπο·

3.  είναι της άποψης, δεδομένου ότι οι δημόσιες επενδύσεις σταδιακά αποκεντρώνονται, με τα δύο τρίτα αυτών να πραγματοποιούνται από κυβερνήσεις επιπέδου κατωτέρου του εθνικού, ότι οι τοπικές και περιφερειακές αναθέτουσες αρχές πρέπει να έχουν τον πρώτο ρόλο κατά την αναθεώρηση των κανόνων της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων, μια διαδικασία που θα τους παράσχει αυξημένη αυτονομία και ευελιξία προκειμένου να προμηθεύονται ό,τι θεωρούν απαραίτητο για την κάλυψη των αναγκών τους·

4.  σημειώνει ότι το καθεστώς ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων είναι εξαιρετικά περίπλοκο, ιδιαίτερα για τους μικρούς δήμους και τις ΜΜΕ· θεωρεί ότι ένα απλοποιημένο διαδικαστικό πλαίσιο για τις σχετικά μικρές συμβάσεις μικρότερων τοπικών και περιφερειακών αναθετουσών αρχών θα βοηθούσε στη μείωση του διοικητικού φόρτου σε εκείνους ακριβώς τους τομείς όπου ενδέχεται να είναι δυσανάλογος· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον θα πρέπει να εφαρμοστούν απλοποιημένοι κανόνες ανάθεσης συμβάσεων στην περίπτωση των μικρών δημόσιων αναθετουσών αρχών· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι ένα τέτοιο απλοποιημένο διαδικαστικό πλαίσιο δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την απαίτηση για διαφάνεια και υγιή δημοσιονομική διαχείριση·

5.  ζητεί ευρύτερη πρόσβαση των εκπροσώπων, δημοσίων υπαλλήλων και εμπειρογνωμόνων σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, σε σαφείς πληροφορίες όσον αφορά τους κανόνες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις, καθώς και στενή συνεργασία όλων αυτών των παραγόντων·

6.  υπενθυμίζει ότι οι ΜΜΕ διαθέτουν τεράστιες δυνατότητες δημιουργίας απασχόλησης, ανάπτυξης και καινοτομίας· είναι της άποψης ότι για τη μέγιστη αξιοποίηση του οικονομικού δυναμικού και του δυναμικού καινοτομίας των ΜΜΕ κατά τις διαδικασίες συμβάσεων, οι ΜΜΕ θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να συμμετέχουν στους δημόσιους διαγωνισμούς που οργανώνονται από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές· θεωρεί ότι είναι επωφελές να βελτιωθούν οι διαγωνισμοί σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή και τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για τις ΜΜΕ, ιδίως στο πλαίσιο της φάσης επιλογής, στην οποία εμφανίζονται τα μεγαλύτερα εμπόδια όσον αφορά τη συμμετοχή των ΜΜΕ στους δημόσιους διαγωνισμούς, και ζητεί συνεπώς να ληφθούν πρόσθετα μέτρα προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των ΜΜΕ στους δημόσιους διαγωνισμούς·

7.  θεωρεί σημαντικό να δημιουργηθούν μέσα που θα ενισχύσουν τη διασυνοριακή συνεργασία σε επίπεδο δημοσίων συμβάσεων, με την κατάλληλη πρόσβαση των ΜΜΕ στις διασυνοριακές διαδικασίες, για τη διατήρηση του βαθμού απασχόλησης του εργατικού δυναμικού, ούτως ώστε, για παράδειγμα, να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δαπανών κατά την εφαρμογή προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από μέσα της πολιτικής για τη συνοχή· εκτιμά ότι, στο πλαίσιο των διασυνοριακών δημοσίων συμβάσεων, είναι επίσης απαραίτητη η διασάφηση των πτυχών που αφορούν το δίκαιο περί πνευματικής ιδιοκτησίας·

8.  θεωρεί ότι ο στόχος της περαιτέρω ανάπτυξης του δικαίου της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων πρέπει να είναι να καταστούν ταυτόχρονα οι διαδικασίες ανάθεσης απλούστερες, φθηνότερες και φιλικότερες προς τις ΜΜΕ και προς τις επενδύσεις· παρατηρεί ότι η αναθεώρηση των διαδικασιών θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες για μείωση του κόστους, για ασφάλεια δικαίου και για απλοποίηση των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις· είναι της άποψης ότι η διεργασία αυτή, μαζί με αυτήν της εναρμόνισης, θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση των επιπτώσεων τυχόν αλλαγών επί των τοπικών και περιφερειακών αρχών, καθώς και επί των ΜΜΕ, προκειμένου να αποφεύγεται η υπερβολική επιβάρυνση των αρμοδίων αρχών·

9.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή καταρτίσεις, διαβουλεύσεις καθώς και εκστρατείες ευαισθητοποίησης που να απευθύνονται στις τοπικές και περιφερειακές αρχές, καθώς και στις ΜΜΕ, και να εμπλέξουν και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, ώστε να διασφαλιστεί ενημερωμένη συμμετοχή στις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων, να μειωθεί το ποσοστό των λαθών και να αναπτυχθεί η απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη μεταξύ των αναθετουσών αρχών των τοπικών και περιφερειακών αρχών προκειμένου να εφαρμόζονται καινοτόμες διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων· συνιστά επίσης στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας, να εξετάσουν το ενδεχόμενο να συμπεριλάβουν την επιμόρφωση ή τις ανταλλαγές εμπειριών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων·

10. καλεί την Επιτροπή να προωθήσει την ανάπτυξη ενός αξιόπιστου συστήματος ηλεκτρονικής καταγραφής – «διαβατηρίου δημοσίων συμβάσεων» – που θα ισχύει για μία δεδομένη περίοδο και το οποίο θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του διοικητικού φόρτου για τις ΜΜΕ στις διαδικασίες συμβάσεων·

11. σημειώνει ότι ένας περιορισμός του κόστους των διαδικασιών σημαίνει τη μείωση της αυστηρής επισημοποίησης του ευρωπαϊκού δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων υπέρ μιας μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και οικονομίας (best value for money) και υπέρ ενός μεγαλύτερου περιθωρίου ελιγμών για τις δημόσιες αναθέτουσες αρχές·

12. θεωρεί ότι οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα έχουν ζωτική σημασία προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορεί να πραγματοποιεί τις απαραίτητες επενδύσεις σε ορισμένους τομείς· ζητεί από την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψη των εμποδίων και για τη θέσπιση ενός συνεκτικού πλαισίου για τη χρήση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, υπό το πρίσμα των κανόνων που ισχύουν τόσο για τις δημόσιες συμβάσεις όσο και τα διαρθρωτικά ταμεία· συνιστά στα κράτη μέλη να κάνουν πιο ευέλικτο το νομοθετικό τους πλαίσιο και να διασφαλίσουν τη συνεκτικότητα της νομοθεσίας, έτσι ώστε οι συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα να λειτουργούν όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά·

13. καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις σοβαρές παραλείψεις συμμόρφωσης στους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες έχουν διαπιστωθεί επανειλημμένα από το Ελεγκτικό Δικαστήριο κατά την εφαρμογή σχεδίων στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και του Ταμείου Συνοχής, και οι οποίες αντιστοιχούν στο 43% όλων των μετρήσιμων σφαλμάτων σύμφωνα με την Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2009, και να λάβει υπόψη το γεγονός ότι αυτές οι παραλείψεις οφείλονται ως επί το πλείστον στην πολυπλοκότητα των διαδικασιών που σχετίζονται με τις δημόσιες συμβάσεις, στην έλλειψη συνεκτικότητας μεταξύ αυτών και εκείνων στις οποίες βασίζεται η χρήση των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής και στην εσφαλμένη μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο· τονίζει την ανάγκη νομικής διασάφησης των οδηγιών, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω παραλείψεις στην εφαρμογή των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις· επικροτεί τα μέτρα που αποφάσισε η Επιτροπή που στοχεύουν, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, στην αναθεώρηση των κανόνων σύναψης συμβάσεων, προκειμένου να απλοποιηθούν και να μειωθεί ο κίνδυνος λαθών και να διασφαλιστεί μια πιο αποτελεσματική χρήση των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων·

14. θεωρεί ότι το αναξιοποίητο δυναμικό της Ευρώπης για την προώθηση της καινοτομίας μέσω των δημοσίων συμβάσεων είναι τεράστιο και ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει μια ευέλικτη στρατηγική που να επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να χρησιμοποιούν διαδικασίες διαγωνισμών που να είναι στραμμένες προς την καινοτομία, δια των οποίων η βιομηχανία μπορεί να ενθαρρυνθεί να εξεύρει νέες προηγμένες λύσεις·

15. καλεί την Επιτροπή να απλοποιήσει το διαδικαστικό πλαίσιο στο σύνολό του αποτρέποντας την εφαρμογή εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων από τις αναθέτουσες αρχές και να άρει τις αμφιβολίες που έχουν εκφράσει οι αρχές αυτές όσον αφορά αναθέσεις που υπολείπονται των κατώτατων ορίων των οδηγιών, ιδίως με την παροχή περαιτέρω καθοδήγησης ώστε να βοηθηθούν οι αναθέτουσες αρχές στο να εκτιμήσουν εάν υπάρχει ή όχι ένα διασυνοριακό ενδιαφέρον σε ειδικές περιπτώσεις· θεωρεί ότι πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία απλοποίησης των διαδικασιών και στην ανάγκη διασφάλισης ενός θεμιτού ανταγωνισμού σε ό,τι αφορά τις δημόσιες συμβάσεις και την επίτευξη βέλτιστων αποτελεσμάτων· είναι της άποψης ότι πρέπει να αυξηθούν τα κατώτατα όρια για τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και προμηθειών·

16. καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει έναν οδηγό καλής πρακτικής για τις προεμπορικές δημόσιες συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένου ενός εγχειριδίου πρακτικών παραδειγμάτων για το πώς μπορούν να γίνουν καινοτόμες συμβάσεις στο πλαίσιο των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις, ώστε να βοηθηθούν οι μικρότερες τοπικές και περιφερειακές αρχές να κατανοήσουν τη διαδικασία και να δουν πώς μπορούν να επωφεληθούν από αυτήν·

17. θεωρεί πολύ σημαντικό για την καινοτομία και την ανάπτυξη στις περιφέρειες της Ευρώπης να δοθεί έμφαση στο ρόλο των ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων που λειτουργούν σε μια βάση διαφάνειας, είναι προσιτές στους μικρότερους τοπικούς και περιφερειακούς αιτούντες με ένα ενιαίο σημείο επαφής και με τη δημοσίευση στο Διαδίκτυο των αποτελεσμάτων των διαδικασιών επιλογής· ζητεί, συνεπώς, από τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν κυρίως τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις για να διασφαλίσουν τη διαφάνεια των διαδικασιών·

18. θεωρεί ότι οι δημόσιες αναθέτουσες αρχές κάνουν ανεπαρκή χρήση του ανταγωνιστικού διαλόγου και των δυναμικών συστημάτων αγοράς, λόγω της περιπλοκότητας που εμπεριέχουν, και καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον αυτά τα είδη διαδικασίας θα μπορούσαν να καταστούν πιο πραγματιστικά και κατά πόσον η διαδικασία διαλόγου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για ιδιαίτερα περίπλοκες συμβάσεις αλλά και για κανονικές διαδικασίες προμηθειών.

19. είναι της άποψης ότι, για να αποφευχθεί η απώλεια κοινοτικών κονδυλίων εξαιτίας καθυστερήσεων, και για να αυξηθεί ο βαθμός απορρόφησης διαρθρωτικών πόρων, είναι απαραίτητη η στήριξη των δημοσίων αρχών, υπό την ιδιότητά τους ως αναθετουσών αρχών· υποστηρίζει την εφαρμογή επιταχυμένων διαδικασιών σε ευρύτερη κλίμακα, διότι η δυνατότητα μιας συντομευμένης προθεσμίας συμβάλλει στην επιτάχυνση της διαδικασίας ανάθεσης και καθιστά πιο ευέλικτη την όλη διαδικασία, ώστε να μην εκτίθενται σε κίνδυνο τα σχέδια.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

12.7.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

44

2

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

François Alfonsi, Luís Paulo Alves, Catherine Bearder, Victor Boştinaru, Zuzana Brzobohatá, John Bufton, Alain Cadec, Francesco De Angelis, Tamás Deutsch, Rosa Estaràs Ferragut, Elie Hoarau, Brice Hortefeux, Danuta Maria Hübner, Juozas Imbrasas, María Irigoyen Pérez, Seán Kelly, Mojca Kleva, Petru Constantin Luhan, Riikka Manner, Iosif Matula, Erminia Mazzoni, Miroslav Mikolášik, Franz Obermayr, Jan Olbrycht, Markus Pieper, Monika Smolková, Nuno Teixeira, Michael Theurer, Lambert van Nistelrooij, Oldřich Vlasák, Kerstin Westphal, Hermann Winkler, Joachim Zeller, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Χαράλαμπος Αγγουράκης, Γεώργιος Σταυρακάκης, Μιχάλης Τρεμόπουλος

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andrea Cozzolino, Karima Delli, Ivars Godmanis, Karin Kadenbach, Marek Henryk Migalski, Vilja Savisaar-Toomast, Elisabeth Schroedter, Derek Vaughan

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Norica Nicolai


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

26.9.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

35

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pablo Arias Echeverría, Adam Bielan, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, António Fernando Correia De Campos, Jürgen Creutzmann, Cornelis de Jong, Evelyne Gebhardt, Mikael Gustafsson, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Philippe Juvin, Sandra Kalniete, Edvard Kožušník, Kurt Lechner, Toine Manders, Phil Prendergast, Mitro Repo, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Emilie Turunen, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pascal Canfin, Frank Engel, Marielle Gallo, Anna Hedh, María Irigoyen Pérez, Othmar Karas, Constance Le Grip, Antonyia Parvanova, Συλβάνα Ράπτη, Olle Schmidt, Κυριάκος Τριανταφυλλίδης, Anja Weisgerber

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου