Διαδικασία : 2011/2156(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0361/2011

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0361/2011

Συζήτηση :

PV 01/12/2011 - 3
CRE 01/12/2011 - 3

Ψηφοφορία :

PV 01/12/2011 - 6.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2011)0530

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 197kWORD 139k
17.10.2011
PE 469.838v02-00 A7-0361/2011

σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2010

(2011/2156(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Ramon Tremosa i Balcells

PR_INI_art90-1

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2010

(2011/2156(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για το 2010,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 284 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 15 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Μαΐου 1998 για τον δημοκρατικό έλεγχο στην τρίτη φάση την ΟΝΕ(1),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2009(2),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 119, παράγραφος 1 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A7-0361/2011),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2010 η ευρωζώνη ανέκαμψε με αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,7% και προβλεπόμενη αύξηση 1,6% για το 2011, μετά την ύφεση του 2009 και τη μείωση του ΑΕΠ κατά 4,2%, μολονότι ορισμένοι διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν για το ενδεχόμενο παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέσο έλλειμμα της «γενικής κυβέρνησης» στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 6% του ΑΕΠ το 2010 και ο μέσος δείκτης χρέους ανήλθε στο 85,1% του ΑΕΠ, από 0,7% και 66,2% το 2007 αντιστοίχως, έναντι δείκτη χρέους 101,1% του ΑΕΠ για τις ΗΠΑ και 212,71% για την Ιαπωνία·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρυθμός πληθωρισμού, βάσει της μέσης αύξησης του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην ευρωζώνη, ανήλθε στο 1,6% το 2010 και η αύξηση της προσφοράς χρήματος M3 παρέμεινε χαμηλή, με μέση τιμή 0,6% το 2010·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 10 Μαΐου 2010, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι το ευρωσύστημα προτίθεται να παρέμβει προσωρινά στις δευτερογενείς αγορές των τίτλων δημόσιου χρέους της ευρωζώνης μέσω του προγράμματος για τις αγορές τίτλων, και ότι στο πλαίσιο αυτό η λογιστική αξία των διακανονισμένων αγορών ανήλθε σε 129 δισ. ευρώ στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2011· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τίτλοι αυτοί αγοράστηκαν σε μειωμένη τιμή·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 4 Ιουνίου 2009 η ΕΚΤ αποφάσισε να δρομολογήσει πρόγραμμα αγοράς καλυμμένων ομολογιών στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά, ύψους 60 δισ. ευρώ, το οποίο αναμενόταν να έχει εφαρμοστεί πλήρως μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2010·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στα τέλη του 2010 η ΕΚΤ είχε 480 δισ. ευρώ σε προϊόντα τιτλοποίησης και 360 δισ. ευρώ σε μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, με τις δύο αυτές κατηγορίες να συμποσούνται στο 44% του συνολικού ενεργητικού της·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επίμονες φήμες περί αναδιάρθρωσης του χρέους και ο αντίκτυπος στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στην ευρύτερη οικονομία μπορεί να καθυστερήσουν και πάλι την έξοδο της ΕΚΤ από τα μη συμβατικά μέτρα· πιστεύει ωστόσο ότι πρέπει να εξευρεθεί μια συνολική μακροπρόθεσμη λύση χωρίς τη συμμετοχή της ΕΚΤ όσον αφορά τη διαχείριση του δημόσιου χρέους·

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα επιτόκια στην ευρωζώνη παρέμειναν στο 1% καθ’ όλη τη διάρκεια του 2010, αλλά έκτοτε αυξήθηκαν κατά 25 μονάδες βάσης τον Απρίλιο του 2011 και ακόμη 25 μονάδες τον Ιούλιο του 2011, φθάνοντας έτσι το 1,5%·

Θ. λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 282 της ΣΛΕΕ αναφέρει ότι πρωταρχικός στόχος της ΕΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και ότι η ΕΚΤ πρέπει να στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές συμβάλλοντας στην επίτευξη των στόχων, ενώ αναφέρει επίσης και το έργο που επιτελεί το EΣΣΚ υπό την αιγίδα της ΕΚΤ για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

Εισαγωγή

1.  χαιρετίζει το γεγονός ότι, μέχρι στιγμής, η ΕΚΤ κατέγραψε σημαντική επιτυχία διατηρώντας την αύξηση του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή κοντά στο 2%, παρά τους μακρο-χρηματοπιστωτικούς κλυδωνισμούς και τις ευμετάβλητες τιμές των βασικών προϊόντων και σε καιρούς όπου η μέση αύξηση του ΑΕΠ στην Ένωση ήταν χαμηλή·

2.  εκφράζει ανησυχία για τις συνέπειες των αυξήσεων του επιτοκίου στην οικονομική μεγέθυνση στην ευρωζώνη· προσθέτει ότι αυτό θα μπορούσε να παρεμποδίσει την ήδη βραδεία ανάκαμψη στην ευρωζώνη, ιδίως μάλιστα στις ασθενέστερες οικονομίες της·

3.  υπογραμμίζει ότι, μολονότι από τις αρχές του 2010 η αύξηση του ΕνΔΤΚ σε μηνιαία βάση συνήθως κινιόταν πάνω από το 2%, αυτό που έχει σημασία για τη νομισματική πολιτική είναι οι μελλοντικές πληθωριστικές προσδοκίες, το χαμηλό επίπεδο των οποίων αποδεικνύει την υψηλή αξιοπιστία και ανεξαρτησία της ΕΚΤ·

4.  τονίζει ότι πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση το ιδιωτικό χρέος, όπως επίσης οι πιστωτικές φούσκες και σε ορισμένες περιπτώσεις το δημόσιο χρέος, αυξάνονταν κατά μη βιώσιμο τρόπο και ότι προκλήθηκαν κίνδυνοι από φούσκες ιδιωτικού χρέους· επισημαίνει περαιτέρω ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους οφειλόταν στην ανάγκη διάσωσης του ιδιωτικού τομέα, και ιδίως του χρηματοπιστωτικού·

5.  πιστεύει ότι, πέρα από τον ΕνΔΤΚ, κρίσιμης σημασίας δείκτες για την αποτελεσματική παρακολούθηση της χρηματοπιστωτική σταθερότητας εντός της ΟΝΕ και γενικότερα στην ΕΕ αποτελούν η εξέλιξη των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και η πιστωτική επέκταση στην ΕΕ και τα κράτη μέλη·

6.  σημειώνει ότι το ποσοστό του δημόσιου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ της ευρωζώνης είναι πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας ·

7.  πιστεύει στην ευρωστία της οικονομίας της ευρωζώνης και στη σπουδαιότητα του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος·

8.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 282 της ΣΛΕΕ, κύριος στόχος της ΕΚΤ είναι η σταθερότητα των τιμών και ότι αυτό συμβάλει στην επίτευξη χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και κατάλληλης ρευστότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές· σημειώνει ότι η χρηματοπιστωτική αστάθεια δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους όσον αφορά τη μεσοπρόθεσμη σταθερότητα των τιμών, στον βαθμό που παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία των μηχανισμών μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής· χαιρετίζει τη σύσταση του ΕΣΣΚ από 1ης Ιανουαρίου 2011 υπό την αιγίδα της ΕΚΤ· συγχαίρει την ΕΚΤ για τον αποφασιστικό ρόλο που ανέλαβε με τη λήψη έκτακτων μέτρων για τη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς·

9.  τονίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 127 παρ. 6 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομοφώνως, μέσω κανονισμών σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μπορεί να αναθέσει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ειδικά καθήκοντα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εξαιρέσει των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

10. υπογραμμίζει ότι η επαναγορά ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές δικαιολογείται από τον σκοπό της αποκατάστασης μιας νομισματικής πολιτικής που θα λειτουργεί αποτελεσματικά, κατά την παρούσα περίοδο εξαιρετικής δυσλειτουργίας ορισμένων τομέων της αγοράς· επισημαίνει ότι αυτά τα προγράμματα επαναγοράς ομολόγων συμπληρώνονται από προγράμματα απορρόφησης ρευστότητας·

11. εκφράζει τη βαθύτατη ανησυχία του για την παράταση της νέας χρηματοπιστωτικής αναταραχής στην ΕΕ και για τη διαιώνιση σημαντικών μακρο-χρηματοπιστωτικών ανισορροπιών μεταξύ των οικονομιών της ευρωζώνης καθώς και αποπληθωριστικών πιέσεων σε πολλά κράτη μέλη της ευρωζώνης·

12. υπενθυμίζει ότι η συνεχιζόμενη ή και εντεινόμενη έλλειψη οικονομικής σύγκλισης εξακολουθεί να αποτελεί διαρθρωτικό πρόβλημα για μια ενιαία νομισματική πολιτική στην ευρωζώνη· τονίζει ότι ο αντίκτυπος της νομισματικής πολιτικής διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών στην ευρωζώνη· θεωρεί ότι αυτή η ασυμμετρία του αντικτύπου είναι πιθανό να ενταθεί ακόμα περισσότερο εάν η ΕΚΤ συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια, λόγω του ότι τα δάνεια που συνδέονται με τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια δεσπόζουν σε αρκετά κράτη μέλη· είναι συνεπώς πεπεισμένο για την ανάγκη κοινής δημοσιονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ·

13. καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει στη σύσταση ενός ευρωπαϊκού ιδρύματος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και να σταθμίσει τα υπέρ και τα κατά μιας προσωρινής αναστολής της πιστοληπτικής αξιολόγησης των χωρών οι οποίες ακολουθούν πρόγραμμα προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ· αποδοκιμάζει περαιτέρω το σημερινό ολιγοπώλιο της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και ζητεί μέτρα για την τόνωση του ανταγωνισμού μεταξύ των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και για την αύξηση του αριθμού τους·

14. καλεί την Επιτροπή να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν θα είναι απαραίτητο να εμπλέκεται το ΔΝΤ στη μελλοντική πιστωτική πολιτική της Ευρώπης κι έτσι να περιοριστεί η εξάρτηση των κρατών μελών από άλλους διεθνείς οργανισμούς και τις αγορές·

15. χαιρετίζει την ένταξη της Εσθονίας στην ευρωζώνη ως απόδειξη της ισχύος του εγχειρήματος του κοινού νομίσματος·

16. εκφράζει την ανησυχία του για τις παγκόσμιες νομισματικές εξελίξεις και την εξωτερική αξία του ευρώ, καθόσον οι μη συμβατικές ενέσεις ρευστότητας στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ παρουσιάζουν σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις· πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να υπάρξει μεγαλύτερος διεθνής συντονισμός προκειμένου να γίνει σταθερότερο το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα·

Διαχείριση κρίσεων

17. χαιρετίζει την αποφασιστική και ενεργό στάση της ΕΚΤ καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης από το 2007, ιδίως μάλιστα στις αναταραχές των χρηματοπιστωτικών αγορών το 2007, το 2008, το 2010 και, πιο πρόσφατα, το καλοκαίρι του 2011, όταν ορισμένες σημαντικές οικονομίες της ΕΕ αντιμετώπισαν δυσκολίες εξαιτίας της συνεχούς αναποφασιστικότητας των κρατών μελών – μια στάση που ωθεί την ΕΚΤ να αναλάβει έναν ανοιχτά πολιτικό ρόλο για την αντιμετώπιση της σημερινής κρίσης χρέους·

18. επισημαίνει ότι η νομισματική πολιτική πρέπει να αναλάβει ένα μερίδιο ευθύνης για τις φούσκες των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, λόγω της μη βιώσιμης πιστωτικής επέκτασης στα χρόνια πριν από την κρίση·

19. λαμβάνει υπό σημείωση τις προτάσεις για τη διαχείριση της κρίσης τις οποίες υπέβαλε η ΕΚΤ όσον αφορά την οικονομική διακυβέρνηση αλλά και τον μηχανισμό εξυγίανσης τραπεζών·

20 αποδοκιμάζει την έλλειψη επαρκούς πλαισίου οικονομικής πολιτικής της ΕΕ για τη διαχείριση κρίσεων και τη διστακτική διαχείριση της κρίσης από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, ιδίως μάλιστα εκείνα στα οποία χρειάζονται μεταρρυθμίσεις, και προτρέπει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να προωθήσουν γρήγορα τα ολοκληρωμένα και μακρόπνοα μέτρα που απαιτούνται για την προάσπιση της σταθερότητας του ευρώ·

21. εκφράζει την ανησυχία του για τις συνεχείς πιέσεις που ασκούνται στις αγορές κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης, όπως αντικατοπτρίζεται στη διεύρυνση των σπρεντ κατά την τελευταία διετία· φρονεί ότι η εναγώνια αναζήτηση ασφάλειας, η οποία προκλήθηκε από τα κύματα πανικού που εξαπέλυσε η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση, είχε αναρίθμητα στρεβλωτικά αποτελέσματα και δημιούργησε δυσβάστακτο εξωτερικό κόστος· επαινεί τις προσπάθειες της ΕΚΤ, μέσω του προγράμματός της για τις αγορές τίτλων, να μειώσει τα σπρεντ για τα ευπαθή κράτη μέλη·

22. λαμβάνει υπό σημείωση την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, μέσω της συντονιζόμενης από την ΕΕ προσφοράς εθελοντικής ανταλλαγής ομολόγων· πιστεύει ότι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους που συμφωνήθηκε στη σύνοδο κορυφής της 21ης Ιουλίου δεν συνέβαλε καθόλου στην αποκατάσταση τη βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους·

23. σημειώνει ότι, μολονότι σε τμήματα του ιδιωτικού τομέα και στα περισσότερα κράτη μέλη συνεχίζεται η απομόχλευση, τα υπέρμετρα επίπεδα χρέους εξακολουθούν να είναι πολύ διαδεδομένα στον δημόσιο τομέα, κάτι στο οποίο έχουν παίξει σημαντικό ρόλο τα μέτρα για την απορρόφηση των επιπτώσεων της χρηματοπιστωτικής κρίσης·

24. υπενθυμίζει ότι, πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στην ευρωζώνη είχε μειωθεί από 72% το 1999 σε 67% το 2007 και ότι, αντιθέτως, την ίδια περίοδο τα επίπεδα χρέους των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και η μόχλευση του χρηματοπιστωτικού τομέα σημείωσαν σημαντική αύξηση· επισημαίνει ειδικότερα ότι το χρέος των νοικοκυριών στην ευρωζώνη αυξήθηκε την ίδια περίοδο από 52% σε 70% του ΑΕΠ και ότι το χρέος των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αυξήθηκε από κάτω του 200% σε άνω του 250% του ΑΕΠ· αναγνωρίζει ότι μερικά κράτη μέλη, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, αποτέλεσαν σημαντικές εξαιρέσεις αυτής της γενικής τάσης·

25. επισημαίνει την ταχεία αύξηση του δείκτη μόχλευσης της ΕΚΤ, όπως αποτιμάται από τα κεφάλαια και τα αποθεματικά της σε σχέση με το ενεργητικό της, μολονότι ο δείκτης μόχλευσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις κεντρικές τράπεζες με τον ίδιο τρόπο όπως στις εμπορικές· σημειώνει ωστόσο, ότι στα μέσα Αυγούστου 2011 ο ισολογισμός της ΕΚΤ είχε ήδη συρρικνωθεί κατά περίπου 10% από το ανώτατο σημείο του, αν και έκτοτε αυξάνεται με ταχύ ρυθμό· σημειώνει ότι, αν και καταγράφηκε σημαντική επέκταση του ισολογισμού άλλων κεντρικών τραπεζών, ο δείκτης μόχλευσης της ΕΚΤ υπερβαίνει κατά πολύ τον δείκτη μόχλευσης άλλων συγκρίσιμων κεντρικών τραπεζών, με εξαίρεση όσες έχουν εφαρμόσει προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα της Αγγλίας·

26. επισημαίνει και επικροτεί το γεγονός ότι η επέκταση του ισολογισμού της ΕΚΤ δεν έχει οδηγήσει σε πληθωρισμό· τονίζει τον κομβικό ρόλο της ως κεντρικού αντισυμβαλλομένου μεταξύ των κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης, γεγονός που αντικατοπτρίζει την προσωρινή μετατόπιση της διαμεσολάβησης από τη διατραπεζική αγορά προς το ευρωσύστημα καθώς και μια αύξηση των στοιχείων ενεργητικού της ευρωζώνης που διακρατούνται από το ευρωσύστημα και θα ωριμάσουν με την πάροδο του χρόνου · επισημαίνει περαιτέρω ότι η παροχή ρευστότητας σε φερέγγυες τράπεζες δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη αύξηση της προσφοράς χρήματος και σημειώνει ότι τα μη συμβατικά μέτρα είναι προσωρινού χαρακτήρα· είναι πεπεισμένο ότι οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με εξωτερικούς παράγοντες, έχουν εξασφαλίσει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού γύρω στο 2%·

27. εφιστά και πάλι την προσοχή στην ανησυχητική υπερεξάρτηση πολλών τραπεζών της ευρωζώνης από τη ρευστότητα που παρέχεται από την ΕΚΤ, καθόσον απουσιάζει μια πλήρως λειτουργούσα διατραπεζική αγορά· σημειώνει ότι, ενώ το 2010 το ευρωσύστημα δέχθηκε κατά μέσο όρο ως ασφάλειες 488 δισ. τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τους τίτλους αυτούς στις πιστωτικές πράξεις του ευρωσυστήματος κατέστησαν σημαντικά αυστηρότερα, κάτι που αναμένεται να μειώσει το ποσό αυτό σε βάθος χρόνου·

28. τονίζει ότι το ευρωσύστημα αρνήθηκε να κοινοποιήσει τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της «θεωρητικής τιμής» των απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού που είναι επιλέξιμα για τις δικές της δράσεις ρευστότητας στο πλαίσιο του προγράμματος ενισχυμένης πιστωτικής στήριξης· υπογραμμίζει ότι, ως εκ τούτου, είναι αδύνατον να διαπιστωθεί κατά πόσον η ΕΚΤ διαδραμάτισε έναν οιονεί δημοσιονομικό ρόλο· καλεί συνεπώς την ΕΚΤ να γνωστοποιήσει τις μεθόδους αποτίμησης που έχει χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια της κρίσης·

29. υπογραμμίζει ότι, λόγω της έλλειψης κατάλληλου πλαισίου διαχείρισης κρίσεων στην ευρωζώνη, η ΕΚΤ υποχρεώθηκε να αναλάβει κινδύνους που δεν καλύπτονταν από την εντολή της·

30. ζητεί από την ΕΚΤ να δίνει περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά την ποιότητα και ποσότητα των τίτλων που έχει στην κατοχή της, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων τιτλοποίησης που έχουν γίνει δεκτά ως ασφάλειες, άλλων εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων τίτλων που παραμένουν στην κατοχή της για νομισματικούς σκοπούς, καθώς και τίτλων που δεν βρίσκονται στην κατοχή της για νομισματικούς σκοπούς·

31. αναγνωρίζει την ανάγκη μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής και επισημαίνει τον προσωρινό χαρακτήρα τους, αλλά ζητεί να αποσυρθούν σταδιακά τα προγράμματα αυτά, μόλις σταθεροποιηθούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και επιλυθεί η κρίση του δημόσιου χρέους και με την προϋπόθεση ότι θα δημιουργηθεί κοινοτικό πλαίσιο για την πρόσφορη αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής αστάθειας· ζητεί μέτρα για τη συγκρότηση μιας πιο ολοκληρωμένης οικονομικής διακυβέρνησης·

32. καλεί την ΕΚΤ να δημιουργήσει, στο πλαίσιο του προγράμματος για τις αγορές τίτλων, έναν μηχανισμό προεξοφλητικού επιτοκίου που να μπορεί να προσαρμόζεται όταν κάποιο χρεόγραφο υποβαθμίζεται ακόμη περισσότερο από τους περισσότερους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η ΕΚΤ δεν θα καταλήξει να συγκεντρώσει υπερβολικά πολλά στοιχεία ενεργητικού που ενέχουν σημαντικό κίνδυνο· επιπλέον, πιστεύει ότι η ΕΚΤ πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο διεύρυνσης της πολιτικής βάσει της οποίας χρησιμοποιεί τουλάχιστον δύο πιστωτικές αξιολογήσεις πριν αποδεχθεί ως ασφάλεια κάποιο χρεόγραφο, ώστε να μην εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα τιτλοποίησης αλλά και σε όλα τα άλλα είδη ασφαλειών για τις οποίες σήμερα απαιτείται μόνο μία πιστωτική αξιολόγηση, και καλεί την ΕΚΤ να αναπτύξει δικό της πλαίσιο εκτίμησης κινδύνων·

33. τονίζει ότι οι όροι που επιβάλλονται στις τράπεζες οι οποίες επωφελούνται από το σύστημα διακανονισμού TARGET-2, και γενικότερα από τις διευκολύνσεις παροχής ρευστότητας της ΕΚΤ, δημιουργούν ανησυχία όσον αφορά τους πιστωτικούς κινδύνους που αναλαμβάνει η ίδια η ΕΚΤ· καλεί συνεπώς την ΕΚΤ να γνωστοποιεί σε πιο τακτική βάση τις ροές μεταξύ των κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης, όπως οι ροές αυτές μετριούνται από το σύστημα διακανονισμού Target-2, για λόγους αυξημένης διαφάνειας και ευχερέστερης κατανόησης των πρόσφατων εξελίξεων, ώστε οι ροές αυτές να μην ερμηνεύονται εσφαλμένα σαν μόνιμες μεταφορές από τις χώρες με πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών προς τις ελλειμματικές χώρες·

34. εκφράζει την ανησυχία του για τα υψηλά επίπεδα ωρίμανσης του χρέους και νομισματικής αναντιστοιχίας σε διάφορα, συστημικώς σημαντικά ή μη, τραπεζικά ιδρύματα της ευρωζώνης·

35. πιστεύει ότι στη σημερινή συγκυρία έκτακτης ανάγκης καθίσταται επιτακτικός ο καθορισμός και η δημοσιοποίηση συμπληρωματικών αυστηρών κανόνων που θα διέπουν την παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένων όρων προληπτικής εποπτείας που θα υπερβαίνουν τους εσωτερικούς και μη κοινοποιούμενους κανόνες και τις περικοπές αποτίμησης οι οποίες σχετίζονται με τις ασφάλειες που γίνονται αποδεκτές για τις πράξεις αναχρηματοδότησης·

36. καλεί την ΕΚΤ να διερευνήσει κατά πόσον οι απαιτήσεις τήρησης ελάχιστων αποθεματικών θα μπορούσαν να αποτελέσουν εργαλείο συμπληρωματικό των επιτοκίων, προκειμένου να προστατευτεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα χωρίς να παρεμποδιστεί η ανάκαμψη·

37. επισημαίνει ότι μία από τις συνέπειες των νομισματικών πολιτικών στις ΗΠΑ και στην ΕΕ πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν η δημιουργία μιας απότομης καμπύλης απόδοσης που παρέχει δυνατότητα ταχύτερης ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος με τη βοήθεια καταθετών και βραχυπρόθεσμων δανειστών·

38. υπογραμμίζει την επίμονη και αυστηρή στάση που υιοθέτησε η ΕΚΤ για πολλά χρόνια όσον αφορά την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης προς ευρωπαϊκό όφελος·

Οικονομική και χρηματοπιστωτική διακυβέρνηση

39. ζητεί να υπάρξει μακροοικονομική προληπτική εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η οποία να είναι καλύτερα ενσωματωμένης στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής και να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές μεταξύ των χωρών εντός και εκτός της ευρωζώνης· ζητεί να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου αναλυτικού πλαισίου με στόχο την από κοινού αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της μακροπροληπτικής και νομισματικής πολιτικής, καθώς επίσης να αναπτυχθεί περαιτέρω η δέσμη εργαλείων μακροπροληπτικής πολιτικής του ΕΣΣΚ, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές, νομικές και άλλες ιδιαιτερότητες του χρηματοπιστωτικού συστήματος·

40. ζητεί σημαντική αύξηση των πόρων για τη νέα αρχιτεκτονική χρηματοπιστωτικής εποπτείας με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητάς της, και ζητεί επίσης να διενεργείται συνεχής ανάλυση της αποτελεσματικότητας της νέας αρχιτεκτονικής χρηματοπιστωτικής εποπτείας με τη βοήθεια εκτιμήσεων αντικτύπου και να αξιολογηθεί το μακροπρόθεσμο ενδεχόμενο της δημιουργίας μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αρχής χρηματοπιστωτικής εποπτείας, η οποία να συνενώνει υπό την αιγίδα της τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου·

41. τονίζει την ανάγκη καθιέρωσης ενιαίου ευρωπαίου υπουργού οικονομικών, ενδεχομένως προερχόμενος από την Επιτροπή, σύμφωνα με το πνεύμα της πρότασης που διατύπωσε ο Jean-Claude Trichet στο Άαχεν στις 2 Ιουνίου 2011· πιστεύει ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί δεόντως το θέμα της δημοκρατικής νομιμότητας μιας τέτοιας πρότασης· σημειώνει εν προκειμένω ότι, σε μια νομισματική ένωση, η δημοσιονομική πολιτική δεν αφορά απλώς τα κράτη μέλη αλλά έχει πολλούς διασυνοριακούς δευτερεύοντες αντικτύπους και ότι η παρούσα κρίση κατέδειξε τα όρια των απολύτως αποκεντρωμένων δημοσιονομικών πολιτικών· πιστεύει ότι ο ενιαίος ευρωπαίος υπουργός οικονομικών πρέπει να λογοδοτεί δημοκρατικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· τονίζει ότι ένα τέτοιο περαιτέρω βήμα στην κατεύθυνση μιας δημοσιονομικής ένωσης βάσει της κοινοτικής μεθόδου προϋποθέτει μεγαλύτερο δημοκρατικό ενστερνισμό και ενδεχομένως, πιο μακροπρόθεσμα, μια αναθεώρηση της Συνθήκης, αλλά αναγνωρίζει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο επιτρέπει ισχυρότερη οικονομική διακυβέρνηση σε βραχυχρόνιο ορίζοντα·

42. τονίζει την ανάγκη δημιουργίας ενιαίου ευρωπαϊκού δημόσιου ταμείου, που θα απαλλάξει την ΕΚΤ από τον οιονεί δημοσιονομικό ρόλο της· πιστεύει ότι αυτό το ευρωπαϊκό δημόσιο ταμείο θα μπορούσε να δημιουργηθεί μέσω μιας τροποποίησης στη Συνθήκη της ΕΕ·

43. χαιρετίζει το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) απέκτησε το δικαίωμα αγοράς κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, καθόσον αυτό θα μπορούσε να αμβλύνει την πίεση στην ΕΚΤ μέσα στις σημερινές συνθήκες·

44. αποδοκιμάζει εν προκειμένω το γεγονός ότι ο ΕΜΣ δημιουργήθηκε εκτός των Συνθηκών της ΕΕ και, συνεπώς, καλεί την Επιτροπή να προτείνει έναν μόνιμο μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων με βάση τους κοινοτικούς κανόνες (π.χ. ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο)·

45. υπογραμμίζει ότι είναι απολύτως αναγκαίο να υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν σύντομα οι διατάξεις της δέσμης για την οικονομική διακυβέρνηση· ζητεί εν προκειμένω τη συνεπή και ισορροπημένη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τη δημιουργία αυτόματου μηχανισμού επιβολής κυρώσεων στις χώρες με δημοσιονομικά ελλείμματα·

46. προσβλέπει στην υποβολή, πριν από το τέλος του 2011, της έκθεσης της Επιτροπής σχετικά με τη δημιουργία ενός συστήματος κοινής έκδοσης ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων, ή ευρωχρεογράφων, που θα τελούν υπό κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη, συνοδευόμενης από νομοθετικές προτάσεις εφόσον αυτό κριθεί ενδεδειγμένο·

Εξωτερική διάσταση

47. δεδομένου ότι η ΕΚΤ, το ΔΝΤ και η Επιτροπή συνεργάζονται σε αποστολές σε ορισμένα κράτη μέλη, καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για ενιαία εξωτερική εκπροσώπηση της ευρωζώνης σύμφωνα με το άρθρο 138 της ΣΛΕΕ, ιδίως μάλιστα στο ΔΝΤ·

Διαφάνεια και λογοδοσία

48. συνιστά στην ΕΚΤ να ενισχύσει τη διαφάνεια των εργασιών της προκειμένου να αυξηθεί η νομιμότητα και η προβλεψιμότητά τους· επαναλαμβάνει την από μακρού διατυπωθείσα έκκλησή του για δημοσιοποίηση των συνοπτικών πρακτικών των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ·

49. ζητεί, σύμφωνα με τις εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία όσον αφορά την τεκμηρίωση των αποφάσεων που αφορούν τις διαδικασίες πρόσληψης καθώς επίσης τη μισθοδοσία και την καταβολή μπόνους·

50. χαιρετίζει τη δέσμευση που ανέλαβε η ΕΚΤ όσον αφορά τη λογοδοσία της ενώπιον του ΕΚ και υπογραμμίζει τον ιδιαίτερα εποικοδομητικό ρόλο της ΕΚΤ στη διαδικασία συναπόφασης, τόσο στο υψηλότερο επίπεδο όσο και μέσω του προσωπικού της·

51. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Ευρωομάδα και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(1)

ΕΕ C 138, 4.5.1998, σ. 177.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0418.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Καθώς συντάσσω την παρούσα αιτιολογική έκθεση σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2010, τα ασφάλιστρα κινδύνου για την Ιταλία και την Ισπανία έχουν φθάσει σε ιστορικά υψηλά και στις 11 και 12 Ιουλίου φαίνεται να έχουν προσεγγίσει σημείο χωρίς επιστροφή, καθόσον μόνο η παρέμβαση της ΕΚΤ λειτούργησε κατευναστικά στις χρηματαγορές και έφερε προσωρινή ανακούφιση.

Έτσι λοιπόν σήμερα και, ιδιαίτερα σήμερα, είναι πολύ σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι η επιτυχία του ευρώ έχει επίσης εκληφθεί και ως επιτυχία της ιδέας της Ευρώπης. Το 1989, ένα τείχος χώριζε την Ευρώπη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Σήμερα, το ευρώ καλύπτει 17 χώρες με πολύ διαφορετικές ιστορικές διαδρομές: η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Μάλτα προέρχονται από τη βρετανική αυτοκρατορία· υπάρχουν οι πρώην κομμουνιστικές χώρες όπως η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Εσθονία· ουδέτερες χώρες όπως η Αυστρία και η Φινλανδία ή ακόμη και χώρες που προήλθαν από στρατιωτικές δικτατορίες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα ή η Πορτογαλία. Εάν το ευρώ καταφέρει να ξεπεράσει τη σημερινή κρίση ίσως να καταστεί δυνατό και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να χτυπήσουν την πόρτα της εισόδου. Μολονότι οι πρόσφατες εντάσεις μπορεί να υποδεικνύουν το αντίθετο, από το 2008 το ευρώ θεωρείται ως «μία νήσος σταθερότητας στην ασταθή και ταραγμένη θάλασσα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης» όπως αναγνώρισε πρόσφατα ο Βρετανός οικονομολόγος David Marsh.

Σε τέτοιες καταστάσεις όξυνσης των εντάσεων, το ευρωπαϊκό εγχείρημα που συμβολίζει το νόμισμά μας μάς δείχνει ότι είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι το ευρώ υπήρξε, τουλάχιστον κατά την πρώτη δεκαετία της ζωής του, μια ηχηρή επιτυχία, καθόσον: 1) χωρίς το ευρώ, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση θα ήταν πολύ χειρότερη για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες - ενώ μια γεύση της διαπίστωσης αυτής παίρνουμε με τις συνεχείς υποτιμήσεις που υπέστη η παραδοσιακά ισχυρή στερλίνα από το 2008 και τον συνακόλουθο πληθωρισμό. 2) Χωρίς το ευρώ, οι βόρειες χώρες της Ευρώπης δεν θα είχαν ανακάμψει τόσο γρήγορα όπως πέτυχαν εντός του 2009 μέσω του εξαγωγικού τους μοντέλου. Πράγματι, αν σήμερα υπήρχε το γερμανικό μάρκο, αυτό θα ήταν τόσο ισχυρό έναντι του δολαρίου και των άλλων παγκόσμιων νομισμάτων που θα έπληττε την ίδια την ανάπτυξή του. 3) Χωρίς το ευρώ, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως αυτές οι οποίες επιδόθηκαν στις πλέον επιπόλαιες δημοσιονομικές πολιτικές και δεν εστίασαν ιδιαίτερα στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, πιθανόν να είχαν υποστεί ένα ‘corralito’. Το συνεπακόλουθο ηθικό και οικονομικό ναυάγιο θα είχε τεράστιες επιπτώσεις σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες.

Προφανώς, το ευρώ έχει ορισμένες ευθύνες για τα τρέχοντα γεγονότα: χωρίς τα πραγματικά αρνητικά επιτόκια για ορισμένες περιφερειακές χώρες στα πρώτα χρόνια του ενιαίου νομίσματος, η φούσκα των ακινήτων δεν θα ήταν τόσο έντονη. Ωστόσο, εάν σήμερα στον ακαδημαϊκό χώρο υπάρχει κάποια συναίνεση είναι ότι χωρίς το ευρώ η εν λόγω χρηματοπιστωτική κρίση θα ήταν πολύ χειρότερη για την Ευρώπη. Επίσης είναι κοινός τόπος ότι, χωρίς το ευρώ, η ενιαία αγορά και η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, που αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ΕΕ, πιθανώς θα είχαν καταρρεύσει.

Ωστόσο, σήμερα η συνεχής αναταραχή στην οποία βρίσκονται οι χρηματοπιστωτικές αγορές φέρνει την ευρωζώνη κοντά στη διάλυση. Χώρα με τη χώρα, διάσωση με τη διάσωση, η κρίση του χρέους απειλεί να μολύνει ακόμη μεγαλύτερες χώρες – η Ισπανία και η Ιταλία δεν βρίσκονται στο απυρόβλητο.

Το ευρώ δεν απέτυχε στην αποστολή του να εξασφαλίζει ήπια προσγείωση σε περίπτωση σημαντικής τραπεζικής κρίσης. Το ευρώ δεν απέτυχε να λειτουργήσει ως σημείο πρόσδεσης ενάντια στον πληθωρισμό, καθόσον η ΕΚΤ αποτελεί εγγύηση επιτυχίας στον τομέα αυτό. Και, τέλος, το ευρώ δεν απέτυχε ούτε ως μηχανισμός ενσωμάτωσης για την εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, όπως φαίνεται και από τις αυξανόμενους εμπορικές ροές μεταξύ των χωρών από τη γέννησή του.

Ωστόσο, ασφαλώς κάτι δεν λειτούργησε. Και αυτό είναι χωρίς αμφιβολία η διακυβέρνηση της ευρωζώνης. Η οικονομική θεωρία μάς διδάσκει ότι η βιωσιμότητα ενός ενιαίου νομίσματος βασίζεται στην ικανότητά του να εξομαλύνει τις μεγάλες μακροοικονομικές ανισορροπίες όποτε αυτές δημιουργούνται. Αυτό που απέτυχε επίσης είναι η εσωτερική πειθαρχία της ευρωζώνης, και ιδίως η συμμόρφωση στο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, καθόσον από το 1999 σημειώθηκαν αλλεπάλληλες παραβιάσεις από πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων από τη Γερμανία και τη Γαλλία, και ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η διαδικασία των προστίμων. Τέλος, η διάταξη περί μη διάσωσης, που απαγορεύει την εξαγορά κρατικού χρέους από πλευράς ΕΚΤ, ερμηνεύθηκε συσταλτικά. Λόγω όλων των ανωτέρω, η ευρωζώνη κατέστη ευάλωτη σε κερδοσκοπικές επιθέσεις που εστίαζαν στο δημόσιο χρέος και τις λιγότερο αποτελεσματικές και ανταγωνιστικές χώρες. Αυτά τα κερδοσκοπικά φαινόμενα θα επανέλθουν στο μέλλον, μέχρι να επιλυθεί το θέμα της οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη. Χωρίς δημοσιονομική σταθερότητα, οι μεταρρυθμίσεις των περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης θα είναι ανέφικτες και αναποτελεσματικές.

Μέχρι στιγμής, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ακολούθησαν μια στρατηγική συνεχών αναβολών, που απεδείχθη χρήσιμη μόνο για να κερδηθεί χρόνος εν αναμονή μιας οικονομικής ανάκαμψης που θα μπορούσε να ενισχύσει τους ισολογισμούς των τραπεζών και με την ελπίδα ότι η οικονομική μεγέθυνση, που είχε σημειωθεί στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη επί έξι τρίμηνα, θα έφτανε τελικά και στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης. Η στρατηγική αυτή ενδεχομένως να αποδώσει καρπούς, αλλά είναι επικίνδυνη. Μια κερδοσκοπική επίθεση μπορεί να την εκτροχιάσει και να φέρει το ευρώ πολύ κοντά στην άβυσσο. Ίσως είναι πλέον καιρός να αμφισβητηθεί η επίσημη δήλωση που αναφέρει ότι η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα φερεγγυότητας, αφού η άποψη αυτή κάθε μέρα που περνάει καθίσταται και πιο αδύναμη: αντί να περιορίσει την κερδοσκοπία, τροφοδοτεί αμφιβολίες όσον αφορά τα προγράμματα προσαρμογής των άλλων χωρών.

Τον Μάιο του 2010, η ΕΚΤ ξεκίνησε το πρόγραμμα για τις αγορές τίτλων (SMP), αναλαμβάνοντας έναν οιονεί δημοσιονομικό ρόλο που χρειάστηκε να καλύψει την έλλειψη κοινής δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Παρ’ όλα αυτά, η στρατηγική αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρο και ενισχύει όσους θέτουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, που αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος, καθώς επίσης και την έλλειψη διαφάνειας στις βασικές της αποφάσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον στην έκθεσή μου ζητώ τη δημοσίευση των πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου, η οποία μπορεί να περιορίσει την επίπτωση των αλληλοαντικρουόμενων στοιχείων που εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης. Τη μη δημοσιοποίηση των πρακτικών την ερμηνεύω ως ένδειξη αδυναμίας όσον αφορά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, καθώς η αναγκαία εξατομικευμένη ευθύνη θα εξακολουθήσει να ερμηνεύεται ως πιθανή πηγή αντιπαραθέσεων μεταξύ κρατών μελών.

Η ύπαρξη του ευρώ είχε ως αποτέλεσμα ορισμένες περιφερειακές χώρες, που ιστορικά είχαν υποτιμήσει το νόμισμά τους για να κερδίσουν ανταγωνιστικότητα, να οδηγηθούν στην εφαρμογή αυστηρών μέτρων λιτότητας για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ωστόσο, πρόκειται περί της ορθής επιλογής, καθόσον το ευρώ πρέπει να εξακολουθήσει να είναι σταθερό νόμισμα αφού η ΕΕ δεν πρέπει να εισέλθει σε πληθωριστικούς ορίζοντες ή υπερβολική οικονομική αναδιανομή.

Η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση έχει καθήκον να τιθασεύσει τον πληθωρισμό και να προστατεύσει την αγοραστική δύναμη του νομίσματος. Πρέπει επίσης να περιορίσει τον ηθικό κίνδυνο που μπορεί να ενέχει η υπόρρητη αναδιανομή υπέρ των χωρών οι κυβερνήσεις των οποίων πιέζουν πληθωριστικά τη νομισματική βάση περισσότερο από άλλες, μέσω ανεξέλεγκτων διαδικασιών πιστωτικής επέκτασης. Η ανακατανομή αυτή ενισχύεται αν η ΕΚΤ δέχεται υπερβολικά συχνά ως εγγύηση χρεωστικούς τίτλους εκδιδόμενους από τα κράτη μέλη, ακόμη περισσότερο μάλιστα αν τους αγοράζει.

Για να εξακολουθήσει το ευρώ να είναι βιώσιμο εγχείρημα, χρειάζεται να υπάρξει ένα σαφές πλαίσιο που θα επιτρέπει την παροχή βοήθειας σε χώρες με προβλήματα ρευστότητας, αλλά ταυτόχρονα θα μπορεί να παρέχει κίνητρα για υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική και σταθερή σύγκλιση των επιπέδων ανταγωνιστικότητας των κρατών μελών. Όλον αυτό τον καιρό, το σύστημα λειτούργησε μόνο αντιδρώντας έναντι της πειθαρχίας της αγοράς, οργανώνοντας διασώσεις μόνο όταν κάποια χώρα αντιμετώπιζε δυσκολία.

Ωστόσο, υπάρχει κι άλλος τρόπος: να υπάρξει πρόοδος με την ενίσχυση της δημοσιονομικής ενοποίησης, μέσω αντίστοιχης μεταφοράς κυριαρχίας από τα κράτη μέλη στην ΕΕ. Ασφαλώς πρόκειται για μια περίπλοκη επιλογή και θα είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι υπάρχει και ενδιάμεση οδός, πιο ρεαλιστική βραχυπρόθεσμα, στο πλαίσιο της οποίας είναι δυνατό να ενσωματωθούν ταυτόχρονα η πειθαρχία της αγοράς και η αναγκαία εξωτερική δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών μελών, ένας μέσος δρόμος που μπορεί να είναι αποτελεσματικός αλλά πρέπει να χαραχθεί με μεγάλη ακρίβεια.

Οι τωρινές αποτυχίες στην ευρωζώνη αποτελούν χρήσιμη εμπειρία προκειμένου να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Κατά την έννοια αυτή, προτείνω τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού υπουργείου οικονομικών και ενός ευρωπαϊκού δημόσιου ταμείου που θα μπορεί να εκδίδει ευρωομόλογα. Έχω επίγνωση ότι η πρόταση αυτή μπορεί να καταστεί πραγματικότητα μόνο μετά από μια απαραίτητη μεταρρύθμιση του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, η οποία να επιτρέπει καλύτερο έλεγχο των δυσλειτουργικών δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών της ευρωζώνης.

Τα ευρωομόλογα μπορούν ταυτόχρονα να αποτελέσουν σημαντικό πόλο χρηματοδότησης των χωρών με χαμηλά επίπεδα χρέους και πολύ ακριβή χρηματοδότηση των κρατών που παραβιάζουν τους κανόνες, με την υιοθέτηση του μοντέλου των γαλάζιων και κόκκινων ομολόγων. Τέλος, τα ευρωομόλογα μπορούν να δώσουν ώθηση στο ευρώ ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, καθόσον με αυτά θα δημιουργηθεί μια αγορά χρεωστικών τίτλων χρέους σε ευρωπαϊκή κλίμακα η οποία θα είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από τη γερμανική και σχεδόν όση η βορειοαμερικανική.

Οι αρχιτέκτονες του ευρώ δημιούργησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση μολονότι είχαν επίγνωση της αστάθειας που θα επέφερε το ενιαίο νόμισμα σε χώρες με πολύ διαφορετικές οικονομικές και παραγωγικές δομές. Ενδεχομένως, πίστευαν ότι τα βήματα προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της πολιτικής ένωσης θα προχωρούσαν μόνον αν καθίσταντο ακόμα πιο απαραίτητα. Σήμερα, με την πλήρη έκρηξη της κρίσης του χρέους στην ευρωζώνη, έφτασε επιτέλους ο καιρός αυτός.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.10.2011

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

35

4

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Udo Bullmann, Pascal Canfin, Νικόλαος Χουντής, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Diogo Feio, Elisa Ferreira, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Othmar Karas, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Werner Langen, Astrid Lulling, Arlene McCarthy, Ivari Padar, Alfredo Pallone, Άννυ Ποδηματά, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Peter Skinner, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Kay Swinburne, Marianne Thyssen, Ramon Tremosa i Balcells, Corien Wortmann-Kool

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Elena Băsescu, Pilar del Castillo Vera, Sari Essayah, Vicky Ford, Ashley Fox, Sophia in ‘t Veld, Olle Ludvigsson, Thomas Mann, Sirpa Pietikäinen, Gianni Pittella

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου