ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2008/48/EΚ όσον αφορά τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης

    19.10.2012 - (2012/2037(INI))

    Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
    Εισηγήτρια: Birgit Collin-Langen

    Διαδικασία : 2012/2037(INI)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A7-0343/2012
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A7-0343/2012
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2008/48/EΚ όσον αφορά τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης

    (2012/2037(INI))

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A7-0343/2012),

    Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άνοιγμα των εθνικών αγορών στον σημαντικό οικονομικό τομέα της καταναλωτικής πίστης, η αντιμετώπιση διαφόρων επιπέδων προστασίας των καταναλωτών, η άρση ενδεχόμενων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των παραγόντων της αγοράς, και η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς συνιστούν πολιτικά καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών και των πιστωτικών φορέων·

    Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την οδηγία για την καταναλωτική πίστη, δημιουργήθηκε ένα κοινό ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για την προστασία των καταναλωτών, μέσω μιας εστιασμένης σε ειδικούς στόχους τελικής εναρμόνισης σε 5 επιμέρους τομείς με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών για τα κράτη μέλη, που μπορούν, ειδικότερα, να αφορούν ποικίλες μορφές μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο·

    Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, εντούτοις, εξακολουθούν να υφίστανται νομικά και πρακτικά εμπόδια·

    Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως καταδεικνύει η μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, ορισμένες βασικές διατάξεις της οδηγίας - όπως για παράδειγμα το άρθρο 5 σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης - δεν έχουν επιτύχει την επιδιωκόμενη εναρμόνιση των κανόνων για την προστασία των καταναλωτών στα κράτη μέλη, λόγω της διαφορετικής ερμηνείας και μεταφοράς από τα κράτη μέλη·

    Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω της σύντομης προθεσμίας και των πολύπτυχων, εκτεταμένων τροποποιήσεων της νομοθεσίας που έπρεπε να πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, η οδηγία για την καταναλωτική πίστη δεν μεταφέρθηκε από όλα τα κράτη μέλη εγκαίρως στο εθνικό δίκαιο ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν μεταφέρθηκε με απόλυτα ορθό τρόπο·

    ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές, τα διασυνοριακά καταναλωτικά δάνεια δεν έχουν αυξηθεί μετά την έναρξη εφαρμογής της οδηγίας, γεγονός που θα μπορούσε να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες, όπως η γλώσσα, αλλά και στα τεράστια προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως επίσης στην έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης των καταναλωτών σχετικά με τις ευκαιρίες που προσφέρει η διασυνοριακή χορήγηση καταναλωτικών δανείων και τα δικαιώματα των καταναλωτών κατά τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων·

    Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ύπαρξη κατάλληλων πρακτικών προστασίας των καταναλωτών στον πιστωτικό τομέα παίζει σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τους καταναλωτές, ιδίως κατά τη διάρκεια χρηματοπιστωτικών κρίσεων·

    Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο υπερβολικός δανεισμός καταναλωτών σε ξένο νόμισμα αύξησε τον κίνδυνο και τις ζημίες των νοικοκυριών·

    Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου εξέδωσε στις 21 Σεπτεμβρίου 2011 σύσταση σχετικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα (ΕΣΣΚ/2011/1)·

    Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27 της οδηγίας, η Επιτροπή πρέπει τον Μάιο του 2013 να προβεί σε μια πρώτη επανεξέταση συγκεκριμένων πτυχών, και ότι έχει ήδη αναθέσει μελέτη για το σκοπό αυτό·

    IA. λαμβάνοντας υπόψη ότι θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό να τηρείται ενήμερο σχετικά με τα ενδιάμεσα στάδια και τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και να έχει τη δυνατότητα να εκφράζει τη γνώμη του·

    1.  εκφράζει επιδοκιμασία για το γεγονός ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της επανεξέτασής της, διεξάγει ήδη μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις της οδηγίας στην εσωτερική αγορά και την προστασία των καταναλωτών, προκειμένου να προσδιορίσει ακριβώς τον αντίκτυπό της στη χορήγηση διασυνοριακών δανείων, και επιδοκιμάζει το εκτενές έργο που έχουν επιτελέσει η Επιτροπή, οι εθνικές νομοθετικές αρχές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

    2.  τονίζει ότι η βελτίωση της διασυνοριακής αγοράς καταναλωτικής πίστης μπορεί να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία με την προώθηση της εσωτερικής αγοράς· φρονεί ότι τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, μέσω καλύτερης πληροφόρησης των καταναλωτών σχετικά με τη δυνατότητα λήψης καταναλωτικής πίστωσης σε άλλο κράτος μέλος και σχετικά με τα δικαιώματα που έχουν οι καταναλωτές όταν συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις·

    3.  αναγνωρίζει ότι ο όγκος των διασυνοριακών καταναλωτικών δανείων αναλογεί σε λιγότερο από το 2% της συνολικής αγοράς πίστωσης, και ότι το 20% περίπου αυτών των πράξεων συνάπτονται μέσω Διαδικτύου·

    4.  επισημαίνει ότι ένας από τους στόχους της οδηγίας είναι η εξασφάλιση της διαθεσιμότητας πληροφοριών – ώστε να διευκολύνεται η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στον τομέα της πίστωσης – και ότι είναι συνεπώς αναγκαίο να εκτιμηθεί κατά πόσο ο αριθμός των διασυνοριακών δανειακών συμβάσεων αυξάνεται·

    5.  θεωρεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, οι διευκρινίσεις που προβλέπονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6, και η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας που προβλέπεται στο άρθρο 8 φαίνεται να επαρκούν για την αντιμετώπιση των κινδύνων σε σχέση με τα δάνεια σε ξένο νόμσμα·

    6.  ζητεί, ωστόσο, να υποχρεώνουν οι εποπτικές αρχές τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους καταναλωτές εξατομικευμένες, πλήρεις και εύκολα κατανοητές πληροφορίες για τους κινδύνους που ενέχει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, και για τις επιπτώσεις στις δόσεις σε περίπτωση σημαντικής υποτίμησης του νόμιμου νομίσματος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ο καταναλωτής καθώς και σε περίπτωση αύξησης του ξένου επιτοκίου· θεωρεί ότι οι εξηγήσεις αυτές πρέπει να παρέχονται πριν από την υπογραφή της σύμβασης·

    7.  επισημαίνει τις ανησυχίες που εκφράζονται σε ορισμένα κράτη μέλη σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται στους καταναλωτές οι πληροφορίες πριν από τη σύναψη της σύμβασης, δηλ. υπό μορφή Τυποποιημένων ευρωπαϊκών πληροφοριών καταναλωτικής πίστης (SECCI), ο οποίος επηρεάζει την ικανότητα των καταναλωτών να τις κατανοήσουν πραγματικά· θεωρεί ότι η αποτελεσματικότητα των Τυποποιημένων ευρωπαϊκών πληροφοριών καταναλωτικής πίστης θα πρέπει να συνιστά σημαντική πτυχή της αξιολόγησης επιπτώσεων της οδηγίας που διενεργεί η Επιτροπή·

    8.  εκφράζει επιδοκιμασία για τον έλεγχο «SWEEP» που πραγματοποίησε η Επιτροπή το Σεπτέμβριο 2011, ο οποίος κατέδειξε ότι στο 70% των περιπτώσεων των ιστοσελίδων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχθηκαν διαπιστώθηκαν ελλείψεις στοιχείων στη διαφήμιση και ελλείψεις σημαντικών στοιχείων στην προσφορά, ενώ η παρουσίαση του κόστους ήταν παραπλανητική, και ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την άρση αυτών των ελλείψεων· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι κανόνες για τα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα δεν εφαρμόζονται πάντα όπως προβλέπεται, και χρειάζονται βελτιώσεις·

    9.  ζητεί να ελέγχονται αυστηρά οι πρακτικές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σχετικά με τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ, ώστε να αποφεύγεται η παραπλανητική ή λανθασμένη ενημέρωση κατά τη διαφήμιση ή προώθηση συμβάσεων πίστωσης·

    10. επισημαίνει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν επιλέξει τη δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής σε άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, χωρίς τούτο να έχει οδηγήσει σε εμφανείς αντιφάσεις·

    11. τονίζει ότι οι νομοθετικές διατάξεις θα πρέπει να έχουν ως αφετηρία τη συνήθη πρακτική, τον μέσο καταναλωτή και τον μέσο επιχειρηματία, και όχι να βασίζονται στις σπάνιες περιπτώσεις κατάχρησης με αποτέλεσμα οι πληροφορίες που παρέχονται στους καταναλωτές να είναι λιγότερο κατανοητές, διαφανείς και συγκρίσιμες·

    12. διαπιστώνει ότι η ύπαρξη περισσότερων διατάξεων δεν ισοδυναμεί αυτόματα με μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών, και ότι η παροχή υπερβολικά πολλών πληροφοριών, ειδικά στην περίπτωση λιγότερο έμπειρων καταναλωτών, είναι πιθανότερο να επιφέρει σύγχυση παρά διαφώτιση· αναγνωρίζει, εν προκειμένω, την πραγματογνωσία, την υποστήριξη και την κατάρτιση σε χρηματοπιστωτικά θέματα, που παρέχουν οι ενώσεις καταναλωτών, καθώς και τον δυνητικό ρόλο τους στην αναδιάρθρωση των δανείων εξ ονόματος των υπερχρεωμένων νοικοκυριών·

    13. ζητεί να έχουν το δικαίωμα οι καταναλωτές να ενημερώνονται όσον αφορά το κόστος των πρόσθετων υπηρεσιών και το δικαίωμά τους να αγοράζουν συμπληρωματικές υπηρεσίες, όπως ασφάλιση, από εναλλακτικούς προμηθευτές· θεωρεί ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει αφενός να υποχρεώνονται να διαχωρίζουν τις υπηρεσίες αυτές και τις σχετικές χρεώσεις τους από εκείνες που αφορούν το βασικό δάνειο και, αφετέρου, να διευκρινίζουν ποιες υπηρεσίες είναι ουσιώδεις για την επέκταση του δανείου και ποιες επαφίενται πλήρως στη διακριτική ευχέρεια του δανειστή·

    14. θεωρεί ότι οι δυσκολίες που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης στην περίπτωση συνδεδεμένων συμβάσεων θα πρέπει να εξεταστούν πιο προσεκτικά· υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι καταναλωτές ότι σε περίπτωση που ασκήσουν το δικαίωμά τους να αποσυρθούν από σύμβαση σύμφωνα με την οποία ο προμηθευτής ή ο πάροχος υπηρεσιών λαμβάνει άμεσα το ποσό της πληρωμής από τον δανειοδότη μέσω δευτερεύουσας σύμβασης, δεν επιβαρύνονται με τέλη, προμήθειες ή άλλο κόστος σε σχέση με την παρεχόμενη χρηματοπιστωτική υπηρεσία·

    15. καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει το βαθμό της μη συμμόρφωσης με τα καθήκοντα ενημέρωσης στις συμβάσεις στις οποίες οι ενδιάμεσοι φορείς δεν δεσμεύονται από απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης, έτσι ώστε να προσδιοριστεί ο βέλτιστος δυνατός τρόπος προστασίας των καταναλωτών σε τέτοιες περιπτώσεις·

    16. θεωρεί ότι οι περίπλοκες ρυθμίσεις σχετικά με την πρόωρη εξόφληση απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή·

    17. δηλώνει ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται αρκετό χρόνο πριν από τις αλλαγές των επιτοκίων, ώστε να έχουν τα περιθώρια να κάνουν έρευνα αγοράς και να αλλάξουν φορέα χορήγησης πίστωσης προτού τεθούν σε ισχύ οι αλλαγές·

    18. διαπιστώνει ότι είναι ανάγκη να αποσαφηνιστεί ο όρος «αντιπροσωπευτικό παράδειγμα»·

    19. τονίζει ότι θα πρέπει να εξασφαλιστεί ενιαίος υπολογισμός του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, να εξαλειφθούν οι ασάφειες και να εξασφαλιστεί η συνοχή με όλα τα άλλα νομοθετικά μέσα·

    20. καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι θα εκχωρηθούν στις εθνικές εποπτικές αρχές όλες οι αναγκαίες εξουσίες και οι αναγκαίοι πόροι για την εκτέλεση των καθηκόντων τους· καλεί τις εθνικές εποπτικές αρχές να παρακολουθούν αποτελεσματικά τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας και να επιβάλλουν την ουσιαστική εφαρμογή τους·

    21. τονίζει ότι, στο μέλλον, κατά τον ορισμό των προθεσμιών μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, θα πρέπει να συνεκτιμώνται σε μεγαλύτερο βαθμό οι τροποποιήσεις της εθνικής νομοθεσίας που συνεπάγεται η διαδικασία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο·

    22. ζητεί από τα κράτη μέλη να επεκτείνουν το σημερινό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στις πιστώσεις, συμπεριλαμβανομένων των βραχυπρόθεσμων πιστώσεων που χορηγούνται μέσω Διαδικτύου, υπηρεσιών σύντομων μηνυμάτων (SMS) ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως, οι οποίες εξελίσσονται σε ολοένα και πιο συνηθισμένο χαρακτηριστικό της αγοράς καταναλωτικής πίστης και αφορούν ποσά χαμηλότερα από το κατώτατο όριο των 200 ευρώ με αποτέλεσμα να μην συμπεριλαμβάνονται σήμερα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας·

    23. τονίζει ότι, προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για αναδιατύπωση της οδηγίας, αλλά θα πρέπει αντίθετα να ληφθεί μέριμνα για την ορθή μεταφορά της στις εθνικές νομοθεσίες και την επιβολή της·

    24. θεωρεί ότι, προκειμένου να προωθηθεί η πλήρης και ορθή μεταφορά της οδηγίας, θα πρέπει, πριν η Επιτροπή υποβάλει προτάσεις για την τροποποίησή της, να αξιολογηθούν οι πρακτικές επιπτώσεις της· ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής της οδηγίας, καθώς και πλήρη αξιολόγηση του αντίκτυπού της όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης και το νέο νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

    25. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Η οδηγία για την καταναλωτική πίστη έχει δύο στόχους: την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και την ενίσχυση της διασυνοριακής εσωτερικής αγοράς καταναλωτικής πίστης.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οριστική εναρμόνιση ορισμένων σημαντικών πτυχών της νομοθεσίας για τις πιστώσεις αναβαθμίζει σαφώς το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στην Ευρώπη. Ωστόσο, η αύξηση των διασυνοριακών δανειοληπτικών πράξεων δε δείχνει να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τούτο οφείλεται πιθανόν στο γεγονός ότι λίγα μόνο χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσφέρουν καταναλωτικές πιστώσεις σε διασυνοριακό επίπεδο και ότι, σε γενικές γραμμές, λόγω της κρίσης της χρηματοπιστωτικής αγοράς, η πορεία της αγοράς κατά τα τελευταία έτη υπήρξε μάλλον ανάδρομη.

    Εξάλλου, τα εμπόδια για τη σύναψη διασυνοριακών δανειοληπτικών πράξεων οφείλονται μάλλον σε γλωσσικά προβλήματα ή στην έλλειψη προσωπικής επαφής με το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και δεν είναι νομικής φύσεως.

    Επιμέρους επίμαχα σημεία στο πλαίσιο της επανεξέτασης:

    1. Προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο:

    Ορισμένα κράτη μέλη καθυστέρησαν να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία τους είτε ολόκληρη την οδηγία είτε τμήμα αυτής. Οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονται κυρίως στο σύντομο χρονικό διάστημα των δύο ετών, που προβλέπεται για τη μεταφορά, και στον μεγάλο αριθμό ρυθμίσεων. Ήταν αναγκαία η τροποποίηση και η εκ νέου θέσπιση πολυάριθμων μέτρων σε διάφορα πεδία, όπως οι διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών, οι γενικές διατάξεις για τις πιστώσεις, η πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων κλπ.. Οι διαδικασίες αυτές είναι ιδιαίτερα περίπλοκες και αφορούν τόσο τους εθνικούς νομοθετικούς φορείς όσο και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Θα ήταν σκόπιμο, στο μέλλον να προβλέπεται περισσότερος χρόνος και η προθεσμία μεταφοράς να παραταθεί στα 3 έτη.

    2. Πεδίο εφαρμογής:

    Πολλά κράτη μέλη επέκτειναν το πεδίο εφαρμογής σε άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, όπως π.χ. ενυπόθηκες πιστώσεις ή συμβάσεις μίσθωσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης. Τούτο δε φαίνεται, ωστόσο, να δημιουργεί δυσκολίες.

    3. Διαφήμιση:

    Στον τομέα των διατάξεων σχετικά με τη διαφήμιση, τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν ποικίλες δυνατότητες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Ορισμένες δυσκολίες προέκυψαν από το ερώτημα τι σημαίνει ακριβώς «αντιπροσωπευτικό παράδειγμα».

    Το 2011, η Επιτροπή προέβη στην εξέταση 562 ιστοσελίδων σχετικά με καταναλωτικές πιστώσεις (SWEEP). Κατά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή διαπίστωσε απουσία υποχρεωτικών πληροφοριών από τη διαφήμιση στο 46% των σελίδων που εξέτασε, ενώ στο 43% των περιπτώσεων απουσίαζαν από τις προσφορές πιστώσεων σαφείς πληροφορίες σχετικά με το συνολικό κόστος, τη διάρκεια της σύμβασης και με ορισμένες δαπάνες που σχετίζονται με την πίστωση και στο 20% των ιστοσελίδων η παρουσίαση του κόστους ήταν παραπλανητική. Κατά την τρέχουσα φάση εφαρμογής, οι εθνικές αρχές επικοινωνούν με τις επιχειρήσεις, ζητούν διευκρινίσεις και διόρθωση.

    4. Πληροφορίες πριν από τη σύναψη της σύμβασης:

    Οι διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, οι οποίες πρέπει να τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή σε τυποποιημένο έντυπο, έχουν εναρμονιστεί οριστικά. Η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο πραγματοποιήθηκε εν μέρει κατά λέξη ή με γλωσσικές βελτιώσεις και προσαρμογές.

    Σε ορισμένα κράτη μέλη αμφισβητήθηκε η αποτελεσματικότητα του τυποποιημένου ενημερωτικού εντύπου. Διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι οι πληροφορίες είναι υπερβολικά εκτεταμένες, δυσνόητες και εν μέρει υπερβολικά τεχνικές, πράγμα που συχνά έχει ως αποτέλεσμα την απροθυμία των καταναλωτών. Εξάλλου, είναι αμφίβολο κατά πόσο ενδείκνυνται ως μέσο σύγκρισης για πιστώσεις που χορηγούν διάφοροι φορείς. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι, η διάθεση του τυποποιημένου ενημερωτικού εντύπου έχει επιφέρει αύξηση του κόστους για τους πιστωτικούς φορείς, η οποία αντανακλάται στο κόστος των πιστώσεων.

    5. Συμβατικές πληροφορίες:

    Το νέο εκτεταμένο σύστημα δεν έχει προκαλέσει καμία γνωστή δυσκολία κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο.

    6. Δικαίωμα υπαναχώρησης:

    Το δικαίωμα υπαναχώρησης, το οποίο προϋπήρχε σε ορισμένα κράτη μέλη, θεσπίστηκε σε ενιαία και οριστική βάση. Δυσκολίες προκαλεί το ερώτημα πότε αρχίζει να ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ορίσει ότι η προθεσμία υπαναχώρησης αρχίζει μετά από την παρέλευση μεταβατικής περιόδου ή μόνο αφού διορθωθούν οι ελλείψεις στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο της σύμβασης. Επιπλέον, έχουν προκύψει αμφιβολίες σχετικά με το αν το δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί να ασκηθεί μόνο μετά την αποπληρωμή του δανείου.

    7. Πρόωρη εξόφληση:

    Κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων για την πρόωρη εξόφληση δεν είναι γνωστό αν υπήρξαν σοβαρές δυσκολίες. Σε ορισμένα κράτη μέλη τα οποία στο παρελθόν δεν είχαν προβλέψει αποζημίωση του πιστωτικού φορέα, ασκήθηκε κριτική, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω αποζημίωση οδηγεί σε πτώση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών.

    8. Υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου:

    Οι διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου συμπληρώθηκαν το 2011 στο πλαίσιο της διαδικασίας επιτροπολογίας. Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχουν ακόμα αμφιβολίες σε συγκεκριμένες μεμονωμένες περιπτώσεις.

    Η Επιτροπή υπέβαλε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον ορισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, οι οποίες, ωστόσο, δεν έχουν τη δεσμευτική ισχύ ενός νόμου.

    Κρίνεται ευκταίο οι διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα ευρωπαϊκά νομικά μέσα.

    9. Εξηγήσεις:

    Η υποχρέωση παροχής εξηγήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6 μεταφέρθηκε από τα κράτη μέλη με διαφορετικούς τρόπους στην εθνική νομοθεσία τους. Έτσι, ορισμένα κράτη μέλη ανταποκρίνονται σε αυτήν την υποχρέωση με απαρίθμηση μεμονωμένων ειδικών μέτρων. Η Αυστρία έχει προβλέψει, για παράδειγμα, ειδική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση των πιστώσεων σε ξένο νόμισμα πρέπει να επισημαίνονται ιδιαίτερα οι κίνδυνοι.

    10. Αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας:

    Τα κράτη μέλη μετέφεραν με διαφορετικούς τρόπους στην εθνική νομοθεσία τους την υποχρέωση αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Ορισμένα κράτη μέλη προσέδωσαν στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας συγκεκριμένη μορφή, επιβάλλοντας π.χ. υποχρεωτική αναζήτηση στοιχείων στη βάση δεδομένων. Ορισμένα κράτη μέλη αναθέτουν στα δικαστήρια να κρίνουν κατά πόσο εκπληρώθηκαν οι απαιτήσεις.

    11. Χορήγηση δανείων με SMS:

    Η ζήτηση για χορήγηση πιστώσεων με SMS αυξάνεται διαρκώς· έτσι, αυτού του είδους πιστώσεις δεν προσφέρονται μόνο στα σκανδιναβικά κράτη, αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο και στα κράτη μέλη στην ανατολική Ευρώπη. Τα κράτη μέλη καλούνται να αφιερώσουν ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το πρόβλημα και να μεριμνήσουν για την εξασφάλιση ουσιαστικής προστασίας των καταναλωτών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους τις εκάστοτε ιδιαιτερότητες που υπάρχουν στη χώρα τους και, ενδεχομένως, να λάβουν επίσης μέτρα που προχωρούν πέρα από τα όρια των διατάξεων της οδηγίας για την καταναλωτική πίστη.

    12. Συμπέρασμα:

    Η Επιτροπή θα πρέπει τώρα να εξετάσει τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και να παροτρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν με ορθό τρόπο την οδηγία. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δοθεί χρόνος στους ενδιαφερόμενους, για να εξοικειωθούν με τις νέες διατάξεις και να συγκεντρώσουν εμπειρίες. Έπειτα θα πρέπει να διενεργηθεί λεπτομερής αξιολόγηση των νομικών και πραγματικών επιπτώσεων της οδηγίας, με βάση τις οποίες μπορεί ίσως να εξετασθεί το ενδεχόμενο τροποποιήσεων της οδηγίας.

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής  (8.6.2012)

    προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

    σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2008/48/EΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης
    (2012/2037(INI))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Theodor Dumitru Stolojan

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    –   έχοντας υπόψη ότι η οδηγία 2008/48/EΚ[1] για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης εγκρίθηκε πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση·

    –   έχοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η υπερβολική χορήγηση καταναλωτικών δανείων συνέβαλε στην κρίση·

    –   έχοντας υπόψη ότι ο υπερβολικός δανεισμός σε ξένο νόμισμα στους καταναλωτές αύξησε τον κίνδυνο και τις ζημίες των νοικοκυριών·

    –   έχοντας υπόψη τη σημασία της σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου της 21ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα (ΕΣΣΚ/2011/1)·

    1.  ζητεί από τις εποπτικές αρχές να υποχρεώνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους καταναλωτές εξατομικευμένες, πλήρεις και εύκολα κατανοητές πληροφορίες για τους κινδύνους που ενέχει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα και για τις επιπτώσεις στις δόσεις σε περίπτωση σημαντικής υποτίμησης του νόμιμου νομίσματος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ο καταναλωτής καθώς και σε περίπτωση αύξησης του ξένου επιτοκίου· θεωρεί ότι οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαφήμιση συμβάσεων καταναλωτικής πίστης σε ξένο νόμισμα, στην προσυμβατική ενημέρωση, καθώς και στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης·

    2.  ζητεί να υποχρεούνται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, προτού δεσμευτεί ο καταναλωτής από οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης ή προσφορά, να παρέχονται έγκαιρα στον καταναλωτή οι εξατομικευμένες πληροφορίες που απαιτούνται για να συγκρίνει τις διαθέσιμες πιστώσεις στην αγορά, να εκτιμήσει τις συνέπειές τους και να και να λάβει απόφαση εν γνώσει του ως προς τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης·

    3.  ζητεί να υποχρεούνται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αφού λάβουν υπόψη την οικονομική κατάσταση των καταναλωτών, να τους προειδοποιούν οσάκις μία σύμβαση πίστωσης ενδέχεται να ενέχει γι' αυτούς συγκεκριμένους κινδύνους·

    4.  ζητεί από τις εποπτικές αρχές, όταν θα αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, να παρακολουθούν στενά τους χρηματοδοτικούς κινδύνους και τους κινδύνους ρευστότητας που απορρέουν από τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, να λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη των υπερβολικών κινδύνων και να απαιτούν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να διαθέτουν αποτελεσματική τιμολόγηση, διάθεση κεφαλαίου και συστήματα διαχείρισης ρευστότητας για την αντιμετώπιση του δανεισμού σε ξένο νόμισμα λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητα των καταναλωτών να ανθίστανται στις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας· ζητεί αφενός από τα κράτη μέλη να απαιτήσουν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιτρέπουν στους καταναλωτές να μετατρέπουν το δάνειο σε εναλλακτικό νόμισμα, σύμφωνα με διαφανή μέθοδο που θα κοινοποιείται στον καταναλωτή σε προσυμβατική ενημέρωση και, αφετέρου, από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στον καταναλωτή, όπου κρίνεται σκόπιμο, μηχανισμό κάλυψης ξένου συναλλάγματος σε λογικό κόστος, προκειμένου να περιορίζουν τον κίνδυνο δυσμενών διακυμάνσεων των νομισμάτων στις εξοφλήσεις·

    5.  ζητεί την αναθεώρηση των διατάξεων που σχετίζονται με το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο στην οδηγία 2008/48/ΕΚ, προκειμένου να αντικατοπτρίζονται με καταλληλότερο τρόπο τα χαρακτηριστικά του ξένου νομίσματος και του μεταβλητού χρεωστικού επιτοκίου·

    6.  ζητεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να λαμβάνουν ιδιαίτερη μέριμνα όταν θα χορηγούν καταναλωτικά δάνεια με διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι εξυπηρετούν το βέλτιστο συμφέρον των ενδιαφερομένων καταναλωτών·

    7.  ζητεί από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να μην χορηγούν καταναλωτικά δάνεια που χρησιμοποιούν ως εγγύηση υποθήκη της οικίας του καταναλωτή σε περίπτωση που ο μισθός του καταναλωτή δεν είναι επαρκής και να χορηγούν καταναλωτικά δάνεια μόνο όταν έχει διαπιστωθεί η φερεγγυότητα του καταναλωτή – και, κατά περίπτωση, έχει επιβεβαιωθεί η καταλληλότητα των εγγυήσεων – προκειμένου να διασφαλίζεται ενδεδειγμένο επίπεδο κινδύνου τόσο για τον καταναλωτή όσο και για τον πάροχο·

    8.  ζητεί οι καταναλωτές να έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται όσον αφορά το κόστος των πρόσθετων υπηρεσιών και όσον αφορά το δικαίωμά τους να αγοράζουν βοηθητικές υπηρεσίες, όπως ασφάλιση, από εναλλακτικούς προμηθευτές· εκτιμά ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει αφενός να υποχρεώνονται να διαχωρίζουν τις εν λόγω υπηρεσίες και τις σχετικές χρεώσεις τους από αυτές που αφορούν το βασικό δάνειο και, αφετέρου, να διασαφηνίζουν ποιες υπηρεσίες είναι ουσιώδεις για την επέκταση του δανείου και ποιες επαφίενται πλήρως στη διακριτική ευχέρεια του δανειστή·

    9.  επισημαίνει ότι ένας από τους στόχους της οδηγίας είναι η διασφάλιση της διαθεσιμότητας πληροφοριών – διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ως προς τη δανειοδότηση – και ότι είναι συνεπώς απαραίτητο να εκτιμηθεί εάν και κατά πόσο ο αριθμός των διασυνοριακών δανειακών συμβάσεων έχει αυξηθεί, και αν απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις·

    10. ζητεί να ελέγχονται αυστηρά οι πρακτικές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σχετικά με τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ ώστε να αποφεύγεται η παραπλανητική ή λανθασμένη ενημέρωση κατά τη διαφήμιση ή προώθηση συμβάσεων πίστωσης·

    11. ζητεί από την Επιτροπή να παρουσιάσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής της οδηγίας, καθώς και πλήρη αξιολόγηση του αντίκτυπού της όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης και το νέο νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

    12. ζητεί την αναθεώρηση της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, με στόχο να ενοποιηθεί, μαζί με την οδηγία που αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας (CARRP) σε ενιαία οδηγία.

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    7.6.2012

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    38

    0

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Elena Băsescu, Sharon Bowles, Udo Bullmann, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Elisa Ferreira, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Liem Hoang Ngoc, Gunnar Hökmark, Philippe Lamberts, Werner Langen, Astrid Lulling, Arlene McCarthy, Alfredo Pallone, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Sampo Terho, Marianne Thyssen, Corien Wortmann-Kool, Pablo Zalba Bidegain

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    David Casa, Philippe De Backer, Vicky Ford, Robert Goebbels, Olle Ludvigsson, Marisa Matias, Gianni Pittella, Andreas Schwab, Θεόδωρος Σκυλακάκης, Emilie Turunen

    Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Robert Sturdy

    • [1]        ΕΕ L 133, 22.5.2008, σελ. 66.

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    11.10.2012

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    33

    0

    2

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Pablo Arias Echeverría, Adam Bielan, Jorgo Chatzimarkakis, Sergio Gaetano Cofferati, Birgit Collin-Langen, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, António Fernando Correia de Campos, Vicente Miguel Garcés Ramón, Louis Grech, Mikael Gustafsson, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Sandra Kalniete, Edvard Kožušník, Hans-Peter Mayer, Gesine Meissner, Sirpa Pietikäinen, Phil Prendergast, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Catherine Stihler, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Gino Trematerra, Barbara Weiler, Илиaна Ивaнова

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Regina Bastos, Ildikó Gáll-Pelcz, María Irigoyen Pérez, Olle Schmidt, Olga Sehnalová, Κυριάκος Τριανταφυλλίδης, Kerstin Westphal