ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τη μεταρρύθμιση της διάρθρωσης του τραπεζικού τομέα της ΕΕ

24.6.2013 - (2013/2021(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής
Εισηγήτρια: Arlene McCarthy


Διαδικασία : 2013/2021(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A7-0231/2013
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A7-0231/2013
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη μεταρρύθμιση της διάρθρωσης του τραπεζικού τομέα της ΕΕ

(2013/2021 (INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 120 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και για τις πράξεις επανατιτλοποίησης, καθώς και τον εποπτικό έλεγχο των μισθολογικών πολιτικών,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της 2ας Οκτωβρίου 2012, της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου (HLEG), σχετικά με τη μεταρρύθμιση της διάρθρωσης του τραπεζικού τομέα της ΕΕ[1],

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα των συνόδων της ομάδας G20 στο Λονδίνο το 2009, στις Κάννες το 2011 και στη Μόσχα το 2013,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/111/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ, 2006/49/ΕΚ και 2007/64/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση των κρίσεων, καθώς επίσης την πρόταση της 20ής Ιουλίου 2011 για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (COM(2011)0453), και την πρόταση της 20ής Ιουλίου 2011 για κανονισμό σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων (COM(2011)0452),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της 6ης Ιουνίου 2012, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 77/91/ΕΟΚ και 82/891/ΕΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ και 2011/35/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (COM/2012/0280),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 13ης και 14ης Δεκεμβρίου 2012,

–   έχοντας υπόψη τις συστάσεις του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, του Οκτωβρίου του 2011, «Key Attributes of Effective Resolution Regimes for Financial Institutions» (Βασικά χαρακτηριστικά για αποτελεσματικά καθεστώτα εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) και του Νοεμβρίου του 2010 «Intensity and Effectiveness of SIFI Supervision» (Ένταση και αποτελεσματικότητα της εποπτείας των σημαντικών από συστημική άποψη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (SIFI)),

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο διαβούλευσης της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS), του Νοεμβρίου του 2011, με τίτλο «Global systemically important Banks: assessment methodology and the additional loss absorbency requirement» (Παγκόσμιες σημαντικές από συστημική άποψη τράπεζες: μεθοδολογία αξιολόγησης και η απαίτηση για την απορρόφηση πρόσθετων ζημιών),

–   έχοντας υπόψη τις πρωτοβουλίες σε επίπεδο κρατών μελών και σε διεθνές επίπεδο για τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων του γαλλικού νόμου «Loi de séparation et de régulation des activités bancaire», του γερμανικού νόμου «Trennbankengesetz», της έκθεσης της ανεξάρτητης επιτροπής για τον τραπεζικό τομέα καθώς και των μεταρρυθμίσεων Vickers στο Ηνωμένο Βασίλειο, και των κανόνων Volcker στις Ηνωμένες Πολιτείες,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για το 2012 με τίτλο «Implicit Guarantees for Bank Debt: Where Do We Stand?»[2] και την έκθεση του ΟΟΣΑ, του 2009, με τίτλο «The Elephant in the Room: The Need to Deal with What Banks Do»[3] (Ο ελέφαντας στο δωμάτιο: η ανάγκη να ασχοληθούμε με τη δράση των τραπεζών)·

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Νοεμβρίου 2012 σχετικά με το σκιώδες τραπεζικό σύστημα[4],

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση της Ευρωομάδας, της 25ης Μαρτίου 2013, σχετικά με την κρίση στην Κύπρο[5],

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A7–0231/2013),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι από την έναρξη της κρίσης χρησιμοποιήθηκαν μεταξύ του 2008 και του τέλους του 2011 κρατικές ενισχύσεις ύψους μεγαλύτερου των 1,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ (12,8 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ) για τον χρηματοπιστωτικό τομέα (συμπεριλαμβανομένης της ανακεφαλαιοποίησης της Northern Rock το 2007), και ότι περίπου 1080 δισ. ευρώ από το ποσό αυτό αναλογεί σε εγγυήσεις, 320 δισ. ευρώ σε μέτρα ανακεφαλαιοποίησης, 120 δισ. ευρώ σε μέτρα αρωγής για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία και 90 δισ. ευρώ σε μέτρα ρευστότητας[6]· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή ζήτησε ουσιαστική αναδιάρθρωση των τραπεζών που λαμβάνουν ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένης της περικοπής ορισμένων δραστηριοτήτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η μελλοντική βιωσιμότητά τους χωρίς περαιτέρω δημόσια στήριξη και να αντισταθμιστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται από τις λαμβανόμενες επιδοτήσεις·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω κρατικά χρηματοδοτούμενες διασώσεις έχουν οδηγήσει σε μαζική αύξηση του δημόσιου χρέους στα κράτη μέλη·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πέντε έτη μετά την παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οικονομία της ΕΕ εξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση, ενώ ορισμένα κράτη μέλη παρέχουν ενισχύσεις και έμμεσες εγγυήσεις σε τράπεζες, μεταξύ άλλων λόγω ανεπαρκούς εφαρμογής του οικονομικού και δημοσιονομικού πλαισίου·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ΟΟΣΑ, στην έκθεσή του για το 2012, εκτιμά την αξία των έμμεσων κρατικών εγγυήσεων το 2012, ως προς την εξοικονόμηση κόστους για τις τράπεζες της ΕΕ, σε περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τραπεζών και κρατών μελών, και όπου μεγαλύτερο όφελος αποκομίζουν οι μεγαλύτερου μεγέθους τράπεζες, ιδίως εάν θεωρούνται ασθενείς, καθώς και τράπεζες που εδρεύουν στα κράτη μέλη με την υψηλότερη αξιολόγηση πιστοληπτική αξιολόγηση κρατικού χρέους· περαιτέρω, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι εγγυήσεις αυτές επεκτείνονται πέραν των τραπεζών που έχουν ταξινομηθεί ως σημαντικά από συστημική άποψη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (SIFI) σύμφωνα με τη μεθοδολογία του συμβουλίου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (FSB)·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων, το υπερβολικά υψηλό επίπεδο μόχλευσης, οι ανεπαρκείς απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και ρευστότητας, η υπερβολική πολυπλοκότητα του όλου τραπεζικού συστήματος, οι υπερβολικά μεγάλοι τραπεζικοί κλάδοι σε μικρές εθνικές οικονομίες, η έλλειψη ελέγχου και εποπτείας, η υπέρμετρη επέκταση των συναλλαγών παραγώγων, οι εσφαλμένες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας, η υπερβολή ως προς τα συστήματα μπόνους, και η ανεπαρκής διαχείριση κινδύνου δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη χρηματοπιστωτική κρίση, και τροφοδοτήθηκαν κυρίως από υπερβολική έκθεση σε ακίνητα και όχι από δραστηριότητες της κεφαλαιαγοράς, και από ανεπαρκή εποπτεία·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η απώλεια σύνεσης στα λογιστικά πρότυπα, ως συνέπεια της υιοθέτησης διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής αναφοράς, έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει κεντρικό ρόλο όσον αφορά τη δυνατότητα που προσφέρθηκε στις τράπεζες, να παρουσιάζουν μια εικόνα των λογαριασμών τους που ήταν και δεν είναι πάντα πραγματική και πιστή, ιδιαίτερα με βάση το διεθνές λογιστικό πρότυπο IAS 39 σχετικά με την πρόβλεψη για απώλειες από δάνεια·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Ευρώπη συσσωρεύτηκαν κίνδυνοι και εξαιτίας εμπορικών τραπεζών της Νότιας Ευρώπης, που παρείχαν πιστώσεις στον τομέα των ακινήτων βάσει μιας κοντόφθαλμης και ελλειμματικής διαχείρισης κινδύνου·

H. λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση της HLEG, κανένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο δεν πήγε ιδιαίτερα καλά ή ιδιαίτερα άσχημα κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης·

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, πολλές φορές, στον χρηματοπιστωτικό τομέα τα κέρδη ιδιωτικοποιούνταν, ενώ ο κίνδυνος και οι απώλειες μετακυλίονταν στην κοινωνία· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, ο κίνδυνος και η ευθύνη πρέπει να πηγαίνουν μαζί·

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αδυναμίες που παρατηρούνται σήμερα στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα μετά την κρίση καταδεικνύουν την ανάγκη για ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής εποπτείας και της διαχείρισης κρίσης, συμπεριλαμβανομένων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για ορισμένες τράπεζες ώστε να καλυφθούν οι ευρύτερες ανάγκες της οικονομίας·

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τράπεζες δεν θα πρέπει να υπερέχουν έναντι του δημοσίου συμφέροντος·

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1933 στις Ηνωμένες Πολιτείες ο νόμος Glass-Steagall, για τον διαχωρισμό των τραπεζών, συνέβαλε στην έξοδο από τη χειρότερη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που προηγήθηκε της τρέχουσας, καθώς και το γεγονός ότι, με την κατάργησή του, το 1999, άρχισε να παρατηρείται αξιοσημείωτη αύξηση των κερδοσκοπικών τραπεζικών επενδύσεων και των αστοχιών του χρηματοπιστωτικού συστήματος·

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν ληφθεί ορισμένες σημαντικές πρωτοβουλίες στην ΕΕ προκειμένου να αποτραπεί μια νέα τραπεζική κρίση, να αυξηθεί η προστασία των φορολογούμενων και των πελατών λιανικής, και να δημιουργηθούν ισχυρά και βιώσιμα συστήματα πληρωμών·

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι από την όγδοη έκδοση (Δεκέμβριος του 2012) του πίνακα αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές, της Επιτροπής, προκύπτει με σαφήνεια πως η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις τραπεζικές υπηρεσίες στην ΕΕ βρίσκεται σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα·

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόσφατο πακέτο διάσωσης στην Κύπρο αρχικά περιελάμβανε φόρο επί όλων των τραπεζικών καταθέσεων, υπονομεύοντας έτσι την εμπιστοσύνη στο σύστημα εγγύησης καταθέσεων της χώρας αυτής·

ΙΣΤ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με μια μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ), από τη στιγμή που ο όγκος των ιδιωτικών πιστώσεων ως μέτρο του μεγέθους του χρηματοπιστωτικού τομέα υπερβαίνει το ΑΕγχΠ μιας χώρας και η αναλογία της απασχόλησης στον χρηματοπιστωτικό τομέα αυξάνεται ραγδαία, ένας διογκωμένος χρηματοπιστωτικός τομέας της μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, καθώς αρχίζουν να διαρρέουν ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι από άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας1·

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, όσον αφορά την κρίση στην Κύπρο, η Ευρωομάδα επιβεβαίωσε την αρχή σύμφωνα με την οποία το μέγεθος του τραπεζικού τομέα σε σχέση με το ΑΕγχΠ ενός κράτους μέλους θα πρέπει να περιορίζεται, προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι ανισορροπίες του τραπεζικού τομέα και να προωθείται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, και ότι συνεπώς, απουσία ουσιαστικών ταμείων εξυγίανσης σε επίπεδο ΕΕ, η ύπαρξη ορίων όσον αφορά το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και την αλληλεξάρτηση των τραπεζών θα είναι επωφελής για τη συστημική σταθερότητα·

ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο απλός διαχωρισμός των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε καταστήματα επενδυτικής τραπεζικής και καταστήματα λιανικής τραπεζικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα με τα σημαντικά από συστημική άποψη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (SIFI) και τη σχέση μεταξύ του όγκου του Ταμείου Ανάκαμψης και Εξυγίανσης από τη μία πλευρά, και του υπολοίπου των σημαντικών από συστημική άποψη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για πίστωση, πληρωμές και καταθέσεις από την άλλη·

ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία μετάβασης σε έναν πιο σταθερό, λιγότερο συστημικό και πιο βιώσιμο τραπεζικό τομέα φαίνεται ότι διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών·

Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η HLEG συμπεραίνει πως η χρηματοπιστωτική κρίση κατέδειξε ότι κανένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο δεν πήγε ιδιαίτερα καλά ή ιδιαίτερα άσχημα στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάλυση της HLEG αποκάλυψε ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων, συχνά κατά τις συναλλαγές με εξαιρετικά πολύπλοκα μέσα ή σε σχετιζόμενο με ακίνητα δανεισμό που δεν συνδυαζόταν με επαρκή προστασία κεφαλαίου, όπως επίσης υπέρμετρη στήριξη στη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση και ισχυρούς συνδέσμους μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα να προκαλείται υψηλό επίπεδο συστημικού κινδύνου στην πορεία προς τη χρηματοπιστωτική κρίση·

ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η HLEG υπογραμμίζει πως απλοί χαρακτηρισμοί, όπως τράπεζα λιανικής ή επενδυτική τράπεζα, δεν περιγράφουν επαρκώς το επιχειρηματικό μοντέλο μιας τράπεζας, την απόδοση και την τάση για ανάληψη κινδύνου· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα επιχειρηματικά μοντέλα ποικίλουν ως προς διάφορες βασικές διαστάσεις, όπως μέγεθος, δραστηριότητες, μοντέλο εισοδήματος, κεφάλαιο και δομή χρηματοδότησης, ιδιοκτησία, εταιρική δομή και γεωγραφικό πεδίο, και έχουν εξελιχθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου·

ΚΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι κατέστη σαφές πως οι κίνδυνοι μπορούν να προκύψουν τόσο στον κλάδο λιανικής όσο και στον επενδυτικό κλάδο της τράπεζας·

ΚΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση της Επιτροπής θα πρέπει να προβλέπει μια προσέγγιση βάσει αρχών όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, που να συνάδει με και να συμπληρώνει την ήδη υπάρχουσα και την επικείμενη νομοθεσία της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα πρέπει να διαδραματίσει καίριο ρόλο στην ανάπτυξη των σχετικών τεχνικών προτύπων ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή και επιβολή από τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, σε ολόκληρη την Ένωση·

ΚΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι αποκεντρωμένα ιδρύματα των τραπεζικών τομέων στα κράτη μέλη, με τοπικό και περιφερειακό προσανατολισμό, αποδείχθηκαν σταθερά και ευνοϊκά για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας·

ΚΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο οι τράπεζες να έχουν υψηλότερα επίπεδα και καλύτερη ποιότητα κεφαλαίου, μεγαλύτερα αποθέματα ρευστότητας και πιο μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση·

ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη πως, δεδομένου ότι ο διαχωρισμός μιας τράπεζας μετά την πτώχευσή της δεν είναι ούτε εφικτός ούτε επιθυμητός, απαιτείται ένα αποτελεσματικό καθεστώς εξυγίανσης και ανάκαμψης, ώστε οι αρχές να αποκτήσουν αξιόπιστα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας μιας μεταβατικής τράπεζας, που θα τους παρέχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν αρκετά έγκαιρα και άμεσα σε μια μη υγιή ή προβληματική τράπεζα για να διευκολύνουν τη συνέχιση των χρηματοπιστωτικών και των οικονομικών λειτουργιών της, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και διασφαλίζοντας ότι οι απώλειες επιβαρύνουν τους μετόχους και τους πιστωτές που έχουν αναλάβει τον κίνδυνο της επένδυσης στο συγκεκριμένο ίδρυμα και όχι τους φορολογουμένους ή τους καταθέτες· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά τα σχέδια εξυγίανσης και ανάκαμψης δεν είναι απαραίτητα για άλλους τύπους ιδιωτικών εταιρειών, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει συγκεκριμένο πρόβλημα με την αγορά στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι εάν η αγορά λειτουργούσε σωστά, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν να αποτύχουν χωρίς να υπάρχει ανάγκη για σχέδιο εξυγίανσης και ανάκαμψης, γεγονός που σημαίνει ότι το πρόβλημα έγκειται στις δομές και τις διασυνδέσεις μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

ΚΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να δοθούν στις αρχές εποπτείας και εξυγίανσης οι απαραίτητες αρμοδιότητες προκειμένου να μπορούν να εξαλείψουν αποτελεσματικά τα εμπόδια όσον αφορά την ικανότητα εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση σχεδίων υποχρεωτικής εξυγίανσης και ανάκαμψης προσφέρει μια δυνατότητα για άσκηση επιρροής στη δομή των τραπεζών, για περιορισμό της πολυπλοκότητας των ιδρυμάτων, και για περιορισμό ή κατάργηση τομέων δραστηριότητας και προϊόντων·

ΚΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε σχέση με τη λήξη της έμμεσης εγγύησης από την οποία επωφελούνται πολλές τράπεζες, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία στο καθεστώς εξυγίανσης και ανάκαμψης που προτείνεται από την Επιτροπή είναι η εξουσία των αρχών να παρεμβαίνουν έγκαιρα, πολύ πριν από το σημείο της μη βιωσιμότητας, απαιτώντας από τις τράπεζες να αλλάξουν την επιχειρηματική στρατηγική τους, το μέγεθος ή το προφίλ κινδύνου ώστε να μπορούν να εξυγιανθούν χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια οικονομική ενίσχυση·

ΚΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τράπεζες δεν θα πρέπει ποτέ πλέον να γίνονται τόσο μεγάλες που η πτώχευσή τους να προκαλεί συστημικούς κινδύνους για ολόκληρη την οικονομία και να απαιτούν, ως εκ τούτου, από την κυβέρνηση και τους φορολογούμενους να τις διασώσουν, προκειμένου να τεθεί τέλος στο πρόβλημα των τραπεζών των οποίων το μέγεθος θεωρείται απαγορευτικό για χρεοκοπία·

Λ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τράπεζες δεν επιτρέπεται πλέον να είναι ούτε σε επιμέρους κράτη μέλη τόσο μεγάλες, ώστε να καθίστανται συστημικός κίνδυνος σε ένα εθνικό κράτος και οι φορολογούμενοι να υποχρεώνονται να καλύψουν τις ζημίες·

ΛA. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης: 14 ευρωπαϊκοί τραπεζικοί όμιλοι είναι SIFI, 15 ευρωπαϊκές τράπεζες κατέχουν το 43% της αγοράς (από άποψη μεγέθους περιουσιακών στοιχείων) και αντιπροσωπεύουν το 150% του ΑΕγχΠ της ΕΕ των 27, ενώ μεμονωμένα κράτη μέλη αντιπροσωπεύουν ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναλογία του μεγέθους του τραπεζικού τομέα προς το ΑΕγχΠ έχει τριπλασιαστεί από το 2000· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναλογία του μεγέθους του τραπεζικού τομέα προς το ΑΕγχΠ στο Λουξεμβούργο, στην Ιρλανδία, στην Κύπρο, στη Μάλτα και στη Μεγάλη Βρετανία έχει πολλαπλασιαστεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει τεράστιος βαθμός ποικιλομορφίας στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς το επιχειρηματικό μοντέλο·

ΛΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν προηγούμενα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ένα μοντέλο διαχωρισμού θα μπορούσε να συμβάλει θετικά ώστε να αποφευχθεί μελλοντική χρηματοπιστωτική κρίση ή να μειωθεί ο κίνδυνος αυτός·

ΛΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα το κράτος εγγυάται και εμμέσως επιδοτεί ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέσω ενίσχυσης της ρευστότητας, συστημάτων εγγύησης καταθέσεων και προγραμμάτων κρατικοποίησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κράτος είναι σκόπιμο μόνο να εγγυάται βασικές υπηρεσίες που εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία της πραγματικής οικονομίας, όπως συστήματα πληρωμών και υπεραναλήψεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαρθρωτική μεταρρύθμιση έγκειται απλώς στο να εξασφαλίζει ότι το κράτος μόνο εγγυάται βασικές υπηρεσίες και ότι οι μη βασικές υπηρεσίες τιμολογούνται από την αγορά·

ΛΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κεφαλαιαγορές πρέπει να μπορούν να ανταποκρίνονται στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές ανάγκες σε καιρό εξαιρετικά περιορισμένου τραπεζικού δανεισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Ευρώπη υπάρχει ανάγκη για αύξηση της διαθεσιμότητας εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, ιδίως μέσω της ανάπτυξης εναλλακτικών λύσεων κεφαλαιαγοράς, προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση από την τραπεζική χρηματοδότηση, όπως προσδιορίζεται στην πράσινη βίβλο της Επιτροπής για τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας·

ΛΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας από τράπεζες είναι σημαντικά υψηλότερη στα περισσότερα κράτη μέλη απ’ ό,τι στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στις ΗΠΑ·

ΛΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εξαιρετικά επιθυμητός ο ενισχυμένος ανταγωνισμός στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συσσωρευμένες νομοθετικές και κανονιστικές απαιτήσεις που ισχύουν για τις τράπεζες, μολονότι είναι πράγματι απαραίτητες για πολλούς λόγους, ενέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν φραγμούς στην είσοδο στον κλάδο και, κατ’ επέκταση, να διευκολύνουν την εδραίωση των τρεχουσών κυρίαρχων θέσεων τραπεζικών ομίλων·

ΛΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ αντιμετωπίζει βαθιές διαρθρωτικές μεταβολές, που οφείλονται στην αλλαγή της κατάστασης της αγοράς και σε εκτενείς κανονιστικές μεταρρυθμίσεις όπως για παράδειγμα η εφαρμογή των κανόνων της Βασιλείας ΙΙΙ·

ΛΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στην έκθεσή της η ανεξάρτητη επιτροπή για τον τραπεζικό τομέα και τις μεταρρυθμίσεις Vickers στο Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρει επανειλημμένα ότι οι συστάσεις της αποτελούν προσέγγιση πολιτικής για τις τράπεζες του Ηνωμένου Βασιλείου·

1.  επικροτεί την ανάλυση και τις συστάσεις της HLEG σχετικά με τη μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα και τις θεωρεί χρήσιμη συνεισφορά για την έναρξη μεταρρυθμίσεων·

2.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διαβούλευση της Επιτροπής σχετικά με τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα της ΕΕ, της 16ης Μαΐου 2013·

3.  θεωρεί ότι οι εθνικές πρωτοβουλίες για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν ένα ενωσιακό πλαίσιο για τη διατήρηση και την πρόληψη του κατακερματισμού της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, με παράλληλο σεβασμό της ποικιλομορφίας των εθνικών τραπεζικών μοντέλων·

4.  θεωρεί ότι οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων της οδηγίας και του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, της οδηγίας για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, και των πρωτοβουλιών για το σκιώδες τραπεζικό σύστημα) είναι ζωτικής σημασίας· εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει οδηγία για διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα της ΕΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προβλήματα που οφείλονται σε τράπεζες που το μέγεθός τους καθιστά απαγορευτική τη χρεοκοπία τους, και υπογραμμίζει ότι η οδηγία αυτή πρέπει να είναι συμπληρωματική προς τις προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις·

5.  επιμένει ότι η αξιολόγηση αντικτύπου της Επιτροπής θα πρέπει να περιλαμβάνει αξιολογήσεις των προτάσεων της HLEG και των Volker και Vickers, των γαλλικών και των γερμανικών προτάσεων για διαρθρωτική μεταρρύθμιση, να αναφέρει το κόστος που θα είχε τόσο για τα δημόσια οικονομικά όσο και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η χρεοκοπία μιας τράπεζας με έδρα της ΕΕ στην τρέχουσα κρίση, όπως επίσης το ενεχόμενο κόστος που θα είχε για τον τραπεζικό τομέα της ΕΕ και τις πιθανές θετικές συνέπειες που θα είχε για την πραγματική οικονομία, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη φύση του τρέχοντος τραπεζικού μοντέλου γενικών εργασιών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων του μεγέθους και των ισολογισμών των δραστηριοτήτων λιανικής και επενδύσεων των αντίστοιχων τραπεζών γενικών εργασιών που λειτουργούν στην ΕΕ, και για τις πιθανές έμμεσες εγγυήσεις που παρέχουν τα κράτη μέλη στις τράπεζες· επιμένει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να συμπληρώσει την αξιολόγησή της με ποιοτική ανάλυση, όπου είναι δυνατόν, στην οποία να λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών τραπεζικών συστημάτων·

6.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή την προειδοποίηση της ΕΑΤ και της ΕΚΤ, ότι οι καινοτομίες στον χρηματοπιστωτικό τομέα μπορεί να υπονομεύσουν τους στόχους των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και επιμένει ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να υποβάλλονται σε περιοδική επανεξέταση[7]·

7.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τη ρύθμιση του σκιώδους τραπεζικού συστήματος, στην οποία να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της τρέχουσας μεταρρύθμισης της διάρθρωσης των τραπεζών·

8.  θεωρεί ότι βασική αρχή της μεταρρύθμισης του τραπεζικού τομέα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς, σταθερού, αποτελεσματικού και αποδοτικού τραπεζικού συστήματος που λειτουργεί σε μια ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς και εξυπηρετεί τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, των πελατών και των καταναλωτών στο σύνολο του οικονομικού κύκλου· θεωρεί ότι η διαρθρωτική μεταρρύθμιση πρέπει να τονώσει την οικονομική ανάπτυξη, στηρίζοντας την παροχή πιστώσεων στην οικονομία, ιδίως στις ΜΜΕ και τις νεοσύστατες επιχειρήσεις, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα έναντι πιθανών χρηματοπιστωτικών κρίσεων, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις τράπεζες, να εξαλείψει τους κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά και να αλλάξει τη νοοτροπία στον τραπεζικό τομέα·

A. Αρχές για τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση

9.  θεωρεί ότι η διαρθρωτική μεταρρύθμιση πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες αρχές:

•    μείωση των υπερβολικών κινδύνων, εξασφάλιση ανταγωνισμού, μείωση της πολυπλοκότητας και περιορισμός της διασύνδεσης με την πρόβλεψη χωριστής παροχής των βασικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων της πίστωσης, της πληρωμής, των καταθέσεων και άλλων δραστηριοτήτων για πελάτες και μη βασικές δραστηριότητες υψηλού κινδύνου·

•    βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης, με κίνητρα στις τράπεζες για να διαμορφώσουν διαφανείς οργανωτικές δομές, να αυξήσουν τη λογοδοσία και να προωθήσουν ένα υπεύθυνο και βιώσιμο σύστημα αμοιβών·

•    ουσιαστική δυνατότητα για εξυγίανση και ανάκαμψη των τραπεζών, με την εξασφάλιση της δυνατότητας των τραπεζών να χρεοκοπούν και/ή να εξυγιαίνονται συντεταγμένα όταν καθίστανται μη βιώσιμες, χωρίς να χρειάζεται να διασωθούν με χρήματα των φορολογουμένων·

•    εξασφάλιση της παροχής βασικών υπηρεσιών πίστωσης, καταθέσεων και πληρωμών ανεξάρτητα από λειτουργικά προβλήματα, οικονομικές ζημίες, στενότητα χρηματοδότησης ή ανυποληψία λόγω εξυγίανσης ή χρεοκοπίας·

•    τήρηση των κανόνων μιας ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς, όπως ο αποκλεισμός των συναλλαγών και των επενδυτικών δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου από έμμεσες εγγυήσεις ή επιδοτήσεις, ή από τη χρήση ασφαλισμένων καταθέσεων ή χρημάτων των φορολογουμένων για διασώσεις, και ο καταλογισμός του κόστους και των κινδύνων που συνεπάγονται οι δραστηριότητες συναλλαγών και επενδύσεων στις ίδιες τις δραστηριότητες αυτές και όχι στις δραστηριότητες πίστωσης και καταθέσεων·

•    εξασφάλιση επάρκειας κεφαλαίου, μόχλευσης και ρευστότητας για όλες τις τραπεζικές δραστηριότητες·

•    οι διαχωρισμένες οντότητες πρέπει να έχουν διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης, χωρίς περιττή μεταφορά κεφαλαίου και ρευστότητας μεταξύ των δραστηριοτήτων αυτών· θέσπιση επαρκών κανόνων σχετικά με το κεφάλαιο, τη μόχλευση και τη ρευστότητα, προσαρμοσμένων στα επιχειρηματικά μοντέλα των δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων ξεχωριστών ισολογισμών, και καθορισμός ορίων για την έκθεση βασικών δραστηριοτήτων πίστωσης και καταθέσεων σε μη βασικές δραστηριότητες συναλλαγών και επενδύσεων, εντός ή εκτός ενός τραπεζικού ομίλου·

10. καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη την πρόταση της ΕΚΤ για τη θέσπιση σαφών και εφαρμόσιμων κριτηρίων διαχωρισμού· υπογραμμίζει ότι ο διαχωρισμός θα πρέπει να διατηρεί την εσωτερική αγορά της ΕΕ και να αποτρέπει τον κατακερματισμό της, με παράλληλο σεβασμό της ποικιλομορφίας των εθνικών τραπεζικών μοντέλων[8]·

11. υπογραμμίζει την ανάγκη για αξιολόγηση του συστημικού κινδύνου που παρουσιάζουν τόσο οι διαχωρισμένες οντότητες όσο και ο όμιλος στο σύνολό του, στην οποία να λαμβάνονται πλήρως υπόψη τα ανοίγματα εκτός ισολογισμού·

12. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας για την εξυγίανση και την ανάκαμψη· καλεί την Επιτροπή, την ΕΑΤ και τα κράτη μέλη να επιβεβαιώσουν ότι οι τράπεζες διαθέτουν σαφή και αξιόπιστα πλαίσια διαχείρισης κρίσεων, που περιλαμβάνουν σε επαρκή βαθμό κεφάλαιο για δραστηριότητες πίστωσης, πληρωμών και καταθέσεων, υποχρεώσεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διάσωσης και ρευστότητα, ώστε να μπορούν, σε περίπτωση πτώχευσης, να διατηρούν την πρόσβαση των καταθετών στα κεφάλαια, να προστατεύουν τις βασικές υπηρεσίες –ειδικότερα τις δραστηριότητες πίστωσης, πληρωμών και καταθέσεων- από τον κίνδυνο άτακτης χρεοκοπίας, να εξοφλούν έγκαιρα τους καταθέτες και να αποφεύγουν τις επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

13. καλεί την Επιτροπή, την ΕΑΤ και τις αρμόδιες αρχές να εξασφαλίσουν, με βάση τις απαιτήσεις κεφαλαίου και το νομοθετικό πλαίσιο για την εξυγίανση και την ανάκαμψη, την ύπαρξη επαρκούς διαφοροποίησης –όσον αφορά το κεφάλαιο, τις υποχρεώσεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διάσωσης, την κατοχή κατάλληλων κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας και τις απαιτήσεις ρευστότητας– μεταξύ των διαχωρισμένων οντοτήτων, με έμφαση στις υψηλότερες απαιτήσεις κεφαλαίου για μη βασικές δραστηριότητες υψηλού κινδύνου·

B. Εταιρική διακυβέρνηση

14. ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει, στη διεξοδική εκτίμηση των επιπτώσεων ενός πιθανού διαχωρισμού και εναλλακτικών λύσεων, τις προτάσεις που διατυπώνονται στην έκθεση της HLEG όσον αφορά τον τομέα της εταιρικής διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων α) των μηχανισμών διακυβέρνησης και ελέγχου, β) της διαχείρισης κινδύνου, γ) των προγραμμάτων παροχής κινήτρων, δ) της γνωστοποίησης κινδύνων και ε) των κυρώσεων·

15. ζητεί από την Επιτροπή να εφαρμόσει τις προτάσεις και συστάσεις που διατυπώνονται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου, της 11ης Μαΐου 2011, σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα[9]·

16. θεωρεί ότι η προσφάτως εγκριθείσα οδηγία σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων περιέχει επαρκές πλαίσιο απαιτήσεων σχετικά με τη διακυβέρνηση των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων των εκτελεστικών και μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού συμβουλίου·

17. ζητεί από την Επιτροπή να συμπεριλάβει διατάξεις που θα θεσπίζουν την υποχρέωση για όλα τα εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου μιας οντότητας μιας τράπεζας, να είναι υπεύθυνα ως εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου μόνο για την εν λόγω οντότητα της τράπεζας·

18. καλεί την Επιτροπή να περιλάβει διατάξεις σχετικά με την ενίσχυση της προσωπικής ευθύνης και λογοδοσίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου· προτείνει εν προκειμένω στην Επιτροπή να διερευνήσει τρόπους ενθάρρυνσης της επιστροφής σε ένα μοντέλο σύμπραξης στην εταιρική διακυβέρνηση, ιδιαίτερα για τις επενδυτικές τραπεζικές δραστηριότητες·

19. καλεί την Επιτροπή και την ΕΑΤ να εξασφαλίσουν την πλήρη και ολοκληρωμένη μεταφορά του νομοθετικού πλαισίου για τις απαιτήσεις κεφαλαίου, ιδιαίτερα όσον αφορά τις διατάξεις για τις αποζημιώσεις και τις αποδοχές· ζητεί από την ΕΑΤ και την Επιτροπή να υποβάλλουν ετήσια έκθεση προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και την επιβολή των συναφών διατάξεων από τα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τη μεταρρύθμιση όσον αφορά την πρακτική των τραπεζών στο θέμα των αποζημιώσεων και των αποδοχών, θέτοντας ως προτεραιότητα τα μακροπρόθεσμα κίνητρα για μεταβλητές αποδοχές με μεγαλύτερες περιόδους αναστολής μέχρι τη συνταξιοδότηση, και να προωθήσει τη διαφάνεια στις πολιτικές για τις αποδοχές, περιλαμβάνοντας τουλάχιστον εξηγήσεις και αξιολογήσεις για την εσωτερική κατανομή των αποδοχών, τις συναφείς αλλαγές και τις συγκριτικές τομεακές αποκλίσεις·

20. καλεί την Επιτροπή, την ΕΑΤ και τις αρμόδιες αρχές να μεριμνήσουν ώστε τα συστήματα αποδοχών να χρησιμοποιούν πρωτίστως μέσα όπως οι ομολογίες που υπόκεινται σε διάσωση με ίδια μέσα και οι μετοχές, και όχι μετρητά, προμήθειες ή στοιχεία αξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις·

21. καλεί την Επιτροπή, την ΕΑΤ και τις αρμόδιες αρχές να διασφαλίσουν ότι τα συστήματα αποζημιώσεων και αποδοχών σε όλα τα επίπεδα της τράπεζας αντικατοπτρίζουν τις συνολικές επιδόσεις της και επικεντρώνονται στην παροχή υπηρεσιών ποιότητας στον πελάτη και στη μακροπρόθεσμη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και όχι στα βραχυπρόθεσμα κέρδη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις·

22. καλεί την Επιτροπή να προβλέψει αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά συστήματα επιβολής κυρώσεων για νομικά και φυσικά πρόσωπα, καθώς και τη δημοσιοποίηση των επιπέδων κυρώσεων και των πληροφοριών που αφορούν όσους παραβιάζουν τους κανόνες·

23. καλεί την Επιτροπή να προβλέψει αρμόδιες αρχές και, σύμφωνα με τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (ΕΕΜ), να συμμορφωθεί προς τις αρχές της διαρθρωτικής μεταρρύθμισης·

24. ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει τη διάθεση επαρκών πόρων και εξουσιών στις αρμόδιες εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένου του ΕΕΜ·

25. καλεί την Επιτροπή να διεξαγάγει μελέτη ώστε να διασφαλιστεί ότι τα λογιστικά πρότυπα που χρησιμοποιούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποτυπώνουν πιστά και με ακρίβεια την κατάσταση της χρηματοπιστωτικής υγείας των τραπεζών· επισημαίνει ότι οι λογαριασμοί αποτελούν τη βασική πηγή των πληροφοριών που παρέχουν τη δυνατότητα σε έναν επενδυτή να αντιληφθεί αν μια εταιρεία αποτελεί εύρωστη επιχείρηση ή όχι· επισημαίνει ότι οι ελεγκτές εγκρίνουν λογαριασμούς μόνο αν είναι ακριβείς και αληθείς και ακριβείς, ανεξάρτητα από τα χρηματοοικονομικά πρότυπα που χρησιμοποιούν οι συντάκτες των δελτίων οικονομικής κατάστασης· πιστεύει ότι αν οι ελεγκτές δεν είναι βέβαιοι ότι μια εταιρεία είναι εύρωστη, δεν θα πρέπει να εγκρίνουν τους λογαριασμούς της, ακόμη και αν έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα· επισημαίνει ότι τούτο θα πρέπει βέβαια να λειτουργεί ως μοχλός αναβάθμισης της διαχείρισης της συγκεκριμένης εταιρείας· θεωρεί ότι τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής αναφοράς δεν παρέχουν απαραιτήτως μια ακριβή και πιστή εικόνα των λογαριασμών, όπως φάνηκε από τα πολυάριθμα παραδείγματα τραπεζών που κατέρρευσαν παρά το γεγονός ότι οι λογαριασμοί τους είχαν εγκριθεί από ελεγκτές·

Γ. Ενίσχυση του θεμιτού και βιώσιμου ανταγωνισμού

26. τονίζει ότι ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός είναι απαραίτητος για την εξασφάλιση της εύρυθμης και αποδοτικής λειτουργίας του τραπεζικού τομέα, ο οποίος χρηματοδοτεί την πραγματική οικονομία διασφαλίζοντας καθολική πρόσβαση στις τραπεζικές υπηρεσίες και μειώνοντας το κόστος των τραπεζικών υπηρεσιών· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι κανόνες εποπτείας, μεταξύ άλλων διατάξεων, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το προφίλ κινδύνου, την περιφερειακή εμβέλεια και το επιχειρηματικό μοντέλο των αντίστοιχων ιδρυμάτων·

27. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν για την περαιτέρω προώθηση της διαφοροποίησης του τραπεζικού τομέα της ΕΕ, ενθαρρύνοντας και διευκολύνοντας την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών με γνώμονα τον πελάτη, για παράδειγμα με δανειοδότηση από συνεταιρισμούς, δανειοδότηση από ενώσεις παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στον κλάδο των ακινήτων (building societies), δανειοδότηση μεταξύ ομοτίμων, συμμετοχική χρηματοδότηση και μοντέλα τραπεζικών ταμιευτηρίων, εξασφαλίζοντας ότι τα διαφορετικά επίπεδα κινδύνου στα οποία εκτίθεται ο καταναλωτής γνωστοποιούνται με διαφανείς διαδικασίες·

28. επισημαίνει ότι, για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της σταθερότητας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος είναι αναγκαία η ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος των SIFI (δηλ. των τραπεζών των οποίων το μέγεθος καθιστά απαγορευτική τη χρεοκοπία τους), των οποίων τα προβλήματα οδήγησαν σε κλιμάκωση των αρνητικών συνεπειών της χρηματοπιστωτικής κρίσης, μέσω του εξορθολογισμού της κλίμακας δραστηριοτήτων των τραπεζικών ομίλων και της μείωσης των εξαρτήσεων εντός των ομίλων·

29. καλεί την Επιτροπή να βρει τρόπους για την προώθηση και την προαγωγή, μέσω νομοθετικών πρωτοβουλιών, του «δανεισμού βάσει υφιστάμενης σχέσης» ή του «δανεισμού βάσει γνώσεων»· στόχος θα πρέπει να είναι να αποφεύγεται η μηχανιστική συμπλήρωση αιτήσεων δανεισμού και να δίνεται αντίθετα έμφαση στην προώθηση της επαγγελματικής και δεοντολογικής κατάρτισης των ατόμων που μεσολαβούν για την παροχή δανείων σε επιχειρήσεις·

30. ζητεί από τα κράτη μέλη, την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές να δεσμευτούν στον σαφή στόχο της προώθησης και εξασφάλισης ουσιαστικού ανταγωνισμού, και να ενθαρρύνουν την αύξηση της ποικιλομορφίας και του προσανατολισμού στους πελάτες στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ·

31. ζητεί από την Επιτροπή να προωθήσει μέτρα για την προώθηση προσβάσιμων ιστοτόπων που να παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να συγκρίνουν τόσο τις τιμές όσο και την οικονομική ευρωστία μεταξύ τραπεζών, προκειμένου να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η πειθαρχία, δεδομένου ότι ο ενημερωμένος καταναλωτής αλλάζει τράπεζα, και να συμβάλλουν στη βελτίωση των επιλογών του καταναλωτή στον τραπεζικό τομέα μέσω της μείωσης των εμποδίων εισόδου και εξόδου και της εφαρμογής αναλογικών κανόνων για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά·

32. ζητεί από την Επιτροπή να προωθήσει τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναφέρονται στην παρούσα έκθεση, οι οποίες θα διαφυλάσσουν την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς ενώ παράλληλα θα λαμβάνουν δεόντως υπόψη την πολυμορφία των εθνικών τραπεζικών συστημάτων και θα διασφαλίζουν έναν ισχυρό ρόλο για την ΕΑΤ όσον αφορά τη μέριμνα για την ορθή εφαρμογή στο σύνολο της ΕΕ·

°

°         °

33. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Τον Φεβρουάριο του 2012 η Επιτροπή συγκρότησε μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου (HLEG), στην οποία ανατέθηκε να εξετάσει εάν με την υλοποίηση πρόσθετων μεταρρυθμίσεων στη διάρθρωση του τραπεζικού τομέα θα μειώνονταν οι πιθανότητες και οι επιπτώσεις της πτώχευσης μιας τράπεζας και θα διασφαλιζόταν η συνέχιση ζωτικών οικονομικών λειτουργιών μετά την πτώχευση, με στόχο την καλύτερη προστασία των πελατών λιανικής.

Η έκθεση της HLEG κατέδειξε ότι η ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων, η υπερβολική μόχλευση, οι ανεπαρκείς απαιτήσεις κεφαλαίου και ρευστότητας και η υπερβολική πολυπλοκότητα του τραπεζικού συστήματος στο σύνολό του ήταν τα κύρια αίτια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Παρόλο που οι εν λόγω αδυναμίες αντιμετωπίζονται επί του παρόντος με κανονιστικές μεταρρυθμίσεις, η ομάδα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως όσον αφορά τον νομικό διαχωρισμό ορισμένων ριψοκίνδυνων χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες καταθέσεων εντός ενός τραπεζικού ομίλου. Στόχος του διαχωρισμού είναι να καταστούν οι πλέον ζωτικές από κοινωνική άποψη υπηρεσίες ασφαλέστερες και να περιοριστεί η σύνδεσή τους με συναλλακτική δραστηριότητα υψηλού κινδύνου, καθώς επίσης να περιοριστεί η διάσωση των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων.

Η HLEG θεωρεί ότι ο διαχωρισμός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ώστε οι τραπεζικές δομές να καταστούν απλούστερες, περισσότερο διαφανείς και να διευκολυνθούν περαιτέρω η εξυγίανση, η ανάκαμψη και η εποπτεία.

Παρόλο που ο τραπεζικός τομέας πρέπει να καταστεί περισσότερο ανθεκτικός έναντι πιθανών χρηματοπιστωτικών κρίσεων και να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι και το κόστος των τραπεζικών δραστηριοτήτων για τα δημόσια οικονομικά, είναι απαραίτητο η μεταρρύθμιση της διάρθρωσης του τραπεζικού τομέα της ΕΕ να οδηγήσει σε ένα ασφαλές, σταθερό και αποδοτικό τραπεζικό σύστημα που εξυπηρετεί τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, των πελατών και των καταναλωτών και στηρίζει την παροχή πιστώσεων στην οικονομία, ιδίως στις ΜΜΕ και τις νεοσύστατες επιχειρήσεις.

Η παρούσα έκθεση πρωτοβουλίας ορίζει διάφορες θεμελιώδεις αρχές, όπως η μείωση της πολυπλοκότητας, η ενίσχυση του ανταγωνισμού, ο περιορισμός της αλληλεξάρτησης μεταξύ ριψοκίνδυνων και εμπορικών δραστηριοτήτων, η βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης, η δημιουργία ενός υπεύθυνου συστήματος αποδοχών, η αποτελεσματική εξυγίανση και ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα, η ενίσχυση των τραπεζικών κεφαλαίων και η παροχή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία, η εφαρμογή των οποίων είναι απαραίτητη για την αλλαγή της νοοτροπίας που επικρατεί στον τραπεζικό τομέα.

Λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με την 8η έκδοση (Δεκέμβριος 2012) του πίνακα αποτελεσμάτων της Επιτροπής για τους καταναλωτές, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ βρίσκεται σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα, η έκθεση της HLEG αποτελεί μια υγιή και θετική βάση για τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

18.6.2013

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

36

3

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Paul Besset, Sharon Bowles, Udo Bullmann, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Markus Ferber, Elisa Ferreira, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Liem Hoang Ngoc, Syed Kamall, Othmar Karas, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Philippe Lamberts, Werner Langen, Astrid Lulling, Hans-Peter Martin, Arlene McCarthy, Sławomir Nitras, Antolín Sánchez Presedo, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Sampo Terho, Marianne Thyssen, Ramon Tremosa i Balcells, Corien Wortmann-Kool, Pablo Zalba Bidegain, Άννυ Ποδηματά

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Herbert Dorfmann, Sari Essayah, Vicky Ford, Robert Goebbels, Krišjānis Kariņš, Mojca Kleva Kekuš, Olle Ludvigsson, Thomas Mann, Marisa Matias, Claudio Morganti, Nils Torvalds