ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα

    2.12.2013 - 2013/2040(INI)

    Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων
    Εισηγήτρια: Edite Estrela


    Διαδικασία : 2013/2040(INI)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A7-0426/2013
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A7-0426/2013
    Συζήτηση :
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με την σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα

    2013/2040(INI)

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –   έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, και κυρίως τα άρθρα 2 και 25,

    –   έχοντας υπόψη το άρθρο 2 παράγραφος 2, το άρθρο 3 και το άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, το οποίο θεσπίστηκε το 1966, και την ερμηνεία του στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 14 της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα,

    –   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 12 παράγραφος 1 και 16 παράγραφος 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1979 για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW), τα οποία αναφέρονται στην υγεία, τον γάμο και την οικογενειακή ζωή των γυναικών, και τις Γενικές Συστάσεις 21 (1994) και 24 (1999),

    –   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 12 και 24 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού που θεσπίστηκε το 1989, τα οποία αναφέρονται στην αποφυγή των διακρίσεων, στο δικαίωμα ακρόασης του παιδιού και στην προστασία της υγείας της μητέρας, του βρέφους και του παιδιού, καθώς και στην ανάπτυξη εκπαίδευσης και υπηρεσιών οικογενειακού προγραμματισμού,

    –   έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη και το Πρόγραμμα δράσης της Διεθνούς Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη (Κάιρο, 13 Σεπτεμβρίου 1994) και τα τελικά έγγραφα των διασκέψεων αναθεώρησής της, το Ψήφισμα της έκτακτης συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (ICPD+5) του Ιουνίου 1999, και το Ψήφισμα 65/234 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την παρακολούθηση των αποφάσεων της Διεθνούς Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη μετά το 2014 (Δεκέμβριος 2010),

    –   έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη του Πεκίνου και την Πλατφόρμα Δράσης που εγκρίθηκαν κατά την Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για τις γυναίκες στις +15 Σεπτεμβρίου 1995, καθώς και τα ψηφίσματά του της 18ης Μαΐου 2000 σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην Πλατφόρμα Δράσης του Πεκίνου[1], της 10ης Μαρτίου 2005 σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για την Πλατφόρμα Δράσης υπέρ των Γυναικών (Πεκίνο+10)[2] και της 25ης Φεβρουαρίου 2010 σχετικά με το «Πεκίνο, 15 χρόνια μετά» - Πρόγραμμα δράσης του ΟΗΕ για την ισότητα των φύλων[3],

    –   έχοντας υπόψη τους αναπτυξιακούς στόχους της χιλιετίας που εγκρίθηκαν τον Σεπτέμβριο 2000 κατά τη Διάσκεψη Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για τη χιλιετία,

    –   έχοντας υπόψη τις κοινοβουλευτικές δηλώσεις δέσμευσης για την «εφαρμογή του προγράμματος δράσης της διεθνούς διάσκεψης για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη» από την Οτάβα (2002), το Στρασβούργο (2004), την Μπανγκόγκ (2006), την Αντίς Αμπέμπα (2009) και την Κωνσταντινούπολη (2012),

    –   έχοντας υπόψη την Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με «το δικαίωμα στην εκπαίδευση» (A/65/162 (2010)),

    –   έχοντας υπόψη την Παγκόσμια Στρατηγική της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας για την υγεία των γυναικών και των παιδιών, που εκδόθηκε το 2010,

    –   έχοντας υπόψη την παράγραφο 16 της Ενδιάμεσης Έκθεσης του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών με τίτλο «Το δικαίωμα όλων στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα σωματικής και ψυχικής υγείας» (A/66/254 (2011)),

    –   έχοντας υπόψη την Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών με τίτλο «Το δικαίωμα όλων στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα σωματικής και ψυχικής υγείας» (A/HRC/17/25 (2011)),

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της 17ης Νοεμβρίου 2011 με τίτλο: «Discriminatory laws and practices and acts of violence against individuals based on their sexual orientation and gender identity» (Νόμοι και πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις και βιαιοπραγίες σε βάρος ατόμων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου τους) (A/HR/C/19/41),

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμα 21/6 του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών της 21ης Σεπτεμβρίου 2012 με τίτλο «Πρόληψη της μητρικής θνησιμότητας και νοσηρότητας και τα ανθρώπινα δικαιώματα»,

    –   έχοντας υπόψη την Έκθεση του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τον πληθυσμό 'State of the world population 2012: By choice not by chance’ («Κατάσταση του παγκόσμιου πληθυσμού 2012: Κατ’ επιλογήν και όχι κατά τύχη») της 14ης Νοεμβρίου 2012,

    –   έχοντας υπόψη τις παραγράφους 45-50 της Έκθεσης του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών ‘Torture and other cruel, inhuman or degrading treatment or punishment’ («Βασανιστήρια και άλλη σκληρή, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία») (A/HRC/22/53 (2013)),

    –    έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και ιδίως το άρθρο 9 που αφορά το δικαίωμα στις πεποιθήσεις και τη συνείδηση,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμα αριθ. 1339 του 2004 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την προώθηση της γενετήσιας και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων»,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμα αριθ. 1607 του 2008 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Πρόσβαση σε ασφαλή και νόμιμη έκτρωση στην Ευρώπη»,

    –   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 5 και 152 της Συνθήκης ΕΚ,

    –   έχοντας υπόψη τα άρθρα 8, 9 και 19 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία αναφέρονται στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου και στην προστασία της ανθρώπινης υγείας,

    –   έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

    –   έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Συναίνεση για την Ανάπτυξη (2005),

    –   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τον ρόλο της ΕΕ στην παγκόσμια υγεία που εγκρίθηκαν κατά την 3011ή Σύνοδο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της 10ης Μαΐου 2010,

    –   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1567/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, σχετικά με τη στήριξη των πολιτικών και των δράσεων που αφορούν την αναπαραγωγή και τη σεξουαλική ζωή και τα συναφή δικαιώματα στις αναπτυσσόμενες χώρες[4],

    –   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1922/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, περί ιδρύσεως Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων[5],

    –   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 851/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004 για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων[6],

    –   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 29ης Σεπτεμβρίου 1994 σχετικά με τα αποτελέσματα της Διεθνούς Διάσκεψης του Καΐρου για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη[7] και της 4ης Ιουλίου 1996 σχετικά με την υλοποίηση του Προγράμματος Δράσης της εν λόγω Διάσκεψης[8],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 3ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την υγεία και τα δικαιώματα στη σεξουαλική ζωή και την αναπαραγωγή[9],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων[10],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τη μητρική θνησιμότητα ενόψει της συνάντησης υψηλού επιπέδου των Ηνωμένων Εθνών στις 25 Σεπτεμβρίου 2008[11],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Απριλίου 2011 σχετικά με τις προτεραιότητες και τα γενικά χαρακτηριστικά ενός νέου πλαισίου πολιτικής της ΕΕ για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών[12],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Μαρτίου 2012 σχετικά με την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση – 2011[13],

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με τίτλο: «Discriminatory laws and practices and acts of violence against individuals based on their sexual orientation and gender identity» (Νόμοι και πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις και βιαιοπραγίες σε βάρος ατόμων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου τους) (A/HR/C/19/41),

    –   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A7-0426/2013),

    A. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, οι παραβιάσεις των οποίων αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών στην ισότητα, στην αμερόληπτη μεταχείριση, στην αξιοπρέπεια και στην υγεία, καθώς και σε μια ζωή απαλλαγμένη από απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση·

    B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 8 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζει ότι σε όλες τις δράσεις της, η Ένωση επιδιώκει την εξάλειψη των ανισοτήτων και την προαγωγή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών·

    Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αφορούν κάθε άνθρωπο σε κάθε στάδιο της ζωής του, αποτελώντας, συνεπώς, ζήτημα που δεν παύει ποτέ να απασχολεί άνδρες και γυναίκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα προγράμματα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και συναφών δικαιωμάτων πρέπει να προσαρμόζονται στις διαφορετικές ανάγκες και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στις διαφορετικές φάσεις της ζωής τους·

    Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 168 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι η δράση της Ένωσης εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου και βελτίωση της δημόσιας υγείας·

    Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι γυναίκες και άνδρες, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, φυλής, εθνότητας, κοινωνικής τάξης, κάστας, θρησκευτικών πεποιθήσεων, οικογενειακής κατάστασης, επαγγέλματος, αναπηρίας, ιδιότητας φορέα HIV (ή ΣΜΛ), εθνικής καταγωγής, ιδιότητας πρόσφυγα, γλώσσας, σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν οι ίδιοι ενημερωμένες και υπεύθυνες αποφάσεις όσον αφορά τη σεξουαλική και αναπαραγωγική τους υγεία και να έχουν στη διάθεσή τους κάθε μέσο και δυνατότητα για τον σκοπό αυτό·

    ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανισότητα λόγω φύλου αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν έχει εξασφαλιστεί η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία γυναικών και εφήβων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι στερεότυπες αντιλήψεις όσον αφορά τη γυναικεία και την ανδρική φύση γενικότερα, καθώς και οι αντιλήψεις σχετικά με τη σεξουαλικότητα των κοριτσιών και των γυναικών ειδικότερα, αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για την εξασφάλιση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων·

    Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Έκθεση 2010 του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών με τίτλο «Το δικαίωμα στην εκπαίδευση» αναφέρει ότι το δικαίωμα στην ολοκληρωμένη σεξουαλική αγωγή συνιστά ανθρώπινο δικαίωμα·

    H. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακούσια και ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα για πολλές γυναίκες στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων έφηβων κοριτσιών·

    Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σε σχεδόν ένα τρίτο των κρατών μελών, τα αντισυλληπτικά δεν καλύπτονται από τη δημόσια ασφάλιση υγείας, γεγονός που συνιστά σοβαρό εμπόδιο για την πρόσβαση συγκεκριμένων ομάδων γυναικών σε αυτά, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών με χαμηλό εισόδημα, των εφήβων και των γυναικών που ζουν σε βίαιες σχέσεις·

    Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες επηρεάζονται δυσανάλογα από την έλλειψη σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων λόγω της φύσης της ανθρώπινης αναπαραγωγής και του βασιζόμενου στο φύλο κοινωνικού, νομικού και οικονομικού πλαισίου στο οποίο λαμβάνει χώρα·

    ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική αγωγή που είναι ολοκληρωμένη, κατάλληλη για την εκάστοτε ηλικία, επιστημονικά ορθή και απαλλαγμένη από επικρίσεις, οι ποιοτικές υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού και η πρόσβαση σε αντισύλληψη συμβάλλουν στην πρόληψη της ακούσιας και ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, μειώνουν την ανάγκη εκτρώσεων και συμβάλλουν στην πρόληψη του HIV και των ΣΜΛ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαπαιδαγώγηση των νέων που τους μαθαίνει να αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία τους έχει μακροπρόθεσμα θετικές συνέπειες που τους ακολουθούν σε ολόκληρη τη ζωή τους και έχουν θετικό αντίκτυπο στην κοινωνία·

    ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό (UNFPA) καθώς και την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ), 287 000 γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο λόγω επιπλοκών που συνδέονται με την εγκυμοσύνη και τη γέννα·

    ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, πέντε εκατομμύρια νέοι μεταξύ 15 και 24 ετών και δύο εκατομμύρια έφηβοι μεταξύ 10 και 19 ετών ζουν με τον ιό HIV[14] και ότι συνήθως δεν έχουν πρόσβαση και δεν μπορούν να κάνουν χρήση των υπηρεσιών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των υπηρεσιών που αφορούν το HIV, καθώς οι υπηρεσίες αυτές σπάνια πληρούν τις ειδικές ανάγκες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας των νέων με ολοκληρωμένο τρόπο·

    ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τις διεθνείς δεσμεύσεις, υφίστανται διαφορές στα επίπεδα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας μεταξύ και εντός των κρατών μελών και ότι υπάρχει επίσης ανισότητα όσον αφορά τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα που απολαμβάνουν οι γυναίκες στην Ευρώπη, μεταξύ άλλων και όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας, στην αντισύλληψη και στην εθελούσια διακοπή της κύησης, ανάλογα με τη χώρα κατοικίας, το εισόδημα, την ηλικία, το αν είναι ή όχι μετανάστριες και άλλους παράγοντες·

    ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι έφηβες μητέρες έχουν λιγότερες πιθανότητες να ολοκληρώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν σε συνθήκες φτώχειας·

    ΙΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μετανάστριες, οι γυναίκες πρόσφυγες και οι γυναίκες «χωρίς χαρτιά» βρίσκονται αντιμέτωπες με επισφαλείς οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις, στο πλαίσιο των οποίων οι προβληματισμοί που αφορούν τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία συχνά τυγχάνουν ελάχιστης προσοχής ή αγνοούνται πλήρως·

    ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αντίθεση στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα έχει αυξηθεί στην Ευρώπη και τον κόσμο, με στόχο την αποστέρηση από άνδρες και γυναίκες των βασικών σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων που όλα τα κράτη μέλη έχουν δεσμευτεί να διαφυλάσσουν μέσω διεθνών συμφωνιών·

    ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αποτελούν βασικούς παράγοντες για την ισότητα των φύλων, την εξάλειψη της φτώχειας, την οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη·

    ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι άνδρες και γυναίκες πρέπει να επωμίζονται από κοινού την ευθύνη για την πρόληψη μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αντισυλληπτικά χρησιμοποιούνται κυρίως από γυναίκες·

    Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόληψη μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης δε συνδέεται μόνο με τις υπηρεσίες και τις πληροφορίες που αφορούν την αντισύλληψη, αλλά περιλαμβάνει επίσης την παροχή ολοκληρωμένης σεξουαλικής αγωγής καθώς και υλικής και οικονομικής βοήθειας για τις εγκύους που την έχουν ανάγκη·

    ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόσβαση στην ασφαλή έκτρωση απαγορεύεται, εκτός από πολύ περιορισμένες περιπτώσεις, σε τρία κράτη μέλη της ΕΕ (Ιρλανδία, Μάλτα και Πολωνία)· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε αρκετά κράτη μέλη η έκτρωση παραμένει νόμιμη αλλά καθίσταται ολοένα δυσκολότερη η πρόσβαση σε αυτήν λόγω κανονιστικών ή πρακτικών εμποδίων, όπως η κατάχρηση της αντίρρησης συνείδησης, η επιβολή υποχρεωτικών περιόδων αναμονής και η παροχή μεροληπτικών συμβουλών και ότι άλλα κράτη μέλη εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο περιορισμού της πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτρωσης·

    ΚΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινωνικοοικονομικές και εργασιακές συνθήκες εμποδίζουν πολλές γυναίκες και νέα ζευγάρια να γίνουν γονείς·

    ΚΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η μητρική θνησιμότητα εξακολουθεί να είναι ανησυχητική σε ορισμένα κράτη μέλη και να αποτελεί πρόκληση στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αναπτυξιακής πολιτικής·

    ΚΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική βία αποτελεί σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έχει καταστροφικές συνέπειες για τη σεξουαλικότητα, την αξιοπρέπεια, την ψυχική υγεία, την αυτονομία και την αναπαραγωγική υγεία γυναικών και κοριτσιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επιβλαβείς παραδοσιακές πρακτικές, όπως ο ακρωτηριασμός/κοπή των γυναικείων γεννητικών οργάνων και οι πρόωροι και καταναγκαστικοί γάμοι έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στην προσωπική ευημερία και την αυτοεκτίμηση, στις σεξουαλικές σχέσεις, την εγκυμοσύνη και τη γέννα και ενέχουν διά βίου κινδύνους για την υγεία των γυναικών, καθώς και για τις κοινότητες και την κοινωνία στο σύνολό της·

    ΚΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η βία κατά των γυναικών, ιδίως η ενδοοικογενειακή βία και ο βιασμός, αποτελεί εκτεταμένο φαινόμενο και ότι ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός γυναικών κινδυνεύουν να προσβληθούν από AIDS και άλλες ΣΜΛ λόγω σεξουαλικής συμπεριφοράς υψηλού κινδύνου από πλευράς των συντρόφων τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτού του είδους η βία διαπράττεται μεταξύ άλλων και σε βάρος εγκύων, αυξάνοντας το ενδεχόμενο αποβολής, θνησιγένειας ή έκτρωσης·

    ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσοστά των εκτρώσεων στα κράτη μέλη και η εκτεταμένη κακή αναπαραγωγική υγεία σε ορισμένα μέρη της ΕΕ καταδεικνύουν την ανάγκη για παροχή οικονομικά προσιτών, ευπρόσιτων, αποδεκτών και ποιοτικών υπηρεσιών χωρίς διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών οικογενειακού προγραμματισμού και υπηρεσιών φιλικών προς τους νέους, καθώς και ολοκληρωμένης σεξουαλικής αγωγής·

    ΚΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περικοπές του προϋπολογισμού στον τομέα της δημόσιας υγείας περιορίζουν περαιτέρω την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και τις σχετικές υπηρεσίες·

    ΚΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια που εκδίδονται ή κάνουν χρήση ναρκωτικών κινδυνεύουν περισσότερο να προσβληθούν από ΣΜΛ, συμπεριλαμβανομένου του HIV, και ότι οι ανάγκες αυτών των γυναικών και κοριτσιών ως προς τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα συχνά παραμελούνται·

    ΚΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι μελέτες έχουν δείξει ότι η ολοκληρωμένη σεξουαλική αγωγή και οι ποιοτικές υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού αυξάνουν την πιθανότητα υπεύθυνης, ασφαλούς και βασιζόμενης στον αλληλοσεβασμό συμπεριφοράς κατά την πρώτη και τις επακόλουθες σεξουαλικές δραστηριότητες·

    Λ. λαμβάνοντας υπόψη ότι λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι, διεμφυλικοί και μεσοφυλικοί (ΛΟΑΔΜ) εξακολουθούν σήμερα να έρχονται αντιμέτωποι με διακρίσεις, βία και επικριτικές απεικονίσεις της σεξουαλικότητας και της ταυτότητας φύλου τους σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ·

    ΛΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να δοθεί προσοχή όχι μόνο στη διακοπή των ανεπιθύμητων κυήσεων αλλά επίσης, και ιδίως, στην πρόληψή τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόληψη των ανεπιθύμητων κυήσεων δε συνδέεται μόνο με τις μεθόδους και τις πληροφορίες που αφορούν την αντισύλληψη, αλλά περιλαμβάνει επίσης την παροχή ολοκληρωμένης σεξουαλικής αγωγής καθώς και υλικής και οικονομικής βοήθειας για τις εγκύους και τα ζευγάρια που την έχουν ανάγκη·

    ΛΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι νέοι εκτίθενται σε μεγάλο βαθμό και από πολύ μικρή ηλικία σε πορνογραφικό περιεχόμενο, ιδίως μέσω της πρόσβασης στο διαδίκτυο, είτε στο σπίτι είτε στο σχολικό περιβάλλον·

    ΛΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτρώσεις που πραγματοποιούνται υπό επισφαλείς συνθήκες θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τη σωματική και την ψυχική υγεία των γυναικών και ακόμα και την ίδια τους τη ζωή·

    ΛΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρουσίαση των κοριτσιών ως σεξουαλικών αντικειμένων στα μέσα ενημέρωσης είναι ένα φαινόμενο που έχει επιπτώσεις στη συναισθηματική ανάπτυξη και στη σεξουαλική ζωή τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών και συμβάλλει στη διαιώνιση των στερεότυπων των φύλων και των πάσης φύσεως διακρίσεων και σεξουαλικής βίας λόγω φύλου·

    ΛΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρακτική καταναγκαστικής ή εξαναγκαστικής στείρωσης των Ρομά και των γυναικών με αναπηρία καθώς και των διεμφυλικών ατόμων εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα σε ορισμένα κράτη μέλη·

    ΛΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών καθιστά δυνατή την εξεύρεση των βέλτιστων λύσεων και την καλύτερη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των πολιτών της ΕΕ·

    ΛΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν παραδείγματα κρατών μελών που συνδυάζουν τη φιλελεύθερη νομοθεσία όσον αφορά τις εκτρώσεις με αποτελεσματική σεξουαλική αγωγή, υψηλής ποιότητας υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού και διάθεση διαφόρων αντισυλληπτικών μέσων που συνδυάζουν χαμηλότερα ποσοστά εκτρώσεων με υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων·

    Όσον αφορά την πολιτική για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα στην ΕΕ γενικότερα

    1.  επαναβεβαιώνει ότι «η υγεία αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα αναγκαίο για την άσκηση άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και ότι η ΕΕ δεν μπορεί να επιτύχει το υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας εάν δεν αναγνωριστούν και προαχθούν πλήρως η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα για όλους·

    2.  τονίζει ότι οι παραβιάσεις στον τομέα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων έχουν άμεσο αντίκτυπο στις ζωές γυναικών και κοριτσιών, στην οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών, στην χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών από τις γυναίκες, στην πρόσβαση των γυναικών στη λήψη αποφάσεων και στη συμμετοχή τους στον δημόσιο βίο, στην τρωτότητα των γυναικών έναντι της ανδρικής βίας, στην πρόσβασή τους στην εκπαίδευση καθώς και στην ιδιωτική τους ζωή, με αποτέλεσμα οι παραβιάσεις αυτές να πλήττουν την κοινωνία στο σύνολό της·

    3.  τονίζει ότι η χειραφέτηση των γυναικών και των κοριτσιών συμβάλλει με καίριο τρόπο στο να σπάσει ο κύκλος των διακρίσεων και της βίας και να προαχθούν και να προστατευθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    4.  υπενθυμίζει ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που πρέπει να αντιμετωπίζεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διαρθρωτικών διακρίσεων και ανισοτήτων μεταξύ των φύλων· καλεί τα κράτη μέλη να διαφυλάξουν τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα μέσω του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), αν μη τι άλλο με την παροχή προγραμμάτων και υπηρεσιών σχετικών με την αναπαραγωγική υγεία, συμπεριλαμβανομένων των τύπων περίθαλψης και των φαρμάκων που είναι αναγκαία για τον εθελοντικό οικογενειακό προγραμματισμό και την υγεία μητέρας και νεογνού και συνεχίζοντας να επαγρυπνούν για τυχόν πολιτικές ή/και νομοθεσίες που ενδέχεται να θίγουν τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα·

    5.  καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν ποιοτικές υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας προσαρμοσμένες στις ανάγκες συγκεκριμένων ομάδων χωρίς διακρίσεις ή φόβο επικρίσεων (π.χ. νέοι και ευπαθείς ομάδες)· υπογραμμίζει ότι αυτού του είδους οι υπηρεσίες πρέπει επίσης να επικεντρώνονται και να διευκολύνουν τον ενεργό ρόλο των ανδρών και των αγοριών στον επιμερισμό της ευθύνης για τη σεξουαλική συμπεριφορά και τις συνέπειές της·

    6.  επισημαίνει ότι οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών πρέπει να διασφαλίζουν τον σεβασμό, την προστασία και τη συμμόρφωση με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα για όλους, προάγοντας την κατανόηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας ως θετική πτυχή της ζωής και δημιουργώντας μια νοοτροπία αποδοχής, σεβασμού, κατάργησης των διακρίσεων και εξάλειψης της βίας·

    7.  τονίζει ότι στο εσωτερικό της ΕΕ και, κατά περίπτωση, στις εξωτερικές πολιτικές της, η ΕΕ πρέπει να διασφαλίζει την τροποποίηση, τη θέση σε ισχύ ή την κατάργηση νόμων και πολιτικών με σκοπό τον σεβασμό και την προστασία της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων και την παροχή σε όλα τα άτομα της δυνατότητας να τα ασκούν χωρίς διακρίσεις για οποιονδήποτε λόγο·

    8.  υπογραμμίζει ότι οι επιλογές αναπαραγωγικού χαρακτήρα και οι υπηρεσίες που αφορούν τη γονιμότητα πρέπει να παρέχονται σε πλαίσιο που δεν εισάγει διακρίσεις·

    9.  υπογραμμίζει ότι ο θεσμός της παρένθετης μητέρας οδηγεί στην εμπορευματοποίηση τόσο του σώματος της γυναίκας όσο και των παιδιών·

    10. τονίζει ότι η καταναγκαστική ή εξαναγκαστική στείρωση οποιουδήποτε ατόμου, συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της σωματικής ακεραιότητας των εν λόγω ατόμων, και καλεί τα κράτη μέλη να καταργήσουν τυχόν ισχύοντες νόμους που επιβάλλουν στείρωση·

    11. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η πρόταση για ένα νέο πρόγραμμα «Υγεία για την Ανάπτυξη 2014-2020» δεν αναφέρει τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα και παροτρύνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμπεριλάβει τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα στην επόμενη στρατηγική της ΕΕ για τη δημόσια υγεία·

    12. καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν τη γεωγραφικά δέουσα κατανομή σημείων παροχής ποιοτικών υπηρεσιών υγείας και ποιοτικών και ασφαλών επιλογών μεταφοράς που θα εγγυώνται την ισότιμη πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες για το σύνολο του πληθυσμού τους, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και κοριτσιών που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές·

    13. σημειώνει ότι αν και η θέσπιση και εφαρμογή πολιτικών σχετικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών, η ΕΕ μπορεί να ασκεί αρμοδιότητες χάραξης πολιτικών όσον αφορά ζητήματα εναρμόνισης πρωτοβουλιών και στρατηγικών που έχουν ως αντικείμενο τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα στους τομείς της δημόσιας υγείας και της αποφυγής των διακρίσεων, ούτως ώστε να υποστηριχθούν η καλύτερη εφαρμογή της νομοθεσίας και των πολιτικών για τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα και η σχετική ευαισθητοποίηση του κοινού και να ενθαρρυνθεί η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών·

    14. καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας στο πλαίσιο προσέγγισης που βασίζεται στα δικαιώματα και χωρίς να εισάγονται διακρίσεις λόγω εθνικής καταγωγής, στεγαστικής κατάστασης, ιδιότητας μετανάστη, ηλικίας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου, υγείας ή οικογενειακής κατάστασης·

    15. καλεί τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και των υποψήφιων προς ένταξη χωρών να αναπτύξουν υψηλής ποιότητας εθνικές πολιτικές για τη σεξουαλική και την αναπαραγωγική υγεία, σε συνεργασία με τις πολυμερείς οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, παρέχοντας ευρεία πληροφόρηση σχετικά με τις αποτελεσματικές και υπεύθυνες επιλογές οικογενειακού προγραμματισμού, διασφαλίζοντας την ισότιμη πρόσβαση σε διάφορες μορφές μεθόδων αντισύλληψης υψηλής ποιότητας, καθώς και την ευαισθητοποίηση σε θέματα γονιμότητας·

    16. καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να συλλέγουν και να παρακολουθούν πιο ολοκληρωμένα δεδομένα και στατιστικά στοιχεία όσον αφορά τους δείκτες της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας (ΣΜΛ, ποσοστά εκτρώσεων και αντισύλληψης, μη καλυπτόμενη ανάγκη αντισύλληψης, εγκυμοσύνη στην εφηβεία, κ.λπ.) τουλάχιστον ανά φύλο και ανά ηλικία·

    17. εκφράζει ανησυχία για τους περιορισμούς που υφίστανται στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, καθώς και στην αντισύλληψη· καλεί τις κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών να θεσπίσουν νομοθεσία και πολιτικές που να εξασφαλίσουν την καθολική πρόσβαση στις υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, καθώς και να συλλέγουν συστηματικά τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη βελτίωση της κατάστασης της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    18. καλεί τα κράτη μέλη να εγγυηθούν την παροχή βιώσιμης χρηματοδότησης προς δημόσιες υπηρεσίες και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που παρέχουν υπηρεσίες στο πεδίο της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    19. καλεί τα κράτη μέλη να συνεργαστούν με την Επιτροπή, το EIGE και την κοινωνία των πολιτών για το σχεδιασμό μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής για την προώθηση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων, και να υποστηρίξουν τη θέσπιση και εφαρμογή ολοκληρωμένων εθνικών στρατηγικών για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία· προτείνει να εκχωρηθεί στο EIGE η εξουσία να συλλέγει, να αναλύει και να συγκεντρώνει ευρωπαϊκά δεδομένα και βέλτιστες πρακτικές, προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα εμπόδια που δυσχεραίνουν την ενσωμάτωση των προγραμμάτων πρόληψης και θεραπείας στον τομέα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας στα συστήματα βασικής υγειονομικής περίθαλψης·

    20. τονίζει ότι τα σημερινά μέτρα λιτότητας έχουν καταστροφικό αντίκτυπο, ιδίως για τις γυναίκες, από άποψη ποιότητας, οικονομικά προσιτού κόστους και δυνατότητας πρόσβασης, στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας, στην πληροφόρηση και στα προγράμματα για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία καθώς και στον οικογενειακό προγραμματισμό και στις οργανώσεις στήριξης, στις ΜΚΟ που παρέχουν υπηρεσίες και στην οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσουν ότι δεν θα διακυβευθεί η πρόσβαση στις υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    21. καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν στρατηγική σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και συναφών δικαιωμάτων, η οποία θα συνοδεύεται από προϋπολογισμό, σχέδιο εκτέλεσης και σύστημα παρακολούθησης·

    22. υπογραμμίζει την κρίσιμη σημασία που έχει η δωρεάν πρόσβαση των γυναικών σε ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο και εξετάσεις μαστογραφίας και, ως εκ τούτου, θεωρεί απαράδεκτο το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μειώνουν τις σχετικές παροχές με το πρόσχημα της οικονομικής κρίσης και των δημοσιονομικών περικοπών·

    23. ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να πραγματοποιούν ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών και βέλτιστων συνδυασμών μέτρων όσον αφορά τις πολιτικές στον τομέα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    24. παροτρύνει τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες για ένταξη χώρες, με δεδομένο τον αντίκτυπο της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στον τομέα της δημόσιας υγείας, να παρέχουν, είτε δωρεάν είτε σε προσιτό οικονομικό κόστος, προσαρμοσμένες πληροφορίες και υπηρεσίες σχετικές με την αντισύλληψη και άλλες υπηρεσίες στον τομέα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, όπως ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο και εξετάσεις μαστογραφίας, καθώς και μέτρα πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας των σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων, που να περιλαμβάνουν την παροχή υψηλής ποιότητας επαγγελματικών συμβουλών, σε όλα τα τμήματα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών σε αγροτικές περιοχές, των νέων, των εθνικών μειονοτήτων, των μεταναστών, των ανθρώπων με αναπηρία και των κοινωνικά αποκλεισμένων·

    25. τονίζει ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αποτελούν βασικά δικαιώματα ανδρών και γυναικών τα οποία δεν θα έπρεπε να περιορίζονται για θρησκευτικούς λόγους, για παράδειγμα μέσω της σύναψης κονκορδάτων·

    26. επιμένει ότι, εάν δοθεί η δυνατότητα σε γυναίκες, κορίτσια και ζευγάρια να ασκούν τη θεμελιώδη ελευθερία τους να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική τους ζωή, συμπεριλαμβανομένου του εάν και πότε θα τεκνοποιήσουν, θα τους δοθεί η ευκαιρία να ασκούν δραστηριότητες όπως η εκπαίδευση και η απασχόληση, γεγονός που θα συμβάλει στην ισότητα των φύλων, στη μείωση της φτώχειας και στην βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς· σημειώνει ότι η δυνατότητα των οικογενειών να επιλέγουν να αποκτούν λιγότερα παιδιά, αφήνοντας περισσότερο χρόνο μεταξύ των γεννήσεων, τους επιτρέπει ενδεχομένως να επενδύουν περισσότερο στην εκπαίδευση και την υγεία του κάθε παιδιού·

    Ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη: πρόσβαση στην αντισύλληψη και ασφαλείς υπηρεσίες άμβλωσης

    27. τονίζει ότι είναι ουσιώδες για την ατομική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη οι γυναίκες να έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα και υπεύθυνα σχετικά με τον αριθμό, τη χρονική στιγμή και τη διαφορά ηλικίας των παιδιών τους, όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα·

    28. επισημαίνει ότι ο εθελοντικός οικογενειακός προγραμματισμός συμβάλλει στην αποτροπή της ακούσιας και ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και μειώνει την ανάγκη έκτρωσης·

    29.  καλεί τα κράτη μέλη να μην εμποδίζουν τις εγκύους που επιθυμούν να καταφύγουν σε έκτρωση να ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη ή άλλες δικαιοδοσίες, όπου η διαδικασία είναι νόμιμη·

    30. ζητεί από τα κράτη μέλη να προαγάγουν την επιστημονική έρευνα σχετικά με μεθόδους αντισύλληψης που να ελέγχονται από τις γυναίκες και από τους άντρες, προκειμένου να διευκολυνθεί ο επιμερισμός της ευθύνης της αντισύλληψης·

    31. υπογραμμίζει ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η έκτρωση να προβάλλεται ως μέθοδος οικογενειακού προγραμματισμού·

    32. τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν πολιτικές και μέτρα για την πρόληψη των εκτρώσεων για κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους και την στήριξη των μητέρων και των ζευγαριών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες·

    33. συνιστά, ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημόσιας υγείας, να γίνουν νόμιμες, ασφαλείς και προσιτές για όλους οι υψηλής ποιότητας υπηρεσίες έκτρωσης στο πλαίσιο των δημόσιων συστημάτων υγείας των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι αυτών των κρατών και αναζητούν συχνά αυτές τις υπηρεσίες σε άλλες χώρες, λόγω των περιοριστικών νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν στις χώρες καταγωγής τους σχετικά με την έκτρωση και να αποφεύγονται οι παράνομες εκτρώσεις που θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τη σωματική και ψυχική υγεία των γυναικών·

    34. υπογραμμίζει ότι ακόμα κι όταν η έκτρωση είναι νόμιμη, συχνά αποτρέπεται ή καθυστερείται λόγω εμποδίων που δυσχεραίνουν την πρόσβαση στις κατάλληλες υπηρεσίες, όπως η ευρέως διαδεδομένη χρήση της αντίρρησης συνείδησης, περίοδοι αναμονής που είναι περιττές από ιατρικής άποψης ή μεροληπτικές συμβουλευτικές υπηρεσίες· τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ρυθμίζουν και να παρακολουθούν τη χρήση της αντίρρησης συνείδησης σε βασικά επαγγέλματα, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η διαφύλαξη της αναπαραγωγικής υγειονομικής περίθαλψης ως ατομικού δικαιώματος και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε νόμιμες υπηρεσίες και η ύπαρξη κατάλληλων και καλής ποιότητος δημόσιων συστημάτων παραπομπής· τονίζει ότι το δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως αποτελεί ατομικό δικαίωμα και όχι συλλογική πολιτική και ότι η παροχή συμβουλών πρέπει να έχει εμπιστευτικό και μη επικριτικό χαρακτήρα· εκφράζει ανησυχία διότι το ιατρικό προσωπικό εξαναγκάζεται να αρνείται την παροχή υπηρεσιών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και συναφών δικαιωμάτων σε νοσοκομεία και κλινικές που υποστηρίζονται από θρησκευτικά ιδρύματα σε ολόκληρη την ΕΕ·

    35. προτρέπει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδικά μέτρα που θα αποσκοπούν στην κάλυψη των ειδικών αναγκών των ευάλωτων ατόμων που απειλούνται με περιθωριοποίηση και κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό, και ιδιαίτερα των νέων γυναικών σε αγροτικές περιοχές, η πρόσβαση των οποίων σε σύγχρονες μεθόδους αντισύλληψης μπορεί να παρεμποδίζεται από οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες, ιδίως στο πλαίσιο της σημερινής οικονομικής κρίσης·

    36. καλεί όλα τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι επαγγελματίες του τομέα υγείας που εκτελούν εκτρώσεις και παρέχουν σχετικές με αυτές υπηρεσίες δεν θα διώκονται και δεν θα τους επιβάλλονται κυρώσεις βάσει οιασδήποτε νομικής πράξης του ποινικού δικαίου, για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών·

    37. καλεί τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών να μην προβαίνουν σε δίωξη γυναικών που έχουν υποβληθεί σε παράνομη έκτρωση·

    38. συνιστά στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να παρέχουν τις πληροφορίες και τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση χαμηλού επιπέδου μητρικής θνησιμότητας και να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για τη μείωσή της και για την εγγύηση ποιοτικής περίθαλψης πριν και μετά τον τοκετό·

    Όσον αφορά την ολοκληρωμένη σεξουαλική αγωγή και τις φιλικές προς τους νέους υπηρεσίες

    39. καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την καθολική πρόσβαση σε ολοκληρωμένες πληροφορίες, εκπαίδευση και υπηρεσίες στον τομέα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων· παροτρύνει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες θα καλύπτουν διάφορες σύγχρονες μεθόδους οικογενειακού προγραμματισμού και παροχής συμβουλών, την παρακολούθηση από ειδικευμένους επαγγελματίες κατά τον τοκετό και το δικαίωμα πρόσβασης σε επείγουσα γυναικολογική και μαιευτική περίθαλψη και ότι δεν θα έχουν επικριτικό χαρακτήρα και θα είναι επιστημονικά ακριβείς σχετικά με τις υπηρεσίες έκτρωσης·

    40. τονίζει ότι η συμμετοχή νέων ανθρώπων, σε συνεργασία με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι γονείς, στην ανάπτυξη, την υλοποίηση και την αξιολόγηση των προγραμμάτων έχει ζωτική σημασία ώστε να είναι αποτελεσματική η ολοκληρωμένη σεξουαλική αγωγή· ενθαρρύνει τη χρήση εκπαίδευσης από ομοτίμους στο πλαίσιο της σεξουαλικής αγωγής ως καλό μέσο για την επίτευξη χειραφέτησης και καλεί τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες για ένταξη χώρες να χρησιμοποιούν διάφορες άλλες μεθόδους επικοινωνίας με τους νέους, όπως διαφημιστικές εκστρατείες, κοινωνικό μάρκετινγκ για τη χρήση προφυλακτικών και άλλων μεθόδων αντισύλληψης, και πρωτοβουλίες όπως τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας που διέπονται από το απόρρητο των συνομιλιών·

    41. καλεί τα κράτη μέλη να καταστήσουν υποχρεωτικό το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής για όλους τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και να εξασφαλίσουν επαρκή χρόνο για το μάθημα αυτό στα σχολικά προγράμματα· επισημαίνει τη σημασία της τακτικής επανεξέτασης και επικαιροποίησης της διδασκαλίας του μαθήματος της σεξουαλικής αγωγής και της απόδοσης ιδιαίτερης έμφασης στα ζητήματα σεβασμού των γυναικών και ισότητας των φύλων·

    42. τονίζει ότι η σεξουαλική αγωγή πρέπει να σχεδιάζεται και να εκτελείται με ολιστικό, βασιζόμενο σε δικαιώματα και θετικό τρόπο που θα δίνει έμφαση στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ζωής και θα περιλαμβάνει τόσο τις ψυχοκοινωνικές όσο και τις βιοϊατρικές πτυχές της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων· υπογραμμίζει ότι η σεξουαλική αγωγή πρέπει να παρέχεται σε ασφαλή ατμόσφαιρα χωρίς ταμπού, η οποία θα επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών·

    43. υπογραμμίζει ότι οι ανάγκες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας των εφήβων διαφέρουν από αυτές των ενηλίκων· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι έφηβοι θα έχουν πρόσβαση σε φιλικές προς το χρήστη υπηρεσίες, στο πλαίσιο των οποίων οι ανησυχίες τους και τα δικαιώματά τους στην εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική ζωή θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη·

    44. καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν φιλικές προς τους εφήβους υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας που θα είναι σύμφωνες με την ηλικία, την ωριμότητα και τις εξελισσόμενες ικανότητές τους, δεν θα εισάγουν διακρίσεις λόγω φύλου, οικογενειακής κατάστασης, αναπηρίας και σεξουαλικού προσανατολισμού/ταυτότητας και δεν θα είναι αναγκαία η συγκατάθεση γονέα ή κηδεμόνα για την πρόσβαση σε αυτές·

    45. καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν υποχρεωτική σεξουαλική αγωγή και εκπαίδευση στις συναισθηματικές σχέσεις για όλα τα παιδιά και τους εφήβους, που θα παρέχεται σε ένα κοινό πλαίσιο για τα αγόρια και τα κορίτσια και θα είναι κατάλληλη για την ηλικία τους και για το φύλο τους·

    46. καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν προγράμματα και μαθήματα σε επίπεδο μεταπτυχιακής κατάρτισης και εκπαίδευσης για θέματα που αφορούν τη σεξουαλική υγεία και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, που να απευθύνονται σε φοιτητές ιατρικής και σε επαγγελματίες στον χώρο της υγείας, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι θα παρέχονται στο μέλλον σε γυναίκες και ζευγάρια συμβουλευτικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, με βάση την κατάσταση της υγείας τους και τις ανάγκες της προσωπικής και επαγγελματικής τους ζωής, σχετικά με την οικογένεια που επιθυμούν να αποκτήσουν·

    47. παροτρύνει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για την εξάλειψη όλων των φραγμών που παρεμποδίζουν την πρόσβαση των εφήβων σε ασφαλείς, αποτελεσματικές και οικονομικά προσιτές μεθόδους αντισύλληψης, συμπεριλαμβανομένων των προφυλακτικών, και να παρέχουν σαφείς πληροφορίες σχετικά με τα αντισυλληπτικά μέσα·

    48. υπενθυμίζει στα κράτη μέλη ότι πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα παιδιά και οι νέοι θα μπορούν να ασκούν το δικαίωμά τους να ζητούν, να λαμβάνουν και να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη σεξουαλικότητα, συμπεριλαμβανομένου του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας και της έκφρασης φύλου, με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία και το φύλο τους·

    49. επιμένει στην ανάγκη να θεσπίσουν τα κράτη μέλη μέτρα για την παροχή εργασίας σε νεαρές και ανήλικες μητέρες και σε εγκύους προκειμένου να τους παρασχεθεί στήριξη κατά την αντιμετώπιση των προβλημάτων της πρώιμης μητρότητας και να αποτραπούν περιπτώσεις θανάτωσης νεογέννητων μωρών·

    50. τονίζει ότι η σεξουαλική αγωγή πρέπει να περιλαμβάνει την καταπολέμηση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, καθώς και κάθε μορφής βίας λόγω φύλου και βίας εναντίον γυναικών και κοριτσιών, να παρέχει πληροφορίες και να καταγγέλλει τις διακρίσεις λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, καθώς και τα διαρθρωτικά εμπόδια που δυσχεραίνουν την ουσιαστική ισότητα και ειδικότερα την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, και επίσης να δίνει έμφαση στον αμοιβαίο σεβασμό και την αμοιβαία ευθύνη·

    51. υπογραμμίζει ότι η σεξουαλική αγωγή πρέπει να περιλαμβάνει αμερόληπτες πληροφορίες και να προβάλλουν θετική εικόνα των ΛΟΑΔΜ, με σκοπό την ουσιαστική θεμελίωση και προστασία των δικαιωμάτων των νεαρών ΛΟΑΔΜ·

    52. υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι η σεξουαλική αγωγή είναι ιδιαίτερα αναγκαία, επειδή οι νέοι έχουν από πολύ μικρή ηλικία πρόσβαση σε πορνογραφικό και ταπεινωτικό περιεχόμενο, ιδίως μέσω του διαδικτύου· υπογραμμίζει ότι, για τον λόγο αυτό, η σεξουαλική αγωγή πρέπει να εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσέγγιση στήριξης της συναισθηματικής ανάπτυξης των νέων ανθρώπων, ούτως ώστε να τους παρέχεται η δυνατότητα να συνάπτουν σχέσεις υπό το πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διοργανώνουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης που θα απευθύνονται σε γονείς και ενηλίκους που εργάζονται με νέους ανθρώπους σχετικά με τις καταστροφικές επιπτώσεις της πορνογραφίας στους εφήβους·

    53. ζητεί επίσης από τα κράτη μέλη να εστιάσουν την προσοχή τους στη θεμελιώδη ανάγκη για ολοκληρωμένη σεξουαλική αγωγή που να περιλαμβάνει τη συναισθηματική διάσταση των σχέσεων, δεδομένου του φαινομένου παρουσίασης των κοριτσιών ως σεξουαλικών αντικειμένων σε οπτικοακουστικό και ψηφιακό περιεχόμενο στο οποίο έχουν ευρεία πρόσβαση οι νέοι·

    54. καλεί τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της σεξουαλικής αγωγής, να εστιάσουν στην πρόληψη των ΣΜΛ, συμπεριλαμβανομένου του HIV, ενθαρρύνοντας τις σεξουαλικές συμπεριφορές που δεν ενέχουν κινδύνους και διευκολύνοντας την πρόσβαση σε μέσα προφύλαξης·

    Όσον αφορά την πρόληψη και θεραπεία των ΣΜΛ

    55. παρακινεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν άμεση και καθολική πρόσβαση στη θεραπεία των ΣΜΛ, που παρέχεται με ασφαλή και μη επικριτικό τρόπο·

    56. καλεί τα κράτη μέλη να διατηρήσουν και να αυξήσουν την ποιότητα και το επίπεδο πληροφόρησης που διατίθεται στο ευρύ κοινό, να ενισχύσουν τις πολιτικές τους που αποσκοπούν στην ευαισθητοποίηση για τις ΣΜΛ και ιδίως το HIV/AIDS, με βάση τις τελευταίες εξελίξεις και πρακτικές στον χώρο της υγείας, για τους τρόπους μετάδοσης των ασθενειών και για τις μεθόδους πρόληψης και να μεριμνήσουν επίσης για την αποφυγή ανεπιθύμητων κυήσεων·

    57. καλεί τα κράτη μέλη να παράσχουν δραστηριότητες πρόληψης πέραν της παροχής εθελοντικών συμβουλευτικών υπηρεσιών και εξετάσεων·

    58. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ασχοληθούν με το ζήτημα της ειδικής σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων των ανθρώπων που πάσχουν από HIV/AIDS, με έμφαση στις ανάγκες των γυναικών, και των ομάδων υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των εκδιδόμενων ατόμων, των κρατουμένων, των μεταναστών και των χρηστών ενδοφλέβιων ναρκωτικών, συγκεκριμένα, ενσωματώνοντας αφενός την πρόσβαση στις εξετάσεις και την αγωγή και αφετέρου εξαλείφοντας τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, όπως η ανισότητα των φύλων και οι διακρίσεις, που συμβάλλουν στον κίνδυνο μόλυνσης των γυναικών και των ομάδων υψηλού κινδύνου από τον ιό HIV/AIDS·

    59. καλεί την ΕΕ να προωθήσει την έρευνα και ανάπτυξη νέων και βελτιωμένων αποδεκτών, οικονομικά προσιτών, ευπρόσιτων υψηλής ποιότητας τεχνολογιών, διαγνωστικών μέσων και προληπτικών αγωγών και να πραγματοποιήσει σχετικές επενδύσεις, με στόχο το HIV & AIDS και άλλες ΣΜΛ καθώς και παραμελημένες τροπικές νόσους, με σκοπό τη μείωση της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι εν λόγω νόσοι για τη μητρική και την παιδική υγεία·

    60. καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποτελεσματικές και χωρίς αποκλεισμούς στρατηγικές για την πρόληψη του HIV, και να καταργήσουν κανονιστικές ρυθμίσεις και νόμους που επιβάλλουν κυρώσεις και στιγματίζουν τα άτομα που ζουν με HIV/AIDS, δεδομένου ότι οι εν λόγω νόμοι έχουν κριθεί αναποτελεσματικοί έως και αντιπαραγωγικοί για την πρόληψη του HIV·

    61. προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διευκολύνουν την πρόσβαση στις πληροφορίες, στα εμβόλια και στις θεραπείες για την πρόληψη της εκδήλωσης του ιού HIV στα βρέφη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και να εξασφαλίσουν την άμεση παροχή κατάλληλης θεραπείας μετά τη γέννηση σε περίπτωση μόλυνσης·

    Όσον αφορά τη βία που σχετίζεται με τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα

    62. καταδικάζει οποιαδήποτε παραβίαση της σωματικής ακεραιότητας των γυναικών, καθώς και τις επιβλαβείς πρακτικές που στοχεύουν στον έλεγχο της σεξουαλικότητας και της αναπαραγωγικής αυτοδιάθεσης των γυναικών, και ιδίως τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων· υπογραμμίζει ότι πρόκειται για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που τα κράτη μέλη οφείλουν να αντιμετωπίσουν επειγόντως·

    63. συνιστά στα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι γυναίκες και άνδρες όλων των κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων πρέπει να παρέχουν τη συγκατάθεσή τους κατόπιν πλήρους ενημέρωσης για όλες τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχονται και τις διαδικασίες στις οποίες υποβάλλονται, όπως οι υπηρεσίες αντισύλληψης, η στείρωση και η έκτρωση· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διαδικασίες που να εγγυώνται την απαγόρευση της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης σε χώρους παροχής υγειονομικής περίθαλψης στον τομέα της αναπαραγωγικής υγείας, εστιάζοντας ιδίως στα κέντρα κράτησης, στις φυλακές, στα ψυχιατρεία και στα γηροκομεία·

    64. υπενθυμίζει ότι η σεξουαλική βία ή η άσκηση σεξουαλικού ελέγχου σε βάρος των γυναικών, όπως ο βιασμός, συμπεριλαμβανομένου του βιασμού στο πλαίσιο του γάμου, ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, η σεξουαλική κακοποίηση, η αιμομιξία, η σεξουαλική εκμετάλλευση, η σεξουαλική παρενόχληση και οι καταναγκαστικοί πρόωροι γάμοι ή οι γάμοι μεταξύ παιδιών έχουν καταστροφικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία γυναικών και κοριτσιών, καθώς και στην αυτοεκτίμηση και τη χειραφέτησή τους· καλεί τα κράτη μέλη να ανταποκριθούν στην ανάγκη προστασίας των γυναικών και των κοριτσιών από αυτές τις μορφές κακοποίησης και να παρέχουν υπηρεσίες σε θύματα, με την υποστήριξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων, και να εστιάσουν στην εφαρμογή σχετικών μέτρων που να προβλέπουν αυστηρές ποινές για τους δράστες της κακοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της ποινικοποίησης του σεξουαλικού εξαναγκασμού·

    65. καλεί τα κράτη μέλη να υπογράψουν και να κυρώσουν τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας·

    66. καλεί τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες για ένταξη χώρες να εξασφαλίσουν ότι θα παρέχεται στις γυναίκες, η εγκυμοσύνη των οποίων είναι αποτέλεσμα βιασμού, καθώς και στις γυναίκες που αντιμετωπίζουν καταστάσεις που θέτουν την υγεία ή τη ζωή τους σε σοβαρό κίνδυνο, η δυνατότητα να υποβληθούν σε έκτρωση με όλες τις υγειονομικές και νομικές εγγυήσεις και χωρίς κανενός είδους περιορισμό·

    67. επιμένει ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα θα πρέπει να θεμελιώνονται στα υφιστάμενα διεθνή νομοθετικά μέσα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και σε βασικά έγγραφα πολιτικής συναίνεσης· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η θέση της ΕΕ που διατυπώθηκε κατά την προετοιμασία για τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Ρίο+20), σύμφωνα με την οποία η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αναγνωρίζεται ως οριζόντιο θέμα, θεμελιώδες για άλλες πτυχές της ανάπτυξης, δεν περιλήφθηκε στο τελικό έγγραφο του ΟΗΕ, λόγω της έλλειψης ενιαίας φωνής της ΕΕ·

    68. ζητεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση των διαδικασιών ICPD+20 (Διεθνής Διάσκεψη για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη), Πεκίνο+20 και Ρίο+20 στο πλαίσιο της περιόδου μετά το 2015·

    Όσον αφορά τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα και την επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια (ΕΑΒ)

    69. υπενθυμίζει στα κράτη μέλη ότι οι επενδύσεις στην αναπαραγωγική υγεία και τον οικογενειακό προγραμματισμό είναι ένας από τους πλέον αποδοτικούς από άποψη κόστους και ανάπτυξης και από τους πιο ουσιαστικούς τρόπους προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης μιας χώρας·

    70. τονίζει τη σημασία της εκπαίδευσης και της ευαισθητοποίησης στον τομέα της σεξουαλικής και της αναπαραγωγικής υγείας, ως αναπόσπαστου μέρους του προγράμματος για την υγεία των γυναικών στις αναπτυσσόμενες χώρες·

    71. ζητεί από την Επιτροπή να προβλέψει, στο πλαίσιο των θεματικών γραμμών του μέσου συνεργασίας για την ανάπτυξη, ειδική γραμμή για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, καθώς και επαρκή χρηματοδότηση για την ευρεία ατζέντα που αφορά την σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα σε όλα τα κατάλληλα μέσα·

    72. υπενθυμίζει την επείγουσα ανάγκη για κατηρτισμένους εργαζόμενους στον τομέα υγείας στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και για πρόληψη της διαρροής εγκεφάλων κατηρτισμένων επαγγελματιών στον τομέα υγείας μέσω της παροχής οικονομικών κινήτρων και της υποστήριξης της κατάρτισης· υπογραμμίζει τη σημασία των ολοκληρωμένων υπηρεσιών υγείας, μεταξύ άλλων στον τομέα του HIV και της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων, καθώς και της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών, των τοπικών αρχών, των κοινοτήτων, των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων στον τομέα της δημόσιας υγείας και των εθελοντικών οργανώσεων σε όλα τα επίπεδα κατά την κατάρτιση των υπηρεσιών υγείας· επιμένει, συγκεκριμένα, ως προς την ανάγκη διευκόλυνσης της πρόσβασης σε υπηρεσίες παροχής υγειονομικής πρόνοιας στον τομέα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές·

    73. υποστηρίζει τη σύσταση αριθ. 1903 (2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διάθεση ποσοστού 0,7% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος στην ΕΑΒ· καλεί την ΕΕ να τηρήσει την εν λόγω δέσμευση μέσω της χρηματοδότησης και εφαρμογής των εργαλείων εξωτερικών δράσεων της Ευρώπης 2014-2020 και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης·

    74. επισημαίνει ότι οι επιδημίες που πλήττουν σοβαρά ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες-εταίρους της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και η επιδημία του HIV, συνιστούν σοβαρό εμπόδιο για την ανάπτυξη·

    75. παροτρύνει τις οργανώσεις που λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ για την καταπολέμηση του HIV/AIDS και/ή για την προστασία της υγείας να αναπτύξουν σαφή, περιεκτική και διαφανή στρατηγική σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ενσωματώσουν στις παρεμβάσεις τους τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, καθώς και την πρόληψη του HIV·

    76. ζητεί από την ΕΕ να διασφαλίσει ότι η ευρωπαϊκή αναπτυξιακή συνεργασία θα υιοθετήσει μια προσέγγιση που θα βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι θα εστιάζει δυναμικά, ρητά, και μέσω συγκεκριμένων στόχων στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και στα συναφή δικαιώματα, αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στην παροχή υπηρεσιών οικογενειακού προγραμματισμού, στην μητρική και παιδική θνησιμότητα, στην ασφαλή έκτρωση, στην αντισύλληψη, στην πρόληψη και την καταπολέμηση του ιού HIV/AIDS και άλλων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, και στην εξάλειψη πρακτικών όπως είναι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο πρόωρος ή/και καταναγκαστικός γάμος, η επιλεκτική ανάλογα με το φύλο του εμβρύου έκτρωση και η υποχρεωτική στείρωση·

    77. ζητεί από τις αντιπροσωπείες της ΕΕ να συνεργαστούν με τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις για να εκπονήσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές που να εστιάζουν στην ενίσχυση της αξίας των γυναικών και των κοριτσιών στην κοινωνία, προκειμένου να καταπολεμηθούν η ανισότητα των φύλων, οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και των κοριτσιών και οι κοινωνικοί κανόνες που υπαγορεύουν την προτίμηση των αρσενικών παιδιών, δεδομένου ότι τα παραπάνω συνιστούν τα βαθύτερα αίτια της προγεννητικής επιλογής του φύλου, της παιδοκτονίας θηλυκών βρεφών και της άμβλωσης θηλυκών εμβρύων καθώς και τον εξαναγκασμό σε γάμο σε νεαρή ηλικία και τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων · τονίζει ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για τον περιορισμό της επιλογής του φύλου δεν θα πρέπει να παρακωλύουν ή να περιορίζουν το δικαίωμα των γυναικών να έχουν πρόσβαση σε νόμιμες τεχνολογίες και υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    78. ζητεί να εξαιρεθεί έμπρακτα η ανθρωπιστική βοήθεια που παρέχει η ΕΕ και τα κράτη μέλη της από τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι ΗΠΑ ή άλλοι χορηγοί στην ανθρωπιστική βοήθεια, ώστε να εξασφαλισθεί ιδίως η δυνατότητα έκτρωσης για τις γυναίκες και τα κορίτσια που έχουν πέσει θύματα βιασμού στο πλαίσιο ενόπλων συγκρούσεων·

    79. παροτρύνει την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) να εγείρουν, στο πλαίσιο των συζητήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ζήτημα των εμποδίων τα οποία παρουσιάζονται κατά την προσπάθεια απόκτησης πρόσβασης σε υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας και άσκησης των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων·

    80. υπενθυμίζει ότι με το Πρόγραμμα δράσης της Διεθνούς Διάσκεψης για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη (ΔΔΠΑ), το οποίο συμφωνήθηκε το 1994 στο Κάιρο, αναγνωρίστηκε ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα αντίστοιχα δικαιώματα είναι θεμελιώδη για την επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης·

    81. παροτρύνει, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή να εξακολουθήσει να συμπεριλαμβάνει στις αναπτυξιακές προτεραιότητές της την άρση όλων των εμποδίων που δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε ποιοτικές, οικονομικά προσιτές, αποδεκτές και ευπρόσιτες υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας (SRHS), σε υπηρεσίες προγεννητικής περίθαλψης και υγειονομικής περίθαλψης της μητέρας, συμπεριλαμβανομένων του εθελοντικού οικογενειακού προγραμματισμού, της πρόσβασης στην αντισύλληψη και στην ασφαλή έκτρωση και των φιλικών προς τους νέους υπηρεσιών, καταπολεμώντας παράλληλα τις διακρίσεις λόγω φύλου που οδηγούν σε επιλεκτικές ανάλογα με το φύλο και αναγκαστικές εκτρώσεις, σε υποχρεωτική στείρωση και σε σεξουαλική βία, και εξασφαλίζοντας την παροχή προμηθειών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, προμηθειών για την προγεννητική περίθαλψη και την υγειονομική περίθαλψη της μητέρας, καθώς και την πρόληψη και θεραπεία του HIV και τη σχετική φροντίδα και υποστήριξη, χωρίς διακρίσεις·

    82. προτρέπει την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να διασφαλίσουν ότι η διεργασία επιχειρησιακής επανεξέτασης της Διεθνούς Διάσκεψης για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη (ΔΔΠΑ+20) θα καταλήξει σε ολοκληρωμένη επανεξέταση όλων των πτυχών που συνδέονται με την πλήρη άσκηση των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων, ότι θα επαναβεβαιώσει μια ισχυρή και προοδευτική προσέγγιση σχετικά με τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα για όλους, ότι θα είναι συμβατή με τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα ενισχύσει τη λογοδοσία των κυβερνήσεων όσον αφορά την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων· καλεί ειδικότερα την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να εξασφαλίσουν ότι η διεργασία επανεξέτασης θα διενεργηθεί με συμμετοχικό τρόπο και ότι θα παράσχει στα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων της κοινωνίας των πολιτών, των γυναικών, των εφήβων και των νέων, τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής· υπενθυμίζει ότι το πλαίσιο για μια τέτοια επανεξέταση πρέπει να βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και να εστιάζει συγκεκριμένα στα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα·

    83. ζητεί από την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ, και ιδίως από τις επιτόπιες αντιπροσωπείες της ΕΕ, να έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, καθώς και η προγεννητική περίθαλψη και η υγειονομική περίθαλψη της μητέρας συνιστούν σημαντικούς παράγοντες για τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, στο πλαίσιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, της διακυβέρνησης, της ισότητας των φύλων και των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της οικονομικής ενδυνάμωσης των νέων και των γυναικών σε επίπεδο χώρας, καθώς και για την τρέχουσα διαδικασία προγραμματισμού της ΕΕ για την περίοδο 2014-2020·

    84. ζητεί από την ΕΕ να διασφαλίσει ότι η δυναμική του πληθυσμού, οι συνδέσεις που αφορούν τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα θα αποτελέσουν προτεραιότητα κατά τη διαμόρφωση του παγκοσμίου πλαισίου ανάπτυξης για την περίοδο μετά το 2015, έτσι ώστε όλα τα μεμονωμένα άτομα να μπορούν να ασκούν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, περιλαμβανομένων της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση, την ηλικία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα του φύλου, την φυλή, την εθνική καταγωγή, την αναπηρία, τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις· εμμένει στην άποψή του ότι η ΕΕ πρέπει να εκφραστεί με μία ενιαία, συνεκτική και ηγετική φωνή επί του θέματος·

    85. υπενθυμίζει ότι γυναίκες με ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ανά τον κόσμο πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση και παροχή συμβουλών· υπενθυμίζει ότι πρέπει επίσης να παρέχονται ποιοτικές και πλήρεις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και βοήθεια·

    86. ζητεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να τιμήσουν τη δέσμευσή τους να εφαρμόσουν πλήρως και αποτελεσματικά το πρόγραμμα δράσης της Διεθνούς Διάσκεψης για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη και τα αποτελέσματα των διασκέψεων αναθεώρησής του·

    87. ζητεί από την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να στηρίξουν τη συμμετοχή και τον ηγετικό ρόλο των εθνικών κυβερνήσεων, των τοπικών αρχών και της κοινωνίας των πολιτών όσον αφορά την παροχή και προώθηση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων, τα οποία είναι παγκόσμια και πρέπει να βασίζονται στον επιμερισμό των ευθυνών·

    88. ζητεί από το Κοινοβούλιο να ασχοληθεί με τις παραβιάσεις των διατάξεων περί της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του για «τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία ανά τον κόσμο και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του θέματος»·

    °

    °         °

    89. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

    • [1]  EE C 59 E, 23.2.2001, σ. 133.
    • [2]  EE C 320 E, 15.12.2005, σ. 12.
    • [3]  EE C 348 E, 21.12.2010, σ. 11.
    • [4]  ΕΕ L 224, 6.9.2003, σ.1.
    • [5]  ΕΕ L 403, 30.12.2006, σ.9.
    • [6]  ΕΕ L142, 30.4.2004, σ. 1.
    • [7]  ΕΕ C 305, 31.10.1994, σ. 80.
    • [8]  ΕΕ C 211, 22.7.1996, σ. 31.
    • [9]  ΕΕ C 271, 12.11.2003, σ. 219.
    • [10]  ΕΕ L 142, 30.4.2004, σ.1.
    • [11]  ΕΕ C 295, 4.12.2009.
    • [12]  ΕΕ C 296 E, 2.10.2012, σ. 26.
    • [13]  ΕΕ C 251, 31.08.13, σ.1.
    • [14]  Έκθεση της UNICEF με τίτλο: «Opportunity in crisis: preventing HIV from early adolescence to young adulthood» (Ευκαιρία στην κρίση: πρόληψη του HIV από την πρώιμη εφηβεία έως τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής), 2011.

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Το UNDP κατατάσσει ετησίως τις χώρες σύμφωνα με το επίπεδο ανισότητας των φύλων. Ο Δείκτης Ανισότητας των Φύλων υπολογίζεται βάσει της μειονεκτικής θέσης λόγω φύλου σε τρεις πτυχές της ζωής: αναπαραγωγική υγεία, χειραφέτηση και αγορά εργασίας[1]. Η παρούσα έκθεση εστιάζει στο πρώτο στοιχείο και στα αντίστοιχα δικαιώματα, όχι μόνο ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και ως μέσο επίτευξης ισότητας των φύλων.

    Τα κράτη μέλη, τα οποία συγκαταλέγονται στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, κατέχουν τις κορυφαίες θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών ανάλογα με την κατάσταση της αναπαραγωγικής υγείας του πληθυσμού τους[2]. Εντούτοις, τα δεδομένα που διατίθενται από τα κράτη μέλη αποκαλύπτουν έντονη ανισότητα στην σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία των γυναικών στην Ευρώπη.

    Σε διάφορες περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) έχει εκφράσει την υποστήριξή του για επενδύσεις στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα. Η ΕΕ μπορεί να υιοθετήσει μια ισχυρή θέση όσον αφορά τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα μόνο μέσω έντονης ώθησης από το εν λόγω θεσμικό όργανο.

    Η παρούσα έκθεση δημοσιεύεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική στιγμή. Το τρέχον πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο απειλεί το σεβασμό της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων. Λόγω της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, της οικονομικής ύφεσης και των σχετικών περικοπών στους κρατικούς προϋπολογισμούς τα κράτη μέλη έχουν την τάση να επιταχύνουν την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών υγείας και να μειώνουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας καθώς και το ποιοτικό τους επίπεδο[3]. Επιπλέον, έχουν προκύψει άκρως συντηρητικές θέσεις όσον αφορά τα εν λόγω θέματα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Όπως καταδεικνύεται σαφώς σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ουγγαρία, και σε περιφερειακά φόρα όπως η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων και ακόμα και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η αντίθεση στο δικαίωμα επιλογής γίνεται πιο ισχυρή και εκφράζεται εντονότερα. Δεδομένων αυτών των επιθέσεων, είναι σημαντικότερο από ποτέ το ΕΚ να υπερασπιστεί τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα ως ανθρώπινα δικαιώματα και να παράσχει μια χρήσιμη σύνοψη της κατάστασης που επικρατεί σε αυτόν τον τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    Σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία

    Σύμφωνα με την ΠΟΥ «η αναπαραγωγική υγεία αφορά τις αναπαραγωγικές διαδικασίες και λειτουργίες και το αναπαραγωγικό σύστημα σε όλα τα στάδια της ζωής. Συνεπάγεται ότι οι άνθρωποι είναι σε θέση να διάγουν μία υπεύθυνη, ικανοποιητική και ασφαλή σεξουαλική ζωή και ότι έχουν την ικανότητα να αναπαράγονται και την ελευθερία να αποφασίζουν εάν, πότε και πόσο συχνά θα αναπαράγονται. Στον ορισμό αυτό περιλαμβάνεται το δικαίωμα των ανδρών και των γυναικών να ενημερώνονται και να έχουν πρόσβαση σε ασφαλείς, αποτελεσματικές, οικονομικές και αποδεκτές μεθόδους ρύθμισης της γονιμότητας της επιλογής τους καθώς και το δικαίωμα πρόσβασης σε κατάλληλες υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης που επιτρέπουν στις γυναίκες να διέλθουν με ασφάλεια από τα στάδια της εγκυμοσύνης και του τοκετού και παρέχουν στα ζευγάρια τις καλύτερες πιθανότητες να αποκτήσουν ένα υγιές βρέφος.»[4]

    Η σεξουαλική υγεία ορίζεται ως «μια κατάσταση σωματικής, συναισθηματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευημερίας όσον αφορά τη σεξουαλικότητα· δεν είναι μόνο η απουσία ασθένειας, δυσλειτουργίας ή αναπηρίας. Η σεξουαλική υγεία απαιτεί μια θετική προσέγγιση της σεξουαλικότητας και των σεξουαλικών σχέσεων με σεβασμό στο άτομο, καθώς και τη δυνατότητα απόλαυσης ευχάριστων και ασφαλών σεξουαλικών εμπειριών, χωρίς εξαναγκασμό, διακρίσεις και βία. Για την επίτευξη και διατήρηση της σεξουαλικής υγείας, είναι απαραίτητος ο σεβασμός, η προστασία και η εκπλήρωση των σεξουαλικών δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων.»[5]

    Σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα

    Η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία διαφυλάσσεται μέσω σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων. Όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 96 της Πλατφόρμας Δράσης του Πεκίνου (1995), τα ανωτέρω δικαιώματα βασίζονται στα ανθρώπινα δικαιώματα στην ισότητα και την αξιοπρέπεια.

    Τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην υγειονομική περίθαλψη της μητέρας και στον οικογενειακό προγραμματισμό, περιλαμβάνουν ελευθερίες και δικαιώματα που συνδέονται με πολλά από τα ήδη καθιερωμένα αστικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Παρότι τα σεξουαλικά και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα είναι δύο διαφορετικές έννοιες, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα αποτελούν μια πτυχή των σεξουαλικών δικαιωμάτων, με τον ίδιο τρόπο που τα σεξουαλικά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων[6].

    Μητρική θνησιμότητα

    Παρότι η πλειονότητα των κρατών μελών εξακολουθούν να διατηρούν πολύ χαμηλά ποσοστά μητρικής θνησιμότητας (μεταξύ 2 και 10 θανάτων στις 100.000 γεννήσεις ζώντων νεογνών)[7], σε ορισμένα κράτη μέλη τα ποσοστά είναι σημαντικά υψηλότερα (34 στη Λετονία, 27 στη Ρουμανία, 21 στην Ουγγαρία και 20 στο Λουξεμβούργο). Ορισμένα κράτη μέλη δείχνουν ενθαρρυντικές τάσεις, για παράδειγμα από το 1990 έως το 2010, η μητρική θνησιμότητα στη Ρουμανία μειώθηκε από 170 σε 27, στη Λετονία από 54 σε 34, στη Βουλγαρία από 24 σε 11 και στη Λιθουανία από 34 σε 8. Εντούτοις, ταυτόχρονα σε άλλα κράτη μέλη παρατηρούνται ανησυχητικές τάσεις και διακυμάνσεις· η εκτιμώμενη μητρική θνησιμότητα στο Λουξεμβούργο αυξήθηκε σταθερά από 6 το 1990 σε 20 το 2010, ενώ η Ουγγαρία, παρότι κατάφερε να μειώσει τον αριθμό των θανάτων από 23 σε 10 κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, έφτασε τους 21 θανάτους το 2010[8]. Στο ψήφισμά του της 13ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την ετήσια έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία ανά τον κόσμο το 2011 και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του θέματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι η πρόληψη της θνησιμότητας και νοσηρότητας των μητέρων απαιτεί την αποτελεσματική προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γυναικών και κοριτσιών, ιδιαίτερα των δικαιωμάτων τους στη ζωή, την εκπαίδευση, την πληροφόρηση και την υγεία. Το ΕΚ τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει κατά συνέπεια να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο συμβάλλοντας στη μείωση των αποτρέψιμων επιπλοκών που παρατηρούνται πριν, κατά και μετά την εγκυμοσύνη και τον τοκετό.

    Συγκέντρωση δεδομένων

    Πολλά κράτη μέλη δεν συλλέγουν τα αναγκαία δεδομένα για την πλήρη μέτρηση της αναπαραγωγικής και σεξουαλικής υγείας. Για παράδειγμα, πάνω από τα δύο τρίτα των κρατών μελών δεν διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με το ποσοστό των εγκύων που είχαν τουλάχιστον μία επίσκεψη προγεννητικού ελέγχου και ένα τέταρτο των κρατών μελών δεν διαθέτουν δεδομένα σχετικά με το ποσοστό των γεννήσεων που παρακολουθούνται από ειδικευμένο επαγγελματία του τομέα της υγείας[9]. Παρότι η συγκέντρωση των εν λόγω δεδομένων μπορεί να θεωρείται περιττή από κάποιες ιδιαίτερα ανεπτυγμένες χώρες, τα δεδομένα αυτά είναι σημαντικοί δείκτες που επιτρέπουν τη συνεκτική παρακολούθηση των προτύπων αναπαραγωγικής υγείας. Είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να συλλέγουν και να παρακολουθούν πιο ολοκληρωμένα δεδομένα και στατιστικά στοιχεία όσον αφορά τους δείκτες της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας (ΣΜΛ, ποσοστά έκτρωσης και αντισύλληψης, μη καλυπτόμενη ανάγκη αντισύλληψης, εγκυμοσύνη στην εφηβεία...) τουλάχιστον ανά φύλο και ανά ηλικία. Προκειμένου να υπάρξει καλύτερη εικόνα της κατάστασης σε ολόκληρη την Ένωση, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να διασφαλίσει τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων και βέλτιστων πρακτικών.

    Σεξουαλική αγωγή

    Στην πλειονότητα των κρατών μελών, η σεξουαλική αγωγή είναι υποχρεωτική δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, αλλά το περιεχόμενο και η ποιότητά της ποικίλλουν. Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, οι βέλτιστες πρακτικές στη σεξουαλική αγωγή συναντώνται στις χώρες Benelux και στις Σκανδιναβικές χώρες, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Τα κράτη μέλη της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης τείνουν να έχουν ελλιπή ή και ανύπαρκτα προγράμματα σεξουαλικής αγωγής[10].

    Η αύξηση των ποσοστών γεννήσεων στην εφηβεία, εκτρώσεων και σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων (ΣΜΛ) συνήθως συνδέεται με ελλιπή ή ανεπαρκή σεξουαλική αγωγή. Τα τρέχοντα δεδομένα της ΕΕ συνάδουν με το ανωτέρω επιχείρημα, όπως φαίνεται από τα υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων από έφηβες και εκτρώσεων στα κράτη μέλη της Ανατολικής Ευρώπης[11].

    Παρότι η γενική τάση είναι η σταδιακή βελτίωση των προγραμμάτων σεξουαλικής αγωγής, η ανταλλαγή κοινών στόχων και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών της ΕΕ θα διευκόλυνε την εναρμόνιση των προτύπων σεξουαλικής αγωγής και θα συνεισέφερε στην επίτευξη μεγαλύτερης ισοτιμίας ως προς τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία για όλους τους νέους της Ευρώπης.

    Ποσοστά γεννήσεων από εφήβους και ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη

    Τα ποσοστά γεννήσεων από έφηβες[12] ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων από έφηβες (5 έως 9 γεννήσεις το χρόνο) συναντώνται επί του παρόντος στις Κάτω Χώρες, στη Σλοβενία, στη Δανία, στη Σουηδία, στην Κύπρο, στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο και στη Φινλανδία. Κάπως υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων από έφηβες (10 έως 20 γεννήσεις) συναντώνται στην πλειονότητα των κρατών μελών: Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Βέλγιο, Ελλάδα, Ισπανία, Τσεχική Δημοκρατία, Λετονία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Λιθουανία, Ουγγαρία και Μάλτα. Τα υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων από εφήβους παρατηρούνται στη Σλοβακία (22), στην Εσθονία (24), στη Ρουμανία (40) και στη Βουλγαρία (44).

    Παρά τις ενθαρρυντικές τάσεις σε ορισμένα κράτη μέλη, η έντονη απόκλιση μεταξύ των 5 γεννήσεων από έφηβες στις Κάτω Χώρες, των 26 στο Ηνωμένο Βασίλειο και των 44 στη Βουλγαρία δείχνει ότι πολλοί από τους νέους της Ευρώπης δεν διαθέτουν ακόμα τις αναγκαίες δεξιότητες και γνώσεις για να κάνουν υπεύθυνες σεξουαλικές και αναπαραγωγικές επιλογές.

    Εκτός από τον απρογραμμάτιστο χαρακτήρα της πλειονότητας των κυήσεων εφήβων και της γενικότερης έλλειψης προετοιμασίας των νέων κοριτσιών για τη μητρότητα, οι γεννήσεις από έφηβες συχνά έχουν μακροχρόνιες συνέπειες. Προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη εμφανίζονται συχνότερα σε κυήσεις εφήβων παρά σε κυήσεις ενηλίκων (π.χ. αποβολές, νεογνικός θάνατος). Επιπλέον, μελέτες δείχνουν ότι οι έφηβες μητέρες έχουν λιγότερες πιθανότητες να αποφοιτήσουν από το σχολείο και περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν στη φτώχεια. Περαιτέρω, τα παιδιά με έφηβες μητέρες συχνά είναι ελλιποβαρή και αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και ανάπτυξης[13].

    Οι ενήλικες γυναίκες αντιμετωπίζουν και αυτές το πρόβλημα της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, που ενδέχεται να οφείλεται σε διάφορους λόγους: αποτυχημένη αντισύλληψη, ακατάλληλη ή ασυνεπής χρήση αντισύλληψης, σεξουαλικοί σύντροφοι που αντιτίθενται στη χρήση της αντισύλληψης, σεξουαλικός εξαναγκασμός ή βιασμός, ή προβλήματα υγείας. Όπως αναφέρει η ΠΟΥ, «ακόμα και μια προγραμματισμένη εγκυμοσύνη μπορεί να καταστεί ανεπιθύμητη εάν αλλάξουν οι περιστάσεις»[14].

    Έκτρωση

    Είκοσι κράτη μέλη επιτρέπουν δια νόμου την έκτρωση κατόπιν αιτήματος. Από τα επτά που απομένουν, τρία κράτη μέλη (Μεγάλη Βρετανία, Φινλανδία, Κύπρος) προβλέπουν μια ευρεία ερμηνεία των περιορισμών, ενώ σε τρία άλλα κράτη μέλη (Ιρλανδία, Πολωνία, Λουξεμβούργο) η αυστηρή ερμηνεία των περιορισμών και η γενικότερη απροθυμία ή ο φόβος εκτέλεσης εκτρώσεων έχει ως αποτέλεσμα οι νόμιμες (καταγεγραμμένες) εκτρώσεις να συμβαίνουν σπάνια, αν όχι ποτέ. Η Μάλτα είναι το μόνο κράτος μέλος που απαγορεύει δια νόμου την έκτρωση χωρίς εξαιρέσεις[15]. Λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται η έκτρωση μπορεί να είναι εάν η σωματική ή/και ψυχική υγεία της γυναίκας τίθεται σε κίνδυνο, σε περίπτωση ανωμαλίας του εμβρύου, σε περίπτωση βιασμού, ή για ιατρικούς ή κοινωνικο-οικονομικούς λόγους. Στην πλειονότητα των κρατών μελών το όριο της κύησης για την έκτρωση είναι 12 εβδομάδες. Οι χρεώσεις της έκτρωσης ποικίλλουν πάρα πολύ ανάλογα με το κράτος μέλος· στις χώρες όπου η εθνική ασφάλιση καλύπτει τις εκτρώσεις, συνήθως καλύπτονται μόνο οι εκτρώσεις για ιατρικούς λόγους. Ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν υποχρεωτική περίοδο αναμονής και οι ανήλικες που επιθυμούν να κάνουν έκτρωση ενδέχεται να χρειάζονται γονική συναίνεση[16].

    Πρέπει να σημειωθεί ότι προβάλλονται ολοένα και περισσότερα εμπόδια στις υπηρεσίες έκτρωσης ακόμα και σε χώρες με νομοθεσία που επιτρέπει την έκτρωση. Κατά κύριο λόγο, οι γυναίκες αναγκάζονται να υποστούν την ανεξέλεγκτη χρήση της αντίρρησης συνείδησης εκ μέρους των παρόχων υπηρεσιών αναπαραγωγικής υγείας, υποχρεωτικές περιόδους αναμονής ή μεροληπτικές συμβουλευτικές υπηρεσίες[17]. Η πρακτική της αντίρρησης συνείδησης έχει οδηγήσει στον αποκλεισμό πολλών γυναικών από την πρόσβαση σε υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας, όπως σε πληροφορίες, πρόσβαση σε και αγορά αντισύλληψης, προγεννητικών ελέγχων και νόμιμης διακοπής της κύησης. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις στη Σλοβακία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, την Ιρλανδία και την Ιταλία όπου σχεδόν το 70% των γυναικολόγων και το 40% των αναισθησιολόγων προβάλλουν λόγους αντίρρησης συνείδησης για να μην παράσχουν υπηρεσίες έκτρωσης. Τα εν λόγω εμπόδια έρχονται σε σαφή αντίθεση με τα πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με τα διεθνή ιατρικά πρότυπα[18].

    Δεν είναι σπάνια η πρακτική γυναικών που ζουν σε χώρες με περιοριστικές πολιτικές στον τομέα της έκτρωσης να ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη για να κάνουν έκτρωση. Εντούτοις, αυτή η πρακτική συνεπάγεται υψηλή οικονομική επιβάρυνση για ορισμένες ομάδες, καθώς και την πιθανότητα ποινικής δίωξης στη χώρα διαμονής τους. Επιπλέον, δυσχεραίνει τη συλλογή αξιόπιστων δεδομένων σχετικά με την έκτρωση. Η μετακίνηση σε άλλη χώρα για νόμιμη έκτρωση είναι επίσης συχνά απαραίτητη σε ορισμένα κράτη μέλη για γυναίκες που ζουν σε αγροτικές περιοχές[19]. Στην πράξη, η απαγόρευση επηρεάζει ιδιαιτέρως ήδη περιθωριοποιημένες γυναίκες -όσες δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα σε άλλα κράτη της ΕΕ για να λάβουν υπηρεσίες έκτρωσης, όπως γυναίκες σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, αιτούσες άσυλο, γυναίκες υπό τη μέριμνα ή την κράτηση του κράτους, κλπ.- γεγονός που συμβάλλει στην αύξηση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας στην Ένωση.

    Τα κράτη μέλη με το χαμηλότερο αριθμό καταγεγραμμένων εκτρώσεων[20] είναι η Γερμανία, η Ελλάδα, η Δανία και η Πορτογαλία (από 7 έως 9 νόμιμες εκτρώσεις ανά 1000 γυναίκες ηλικίας 15-44 ετών), ενώ τα κράτη μέλη με τον υψηλότερο αριθμό καταγεγραμμένων εκτρώσεων είναι η Εσθονία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Λετονία, η Ουγγαρία και η Σουηδία (από 35 έως 21 εκτρώσεις), και ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο (17) και η Γαλλία (18)[21].

    Λόγω των πιθανών συνεπειών της απαγόρευσης της έκτρωσης για τη δημόσια υγεία, είναι προφανές ότι η απαγόρευση των εκτρώσεων δεν θα οδηγήσει στη μείωση του αριθμού τους· αντιθέτως θα ήταν πιο αποτελεσματικό να εστιάσουμε στην πρόληψη των ανεπιθύμητων κυήσεων[22]. Τέλος, υπάρχει πολύ μικρή σχέση μεταξύ της νομιμότητας της έκτρωσης και της συχνότητας των εκτρώσεων, ενώ υπάρχει σημαντική σχέση μεταξύ της νομιμότητας και της ασφάλειας των εκτρώσεων. Επιπλέον, σύμφωνα με την ΠΟΥ, «το κόστος εκτέλεσης μιας ασφαλούς έκτρωσης είναι [… .] το ένα δέκατο του κόστους της θεραπείας των συνεπειών μιας μη ασφαλούς έκτρωσης.»[23]

    Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η τρέχουσα έμφαση στις οικογενειακές πολιτικές λόγω της δημογραφικής κρίσης έχει επίσης άμεσο και έμμεσο αντίκτυπο στις πολιτικές επιλογές όσον αφορά τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα. Φαίνεται να επικρατεί η ιδέα ότι η απαγόρευση της έκτρωσης θα οδηγήσει στην αύξηση των γεννήσεων και ότι εάν επιτραπεί, η έκτρωση θα αποτελέσει παράγοντα της μείωσης του πληθυσμού. Αυτή η ιδέα δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα δεδομένα και πιστεύουμε ότι η βελτίωση των δυνατοτήτων των μητέρων και πατέρων να επιτύχουν καλύτερη ισορροπία μεταξύ της ιδιωτικής και της επαγγελματικής τους ζωής θα αποτελούσε πολύ πιο αποτελεσματική στήριξη του ποσοστού των γεννήσεων στην Ευρώπη.

    Σεξουαλικά Μεταδιδόμενες Λοιμώξεις

    Η ΕΕ ερευνά συστηματικά ορισμένες ΣΜΛ: HIV, σύφιλη, συγγενή σύφιλη, γονόρροια, χλαμύδια και αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα (LGV). Σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 2119/98/EK, τα κράτη μέλη οφείλουν να υποβάλλουν δεδομένα σχετικά με όλες τις αναγκαίες μεταβλητές· ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε στην πράξη, ενώ ορισμένα εθνικά συστήματα παρακολούθησης των ΣΜΛ δεν είναι πλήρη. Κατά συνέπεια, η σύγκριση και ο προσδιορισμός τάσεων ενδέχεται να βασίζεται σε ανεπαρκή ή ανύπαρκτα δεδομένα.

    Το μέσο ποσοστό νέων περιπτώσεων HIV ανά έτος στα κράτη μέλη είναι 5,7 ανά 100.000 κατοίκους· τα χαμηλότερα ποσοστά το 2010 καταγράφηκαν στη Σλοβακία (0,5) και τη Ρουμανία (0,7) και τα υψηλότερα στην Εσθονία (27,8), τη Λετονία (12,2), το Βέλγιο (11) και το Ηνωμένο Βασίλειο (10,7). Από τα δεδομένα που αναλύθηκαν βάσει της ηλικίας, το 11% των νέων περιπτώσεων HIV αφορούσε νεαρά πρόσωπα ηλικίας 15 έως 24 ετών[24].

    Είναι σημαντικό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τη συγκεκριμένη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα των γυναικών που ζουν με τον ιό HIV, ως μέρος μιας ολιστικής προσέγγισης για την καταπολέμηση της επιδημίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της επέκτασης της πρόσβασης σε προγράμματα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, της ενσωμάτωσης της πρόσβασης στις εξετάσεις και τη θεραπεία του HIV/AIDS, της αλληλοϋποστήριξης μεταξύ πασχόντων, μέσω υπηρεσιών συμβουλευτικής και πρόληψης και μέσω της αντιστροφής των υποκείμενων κοινωνικοοικονομικών παραγόντων που συνεισφέρουν στον κίνδυνο των γυναικών να προσβληθούν από τον ιό HIV/AIDS, όπως είναι η ανισότητα των φύλων, οι διακρίσεις και η έλλειψη προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

    Βία που σχετίζεται με τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα

    Εκτιμάται ότι επτά στις δέκα γυναίκες υφίστανται σωματική ή/και σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Η βία βάσει του φύλου συνιστά μια μορφή διάκρισης που πλήττει σοβαρά την ικανότητά τους να απολαμβάνουν δικαιώματα και ελευθερίες βάσει ισότητας με τους άνδρες. Η σεξουαλική βία έχει καταστροφικό και μακροχρόνιο αντίκτυπο στην ψυχολογική και σωματική υγεία και ευημερία των θυμάτων και των επιζώντων αυτής της βίας. Ο σεβασμός και η προώθηση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και η προστασία και άσκηση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη ισότητας μεταξύ των φύλων και για τη χειραφέτηση των γυναικών, προκειμένου να μπορέσουν να απολαύσουν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες τους, καθώς και για την πρόληψη και το μετριασμό της βίας κατά των γυναικών.

    Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί επίσης σε επιβλαβείς παραδοσιακές πρακτικές, όπως είναι ο ακρωτηριασμός/η κοπή των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο πρόωρος και καταναγκαστικός γάμος, επειδή οι εν λόγω πρακτικές μπορεί να έχουν καταστροφικό αντίκτυπο στην ευημερία, τις σεξουαλικές σχέσεις, τις εγκυμοσύνες και τη γέννα, αλλά και στις τοπικές κοινότητες.

    Η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα στην Επίσημη Αναπτυξιακή Βοήθεια

    Η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα είναι απαραίτητα στοιχεία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ανάπτυξης και αποτελούν τη βάση της κοινωνικής και οικονομικής προόδου. Πρόσφατα συλλεχθέντα δεδομένα δείχνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές προκλήσεις όσον αφορά τα ζητήματα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας ανά τον κόσμο και συγκεκριμένα σε αναπτυσσόμενες χώρες.

    Εκτός από την ανάληψη ισχυρών πολιτικών δεσμεύσεων, η ΕΕ πρέπει επίσης να αναλάβει το ρόλο της ως αναπτυξιακός και πολιτικός φορέας στον αγώνα για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα. Η ΕΕ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προώθηση, επιβολή και υπεράσπιση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων σε διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του αναπτυξιακού πλαισίου μετά το 2015, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο πληθυσμός και η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αποτελούν προτεραιότητες για τη διαμόρφωση του παγκόσμιου αναπτυξιακού πλαισίου μετά το 2015 και τη συνέχεια που δόθηκε στη Διάσκεψη του Ρίο+20.

    Τα κράτη μέλη πρέπει να συμβάλουν στην επιτάχυνση της προόδου για την επίτευξη του 5ου Αναπτυξιακού Στόχου της Χιλιετίας και των δύο επιμέρους στόχων του μέσω της ολοκληρωμένης μέριμνας για την αναπαραγωγική, μητρική, νεογνική και παιδική υγεία. Η εν λόγω μέριμνα μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών οικογενειακού προγραμματισμού, προγεννητικής περίθαλψης, παρακολούθησης της γέννας από ειδικευμένους επαγγελματίες, επείγουσας μαιευτικής και νεογνικής περίθαλψης, μεταγεννητικής περίθαλψης και μεθόδων πρόληψης και θεραπείας σεξουαλικά μεταδιδόμενων ασθενειών και λοιμώξεων, όπως ο ιός HIV. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να προωθούν συστήματα που παρέχουν ίση πρόσβαση σε προσιτές, ισότιμες και ολοκληρωμένες υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης υψηλής ποιότητας και περιλαμβάνουν προληπτική και κλινική περίθαλψη σε επίπεδο τοπικής κοινότητας.

    Το ΕΚ μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο διασφαλίζοντας ότι η ευρωπαϊκή αναπτυξιακή συνεργασία υιοθετεί μια προσέγγιση που βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι εστιάζει ρητά, δυναμικά και μέσω συγκεκριμένων στόχων στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και ανάπτυξη και στα συναφή δικαιώματα.

    • [1]  Ταμείο Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (2011). Human Development Report 2011: Sustainability and Equity: A Better Future for All, Technical Note 3 (Έκθεση για την ανθρώπινη ανάπτυξη 2011: Βιωσιμότητα και ισότητα: ένα καλύτερο μέλλον για όλους), τεχνικό σημείωμα 3.
    • [2]  Όπως φαίνεται από τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του Δείκτη Ανισότητας των Φύλων. UNDF(2011). Human Development Report 2011: Sustainability and Equity: A Better Future for All. (Έκθεση για την ανθρώπινη ανάπτυξη 2011: Βιωσιμότητα και ισότητα: ένα καλύτερο μέλλον για όλους) Στατιστικό παράρτημα, πίνακας 4.
    • [3]  Ψήφισµα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Μαρτίου 2013 σχετικά µε τον αντίκτυπο της οικονοµικής κρίσης στην ισότητα των φύλων και τα δικαιώµατα των γυναικών.
    • [4]  Επιτροπή παγκόσμιας πολιτικής της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (1994). Position Paper on Health, Population and development for the International Conference on Population and Development (Θέση της ΠΟΥ σχετικά με την υγεία, τον πληθυσμό και την ανάπτυξη στη Διεθνή Διάσκεψη για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη), Κάιρο, 5-13 Σεπτεμβρίου 1994, σ. 24, παράγραφος 89.
    • [5]  ΠΟΥ (2006). Defining sexual health: Report of a technical consultation on sexual health (Oρισμός της σεξουαλικής υγείας: Έκθεση που αφορά τεχνική διαβούλευση για τη σεξουαλική υγεία), 28-31 Ιανουαρίου 2002, Γενεύη.
    • [6]  Yamin, A. E. (Ed.), 2005, Learning to dance: Advancing women’s reproductive health and well-being from the perspectives of public health and human rights, Cambridge, Harvard University Press.
    • [7]  Θεωρείται ότι «οι χώρες με 1-10 θανάτους ανά 100 000 γεννήσεις έχουν ουσιαστικά το ίδιο επίπεδο και ότι οι διαφορές είναι τυχαίες», βλ. υποσημείωση 1.
    • [8]  Διυπηρεσιακή ομάδα εκτίμησης της θνησιμότητας μητέρων των Ηνωμένων Εθνών (2012). Trends in maternal mortality 1990 to 2010: WHO, UNICEF, UNFPA and The World Bank estimates (Tάσεις στη μητρική θνησιμότητα 1990 έως 2010, εκτιμήσεις των ΠΟΥ, UNICEF, UNFPA και της Παγκόσμιας Τράπεζας).
    • [9]  UNDF(2011). Human Development Report 2011: Sustainability and Equity: A Better Future for All. (Έκθεση για την ανθρώπινη ανάπτυξη 2011: Βιωσιμότητα και ισότητα: ένα καλύτερο μέλλον για όλους) Στατιστικό παράρτημα, πίνακας 4.
    • [10]  Beaumont, K· Maguire, M· Schulze, E· Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2013). Policies for Sexuality Education in the European Union (Πολιτικές για τη σεξουαλική αγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση), διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.europarl.europa.eu/committees/en/femm
    • [11]  Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (Ιούνιος 2012). Sexually Transmitted Infections in Europe 1990-2010 (Σεξουαλικά Μεταδιδόμενες Λοιμώξεις στην Ευρώπη 1990-2010).
    • [12]  Ετήσιος αριθμός γεννήσεων από κορίτσια ηλικίας 15-19 ετών ανά 1.000 κορίτσια σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
    • [13]  Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (Ιούνιος 2012). Sexually Transmitted Infections in Europe 1990-2010 (Σεξουαλικά Μεταδιδόμενες Λοιμώξεις στην Ευρώπη 1990-2010).
    • [14]  ΠΟΥ (2012). Σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία: δεδομένα και αριθμοί σχετικά με την έκτρωση στην περιφέρεια της Ευρώπης.
    • [15]  Βλέπε UN ICPD Beyond 2014 Review (Ιούλιος 2012), Country Implementation Profiles· IPPF (Μάιος 2012), Abortion Legislation in Europe (Νομοθεσία περί έκτρωσης στην Ευρώπη).
    • [16]  IPPF (Μάιος 2012). Abortion Legislation in Europe (Νομοθεσία περί έκτρωσης στην Ευρώπη).
    • [17]  Έκθεση της Christine McCafferty του Συμβουλίου της Ευρώπης, Women’s access to lawful medical care: the problem of unregulated use of conscientious objection (Η πρόσβαση των γυναικών στη νόμιμη ιατρική περίθαλψη: το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης χρήσης της αντίρρησης συνείδησης), 20.07.2010 και Ψήφισμα 1763 (2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης.
    • [18] ΠΟΥ (2η έκδοση, 2012), Safe abortion: (Ασφαλής έκτρωση: τεχνική και πολιτική καθοδήγηση για τα συστήματα υγείας).
    • [19]  IPPF (Μάιος 2012), Abortion Legislation in Europe (Νομοθεσία περί έκτρωσης στην Ευρώπη).
    • [20]  Εξαιρούνται τα κράτη μέλη με τις πλέον περιοριστικές πολιτικές (Ιρλανδία, Πολωνία, Λουξεμβούργο και Μάλτα).
    • [21]  Δεν διατίθενται δεδομένα για την Αυστρία, την Κύπρο, το Λουξεμβούργο και τη Μάλτα. Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών: Τμήμα Πληθυσμού (Μάρτιος 2011), World Abortion Policies 2011 (Παγκόσμιες πολιτικές έκτρωσης 2011).
    • [22]  IPPF (Μάιος 2012), Abortion Legislation in Europe (Νομοθεσία περί έκτρωσης στην Ευρώπη).
    • [23]  ΠΟΥ (2012). Σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία: facts and figures about abortion in the European region (Σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία: δεδομένα και αριθμοί σχετικά με την έκτρωση στην περιφέρεια της Ευρώπης).
    • [24]  Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC)/Περιφερειακό Γραφείο για την Ευρώπη της ΠΟΥ, HIV/AIDS surveillance in Europe 2011 (Παρακολούθηση του HIV/AIDS στην Ευρώπη το 2011).

    ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

    της Anna Zaborska

    Το παρόν μη δεσμευτικό ψήφισμα παραβιάζει τη Συνθήκη της ΕΕ και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καθιέρωση δικαιώματος στην έκτρωση ή κατά της πλήρους εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών αριθ. ECI(2012)000005. Καμία νομικά δεσμευτική συνθήκη, ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΑΔ), ούτε το εθιμικό διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αδιαμφισβήτητη πηγή που θεσπίζει ή αναγνωρίζει δικαίωμα στην έκτρωση. Όλα τα όργανα, οι υπηρεσίες και οι οργανισμοί της EE πρέπει να εξακολουθήσουν να τηρούν ουδέτερη στάση στο ζήτημα της έκτρωσης. Το ΔΕΚ επιβεβαιώνει (C-34/10) ότι κάθε ανθρώπινο ωάριο ήδη από το στάδιο της γονιμοποιήσεως αποτελεί ανθρώπινο έμβρυο, το οποίο πρέπει να προστατεύεται. Στη Δήλωση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναφέρεται ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα σε νομική προστασία τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του. Η βοήθεια της Ένωσης δεν πρέπει να παρέχεται σε οποιαδήποτε αρχή ή οργάνωση που προωθεί, στηρίζει ή συμμετέχει στη διαχείριση οποιασδήποτε δράσης που συνεπάγεται έκτρωση. Πρέπει να διατηρηθεί το ανθρώπινο δικαίωμα της αντίρρησης συνείδησης παράλληλα με την ευθύνη του κράτους να εξασφαλίζει την πρόσβαση των ασθενών σε νόμιμη και έγκαιρη ιατρική περίθαλψη, ιδίως σε περιπτώσεις επείγοντος περιστατικού που σχετίζεται με την προγεννητική υγεία και την υγεία της μητέρας. Κανένα πρόσωπο, νοσοκομείο ή ίδρυμα δεν πρέπει να εξαναγκάζεται, να θεωρείται υπεύθυνο ή να υπόκειται σε διακρίσεις με οποιονδήποτε τρόπο λόγω της άρνησής του να εκτελέσει, να επιτρέψει, να βοηθήσει ή να υποβληθεί σε πρακτικές που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον θάνατο ανθρώπινου εμβρύου.

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ανάπτυξης (10.7.2013)

    προς την Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων

    σχετικά με την σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα
    (2013/2040(INI))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Michael Cashman

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Ανάπτυξης καλεί την Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    1.  επιμένει ότι η καθολική πρόσβαση στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα (SRHR) συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η συνεργασία για την ανάπτυξη και το μελλοντικό πλαίσιο για την παγκόσμια ανάπτυξη θα υιοθετήσουν μια προσέγγιση βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα και το φύλο και θα δίνουν ισχυρή και σαφή έμφαση, συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμους δείκτες όσον αφορά τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, δίνοντας προτεραιότητα στην ενδυνάμωση των γυναικών και των νέων, και στην ισότητα των φύλων·

    2.  ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, από την Επιτροπή να εξακολουθήσει να συμπεριλαμβάνει στις αναπτυξιακές προτεραιότητές της την άρση όλων των εμποδίων προκειμένου να είναι δυνατή η πρόσβαση σε ποιοτικές, οικονομικά προσιτές, αποδεκτές και προσβάσιμες υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας (SRHS), σε υπηρεσίες προγεννητικής περίθαλψης και υγειονομικής περίθαλψης της μητέρας, συμπεριλαμβανομένων του εθελοντικού οικογενειακού προγραμματισμού, της πρόσβασης στην αντισύλληψη και στην ασφαλή άμβλωση και των φιλικών προς τους νέους υπηρεσιών, καταπολεμώντας παράλληλα τις διακρίσεις λόγω φύλου που οδηγούν σε επιλεκτικές ανάλογα με το φύλο και αναγκαστικές εκτρώσεις, σε υποχρεωτική στείρωση και σε σεξουαλική βία, και εξασφαλίζοντας την παροχή προμηθειών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, προμηθειών για την προγεννητική περίθαλψη και την υγειονομική περίθαλψη της μητέρας, καθώς και την πρόληψη και θεραπεία του HIV και τη σχετική φροντίδα και υποστήριξη, χωρίς διακρίσεις·

    3.  ζητεί από την Επιτροπή να προβλέψει, στο πλαίσιο των θεματικών γραμμών του μέσου συνεργασίας για την ανάπτυξη, ειδική γραμμή για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, καθώς και επαρκή χρηματοδότηση για την ευρεία ατζέντα που αφορά την σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα σε όλα τα κατάλληλα μέσα·

    4.  ζητεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση των διαδικασιών ICPD+20 (Διεθνής Διάσκεψη για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη), Πεκίνο+20 και Ρίο+20 στο πλαίσιο της περιόδου μετά το 2015·

    5.  αναγνωρίζει ότι η καθολική πρόσβαση σε ποιοτική υγειονομική περίθαλψη και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, της προγεννητικής περίθαλψης και της υγειονομικής περίθαλψης της μητέρας, και η εκπαίδευση συμβάλλουν στη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, στη μείωση της βρεφικής, παιδικής και μητρικής θνησιμότητας, καθώς και στην ενδυνάμωση των γυναικών και των νέων και ότι, ως εκ τούτου, συνιστούν μια άκρως αποτελεσματική ως προς το κόστος στρατηγική δημόσιας υγείας και ανάπτυξης·

    6.  επιμένει ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα θα πρέπει να θεμελιώνονται στις υφιστάμενες διεθνείς νομοθετικές πράξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και σε βασικά έγγραφα πολιτικής συναίνεσης· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του που η θέση της ΕΕ που διατυπώθηκε κατά την προετοιμασία για τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Ρίο+20) σύμφωνα με την οποία η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα αναγνωρίζονταν ως οριζόντιο θέμα, θεμελιώδες για άλλες πτυχές της ανάπτυξης, δεν περιλήφθηκε στο τελικό έγγραφο του ΟΗΕ, λόγω της έλλειψης ενιαίας φωνής της ΕΕ·

    7.  ζητεί από την ΕΕ να διασφαλίσει ότι η δυναμική του πληθυσμού, οι συνδέσεις που αφορούν τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα θα αποτελέσουν προτεραιότητα κατά τη διαμόρφωση του παγκοσμίου πλαισίου ανάπτυξης για την περίοδο μετά το 2015, έτσι ώστε όλα τα μεμονωμένα άτομα να μπορούν να ασκούν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, περιλαμβανομένων της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, την ηλικία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα του φύλου, την φυλή, την εθνική καταγωγή, την αναπηρία, τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις τους· εμμένει στην άποψή του ότι η ΕΕ πρέπει να εκφραστεί με μία ενιαία, συνεκτική και ηγετική φωνή επί του θέματος·

    8.  επιμένει ότι εάν δοθεί η δυνατότητα σε γυναίκες, κορίτσια και ζευγάρια να απολαύουν της θεμελιώδους ελευθερίας τους να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική τους ζωή, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον και πότε θα τεκνοποιήσουν, θα τους δοθεί η ευκαιρία να ασκούν δραστηριότητες όπως η εκπαίδευση και η απασχόληση, κάτι που συμβάλλει στην ισότητα των φύλων, στη μείωση της φτώχειας και στην βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς· σημειώνει ότι η δυνατότητα των οικογενειών να επιλέγουν να αποκτούν λιγότερα παιδιά, αφήνοντας περισσότερο χρόνο μεταξύ των γεννήσεων, τους επιτρέπει ενδεχομένως να επενδύουν περισσότερο στην εκπαίδευση και την υγεία του κάθε παιδιού·

    9.  ζητεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να τηρήσουν τη δέσμευσή τους να εφαρμόσουν πλήρως και αποτελεσματικά το πρόγραμμα δράσης της Διεθνούς Διάσκεψης για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη και τα αποτελέσματα των διασκέψεων αναθεώρησής του·

    10. ζητεί από την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), και ιδίως από τις επιτόπιες αντιπροσωπείες της ΕΕ, να έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, καθώς και η προγεννητική περίθαλψη και η υγειονομική περίθαλψη της μητέρας συνιστούν σημαντικούς παράγοντες για τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, στο πλαίσιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, της διακυβέρνησης, της ισότητας των φύλων και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της οικονομικής ενδυνάμωσης των νέων και των γυναικών σε επίπεδο χώρας, καθώς και για την τρέχουσα διαδικασία προγραμματισμού της ΕΕ για την περίοδο 2014-2020·

    11. ζητεί από τις αντιπροσωπείες της ΕΕ να συνεργαστούν με τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις έτσι ώστε να εκπονήσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές που να εστιάζουν στην ενίσχυση της αξίας των γυναικών και των κοριτσιών στην κοινωνία, προκειμένου να καταπολεμηθούν η ανισότητα των φύλων, οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και των κοριτσιών και οι κοινωνικοί κανόνες που υπαγορεύουν την προτίμηση των αρσενικών παιδιών, δεδομένου ότι τα παραπάνω συνιστούν τα βαθύτερα αίτια της προγεννητικής επιλογής του φύλου, της παιδοκτονίας θηλυκών βρεφών και της άμβλωσης θηλυκών εμβρύων καθώς και τον εξαναγκασμό σε γάμο σε νεαρή ηλικία και τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων · τονίζει ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για τον περιορισμό της επιλογής του φύλου δεν θα πρέπει να παρακωλύουν ή να περιορίζουν το δικαίωμα των γυναικών για πρόσβαση σε νόμιμες τεχνολογίες και υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας·

    12. ζητεί από τις οργανώσεις που λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ για την καταπολέμηση του HIV/AIDS και/ή για την προστασία της υγείας να αναπτύξουν σαφή, περιεκτική και διαφανή στρατηγική σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ενσωματώσουν στις παρεμβάσεις τους τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, καθώς και την πρόληψη του HIV·

    13. ζητεί από την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να στηρίξουν τη συμμετοχή και τον ηγετικό ρόλο των εθνικών κυβερνήσεων, των τοπικών αρχών και της κοινωνίας των πολιτών στην παροχή και προώθηση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων, τα οποία είναι παγκόσμια και πρέπει να βασίζονται στον καταμερισμό των ευθυνών.

    14. ζητεί από την ΕΕ να προωθήσει την έρευνα και την ανάπτυξη νέων και βελτιωμένων, αποδεκτών, οικονομικά προσιτών και προσβάσιμων τεχνολογιών πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας, στοχεύοντας στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα, στις ασθένειες που συνδέονται με τη φτώχεια και τις παραμελημένες τροπικές ασθένειες (PRND) που παρεμποδίζουν σοβαρά τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα συναφή δικαιώματα στις οικογένειες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος και οι οποίες συνιστούν μία από τις κύριες αιτίες μητρικής και παιδικής θνησιμότητας·

    15. ζητεί από το Κοινοβούλιο να ασχοληθεί με τις παραβιάσεις των διατάξεων περί της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και των συναφών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του για «τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία ανά τον κόσμο και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του θέματος»,

    16. υπενθυμίζει ότι γυναίκες με ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ανά τον κόσμο πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση και παροχή συμβουλών· υπενθυμίζει ότι ποιοτικές και πλήρεις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και βοήθεια πρέπει επίσης να παρέχονται.

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    9.7.2013

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    18

    6

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Thijs Berman, Michael Cashman, Véronique De Keyser, Nirj Deva, Leonidas Donskis, Mikael Gustafsson, Miguel Angel Martínez Martínez, Gay Mitchell, Norbert Neuser, Bill Newton Dunn, Maurice Ponga, Jean Roatta, Michèle Striffler, Keith Taylor, Ivo Vajgl, Anna Záborská, Iva Zanicchi

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Emer Costello, Santiago Fisas Ayxela, Enrique Guerrero Salom, Edvard Kožušník, Isabella Lövin, Cristian Dan Preda

    Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Jan Kozłowski

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    18.9.2013

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    17

    7

    7

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Regina Bastos, Edit Bauer, Emine Bozkurt, Andrea Češková, Tadeusz Cymański, Edite Estrela, Zita Gurmai, Mikael Gustafsson, Mary Honeyball, Sophia in ‘t Veld, Lívia Járóka, Astrid Lulling, Ulrike Lunacek, Elisabeth Morin-Chartier, Norica Nicolai, Angelika Niebler, Siiri Oviir, Joanna Senyszyn, Joanna Katarzyna Skrzydlewska, Britta Thomsen, Marina Yannakoudakis, Anna Záborská, Inês Cristina Zuber, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Антония Първанова

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Izaskun Bilbao Barandica, Minodora Cliveti, Nicole Kiil-Nielsen, Christa Klaß, Katarína Neveďalová, Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Michèle Striffler, Мария Габриел

    Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Eva Lichtenberger