ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές

    19.12.2013 - (2013/2116(INI))

    Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
    Εισηγητής: Robert Rochefort


    Διαδικασία : 2013/2116(INI)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A7-0474/2013
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A7-0474/2013
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές

    (2013/2116(ΙΝΙ))

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –   έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά («οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές»)[1],

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με τίτλο «Πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές» (COM(2013)0139),

    –   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (COM(2013)0138),

    –   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών («κανονισμός για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών»)[2],

    –   έχοντας υπόψη την οδηγία 98/27/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών[3],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Ιανουαρίου 2009 σχετικά με τη μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και της οδηγίας 2006/114/ΕΚ για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση[4],

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με την επίδραση που ασκούν οι διαφημίσεις στη συμπεριφορά των καταναλωτών[5] και τη σχετική απάντηση της Επιτροπής που εγκρίθηκε στις 30 Μαρτίου 2011,

    –   έχοντας υπόψη τη μελέτη με τίτλο «Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και επιβολή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (2005/29/ΕΚ) και της οδηγίας για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (2006/114/ΕΚ)», που διεξήχθη κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών[6],

    –   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0474/2013),

    Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατανάλωση αποτελεί έναν από τους βασικούς κινητήρες της ανάπτυξης στην Ένωση, και ως εκ τούτου οι καταναλωτές διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην ευρωπαϊκή οικονομία·

    Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταναλωτών και των δικαιωμάτων τους συνιστά μία από τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης·

    Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές είναι το κύριο νομοθετικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ρυθμίζει την παραπλανητική διαφήμιση και τις άλλες αθέμιτες πρακτικές στις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών·

    Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μέσω της αποκαλούμενης ρήτρας της «εσωτερικής αγοράς», η οδηγία αποσκοπεί να εξασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στο σύνολο της Ένωσης και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη τους στην ενιαία αγορά, διασφαλίζοντας συγχρόνως σημαντική ασφάλεια δικαίου στις επιχειρήσεις καθώς και τη μείωση των εμποδίων στο διασυνοριακό εμπόριο·

    Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ·

    ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσωρινές παρεκκλίσεις, που επέτρεπαν στα κράτη μέλη να διατηρούν εθνικές διατάξεις πιο περιοριστικές ή πιο αυστηρές από την οδηγία και με τις οποίες ετίθεντο σε εφαρμογή ρήτρες ελάχιστης εναρμόνισης που προέβλεπαν άλλα νομοθετικά μέσα της Ένωσης, έληξαν στις 12 Ιουνίου 2013·

    Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη τα οποία το επιθυμούν είναι ελεύθερα να επεκτείνουν την εφαρμογή της οδηγίας στις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι σήμερα μόνο τέσσερα κράτη μέλη έχουν προβεί σε αυτή την επιλογή·

    Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανήγγειλε ότι θα προτείνει προσεχώς αναθεώρηση της οδηγίας 2006/114/ΕΚ για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων·

    Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας και όλων των τεχνολογικών εφαρμογών της έχει φέρει πραγματική επανάσταση στον τρόπο πραγματοποίησης αγορών, καθώς και στις μεθόδους με τις οποίες οι επιχειρήσεις πωλούν και διαφημίζουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους·

    Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες επιχειρήσεις, και ιδίως οι μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς και πολλοί καταναλωτές, δεν έχουν ακόμη επαρκή ενημέρωση όσον αφορά τα δικαιώματα των καταναλωτών στην Ευρώπη·

    ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να ενισχυθεί ο ρόλος των ενώσεων καταναλωτών και να τους δοθεί η δυνατότητα ενίσχυσης των ικανοτήτων τους·

    1.  υπογραμμίζει την αποτελεσματικότητα των νομοθετικών διατάξεων που έχει θεσππίσει η οδηγία, καθώς και τη σημασία τους για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των εμπόρων έναντι των συναλλαγών στην εσωτερική αγορά (ιδίως των διασυνοριακών συναλλαγών), για τη διασφάλιση μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου στις επιχειρήσεις και την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών στην Ένωση· υπενθυμίζει ότι η μη ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ενέχει τον κίνδυνο να περιορίσει την αποτελεσματικότητά της·

    2.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι παρότι υπάρχουν διατάξεις στην οδηγία 2006/114/ΕΚ για την καταπολέμηση των παραπλανητικών πρακτικών σε ό,τι αφορά τη διαφήμιση μεταξύ επιχειρήσεων, ορισμένες από τις εν λόγω πρακτικές, και συγκεκριμένα οι «απάτες σχετικά με την καταχώριση σε καταλόγους επιχειρήσεων», εξακολουθούν να υφίστανται· σημειώνει την πρόθεση της Επιτροπής να προτείνει προσεχώς τροποποίηση της οδηγίας 2006/114/ΕΚ, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων, ώστε να καταπολεμήσει πιο αποτελεσματικά αυτές τις πρακτικές· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα μπορούσε, σε αυτό το πλαίσιο, να εξετάσει τα οφέλη που θα είχε για την οδηγία 2006/114/ΕΚ η κατάρτιση μιας στοχευμένης μαύρης λίστας εμπορικών πρακτικών που, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, πρέπει να θεωρούνται αθέμιτες στον τομέα των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων, παρόμοιας με εκείνη που υφίσταται ήδη στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/29/ΕΚ· δεν θεωρεί ωστόσο σκόπιμη, προς το παρόν, την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, που αφορά τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών, στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων·

    3.  ζητεί από την Επιτροπή να διασαφηνίσει τη σύνδεση των οδηγιών 2005/29/ΕΚ και 2006/114/ΕΚ με σκοπό να εξασφαλιστεί υψηλού επιπέδου προστασίας από δόλιες και αθέμιτες πρακτικές σε όλους τους οικονομικούς φορείς της Ένωσης, και ιδίως στους καταναλωτές και τις ΜΜΕ, και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν, η εμπιστοσύνη εντός της εσωτερικής αγοράς·

    4.  θεωρεί ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται για τους τομείς των ακινήτων και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών είναι δικαιολογημένες και ότι κρίνεται σκόπιμη η διατήρησή τους·

    5.  θεωρεί ότι δεν κρίνεται σκόπιμο στο παρόν στάδιο να επεκταθεί η «μαύρη» λίστα του παραρτήματος Ι· καλεί όμως την Επιτροπή να καταρτίσει κατάλογο πρακτικών που έχουν αναγνωριστεί από τις εθνικές αρχές ως αθέμιτες κατά την έννοια των γενικών αρχών της οδηγίας ώστε να αξιολογήσει κατά πόσον θα είναι σκόπιμη μια παρόμοια επέκταση στο μέλλον·

    6.  σημειώνει ότι σε ορισμένες μορφές συναλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων οι καταναλωτές μπορεί να πέσουν θύματα αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπως κατά την πώληση προϊόντος σε έμπορο· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τέτοιου είδους προβλήματα και, εφόσον κριθεί σκόπιμο, να εξετάσει στοχευμένα και πρακτικά διορθωτικά μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μια περισσότερο ευέλικτη ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και τα οποία θα μπορούσαν να διευκρινιστούν στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·

    7.  υπενθυμίζει ότι από τις 12 Ιουνίου 2013 τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να διατηρούν τις διατάξεις που ίσχυαν έως τότε βάσει των προσωρινών παρεκκλίσεων· καλεί ως εκ τούτου τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με την οδηγία όσο το δυνατόν ταχύτερα· συγχρόνως ζητεί από την Επιτροπή να διεξάγει έρευνα σχετικά με τον τρόπο που τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει την οδηγία στο εθνικό δίκαιο, ιδίως όσον αφορά τις εθνικές απαγορεύσεις που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, και να υποβάλει εντός δύο ετών στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νέα εμπεριστατωμένη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της, η οποία να περιλαμβάνει, ιδίως, ανάλυση σχετικά με το πεδίο περαιτέρω εναρμόνισης και απλούστευσης του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας των καταναλωτών και συστάσεις για ενδεχόμενα αναγκαία μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε κοινοτικό επίπεδο για να διασφαλιστεί η διατήρηση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών·

    8.  τονίζει εκ νέου τη σημασία και την απόλυτη αναγκαιότητα της πλήρους και ομοιόμορφης εφαρμογής της οδηγίας και της ορθής μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη προκειμένου να αρθούν οι νομικές και λειτουργικές αβεβαιότητες για τις επιχειρήσεις που ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα· σημειώνει με ανησυχία ότι η Επιτροπή, κατά τα έτη 2011 και 2012, αναγκάστηκε να προσφύγει στο σύστημα διαβουλεύσεων της πρωτοβουλίας «EU Pilot», επειδή ορισμένα κράτη μέλη δεν μετέφεραν σωστά την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο· καλεί τα κράτη μέλη να στηρίξουν την επιβολή της οδηγίας σε εθνικό επίπεδο χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, και ιδίως εξασφαλίζοντας επαρκείς πόρους· τονίζει τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζει η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, καθώς και τη σημασία της πραγματοποίησης διαρθρωμένου διαλόγου ανάμεσα στις δημόσιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την επιβολή της οδηγίας και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, και πιο συγκεκριμένα τις οργανώσεις καταναλωτών·

    9.  διαπιστώνει ότι μετά το πέρας της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο το 2007, έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη δεν έχουν μεταφέρει ή δεν εφαρμόζουν σωστά βασικές διατάξεις, ιδίως σε σχέση με τη μαύρη λίστα των απαγορευμένων, παραπλανητικών και επιθετικών εμπορικών πρακτικών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συνεχίσει να παρακολουθεί με προσοχή την εφαρμογή της οδηγίας και, ενδεχομένως, να προσφύγει κατά των κρατών μελών τα οποία παραβιάζουν, δεν μεταφέρουν ή δεν εφαρμόζουν σωστά την οδηγία, σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης· ζητεί από την Επιτροπή να διευθετήσει επειγόντως τα ζητήματα που εξακολουθούν να εκκρεμούν σε σχέση με τις διαβουλεύσεις που ξεκίνησαν το 2011, είτε παύοντας τις διαδικασίες επί παραβάσει είτε παραπέμποντάς τα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο·

    10. υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να καταρτίσει έναν κατάλογο δεικτών με σκοπό να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού μεταφοράς της οδηγίας από τα κράτη μέλη·

    11. επικροτεί το γεγονός ότι, από τότε που η οδηγία μεταφέρθηκε στο δίκαιο των κρατών μελών, οι διασυνοριακές αγορές έχουν αυξηθεί· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι για την προώθηση συγκλινουσών πρακτικών κατά την εφαρμογή και για την εξασφάλιση ταχείας και αποτελεσματικής ανταπόκρισης είναι απαραίτητη η ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών· επισημαίνει ότι ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις διασυνοριακές διαδικτυακές αγορές, και ιδίως στις περιπτώσεις όπου οι δικτυακοί τόποι σύγκρισης τιμών δεν αποκαλύπτουν με σαφήνεια την ταυτότητα του εμπόρου που διαχειρίζεται τον δικτυακό τόπο·

    12. επαναβεβαιώνει τη σημασία της ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η επιβολή της οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης εφαρμογή και μεταφορά στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη· προτρέπει σε αυτό το πλαίσιο την Επιτροπή να προχωρήσει σε εις βάθος εξέταση του πεδίου εφαρμογής, της αποτελεσματικότητας και των λειτουργικών μηχανισμών του κανονισμού για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών (κανονισμός CPC), δεδομένου ότι έχει δεσμευθεί να το πράξει μέχρι το τέλος του 2014· επικροτεί, εν προκειμένω, την πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής να ξεκινήσει δημόσια διαβούλευση σχετικά με την αναθεώρηση του εν λόγω κανονισμού, καθώς και το γεγονός ότι η διαβούλευση θα είναι διαθέσιμη σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ· ζητεί από τους ενδιαφερόμενους φορείς να συμμετάσχουν σε αυτή τη διαβούλευση·

    13. τονίζει τη χρησιμότητα των επιχειρήσεων «σάρωσης» («που διεξάγονται στο πλαίσιο του κανονισμού CPC και καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει και να ενισχύσει τις εν λόγω επιχειρήσεις και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής τους· καλεί την Επιτροπή να συγκεντρώσει τα δεδομένα τα οποία έχει συλλέξει καθώς και τον κατάλογο των δράσεων που έχουν αναληφθεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη σε συνέχεια των εν λόγω επιχειρήσεων και να δημοσιοποιήσει τα σχετκά πορίσματα, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την ανάγκη διασφάλισης του εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων ευαίσθητων πληροφοριών που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα πορίσματά της και να προτείνει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, πρόσθετα μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς·

    14 συμφωνεί ότι θα πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για την ενίσχυση της επιβολής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, όσον αφορά τους ευάλωτους καταναλωτές·

    15. εκφράζει την ανησυχία του για την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων καθώς και για το γεγονός ότι ορισμένοι έμποροι προβαίνουν σε παραπλανητική χρήση των εργαλείων υποβολής αξιολογήσεων εκ μέρους των πελατών και των ιστότοπων για τη σύγκριση τιμών· στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής να εξετάσει με ποιον τρόπο θα μπορούσαν οι πληροφορίες που περιέχονται στα συστήματα αυτά να καταστούν σαφέστερες για τους καταναλωτές ·

    16. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ιδίως όσον αφορά την παραπλανητική «κεκαλυμμένη» διαφήμιση στο διαδίκτυο υπό τη μορφή σχολίων που αναρτώνται σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φόρουμ ή ιστολόγια, τα οποία δήθεν προέρχονται από τους ίδιους τους καταναλωτές ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μηνύματα εμπορικού ή διαφημιστικού χαρακτήρα που συντάσσονται ή χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από οικονομικούς φορείς· τονίζει μετ' επιτάσεως τις επιζήμιες επιπτώσεις των εν λόγω πρακτικών στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών και στους κανόνες ανταγωνισμού· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή της περαιτέρω ανάπτυξης παρόμοιων πρακτικών, μεταξύ άλλων μέσω της διοργάνωσης ενημερωτικών εκστρατειών με στόχο την προειδοποίηση των καταναλωτών για τις εν λόγω μορφές «κεκαλυμμένης» διαφήμισης ή μέσω της ενθάρρυνσης της δημιουργίας φόρουμ ειδικά καταρτισμένων παρατηρητών/διαμεσολαβητών, οι οποίοι θα εφιστούν την προσοχή στους κινδύνους που απορρέουν από την «κεκαλυμμένη» διαφήμιση·

    17. υποστηρίζει ότι, λόγω της ραγδαίας διάδοσης της διαδικτυακής διαφήμισης, επιβάλλεται να αναπτυχθούν κατάλληλοι μηχανισμοί παρακολούθησης της προστασίας των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, ιδίως των παιδιών, και του τρόπου με τον οποίο απευθύνονται σε αυτά οι διαφημίσεις·

    18. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι παρά το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ σχετικά με τις τιμές που ισχύουν στις αεροπορικές μεταφορές και την επιχείρηση «σάρωσης» (« που διεξήχθη το 2007 στο πλαίσιο του κανονισμού CPC σε ιστοσελίδες πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων, οι καταναλωτές εξακολουθούν να πέφτουν θύματα πολλών παραπλανητικών πρακτικών στον εν λόγω τομέα, όπως για παράδειγμα η πρακτική της μη παροχής πληροφοριών για αναπόφευκτα στοιχεία κόστους, όπως οι πρόσθετες επιβαρύνσεις πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, κατά την ηλεκτρονική κράτηση· διαπιστώνει με ανησυχία τον αυξανόμενο αριθμό καταγγελιών από χρήστες ιστότοπων για αγορά εισιτηρίων μέσω του Διαδικτύου που έχουν πέσει θύματα της λεγόμενης «ιχνηλάτησης της διεύθυνσης IP («)», η οποία αποσκοπεί στην καταγραφή του αριθμού των συνδέσεων που πραγματοποιεί ένας χρήστης μέσω της ίδιας διεύθυνσης IP, ώστε, ανάλογα με το ενδιαφέρον που εκφράζεται για ένα προϊόν μέσω περισσότερων παρόμοιων αναζητήσεων, να αυξάνεται τεχνητά η τιμή του· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει πόσο διαδεδομένη είναι αυτή η πρακτική, η οποία οδηγεί σε αθέμιτο ανταγωνισμό και συνιστά κατάχρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των χρηστών, και, κατά περίπτωση, να προτείνει κατάλληλη νομοθετική ρύθμιση για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών·

    19. θεωρεί ότι οι κυρώσεις οι οποίες έχουν επιβληθεί λόγω μη συμμόρφωσης με την οδηγία δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υπολείπονται σε αξία από το κέρδος το οποίο προέκυψε εξαιτίας μιας πρακτικής η οποία έχει χαρακτηρισθεί αθέμιτη ή παραπλανητική· υπενθυμίζει στα κράτη μέλη ότι η οδηγία προβλέπει ότι οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές· ζητεί από την Επιτροπή να συγκεντρώσει και να αναλύσει τα δεδομένα σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλουν τα κράτη μέλη και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων επιβολής, ιδίως όσον αφορά την πολυπλοκότητα και τη διάρκεια των διαδικασιών επιβολής· ζητεί από την Επιτροπή να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα αποτελέσματα της εν λόγω ανάλυσης·

    20. επικροτεί τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να συνδράμει τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά και εφαρμογή της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο·

    21. επικροτεί τη συγκρότηση εκ μέρους της Επιτροπής βάσης δεδομένων σχετικά με την εθνική νομοθεσία και νομολογία που αφορά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αναγνωρίζει ότι αυτή αποτελεί ένα χρήσιμο μέσο για την παροχή περισσότερων πληροφοριών στους καταναλωτές· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η εν λόγω βάση δεν είναι διαθέσιμη παρά μόνο στην αγγλική γλώσσα· ζητεί από την Επιτροπή να μεριμνήσει για τη σταδιακή αύξηση του αριθμού των γλωσσών στις οποίες διατίθεται η βάση δεδομένων και για την καλύτερη προβολή της στους οικονομικούς, ιδίως, φορείς· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας πρόσθετων μέσων για την περαιτέρω ενημέρωση των ΜΜΕ σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές·

    22. υπογραμμίζει τη σημασία του εγγράφου κατευθυντηρίων γραμμών που εκπόνησε η Επιτροπή για την εφαρμογή της οδηγίας· χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να προβεί στην αναθεώρηση του εν λόγω εγγράφου μέχρι το 2014· προτρέπει την Επιτροπή να εργαστεί κατά τρόπο διαφανή, πραγματοποιώντας εκτενείς διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να επικαιροποιεί και να διασαφηνίζει σε τακτική βάση στο μέλλον το εν λόγω έγγραφο· ζητεί από τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη στον μέγιστο δυνατό βαθμό το εν λόγω έγγραφο κατευθυντηρίων γραμμών και να προβούν σε ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή τους· ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει αξιολόγηση των προβλημάτων ερμηνείας και μεταφοράς που αντιμετωπίζουν σε τακτική βάση οι εθνικές αρχές και οι ενδιαφερόμενοι φορείς κατά την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας, προκειμένου να εκτιμηθεί ποιες πτυχές του εγγράφου κατευθυντηρίων γραμμών χρειάζεται να βελτιωθούν·

    23. υπογραμμίζει ότι σύμφωνα με την αρχή της μέγιστης εναρμόνισης που θεσπίζει η οδηγία, η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να προβλέπει αυστηρότερες διατάξεις από εκείνες που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία· τονίζει ότι σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αρχή αυτή επιτάσσει οι συνδυασμένες πωλήσεις και άλλες πρακτικές εμπορικές προώθησης, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί από το Δικαστήριο ως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην μαύρη λίστα του παραρτήματος Ι, να μπορούν να απαγορεύονται μόνο κατά περίπτωση· επισημαίνει ότι, για λόγους ασφάλειας του δικαίου, καθώς και για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, η Επιτροπή θα πρέπει να διευκρινίσει, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του εγγράφου κατεθυντηρίων γραμμών, σε ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις οι συνδυασμένες πωλήσεις θα πρέπει να θεωρούνται παράνομες· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής μιας νομοθετικής πρότασης ειδικά για τις πρακτικές εμπορικής προώθησης·

    24. επισημαίνει ότι η χρήση ψευδών ισχυρισμών σχετικά με το περιβάλλον συνιστά αθέμιτη πρακτική που παρουσιάζει αυξητικές τάσεις· προτρέπει την Επιτροπή να αναπτύξει περαιτέρω το τμήμα του εγγράφου κατευθυντηρίων γραμμών που αφορά την εν λόγω πρακτική με σκοπό την παροχή διευκρινίσεων στους οικονομικούς φορείς σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας· καλεί παράλληλα την Επιτροπή να διερευνήσει τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσε να αναλάβει για την καλύτερη προστασία των καταναλωτών από τις εν λόγω πρακτικές·

    25. ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την περαιτέρω ευαισθητοποίηση των επιχειρήσεων όσον αφορά τα δικαιώματα των καταναλωτών με σκοπό την ενίσχυση του σεβασμού των εν λόγω δικαιωμάτων από τους οικονομικούς φορείς·

    26. υπενθυμίζει ότι πολλοί καταναλωτές διστάζουν να ασκήσουν προσφυγή όταν θεωρούν ότι το επίμαχο ποσό δεν είναι πολύ υψηλό· τονίζει την ανάγκη να ενημερωθούν περαιτέρω οι καταναλωτές σε ό,τι αφορά την υποστήριξη που μπορούν να τους παράσχουν τόσο οι ενώσεις καταναλωτών όσο και το δίκτυο ευρωπαϊκών κέντρων καταναλωτών· υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι οργανώσεις καταναλωτών στην αύξηση της ενημέρωσης σχετικά με τις υφιστάμενες αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ως προληπτικό μέτρο, καθώς και τη συμβολή τους στην παροχή βοήθειας στα θύματα αθέμιτων πρακτικών, επιτρέποντας κατά τον τρόπο αυτό στους καταναλωτές να ασκούν πλήρως τα δικαιώματά τους· ζητεί την ανάληψη συντονισμένων δράσεων από τις οργανώσεις καταναλωτών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές και την Επιτροπή·

    27. τονίζει ότι είναι σημαντικό να έχουν οι καταναλωτές τη δυνατότητα να επωφελούνται από αποτελεσματικά, γρήγορα και προσιτά από πλευράς κόστους ένδικα μέσα· ζητεί στη συνάρτηση αυτή από τα κράτη μέλη να μεταφέρουν πλήρως την οδηγία σχετικά με τους εναλλακτικούς τρόπους διευθέτησης διαφορών και την εξωδικαστική επίλυση διαφορών όσον αφορά τις διαδικτυακές συναλλαγές·

    28. υπενθυμίζει τη σημασία των μηχανισμών συλλογικής προσφυγής για τους καταναλωτές και επικροτεί την προσφάτως δημοσιευμένη σύσταση C(2013)3539 της Επιτροπής, καθώς και την ανακοίνωση COM(2013)401 αυτής· συμμερίζεται την άποψη ότι με τη θέσπιση οριζόντιου πλαισίου για τις συλλογικές προσφυγές μπορεί να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αναληφθούν μη συντονισμένες τομεακές πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ· ζητεί από τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν προς τις συστάσεις της Επιτροπής για τη θέσπιση οριζόντιων κοινών αρχών, η εφαρμογή των οποίων στα κράτη μέλη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της ανάγκης λήψης περαιτέρω μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας, ιδίως όσον αφορά διασυνοριακές υποθέσεις· υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει κάποια από τις διάφορες προσεγγίσεις της Ένωσης στον τομέα των συλλογικών προσφυγών να παρέχει οικονομικά κίνητρα για την άσκηση καταχρηστικών συλλογικών προσφυγών και ότι όλες αυτές οι προσεγγίσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν κατάλληλες εγγυήσεις για την αποτροπή της άσκησης αβάσιμων προσφυγών·

    29. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

    • [1]  ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22.
    • [2]  ΕΕ L 364 της 9.12.2004, σ. 1.
    • [3]  ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 51.
    • [4]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2009)0008.
    • [5]  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0484.
    • [6]  IP/A/IMCO/NT/2008-16.

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Η οδηγία 2005/29/ΕΚ έχει στόχο να προστατέψει τους καταναλωτές από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων έναντι τους ώστε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στον τομέα των συναλλαγών που πραγματοποιούνται στην εσωτερική αγορά, με ταυτόχρονη εγγύηση μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις.

    Παρά το γεγονός ότι ο εισηγητής κρίνει τις διατάξεις της τρέχουσας οδηγίας ικανοποιητικές και δεν θεωρεί αναγκαίο να πραγματοποιηθεί σε αυτό το στάδιο διεξοδική αναθεώρηση του κειμένου, πιστεύει ότι είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να μεταφέρουν πλήρως και να εφαρμόσουν με σωστό τρόπο την οδηγία.

    Η ερώτηση κατά πόσον είναι πρόσφορο να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων κρίθηκε σκόπιμο να τεθεί, κυρίως για να ρυθμιστεί το πρόβλημα των «απατών σχετικά με την καταχώριση σε καταλόγους επιχειρήσεων». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε στην έκθεσή της COM(2013)139 ότι αυτό δεν θα ήταν η καλύτερη επιλογή και ο εισηγητής συμφωνεί:

    – η οδηγία 2006/114/ΕΚ περιλαμβάνει ήδη στο πεδίο εφαρμογής της τη δυνατότητα καταπολέμησης αυτών των πρακτικών, και η Επιτροπή, η οποία ανήγγειλε την πρόθεσή της να προτείνει προσεχώς αναθεώρηση της εν λόγω οδηγίας, θα μπορέσει με την ευκαιρία αυτή να επιφέρει τις διευκρινίσεις που θεωρεί αναγκαίες ώστε να ενισχυθεί η υφιστάμενη νομοθεσία. Το Κοινοβούλιο δεν θα παραλείψει να διαδραματίσει τον ρόλο του ως συννομοθέτης με την ευκαιρία αυτή·

    – επιπλέον, τα κράτη μέλη που το επιθυμούν μπορούν ήδη να εφαρμόσουν την οδηγία 2005/29/ΕΚ στις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων και έως σήμερα έχουν προβεί σε αυτήν την ενέργεια τέσσερα κράτη μέλη.

    – εξάλλου, η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας που ασχολείται με τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων θα απέβαινε εις βάρος της σαφήνειας του σημερινού κειμένου το οποίο αντιμετωπίζει τελείως ξεχωριστά τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών.

    – τέλος, η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2005/29/ΕΚ ώστε να περιλαμβάνει και τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων θα υποχρέωνε τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της να εξετάζουν επίσης τις περιπτώσεις που αφορούν σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων (πέραν των περιπτώσεων που αφορούν σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών), κάτι το οποίο θα μπορούσε να τους δημιουργήσει πρακτικά προβλήματα.

    Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο εισηγητής, όπως και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θεωρεί σκόπιμη στο στάδιο αυτό την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2005/29/ΕΚ έτσι ώστε να συμπεριλάβει τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων.

    Σε ό,τι αφορά την ανάγκη να ενισχυθεί η εφαρμογή της οδηγίας, οι ελλείψεις εξακολουθούν να υφίστανται και η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθήσει με προσοχή την εφαρμογή της οδηγίας χωρίς να διστάσει να παραπέμψει στη δικαιοσύνη τα κράτη μέλη τα οποία την παραβιάζουν, δεν μεταφέρουν ή δεν την εφαρμόζουν σωστά, σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Ο εισηγητής επιμένει επίσης στην ανάγκη να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών στο πλαίσιο του δικτύου που αφορά τη συνεργασία για την προστασία των καταναλωτών (CPC). Η ιδέα της Επιτροπής να θέσει σε εφαρμογή προγράμματα κατάρτισης για τις αρχές αυτές καθώς για τους συναφείς φορείς του δικαστικού συστήματος κρίνεται σκόπιμη. Τα εν λόγω προγράμματα θα πρέπει να αποσκοπούν κυρίως στην καλύτερη γνώση της λειτουργίας των συστημάτων άλλων κρατών μελών.

    Ο εισηγητής υπενθυμίζει τη σημασία των επιχειρήσεων «σκούπα» και ζητεί οι εν λόγω επιχειρήσεις να ενισχυθούν. Επιπλέον, θα ήταν επιθυμητό να δημοσιοποιούνται τα δεδομένα που συγκεντρώνονται κατά τη διάρκεια των εν λόγω επιχειρήσεων καθώς και των δράσεων που αναλαμβάνονται σε συνέχεια των εν λόγω επιχειρήσεων.

    Όμως, ακόμη και με την ορθή και πλήρη εφαρμογή της οδηγίας από τα κράτη μέλη, η πλήρης συμμόρφωση από τις επιχειρήσεις θα καταστεί δυνατή μόνο εάν ενισχυθεί η πρόληψη και εάν καταστεί σαφές ότι θα επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης. Ο εισηγητής πιστεύει ότι δεν θα πρέπει ποτέ να είναι δυνατόν να προκύπτει κέρδος από μια αθέμιτη πρακτική: οι κυρώσεις θα πρέπει πάντα να είναι υψηλότερες από το κέρδος που προκύπτει από παρόμοιες πρακτικές. Ένας διάλογος μεταξύ των διάφορων εθνικών αρχών και μεταξύ αυτών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που καταδικάζονται για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμος.

    Παρά το γεγονός ότι το ίδιο το κείμενο της οδηγίας δεν φαίνεται να χρήζει τροποποιήσεως στο στάδιο αυτό, θα ήταν ευπρόσδεκτες ορισμένες διευκρινίσεις , και ο εισηγητής χαιρετίζει την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εξετάσει στους επόμενους μήνες την επικαιροποίηση του εγγράφου προσανατολισμού που συνοδεύει την οδηγία.

    Η εν λόγω επικαιροποίηση θα προσφέρει κυρίως τη δυνατότητα για παροχή πληροφοριών από τον πωλητή στον καταναλωτή όσον αφορά την εγγύηση πριν από τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και πληροφοριών σχετικά με τις πρακτικές που γίνονται ανεκτές στον τομέα της διαφήμισης για τις τιμές στις αεροπορικές μεταφορές, δηλαδή θα αφορά δύο σημαντικούς τομείς από την άποψη της προστασίας των καταναλωτών.

    Η χρησιμότητα της βάσης δεδομένων για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές αναγνωρίζεται ευρέως και ο εισηγητής είναι ικανοποιημένος που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να την καταρτίσει. Ωστόσο, το γεγονός ότι η εν λόγω βάση είναι διαθέσιμη μόνο στα Αγγλικά μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε ορισμένες ΜΜΕ και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό θα ήταν χρήσιμο, κυρίως για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, η βάση αυτή των δεδομένων να είναι διαθέσιμη σε όλες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Τέλος, πρέπει να προβλεφθούν για τους καταναλωτές αποτελεσματικά, γρήγορα και οικονομικά προσιτά μέσα προσφυγής. Για τον λόγο αυτό τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεταφέρουν πλήρως την οδηγία για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών καθώς και εξώδικη επίλυση διαφορών όσον αφορά τις διαδικτυακές συναλλαγές.

    Ο εισηγητής υπενθυμίζει ότι πολλοί καταναλωτές διστάζουν να ασκήσουν προσφυγή όταν θεωρούν ότι το διακυβευόμενο ποσό δεν είναι πολύ υψηλό. Για να μπορέσουν οι καταναλωτές να ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματά τους θα πρέπει να υποστηριχθεί η δημιουργία ενός συνεκτικού συλλογικού μηχανισμού προσφυγής σε επίπεδο ΕΕ στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, ο οποίος θα εφαρμόζεται σε διασυνοριακές υποθέσεις και ο οποίος θα βασίζεται στην αρχή της εκ των προτέρων συναίνεσης («opt-in»).

    Τέλος, ο εισηγητής τονίζει στην ανάγκη να ενημερωθούν περαιτέρω οι καταναλωτές όσον αφορά την υποστήριξη που μπορούν να τους παράσχουν τόσο οι ενώσεις καταναλωτών όσο και το δίκτυο ευρωπαϊκών κέντρων καταναλωτών προκειμένου να ασκήσουν προσφυγή.

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (27.11.2013)

    προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

    σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές
    (2013/2116(INI))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Raffaele Baldassarre

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    1.  εκφράζει τη λύπη του για την καθυστέρηση με την οποία η Επιτροπή υπέβαλε την έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας·

    2.  τονίζει τη σημασία που αποκτά η ορθή εφαρμογή της οδηγίας όσον αφορά την άρση των νομικών και λειτουργικών αβεβαιοτήτων για τις εταιρείες με διασυνοριακή επιχειρηματική δραστηριότητα·

    3.  σημειώνει με ανησυχία ότι η Επιτροπή, κατά την περίοδο μεταξύ 2011 και 2012, όφειλε να έχει προσφύγει στο σύστημα διαβουλεύσεων της πρωτοβουλίας «EU Pilot» γιατί ορισμένα κράτη μέλη δεν κατάφεραν να μεταφέρουν σωστά την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο·

    4.  ζητεί από την Επιτροπή να διευθετήσει επειγόντως τα ζητήματα που εξακολουθούν να εκκρεμούν σε σχέση με τις διαβουλεύσεις που ξεκίνησαν το 2011, είτε ολοκληρώνοντας τις διαδικασίες επί παραβάσει είτε προσφεύγοντας γι’ αυτά ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου·

    5.  επισημαίνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να ισχύουν νόμοι που επιβάλλουν πιο περιοριστικά μέτρα σε σχέση με τις διατάξεις της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, θέτοντας με τον τρόπο αυτό σε κίνδυνο τον στόχο της ενιαίας εναρμόνισης·

    6.  υποστηρίζει πως, δεδομένης της ραγδαίας διάδοσης της διαδικτυακής διαφήμισης, χρειάζεται να αναπτυχθούν κατάλληλοι μηχανισμοί ελέγχου της προστασίας των ευάλωτων κατηγοριών, ιδίως των παιδιών, και του τρόπου με τον οποίο τα πλησιάζουν οι διαφημιστές·

    7.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι ορισμένοι οικονομικοί φορείς προβαίνουν σε παραπλανητική χρήση των μέσων ελέγχου και των ιστότοπων σύγκρισης τιμών που θέτουν στη διάθεση των πελατών, καθώς και για τις σχετικές συγκρούσεις συμφερόντων· στο πλαίσιο αυτό, επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής να μελετήσει λύσεις για το πώς θα μπορούσαν να είναι σαφέστερες για τους καταναλωτές οι πληροφορίες που περιέχονται στα συστήματα αυτά·

    8.  διαπιστώνει με ανησυχία τον αυξανόμενο αριθμό καταγγελιών από χρήστες ιστότοπων για αγορά εισιτηρίων μέσω του Διαδικτύου που έχουν πέσει θύματα του λεγόμενου «IP-Tracking», το οποίο αποσκοπεί στην καταγραφή του αριθμού των συνδέσεων που πραγματοποιούνται από έναν χρήστη του Διαδικτύου μέσω της ίδιας διεύθυνσης IP, ώστε ανάλογα με το ενδιαφέρον που εκφράζεται για ένα προϊόν μέσω περισσότερων παρόμοιων αναζητήσεων να αυξάνεται τεχνητά η τιμή αυτού· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει πόσο διαδεδομένη είναι αυτή η πρακτική, η οποία οδηγεί σε αθέμιτο ανταγωνισμό και συνιστά κατάχρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των χρηστών, και, ανάλογα με την περίπτωση, να προτείνει κατάλληλη νομοθεσία για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών·

    9.  επικροτεί την ενέργεια της Επιτροπής να συγκροτήσει βάση δεδομένων σχετικών με την εθνική νομοθεσία και τη νομολογία που αφορά τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, και αναγνωρίζει τη σκοπιμότητα της μέσω της εν λόγω βάσης δεδομένων ενίσχυσης του συστήματος πληροφοριών οι οποίες τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών·

    10. καλεί την Επιτροπή να επικαιροποιήσει τις κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της οδηγίας μέσω ανοιχτών διαβουλεύσεων με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    26.11.2013

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    22

    0

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Raffaele Baldassarre, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Giuseppe Gargani, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Klaus-Heiner Lehne, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Jiří Maštálka, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, Alexandra Thein, Cecilia Wikström, Tadeusz Zwiefka, Димитър Стоянов

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Eduard-Raul Hellvig, Eva Lichtenberger, Dagmar Roth-Behrendt, József Szájer, Axel Voss

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    17.12.2013

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    32

    0

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Pablo Arias Echeverría, Birgit Collin-Langen, Lara Comi, António Fernando Correia de Campos, Vicente Miguel Garcés Ramón, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Philippe Juvin, Toine Manders, Hans-Peter Mayer, Phil Prendergast, Mitro Repo, Robert Rochefort, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Catherine Stihler, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler, Преслав Борисов

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Jürgen Creutzmann, Ildikó Gáll-Pelcz, Emma McClarkin, Roberta Metsola, Olle Schmidt, Jutta Steinruck, Marc Tarabella, Kerstin Westphal, Κωνσταντίνος Πουπάκης, Συλβάνα Ράπτη