Διαδικασία : 2012/0175(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0085/2014

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0085/2014

Συζήτηση :

PV 25/02/2014 - 14
CRE 25/02/2014 - 14

Ψηφοφορία :

PV 26/02/2014 - 9.8
CRE 26/02/2014 - 9.8
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2014)0155

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1713kWORD 1171k
5.2.2014
PE 502.060v02-00 A7-0085/2014

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

(COM(2012)0360 – C7‑0180/2012 – 2012/0175(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Werner Langen

(Αναδιατύπωση – άρθρο 87 του Κανονισμού)

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

(COM(2012)0360 – C7‑0180/2012 – 2012/0175(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2012)0360),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2, το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 62 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7-0180/2012),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 294, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–   έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη το νομοθετικό του ψήφισμα, της 5ης Ιουλίου 2012, σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδύσεων(2),

–   έχοντας υπόψη τη θέση του της 16 Φεβρουαρίου 2012, σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (αναδιατύπωση)(3),

–   έχοντας υπόψη την επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2013 της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 87 και 55 του Κανονισμού,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0085/2014),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τη συμβουλευτική ομάδα εργασίας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πέρα από τις προσδιοριζόμενες στην ανωτέρω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων προηγούμενων πράξεων και των τροποποιήσεών τους, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της Συμβουλευτικής Ομάδας Εργασίας των Νομικών Υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία  1

TΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(4)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης , και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 62 ,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)    Στην οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5) πρέπει να γίνουν τροποποιήσεις. Ως εκ τούτου, προτείνεται ▌η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)    Δεδομένου ότι ο κύριος στόχος και το αντικείμενο της παρούσας πρότασης είναι η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τους αναφερθέντες τομείς, η πρόταση θα πρέπει να στηρίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 και στο άρθρο 62 της ΣΛΕΕ. Η οδηγία αποτελεί κατάλληλο μέσο για να καταστεί δυνατή, όταν είναι αναγκαίο, η προσαρμογή των εκτελεστικών διατάξεων, στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, στις υφιστάμενες ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης αγοράς και στο νομικό σύστημα κάθε κράτους μέλους. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να αποσκοπεί στον συντονισμό των εθνικών κανόνων που αφορούν την πρόσβαση στη δραστηριότητα της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης ▌και, ως εκ τούτου, βασίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν τομέα παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση, η παρούσα οδηγία βασίζεται επίσης στο άρθρο 62 ΣΛΕΕ.

(3)    Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στην Ένωση .

(4)    Τα ασφαλιστικά προϊόντα μπορούν να διανέμονται από διάφορες κατηγορίες φυσικών ή νομικών προσώπων, όπως πράκτορες, μεσίτες και φορείς παροχής τραπεζασφαλιστικών υπηρεσιών, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, πρακτορεία ταξιδίων και εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων ▌.

(4α)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι εφαρμόζεται το ίδιο επίπεδο προστασίας και ότι ο καταναλωτής μπορεί να επωφεληθεί από συγκρίσιμα πρότυπα, έχει ουσιώδη σημασία η παρούσα οδηγία να προωθεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαμεσολαβητών είτε είναι συνδεδεμένοι με ασφαλιστική επιχείρηση είτε όχι. Οι καταναλωτές επωφελούνται εάν τα ασφαλιστικά προϊόντα αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης μέσω διαφόρων διαύλων και ενδιαμέσων που έχουν διαφορετικές μορφές συνεργασίας με ασφαλιστικές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί οι δίαυλοι και ενδιάμεσοι υποχρεούνται να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες για την προστασία των καταναλωτών. Είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω πτυχές από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(5)    Η εφαρμογή της οδηγίας 2002/92/ΕΚ κατέδειξε ότι για ορισμένες διατάξεις απαιτείται περαιτέρω αποσαφήνιση, με σκοπό να διευκολυνθεί η άσκηση της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης και ότι για την προστασία των καταναλωτών απαιτείται επέκταση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας σε όλες τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων που συνιστούν κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, είτε μέσω των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών είτε των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Όσον αφορά τις πωλήσεις, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση και τις διαδικασίες αποζημίωσης, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες πωλούν απευθείας ασφαλιστικά προϊόντα, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της νέας οδηγίας σε παρόμοια βάση με τους ασφαλιστικούς πράκτορες και μεσίτες.

(8)    Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων, οι οποίες δημιουργούν εμπόδια στην ανάληψη και άσκηση των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών στην εσωτερική αγορά. Απαιτείται η περαιτέρω ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς και η δημιουργία μιας πραγματικά ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ασφάλειας ζωής και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ασφάλισης εκτός ασφαλειών ζωής.

(9)    Η σημερινή και η πρόσφατη χρηματοπιστωτική αναταραχή τόνισε τη σημασία της διασφάλισης αποτελεσματικής προστασίας του καταναλωτή σε όλους τους χρηματοπιστωτικούς τομείς. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πελατών και η μεγαλύτερη ενοποίηση της ρυθμιστικής αντιμετώπισης ως προς τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, προκειμένου να διασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας των πελατών σε ολόκληρη την Ένωση. Προκειμένου να περιορισθεί η ανάγκη θέσπισης διαφόρων εθνικών μέτρων, πρέπει να αυξηθεί το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σε σχέση με την οδηγία 2002/92/ΕΚ. Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η ιδιάζουσα φύση των ασφαλιστικών συμβάσεων σε σύγκριση με τα επενδυτικά προϊόντα που ρυθμίζονται βάσει της οδηγίας 2014/.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [MiFID](6). Ως εκ τούτου, η διανομή των ασφαλιστικών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων, πρέπει να ρυθμιστεί βάσει της παρούσας οδηγίας και να ευθυγραμμιστεί με την οδηγία 2014/…/ΕΕ [MiFID]. Πρέπει να βελτιωθούν τα ελάχιστα πρότυπα, δηλαδή τόσο οι κανόνες που διέπουν τη διανομή όσο και οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, και να ισχύσουν για όλες τις δέσμες επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων. Πρέπει να εφαρμόζονται ισχυρότερα μέτρα προστασίας των πελατών σε «μη επαγγελματίες» πελάτες απ’ ό,τι σε «επαγγελματίες» πελάτες.

(10)  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πρόσωπα η δραστηριότητα των οποίων συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε τρίτους έναντι αμοιβής, η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη μορφή συνομολογημένου οικονομικού οφέλους το οποίο συνδέεται με τις υπηρεσίες που παρέχουν αυτοί οι διαμεσολαβητές.

(11)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στην παροχή πληροφοριών σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις για την τήρηση κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη, είτε μέσω μιας ιστοσελίδας είτε άλλων μέσων, ή στην παροχή της κατάταξης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων ή στην παροχή έκπτωσης επί της τιμής της σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο τέλος της διαδικασίας· δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε δραστηριότητες απλής παρουσίασης που συνίστανται στην παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με δυνητικούς ασφαλισμένους σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή διαμεσολαβητές ή πληροφοριών σχετικά με ασφαλιστικά ή αντασφαλιστικά προϊόντα ή ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή επιχείρηση για δυνητικούς ασφαλισμένους.

(12)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα που ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, όπως π.χ. οι φοροτεχνικοί ή οι λογιστές, τα οποία παρέχουν περιστασιακά συμβουλές για ασφαλιστικά θέματα στο πλαίσιο αυτής της άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, ούτε θα πρέπει να εφαρμόζεται σε απλή παροχή πληροφοριών γενικής φύσεως σχετικά με ασφαλιστικά προϊόντα, εφόσον η δραστηριότητα αυτή δεν αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας προς τον πελάτη κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης. Δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στην κατ' επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ούτε στον διακανονισμό και την εκτίμηση ζημιών από εμπειρογνώμονες.

(13)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα που ασκούν την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ως παρεπόμενη δραστηριότητα υπό ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά την πολιτική, και ιδίως τη γνώση που απαιτείται για την πώλησή της, τους καλυπτόμενους κινδύνους και το ποσό των ασφαλίστρων .

(14)  Η παρούσα οδηγία ορίζει τον «συνδεδεμένο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή», προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά ορισμένων αγορών των κρατών μελών και να καθορίζονται οι όροι που μπορούν να εφαρμοστούν σε αυτούς τους διαμεσολαβητές.

(15)  Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα θα πρέπει να εγγράφονται σε μητρώο της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου έχουν τη διαμονή τους εκείνοι που είναι νομικά πρόσωπα θα πρέπει να εγγράφονται σε μητρώο της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου έχουν την καταστατική τους έδρα (ή, αν σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο δεν έχουν καταστατική έδρα, τα κεντρικά τους γραφεία), υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν αυστηρά επαγγελματικά προσόντα όσον αφορά την ικανότητα, την καλή φήμη, την κάλυψη της επαγγελματικής αστικής ευθύνης και τη χρηματοοικονομική ικανότητα. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που έχουν ήδη εγγραφεί στα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εγγραφούν εκ νέου στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

(16)  Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα δικαιώματα που τους παρέχει η ΣΛΕΕ με την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Συνεπώς, η εγγραφή σε μητρώο ή δήλωση στο κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να επιτρέπει στους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, με την προϋπόθεση ότι έχει τηρηθεί η κατάλληλη διαδικασία ενημέρωσης μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

(18)  

Για την ενίσχυση της διαφάνειας και τη διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7) θα πρέπει να καταρτίζει, να δημοσιεύει και να επικαιροποιεί μια ενιαία ηλεκτρονική βάση δεδομένων που να περιέχει ένα αρχείο για κάθε ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή που έχει κοινοποιήσει την πρόθεσή του να ασκήσει την ελευθερία εγκατάστασης ή να παρέχει υπηρεσίες

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αμελητί τις σχετικές πληροφορίες στην ΕΑΑΕΣ προς τον σκοπό αυτόν. Αυτή η βάση δεδομένων θα πρέπει να εμφανίζει μια ζεύξη υπερκειμένου προς κάθε αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους. Κάθε αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους θα πρέπει να εμφανίζει στην ιστοσελίδα της μια ζεύξη υπερκειμένου προς αυτή τη βάση δεδομένων.

(19)  Τα σχετικά δικαιώματα και οι αρμοδιότητες των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής όσον αφορά την εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών που έχουν καταχωριστεί από αυτά ή που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης εντός της επικράτειάς τους κατά την άσκηση των δικαιωμάτων της ελευθερίας εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει να καθοριστούν σαφώς.

(21)  Η αδυναμία των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών να ασκούν ελεύθερα τις δραστηριότητές τους σε όλη την Ένωση εμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς ασφαλίσεων. Η παρούσα οδηγία αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της επίτευξης αυξημένου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και της ολοκλήρωσης της αγοράς στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς.

(21α) Ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ασκεί ασφαλιστική διαμεσολάβηση στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όταν ασκεί ασφαλιστική ή αντασφαλιστική διαμεσολάβηση για λογαριασμό ασφαλισμένου ή υποψήφιου πελάτη ο οποίος κατοικεί ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή. Ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ασκεί ασφαλιστική ή αντασφαλιστική διαμεσολάβηση στο πλαίσιο της ελευθερίας εγκατάστασης, όταν διατηρεί συνεχή παρουσία σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος καταγωγής.

(22)  Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και επάρκειας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών εταιρειών που εμπλέκονται άμεσα στις δραστηριότητες προετοιμασίας της πώλησης, κατά τη διάρκεια της πώλησης και μετά την πώληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ως εκ τούτου, οι επαγγελματικές γνώσεις των διαμεσολαβητών και των υπαλλήλων των άμεσων ασφαλιστών πρέπει να αντιστοιχούν με το επίπεδο της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων αυτών. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεχής εκπαίδευση. Η μορφή, το περιεχόμενο και οι υποχρεώσεις απόδειξης πρέπει να ρυθμίζονται από τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται πιστοποίηση των κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης που σχετίζονται με τον κλάδο ή με επαγγελματικές ενώσεις.

(22α) Για εκείνους τους υπαλλήλους των διαμεσολαβητών που παρέχουν συμβουλές ή πωλούν επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα σε ιδιώτες πελάτες, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διαθέτουν επαρκές επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων σε σχέση με τα προσφερόμενα προϊόντα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένης της αυξημένης πολυπλοκότητας και της συνεχούς καινοτομίας στον σχεδιασμό επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων. Η αγορά ενός επενδυτικού ασφαλιστικού προϊόντος συνεπάγεται κάποιον κίνδυνο, οπότε οι επενδυτές πρέπει να δύνανται να βασίζονται στις πληροφορίες και την ποιότητα των εκτιμήσεων που τους παρέχονται. Είναι επίσης απαραίτητο οι υπάλληλοι να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο και πόρους ώστε να μπορούν να προσφέρουν όλες τις συναφείς πληροφορίες στους πελάτες για τα προϊόντα/μέσα που παρέχουν.

(23)  Ο συντονισμός των εθνικών διατάξεων για τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και την εγγραφή σε μητρώα των προσώπων που αναλαμβάνουν και ασκούν τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης μπορεί να συμβάλει τόσο στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών όσο και στη βελτίωση της προστασίας των καταναλωτών στον τομέα αυτόν.

(24)  Για την ενίσχυση του διασυνοριακού εμπορίου, θα πρέπει να καθιερωθούν οι αρχές που διέπουν την αμοιβαία αναγνώριση των γνώσεων και των ικανοτήτων των διαμεσολαβητών.

(25)  Τα εθνικά προσόντα που είναι διαπιστευμένα στο επίπεδο 3 ή παραπάνω στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων, που καθιερώθηκε δυνάμει της σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων για τη διά βίου μάθηση θα πρέπει να είναι αποδεκτά από ένα κράτος μέλος υποδοχής αποδεικνύοντας ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής πληροί τις απαιτήσεις γνώσεων και ικανοτήτων οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για την καταχώριση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Το πλαίσιο αυτό βοηθά τα κράτη μέλη, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τους εργοδότες και τους πολίτες να συγκρίνουν τα προσόντα σε διαφορετικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης της ΕΕ. Το εν λόγω εργαλείο είναι ουσιαστικό για την ανάπτυξη μιας αγοράς εργασίας σε ολόκληρη την Ένωση. Το πλαίσιο αυτό δεν έχει σχεδιαστεί για να αντικαταστήσει τα εθνικά συστήματα επαγγελματικών προσόντων, αλλά για να συμπληρώσει τις ενέργειες των κρατών μελών, διευκολύνοντας τη συνεργασία μεταξύ τους.

(26)  Παρά τα υφιστάμενα συστήματα ενιαίου διαβατηρίου για τους ασφαλιστές και τους διαμεσολαβητές, η ευρωπαϊκή ασφαλιστική αγορά παραμένει ιδιαίτερα κατακερματισμένη. Προκειμένου να διευκολυνθούν οι διασυνοριακές επιχειρηματικές δραστηριότητες και να ενισχυθεί η διαφάνεια για τους καταναλωτές, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη δημοσίευση των κανόνων περί γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο έδαφός τους, καθώς και ένα ενιαίο ηλεκτρονικό μητρώο και πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες περί γενικού συμφέροντος όλων των κρατών μελών, οι οποίοι ισχύουν για την ασφαλιστική και αντασφαλιστική διαμεσολάβηση που θα πρέπει να διατίθενται στο κοινό.

(27)  Η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών είναι απαραίτητη για την προστασία των καταναλωτών και την εξασφάλιση της ευρωστίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων στην ενιαία αγορά.

(28)  Στα κράτη μέλη πρέπει να υφίστανται κατάλληλες και αποτελεσματικές εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και προσφυγών για το διακανονισμό των διαφορών μεταξύ ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή επιχειρήσεων και πελατών, χρησιμοποιώντας ενδεχομένως τις ισχύουσες διαδικασίες. Αποτελεσματικές εξώδικες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής θα πρέπει να είναι διαθέσιμες για την αντιμετώπιση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ▌δυνάμει της παρούσας οδηγίας μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των προσώπων που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα και των πελατών. Στην περίπτωση της εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ADR), οι διατάξεις της οδηγίας 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8) πρέπει να είναι δεσμευτικές και για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών της εξώδικης επίλυσης διαφορών οι οποίες εφαρμόζονται σε περίπτωση καταγγελιών που υποβάλλονται από τους πελάτες, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τα πρόσωπα που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα πρέπει να συμμετέχουν τόσο στις διαδικασίες επίλυσης διαφορών όσο και στις αποφάσεις που μπορούν κατόπιν ρητής αιτήσεως να είναι δεσμευτικές για τον διαμεσολαβητή και τον πελάτη, οι οποίες κινήθηκαν εναντίον τους από τους πελάτες και αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω διαδικασίες εξώδικης επίλυσης διαφορών θα αποσκοπούν στην επίτευξη ταχύτερης και λιγότερο δαπανηρής διευθέτησης των διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των προσώπων που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα και των πελατών, καθώς και στην ελάφρυνση του φόρτου εργασίας του δικαστικού συστήματος. ▐

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των πελατών για προσφυγή στα δικαστήρια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι οντότητες που είναι επιφορτισμένες με την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών , που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, συνεργάζονται στην επίλυση διασυνοριακών διαφορών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις εν λόγω οντότητες να αποτελούν μέρος του Δικτύου Προσφυγής για Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες (FIN-NET).

(29)  Το διευρυνόμενο φάσμα δραστηριοτήτων που πολλοί ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και επιχειρήσεις ασκούν ταυτόχρονα έχει αυξήσει την πιθανότητα συγκρούσεων μεταξύ των συμφερόντων που σχετίζονται με τις διάφορες αυτές δραστηριότητες και των συμφερόντων των πελατών τους. Είναι, επομένως, αναγκαίο τα κράτη μέλη να προβλέψουν κανόνες για να διασφαλιστεί ότι ▌προστατεύονται τα συμφέροντα του πελάτη.

(30)  Στους καταναλωτές θα πρέπει να παρέχονται εκ των προτέρων σαφείς πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς των προσώπων που πωλούν το ασφαλιστικό προϊόν. Είναι σκόπιμο να εξεταστεί η καθιέρωση της υποχρέωσης παροχής πληροφοριών σχετικά με το καθεστώς των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή κατά το προσυμβατικό στάδιο. Αποσκοπούν να δείξουν τη σχέση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του διαμεσολαβητή (ενδεχομένως).

(31)  Για τον μετριασμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή ενός ασφαλιστικού προϊόντος, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί επαρκής δημοσιοποίηση της αμοιβής των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων. ▌Ο διαμεσολαβητής και ο υπάλληλος του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν τον πελάτη, κατόπιν αιτήσεως, σχετικά με τον χαρακτήρα και την πηγή της αμοιβής τους πριν από την πώληση, δωρεάν.

(32)  Προκειμένου ο πελάτης να διαθέτει συγκρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που του παρέχονται, ανεξάρτητα από το αν ο πελάτης αγοράζει μέσω διαμεσολαβητή ή απευθείας από την ασφαλιστική επιχείρηση, και για να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενθαρρύνοντας τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να πωλούν απευθείας στους πελάτες και όχι μέσω διαμεσολαβητών, προκειμένου να αποφεύγονται απαιτήσεις πληροφόρησης, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις αποδοχές στους πελάτες με τους οποίους ασχολούνται άμεσα στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σχετικά με την αμοιβή που εισπράττουν για την πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων.

(32α) Σε περίπτωση που το κόστος αμοιβών και αντιπαροχών δεν μπορεί να εξακριβωθεί πριν από την παροχή των συμβουλών, τότε ο τρόπος υπολογισμού πρέπει να γνωστοποιείται στα βασικά έγγραφα υπηρεσιών με αναλυτικό, ακριβή και κατανοητό τρόπο, και στη συνέχεια να γνωστοποιείται στον πελάτη, το συντομότερο δυνατό, το συνολικό σωρευτικό κόστος των συμβουλών και η επίπτωση αυτού στα ασφάλιστρα. Στις περιπτώσεις εκείνες όπου παρέχονται επενδυτικές συμβουλές σε συνεχή βάση, πρέπει να γνωστοποιείται περιοδικά και τουλάχιστον μία φορά ετησίως το κόστος των επενδυτικών συμβουλών, συμπεριλαμβανομένων των αντιπαροχών. Στην περιοδική έκθεση γνωστοποιούνται όλες οι αντιπαροχές που έχουν καταβληθεί ή εισπραχθεί κατά την προηγούμενη περίοδο.

(32β) Κάθε πρόσωπο το οποίο πωλεί ασφαλιστικά προϊόντα χωρίς να είναι o παραγωγός των εν λόγω προϊόντων, πρέπει να παρέχει στον ιδιώτη επενδυτή ένα χωριστό βασικό έγγραφο υπηρεσιών με πληροφορίες για το κόστος και τις υπηρεσίες των εν λόγω προϊόντων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την οδηγία 2014/…/ΕΕ [MiFID], καθώς και πρόσθετες σχετικές πληροφορίες οι οποίες δεν μπορούν να παρασχεθούν από τον παραγωγό του επενδυτικού προϊόντος αλλά τις χρειάζεται ο επενδυτής για να αξιολογήσει την καταλληλότητα του ασφαλιστικού προϊόντος σύμφωνα με τις ανάγκες του.

(32γ) Οι καταναλωτές επωφελούνται εάν τα ασφαλιστικά προϊόντα πωλούνται μέσω διαφόρων διαύλων και διαμεσολαβητών που έχουν διαφορετικές μορφές συνεργασίας με ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπό την προϋπόθεση ότι υποχρεούνται να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες για τη διαφάνεια και την προστασία των καταναλωτών.

(33)  Δεδομένου ότι η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, ορισμένες από τις διατάξεις της εφαρμόζονται μόνο στο πλαίσιο σχέσης «επιχείρηση προς καταναλωτή» (B2C), και ιδίως οι διατάξεις που ρυθμίζουν τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή άλλων πωλητών ασφαλιστικών προϊόντων.

(34α) Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πολιτικές αμοιβής των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων όσον αφορά τους υπαλλήλους ή τους αντιπροσώπους τους δεν υπονομεύουν την ικανότητα των τελευταίων να ενεργούν προς το συμφέρον των πελατών τους. Για εκείνους τους υπαλλήλους που συμβουλεύουν σχετικά με επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα ή τα πωλούν σε πελάτες, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να διασφαλίζουν ότι η αμοιβή τους από την επιχείρηση δεν επηρεάζει την αμεροληψία των υπαλλήλων κατά την παροχή της κατάλληλης σύστασης ή της ενδεδειγμένης πώλησης ή κατά την παρουσίαση πληροφοριών με τρόπο δίκαιο, σαφή και μη παραπλανητικό. Η αμοιβή στις περιπτώσεις αυτές δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους στόχους πωλήσεων ούτε από το κέρδος για την επιχείρηση από ένα συγκεκριμένο προϊόν.

(35)    Έχει σημασία για τον πελάτη να γνωρίζει αν ο διαμεσολαβητής με τον οποίο συναλλάσσεται συμβουλεύει τον πελάτη για προϊόντα από ένα ευρύ φάσμα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή για προϊόντα που παρέχονται από έναν συγκεκριμένο αριθμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(36)  Λόγω της αυξανόμενης εξάρτησης των καταναλωτών από εξατομικευμένες συστάσεις, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθεί ορισμός της συμβουλής. Η ποιότητα των συμβουλών είναι καθοριστικής σημασίας και οι παρεχόμενες συμβουλές πρέπει να ανταποκρίνονται στα προσωπικά χαρακτηριστικά του πελάτη. Πριν από την παροχή συμβουλών, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η επιχείρηση θα πρέπει να αξιολογεί τις ανάγκες του πελάτη, τις προσδοκίες και την οικονομική του κατάσταση. Αν ο διαμεσολαβητής δηλώνει ότι παρέχει συμβουλές για προϊόντα από ένα ευρύ φάσμα ασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να προβαίνει σε αμερόληπτη και επαρκώς διεξοδική ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά. Επιπλέον, όλοι οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι συμβουλές τους και να συστήνουν κατάλληλα ασφαλιστικά προϊόντα ανάλογα με τις προτιμήσεις, τις ανάγκες, την οικονομική και την προσωπική κατάσταση του πελάτη.

(37)  Πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης, ακόμη και στην περίπτωση πωλήσεων χωρίς την παροχή συμβουλών, θα πρέπει να δίδονται στον πελάτη οι σχετικές πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν ώστε να μπορεί να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής πρέπει να εξηγεί στον πελάτη τα βασικά χαρακτηριστικά των ασφαλιστικών προϊόντων που πωλεί και για τον σκοπό αυτό πρέπει να έχει στη διάθεσή του επαρκή χρόνο και πόρους.

(38)  Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν ενιαίοι κανόνες, ώστε να διευκολυνθεί η επιλογή σε σχέση με το μέσο στο οποίο παρέχονται όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες στον πελάτη, οι οποίοι επιτρέπουν τη χρήση μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπου είναι σκόπιμο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συναλλαγής. Ωστόσο, θα πρέπει να παρέχεται στον πελάτη η δυνατότητα να λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές σε χαρτί. Για λόγους πρόσβασης των καταναλωτών στις πληροφορίες, όλες οι προσυμβατικές πληροφορίες πρέπει να είναι πάντοτε προσβάσιμες δωρεάν.

(39)  Η ανάγκη για παροχή των εν λόγω πληροφοριών είναι μικρότερη, όταν ο καταναλωτής είναι μια εταιρεία που αναζητεί ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη εμπορικών και βιομηχανικών κινδύνων ή είναι επαγγελματίας πελάτης ▌.

(40)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκρινίζει τις ελάχιστες υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχουν στους πελάτες. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις οι οποίες μπορούν να επιβάλλονται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους μέλους καταγωγής τους, εφόσον ασκούν τις δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στην επικράτειά τους, υπό τον όρο ότι οι αυστηρότερες αυτές διατάξεις είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανόμενης της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9). Ένα κράτος μέλος το οποίο προτίθεται να εφαρμόσει και εφαρμόζει τις διατάξεις που διέπουν τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και την πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων, πέραν εκείνων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από τις διατάξεις αυτές παραμένει περιορισμένος.

(41)  Οι πρακτικές των διασταυρούμενων πωλήσεων αποτελούν συνήθη και απολύτως λογική στρατηγική των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής σε όλη την Ένωση.▌ ▐

41α. Όταν προσφέρεται ασφάλιση από κοινού με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως δέσμη, ή ως προϋπόθεση για την ίδια συμφωνία ή δέσμη, υπόκειται στις διατάξεις της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Η παρούσα οδηγία προσφέρει επίσης ένα σύνολο διατάξεων προστασίας για τους καταναλωτές όταν συνάπτουν ασφάλιση στο πλαίσιο δέσμης. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τις εθνικές αρμόδιες αρχές να θεσπίζουν ή να διατηρούν επιπρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των πρακτικών διασταυρούμενων πωλήσεων που είναι επιβλαβείς για τους καταναλωτές.

(42)  Οι συμβάσεις ασφάλισης που αφορούν επενδύσεις συχνά διατίθενται στους πελάτες ως πιθανές εναλλακτικές λύσεις ή υποκατάστατα προϊόντα επενδύσεων που υπόκεινται στην οδηγία 2014/…/ΕΕ [MiFID]. Για να διασφαλιστεί μια συνεπής προστασία των επενδυτών και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ενός ρυθμιστικού αρμπιτράζ, είναι σημαντικό τα επενδυτικά προϊόντα λιανικής (επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα, όπως ορίζονται στον κανονισμό σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών για τα επενδυτικά προϊόντα) να υπόκεινται στα ίδια πρότυπα επαγγελματικής δεοντολογίας: παροχή κατάλληλων πληροφοριών, κατάλληλος χαρακτήρας των παρεχόμενων συμβουλών και περιορισμοί στις αντιπαροχές, καθώς και απαιτήσεις για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, και περαιτέρω περιορισμοί σχετικά με ▌την αμοιβή. Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) που θεσπίστηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) θα πρέπει να συνεργαστούν για να επιτύχουν, μέσω κατευθυντήριων γραμμών, τη μεγαλύτερη δυνατή συνοχή των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας για τα επενδυτικά προϊόντα λιανικής που διέπονται είτε από την οδηγία 2014/…/ΕΕ [MiFID] είτε από την παρούσα οδηγία. Ωστόσο, οι ιδιαιτερότητες των προϊόντων ασφάλισης εκτός ασφαλειών ζωής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές. Επίσης, σύμφωνα με την αντίστοιχη αρχή της οδηγίας 2014/…/ΕΕ [MIFID], πρέπει να προβλέπεται παρεμφερές καθεστώς για τις ασφάλειες τόσο κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε εθνικό επίπεδο όσο και στις κατευθυντήριες γραμμές της μικτής επιτροπής. Για τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα, πρέπει να προβλέπονται ενισχυμένα πρότυπα επαγγελματικής δεοντολογίας που αντικαθιστούν τα πρότυπα της παρούσας οδηγίας που ισχύουν για τις γενικές ασφαλιστικές συμβάσεις (κεφάλαιο VII της παρούσας οδηγίας) ▌. Ως εκ τούτου, πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε σχέση με επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα θα πρέπει να συμμορφώνονται με τα ▌ενισχυμένα πρότυπα που ισχύουν για τα εν λόγω προϊόντα.

42α. Μετά από την έγκριση της MiFiD II, το κεφάλαιο VII της παρούσας οδηγίας πρέπει να επανεξεταστεί για να αποφευχθούν ρυθμιστικές αλληλοκαλύψεις, αντιφατική νομοθεσία και προβλήματα προσαρμογής.

(42β) Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος. Αποκλίνουσες ή συμπληρωματικές διατάξεις που περιλαμβάνονται σε άλλες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις δεν εφαρμόζονται στην ασφαλιστική και αντασφαλιστική διαμεσολάβηση.

(43)  Προκειμένου να διασφαλιστεί συμμόρφωση με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, και να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις και τα πρόσωπα υπόκεινται σε παρόμοια μεταχείριση σε ολόκληρη την Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτείται να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και μέτρα αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Η Επιτροπή εξέτασε τις υφιστάμενες εξουσίες και την πρακτική εφαρμογή τους στην ανακοίνωσή της, της 8ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με την ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης των κυρώσεων και των μέτρων. Κατά συνέπεια, οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που ορίζονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να πληρούν ορισμένες ουσιώδεις απαιτήσεις σχετικά με τους αποδέκτες, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή μιας κύρωσης ή ενός μέτρου, τη δημοσίευση και τις βασικές εξουσίες επιβολής κυρώσεων.▌

(44)  Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν χρηματικά πρόστιμα που να είναι αρκετά υψηλά ώστε να αντισταθμίζουν τα αναμενόμενα οφέλη και να λειτουργούν αποτρεπτικά ακόμη και για τα μεγαλύτερα ιδρύματα και τους διευθυντές αυτών.

(45)  Προκειμένου να διασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή των κυρώσεων σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τον καθορισμό του τύπου των διοικητικών κυρώσεων ή των μέτρων και του επιπέδου των διοικητικών χρηματικών προστίμων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να προνοούν για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση που το οικείο εθνικό δίκαιο προβλέπει κυρώσεις στο πλαίσιο του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

(46)  Οι κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται θα πρέπει να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να ενισχυθεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα στο ευρύ κοινό και να υπάρχει ενημέρωση σχετικά με παραβιάσεις των κανόνων που μπορεί να είναι επιζήμιες για την προστασία των πελατών. Για να διασφαλιστεί συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας, οι κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται θα πρέπει να δημοσιεύονται σε ανώνυμη βάση, όταν η δημοσίευση θα μπορούσε να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

(47)  Για τον εντοπισμό ενδεχόμενων παραβάσεων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να καθιερώσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να ενθαρρύνουν την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων οι οποίοι θα παρέχουν επαρκή προστασία σε όσους προβαίνουν στην καταγγελία παραβάσεων. Ωστόσο, από την παρούσα οδηγία δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκχωρήσουν στις διοικητικές αρχές την αρμοδιότητα να διενεργούν ποινικές έρευνες.

(48)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αφορά τόσο τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα μέτρα, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως κύρωσης ή άλλου μέτρου βάσει του εθνικού δικαίου.

(49)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη τυχόν διατάξεων της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με αξιόποινες πράξεις.

(49α) Οι καταγγέλτες (whistleblowers) επισύρουν την προσοχή των αρμόδιων αρχών σε νέες πληροφορίες, οι οποίες τις διευκολύνουν στον εντοπισμό και την κύρωση υποθέσεων που αφορούν πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και χειραγώγηση της αγοράς. Ωστόσο, την δραστηριότητα των καταγγελτών μπορεί να αποτρέψει ο φόβος αντιποίνων ή η έλλειψη κατάλληλων διαδικασιών για την αναφορά παραβάσεων. Η παρούσα οδηγία πρέπει συνεπώς να διασφαλίσει ότι υφίστανται επαρκείς ρυθμίσεις που ενθαρρύνουν τους καταγγέλτες να ειδοποιούν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με πιθανές παραβάσεις της οδηγίας και που τους προστατεύουν από τυχόν αντίποινα. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να διασφαλίσουν ότι τα συστήματα καταγγελιών που εφαρμόζουν περιλαμβάνουν μηχανισμούς που παρέχουν ικανοποιητική προστασία σε ένα αναφερόμενο πρόσωπο, ιδιαίτερα όσον αφορά το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του και διαδικασίες που διασφαλίζουν το δικαίωμα υπεράσπισης και ακρόασης του αναφερόμενου προσώπου πριν από τη λήψη μιας απόφασης που το αφορά, καθώς και το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου έναντι μιας απόφασης που το αφορά.

(50)  Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης σχετικά με ▌τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, τις υποχρεώσεις του κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά τις δέσμες επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων λιανικής και τις διαδικασίες και τα έντυπα για τη διαβίβαση πληροφοριών σε σχέση με τις κυρώσεις. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, όταν προετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(51)  Τα τεχνικά πρότυπα στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζουν συνεπή εναρμόνιση και επαρκή προστασία των καταναλωτών σε όλη την Ένωση. Θα μπορούσε να ανατεθεί στην ΕΑΑΕΣ, η οποία είναι φορέας με μεγάλη εξειδικευμένη πείρα, αλλά με περιορισμένες αρμοδιότητες, η σύνταξη αποκλειστικά σχεδίων που δεν θα απαιτούν πολιτικές επιλογές, προς υποβολή στην Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

(52)  Μέσω των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα άρθρα 290 και 291 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 [...], η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία σχετικά με τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων και στα άρθρα [24 και 25] σχετικά με τις υποχρεώσεις του κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά τις δέσμες επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων λιανικής, καθώς και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα και σχετικά με τις διαδικασίες και τα έντυπα για τη διαβίβαση πληροφοριών σε σχέση με τις κυρώσεις. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να καταρτισθούν υπό μορφή σχεδίου από την ΕΑΑΕΣ.

(53)  Η Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [...](11) και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [...](12) διέπουν την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διεξάγεται από την ΕΑΑΕΣ στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, υπό την εποπτεία του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

(54)  Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτά κατοχυρώνονται στη Συνθήκη.

(55)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011(13), σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(55α) Οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών πρέπει να διαθέτουν όλα τα μέσα εποπτείας που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η ομαλή άσκηση των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο σύνολο της Κοινότητας, υπό καθεστώς δικαιώματος εγκατάστασης ή ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της εποπτείας, όλες οι ενέργειες των αρμόδιων αρχών πρέπει να είναι ανάλογες με τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι σύμφυτοι με τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη σημασία της συγκεκριμένης επιχείρησης για τη συνολική χρηματοπιστωτική σταθερότητα της αγοράς.

(55β) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθής για τις μικρομεσαίες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ένα από τα μέσα επίτευξης αυτού του στόχου είναι η σωστή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στις απαιτήσεις για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και στην άσκηση των εποπτικών εξουσιών.

(56)  Η επανεξέταση της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να πραγματοποιηθεί τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς, καθώς και οι εξελίξεις σε άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης ή οι εμπειρίες των κρατών μελών κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14).

(57)  Η οδηγία 2002/92/ΕΚ θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καταργηθεί .

(58)  Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στην εθνική νομοθεσία θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που αντιπροσωπεύουν ουσιώδη αλλαγή της οδηγίας 2002/92/ΕΚ. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται προκύπτει από την οδηγία 2002/92/ΕΚ.

(59)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2002/92/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.      Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ▌από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος.

2.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης για ασφαλιστικές συμβάσεις, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)         η ασφαλιστική σύμβαση απαιτεί μόνον γνώσεις της παρεχόμενης ασφαλιστικής κάλυψης·

(β)         η ασφαλιστική σύμβαση δεν είναι σύμβαση ασφάλισης ζωής·

(γ)         η ασφαλιστική σύμβαση δεν καλύπτει κανενός είδους αστική ευθύνη·

(δ)         η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα των προσώπων αυτών δεν είναι η ασφαλιστική διαμεσολάβηση·

(ε)         η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχονται από οποιονδήποτε προμηθευτή, υπό την προϋπόθεση ότι, σε περίπτωση παροχής αγαθών, η ασφάλιση καλύπτει τον κίνδυνο βλάβης, απώλειας, κλοπής ή ζημίας των αγαθών, που παρέχει ο προμηθευτής αυτός·

(στ)       το ποσό των ετήσιων ασφαλίστρων για την ασφαλιστική σύμβαση, μετατρεπόμενο σε ετήσιο ποσό, δεν υπερβαίνει τα 600 ευρώ .

3.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις υπηρεσίες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης που παρέχονται σε σχέση με κινδύνους και υποχρεώσεις εκτός της Ένωσης .

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει επίσης το δίκαιο ενός κράτους μέλους όσον αφορά τη δραστηριότητα ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης η οποία ασκείται από επιχειρήσεις ή διαμεσολαβητές εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα και οι οποίοι εργάζονται στην επικράτειά του στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των προσώπων που ασκούν ή έχουν εξουσιοδοτηθεί να ασκήσουν δραστηριότητες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης στην εν λόγω αγορά.

Η παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζει δραστηριότητες ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης που αναλαμβάνονται σε τρίτες χώρες.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσεως δυσκολίες τις οποίες συναντούν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές τους κατά την εγκατάστασή τους ή την άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε τρίτη χώρα.

3α.   Η παρούσα οδηγία εξασφαλίζει ότι εφαρμόζεται το ίδιο επίπεδο προστασίας και ότι ο καταναλωτής μπορεί να επωφεληθεί από συγκρίσιμα πρότυπα. Η παρούσα οδηγία προωθεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ανταγωνισμό υπό ίσους όρους μεταξύ των διαμεσολαβητών είτε είναι συνδεδεμένοι με ασφαλιστική επιχείρηση είτε όχι. Οι καταναλωτές επωφελούνται εάν τα ασφαλιστικά προϊόντα αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης μέσω διαφόρων διαύλων και διαμεσολαβητών που έχουν διαφορετικές μορφές συνεργασίας με ασφαλιστικές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υποχρεούνται να εφαρμόζουν παρόμοιους κανόνες για την προστασία των καταναλωτών. Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, αυτό λαμβάνεται υπόψη από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

(1)    ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται μια ασφαλιστική επιχείρηση όπως καθορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15)·

(2)    ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται μια αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13(4) της οδηγίας 2009/138/·

(3)    ως «ασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων ασφάλισης, σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων. Οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης ή σύναψης συμβάσεων ασφάλισης, θεωρούνται επίσης ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από υπάλληλο ασφαλιστικής επιχείρησης ο οποίος έρχεται σε άμεση επαφή με τον πελάτη χωρίς την παρέμβαση ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

Οι ακόλουθες δραστηριότητες θεωρούνται ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

Η παροχή πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες συμβάσεις ασφάλισης βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ενός ιστότοπου ή κάποιου άλλου μέσου, καθώς και η παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή η παροχή έκπτωσης στο ασφάλιστρο, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλα μέσα·

Καμία από τις ακόλουθες δραστηριότητες δεν θεωρείται ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

(α)         οι δραστηριότητες που συνίστανται στην περιστασιακή παροχή πληροφοριών σε πελάτη στο πλαίσιο άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, , εάν ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει τον πελάτη στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής σύμβασης·

(β)         η απλή παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους δυνητικούς ασφαλισμένους στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή πληροφοριών σχετικά με τα ασφαλιστικά προϊόντα ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση στους δυνητικούς ασφαλισμένους.

(4)    ως "βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν" νοείται ένα ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει ληκτότητα ή αξία εξαγοράς και όπου η εν λόγω ληκτότητα ή αξία εξαγοράς είναι συνολικά ή μερικά εκτεθειμένη, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται:

(α)         μη ασφαλιστικά προϊόντα ζωής, όπως παρατίθενται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2009/138/EΚ (Κλάδοι ασφάλισης κατά ζημιών)·

(β)         προϊόντα ασφάλισης ζωής όπου τα οφέλη από τη σύμβαση είναι πληρωτέα μόνο σε περίπτωση θανάτου ή για ανικανότητα λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή αναπηρίας,

(γ)         συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, έχει αναγνωρισθεί ότι έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή κατά τη συνταξιοδότησή του και δίνουν στον επενδυτή το δικαίωμα σε ορισμένες παροχές·

(δ)         συστήματα επαγγελματικών συντάξεων που είναι επισήμως αναγνωρισμένα και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ ή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

(ε)         συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται από την εθνική νομοθεσία χρηματοδοτική συνεισφορά του εργοδότη και στα οποία ο εργαζόμενος δεν έχει δυνατότητα επιλογής ως προς τον πάροχο του συνταξιοδοτικού προϊόντος.

(5)    ως «ασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, άλλο από την ασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους της, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

(6)    ως «αντασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, σύναψής τους  ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως αντασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από αντασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή. 

Καμία από τις ακόλουθες δραστηριότητες δεν θεωρείται ως αντασφαλιστική διαμεσολάβηση για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

(α)         οι δραστηριότητες που συνίστανται στην περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι σκοπός της δραστηριότητας αυτής δεν είναι να βοηθηθεί ο πελάτης στη σύναψη ή την εκτέλεση αντασφαλιστικής σύμβασης·

(αα)       η κατ’ επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων μιας αντασφαλιστικής εταιρίας καθώς και ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από εμπειρογνώμονα·

(β)         η απλή παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους δυνητικούς ασφαλισμένους στους αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή πληροφοριών σχετικά με τα αντασφαλιστικά προϊόντα ή τον αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την αντασφαλιστική επιχείρηση στους δυνητικούς ασφαλισμένους.

(7)    ως «αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, άλλο από την αντασφαλιστική επιχείρηση και τους υπαλλήλους της, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

(8)    ως «συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή, σε περίπτωση που τα ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά, περισσοτέρων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει ούτε τα ασφάλιστρα ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη, και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές υπό την πλήρη ευθύνη των οποίων ενεργεί το πρόσωπο δεν ενεργούν οι ίδιοι υπό την ευθύνη άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης ή άλλου διαμεσολαβητή·

Θεωρείται επίσης ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν εκάστη εξ αυτών, κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα του αγαθού ή της υπηρεσίας που παρέχονται στα πλαίσια της εν λόγω κύριας απασχόλησης, και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη·

(9)    ως «συμβουλή» νοείται η παροχή προσωπικής σύστασης σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήματός τους είτε με πρωτοβουλία της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

(10)  ως «ενδεχόμενη προμήθεια» νοείται η αμοιβή υπό μορφή προμήθειας ▌η οποία βασίζεται στην επίτευξη των προσυμφωνηθέντων στόχων ή κατώτατων ορίων που αφορούν τον όγκο επιχειρηματικών πράξεων στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή,

(11)  ως «μεγάλοι κίνδυνοι» νοείται οι μεγάλοι κίνδυνοι όπως ορίζονται στο άρθρο 13(27) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

(12)  ως «κράτος μέλος καταγωγής» νοείται:

(α)         εάν ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει ·

(β)         εάν ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση·

(13)  ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει μόνιμη παρουσία ή εγκατάσταση ή παρέχει υπηρεσίες και το οποίο δεν είναι το κράτος μέλος καταγωγής του ·

(14)  ως «σταθερό υπόθεμα» νοείται κάθε σταθερό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(16)·

(16)  ως «στενοί δεσμοί» νοείται η κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 13 σημείο 7 της οδηγίας 2009/130/ΕΚ·

(17)  ως «κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας» νοείται ο τόπος από τον οποίο αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης η κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα·

(18)  ως «αμοιβή» νοείται κάθε προμήθεια, τέλος, επιβάρυνση ή άλλη πληρωμή, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους οικονομικού ή μη χρηματικού οφέλους, καθώς και λοιπών κινήτρων, που προτείνονται ή παρέχονται σε σχέση με τις δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

(19)  ως «πρακτική δέσμευσης»: νοείται η παροχή ή η πώληση ενός ασφαλιστικού προϊόντος σε δέσμη με άλλα συμπληρωματικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν το ασφαλιστικό προϊόν δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή·

(20)  ως «πρακτική ομαδοποίησης» νοείται η παροχή ή η πώληση ενός ασφαλιστικού προϊόντος σε μια δέσμη με άλλα συμπληρωματικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν το ασφαλιστικό προϊόν διατίθεται επίσης χωριστά στον καταναλωτή αλλά όχι απαραίτητα με τους ίδιους όρους ή προϋποθέσεις, όπως όταν παρέχεται ομαδικά με τις επικουρικές υπηρεσίες·

(20β) ως "ιδιώτης" νοείται ο μη επαγγελματίας.

2.      Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι εφαρμόζεται το ίδιο επίπεδο προστασίας και ότι ο καταναλωτής μπορεί να επωφεληθεί από συγκρίσιμα πρότυπα, έχει ουσιώδη σημασία η παρούσα οδηγία να προωθεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ανταγωνισμό υπό ίσους όρους μεταξύ των διαμεσολαβητών είτε είναι συνδεδεμένοι με ασφαλιστική επιχείρηση είτε όχι. Κατά την εφαρμογή της οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τη σημασία της προώθησης ισότιμων όρων ανταγωνισμού και ανταγωνισμού υπό ίσους όρους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΕ ΜΗΤΡΩΟ

Άρθρο 3

Εγγραφή σε μητρώο

1.      Εκτός από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές εγγράφονται σε μητρώο αρμόδιας αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2, στο κράτος μέλος καταγωγής τους. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες σε μητρώο σε κράτη μέλη δυνάμει της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ(17) του Συμβουλίου, της οδηγίας 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) και της οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19) και οι υπάλληλοί τους δεν υποχρεούνται να εγγραφούν εκ νέου σε μητρώο δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή άλλοι οργανισμοί μπορούν να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές για την εγγραφή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών σε μητρώα, καθώς και την εφαρμογή σε αυτούς τους διαμεσολαβητές των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8. Ειδικότερα, οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές μπορούν να εγγράφονται σε μητρώο από ασφαλιστική επιχείρηση, από ένωση ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή από ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή υπό τον έλεγχο αρμόδιας αρχής.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ενός διαμεσολαβητή, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν υποχρεούται να παράσχει στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 στοιχεία α) και β) και η υπεύθυνη ασφαλιστική επιχείρηση διασφαλίζει ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής πληροί τις προϋποθέσεις εγγραφής σε μητρώο και άλλες διατάξεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι το πρόσωπο ή η οντότητα που αναλαμβάνει την ευθύνη για τον διαμεσολαβητή εγγράφει σε μητρώο τον εν λόγω διαμεσολαβητή.

Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν την απαίτηση που αναφέρεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο σε όλα τα φυσικά πρόσωπα τα οποία εργάζονται για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή έναν εγγεγραμμένο ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή και τα οποία ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εγγραφή των νομικών προσώπων και καταχωρίζουν επίσης στο μητρώο τα ονόματα των φυσικών προσώπων, μελών της διοίκησης, τα οποία είναι υπεύθυνα για τις δραστηριότητες διαμεσολάβησης.

2.      Τα κράτη μέλη δύνανται να δημιουργήσουν περισσότερα του ενός μητρώα για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, με την προϋπόθεση ότι καθορίζουν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία θα εγγράφονται οι διαμεσολαβητές.

Τα κράτη μέλη καθιερώνουν επιγραμμικό σύστημα εγγραφής, αποτελούμενο από ένα ενιαίο έντυπο εγγραφής που διατίθεται σε μια ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο, το οποίο θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμο για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις επιχειρήσεις, και το οποίο θα μπορεί να συμπληρώνεται σε σε απευθείας σύνδεση.

3.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη δημιουργία ενός ενιαίου σημείου πληροφόρησης που θα επιτρέπει την εύκολη και ταχεία πρόσβαση στα στοιχεία αυτών των διάφορων μητρώων τα οποία λειτουργούν ηλεκτρονικά και ενημερώνονται ανά πάσα στιγμή. Το εν λόγω σημείο πληροφόρησης επιτρέπει επίσης τον προσδιορισμό των αρμόδιων αρχών κάθε κράτους μέλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο. Στο μητρώο αναφέρεται επίσης η χώρα ή οι χώρες όπου ο διαμεσολαβητής ασκεί τις δραστηριότητές του υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

4.      Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει, δημοσιεύει στον ιστότοπό της και επικαιροποιεί ένα ενιαίο ηλεκτρονικό μητρώο που περιέχει καταγραφή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών που έχουν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους να ασκήσουν διασυνοριακές δραστηριότητες σύμφωνα με το κεφάλαιο IV. Τα κράτη μέλη παρέχουν αμελητί σχετικές πληροφορίες στην ΕΑΑΕΣ προς τον σκοπό αυτόν. Το εν λόγω μητρώο εμφανίζει μια ζεύξη υπερκειμένου σε κάθε αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους. Το μητρώο αυτό περιέχει συνδέσμους προς την ιστοσελίδα καθεμιάς από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και είναι προσβάσιμο από κάθε ιστοσελίδα των αρχών αυτών. Η ΕΑΑΕΣ έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που αποθηκεύονται εκεί. Η ΕΑΑΕΣ και οι αρμόδιες αρχές έχουν δικαίωμα να τροποποιούν τα αποθηκευμένα δεδομένα. Τα υποκείμενα των δεδομένων, των οποίων τα προσωπικά δεδομένα αποθηκεύονται και ανταλλάσσονται, έχουν δικαίωμα πρόσβασης και επαρκούς πληροφόρησης.

Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει ιστότοπο με ζεύξεις υπερκειμένου για κάθε ενιαίο σημείο πληροφόρησης που δημιουργούν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 3.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εγγραφή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών σε μητρώο, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, να γίνεται υπό τον όρο ότι πληρούν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα του άρθρου 8.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, που παύουν να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, να διαγράφονται αμέσως από το μητρώο. Η ισχύς της εγγραφής επανεξετάζεται τακτικά από την αρμόδια αρχή. Εφόσον είναι αναγκαίο, το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει το κράτος μέλος υποδοχής για τη διαγραφή αυτή.

5.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να μην προβαίνουν στην εγγραφή του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο μητρώο εκτός αν είναι πεπεισμένες ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8, ή ότι άλλος διαμεσολαβητής ή επιχείρηση θα αναλάβει την ευθύνη ώστε να διασφαλιστεί ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο.

5a.    Οι εγγεγραμμένοι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές μπορούν να ασκούν και να συνεχίζουν να ασκούν τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης στην Ένωση τόσο υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης όσο και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δραστηριοποιείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εάν προτίθεται να παράσχει σε ασφαλισμένο, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο ασφαλιστικός ενδιάμεσος, ασφαλιστική σύμβαση σχετικά με κίνδυνο που παρουσιάζεται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο ασφαλιστικός ενδιάμεσος.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να χορηγούν στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ένα έγγραφο το οποίο επιτρέπει σε κάθε ενδιαφερόμενο να ελέγχει με αναδρομή σε οποιοδήποτε από τα μητρώα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ότι ο διαμεσολαβητής είναι δεόντως εγγεγραμμένος.

Το έγγραφο αυτό παρέχει τουλάχιστον τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 16 στοιχεία α) (i) και (iii) και β) (i) και (iii), και, στην περίπτωση νομικού προσώπου, το όνομα ή τα ονόματα του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Το κράτος μέλος απαιτεί να επιστρέφεται το εν λόγω έγγραφο στην αρμόδια αρχή που το εξέδωσε, όταν λήγει η εγγραφή του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

6.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αιτήσεις εγγραφής στο μητρώο τις οποίες υποβάλλουν οι διαμεσολαβητές εξετάζονται εντός δύο μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, και ότι ο αιτών ενημερώνεται αμέσως σχετικά με την απόφαση.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν κατάλληλα μέτρα που τους επιτρέπουν να παρακολουθούν αν οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές συνεχίζουν να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις απαιτήσεις εγγραφής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

7.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους ζητούν από τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές –εξαιρουμένων των συνδεδεμένων διαμεσολαβητών και των διαμεσολαβητών για τους οποίους άλλη ασφαλιστική επιχείρηση έχει την ευθύνη να διασφαλίσει ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 εδάφιο 3– ως προϋπόθεση για την εγγραφή τους στο μητρώο, τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία :

(α)         να παρέχουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με την ταυτότητα των μετόχων ή των μελών, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή και τα ποσά των εν λόγω συμμετοχών·

(β)         να παρέχουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή·

(γ)         να καταδεικνύουν με ικανοποιητικό τρόπο ότι οι συμμετοχές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους απαιτούν από τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές για τους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 3 παράγραφος 7 να τις ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε περίπτωση αλλαγής στις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 στοιχεία α) και β)·

8.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές αρνούνται την εγγραφή στο μητρώο εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει στενούς δεσμούς, ή δυσχέρειες σχετικές με την επιβολή των υπόψη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους.

8a.    Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι τα άτομα εκείνα που, πριν από τον Σεπτέμβριο 2002, ασκούσαν τη δραστηριότητα του διαμεσολαβητή, είχαν εγγραφεί σε μητρώο και είχαν επίπεδο κατάρτισης και εμπειρίας ανάλογο προς αυτό που απαιτείται από την παρούσα οδηγία εγγράφονται αυτόματα στο μητρώο που θα δημιουργηθεί, αφ' ης στιγμής εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΤΟ ΜΗΤΡΩΟ – ΔΗΛΩΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

Άρθρο 4

Διαδικασία δήλωσης για την παροχή υπηρεσιών επικουρικής ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, υπηρεσιών κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών ή εκτίμησης ζημιών

1.      Οι απαιτήσεις εγγραφής του άρθρου 3 δεν εφαρμόζονται σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε επικουρική βάση, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητές του πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)         η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν είναι η ασφαλιστική διαμεσολάβηση·

(β)         ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενεργεί ως διαμεσολαβητής μόνο για ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα που συμπληρώνουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία και προσδιορίζει τα προϊόντα αυτά σαφώς στη δήλωση·

(γ)         τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής ή τους κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη είναι συμπληρωματική στο προϊόν ή την παρεχόμενη υπηρεσία, που αποτελεί τη βασική επαγγελματική δραστηριότητα του διαμεσολαβητή.

(γα)       ο διαμεσολαβητής εργάζεται υπό την ευθύνη ενός διαμεσολαβητή εγγεγραμμένου σε μητρώο.

3.      Κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ο οποίος υπόκειται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του δήλωση με την οποία ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.

4.      Οι διαμεσολαβητές που υπόκεινται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου υπόκεινται στις διατάξεις των κεφαλαίων Ι, ΙΙΙ, IV, V, VIII και IX, καθώς και στα άρθρα 15 και 16 της παρούσας οδηγίας.

4a.    Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις εγγραφής του άρθρου 3 σε ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές κατά την έννοια του άρθρου 4, εάν το κρίνουν σκόπιμο για λόγους προστασίας των καταναλωτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Άρθρο 5

Άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

1.      Κάθε ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ο οποίος προτίθεται να ασκήσει τις δραστηριότητές του για πρώτη φορά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κοινοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του .

(α)         το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, καθώς και τυχόν αριθμό μητρώου του διαμεσολαβητή·

(β)         το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη στα οποία προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες ο διαμεσολαβητής·

(γ)         την κατηγορία του διαμεσολαβητή και, ανάλογα με την περίπτωση, την επωνυμία κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης την οποία εκπροσωπεί·

(δ)         τους σχετικούς ασφαλιστικούς κλάδους, εφόσον απαιτειται·

(ε)         απόδειξη των επαγγελματικών γνώσεων και ικανότητων.

2.      Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, εντός ενός μηνός από την παραλαβή τους, την οποία γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς καθυστέρηση. Το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει εγγράφως τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ότι οι πληροφορίες έχουν παραληφθεί από το κράτος μέλος υποδοχής και ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές της στο κράτος μέλος υποδοχής.

Όταν λάβει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το κράτος μέλος υποδοχής δέχεται την προηγούμενη πείρα στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική δραστηριότητα διαμεσολάβησης, η οποία επιβεβαιώνεται με την απόδειξη της εγγραφής ή της δήλωσης στο κράτος μέλος καταγωγής, προς τεκμηρίωση των απαιτούμενων γνώσεων και ικανοτήτων.

3.      Η απόδειξη της προηγούμενης εγγραφής ή δήλωσης τεκμηριώνεται με την απόδειξη της εγγραφής που εκδίδεται ή της δήλωσης που λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή ή τον οργανισμό του κράτους μέλους καταγωγής του αιτούντος, την οποία παρουσιάζει ο αιτών προς επίρρωση της αίτησής του που υπέβαλε στο κράτος μέλος υποδοχής.

4.      Σε περίπτωση αλλαγής σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής κοινοποιεί εγγράφως την εν λόγω αλλαγή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, τουλάχιστον έναν μήνα πριν επιφέρει την αλλαγή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνεται επίσης για την αλλαγή αυτή από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μόλις είναι εφικτό και όχι αργότερα από έναν μήνα από την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

4a.    Ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής που έχει εγγραφεί σε μητρώο ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης υπό καθεστώς «ελεύθερης παροχής υπηρεσιών» εφόσον:

(α)        ασκεί ασφαλιστική ή αντασφαλιστική διαμεσολάβηση με ή για λογαριασμό ασφαλισμένου, ο οποίος διαμένει ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή·

(β)         κάθε ασφαλιζόμενος κίνδυνος ευρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή·

(γ)         συμμορφώνεται με τις παραγράφους 1 και 4.

Άρθρο 6

Άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης

1.      Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή που προτίθεται να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκατάστασης, προκειμένου να ιδρύσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, πρώτα να το κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του και να της διαβιβάσει τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α)         το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση καθώς και τον αριθμό μητρώου (ανάλογα με την περίπτωση) του διαμεσολαβητή·

(β)         το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου σκοπεύει να ιδρύσει υποκάστημα ή να έχει μόνιμη παρουσία·

(γ)         την κατηγορία του διαμεσολαβητή και, ανάλογα με την περίπτωση, την επωνυμία κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης την οποία εκπροσωπεί·

(δ)         τους σχετικούς ασφαλιστικούς κλάδους, εφόσον απαιτειται·

(ε)         πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο διευκρινίζονται οι δραστηριότητες ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης που πρόκειται να αναληφθούν, καθώς και η οργανωτική δομή της εγκατάστασης· αναφέρεται επίσης η ταυτότητα των πρακτόρων, σε περίπτωση που ο διαμεσολαβητής προτίθεται να προσφύγει σ’ αυτούς·

(στ)       τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία μπορούν να ζητηθούν έγγραφα·

(ζ)         το όνομα κάθε αρμόδιου για τη διαχείριση της εγκατάστασης ή της μόνιμης παρουσίας.

1α.   Ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, εάν ασκεί τις δραστηριότητές του σε ένα κράτος μέλος υποδοχής για απεριόριστο χρονικό διάστημα μέσω μόνιμης παρουσίας στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.      Εκτός και αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής έχει λόγους να θεωρεί την οργανωτική δομή ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ακατάλληλη, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων δραστηριοτήτων διαμεσολάβησης, γνωστοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, εντός ενός μηνός από την παραλαβή τους, την οποία γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς καθυστέρηση. Το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει εγγράφως τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ότι οι πληροφορίες έχουν παραληφθεί από το κράτος μέλος υποδοχής και ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές της στο κράτος μέλος υποδοχής.

3.      Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνηθεί να κοινοποιήσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή εντός ενός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.      Σε περίπτωση αλλαγής σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής κοινοποιεί εγγράφως την εν λόγω αλλαγή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, τουλάχιστον έναν μήνα πριν επιφέρει την αλλαγή αυτή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνεται επίσης για την αλλαγή αυτή από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, μόλις είναι εφικτό και όχι αργότερα από έναν μήνα από την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Άρθρο 7

Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής

1.      Εάν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους μπορεί να συμφωνήσει με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να ενεργεί σαν να είναι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια VI, VII και VIII της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση συμφωνίας, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής το κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και στην ΕΑΑΕΣ.

2.      Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διασφάλιση ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από την εγκατάσταση στο έδαφός του τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια VI και VII και στα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει αυτών.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει το δικαίωμα να εξετάζει τις ρυθμίσεις εγκατάστασης και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απολύτως απαραίτητες για να μπορεί η αρμόδια αρχή να επιβάλλει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια VI και VII και τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει αυτών όσον αφορά τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που προβλέπονται από την εγκατάσταση στο εδαφός της.

3.      Εάν το κράτος μέλος υποδοχής έχει λόγους να συμπεράνει ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί δραστηριότητες στο έδαφός του, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της παρούσας οδηγίας, αναφέρει τις διαπιστώσεις αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των καταναλωτών του κράτους μέλους υποδοχής ή για την εύρυθμη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής υπόκειται στα ακόλουθα μέτρα:

(α)         η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να προστατεύσει τους καταναλωτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να εμποδίζει τους παρανομούντες ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να προβαίνουν σε νέες συναλλαγές στο έδαφός της· η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει την Επιτροπή για τα μέτρα αυτά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση·

(β)         η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010· στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν εκχωρηθεί βάσει του εν λόγω άρθρου, σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών υποδοχής και καταγωγής.

4.      Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαπιστώσουν ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής που έχει εγκατάσαση στο έδαφός τους παραβιάζει τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί στο εν λόγω κράτος σύμφωνα με τις διατάξεις εκείνες της παρούσας οδηγίας οι οποίες αναθέτουν εξουσίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι αρχές αυτές απαιτούν από τον εν λόγω ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή να παύσει αυτή την συμπεριφορά.

Σε περιπτώσεις όπου, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των καταναλωτών του κράτους μέλους υποδοχής ή για την εύρυθμη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής υπόκειται στα ακόλουθα μέτρα:

(α)         η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να προστατεύσει τους καταναλωτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να εμποδίζει τους παρανομούντες ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να προβαίνουν σε νέες συναλλαγές στο έδαφός της· η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει την Επιτροπή για τα μέτρα αυτά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση·

(β)         η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010· στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν εκχωρηθεί βάσει του εν λόγω άρθρου, σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών υποδοχής και καταγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΛΛΕΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 8 Επαγγελματικές και οργανωτικές απαιτήσεις

1.      Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ▌και τα μέλη του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή ή της επιχείρησης, για την εκτέλεση των εργασιών τους και την άσκηση των καθηκόντων τους επαρκώς ▌.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▐ τα μέλη του προσωπικού ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που ασκούν την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, επικαιροποιούν τακτικά τις γνώσεις και τις ικανότητές τους όπως αρμόζει στα καθήκοντα που ασκούν και στη σχετική αγορά.

Για να εξασφαλιστεί η τήρηση αυτών των διατάξεων πρέπει να πραγματοποιηθεί συνεχιζόμενη επαγγελματική ανάπτυξη και επαρκής και κατάλληλη κατάρτιση του προσωπικού τους, διάρκειας τουλάχιστον 200 ωρών σε πενταετή περίοδο, ή αναλογικού αριθμού ωρών όταν δεν πρόκειται για την κύρια δραστηριότητά τους. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα κριτήρια που έχουν θεσπίσει ώστε οι διαμεσολαβητές να πληρούν τις απαιτήσεις ικανοτήτων που ισχύουν για αυτούς. Τα εν λόγω κριτήρια περιλαμβάνουν έναν κατάλογο με τα προσόντα που αναγνωρίζονται.

Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θεσπίζουν μηχανισμούς για τον έλεγχο, την αξιολόγηση και την πιστοποίηση των γνώσεων και των δεξιοτήτων από ανεξάρτητους φορείς.

Τα κράτη μέλη δύνανται να διαφοροποιούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, όσον αφορά τις γνώσεις και ικανότητες, ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης , ιδίως εάν ο διαμεσολαβητής ασκεί κύρια δραστηριότητα άλλη από την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. ▌Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και για τα μέλη του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο διαμεσολαβητής εξακριβώνει ότι οι γνώσεις και ικανότητες των διαμεσολαβητών πληρούν τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και, ενδεχομένως, παρέχει κατάλληλη κατάρτιση σε αυτούς τους διαμεσολαβητές η οποία αντιστοιχεί στις απαιτήσεις τις σχετικές με τα προϊόντα που προτείνουν οι εν λόγω διαμεσολαβητές.

Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν την απαίτηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε όλα τα φυσικά πρόσωπα που εργάζονται σε ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή και ασκούν τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ένα εύλογο ποσοστό προσώπων από τη διοίκηση αυτών των επιχειρήσεων, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη διαμεσολάβηση όσον αφορά τα ασφαλιστικά και αντασφαλιστικά προϊόντα, καθώς και όλα τα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν άμεσα στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική διαμεσολάβηση, να έχουν αποδεδειγμένα τις γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητάς τους.

2.      Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και τα μέλη του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης χαίρουν καλής φήμης. Ως ελάχιστη προϋπόθεση εκείνοι που εμπλέκονται στην εμπορική προώθηση και στην πώληση του προϊόντος διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο ή να πληρούν άλλη ισοδύναμη εθνική απαίτηση όσον αφορά σοβαρά ποινικά αδικήματα που συνδέονται είτε με εγκλήματα κατά της περιουσίας είτε με εγκλήματα σχετικά με οικονομικές δραστηριότητες ▐.

Τα κράτη μέλη δύνανται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, να επιτρέπουν στην ασφαλιστική επιχείρηση να εξακριβώνει την καλή φήμη των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών.

Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν την απαίτηση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου σε όλα τα φυσικά πρόσωπα που εργάζονται σε ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή και ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Όμως, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η διοίκηση των εν λόγω επιχειρήσεων και το τυχόν άλλο προσωπικό που ασχολείται άμεσα με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική διαμεσολάβηση να πληρούν την απαίτηση αυτή.

3.      Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης η οποία καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1.250.000 ευρώ ανά απαίτηση και 1.850.000 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός εάν η εν λόγω ασφάλιση ή άλλη ανάλογη εγγύηση παρέχεται ήδη από ασφαλιστική, αντασφαλιστική ή άλλη επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας ενεργεί ή από την οποία εξουσιοδοτείται να ενεργεί ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ή εάν η εν λόγω επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή.

4       Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των πελατών έναντι αδυναμίας του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή να μεταβιβάσει το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική επιχείρηση ή να μεταβιβάσει το ποσό της αποζημίωσης ή να προβεί σε επιστροφή ασφαλίστρων στον ασφαλιζόμενο.

Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να λάβουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες μορφές:

(α)         θέσπιση νομοθετικών ή συμβατικών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες τα χρήματα που καταβάλλει ο πελάτης στον διαμεσολαβητή λογίζονται ως καταβληθέντα στην επιχείρηση, ενώ τα χρήματα που έχει καταβάλει η επιχείρηση στον διαμεσολαβητή δεν λογίζονται ως καταβληθέντα στον πελάτη προτού αυτός τα εισπράξει πραγματικά·

(β)         απαίτηση από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να έχουν χρηματοοικονομική ικανότητα που αντιστοιχεί, σε μόνιμη βάση, στο 4 % των ετήσιων εισπραχθέντων ασφαλίστρων, με ελάχιστο όριο τα 18.750 ευρώ·

(γ)         απαίτηση να μεταβιβάζονται τα χρήματα του πελάτη μέσω αυστηρά διαχωρισμένων λογαριασμών πελατών, οι οποίοι δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εξόφληση άλλων πιστωτών σε περίπτωση πτώχευσης·

(δ)         απαίτηση σύστασης εγγυητικού κεφαλαίου.

5.      Για την άσκηση των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης πρέπει να πληρούνται οι επαγγελματικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο σε μόνιμη βάση.

6.      Τα κράτη μέλη μπορούν να καταστήσουν αυστηρότερες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο ή να προσθέσουν άλλες για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που έχουν εγγραφεί σε μητρώο στην επικράτειά τους.

7.      Η ΕΑΑΕΣ αναθεωρεί τα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 περιοδικά, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη του ευρωπαϊκού δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως δημοσιεύεται από την Eurostat. Η πρώτη αναθεώρηση πραγματοποιείται πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και κάθε μετέπειτα αναθεώρηση πραγματοποιείται πέντε έτη μετά την προηγούμενη.

Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για την προσαρμογή του βασικού ποσού σε ευρώ που αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4, κατά το ποσοστό μεταβολής του προαναφερόμενου δείκτη κατά την περίοδο μεταξύ της έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και της ημερομηνίας της πρώτης αναθεώρησης ή μεταξύ της ημερομηνίας της τελευταίας αναθεώρησης και της ημερομηνίας της νέας αναθεώρησης, και με στρογγυλοποίηση στο επόμενο ακέραιο ευρώ.

Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και για κάθε μετέπειτα αναθεώρηση πέντε έτη μετά την προηγούμενη.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

8.      Τα κράτη μέλη διευκρινίζουν:

(α)         την έννοια των επαρκών γνώσεων και ικανοτήτων του διαμεσολαβητή και των μελών του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όταν ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τους πελάτες του, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·

(β)         τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό, ιδίως, του επιπέδου των επαγγελματικών προσόντων, πείρας και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την άσκηση της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

(γ)         τα μέτρα που εύλογα μπορεί να αναμένεται ότι θα λάβουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και τα μέλη του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων για να επικαιροποιούν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους με συνεχή επαγγελματική εξέλιξη, προκειμένου να διατηρήσουν ικανοποιητικό επίπεδο απόδοσης.

8α.   Όταν ένα κράτος μέλος καταγωγής καταχωρεί ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ο οποίος έχει αποκτήσει επαγγελματικά προσόντα ή εμπειρία σε άλλο κράτος μέλος, λαμβάνει υπόψη τα εν λόγω προσόντα και την εμπειρία, έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και (20)του Συμβουλίου και το επίπεδο των προσόντων όπως αυτό ορίζεται με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο προσόντων για τη διά βίου μάθηση που καθιερώθηκε δυνάμει της σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008(21).

Άρθρο 9

Δημοσίευση κανόνων περί γενικού συμφέροντος

1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί η ενδεδειγμένη δημοσίευση, από τις αρμόδιες αρχές τους, των σχετικών εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν για την άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης στο έδαφός τους.

2.      Ένα κράτος μέλος το οποίο προτίθεται να εφαρμόσει και εφαρμόζει διατάξεις που διέπουν τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και την πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων, πέραν εκείνων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, διασφαλίζει ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από τις διατάξεις αυτές είναι αναλογικός για την προστασία των καταναλωτών. Το κράτος μέλος συνεχίζει να παρακολουθεί τις εν λόγω διατάξεις ώστε να διασφαλίζει ότι ο εν λόγω φόρτος παραμένει αναλογικός.

3.      Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τυποποιημένο δελτίο πληροφοριών για τους κανόνες περί γενικού συμφέροντος, το οποίο πρέπει να συμπληρώνεται από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους. Περιέχει τους υπερσυνδέσμους προς τις ιστοσελίδες των αρμόδιων αρχών, όπου δημοσιεύονται πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες περί γενικού συμφέροντος. Οι πληροφορίες αυτές επικαιροποιούνται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές σε τακτική βάση και η ΕΑΑΕΣ θέτει τις εν λόγω πληροφορίες στον δικτυακό της τόπο στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα, με όλους τους εθνικούς κανόνες περί γενικού συμφέροντος, οι οποίοι κατατάσσονται σε διάφορους συναφείς τομείς του δικαίου.

4.      Τα κράτη μέλη καθιερώνουν ένα ενιαίο σημείο επαφής, επιφορτισμένο με την παροχή πληροφοριών σχετικά με κανόνες περί γενικού συμφέροντος στο αντίστοιχο κράτος μέλος. Το εν λόγω σημείο επαφής θα πρέπει να είναι κατάλληλη αρμόδια αρχή.

5.      Η ΕΑΑΕΣ εξετάζει σε μια έκθεση τους κανόνες περί γενικού συμφέροντος που δημοσιεύονται από τα κράτη μέλη, όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο, στο πλαίσιο της εύρυθμης λειτουργίας της παρούσας οδηγίας και της εσωτερικής αγοράς, πριν από ...* [ΕΕ παρακαλώ να εισαχθεί ημερομηνία: τρία έτη από την έναρξη ισχύος της οδηγίας].

Άρθρο 10

Αρμόδιες αρχές

1.      Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εξασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά, αναφέροντας την ενδεχόμενη κατανομή αυτών των καθηκόντων.

2.      Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς εξουσιοδοτημένες προς τούτο από το εθνικό δίκαιο. Δεν είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ενώσεις στα μέλη των οποίων συμπεριλαμβάνονται άμεσα ή έμμεσα ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές.

3.      Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες της μίας αρμόδιες αρχές στο έδαφός του, για τη στενή συνεργασία μεταξύ τους, προκειμένου να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα αντίστοιχα καθήκοντά τους.

Άρθρο 11

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών

1.      Οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών συνεργάζονται προκειμένου να εξασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

2.      Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές στους οποίους έχουν επιβληθεί κυρώσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο VIII , οι δε πληροφορίες αυτές ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη διαγραφή από το μητρώο των διαμεσολαβητών. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν κάθε σχετική πληροφορία μετά από αίτηση μιας από τις αρχές αυτές.

3.      Όλα τα πρόσωπα που υποχρεούνται να λαμβάνουν ή να παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με την παρούσα οδηγία οφείλουν να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ(22) του Συμβουλίου και στο άρθρο 15 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ(23) του Συμβουλίου .

Άρθρο 12

Καταγγελίες

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την καθιέρωση διαδικασιών οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και άλλους ενδιαφερομένους, και ειδικότερα στις ενώσεις καταναλωτών, να υποβάλλουν καταγγελίες κατά των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και επιχειρήσεων . Σε κάθε περίπτωση, παρέχονται απαντήσεις στις καταγγελίες.

Άρθρο 13

Εξώδικη επίλυση διαφορών

1.      Σύμφωνα με την οδηγία .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(24) και τον κανονισμό .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(25) τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη θέσπιση κατάλληλων αποτελεσματικών, αμερόληπτων και ανεξάρτητων  διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγών για την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των πελατών,  καθώς και μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των πελατών,  χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, ήδη υφιστάμενους φορείς.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές συμμετέχουν στις διαδικασίες για την εξώδικη επίλυση των διαφορών, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)         οι αποφάσεις στις οποίες καταλήγουν οι διαδικασίες κατόπιν ρητής και αμοιβαίας αίτησης θα είναι δεσμευτικές για τον διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση και τον πελάτη·

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς αυτοί συνεργάζονται για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών.

2α.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την ονομασία, τη διεύθυνση και τη διεύθυνση του ιστοτόπου των φορέων ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτονται και οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τη διευθέτηση τυχόν διαφορών μεταξύ εκείνων και των καταναλωτών.

2β.    Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές εντός της Ένωσης, οι οποίοι ασχολούνται με διαδικτυακές πωλήσεις και διασυνοριακές διαδικτυακές πωλήσεις, ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την πλατφόρμα ΗΕΔ, εφόσον απαιτείται, και σχετικά με τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους. Οι σχετικές πληροφορίες είναι εύκολα, άμεσα, ευκρινώς και μόνιμα προσβάσιμες στον ιστότοπο των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και, αν η προσφορά γίνεται με ηλεκτρονικό μήνυμα ή με την αποστολή άλλου κειμενικού μηνύματος με ηλεκτρονικό μέσο, στο μήνυμα αυτό. Περιλαμβάνει ηλεκτρονικό σύνδεσμο που οδηγεί στην αρχική σελίδα της πλατφόρμας ΗΕΔ. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ενημερώνουν, επίσης, τους καταναλωτές σχετικά με την πλατφόρμα ΗΕΔ, όταν ο καταναλωτής υποβάλλει καταγγελία στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ένα σύστημα διερεύνησης καταναλωτικών καταγγελιών που το διαχειρίζεται ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ή σε διαμεσολαβητή επιχείρησης.

2γ.    Όταν ένα πελάτης κινεί διαδικασία εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο κατά ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικής επιχείρησης σχετικά με διαφορά που αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να συμμετάσχει στην εν λόγω διαδικασία.

2δ.    Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και με τους φορείς που είναι αρμόδιοι για τις προαναφερθείσες εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής και στον βαθμό που επιτρέπεται από τις ισχύουσες οδηγίες και κανονισμούς της ΕΕ.

Άρθρο 14

Περιορισμός της προσφυγής σε διαμεσολαβητές 

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατά τη χρήση των υπηρεσιών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών που είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι διαμεσολαβητές να προσφεύγουν στις υπηρεσίες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης μόνο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών που έχουν εγγραφεί σε μητρώο ή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή των προσώπων που έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Άρθρο 15

Γενική αρχή

1.        Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση, κατά την άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με ή για τους πελάτες, να ενεργεί πάντοτε με έντιμο, θεμιτό και επαγγελματικό τρόπο, με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών του.

2.        Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή ασφαλιστική επιχείρηση σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, επιβάλλεται να είναι θεμιτές, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει πάντοτε να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.

Άρθρο 16 

Γενικές πληροφορίες που παρέχει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που διασφαλίζουν ότι

(α)       πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε ασφαλιστικής σύμβασης ή εάν επέλθει ουσιαστική αλλαγή στα στοιχεία σχετικά με τον διαμεσολαβητή μετά τη σύναψη οποιασδήποτε ασφαλιστικής σύμβασης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής - συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων διαμεσολαβητών - προβαίνει στις ακόλουθες γνωστοποιήσεις στους πελάτες του:

(i)        την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του και το γεγονός ότι είναι ασφαλιστικός           διαμεσολαβητής·

(ii)       αν παρέχει ή όχι κάθε είδους συμβουλές σχετικά με τα πωλούμενα ασφαλιστικά προϊόντα·

(iii)      τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 12, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και για τις εξώδικες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής που αναφέρονται στο άρθρο 13·

(iv)      το μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και τα μέσα για την εξακρίβωση της εγγραφής του· και

(v)       αν ο διαμεσολαβητής εκπροσωπεί τον πελάτη ή ενεργεί για λογαριασμό και εξ ονόματος της ασφαλιστικής επιχείρησης·

(β)       πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφαλιστική επιχείρηση προβαίνει στις ακόλουθες γνωστοποιήσεις στους πελάτες της:

(i)        την ταυτότητά της, τη διεύθυνσή της και το γεγονός ότι είναι ασφαλιστική επιχείρηση·

(ii)       αν παρέχει ή όχι κάθε είδους συμβουλές σχετικά με τα πωλούμενα ασφαλιστικά προϊόντα·

(iii)      τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 12, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και για τις εξώδικες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής που αναφέρονται στο άρθρο 13.

Άρθρο 17

Συγκρούσεις συμφερόντων και διαφάνεια 

1.        Πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ▌παρέχει στον πελάτη τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:

(α)      οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του που υπερβαίνει το 10% των  δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης·

(β)      οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης ή μητρικής επιχείρησης συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης που υπερβαίνει το 10% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

(γ)      σε σχέση με την προτεινόμενη σύμβαση, για το κατά πόσον:

(i)        παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης, ή

(ii)        έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Στην περίπτωση αυτή, τον ενημερώνει για τις επωνυμίες των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή

(iii)       δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και δεν παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή, τον ενημερώνει για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες δύναται να ασκεί και όντως ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες·

(ε)      αν σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση, εργάζεται:

(i)        βάσει αμοιβής, δηλαδή η αμοιβή καταβάλλεται άμεσα από τον πελάτη· ή

(ii)        βάσει προμήθειας κάθε είδους, δηλαδή η αμοιβή περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο· ή

(iii)       βάσει συνδυασμού και των δύο, του i) και του ii)·

(εα)    στα) αν σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση, η πηγή της αμοιβής είναι:

(i)         ο ασφαλισμένος·

(ii)       η ασφαλιστική επιχείρηση·

(iii)     άλλος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής·

(iv)      συνδυασμός των περιπτώσεων i), ii) και iii)·

Το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 17a·

2.          Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει επιπρόσθετες λεπτομερείς πληροφορίες όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1(ε α).

3.          Η ασφαλιστική επιχείρηση, όταν πωλεί ασφαλιστικά προϊόντα απευθείας σε πελάτες, ενημερώνει επίσης τον πελάτη σχετικά με το εάν καταβάλλεται στους υπαλλήλους της οποιαδήποτε μεταβλητή αμοιβή για τη διανομή και τη διαχείριση του εν λόγω ασφαλιστικού προϊόντος.

5α.        Σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων και για να προωθηθεί ο θεμιτός ανταγωνισμός, στον πελάτη παρέχονται πληροφορίες σχετικά με ουσιαστικά ποσοτικά στοιχεία όσον αφορά τις έννοιες, και υπό τους ίδιους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1(ε α) και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η ΕΑΑΕΣ εκπονεί, έως την 31η Δεκεμβρίου 2015 και επικαιροποιεί περιοδικά, κατευθυντήριες γραμμές για να εξασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 17αΔημοσιοποίηση πληροφοριών

Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν επιπρόσθετες απαιτήσεις δημοσιοποίησης για ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, σχετικά με το επίπεδο των αμοιβών, τελών, προμηθειών ή μη χρηματικών παροχών που συνδέονται με την παροχή διαμεσολάβησης, υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος διατηρεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ όλων των διαύλων διανομής, δεν στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, και ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει παραμένει αναλογικός προς το επιδιωκόμενο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών .

Άρθρο 18

Παροχή συμβουλών και πρότυπα πωλήσεων ▐

1.        Στις περιπτώσεις όπου παρέχονται συμβουλές πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε συγκεκριμένης σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής – συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων διαμεσολαβητών – ή η ασφαλιστική επιχείρηση , διευκρινίζει βάσει των πληροφοριών τις οποίες παρέσχε ο πελάτης:

(α)       τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη·

(β)       ▐ τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι συμβουλές προς τον πελάτη σχετικά με συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν ▐

2.        Οι διευκρινίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) διαφοροποιούνται ανάλογα με τον σύνθετο χαρακτήρα του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος και το επίπεδο του χρηματοοικονομικού κινδύνου για τον πελάτη, ανεξάρτητα από τον τρόπο πώλησης που επιλέγουν.

3.        Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, οφείλει να τις παρέχει βάσει ανάλυσης επαρκώς μεγάλου αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε να είναι σε θέση να συστήσει σε ατομικό επίπεδο και προς το βέλτιστο συμφέρον του καταναλωτή, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, την ασφαλιστική σύμβαση που θα ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του πελάτη.

4.        Πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ανεξαρτήτως του αν παρέχονται ή όχι συμβουλές, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει στον πελάτη τις σχετικές πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν σε μορφή κατανοητή ώστε να μπορεί να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον σύνθετο χαρακτήρα του ασφαλιστικού προϊόντος και τον τύπο του πελάτη. Οι πληροφορίες παρέχονται σε τυποποιημένο πληροφοριακό δελτίο υπό τη μορφή εγγράφου πληροφοριών προϊόντος (PID) σε απλή γλώσσα. Αυτό περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα πληροφοριακά στοιχεία:

(α)      πληροφορίες για τον τύπο της ασφάλισης·

(β)       περιγραφή των ασφαλιζόμενων κινδύνων και των αποκλειόμενων κινδύνων·

(γ)       λεπτομέρειες και διάρκεια καταβολής των ασφαλίστρων·

(δ)       αποκλειόμενες περιπτώσεις·

(ε)       υποχρεώσεις κατά την έναρξη της σύμβασης·

(στ)     υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια της σύμβασης·

(ζ)       υποχρεώσεις σε περίπτωση απαίτησης·

(η)      η διάρκεια της σύμβασης συμπεριλαμβανομένων των ημερομηνιών έναρξης και λήξης της σύμβασης·

(θ)       τρόπος καταγγελίας της σύμβασης·

4α.      H παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται σε:

(α)      επενδυτικά προϊόντα όπως ορίζονται στο άρθρο 4α του κανονισμού .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26)· ή

(β)       πώληση ασφαλιστικών επενδυτικών προϊόντων που αναφέρονται στο Κεφάλαιο VII της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 19

Εξαιρέσεις παροχής πληροφοριών και ρήτρα ευελιξίας 

1.          Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση διαμεσολαβεί στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων, στην περίπτωση διαμεσολάβησης αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε σχέση με επαγγελματίες πελάτες, όπως διευκρινίζεται στο παράρτημα .

2.          Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν σε ισχύ ή να εισάγουν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις της προβλεπόμενης στα άρθρα 16, 17 και 18 πληροφόρησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην ΕΑΑΕΣ και στην Επιτροπή τις εν λόγω εθνικές διατάξεις .

2α.        Τα κράτη μέλη, τα οποία διατηρούν σε ισχύ ή εισάγουν αυστηρότερες διατάξεις που ισχύουν για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω διατάξεις σέβονται τις αρχές των ισότιμων όρων ανταγωνισμού και ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από τις διατάξεις αυτές είναι αναλογικά σχετικός με τα οφέλη προστασίας των καταναλωτών.

3.          Η ΕΑΑΕΣ , προκειμένου να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο διαφάνειας με κάθε κατάλληλο μέσο, μεριμνά ώστε οι πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει σχετικά με τις εθνικές διατάξεις να γνωστοποιούνται επίσης στους καταναλωτές, τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις .

Άρθρο 20

Όροι ενημέρωσης

1.          Κάθε πληροφορία που πρέπει να παρέχεται σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 γνωστοποιείται στους πελάτες :

(α)    γραπτώς

(β)    με σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να είναι κατανοητή από τον πελάτη· και

(γ)     σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος ή του κράτους μέλους της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους οι αντισυμβαλλόμενοι. Κάθε πληροφορία παρέχεται δωρεάν.

2.          Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο α), οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 μπορούν να παρέχονται στον πελάτη σε ένα από τα ακόλουθα μέσα:

(α)    σε σταθερό υπόθεμα πλην του χαρτιού, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 4· ή

(β)    μέσω δικτυακού τόπου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 5.

3.          Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 παρέχονται σε σταθερό υπόθεμα πλην του χαρτιού ή μέσω δικτυακού τόπου, παρέχεται στον πελάτη έντυπο αντίγραφο κατόπιν αιτήσεως και δωρεάν.

4.          Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 μπορούν να παρέχονται σε σταθερό υπόθεμα πλην του χαρτιού, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)    η χρήση του σταθερού υποθέματος είναι κατάλληλη στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μεταξύ του διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη και

(β)    στον πελάτη έχει δοθεί η δυνατότητα επιλογής μεταξύ πληροφόρησης σε χαρτί και σε σταθερό υπόθεμα, και αυτός έχει επιλέξει το εν λόγω άλλο υπόθεμα.

5.          Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 μπορούν να παρέχονται μέσω δικτυακού τόπου, αν απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη ή εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)    η παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 μέσω δικτυακού τόπου είναι κατάλληλη στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μεταξύ του διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη·

(β)    ο πελάτης έχει συναινέσει για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 μέσω δικτυακού τόπου·

(γ)     στον πελάτη έχει κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά η διεύθυνση του δικτυακού τόπου και το σημείο του δικτυακού τόπου όπου μπορεί να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18·

(δ)    διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 παραμένουν προσβάσιμες στον δικτυακό τόπο για όσο χρονικό διάστημα είναι εύλογο να χρειάζεται να τις συμβουλεύεται ο πελάτης.

6.          Για τους σκοπούς των παραγράφων 4 και 5, η παροχή πληροφοριών σε σταθερό υπόθεμα πλην του χαρτιού ή μέσω δικτυακού τόπου θεωρείται κατάλληλη, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μεταξύ του διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη, εάν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο πελάτης έχει τακτική πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Η παροχή από τον πελάτη διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τους σκοπούς αυτής της δραστηριότητας θεωρείται αποδεικτικό στοιχείο προς τον σκοπό αυτόν.

7.          Στην περίπτωση ασφάλισης μέσω τηλεφώνου, οι πληροφορίες που δίδονται προηγουμένως στον πελάτη συνάδουν προς τους ενωσιακούς κανόνες που διέπουν την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Επιπλέον, αφού ο πελάτης έχει επιλέξει να λαμβάνει πληροφορίες σε άλλο υπόθεμα πλην του χαρτιού σύμφωνα με την παράγραφο 4, παρέχονται στον πελάτη πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, αμέσως μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Άρθρο 21α

Πρακτικές δέσμευσης και ομαδοποίησης

1.          Όταν προσφέρεται ασφάλιση μαζί με άλλη υπηρεσία ή βοηθητικό προϊόν ως τμήμα δέσμης ή ως προϋπόθεση για την ίδια συμφωνία ή δέσμη, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνουν τον πελάτη και του προσφέρουν τη δυνατότητα να αγοράσει τa διάφορa στοιχεία από κοινού ή χωριστά και προσφέρουν ξεχωριστές ενδείξεις των ασφαλίστρων ή των τιμών κάθε στοιχείου. Τούτο δεν εμποδίζει τη διαμεσολάβηση ασφαλιστικών προϊόντων με διάφορα επίπεδα ασφαλιστικής κάλυψης ή ασφαλιστήρια συμβόλαια πολλαπλού κινδύνου.

2.          Όταν οι κίνδυνοι που απορρέουν από μια τέτοια συμφωνία ή δέσμη που προσφέρεται στον πελάτη αναμένεται να είναι διαφορετικοί από τους κινδύνους που συνδέονται με τα επιμέρους στοιχεία χωριστά, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχουν, κατόπιν αιτήσεως του πελάτη, επαρκή περιγραφή των διάφορων στοιχείων της συμφωνίας ή δέσμης και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τους κινδύνους.

3.          Η ΕΑΑΣ, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) ΕΑΚΑΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, καταρτίζει έως τις ...* [ΕΕ να εισαχθεί η ημερομηνία: 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], και επικαιροποιεί περιοδικά κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση και την εποπτεία των διασταυρούμενων πωλήσεων, στις οποίες αναφέρονται συγκεκριμένα καταστάσεις όπου οι πρακτικές των διασταυρούμενων πωλήσεων δεν συνάδουν με το άρθρο 15 παράγραφος 1.

4.          Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όταν ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστική επιχείρηση παρέχουν συμβουλές, μεριμνούν ώστε η συνολική δέσμη ασφαλιστικών προϊόντων να ικανοποιεί τις απαιτήσεις και ανάγκες του πελάτη.

5.          Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν επιπρόσθετα αυστηρότερα μέτρα ή να παρεμβαίνουν σε βάση κατά περίπτωση ώστε να απαγορεύουν την πώληση ασφάλισης μαζί με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως τμήμα δέσμης ή ως προϋπόθεση για την ίδια συμφωνία ή δέσμη, όταν μπορούν να αποδείξουν ότι τέτοιες πρακτικές είναι επιζήμιες για τους καταναλωτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Άρθρο 22

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο προβλέπει πρόσθετες απαιτήσεις σε εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 15, 16, 17 και 18 για τις δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, όταν αυτές ασκούνται σε σχέση με την πώληση βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών ▐ προϊόντων από τους εξής:

(α)         ασφαλιστικό διαμεσολαβητή·

(β)         ασφαλιστική επιχείρηση.

Άρθρο 23

Συγκρούσεις συμφερόντων

1.          Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τον εντοπισμό συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτών των ιδίων, περιλαμβανομένων των διευθυντών τους, των υπαλλήλων τους και των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών τους, ή κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών τους, ή μεταξύ δύο πελατών τους, κατά την άσκηση οποιωνδήποτε δραστηριοτήτων ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

2.          Όταν οι οργανωτικές ή διοικητικές διευθετήσεις που πραγματοποιούνται από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17, δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να θιγούν τα συμφέροντα των πελατών ▌λόγω των συγκρούσεων συμφερόντων, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων, κατά περίπτωση, προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό του.

2α.        Η διαδικασία της παραγράφου 2 πρέπει:

(α)    να πραγματοποιείται σε σταθερό υπόθεμα·

(β)       να περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του πελάτη, ώστε να επιτραπεί στον πελάτη να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση ως προς την υπηρεσία στο πλαίσιο της οποίας προκύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.

3.          Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33 για να:

(α)       ▌διευκρινίσει τα μέτρα ▐ που μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι θα λάβουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ή οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και τη γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων ασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

(β)       θεσπίσει τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό των μορφών σύγκρουσης συμφερόντων, των οποίων η ύπαρξη θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών ή των δυνητικών πελατών του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 24

Γενικές αρχές και ενημέρωση των πελατών

1.          Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή μια ασφαλιστική επιχείρηση ▌, κατά την άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής διαμεσολάβησης ενεργούν με εντιμότητα, θεμιτό τρόπο και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών του/της, και να συμμορφώνεται, ιδίως, με τις αρχές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 25.

2.          Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή ασφαλιστική επιχείρηση σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, επιβάλλεται να είναι θεμιτές, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.

3.          Στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες παρέχεται κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με τα εξής:

(α)       τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση και τις υπηρεσίες τους: όταν παρέχονται συμβουλές, οι πληροφορίες προσδιορίζουν αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση και αν στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση της αγοράς και αναφέρουν εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα διαθέσει στον πελάτη διαρκή αξιολόγηση της καταλληλότητας του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος που συστήνεται σε πελάτες·

(β)       τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές: αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω όργανα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών· ▐

(γ)       το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένου του ύψους της αμοιβής από τρίτους προς τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση, όπου αρμόζει.

4.          Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 θα πρέπει να παρέχονται σε κατανοητή μορφή, κατά τρόπο ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους του προσφερόμενου συγκεκριμένου βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4.

5.          Τα κράτη μέλη απαιτούν, όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει τον πελάτη ότι παρέχονται ασφαλιστικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση να γνωστοποιεί στον πελάτη τη φύση της αμοιβής που λαμβάνεται σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση:

(α)       το φάσμα των ασφαλιστικών προϊόντων στα οποία θα βασίζεται η σύσταση και, ειδικότερα, εάν το φάσμα περιορίζεται στα ασφαλιστικά προϊόντα που εκδίδονται ή παρέχονται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με τον διαμεσολαβητή που εκπροσωπεί τον πελάτη·

(β)       εάν καταβάλλεται αμοιβή από τον πελάτη για την παροχή συμβουλών. και

(βα)    εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια από τρίτους σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση.

5α.        Τα κράτη μέλη μπορούν επιπροσθέτως να απαγορεύουν ή να περιορίζουν περαιτέρω την προσφορά ή την αποδοχή αμοιβών, προμηθειών ή μη χρηματικών οφελών από τρίτους σε σχέση με την παροχή ασφαλιστικών συμβουλών. Σε αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται οιεσδήποτε τέτοιου είδους αμοιβές, προμήθειες ή μη χρηματικά οφέλη που πρέπει να επιστρέφονται στους πελάτες ή να αντισταθμίζουν αμοιβές που έχει καταβάλει ο πελάτης.

Τα κράτη μέλη μπορούν περαιτέρω να απαιτούν από τον διαμεσολαβητή, όταν ένας διαμεσολαβητής ενημερώνει τον πελάτη ότι οι συμβουλές παρέχονται ανεξάρτητα, αφενός να αξιολογεί επαρκώς μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και τα οποία είναι επαρκώς διαφοροποιημένα ανάλογα με τον τύπο και τους εκδότες ή τους παρόχους προϊόντων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι στόχοι του πελάτη μπορούν να εκπληρωθούν με κατάλληλο τρόπο, και αφετέρου να μην περιορίζεται σε ασφαλιστικά προϊόντα που εκδίδονται ή παρέχονται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με τον ▌διαμεσολαβητή ▌.

6.          Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει το αργότερο μέχρι τις ...* [ΕΕ, να προστεθεί η ημερομηνία: 18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], και επικαιροποιεί περιοδικά κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση και την εποπτεία των διασταυρούμενων πωλήσεων, στις οποίες αναφέρονται συγκεκριμένα καταστάσεις στις οποίες οι πρακτικές των διασταυρούμενων πωλήσεων δεν συνάδουν με τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1.

             ▐

7.          Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33 προκειμένου να προσδιορίζει τις αρχές με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ▌κατά την άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τους πελάτες τους. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη:

(α)       τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών·

(β)       τη φύση των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων τύπων βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων.

Άρθρο 25

Αξιολόγηση της καταλληλότητας και της σκοπιμότητας και γνωστοποιήσεις προς πελάτες

1.          Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει συμβουλές, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον σχετικό επενδυτικό τομέα του συγκεκριμένου τύπου προϊόντος ▐, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη, έτσι ώστε να είναι σε θέση να συστήσει στον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης ή βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του.

2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ζητούν από τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος ▌, ώστε να μπορεί ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση να εκτιμήσει κατά πόσον η σκοπούμενη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης ή το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν είναι κατάλληλα για τον πελάτη.

Εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν ▌δεν είναι κατάλληλο για τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

Εάν οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες δεν παράσχουν τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα τους, ή αν παράσχουν ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση τους προειδοποιεί ότι δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον ▌το σκοπούμενο βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν είναι κατάλληλη γι’ αυτούς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

2α.        Τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις, όταν ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης οι οποίες συνίστανται μόνο στην εκτέλεση εντολών πελατών, να παρέχουν τις δραστηριότητες αυτές στους πελάτες χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να αποκτούν τις πληροφορίες ή να λαμβάνουν την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)    οι δραστηριότητες αναφέρονται σε ένα από τα ακόλουθα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα:

(i)       συμβάσεις οι οποίες παρέχουν μόνο επενδυτική έκθεση σε χρηματοπιστωτικά μέσα που θεωρούνται μη σύνθετα βάσει της οδηγίας .../.../ΕΕ [MiFID] και δεν περιλαμβάνουν μια δομή η οποία δυσκολεύει τον πελάτη να κατανοήσει τους συνεπαγόμενους κινδύνους· ή

(ii)      άλλα μη σύνθετα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου·

(β)    η δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης πραγματοποιείται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη,

(γ)     ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς, σε τυποποιημένη ή όχι μορφή, ότι κατά την παροχή αυτής της δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την καταλληλότητα του βασιζόμενου σε ασφάλιση επενδυτικού προϊόντος ή της δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που παρέχεται ή προσφέρεται και ότι ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία που παρέχουν οι σχετικοί κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας·

(δ)    ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 23.

3.          Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται το ή τα έγγραφα▐ που έχουν κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και του ιδίου και που αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης για τον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.

4.          Ο ▌ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση προσφέρει στον πελάτη επαρκείς αναφορές σχετικά με τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που του παρέχει. Στις αναφορές αυτές περιλαμβάνονται περιοδικές ανακοινώσεις προς τους πελάτες, λαμβανομένων υπόψη του τύπου και του σύνθετου χαρακτήρα των βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων και της φύσης της δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που ασκείται για τον πελάτη και περιλαμβάνεται, ανάλογα με την περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών και των υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται για λογαριασμό του πελάτη.▌

Κατά την παροχή συμβουλών, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει στον πελάτη, πριν συμφωνηθεί με τον πελάτη το βασιζόμενο σε ασφάλιση επενδυτικό προϊόν, δήλωση σε σταθερό υπόθεμα σχετικά με την καταλληλότητα, όπου προσδιορίζονται οι συμβουλές που δόθηκαν και πώς αυτές ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις, τους στόχους και τα άλλα χαρακτηριστικά του πελάτη.

Όταν η συμφωνία συνάπτεται με χρήση μέσου επικοινωνίας από απόσταση, το οποίο παρεμποδίζει την εκ των προτέρων επίδοση της εκτίμησης καταλληλότητας, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρέχει τη γραπτή δήλωση περί καταλληλότητας σε σταθερό υπόθεμα αμέσως μετά τη δέσμευση του πελάτη με οποιαδήποτε συμφωνία.

5.          Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33 προκειμένου να προσδιορίζει τις αρχές με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης για τους πελάτες τους. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη:

(α)    τη φύση ▌ των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών·

(β)    τη φύση των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται , συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών μέσων και τραπεζικών καταθέσεων διάφορων τύπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2  της οδηγίας .../.../ΕΕ [MiFID]·

(βα)  το εάν ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης είναι ιδιώτης ή επαγγελματίας.

5α.        Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει, το αργότερο μέχρι τις ...* [ΕΕ, να προστεθεί η ημερομηνία: 18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], aκαι επικαιροποιεί περιοδικά κατευθυντήριες γραμμές για την εκτίμηση των βασιζόμενων σε ασφάλιση επενδυτικών προϊόντων που έχουν δομή η οποία δυσχεραίνει την κατανόηση του σχετικού κινδύνου από τον πελάτη σύμφωνα με την παράγραφο 3(α).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 26

Διοικητικές κυρώσεις και μέτρα

1.          Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα τους είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όπου ισχύουν υποχρεώσεις των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, σε περίπτωση παράβασης, μπορούν να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις και μέτρα στα μέλη του διοικητικού τους οργάνου και σε οποιαδήποτε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, φέρουν ευθύνη για την παράβαση.

3.          Στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι ανακριτικές εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους για την επιβολή κυρώσεων, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά ώστε να διασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις ή τα μέτρα παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και συντονίζουν τη δράση τους όταν ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν έγγραφα ή άλλες πληροφορίες βάσει επίσημης απόφασης, η οποία αναφέρει τη νομική βάση της αίτησης πληροφοριών, την προθεσμία συμμόρφωσης και το δικαίωμα του παραλήπτη να ζητήσει δικαστική αναθεώρηση της απόφασης.

Άρθρο 26α

Ειδικές κυρώσεις

1.        Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ΕΑΑΕΣ παρακολουθεί τα ασφαλιστικά και αντασφαλιστικά προϊόντα που διατίθενται στην αγορά, διανέμονται ή πωλούνται στην Ένωση και μπορεί να διερευνά προληπτικά νέα ασφαλιστικά και αντασφαλιστικά προϊόντα ή χρηματοπιστωτικά μέσα πριν τεθούν στην αγορά, διανεμηθούν ή πωληθούν στην Ένωση, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές. Η ΕΑΑΕΣ παρακολουθεί επίσης τις άλλες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των επενδυτικών δραστηριοτήτων, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

2.        Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ΕΑΑΕΣ μπορεί, εφόσον θεωρεί ευλόγως ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 3 και 4, προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει στην Ένωση:

(α)      τη διάθεση στην αγορά, διανομή ή πώληση ορισμένων ειδικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων της υγειονομικής ασφάλισης και των ασφαλιστικών επενδυτικών προϊόντων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά· ή

(β)       ένα είδος χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας ή πρακτικής, συμπεριλαμβανομένης της επενδυτικής δραστηριότητας, των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Η απαγόρευση ή ο περιορισμός μπορεί να ισχύει σε περιπτώσεις ή να υπόκειται σε εξαιρέσεις, που καθορίζονται από την ΕΑΑΕΣ.

3.        Η ΕΑΑΕΣ λαμβάνει αποφάσεις μόνο σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)      το προτεινόμενο μέτρο αντιμετωπίζει σημαντική απειλή για την προστασία των ασφαλισμένων ή των δικαιούχων ή την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης·

(β)       οι ρυθμιστικές απαιτήσεις βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζονται στο συγκεκριμένο ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό προϊόν, χρηματοπιστωτικό μέσο ή τη συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν αντιμετωπίζουν την απειλή·

(γ)       η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της απειλής ή τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς την απειλή.

Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να επιβάλει την απαγόρευση ή τον περιορισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 σε προληπτική βάση προτού ένα ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό προϊόν διατεθεί στην αγορά ή πωληθεί σε ασφαλισμένους ή διενεργηθεί χρηματοπιστωτική δραστηριότητα ή πρακτική.

4.        Κατά τη λήψη μέτρων βάσει του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ λαμβάνει υπόψη της τον βαθμό στον οποίο το μέτρο:

(α)      δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τους ασφαλισμένους και τους δικαιούχους, δυσανάλογες σε σχέση με τα οφέλη του μέτρου· και

(β)       δεν δημιουργεί κίνδυνο καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας.

Όταν μια αρμόδια αρχή ή αρμόδιες αρχές έχουν λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 32, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, χωρίς να εκδώσει τη γνωμοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 33.

5.        Πριν αποφασίσει τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου βάσει του παρόντος άρθρου, η ΕΑΑΕΣ γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές το μέτρο που προτείνει να ληφθεί.

6.        Πριν λάβει απόφαση δυνάμει της παραγράφου 2, η ΕΑΑΕΣ γνωστοποιεί την πρόθεσή της να απαγορεύσει ή να περιορίσει ένα ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό προϊόν ή μία χρηματοπιστωτική δραστηριότητα ή πρακτική εκτός εάν γίνουν ορισμένες αλλαγές στα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού προϊόντος ή χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας ή πρακτικής εντός καθορισμένης χρονικής κλίμακας.

7.        Η ΕΑΑΕΣ δημοσιεύει στον ιστότοπό της ανακοίνωση σχετικά με κάθε απόφαση για τη λήψη μέτρων βάσει του παρόντος άρθρου. Στην ανακοίνωση αναφέρονται οι διευκρινίσεις της απαγόρευσης ή του περιορισμού και ορίζεται η χρονική στιγμή, μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης, από την οποία θα αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα. Η απαγόρευση ή ο περιορισμός εφαρμόζονται μόνο σε ενέργειες που γίνονται μετά την έναρξη ισχύος των μέτρων.

8.        Η ΕΑΑΕΣ επανεξετάζει την απαγόρευση ή τον περιορισμό που επέβαλε βάσει της παραγράφου 2 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά έτος. Εάν η απαγόρευση ή ο περιορισμός δεν ανανεωθεί μετά την εν λόγω δωδεκάμηνη περίοδο, λήγει.

9.        Μέτρο που εγκρίνεται από την ΕΑΑΕΣ βάσει του παρόντος άρθρου υπερισχύει έναντι κάθε προηγούμενου μέτρου που έχει ληφθεί από αρμόδια αρχή.

10.      Η Επιτροπή, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 41, προσδιορίζει τα κριτήρια και τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από την ΕΑΑΕΣ προκειμένου να κρίνει πότε ανακύπτουν απειλές για την προστασία των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α). Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εξασφαλίζουν ότι η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ενεργήσει, κατά περίπτωση, για λόγους προφύλαξης και δεν απαιτείται να περιμένει έως ότου το προϊόν διατεθεί στην αγορά ή εφαρμοσθεί το είδος της δραστηριότητας ή πρακτικής πριν από την ανάληψη δράσης.

Άρθρο 27

Δημοσιοποίηση κυρώσεων

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί ▌ οποιεσδήποτε κυρώσεις ή οποιαδήποτε μέτρα επιβάλλονται λόγω παραβίασης των εθνικών διατάξεων που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβάνοντας πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παραβίασης και την ταυτότητα των προσώπων που ευθύνονται για αυτήν, μόνο εάν η κύρωση ή το άλλο μέτρο έχουν καταστεί οριστικά και δεν υπόκεινται σε έφεση ή δικαστική αναθεώρηση. Εάν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις κυρώσεις ανώνυμα.

Άρθρο 28

Παραβιάσεις

1.        Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται:

(α)      στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές οι οποίοι δεν είναι εγγεγραμμένοι σε μητρώο κράτους μέλους και δεν εμπίπτουν στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 4·

(β)      στα πρόσωπα που παρέχουν επικουρικές ασφαλιστικές δραστηριότητες χωρίς να έχουν υποβάλει δήλωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, ή που έχουν υποβάλει την εν λόγω δήλωση, αλλά για τα οποία δεν πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 4·

(γ)      στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που προσφεύγουν στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης προσώπων που ούτε είναι εγγεγραμμένα σε μητρώο κράτους μέλους ούτε αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και τα οποία δεν έχουν υποβάλει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 4·

(δ)      στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές οι οποίοι πέτυχαν την εγγραφή με ψευδείς δηλώσεις ή οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, κατά παράβαση του άρθρου 3·

(ε)      στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν ανταποκρίνονται στις διατάξεις του άρθρου 8·

(στ)    στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή στους ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του κώδικα δεοντολογίας σύμφωνα με τα κεφάλαια VI και VII.

2.        Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που μπορούν να ισχύσουν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

(α)      δημόσια ανακοίνωση που αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·

(β)      διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον·

(γ)      στην περίπτωση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, ανάκληση της εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 3·

(δ)      προσωρινή απαγόρευση έναντι κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ▌, που θεωρείται υπαίτιο, να ασκεί καθήκοντα σε ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

(ε)      σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση· σε περίπτωση νομικού προσώπου που είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση·

(στ)    σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι το ποσό των 5 000 000 ευρώ ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας· και

Όπου τα οφέλη που προκύπτουν από την παραβίαση μπορούν να προσδιοριστούν, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το μέγιστο επίπεδο δεν είναι μικρότερο από το διπλάσιο του ποσού του οφέλους αυτού.

Άρθρο 29

Αποτελεσματική εφαρμογή κυρώσεων

1.        Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:

(α)      η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης·

(β)      ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου·

(γ)      η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου·

(δ)      η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν·

(ε)      οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν·

(στ)    ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή· και

(ζ)      προηγούμενες παραβάσεις από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

3.          Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών υποδοχής να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή τον κολασμό παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός τους, οι οποίες είναι αντίθετες προς νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί προς το γενικό συμφέρον. Η εξουσία αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα των εν λόγω κρατών μελών να εμποδίζουν τους παρανομήσαντες ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές να ασκήσουν περαιτέρω δραστηριότητες στο έδαφός τους.

Άρθρο 30

Αναφορά παραβάσεων

1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές καθιερώνουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να ενθαρρύνουν την αναφορά παραβάσεων των εθνικών διατάξεων για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στις αρμόδιες αρχές.

2.          Οι εν λόγω ρυθμίσεις περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

(α)    ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών για παραβάσεις και την επακόλουθη συνέχεια·

(β)    κατάλληλη προστασία, συμπεριλαμβανομένης της ανωνυμίας κατά περίπτωση, για όσους καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράχθηκαν στο εσωτερικό των εν λόγω οντοτήτων· και

(γ)    προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει τις παραβάσεις, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε παράβαση, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ.

Η ταυτότητα των προσώπων που αναφέρουν και που φέρονται ως υπεύθυνα για την παραβίαση παραμένει εμπιστευτική σε κάθε στάδιο, εκτός εάν η γνωστοποίησή της απαιτείται βάσει εθνικής νομοθεσίας για περαιτέρω έρευνες ή νομικές διαδικασίες.

Άρθρο 31

Διαβίβαση πληροφοριών στην ΕΑΑΕΣ όσον αφορά τις κυρώσεις

1.          Τα κράτη μέλη παρέχουν κάθε έτος στην ΕΑΑΕΣ συγκεντρωτικές πληροφορίες για όλα τα διοικητικά μέτρα ή τις διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβάλει σύμφωνα με το άρθρο 26.

Η αρμόδια αρχή παρέχει κάθε έτος στην ΕΑΑΕΣ συγκεντρωτικές πληροφορίες για όλα τα διοικητικά μέτρα ή τις διοικητικές κυρώσεις που έχει επιβάλει σύμφωνα με το άρθρο 26.

2.          Οσάκις η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στο κοινό διοικητικά μέτρα ή διοικητικές κυρώσεις, ενημερώνει παράλληλα την ΕΑΑΕΣ.

3.          Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει τις διαδικασίες και τα έντυπα διαβίβασης πληροφοριών, που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις ...*[ΕΕ να προστεθεί ημερομηνία: έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 32

Προστασία δεδομένων

1.          Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την οδηγία 95/46/ΕΚ στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.          Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από την ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 33

Πράξεις κατ' εξουσιοδότηση

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 34 όσον αφορά τα άρθρα ▌23, 24 και 25.

Άρθρο 34

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.          Η εξουσία για την έκδοση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.          Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα ▌23, 24 και 25 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

3.          Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στα άρθρα ▌23, 24 και 25 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση περί ανάκλησης περατώνει την ανάθεση εξουσιών που ορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα ήδη ισχυουσών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.          Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.          Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα ▌23, 24 και 25 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός 3 μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά 3 μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 34αΠεραιτέρω διατάξεις για σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων

1.          Με την επιφύλαξη τυχόν προθεσμιών για την υποβολή σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή, η Επιτροπή υποβάλλει τα σχέδιά της ανά 12, 18 ή 24 μήνες.

2.          Η Επιτροπή δεν εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα κατά τρόπο που να μειώνει, σε περίοδο διακοπής των εργασιών, τον χρόνο ενδελεχούς εξέτασης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, περιλαμβανομένης τυχόν παράτασης, σε λιγότερο από δύο μήνες.

3.          Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές μπορούν να διαβουλευτούν με το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια των σταδίων σύνταξης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, ιδίως όταν υπάρχουν ανησυχίες όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

4.          Όταν η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει απορρίψει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και απομένουν λιγότερο από δύο εβδομάδες έως την έναρξη της επόμενης συνόδου ολομέλειας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να παρατείνει περαιτέρω την περίοδο για την υποβολή αντιρρήσεων που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 5α μέχρι την ημερομηνία της μεθεπόμενης συνόδου ολομέλειας.

5.          Όταν ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα έχουν απορριφθεί και τα προβλήματα που εντοπίζονται είναι περιορισμένης εμβέλειας, η Επιτροπή μπορεί να ακολουθήσει επιταχυμένο χρονοδιάγραμμα για την παρουσίαση αναθεωρημένου σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου.

6.          Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι όλα τα αιτήματα της ομάδας ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που υποβάλλονται επίσημα μέσω του προέδρου της αρμόδιας επιτροπής θα πρέπει να απαντηθούν άμεσα, πριν από την έγκριση του σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου.

Άρθρο 35

Επανεξέταση και αξιολόγηση

1.          Έως τις ...* [ΕΕ: 5 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή επανεξετάζει ▐ την πρακτική εφαρμογή των κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις εξελίξεις στις αγορές λιανικής πώλησης επενδυτικών προϊόντων, καθώς και τις εμπειρίες που αποκτήθηκαν κατά την πρακτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού .../.../ΕΕ [σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών για τα επενδυτικά προϊόντα] και της οδηγίας .../.../ΕΕ [MIFID II]. Η εν λόγω επανεξέταση περιλαμβάνει επίσης ειδική ανάλυση του αντικτύπου του άρθρου 7 παράγραφος 2 , λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ανταγωνισμού στην αγορά υπηρεσιών διαμεσολάβησης για συμβάσεις σε κατηγορίες άλλες από αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, και του αντικτύπου των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 σχετικά με τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που είναι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

2.          Μετά από διαβούλευση με τη Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, η Επιτροπή υποβάλλει τα ευρήματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

5.          Η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 έχουν επαρκείς εξουσίες και πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 36

Μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο

1.          Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις …*[ΕΕ: να προστεθεί ημερομηνία. 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], τις αναγκαίες, νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγίας. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα έγγραφα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο δεν επαρκούν για την πλήρη εκτίμηση της συμμόρφωσης των εν λόγω μέτρων με ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δύναται, κατ’ αίτηση της ΕΑΤ με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή με δική της πρωτοβουλία, να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να παράσχουν λεπτομερέστερα στοιχεία σχετικά με τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας και την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων.

1α.        Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από …* [ΕΕ: να προστεθεί ημερομηνία 18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα, τα τελευταία αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές στην οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, λογίζονται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.          Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 37

Κατάργηση

Η οδηγία 2002/92/ΕΚ καταργείται από ...* [ΕΕ: να προστεθεί ημερομηνία. 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με την προθεσμία μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. 

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία.

ΆρθροΈναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 39

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

(Τόπος),

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                    Για το Συμβούλιο

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΠΕΛΑΤΕΣ

Επαγγελματίας πελάτης είναι ο πελάτης που διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη ώστε να λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Για τους σκοπούς της οδηγίας, θεωρούνται επαγγελματίες για όλες τις ασφαλιστικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και τα ασφαλιστικά προϊόντα:

1.          Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

1α.        Ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές

2.          Μεγάλες επιχειρήσεις που πληρούν δύο από τα ακόλουθα κριτήρια μεγέθους, σε βάση επιμέρους εταιρείας:

–       σύνολο ισολογισμού: 20 000 000 ευρώ

–       καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 40.000.000 ευρώ

–       ίδια κεφάλαια: 2 000 000 ευρώ.

3.          Εθνικές ▌κυβερνήσεις▌

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη για τους ακόλουθους λόγους:

Πολυπλοκότητα της οδηγίας και του σχετικού τομέα:

Το πεδίο της ασφάλισης και της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων είναι ιδιαίτερα περίπλοκο και μπορεί να είναι πολύ τεχνικό από την άποψη των επαγγελματιών οι οποίοι δεν είναι ειδικευμένοι σ’ αυτό. Ελλείψει καλά δομημένων επεξηγηματικών εγγράφων, το καθήκον της επίβλεψης της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο θα ήταν δυσανάλογα χρονοβόρο. Η παρούσα πρόταση αντιπροσωπεύει επανεξέταση όπου το κείμενο των οδηγιών για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (IMD) αναδιατυπώθηκε. Παρά το γεγονός ότι πολλές διατάξεις δεν έχουν αλλάξει ως προς την ουσία τους, μια σειρά νέων διατάξεων έχουν εισαχθεί και μια σειρά υφιστάμενων διατάξεων έχουν αναθεωρηθεί ή διαγραφεί. Η δομή, η μορφή και η παρουσίαση των κειμένων είναι εντελώς νέα. Η νέα δομή ήταν απαραίτητη για να δοθεί σαφέστερη και πιο λογική σειρά στις νομικές διατάξεις, αλλά αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάγκη για μια δομημένη προσέγγιση κατά τον έλεγχο της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

Ορισμένες διατάξεις της προτεινόμενης οδηγίας ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις σε πολλούς τομείς της εθνικής έννομης τάξης, όπως στο εταιρικό δίκαιο, στο εμπορικό ή φορολογικό δίκαιο ή σε άλλους νομοθετικούς τομείς των κρατών μελών. Μπορεί να επηρεάσουν επίσης το παράγωγο εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας που εφαρμόζονται στους χρηματοπιστωτικούς ή ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές. Η συσχέτιση των θεμάτων με όλους αυτούς τους γειτονικούς τομείς μπορεί να σημαίνει, ανάλογα με το σύστημα των κρατών μελών, ότι ορισμένες διατάξεις εφαρμόζονται μέσω νέων ή ήδη υφισταμένων κανόνων στους εν λόγω τομείς· θα πρέπει να υπάρχει σαφής εικόνα των κανόνων αυτών.

Συνοχή και συσχέτιση με άλλες πρωτοβουλίες:

Η παρούσα πρόταση κατατίθεται προς έγκριση ως μέρος μιας «δέσμης προϊόντων λιανικής για τους καταναλωτές» μαζί με την πρόταση PRIP για τη γνωστοποίηση πληροφοριών για τα προϊόντα (κανονισμός σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών σχετικά με τα επενδυτικά προϊόντα και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ) και την οδηγία ΟΣΕΚΑ V (οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες). Η πρωτοβουλία PRIP στοχεύει στη διασφάλιση μιας συνεκτικής οριζόντιας προσέγγισης όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται για τα επενδυτικά προϊόντα και τα ασφαλιστικά προϊόντα με στοιχεία επενδύσεων (τα λεγόμενα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα), και διατάξεις σχετικά με τις πρακτικές πώλησης περιλαμβάνονται στις αναθεωρήσεις της IMD1 (οδηγία για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση) και της MiFID (οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων). Η πρόταση είναι επίσης σύμφωνη με άλλες νομοθετικές πράξεις και πολιτικές της ΕΕ, τις οποίες συμπληρώνει, ιδίως στους τομείς της προστασίας των καταναλωτών, της προστασίας των επενδυτών και της προληπτικής εποπτείας, όπως η Φερεγγυότητα II (οδηγία 2009/138/ΕΚ), η MiFID ΙΙ (η αναδιατύπωση της MiFID), και η προαναφερόμενη πρωτοβουλία PRIP.

Η νέα IMD θα συνεχίσει να έχει τα χαρακτηριστικά ενός νομικού μέσου «ελάχιστης εναρμόνισης». Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να προχωρήσουν περαιτέρω, εφόσον απαιτείται, για τους σκοπούς της προστασίας των καταναλωτών. Ωστόσο, τα ελάχιστα πρότυπα της IMD θα αυξηθούν σημαντικά. ▌Επιπλέον, η οδηγία περιέχει ρήτρα αναθεώρησης και, προκειμένου να είναι σε θέση να συγκεντρώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες για τη λειτουργία των κανόνων αυτών, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθεί από την αρχή την εφαρμογή τους.

Κεφάλαιο σχετικά με τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα: Το κείμενο της πρότασης περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο για τη θέσπιση πρόσθετων απαιτήσεων για την προστασία των πελατών σε σχέση με τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα.

Υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση να θεσπιστούν οι εν λόγω διατάξεις, ωστόσο, ταυτόχρονα, η εμπειρία είναι πολύ περιορισμένη, δεδομένου ότι πρόκειται για νέο τομέα. Ως εκ τούτου, έχει μεγάλη σημασία να διαβιβάζονται στην Επιτροπή τα έγγραφα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο στα οποία εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει τις εν λόγω διατάξεις.

Οι ιδιαιτερότητες των μη ασφαλιστικών προϊόντων ζωής θα πρέπει ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών του επιπέδου 2. Σύμφωνα με την ανάλογη αρχή στο άρθρο 3 της MIFID ΙΙ, θα πρέπει να εξεταστεί η θέσπιση ανάλογου καθεστώτος για τις ασφαλίσεις κατά την εφαρμογή της οδηγίας σε εθνικό επίπεδο και στις κατευθυντήριες γραμμές της μικτής επιτροπής. Ως εκ τούτου, πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε σχέση με επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα θα πρέπει να συμμορφώνονται με τα πρότυπα δεοντολογίας που ισχύουν για όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις, καθώς και με τα ενισχυμένα πρότυπα που ισχύουν για τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα. Όποιος μεσολαβεί σε ασφαλιστικά επενδυτικά προϊόντα θα πρέπει να καταχωρίζεται ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής.

Από την υποβολή επεξηγηματικών εγγράφων εκτιμάται ότι προκύπτει χαμηλός πρόσθετος διοικητικός φόρτος για τα κράτη μέλη: Όπως προαναφέρθηκε, το ισχύον κείμενο υφίσταται από το 2002 (ημερομηνία έκδοσης της αρχικής οδηγίας). Ως εκ τούτου, δεν θα είναι επαχθές για τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τις εκτελεστικές διατάξεις τους, δεδομένου ότι τις περισσότερες από αυτές τις έχουν κανονικά ήδη κοινοποιήσει εδώ και καιρό. Ο εκτιμώμενος χαμηλός πρόσθετος διοικητικός φόρτος για τα κράτη μέλη που προκύπτει από την υποβολή επεξηγηματικών εγγράφων όσον αφορά τα νέα τμήματα της οδηγίας είναι αναλογικός και αναγκαίος, ώστε η Επιτροπή να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή της όσον αφορά την εποπτεία της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή πιστεύει ότι η απαίτηση παροχής επεξηγηματικών εγγράφων στην περίπτωση της προτεινόμενης οδηγίας είναι αναλογική και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου για την αποτελεσματική εποπτεία, από την Επιτροπή, της ακριβούς μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

(1)

             ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.

(2)

             ΕΕ C 33 E, 5.3.2013, σ. 328.

(3)

             Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0049.

(4)

*              Τροπολογίες: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▌.

(5)

             Οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (OJ L 9, 15.1.2003, p. 3).

(6)

             Οδηγία 2014/.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/39/EΚ (ΕΕ ...)

(7)

             Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ, και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331, της 15.12.2010, σ. 48).

(8)

              Οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 18.06.13, σ. 63).

(9)

             Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά ('Οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο') (ΕΕ L 178, 17.7.2000, σ. 1).

(10)

             Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331, της 15.12.2010, σ. 84).

(11)

            Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, ιδίως των δημοσίων ανεξάρτητων αρχών που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη (ΕΕ L 281, 23.11.1995,σp. 31).

(12)

            Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1)

(13)

           ΕΕ C 369, 17.12.2011, σ. 14.

(14)

        Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235, 23.9.2003).

(15)

           Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335, 17.12.209).

(16)

           Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302, 17.11.2009).

(17)

        Πρώτη οδηγίας του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων πού αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 228, 16.8.1973, σ. 3).

(18)

        Οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 345, 19.2.2002, σ. 1).

(19)

           Οδηγία 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ (ΕΕ L 323, της 9.12.2005, σ. 1)

(20)

           Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22).

(21)

           Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 σχετικά με τη θέσπιση του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων για τη δια βίου μάθηση, ΕΕ C 111, της 6.5.2008.

(22)

        Οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, της 11.8.1992, σ. 1)

(23)

        Οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Νοεμβρίου 1992 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) (ΕΕ L 360, 9.12.1992, σ. 1).

(24)

   Οδηγία .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (Οδηγία ΕΕΚΔ) (ΕΕ ...).

(25)

   Κανονισμός .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... που αφορά την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών (κανονισμός ΗΕΚΔ) (ΕΕ ...).

(26)

           Κανονισμός .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βασικά έγγραφα πληροφοριών για επενδυτικά προϊόντα (ΕΕ ...).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ της ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Αριθ. αναφοράς.: D(2012)57300

Κυρία Sharon Bowles

Πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

ASP 10G201

Βρυξέλλες

Θέμα:        Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

                  (COM(2012)0360 – C7‑0180/2012 – 2012/0175(COD))

Αξιότιμη κύρια Πρόεδρε,

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, της οποίας έχω την τιμή να προεδρεύω, εξέτασε την ως άνω πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο 87 του Κανονισμού, περί αναδιατύπωσης.

Η παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Εάν η αρμόδια για νομικά θέματα επιτροπή κρίνει ότι η πρόταση ουδεμία ουσιαστική τροποποίηση επιφέρει, πέραν όσων έχουν χαρακτηριστεί έτσι με την ίδια την πρόταση, ενημερώνει σχετικώς την αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή.

Στην περίπτωση αυτή, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 156 και 157, γίνονται δεκτές από την αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή μόνο οι τροπολογίες επί της πρότασης που αφορούν τα τμήματά της που περιλαμβάνουν τροποποιήσεις.

Ωστόσο, εάν, σύμφωνα με το σημείο 8 της Διοργανικής Συμφωνίας, η αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή προτίθεται επίσης να υποβάλει τροπολογίες στα κωδικοποιημένα τμήματα της πρότασης, κοινοποιεί αμέσως την πρόθεσή της στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, η οποία θα πρέπει να ενημερώσει την επιτροπή, πριν από την ψηφοφορία κατά το άρθρο 54, σχετικά με την τοποθέτησή της όσον αφορά τις τροπολογίες καθώς και εάν προτίθεται ή όχι να αποσύρει την πρόταση αναδιατύπωσης.»

Μετά τη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας, εκπρόσωποι της οποίας συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της συμβουλευτικής ομάδας εργασίας που εξέτασε την πρόταση αναδιατύπωσης, και ακολουθώντας τις συστάσεις του συντάκτη γνωμοδότησης, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων φρονεί ότι η εν λόγω πρόταση δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές τροποποιήσεις πέραν όσων έχουν χαρακτηριστεί έτσι με την ίδια την πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιέχει καθαρή κωδικοποίηση των εν ισχύι κειμένων, χωρίς τροποποίηση επί της ουσίας.

Επομένως, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, αφού εξέτασε την πρόταση κατά τη συνεδρίασή της στις 6 Νοεμβρίου 2012, συνιστά στην επιτροπή σας, αρμόδια επί της ουσίας, με 23 ψήφους υπέρ και καμία αποχή(1), να προχωρήσει στην εξέταση της ανωτέρω πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 87 του Κανονισμού.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Klaus-Heiner LEHNE

Συνημμ.: Γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Ομάδας Εργασίας

(1)

Luigi Berlinguer, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Giuseppe Gargani, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sylvie Guillaume, Sajjad Karim, Eva Lichtenberger, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Jiří Maštálka, Alajos Mészáros, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, József Szájer, Rebecca Taylor, Alexandra Thein, Axel Voss, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Zbigniew Ziobro, Tadeusz Zwiefka.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

 

 

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Βρυξέλλες, 11 Σεπτεμβρίου 2012

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

                                                  ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

                                                              ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

                                                              ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

COM(2012)0360, 3.7.2012 – 2012/0175(COD)

Έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων, και ειδικότερα το σημείο 9, η συμβουλευτική ομάδα εργασίας, απαρτιζόμενη από τις αντίστοιχες νομικές υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, συνεδρίασε στις 23 Ιουλίου 2012 με σκοπό την εξέταση, μεταξύ άλλων, της προαναφερθείσας πρότασης η οποία υποβλήθηκε από την Επιτροπή.

Στην εν λόγω συνεδρίαση(1), εξετάστηκε η πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αναδιατύπωση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με ασφαλιστική διαμεσολάβηση και η Συμβουλευτική Ομάδα Εργασίας κατέληξε, με κοινή συμφωνία, στα εξής:

1) Όσον αφορά την αιτιολογική έκθεση, για να είναι συνεπές το κείμενο αυτό με τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία, θα έπρεπε να διευκρινίζει ποιες διατάξεις της προηγούμενης πράξης παραμένουν αμετάβλητες στην πρόταση, όπως προβλέπεται στο σημείο 6(α)(iii) της εν λόγω συμφωνίας.

2) Στην πρόταση αναδιατύπωσης, τα ακόλουθα τμήματα του κειμένου πρέπει να τονίζονται με γκρίζα σκίαση, η οποία χρησιμοποιείται γενικά για να επισημαίνονται οι ουσιαστικές αλλαγές:

- στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ε) η διαγραφή της φράσης "ή υπηρεσία."·

- στο άρθρο 1 (2) (στ), η αντικατάσταση του αριθμού "500" με "600"·

- στο άρθρο 8 (3), η αντικατάσταση του αριθμού "1000000" με "1.120.000", και του "1500000" με "1.680.000

- στο άρθρο 8 (4) (β), η αντικατάσταση του αριθμού "15000" με το "16800

- στο άρθρο 13 (1), εισαγωγική φράση, η αντικατάσταση της λέξης "ενθαρρύνει" με "εξασφαλίσει"·

- στο άρθρο 13 (2), η αντικατάσταση των λέξεων «ενθαρρύνουν τους φορείς αυτούς να συνεργάζονται" με τις λέξεις " εξασφαλίσουν ώστε οι φορείς αυτοί θα συνεργάζονται

- στο άρθρο 17 (1) (γ) (ii), η διαγραφή των λέξεων "μετά από αίτημα του πελάτη".

3) Η ισχύουσα διατύπωση τόσο του άρθρου 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2/13 όσο και του άρθρου 2002 παράγραφος 3 της απόφασης 2008/92/ΔΕΥ θα έπρεπε να υπάρχει στο σχέδιο αναδιατύπωσης και να τονίζεται με διπλή γραμμή διαγραφής και γκρίζα σκίαση, δείκτες που χρησιμοποιούνται συνήθως για την επισήμανση ουσιαστικών αλλαγών οι οποίες αφορούν προτεινόμενη διαγραφή υπάρχοντος κειμένου.

4) Προκειμένου να συμμορφωθεί με όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο 7 (β) της διοργανικής συμφωνίας, η διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 37 θα πρέπει να συμπληρωθεί με τις τελευταίες λέξεις «και θα πρέπει να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας στο παράρτημα III» καθώς ο πίνακας αντιστοιχίας θα πρέπει να επισυνάπτεται στην πράξη αναδιατύπωσης ως νέο παράρτημα III.

Συνεπώς, κατόπιν εξέτασης της πρότασης η συμβουλευτική ομάδα εργασίας κατέληξε ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η πρόταση δεν περιέχει ουσιαστικές τροποποιήσεις, πέραν εκείνων που προσδιορίζονται ως ουσιαστικές τροποποιήσεις στο κείμενο ή στην παρούσα γνωμοδότηση. Η ομάδα εργασίας συνήγαγε επίσης ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων της προηγούμενης πράξεως σε συνδυασμό με τις ως άνω ουσιαστικές τροποποιήσεις, η πρόταση συνιστά απλή και μόνο κωδικοποίηση του ισχύοντος κειμένου, χωρίς τροποποίηση της ουσίας του.

C. PENNERA                                  H. LEGAL                            L. ROMERO REQUENA

Jurisconsultus                                    Jurisconsultus                         Γενικός Διευθυντής

(1)

Η συμβουλευτική ομάδα είχε στη διάθεσή της την αγγλική, γαλλική και γερμανική γλωσσική έκδοση της πρότασης και εργάστηκε με βάση την αγγλική έκδοση, που αποτελεί την πρωτότυπη έκδοση του υπό εξέταση κειμένου.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (30.4.2013)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

(COM(2012)0360 – C7‑0180/2012 – 2012/0175(COD))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Catherine Stihler

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση δεν αφορά μόνο τις λιανικές τραπεζικές εργασίες, αλλά και την πώληση ασφαλιστικών προϊόντων. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές αποτελούν πολύτιμα στοιχεία του κλάδου καθώς παρέχουν βαθιά γνώση από την οποία εξαρτώνται οι καταναλωτές. Η εξάρτηση αυτή συνοδεύεται από κινδύνους και έχει αποκαλύψει μια σειρά ελλείψεων, η αντιμετώπιση των οποίων επιδιώκεται με την παρούσα αναθεώρηση. Η IMD I έθεσε ένα σημείο αναφοράς για την προστασία των καταναλωτών και για την αποσαφήνιση των ευθυνών που οφείλουν να αναλάβουν τα κράτη μέλη με σκοπό να διασφαλιστεί ένα υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και δεξιοτήτων των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών. Έκτοτε, κατά τη διάρκεια των εργασιών του Κοινοβουλίου για την οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ, υπήρξαν ενδείξεις πιθανής δυσλειτουργίας της αγοράς όσον αφορά την ασφαλιστική μεσιτεία και το Κοινοβούλιο ζήτησε την αναθεώρηση της IMD I. Με σκοπό την υποβοήθηση της εν λόγω αναθεώρησης, η PWC εκπόνησε μελέτη(1), ενώ ζητήθηκε επίσης η διενέργεια εκτίμησης επιπτώσεων(2).

Η πρόταση αναδιατύπωσης της Επιτροπής αποτελεί ένα καλό σημείο αφετηρίας. Τα ασφαλιστικά προϊόντα είναι εξαιρετικά περίπλοκα για τους καταναλωτές που δεν ασχολούνται συχνά με συμβάσεις. Η ασφάλιση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε εποχές που οι καταναλωτές βρίσκονται σε πολύ ευάλωτη κατάσταση, έχουν ανάγκη από βοήθεια και εξαρτώνται από την τήρηση σαφών και δίκαιων κανόνων από την πλευρά των διαμεσολαβητών. Ως εκ τούτου, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των ευρωπαίων νομοθετών να διασφαλίσουν την αντιμετώπιση τόσο των ελλείψεων που παρουσιάζει η IMD I όσο και αυτών που έφερε στην επιφάνεια η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής που είναι αρμόδια επί της ουσίας στους ακόλουθους τομείς:

- Οι έννοιες δέσμευση και ομαδοποίηση διευκρινίστηκαν, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η ρητή προστασία των προϊόντων στα οποία αποδίδουν υψηλή αξία οι ευρωπαίοι καταναλωτές και να σταματήσει η χρήση προβληματικών πρακτικών πώλησης. Η δέσμευση δεν θα επιτρέπεται, καθώς στο παρελθόν αποτέλεσε αντικείμενο κατάχρησης και διότι τα οφέλη που παρέχει στους καταναλωτές δεν είναι αρκετά σημαντικά ώστε να δικαιολογούν τον κίνδυνο.

- Οι κανόνες σχετικά με τις αμοιβές υπέστησαν μεταρρύθμιση, ούτως ώστε κίνητρο για τις συμβουλές που παρέχει ο διαμεσολαβητής να αποτελεί πάντα το βέλτιστο συμφέρον του καταναλωτή. Τα κατώτατα όρια για την αποζημίωση και οι στόχοι των πωλήσεων συγκεκριμένων συμβάσεων δεν θα αποτελούν πλέον παράγοντα που θα πρέπει να απασχολεί τους καταναλωτές. Το βάρος της γνωστοποίησης θα επωμίζεται ο διαμεσολαβητής· εκείνος θα προβαίνει οικειοθελώς σε γνωστοποίηση, αντί να υποχρεούται ο καταναλωτής να υποβάλει σχετικό αίτημα.

- Το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής κατέστη σαφέστερο, ούτως ώστε να είναι δυνατές οι πωλήσεις μεταξύ διαμεσολαβητών που είναι εγγεγραμμένοι σε μητρώα εντός της ενιαίας αγοράς και εκείνων που είναι εγγεγραμμένοι σε μητρώα εκτός της εσωτερικής αγοράς. Σκοπός είναι να παρασχεθεί νομική σαφήνεια και να αποφευχθούν οι άνευ λόγου αμφιβολίες.

- Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας έχει επεκταθεί με σκοπό την αύξηση των καθηκόντων των ιστότοπων σύγκρισης τιμών που τίθενται έτσι σε ισότιμη θέση με διαμεσολαβητές που έχουν σταθερή έδρα.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία  1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 28

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(28) Στα κράτη μέλη πρέπει να υφίστανται επαρκείς και αποτελεσματικές εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και προσφυγών για το διακανονισμό των διαφορών μεταξύ ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή επιχειρήσεων και πελατών , χρησιμοποιώντας ενδεχομένως τις ισχύουσες διαδικασίες. Αποτελεσματικές εξώδικες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής θα πρέπει να είναι διαθέσιμες για την αντιμετώπιση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των προσώπων που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα και των πελατών. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών της εξώδικης επίλυσης διαφορών οι οποίες εφαρμόζονται σε περίπτωση καταγγελιών που υποβάλλονται από τους πελάτες, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τα πρόσωπα που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα πρέπει να συμμετέχουν στις διαδικασίες επίλυσης διαφορών, οι οποίες δεν καταλήγουν σε δεσμευτική απόφαση, και οι οποίες κινήθηκαν εναντίον τους από τους πελάτες και αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω διαδικασίες εξώδικης επίλυσης διαφορών θα αποσκοπούν στην επίτευξη ταχύτερης και λιγότερο δαπανηρής διευθέτησης των διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των προσώπων που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα και των πελατών, καθώς και στην ελάφρυνση του φόρτου εργασίας του δικαστικού συστήματος. Ωστόσο, οι διαδικασίες εξώδικης επίλυσης διαφορών δεν θα πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα των διαδίκων στις εν λόγω διαδικασίες να προσφεύγουν στα δικαστήρια.

(28) Στα κράτη μέλη πρέπει να υφίστανται κατάλληλες και αποτελεσματικές εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και προσφυγών για το διακανονισμό των διαφορών μεταξύ ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή επιχειρήσεων και πελατών , χρησιμοποιώντας ενδεχομένως τις ισχύουσες διαδικασίες. Αποτελεσματικές εξώδικες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής θα πρέπει να είναι διαθέσιμες για την αντιμετώπιση των διαφορών σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των προσώπων που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα και των πελατών. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών της εξώδικης επίλυσης διαφορών οι οποίες εφαρμόζονται σε περίπτωση καταγγελιών που υποβάλλονται από τους πελάτες, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τα πρόσωπα που πωλούν ή προσφέρουν ασφαλιστικά προϊόντα πρέπει να συμμετέχουν στις διαδικασίες επίλυσης διαφορών οι οποίες κινήθηκαν εναντίον τους από τους πελάτες και αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Αυτό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την οδηγία 2013/.../EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών]1 και τον κανονισμό 2013/.../EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών]2.

 

 

_____________

 

1 ΕΕ L ...

2 ΕΕ L ...

 

Τροπολογία  2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 30

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(30) Στους καταναλωτές θα πρέπει να παρέχονται εκ των προτέρων σαφείς πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς των προσώπων που πωλούν το ασφαλιστικό προϊόν και σχετικά με την αμοιβή που λαμβάνουν. Υπάρχει ανάγκη να καθιερωθεί η υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με το καθεστώς των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή κατά το προσυμβατικό στάδιο. Αποσκοπούν να δείξουν τη σχέση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του διαμεσολαβητή (ενδεχομένως), καθώς και τη δομή και τη σύνθεση της αμοιβής των διαμεσολαβητών.

(30) Στους καταναλωτές θα πρέπει να παρέχονται εκ των προτέρων σαφείς πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς των προσώπων που πωλούν το ασφαλιστικό προϊόν και κατά πόσο τους χορηγείται προσωπική συμβουλή. Υπάρχει ανάγκη να καθιερωθεί η υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με το καθεστώς των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή κατά το προσυμβατικό στάδιο. Αποσκοπούν να δείξουν τη σχέση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του διαμεσολαβητή (ενδεχομένως), καθώς και τη δομή της αμοιβής των διαμεσολαβητών.

Αιτιολόγηση

Βλέπε αιτιολόγηση της τροπολογίας επί του άρθρου 17.

Τροπολογία  3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 40

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(40) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκρινίζει τις ελάχιστες υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχουν στους πελάτες. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις οι οποίες μπορούν να επιβάλλονται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις , ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους μέλους καταγωγής τους , εφόσον ασκούν τις δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στην επικράτειά τους, υπό τον όρο ότι οι αυστηρότερες αυτές διατάξεις είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανόμενης της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»). Ένα κράτος μέλος το οποίο προτίθεται να εφαρμόσει και εφαρμόζει τις διατάξεις που διέπουν τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και την πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων, πέραν εκείνων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από τις διατάξεις αυτές είναι αναλογικός για την προστασία των καταναλωτών. Χάριν της προστασίας των καταναλωτών και για την αποφυγή καταχρηστικών πωλήσεων των ασφαλιστικών προϊόντων, θα πρέπει να επιτρέπεται, στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν, κατ’ εξαίρεση, τις αυστηρότερες απαιτήσεις στους εν λόγω ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε επικουρική βάση, αν το κρίνουν αναγκαίο και αναλογικό.

(40) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκρινίζει τις ελάχιστες υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχουν στους πελάτες. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις οι οποίες μπορούν να επιβάλλονται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις , ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους μέλους καταγωγής τους , εφόσον ασκούν τις δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στην επικράτειά τους, υπό τον όρο ότι οι αυστηρότερες αυτές διατάξεις είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανόμενης της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»). Ένα κράτος μέλος το οποίο προτίθεται να εφαρμόσει και εφαρμόζει τις διατάξεις που διέπουν τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και την πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων, πέραν εκείνων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από τις διατάξεις αυτές είναι αναλογικός για την προστασία των καταναλωτών. Χάριν της προστασίας των καταναλωτών και για την αποφυγή καταχρηστικών πωλήσεων των ασφαλιστικών προϊόντων, θα πρέπει να επιτρέπεται, στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις αυστηρότερες απαιτήσεις στους εν λόγω ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε επικουρική βάση, αν το κρίνουν αναγκαίο και αναλογικό.

Αιτιολόγηση

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν δικαίωμα να εφαρμόζουν αυστηρότερους κανόνες όπου το κρίνουν σκόπιμο, λόγω της ανομοιογενούς δομής της ευρωπαϊκής ασφαλιστικής αγοράς.

Τροπολογία  4

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 1 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβανομένων της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και του διακανονισμού ζημιών, από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος.

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος.

Αιτιολόγηση

Η επέκταση του πεδίου εφαρμογής των δραστηριοτήτων διακανονισμού ζημιών και πραγματογνωμοσύνης δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες, επειδή εισάγει στο σενάριο της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μια νέα σειρά στοιχείων των οποίων ο επαγγελματικός χαρακτήρας δεν έχει σχέση με την εν λόγω δραστηριότητα.

Τροπολογία  5

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 1 – παράγραφος 2 – στοιχείο στ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(στ) το ποσό των ετήσιων ασφαλίστρων για την ασφαλιστική σύμβαση, μετατρεπόμενο σε ετήσιο ποσό, δεν υπερβαίνει τα 600 ευρώ.

(στ) το ποσό των ετήσιων ασφαλίστρων για την ασφαλιστική σύμβαση, μετατρεπόμενο σε ετήσιο ποσό, δεν υπερβαίνει τα 600 ευρώ.

 

Η ΕΑΑΕΣ αναθεωρεί το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο στ) περιοδικά, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη του ευρωπαϊκού δείκτη τιμών καταναλωτή, όπως δημοσιεύεται από την Eurostat. Η πρώτη αναθεώρηση πραγματοποιείται πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και κάθε μετέπειτα αναθεώρηση πραγματοποιείται πέντε έτη μετά την προηγούμενη.

 

Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για την προσαρμογή του βασικού ποσού σε ευρώ που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο στ), κατά το ποσοστό μεταβολής του προαναφερόμενου δείκτη κατά την περίοδο μεταξύ της έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και της ημερομηνίας της πρώτης αναθεώρησης ή μεταξύ της ημερομηνίας της τελευταίας αναθεώρησης και της ημερομηνίας της νέας αναθεώρησης, και με στρογγυλοποίηση στο επόμενο ακέραιο ευρώ.

 

Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και για κάθε μετέπειτα αναθεώρηση πέντε έτη μετά την προηγούμενη.

 

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Τροπολογία  6

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. ως «ασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών , πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων ασφάλισης , σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, και η δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και διακανονισμού ζημιών. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από ασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

3. ως «ασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών , πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων ασφάλισης , σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από ασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Η σύγκριση πληροφοριών σχετικά με ασφαλιστικά προϊόντα και τιμές σε δικτυακό τόπο θα πρέπει να θεωρείται ασφαλιστική διαμεσολάβηση.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η παρούσα παράγραφος ισχύει για τους ιστότοπους σύγκρισης ασφαλιστικών προϊόντων.

Τροπολογία  7

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 6 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

6a. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι εφαρμόζεται το ίδιο επίπεδο προστασίας και ότι ο καταναλωτής μπορεί να επωφεληθεί από συγκρίσιμα πρότυπα, έχει ουσιώδη σημασία η παρούσα οδηγία να προωθεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ανταγωνισμό υπό ίσους όρους μεταξύ των διαμεσολαβητών είτε είναι συνδεδεμένοι με ασφαλιστική επιχείρηση είτε όχι. Οι καταναλωτές επωφελούνται εάν τα ασφαλιστικά προϊόντα αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης μέσω διαφόρων διαύλων και διαμεσολαβητών που έχουν διαφορετικές μορφές συνεργασίας με ασφαλιστικές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υποχρεούνται να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες για την προστασία των καταναλωτών. Είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω πτυχές από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία  8

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

8. ως «συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσοτέρων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές υπό την πλήρη ευθύνη των οποίων ενεργεί το πρόσωπο δεν ενεργούν οι ίδιοι υπό την ευθύνη άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης ή άλλου διαμεσολαβητή·

8. ως «συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσοτέρων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών·

Αιτιολόγηση

Ένας διαμεσολαβητής είναι συνδεδεμένος ανεξάρτητα από τις δυνατότητες της οντότητας με την οποία είναι συνδεδεμένος. Ο όρος πρέπει, επίσης, να προσαρμοστεί στον ορισμό που παρέχεται σε προηγούμενη νομοθεσία, όπως στην προτεινόμενη διατύπωση της πρότασης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας, COM(2011) 142 τελικό (CARRP).

Τροπολογία  9

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

9. ως «συμβουλή» νοείται η παροχή σύστασης σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήματός τους είτε με πρωτοβουλία της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

9. ως «συμβουλή» νοείται η παροχή προσωπικής σύστασης σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήματός του είτε με πρωτοβουλία της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

Αιτιολόγηση

Ευθυγράμμιση με τον ορισμό που χρησιμοποιείται στις οδηγίες CARRP και MiFID. Σκοπός του παρόντος είναι επίσης η διάκριση μεταξύ πληροφορίας και συμβουλής.

Τροπολογία  10

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

10. ως «ενδεχόμενη προμήθεια» νοείται η αμοιβή υπό μορφή προμήθειας της οποίας το πληρωτέο ποσό βασίζεται στην επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων που αφορούν επιχειρηματικές πράξεις στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή·

10. ως «ενδεχόμενη προμήθεια» νοείται η αμοιβή υπό μορφή προμήθειας η οποία βασίζεται στην επίτευξη των προσυμφωνηθέντων στόχων ή κατώτατων ορίων που αφορούν τον όγκο επιχειρηματικών πράξεων στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή,

Τροπολογία  11

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 19

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

19. ως «πρακτική δέσμευσης» νοείται η παροχή μιας ή περισσοτέρων επικουρικών υπηρεσιών με μια ασφαλιστική υπηρεσία ή ένα προϊόν σε μία δέσμη, όπου η εν λόγω ασφαλιστική υπηρεσία ή το προϊόν δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή·

διαγράφεται

Τροπολογία  12

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 20 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

20a. ως «προϊόν» νοείται η ασφάλιση που καλύπτει έναν ή πολλούς κινδύνους.

Τροπολογία  13

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 3 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ενός άλλου εγγεγραμμένου σε μητρώο ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ο εν λόγω διαμεσολαβητής ή η εν λόγω επιχείρηση έχει την ευθύνη για τη διασφάλιση ότι πληροί τις προϋποθέσεις εγγραφής σε μητρώο που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Στην περίπτωση αυτή, το πρόσωπο ή η οντότητα που αποδέχεται την ευθύνη, αφού ενημερωθεί από τα κράτη μέλη σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 7 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, βεβαιώνεται ως προς το θέμα που ορίζεται στην παράγραφο 7 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι το πρόσωπο ή η οντότητα που αναλαμβάνει την ευθύνη για τον διαμεσολαβητή εγγράφει σε μητρώο τον εν λόγω διαμεσολαβητή.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ενός άλλου εγγεγραμμένου σε μητρώο ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν πρέπει να υποχρεούται να παράσχει στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 7, στοιχεία α) και β) και η αρμόδια ασφαλιστική οντότητα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής πληροί τις προϋποθέσεις εγγραφής σε μητρώο και τις λοιπές διατάξεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι το πρόσωπο ή η οντότητα που αναλαμβάνει την ευθύνη για τον διαμεσολαβητή εγγράφει σε μητρώο τον εν λόγω διαμεσολαβητή.

Τροπολογία  14

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 3 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να μην προβαίνουν στην εγγραφή του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο μητρώο εκτός αν είναι πεπεισμένες ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να μην προβαίνουν στην εγγραφή του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο μητρώο εκτός αν είναι πεπεισμένες ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8, ή ότι άλλος διαμεσολαβητής ή επιχείρηση θα αναλάβει την ευθύνη ώστε να διασφαλιστεί ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο.

Τροπολογία  15

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 3 – παράγραφος 5 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

5a. Οι εγγεγραμμένοι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές μπορούν να ασκούν και να συνεχίζουν να ασκούν τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης στην Ένωση τόσο υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης όσο και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Τροπολογία  16

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 3 – παράγραφος 7 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) να παρέχουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με την ταυτότητα των μετόχων ή των μελών, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή και τα ποσά των εν λόγω συμμετοχών·

(α) συνδεδεμένοι διαμεσολαβητές· και

Τροπολογία  17

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 3 – παράγραφος 7 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(β) να παρέχουν πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή·

(β) διαμεσολαβητές σε περίπτωση που μια άλλη ασφαλιστική οντότητα αναλάβει την ευθύνη ώστε να διασφαλιστεί ότι ο διαμεσολαβητής πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο.

 

Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους απαιτούν οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, για τους οποίους ισχύει το άρθρο 3, παράγραφος 7, τρίτο εδάφιο να τις ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην περίπτωση που αλλάξουν οι πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 7, στοιχεία α) και β).

Τροπολογία  18

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 4

διαγράφεται

Διαδικασία δήλωσης για την παροχή υπηρεσιών επικουρικής ασφαλιστικής διαμεσολάβησης υπηρεσιών κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών ή εκτίμησης ζημιών

 

1. Οι απαιτήσεις εγγραφής του άρθρου 3 δεν εφαρμόζονται σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε επικουρική βάση, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητές του πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

(α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν είναι η ασφαλιστική διαμεσολάβηση·

 

(β) ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενεργεί ως διαμεσολαβητής μόνο για ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα που συμπληρώνουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία και προσδιορίζει τα προϊόντα αυτά σαφώς στη δήλωση·

 

(γ) τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής ή τους κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη είναι παρεπόμενη στην κύρια κάλυψη.

 

2. Οι απαιτήσεις εγγραφής του άρθρου 3 δεν εφαρμόζονται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές των οποίων η μόνη δραστηριότητα είναι η κατ’ επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών ή η παροχή υπηρεσιών εκτίμησης ζημιών.

 

3. Κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ο οποίος υπόκειται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του δήλωση με την οποία ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.

 

4. Οι διαμεσολαβητές που υπόκεινται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου υπόκεινται στις διατάξεις των κεφαλαίων Ι, ΙΙΙ, IV, V, VIII και IX, καθώς και στα άρθρα 15 και 16 της παρούσας οδηγίας.

 

Αιτιολόγηση

Κατ’ αρχήν, οι διαμεσολαβητές πρέπει να εγγράφονται σε μητρώο και πρέπει να αποφεύγεται η κατάσταση μεταξύ εγγραφής και μη εγγραφής σε μητρώο. Είναι επίσης δύσκολο να διαπιστωθεί αν η διαδικασία συνεπάγεται κάποια ουσιαστική απλοποίηση για τις εν λόγω εταιρείες, δεδομένης της υποχρέωσης να πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8.

Τροπολογία  19

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1a. Ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, εάν ασκεί τις δραστηριότητές του σε ένα κράτος μέλος υποδοχής για απεριόριστο χρονικό διάστημα μέσω μόνιμης παρουσίας στο εν λόγω κράτος μέλος.

Τροπολογία  20

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – παράγραφος 4 – εδάφιο 4 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής που έχει εγγραφεί σε μητρώο ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης υπό καθεστώς «ελεύθερης παροχής υπηρεσιών» εφόσον:

 

a) ασκεί ασφαλιστική ή αντασφαλιστική διαμεσολάβηση με ή για λογαριασμό ασφαλισμένου, ο οποίος διαμένει ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή·

 

β) κάθε ασφαλιζόμενος κίνδυνος ευρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή·

 

γ) συνάδει με τις παραγράφους 1 και 4.

Τροπολογία  21

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 7 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Εάν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους μπορεί να συμφωνήσει με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να ενεργεί σαν να είναι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια VI, VII και VIII της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση συμφωνίας, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής το κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και στην ΕΑΑΕΣ.

1. Κάθε κράτος μέλος απαιτεί:

 

α) κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που είναι νομικό πρόσωπο να έχει τα κεντρικά του γραφεία στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα και να δραστηριοποιείται πράγματι εκεί·

 

β) κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που δεν είναι νομικό πρόσωπο ή κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που είναι νομικό πρόσωπο αλλά βάσει του εθνικού του δικαίου δεν έχει καταστατική έδρα να έχει τα κεντρικά του γραφεία στο κράτος μέλος στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του.

 

Εάν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους μπορεί να συμφωνήσει με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να ενεργεί σαν να είναι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια VI, VII και VIII της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση συμφωνίας, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής το κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και στην ΕΑΑΕΣ.

Τροπολογία  22

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 7 – παράγραφος 3 – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Εάν το κράτος μέλος υποδοχής έχει λόγους να συμπεράνει ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί δραστηριότητες στο έδαφός του, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της παρούσας οδηγίας, αναφέρει τις διαπιστώσεις αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των καταναλωτών του κράτους μέλους υποδοχής ή για την εύρυθμη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής υπόκειται στα ακόλουθα μέτρα:

3. Εάν το κράτος μέλος υποδοχής έχει λόγους να συμπεράνει ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί δραστηριότητες στο έδαφός του, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της παρούσας οδηγίας, και εάν το κράτος μέλος υποδοχής δεν διαθέτει αρμοδιότητα δυνάμει της παρούσας οδηγίας να αναλάβει δράση ανταποκρινόμενο στις εν λόγω παραβάσεις, αναφέρει τις διαπιστώσεις αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των καταναλωτών του κράτους μέλους υποδοχής ή για την εύρυθμη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής υπόκειται στα ακόλουθα μέτρα:

Τροπολογία  23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη δύνανται να διαφοροποιούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, όσον αφορά τις γνώσεις και ικανότητες, ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης , ιδίως εάν ο διαμεσολαβητής ασκεί κύρια δραστηριότητα άλλη από την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να ασκήσει δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης παρά μόνον εάν ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου ή μια ασφαλιστική επιχείρηση αναλαμβάνει στο ακέραιο την ευθύνη των ενεργειών του διαμεσολαβητή. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο διαμεσολαβητής εξακριβώνει ότι οι γνώσεις και ικανότητες των διαμεσολαβητών πληρούν τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και, ενδεχομένως, παρέχει κατάλληλη κατάρτιση σε αυτούς τους διαμεσολαβητές η οποία αντιστοιχεί στις απαιτήσεις τις σχετικές με τα προϊόντα που προτείνουν οι εν λόγω διαμεσολαβητές.

Τα κράτη μέλη διαφοροποιούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, όσον αφορά τις γνώσεις και ικανότητες, ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης, ιδίως εάν ο διαμεσολαβητής ασκεί κύρια δραστηριότητα άλλη από την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.

 

Οι απαιτήσεις εκπαίδευσης και παρακολούθησης του παρόντος άρθρου δεν πρέπει να εφαρμόζονται άμεσα σε εκείνους τους διαμεσολαβητές οι οποίοι παρέχουν ασφαλιστική διαμεσολάβηση σε επικουρική βάση, αλλά στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή σε άλλους διαμεσολαβητές υπό την ευθύνη των οποίων ενεργούν και οι οποίοι τηρούν αυτές τις υποχρεώσεις.

 

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο διαμεσολαβητής εξακριβώνει ότι οι γνώσεις και ικανότητες των διαμεσολαβητών πληρούν τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και, ενδεχομένως, παρέχει κατάλληλη κατάρτιση σε αυτούς τους διαμεσολαβητές η οποία αντιστοιχεί στις απαιτήσεις τις σχετικές με τα προϊόντα που προτείνουν οι εν λόγω διαμεσολαβητές.

Αιτιολόγηση

Σε περίπτωση αλλαγής στα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, η ασφαλιστική επιχείρηση που αναλαμβάνει μια πολιτική δεν αναλαμβάνει πλήρως μόνο την ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή αλλά είναι επίσης υπεύθυνη για την εκπαίδευση και την παρακολούθηση του συμπληρωματικού διαμεσολαβητή.

Τροπολογία  24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης η οποία καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1 120 000 ευρώ ανά απαίτηση και 1 680 000 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός εάν η εν λόγω ασφάλιση ή άλλη ανάλογη εγγύηση παρέχεται ήδη από ασφαλιστική, αντασφαλιστική ή άλλη επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας ενεργεί ή από την οποία εξουσιοδοτείται να ενεργεί ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ή εάν η εν λόγω επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή.

3. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης ή παρέχουν κάποια αντίστοιχη εξασφάλιση που αφορά:

 

- τον όγκο της διαμεσολάβησης που αναλαμβάνουν,

 

- το γεγονός ότι η ασφαλιστική διαμεσολάβηση είναι ή δεν είναι η κύρια επιχειρηματική τους δραστηριότητα, και

 

- τον σύνθετο χαρακτήρα των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης από αυτούς.

 

Αυτή καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ένωσης και παρέχει εγγυοδοσία της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1 120 000 ευρώ ανά απαίτηση και 1 680 000 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός εάν η εν λόγω ασφάλιση ή άλλη ανάλογη εγγυοδοσία παρέχεται ήδη από ασφαλιστική, αντασφαλιστική ή άλλη επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας ενεργεί ή από την οποία εξουσιοδοτείται να ενεργεί ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ή εάν η εν λόγω επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να υπάρχει κάποιος βαθμός αναλογικότητας μεταξύ του σύνθετου χαρακτήρα των ασφαλιστικών προϊόντων και των ασφαλίσεων αστικής ευθύνης που διατηρούν οι διαμεσολαβητές. Η λέξη «εγγύηση» είναι πολύ στενός νομικός όρος, ο οποίος πρέπει να αλλάξει ώστε να συμπεριλάβει ισοδύναμα μέσα, π.χ. επιτρέποντας τις εγγυοδοσίες (Γερμανικά: Bürgschaft)..

Τροπολογία  25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 7 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για την προσαρμογή του βασικού ποσού σε ευρώ που αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4, κατά το ποσοστό μεταβολής του προαναφερόμενου δείκτη κατά την περίοδο μεταξύ της έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και της ημερομηνίας της πρώτης αναθεώρησης ή μεταξύ της ημερομηνίας της τελευταίας αναθεώρησης και της ημερομηνίας της νέας αναθεώρησης, και με στρογγυλοποίηση στο επόμενο ακέραιο ευρώ.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Δεδομένων των πολύ διαφορετικών χαρακτηριστικών των εθνικών αγορών, είναι απολύτως ενδεδειγμένο τα κράτη μέλη καταγωγής να ορίσουν το απαιτούμενο επίπεδο επαγγελματικών προτύπων.

Τροπολογία  26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 7 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και για κάθε μετέπειτα αναθεώρηση πέντε έτη μετά την προηγούμενη.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 8.

Τροπολογία  27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 7 – εδάφιο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 8.

Τροπολογία  28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν:

διαγράφεται

(α) την έννοια των επαρκών γνώσεων και ικανοτήτων του διαμεσολαβητή, όταν ασκεί δραστηριοότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τους πελάτες του, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·

 

(β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό, ιδίως, του επιπέδου των επαγγελματικών προσόντων, πείρας και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την άσκηση της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

 

(γ) τα μέτρα που εύλογα μπορεί να αναμένεται ότι θα λάβουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να επικαιροποιούν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους με συνεχή επαγγελματική εξέλιξη, προκειμένου να διατηρήσουν ικανοποιητικό επίπεδο απόδοσης.

 

Τροπολογία  29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 10 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3a. Οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 3 ασκούνται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα δικαιώματα που αφορούν:

 

(a) την πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο οποιασδήποτε μορφής το οποίο είναι σχετικό με την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων καθώς και την παραλαβή αντιγράφου αυτού·

 

(β) το αίτημα ενημέρωσης από οποιοδήποτε άτομο και, κατά περίπτωση, την κλήση και υποβολή ερωτήσεων σε άτομα με σκοπό την απόκτηση πληροφοριών·

 

(γ) τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων·

 

(δ) τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων ψευδοπελάτη·

 

(ε) την απαίτηση προσωρινής απαγόρευσης της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας·

 

(στ) την απάιτηση από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες·

 

(ζ) την παραπομπή θεμάτων με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης·

 

(η) το να επιτρέπουν εξακριβώσεις ή έρευνες από ορκωτούς λογιστές ή εμπειρογνώμονες.

Αιτιολόγηση

Οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να περιγραφούν καλύτερα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές σε όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν τις εξουσίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται από την οδηγία.

Τροπολογία  30

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη θέσπιση κατάλληλων, αποτελεσματικών, αμερόληπτων και ανεξάρτητων διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγών για την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των πελατών, ð καθώς και μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των πελατών, χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, ήδη υφιστάμενους φορείς. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές συμμετέχουν στις διαδικασίες για την εξώδικη επίλυση των διαφορών, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη θέσπιση κατάλληλων, αποτελεσματικών, αμερόληπτων και ανεξάρτητων διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγών για την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των πελατών, καθώς και μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των πελατών, χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, ήδη υφιστάμενους φορείς.

Αιτιολόγηση

Το σχέδιο πρότασης θα υπονόμευε σημαντικά την προστασία των καταναλωτών εφόσον ζητούσε οι αποφάσεις της ΕΕΔ να μην είναι δεσμευτικές για τις επιχειρήσεις. Εάν οι επιχειρήσεις δεν αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της δέσμευσης, τα κίνητρά τους για επίτευξη μεσολάβησης θα περιοριστούν σημαντικά. Οι εν λόγω τροπολογίες προτείνουν να παραλειφθούν όλες οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται στα συστήματα ΕΕΔ στο άρθρο 13. Με αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσουν τα κράτη μέλη ευελιξία ώστε να εγκρίνουν τις ρυθμίσεις ΕΕΔ που αρμόζουν στις ιδιαιτερότητες της αγοράς και του νομικού συστήματός τους.

Τροπολογία  31

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) οι αποφάσεις στις οποίες καταλήγουν οι διαδικασίες δεν είναι δεσμευτικές·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 13.

Τροπολογία  32

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο α α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(aa) Εάν ένας πελάτης εκκινήσει διαδικασία για εναλλακτική επίλυση διαφορών, η οποία καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, κατά ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικής επιχείρησης όσον αφορά διαφορά σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση απαιτείται να συμμετέχει στην εν λόγω διαδικασία.

 

Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και με τους φορείς που είναι αρμόδιοι για τις προαναφερθείσες εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής και στον βαθμό που επιτρέπεται από τις ισχύουσες οδηγίες και κανονισμούς της ΕΕ.

Τροπολογία  33

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(β) η προθεσμία παραγραφής για την παραπομπή της διαφοράς ενώπιον δικαστηρίου αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την εναλλακτική επίλυση διαφορών·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 13.

Τροπολογία  34

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) η περίοδος παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης αναστέλλεται για τη διάρκεια της διαδικασίας·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 13.

Τροπολογία  35

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(δ) η διαδικασία είναι δωρεάν ή σε λογικό κόστος·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 13.

Τροπολογία  36

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο ε

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(ε) τα ηλεκτρονικά μέσα δεν είναι το μόνο μέσο με το οποίο τα μέρη μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στη διαδικασία και·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 13.

Τροπολογία  37

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – στοιχείο στ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(στ) είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον απαιτείται, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Ισχύει σε συνδυασμό με άλλες τροπολογίες του MH επί του άρθρου 13.

Τροπολογία  38

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς αυτοοί συνεργάζονται για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών.

2. Για συναλλαγές επιχειρήσεων προς καταναλωτές, οι εν λόγω φορείς συμμορφώνονται με την οδηγία 2013/.../EU [για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών]

 

 

Αιτιολόγηση

Διαδικασίες υποβολής προσφυγών θα θεσπιστούν για την εξώδικη επίλυση των διαφορών και για τους διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους πελάτες. Η εν λόγω διάταξη πρέπει να είναι συνεπής με τις πρόσφατες πρωτοβουλίες για μια οδηγία εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (ΕΕΔ).

Τροπολογία  39

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2a. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την ονομασία, τη διεύθυνση και τη διεύθυνση του ιστοτόπου των φορέων ΕΕΔ από τους οποίους καλύπτονται και οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τη διευθέτηση τυχόν διαφορών μεταξύ εκείνων και των καταναλωτών.

Τροπολογία  40

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 2 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2β. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές εντός της Ένωσης, οι οποίοι ασχολούνται με διαδικτυακές πωλήσεις και διασυνοριακές διαδικτυακές πωλήσεις, ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την πλατφόρμα ΗΕΔ, εφόσον απαιτείται, και σχετικά με τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους. Οι σχετικές πληροφορίες είναι εύκολα, άμεσα, ευκρινώς και μόνιμα προσβάσιμες στον ιστότοπο των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και, αν η προσφορά γίνεται με ηλεκτρονικό μήνυμα ή με την αποστολή άλλου κειμενικού μηνύματος με ηλεκτρονικό μέσο, στο μήνυμα αυτό. Περιλαμβάνει ηλεκτρονικό σύνδεσμο που οδηγεί στην αρχική σελίδα της πλατφόρμας ΗΕΔ. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ενημερώνουν, επίσης, τους καταναλωτές σχετικά με την πλατφόρμα ΗΕΔ, όταν ο καταναλωτής υποβάλλει καταγγελία στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ένα σύστημα διερεύνησης καταναλωτικών καταγγελιών που το διαχειρίζεται ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ή σε διαμεσολαβητή επιχείρησης.

Τροπολογία  41

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 14

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι διαμεσολαβητές να προσφεύγουν στις υπηρεσίες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης μόνο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών που έχουν εγγραφεί σε μητρώο ή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή των προσώπων που έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι διαμεσολαβητές να προσφεύγουν στις υπηρεσίες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης μόνο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών που έχουν εγγραφεί σε μητρώο ή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή των προσώπων που έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4. Εάν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, όταν οι ασφαλιστικοί και οι αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές με έδρα εντός της Ένωσης χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών εκτός της Ένωσης, δεν είναι απαραίτητη η εγγραφή του διαμεσολαβητή ή της επιχείρησης που έχει έδρα εκτός της Ένωσης στο μητρώο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

 

Αιτιολόγηση

Το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής έχει καταστεί σαφέστερο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διαμεσολαβητές που είναι εγγεγραμμένοι σε μητρώο στο εσωτερικό της ΕΕ εξακολουθούν να μπορούν να συνεργάζονται με διαμεσολαβητές εκτός της ΕΕ.

Τροπολογία  42

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1a. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής θεωρείται ότι παρέχει συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση μόνο εφόσον ο διαμεσολαβητής έχει δηλώσει κατά την ενημέρωση του πελάτη ότι ισχύει κάτι τέτοιο.

Αιτιολόγηση

Η τελευταία παράγραφος προστίθεται προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι οι «μη συνδεδεμένοι» διαμεσολαβητές δεν πρέπει να θεωρείται εξ ορισμού ότι παρέχουν συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση.

Τροπολογία  43

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ – σημείο i

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(i) παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, ή

(i) πρέπει να κοινοποιεί κατά πόσον παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης, ή

Αιτιολόγηση

Οι καταναλωτές πρέπει να είναι καλά ενημερωμένοι σχετικά με τις συμβουλές που λαμβάνουν.

Τροπολογία  44

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ – σημείο iii

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(iii) δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και δεν παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή, τον ενημερώνει για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες δύναται να ασκεί και όντως ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες·

(iii) δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και δεν παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης και προσωπικής ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή, τον ενημερώνει για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες δύναται να ασκεί και όντως ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες·

Τροπολογία  45

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(δ) τη φύση της αμοιβής που λαμβάνει σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση·

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Φαίνεται να αποτελεί επανάληψη του στοιχείου ε)

Τροπολογία  46

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο στ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(στ) αν ο διαμεσολαβητής θα λάβει αμοιβή ή προμήθεια κάθε είδους, το πλήρες ποσό της αμοιβής όσον αφορά τα ασφαλιστικά προϊόντα που παρέχονται ή προτείνονται ή, στην περίπτωση που το ακριβές ποσό δεν είναι δυνατόν να δοθεί, τη βάση υπολογισμού του συνόλου της αμοιβής ή της προμήθειας ή τον συνδυασμό και των δύο·

(στ) αν ο διαμεσολαβητής θα λάβει αμοιβή κάθε είδους σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση, το πλήρες ποσό της αμοιβής όσον αφορά τα ασφαλιστικά προϊόντα που παρέχονται ή προτείνονται ή, στην περίπτωση που το ακριβές ποσό δεν είναι δυνατόν να δοθεί, τη βάση υπολογισμού του συνόλου της αμοιβής, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής·

Αιτιολόγηση

Η προτεινόμενη τροπολογία θα διασφαλίσει την πλήρη γνωστοποίηση των τελών στους πελάτες.

Τροπολογία  47

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο ζ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(ζ) αν το ύψος της προμήθειας βασίζεται στην επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων ή των κατώτατων ορίων που αφορούν επιχειρηματικές πράξεις στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή, τους εν λόγω στόχους ή τα κατώτατα όρια, καθώς και τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν για την επίτευξή τους.

(ζ) ενημερώνει τον πελάτη για το δικαίωμά του να ζητήσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο στ).

Αιτιολόγηση

Υπάρχει άμεση σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των στόχων ή των κατώτατων ορίων που αφορούν τις πωλήσεις προϊόντων και των ενεργειών υπέρ του βέλτιστου συμφέροντος των καταναλωτών.

Τροπολογία  48

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο στ), για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο διαμεσολαβητής ασφαλιστικών συμβάσεων, πλην των συμβάσεων που υπάγονται σε μια από τις κατηγορίες που καθορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, ενημερώνει τον πελάτη, πριν από τη σύναψη κάθε ασφαλιστικής σύμβασης, αν ο διαμεσολαβητής αμείβεται με αμοιβή ή προμήθεια,

διαγράφεται

(α) αναφέρει στον πελάτη το ποσό ή, στην περίπτωση που το ακριβές ποσό δεν είναι δυνατόν να δοθεί, τη βάση υπολογισμού της αμοιβής ή της προμήθειας ή τον συνδυασμό των δύο, αν το ζητήσει ο πελάτης·

 

(β) ενημερώνει τον πελάτη για το δικαίωμά του να ζητήσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α).

 

Αιτιολόγηση

Ειδικότερα όσον αφορά όσα καθορίζονται από την επένδυση σε μη χρηματοπιστωτικά ασφαλιστικά προϊόντα, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα δεν περιέχουν κανένα επενδυτικό στοιχείο και οι προμήθειες δεν επηρεάζουν με κανέναν τρόπο την απόδοσή τους, ζητούμε την κατάργησή τους.

Τροπολογία  49

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Εάν ο πελάτης πραγματοποιεί πληρωμές βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης μετά τη σύναψή της, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής του γνωστοποιεί επίσης, για καθεμία από τις εν λόγω μεταγενέστερες πληρωμές, τις πληροφορίες που πρέπει να του διαβιβάζει σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου έχει πλήρως γνωστοποιηθεί τακτική μηνιαία άμεση χρέωση του ίδιου ακριβώς ποσού, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των μηνών που θα πραγματοποιείται η άμεση χρέωση πριν από την υπογραφή της σύμβασης, εάν ο πελάτης πραγματοποιεί πληρωμές βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης μετά τη σύναψή της, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής του γνωστοποιεί επίσης, για καθεμία από τις εν λόγω μεταγενέστερες πληρωμές, τις πληροφορίες που πρέπει να του διαβιβάζει σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Αιτιολόγηση

Για τακτικές άμεσες χρεώσεις που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο σύμβασης, όταν ο καταναλωτής έχει ενημερωθεί δεόντως σχετικά με τέτοιου είδους άμεσες χρεώσεις, η επικοινωνία με τον καταναλωτή κάθε φορά που πραγματοποιείται χρέωση συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των διαμεσολαβητών.

Τροπολογία  50

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν:

διαγράφεται

(α) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό του τρόπου γνωστοποίησης της αμοιβής του διαμεσολαβητή - συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης προμήθειας - στον πελάτη, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία στ) και ζ) και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·

 

(β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό, ιδίως, της βάσης υπολογισμού του συνόλου της αμοιβής ή της προμήθειας ή του συνδυασμού των δύο·

 

(γ) τα μέτρα που εύλογα μπορεί να αναμένεται ότι θα λαμβάνουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να γνωστοποιούν την αμοιβή τους στον πελάτη.

 

Αιτιολόγηση

Η οδηγία IMD2 πρέπει να διαθέτει σαφές και κατανοητό κείμενο επιπέδου 1, που αντιβαίνει στη λογική της παροχής κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή.

Τροπολογία  51

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 18 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι διευκρινίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) διαφοροποιούνται ανάλογα με τον σύνθετο χαρακτήρα του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος και το επίπεδο του χρηματοοικονομικού κινδύνου για τον πελάτη .

2. Οι διευκρινίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) διαφοροποιούνται ανάλογα με τον σύνθετο χαρακτήρα του προτεινόμενου ασφαλιστικού προϊόντος και το επίπεδο του χρηματοοικονομικού κινδύνου για τον πελάτη και τον τρόπο πώλησης.

Τροπολογία  52

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 18 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση πληροφορεί τον πελάτη ότι παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, οφείλει να τις παρέχει βάσει ανάλυσης επαρκώς μεγάλου αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε να είναι σε θέση να συστήσει, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, την ασφαλιστική σύμβαση που θα ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του πελάτη.

3. Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση πληροφορεί τον πελάτη ότι παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, οφείλει να τις παρέχει βάσει ανάλυσης σημαντικού και επαρκώς μεγάλου αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές πρέπει επίσης να τροφοδοτούν τις συμβάσεις αυτές από σημαντικό και επαρκώς μεγάλο αριθμό παρόχων ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, ώστε να είναι σε θέση να συστήσει, σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, την ασφαλιστική σύμβαση που θα ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του πελάτη.

Αιτιολόγηση

Για να αποφευχθούν περιπτώσεις κατά τις οποίες θα εξετάζονται και θα προτείνονται οι συμβάσεις ενός μόνο παρόχου ασφαλιστικών υπηρεσιών, θα πρέπει να αναλύονται οι συμβάσεις περισσοτέρων του ενός παρόχου.

Τροπολογία  53

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 18 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ανεξαρτήτως του αν παρέχονται ή όχι συμβουλές, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει στον πελάτη τις σχετικές πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν σε μορφή κατανοητή ώστε να μπορεί να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον σύνθετο χαρακτήρα του ασφαλιστικού προϊόντος και τον τύπο των πελατών.

4. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ανεξαρτήτως του αν παρέχονται ή όχι συμβουλές, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει στον πελάτη τις σχετικές πληροφορίες για το ασφαλιστικό προϊόν σε μορφή κατανοητή ώστε να μπορεί να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον σύνθετο χαρακτήρα του ασφαλιστικού προϊόντος και τον τύπο του πελάτη. Αυτές παρέχονται σε τυποποιημένο δελτίο πληροφοριών, σε απλή γλώσσα και περιλαμβάνουν τις βασικές πληροφορίες για την ασφαλιστική σύμβαση.

Τροπολογία  54

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 18 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 18α

 

Αυτό το άρθρο δεν ισχύει για άτομα που ασκούν ασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αυτή πραγματοποιείται σε σχέση με την πώληση επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων από:

 

(α) ασφαλιστικό διαμεσολαβητή·

 

(β) ασφαλιστική επιχείρηση.

Αιτιολόγηση

Η ασφαλιστική διαμεσολάβηση σε σχέση με την πώληση επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων έχει ήδη αναπτυχθεί στο κεφάλαιο VII. Επίσης, σχετικός έλεγχος σκοπιμότητας και καταλληλότητας ισχύει ήδη και έχει αναπτυχθεί στο άρθρο 25. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω κανόνες δεν πρέπει να επαναληφθούν.

Τροπολογία  55

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 19 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση διαμεσολαβεί στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων, ή στην περίπτωση διαμεσολάβησης αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. ή σε σχέση με επαγγελματίες πελάτες, όπως διευκρινίζεται στο παράρτημα .

1. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 δεν χρειάζεται να παρέχονται όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση διαμεσολαβεί στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων, στην περίπτωση διαμεσολάβησης αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε σχέση με επαγγελματίες πελάτες, όπως διευκρινίζεται στο παράρτημα.

Τροπολογία  56

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 19 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2a. Τα κράτη μέλη, τα οποία διατηρούν σε ισχύ ή εισάγουν αυστηρότερες διατάξεις που ισχύουν για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω διατάξεις σέβονται τις αρχές των ισότιμων όρων ανταγωνισμού και ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από τις διατάξεις αυτές είναι αναλογικά σχετικός με τα οφέλη προστασίας των καταναλωτών.

Τροπολογία  57

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 20 – παράγραφος 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

7. Στην περίπτωση ασφάλισης μέσω τηλεφώνου, οι πληροφορίες που δίδονται προηγουμένως στον πελάτη συνάδουν προς τους ενωσιακούς κανόνες που διέπουν την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Επιπλέον, παρέχονται στον πελάτη πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 , αμέσως μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.

7. Στην περίπτωση ασφάλισης μέσω τηλεφώνου, οι πληροφορίες που δίδονται προηγουμένως στον πελάτη συνάδουν προς τους ενωσιακούς κανόνες που διέπουν την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές. Επιπλέον, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 στοιχείο β), παρέχονται στον πελάτη πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, αμέσως μετά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Αιτιολόγηση

Είναι ορθότερο να ερωτάται ο πελάτης αν επιθυμεί έντυπη ή ηλεκτρονική πληροφόρηση αντί να αποφασίζει για λογαριασμό του ένας πωλητής μέσω τηλεφώνου.

Τροπολογία  58

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 21 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν πρακτικές ομαδοποίησης αλλά όχι πρακτικές δέσμευσης.

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν πρακτικές ομαδοποίησης και πρακτικές δέσμευσης.

 

1a. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, σε συνεργασία με το ΕΑΑΕΣ να παρεμβαίνουν κατ περίπτωση και να απαγορεύουν ορισμένες πρακτικές δέσμευσης εφόσον μπορούν να αποδείξουν ότι οι εν λόγω πρακτικές είναι σε βάρος των καταναλωτών.

Αιτιολόγηση

Δεν υπάρχουν σαφή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με ζημία που υφίστανται οι καταναλωτές, ώστε να υποστηριχθεί απαγόρευση σχετικά με τη δέσμευση ασφαλιστικών προϊόντων, δεδομένου ότι οι εν λόγω προτάσεις δεν αποτέλεσαν τμήμα της διαβούλευσης και της εκτίμησης επιπτώσεων της Επιτροπής σχετικά με την IMD.

Τροπολογία  59

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 21 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Όταν μια ασφαλιστική υπηρεσία ή ένα ασφαλιστικό προϊόν προσφέρεται από κοινού με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως δέσμη, η ασφαλιστική επιχείρηση ή, ενδεχομένως, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής προσφέρει στον πελάτη και τον ενημερώνει για τη δυνατότητα αγοράς των διαφόρων στοιχείων της δέσμης χωριστά, και παρέχει πληροφορίες για το κόστος και τις επιβαρύνσεις κάθε στοιχείου της δέσμης που μπορεί να αγοραστεί μέσω αυτής της δέσμης ή από αυτή χωριστά.

2. Όταν προσφέρεται ασφάλιση από κοινού με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως δέσμη, η ασφαλιστική επιχείρηση ή, ενδεχομένως, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενημερώνει τον πελάτη για τη δυνατότητα αγοράς των διαφόρων στοιχείων της δέσμης χωριστά, και, στην περίπτωση αυτή, παρέχει πληροφορίες για το κόστος και τις επιβαρύνσεις κάθε στοιχείου της δέσμης που μπορεί να αγοραστεί μέσω αυτής της δέσμης ή από αυτή χωριστά.

Αιτιολόγηση

Η διατύπωση αυτή ευθυγραμμίζει την πρόταση με την προσέγγιση της οδηγίας MiFID.

Τροπολογία  60

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 22 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Το άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 2 ισχύει επίσης για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλιστική διαμεσολάβηση σε σχέση με όλα τα ασφαλιστικά προϊόντα.

Αιτιολόγηση

Όσον αφορά τις τροπολογίες του MH σε σχέση με το άρθρο 17, η γνωστοποίηση της αμοιβής έχει περιορισμένη αξία όσον αφορά την αντιμετώπιση συγκρούσεων συμφερόντων. Επεκτείνει τους κανόνες συγκρούσεων συμφερόντων του άρθρου 23 σε όλα τα ασφαλιστικά προϊόντα.

Τροπολογία  61

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 22 – παράγραφος 1 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν σε ισχύ ή να εισάγουν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις της προβλεπόμενης στα άρθρα 21, 23, 24 και 25 προστασίας των καταναλωτών, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο. Η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να συνεργάζονται για να επιτύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή συνοχή των κανόνων δεοντολογίας των επιχειρήσεων, οι οποίοι εφαρμόζονται στα επενδυτικά προϊόντα λιανικής που διέπονται είτε από την οδηγία MiFID ΙΙ ή από την παρούσα οδηγία κατευθυντήριων γραμμών.

Τροπολογία  62

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τον εντοπισμό συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτών των ιδίων, περιλαμβανομένων των διευθυντών τους, των υπαλλήλων τους και των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών τους, ή κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών τους, ή μεταξύ δύο πελατών τους, κατά την άσκηση της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τον εντοπισμό, τον μετριασμό, την αποφυγή και την άρση συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτών των ιδίων, περιλαμβανομένων των διευθυντών τους, των υπαλλήλων τους και των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών τους, ή κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών τους, ή μεταξύ δύο πελατών τους, κατά την άσκηση της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Αιτιολόγηση

Είναι ορθότερο να ερωτάται ο πελάτης αν επιθυμεί έντυπη ή ηλεκτρονική πληροφόρηση αντί να αποφασίζει για λογαριασμό του η ασφαλιστική εταιρεία που προβαίνει σε ασφάλιση μέσω τηλεφώνου.

Τροπολογία  63

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Όταν τα μέτρα που λαμβάνονται από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17, δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να θιγούν τα συμφέροντα των πελατών και των δυνητικών πελατών λόγω των συγκρούσεων συμφερόντων, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση ή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό του.

2. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση καταρτίζει και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών λόγω συγκρούσεων συμφερόντων.

 

Όταν τα μέτρα που λαμβάνονται από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να θιγούν τα συμφέροντα των πελατών και των δυνητικών πελατών λόγω των συγκρούσεων συμφερόντων, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων και τα μέτρα που λαμβάνονται για μετριασμό των κινδύνων αυτών σε σχέση με τον πελάτη.

Τροπολογία  64

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2a. Η πληροφόρηση πρέπει:

 

(α) να πραγματοποιείται σε σταθερό μέσο, και

 

(β) να περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του πελάτη, ώστε να επιτραπεί στον πελάτη να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση ως προς την υπηρεσία στο πλαίσιο της οποίας προκύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.

Αιτιολόγηση

Είναι απαραίτητο τα εν λόγω πρότυπα πωλήσεων για τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα να είναι συνεπή, ανεξάρτητα από το εάν τα εν λόγω προϊόντα είναι χρηματοπιστωτικά μέσα ή επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα. Αυτό θα συμβάλει στον περιορισμό της σύγχυσης και της πιθανότητας ρυθμιστικού αρμπιτράζ, ενώ θα ενισχύσει την προστασία των ασφαλισμένων. Είναι, κατά συνέπεια, σημαντικό το κείμενο της οδηγίας IMD2 να αντικατοπτρίζει το κείμενο της οδηγίας MiFID.

Τροπολογία  65

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1a. Η εφαρμογή των απαιτήσεων πληροφόρησης που περιέχονται στα άρθρα 24 και 25 θα πρέπει να είναι αναλογική, λαμβάνοντας υπόψη το κατά πόσον ή όχι ο πελάτης είναι επαγγελματίας πελάτης, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι.

Αιτιολόγηση

Οι προτεινόμενες αλλαγές στο άρθρο 24 παρέχουν καθοδήγηση για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων σε σχέση με τους επαγγελματίες πελάτες και με άλλες τροπολογίες, ώστε να ευθυγραμμιστεί το κείμενο με την παρούσα προσέγγιση της MiFID II.

Τροπολογία  66

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 3 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση και τις υπηρεσίες τους. Κατά την παροχή συμβουλών, οι πληροφορίες προσδιορίζουν αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση και αν στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση της αγοράς και αναφέρουν εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα διαθέσει στον πελάτη διαρκή αξιολόγηση της καταλληλότητας του ασφαλιστικού προϊόντος που συστήνεται στον πελάτη·

(α) τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση και τις υπηρεσίες τους. Κατά την παροχή συμβουλών, οι πληροφορίες προσδιορίζουν αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση και αν στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση της αγοράς και αναφέρουν εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα διαθέσει στον πελάτη διαρκή αξιολόγηση και τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες σχετικά με την καταλληλότητα του ασφαλιστικού προϊόντος που συστήνεται στον πελάτη·

Αιτιολόγηση

Η διαρκής αξιολόγηση, δηλαδή η επαναλαμβανόμενη υποχρεωτική παροχή συμβουλών σχετικά με ένα ασφαλιστικό προϊόν και την καταλληλότητά του δεν είναι εφικτή, ενώ η παροχή των πιο πρόσφατων πληροφοριών σχετικά με ένα προϊόν ή μια υπηρεσία κατόπιν αιτήσεως του πελάτη είναι αναγκαία υπηρεσία.

Τροπολογία  67

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 3 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(β) τα ασφαλιστικά προϊόντα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές. Θα πρέπει να περιλαμβάνεται κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω προϊόντα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών· και

(β) τα ασφαλιστικά προϊόντα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές. Θα πρέπει να περιλαμβάνεται κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω προϊόντα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχόμενου κινδύνου μη απόδοσης ή απώλειας της αρχικής επένδυσης· και

Τροπολογία  68

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 3 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις.

(γ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. Όταν οι επιβαρύνσεις αφορούν περισσότερες από μία περιπτώσεις και αντιστοιχούν σε διαφορετικά ποσά, θα παρέχεται εκτίμηση του κόστους, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες τέτοιου είδους επιβαρύνσεις είναι αναμενόμενες.

Τροπολογία  69

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο θα πρέπει να παρέχονται σε κατανοητή μορφή, κατά τρόπο ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους του προσφερόμενου συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή.

4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο θα πρέπει να παρέχονται σε κατανοητή μορφή, κατά τρόπο ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους του προσφερόμενου συγκεκριμένου τύπου ασφαλιστικού προϊόντος και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή.

Αιτιολόγηση

Συνοχή με τη διατύπωση στην οδηγία MiFID II.

Τροπολογία  70

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 5 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) αξιολογεί επαρκώς μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά. Τα ασφαλιστικά προϊόντα διαφοροποιούνται ως προς τον τύπο και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων και δεν θα πρέπει να περιορίζονται στα ασφαλιστικά προϊόντα που εκδίδονται ή παρέχονται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση· και

(α) αξιολογεί ένα φάσμα ασφαλιστικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά. Τα ασφαλιστικά προϊόντα διαφοροποιούνται ως προς τον τύπο και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων και δεν θα πρέπει να περιορίζονται στα ασφαλιστικά προϊόντα που εκδίδονται ή παρέχονται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση· και

Τροπολογία  71

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 5 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(β) δεν αποδέχεται ή δεν λαμβάνει αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτον ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες.

(β) εάν καταβάλλεται αμοιβή από τον πελάτη για την παροχή συμβουλών.

Τροπολογία  72

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 5 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

5a. Τα κράτη μέλη ενδέχεται να επιβάλουν πρόσθετες απαιτήσεις στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ενημερώνουν τον πελάτη ότι οι συγκεκριμένες ασφαλιστικές συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση.

Τροπολογία  73

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33 σχετικά με μέτρα που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις αρχές που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, κατά την άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τους πελάτες τους. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν:

διαγράφεται

(α) τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών· και

 

(β) τη φύση των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων τύπων ασφαλιστικών προϊόντων.

 

Αιτιολόγηση

Η εντολή και ο στόχος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δεν καθορίζεται με σαφήνεια.

Τροπολογία  74

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 26 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα τους είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα τους είναι αποτελεσματικά, αναλογικά, αποτρεπτικά και ανταποκρίνονται στο σύνθετο χαρακτήρα του προϊόντος ή της υπηρεσίας.

Αιτιολόγηση

Οι κυρώσεις πρέπει, κατά τρόπο σαφέστερο, να είναι επίσης αναλογικές σε σχέση με τον σύνθετο χαρακτήρα των προϊόντων ή της υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο διαμεσολάβησης.

Τροπολογία  75

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 34 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 17, του άρθρου 23 παράγραφος 24 και του άρθρου 25 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχουν αντιταχθεί σε αυτήν ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο εντός 2 μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή για το ότι δεν σκοπεύουν να προβάλουν αντίρρηση. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά 2 μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

5. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίζεται δυνάμει των άρθρων 23 και 25 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν προβάλλουν ενστάσεις εντός προθεσμίας 2 μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν ενστάσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά 2 μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Aσφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2012)0360 – C7-0180/2012 – 2012/0175(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

11.9.2012

 

 

 

Γνωμοδότηση της

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

IMCO

11.9.2012

Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Catherine Stihler

18.9.2012

Εξέταση στην επιτροπή

10.1.2013

20.2.2013

11.4.2013

 

Ημερομηνία έγκρισης

25.4.2013

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

34

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Adam Bielan, Cristian Silviu Buşoi, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, António Fernando Correia de Campos, Vicente Miguel Garcés Ramón, Evelyne Gebhardt, Thomas Händel, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Philippe Juvin, Toine Manders, Franz Obermayr, Phil Prendergast, Mitro Repo, Robert Rochefort, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Catherine Stihler, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Bernadette Vergnaud, Преслав Борисов

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Ashley Fox, Ildikó Gáll-Pelcz, Anna Hedh, Constance Le Grip, Morten Løkkegaard, Pier Antonio Panzeri, Patricia van der Kammen, Kerstin Westphal

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Bendt Bendtsen, Seán Kelly, Paul Rübig

(1)

Study on the impact of the revision of the Insurance Mediation Directive (Μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις της αναθεώρησης της οδηγίας για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση) (ETD/2007/IM/B2/51) τελική έκθεση· http://ec.europa.eu/internal_market/insurance/docs/mediation/imd_final_en.pdf

(2)

Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής Impact Assessment accompanying the document Directive of the European Parliament and of the Council on Insurance Mediation (Εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει το έγγραφο Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση)

http://ec.europa.eu/internal_market/insurance/docs/consumers/mediation/20120703-impact-assessment_en.pdf


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (21.3.2013)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

(COM(2012)0360 – C7‑0180/2012 – 2012/0175(COD))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Klaus-Heiner Lehne

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία  1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(2) Δεδομένου ότι ο κύριος στόχος και το αντικείμενο της παρούσας πρότασης είναι η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τους αναφερθέντες τομείς, η πρόταση θα πρέπει να στηρίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 και στο άρθρο 62 της ΣΛΕΕ. Η οδηγία αποτελεί κατάλληλο μέσο για να καταστεί δυνατή, όταν είναι αναγκαίο, η προσαρμογή των εκτελεστικών διατάξεων, στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, στις υφιστάμενες ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης αγοράς και στο νομικό σύστημα κάθε κράτους μέλους. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να αποσκοπεί στον συντονισμό των εθνικών κανόνων που αφορούν την πρόσβαση στη δραστηριότητα της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβανομένης της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και του διακανονισμού ζημιών, και ως εκ τούτου βασίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Επιπλέον, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν τομέα παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση, η παρούσα οδηγία βασίζεται επίσης στο άρθρο 62 της Συνθήκης.

(2) Δεδομένου ότι ο κύριος στόχος και το αντικείμενο της παρούσας πρότασης είναι η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τους αναφερθέντες τομείς, η πρόταση θα πρέπει να στηρίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 και στο άρθρο 62 της ΣΛΕΕ. Η οδηγία αποτελεί κατάλληλο μέσο για να καταστεί δυνατή, όταν είναι αναγκαίο, η προσαρμογή των εκτελεστικών διατάξεων, στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, στις υφιστάμενες ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης αγοράς και στο νομικό σύστημα κάθε κράτους μέλους. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να αποσκοπεί στον συντονισμό των εθνικών κανόνων που αφορούν την πρόσβαση στη δραστηριότητα της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης και, ως εκ τούτου, βασίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Επιπλέον, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν τομέα παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση, η παρούσα οδηγία βασίζεται επίσης στο άρθρο 62 της Συνθήκης.

Τροπολογία  2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(6) Για να εξασφαλιστεί ότι το ίδιο επίπεδο προστασίας ισχύει ανεξάρτητα από τον δίαυλο μέσω του οποίου οι καταναλωτές αγοράζουν ένα ασφαλιστικό προϊόν, είτε άμεσα από μια ασφαλιστική επιχείρηση είτε έμμεσα από έναν διαμεσολαβητή, το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνο τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και άλλους συμμετέχοντες στην αγορά οι οποίοι πωλούν ασφαλιστικά προϊόντα σε επικουρική βάση (π.χ. ταξιδιωτικά γραφεία και εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων, προμηθευτές εμπορευμάτων που δεν πληρούν τους όρους για την εξαίρεση).

διαγράφεται

Τροπολογία  3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(7) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στο να επικουρούν (είτε για λογαριασμό ενός πελάτη ή μιας ασφαλιστικής επιχείρησης) στη διαχείριση και την εκτέλεση μιας σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, συμπεριλαμβανομένης της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών ή δραστηριοτήτων εκτίμησης ή διακανονισμού ζημιών.

(7) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στο να επικουρούν (είτε για λογαριασμό ενός πελάτη ή μιας ασφαλιστικής επιχείρησης) στη διαχείριση και την εκτέλεση μιας σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης.

Τροπολογία  4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 12

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(12) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα που ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, όπως π.χ. οι φοροτεχνικοί ή οι λογιστές, τα οποία παρέχουν περιστασιακά συμβουλές για ασφαλιστικά θέματα στο πλαίσιο αυτής της άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, ούτε θα πρέπει να εφαρμόζεται σε απλή παροχή πληροφοριών γενικής φύσεως σχετικά με ασφαλιστικά προϊόντα, εφόσον η δραστηριότητα αυτή δεν αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας προς τον πελάτη κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης.

(12) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα πρόσωπα που ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, όπως π.χ. οι φοροτεχνικοί ή οι λογιστές, τα οποία παρέχουν περιστασιακά συμβουλές για ασφαλιστικά θέματα στο πλαίσιο αυτής της άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, ούτε θα πρέπει να εφαρμόζεται σε απλή παροχή πληροφοριών γενικής φύσεως σχετικά με ασφαλιστικά προϊόντα, εφόσον η δραστηριότητα αυτή δεν αποσκοπεί ούτε στην παροχή βοήθειας προς τον πελάτη κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης, ούτε στην κατ' επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ούτε στην εκτίμηση και το διακανονισμό ζημιών.

Τροπολογία  5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 20

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(20) Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις εγγραφής στο μητρώο για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν την ασφαλιστική διαμεσολάβηση σε σχέση με ορισμένα είδη συμβάσεων ασφάλισης σε επικουρική βάση ή με την κατ’ επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών, την εκτίμηση και τον διακανονισμό ζημιών, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας ως προς τις γνώσεις, την ικανότητα και την καλή φήμη και τις συναφείς απαιτήσεις πληροφοριών και τις απαιτήσεις επαγγελματικής δεοντολογίας, και ότι έχει υποβληθεί δήλωση δραστηριότητας στην αρμόδια αρχή.

διαγράφεται

Τροπολογία  6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 22

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(22) Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και επάρκειας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών εταιρειών που εμπλέκονται άμεσα στις δραστηριότητες προετοιμασίας της πώλησης, κατά τη διάρκεια της πώλησης και μετά την πώληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ως εκ τούτου, οι επαγγελματικές γνώσεις του διαμεσολαβητή, των υπαλλήλων των άμεσων ασφαλιστών και των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων και των ταξιδιωτικών γραφείων, καθώς και οι επαγγελματικές γνώσεις των προσώπων που ασκούν τις δραστηριότητες της διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών, εκτίμησης ή διακανονισμού ζημιών θα πρέπει να αντιστοιχεί με το επίπεδο της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων αυτών. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεχής εκπαίδευση.

(22) Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και επάρκειας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών εταιρειών που εμπλέκονται άμεσα στις δραστηριότητες προετοιμασίας της πώλησης, κατά τη διάρκεια της πώλησης και μετά την πώληση ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ως εκ τούτου, οι επαγγελματικές γνώσεις των διαμεσολαβητών και των υπαλλήλων των άμεσων ασφαλιστών πρέπει να τους επιτρέπουν να εκτελούν τις εργασίες τους και να ασκούν τα καθήκοντά τους επαρκώς. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεχής εκπαίδευση.

Τροπολογία  7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 31

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(31) Για τον μετριασμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή ενός ασφαλιστικού προϊόντος, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί επαρκής δημοσιοποίηση της αμοιβής των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων. Κατά συνέπεια, για τα προϊόντα ασφάλισης ζωής, ο διαμεσολαβητής και ο υπάλληλος του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν τον πελάτη σχετικά με τις αποδοχές τους, πριν από την πώληση. Για τα άλλα ασφαλιστικά προϊόντα, για μεταβατική περίοδο 5 ετών, ο πελάτης πρέπει να ενημερώνεται για το δικαίωμά του να απαιτεί τις πληροφορίες αυτές, οι οποίες πρέπει να του παρέχονται κατόπιν αιτήσεως.

διαγράφεται

Τροπολογία  8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 32

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(32) Προκειμένου ο πελάτης να διαθέτει συγκρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που του παρέχονται, ανεξάρτητα από το αν ο πελάτης αγοράζει μέσω διαμεσολαβητή ή απευθείας από την ασφαλιστική επιχείρηση, και για να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενθαρρύνοντας τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να πωλούν απευθείας στους πελάτες και όχι μέσω διαμεσολαβητών, προκειμένου να αποφεύγονται απαιτήσεις πληροφόρησης, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις αποδοχές στους πελάτες με τους οποίους ασχολούνται άμεσα στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σχετικά με την αμοιβή που εισπράττουν για την πώληση των ασφαλιστικών προϊόντων.

διαγράφεται

Τροπολογία  9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 50

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(50) Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης σχετικά με τις λεπτομέρειες που αφορούν τις έννοιες των επαρκών γνώσεων και ικανοτήτων του διαμεσολαβητή, τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, τις υποχρεώσεις του κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά τις δέσμες επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων λιανικής και τις διαδικασίες και τα έντυπα για τη διαβίβαση πληροφοριών σε σχέση με τις κυρώσεις. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, όταν προετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

διαγράφεται

Τροπολογία  10

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 52

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(52) Μέσω των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο [8] σχετικά με τις έννοιες των επαρκών γνώσεων και ικανοτήτων του διαμεσολαβητή, στα άρθρα [17και 23] σχετικά με τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων και στα άρθρα [24 και 25] σχετικά με τις υποχρεώσεις του κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά τις δέσμες επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων λιανικής, καθώς και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, όπως προβλέπεται στο άρθρο [30] σχετικά με τις διαδικασίες και τα έντυπα για τη διαβίβαση πληροφοριών σε σχέση με τις κυρώσεις. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να καταρτισθούν υπό μορφή σχεδίου από την ΕΑΑΕΣ.

(52) Σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, όπως προβλέπεται στο άρθρο [31] σχετικά με τις διαδικασίες και τα έντυπα για τη διαβίβαση πληροφοριών σε σχέση με τις κυρώσεις. Τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να καταρτισθούν υπό μορφή σχεδίου από την ΕΑΑΕΣ.

Τροπολογία  11

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 1 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβανομένων της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και του διακανονισμού ζημιών, από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος.

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος.

Αιτιολόγηση

Η υπαγωγή των δραστηριοτήτων της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και του διακανονισμού ζημιών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν είναι δικαιολογημένη. Οι δραστηριότητες αυτές δεν συναρτώνται με την πώληση ασφαλιστικών προϊόντων και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Εξάλλου, οι δραστηριότητες αυτές ρυθμίζονται ήδη επαρκώς από την εθνική νομοθεσία.

Τροπολογία  12

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 1 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(ε) η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς τα αγαθά που παρέχονται από οποιονδήποτε προμηθευτή, εφόσον η εν λόγω ασφάλιση καλύπτει τον κίνδυνο βλάβης, απώλειας ή ζημίας των αγαθών που παρέχει ο προμηθευτής αυτός ·

(ε) η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς το προϊόν ή την υπηρεσία που παρέχεται από οποιονδήποτε προμηθευτή, εφόσον η εν λόγω ασφάλιση καλύπτει:

Αιτιολόγηση

Η εξαίρεση για συμπληρωματικές ασφαλίσεις που καλύπτουν τη ζημία ή απώλεια των αποσκευών και άλλους κινδύνους που σχετίζονται με το ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον προμηθευτή αυτόν, η οποία περιλαμβανόταν ήδη στην IMD1, πρέπει να διατηρηθεί. Οι ασφαλίσεις αυτές αποτελούν συνήθως απλά προϊόντα με χαμηλό ασφάλιστρο και βραχεία διάρκεια. Η υπαγωγή των συμπληρωματικών αυτών ασφαλίσεων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν είναι συνεπώς απαραίτητη.

Τροπολογία  13

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 1 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε – στοιχείο i (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

i) τον κίνδυνο βλάβης, απώλειας ή ζημίας αγαθών που παρέχει ο προμηθευτής αυτός, ή

Αιτιολόγηση

Η εξαίρεση για συμπληρωματικές ασφαλίσεις που καλύπτουν τη ζημία ή απώλεια των αποσκευών και άλλους κινδύνους που σχετίζονται με το ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον προμηθευτή αυτόν, η οποία περιλαμβανόταν ήδη στην IMD1, πρέπει να διατηρηθεί. Οι ασφαλίσεις αυτές αποτελούν συνήθως απλά προϊόντα με χαμηλό ασφάλιστρο και βραχεία διάρκεια. Η υπαγωγή των συμπληρωματικών αυτών ασφαλίσεων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν είναι συνεπώς απαραίτητη.

Τροπολογία  14

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 1 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε – στοιχείο ii (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

ii) τη ζημία ή απώλεια των αποσκευών και τους άλλους κινδύνους που σχετίζονται με ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον προμηθευτή αυτόν, ακόμη και αν η ασφάλιση καλύπτει ασφάλιση ζωής ή κινδύνους αστικής ευθύνης, υπό τον όρο ότι η κάλυψη αυτή είναι παρεπόμενη προς την κυρία κάλυψη που αφορά τους κινδύνους που σχετίζονται με το ταξίδι·

Αιτιολόγηση

Η εξαίρεση για συμπληρωματικές ασφαλίσεις που καλύπτουν τη ζημία ή απώλεια των αποσκευών και άλλους κινδύνους που σχετίζονται με το ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον προμηθευτή αυτόν, η οποία περιλαμβανόταν ήδη στην IMD1, πρέπει να διατηρηθεί. Οι ασφαλίσεις αυτές αποτελούν συνήθως απλά προϊόντα με χαμηλό ασφάλιστρο και βραχεία διάρκεια. Η υπαγωγή των συμπληρωματικών αυτών ασφαλίσεων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν είναι συνεπώς απαραίτητη.

Τροπολογία  15

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 3 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. ως «ασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών , πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων ασφάλισης , σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου , και η δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και διακανονισμού ζημιών. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από ασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

3. ως «ασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων ασφάλισης, ή σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από ασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

Τροπολογία  16

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 3 – εδάφιο 2 – στοιχείο α α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

αα) η κατ’ επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων μιας ασφαλιστικής εταιρίας καθώς και ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από εμπειρογνώμονα·

Τροπολογία  17

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 6 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6. ως «αντασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων αντασφάλισης, σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου , και η δραστηριότητα κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και διακανονισμού ζημιών. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως αντασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από αντασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

6. ως «αντασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοούνται οι δραστηριότητες παροχής συμβουλών, πρότασης, προπαρασκευής σύναψης συμβάσεων αντασφάλισης, ή σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Οι δραστηριότητες αυτές θεωρούνται επίσης ως αντασφαλιστική διαμεσολάβηση όταν αναλαμβάνονται από αντασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

Τροπολογία  18

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 6 – εδάφιο 2 – στοιχείο α α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

αα) η κατ’ επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων μιας αντασφαλιστικής εταιρίας καθώς και ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από εμπειρογνώμονα·

Τροπολογία  19

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

9. ως «συμβουλή» νοείται η παροχή σύστασης σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήματός τους είτε με πρωτοβουλία της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

9. ως «συμβουλή» νοείται η παροχή προσωπικών συστάσεων σε πραγματικό ή δυνητικό πελάτη σχετικά με ασφαλιστικό προϊόν, είτε κατόπιν αιτήματός του είτε με πρωτοβουλία της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή·

Τροπολογία  20

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – σημείο 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

10. ως «ενδεχόμενη προμήθεια» νοείται η αμοιβή υπό μορφή προμήθειας της οποίας το πληρωτέο ποσό βασίζεται στην επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων που αφορούν επιχειρηματικές πράξεις στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή.

10. ως «ενδεχόμενη προμήθεια» νοείται η αμοιβή υπό μορφή προμήθειας της οποίας το πληρωτέο ποσό βασίζεται στην επίτευξη οποιουδήποτε είδους συμφωνηθέντων στόχων που αφορούν δραστηριότητες στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή.

Αιτιολόγηση

Προμήθειες μπορεί να προκύψουν όχι μόνο από την επίτευξη στόχων που αφορούν επιχειρηματικές πράξεις, αλλά και από τον αριθμό των αξιώσεων αποζημίωσης που υποβάλλουν οι πελάτες του διαμεσολαβητή. Ο ορισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που επηρεάζουν την εν λόγω αμοιβή. Ορισμένοι τραπεζικοί- ασφαλιστικοί όμιλοι υπολογίζουν τις προμήθειες βάσει πρακτικών διασταυρούμενων πωλήσεων: π.χ. η προμήθεια που επιβάλλεται σε υποθήκη διαφέρει ανάλογα με το αν στον ίδιο πελάτη πωληθεί και ασφάλεια ζωής. Η πρακτική αυτή ενθαρρύνει τον διαμεσολαβητή να προβαίνει σε ταυτόχρονη πώληση αρκετών προϊόντων, ακόμα και αν ο πελάτης δεν τα χρειάζεται ή θα μπορούσε να βρει ελκυστικότερη λύση αλλού.

Τροπολογία  21

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 4

διαγράφεται

Διαδικασία δήλωσης για την παροχή υπηρεσιών επικουρικής ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, υπηρεσιών κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών ή εκτίμησης ζημιών

 

1. Οι απαιτήσεις εγγραφής του άρθρου 3 δεν εφαρμόζονται σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης σε επικουρική βάση, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητές του πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν είναι η ασφαλιστική διαμεσολάβηση·

 

(β) ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενεργεί ως διαμεσολαβητής μόνο για ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα που συμπληρώνουν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία και προσδιορίζει τα προϊόντα αυτά σαφώς στη δήλωση·

 

(γ) τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής ή τους κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη είναι παρεπόμενη στην κύρια κάλυψη.

 

2. Οι απαιτήσεις εγγραφής του άρθρου 3 δεν εφαρμόζονται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές των οποίων η μόνη δραστηριότητα είναι η κατ’ επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών ή η παροχή υπηρεσιών εκτίμησης ζημιών.

 

3. Κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ο οποίος υπόκειται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του δήλωση με την οποία ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του και τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.

 

4. Οι διαμεσολαβητές που υπόκεινται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου υπόκεινται στις διατάξεις των κεφαλαίων Ι, ΙΙΙ, IV, V, VIII και IX, καθώς και στα άρθρα 15 και 16 της παρούσας οδηγίας.

 

Αιτιολόγηση

Με τον αποκλεισμό των δραστηριοτήτων της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών και διακανονισμού ζημιών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και την επαναφορά της εξαίρεσης στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ε), η διαδικασία δήλωσης στερείται του κύριου σκοπού της και πρέπει συνεπώς να διαγραφεί.

Τροπολογία  22

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές , συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες επικουρικά, των προσώπων που ασκούν τις δραστηριότητες της κατ’ επάγγελμα διαχείρισης περιπτώσεων ζημιών, διακανονισμού και εκτίμησης ζημιών, και των μελών του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή ή της επιχείρησης, για την εκτέλεση των εργασιών τους και την άσκηση των καθηκόντων τους επαρκώς, αποδεικνύοντας κατάλληλη επαγγελματική πείρα σχετική με την πολυπλοκότητα των προϊόντων των οποίων διασφαλίζουν τη διαμεσολάβηση .

1. Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και τα μέλη του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος καταγωγής του διαμεσολαβητή ή της επιχείρησης, για την εκτέλεση των εργασιών τους και την άσκηση των καθηκόντων τους επαρκώς.

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να κατέχουν οι διαμεσολαβητές και τα μέλη του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για την εκτέλεση των εργασιών τους κατά τρόπο επαρκή. Η πρόσθετη απαίτηση της απόδειξης κατάλληλης επαγγελματικής πείρας πρέπει ωστόσο να διαγραφεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η πρόσβαση στο επάγγελμα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή θα καθίστατο ουσιαστικά αδύνατη.

Τροπολογία  23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 8 – εισαγωγικό τμήμα

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν

8. Τα κράτη μέλη διευκρινίζουν:

Τροπολογία  24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 8 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

8a. Κατά την αμοιβαία αναγνώριση των κατάλληλων γνώσεων και ικανοτήτων του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και των μελών του προσωπικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ιδίως όσον αφορά το επίπεδο των επαγγελματικών προσόντων, τα κράτη μέλη υποδοχής αποδέχονται εθνικά προσόντα που είναι πιστοποιημένα στο επίπεδο 3 ή παραπάνω με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο προσόντων για τη διά βίου μάθηση που καθιερώθηκε δυνάμει της σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, ως απόδειξη ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής πληροί τις απαιτήσεις γνώσεων και ικανοτήτων οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για την εγγραφή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς, πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τις γνώσεις και τις ικανότητες που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη, με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο προσόντων.

Τροπολογία  25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 10 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς εξουσιοδοτημένες προς τούτο από το εθνικό δίκαιο. Δεν είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

2. Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς εξουσιοδοτημένες προς τούτο από το εθνικό δίκαιο. Δεν είναι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ενώσεις, στα μέλη των οποίων περιλαμβάνονται άμεσα ή έμμεσα ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές.

Αιτιολόγηση

Στόχος της παρούσας τροπολογίας είναι η αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των αρχών εποπτείας αυτών, ενισχύοντας έτσι την ποιότητα των υπηρεσιών και την αποδοτικότητα της αγοράς.

Τροπολογία  26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 10 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3a. Οι εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ασκούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα δικαιώματα:

 

α) να έχουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο υπό οποιαδήποτε μορφή, το οποίο ενδέχεται να σχετίζεται με την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων και να λαμβάνουν αντίγραφο αυτού·

 

(β) να ζητούν πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλούν και να ανακρίνουν οποιοδήποτε πρόσωπο με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών·

 

(γ) να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους·

 

(δ) να διεξάγουν δραστηριότητες ψευδοπελάτη·

 

(ε) να ζητούν την προσωρινή απαγόρευση άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας·

 

στ) να ζητούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες·

 

(ζ) να ζητούν την άσκηση ποινικής δίωξης·

 

η) να επιτρέπουν εξακριβώσεις ή έρευνες από ορκωτούς λογιστές ή εμπειρογνώμονες.

Αιτιολόγηση

Στόχος της παρούσας τροπολογίας είναι η αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των αρχών εποπτείας αυτών, ενισχύοντας έτσι την ποιότητα των υπηρεσιών και την αποδοτικότητα της αγοράς.

Τροπολογία  27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό τμήμα

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη θέσπιση κατάλληλων, αποτελεσματικών, αμερόληπτων και ανεξάρτητων διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγών για την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των καταναλωτών, καθώς και μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών, χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, ήδη υφιστάμενους φορείς. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές συμμετέχουν στις διαδικασίες για την εξώδικη επίλυση των διαφορών, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη θέσπιση κατάλληλων, αποτελεσματικών, αμερόληπτων και ανεξάρτητων διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγών για την εξώδικη επίλυση διαφορών μεταξύ των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των καταναλωτών, καθώς και μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών, χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, ήδη υφιστάμενους φορείς. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές συμμετέχουν στις διαδικασίες για την εξώδικη επίλυση των διαφορών, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Τροπολογία  28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ – σημείο i

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

θ) παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης, ή

θ) παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του πελάτη, ή

Τροπολογία  29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ – σημείο iii

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(iii) δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και δεν παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή, τον ενημερώνει για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες δύναται να ασκεί και όντως ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες·

(iii) δεν έχει συμβατική υποχρέωση να ασκεί δραστηριότητες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αποκλειστικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και δεν παρέχει συμβουλές βάσει αμερόληπτης ανάλυσης λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του πελάτη. Στην περίπτωση αυτή, τον ενημερώνει για τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες δύναται να ασκεί και όντως ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες·

Τροπολογία  30

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο στ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

στ) αν ο διαμεσολαβητής θα λάβει αμοιβή ή προμήθεια κάθε είδους, το πλήρες ποσό της αμοιβής όσον αφορά τα ασφαλιστικά προϊόντα που παρέχονται ή προτείνονται ή, στην περίπτωση που το ακριβές ποσό δεν είναι δυνατόν να δοθεί, τη βάση υπολογισμού του συνόλου της αμοιβής ή της προμήθειας ή τον συνδυασμό και των δύο·

στ) αν ο διαμεσολαβητής, ή οποιοσδήποτε υπάλληλός του θα λάβει αμοιβή ή προμήθεια κάθε είδους, το ποσό ή, στην περίπτωση που το ποσό δεν είναι δυνατόν να δοθεί ή είναι δυνατόν να δοθεί μόνο με δυσανάλογες προσπάθειες, τη βάση υπολογισμού της αμοιβής ή της προμήθειας ή τον συνδυασμό των δύο, αν το ζητήσει ο πελάτης· Ο πελάτης πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με το δικαίωμά του να ζητεί τις εν λόγω πληροφορίες.

Τροπολογία  31

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο ζ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(ζ) αν το ύψος της προμήθειας βασίζεται στην επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων ή των κατώτατων ορίων που αφορούν επιχειρηματικές πράξεις στις οποίες προέβη ο διαμεσολαβητής με τον ασφαλιστή, τους εν λόγω στόχους ή τα κατώτατα όρια, καθώς και τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν για την επίτευξή τους.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Οι υπερβολικά λεπτομερείς πληροφορίες μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση στους καταναλωτές. Στοιχεία σχετικά με το ποσό της αμοιβής καθώς και σχετικά με το χαρακτήρα και τη βάση του υπολογισμού κάθε αμοιβής δεν συμβάλλουν στην προστασία του πελάτη.

Τροπολογία  32

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο στ), για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο διαμεσολαβητής ασφαλιστικών συμβάσεων, πλην των συμβάσεων που υπάγονται σε μια από τις κατηγορίες που καθορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, ενημερώνει τον πελάτη, πριν από τη σύναψη κάθε ασφαλιστικής σύμβασης, αν ο διαμεσολαβητής αμείβεται με αμοιβή ή προμήθεια,

διαγράφεται

α) αναφέρει στον πελάτη το ποσό ή, στην περίπτωση που το ακριβές ποσό δεν είναι δυνατόν να δοθεί, τη βάση υπολογισμού της αμοιβής ή της προμήθειας ή τον συνδυασμό των δύο, αν το ζητήσει ο πελάτης·

 

(β) ενημερώνει τον πελάτη για το δικαίωμά του να ζητήσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α).

 

Αιτιολόγηση

Οι υπερβολικά λεπτομερείς πληροφορίες μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση στους καταναλωτές. Στοιχεία σχετικά με το ποσό της αμοιβής καθώς και σχετικά με το χαρακτήρα και τη βάση του υπολογισμού κάθε αμοιβής δεν συμβάλλουν στην προστασία του πελάτη.

Τροπολογία  33

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ενημερώνει επίσης τον πελάτη σχετικά με τη φύση και τη βάση υπολογισμού κάθε μεταβλητής αμοιβής που λαμβάνεται από κάθε υπάλληλό του για τη διανομή και τη διαχείριση του εν λόγω ασφαλιστικού προϊόντος.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Οι υπερβολικά λεπτομερείς πληροφορίες μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση στους καταναλωτές. Στοιχεία σχετικά με το ποσό της αμοιβής καθώς και σχετικά με το χαρακτήρα και τη βάση του υπολογισμού κάθε αμοιβής δεν συμβάλλουν στην προστασία του πελάτη.

Τροπολογία  34

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Εάν ο πελάτης πραγματοποιεί πληρωμές βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης μετά τη σύναψή της, η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής του γνωστοποιεί επίσης, για καθεμία από τις εν λόγω μεταγενέστερες πληρωμές, τις πληροφορίες που πρέπει να του διαβιβάζει σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

διαγράφεται

Τροπολογία  35

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν:

διαγράφεται

α) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό του τρόπου γνωστοποίησης της αμοιβής του διαμεσολαβητή - συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης προμήθειας - στον πελάτη, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία στ) και ζ) και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·

 

(β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό, ιδίως, της βάσης υπολογισμού του συνόλου της αμοιβής ή της προμήθειας ή του συνδυασμού των δύο·

 

(γ) τα μέτρα που εύλογα μπορεί να αναμένεται ότι θα λαμβάνουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να γνωστοποιούν την αμοιβή τους στον πελάτη.

 

Τροπολογία  36

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 20 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 παρέχονται σε σταθερό υπόθεμα πλην του χαρτιού ή μέσω δικτυακού τόπου, παρέχεται στον πελάτη έντυπο αντίγραφο κατόπιν αιτήσεως και δωρεάν.

3. Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 16, 17 και 18 παρέχονται σε σταθερό υπόθεμα πλην του χαρτιού ή μέσω δικτυακού τόπου, παρέχεται στον πελάτη έντυπο αντίγραφο κατόπιν αιτήσεως και δωρεάν. Ο πελάτης πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με το εν λόγω δικαίωμα.

Τροπολογία  37

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Όταν τα μέτρα που λαμβάνονται από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17, δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να θιγούν τα συμφέροντα των πελατών και των δυνητικών πελατών λόγω των συγκρούσεων συμφερόντων, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση ή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό του.

2. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση διατηρεί και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις με σκοπό να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων, ώστε να μην επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα των πελατών του/της. Όταν τα μέτρα που λαμβάνονται από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να θιγούν τα συμφέροντα των πελατών και των δυνητικών πελατών λόγω των συγκρούσεων συμφερόντων, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση ή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό του.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι το κείμενο της IMD II ευθυγραμμίζεται με εκείνο της MiFID II, που ζητεί από τις εταιρείες να διαθέτουν αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων.

Τροπολογία  38

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 33, που διευκρινίζουν:

διαγράφεται

α) τα μέτρα και τις αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις που μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι θα λάβουν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και τη γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων κατά την άσκηση ασφαλιστικής διαμεσολάβησης·

 

(β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό των μορφών σύγκρουσης συμφερόντων, των οποίων η ύπαρξη θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών ή των δυνητικών πελατών του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης.

 

Τροπολογία  39

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 3 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α) τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση και τις υπηρεσίες τους. Κατά την παροχή συμβουλών, οι πληροφορίες προσδιορίζουν αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση και αν στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση της αγοράς και αναφέρουν εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα διαθέσει στον πελάτη διαρκή αξιολόγηση της καταλληλότητας του ασφαλιστικού προϊόντος που συστήνεται στον πελάτη·

α) τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση και τις υπηρεσίες τους. Κατά την παροχή συμβουλών, οι πληροφορίες προσδιορίζουν ρητά αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση και αν στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση της αγοράς και αναφέρουν εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα διαθέσει στον πελάτη συμβατικά εγγυημένη ή μη δεσμευτική περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας του ασφαλιστικού προϊόντος που συστήνεται στον πελάτη·

Τροπολογία  40

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει τον πελάτη ότι παρέχονται ασφαλιστικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση:

διαγράφεται

α) αξιολογεί επαρκώς μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά. Τα ασφαλιστικά προϊόντα διαφοροποιούνται ως προς τον τύπο και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων και δεν θα πρέπει να περιορίζονται στα ασφαλιστικά προϊόντα που εκδίδονται ή παρέχονται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική επιχείρηση· και

 

(β) δεν αποδέχεται ή δεν λαμβάνει αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτον ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες.

 

Αιτιολόγηση

Η οδηγία δεν πρέπει να κάνει διακρίσεις όσον αφορά συγκεκριμένα συστήματα αμοιβής που έχουν καθιερωθεί στην αγορά και που εξασφαλίζουν ασφαλιστική κάλυψη στους πολίτες.

Τροπολογία  41

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33 σχετικά με μέτρα που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις αρχές που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, κατά την άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τους πελάτες τους. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν:

διαγράφεται

α) τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών· και

 

(β) τη φύση των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων τύπων ασφαλιστικών προϊόντων.

 

Τροπολογία  42

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει συμβουλές, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον σχετικό τομέα του συγκεκριμένου τύπου προϊόντος ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη, βάσει των οποίων θα πρέπει να του συστήσει τα ασφαλιστικά προϊόντα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του.

1. Όταν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση παρέχει συμβουλές, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις ανάγκες, τις γνώσεις και την πείρα του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον σχετικό τομέα του συγκεκριμένου τύπου προϊόντος ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με το χρηματοοικονομικό συμφέρον και τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη, βάσει των οποίων θα πρέπει να του συστήσει τα ασφαλιστικά προϊόντα που εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του.

Τροπολογία  43

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλη/ο για τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

Εάν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει ζητήσει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη, οφείλει να τον ενημερώσει για τους σχετικούς λόγους. Η προειδοποίηση αυτή παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

Τροπολογία  44

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται το ή τα έγγραφα, όπως μια σύμβαση που έχει συναφθεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης και που αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.

3. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται το ή τα έγγραφα, όπως μια σύμβαση που έχει συναφθεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής επιχείρησης και που αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. Το εν λόγω αρχείο πρέπει να παρέχεται υποχρεωτικά στον πελάτη.

Τροπολογία  45

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3a. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, όταν ασκούν ασφαλιστική διαμεσολάβηση σε σχέση με πωλήσεις για τις οποίες δεν δίδονται συμβουλές, να το κάνουν ακόμα και αν δεν έχουν λάβει τις πληροφορίες ή δεν έχουν προβεί στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 2, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) η δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης ασκείται με πρωτοβουλία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη·

 

(β) η δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης αναφέρεται σε επενδύσεις που βασίζονται σε ασφαλιστικά προϊόντα και που:

 

θ) προβλέπουν επενδυτική έκθεση μόνο σε υποκείμενα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν χαρακτηρισθεί μη περίπλοκα, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχείο α) της [οδηγίας 2004/39/ΕΚ]· ή

 

(ii) δεν διαθέτουν διάρθρωση που να δυσχεραίνει την κατανόηση του σχετικού κινδύνου από τον πελάτη·

 

(γ) ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εκτίμηση της καταλληλότητας ή της σκοπιμότητας του παρεχόμενου προϊόντος και ότι, συνεπώς, ο ίδιος δεν επωφελείται από σχετικούς κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

Αιτιολόγηση

Η παρούσα τροπολογία δημιουργεί αντίστοιχο πρότυπο με εκείνα της MiFID II, παρέχοντας ίσους όρους ανταγωνισμούς με τα μη ασφαλιστικά επενδυτικά προϊόντα.

Τροπολογία  46

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 33 που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις αρχές που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, κατά την άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με τους πελάτες τους. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζουν:

διαγράφεται

α) τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών·

 

(β) τη φύση των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων τύπων ασφαλιστικών προϊόντων.

 

Τροπολογία  47

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 28 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α) δημόσια ανακοίνωση που αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·

 

(β) διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον·

(β) διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον·

(γ) στην περίπτωση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, ανάκληση της εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 3·

(γ) στην περίπτωση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, ανάκληση της εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 3·

(δ) απαγόρευση έναντι κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου, που θεωρείται υπαίτιο, να ασκεί καθήκοντα σε ασφαλιστικούς ή αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

 

(ε) σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση· σε περίπτωση νομικού προσώπου που είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση·

(ε) σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 8% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση· σε περίπτωση νομικού προσώπου που είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση·

στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι το ποσό των 5 000 000 ευρώ ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας· και

στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι το ποσό των 3.000.000 ευρώ ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας· και

Όπου τα οφέλη που προκύπτουν από την παραβίαση μπορούν να προσδιοριστούν, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το μέγιστο επίπεδο δεν είναι μικρότερο από το διπλάσιο του ποσού του οφέλους αυτού.

 

Τροπολογία  48

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 34

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 34

διαγράφεται

Άσκηση της εξουσιοδότησης

 

1. Η εξουσία για την έκδοση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

 

2. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 8, 17, 23, 24 και 25 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

 

3. Η ανάθεση εξουσιών που προβλέπεται στα άρθρα 8, 17, 23, 24 και 25 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση περί ανάκλησης περατώνει την ανάθεση εξουσιών που ορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα ήδη ισχυουσών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

 

4. Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

 

5. Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 8, 17, 23, 24 και 25 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός 2 μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά 2 μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ασφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2012)0360 – C7-0180/2012 – 2012/0175(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

 Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

11.9.2012

 

 

 

Γνωμοδότηση της

 Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

22.11.2012

Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

 Ημερομηνία ορισμού

Klaus-Heiner Lehne

10.10.2012

Εξέταση στην επιτροπή

22.1.2013

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

19.3.2013

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

22

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sajjad Karim, Klaus-Heiner Lehne, Jiří Maštálka, Alajos Mészáros, Bernhard Rapkay, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, Rebecca Taylor, Alexandra Thein, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Piotr Borys, Eva Lichtenberger, Axel Voss

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Ricardo Cortés Lastra


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Aσφαλιστική διαμεσολάβηση (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2012)0360 – C7-0180/2012 – 2012/0175(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

3.7.2012

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

11.9.2012

 

 

 

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

IMCO

11.9.2012

JURI

22.11.2012

JURI

11.9.2012

 

Εισηγητής(ές)

       Ημερομηνία ορισμού

Werner Langen

27.3.2012

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

6.11.2012

21.1.2013

24.4.2013

28.5.2013

Ημερομηνία έγκρισης

22.1.2014

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

35

4

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marino Baldini, Elena Băsescu, Jean-Paul Besset, Sharon Bowles, Udo Bullmann, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Elisa Ferreira, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Othmar Karas, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Philippe Lamberts, Werner Langen, Astrid Lulling, Hans-Peter Martin, Arlene McCarthy, Marlene Mizzi, Ivari Padar, Antolín Sánchez Presedo, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Kay Swinburne, Sampo Terho, Marianne Thyssen, Pablo Zalba Bidegain, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Άννυ Ποδηματά, Νικόλαος Χουντής

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Pierre Audy, Herbert Dorfmann, Sari Essayah, Ashley Fox, Enrique Guerrero Salom, Sophia in ‘t Veld, Oleg Valjalo

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jürgen Creutzmann, Marian Harkin

Ημερομηνία κατάθεσης

5.2.2014

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου