ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    4.2.2014 - (COM(2013)0404 – C7‑0170/2013 – 2013/0185(COD)) - ***I

    Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής
    Εισηγητής: Andreas Schwab
    Συντάκτης γνωμοδότησης (*):
    Bernhard Rapkay, Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
    (*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 50 του Κανονισμού


    Διαδικασία : 2013/0185(COD)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A7-0089/2014
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A7-0089/2014
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    (COM(2013)0404 – C7‑0170/2013 – 2013/0185(COD))

    (Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –       έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2013)0404),

    –       έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 103 και 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7-0170/2013),

    –       έχοντας υπόψη το άρθρο 294, παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

    –       έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής / της Επιτροπής Περιφερειών, της 16ης Οκτωβρίου 2013[1],

    –       έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

    –       έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A7-0089/2014),

    1.      εγκρίνει τη θέση του κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

    2.      ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

    3.      αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

    Τροπολογία    1

    TΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ[2]*

    στην πρόταση της Επιτροπής

    ---------------------------------------------------------

    ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

    Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τα άρθρα 103 και 114,

    Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής [...],

    Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

    Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[3],

    Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία[4],

    Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

    (1)      Τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε ολόκληρη την Ένωση για να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.

    (2)      Η δημόσια επιβολή των εν λόγω διατάξεων της Συνθήκης διενεργείται από την Επιτροπή κάνοντας χρήση των εξουσιών που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[5] [...]. Τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι τα σημερινά άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και παραμένουν κατ’ ουσίαν αμετάβλητα. Δημόσια επιβολή της νομοθεσίας πραγματοποιείται επίσης από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, οι οποίες μπορούν να λαμβάνουν τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

    (3)      Τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ παράγουν άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και δημιουργούν, για τα εκάστοτε υποκείμενα δικαίου, δικαιώματα και υποχρεώσεις των οποίων τον σεβασμό τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να επιβάλλουν. Τα εθνικά δικαστήρια διαδραματίζουν ως εκ τούτου εξίσου ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού (ιδιωτική επιβολή). Προασπίζουν τα δικαιώματα που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο, εκδικάζοντας τις νομικές διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ ιδιωτών, π.χ. επιδικάζοντας αποζημίωση υπέρ εκείνων που έχουν θιγεί από παραβιάσεις. Η πλήρης αποτελεσματικότητα των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, ιδίως δε το πρακτικό αποτέλεσμα των απαγορεύσεων που προβλέπονται σε αυτά, προϋποθέτει ότι οιοσδήποτε — είτε πρόσωπο, περιλαμβανομένων καταναλωτών και επιχειρήσεων, είτε δημόσια αρχή — μπορεί να αξιώσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αποζημίωση για ζημία την οποία υπέστη λόγω παραβίασης των εν λόγω διατάξεων. Αυτό το ενωσιακό δικαίωμα προς αποζημίωση ισχύει εξίσου για παραβιάσεις των άρθρων 101 και 102 από δημόσιες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 106 της ΣΛΕΕ.

    (4)      Το [...] δικαίωμα για αποζημίωση λόγω παραβίασης της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να έχει θεσπίσει διαδικαστικούς κανόνες που διασφαλίζουν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Η ανάγκη πρόβλεψης αποτελεσματικών προσφυγών προκύπτει επίσης από το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 πρώτη παράγραφος του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[6] (ο Χάρτης) και στο άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματική νομική προστασία στους τομείς που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο.

    (4α)    Οι αγωγές αποζημίωσης συνιστούν ένα μόνο στοιχείο ενός αποτελεσματικού συστήματος επιβολής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από ιδιωτικούς φορείς σε περιπτώσεις παραβίασης, και συνοδεύονται από τρόπους προσφυγής που δεν βασίζονται στη δικαστική οδό, όπως η συναινετική επίλυση διαφορών ή οι αποφάσεις δημόσιων φορέων που προσφέρουν κίνητρα για αποκατάσταση.

    (5)      Για τη διασφάλιση αποτελεσματικών δράσεων ιδιωτικής επιβολής στο πλαίσιο του αστικού δικαίου και αποτελεσματικής δημόσιας επιβολής από τις αρχές ανταγωνισμού, και τα δύο εργαλεία πρέπει να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού. Είναι απαραίτητο να ρυθμιστεί συνεκτικά ο τρόπος με τον οποίο συντονίζονται οι δύο τύποι επιβολής, για παράδειγμα οι διαδικασίες για πρόσβαση στα έγγραφα που κατέχουν οι αρχές ανταγωνισμού. Ο συντονισμός αυτός σε ενωσιακό επίπεδο θα αποτρέψει επίσης αποκλίσεις μεταξύ των ισχυόντων κανόνων, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    (6)      Σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η εσωτερική αγορά αποτελεί έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, όπου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι διαφορές αυτές οδηγούν σε αβεβαιότητα σχετικά με τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα ζημιωθέντα μέρη μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα αποζημίωσης που απορρέει από τη ΣΛΕΕ, και επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του εν λόγω δικαιώματος. Δεδομένου ότι οι ζημιωθέντες συχνά επιλέγουν ως τόπο δωσιδικίας το κράτος μέλος εγκατάστασής τους για να διεκδικήσουν αποζημιώσεις, οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων οδηγούν σε άνισους όρους ανταγωνισμού όσον αφορά τις αγωγές αποζημίωσης και ενδέχεται να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται οι ζημιωθέντες, καθώς και οι παραβάτριες επιχειρήσεις.

    (7)      Οι επιχειρήσεις που εγκαθίστανται και λειτουργούν σε διαφορετικά κράτη μέλη υπόκεινται σε δικονομικούς κανόνες που επηρεάζουν σημαντικά το βαθμό στον οποίο μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Αυτή η άνιση επιβολή του [...] δικαιώματος αποζημίωσης στην ενωσιακή νομοθεσία μπορεί να οδηγήσει σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για ορισμένες επιχειρήσεις που έχουν παραβιάσει τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, καθώς και να αποθαρρύνει την άσκηση των δικαιωμάτων εγκατάστασης και παροχής αγαθών ή υπηρεσιών στα κράτη μέλη όπου το δικαίωμα αποζημίωσης ασκείται με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Επομένως, καθώς οι διαφορές στα συστήματα ευθύνης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον ανταγωνισμό καθώς και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι σκόπιμο η οδηγία να βασισθεί στη διπλή νομική βάση των άρθρων 103 και 114 της ΣΛΕΕ.

    (8)      Είναι επομένως αναγκαία, λαμβανομένου υπόψη ότι οι μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού έχουν συχνά διασυνοριακό χαρακτήρα, η διασφάλιση περισσότερο ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά και η βελτίωση των όρων για τους καταναλωτές ώστε να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από την εσωτερική αγορά. Είναι επίσης σκόπιμο να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου και να μειωθούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς τους εθνικούς κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και, όταν εφαρμόζεται παράλληλα με την τελευταία, της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η προσέγγιση των κανόνων αυτών θα συμβάλει επίσης στην πρόληψη μεγαλύτερων διαφορών μεταξύ των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης σε υποθέσεις περί ανταγωνισμού.

    (9)      Το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 προβλέπει ότι «οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές με την έννοια του άρθρου 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 101 της Συνθήκης στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε τυχόν καταχρηστική πρακτική που απαγορεύεται από το άρθρο 102 της Συνθήκης, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 102 της Συνθήκης». Για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και με σκοπό τη μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και την εξασφάλιση πιο ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, είναι σκόπιμο το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας να επεκταθεί στις αγωγές αποζημίωσης που βασίζονται σε παραβίαση της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003. Η εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σχετικά με την αστική ευθύνη για παραβιάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και για παραβιάσεις κανόνων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, οι οποίοι εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση παράλληλα με την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη θέση των εναγόντων στην ίδια υπόθεση και την έκταση των απαιτήσεών τους και να αποτελέσει εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    (10)    Ελλείψει ενωσιακής νομοθεσίας, οι αγωγές αποζημίωσης διέπονται από τους εθνικούς κανόνες και διαδικασίες των κρατών μελών. Όλοι οι εθνικοί κανόνες οι οποίοι διέπουν την άσκηση του δικαιώματος αποζημίωσης για ζημία προκληθείσα από παραβίαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν πτυχές που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, όπως η έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράβασης και ζημίας, πρέπει να συνάδουν με τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας. Τούτο σημαίνει ότι η διατύπωση και η εφαρμογή τους δεν θα πρέπει να καθιστούν υπερβολικά δυσχερή ή πρακτικά αδύνατη την άσκηση του κατοχυρωμένου από τη ΣΛΕΕ δικαιώματος αποζημίωσης, καθώς επίσης ότι η διατύπωση και η εφαρμογή τους δεν θα πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με τους κανόνες που διέπουν ανάλογες εγχώριες αγωγές.

    (11)    Η παρούσα οδηγία επιβεβαιώνει το κοινοτικό κεκτημένο σχετικά με το [...] δικαίωμα αποζημίωσης που προβλέπεται στην ενωσιακή νομοθεσία για ζημία που προκλήθηκε από παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ιδίως όσον αφορά τη νομιμοποίηση και τον ορισμό της ζημίας, όπως αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν προδικάζει καμία περαιτέρω σχετική εξέλιξη. Κάθε υποκείμενο δικαίου που έχει υποστεί ζημία λόγω παραβίασης δύναται να αξιώσει αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη (damnum emergens) και για το όφελος που στερήθηκε (διαφυγόν κέρδος ή lucrum cessans), καθώς και να αξιώσει την καταβολή των σχετικών τόκων, χωρίς να θίγεται η ύπαρξη ή η έκταση του δικαιώματος σε τόκους, που αναγνωρίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στους καταναλωτές, στις επιχειρήσεις και στις δημόσιες αρχές, ανεξάρτητα από την ύπαρξη άμεσης συμβατικής σχέσης με την παραβάτρια επιχείρηση και χωρίς να έχει σημασία το κατά πόσον μια αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη παραβίασης. Δεν θα πρέπει να προβλέπονται διατάξεις για αποζημίωση με χαρακτήρα ποινής ή άλλοι τύποι αποζημιώσεων και κυρώσεων που οδηγούν σε υπεραποζημίωση. Η αποζημίωση για απώλεια ευκαιρίας δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι οδηγεί στην υπεραποζημίωση.

    (11α)  Είναι επιθυμητή η επίτευξη ενός οριστικού διακανονισμού για τους εναγομένους, προκειμένου να περιοριστεί η ανασφάλεια και οι υπερβολικές οικονομικές συνέπειες που μπορεί να έχουν αντίκτυπο για τους εργαζομένους, τους προμηθευτές, τους υπεργολάβους και άλλα τρίτα μέρη.

    (12)    Η άσκηση αγωγών αποζημίωσης λόγω παραβίασης της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού απαιτεί συνήθως μια περίπλοκη πραγματική και οικονομική ανάλυση. Τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την απόδειξη μιας αξίωσης αποζημίωσης συχνά βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή του αντιδίκου ή τρίτων και δεν είναι γνωστά ούτε διαθέσιμα σε επαρκή βαθμό στον ενάγοντα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ύπαρξη αυστηρών νομικών απαιτήσεων για την αναλυτική επίκληση από τον ενάγοντα όλων των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την υπόθεση κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας υποβολής αγωγής, καθώς και για την προσκόμιση επακριβώς καθορισμένων αποδεικτικών στοιχείων προς επίρρωση της αγωγής, ενδέχεται να δυσχεραίνει υπερβολικά την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος σε αποζημίωση, το οποίο κατοχυρώνεται από τη ΣΛΕΕ. Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τυχόν κατάχρηση δικαιωμάτων σχετικά με την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και πληροφοριών που συγκεντρώνονται δυνάμει αυτής, κατά την εξέταση του παραδεκτού της αξίωσης.

    (13)    Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης για παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, επειδή η δικαστική διαφορά λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία πληροφόρησης, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι ζημιωθέντες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κοινολόγηση των στοιχείων σχετικά με τον ισχυρισμό τους ▌. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων, τα μέσα αυτά θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους εναγόμενους σε αγωγές αποζημίωσης, έτσι ώστε να μπορούν να ζητήσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τους εν λόγω ζημιωθέντες. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να διατάξουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από τρίτους. Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να διατάξει την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την Επιτροπή, εφαρμόζεται η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ) και το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1/2003, όσον αφορά τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

    (14)    Οι σχετικές αποδείξεις πρέπει να κοινολογούνται κατόπιν απόφασης του εθνικού δικαστηρίου και υπό τον αυστηρό του έλεγχο, ιδιαίτερα ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του μέτρου κοινολόγησης. Προκύπτει από την απαίτηση της αναλογικότητας ότι οι αιτήσεις κοινολόγησης μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνον όταν ο ζημιωθείς έχει καταστήσει εύλογο, επί τη βάσει των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι λογικά στη διάθεσή του, ότι υπέστη ζημία που προκλήθηκε από τον εναγόμενο. ▐

    (15)    Η απαίτηση της αναλογικότητας πρέπει επίσης να εξετασθεί προσεκτικά όταν υπάρχει ο κίνδυνος η κοινολόγηση να αποκαλύψει τη στρατηγική έρευνας της αρχής ανταγωνισμού, αποκαλύπτοντας τα έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου ή προκαλώντας αρνητικές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες συνεργάζονται με την αρχή ανταγωνισμού. Ιδιαίτερη προσοχή επιβάλλεται προκειμένου να αποτρέπονται διαδικασίες αναζήτησης, δηλαδή αδιάκριτες αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή εγγράφων με την ελπίδα να αποκαλυφθεί υλικό προκριμένου να στοιχειοθετηθεί μια υπόθεση.

    (16)    Στις περιπτώσεις που το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει αίτημα στο αρμόδιο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους για τη διεξαγωγή αποδείξεων ή υποβάλλει αίτημα να διεξαγάγει απόδειξη απευθείας στο άλλο κράτος μέλος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 [...][7].

    (17)    Ενώ τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει κατ’ αρχήν να είναι διαθέσιμα σε αγωγές αποζημίωσης, οι εν λόγω εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει να προστατεύονται επαρκώς. Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει επομένως να έχουν στη διάθεσή τους μια σειρά μέτρων για την προστασία των εν λόγω εμπιστευτικών στοιχείων από κοινολόγηση στο πλαίσιο των διαδικασιών. Τα εν λόγω μέτρα είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν απόκρυψη τμημάτων ευαίσθητου χαρακτήρα ενός εγγράφου, διεξαγωγή συνεδριάσεων κεκλεισμένων των θυρών, περιορισμό του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται να ενημερωθούν για τα εκάστοτε αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την προσφυγή σε εμπειρογνώμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να καταρτίσουν περίληψη των πληροφοριών σε συγκεντρωτική ή άλλης μορφής μη εμπιστευτική εκδοχή. Τα μέτρα προστασίας των επιχειρηματικών απορρήτων και λοιπών εμπιστευτικών πληροφοριών δεν πρέπει, ωστόσο, να εμποδίζουν ▌την άσκηση του δικαιώματος σε αποζημίωση.

    (18)    Η αποτελεσματικότητα και η συνέπεια της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού απαιτούν κοινή προσέγγιση σε ολόκληρη την Ένωση σε σχέση με την αλληλεπίδραση των κανόνων περί κοινολόγησης αποδεικτικών στοιχείων και του τρόπου επιβολής των εν λόγω άρθρων από μια αρχή ανταγωνισμού. Η κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων δεν θα πρέπει να περιορίζει αδικαιολόγητα την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από τις αρχές ανταγωνισμού. Οι περιορισμοί της κοινολόγησης αποδεικτικών στοιχείων δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τις αρχές ανταγωνισμού να δημοσιεύουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με τους ισχύοντες ενωσιακούς ή εθνικούς κανόνες.

    (19)    Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης και οι διαδικασίες διακανονισμού αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη δημόσια επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, καθώς συμβάλλουν στον εντοπισμό, την αποτελεσματική δίωξη και την επιβολή κυρώσεων για τις σοβαρότερες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις μπορεί να αποθαρρύνονται από το να συνεργαστούν στο πλαίσιο αυτό, αν η κοινολόγηση των εγγράφων που καταρτίζουν αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πρόκειται να τις εκθέσει σε αστική ευθύνη υπό χειρότερες συνθήκες σε σχέση με τους άλλους παραβάτες που δεν συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού. Για να διασφαλισθεί ότι οι επιχειρήσεις είναι πρόθυμες να υποβάλλουν οικειοθελείς δηλώσεις, με τις οποίες παραδέχονται τη συμμετοχή τους σε παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, προς μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης ή διαδικασίας διακανονισμού, οι δηλώσεις αυτού του τύπου πρέπει να εξαιρούνται από την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    (20)    Επιπλέον, εξαίρεση από την υποχρέωση κοινολόγησης πρέπει να ισχύει για κάθε μέτρο κοινολόγησης το οποίο θα επηρέαζε σε μη αποδεκτό βαθμό έρευνα η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη από μέρους κάποιας αρχής ανταγωνισμού με αντικείμενο παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την αρχή ανταγωνισμού, στο πλαίσιο των εργασιών της για την εφαρμογή του εθνικού ή ενωσιακού δικαίου περί ανταγωνισμού (όπως η κοινοποίηση των αιτιάσεων) ή από ένα μέρος σε αυτές τις διαδικασίες (όπως οι απαντήσεις στις αιτήσεις της αρχής ανταγωνισμού για την παροχή πληροφοριών), θα πρέπει επομένως να κοινολογούνται μόνο σε αγωγές αποζημίωσης, αφού η αρχή ανταγωνισμού διαπιστώσει παραβίαση των εθνικών ή ενωσιακών κανόνων περί ανταγωνισμού ή περατώσει με άλλο τρόπο τη διαδικασία.

    (21)    [...] Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να είναι σε θέση να διατάξουν, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που υφίστανται ανεξάρτητα από τις διαδικασίες της αρχής ανταγωνισμού («προϋπάρχουσες πληροφορίες»).

    (22)    Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά στοιχεία μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού κατά την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του σε σχέση με τις έρευνες μιας αρχής ανταγωνισμού, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς αγωγής αποζημίωσης της οποίας είναι διάδικος. Η χρήση αυτή θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται και για το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που το διαδέχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, μεταξύ άλλων με την απόκτηση της αξίωσής του. Σε περίπτωση που τα αποδεικτικά στοιχεία ελήφθησαν από νομικό πρόσωπο που ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων, ο οποίος αποτελεί μία επιχείρηση για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, η χρήση των εν λόγω στοιχείων επιτρέπεται επίσης για άλλα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια επιχείρηση.

    (23)    Ωστόσο, η χρήση αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται από μια αρχή ανταγωνισμού, δεν θα πρέπει να αναιρεί αδικαιολόγητα την αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από την εν λόγω αρχή ανταγωνισμού. ▌ Επιπλέον, τα αποδεικτικά στοιχεία που λαμβάνονται από μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης, δεν πρέπει να καθίστανται αντικείμενο εμπορίας. Η δυνατότητα χρήσης αποδεικτικών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί αποκλειστικά μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού θα πρέπει να περιορίζεται, επομένως, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που άσκησε τα δικαιώματα υπεράσπισης και στους νόμιμους διαδόχους του, όπως αναφέρεται στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη. Αυτός ο περιορισμός δεν εμποδίζει ωστόσο ένα εθνικό δικαστήριο να διατάξει την κοινολόγηση των στοιχείων αυτών, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

    (24)    Η προβολή αξίωσης για αποζημίωση ή η έναρξη έρευνας από αρχή ανταγωνισμού εμπεριέχει τον κίνδυνο καταστροφής ή απόκρυψης από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στους ζημιωθέντες για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσής τους. Προκειμένου να αποτρέπεται η καταστροφή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς δικαστικές διαταγές με τις οποίες ζητείται η κοινολόγησή τους, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν αρκούντως αποτρεπτικές κυρώσεις. Σε ό,τι αφορά τους διαδίκους, η ποινή της συναγωγής συμπερασμάτων που επιβαρύνουν τη θέση τους σε μια δίκη για την επιδίκαση αποζημίωσης μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και να αποτρέπει τις καθυστερήσεις. Κυρώσεις πρέπει επίσης να προβλέπονται για τη μη τήρηση της υποχρέωσης προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών, καθώς και για την καταχρηστική χρήση πληροφοριών που έχουν ληφθεί με το μέτρο της κοινολόγησης. Ομοίως, κυρώσεις θα πρέπει να είναι διαθέσιμες, αν οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω της πρόσβασης στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού κατά την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης ενός προσώπου σε σχέση με έρευνες της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού, χρησιμοποιούνται καταχρηστικά σε αγωγές αποζημίωσης.

    (25)  Το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 προβλέπει ότι όταν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές δυνάμει του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την απόφαση την οποία έχει λάβει η Επιτροπή. Προκειμένου να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου, να αποφεύγεται η ασυνέπεια κατά την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων της Συνθήκης, να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και η διαδικαστική ορθολογικότητα των αγωγών αποζημίωσης και να ενισχυθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, πρέπει ομοίως να μην μπορεί να αμφισβητηθεί τελεσίδικη απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή αναθεωρητικού δικαστηρίου που διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης που αφορούν την ίδια παραβίαση, ανεξαρτήτως του εάν η αγωγή έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος της αρχής ανταγωνισμού ή του αναθεωρητικού δικαστηρίου. Το ίδιο πρέπει να ισχύει για μια απόφαση η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παραβιάζονται οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε περιπτώσεις όπου η εθνική και η ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού εφαρμόζονται παράλληλα στην ίδια υπόθεση. Η ισχύς αυτή των αποφάσεων εθνικών αρχών ανταγωνισμού και αναθεωρητικών δικαστηρίων με τις οποίες διαπιστώνεται παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού θα πρέπει να καλύπτει το διατακτικό της απόφασης και τις συνοδευτικές αιτιολογικές σκέψεις. Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει τη συνεκτική εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, παρέχοντας κατά τρόπο διαφανή, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, σαφή καθοδήγηση προς τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού όσον αφορά τις αποφάσεις τους. Αυτό δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων βάσει του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ.

    (26)    Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την έναρξη, τη διάρκεια, την αναστολή ή τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής δεν πρέπει να παρεμποδίζουν υπέρμετρα την άσκηση αγωγών αποζημίωσης. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγωγές οι οποίες στηρίζονται στη διαπίστωση αρχής ανταγωνισμού ή αναθεωρητικού δικαστηρίου ότι διεπράχθη παραβίαση. Προς τούτο, θα πρέπει να είναι δυνατόν να ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης μετά τις διαδικασίες μιας αρχής ανταγωνισμού, με σκοπό την εφαρμογή της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να εισάγουν απόλυτες προθεσμίες παραγραφής που θα έχουν γενική εφαρμογή.

    (27)    Στις περιπτώσεις όπου πολλές επιχειρήσεις παραβιάζουν τους κανόνες ανταγωνισμού από κοινού (όπως για παράδειγμα στην περίπτωση συμπράξεων), είναι σκόπιμο να προβλέπεται ότι θα ευθύνονται εις ολόκληρον για το σύνολο της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση. Εάν μία από τις παραβάτριες επιχειρήσεις έχει καταβάλει περισσότερα από το μερίδιο που της αναλογεί, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να απαιτήσει συνεισφορά των άλλων παραβατών. Ο προσδιορισμός του εν λόγω μεριδίου που αντιστοιχεί στη σχετική ευθύνη δεδομένου παραβάτη και τα σχετικά κριτήρια, όπως ο κύκλος εργασιών, το μερίδιο αγοράς, ή ο ρόλος στη σύμπραξη, επαφίενται στην εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, τηρουμένων των αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας.

    (28)    Οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στον εντοπισμό κρυφών παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από συμπράξεις και στον τερματισμό των εν λόγω παραβιάσεων, συχνά μειώνοντας τη ζημία που θα μπορούσε να έχει προκληθεί αν η παραβίαση είχε συνεχιστεί. Είναι σκόπιμο επομένως να προβλέπεται ότι οι επιχειρήσεις που έχουν εξασφαλίσει ασυλία όσον αφορά την επιβολή προστίμων από την αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, θα προστατεύονται από αδικαιολόγητη έκθεση σε αγωγές αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση της αρχής ανταγωνισμού που διαπιστώνει την παραβίαση μπορεί να καταστεί τελεσίδικη για την επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία πριν τελεσιδικήσει για τις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν λάβει ασυλία. Είναι σκόπιμο επομένως η επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία να απαλλάσσεται κατ’ αρχήν από την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη για το σύνολο της ζημίας και η συνεισφορά της να μην υπερβαίνει το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους αγοραστές, ή, στην περίπτωση σύμπραξης αγορών, στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους προμηθευτές. Σε περίπτωση που μια σύμπραξη προκάλεσε ζημία σε άλλους εκτός από τους πελάτες/προμηθευτές των παραβατριών επιχειρήσεων, η συνεισφορά του προσώπου που καλύπτεται από ασυλία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη σχετική ευθύνη του για τη ζημία που προκλήθηκε από τη σύμπραξη. Το εν λόγω μερίδιο θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλουν μεταξύ τους οι παραβάτριες επιχειρήσεις [...]. Η επιχείρηση που καλύπτεται από ασυλία θα πρέπει να παραμένει πλήρως υπεύθυνη έναντι των λοιπών ζημιωθέντων πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες παραβάτριες επιχειρήσεις.

    (29)    Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις που έχουν ζημιωθεί από παραβίαση της εθνικής ή της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού δικαιούνται αποζημίωση τόσο για τη θετική ζημία που υπέστησαν όσο και για το διαφυγόν κέρδος. Η θετική ζημία μπορεί να προκύψει από τη διαφορά μεταξύ της τιμής που όντως καταβλήθηκε και της τιμής που θα είχε καταβληθεί αν δεν υπήρχε παραβίαση. Σε περίπτωση που ένας ζημιωθείς έχει ελαττώσει τη θετική ζημία που υπέστη μετακυλίοντάς την, είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει, στους δικούς του αγοραστές, η ζημία που έχει μετακυλιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο παύει να συνιστά ζημία για την οποία το μέρος που τη μετακύλισε δικαιούται αποζημίωση. Ενδείκνυται, επομένως, κατ’ αρχήν να επιτρέπεται σε μια παραβάτρια επιχείρηση να επικαλεστεί την ένσταση μετακύλισης της θετικής ζημίας ως υπερασπιστικό μέσο για να αποκρούσει μια αξίωση αποζημίωσης. Είναι σκόπιμο να προβλέπεται ότι η παραβάτρια επιχείρηση, στο μέτρο που εγείρει την ένσταση μετακύλισης, θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη και την έκταση της μετακύλισης της επιπλέον επιβάρυνσης.

    (31)    Καταναλωτές ή επιχειρήσεις στους οποίους έχει μετακυλιστεί θετική ζημία υφίστανται ζημία λόγω παραβίασης της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Καίτοι η παραβάτρια επιχείρηση οφείλει να καταβάλει αποζημίωση γι’ αυτή τη ζημία, ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα δυσχερές για τους καταναλωτές ή τις επιχειρήσεις που δεν πραγματοποίησαν καμία απευθείας αγορά από την παραβάτρια επιχείρηση να αποδείξουν την έκταση της συγκεκριμένης ζημίας. Επομένως, ο έμμεσος αγοραστής, για να αποδείξει ότι επήλθε μετακύλιση σε αυτόν, πρέπει να αποδείξει τουλάχιστον ότι ο εναγόμενος έχει διαπράξει παραβίαση της ενωσιακής ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ότι η παραβίαση είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή επιπλέον επιβάρυνσης στον άμεσο αγοραστή του εναγόμενου, ότι ο έμμεσος αγοραστής αγόρασε τα αγαθά ή τις υπηρεσίες τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της παραβίασης ή τα οποία είτε προήλθαν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αποτέλεσαν αντικείμενο της παραβίασης είτε περιείχαν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες και ότι ο έμμεσος αγοραστής αγόρασε τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες από τον άμεσο αγοραστή ή από άλλο έμμεσο αγοραστή, ο οποίος συνδέεται άμεσα μέσω της αλυσίδας εφοδιασμού με τον εναγόμενο. Όσον αφορά την ποσοτικοποίηση της μετακύλισης, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να έχει την εξουσία να εκτιμά ποιο μερίδιο της επιπλέον επιβάρυνσης έχει μετακυλιστεί στο επίπεδο των έμμεσων αγοραστών στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του. ▐

    (32)    Οι παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού συχνά αφορούν τους όρους και τις τιμές στις οποίες πωλούνται αγαθά ή υπηρεσίες και μπορούν να οδηγήσουν σε επιπλέον επιβάρυνση και άλλες ζημίες για τους πελάτες των παραβατριών επιχειρήσεων. Η παραβίαση μπορεί επίσης να αφορά προμήθειες της παραβάτριας επιχείρησης (για παράδειγμα, στην περίπτωση σύμπραξης αγοραστών). [...] Η παρούσα οδηγία, και ιδίως οι κανόνες περί μετακύλισης πρέπει να εφαρμόζονται αναλόγως.

    (33)    Αγωγή αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί τόσο από ζημιωθέντες οι οποίοι αγόρασαν αγαθά ή υπηρεσίες από την παραβάτρια επιχείρηση όσο και από αγοραστές που δραστηριοποιούνται σε επόμενες βαθμίδες της αλυσίδας εφοδιασμού. Για την ενίσχυση της συνέπειας μεταξύ δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο συναφών διαδικασιών, ώστε να αποτρέπεται η μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης για βλάβη προκληθείσα από την εκάστοτε παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ή η επιδίκαση εις βάρος της παραβάτριας επιχείρησης αποζημίωσης για βλάβη που στην πραγματικότητα δεν έχει προκληθεί, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, στο μέτρο που επιτρέπεται από την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, κάθε συναφή αγωγή και την επ’ αυτής δικαστική απόφαση, ιδίως όταν η δικαστική απόφαση διαπιστώνει ότι έχει αποδειχθεί η μετακύλιση. Αυτό δεν πρέπει να θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα της υπεράσπισης και της αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης των προσώπων που δεν ήταν διάδικοι στις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες. Σε περίπτωση που εκκρεμούν τέτοιες αγωγές ενώπιον των δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, μπορούν να θεωρηθούν συναφείς κατά την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[8]. Βάσει της εν λόγω διάταξης, κάθε εθνικό δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί να αναστείλει την εκδίκαση ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο.

    (34)    Ο ζημιωθείς που έχει αποδείξει ότι υπέστη ζημία λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εξακολουθεί να πρέπει να αποδείξει την έκταση της ζημίας προκειμένου να λάβει αποζημίωση. Η ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαιτεί γενικά την εξέταση πληθώρας πραγματικών περιστατικών και μπορεί να απαιτεί την εφαρμογή περίπλοκων οικονομικών μοντέλων. Αυτό είναι συχνά εξαιρετικά δαπανηρό και προκαλεί προβλήματα στους ζημιωθέντες όσον αφορά την απόκτηση των απαιτούμενων στοιχείων για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους. Ως εκ τούτου, η ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο, αποτρέποντας τους ζημιωθέντες από τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τη βλάβη που υπέστησαν. Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν τους δικούς τους κανόνες για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας. Για την εξασφάλιση σαφών κανόνων και προβλεψιμότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει περαιτέρω καθοδήγηση σε επίπεδο Ένωσης.

    (35)    Για την αντιμετώπιση ▌ ορισμένων από τις δυσκολίες που συνδέονται με την ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να είναι σε θέση να διαπιστώνουν την ύπαρξη ζημίας και να εκτιμούν το ύψος της, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται από τους διαδίκους.

    (36)    Ελλείψει ενωσιακών κανόνων για την ποσοτικοποίηση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους και στα εθνικά δικαστήρια ο προσδιορισμός των απαιτήσεων που θα πρέπει να πληροί ο ζημιωθείς όταν αποδεικνύει το μέγεθος της ζημίας που υπέστη, της ακρίβειας με την οποία πρέπει να αποδείξει το εν λόγω μέγεθος ζημίας, των μεθόδων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ποσοτικοποίηση του μεγέθους και των συνεπειών τού να μην είναι σε θέση να τηρήσει πλήρως τις καθορισμένες απαιτήσεις. Ωστόσο, οι εν λόγω εσωτερικές απαιτήσεις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρεμφερή ένδικα μέσα προστασίας του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν αδύνατη στην πράξη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των απονεμομένων από την ενωσιακή έννομη τάξη δικαιωμάτων αποζημίωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). Θα πρέπει ως εκ τούτου να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές ασυμμετρίες πληροφόρησης μεταξύ των διαδίκων και το γεγονός ότι η ποσοτικοποίηση της ζημίας σημαίνει να αξιολογείται ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω αγορά θα είχε εξελιχθεί αν δεν υπήρχε η παραβίαση. Η εν λόγω αξιολόγηση προϋποθέτει σύγκριση με μια κατάσταση η οποία είναι εξ ορισμού υποθετική και άρα δεν μπορεί να διενεργηθεί με απόλυτη ακρίβεια. Είναι επομένως σκόπιμο να ανατεθεί στα εθνικά δικαστήρια η αρμοδιότητα να εκτιμούν το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εφόσον τους ζητηθεί, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το ύψος της ζημίας.

    (37)    Οι ζημιωθέντες και οι παραβάτριες επιχειρήσεις πρέπει να ενθαρρύνονται να συμφωνούν όσον αφορά την αποζημίωση της βλάβης που προκαλείται λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού μέσω μηχανισμών συναινετικής επίλυσης διαφορών, όπως οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί, η διαιτησία και η διαμεσολάβηση. Όπου είναι δυνατόν, ο εν λόγω μηχανισμός συναινετικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερους ζημιωθέντες και παραβάτριες επιχειρήσεις. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη συναινετική επίλυση διαφορών έχουν επομένως ως στόχο να διευκολύνουν τη χρήση των εν λόγω μηχανισμών και να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους.

    (38)    Οι προθεσμίες παραγραφής των αξιώσεων αποζημίωσης ενδέχεται να είναι τόσο σύντομες, ώστε να μην παρέχουν στους ζημιωθέντες και στις παραβάτριες επιχειρήσεις επαρκή χρόνο για να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί. Προκειμένου να παρέχεται και στα δύο μέρη πραγματική δυνατότητα να συμμετέχουν σε συναινετική επίλυση διαφορών πριν από την άσκηση αγωγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, η προθεσμία παραγραφής πρέπει να αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών.

    (39)    Επιπλέον, όταν τα μέρη αποφασίσουν τη συναινετική επίλυση διαφορών μετά την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου για την ίδια αξίωση, το δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να αναστείλει την ενώπιόν του δίκη κατά τη διάρκεια της συναινετικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών. Όταν εξετάζει το ζήτημα της αναστολής της δίκης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον να αποβεί ταχεία η διαδικασία.

    (40)    Για την ενθάρρυνση των συναινετικών διευθετήσεων, η παραβάτρια επιχείρηση που καταβάλλει αποζημίωση μέσω συναινετικής επίλυσης διαφορών δεν θα πρέπει να τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των άλλων παραβατών σε σχέση με αυτήν στην οποία θα είχε τεθεί χωρίς τη συναινετική διευθέτηση. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν ένας παραβάτης που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης, ακόμη και μετά τη συναινετική διευθέτηση εξακολουθούσε να ευθύνεται εις ολόκληρον για τη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση. Ένας παραβάτης που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης θα πρέπει επομένως κατ’ αρχήν να μην καταβάλει οποιοδήποτε ποσό συνεισφοράς στους άλλους παραβάτες που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία διευθέτησης, όταν οι τελευταίοι έχουν καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα με τον οποίο είχε διευθετήσει τη διαφορά του ο πρώτος παραβάτης. Ο λόγος της θέσπισης αυτού του κανόνα μη συνεισφοράς είναι ότι η αξίωση του ζημιωθέντος μειώνεται κατά το μερίδιο της ζημίας που προκάλεσε στον ζημιωθέντα ο παραβάτης που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης. Το εν λόγω μερίδιο θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλουν μεταξύ τους οι παραβάτριες επιχειρήσεις [...]. Χωρίς αυτήν τη μείωση, οι παραβάτες που δεν συμμετέχουν σε διαδικασία διευθέτησης θα θίγονταν αδικαιολόγητα από τη διευθέτηση της οποίας δεν αποτελούσαν μέρος. Ο παραβάτης που συμμετέχει σε διαδικασία διευθέτησης θα πρέπει πάντως να καταβάλει αποζημίωση, στις περιπτώσεις που αυτή είναι η μόνη δυνατότητα του ζημιωθέντος να λάβει πλήρη αποζημίωση.

    (41)    Όταν οι παραβάτες που συμμετέχουν σε διαδικασία διευθέτησης καλούνται να συνεισφέρουν στην αποζημίωση που στη συνέχεια καταβάλλεται από άλλους παραβάτες που δεν συμμετέχουν σε διαδικασία διευθέτησης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αποζημιώσεις που έχουν ήδη καταβληθεί στο πλαίσιο της συναινετικής διευθέτησης, έχοντας κατά νου ότι δεν συμμετέχουν όλοι οι παραβάτες εξίσου στην πλήρη και ουσιώδη, χρονική και γεωγραφική έκταση της παραβίασης.

    (42)    Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη [...].

    (43)    Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η θέσπιση κανόνων όσον αφορά αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και [...] η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, [...] δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά μπορούν αντίθετα, λόγω της αναγκαίας αποτελεσματικότητας και συνέπειας στην εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίζει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο αυτό, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών.

    (44)    Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής για τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011[9], τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων που λαμβάνουν για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα που επεξηγούν τη σχέση μεταξύ των διαφόρων μερών μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη.

    (44α)  Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία θα αλλάξει σημαντικά τη νομοθεσία πολλών κρατών μελών σχετικά με τις αστικές δίκες, ιδίως όσον αφορά την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, θα πρέπει να θεσπιστεί ένα κατάλληλο μεταβατικό καθεστώς για τις αξιώσεις αποζημίωσης που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. Οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για την μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει συνεπώς να ισχύουν μόνο για υποθέσεις που άγονται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας οδηγίας.

    ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

    ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

    Άρθρο 1

    Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

    1.          Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες που είναι αναγκαίοι για να εξασφαλίζεται ότι, οποιοσδήποτε υπέστη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση του άρθρου 101 ή 102 της ΣΛΕΕ ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων, μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα αξίωσης πλήρους αποζημίωσης για την εν λόγω ζημία από την εν λόγω επιχείρηση ή τον όμιλο επιχειρήσεων. Θεσπίζει επίσης τους κανόνες για την προώθηση του ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και την άρση των εμποδίων στην εύρυθμη λειτουργία της, διασφαλίζοντας ισότιμη προστασία σε όλη την Ένωση για οποιονδήποτε έχει υποστεί τέτοια ζημία.

    2.          Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης κανόνες για το συντονισμό μεταξύ της επιβολής των κανόνων περί ανταγωνισμού από τις αρχές ανταγωνισμού και της επιβολής των κανόνων αυτών σε αγωγές αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

    Άρθρο 2

    Δικαίωμα πλήρους αποζημίωσης

    1.          Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το πρόσωπο το οποίο έχει υποστεί ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού έχει τη δυνατότητα να αξιώσει και να λάβει πλήρη αποζημίωση για την εν λόγω ζημία.

    2.          Η πλήρης αποζημίωση θέτει το πρόσωπο που έχει υποστεί ζημία στη θέση στην οποία θα βρισκόταν, αν δεν είχε διαπραχθεί η παραβίαση. ▌ Περιλαμβάνει αποζημίωση για τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος, καθώς και καταβολή των σχετικών τόκων ▌.

    2α.        Η πλήρης αποζημίωση δεν καλύπτει άλλες ζημίες, όπως αποζημιώσεις με χαρακτήρα ποινής ή καταβολή πολλαπλών αποζημιώσεων και κυρώσεις που οδηγούν σε υπέρμετρη αποζημίωση.

    3.          Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε ζημιωθείς να μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης.

    3α.        Το συνολικό ύψος των καταβαλλόμενων προστίμων και αποζημιώσεων δεν επηρεάζεται από την αγωγή της αρχής ανταγωνισμού, η οποία έπεται ή προηγείται μιας ιδιωτικής αγωγής. Οι αρχές ανταγωνισμού συνδέουν το συνολικό ύψος προστίμων και αποζημιώσεων που καταβάλλονται, για παράδειγμα, μέσω της καθυστέρησης καταβολής μέρους των προστίμων όταν αναμένεται να ασκηθεί αγωγή. Ωστόσο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι αυτό δεν πρέπει ούτε να οδηγεί σε μακρά αβεβαιότητα για την παραβάτρια επιχείρηση όσον αφορά τον τελικό διακανονισμό, ούτε να επηρεάζει το δικαίωμα ατόμων και επιχειρήσεων σε αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστησαν.

    Άρθρο 3

    Αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σύνολο των εθνικών κανόνων και διαδικασιών που αφορούν τις αγωγές αποζημίωσης σχεδιάζονται και εφαρμόζονται κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση του ενωσιακού δικαιώματος σε πλήρη αποζημίωση για ζημία προκληθείσα από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από οποιονδήποτε ζημιωθέντα. Οι εθνικές διατάξεις και οι διαδικασίες σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης που απορρέουν από τις παραβιάσεις του άρθρου 101 ή 102 της ΣΛΕΕ δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές για τους ζημιωθέντες από αυτές που αφορούν αγωγές αποζημίωσης που ασκούνται λόγω παραβιάσεων της εθνικής νομοθεσίας.

    Άρθρο 4

    Ορισμοί

    Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

    1.          «παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού», η παραβίαση του άρθρου 101 ή 102 της ΣΛΕΕ ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού [...]·

    2.          «εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού», οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, αλλά δεν περιλαμβάνουν διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα, εκτός εάν οι κυρώσεις αυτές αποτελούν το μέσον εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    3.          «αγωγή αποζημίωσης», αγωγή βάσει της εθνικής νομοθεσίας με την οποία ο ζημιωθείς εγείρει αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και μπορεί επίσης να καλύπτει αγωγές μέσω των οποίων ένα πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό ενός ή περισσοτέρων ζημιωθέντων εγείρει αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, εφόσον η εθνική νομοθεσία προβλέπει αυτή τη δυνατότητα·

    4.          «αξίωση αποζημίωσης», αξίωση αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    5.          «ζημιωθείς», κάθε πρόσωπο που έχει υποστεί ζημία λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    6.          «εθνική αρχή ανταγωνισμού», αρχή που έχει ορισθεί από κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ως αρμόδια για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    7.          «αρχή ανταγωνισμού», η Επιτροπή ή μια εθνική αρχή ανταγωνισμού·

    8.          «εθνικό δικαστήριο», οποιοδήποτε δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 267 της Συνθήκης·

    9.          «αναθεωρητικό δικαστήριο», εθνικό δικαστήριο που έχει την εξουσία να αναθεωρεί αποφάσεις εθνικής αρχής ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να έχει επίσης την εξουσία διαπίστωσης παραβιάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    10.        «απόφαση παραβίασης», απόφαση αρχής ανταγωνισμού ή αναθεωρητικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    11.        «τελεσίδικη» απόφαση παραβίασης, η σχετική με κάποια παραβίαση απόφαση [...] η οποία δεν υπόκειται πλέον σε ένδικο μέσο·

    12.        «συμπράξεις (καρτέλ)», δύο ή περισσότεροι οριζόντιοι ανταγωνιστές που συντονίζουν τη συμπεριφορά τους στο πλαίσιο μιας αγοράς προκειμένου να αποκομίσουν υψηλότερα έσοδα από ό,τι θα μπορούσαν υπό φυσιολογικές συνθήκες ανταγωνισμού, ή προκειμένου να αποκλείσουν επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό φυσιολογικές συνθήκες της αγοράς από την απόκτηση μεριδίου της αγοράς, μέσω πρακτικών όπως, μεταξύ άλλων, ο καθορισμός ή ο συντονισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, οι καταχρηστικές πρακτικές αδειοδότησης, οι ποσοστώσεις παραγωγής ή πωλήσεων, η κατανομή των αγορών και πελατών, περιλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, ο περιορισμός των εισαγωγών ή εξαγωγών και/ή αντιανταγωνιστικές ενέργειες σε βάρος άλλων ανταγωνιστών·

    13.        «πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης», πρόγραμμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή της αντίστοιχης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε μυστική σύμπραξη, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία σε σχέση με τη σύμπραξη και τον ρόλο του σε αυτήν, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει ασυλία από οποιοδήποτε πρόστιμο πρέπει να επιβληθεί για τη σύμπραξη ή μείωση του εν λόγω προστίμου·

    14.        «▌ δήλωση περί επιεικούς μεταχείρισης», η προφορική ή γραπτή αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή για λογαριασμό της σε αρχή ανταγωνισμού, ή αντίγραφό της, στην οποία εξηγείται η γνώση της εν λόγω επιχείρησης σχετικά με ▌ σύμπραξη (καρτέλ) και ο ρόλος της σε αυτήν και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό την υποβολή της στην αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθεί ασυλία ή μείωση των προστίμων κατ’ εφαρμογή προγράμματος επιείκειας που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή της αντίστοιχης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας. Η δήλωση δεν περιλαμβάνει έγγραφα ή πληροφορίες που υπάρχουν ανεξαρτήτως των διαδικασιών μιας αρχής ανταγωνισμού («προϋπάρχουσες πληροφορίες»)·

    15.        «υπόμνημα για διακανονισμό», η αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή για λογαριασμό της σε αρχή ανταγωνισμού, στην οποία εξηγείται η παραδοχή της εν λόγω επιχείρησης για τη συμμετοχή της σε παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και η ευθύνη της για τη συγκεκριμένη παραβίαση και η οποία καταρτίστηκε ειδικά ενόψει της υποβολής επίσημης αίτησης για την εφαρμογή συνοπτικής διαδικασίας από μέρους της αρχής·

    16.        «επιπλέον επιβάρυνση», η ▌ διαφορά μεταξύ του τιμήματος που όντως καταβλήθηκε λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και του τιμήματος που θα είχε ισχύσει αν δεν υπήρχε τέτοιου είδους παραβίαση [...]·

    17.        «συναινετική διευθέτηση», συμφωνία σχετικά με την καταβολή αποζημίωσης μετά από συναινετική επίλυση διαφορών·

    17α.      «άμεσος αγοραστής», άμεσος πελάτης επιχείρησης, η οποία διέπραξε παράβαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    17β.      «έμμεσος αγοραστής», αγοραστής προϊόντων ή υπηρεσιών επιχείρησης που διέπραξε παράβαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ο οποίος δεν αγόρασε τα εν λόγω προϊόντα απευθείας από την παραβάτρια επιχείρηση.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

    ΚΟΙΝΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

    Άρθρο 5

    Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε διαδικασία που αφορά αγωγή αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου της Ένωσης μετά από αίτημα του ενάγοντος που έχει υποβάλει εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση με τα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να στηρίξουν τη βασιμότητα της αξίωσης αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων από τον εναγόμενο ή από τρίτο μέρος, ▌ υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια είναι επίσης σε θέση να διατάξουν τον ενάγοντα ή τρίτο να κοινολογήσει αποδεικτικά στοιχεία μετά από το αίτημα του εναγόμενου.

    Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 [...].

    1α.        Τα κράτη μέλη εγγυώνται ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να ζητήσουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την εθνική αρχή ανταγωνισμού, εφόσον ο εναγόμενος δεν έχει υποβάλει τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία.

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να διατάσσουν την κοινολόγηση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων ή κατηγοριών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία πρέπει να περιγράφονται όσο το δυνατόν ακριβέστερα βάσει πραγματικών περιστατικών που είναι ευλόγως προσιτά, τα οποία βρίσκονται υπό τον έλεγχο ενός άλλου μέρους ή ενός τρίτου και τα οποία είναι απαραίτητα για την εκτίμηση της ζημίας σύμφωνα με το άρθρο 2.

    3.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια περιορίζονται στην κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και σχετίζονται με αγωγή αποζημίωσης εντός της Ένωσης. Για να κρίνουν αν η κοινολόγηση που ζητά ένας διάδικος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα νόμιμα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων ιδιωτών διαδίκων και τρίτων. Ειδικότερα, λαμβάνουν υπόψη:

    α)        την πιθανότητα να έχει διαπραχθεί η εικαζόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    αα)     την ανάγκη να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα κατά την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    β)        την έκταση και το κόστος της κοινολόγησης, ιδίως για τυχόν εμπλεκόμενα τρίτα μέρη και με σκοπό να αποτραπούν απόπειρες αλίευσης πληροφοριών·

    γ)        κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να κοινολογηθούν περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, που αφορούν ιδίως τρίτους, καθώς και τις λεπτομέρειες για την προστασία των εν λόγω εμπιστευτικών πληροφοριών· και

    δ)        σε περιπτώσεις που η παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ερευνάται ή έχει ερευνηθεί από μια αρχή ανταγωνισμού, αν το αίτημα έχει διατυπωθεί ειδικά σε σχέση με τη φύση, το αντικείμενο ή το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων ▌ που υποβλήθηκαν σε μια αρχή ανταγωνισμού ή που περιέχονται στον φάκελο της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού.

    4.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να διατάσσουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, όταν το κρίνουν σκόπιμο στο πλαίσιο της εκδίκασης αγωγής αποζημίωσης. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν διατάσσεται κοινολόγηση των πληροφοριών αυτών, τα εθνικά δικαστήρια να έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των πληροφοριών αυτών ▌.

    5.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα με σκοπό τον πλήρη σεβασμό των ισχυόντων νόμιμων προνομίων των ασκούντων νομικά επαγγέλματα δυνάμει της εθνικής ή της ενωσιακής νομοθεσίας όταν διατάσσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων.

    Το συμφέρον των επιχειρήσεων που συνίσταται στην αποφυγή αγωγών αποζημίωσης λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού δεν αποτελεί άξιο προστασίας συμφέρον.

    5α.        Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν στην κατοχή τους έγγραφο του οποίου ζητείται η κοινολόγηση γίνονται δεκτά σε ακρόαση προτού ένα εθνικό δικαστήριο διατάξει, δυνάμει του παρόντος άρθρου, τη κοινολόγηση πληροφοριών που προέρχονται από το συγκεκριμένο έγγραφο.

    6.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στο βαθμό που τα δικαστήριά τους έχουν την εξουσία να διατάσσουν την κοινολόγηση χωρίς ακρόαση του προσώπου από το οποίο ζητείται η κοινολόγηση, δεν μπορεί να επιβληθεί καμία ποινή για τη μη συμμόρφωση σε τέτοια διαταγή, έως ότου δοθεί στον αποδέκτη της εν λόγω διαταγής η δυνατότητα να ακουσθεί από το εθνικό δικαστήριο.

    7.          Τα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που γίνονται δεκτά από το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο, ιδίως έγγραφα και όλα τα άλλα αντικείμενα που περιέχουν πληροφορίες, ανεξάρτητα από το μέσο στο οποίο αυτές είναι αποθηκευμένες.

    8.          Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 6, το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν κανόνες που οδηγούν σε ευρύτερη κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    Άρθρο 6

    Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τη άσκηση αγωγών αποζημίωσης, όταν τα εθνικά δικαστήρια διατάσσουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις με την επιφύλαξη του άρθρου 5.

    Το παρόν κεφάλαιο δεν θίγει τους κανόνες και τις πρακτικές δυνάμει του ενωσιακού δικαίου σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα.

    1α.        Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας μιας διαταγής κοινολόγησης πληροφοριών, βάσει των κριτηρίων του άρθρου 5 παράγραφος 3, τα εθνικά δικαστήρια εξετάζουν αν το αίτημα έχει διατυπωθεί ειδικά σε σχέση με τη φύση, το αντικείμενο ή το περιεχόμενο των εγγράφων και όχι αορίστως σχετικά με έγγραφα που υποβλήθηκαν σε αρχή ανταγωνισμού και κατά πόσον ο διάδικος που έχει ζητήσει την κοινολόγηση το πράττει στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.

    Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας μιας διαταγής κοινολόγησης αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει των παραγράφων 2 και 2α, τα εθνικά δικαστήρια εξετάζουν το συμφέρον σε μία αποτελεσματική δημόσια επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    2.          ▌ Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση των ακόλουθων κατηγοριών αποδεικτικών στοιχείων, μόνον εφόσον μια αρχή ανταγωνισμού έχει περατώσει τις διαδικασίες της καθ` οποιονδήποτε τρόπο:

    α)        πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ειδικά για τη διαδικασία αρχής ανταγωνισμού,

    β)        πληροφορίες που καταρτίστηκαν και απεστάλησαν στα μέρη από μια αρχή ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια των διαδικασιών της·

    βα)      προσφορές για συναινετικό διακανονισμό που έχουν αποσυρθεί.

    2α.        Κατά γενικό κανόνα, τα εθνικά δικαστήρια δεν διατάσσουν διάδικο ή τρίτο να κοινολογήσει κάποια από τις ακόλουθες κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων υπό οποιαδήποτε μορφή:

    α)        δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης· ή

    β)        υπομνήματα για διακανονισμό.

    2β.        Όταν ο ενάγων εκθέσει ευλόγως διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία για τα οποία πιθανολογείται ότι ορισμένα δεδομένα ή πληροφορίες σχετικά με έγγραφο που περιλαμβάνεται στο φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού και δεν μπορεί να παρασχεθεί με άλλο τρόπο, είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό της ζημίας και την υποστήριξη της αγωγής αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια, όταν η αξίωση του ενάγοντος είναι βάσιμη εκ πρώτης όψεως, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 5,μπορούν:

    α)        να έχουν πρόσβαση και να εξετάσουν το εν λόγω έγγραφο·

    β)        να καλέσουν σε ακρόαση τα ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν στην κατοχή τους το εν λόγω έγγραφο· και

    γ)        να διατάξουν την περιορισμένη κοινολόγηση των σχετικών δεδομένων ή τμημάτων του εγγράφου που είναι απολύτως απαραίτητα για να παρασχεθεί στον ενάγοντα το επίπεδο πληροφοριών που είναι απαραίτητες προς τούτο, υπό κατάλληλες προϋποθέσεις οι οποίες προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον και τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών.

    3.          Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού και δεν εμπίπτουν σε καμία από τις κατηγορίες που αναφέρονται ▌ στο παρόν άρθο μπορεί να διαταχθεί σε αγωγές αποζημίωσης, ανά πάσα στιγμή, με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου.

    3α.        Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές ανταγωνισμού ή τα ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν στην κατοχή τους έγγραφο σχετικό με αγωγή αποζημίωσης καταθέτουν προτού το εθνικό δικαστήριο διατάξει, σύμφωνα με τον παρόν άρθρο, κοινολόγηση του εν λόγω εγγράφου ή των πληροφοριών που προέρχονται από αυτό.

    Άρθρο 7

    Περιορισμοί σχετικά με τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται αποκλειστικά μέσω πρόσβασης στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που ▌ αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, τα οποία λαμβάνει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού δικαίου, δεν είναι παραδεκτά σε αγωγές αποζημίωσης, έως ότου η αρχή ανταγωνισμού περατώσει τις διαδικασίες της ή λάβει απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 1/2003 ή στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού 1/2003 [...].

    3.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που λαμβάνονται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού δικαίου και τα οποία δεν είναι απαράδεκτα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης μόνο από το πρόσωπο αυτό ή από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που το διαδέχθηκε στα δικαιώματά του, συμπεριλαμβανομένου του προσώπου που απέκτησε την αξίωσή του.

    Άρθρο 8

    Κυρώσεις

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια επιβάλλουν αποτελεσματικές κυρώσεις σε βάρος διαδίκων, τρίτων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στις εξής περιπτώσεις:

    α)        παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης με δικαστική διαταγή κοινολόγησης οποιουδήποτε εθνικού δικαστηρίου·

    β)        καταστροφή σχετικών αποδεικτικών στοιχείων εάν: ▌

    (i)     ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία ήταν ή υπήρξε διάδικος στις διαδικασίες μιας αρχής ανταγωνισμού σε σχέση με τη συμπεριφορά στην οποία βασίζεται η αγωγή αποζημίωσης· ή

    (ii)    ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία γνώριζε ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ότι είχε ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν συναφή για να τεκμηριωθεί είτε η αξίωση αποζημίωσης είτε ένσταση εναντίον της· ή

    (iii)    ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία γνώριζε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν χρήσιμα για εκκρεμείς ή μελλοντικές αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν από τον ίδιο ή εναντίον του·

    γ)        παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με διαταγή εθνικού δικαστηρίου για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών· ή

    δ)        κατάχρηση των προβλεπόμενων στο παρόν κεφάλαιο δικαιωμάτων που σχετίζονται με την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και των αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών που συγκεντρώνονται με αυτό τον τρόπο, ιδίως όταν οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μέσω κοινολόγησης διαβιβάζονται σε τρίτους ή χρησιμοποιούνται σε άλλες διαδικασίες κατά παράβαση του άρθρου 5 παράγραφος 2 στοιχείο β β).

    2.          Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν από τα εθνικά δικαστήρια είναι αποτελεσματικές, μη δυσανάλογες και αποτρεπτικές. Οι κυρώσεις τις οποίες δύνανται να επιβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια περιλαμβάνουν, σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά ενός διαδίκου στο πλαίσιο δίκης επί αγωγής αποζημίωσης, τη δυνατότητα συναγωγής δυσμενών για τον εκάστοτε διάδικο συμπερασμάτων, όπως π.χ. το τεκμήριο ότι ένα κρίσιμο ζήτημα έχει αποδειχθεί ή η ολική ή μερική απόρριψη αξιώσεων και ενστάσεων· επίσης περιλαμβάνουν τη δυνατότητα καταδίκης σε καταβολή των εξόδων.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

    ΙΣΧΥΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ, ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ, ΕΥΘΥΝΗ ΕΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ

    Άρθρο 9

    Ισχύς εθνικών αποφάσεων

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν, στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 της Συνθήκης ή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης απόφασης σχετικά με παραβίαση εκδοθείσας από εθνική αρχή ανταγωνισμού ή εθνικό δικαστήριο, τα εν λόγω δικαστήρια δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την εν λόγω διαπίστωση ύπαρξης παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, το δικαίωμα σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα υπεράσπισης σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, καθώς και το δικαίωμα σε δίκαιη δικαστική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

    Άρθρο 10

    Προθεσμίες παραγραφής

    1.          Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες περί προθεσμιών παραγραφής για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οι εν λόγω κανόνες καθορίζουν το πότε αρχίζει η προθεσμία παραγραφής, τη διάρκεια της προθεσμίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες η προθεσμία αυτή διακόπτεται ή αναστέλλεται.

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής ▌ αρχίζει το αργότερο την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται ο ζημιωθείς ή μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι γνωρίζει τα εξής:

    α)     τη συμπεριφορά που συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού,

    β)     τον χαρακτηρισμό της εν λόγω συμπεριφοράς ως παραβίασης της [...] νομοθεσίας περί ανταγωνισμού,

    γ)      το γεγονός ότι η παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού προκάλεσε βλάβη στον ίδιο· και

    δ)     την ταυτότητα της παραβάτριας επιχείρησης.

    3.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής δεν αρχίζει πριν από την ημέρα κατά την οποία παύει μια διαρκής ή επαναλαμβανόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    4.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης είναι τουλάχιστον πενταετής.

    5.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται εάν μια αρχή ανταγωνισμού λάβει μέτρα για την έρευνα ή κινήσει διαδικασία για παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, με την οποία σχετίζεται η αγωγή αποζημίωσης. Η αναστολή λήγει τουλάχιστον δύο έτη μετά την τελεσιδικία της απόφασης, με την οποία περατώθηκε η διαδικασία σχετικά με την παραβίαση ή την πιθανολογούμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ▌.

    Άρθρο 11

    Ευθύνη εις ολόκληρον

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες παραβίασαν τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού μέσω κοινής συμπεριφοράς ευθύνονται εις ολόκληρον για τη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Κάθε μία από τις εν λόγω επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένη να αντισταθμίσει τη ζημία πλήρως και ο ζημιωθείς έχει το δικαίωμα να απαιτήσει πλήρη αποζημίωση από οποιαδήποτε από αυτές, έως ότου αποζημιωθεί πλήρως.

    Όταν η επιχείρηση είναι μια μικρή ή μια μικρομεσαία επιχείρηση σύμφωνα με τον ορισμό που περιλαμβάνεται στη σύσταση C(2003)1422 της Επιτροπής,[10], η οποία δεν διενήργησε ή δεν προκάλεσε την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού μέσω άλλων επιχειρήσεων και έχει αποδείξει ότι η σχετική ευθύνη της για τη ζημία που προκλήθηκε με την παραβίαση είναι μικρότερη από το 5% της συνολικής ζημίας, δεν ευθύνεται έναντι των άμεσων και έμμεσων αγοραστών.

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μια επιχείρηση η οποία έχει εξασφαλίσει ασυλία από την επιβολή προστίμων από μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης ευθύνεται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων, πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που οι εν λόγω ζημιωθέντες αποδεικνύουν ότι δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην ίδια παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    3.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μια παραβάτρια επιχείρηση μπορεί να ανακτήσει συνεισφορά από οποιαδήποτε άλλη παραβάτρια επιχείρηση, το ύψος της οποίας καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σχετική ευθύνη τους για τη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Το ύψος της συνεισφοράς μιας επιχείρησης, στην οποία έχει χορηγηθεί ασυλία από πρόστιμα από μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, δεν υπερβαίνει το ύψος της ζημίας που αυτή προκάλεσε στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους αγοραστές ή προμηθευτές.

    4.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στον βαθμό που η παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού προκάλεσε ζημία σε άλλους ζημιωθέντες εκτός από τους άμεσους ή έμμεσους αγοραστές ή προμηθευτές των παραβατριών επιχειρήσεων, το ύψος της συνεισφοράς του δικαιούχου ασυλίας καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σχετική ευθύνη του για την εν λόγω ζημία.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

    ΜΕΤΑΚΥΛΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ

    Άρθρο 12

    Ένσταση μετακύλισης

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο εναγόμενος στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης δύναται να επικαλεσθεί ως ένσταση για να αποκρούσει την αξίωση αποζημίωσης το γεγονός ότι ο ενάγων μετακύλισε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει την επιπλέον επιβάρυνση που του επιβλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εκτός εάν ο ενάγων δεν υπέστη απώλεια κέρδους. Ο εναγόμενος, ο οποίος δύναται να απαιτήσει ευλόγως κοινολογήσεις από τον ενάγοντα, βαρύνεται με την απόδειξη της μετακύλισης της επιπλέον επιβάρυνσης. Ο εναγόμενος δεν υποχρεούται να καταβάλει ποσό που υπερβαίνει τη συνολική αξία της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση.

    1α.        Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το εθνικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εκτιμά ποιο τμήμα της εν λόγω επιπλέον επιβάρυνσης μετακυλίστηκε.

    2.          Στο μέτρο που η επιπλέον επιβάρυνση έχει μετακυλιστεί σε πρόσωπα στο επόμενο επίπεδο της αλυσίδας εφοδιασμού για τα οποία είναι αδύνατο από νομικής άποψης να ζητήσουν αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν, ο εναγόμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ένσταση που αναφέρεται στην [...] παράγραφο 1.

    Άρθρο 13

    Έμμεσοι αγοραστές

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν σε μια αγωγή αποζημίωσης η ύπαρξη αξίωσης αποζημίωσης ή το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικαστεί εξαρτάται από το αν — ή σε ποιο βαθμό — η επιπλέον επιβάρυνση μετακυλίστηκε στον ενάγοντα, το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης και της έκτασης της εν λόγω μετακύλισης το φέρει ο ενάγων, ο οποίος δύναται ευλόγως να απαιτήσει κοινολογήσεις από τον εναγόμενο, με την επιφύλαξη του συναλλαγματικού εθίμου σύμφωνα με το οποίο οι αυξήσεις των τιμών μετακυλίονται στις επόμενες βαθμίδες της αλυσίδας εφοδιασμού.

    2.          Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο έμμεσος αγοραστής θεωρείται ότι απέδειξε ότι επήλθε μετακύλιση σε αυτόν, εφόσον έχει αποδείξει ότι:

    α)          ο εναγόμενος έχει διαπράξει παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού,

    β)          η παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή επιπλέον επιβάρυνσης στον άμεσο αγοραστή του εναγόμενου· και

    γ)          αγόρασε τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αποτέλεσαν αντικείμενο της παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ή αγόρασε αγαθά ή υπηρεσίες τα οποία είτε προήλθαν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αποτέλεσαν αντικείμενο της παραβίασης είτε περιείχαν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες.

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά τους δικαστήρια έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν ποιο μερίδιο της επιπλέον επιβάρυνσης μετακυλίστηκε στον έμμεσο αγοραστή. Τα εθνικά δικαστήρια είναι αποδέκτες σαφών, απλών και λεπτομερών κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδει η Επιτροπή.

    Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει το δικαίωμα της παραβάτριας επιχείρησης να αποδείξει ότι δεν υπήρξε μετακύλιση ή καθ’ ολοκληρίαν μετακύλιση της επιπλέον επιβάρυνσης στον έμμεσο αγοραστή.

    Άρθρο 14

    Διαφυγόντα κέρδη και παραβίαση σε επίπεδο προμηθειών

    1.          Οι κανόνες που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο δεν θίγουν το δικαίωμα οποιουδήποτε ζημιωθέντος έχει υποστεί βλάβη να αξιώσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και θετική ζημία, καθώς και καταβολή των τόκων.

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κανόνες που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο εφαρμόζονται αναλόγως όταν η παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού αφορά προμήθειες της παραβάτριας επιχείρησης.

    Άρθρο 15

    Αγωγές αποζημίωσης από ενάγοντες που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές βαθμίδες της αλυσίδας εφοδιασμού

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν πληρούται το βάρος της απόδειξης που απορρέει από την εφαρμογή των άρθρων 12 και 13, τα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται αγωγών αποζημίωσης λαμβάνουν δεόντως υπόψη

    α)        αγωγές αποζημίωσης που αφορούν την ίδια παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, αλλά έχουν ασκηθεί από ενάγοντες που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές βαθμίδες της αλυσίδας εφοδιασμού, ή ή

    β)        αποφάσεις που εκδίδονται επί αγωγών τέτοιας μορφής·

    βα)      συναφή αποτελέσματα δημόσιων υποθέσεων ανταγωνισμού.

    2.          Το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων βάσει του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

    ΠΟΣΟΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ

    Άρθρο 16

    Ποσοτικοποίηση της ζημίας

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παραβίασης από συμπράξεις, τεκμαίρεται ότι η παραβίαση προκάλεσε ζημία στην αγορά. Η παραβάτρια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να καταρρίψει το εν λόγω τεκμήριο.

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το βάρος απόδειξης και το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων ▌ που απαιτούνται για την ποσοτικοποίηση της ζημίας δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος ▌ για αποζημίωση πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα εθνικά τους δικαστήρια έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν το ύψος της ζημίας εάν ο ενάγων δεν είναι σε θέση να αποδείξει άμεσα το ύψος της ζημίας που υπέστη. Εφόσον ζητηθεί, οι αρχές ανταγωνισμού παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με την ποσοτικοποίηση της ζημίας.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

    ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

    Άρθρο 17

    Ανασταλτικό αποτέλεσμα της συναινετικής επίλυσης διαφορών

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης αναστέλλεται για τη διάρκεια της διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών. Η αναστολή της παραγραφής ισχύει μόνο σε σχέση με τους διαδίκους που συμμετέχουν ή συμμετείχαν στην συναινετική επίλυση διαφορών.

    2.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται αγωγής αποζημίωσης μπορούν να αναστείλουν τη διαδικασία στις περιπτώσεις που οι διάδικοι συμμετέχουν σε συναινετική επίλυση διαφορών σχετικά με την αξίωση που καλύπτεται από την εν λόγω αγωγή αποζημίωσης.

    2α.        Η αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

    2β.        Κατόπιν συναινετικού διακανονισμού, η αρχή ανταγωνισμού μπορεί να αναγνωρίζει ως ελαφρυντική περίσταση για τον καθορισμό των προστίμων, την καταβληθείσα πριν την έκδοση της απόφασης αποζημίωση.

    Άρθρο 18

    Αποτέλεσμα των συναινετικών διευθετήσεων όσον αφορά μεταγενέστερες αγωγές αποζημίωσης

    1.          Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, μετά από συναινετική διευθέτηση, η αξίωση του ζημιωθέντος μειώνεται κατά το μερίδιο του άλλου παραβάτη που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης στη ζημία που προκάλεσε η παραβίαση στον ζημιωθέντα. Οι παραβάτες που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία διευθέτησης δεν μπορούν να ανακτήσουν συνεισφορά από τον παραβάτη που συμμετέχει στη διαδικασία αυτή για το υπόλοιπο της αξίωσης. Μόνο στην περίπτωση που οι μη συμμετέχοντες στη διευθέτηση παραβάτες δεν είναι σε θέση να καταβάλουν την αποζημίωση που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της αξίωσης, ο άλλος παραβάτης που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα που συμμετέχει στη διευθέτηση, εκτός εάν αυτό αποκλείεται ρητά βάσει των όρων του συναινετικού διακανονισμού.

    2.          Κατά τον καθορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλει κάθε παραβάτης, τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν δεόντως υπόψη κάθε προηγούμενη συναινετική διευθέτηση που αφορά τον εκάστοτε παραβάτη.

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

    ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

    Άρθρο 19

    Αναθεώρηση

    Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την παρούσα οδηγία και θα υποβάλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις [...*] [ΕΕ, να εισαχθεί η ημερομηνία: τέσσερα έτη μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας οδηγίας].

    Η εν λόγω επανεξέταση θα συνοδεύεται ενδεχομένως από νομοθετική πρόταση. Η Επιτροπή καλείται στην πρότασή της να εξετάσει το ενδεχόμενο οι έγκαιρες προσφορές για το διακανονισμό των αξιώσεων αποζημίωσης συνεπεία παραβίασης του δικαίου του ανταγωνισμού που κοινοποιούνται εν ευθέτω χρόνω στην αρχή ανταγωνισμού, προτού μια αρχή ανταγωνισμού διαπιστώσει παραβίαση, να αναγνωρίζονται ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά τον υπολογισμό των κυρώσεων βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    Άρθρο 20

    Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

    1.          Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως ...* [ΕΕ, να εισαχθεί η ημερομηνία: το αργότερο 2 έτη μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας οδηγίας]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

    Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγων διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Τον τρόπο της παραπομπής αποφασίζουν τα κράτη μέλη.

    2.          Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων του εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία.

    Άρθρο 20α

    Μεταβατική περίοδος

    Οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που εκδίδουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 20 δεν ισχύουν για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού που αποτελούν αντικείμενο αγωγής αποζημίωσης, η οποία, την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας ή προ αυτής, εκκρεμούσε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.

    Άρθρο 21

    Έναρξη ισχύος και μεταβατική διάταξη για εκκρεμείς υποθέσεις

    Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Άρθρο 22

    Αποδέκτες

    Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

    ….[…],

    Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                    Για το Συμβούλιο

    • [1]           Γνώμη της 16 Οκτωβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).
    • [2] *          Τροπολογίες: το νέο κείμενο και η τροποποίηση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▌.
    • [3]           Γνώμη της 16ης Οκτωβρίου 2013 (ΕΕ C, , σ. .)
    • [4]           Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της …
    • [5]           Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16 Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1). [...]
    • [6]           ΕΕ C 326 της 26.10.2012, σ. 391.
    • [7]           Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 1.)
    • [8]           Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 78).
    • [9]           ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
    • [10]           Σύσταση C(2003)1422 της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2013, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων(*) (27.1.2014)

    προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

    σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (COM(2013)0404 – C7 ‑ 0170/2013 – 2013/0185(COD))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Bernhard Rapkay

    (*)       Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 50 του Κανονισμού

    ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

    Το ενδεχόμενο θέσπισης κοινών κανόνων που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού είναι υπό συζήτηση σχεδόν μία δεκαετία. Η παρούσα πρόταση οδηγίας της Επιτροπής είναι επομένως ευπρόσδεκτη, καθώς μπορεί να βοηθήσει τους καταναλωτές και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να ασκήσουν το δικαίωμά τους σε αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η απουσία εθνικών κανόνων που διέπουν επαρκώς τις αγωγές αποζημίωσης ή, από την άλλη μεριά, οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών θέτουν όχι μόνο τους ζημιωθέντες, αλλά και τους υπαίτιους των παραβιάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, σε θέση ανισότητας. Αυτή η κατάσταση μπορεί επίσης να προσφέρει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που έχουν παραβιάσει τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες όμως δεν έχουν την έδρα τους ή δεν δραστηριοποιούνται σε ένα από τα κράτη μέλη, των οποίων η νομοθεσία είναι ευνοϊκή για τους ενάγοντες. Αυτές οι διαφορές στους κανόνες περί ευθύνης μπορούν να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό και να παρεμποδίσουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ως εκ τούτου, ο συντάκτης της γνωμοδότησης χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής να διευκολυνθεί η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και να δοθεί στους ζημιωθέντες η δυνατότητα να λάβουν αποζημίωση.

    Καταρχήν ο συντάκτης της γνωμοδότησης υποστηρίζει τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης, καθώς μπορούν να καταστήσουν δυνατό τον εντοπισμό των παραβιάσεων και θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να αποθαρρύνονται από το να συνεργάζονται. Ωστόσο, αυτά τα προγράμματα δεν πρέπει να προστατεύουν τις επιχειρήσεις περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο. Ειδικότερα, δεν πρέπει να απαλλάσσουν τους διαδίκους που ευθύνονται για την παραβίαση από την καταβολή αποζημίωσης στους ζημιωθέντες, ούτε να καταλήγουν σε υπερβολική προστασία των πληροφοριών που χρειάζονται οι ενάγοντες ως αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης.

    Ομοίως, ο συντάκτης της γνωμοδότησης υποστηρίζει την ενθάρρυνση των συναινετικών διευθετήσεων, τονίζοντας όμως ότι πρέπει να είναι πραγματικά εθελούσιας φύσης. Προκειμένου να διευκολύνονται οι δίκαιες διευθετήσεις, οι ενάγοντες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν προ της άσκησης της αγωγής πληροφόρηση από τις εθνικές ή τις ευρωπαϊκές αρχές ανταγωνισμού σχετικά με το ύψος της προκληθείσας ζημίας ή απώλειας.

    Η πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την άσκηση των ένδικων μέσων. Επομένως, ο συντάκτης της γνωμοδότησης θεωρεί ότι είναι ουσιώδες να ενισχυθούν περαιτέρω οι προτεινόμενες από την Επιτροπή διατάξεις, ώστε να καταστεί δυνατή η αναλογική πρόσβαση, υπό δικαστική επίβλεψη, στις πληροφορίες που είναι σχετικές με και απαραίτητες για την αγωγή. Ενώ ορισμένα είδη εγγράφων ή ορισμένα είδη πληροφοριών που περιέχονται σε αυτά ενδέχεται να χρήζουν εμπιστευτικότητας, ο συντάκτης της γνωμοδότησης θεωρεί ότι δεν πρέπει να αποκλείεται καμία κατηγορία εγγράφων, ως τέτοια, από την αξιολόγηση αν πρέπει να κοινολογηθούν ή όχι.

    Σε προηγούμενες συζητήσεις για το πώς να ενισχυθεί η θέση των εναγόντων η συλλογική έννομη προστασία παρουσιάσθηκε ως τρόπος βελτίωσης της ισότητας των όπλων των διαδίκων στις διαφορές αποζημίωσης. Ενώ θεωρεί ότι η διατήρηση ή η εισαγωγή τέτοιων μηχανισμών πρέπει να ενθαρρύνεται, ακόμα και εάν δεν καθίσταται υποχρεωτική για τα κράτη μέλη, ο συντάκτης της γνωμοδότησης θεωρεί ότι θα ήταν σημαντικό να αποφεύγονται ορισμένες πρακτικές, όπως να απαιτείται από τους ζημιωθέντες να εξαιρούνται ρητά από μία συλλογική αγωγή (‘opt-out’) ή να επιτρέπονται αμοιβές ανάλογα με την έκβαση της δίκης ή αποζημιώσεις με χαρακτήρα κύρωσης.

    ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

    Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

    Τροπολογία  1

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 4

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (4) Το ενωσιακό δικαίωμα για αποζημίωση λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να έχει θεσπίσει διαδικαστικούς κανόνες που διασφαλίζουν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Η ανάγκη για αποτελεσματικά δικονομικά μέσα εννόμου προστασίας προκύπτει επίσης από το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 πρώτο εδάφιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης53 και στο άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    (4) Το ενωσιακό δικαίωμα για αποζημίωση λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να έχει θεσπίσει διαδικαστικούς κανόνες που διασφαλίζουν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Η ανάγκη για αποτελεσματικά δικονομικά μέσα εννόμου προστασίας προκύπτει επίσης από το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 πρώτο εδάφιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματική νομική προστασία στους τομείς που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο.

    __________________

    __________________

    53 Ε C 326 της 26.10.2012, σ. 391.

    53 ΕΕ C 326 της 26.10.2012, σ. 391.

    Τροπολογία  2

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 5

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (5) Για τη διασφάλιση αποτελεσματικής δημόσιας και ιδιωτικής επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού, είναι απαραίτητο να ρυθμιστεί ο τρόπος με τον οποίο συντονίζονται οι δύο τύποι επιβολής, για παράδειγμα οι διαδικασίες για πρόσβαση στα έγγραφα που κατέχουν οι αρχές ανταγωνισμού. Ο συντονισμός αυτός σε ενωσιακό επίπεδο θα αποτρέψει επίσης αποκλίσεις μεταξύ των ισχυόντων κανόνων, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    (5) Για τη διασφάλιση αποτελεσματικών δράσεων ιδιωτικής επιβολής στο πλαίσιο του αστικού δικαίου και αποτελεσματικής δημόσιας επιβολής από τις αρχές ανταγωνισμού, αμφότερα τα εργαλεία πρέπει να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού. Είναι απαραίτητο να ρυθμιστεί ο τρόπος με τον οποίο συντονίζονται οι δύο τύποι επιβολής, για παράδειγμα οι διαδικασίες για πρόσβαση στα έγγραφα που κατέχουν οι αρχές ανταγωνισμού. Ο συντονισμός αυτός σε ενωσιακό επίπεδο θα αποτρέψει επίσης αποκλίσεις μεταξύ των ισχυόντων κανόνων, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    Τροπολογία  3

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 7

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (7) Οι επιχειρήσεις που εγκαθίστανται και λειτουργούν σε διαφορετικά κράτη μέλη υπόκεινται σε δικονομικούς κανόνες που επηρεάζουν σημαντικά το βαθμό στον οποίο μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Αυτή η άνιση επιβολή του ενωσιακού δικαιώματος αποζημίωσης μπορεί να οδηγήσει σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για ορισμένες επιχειρήσεις που έχουν παραβιάσει τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης, καθώς και να αποθαρρύνει την άσκηση των δικαιωμάτων εγκατάστασης και παροχής αγαθών ή υπηρεσιών στα κράτη μέλη όπου το δικαίωμα αποζημίωσης ασκείται με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Ως εκ τούτου, οι διαφορές στα συστήματα ευθύνης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον ανταγωνισμό καθώς και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    (7) Οι επιχειρήσεις που εγκαθίστανται και λειτουργούν σε διαφορετικά κράτη μέλη υπόκεινται σε δικονομικούς κανόνες που επηρεάζουν σημαντικά το βαθμό στον οποίο μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Αυτή η άνιση επιβολή του ενωσιακού δικαιώματος αποζημίωσης μπορεί να οδηγήσει σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για ορισμένες επιχειρήσεις που έχουν παραβιάσει τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης, καθώς και να αποθαρρύνει την άσκηση των δικαιωμάτων εγκατάστασης και παροχής αγαθών ή υπηρεσιών στα κράτη μέλη όπου το δικαίωμα αποζημίωσης ασκείται με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Επομένως, καθώς οι διαφορές στα συστήματα ευθύνης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τον ανταγωνισμό καθώς και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι σκόπιμο η οδηγία να βασισθεί στη διπλή νομική βάση των άρθρων 103 και 114 της ΣΛΕΕ.

    Αιτιολόγηση

    Τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται στην αιτιολογική σκέψη λογικά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται να βασισθεί η οδηγία στη διπλή νομική βάση των άρθρων 103 και 114 της ΣΛΕΕ, συμπέρασμα το οποίο πρέπει επίσης να διατυπωθεί ρητά χάριν σαφήνειας.

    Τροπολογία  4

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 8

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (8) Είναι επομένως αναγκαία η διασφάλιση περισσότερο ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά και η βελτίωση των όρων για τους καταναλωτές ώστε να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από την εσωτερική αγορά. Είναι επίσης σκόπιμο να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου και να μειωθούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς τους εθνικούς κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και, όταν εφαρμόζεται παράλληλα με την τελευταία, της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η προσέγγιση των κανόνων αυτών θα συμβάλει επίσης στην πρόληψη μεγαλύτερων διαφορών μεταξύ των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης σε υποθέσεις περί ανταγωνισμού.

    (8) Είναι επομένως αναγκαία, έχοντας επίσης κατά νου τη συχνά διασυνοριακή φύση των μεγάλης κλίμακας παραβιάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, η διασφάλιση περισσότερο ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά και η βελτίωση των όρων για τους καταναλωτές ώστε να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από την εσωτερική αγορά. Είναι επίσης σκόπιμο να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου και να μειωθούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς τους εθνικούς κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και, όταν εφαρμόζεται παράλληλα με την τελευταία, της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η προσέγγιση των κανόνων αυτών θα συμβάλει επίσης στην πρόληψη μεγαλύτερων διαφορών μεταξύ των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης σε υποθέσεις περί ανταγωνισμού.

    Αιτιολόγηση

    Οι μεγάλες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού συνήθως δεν περιορίζονται μόνο σε ένα κράτος μέλος, αλλά έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, οι οποίες επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και επομένως τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    Τροπολογία  5

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 13

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (13) Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης για παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, επειδή η δικαστική διαφορά λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία πληροφόρησης, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι ζημιωθέντες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κοινολόγηση των στοιχείων σχετικά με τον ισχυρισμό τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίσουν μεμονωμένα αποδεικτικά στοιχεία. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων, τα μέσα αυτά θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους εναγόμενους σε αγωγές αποζημίωσης, έτσι ώστε να μπορούν να ζητήσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τους εν λόγω ζημιωθέντες. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να διατάξουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από τρίτους. Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να διατάξει την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την Επιτροπή, εφαρμόζεται η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ) και το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1/2003, όσον αφορά τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

    (13) Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης για παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, επειδή η δικαστική διαφορά λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία πληροφόρησης, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι ζημιωθέντες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κοινολόγηση των στοιχείων σχετικά με τον ισχυρισμό τους. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων, τα μέσα αυτά θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους εναγόμενους σε αγωγές αποζημίωσης, έτσι ώστε να μπορούν να ζητήσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τους εν λόγω ζημιωθέντες. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να διατάξουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από τρίτους. Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να διατάξει την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την Επιτροπή, εφαρμόζεται η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ) και το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1/2003, όσον αφορά τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

    Τροπολογία  6

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 14

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (14) Οι σχετικές αποδείξεις πρέπει να κοινολογούνται κατόπιν απόφασης του δικαστηρίου και υπό τον αυστηρό του έλεγχο, ιδιαίτερα ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του μέτρου κοινολόγησης. Προκύπτει από την απαίτηση της αναλογικότητας ότι οι αιτήσεις κοινολόγησης μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνον όταν ο ζημιωθείς έχει καταστήσει εύλογο, επί τη βάσει των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι λογικά στη διάθεσή του, ότι υπέστη ζημία που προκλήθηκε από τον εναγόμενο. Η αίτηση κοινολόγησης πρέπει να αναφέρεται σε όσο το δυνατό πιο επακριβείς και λεπτομερείς κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων με γνώμονα τα πραγματικά περιστατικά που μπορεί ευλόγως να είναι γνωστά.

    (14) Οι σχετικές αποδείξεις πρέπει να κοινολογούνται κατόπιν απόφασης του δικαστηρίου και υπό τον αυστηρό του έλεγχο, ιδιαίτερα ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του μέτρου κοινολόγησης. Προκύπτει από την απαίτηση της αναλογικότητας ότι οι αιτήσεις κοινολόγησης μπορούν να ενεργοποιηθούν μόνον όταν ο ζημιωθείς έχει καταστήσει εύλογο, επί τη βάσει των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι λογικά στη διάθεσή του, ότι υπέστη ζημία που προκλήθηκε από τον εναγόμενο.

    Τροπολογία  7

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 15

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (15) Η απαίτηση της αναλογικότητας πρέπει επίσης να εξετασθεί προσεκτικά όταν υπάρχει ο κίνδυνος η κοινολόγηση να αποκαλύψει τη στρατηγική έρευνας της αρχής ανταγωνισμού, αποκαλύπτοντας τα έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου ή προκαλώντας αρνητικές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες συνεργάζονται με την αρχή ανταγωνισμού. Η αίτηση κοινολόγησης δεν θα πρέπει επομένως να θεωρείται αναλογική, όταν αναφέρεται στη γενική αποκάλυψη των εγγράφων του φακέλου μιας αρχής ανταγωνισμού που σχετίζονται με συγκεκριμένη υπόθεση ή των εγγράφων που υποβάλλονται από έναν διάδικο στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης. Αιτήσεις κοινολόγησης τόσο μεγάλου εύρους δεν θα ήταν επίσης συμβατές με την υποχρέωση του αιτούντος να προσδιορίσει τις κατηγορίες των αποδεικτικών στοιχείων με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο.

    (15) Η απαίτηση της αναλογικότητας πρέπει επίσης να εξετασθεί προσεκτικά όταν υπάρχει ο κίνδυνος η κοινολόγηση να αποκαλύψει τη στρατηγική έρευνας της αρχής ανταγωνισμού, αποκαλύπτοντας τα έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου ή προκαλώντας αρνητικές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες συνεργάζονται με την αρχή ανταγωνισμού.

     

    Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να αποτρέπονται οποιουδήποτε είδους αιτήσεις οι οποίες στοχεύουν σε επιδρομές αλίευσης πληροφοριών.

    Αιτιολόγηση

    Αυτονόητη.

    Τροπολογία  8

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 17

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (17) Ενώ τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει κατ’ αρχήν να είναι διαθέσιμα σε αγωγές αποζημίωσης, οι εν λόγω εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει να προστατεύονται επαρκώς. Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει επομένως να έχουν στη διάθεσή τους μια σειρά μέτρων για την προστασία των εν λόγω εμπιστευτικών στοιχείων από κοινολόγηση στο πλαίσιο των διαδικασιών. Τα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να περιλαμβάνουν συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών, περιορισμό του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται να ενημερωθούν για τα εκάστοτε αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την προσφυγή σε εμπειρογνώμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να καταρτίσουν περίληψη των πληροφοριών σε συγκεντρωτική ή άλλης μορφής μη εμπιστευτική εκδοχή. Τα μέτρα προστασίας των επιχειρηματικών απορρήτων και λοιπών εμπιστευτικών πληροφοριών δεν πρέπει να εμποδίζουν στην πράξη την άσκηση του δικαιώματος σε αποζημίωση.

    (17) Ενώ τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει κατ’ αρχήν να είναι διαθέσιμα σε αγωγές αποζημίωσης, οι εν λόγω εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει να προστατεύονται επαρκώς. Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει επομένως να έχουν στη διάθεσή τους μια σειρά μέτρων για την προστασία των εν λόγω εμπιστευτικών στοιχείων από κοινολόγηση στο πλαίσιο των διαδικασιών. Τα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να περιλαμβάνουν απόκρυψη τμημάτων ευαίσθητου χαρακτήρα ενός εγγράφου, συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών, περιορισμό του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται να ενημερωθούν για τα εκάστοτε αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την προσφυγή σε εμπειρογνώμονες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να καταρτίσουν περίληψη των πληροφοριών σε συγκεντρωτική ή άλλης μορφής μη εμπιστευτική εκδοχή. Τα μέτρα προστασίας των επιχειρηματικών απορρήτων και λοιπών εμπιστευτικών πληροφοριών δεν πρέπει, ωστόσο, να εμποδίζουν στην πράξη την άσκηση του δικαιώματος σε αποζημίωση.

    Αιτιολόγηση

    Αν τα έγγραφα περιέχουν λεπτομέρειες ευαίσθητου χαρακτήρα, όπως είναι τα στοιχεία τρίτων μερών που δεν είναι σχετικά με τη διαδικασία, αυτά μπορούν να αποκρυφθούν. Αν χρειάζεται, οι εργασίες μπορούν να διεξαχθούν κεκλεισμένων των θυρών για να προστατευθούν ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες.

    Τροπολογία  9

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 19

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (19) Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης και οι διαδικασίες διακανονισμού αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη δημόσια επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, καθώς συμβάλλουν στον εντοπισμό, την αποτελεσματική δίωξη και την επιβολή κυρώσεων για τις σοβαρότερες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις μπορεί να αποθαρρύνονται από το να συνεργαστούν στο πλαίσιο αυτό, αν η κοινολόγηση των εγγράφων που καταρτίζουν αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πρόκειται να τις εκθέσει σε αστική ευθύνη υπό χειρότερες συνθήκες σε σχέση με τους άλλους παραβάτες που δεν συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού. Για να διασφαλισθεί ότι οι επιχειρήσεις είναι πρόθυμες να υποβάλλουν οικειοθελείς δηλώσεις, με τις οποίες παραδέχονται τη συμμετοχή τους σε παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, προς μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης ή διαδικασίας διακανονισμού, οι δηλώσεις αυτού του τύπου πρέπει να εξαιρούνται από την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    (19) Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης και οι διαδικασίες διακανονισμού αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη δημόσια επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, καθώς συμβάλλουν στον εντοπισμό, την αποτελεσματική δίωξη και την επιβολή κυρώσεων για τις σοβαρότερες παραβιάσεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις μπορεί να αποθαρρύνονται από το να συνεργαστούν στο πλαίσιο αυτό, αν η κοινολόγηση των εγγράφων που καταρτίζουν αποκλειστικά για το σκοπό αυτό πρόκειται να τις εκθέσει σε αστική ευθύνη υπό χειρότερες συνθήκες σε σχέση με τους άλλους παραβάτες που δεν συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού. Για να διασφαλισθεί ότι οι επιχειρήσεις είναι πρόθυμες να υποβάλλουν οικειοθελείς δηλώσεις, με τις οποίες παραδέχονται τη συμμετοχή τους σε παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, προς μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης ή διαδικασίας διακανονισμού, τα δικαστήρια πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον οι δηλώσεις αυτού του τύπου πρέπει να εξαιρούνται από την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    Τροπολογία  10

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 26

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (26) Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την έναρξη, τη διάρκεια, την αναστολή ή τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής δεν πρέπει να παρεμποδίζουν υπέρμετρα την άσκηση αγωγών αποζημίωσης. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγωγές οι οποίες στηρίζονται στη διαπίστωση αρχής ανταγωνισμού ή αναθεωρητικού δικαστηρίου ότι διεπράχθη παραβίαση. Προς τούτο, οι ζημιωθέντες θα πρέπει να εξακολουθούν να είναι σε θέση να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης μετά τις διαδικασίες μιας αρχής ανταγωνισμού, με σκοπό την εφαρμογή της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    (26) Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την έναρξη, τη διάρκεια, την αναστολή ή τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής δεν πρέπει να παρεμποδίζουν υπέρμετρα την άσκηση αγωγών αποζημίωσης. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγωγές οι οποίες στηρίζονται στη διαπίστωση αρχής ανταγωνισμού ή αναθεωρητικού δικαστηρίου ότι διεπράχθη παραβίαση. Προς τούτο, οι ζημιωθέντες θα πρέπει να εξακολουθούν να είναι σε θέση να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης μετά τις διαδικασίες μιας αρχής ανταγωνισμού, με σκοπό την εφαρμογή της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να διατηρούν ή να εισάγουν απόλυτες προθεσμίες παραγραφής που θα έχουν γενική εφαρμογή.

    Τροπολογία  11

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 28

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (28) Οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στον εντοπισμό κρυφών παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από συμπράξεις και στον τερματισμό των εν λόγω παραβιάσεων, συχνά μειώνοντας τη ζημία που θα μπορούσε να έχει προκληθεί αν η παραβίαση είχε συνεχιστεί. Είναι σκόπιμο επομένως να προβλέπεται ότι οι επιχειρήσεις που έχουν εξασφαλίσει ασυλία όσον αφορά την επιβολή προστίμων από την αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, θα προστατεύονται από αδικαιολόγητη έκθεση σε αγωγές αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση της αρχής ανταγωνισμού που διαπιστώνει την παραβίαση μπορεί να καταστεί τελεσίδικη για την επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία πριν τελεσιδικήσει για τις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν λάβει ασυλία. Είναι σκόπιμο επομένως η επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία να απαλλάσσεται κατ’ αρχήν από την εις ολόκληρον ευθύνη για το σύνολο της ζημίας και η συνεισφορά της να μην υπερβαίνει το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους αγοραστές, ή, στην περίπτωση σύμπραξης αγορών, στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους προμηθευτές. Σε περίπτωση που μια σύμπραξη προκάλεσε ζημία σε άλλους εκτός από τους πελάτες/προμηθευτές των παραβατριών επιχειρήσεων, η συνεισφορά του προσώπου που καλύπτεται από ασυλία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη σχετική ευθύνη του για τη ζημία που προκλήθηκε από τη σύμπραξη. Το εν λόγω μερίδιο θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλουν μεταξύ τους οι παραβάτριες επιχειρήσεις (αιτιολογική σκέψη (27) ανωτέρω). Η επιχείρηση που καλύπτεται από ασυλία θα πρέπει να παραμένει πλήρως υπεύθυνη έναντι των λοιπών ζημιωθέντων πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες παραβάτριες επιχειρήσεις.

    (28) Οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στον εντοπισμό κρυφών παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από συμπράξεις και στον τερματισμό των εν λόγω παραβιάσεων, συχνά μειώνοντας τη ζημία που θα μπορούσε να έχει προκληθεί αν η παραβίαση είχε συνεχιστεί. Σε περίπτωση που μια σύμπραξη προκάλεσε ζημία σε άλλους εκτός από τους πελάτες/προμηθευτές των παραβατριών επιχειρήσεων, η συνεισφορά του προσώπου που καλύπτεται από ασυλία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη σχετική ευθύνη του για τη ζημία που προκλήθηκε από τη σύμπραξη. Το εν λόγω μερίδιο θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλουν μεταξύ τους οι παραβάτριες επιχειρήσεις (αιτιολογική σκέψη (27) ανωτέρω). Η επιχείρηση που καλύπτεται από ασυλία θα πρέπει να παραμένει πλήρως υπεύθυνη έναντι των λοιπών ζημιωθέντων πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες παραβάτριες επιχειρήσεις.

    Τροπολογία  12

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 1 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες που είναι αναγκαίοι για να εξασφαλίζεται ότι οποιοσδήποτε υπέστη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση του άρθρου 101 ή 102 της Συνθήκης ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα πλήρους αποζημίωσης για την εν λόγω ζημία. Θεσπίζει επίσης τους κανόνες για την προώθηση του ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και την άρση των εμποδίων στην εύρυθμη λειτουργία της, διασφαλίζοντας ισότιμη προστασία σε όλη την Ένωση για οποιονδήποτε έχει υποστεί τέτοια ζημία.

    1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες που είναι αναγκαίοι για να εξασφαλίζεται ότι οποιοσδήποτε υπέστη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση του άρθρου 101 ή 102 της Συνθήκης ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα αξίωσης πλήρους αποζημίωσης για την εν λόγω ζημία από τα μέρη που διέπραξαν την παράβαση. Θεσπίζει επίσης τους κανόνες για την προώθηση του ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και την άρση των εμποδίων στην εύρυθμη λειτουργία της, διασφαλίζοντας ισότιμη προστασία σε όλη την Ένωση για οποιονδήποτε έχει υποστεί τέτοια ζημία.

    Τροπολογία  13

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 2 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Όποιος έχει υποστεί ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού μπορεί να αξιώσει πλήρη αποζημίωση για την εν λόγω ζημία.

    1. Όποιος έχει υποστεί ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού μπορεί να αξιώσει πλήρη αποζημίωση για την εν λόγω ζημία από τα μέρη που διέπραξαν την παράβαση, στο πλαίσιο αρχικής ή παρεπόμενης ιδιωτικής υπόθεσης.

    Τροπολογία  14

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – σημείο 2

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. «εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού», οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ ) αριθ. 1/2003·

    2. «εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού», οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ ) αριθ. 1/2003. Ο εν λόγω ορισμός δεν εφαρμόζεται σε εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα, εκτός εάν οι κυρώσεις αυτές συνιστούν το μέσον διά του οποίου επιβάλλονται οι κανόνες ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις·

    Αιτιολόγηση

    Είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι ποινικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε ορισμένα κράτη μέλη. Η διατύπωση στην αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 1/2003 πρέπει, ως εκ τούτου, να εφαρμοστεί και εδώ.

    Τροπολογία  15

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Άρθρο 5

    Άρθρο 5

    Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων

    Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ο ενάγων έχει παρουσιάσει ευλόγως διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που δείχνουν ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας ότι ο ίδιος ή εκείνοι που εκπροσωπεί, έχουν υποστεί ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας ανταγωνισμού από τον εναγόμενο, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από τον εναγόμενο ή από τρίτο μέρος, ανεξάρτητα από το εάν τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται επίσης στο φάκελο της αρχής ανταγωνισμού, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια είναι επίσης σε θέση να διατάξουν τον ενάγοντα ή τρίτο να κοινολογήσουν αποδεικτικά στοιχεία μετά από αίτημα του εναγόμενου.

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε διαδικασία που αφορά αγωγή αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου της Ένωσης μετά από αίτημα του ενάγοντος που έχει παρουσιάσει εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση η οποία περιέχει διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία ικανά να στηρίξουν τη βασιμότητα της αξίωσης αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων από τον εναγόμενο ή από τρίτο μέρος, [...] υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια είναι επίσης σε θέση να διατάξουν τον ενάγοντα ή τρίτο να κοινολογήσουν αποδεικτικά στοιχεία μετά από αίτημα του εναγόμενου.

    Η παρούσα διάταξη δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου.

    Η παρούσα διάταξη δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου.

     

    1a. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να αιτηθούν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την εθνική αρχή ανταγωνισμού, εφόσον ο εναγόμενος δεν έχει υποβάλει τα ζητούμενα αποδεικτικά στοιχεία.

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια διατάσσουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφόσον ο διάδικος που ζητά την κοινολόγηση:

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάσσουν την κοινολόγηση συγκεκριμένων επιμέρους αποδεικτικών στοιχείων ή ορισμένων κατηγοριών τους, που περιγράφονται όσον το δυνατό ακριβέστερα και πιο περιοριστικά με βάση ευλόγως διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά στην εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση και που τελούν υπό τον έλεγχο του άλλου διαδίκου ή τρίτου μέρους και είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της προκληθείσας ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 της παρούσας οδηγίας.

    (α) έχει αποδείξει ότι αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου του ή τρίτου είναι κρίσιμα για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσής του ή κάποιας ένστασης που προβάλλει· και

     

    (β) έχει προσδιορίσει είτε συγκεκριμένα επιμέρους αποδεικτικά στοιχεία είτε όσο το δυνατό πιο επακριβείς και στενές κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων με γνώμονα τα πραγματικά περιστατικά που μπορεί ευλόγως να γνωρίζει.

     

    3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια περιορίζουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων στην έκταση που επιτρέπει η αρχή της αναλογικότητας. Για να κρίνουν αν η κοινολόγηση που ζητά ένας διάδικος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων διαδίκων και τρίτων. Ειδικότερα, λαμβάνουν υπόψη:

    3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια περιορίζουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων στην έκταση που επιτρέπει η αρχή της αναλογικότητας και στο μέτρο που η κοινολόγηση αυτή σχετίζεται με αγωγή αποζημίωσης στην Ένωση. Για να κρίνουν εάν η κοινολόγηση που ζητά ένας διάδικος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη τα εμπλεκόμενα δημόσια συμφέροντα και τα νόμιμα συμφέροντα όλων των ενεχομένων ιδιωτικών φορέων και τρίτων. Ειδικότερα, λαμβάνουν υπόψη:

    (α) την πιθανότητα να έχει διαπραχθεί η εικαζόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    (α) την πιθανότητα να έχει διαπραχθεί η εικαζόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

     

    (αα) την ανάγκη να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της δημόσιας επιβολής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

    (β) την έκταση και το κόστος της κοινολόγησης, ιδίως για τυχόν εμπλεκόμενα τρίτα μέρη·

    (β) την έκταση και το κόστος της κοινολόγησης, ιδίως για τυχόν εμπλεκόμενα τρίτα μέρη με σκοπό, μεταξύ άλλων, να αποτραπούν επιδρομές αλίευσης πληροφοριών·

    (γ) κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να κοινολογηθούν περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, που αφορούν ιδίως τρίτους, καθώς και τις λεπτομέρειες για την προστασία των εν λόγω εμπιστευτικών πληροφοριών· και

    (γ) κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να κοινολογηθούν περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, που αφορούν ιδίως τρίτους, καθώς και τις λεπτομέρειες για την προστασία των εν λόγω εμπιστευτικών πληροφοριών· και

    (δ) σε περιπτώσεις που η παραβίαση ερευνάται ή έχει ερευνηθεί από μια αρχή ανταγωνισμού, αν το αίτημα έχει διατυπωθεί ειδικά σε σχέση με τη φύση, το αντικείμενο ή το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων και όχι ως γενικό αίτημα σχετικά με έγγραφα που υποβλήθηκαν σε μια αρχή ανταγωνισμού ή που περιέχονται στον φάκελο της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού.

    (δ) σε περιπτώσεις που η παραβίαση ερευνάται ή έχει ερευνηθεί από μια αρχή ανταγωνισμού, αν το αίτημα έχει διατυπωθεί ειδικά σε σχέση με τη φύση, το αντικείμενο ή το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων [...] που υποβλήθηκαν σε μια αρχή ανταγωνισμού ή που περιέχονται στον φάκελο της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού.

    4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών από ακατάλληλη χρήση στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι καθίστανται διαθέσιμα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν αυτές τις πληροφορίες στο πλαίσιο των αγωγών αποζημίωσης.

    4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να διατάσσουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, όταν το κρίνουν σκόπιμο στο πλαίσιο της εκδίκασης αγωγής αποζημίωσης. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν διατάσσεται κοινολόγηση των πληροφοριών αυτών, τα εθνικά δικαστήρια να έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των πληροφοριών αυτών.

    5. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα με σκοπό τον πλήρη σεβασμό των παντός είδους νομίμων προνομίων και των λοιπών δικαιωμάτων απαλλαγής από την υποχρέωση κοινολόγησης αποδεικτικών στοιχείων.

    5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια μεριμνούν για τον πλήρη σεβασμό των νομίμων επαγγελματικών προνομίων που ισχύουν δυνάμει της εθνικής ή της ενωσιακής νομοθεσίας όταν διατάσσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων.

     

    Το συμφέρον των επιχειρήσεων να αποφεύγουν αγωγές αποζημίωσης σε περίπτωση παραβίασης δεν συνιστά εμπορικό συμφέρον άξιο προστασίας.

     

    5a. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη που κατέχουν έγγραφο του οποίου ζητείται η κοινολόγηση γίνονται δεκτά σε ακρόαση προτού ένα εθνικό δικαστήριο διατάξει τη κοινολόγηση δυνάμει του παρόντος άρθρου όσον αφορά πληροφορίες που προέρχονται από το συγκεκριμένο έγγραφο.

    6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στο βαθμό που τα δικαστήριά τους έχουν την εξουσία να διατάσσουν την κοινολόγηση χωρίς ακρόαση του προσώπου από το οποίο ζητείται η κοινολόγηση, δεν μπορεί να επιβληθεί καμία ποινή για τη μη συμμόρφωση σε τέτοια διαταγή, έως ότου ο αποδέκτης της εν λόγω διαταγής έχει ακουσθεί από το δικαστήριο.

    6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στο βαθμό που τα δικαστήριά τους έχουν την εξουσία να διατάσσουν την κοινολόγηση χωρίς ακρόαση του προσώπου από το οποίο ζητείται η κοινολόγηση, δεν μπορεί να επιβληθεί καμία ποινή για τη μη συμμόρφωση σε τέτοια διαταγή, έως ότου δοθεί στον αποδέκτη της εν λόγω διαταγής η δυνατότητα να ακουσθεί από το εθνικό δικαστήριο.

    7. Τα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που γίνονται δεκτά από το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο, ιδίως έγγραφα και όλα τα άλλα αντικείμενα που περιέχουν πληροφορίες, ανεξάρτητα από το μέσο στο οποίο αυτές είναι αποθηκευμένες.

    7. Τα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που γίνονται δεκτά από το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο, ιδίως έγγραφα και όλα τα άλλα αντικείμενα που περιέχουν πληροφορίες, ανεξάρτητα από το μέσο στο οποίο αυτές είναι αποθηκευμένες.

    8. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 6, το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν κανόνες που οδηγούν σε ευρύτερη κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    8. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 6, το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν κανόνες που οδηγούν σε ευρύτερη κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    Τροπολογία  16

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για το σκοπό των αγωγών αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν οποτεδήποτε να απαιτήσουν από διάδικο ή τρίτο να κοινολογήσει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες στοιχείων:

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για το σκοπό των αγωγών αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια δεν απαιτούν γενικά από αρχή ανταγωνισμού να κοινολογήσει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες στοιχείων:

    Τροπολογία  17

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 (νέο)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    έγγραφα εσωτερικής χρήσης της εθνικής αρχής ανταγωνισμού, αλληλογραφία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού ή μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού που υπάγονται στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού·

    Τροπολογία  18

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 6 – παράγραφος 2 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για το σκοπό των αγωγών αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση των ακόλουθων κατηγοριών αποδεικτικών στοιχείων, μόνον εφόσον μια αρχή ανταγωνισμού έχει περατώσει τις διαδικασίες της ή έχει λάβει απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή στο κεφάλαιο III του κανονισμού αριθ. 1/2003:

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για το σκοπό των αγωγών αποζημίωσης, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση των ακόλουθων, μόνον εφόσον μια αρχή ανταγωνισμού έχει περατώσει τις διαδικασίες της ή έχει λάβει απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή στο κεφάλαιο III του κανονισμού αριθ. 1/2003:

    Τροπολογία  19

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 6 – παράγραφος 3

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    3. Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού και δεν εμπίπτουν σε καμία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορεί να διαταχθεί σε αγωγές αποζημίωσης, ανά πάσα στιγμή.

    3. Κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού και δεν εμπίπτουν σε καμία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορεί να διαταχθεί σε αγωγές αποζημίωσης, ανά πάσα στιγμή. Το άρθρο 5 παράγραφοι 3 έως 7 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών.

    Τροπολογία  20

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 7

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Άρθρο 7

    διαγράφεται

    Περιορισμοί σχετικά με τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται αποκλειστικά και μόνο μέσω της πρόσβασης στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού

     

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, τα οποία λαμβάνει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού δικαίου, δεν είναι παραδεκτά σε αγωγές αποζημίωσης.

     

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάγονται σε μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, τα οποία λαμβάνει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού δικαίου, δεν είναι παραδεκτά σε αγωγές αποζημίωσης, έως ότου η αρχή ανταγωνισμού περατώσει τις διαδικασίες της ή λάβει απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 1/2003 ή στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού 1/2003.

     

    3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που λαμβάνονται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκλειστικά μέσω της πρόσβασης στον φάκελο της αρχής ανταγωνισμού στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού αριθ. 1/2003 ή τις αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού δικαίου και τα οποία δεν είναι απαράδεκτα σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης μόνο από το πρόσωπο αυτό ή από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που το διαδέχθηκε στα δικαιώματά του, συμπεριλαμβανομένου του προσώπου που απέκτησε την αξίωσή του.

     

    Τροπολογία  21

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (β) καταστροφή σχετικών αποδεικτικών στοιχείων υπό την προϋπόθεση ότι, τη στιγμή της καταστροφής:

    (β) καταστροφή σχετικών αποδεικτικών στοιχείων·

    Τροπολογία  22

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – στοιχείο i

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (i) ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία ήταν ή υπήρξε διάδικος στις διαδικασίες μιας αρχής ανταγωνισμού σε σχέση με τη συμπεριφορά στην οποία βασίζεται η αγωγή αποζημίωσης· or

    διαγράφεται

    Τροπολογία  23

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – στοιχείο ii

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (ii) ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία γνώριζε ή θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ότι είχε ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν συναφή για να τεκμηριωθεί είτε η αξίωση αποζημίωσης είτε ένσταση εναντίον της· ή

    διαγράφεται

    Τροπολογία  24

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – σημείο iii

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (iii) ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία γνώριζε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν χρήσιμα για εκκρεμείς ή μελλοντικές αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν από τον ίδιο ή εναντίον του·

    διαγράφεται

    Τροπολογία  25

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 2

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν από τα εθνικά δικαστήρια είναι αποτελεσματικές, μη δυσανάλογες και αποτρεπτικές. Οι κυρώσεις τις οποίες δύνανται να επιβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια περιλαμβάνουν, σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά ενός διαδίκου στο πλαίσιο δίκης επί αγωγής αποζημίωσης, τη δυνατότητα συναγωγής δυσμενών για τον εκάστοτε διάδικο συμπερασμάτων, όπως π.χ. το τεκμήριο ότι ένα κρίσιμο ζήτημα έχει αποδειχθεί ή η ολική ή μερική απόρριψη αξιώσεων και ενστάσεων· επίσης περιλαμβάνουν τη δυνατότητα καταδίκης σε καταβολή των εξόδων.

    2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν από τα εθνικά δικαστήρια είναι αποτελεσματικές, μη δυσανάλογες και αποτρεπτικές σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης συμμόρφωσης με διαταγή κοινολόγησης ή με διαταγή για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών οποιουδήποτε δικαστηρίου.

    Τροπολογία  26

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 10 – παράγραφος 2 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής δεν αρχίζει πριν ενημερωθεί ο ζημιωθείς ή μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι γνωρίζει τα εξής:

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής αρχίζει το αργότερο αφότου ενημερωθεί ο ζημιωθείς ή μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι γνωρίζει τα εξής:

    Τροπολογία  27

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 10 – παράγραφος 2 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής δεν αρχίζει πριν ενημερωθεί ο ζημιωθείς ή μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι γνωρίζει τα εξής:

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής δεν αρχίζει πριν ενημερωθεί ο ζημιωθείς ότι δεν υφίσταται πλέον παραβίαση ή μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι γνωρίζει τα εξής:

    Τροπολογία  28

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 10 – παράγραφος 5

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται εάν μια αρχή ανταγωνισμού λάβει μέτρα για την έρευνα ή κινήσει διαδικασία για παράβαση, με την οποία σχετίζεται η αγωγή αποζημίωσης. Η αναστολή λήγει τουλάχιστον ένα έτος μετά την τελεσιδικία της απόφασης για την παράβαση ή την περάτωση της διαδικασίας με άλλον τρόπο.

    5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται εάν μια αρχή ανταγωνισμού λάβει μέτρα για την έρευνα ή κινήσει διαδικασία για παράβαση, με την οποία σχετίζεται η αγωγή αποζημίωσης. Η αναστολή λήγει τουλάχιστον δύο έτη μετά την τελεσιδικία της απόφασης, μέσω τη οποίας περατώθηκε η διαδικασία σχετικά με την παραβίαση ή την πιθανολογούμενη παραβίαση.

    Αιτιολόγηση

    Η προθεσμία παραγραφής πρέπει να έχει επαρκή διάρκεια, ώστε να καθιστά δυνατή την πραγματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

    Τροπολογία  29

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 11 – παράγραφος 2

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μια επιχείρηση η οποία έχει εξασφαλίσει ασυλία από την επιβολή προστίμων από μια αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης ευθύνεται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων, πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που οι εν λόγω ζημιωθέντες αποδεικνύουν ότι δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην ίδια παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    διαγράφεται

    Τροπολογία  30

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 13 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο έμμεσος αγοραστής θεωρείται ότι απέδειξε ότι επήλθε μετακύλιση σε αυτόν, εφόσον έχει αποδείξει ότι:

    Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο έμμεσος αγοραστής αποδεικνύει ότι επήλθε μετακύλιση σε αυτόν, εφόσον έχει αποδείξει τουλάχιστον ότι:

    Τροπολογία  31

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 14 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Οι κανόνες που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο δεν θίγουν το δικαίωμα του ζημιωθέντος να αξιώσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη.

    1. Οι κανόνες που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο δεν θίγουν το δικαίωμα του ζημιωθέντος να αξιώσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, θετική ζημία και τόκους για το χρονικό διάστημα από την επέλευση της ζημίας έως τη στιγμή που καταβλήθηκε η αποζημίωση.

    Τροπολογία  32

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 15 – παράγραφος 1 – στοιχείο β α (νέο)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (βα) τυχόν συναφή αποτελέσματα δημόσιων υποθέσεων ανταγωνισμού που συμβάλλουν στην εκπλήρωση των κριτηρίων της παραγράφου 2 του άρθρου 13.

    Τροπολογία  33

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 16 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παραβίασης από συμπράξεις, τεκμαίρεται ότι η παραβίαση προκάλεσε ζημία. Η παραβάτρια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να καταρρίψει το εν λόγω τεκμήριο.

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παραβίασης από συμπράξεις, τεκμαίρεται ότι η παραβίαση προκάλεσε ζημία στην αγορά. Η παραβάτρια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να καταρρίψει το εν λόγω τεκμήριο.

    Τροπολογία  34

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 17

     

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Άρθρο 17

    Άρθρο 17

    Ανασταλτικό αποτέλεσμα της συναινετικής επίλυσης διαφορών

    Ανασταλτικό αποτέλεσμα της συναινετικής επίλυσης διαφορών

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης αναστέλλεται για τη διάρκεια της διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών. Η αναστολή της παραγραφής ισχύει μόνο σε σχέση με τους διαδίκους που συμμετέχουν ή συμμετείχαν στην συναινετική επίλυση διαφορών.

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης αναστέλλεται για τη διάρκεια της διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών. Η αναστολή της παραγραφής ισχύει μόνο σε σχέση με τους διαδίκους που συμμετέχουν ή συμμετείχαν στην συναινετική επίλυση διαφορών.

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται αγωγής αποζημίωσης μπορούν να αναστείλουν τη διαδικασία στις περιπτώσεις που οι διάδικοι συμμετέχουν σε συναινετική επίλυση διαφορών σχετικά με την αξίωση που καλύπτεται από την εν λόγω αγωγή αποζημίωσης.

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται αγωγής αποζημίωσης μπορούν να αναστείλουν τη διαδικασία στις περιπτώσεις που οι διάδικοι συμμετέχουν σε συναινετική επίλυση διαφορών σχετικά με την αξίωση που καλύπτεται από την εν λόγω αγωγή αποζημίωσης.

     

    2α. Η αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους.

     

    2β. Σε συνέχεια συναινετικής διευθέτησης, η αρχή ανταγωνισμού μπορεί να λαμβάνει υπόψη την αποζημίωση που καταβλήθηκε πριν από την απόφαση ως ελαφρυντικό παράγοντα για τον καθορισμό των προστίμων.

    Τροπολογία  35

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 18 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, μετά από συναινετική διευθέτηση, η αξίωση του ζημιωθέντος μειώνεται κατά το μερίδιο του άλλου παραβάτη που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης στη ζημία που προκάλεσε η παραβίαση στον ζημιωθέντα. Οι παραβάτες που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία διευθέτησης δεν μπορούν να ανακτήσουν συνεισφορά από τον παραβάτη που συμμετέχει στη διαδικασία αυτή για το υπόλοιπο της αξίωσης. Μόνο στην περίπτωση που οι μη συμμετέχοντες στη διευθέτηση παραβάτες δεν είναι σε θέση να καταβάλουν την αποζημίωση που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της αξίωσης, ο άλλος παραβάτης που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα που συμμετέχει στη διευθέτηση.

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, μετά από συναινετική διευθέτηση, η αξίωση του ζημιωθέντος μειώνεται κατά το μερίδιο του άλλου παραβάτη που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης στη ζημία που προκάλεσε η παραβίαση στον ζημιωθέντα. Οι παραβάτες που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία διευθέτησης δεν μπορούν να ανακτήσουν συνεισφορά από τον παραβάτη που συμμετέχει στη διαδικασία αυτή για το υπόλοιπο της αξίωσης. Μόνο στην περίπτωση που οι μη συμμετέχοντες στη διευθέτηση παραβάτες δεν είναι σε θέση να καταβάλουν την αποζημίωση που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της αξίωσης, ο άλλος παραβάτης που συμμετέχει στη διαδικασία διευθέτησης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση στον ζημιωθέντα που συμμετέχει στη διευθέτηση, εκτός εάν αυτό αποκλείεται ρητά από τους όρους της διευθέτησης.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Έγγραφα αναφοράς

    COM(2013)0404 – C7-0170/2013 – 2013/0185(COD)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

     Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    ECON

    1.7.2013

     

     

     

    Γνωμοδότηση της

     Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    JURI

    1.7.2013

    Συνδεδεμέν-η(-ες) επιτροπ-ή(-ές) - Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    12.12.2013

    Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

     Ημερομηνία ορισμού

     

    Bernhard Rapkay

    19.6.2013

    Εξέταση στην επιτροπή

    16.12.2013

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    21.1.2014

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    22

    0

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Raffaele Baldassarre, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Giuseppe Gargani, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sajjad Karim, Klaus-Heiner Lehne, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Bernhard Rapkay, Evelyn Regner, Francesco Enrico Speroni, Rebecca Taylor, Alexandra Thein, Cecilia Wikström, Tadeusz Zwiefka

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Piotr Borys, Eva Lichtenberger, Angelika Niebler, Axel Voss

    Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    María Irigoyen Pérez

    ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (9.1.2014)

    προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

    σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    (COM(2013)0404 – C7 ‑ 0170/2013 – 2013/0185(COD))

    Συντάκτης γνωμοδότησης: Olle Schmidt

    ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

    Έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία διαβουλεύσεων, ο συντάκτης χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για την υπό εξέταση οδηγία. Οι καταναλωτές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν επί του παρόντος δυσκολίες όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων τους σε επίπεδο ΕΕ για αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    Όσον αφορά την επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς, ο συντάκτης θα επιθυμούσε να θεσπιστούν μηχανισμοί συλλογικής έννομης προστασίας και έννομης προστασίας μέσω εκπροσώπων. Στη δήλωσή της σε συνέχεια του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (P6_TA(2009)0187), η Επιτροπή συμφώνησε με την υιοθέτηση ολοκληρωμένης προσέγγισης όσον αφορά τη συλλογική έννομη προστασία, ώστε να εξασφαλίζεται συνεκτική αντιμετώπιση των αγωγών αποζημίωσης στον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, δεν έχουν ακόμα ληφθεί οριζόντια μέτρα δεσμευτικού χαρακτήρα όσον αφορά τη συλλογική έννομη προστασία. Οι συλλογικές αγωγές θα παράσχουν τη δυνατότητα σε επίσημους και αναγνωρισμένους φορείς, όπως οι ενώσεις καταναλωτών ή οι επαγγελματικές οργανώσεις, να ασκούν αγωγή εκ μέρους ενός μεμονωμένου ενάγοντα. Ωστόσο, ο συντάκτης ζητεί να παρέχεται η δυνατότητα εκπροσώπησης και συμμετοχής στην άσκηση αγωγής μόνο σε μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα προσώπων. Ο εν λόγω προσδιορισμός θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής, και για τον σκοπό αυτόν ο συντάκτης προτείνει την εφαρμογή ενός μοντέλου προαιρετικής συμμετοχής (opt-in). Δεδομένου ότι μόνο το 25% των περιπτώσεων συμπράξεων (καρτέλ) οδηγούν σε αγωγές αποζημίωσης στην Ένωση, θα πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες ώστε να ενθαρρυνθούν οι καταναλωτές να ασκούν τα δικαιώματά τους.

    Ο συντάκτης αναγνωρίζει ότι η αίτηση για υπαγωγή στο πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην αποκάλυψη συμπράξεων, καθιστώντας έτσι δυνατή την άσκηση αγωγών για αποζημίωση. Ωστόσο, ο συντάκτης δεν συμφωνεί με την πρόταση της Επιτροπής για δημιουργία ενός «γκρίζου κατάλογου» που θα περιλαμβάνει τα όρια για την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων μετά την περάτωση των εργασιών της αρχής ανταγωνισμού. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία από τους αιτούντες επιεική μεταχείριση θα πρέπει να διέπονται από τους κανόνες της πρώτης παραγράφου του άρθρου 6, ανεξαρτήτως του εάν παρελήφθησαν μέσω της αίτησης για επιεική μεταχείριση ή έπειτα από αίτημα της αρχής ανταγωνισμού.

    Παρά το γεγονός ότι ορισμένες υποθέσεις ανταγωνισμού στηρίζονται σε στοιχεία που παρέχονται από καταγγέλλοντες παρατυπίες, στην πρόταση της Επιτροπής δεν γίνεται ειδική αναφορά στο θέμα αυτό. Η προστασία των καταγγελλόντων αφορά μόνο την ταυτότητα των εν λόγω προσώπων και όχι τις παρεχόμενες πληροφορίες. Η ταυτότητα δεν έχει καμία απολύτως σημασία ως προς τη ζημία ή την αξία της ζημίας. Επί του παρόντος η ταυτότητα των καταγγελλόντων προστατεύεται από τη νομοθεσία των κρατών μελών. Για την εξασφάλιση προβλεψιμότητας και αντιστοιχίας των δικαστικών αποφάσεων, θα πρέπει να περιληφθούν στην πρόταση της Επιτροπής τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

    Ο συντάκτης επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής να φέρει ο εναγόμενος το βάρος της απόδειξης. Κατά τον τρόπο αυτόν, καθίσταται ευκολότερο για τους ενάγοντες να θεμελιώσουν το βάσιμο των αξιώσεών τους. Τα κενά όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία θα λειτουργούσαν υπέρ του ενάγοντος και θα αποτελούσαν σαφές όφελος για τους άμεσους αγοραστές. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει και οι έμμεσοι αγοραστές να διαθέτουν δικαίωμα άσκησης αγωγών. Ωστόσο, οι προτεινόμενοι κανόνες περιλαμβάνουν το τεκμήριο τόσο ύπαρξης όσο και μη ύπαρξης μετακύλισης των επιπλέον επιβαρύνσεων στους έμμεσους αγοραστές. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσει σε αξιώσεις τόσο από τους άμεσους όσο και από τους έμμεσους ενάγοντες. Ο συντάκτης δεν τάσσεται υπέρ ενός τέτοιου διττού συστήματος και προτείνει, στις περιπτώσεις όπου δεν επαρκούν τα στοιχεία για την απόδειξη της μετακύλισης, το βάρος της απόδειξης να το φέρει ο έμμεσος αγοραστής. Κατά τον τρόπο αυτόν, δημιουργείται ένα σύστημα που βασίζεται σε έναν μόνο πυλώνα, παρέχοντας σαφή καθοδήγηση στα εθνικά δικαστήρια.

    Για τις προκληθείσες ζημίες πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση. Τούτο έχει ζωτική σημασία προκειμένου οι συμπράξεις να υφίστανται την πραγματική ζημία που προκάλεσαν στις αγορές και τους καταναλωτές. Για την ενίσχυση της προστασίας του ζημιωθέντος από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι ο λόγος του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο των δικαστικών διαδικασιών. Ως εκ τούτου, ο συντάκτης προτείνει ο ζημιωθείς να έχει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία εκτίμησης και, συνεπώς, θα επιθυμούσε η εκτίμηση να βασίζεται στην εκτίμηση του ζημιωθέντος. Επιπλέον, η διάταξη αυτή θα αποθάρρυνε περαιτέρω τη συμμετοχή σε συμπράξεις, καθότι θα περιοριζόταν η επιρροή των παραβατών στις δικαστικές διαδικασίες.

    Το ενδεχόμενο καταβολής δικαστικών εξόδων σε περίπτωση ζημίας μπορεί να αποτρέψει σοβαρά έναν καταναλωτή, μια ένωση καταναλωτών ή μια μικρή εταιρεία από το να εγείρουν αξιώσεις αποζημίωσης. Για να ενισχυθεί η δυνατότητα έγερσης των αξιώσεων αυτών, ο συντάκτης προτείνει τη δημιουργία ενός ταμείου που θα χρηματοδοτείται από τα πρόστιμα που καταβάλλονται στο πλαίσιο των υποθέσεων παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Μέσω του εν λόγω ταμείου θα μπορούσε να χρηματοδοτείται μια πρώτη ενδεικτική ετυμηγορία σε ενδεχόμενη υπόθεση με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία ενός δυνητικού ενάγοντα. Κατά τον τρόπο αυτόν θα καταστεί λιγότερο δυσχερής η διεκδίκηση αποζημιώσεων και παράλληλα θα μειωθεί η επιβάρυνση των δικαστηρίων με άσκοπες αγωγές. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται η αρχή σύμφωνα με την οποία «ο ηττημένος πληρώνει».

    ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

    Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

    Τροπολογία  1

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 4 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (4α) Η επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς αποτελεί ζωτικής σημασίας μηχανισμό για την αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, καθώς οι μεμονωμένες αγωγές δεν πρόκειται να οδηγήσουν από μόνες τους σε ικανοποιητικά αποτελέσματα, θα πρέπει να προβλεφθεί στην παρούσα οδηγία η δυνατότητα άσκησης συλλογικής αγωγής.

    Αιτιολόγηση

    Κρίνεται σκόπιμη η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης όσον αφορά τη συλλογική έννομη προστασία για τη διασφάλιση της συνεκτικής μεταχείρισης των αγωγών αποζημίωσης σε τομείς όπως η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών. Καθώς δεν έχουν ακόμη ληφθεί παρόμοια οριζόντια μέτρα, ο συντάκτης προτείνει να συμπεριληφθούν στην παρούσα οδηγία. Δεδομένου του χαμηλού αριθμού αγωγών αποζημίωσης, θα πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες ώστε να ενθαρρυνθούν οι καταναλωτές να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Μέσω των συλλογικών αγωγών θα ενισχυθεί η δυνατότητα προσφυγής των καταναλωτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

    Τροπολογία  2

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 4 β (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (4β) Όσον αφορά το αποκλειστικό προνόμιο των κρατών μελών να θεσπίζουν διαφορετικά συστήματα συλλογικής προσφυγής, τα κράτη μέλη θα πρέπει μόνο να θεσπίζουν ένα σύστημα προαιρετικής συμμετοχής (opt-in), και να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων που προβλέπουν τη χρήση έκτακτου τέλους, τη δυνατότητα να επιδικάζονται αποζημιώσεις για ηθική βλάβη, και τη χρηματοδότηση από τρίτους κατά την οποία ο χρηματοδότης αμείβεται βάσει του διακανονισμού που επιτυγχάνεται ή της αποζημίωσης που επιδικάζεται.

    Τροπολογία  3

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 5 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (5α) Η ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις όσον αφορά τη λήψη αποζημίωσης θα αποτρέψει τις επιχειρήσεις από τη διάπραξη παραβάσεων και θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη συμμόρφωση με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης. Ως εκ τούτου, για την ενίσχυση της επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού από δημόσιους φορείς στην Ένωση, πρέπει να ενθαρρύνεται η οικονομικά αποδοτική, έγκαιρη και αποτελεσματική αποζημίωση των θυμάτων παραβιάσεων των εν λόγω κανόνων. Η ενθάρρυνση της συναινετικής αποζημίωσης των θυμάτων δεν πρέπει να θίγει την ανάγκη εναρμόνισης των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    Αιτιολόγηση

    Προς το συμφέρον των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, η αποζημίωση πρέπει να είναι οικονομικά αποδοτική, έγκαιρη και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου, η έγκαιρη συναινετική επίλυση των διαφορών πρέπει να ενθαρρυνθεί με την παροχή κινήτρων συνδεδεμένων με το πρόστιμο που καθορίζεται από τις αρχές ανταγωνισμού, ώστε με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλίζεται η εν λόγω οικονομικά αποδοτική, έγκαιρη και αποτελεσματική αποζημίωση.

    Τροπολογία  4

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 11

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (11) Η παρούσα οδηγία επιβεβαιώνει το κοινοτικό κεκτημένο σχετικά με το ενωσιακό δικαίωμα αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ιδίως όσον αφορά τη νομιμοποίηση και τον ορισμό της ζημίας, όπως αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν προδικάζει καμία περαιτέρω σχετική εξέλιξη. Κάθε υποκείμενο δικαίου που έχει υποστεί ζημία λόγω παραβίασης δύναται να αξιώσει αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη (damnum emergens) και για το όφελος που στερήθηκε (διαφυγόν κέρδος ή lucrum cessans), καθώς και να αξιώσει την καταβολή των σχετικών τόκων για το χρονικό διάστημα από την επέλευση της ζημίας έως την καταβολή της αποζημίωσης. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στους καταναλωτές, στις επιχειρήσεις και στις δημόσιες αρχές, ανεξάρτητα από την ύπαρξη άμεσης συμβατικής σχέσης με την παραβάτρια επιχείρηση και χωρίς να έχει σημασία το κατά πόσον μια αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη παραβίασης. Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μηχανισμούς συλλογικής έννομης προστασίας για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης.

    (11) Η παρούσα οδηγία επιβεβαιώνει το κοινοτικό κεκτημένο σχετικά με το ενωσιακό δικαίωμα αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ιδίως όσον αφορά τη νομιμοποίηση και τον ορισμό της ζημίας, όπως αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν προδικάζει καμία περαιτέρω σχετική εξέλιξη. Κάθε υποκείμενο δικαίου που έχει υποστεί ζημία λόγω παραβίασης δύναται να αξιώσει αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη (damnum emergens) και για το όφελος που στερήθηκε (διαφυγόν κέρδος ή lucrum cessans), καθώς και να αξιώσει την καταβολή των σχετικών τόκων για το χρονικό διάστημα από την επέλευση της ζημίας έως την καταβολή της αποζημίωσης, χωρίς να θίγεται το είδος τόκου που καθορίζεται από την εθνική νομοθεσία. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στους καταναλωτές, στις επιχειρήσεις και στις δημόσιες αρχές, ανεξάρτητα από την ύπαρξη άμεσης συμβατικής σχέσης με την παραβάτρια επιχείρηση και χωρίς να έχει σημασία το κατά πόσον μια αρχή ανταγωνισμού έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη παραβίασης.

    Τροπολογία  5

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 11 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (11α) Η ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και η αποτελεσματική άσκηση από τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές του δικαιώματός τους για αποζημίωση είναι στενά συνυφασμένες και αποτελούν βασικό παράγοντα για την επίτευξη ανταγωνιστικής ανάπτυξης. Εν προκειμένω, το ευρωπαϊκό δικαίωμα συλλογικής προσφυγής θα συμβάλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και στην ανάπτυξη ενός πραγματικού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

    Αιτιολόγηση

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε, τον Φεβρουάριο του 2012, ψήφισμα με τίτλο «Πορεία προς μια συνεκτική ευρωπαϊκή προσέγγιση της συλλογικής προσφυγής» στο οποίο ζητούσε κάθε πρόταση στο πεδίο των συλλογικών προσφυγών να περιλαμβάνει μια κοινή δέσμη βασικών αρχών και να προσφέρει ομοιόμορφη πρόσβαση στη δικαιοσύνη μέσω συλλογικών προσφυγών εντός της Ένωσης και να καλύπτει τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Η θέσπιση μηχανισμού συλλογικής προσφυγής θα ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και θα αυξήσει την προστασία των καταναλωτών.

    Τροπολογία  6

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 13

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (13) Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης για παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, επειδή η δικαστική διαφορά λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία πληροφόρησης, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι ζημιωθέντες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κοινολόγηση των στοιχείων σχετικά με τον ισχυρισμό τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίσουν μεμονωμένα αποδεικτικά στοιχεία. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων, τα μέσα αυτά θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους εναγόμενους σε αγωγές αποζημίωσης, έτσι ώστε να μπορούν να ζητήσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τους εν λόγω ζημιωθέντες. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να διατάξουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από τρίτους. Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να διατάξει την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την Επιτροπή, εφαρμόζεται η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ) και το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1/2003, όσον αφορά τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

    (13) Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την άσκηση αγωγών αποζημίωσης για παραβίαση της εθνικής ή ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, επειδή η δικαστική διαφορά λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία πληροφόρησης, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι ζημιωθέντες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την κοινολόγηση των στοιχείων σχετικά με τον ισχυρισμό τους. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων, τα μέσα αυτά θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους εναγόμενους σε αγωγές αποζημίωσης, έτσι ώστε να μπορούν να ζητήσουν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τους εν λόγω ζημιωθέντες. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να διατάξουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από τρίτους. Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να διατάξει την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων από την Επιτροπή, εφαρμόζεται η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ) και το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 1/2003, όσον αφορά τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών.

    Αιτιολόγηση

    Τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να προσδιορίζονται με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο προκειμένου να αποφεύγεται η αλίευση πληροφοριών που ενδέχεται να βλάψει σημαντικά την αποτελεσματική και δίκαιη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    Τροπολογία  7

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 19 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (19α) Είναι σημαντικό να προστατεύονται οι πληροφορίες που παρέχονται από τους αιτούντες επιεική μεταχείριση, καθώς αυτό θα ενθαρρύνει τα μέλη των συμπράξεων να προσέρχονται στις αρχές και να συμμετέχουν σε προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επεκταθούν οι περιορισμοί που αφορούν την κοινολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τις αρχές ανταγωνισμού ώστε να περιλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες που παρέχονται από τον αιτούντα επιεική μεταχείριση, ανεξαρτήτως του εάν οι εν λόγω πληροφορίες προσκομίζονται με πρωτοβουλία του ίδιου του μέλους της σύμπραξης ή έπειτα από αίτημα της αρχής ανταγωνισμού.

    Αιτιολόγηση

    Οι αιτήσεις για επιεική μεταχείριση συμβάλλουν καθοριστικά στην αποκάλυψη συμπράξεων, καθιστώντας έτσι δυνατή την άσκηση δίωξης από ιδιώτες. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία από τους αιτούντες επιεική μεταχείριση διέπονται από τους κανόνες της πρώτης παραγράφου του άρθρου 6, ανεξαρτήτως του εάν παρελήφθησαν στο πλαίσιο των δηλώσεων περί επιεικούς μεταχείρισης ή έπειτα από αίτημα της αρχής ανταγωνισμού.

    Τροπολογία  8

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 21 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (21α) Μολονότι μέχρι στιγμής ο ρόλος των μεμονωμένων καταγγελλόντων παρατυπίες είναι περιορισμένος, η προστασία των ατόμων που προσκομίζουν πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνεται ρητώς στην οδηγία. Μόνο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και οι πληροφορίες που συνδέονται με αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις πληροφορίες την κοινολόγηση των οποίων τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να απαιτήσουν σε καμία περίπτωση από διάδικο ή τρίτο.

    Αιτιολόγηση

    Μολονότι υφίστανται υποθέσεις ανταγωνισμού που στηρίζονται μόνο στα στοιχεία που προσκομίζονται από καταγγέλλοντες παρατυπίες, δεν γίνεται ειδική αναφορά στο θέμα αυτό στην προτεινόμενη οδηγία. Η προστασία των καταγγελλόντων αφορά μόνο την ταυτότητα των εν λόγω προσώπων και όχι τις παρεχόμενες πληροφορίες. Για την εξασφάλιση προβλεψιμότητας και αντιστοιχίας των δικαστικών αποφάσεων, θα πρέπει να περιληφθούν στην οδηγία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Επί του παρόντος, η ταυτότητα των καταγγελλόντων προστατεύεται από τη νομοθεσία των κρατών μελών.

    Τροπολογία  9

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 24

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (24) Η προβολή αξίωσης για αποζημίωση ή η έναρξη έρευνας από αρχή ανταγωνισμού εμπεριέχει τον κίνδυνο καταστροφής ή απόκρυψης από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στους ζημιωθέντες για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσής τους. Προκειμένου να αποτρέπεται η καταστροφή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς δικαστικές διαταγές με τις οποίες ζητείται η κοινολόγησή τους, τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν αρκούντως αποτρεπτικές κυρώσεις. Σε ό,τι αφορά τους διαδίκους, η ποινή της συναγωγής συμπερασμάτων που επιβαρύνουν τη θέση τους σε μια δίκη για την επιδίκαση αποζημίωσης μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και να αποτρέπει τις καθυστερήσεις. Κυρώσεις πρέπει επίσης να προβλέπονται για τη μη τήρηση της υποχρέωσης προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών, καθώς και για την καταχρηστική χρήση πληροφοριών που έχουν ληφθεί με το μέτρο της κοινολόγησης. Ομοίως, κυρώσεις θα πρέπει να είναι διαθέσιμες, αν οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω της πρόσβασης στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού κατά την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης ενός προσώπου σε σχέση με έρευνες της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού, χρησιμοποιούνται καταχρηστικά σε αγωγές αποζημίωσης.

    (24) Η προβολή αξίωσης για αποζημίωση ή η έναρξη έρευνας από αρχή ανταγωνισμού εμπεριέχει τον κίνδυνο καταστροφής ή απόκρυψης από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στους ζημιωθέντες για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσής τους. Προκειμένου να αποτρέπεται η καταστροφή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς δικαστικές διαταγές με τις οποίες ζητείται η κοινολόγησή τους, τα δικαστήρια πρέπει να επιβάλλουν αποτρεπτικές κυρώσεις επαρκείς και αποτελεσματικές. Σε ό,τι αφορά τους διαδίκους, η ποινή της συναγωγής συμπερασμάτων που επιβαρύνουν τη θέση τους σε μια δίκη για την επιδίκαση αποζημίωσης μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και να αποτρέπει τις καθυστερήσεις. Κυρώσεις πρέπει επίσης να προβλέπονται για τη μη τήρηση της υποχρέωσης προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών, καθώς και για την καταχρηστική χρήση πληροφοριών που έχουν ληφθεί με το μέτρο της κοινολόγησης. Ομοίως, κυρώσεις θα πρέπει να είναι διαθέσιμες, αν οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω της πρόσβασης στον φάκελο μιας αρχής ανταγωνισμού κατά την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης ενός προσώπου σε σχέση με έρευνες της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού, χρησιμοποιούνται καταχρηστικά σε αγωγές αποζημίωσης.

    Τροπολογία  10

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 28

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (28) Οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στον εντοπισμό κρυφών παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από συμπράξεις και στον τερματισμό των εν λόγω παραβιάσεων, συχνά μειώνοντας τη ζημία που θα μπορούσε να έχει προκληθεί αν η παραβίαση είχε συνεχιστεί. Είναι σκόπιμο επομένως να προβλέπεται ότι οι επιχειρήσεις που έχουν εξασφαλίσει ασυλία όσον αφορά την επιβολή προστίμων από την αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, θα προστατεύονται από αδικαιολόγητη έκθεση σε αγωγές αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση της αρχής ανταγωνισμού που διαπιστώνει την παραβίαση μπορεί να καταστεί τελεσίδικη για την επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία πριν τελεσιδικήσει για τις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν λάβει ασυλία. Είναι σκόπιμο επομένως η επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία να απαλλάσσεται κατ’ αρχήν από την εις ολόκληρον ευθύνη για το σύνολο της ζημίας και η συνεισφορά της να μην υπερβαίνει το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους αγοραστές, ή, στην περίπτωση σύμπραξης αγορών, στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους προμηθευτές. Σε περίπτωση που μια σύμπραξη προκάλεσε ζημία σε άλλους εκτός από τους πελάτες/προμηθευτές των παραβατριών επιχειρήσεων, η συνεισφορά του προσώπου που καλύπτεται από ασυλία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη σχετική ευθύνη του για τη ζημία που προκλήθηκε από τη σύμπραξη. Το εν λόγω μερίδιο θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλουν μεταξύ τους οι παραβάτριες επιχειρήσεις (αιτιολογική σκέψη (27) ανωτέρω). Η επιχείρηση που καλύπτεται από ασυλία θα πρέπει να παραμένει πλήρως υπεύθυνη έναντι των λοιπών ζημιωθέντων πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες παραβάτριες επιχειρήσεις.

    (28) Οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τις αρχές ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στον εντοπισμό αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών, αποφάσεων ή πρακτικών και στον τερματισμό των εν λόγω παραβιάσεων, συχνά μειώνοντας τη ζημία που θα μπορούσε να έχει προκληθεί αν η παραβίαση είχε συνεχιστεί. Είναι σκόπιμο επομένως να προβλέπεται ότι οι επιχειρήσεις που έχουν εξασφαλίσει ασυλία όσον αφορά την επιβολή προστίμων από την αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, θα προστατεύονται από αδικαιολόγητη έκθεση σε αγωγές αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση της αρχής ανταγωνισμού που διαπιστώνει την παραβίαση μπορεί να καταστεί τελεσίδικη για την επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία πριν τελεσιδικήσει για τις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν λάβει ασυλία. Είναι σκόπιμο επομένως η επιχείρηση που λαμβάνει ασυλία να απαλλάσσεται κατ’ αρχήν από την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη για το σύνολο της ζημίας και η συνεισφορά της να μην υπερβαίνει το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους αγοραστές, ή, στην περίπτωση σύμπραξης αγορών, στους δικούς της άμεσους ή έμμεσους προμηθευτές. Σε περίπτωση που μια σύμπραξη προκάλεσε ζημία σε άλλους εκτός από τους πελάτες/προμηθευτές των παραβατριών επιχειρήσεων, η συνεισφορά του προσώπου που καλύπτεται από ασυλία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη σχετική ευθύνη του για τη ζημία που προκλήθηκε από τη σύμπραξη. Το εν λόγω μερίδιο θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που καταβάλλουν μεταξύ τους οι παραβάτριες επιχειρήσεις (αιτιολογική σκέψη (27) ανωτέρω). Η επιχείρηση που καλύπτεται από ασυλία θα πρέπει να παραμένει πλήρως υπεύθυνη έναντι των λοιπών ζημιωθέντων πλην των άμεσων ή έμμεσων αγοραστών ή προμηθευτών της, μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να λάβουν πλήρη αποζημίωση από τις άλλες παραβάτριες επιχειρήσεις.

    Αιτιολόγηση

    Ο όρος που επελέγη έχει πολύ περιορισμένο πλαίσιο και δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα της εσωτερικής αγοράς.

    Τροπολογία  11

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 30

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (30) Ωστόσο, σε μια κατάσταση κατά την οποία η επιπλέον επιβάρυνση έχει μετακυλιστεί σε πρόσωπα που είναι νομικά αδύνατο να αξιώσουν αποζημίωση, δεν είναι σκόπιμο να επιτραπεί στην παραβάτρια επιχείρηση να εγείρει την ένσταση μετακύλισης, καθώς η εν λόγω ένσταση θα της επιτρέψει να απαλλαγεί από την ευθύνη για τη ζημία που προκάλεσε. Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αγωγής θα πρέπει συνεπώς να αξιολογήσει, όταν η ένσταση μετακύλισης εγείρεται σε συγκεκριμένη υπόθεση, αν τα πρόσωπα στα οποία φαίνεται πως μετακυλίστηκε η επιπλέον επιβάρυνση είναι σε θέση από νομικής άποψης να διεκδικήσουν αποζημίωση. Ενώ οι έμμεσοι αγοραστές δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση, οι εθνικοί κανόνες αιτιώδους συνάφειας (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων προβλεψιμότητας και απόστασης), που εφαρμόζονται σύμφωνα με τις αρχές της ενωσιακής νομοθεσίας, μπορεί να συνεπάγονται ότι ορισμένα πρόσωπα (για παράδειγμα, σε ένα επίπεδο της αλυσίδας εφοδιασμού που βρίσκεται σε απόσταση από την παράβαση) μπορεί να μην είναι σε θέση από νομικής άποψης να αξιώσουν αποζημίωση σε μια δεδομένη περίπτωση. Μόνον όταν το δικαστήριο κρίνει ότι το πρόσωπο στο οποίο φαίνεται πως μετακυλίστηκε η επιπλέον επιβάρυνση είναι από νομικής άποψης σε θέση να αξιώσει αποζημίωση, θα εξεταστεί το βάσιμο της ένστασης μετακύλισης.

    διαγράφεται

    Αιτιολόγηση

    Διαγραφή ως συνέπεια της παραγράφου 2 του άρθρου 12.

    Τροπολογία  12

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 34

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (34) Ο ζημιωθείς που έχει αποδείξει ότι υπέστη ζημία λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εξακολουθεί να πρέπει να αποδείξει την έκταση της ζημίας προκειμένου να λάβει αποζημίωση. Η ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαιτεί γενικά την εξέταση πληθώρας πραγματικών περιστατικών και μπορεί να απαιτεί την εφαρμογή περίπλοκων οικονομικών μοντέλων. Αυτό είναι συχνά εξαιρετικά δαπανηρό και προκαλεί προβλήματα στους ζημιωθέντες όσον αφορά την απόκτηση των απαιτούμενων στοιχείων για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους. Ως εκ τούτου, η ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο, αποτρέποντας τους ζημιωθέντες από τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τη βλάβη που υπέστησαν.

    (34) Ο ζημιωθείς που έχει αποδείξει ότι υπέστη ζημία λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εξακολουθεί να πρέπει να αποδείξει την έκταση της ζημίας προκειμένου να λάβει αποζημίωση. Η ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαιτεί γενικά την εξέταση πληθώρας πραγματικών περιστατικών και μπορεί να απαιτεί την εφαρμογή περίπλοκων οικονομικών μοντέλων. Αυτό είναι συχνά εξαιρετικά δαπανηρό και προκαλεί προβλήματα στους ζημιωθέντες όσον αφορά την απόκτηση των απαιτούμενων στοιχείων για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους. Ως εκ τούτου, η ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο, αποτρέποντας τους ζημιωθέντες από τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τη βλάβη που υπέστησαν. Η διαδικασία ποσοτικοποίησης της ζημίας ενδέχεται να διαφέρει μεταξύ των εθνικών δικαιοδοσιών. Για την εξασφάλιση σαφών κανόνων και προβλεψιμότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει περαιτέρω καθοδήγηση σε επίπεδο Ένωσης.

    Αιτιολόγηση

    Για τη διασφάλιση της έκδοσης από τα εθνικά δικαστήρια αποτελεσματικών και εναρμονισμένων αποφάσεων σε αγωγές αποζημίωσης για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, η Επιτροπή καλείται να παράσχει περαιτέρω καθοδήγηση σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με την ποσοτικοποίηση της αποζημίωσης. Κατά τον τρόπο αυτόν, απλοποιείται η περίπλοκη διαδικασία εκτίμησης της ζημίας που προκαλείται από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και ενισχύεται η προβλεψιμότητα και η εναρμόνιση της διαδικασίας.

    Τροπολογία  13

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 35

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (35) Για την αντιμετώπιση της ασυμμετρίας πληροφόρησης και ορισμένων από τις δυσκολίες που συνδέονται με την ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των αγωγών αποζημίωσης, είναι σκόπιμο να τεκμαίρεται ότι, στην περίπτωση παραβιάσεων από συμπράξεις, η παραβίαση έχει προκαλέσει ζημία, ιδίως μέσω επίδρασης στις τιμές. Ανάλογα με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, αυτό σημαίνει ότι η σύμπραξη προκάλεσε αύξηση των τιμών ή εμπόδισε την πτώση των τιμών που θα είχε προκύψει εάν δεν είχε συμβεί η παραβίαση. Η παραβάτρια επιχείρηση θα πρέπει να είναι ελεύθερη να αντικρούσει το εν λόγω τεκμήριο. Είναι σκόπιμο να περιοριστεί αυτό το μαχητό τεκμήριο στις συμπράξεις, λαμβανομένου υπόψη του μυστικού χαρακτήρα της συμπράξεως, γεγονός το οποίο αυξάνει την εν λόγω ασυμμετρία πληροφόρησης και καθιστά πιο δύσκολο για τον ζημιωθέντα να αποκτήσει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για να αποδείξει τη ζημία.

    (35) Για την αντιμετώπιση της ασυμμετρίας πληροφόρησης και ορισμένων από τις δυσκολίες που συνδέονται με την ποσοτικοποίηση της ζημίας λόγω παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των αγωγών αποζημίωσης, είναι σκόπιμο να τεκμαίρεται ότι, στην περίπτωση παραβιάσεων από συμπράξεις, η παραβίαση έχει προκαλέσει ζημία, ιδίως μέσω επίδρασης στις τιμές. Ανάλογα με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, αυτό σημαίνει ότι η σύμπραξη προκάλεσε αύξηση των τιμών ή εμπόδισε την πτώση των τιμών που θα είχε προκύψει εάν δεν είχε συμβεί η παραβίαση. Η παραβάτρια επιχείρηση θα πρέπει να είναι ελεύθερη να αντικρούσει το εν λόγω τεκμήριο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια διαθέτουν την εξουσία να εκτιμούν το ύψος της ζημίας λαμβάνοντας υπόψη την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων από τους διαδίκους.

    Τροπολογία  14

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 36

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (36) Ελλείψει ενωσιακών κανόνων για την ποσοτικοποίηση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους και στα εθνικά δικαστήρια ο προσδιορισμός των απαιτήσεων που θα πρέπει να πληροί ο ζημιωθείς όταν αποδεικνύει το μέγεθος της ζημίας που υπέστη, της ακρίβειας με την οποία πρέπει να αποδείξει το εν λόγω μέγεθος ζημίας, των μεθόδων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ποσοτικοποίηση του μεγέθους και των συνεπειών τού να μην είναι σε θέση να τηρήσει πλήρως τις καθορισμένες απαιτήσεις. Ωστόσο, οι εν λόγω εσωτερικές απαιτήσεις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρεμφερή ένδικα μέσα προστασίας του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν αδύνατη στην πράξη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των απονεμομένων από την ενωσιακή έννομη τάξη δικαιωμάτων αποζημίωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). Θα πρέπει ως εκ τούτου να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές ασυμμετρίες πληροφόρησης μεταξύ των διαδίκων και το γεγονός ότι η ποσοτικοποίηση της ζημίας σημαίνει να αξιολογείται ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω αγορά θα είχε εξελιχθεί αν δεν υπήρχε η παραβίαση. Η εν λόγω αξιολόγηση προϋποθέτει σύγκριση με μια κατάσταση η οποία είναι εξ ορισμού υποθετική και άρα δεν μπορεί να διενεργηθεί με απόλυτη ακρίβεια. Είναι επομένως σκόπιμο να ανατεθεί στα εθνικά δικαστήρια η αρμοδιότητα να εκτιμούν το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

    (36) Ελλείψει ενωσιακών κανόνων για την ποσοτικοποίηση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους και στα εθνικά δικαστήρια ο προσδιορισμός των απαιτήσεων που θα πρέπει να πληροί ο ζημιωθείς όταν αποδεικνύει το μέγεθος της ζημίας που υπέστη, της ακρίβειας με την οποία πρέπει να αποδείξει το εν λόγω μέγεθος ζημίας, των μεθόδων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ποσοτικοποίηση του μεγέθους και των συνεπειών τού να μην είναι σε θέση να τηρήσει πλήρως τις καθορισμένες απαιτήσεις. Ωστόσο, οι εν λόγω εσωτερικές απαιτήσεις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρεμφερή ένδικα μέσα προστασίας του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν αδύνατη στην πράξη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των απονεμομένων από την ενωσιακή έννομη τάξη δικαιωμάτων αποζημίωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). Θα πρέπει ως εκ τούτου να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές ασυμμετρίες πληροφόρησης μεταξύ των διαδίκων και το γεγονός ότι η ποσοτικοποίηση της ζημίας σημαίνει να αξιολογείται ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω αγορά θα είχε εξελιχθεί αν δεν υπήρχε η παραβίαση. Η εν λόγω αξιολόγηση προϋποθέτει σύγκριση με μια κατάσταση η οποία είναι εξ ορισμού υποθετική και άρα δεν μπορεί να διενεργηθεί με απόλυτη ακρίβεια. Είναι επομένως σκόπιμο να ανατεθεί στα εθνικά δικαστήρια η αρμοδιότητα να εκτιμούν το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε από την παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκτίμησης δίνεται έμφαση στην εκτίμηση της ζημίας από τον ζημιωθέντα.

    Αιτιολόγηση

    Για την ενίσχυση της προστασίας του ζημιωθέντος από παραβίαση του δικαίου περί ανταγωνισμού, είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι ο λόγος του τελευταίου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο των δικαστικών διαδικασιών. Δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση της ζημίας από τον ζημιωθέντα, εξασφαλίζεται η προστασία του πιο αδύναμου μέρους. Επιπλέον, αποτρέπεται περαιτέρω η συμμετοχή σε συμπράξεις καθώς μειώνεται η ισχύς των παραβατών στις δικαστικές διαδικασίες.

    Τροπολογία  15

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 37

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    (37) Οι ζημιωθέντες και οι παραβάτριες επιχειρήσεις πρέπει να ενθαρρύνονται να συμφωνούν όσον αφορά την αποζημίωση της βλάβης που προκαλείται λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού μέσω μηχανισμών συναινετικής επίλυσης διαφορών, όπως οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί, η διαιτησία και η διαμεσολάβηση. Όπου είναι δυνατόν, ο εν λόγω μηχανισμός συναινετικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερους ζημιωθέντες και παραβάτριες επιχειρήσεις. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη συναινετική επίλυση διαφορών έχουν επομένως ως στόχο να διευκολύνουν τη χρήση των εν λόγω μηχανισμών και να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους.

    (37) Επισημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις τα εθνικά δικαστήρια υφίστανται μεγάλη επιβάρυνση και ότι οι αγωγές αποζημίωσης μπορεί να αποτελέσουν χρονοβόρα διαδικασία. Ως εκ τούτου, οι ζημιωθέντες και οι παραβάτριες επιχειρήσεις πρέπει να ενθαρρύνονται να συμφωνούν όσον αφορά την αποζημίωση της βλάβης που προκαλείται λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού μέσω μηχανισμών συναινετικής επίλυσης διαφορών, όπως οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί, η διαιτησία και η διαμεσολάβηση. Όπου είναι δυνατόν, ο εν λόγω μηχανισμός συναινετικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερους ζημιωθέντες και παραβάτριες επιχειρήσεις. Δεδομένου ότι οι ατομικές αγωγές ενδέχεται να μην επαρκούν, οι συλλογικές αγωγές που ασκούνται από επίσημους και αναγνωρισμένους φορείς, όπως οι ενώσεις καταναλωτών ή οι επαγγελματικές οργανώσεις που ενεργούν εξ ονόματος του μεμονωμένου ενάγοντος, θα πρέπει να αναφέρονται ρητώς στην παρούσα οδηγία.

    Αιτιολόγηση

    Οι συλλογικές αγωγές θα παράσχουν τη δυνατότητα σε επίσημους και αναγνωρισμένους φορείς, όπως οι ενώσεις καταναλωτών ή οι επαγγελματικές οργανώσεις, να ασκούν αγωγή εξ ονόματος ενός μεμονωμένου ενάγοντα. Ωστόσο, δυνατότητα εκπροσώπησης και συμμετοχής στην άσκηση αγωγής θα πρέπει να διαθέτει μόνο μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα προσώπων. Ο εν λόγω προσδιορισμός θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής, και για τον σκοπό αυτόν ο συντάκτης προτείνει την εφαρμογή ενός μοντέλου προαιρετικής συμμετοχής (opt-in).

    Τροπολογία  16

    Πρόταση οδηγίας

    Αιτιολογική σκέψη 41 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    (41α) Το κόστος των νομικών διαδικασιών δεν θα πρέπει να αποτρέπει τους ενάγοντες από την άσκηση τεκμηριωμένων αγωγών αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι ζημιωθέντες να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση για άσκηση αγωγής αποζημίωσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός ταμείου, το οποίο θα χρηματοδοτείται από τα πρόστιμα που καταβάλλουν οι παραβάτες.

    Αιτιολόγηση

    Το ενδεχόμενο καταβολής δικαστικών εξόδων μπορεί να αποτρέψει έναν καταναλωτή, μια ένωση καταναλωτών ή μια μικρή εταιρεία από το να εγείρουν αξιώσεις. Η δημιουργία ενός ταμείου που θα χρηματοδοτείται από τα πρόστιμα που καταβάλλονται στο πλαίσιο προηγούμενων υποθέσεων παραβίασης της νομοθεσίας ανταγωνισμού, θα οδηγούσε στην ενίσχυση της δυνατότητας έγερσης αξιώσεων. Μέσω του εν λόγω ταμείου θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μια πρώτη ενδεικτική ετυμηγορία σε ενδεχόμενη υπόθεση με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία ενός δυνητικού ενάγοντα. Αξίζει να σημειωθεί ότι θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται η αρχή σύμφωνα με την οποία «ο ηττημένος πληρώνει».

    Τροπολογία  17

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 2 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Όποιος έχει υποστεί ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού μπορεί να αξιώσει πλήρη αποζημίωση για την εν λόγω ζημία.

    1. Όποιος έχει υποστεί ζημία που προκλήθηκε από παραβίαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού μπορεί να αξιώσει πλήρη αποζημίωση για την εν λόγω ζημία, χωρίς να θίγονται τυχόν απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικαίου για τη θεμελίωση της ευθύνης.

    Αιτιολόγηση

    Για τη διεκδίκηση αποζημίωσης, πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικαίου για τη θεμελίωση της ευθύνης.

    Τροπολογία  18

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 2 – παράγραφος 2 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    2α. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να αποκλείεται η υπεραποζημίωση.

    Αιτιολόγηση

    Η υπεραποζημίωση πρέπει να αποτρέπεται, καθώς βλάπτει τον στόχο των ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.

    Τροπολογία  19

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 2 – παράγραφος 3

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε ζημιωθείς να μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης.

    3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε ζημιωθείς να μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης και να επιτύχει πραγματική εφαρμογή της επανόρθωσης.

    Τροπολογία  20

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – σημείο 3

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    3. «αγωγή αποζημίωσης», αγωγή βάσει της εθνικής νομοθεσίας με την οποία ο ζημιωθείς εγείρει αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Μπορεί επίσης να καλύπτει αγωγές μέσω των οποίων ένα πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό ενός ή περισσοτέρων ζημιωθέντων εγείρει αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, εφόσον η εθνική νομοθεσία προβλέπει αυτή τη δυνατότητα·

    3. «αγωγή αποζημίωσης», αγωγή βάσει της εθνικής νομοθεσίας με την οποία ο ζημιωθείς εγείρει, μεμονωμένα ή από κοινού, αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου· καλύπτει επίσης αγωγές μέσω των οποίων ένα πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό ενός ή περισσοτέρων ζημιωθέντων εγείρει αξίωση αποζημίωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, ιδίως όσον αφορά τη συλλογική προσφυγή. Κατά τη δημιουργία ενός συστήματος συλλογικής προσφυγής, τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να θεσπίζουν ένα σύστημα προαιρετικής συμμετοχής (opt-in), και απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων που προβλέπουν τη χρήση έκτακτου τέλους, τη δυνατότητα να επιδικάζονται αποζημιώσεις με χαρακτήρα ποινής, και τη χρηματοδότηση από τρίτους κατά την οποία ο χρηματοδότης αμείβεται βάσει του διακανονισμού που επιτυγχάνεται ή της αποζημίωσης που επιδικάζεται·

    Τροπολογία  21

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – σημείο 3 α (νέο)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    3α. «συλλογική προσφυγή», i) ο νομικός μηχανισμός που κατοχυρώνει τη δυνατότητα δύο ή περισσότερων φυσικών ή νομικών προσώπων, ή μίας οντότητας εξουσιοδοτημένης να ασκήσει αντιπροσωπευτική αγωγή, να ζητούν συλλογικά την παύση παράνομης συμπεριφοράς (συλλογική αγωγή παράλειψης)· ii) ο νομικός μηχανισμός που κατοχυρώνει τη δυνατότητα δύο ή περισσότερων φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία ισχυρίζονται ότι έχουν ζημιωθεί λόγω ομαδικής ζημίας, ή μίας οντότητας εξουσιοδοτημένης να ασκήσει αντιπροσωπευτική αγωγή, να διεκδικούν συλλογικά αποζημίωση (συλλογική αγωγή αποζημίωσης)·

    Αιτιολόγηση

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε, τον Φεβρουάριο του 2012, ψήφισμα με τίτλο «Πορεία προς μια συνεκτική ευρωπαϊκή προσέγγιση της συλλογικής προσφυγής» στο οποίο ζητούσε κάθε πρόταση στο πεδίο των συλλογικών προσφυγών να περιλαμβάνει μια κοινή δέσμη βασικών αρχών και να προσφέρει ομοιόμορφη πρόσβαση στη δικαιοσύνη μέσω συλλογικών προσφυγών εντός της Ένωσης και να καλύπτει τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Η θέσπιση μηχανισμού συλλογικής προσφυγής θα ενισχύσει την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και την προστασία των καταναλωτών.

    Τροπολογία  22

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – σημείο 13

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    13. «πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης», πρόγραμμα βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε μυστική σύμπραξη, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία σε σχέση με τη σύμπραξη και τον ρόλο του σε αυτήν, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει ασυλία από οποιοδήποτε πρόστιμο πρέπει να επιβληθεί για τη σύμπραξη ή μείωση του εν λόγω προστίμου·

    13. «πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης», πρόγραμμα βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία, απόφαση ή πρακτική, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην εν λόγω αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία, απόφαση ή πρακτική, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία σε σχέση με την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία, απόφαση ή πρακτική και τον ρόλο του σε αυτήν, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει ασυλία από οποιοδήποτε πρόστιμο πρέπει να επιβληθεί για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία, απόφαση ή πρακτική ή εξασφαλίζει μείωση του εν λόγω προστίμου·

    Αιτιολόγηση

    Ο όρος που επελέγη έχει πολύ περιορισμένο πλαίσιο και δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα της εσωτερικής αγοράς.

    Τροπολογία  23

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – σημείο 17

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    17. «συναινετική διευθέτηση», συμφωνία σχετικά με την καταβολή αποζημίωσης μετά από συναινετική επίλυση διαφορών.

    17. «συναινετική διευθέτηση», συμφωνία σχετικά με την καταβολή αποζημίωσης μετά από συναινετική επίλυση διαφορών συμπεριλαμβανομένης συμφωνίας διά της οποίας μια επιχείρηση δεσμεύεται να καταβάλει αποζημίωση, από διασφαλισμένο ταμείο αποζημιώσεων, στα θύματα παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού·

    Αιτιολόγηση

    Η δυνατότητα δημιουργίας διασφαλισμένου ταμείου αποζημιώσεων θα ενισχύσει το δικαίωμα των ζημιωθέντων σε αποζημίωση.

    Τροπολογία  24

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – στοιχείο α

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    α) έχει αποδείξει ότι αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου του ή τρίτου είναι κρίσιμα για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσής του ή κάποιας ένστασης που προβάλλει· και

    α) έχει υποδείξει αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου του ή τρίτου και είναι κρίσιμα για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσής του ή κάποιας ένστασης που προβάλλει·

    Αιτιολόγηση

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει στην αιτιολογική έκθεση της νομοθετικής πρότασης ότι τα συνολικά αιτήματα κοινολόγησης εγγράφων θα έπρεπε κατά κανόνα να θεωρούνται υπερβολικά και ασύμβατα με την υποχρέωση του αιτούντος να υποδεικνύει αποδεικτικά στοιχεία (ή κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων) με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο. Για να αποφευχθεί η αλίευση πληροφοριών, τα επιμέρους αποδεικτικά στοιχεία ή κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να ορίζονται με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο από τον ενάγοντα.

    Τροπολογία  25

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – στοιχείο β α (νέο)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    βα) έχει καταδείξει ότι δίνει συνέχεια στην αίτηση κοινολόγησης αποδεικτικών στοιχείων για καθορισμένη αγωγή αποζημίωσης που έχει υποβληθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου στην Ένωση· και

    Αιτιολόγηση

    Το άρθρο 5 δεν παρέχει καμία καθοδήγηση σχετικά με αιτήσεις κοινολόγησης αποδεικτικών στοιχείων από χώρες εκτός της ΕΕ. Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας ή ρύθμισης της ΕΕ δεν χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο (συλλογικών) αγωγών εκτός της δικαιοδοσίας της ΕΕ. Η τροπολογία έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει επαρκώς το εν λόγω ζήτημα και να αποφύγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

    Τροπολογία  26

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 2 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    2α. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν την κοινολόγηση συγκεκριμένων μερών των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων ή κατηγοριών αποδεικτικών στοιχείων, η οποία θα οριοθετείται με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο με βάση ευλόγως διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά.

    Αιτιολόγηση

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει στην αιτιολογική έκθεση της νομοθετικής πρότασης ότι τα συνολικά αιτήματα κοινολόγησης εγγράφων θα έπρεπε κατά κανόνα να θεωρούνται υπερβολικά και ασύμβατα με την υποχρέωση του αιτούντος να υποδεικνύει αποδεικτικά στοιχεία (ή κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων) με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο. Για να αποφευχθεί η αλίευση πληροφοριών, τα επιμέρους αποδεικτικά στοιχεία ή κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να ορίζονται με όσο το δυνατόν πιο σαφή και συγκεκριμένο τρόπο από τον ενάγοντα.

    Τροπολογία  27

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 3 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια περιορίζουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων στην έκταση που επιτρέπει η αρχή της αναλογικότητας. Για να κρίνουν αν η κοινολόγηση που ζητά ένας διάδικος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων διαδίκων και τρίτων. Ειδικότερα, λαμβάνουν υπόψη:

    3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια περιορίζουν την κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων στην έκταση που επιτρέπει η αρχή της αναλογικότητας και στο μέτρο που σχετίζεται με αγωγή αποζημίωσης στην Ένωση. Για να κρίνουν αν η κοινολόγηση που ζητά ένας διάδικος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα νόμιμα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων ιδιωτών διαδίκων. Ειδικότερα, λαμβάνουν υπόψη:

    Αιτιολόγηση

    Η διατήρηση επαρκών κινήτρων στο πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης είναι υψίστης σημασίας για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για τον εντοπισμό αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών. Εάν δεν εντοπίζεται καμία, ή εντοπίζεται ελάχιστη, αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, τελικά δεν υπάρχουν θύματα προς αποζημίωση. Συνεπώς, τα έγγραφα που έχει προσκομίσει ο αιτών πρέπει να προστατεύονται, ενώ η πρόβλεψη μιας αυτής καθεαυτήν προστασίας είναι ασύμβατη με το πρωτογενές δίκαιο (Donau Chemie).

    Τροπολογία  28

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 3 – στοιχείο α α (νέο)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    αα) την ανάγκη να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα κατά την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από δημόσιους φορείς, ιδίως όσον αφορά τους κινδύνους που ενέχει η κοινολόγηση εγγράφων:

     

    i) στα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης υπό τη διαχείριση των αρχών ανταγωνισμού·

     

    ii) στις διαδικασίες διακανονισμού υπό τη διαχείριση των αρχών ανταγωνισμού·

     

    iii) στις εσωτερικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο των αρχών ανταγωνισμού και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού·

    Αιτιολόγηση

    Η διατήρηση επαρκών κινήτρων στο πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης είναι υψίστης σημασίας για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για τον εντοπισμό αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών. Εάν δεν εντοπίζεται καμία, ή εντοπίζεται ελάχιστη, αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, τελικά δεν υπάρχουν θύματα προς αποζημίωση. Αυτή η σημαντική παράμετρος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τους εθνικούς δικαστές κατά τη διαταγή κοινολόγησης.

    Τροπολογία  29

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 4

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών από ακατάλληλη χρήση στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι καθίστανται διαθέσιμα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν αυτές τις πληροφορίες στο πλαίσιο των αγωγών αποζημίωσης.

    4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών από ακατάλληλη χρήση στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι καθίστανται διαθέσιμα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν αυτές τις πληροφορίες στο πλαίσιο των αγωγών αποζημίωσης εντός της Ένωσης. Το συμφέρον των επιχειρήσεων να αποφεύγουν αγωγές αποζημίωσης σε περίπτωση παραβίασης δεν συνιστά εμπορικό συμφέρον άξιο προστασίας.

    Αιτιολόγηση

    Το συμφέρον για αποφυγή αγωγών αποζημίωσης σε περίπτωση παραβίασης κανόνων του ανταγωνισμού δεν συνιστά εμπορικό συμφέρον άξιο προστασίας, δεδομένου ότι αντιτίθεται άμεσα στο ουσιαστικό δικαίωμα αποζημίωσης (πρβλ. CDC Hydrogen Peroxide κατά Επιτροπής (T-437/08)).

    Τροπολογία  30

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 5 – παράγραφος 8

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    8. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 και των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 6, το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν κανόνες που οδηγούν σε ευρύτερη κοινολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.

    διαγράφεται

    Αιτιολόγηση

    Η διατήρηση επαρκών κινήτρων στο πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης είναι υψίστης σημασίας για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για τον εντοπισμό αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών. Εάν δεν εντοπίζεται καμία, ή εντοπίζεται ελάχιστη, αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, τελικά δεν υπάρχουν θύματα προς αποζημίωση. Πρέπει να διασφαλίζονται τα ίδια επίπεδα προστασίας για να διατηρείται η αποτελεσματικότητα του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης.

    Τροπολογία  31

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    α) εταιρικές δηλώσεις περί επιεικούς μεταχείρισης· και

    α) όλα τα νέα ενοχοποιητικά έγγραφα που παρέχονται από τον αιτούντα επιεική μεταχείριση· και

    Τροπολογία  32

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 7 α (νέο)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    Άρθρο 7α

     

    Καταγγελίες παρατυπιών

     

    1. Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει ή προτίθεται να διαπράξει αξιόποινη πράξη κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, μπορεί να κοινοποιήσει τις σχετικές πληροφορίες σε μια αρχή ανταγωνισμού και να ζητήσει την τήρηση της εμπιστευτικότητας όσον αφορά την ταυτότητά του.

     

    2. Η αρχή ανταγωνισμού μεταχειρίζεται ως εμπιστευτικά τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου που κοινοποίησε πληροφορίες στην αρχή ανταγωνισμού δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1, και στο οποίο έχει παρασχεθεί βεβαίωση εμπιστευτικότητας.

    Αιτιολόγηση

    Προκειμένου να ενθαρρύνονται οι πολίτες να παρέχουν πληροφορίες στις αρχές ανταγωνισμού, θα πρέπει η παρούσα οδηγία να προβλέπει ρητώς την προστασία της ταυτότητας του καταγγέλλοντος παρατυπίες. Ακόμα και αν οι πληροφορίες που παρέχονται δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς ως αποδεικτικά στοιχεία σε υποθέσεις συμπράξεων, η αρχή ανταγωνισμού θα μπορεί να προβεί σε έρευνα.

    Τροπολογία  33

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να επιβάλλουν κυρώσεις σε βάρος διαδίκων, τρίτων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στις εξής περιπτώσεις:

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια επιβάλλουν αποτελεσματικές κυρώσεις σε βάρος διαδίκων, τρίτων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στις εξής περιπτώσεις:

    Τροπολογία  34

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – σημείο iii

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    iii) ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία γνώριζε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν χρήσιμα για εκκρεμείς ή μελλοντικές αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν από τον ίδιο ή εναντίον του·

    iii) ο διάδικος που κατέστρεψε τα στοιχεία γνώριζε ή μπορούσε ευλόγως να συναγάγει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν χρήσιμα για εκκρεμείς ή μελλοντικές αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν από τον ίδιο ή εναντίον του·

    Τροπολογία  35

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 9 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν, στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 της Συνθήκης ή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης απόφασης σχετικά με παραβίαση εκδοθείσας από εθνική αρχή ανταγωνισμού ή αναθεωρητικό δικαστήριο, τα εν λόγω δικαστήρια δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την εν λόγω διαπίστωση ύπαρξης παραβίασης. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης.

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν, στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 της Συνθήκης ή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο τελεσίδικης απόφασης σχετικά με παραβίαση εκδοθείσας από εθνική αρχή ανταγωνισμού ή αναθεωρητικό δικαστήριο, τα εν λόγω δικαστήρια δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις που συγκρούονται με την εν λόγω διαπίστωση ύπαρξης παραβίασης. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και τα δικαιώματα υπεράσπισης σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη, καθώς και το δικαίωμα σε δίκαιη δικαστική ακρόαση σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΑΔ. Συνεπώς, οι αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων ανταγωνισμού είναι δεσμευτικές υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπήρξαν πρόδηλα σφάλματα κατά την έρευνα, και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί τα δικαιώματα της υπεράσπισης.

    Αιτιολόγηση

    Προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα υπεράσπισης για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, ο δεσμευτικός χαρακτήρας δεν ισχύει όταν δεν έχουν τηρηθεί τα εν λόγω δικαιώματα.

    Τροπολογία  36

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 10 – παράγραφος 2 – σημείο ii

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    ii) τον χαρακτηρισμό της εν λόγω συμπεριφοράς ως παραβίασης της ενωσιακής ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού,

    ii) τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν την εν λόγω συμπεριφορά παραβίαση της ενωσιακής ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού,

    Τροπολογία  37

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 10 – παράγραφος 5

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται εάν μια αρχή ανταγωνισμού λάβει μέτρα για την έρευνα ή κινήσει διαδικασία για παράβαση, με την οποία σχετίζεται η αγωγή αποζημίωσης. Η αναστολή λήγει τουλάχιστον ένα έτος μετά την τελεσιδικία της απόφασης για την παράβαση ή την περάτωση της διαδικασίας με άλλον τρόπο.

    5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται εάν μια αρχή ανταγωνισμού λάβει μέτρα για την έρευνα ή κινήσει διαδικασία για παράβαση, με την οποία σχετίζεται η αγωγή αποζημίωσης. Η αναστολή λήγει τουλάχιστον δύο έτη μετά την τελεσιδικία της απόφασης για την παράβαση ή την περάτωση της διαδικασίας με άλλον τρόπο.

    Αιτιολόγηση

    Λαμβάνοντας υπόψη τον περίπλοκο οικονομικό χαρακτήρα και τη δυσκολία να εγείρονται έγκαιρα αξιώσεις αποζημιώσεων που προκύπτουν από αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, και συνεκτιμώντας τις ασυμμετρίες πληροφόρησης ιδίως για τους καταναλωτές, είναι σκόπιμο η περίοδος αναστολής να παραταθεί κατά ένα έτος προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματικά το δικαίωμα των εναγόντων σε πλήρη αποζημίωση.

    Τροπολογία  38

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 10 – παράγραφος 5 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    5α. Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, οι αγωγές αποζημίωσης ασκούνται εντός 10 ετών από τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτές.

    Τροπολογία  39

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 12 – παράγραφος 1 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    1α. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το εθνικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εκτιμήσει ποιο μερίδιο της εν λόγω επιπλέον επιβάρυνσης μετακυλίστηκε.

    Αιτιολόγηση

    Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο λόγος, για τον οποίον το εθνικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εκτιμά το μερίδιο της επιπλέον επιβάρυνσης που μετακυλίστηκε, είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η ασυμμετρία πληροφόρησης.

    Τροπολογία  40

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 12 – παράγραφος 2

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    2. Στο μέτρο που η επιπλέον επιβάρυνση έχει μετακυλιστεί σε πρόσωπα στο επόμενο επίπεδο της αλυσίδας εφοδιασμού για τα οποία είναι αδύνατο από νομικής άποψης να ζητήσουν αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν, ο εναγόμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ένσταση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο.

    διαγράφεται

    Αιτιολόγηση

    Είναι δύσκολο να δοθεί ορισμός του «αδύνατου από νομικής άποψης». Επιπλέον, νομικά εμπόδια που θα καθιστούσαν «αδύνατο από νομικής άποψης» για τους έμμεσους πελάτες να αξιώσουν αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν, θα παραβίαζαν τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (πρβλ. υπόθεση Courage και Crehan· υπόθεση Manfredi) και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει καταρχάς να υφίστανται. Η προτεινόμενη διατύπωση μπορεί να οδηγήσει στη χορήγηση αποζημίωσης σε ενάγοντες που δεν έχουν υποστεί καμία ζημία, και/ή σε υπεραποζημίωση.

    Τροπολογία  41

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 13 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκτιμήσει ποιο μερίδιο της εν λόγω επιπλέον επιβάρυνσης μετακυλίστηκε.

    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκτιμήσει ποιο μερίδιο της εν λόγω επιπλέον επιβάρυνσης μετακυλίστηκε. Τα δικαστήρια επικουρούνται μέσω σαφών, απλών και κατανοητών κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδει η Επιτροπή.

    Τροπολογία  42

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 15 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αγωγές αποζημίωσης από ενάγοντες που βρίσκονται σε διαφορετικές βαθμίδες της αλυσίδας εφοδιασμού να οδηγούν σε πολλαπλή ευθύνη του παραβάτη, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε υποθέσεις στις οποίες έχει αποδειχθεί η πλήρης ή μερική μετακύλιση της επιπλέον επιβάρυνσης, τα εθνικά δικαστήρια που έχουν επιληφθεί των αγωγών αποζημίωσης δεν μπορούν να επιδικάζουν αποζημίωση στον ενάγοντα για αυτό το τμήμα της επιπλέον επιβάρυνσης. Το δικαστήριο έχει την εξουσία εκτίμησης του μεριδίου της επιπλέον επιβάρυνσης το οποίο υπέστη ο άμεσος ή ο έμμεσος αγοραστής.

    Τροπολογία  43

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 16

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παραβίασης από συμπράξεις, τεκμαίρεται ότι η παραβίαση προκάλεσε ζημία. Η παραβάτρια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να καταρρίψει το εν λόγω τεκμήριο.

    1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση σύμπραξης, τεκμαίρεται ότι η παραβίαση προκάλεσε ζημία. Η παραβάτρια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να καταρρίψει το εν λόγω τεκμήριο. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν το ύψος της ζημίας.

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το βάρος απόδειξης και το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων και των πραγματικών ισχυρισμών που απαιτούνται για την ποσοτικοποίηση της ζημίας δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του ζημιωθέντος για αποζημίωση πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκτιμήσει το ύψος της ζημίας.

    2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το βάρος απόδειξης και το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων και των πραγματικών ισχυρισμών που απαιτούνται για την ποσοτικοποίηση της ζημίας δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του ζημιωθέντος για αποζημίωση πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή.

    Τροπολογία  44

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 17 – παράγραφος 2 α (νέα)

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

     

    2α. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές ανταγωνισμού που συναποτελούν το δίκτυο δημόσιων αρχών που εφαρμόζει τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης, μπορούν να αναστείλουν τη διαδικασία στις περιπτώσεις που οι διάδικοι συμμετέχουν σε διαδικασία συναινετικής επίλυσης διαφορών σχετικά με την αξίωση αποζημίωσης.

    Αιτιολόγηση

    Προς το συμφέρον των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, η αποζημίωση πρέπει να είναι οικονομικά αποδοτική, έγκαιρη και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου, η έγκαιρη συναινετική επίλυση των διαφορών πρέπει να ενθαρρυνθεί με την παροχή κινήτρων συνδεδεμένων με το πρόστιμο που καθορίζεται από τις αρχές ανταγωνισμού, διασφαλίζοντας έτσι την εν λόγω οικονομικά αποδοτική, έγκαιρη και αποτελεσματική αποζημίωση. Εάν η αρχή ανταγωνισμού θεωρεί ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται είναι ακριβής και νόμιμη, πρέπει να τη λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό του προστίμου.

    Τροπολογία  45

    Πρόταση οδηγίας

    Άρθρο 19 – παράγραφος 1

    Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

    Τροπολογία

    Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την παρούσα οδηγία και θα υποβάλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις [...] το αργότερο [υπολογίζεται με βάση την παρέλευση 5 ετών από την ημερομηνία που καθορίζεται ως προθεσμία για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.]

    Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την παρούσα οδηγία και θα υποβάλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις [...] το αργότερο [υπολογίζεται με βάση την παρέλευση 5 ετών από την ημερομηνία που καθορίζεται ως προθεσμία για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.]

     

    Η έκθεση συνοδεύεται από συνεκτική απολογιστική εκτίμηση της λειτουργίας του μηχανισμού συλλογικής προσφυγής και του μηχανισμού συλλογικής εναλλακτικής επίλυσης διαφορών στον τομέα του ανταγωνισμού, όπου θα αξιολογηθεί ιδιαίτερα κατά πόσον είναι σκόπιμη η διεύρυνση της εφαρμογής των εν λόγω μηχανισμών και σε άλλους τομείς, και η θέσπιση ενός τέτοιου μηχανισμού σε επίπεδο ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών και η ισορροπημένη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Έγγραφα αναφοράς

    COM(2013)0404 – C7-0170/2013 – 2013/0185(COD)

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

           Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    ECON

    1.7.2013

     

     

     

    Γνωμοδότηση της

           Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    IMCO

    1.7.2013

    Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

           Ημερομηνία ορισμού

    Olle Schmidt

    9.7.2013

    Εξέταση στην επιτροπή

    14.10.2013

    27.11.2013

    16.12.2013

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    17.12.2013

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    31

    0

    1

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Pablo Arias Echeverría, Birgit Collin-Langen, Lara Comi, Vicente Miguel Garcés Ramón, Małgorzata Handzlik, Philippe Juvin, Toine Manders, Hans-Peter Mayer, Sirpa Pietikäinen, Phil Prendergast, Mitro Repo, Robert Rochefort, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Catherine Stihler, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler, Преслав Борисов

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Jürgen Creutzmann, Ildikó Gáll-Pelcz, Roberta Metsola, Olle Schmidt, Jutta Steinruck, Marc Tarabella, Kerstin Westphal, Κωνσταντίνος Πουπάκης, Συλβάνα Ράπτη

    Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Luis Manuel Capoulas Santos

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβιάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Έγγραφα αναφοράς

    COM(2013)0404 – C7-0170/2013 – 2013/0185(COD)

    Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

    11.6.2013

     

     

     

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

    Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    ECON

    1.7.2013

     

     

     

    Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)

    Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    ITRE

    1.7.2013

    IMCO

    1.7.2013

    JURI

    1.7.2013

     

    Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

    Ημερομηνία της απόφασης

    ITRE

    8.7.2013

     

     

     

    Συνδεδεμένη(ες) επιτροπή(ες)

    Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    JURI

    12.12.2013

     

     

     

    Εισηγητής(ές)

    Ημερομηνία ορισμού

    Andreas Schwab

    18.6.2013

     

     

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    17.10.2013

    25.11.2013

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    27.1.2014

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    40

    3

    4

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Marino Baldini, Burkhard Balz, Jean-Paul Besset, Sharon Bowles, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Markus Ferber, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Liem Hoang Ngoc, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Philippe Lamberts, Werner Langen, Astrid Lulling, Ivana Maletić, Alfredo Pallone, Antolín Sánchez Presedo, Peter Simon, Kay Swinburne, Sampo Terho, Marianne Thyssen, Pablo Zalba Bidegain

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Pervenche Berès, Zdravka Bušić, Sari Essayah, Robert Goebbels, Olle Ludvigsson, Andreas Schwab

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 187, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Marta Andreasen, Alejandro Cercas, António Fernando Correia de Campos, Jürgen Creutzmann, Andrew Duff, Richard Howitt, Tunne Kelam, Eduard Kukan, Verónica Lope Fontagné, George Lyon, Emma McClarkin, Evelyn Regner, Alda Sousa, Alf Svensson

    Ημερομηνία κατάθεσης

    4.2.2014