ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την προώθηση της ανάπτυξης μέσω υπεύθυνων επιχειρηματικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της εξορυκτικής βιομηχανίας στις αναπτυσσόμενες χώρες

19.2.2014 - (2013/2126 (INI))

Επιτροπή Ανάπτυξης
Εισηγήτρια: Judith Sargentini

Διαδικασία : 2013/2126(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A7-0132/2014
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A7-0132/2014
Συζήτηση :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την προώθηση της ανάπτυξης μέσω υπεύθυνων επιχειρηματικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου την εξορυκτικής βιομηχανίας στις αναπτυσσόμενες χώρες

(2013/2126 (INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση της Αντίς Αμπέμπα για την ανάπτυξη και τη διαχείριση των ορυκτών πόρων της Αφρικής, που εγκρίθηκε από την πρώτη σύνοδο υπουργών ορυκτών πόρων της Αφρικανικής Ένωσης τον Οκτώβριο του 2008,

–   έχοντας υπόψη το «Αφρικανικό όραμα για τους ορυκτούς πόρους», που εγκρίθηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων κατά τη σύνοδο κορυφής της Αφρικανικής Ένωσης τον Φεβρουάριο του 2009,

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση της Λουζάκα, στο πλαίσιο της έκτακτης συνόδου κορυφής της ICGLR (Διεθνής Διάσκεψη για την Περιοχή των Μεγάλων Λιμνών) για την καταπολέμηση της παράνομης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, της 15ης Δεκεμβρίου 2010[1],

–   έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης για την υλοποίηση του αφρικανικού οράματος για τους ορυκτούς πόρους, που εγκρίθηκε κατά τη δεύτερη σύνοδο των υπουργών ορυκτών πόρων της Αφρικανικής Ένωσης, η οποία έλαβε χώρα στην Αντίς Αμπέμπα τον Δεκέμβριο του 2011,

–   έχοντας υπόψη τις 10 αρχές για την ενσωμάτωση της διαχείρισης των κινδύνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεων μεταξύ κρατών και επενδυτών, οι οποίες προτάθηκαν από τον ειδικό εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα στη 17η Σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, τον Μάιο του 2011,

–   έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την υπεύθυνη διαχείριση των αλυσίδων εφοδιασμού με ορυκτά από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και περιοχές υψηλού κινδύνου, οι οποίες περιλαμβάνουν λεπτομερείς συστάσεις για να βοηθηθούν οι εταιρείες να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και να αποφεύγουν τη χρηματοδότηση συγκρούσεων μέσω των πρακτικών εφοδιασμού που ακολουθούν[2],

–   έχοντας υπόψη το διεθνές πρότυπο διαφάνειας της Πρωτοβουλίας για τη διαφάνεια των εξορυκτικών βιομηχανιών (EITI), το οποίο διασφαλίζει τη δημοσίευση των εσόδων των κυβερνήσεων που προέρχονται από την εκμετάλλευση φυσικών πόρων,

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση της συνόδου της G8 στο Lough Erne, τον Ιούνιο του 2013, στην οποία οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων επανέλαβαν τη σημασία της διαφανούς και υπεύθυνης διαχείρισης των φυσικών πόρων και της αντίστοιχης αλυσίδας εφοδιασμού[3],

–   έχοντας υπόψη την τελική δήλωση της G20, που δημοσιεύθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2013, στην οποία οι παγκόσμιοι ηγέτες εκφράζουν τη στήριξή τους στην Πρωτοβουλία για τη διαφάνεια των εξορυκτικών βιομηχανιών (EITI),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A7-0132/2014),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι, για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, οι δραστηριότητες εξόρυξης φυσικών πόρων αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ και, συχνά, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων σε ξένο συνάλλαγμα και των ξένων επενδύσεων·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αφρική διαθέτει μερικά από τα μεγαλύτερα αποθέματα ορυκτών στον κόσμο και ότι τα κέρδη που προέρχονται από την εξόρυξη των ορυκτών πόρων της Αφρικής θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας, την εξάλειψη της φτώχειας και την επίτευξη ταχείας και ευρείας κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης· λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι οι αφρικανικές χώρες εξακολουθούν να χρειάζονται την ανάπτυξη και εφαρμογή συνεκτικών στρατηγικών, προκειμένου να μετατρέψουν την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων σε κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση των οικονομιών τους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι φυσικοί πόροι μπορούν να αποτελέσουν σημαντική κινητήριο δύναμη οικονομικής μεγέθυνσης και κοινωνικής ανάπτυξης, αν η διαχείριση των εσόδων πραγματοποιείται με ορθό και διαφανή τρόπο·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διενέξεις για το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα ορυκτά, την ξυλεία και άλλους φυσικούς πόρους καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση ως πηγές συγκρούσεων παγκοσμίως· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ανταγωνισμός για πόρους, π.χ. χερσαίους και υδάτινους, εντείνεται και επιδεινώνει τις υφιστάμενες συγκρούσεις ή πυροδοτεί νέες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κακή διαχείριση της γης και των φυσικών πόρων επιδεινώνεται από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την αύξηση του πληθυσμού και την κλιματική αλλαγή·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παραδόξως, οι χώρες με πλούσιους φυσικούς πόρους βρίσκονται συχνά σε δυσμενέστερη θέση από ό,τι άλλες χώρες (πρόκειται για το φαινόμενο της «κατάρας των πόρων») και ότι ο έλεγχος, η εκμετάλλευση, το εμπόριο και η φορολόγηση των ορυκτών συντελούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο ξέσπασμα ένοπλων συγκρούσεων (το πρόβλημα των ορυκτών που αποτελούν αιτία συρράξεων)·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα οφέλη που αποφέρουν οι εξορυκτικές δραστηριότητες στους τοπικούς πληθυσμούς δεν μπορούν συχνά να αξιοποιηθούν στην πράξη ή εξουδετερώνονται σε μεγάλο βαθμό από τις αρνητικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τοπικές ή εθνικές αρχές μπορούν, με την άσκηση αποτελεσματικότερης διακυβέρνησης και την αύξηση της διαφάνειας, να αυξήσουν τα οφέλη που αποφέρουν οι εξορυκτικές δραστηριότητες στους τοπικούς πληθυσμούς, αντισταθμίζοντας έτσι τις πιθανές κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αξιολογήσεις περιβαλλοντικού και κοινωνικού αντικτύπου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία των δικαιωμάτων των ενδογενών πληθυσμών στις περιοχές εξόρυξης·

H. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2008 η Παγκόσμια Τράπεζα εκτίμησε πως το 90% της παραγωγής ορυκτών της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό προέρχεται από εργάτες ορυχείων μικρής κλίμακας που δεν έχουν δηλωθεί και εργάζονται σε απομακρυσμένες και μη ασφαλείς περιοχές οι οποίες ελέγχονται από ένοπλες ομάδες·

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εξορυκτικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας προσφέρουν σημαντική απασχόληση, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τυποποίηση των βιοτεχνικών και μικρής κλίμακας εξορυκτικών δραστηριοτήτων (ASM) είναι απαραίτητη για την τόνωση της τοπικής/εθνικής επιχειρηματικότητας, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την προώθηση της ολοκληρωμένης αγροτικής, κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης· λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι ο άτυπος χαρακτήρας των βιοτεχνικών και μικρής κλίμακας εξορυκτικών δραστηριοτήτων στην Αφρική τις καθιστά τις πλέον εκτεθειμένες στο οργανωμένο έγκλημα και τις παραστρατιωτικές οργανώσεις, ενώ εμπερικλείει μια σειρά προκλήσεων, όπως η παιδική εργασία, οι οποίες δεν επιτρέπουν την πλήρη αξιοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων που προσφέρουν οι δραστηριότητες αυτές·

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξορυκτική βιομηχανία θα πρέπει να προωθεί την ανάπτυξη τεχνολογικών και καινοτόμων κλάδων και να προσφέρει λύσεις κυρίως όσον αφορά την αποδοτικότητα των πόρων, την ενεργειακή απόδοση, τον οικολογικό σχεδιασμό, τη βελτίωση των επιδόσεων, την ανακύκλωση, και την κυκλική οικονομία, από τις οποίες πρέπει να επωφεληθούν τόσο οι αναπτυσσόμενες όσο και οι αναπτυγμένες χώρες·

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το αφρικανικό όραμα για τους ορυκτούς πόρους παρέχει ένα πλαίσιο για την πιο συνεκτική και σταθερή ενσωμάτωση του τομέα στην οικονομία και στην κοινωνία της ηπείρου·

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν σύνηθες φαινόμενο στον τομέα της εξορυκτικής βιομηχανίας και περιλαμβάνουν την παιδική εργασία, τη σεξουαλική βία, την εξαφάνιση ανθρώπων, την παραβίαση του δικαιώματος διαβίωσης σε ένα καθαρό περιβάλλον, την απώλεια γης και μέσων βιοπορισμού χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς επαρκή αποζημίωση, την αναγκαστική επανεγκατάσταση και την καταστροφή χώρων με τελετουργική και πολιτιστική σημασία·

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταναγκαστική εργασία και η άρνηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων παραμένουν μείζονες ανησυχίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συχνά εξαιρετική ανεπάρκεια ή πλήρης έλλειψη προτύπων ασφάλειας και υγιεινής προκαλεί μεγάλη ανησυχία, ιδίως για τα ορυχεία μικρής κλίμακας, τα οποία συχνά λειτουργούν σε ιδιαίτερα επισφαλείς συνθήκες·

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευθύνη του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί παγκόσμιο πρότυπο αναμενόμενης συμπεριφοράς για όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως του τόπου δραστηριότητάς τους, όπως υπενθυμίζεται στις Κατευθυντήριες Αρχές για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που ετοίμασε ο ειδικός εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις, John Ruggie· λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι δεν έχει επιτευχθεί ευρεία συναίνεση σχετικά με το τι ακριβώς συνεπάγεται η ευθύνη αυτή, και ότι η πρόοδος στην επίτευξη του πλήρους σεβασμού παρεμποδίζεται σημαντικά, μεταξύ άλλων από την έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών παρακολούθησης, υποβολής εκθέσεων, ελέγχου και λογοδοσίας·

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πληθώρα κωδίκων δεοντολογίας, προτύπων και συστημάτων πιστοποίησης με διαφορετικό θεματικό πεδίο εφαρμογής στον τομέα της ΕΚΕ καθιστά δυσχερή ή αδύνατη την πραγματοποίηση αξιολογήσεων, συγκρίσεων και ελέγχων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πληθώρα αυτή οφείλεται σε πολλές παραμέτρους, όπως η ανεπαρκής δέσμευση για την επίτευξη μιας ΕΚΕ που θα λειτουργεί αποτελεσματικά, και στη χαλαρή εφαρμογή από επιχειρήσεις που επιζητούν την αναγνώρισή τους ως κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνων·

ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι για να αυξηθεί η αποδοτικότητα και να επιτευχθεί ισότητα στον τομέα της ΕΚΕ είναι καθοριστικό να εγκαταλειφθεί το τρέχον σύστημα «à la carte», στο πλαίσιο του οποίου οι εταιρείες επιλέγουν κώδικες και πρότυπα σύμφωνα με τις δικές τους προτιμήσεις, και να υιοθετηθούν κοινά πρότυπα για ολόκληρη τη βιομηχανία·

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το «πράσινο ξέπλυμα» -η προβολή μιας εικόνας δήθεν θετικής περιβαλλοντικής ενέργειας με στόχο την εξαπάτηση του κοινού και την απόσπαση της προσοχής του από επιβλαβείς για το περιβάλλον πρακτικές- παραπλανά τους καταναλωτές, το ευρύ κοινό και τις ρυθμιστικές αρχές όσον αφορά τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, και υπονομεύει την άσκηση υπεύθυνης επιχειρηματικής συμπεριφοράς, και θα πρέπει, για τους λόγους αυτούς, να καταπολεμηθεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι, γενικότερα, οι εταιρείες που χρησιμοποιούν την ΕΚΕ ως μέσο εμπορικής προώθησης πρέπει να εξασφαλίζουν την ακρίβεια των σχετικών ισχυρισμών·

ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή της πρωτοβουλίας για τη διαφάνεια των εξορυκτικών βιομηχανιών αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των εσόδων, με στόχο τη μείωση του κινδύνου της διαφθοράς και την επίτευξη ισότιμου καταμερισμού των οφελών·

ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι παρόλο που κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες πολλές αφρικανικές χώρες έχουν ελευθερώσει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία, το εμπόριο και τις επενδύσεις, δεν έχουν επιτύχει σημαντική οικονομική διαφοροποίηση και έχουν κατά μέσο όρο λιγότερο διαφοροποιημένες οικονομίες, οι οποίες είναι πιο συγκεντρωμένες, για παράδειγμα, στην εξαγωγή ορυκτών και γεωργικών προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας, που είναι αμφότερα εξαιρετικά ευαίσθητα στις εξωτερικές διαταραχές των τιμών· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι προσπάθειες θα πρέπει σήμερα να επικεντρώνονται στην επίτευξη μεγαλύτερης οικονομικής διαφοροποίησης, ήτοι στη μείωση της εξάρτησης από τις εξορυκτικές βιομηχανίες ή τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων·

Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη δήλωση της Αντίς Αμπέμπα για την ανάπτυξη και τη διαχείριση των ορυκτών πόρων της Αφρικής, οι αφρικανικές χώρες καλούνται να εξασφαλίσουν ότι η εθνική αναπτυξιακή πολιτική τους δεν περιορίζεται λόγω των ΣΟΕΣ και των γενικών διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ, και ότι η ελευθέρωση του εμπορίου, που μπορεί να αυξήσει την εξάρτηση των αφρικανικών χωρών χαμηλού εισοδήματος από τα βασικά αγαθά, δεν θα οδηγήσει σε φαινόμενα «εγκλωβισμού»·

ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι από τη δεκαετία του 1980, όταν και πραγματοποιήθηκαν μεταρρυθμίσεις στον εξορυκτικό τομέα υπό την καθοδήγηση της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Λατινική Αμερική στρέφεται πάλι προς την ενίσχυση του ρόλου των κρατικών θεσμών, εστιάζοντας σε εθνικές προτεραιότητες και στόχους οικονομικής ανάπτυξης·

ΚΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι φόροι εξαγωγών εφαρμόζονται ευρέως, παρόλο που πολλές περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες και οι συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης (ΣΟΕΣ) που συνάπτει η ΕΕ απαγορεύουν την εφαρμογή τους·

ΚΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες χώρες ΑΚΕ ανησυχούν για το γεγονός ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει των ΣΟΕΣ στους φόρους εξαγωγών μπορεί να καταστήσουν δυσχερέστερη την ανέλιξη στην αλυσίδα αξίας·

ΚΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά και οι αδιαφανείς συμβάσεις είναι ευρέως διαδεδομένες στην εξορυκτική βιομηχανία·

ΚΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο παγκόσμιος χαρακτήρας των σύγχρονων αλυσίδων εφοδιασμού σημαίνει ότι φυσικοί πόροι που έχουν πυροδοτήσει μερικές από τις πιο βίαιες συγκρούσεις στον κόσμο αποτελούν αντικείμενο αγοροπωλησίας διεθνώς, μεταξύ άλλων από εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ·

ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εθελοντικές προσπάθειες που καταβάλλουν οι εταιρείες προκειμένου να αποφεύγουν την προμήθεια ορυκτών που αποτελούν αιτία συρράξεων, αν και ευπρόσδεκτες, δεν έχουν αποφέρει πάντοτε καρπούς·

ΚΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενότητα 1502 του νόμου Dodd Frank των ΗΠΑ, του 2010, απαιτεί από τις εταιρείες που είναι καταχωρημένες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC), συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών εταιρειών, να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια για τον καθορισμό του εάν τα προϊόντα τους περιέχουν ορυκτά από την πώληση των οποίων έχει χρηματοδοτηθεί η δράση ένοπλων ομάδων στη ΛΔΚ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε συνοδευτική απόφαση, η SEC χαρακτήρισε τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ αξιόπιστο πρότυπο για τη δέουσα επιμέλεια για τις εταιρείες που εφαρμόζουν τον νόμο·

ΚΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τη σχετική επιτυχία των προσπαθειών για τον τερματισμό των συγκρούσεων μέσω της αποτροπής της ροής εσόδων από εξορυκτική δραστηριότητα μικρής κλίμακας προς ένοπλες ομάδες στην περίπτωση των διαμαντιών, απαιτούνται ευρύτερες προσπάθειες για τη θέσπιση ενός ισχυρού νομικού και θεσμικού πλαισίου που θα διέπει τις εξορυκτικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας, πέραν της Διεθνούς Διάσκεψης για την Περιοχή των Μεγάλων Λιμνών (ICGLR)·

Εξορυκτική δραστηριότητα και βιώσιμη ανάπτυξη

1.  επισημαίνει με ανησυχία ότι η μη βιώσιμη εξορυκτική δραστηριότητα μπορεί να έχει τεράστιο αρνητικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο, ιδίως στην Αφρική·

2.  τονίζει ότι η παγκόσμια έκρηξη των τιμών των βασικών προϊόντων, την οποία πυροδότησε η ζήτηση από τις αναδυόμενες οικονομίες, προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία στις πλούσιες σε πόρους αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως της Αφρικής, να αυξήσουν τα έσοδά τους και να τα διοχετεύσουν στην ανάπτυξη, προς το συμφέρον των λαών τους· υποστηρίζει τις εθνικές πολιτικές που αποσκοπούν σε αυτό· επισημαίνει ότι οι νομοθετικές και κανονιστικές μεταρρυθμίσεις είναι συχνά ζωτικής σημασίας, και τονίζει ότι τα απαραίτητα περιθώρια χάραξης πολιτικής δεν θα πρέπει να περιορίζονται από εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες·

3.  τονίζει ότι η εξορυκτική βιομηχανία δεν θα πρέπει μόνο να δημιουργεί έσοδα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη, αλλά να συμβάλλει επίσης στην ανάπτυξη μέσω της ανάπτυξης δεσμών με την τοπική οικονομία, για παράδειγμα μέσω της προσφοράς απασχόλησης και κατάρτισης στον τοπικό πληθυσμό, της αγοράς τοπικών προϊόντων και υπηρεσιών, της επιτόπου επεξεργασίας της εξορυσσόμενης ύλης, και της συμμετοχής σε προσπάθειες για την ανάπτυξη τοπικών κλάδων που χρησιμοποιούν την εξορυσσόμενη ύλη σε κατεργασμένη ή ακατέργαστη μορφή για την παραγωγή τους ή που μπορούν να επωφεληθούν από την παρουσία των μεταλλευτικών επιχειρήσεων με άλλους τρόπους· καλεί τα κράτη μέλη της Αφρικανικής Ένωσης να υλοποιήσουν με συστηματικό τρόπο το αφρικανικό όραμα για τους ορυκτούς πόρους· είναι πεπεισμένο ότι, με τους τρόπους αυτούς, μπορεί να επιταχυνθεί σημαντικά η πρόοδος για την εκπλήρωση των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας· για τον σκοπό αυτό, τονίζει την ανάγκη προώθησης των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης με βάση την περιβαλλοντικά και κοινωνικά υπεύθυνη εξορυκτική δραστηριότητα·

4.  καλεί τις αναπτυσσόμενες χώρες να αναβαθμίσουν την περιφερειακή συνεργασία τους, με την ανάπτυξη και έγκριση κοινών προτύπων και προδιαγραφών για το περιβάλλον, τον κοινωνικό τομέα, την υγεία και την ασφάλεια στον εξορυκτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ASM·

5.  τονίζει την ανάγκη για περιφερειακές και διεθνείς προσεγγίσεις όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων· παροτρύνει τις αναπτυσσόμενες χώρες να λάβουν μέτρα για την ένταξη της βιοτεχνικής και μικρής κλίμακας εξορυκτικής δραστηριότητας στην επίσημη οικονομία, προκειμένου να βελτιώσουν τα μέσα βιοπορισμού, να εξασφαλίσουν μισθούς αξιοπρεπούς διαβίωσης και να ενσωματώσουν τον τομέα ASM στην οικονομία της υπαίθρου και στην εθνική οικονομία, παρέχοντας ταυτόχρονα προσιτή οικονομική και τεχνική στήριξη για τον σκοπό αυτό και εξασφαλίζοντας ένα νομικό καθεστώς που θα παρέχει στους κατόχους δικαιωμάτων ASM επαρκείς εκτάσεις γης με εξασφαλισμένη έγγειο ιδιοκτησία· καλεί την ΕΕ να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες να αυξήσουν την ικανότητά τους σε τοπικό επίπεδο, ώστε να είναι σε θέση να εφαρμόζουν συστήματα παρακολούθησης και πιστοποίησης πριν καταφύγουν στην επιβολή απαγορεύσεων στη μεταφορά μη συμμορφούμενων ορυκτών·

6.  υπογραμμίζει τις προσπάθειες της Ένωσης να στηρίξει την περαιτέρω θεσμική ανάπτυξη και τη δημιουργία ικανοτήτων στους κόλπους των κυβερνήσεων υποδοχής, προκειμένου να θεσπιστεί το αναγκαίο θεσμικό και νομικό πλαίσιο για τη διαχείριση και τη διάθεση των εσόδων από την εξορυκτική βιομηχανία (ΕΒ) με διαφανή και αποτελεσματικό τρόπο· υπογραμμίζει επίσης τις εταιρικές σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ της Ένωσης και της Αφρικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης· ειδικότερα, καλεί την ΕΕ να δώσει προτεραιότητα στη βοήθεια που παρέχει για την ανάπτυξη νομοθεσίας και φορολογικής πολιτικής, προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο τα οφέλη της ανάπτυξης της εξορυκτικής βιομηχανίας, για τη δημιουργία τοπικής απασχόλησης, για τη διαμόρφωση μισθών αξιοπρεπούς διαβίωσης για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, και για την αύξηση των δεσμών μεταξύ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της αλυσίδας εφοδιασμού που σχετίζεται με την ανάπτυξη της εξορυκτικής βιομηχανίας·

7.  τονίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή του ενστερνισμού, οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να συμμετέχουν στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη έργων σχετικών με φυσικούς πόρους, τα οποία θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση τις παραμέτρους των τοπικών αλυσίδων εφοδιασμού και της απασχόλησης της τοπικής κοινότητας·

8.  θεωρεί ουσιαστική την αναγνώριση και διασφάλιση των παραδοσιακών δικαιωμάτων και του πολιτισμού των αυτοχθόνων πληθυσμών στο πλαίσιο της ανάπτυξης της εξορυκτικής βιομηχανίας, καθώς και την εξασφάλιση της προηγούμενης και κατόπιν ενημέρωσης συμμετοχής τους·

9.  τονίζει την ανάγκη να εξασφαλιστεί αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη για τα θύματα παραβιάσεων της κοινωνικής ή περιβαλλοντικής νομοθεσίας από πολυεθνικές εταιρείες·

10. τονίζει ότι, στην περίπτωση που οι εγχώριοι κανονισμοί στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι συχνά ανεπαρκείς για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από εταιρικές παραβάσεις, το πλαίσιο του ΟΗΕ με τίτλο «Προστασία, σεβασμός και επανόρθωση» παρέχει ένα σύνολο ολοκληρωμένων και χρήσιμων αρχών για τον σεβασμό και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις εταιρείες·

11. ζητεί την αποτελεσματική εφαρμογή του Αφρικανικού Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τη διάθεση του πλούτου και των φυσικών πόρων, καθώς και αρχές για την παροχή επαρκούς αποζημίωσης·

12. ζητεί από τις αναπτυσσόμενες χώρες να επικυρώσουν και να εφαρμόσουν τις συμβάσεις και τα μέσα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στον τομέα των ορυκτών, μεταξύ άλλων εξουσιοδοτώντας δημόσιους φορείς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να παρακολουθούν την επιβολή των προτύπων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στον εξορυκτικό τομέα, καθώς επίσης αναπτύσσοντας εργαλεία και μεθοδολογίες για την ενσωμάτωση των ζητημάτων υγείας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις διαδικασίες εκτίμησης επιπτώσεων·

13. επισημαίνει με ανησυχία ότι, κατά τον John Ruggie, ειδικό εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, περίπου τα δύο τρίτα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προέρχονται από τους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της εξόρυξης· τονίζει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ και η διεθνής κοινότητα έχουν καθήκον, σύμφωνα με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, να εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες που λειτουργούν στη δικαιοδοσία τους δεν προκαλούν ούτε συμβάλλουν σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, άμεσα ή έμμεσα, μέσω των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους·

14. εκφράζει την ανησυχία του για τις συνθήκες εργασίας στα ορυχεία μικρής κλίμακας, όπου πολλές θέσεις εργασίας είναι επισφαλείς, δεν συμμορφώνονται καθόλου με τα διεθνή και εθνικά πρότυπα εργασίας, και τα ποσοστά των ατυχημάτων εκτιμάται ότι είναι έξι ή επτά φορές υψηλότερα από ό,τι στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις· καλεί τις κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών και τις μεταλλευτικές εταιρείες να εφαρμόζουν τα θεμελιώδη πρότυπα εργασίας, όπως ορίζονται στις συμβάσεις της ΔΟΕ, προκειμένου να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας για όλους τους εργαζομένους των ορυχείων, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης για την ασφάλεια και την υγιεινή στα ορυχεία·

15. καλεί τα κράτη μέλη της ΕΕ να συνδράμουν περισσότερο στην καταπολέμηση της παιδικής εργασίας στα ορυχεία και να στηρίξουν τις προσπάθειες της ΔΟΕ για την παροχή εκπαιδευτικών ευκαιριών και εναλλακτικών προοπτικών για τη δημιουργία εισοδήματος με στόχο την απομάκρυνση των παιδιών από τις εξορυκτικές δραστηριότητες·

16. εκφράζει την επιδοκιμασία του για το γεγονός ότι τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν αναπτύξει μεθόδους που εξασφαλίζουν πως όσοι επενδύουν σε ορυκτά εκπονούν εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων και εκτιμήσεις κοινωνικών επιπτώσεων· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ανάπτυξη ικανοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες για την επιβολή των απαιτήσεων αυτών παραμένει προβληματική, λόγω οικονομικών εμποδίων και εμποδίων που σχετίζονται με το ανθρώπινο δυναμικό· καλεί, στο πλαίσιο αυτό την ΕΕ να αναβαθμίσει την παροχή τεχνικής βοήθειας, ώστε να μπορέσουν οι αναπτυσσόμενες χώρες να καθιερώσουν την πρακτική της διενέργειας συστηματικής εκτίμησης των κινδύνων για την υγεία, την κοινωνία και το περιβάλλον, προβλέποντας παράλληλα ουσιαστική δημόσια συμμετοχή·

17. υπογραμμίζει τον ρόλο του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας στην ανάπτυξη υπεύθυνων επιχειρηματικών πρακτικών· υπενθυμίζει ότι απαιτείται να βελτιωθεί ο τρόπος ανταλλαγής και αξιοποίησης των γνώσεων για τη δημιουργία θεσμών που μεριμνούν για την εξασφάλιση μεγαλύτερης ακεραιότητας, και να τίθενται στη διάθεση των πολιτών οι πληροφορίες και τα μέσα δράσης για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της λογοδοσίας των κυβερνήσεών τους·

18. ζητεί από τις αρχές να απαγορεύουν τις δραστηριότητες μεταλλευτικής έρευνας και εκμετάλλευσης σε εθνικά πάρκα και τόπους παγκόσμιας κληρονομιάς, και καλεί τις επιχειρήσεις να μην πραγματοποιούν τέτοιου είδους μεταλλευτική έρευνα και εκμετάλλευση·

19. πιστεύει ότι η εξορυκτική βιομηχανία θα μπορούσε και θα πρέπει να προσφέρει την πολύτιμη συμβολή της στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής μέσω της μεταφοράς τεχνολογίας και της πραγματοποίησης υπεύθυνων επενδύσεων· τονίζει, ειδικότερα, ότι οι επιχειρήσεις εξόρυξης μεγάλης κλίμακας θα μπορούσαν να προσφέρουν την τεχνογνωσία για τον μετριασμό των εκπομπών στον τομέα εξόρυξης μικρής και μεσαίας κλίμακας· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την ΕΕ, να επιδιώξει την επίτευξη συμφωνιών σχετικά με τη χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τη μεταφορά τεχνολογίας και την ανάπτυξη ικανοτήτων, καθώς και να αναβαθμίσει τη βοήθειά της προς τις αναπτυσσόμενες χώρες για τη μείωση των εκπομπών CO2·

20. τονίζει την ανάγκη να θεσπιστεί ισχυρή ευρωπαϊκή νομοθεσία για τη δημοσιοποίηση των μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών από ορισμένες μεγάλες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης των εταιρειών να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια με γνώμονα την εκτίμηση κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού τους·

Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα

21. ζητεί την ουσιαστική υλοποίηση της δήλωσης της ΔΟΕ για τις θεμελιώδεις αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα στην εργασία, των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, του Παγκόσμιου Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών (UNGC) και των κατευθυντήριων αρχών των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα (UNGP), μέσω κοινών μηχανισμών για ολόκληρο τον βιομηχανικό κλάδο·

22. καλεί την ΕΥΕΔ και την Επιτροπή να εξασφαλίσουν την τακτική κατάρτιση, για θέματα ΕΚΕ, των εμπορικών ακολούθων της ΕΕ στις αντιπροσωπείες της ΕΕ·

23. καλεί την Επιτροπή να προωθήσει ενεργά την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά μεταξύ των εταιρειών της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, εξασφαλίζοντας την αυστηρή συμμόρφωση προς όλες τις νομικές υποχρεώσεις, και ιδίως προς τα διεθνή πρότυπα και τους κανόνες στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της εργασίας και του περιβάλλοντος·

24. τονίζει ότι το θεματικό πεδίο διαφόρων σχεδίων εφαρμογής της ΕΚΕ είναι συχνά επιλεκτικό, κάτι που ισχύει επίσης για τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα· θεωρεί ότι μια τέτοια κατακερματισμένη προσέγγιση θα αποβεί επιζήμια για την αξιολόγηση της γενικής βιώσιμης επίδοσης μιας εταιρείας· θεωρεί ότι αυτά τα γενικά πλαίσια θα πρέπει, παράλληλα με την κοινή αντίληψη και ορολογία που έχουν αναπτύξει για τις αρχές της ΕΚΕ, να αποτελέσουν τη βάση για τον καθορισμό κοινών διεθνών προτύπων για ολόκληρη τη βιομηχανία που θα ορίζουν τι συνιστά υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική·

25. τονίζει επίσης ότι οι πρωτοβουλίες ΕΚΕ δεν θα πρέπει να θεωρούνται υποκατάστατο της ευθύνης που υπέχει μια κυβέρνηση απέναντι στους πολίτες της όσον αφορά την παροχή βασικών υποδομών και άλλων δημόσιων αγαθών, αλλά συμπλήρωμά της·

Καθεστώτα διεθνούς εμπορίου και επενδύσεων

26. καλεί την ΕΕ να αξιοποιήσει τις εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις της με βασικές χώρες εταίρους (π.χ. ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία, Βραζιλία και Ινδία) για να προωθήσει τον διάλογο για την ΕΚΕ· καλεί επίσης την ΕΕ να εκπονεί εκτιμήσεις επιπτώσεων όσον αφορά τη βιωσιμότητα των προτεινόμενων εμπορικών συμφωνιών πριν αρχίσει διαπραγματεύσεις· ζητεί τη σύναψη επενδυτικών συνθηκών με στόχο την ενίσχυση των θετικών πρακτικών ΕΚΕ και την υποβολή εκθέσεων·

27. επισημαίνει ότι το σημερινό διεθνές καθεστώς για το εμπόριο και τις επενδύσεις περιορίζει τη δυνατότητα των αναπτυσσόμενων χωρών να χρησιμοποιήσουν το πλήρες φάσμα των μέσων που είχαν αξιοποιήσει κατά το παρελθόν οι σημερινές ανεπτυγμένες χώρες ως μέρος των στρατηγικών εκβιομηχάνισης που εφάρμοζαν· τονίζει ότι οι εμπορικές συμφωνίες θα πρέπει να σέβονται την ανάγκη των αναπτυσσόμενων χωρών να διαφοροποιήσουν τις οικονομίες τους και να αναβαθμίσουν τις τεχνολογίες τους·

28. αναγνωρίζει τη σημασία των ξένων άμεσων επενδύσεων για τη βιομηχανική ανάπτυξη, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι υπερβολικά ευνοϊκοί όροι για άμεσες ξένες επενδύσεις στον μεταλλευτικό τομέα, που πρόσφεραν κατά τη δεκαετία του 1980 και του 1990 οι αναπτυσσόμενες χώρες, σε συνδυασμό με την κακοδιαχείριση, τη διαφθορά, την έλλειψη λογοδοσίας και την απουσία κανονιστικού καθεστώτος στο εσωτερικό τους, δεν επέτρεψαν στις χώρες αυτές να αποκτήσουν ένα δίκαιο μερίδιο των κερδών από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων τους, που τους ήταν απολύτως αναγκαίο για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξή τους·

29. συμμερίζεται τον προβληματισμό του ειδικού εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, σχετικά με το γεγονός ότι οι τρέχουσες μέθοδοι προστασίας των δικαιωμάτων των επενδυτών στις συμβάσεις και τις διεθνείς συμφωνίες περιορίζουν τη δυνατότητα των κρατών να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα· τονίζει την ανάγκη να εξευρεθεί ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των επενδυτών και των υποχρεώσεων για βιώσιμη ανθρώπινη ανάπτυξη·

30. παροτρύνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να εφαρμόσουν τις 10 αρχές του ειδικού εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, που αποσκοπούν στην ενσωμάτωση της διαχείρισης των κινδύνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεων μεταξύ κρατών και επενδυτών, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ρήτρες σταθεροποίησης δεν υπονομεύουν την προστασία και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· καλεί την ΕΕ να στηρίξει την ανάπτυξη ικανοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες όσον αφορά τη διαπραγμάτευση και την εφαρμογή ρητρών για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τη βιώσιμη ανάπτυξη στις επενδυτικές συμφωνίες·

31. τονίζει ότι οι απαιτήσεις επιδόσεων που έχουν ως στόχο, για παράδειγμα, την αύξηση των δεσμών μεταξύ ξένων επενδυτών και τοπικών κατασκευαστών είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της βιομηχανικής πολιτικής· τονίζει ότι οι επενδυτικές συμφωνίες θα πρέπει να εξασφαλίζουν την εκπλήρωση των απαιτήσεων για χρήση τοπικού περιεχομένου και μεταφορά τεχνολογίας, ώστε να ενθαρρύνονται οι ξένες επιχειρήσεις να αναπτύσσουν δεσμούς με προγενέστερα και μεταγενέστερα στάδια παραγωγής και να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη του κράτους υποδοχής·

32. παροτρύνει τις αφρικανικές χώρες να εντείνουν τις προσπάθειές τους για περιφερειακή ολοκλήρωση προκειμένου να εξαλειφθούν ορισμένα ενδοαφρικανικά εμπόδια στην εκβιομηχάνιση με βάση την εξόρυξη·

33. υπογραμμίζει ότι οι φόροι εξαγωγών επιτρέπονται υπό το καθεστώς του ΠΟΕ και μπορούν να αποτελέσουν μέρος στρατηγικών πολιτικής που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη των εγχώριων κατασκευαστικών ή μεταποιητικών κλάδων·

Οφέλη από τα έσοδα

34. καλεί την ΕΕ να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες στη διαπραγμάτευση επενδυτικών συμφωνιών που θα αποφέρουν βιώσιμες κοινωνικές παροχές και βελτιωμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες· επισημαίνει ότι οι εταιρείες εξόρυξης, πιέζοντας τις κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών να ελαχιστοποιήσουν τους φόρους και τα δικαιώματα που επιβάλλουν, αποδυναμώνουν ουσιαστικά τη φορολογική ικανότητα του κράτους, ενώ, από την άλλη πλευρά, η «κλιμάκωση των δασμών» που εφαρμόζει η ΕΕ στα τελικά προϊόντα καθιστά δυσχερέστερη για τις αναπτυσσόμενες χώρες την παραγωγή πρώτων υλών για την επεξεργασία και την παραγωγή προϊόντων προστιθέμενης αξίας προς εξαγωγή·

35. τονίζει την ανάγκη για διαπραγμάτευση και εφαρμογή φορολογικών συμβάσεων με τις αναπτυσσόμενες χώρες, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις θα καταβάλλουν τους φόρους που τους αναλογούν· καλεί, γενικότερα, την ΕΕ να αυξήσει τη στήριξή της προς τις αναπτυσσόμενες χώρες προκειμένου να τις βοηθήσει στις φορολογικές μεταρρυθμίσεις και στην ενίσχυση των φορολογικών διοικήσεων, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η σωστή συλλογή, διαχείριση και κατανομή των εσόδων από τα ορυκτά, και να καταβάλει προσπάθειες για τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών που θα καταργούν την κλιμάκωση των δασμών σε επιλεγμένα τελικά προϊόντα, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο για την επεξεργασία και την παραγωγή προϊόντων προστιθέμενης αξίας με βάση τα ορυκτά υπονομεύοντας τη στρατηγική της οικονομικής διαφοροποίησης των αναπτυσσόμενων χωρών·

36. τονίζει ότι οι παράνομες ροές κεφαλαίων από την Αφρική συνδέονται με την έλλειψη διαφάνειας που επικρατεί σε σχέση με τις συμβάσεις εξόρυξης και τα φορολογικά καθεστώτα· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων θα πρέπει να παραμείνει κορυφαία προτεραιότητα·

37. εκφράζει την ανησυχία του για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να χορηγούνται παραχωρήσεις σε εταιρείες εξόρυξης και για τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν συνακόλουθα, συμπεριλαμβανομένων της απαλλοτρίωσης, της στέρησης των μέσων βιοπορισμού των ανθρώπων και των προβλημάτων σε σχέση με τα δικαιώματα χρήσης και εγγείου ιδιοκτησίας· καλεί τις αρχές να οριοθετήσουν «απαγορευμένες περιοχές» όσον αφορά τη χορήγηση παραχωρήσεων σε περιοχές που προστατεύονται από την περιβαλλοντική νομοθεσία ή στις οποίες υπάρχει υψηλή συγκέντρωση βιοτεχνικών εξορυκτικών δραστηριοτήτων, και να κάνουν την οριοθέτηση αυτή πριν από τη χορήγηση παραχωρήσεων, προκειμένου να αποφευχθούν περιττές αναταραχές και προβλήματα με τις τοπικές κοινότητες και τις μεταλλευτικές εταιρείες· καλεί επίσης τις αρχές να αναπτύξουν ικανότητα για τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τοπικές κοινότητες, να αξιολογούν δεόντως τις αιτήσεις για χορήγηση παραχωρήσεων, να παρακολουθούν την εκμετάλλευση και να προβαίνουν σε εκτίμηση επιπτώσεων της εξορυκτικής δραστηριότητας πριν από τη χορήγηση παραχωρήσεων· καλεί τις αρχές να μεριμνήσουν για την επισημοποίηση και την αναγνώριση των παραχωρήσεων για εξορυκτικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας σε κρατικό επίπεδο, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα κράτη στρέφονται προς τη βιομηχανική εξόρυξη·

38. επικροτεί την πρόσφατη αναθεώρηση της οδηγίας για τη διαφάνεια και της λογιστικής οδηγίας, η οποία καθιερώνει υποχρεώσεις δημοσίευσης των πληρωμών με αποδέκτη τις κυβερνήσεις για τις βιομηχανίες εξόρυξης και υλοτομίας· παροτρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν άμεσα τις ανωτέρω οδηγίες· ζητεί τα στοιχεία που συλλέγονται για τα έσοδα να διατίθενται σε όσο το δυνατόν πιο ανοικτή και προσιτή μορφή·

39. καλεί τις αρχές να εξασφαλίσουν ότι οι άδειες εξόρυξης και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία θα πωλούνται ή θα χορηγούνται μέσω ανοικτών και διαφανών διαδικασιών υποβολής προσφορών· καλεί τις αρχές να δημοσιεύουν τις συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, των χαρτών και όλων των χρηματοοικονομικών στοιχείων, ως μέσο για την πρόληψη της διαφθοράς· καλεί τις αρχές και τις ενδιαφερόμενες εταιρείες να υποβάλλουν πλήρη κατάλογο των μετόχων όλων των μεταλλευτικών επιχειρήσεων, ιδίως στις περιπτώσεις νέων συμφωνιών, καθώς και πλήρη κατάλογο όσων επωφελούνται συστηματικά από τις συμφωνίες αυτές, ως μέσο για την πρόληψη της διαφθοράς· καλεί τις αρχές και τις εταιρείες να μεριμνούν ώστε όλες οι πληρωμές με αποδέκτη τις κυβερνήσεις να δημοσιεύονται με τρόπο ώστε τα σχετικά στοιχεία να είναι προσιτά στο ευρύ κοινό· ζητεί από την ΕΕ να απαιτεί από τις εξορυκτικές εταιρείες που είναι καταχωρημένες στην Ευρώπη να δημοσιεύουν τις συμβάσεις που συνάπτουν·

40. καλεί τις αρχές να διερευνούν τις σοβαρές καταγγελίες για διαφθορά στον μεταλλευτικό τομέα και να προβαίνουν σε διώξεις και σε πάγωμα κεφαλαίων, ή να αρνούνται τη διεκπεραίωση συναλλαγών, κατά περίπτωση· ζητεί να συμπεριλαμβάνεται στις εκτιμήσεις των κινδύνων διαφθοράς η εξέταση της διαδικασίας της δήμευσης περιουσιακών στοιχείων και της μεταπώλησης των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων, της εμπλοκής προσώπων ή εταιρειών ως μεσαζόντων σε συμφωνίες ταχείας μεταπώλησης παραχωρήσεων (flipping concessions) (ιδίως σε περίπτωση που είναι γνωστό ότι οι εν λόγω μεσάζοντες έχουν αναπτύξει σχέσεις με τις κυβερνητικές αρχές) και της πώλησης περιουσιακών στοιχείων σε αξία χαμηλότερη από την πραγματική, όπως επίσης της πώλησης στοιχείων χωρίς διαδικασία υποβολής προσφορών (ιδίως όταν τα στοιχεία είναι καίριας οικονομικής σημασίας ή όταν η υποβολή προσφορών αποτελεί τον κανόνα)· καλεί τις αρχές να εξασφαλίσουν ότι οι τελικοί αγοραστές των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων θα λογοδοτούν για τους μεσάζοντες με τους οποίους έχουν συνεργαστεί·

Διάρρηξη του δεσμού μεταξύ ένοπλων συγκρούσεων και εκμετάλλευσης ορυκτών

41. επισημαίνει με ανησυχία ότι η εκμετάλλευση φυσικών πόρων υψηλής αξίας, συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των ορυκτών και της ξυλείας, αποτελει σημαντική πηγή συγκρούσεων σε όλο τον κόσμο· πιστεύει ότι, προκειμένου να επιτύχουν οι στρατηγικές για την πρόληψη των συγκρούσεων, πρέπει να αντιμετωπίζουν: τη σχεδόν ανύπαρκτη συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στη διαδικασία για την ανάπτυξη της εξορυκτικής βιομηχανίας· τον άνισο καταμερισμό των οφελών· τις αρνητικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες· την κακοδιαχείριση των κεφαλαίων· τη διαφθορά· τον ρόλο του στρατού και των επαναστατικών κινημάτων· τα ανεπαρκή θεσμικά και νομικά πλαίσια που διέπουν την ανάπτυξη της εξορυκτικής βιομηχανίας· και την απουσία μνείας στα ζητήματα των φυσικών πόρων στις ειρηνευτικές συμφωνίες·

42. στηρίζει το αφρικανικό όραμα για τους ορυκτούς πόρους, σύμφωνα με το οποίο ένας περιβαλλοντικά και κοινωνικά υπεύθυνος, διαφανής και χωρίς αποκλεισμούς εξορυκτικός τομέας που θα παρέχει διαρκή οφέλη στις κοινότητες είναι απαραίτητος για την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων της εξόρυξης ορυκτών και την αποφυγή συγκρούσεων που προκαλούνται από τη μεταλλευτική εκμετάλλευση· ζητεί, σε αυτό το πλαίσιο, την εφαρμογή διαφανών και συμμετοχικών διαδικασιών διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα, για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων των εξορυκτικών δραστηριοτήτων·

43. υπογραμμίζει ότι τα ορυκτά που αποτελούν αιτία συγκρούσεων αποτελούν σημαντική πρόκληση από τη σκοπιά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· τονίζει ότι η χρηστή διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των ορθών πρακτικών περιβαλλοντικής διαχείρισης και του ελέγχου και σεβασμού των κοινωνικών προτύπων, είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση του προβλήματος των ορυκτών που αποτελούν αιτία συρράξεων·

44. επισημαίνει ότι οι περισσότερες πρωτοβουλίες που δρομολογήθηκαν διεθνώς για την καταπολέμηση του προβλήματος των ορυκτών που αποτελούν αιτία συγκρούσεων αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της υπεύθυνης συμπεριφοράς των βιομηχανιών που αγοράζουν τα ορυκτά, μέσω συστημάτων πιστοποίησης για τα χυτήρια· ζητεί την ένταξη πτυχών συναφών με τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλα τα προγράμματα πιστοποίησης σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, όπως εκείνα που θεσπίζονται στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την υπεύθυνη διαχείριση των αλυσίδων εφοδιασμού από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και περιοχές υψηλού κινδύνου·

45. υπογραμμίζει ότι, προκειμένου οι τρέχουσες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες σχετικά με τα ορυκτά που αποτελούν αιτία συρράξεων να καταφέρουν να επιτύχουν τη διάρρηξη του δεσμού μεταξύ των ένοπλων συγκρούσεων και της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης, και για να εξασφαλιστεί ότι συμμορφώνονται με τα διεθνή πρότυπα που ορίζονται από τον ΟΟΣΑ, θα πρέπει να θεσπιστεί ευρωπαϊκή νομοθεσία για τη ρύθμιση των πρωτοβουλιών αυτών, και για τη ρύθμιση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ οι οποίες χρησιμοποιούν και εμπορεύονται φυσικούς πόρους που καλύπτονται από αυτές· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να προτείνει δεσμευτική νομοθεσία για τα ορυκτά που αποτελούν αιτία συρράξεων·

46. τονίζει ότι χρειάζεται ένας κανονισμός της ΕΕ που θα υποχρεώνει τις εταιρείες οι οποίες χρησιμοποιούν και εμπορεύονται ορυκτά και άλλους φυσικούς πόρους προερχόμενους από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και από περιοχές υψηλού κινδύνου να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την υπεύθυνη διαχείριση των αλυσίδων εφοδιασμού από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και περιοχές υψηλού κινδύνου, συμπληρωματικά προς τις αναθεωρήσεις της οδηγίας για τη διαφάνεια και της λογιστικής οδηγίας της ΕΕ, σχετικά με τη δημοσιοποίηση των χρηματοοικονομικών και μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών των μεγάλων εταιρειών, και προς τις διατάξεις του νόμου Dodd Frank για τα ορυκτά που αποτελούν αιτία συρράξεων· συγκεκριμένα, πιστεύει ότι μια τέτοια νομοθετική πράξη:

α.        θα δημιουργήσει μια νομικά δεσμευτική υποχρέωση για όλες τις εταιρείες προγενέστερων σταδίων που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ, οι οποίες χρησιμοποιούν και εμπορεύονται φυσικούς πόρους προερχόμενους από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και από περιοχές υψηλού κινδύνου, καθώς και για όλες τις εταιρείες μεταγενέστερων σταδίων που πρωτοδιαθέτουν τα προϊόντα στην ευρωπαϊκή αγορά, να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια στην αλυσίδα εφοδιασμού προκειμένου να εντοπίζουν και να μετριάζουν τους κινδύνους χρηματοδότησης συγκρούσεων και καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

β.        θα βασίζεται στις σχετικές διεθνείς πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Χάρτη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων όπως διαμορφώθηκε περαιτέρω από διεθνείς συνθήκες και διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα (όπως οι κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα και το πλαίσιο με τίτλο «Προστασία, σεβασμός και επανόρθωση»), στις βασικές συνθήκες της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), στο διεθνές ανθρωπιστικό και ποινικό δίκαιο και στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την υπεύθυνη διαχείριση των αλυσίδων εφοδιασμού από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και από περιοχές υψηλού κινδύνου·

γ.        θα ισχύει για όλα τα τμήματα της αλυσίδας εφοδιασμού και όλους ανεξαιρέτως τους φυσικούς πόρους οι οποίοι παράγονται σε οποιαδήποτε περιοχή που πλήττεται από συγκρούσεις ή περιοχή υψηλού κινδύνου·

δ.        θα βασίζεται σε μια προσέγγιση με γνώμονα τον κίνδυνο, βάσει της οποίας θα απαιτείται από τις εταιρείες να προβαίνουν σε εκτιμήσεις των πραγματικών και των δυνητικών δραστηριοτήτων τους και να μετριάζουν τους εντοπιζόμενους κινδύνους·

ε.        θα περιλαμβάνει την υποχρέωση διεξαγωγής τακτικών ανεξάρτητων ελέγχων και δημοσιοποίησης των προσπαθειών της εταιρείας να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια·

στ.      θα ορίζει τις απαιτήσεις για τη διενέργεια εκτιμήσεων κινδύνου από τις εταιρείες και για τον καθορισμό ενός πλαισίου διαχείρισης·

ζ.        θα περιλαμβάνει έναν μηχανισμό επιβολής κυρώσεων για περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις τήρησης της δέουσας επιμέλειας με γνώμονα την εκτίμηση κινδύνου στον τομέα της αλυσίδας εφοδιασμού·

η.        θα είναι συγκρίσιμη με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται δυνάμει του νόμου Dodd Frank, έτσι ώστε η εκπλήρωση των υποχρεώσεων έναντι της ΕΕ από τις υπεύθυνες προμηθεύτριες εταιρείες να συνεπάγεται αυτομάτως την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν δυνάμει της νομοθεσίας των ΗΠΑ·

47. τονίζει ότι η νομοθεσία της ΕΕ για τη δέουσα επιμέλεια θα πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και συμπληρωματικής προσέγγισης, που θα αντιμετωπίζει τις βασικές αιτίες των συγκρούσεων και της αστάθειας, και θα συμπληρώνεται από προγράμματα αναπτυξιακής βοήθειας που θα πρέπει να επικεντρώνονται σε ζητήματα διακυβέρνησης και μεταρρύθμισης του τομέα της ασφάλειας και να αποσκοπούν στην ανάπτυξη των ικανοτήτων των τοπικών αρχών και των τοπικών κοινοτήτων για τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων, προς όφελος του τοπικού πληθυσμού·

48. καλεί την ΕΕ να υποστηρίξει την ανάπτυξη ικανοτήτων στις πλούσιες σε ορυκτά αναπτυσσόμενες χώρες και να καθιερώσει προγράμματα προμήθειας ορυκτών που δεν αποτελούν αιτία συρράξεων·

49. καλεί τις αναπτυσσόμενες χώρες να επιβάλουν εθνική νομοθεσία περί δέουσας επιμέλειας και να συμπεριλάβουν τα πρότυπα δέουσας επιμέλειας του ΟΟΣΑ ως απαίτηση στους εθνικούς μεταλλευτικούς κώδικές τους·

50. παροτρύνει την ΕΥΕΔ να ενισχύσει τον διάλογο με τις βασικές χώρες εταίρους (όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, η Βραζιλία, η Ινδία και η Νότια Αφρική) για τη σημασία των εμπορικών πολιτικών που σέβονται την αρχή του «καθήκοντος της προστασίας» γενικά, και ειδικότερα τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΗΕ και το πλαίσιο του ΟΟΣΑ·

51. καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν στις ευρωπαϊκές εταιρείες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με στρατηγικές για τον μετριασμό των κινδύνων κατά τη δραστηριοποίησή τους σε περιοχές υψηλού κινδύνου και περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, ώστε να τις βοηθήσουν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους στις περιοχές αυτές όταν τούτο είναι και προς όφελος του τοπικού πληθυσμού·

52. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

  • [1]  http://www.oecd.org/corporate/mne/47143500.pdf
  • [2]  http://www.oecd.org/daf/inv/mne/GuidanceEdition2.pdf
  • [3]  https://www.gov.uk/government/publications/g8-lough-erne-declaration/g8-lough-erne-declaration-html-version

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Χώρες με μακρά ιστορία στην εισαγωγή ορυκτών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία και χώρες της Ευρώπης, έχουν έρθει αντιμέτωπες με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό για την πρόσβαση σε ορυκτούς πόρους στρατηγικής σημασίας και για την ασφάλεια του εφοδιασμού με τους πόρους αυτούς. Για τις αναπτυσσόμενες χώρες, η κατάσταση αυτή προσφέρει την ευκαιρία για αξιοποίηση των διαθέσιμων αποθεμάτων φυσικών πόρων.

Μολονότι η πρωτοφανής παγκόσμια ζήτηση για ορυκτά και άλλους φυσικούς πόρους αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία που θα επιτρέψει στην εξορυκτική βιομηχανία να συμβάλει στη βιώσιμη ανάπτυξη, εγείρονται παράλληλα σημαντικές προκλήσεις για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων υψηλής αξίας, συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των ορυκτών και της ξυλείας, αποτελεί σημαντική πηγή συγκρούσεων σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα σε ένα πλαίσιο εντεινόμενου ανταγωνισμού για φθίνοντες ανανεώσιμους πόρους όπως το έδαφος και το νερό. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται περαιτέρω από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την αύξηση του πληθυσμού και την κλιματική αλλαγή. Η κακοδιαχείριση της γης και των φυσικών πόρων συμβάλλει στο ξέσπασμα νέων συγκρούσεων και εμποδίζει την ειρηνική επίλυση των υφιστάμενων.

Σε γενικές γραμμές, η εισηγήτρια πιστεύει ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η εξορυκτική δραστηριότητα θα καταστεί παράγοντας επιτυχίας στη διαδικασία ανάπτυξης των αναπτυσσόμενων χωρών, χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική η οποία θα αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες προκλήσεις: τον τρόπο αντιμετώπισης των βαθύτερων αιτιών στα οποία οφείλεται η σύνδεση ορισμένων ορυκτών με συρράξεις· τον βέλτιστο τρόπο για τη διαχείριση των επιπτώσεων της εξόρυξης στο περιβάλλον, την κοινωνία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και τον τρόπο για την καλύτερη στήριξη και ενσωμάτωση της βιοτεχνικής και μικρής κλίμακας εξορυκτικής δραστηριότητας. Άλλα βασικά ζητήματα προς αντιμετώπιση είναι: η φύση και το καθεστώς των πρωτοβουλιών για την εταιρική κοινωνική ευθύνη· το ζήτημα της καταγραφής, της διαχείρισης και της κατανομής των εσόδων από ορυκτά· η βελτιστοποίηση των δεσμών που αναπτύσσονται με βάση τα ορυκτά και οι επιπτώσεις των κανόνων διεθνούς εμπορίου και επενδύσεων στην εκβιομηχάνιση με βάση την εξόρυξη.

Εξορυκτική δραστηριότητα και βιώσιμη ανάπτυξη

Ενώ η παραγωγικότητα των πόρων στις χώρες της ΕΕ αυξάνεται, οι αναπτυσσόμενες χώρες πασχίζουν να αντιμετωπίσουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που απορρέουν από την αύξηση των εξορύξεων, με αποτέλεσμα η ευθύνη για την επιβάρυνση του περιβάλλοντος να μετακυλίεται από τη χρήση των πόρων στις εξορύξεις. Υπό την έννοια αυτή, οι εξορυκτικές δραστηριότητες μπορούν να είναι επιζήμιες για την επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας. Στην πράξη, πολλά από τα περιβαλλοντικά προβλήματα που σχετίζονται με την εξόρυξη απορρέουν τόσο από τη μόλυνση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων όσο και από τον σχετικό ανταγωνισμό, παράγοντες που μπορούν να υπονομεύσουν τις συνθήκες διαβίωσης των γεωργικών ή/και αλιευτικών κοινοτήτων. Η εξόρυξη μπορεί επίσης να προκαλέσει την αποψίλωση των δασών, τη διάβρωση του εδάφους, την υποβάθμιση του εδάφους, την ατμοσφαιρική ρύπανση και τη διαταραχή του οικοσυστήματος, ενώ αποτελεί βασικό συντελεστή υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Ομοίως, οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις προκαλούν επίσης αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε εντάσεις και συγκρούσεις σε περιοχές εξόρυξης. Για παράδειγμα, ο εκτοπισμός, οι αναγκαστικές εξώσεις και η μετεγκατάσταση είναι συνήθεις πρακτικές στο πλαίσιο της εξορυκτικής δραστηριότητας. Η εξορυκτική δραστηριότητα διεκδικεί εκτάσεις γης εις βάρος άλλων χρήσεων γης, όπως γεωργικών εκμεταλλεύσεων και μπορεί, ως εκ τούτου, να θέσει σε κίνδυνο τα μέσα βιοπορισμού των τοπικών κοινοτήτων κ.λπ.

Δεδομένου ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στις αναπτυσσόμενες χώρες, η εισηγήτρια πιστεύει ότι οι χώρες προέλευσης και οι μέτοχοί τους πρέπει να αναλαμβάνουν την κοινωνική ευθύνη τους, ιδίως όταν λειτουργούν σε χώρες με ασθενέστερα συστήματα διακυβέρνησης και σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται έλλειψη ικανοτήτων διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, είναι εξίσου επιτακτική η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων από τις αναπτυσσόμενες χώρες, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η βιώσιμη εξόρυξη, εφόσον τα περιβαλλοντικά, οικονομικά, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα προϋποθέτουν από τη φύση τους την εφαρμογή διαδικασιών, θεσμών και συστημάτων δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα

Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία διεθνών πρωτοβουλιών ΕΚΕ, είτε από κυβερνήσεις μέσω διακυβερνητικών οργανισμών, είτε από τον ιδιωτικό τομέα ή από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, η έννοια της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης δεν έχει έως τώρα καθοριστεί σαφώς και αφήνει, ως εκ τούτου, περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες και στόχους. Εξάλλου, μολονότι υπάρχουν σήμερα εκατοντάδες πρωτοβουλίες ΕΚΕ, λίγες μόνο εφαρμόζονται ευρέως εντός διεθνών πλαισίων που καλύπτουν και τις τρεις διαστάσεις (κοινωνική, περιβαλλοντική, οικονομική) της βιώσιμης ανάπτυξης στον τομέα της ΕΚΕ. Επομένως, είναι πολύ δύσκολη η σύγκρισή τους. Η κατακερματισμένη αυτή προσέγγιση, που εξετάζει επιλεγμένες πτυχές της ηθικής εταιρικής συμπεριφοράς, συμβάλλει σε μια γενική έλλειψη διαφάνειας σχετικά με τη συνολική βιώσιμη απόδοση των εταιρειών.

Επιπλέον, μολονότι ορισμένες πρωτοβουλίες αποτελούν ένα μεγάλο βήμα προόδου για την αντιμετώπιση της διαφθοράς στους εξορυκτικούς κλάδους, όπως οι πρωτοβουλίες διαφάνειας των εξορυκτικών βιομηχανιών, ή για τη συμπερίληψη ηθικών επιχειρηματικών πρακτικών, όπως το Διεθνές Συμβούλιο Μεταλλευμάτων και Μετάλλων, δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί σημαντικές βελτιώσεις, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν μηχανισμοί επιβολής ούτε καθιερωμένη διαδικασία για την αντιμετώπιση περιπτώσεων παράβασης των προτύπων.

Ως εκ τούτου, η εισηγήτρια φρονεί ότι η σημερινή πληθώρα εθελοντικών προσεγγίσεων και προτύπων σε διάφορα επίπεδα (εθνικό, διεθνές, γενικό, τομεακό) οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα έλλειμμα αποτελεσματικών μηχανισμών λογοδοσίας, παρακολούθησης και διαφάνειας για τους καταναλωτές, τους επενδυτές και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Με βάση τα ανωτέρω, οι πρωτοβουλίες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης πρέπει να ενισχυθούν με δύο βασικούς τρόπους.

Καταρχάς, η εισηγήτρια θεωρεί σημαντικό να υπερακοντιστεί το στάδιο της εθελοντικής προσέγγισης και ζητεί την αποτελεσματική εφαρμογή των τεσσάρων πρωταρχικών διακυβερνητικών πρωτοβουλιών ΕΚΕ που τυγχάνουν σαφούς πολιτικής στήριξης υψηλού επιπέδου από τις κυβερνήσεις διεθνώς. Πρόκειται για τη διακήρυξη της ΔΟΕ για τις θεμελιώδεις αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα στην εργασία, τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, το Παγκόσμιο Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών και τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μέχρι στιγμής, οι πρωτοβουλίες αυτές αποτελούν εθελοντικές προσεγγίσεις που έχουν διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στην επίτευξη συναίνεσης και στην καθιέρωση κοινής ορολογίας για την ΕΚΕ. Ωστόσο, δεν έχουν μέχρι στιγμής επιτύχει να συμβάλουν αποτελεσματικά στην επίτευξη παγκόσμιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, δεδομένου ότι δεν έχουν υποχρεωτική εφαρμογή.

Καθεστώτα διεθνούς εμπορίου και επενδύσεων

Ιστορικά, η εμβέλεια και η ευελιξία των διεθνών κανόνων σχετικά με τη δασμολογική εφαρμογή, τις επιδοτήσεις, τους περιορισμούς των εξαγωγών, τις απαιτήσεις επιδόσεων για ξένες εταιρείες και την πνευματική ιδιοκτησία έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από χώρες που εφαρμόζουν εθνικές πολιτικές βιομηχανικής ανάπτυξης. Ωστόσο, το ισχύον καθεστώς διεθνούς εμπορίου και επενδύσεων έχει επιτείνει τις δυσκολίες των αναπτυσσόμενων χωρών για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων τους και των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης.

Μάλιστα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η δρομολόγηση της εκτεταμένης απελευθέρωσης της οικονομίας, του εμπορίου και των επενδύσεων, η οποία υπαγορεύτηκε αρχικά από τους όρους που επέβαλαν η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, είχε ως στόχο να προωθήσει την αναβίωση των ξένων επενδύσεων στην εξορυκτική βιομηχανία. Ωστόσο, η απελευθέρωση αυτή επέτεινε τις διαρθρωτικές αδυναμίες των αναπτυσσόμενων χωρών που παράγουν ορυκτά. Συγκεκριμένα, μολονότι οι ξένες επενδύσεις έχουν αναγεννήσει και επεκτείνει την παραγωγή και τις εξαγωγές ορυκτών, έχει αμφισβητηθεί η συνεισφορά τους στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη πολλών αφρικανικών χωρών πλούσιων σε ορυκτά. Αντί όμως να έχουν πλέον επιτύχει την οικονομική διαφοροποίηση, οι χώρες αυτές έχουν κατά μέσο όρο λιγότερο διαφοροποιημένες οικονομίες, οι οποίες είναι περισσότερο επικεντρωμένες, για παράδειγμα, στις εξαγωγές ορυκτών και γεωργικών προϊόντων με χαμηλή προστιθέμενη αξία, που είναι αμφότερα εξαιρετικά εκτεθειμένα στις εξωτερικές διαταραχές των τιμών.

Μια άλλη πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπιστεί αναφέρεται σε μελέτη του International Finance Corporation και του ειδικού εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα με τίτλο «Ρήτρες σταθεροποίησης και ανθρώπινα δικαιώματα» (Μάιος 2009), στην οποία διαπιστώνεται ότι ορισμένοι τύποι των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου που συνάπτονται μεταξύ επενδυτών και κρατών υποδοχής θα μπορούσαν να περιορίσουν την ικανότητα του κράτους να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ειδικότερα, η μελέτη έδειξε ότι οι συμφωνίες στον εξορυκτικό τομέα περιείχαν τις πιο περιοριστικές ρήτρες, οι οποίες μπορούσαν είτε να εξαιρούν τις ξένες επενδύσεις από την εφαρμογή νέας κοινωνικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας είτε να απαιτούν από το κράτος υποδοχής να αποζημιώνει τον επενδυτή για το κόστος που επιφέρει η συμμόρφωσή του.

Δεδομένου ότι η πείρα που έχει αποκτηθεί παγκοσμίως καταδεικνύει ότι η πραγματική μετάβαση από έναν εξαγωγέα βασικών προϊόντων σε έναν ηγέτη υψηλής τεχνολογίας απαιτεί την ανάπτυξη δυναμικών δεσμών σε κάθε στάδιο της αλυσίδας ορυκτών, η εισηγήτρια πιστεύει ότι η θέσπιση απαιτήσεων επιδόσεων, απαιτήσεων ελάχιστου τοπικού περιεχομένου ή μεταφοράς τεχνολογίας στις συμβάσεις, στις άδειες και τις επενδυτικές συμφωνίες θα μπορούσε να βοηθήσει στην ενσωμάτωση του πρωτογενή τομέα στην ευρύτερη εθνική και περιφερειακή οικονομία. Κατά συνέπεια, οι επενδυτικές συμφωνίες της ΕΕ θα πρέπει να διαμορφωθούν έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των επενδυτών, αφήνοντας περιθώρια χάραξης πολιτικής στις αναπτυσσόμενες χώρες για να εφαρμόζουν τους δικούς τους αναπτυξιακούς στόχους.

Οι δασμοί είναι το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο εμπορικό μέσο για τη στήριξη της εκβιομηχάνισης και για την προστασία των νεοσύστατων βιομηχανιών. Εντούτοις, η μείωση των δασμών αποτελεί κεντρικό στοιχείο της απελευθέρωσης του εμπορίου από τη δεκαετία του 1980. Ομοίως, οι ενδιάμεσες ΣΟΕΣ περιέχουν περιοριστικούς καταλόγους ευαίσθητων προϊόντων που εξαιρούνται από την κατάργηση των δασμών, ενώ προβλέπουν περιοριστικές διατάξεις για την προστασία των νεοσύστατων βιομηχανιών. Πρόκειται για ανησυχίες που έχουν συχνά διατυπωθεί από τις χώρες ΑΚΕ και θα πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη. Η εισηγήτρια αναγνωρίζει μεν πως οι δασμοί στα βιομηχανικά προϊόντα δεν είναι ούτε το μόνο ούτε το θαυματουργό εργαλείο για την προώθηση της διαφοροποίησης και της τεχνολογικής αναβάθμισης, θεωρεί ωστόσο ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες τους χρειάζονται στο οπλοστάσιό τους για να διανοίξουν τον δρόμο προς την τεχνολογική αναβάθμιση και, ως εκ τούτου, να στηρίξουν τη διαφοροποίηση και την τεχνολογική βελτίωση.

Ομοίως, λαμβανομένων υπόψη των ανησυχιών που έχουν εκφράσει ορισμένες χώρες ΑΚΕ σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλονται στο πλαίσιο των ΣΟΕΣ επί των φόρων εξαγωγής, η εισηγήτρια θεωρεί ότι, παρόλο που οι φόροι εξαγωγής δεν οδηγούν αυτομάτως στην ανάπτυξη των εγχώριων κατασκευαστικών ή μεταποιητικών κλάδων, αποτελούν ένα νόμιμο μέσο για την ανάπτυξη και την οικονομική διαφοροποίηση. Επιπλέον, ένα καλά σχεδιασμένο προοδευτικό σύστημα φορολόγησης των εξαγωγών μπορεί να χρησιμεύσει ως μέσο σταθεροποίησης του εισοδήματος, το οποίο θα αποφέρει έκτακτα κέρδη και θα μετριάζει τις αρνητικές συνέπειες της πτώσης των τιμών για το εισόδημα του παραγωγού.

Γενικότερα, απαιτείται η θέσπιση στρατηγικών για την εισαγωγή αποδοτικών δομών αδειοδότησης και φορολόγησης με σκοπό την αύξηση των ροών εσόδων, ούτως ώστε να αποτελέσουν καταλύτη για την ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, η εισηγήτρια θεωρεί ότι η βοήθεια που παρέχει η ΕΕ για τη φορολογική διακυβέρνηση στις αναπτυσσόμενες χώρες αποτελεί μια σημαντική διάσταση της ολοκληρωμένης στρατηγικής που στόχο έχει να μετατρέψει την «κατάρα των πόρων» σε «ευλογία των πόρων» για την εξάλειψη της φτώχειας.

Πέραν τούτου, η εισηγήτρια θεωρεί ότι, προκειμένου οι παροχές να κατανέμονται με δίκαιο και ισότιμο τρόπο, οι άδειες εξόρυξης και άλλα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να πωλούνται ή να χορηγούνται μέσω ανοικτών και ανταγωνιστικών διαδικασιών υποβολής προσφορών.

Ορυκτά που αποτελούν αιτία συρράξεων

Τα ορυκτά που αποτελούν αιτία συρράξεων ή τα ορυκτά που εξορύσσονται υπό συνθήκες ένοπλων συρράξεων και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν μια σημαντική πτυχή της «κατάρας των πόρων», για την οποία απαιτείται κανονιστική ρύθμιση. Παρά το γεγονός ότι η διεθνής κοινότητα ενέκρινε διάφορες πρωτοβουλίες για τη βελτίωση του διεθνούς τομέα της εξόρυξης, όπως τα συστήματα πιστοποίησης της διαδικασίας Κίμπερλυ, τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την υπεύθυνη διαχείριση των αλυσίδων εφοδιασμού από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και περιοχές υψηλού κινδύνου, τον νόμο Dodd-Franck, απομένουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν για την αντιμετώπιση των συγκρούσεων και των σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τομέα της εξόρυξης.

Οι πρόσφατες προσπάθειες για τη διάρρηξη των δεσμών μεταξύ των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού και των βίαιων συγκρούσεων έχουν μεν επικεντρωθεί κυρίως στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), απαιτείται όμως η ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση του κινδύνου που ενέχει η προμήθεια ευρωπαϊκών εταιρειών με φυσικούς πόρους από άλλες περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και περιοχές υψηλού κινδύνου.

Τα υπάρχοντα συστήματα πιστοποίησης για τα ορυκτά αποτελούν ένα βήμα προς τη δημιουργία πιο διαφανών αλυσίδων εφοδιασμού –από το ορυχείο έως το χυτήριο– και αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης λύσης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των πτυχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, για την αναβάθμιση των πρωτοβουλιών αυτών, η διεθνής κοινότητα και οι εξορυκτικές βιομηχανίες πρέπει να συνεργαστούν περαιτέρω, με στόχο την ανάπτυξη μιας κοινής και ολοκληρωμένης προσέγγισης στα ορυκτά που αποτελούν αιτία συρράξεων, η οποία δεν θα αρκείται στην πρόληψη της χρηματοδότησης συγκρούσεων, αλλά θα περιλαμβάνει επίσης πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις συνθήκες εργασίας καθώς και οικολογικά πρότυπα.

Για τον σκοπό αυτό, η εισηγήτρια πιστεύει ότι η ΕΕ πρέπει να θεσπίσει νομοθεσία που θα επιβάλλει στις ευρωπαϊκές επιχειρηματικές οντότητες να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια στην αλυσίδα εφοδιασμού, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν συμβάλλουν στη χρηματοδότηση συγκρούσεων ή σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την παραγωγή και το εμπόριο φυσικών πόρων. Ειδικότερα, μια ενωσιακή ρύθμιση γενικής εμβέλειας, βασισμένη σε υπάρχοντα διεθνή πλαίσια θα αποτελούσε σημαντικό βήμα προς την εξασφάλιση βιώσιμης και υπεύθυνης πρόσβασης των εταιρειών αυτών σε βασικούς φυσικούς πόρους. Θα εξασφάλιζε επίσης ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις με εκείνες που προβλέπονται στην ενότητα 1502 του νόμου Dodd Frank των ΗΠΑ, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις όποιες ελλείψεις του.

Η θέσπιση της υποχρέωσης των επιχειρήσεων να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια στην αλυσίδα εφοδιασμού δεν αρκεί για την επιτυχή διάρρηξη του δεσμού μεταξύ των ένοπλων συγκρούσεων και της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης. Ως εκ τούτου, η εισηγήτρια ζητεί την ανάπτυξη μιας ευρύτερης προσέγγισης, η οποία θα περιλαμβάνει την ανάπτυξη προγραμμάτων για τη στήριξη, π.χ. της θεσμικής ανάπτυξης, της ένταξης του τομέα της εξόρυξης στην επίσημη οικονομία, της πρόληψης των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και της εφαρμογής των θεμελιωδών προτύπων εργασίας. Μόνο με τον τρόπο αυτό δεν θα εξωθούνται οι τοπικοί πληθυσμοί σε δραστηριότητες λαθρεμπορίου ή σε ομάδες ανταρτών για να εξασφαλίζουν τις βασικές ανάγκες τους, αλλά, αντίθετα, θα επωφελούνται από τη συμμετοχή τους σε διεθνείς πρωτοβουλίες για τη βιώσιμη προμήθεια πόρων.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.2.2014

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

20

3

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Thijs Berman, Ricardo Cortés Lastra, Véronique De Keyser, Nirj Deva, Leonidas Donskis, Charles Goerens, Catherine Grèze, Mikael Gustafsson, Bill Newton Dunn, Jean Roatta, Birgit Schnieber-Jastram, Keith Taylor, Anna Záborská, Iva Zanicchi

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Philippe Boulland, Emer Costello, Edvard Kožušník, Csaba Őry, Cristian Dan Preda, Judith Sargentini

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Josefa Andrés Barea, Małgorzata Handzlik, Tadeusz Ross