ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 σχετικά με τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για επιβολή κυρώσεων

    12.11.2014 - (10896/2014 – C8‑0090/2014 – 2014/0807(CNS)) - *

    Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής
    Εισηγήτρια: Kay Swinburne


    Διαδικασία : 2014/0807(CNS)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A8-0028/2014
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A8-0028/2014
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 σχετικά με τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για επιβολή κυρώσεων

    (10896/2014 – C8‑0090/2014 – 2014/0807(CNS))

    (Διαβούλευση)

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –       έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (10896/2014 –ECB/2014/19),

    –       έχοντας υπόψη το άρθρο 129 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα άρθρα 5.4 και 41 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τα οποία κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8-0090/2014),

    –       έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

    –       έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0028/2014),

    1.      εγκρίνει το σχέδιο που προτείνεται στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως τροποποιήθηκε·

    2.      καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

    3.      ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο που προτείνεται στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·

    4.      αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στην Επιτροπή.

    Τροπολογία  1

    Σχέδιο κανονισμού

    Αιτιολογική σκέψη 6

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    (6) Η ΕΚΤ οφείλει να δημοσιεύει αποφάσεις δυνάμει των οποίων επιβάλλει διοικητικά χρηματικά πρόστιμα για παραβάσεις άμεσα εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας και κυρώσεις για παραβάσεις κανονισμών ή αποφάσεών της, τόσο στο εποπτικό όσο και στο μη εποπτικό πεδίο, εκτός αν η εν λόγω δημοσίευση θα ήταν δυσανάλογη της βαρύτητας του επιβαλλόμενου διοικητικού χρηματικού προστίμου ή της κύρωσης που επιβάλλεται σε μια επιχείρηση, ή θα διακινδύνευε τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

    (6) Η ΕΚΤ οφείλει κατά γενικό κανόνα να δημοσιεύει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αποφάσεις δυνάμει των οποίων επιβάλλει διοικητικά χρηματικά πρόστιμα για παραβάσεις άμεσα εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας και κυρώσεις για παραβάσεις κανονισμών ή αποφάσεών της, τόσο στο εποπτικό όσο και στο μη εποπτικό πεδίο. Εάν η ΕΚΤ εκτιμά ότι η άμεση δημοσίευση μιας απόφασης θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή ότι θα ήταν δυσανάλογη της βαρύτητας του επιβαλλόμενου διοικητικού χρηματικού προστίμου ή της κύρωσης που επιβάλλεται σε μια επιχείρηση, θα πρέπει να διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να αναβάλει τη δημοσίευση της απόφασης για διάστημα έως τριών ετών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης, ή έως ότου εξαντληθούν όλα τα νομικά μέσα προσβολής. Εάν της ζητηθεί, η ΕΚΤ διεξάγει εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις, κεκλεισμένων των θυρών, με τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που είναι αρμόδια για τις υποθέσεις αυτές. Η ΕΚΤ θα πρέπει να αιτιολογεί την αναβολή σε παράρτημα της δημοσιευθείσας απόφασης.

    Τροπολογία  2

    Σχέδιο κανονισμού

    Αιτιολογική σκέψη 6 α (νέα)

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

     

    (6α) Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ορίζει ότι η ΕΚΤ ενεργεί λαμβάνοντας υπόψη και διαφυλάσσοντας πλήρως την ενότητα και την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς με γνώμονα την ίση μεταχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, προς αποτροπή της καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, και ότι καμία πράξη, πρόταση ή πολιτική της ΕΚΤ δεν εισάγει, άμεσα ή έμμεσα, διακρίσεις κατά κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών ως τόπου παροχής τραπεζικών ή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε οποιοδήποτε νόμισμα. Επ' αυτού, η ΕΚΤ θα πρέπει να ενεργεί με σκοπό την αποτροπή της δημιουργίας συγκριτικού πλεονεκτήματος που ευνοεί τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

    Τροπολογία  3

    Σχέδιο κανονισμού

    Αιτιολογική σκέψη 9

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    (9) Το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 προβλέπει την αρχή της διάκρισης, σύμφωνα με την οποία η ΕΚΤ εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον εν λόγω κανονισμό υπό την επιφύλαξη των καθηκόντων της των σχετικών με τη νομισματική πολιτική και οποιαδήποτε άλλων καθηκόντων της και διακριτά από αυτά. Προκειμένου να ενισχυθεί η ως άνω αρχή της διάκρισης, ιδρύθηκε εποπτικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 26, το οποίο είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων, για την προετοιμασία των σχεδίων αποφάσεων για το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ στο εποπτικό πεδίο. Επιπλέον, οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ υπόκεινται, υπό τους όρους του άρθρου 24, σε επανεξέταση από το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης. Λαμβανομένων υπόψη της αρχής της διάκρισης και της ίδρυσης του εποπτικού συμβουλίου και του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, θα πρέπει να εφαρμόζονται δύο διακριτές διαδικασίες: α) όταν η ΕΚΤ εξετάζει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ βάσει ολοκληρωμένου σχεδίου απόφασης του εποπτικού συμβουλίου και με δυνατότητα επανεξέτασης από το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης· και β) όταν η ΕΚΤ εξετάζει την επιβολή κυρώσεων κατά την άσκηση των μη εποπτικών καθηκόντων της, οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από την εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ και με δυνατότητα επανεξέτασης από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.

    (9) Το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 προβλέπει την αρχή της διάκρισης, σύμφωνα με την οποία η ΕΚΤ εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον εν λόγω κανονισμό υπό την επιφύλαξη των καθηκόντων της των σχετικών με τη νομισματική πολιτική και οποιαδήποτε άλλων καθηκόντων της και διακριτά από αυτά. Για να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων, θα πρέπει η συγκεκριμένη αρχή να τηρείται απαρέγκλιτα σε όλα τα καθήκοντα που επιτελεί η ΕΚΤ. Προκειμένου να ενισχυθεί η ως άνω αρχή της διάκρισης, ιδρύθηκε εποπτικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 26, το οποίο είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων, για την προετοιμασία των σχεδίων αποφάσεων για το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ στο εποπτικό πεδίο. Επιπλέον, οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ υπόκεινται, υπό τους όρους του άρθρου 24, σε επανεξέταση από το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης. Λαμβανομένων υπόψη της αρχής της διάκρισης και της ίδρυσης του εποπτικού συμβουλίου και του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, θα πρέπει να εφαρμόζονται δύο διακριτές διαδικασίες: α) όταν η ΕΚΤ εξετάζει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ βάσει ολοκληρωμένου σχεδίου απόφασης του εποπτικού συμβουλίου και με δυνατότητα επανεξέτασης από το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης· και β) όταν η ΕΚΤ εξετάζει την επιβολή κυρώσεων κατά την άσκηση των μη εποπτικών καθηκόντων της, οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από την εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ και με δυνατότητα επανεξέτασης από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.

    Τροπολογία  4

    Σχέδιο κανονισμού

    Αιτιολογική σκέψη 10 α (νέα)

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

     

    (10α) Με γνώμονα την παγκοσμιοποίηση των τραπεζικών υπηρεσιών και την αυξανόμενη σημασία των διεθνών προτύπων, η ΕΚΤ θα πρέπει να καθιερώσει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών, τακτικό διάλογο με φορείς εποπτείας εκτός της Ένωσης, με στόχο την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, και να συμφωνήσει σε κοινά αποδεκτές αρχές όσον αφορά την επιβολή και την εκτέλεση κυρώσεων. Ο διάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει την κοινή κατανόηση των συνεπειών από τις αποκλίνουσες πολιτικές κυρώσεων για την πρόσβαση στην αγορά και τον ανταγωνισμό, και να στοχεύει στη βελτίωση της κατάστασης όσον αφορά την ισότητα των όρων ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο.

    Τροπολογία  5

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 1 – στοιχείο α

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 1 – σημείο 6

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    «περιοδικές χρηματικές ποινές», τα χρηματικά ποσά, τα οποία, σε περίπτωση διαρκούς παράβασης, μια επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλλει ως κύρωση ή προκειμένου τα οικεία πρόσωπα να υποχρεώνονται σε συμμόρφωση με τους εποπτικούς κανονισμούς και αποφάσεις της ΕΚΤ. Οι περιοδικές χρηματικές ποινές υπολογίζονται για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης α) σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 παράγραφος 1 δεύτερη υποπαράγραφος, μετά την κοινοποίηση στην επιχείρηση απόφασης που απαιτεί την παύση της παράβασης,· ή β) σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 4β του παρόντος κανονισμού, όταν η διαρκής παράβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην ΕΚΤ σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (*)·

     

    «περιοδικές χρηματικές ποινές», τα χρηματικά ποσά, τα οποία, σε περίπτωση διαρκούς παράβασης, μια επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλλει ως κύρωση ή προκειμένου τα οικεία πρόσωπα να υποχρεώνονται σε συμμόρφωση με τους εποπτικούς κανονισμούς και αποφάσεις της ΕΚΤ. Οι περιοδικές χρηματικές ποινές υπολογίζονται για κάθε πλήρη ημέρα συνέχισης της παράβασης α) σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3 παράγραφος 1 δεύτερη υποπαράγραφος, μετά την κοινοποίηση στην επιχείρηση απόφασης που απαιτεί την παύση της παράβασης· ή β) σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 4β του παρόντος κανονισμού, όταν η διαρκής παράβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην ΕΚΤ σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (*)·

    ____________

    _____________

    (*) ΕΕ L 287, 29.10.13, σ. 63.

    (*) ΕΕ L 287, 29.10.13, σ. 63.

    Αιτιολόγηση

    Η τροπολογία αυτή διευκρινίζει ότι οι περιοδικές χρηματικές ποινές θα υπολογίζονται για κάθε πλήρη ημέρα (χρονικό διάστημα 24 ωρών) συνεχιζόμενης παράβασης.

    Τροπολογία  6

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 2

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 1α – παράγραφος 3

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    3. Η ΕΚΤ δύναται να δημοσιεύει κάθε απόφαση που επιβάλλει σε επιχείρηση διοικητικά χρηματικά πρόστιμα για παράβαση άμεσα εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας και κυρώσεις για παραβάσεις κανονισμών και αποφάσεων της ΕΚΤ, τόσο στο εποπτικό όσο και στο μη εποπτικό πεδίο, ανεξαρτήτως του εάν κατά της εν λόγω απόφασης έχει υποβληθεί αίτημα επανεξέτασης. Η ΕΚΤ προβαίνει στη δημοσίευση σύμφωνα με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε εθνικό νόμο ή κανονισμό και, στις περιπτώσεις που η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, ανεξάρτητα από την εθνική νομοθεσία που τις ενσωματώνει.

    3. Ύστερα από κοινοποίηση στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, η ΕΚΤ δημοσιεύει, με διαφανή διαδικασία και σύμφωνα με κανόνες τους οποίους δημοσιοποιεί, κατά γενικό κανόνα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε απόφαση που επιβάλλει σε επιχείρηση διοικητικά χρηματικά πρόστιμα για παράβαση άμεσα εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας και κυρώσεις για παραβάσεις κανονισμών και αποφάσεων της ΕΚΤ, τόσο στο εποπτικό όσο και στο μη εποπτικό πεδίο, υπό τον όρο ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα νομικά μέσα προσβολής της εν λόγω απόφασης. Εάν η ΕΚΤ εκτιμά ότι η άμεση δημοσίευση μιας απόφασης θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, ή ότι θα ήταν δυσανάλογη της βαρύτητας του επιβαλλόμενου διοικητικού χρηματικού προστίμου ή της κύρωσης που επιβάλλεται σε μια επιχείρηση, διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να αναβάλει τη δημοσίευση της απόφασης για διάστημα έως τριών ετών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης. Εάν της ζητηθεί, η ΕΚΤ διεξάγει εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις, κεκλεισμένων των θυρών, με τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που είναι αρμόδια για τις υποθέσεις αυτές. Η ΕΚΤ αιτιολογεί την αναβολή σε παράρτημα της δημοσιευθείσας απόφασης. Η ΕΚΤ προβαίνει στη δημοσίευση στις περιπτώσεις και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η σχετική ενωσιακή νομοθεσία, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε εθνικό νόμο ή κανονισμό και, στις περιπτώσεις που η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, ανεξάρτητα από την εθνική νομοθεσία που τις ενσωματώνει.

    Τροπολογία  7

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 2

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 1α – παράγραφος 3 α (νέα)

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

     

    3α. Με την επιφύλαξη άλλων ειδικών αρμοδιοτήτων τους που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία, οι εθνικές αρμόδιες αρχές παραμένουν αρμόδιες για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων αλλά, προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις μόνο εφόσον η ΕΚΤ τους ζητήσει να κινήσουν διαδικασία για τον σκοπό αυτό.

    Αιτιολόγηση

    Η πείρα έχει δείξει ότι η ανεπαρκής εποπτεία συχνά οφειλόταν στην έλλειψη σαφήνειας ως προς το ποιος είναι τελικά αρμόδιος να αναλάβει πρωτοβουλίες σε περίπτωση παράβασης. Σκοπός της τροπολογίας είναι η αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ αρχών, κάτι που έχει κεφαλαιώδη σημασία.

    Τροπολογία  8

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 3 – παράγραφος 10

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    Σε περίπτωση που μια παράβαση αφορά αποκλειστικά καθήκον που έχει ανατεθεί στο ΕΣΚΤ ή στην ΕΚΤ σύμφωνα με τη συνθήκη και το καταστατικό του ΕΣΚΤ, η διαδικασία σε περίπτωση παραβάσεων μπορεί να κινηθεί μόνο βάσει του παρόντος κανονισμού, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οποιουδήποτε εθνικού νόμου ή κανονισμού που ενδεχομένως προβλέπει ξεχωριστή διαδικασία. Εάν μια παράβαση αφορά επίσης έναν ή περισσότερους τομείς εκτός της σφαίρας των αρμοδιοτήτων του ΕΣΚΤ ή της ΕΚΤ, το δικαίωμα κίνησης διαδικασίας σε περίπτωση παραβάσεων βάσει του παρόντος κανονισμού είναι ανεξάρτητο από οποιοδήποτε δικαίωμα αρμόδιας εθνικής αρχής να κινήσει ξεχωριστές διαδικασίες στους τομείς που δεν εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του ΕΣΚΤ ή της ΕΚΤ. Η παρούσα διάταξη ισχύει υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του ποινικού δικαίου και του εθνικού δικαίου που αφορά αρμοδιότητες προληπτικής εποπτείας στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου.·

    Σε περίπτωση που μια παράβαση αφορά αποκλειστικά καθήκον που έχει ανατεθεί στο ΕΣΚΤ ή στην ΕΚΤ σύμφωνα με τη συνθήκη και το καταστατικό του ΕΣΚΤ, η διαδικασία σε περίπτωση παραβάσεων μπορεί να κινηθεί μόνο βάσει του παρόντος κανονισμού, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οποιουδήποτε εθνικού νόμου ή κανονισμού που ενδεχομένως προβλέπει ξεχωριστή διαδικασία. Εάν μια παράβαση αφορά επίσης έναν ή περισσότερους τομείς εκτός της σφαίρας των αρμοδιοτήτων του ΕΣΚΤ ή της ΕΚΤ, το δικαίωμα κίνησης διαδικασίας σε περίπτωση παραβάσεων βάσει του παρόντος κανονισμού είναι ανεξάρτητο από οποιοδήποτε δικαίωμα αρμόδιας εθνικής αρχής να κινήσει ξεχωριστές διαδικασίες στους τομείς που δεν εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του ΕΣΚΤ ή της ΕΚΤ. Η παρούσα διάταξη ισχύει υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του ποινικού δικαίου και του εθνικού δικαίου που αφορά αρμοδιότητες προληπτικής εποπτείας στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου. Πέραν αυτού, τα έσοδα από τις κυρώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού παραμένουν στη διάθεση της ΕΚΤ υπό τον όρο ότι προσδιορίζει σκοπό για τον οποίο θα τα χρησιμοποιήσει άλλον από την κάλυψη τρεχουσών δαπανών, και ότι υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τη χρήση τους.

    Τροπολογία  9

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 4 α (νέο)

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 4 – παράγραφος 1

     

    Ισχύον κείμενο

    Τροπολογία

     

    4α. Στο άρθρο 4, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

    1. Το δικαίωμα λήψης απόφασης για κίνηση διαδικασίας σε περίπτωση παραβάσεων, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, αποσβέννυται μετά την παρέλευση έτους αφότου καταστεί κατ' αρχάς γνωστή η ύπαρξη της εικαζόμενης παράβασης είτε στην ΕΚΤ, είτε σε εθνική κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του οποίου εμπίπτει η εικαζόμενη παράβαση και, σε κάθε περίπτωση, πέντε έτη αφότου σημειώθηκε η παράβαση ή, σε περίπτωση διαρκούς παράβασης, πέντε έτη μετά το τέλος της παράβασης.

    «1. Το δικαίωμα λήψης απόφασης για κίνηση διαδικασίας σε περίπτωση παραβάσεων, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, αποσβέννυται μετά την παρέλευση έτους αφότου καταστεί γνωστή η ύπαρξη της εικαζόμενης παράβασης είτε στην ΕΚΤ, είτε σε εθνική κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του οποίου εμπίπτει η εικαζόμενη παράβαση και, σε κάθε περίπτωση, τρία έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί η διαδικασία για παράβαση ή, σε περίπτωση διαρκούς παράβασης, τρία έτη μετά το τέλος της παράβασης.»

    Αιτιολόγηση

    Με την τωρινή διατύπωση, το δικαίωμα λήψης απόφασης να κινηθεί διαδικασία για παράβαση αποσβέννυται, σε κάθε περίπτωση, πέντε έτη αφότου σημειώθηκε η παράβαση. Αυτό μπορεί να προκαλέσει προβλήματα, αφού σε ορισμένες πολύπλοκες υποθέσεις ενδέχεται να χρειαστούν χρόνια μέχρι να γίνει γνωστή η παράβαση. Η εισηγήτρια προτείνει να μειωθεί η πενταετία σε τριετία, με σημείο έναρξης την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί διαδικασία για παράβαση, και όχι την ημερομηνία κατά την οποία συντελέσθηκε η παράβαση.

    Τροπολογία  10

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 5

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 4γ – παράγραφος 1

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 4, το δικαίωμα λήψης απόφασης επιβολής διοικητικής κύρωσης σχετικά με παραβάσεις που αφορούν άμεσα εφαρμοστέες πράξεις ενωσιακής νομοθεσίας, καθώς και αποφάσεις και κανονισμούς που εκδίδει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, αποσβέννυται πέντε έτη μετά τη διάπραξη της παράβασης ή, στην περίπτωση διαρκούς παράβασης, πέντε έτη μετά την παύση της.

    1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 4, το δικαίωμα λήψης απόφασης επιβολής διοικητικής κύρωσης σχετικά με παραβάσεις που αφορούν άμεσα εφαρμοστέες πράξεις ενωσιακής νομοθεσίας, καθώς και αποφάσεις και κανονισμούς που εκδίδει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, αποσβέννυται πέντε έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί η διαδικασία για παράβαση ή, στην περίπτωση διαρκούς παράβασης, πέντε έτη μετά την παύση της.

    Τροπολογία  11

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 5

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 4γ – παράγραφος 2

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

    2. Κάθε μέτρο που λαμβάνει η ΕΚΤ για τους σκοπούς έρευνας ή διαδικασιών σχετικών με παράβαση διακόπτει την προθεσμία της παραγράφου 1. Η προθεσμία διακόπτεται από την ημέρα της κοινοποίησης του μέτρου στη θιγόμενη εποπτευόμενη οντότητα. Μετά από κάθε διακοπή η προθεσμία αρχίζει εκ νέου. Πάντως, η προθεσμία δεν δύναται να υπερβαίνει τα δέκα έτη από την διάπραξη της παράβασης ή, στην περίπτωση διαρκούς παράβασης, τα δέκα έτη από την παύση της.

    2. Κάθε μέτρο που λαμβάνει η ΕΚΤ για τους σκοπούς έρευνας ή διαδικασιών σχετικών με παράβαση διακόπτει την προθεσμία της παραγράφου 1. Η προθεσμία διακόπτεται από την ημέρα της κοινοποίησης του μέτρου στη θιγόμενη εποπτευόμενη οντότητα. Μετά από κάθε διακοπή η προθεσμία αρχίζει εκ νέου. Πάντως, η προθεσμία δεν δύναται να υπερβαίνει τα επτά έτη από την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί η διαδικασία για παράβαση ή, στην περίπτωση διαρκούς παράβασης, τα επτά έτη από την παύση της.

    Αιτιολόγηση

    Η ΕΚΤ συνιστά να μην υπερβαίνει η προθεσμία τα δέκα έτη μετά τη διάπραξη της παράβασης. Αυτό μπορεί να προκαλέσει προβλήματα, αφού σε ορισμένες πολύπλοκες υποθέσεις ενδέχεται να χρειαστούν χρόνια μέχρι να γίνει γνωστή η παράβαση. Η εισηγήτρια προτείνει να μειωθεί η δεκαετία σε επταετία, με σημείο έναρξης την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί διαδικασία για παράβαση, και όχι την ημερομηνία κατά την οποία συντελέσθηκε η παράβαση.

    Τροπολογία  12

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 5

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 4γ – παράγραφος 4 α (νέα)

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

     

    4α. Στις ενέργειες που συνεπάγονται τη διακοπή της προθεσμίας συγκαταλέγονται ειδικότερα οι εξής:

     

    α) γραπτή αίτηση της ΕΚΤ ή μιας εθνικής αρμόδιας αρχής ενός κράτους μέλους για την παροχή πληροφοριών·

     

    β) γραπτή εξουσιοδότηση της ΕΚΤ ή μιας εθνικής αρμόδιας αρχής προς υπαλλήλους για τη διενέργεια ελέγχων·

     

    γ) κίνηση της διαδικασίας για παράβαση από εθνική αρμόδια αρχή κράτους μέλους.

    Αιτιολόγηση

    Σκοπός της τροπολογίας αυτής είναι να παρασχεθεί καθοδήγηση όσον αφορά το είδος των ενεργειών οι οποίες πρέπει να επιτρέπουν διακοπή της προθεσμίας. Η τροπολογία αντλεί από το άρθρο 25 παράγραφος 3 του κανονισμού 1/2003 της 16ης Δεκεμβρίου 2002 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης.

    Τροπολογία  13

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – παράγραφος 5 α (νέα)

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 5

     

    Ισχύον κείμενο

    Τροπολογία

     

    5α. Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

    Άρθρο 5

    «Άρθρο 5

    Δικαστικός έλεγχος

    Δικαστικός έλεγχος

    Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία κατά την έννοια του άρθρου 172 της συνθήκης όσον αφορά τον έλεγχο οριστικών αποφάσεων, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις.

    Όπως ορίζεται στο άρθρο 263 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία όσον αφορά τον έλεγχο οριστικών αποφάσεων, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις.»

    Αιτιολόγηση

    Η αναφορά στη Συνθήκη, που περιλαμβάνει η τρέχουσα διατύπωση, δεν ισχύει πλέον. Επίσης, το τρέχον άρθρο 5 είναι γραμμένο με τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση ότι ο δικαστικός έλεγχος προβλέπεται από τον κανονισμό, ενώ στη πραγματικότητα απορρέει από την ίδια τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Τροπολογία  14

    Σχέδιο κανονισμού

    Άρθρο 1 – σημείο 5 β (νέο)

    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2532/98

    Άρθρο 6 α (νέο)

     

    Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Τροπολογία

     

    5β. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

     

    «Άρθρο 6 α

     

    Διεθνής διάλογος

     

    Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, η ΕΚΤ καθιερώνει τακτικό διάλογο με εποπτικές αρχές εκτός της Ένωσης, προκειμένου να συνεργαστεί μαζί τους για τη συνεπή εφαρμογή των κυρώσεων και των μηχανισμών κυρώσεων σε διεθνές επίπεδο.»

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    1. Γενικό πλαίσιο

    Στις 23 Νοεμβρίου 1998, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 σχετικά με τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για επιβολή κυρώσεων[1]. Ύστερα από αρκετά χρόνια εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2532/98 του Συμβουλίου, και λαμβανομένου υπόψη ότι οι εξουσίες της ΕΚΤ διευρύνθηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων[2], η ΕΚΤ υπέβαλε στο Συμβούλιο, στις 16 Απριλίου 2014, σύσταση για κανονισμό του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98[3].

    Η σύσταση της ΕΚΤ περιλαμβάνει τροποποιήσεις σχετικά με τον ορισμό των περιοδικών χρηματικών ποινών (άρθρο 1), τις γενικές αρχές και το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1α), τις κυρώσεις σε περίπτωση μη εκτέλεσης καθήκοντος (άρθρο 2), τους διαδικαστικούς κανόνες για την αρμοδιότητα κίνησης της διαδικασίας σε περίπτωση παραβάσεων και τη σχέση με τις εθνικές αρμοδιότητες (άρθρο 3), ειδικούς κανόνες όσον αφορά τα ανώτατα όρια κυρώσεων που επιβάλλει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της (νέο άρθρο 4α), ειδικούς κανόνες όσον αφορά κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας επανεξέτασης (νέο άρθρο 4β), καθώς και ειδικές προθεσμίες όσον αφορά διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της (νέο άρθρο 4γ).

    2. Διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 4 της ΣΕΕ. Η επιτροπή ECON είναι η επικεφαλής επιτροπή για την εξέταση του θέματος.

    3. Γενικές εκτιμήσεις

    Η χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε την ανάγκη καλύτερης ρύθμισης και εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα της ΕΕ. Έτσι εγκρίθηκαν νέοι κανόνες για να εξασφαλιστεί κατάλληλη ρύθμιση και αποτελεσματική εποπτεία όλων των χρηματοπιστωτικών παραγόντων, προϊόντων και αγορών. Οι κανόνες αυτοί συνθέτουν ένα βασικό πλαίσιο για το σύνολο των 28 κρατών μελών της ΕΕ και στηρίζουν μια ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που να χαρακτηρίζεται από εύρυθμη λειτουργία.

    Η επακόλουθη κρίση της ευρωζώνης πρόσθεσε άλλη μια διάσταση, τονίζοντας το ενδεχόμενο ενός φαύλου κύκλου μετάδοσης του κινδύνου μεταξύ τραπεζών και κρατών. Έγινε σαφές ότι, για να εξασφαλιστεί η επιβίωση και η μακροπρόθεσμη ευδοκίμηση του ενιαίου νομίσματος, χρειαζόταν μια οικονομική και νομισματική ένωση με καλύτερη διακυβέρνηση και περισσότερη ενοποίηση. Για να σπάσει ο φαύλος κύκλος δεν αρκεί ένας υγιέστερος χρηματοπιστωτικός τομέας. Ειδικότερα μάλιστα για τις χώρες που έχουν κοινό νόμισμα, έγινε κοινά αποδεκτή η ανάγκη για μια ουσιαστικότερη και πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση – χρειαζόταν η έμπρακτη εξασφάλιση ομοιόμορφης εφαρμογής των κανόνων για το σύνολο των 28 κρατών μελών. Αυτό ώθησε τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ να δεσμευθούν τον Ιούνιο του 2012 υπέρ μιας τραπεζικής ένωσης. Η τραπεζική ένωση δημιουργείται ειδικότερα για τις χώρες που έχουν νόμισμα το ευρώ, αλλά είναι ανοιχτή για όσα εκτός ευρωζώνης κράτη μέλη της ΕΕ θα ήθελαν να ενταχθούν σε αυτήν (χώρες προαιρετικής προσχώρησης).

    Ο κανονισμός του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 αναμένεται να αποτελέσει ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση της εφαρμογής ενός συνεκτικότερου και πιο ολοκληρωμένου ρυθμιστικού πλαισίου.

    3.1. Ο ρόλος της ΕΚΤ: καλύτερη εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος

    Για να είναι πλήρως αποτελεσματικό το ρυθμιστικό πλαίσιο, πρέπει να συνοδεύεται από ενδελεχή εποπτεία και έμπρακτη επιβολή της εφαρμογής. Ο στόχος είναι επομένως η αναβάθμιση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα σε επίπεδο ΕΕ, με βελτίωση του συντονισμού μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών αφενός και ενίσχυση της πανενωσιακής εποπτείας για την αντιμετώπιση των κινδύνων και προβλημάτων διασυνοριακής εμβέλειας αφετέρου, υπό την τελική καθοδήγηση της ΕΚΤ. Τα δύο επίπεδα εποπτείας είναι συμπληρωματικά και είναι και τα δύο απαραίτητα για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρώπη.

    Στις 4 Νοεμβρίου 2013, περίπου έναν χρόνο αφότου η Επιτροπή πρότεινε τη δημιουργία ενιαίου μηχανισμού τραπεζικής εποπτείας στην ευρωζώνη, τέθηκε σε ισχύ ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ). Ο μηχανισμός αυτός θα βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους λειτουργίας τον Νοέμβριο του 2014.

    Ο ΕΕΜ αναθέτει στην ΕΚΤ νέες εποπτικές εξουσίες επί των τραπεζών της ευρωζώνης, κάτι που περιλαμβάνει: αδειοδότηση όλων των τραπεζών στην ΕΕ, συνεκτική και συνεπή εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων στην ευρωζώνη, άμεση εποπτεία των σημαντικών τραπεζών (συμπεριλαμβανομένων όλων όσων έχουν ενεργητικό άνω των 30 δισ. ευρώ ή αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 20% του ΑΕγχΠ της χώρας καταγωγής τους ­- περίπου 130 τράπεζες) και, τέλος, παρακολούθηση της εποπτείας που ασκούν οι εθνικές εποπτικές αρχές επί των λιγότερο σημαντικών τραπεζών. Η ΕΚΤ, ως ύστατη εποπτική αρχή, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφασίσει να εποπτεύσει απευθείας ένα ή περισσότερα από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή υψηλών εποπτικών προτύπων. Η ΕΚΤ επιφορτίζεται με το καθήκον να εξασφαλίζει τη συνεκτική και συνεπή εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων στην ευρωζώνη.

    3.2. Κυρώσεις στο πλαίσιο του ΕΕΜ

    Υπάρχει ευρεία αναγνώριση του γεγονότος ότι η έλλειψη αξιοπιστίας του ρυθμιστικού πλαισίου συνέβαλε στην κρίση, δεδομένου ότι η εφαρμογή εμφάνιζε σοβαρότατες ελλείψεις. Κατά παράδοση, όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά θέματα δίνεται πολλή πίστη στην «πειθαρχία της αγοράς», αλλά, προκειμένου να λειτουργεί καλά το σύστημα παρακολούθησης της αγοράς, είναι πολύ σημαντική και η διαφάνεια. Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι πρέπει να είναι διαθέσιμες οι αναγκαίες πληροφορίες, αλλά επίσης ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει πράγματι να φτάνουν στην αγορά και επιπλέον να ερμηνεύονται καταλλήλως από τους συμμετέχοντες στην αγορά και να χρησιμοποιούνται στις αποφάσεις τους.

    Κατά συνέπεια, για την οικοδόμηση της αξιοπιστίας του ΕΕΜ δεν χρειάζεται μόνο η διαφάνεια σχετικά με την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές και όλοι οι χρήστες τους πρέπει επίσης να είναι πεπεισμένοι ότι στο μέλλον η εποπτική αρχή θα μπορεί να στραφεί αποτελεσματικά εναντίον τραπεζών που δεν συμμορφώνονται προς τους κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ χρειάζεται σαφή και αναμφισβήτητη εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις.

    4. Σχέδιο έκθεσης: ειδικές παρατηρήσεις

    Εν είδει προκαταρκτικής παρατήρησης, η εισηγήτρια επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ποιοτική εκτίμηση αντικτύπου. Η εισηγήτρια κατανοεί τον επείγοντα χαρακτήρα της τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2532/98 ενόψει της λειτουργίας του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ) τον Νοέμβριο του 2014, αλλά πιστεύει ότι αρκετές ατέλειες θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με προσφυγή στη μεθοδολογία της εκτίμησης αντικτύπου.

    Πέραν αυτού, η εισηγήτρια επικροτεί τη σύσταση της ΕΚΤ και υποστηρίζει τον στόχο της. Η εισηγήτρια προτείνει τη βελτίωση ορισμένων στοιχείων της σύστασης με τις τροποποιήσεις που ακολουθούν.

    4.1. Δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων

    Σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού (ΕΕ) του Συμβουλίου αριθ. 1024/2013 και ιδίως το άρθρο 18 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβανομένων υπόψη των επανειλημμένων εκκλήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για περισσότερη διαφάνεια στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ, η εισηγήτρια προτείνει να υποχρεούται η ΕΚΤ κατά γενικό κανόνα να δημοσιεύει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αποφάσεις της σχετικά με την επιβολή διοικητικών χρηματικών ποινών σε επιχειρήσεις για παραβάσεις της άμεσα εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας, και σχετικά με την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των ρυθμιστικών κανόνων ή των αποφάσεων της ΕΚΤ, τόσο σε εποπτικό όσο και σε μη εποπτικό επίπεδο, ανεξάρτητα αν έχει υποβληθεί αίτημα επανεξέτασης της σχετικής απόφασης.

    Ενδέχεται ωστόσο να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες δεν ενδείκνυται η άμεση δημοσίευση των αποφάσεων, π.χ. αν αυτό θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή θα ήταν δυσανάλογο σε σχέση με τη βαρύτητα της διοικητικής χρηματικής ποινής ή κύρωσης που επιβάλλεται στην επιχείρηση. Η εισηγήτρια συμφωνεί να έχει η ΕΚΤ τη διακριτική ευχέρεια να καθυστερεί τη δημοσίευση τέτοιων αποφάσεων. Σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού (ΕΕ) του Συμβουλίου αριθ. 1024/2013 και ιδίως το άρθρο 20 παράγραφος 8 του εν λόγω κανονισμού, η εισηγήτρια πιστεύει ωστόσο ότι ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν μια εμπιστευτική προφορική συζήτηση με την ΕΚΤ σε σχέση με τέτοιες αποφάσεις. Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η διαφάνεια, η εισηγήτρια προτείνει επιπλέον μια διαδικασία πλήρους δημοσιοποίησης και επομένως αυτόματου αποχαρακτηρισμού και αποδέσμευσης της πληροφορίας ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα, π.χ. 3 ετών, καθώς και την υποχρέωση της ΕΚΤ να αιτιολογεί εκ των υστέρων οποιαδήποτε απόκλιση από τον γενικό κανόνα της άμεσης δημοσίευσης.

    4.2. Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών αρμόδιων αρχών

    Η πείρα έχει δείξει ότι η ανεπαρκής εποπτεία συχνά οφειλόταν στην έλλειψη σαφήνειας ως προς το ποιος είναι τελικά αρμόδιος να αναλάβει πρωτοβουλίες σε περίπτωση παράβασης. Η εισηγήτρια προτείνει επομένως μια τροποποίηση του νέου άρθρου 1α που συνιστά η ΕΚΤ. Ειδικότερα, προτείνει να προστεθεί στο άρθρο αυτό, το οποίο θέτει τις γενικές αρχές, μια ρητή συνολική οριοθέτηση αρμοδιοτήτων: με την επιφύλαξη άλλων ειδικών αρμοδιοτήτων τους που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία, οι εθνικές αρμόδιες αρχές παραμένουν αρμόδιες για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων αλλά, προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις μόνο εφόσον η ΕΚΤ τους ζητήσει να κινήσουν διαδικασία για τον σκοπό αυτό.

    4.3 Προθεσμίες για τις διοικητικές κυρώσεις

    Στη σύστασή της, η ΕΚΤ προτείνει να αποσβέννυται το δικαίωμα λήψης απόφασης για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων πέντε έτη μετά τη διάπραξη της παράβασης. Αυτό μπορεί να προκαλέσει προβλήματα, αφού σε ορισμένες πολύπλοκες υποθέσεις ενδέχεται να χρειαστούν χρόνια μέχρι να γίνει γνωστή η παράβαση. Η εισηγήτρια προτείνει να έχει η πενταετής προθεσμία σημείο έναρξης την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί διαδικασία για παράβαση, και όχι την ημερομηνία κατά την οποία συντελέσθηκε η παράβαση.

    Για να αντισταθμιστούν οι εκ των πραγμάτων μεγαλύτερες (ίσως και πολύ μεγαλύτερες) προθεσμίες λόγω του υστερόχρονου σημείου έναρξης, η εισηγήτρια προτείνει να μειωθεί η διάρκεια της ίδιας της προθεσμίας από πέντε σε τρία χρόνια. Επιπλέον, παρέχει ορισμένες ενδείξεις σχετικά με το είδος των ενεργειών της ΕΚΤ που θα έπρεπε να επιφέρουν διακοπή της προθεσμίας.

    • [1]  ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 4.
    • [2]  ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.
    • [3]  ΕΚΤ/2014/19.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Οι εξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για επιβολή κυρώσεων

    Έγγραφα αναφοράς

    10896/2014 – C8-0090/2014 – 2014/0807(CNS)

    Ημερομηνία κλήσης του ΕΚ προς γνωμοδότηση

    2.7.2014

     

     

     

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

           Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    ECON

    14.7.2014

     

     

     

    Εισηγητές

           Ημερομηνία ορισμού

    Kay Swinburne

    22.7.2014

     

     

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    13.10.2014

    3.11.2014

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    11.11.2014

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    32

    22

    2

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Gerolf Annemans, Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, Udo Bullmann, Esther de Lange, Fabio De Masi, Anneliese Dodds, Markus Ferber, Jonás Fernández, Elisa Ferreira, Sven Giegold, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Petr Ježek, Othmar Karas, Alain Lamassoure, Philippe Lamberts, Werner Langen, Sander Loones, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Fulvio Martusciello, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Dariusz Rosati, Alfred Sant, Molly Scott Cato, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Paul Tang, Sampo Terho, Michael Theurer, Ernest Urtasun, Marco Valli, Cora van Nieuwenhuizen, Miguel Viegas, Jakob von Weizsäcker, Steven Woolfe, Pablo Zalba Bidegain, Marco Zanni, Σωτήριος Ζαριανόπουλος, Γεώργιος Κύρτσος, Νότης Μαριάς, Κώστας Μαυρίδης

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Matt Carthy, Frank Engel, Ildikó Gáll-Pelcz, Danuta Jazłowiecka, Jeppe Kofod, Thomas Mann, Alessia Maria Mosca, Norica Nicolai, Nils Torvalds

    Ημερομηνία κατάθεσης

    12.11.2014