Διαδικασία : 2015/2140(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0368/2015

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0368/2015

Συζήτηση :

PV 18/01/2016 - 14
CRE 18/01/2016 - 14

Ψηφοφορία :

PV 19/01/2016 - 5.4
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0004

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 809kWORD 273k
16.12.2015
PE 565.169v02-00 A8-0368/2015

σχετικά με την Ετήσια έκθεση για την Πολιτική Ανταγωνισμού της ΕΕ

(2015/2140(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Werner Langen

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την Ετήσια έκθεση για την Πολιτική Ανταγωνισμού της ΕΕ

(2015/2140(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2015 επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2014 (COM(2015) 0247) καθώς και το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, ως συνοδευτικό έγγραφο με την ίδια ημερομηνία,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 101-109, 147 και 174,

–  έχοντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις για τον ανταγωνισμό, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις της Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Μαρτίου 2015 σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ το 2013(1) και το ψήφισμά του της 11ης Δεκεμβρίου 2013 σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ το 2012(2) καθώς και τις απαιτήσεις του Κοινοβουλίου που εκτίθενται σε αυτές,

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικών Πολιτικών (Τμήμα πολιτικής A, Οικονομική και Επιστημονική πολιτική) για την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών με τίτλο «Unfair trading practices in the business-to-business food supply chain (UTPs)» (Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (ΑθΕΠ) στη διεπιχειρηματική αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων)(3),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με τίτλο «Εσωτερική αγορά οδικών εμπορευματικών μεταφορών: κοινωνικό ντάμπινγκ και ενδομεταφορές»(4),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού (ΕΔΑ) του Μαΐου 2012 με τίτλο «Report on competition law enforcement and market monitoring activities by European competition authorities in the food sector» (Έκθεση σχετικά με την επιβολή του δικαίου περί ανταγωνισμού και με τις δραστηριότητες παρακολούθησης της αγοράς από τις ευρωπαϊκές αρχές ανταγωνισμού στον τομέα των τροφίμων)(5),

–  έχοντας υπόψη τις οδηγίες 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου και 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα και τις προτάσεις του Σχεδίου Δράσης των ΟΟΣΑ/G20 ενάντια στη διάβρωση της φορολογικής βάσης και στη μεταφορά κερδών,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαρτίου 2015 σχετικά με τη διενέργεια έρευνας στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου (COM(2015)3026),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/104/ΕΕ, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2014, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στην ενέργεια και το περιβάλλον (6),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ' εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της ΣΛΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων,

–  έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 2014, με τίτλο «προς έναν αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ» (COM/2014/0449),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A7-0368/2015),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς στην Ευρώπη και σημαντικό μέσο για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στην Ένωση·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στον τομέα του ανταγωνισμού, η φωνή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακούγεται και γίνεται σεβαστή σε διεθνές επίπεδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η ενιαία, ανεξάρτητη, εξωτερική εκπροσώπηση, η οποία βασίζεται σε σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες, παρέχει τη δυνατότητα στην Ένωση να ασκεί την πραγματική της εξουσία στον πολιτικό, στον δημογραφικό και στον οικονομικό τομέα·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί αυτή καθεαυτή εργαλείο για την περιφρούρηση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, δεδομένου ότι αποτρέπει την υπερβολική συγκέντρωση οικονομικής και χρηματοπιστωτικής ισχύος στα χέρια λίγων·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθιερωθεί ως ανοικτή οικονομία της αγοράς με ελεύθερο και θεμιτό ανταγωνισμό που αποσκοπεί στην αύξηση της ευημερίας των καταναλωτών και του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών της και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαθιδρύει μια εσωτερική αγορά, η οποία έχει σχεδιαστεί με στόχο την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης στην Ευρώπη με βάση την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο στόχος της αυστηρής εφαρμογής των αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού, σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΕ, αναμένεται να συμβάλει στην επίτευξη των γενικών στόχων της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, ωφελώντας παράλληλατους καταναλωτές, τους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες και προωθώντας την καινοτομία και την ανάπτυξη, μέσω του ελέγχου και του περιορισμού των αθέμιτων πρακτικών της αγοράς οι οποίες είναι απόρροια μονοπωλίων και δεσποζουσών θέσεων στην αγορά, ούτως ώστε κάθε άνθρωπος να έχει ισότιμες ευκαιρίες επιτυχίας·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεξαρτησία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού είναι εξαιρετικά σημαντική·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε χρόνο σημειώνονται συνολικές απώλειες ύψους 181 έως 320 δισεκατομμυρίων EUR – περίπου 3% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης – λόγω της ύπαρξης συμπράξεων·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, από άποψη ενεργειακού κόστους, οι επιδόσεις της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς είναι χαμηλότερες από αυτές της εσωτερικής αγοράς των ΗΠΑ, καθόσον η διασπορά των τιμών ανέρχεται σε 31% έναντι 22% στις ΗΠΑ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλά κράτη μέλη οι ΜΜΕ, οι οποίες αντιστοιχούν στο 98% των εταιρειών της ΕΕ και στο 67% των απασχολούμενων, εξακολουθούν να πλήττονται από έντονη πιστωτική ασφυξία·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η φοροδιαφυγή, η φορολογική απάτη και οι φορολογικοί παράδεισοι εκτιμάται ότι συνεπάγονται για τους φορολογούμενους της ΕΕ ετήσια απώλεια εσόδων ύψους 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ, στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά μεταξύ των εταιρειών που πληρώνουν και αυτών που δεν πληρώνουν φόρους·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, τα τελευταία χρόνια, ειδικά η δυναμική στην ψηφιακή οικονομία και, προπαντός, οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, ως συνέπεια επιθετικών φορολογικών πρακτικών και εθνικών φορολογικών πολιτικών (που ενδεχομένως βλάπτουν σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική αγορά), έχουν δημιουργήσει νέες προκλήσεις για τους παράγοντες της αγοράς και απαιτούν άμεση και στοχευμένη απόκριση από την Επιτροπή· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παγκόσμια συνεργασία για την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού συμβάλλει στην αποφυγή ανακολουθιών όσον αφορά τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται και τα αποτελέσματα των μέτρων επιβολής, και βοηθά τις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος συμμόρφωσής τους·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένων των προκλήσεων της ψηφιακής εποχής, τα υφιστάμενα μέσα στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού χρειάζονται ριζική επανεξέταση·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κανόνες περί θεμιτού ανταγωνισμού στον τομέα των διεθνών αεροπορικών μεταφορών και ο κανονισμός για τις κρατικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν ελλείψεις σε σχέση με τις αεροπορικές εταιρείες ορισμένων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται από και προς την Ευρώπη και κυριαρχούν σε ορισμένα δρομολόγια, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στις ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες και παρακωλύοντας τη συνδεσιμότητα των ευρωπαϊκών κομβικών αερολιμένων, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι επιλογές για τους ευρωπαίους καταναλωτές·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ανταγωνισμός δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο σε όλα τα κράτη μέλη·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το κοινωνικό ντάμπινγκ αποτελεί παράγοντα που στρεβλώνει την εσωτερική αγορά και βλάπτει τα δικαιώματα των καταναλωτών και των εργαζομένων·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίου αποτελεί τη βάση της ανάπτυξης της Ευρώπης·

1.  επικροτεί την έκθεση της Επιτροπής, η οποία υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της πολιτικής ανταγωνισμού στην ΕΕ, και σημειώνει ότι καλύπτει κατά βάση την περίοδο της θητείας της τελευταίας Επιτροπής υπό τον αρμόδιο για τον ανταγωνισμό Επίτροπο Almunia·

2.  καλεί την Επιτροπή να διαβιβάζει στο μέλλον το τομεακό έγγραφο εργασίας στο Κοινοβούλιο ως αναπόσπαστο τμήμα της έκθεσης·

3.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η αρμόδια για τον ανταγωνισμό Επίτροπος Vestager επιθυμεί να συνεργαστεί στενά με το Κοινοβούλιο με σκοπό να αναπτυχθεί περαιτέρω η πολιτική ανταγωνισμού ως ένα από τα βασικά μέσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα οποία θα επιτευχθεί η υλοποίηση της κοινής εσωτερικής αγοράς, και καλεί την Επιτροπή να μην εφαρμόσει την εσωτερική πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ με τρόπο ώστε να περιοριστούν οι στρατηγικές αγοράς των επιχειρήσεων για να μπορούν να ανταγωνίζονται στις παγκόσμιες αγορές με παράγοντες από τρίτες χώρες·

4.  τονίζει ότι μία αποτελεσματική και αξιόπιστη πολιτική ανταγωνισμού δεν πρέπει να έχει ως αποκλειστικό στόχο τη μείωση των τιμών για τους καταναλωτές αλλά πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη της τα στρατηγικά συμφέροντα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως: την ικανότητα καινοτομίας· τις επενδύσεις· την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα· τις ειδικές συνθήκες ανταγωνισμού για τις ΜΜΕ, τις νεοσύστατες επιχειρήσεις και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις· και την ανάγκη προαγωγής υψηλών εργασιακών και περιβαλλοντικών προτύπων·

5.  καλεί την Επιτροπή να θέσει τέλος στο κοινωνικό ντάμπινγκ και τονίζει ότι οι αποφάσεις που αφορούν την πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη τους τον κοινωνικό αντίκτυπο σε απομακρυσμένες ή απομονωμένες περιοχές·

6.  θεωρεί ότι η ιδιαίτερη φύση της ψηφιακής οικονομίας, που χαρακτηρίζεται από μειούμενο και σχεδόν μηδενικό οριακό κόστος και από ισχυρές συνέπειες του δικτύου, ευνοεί την αύξηση των επιπέδων συγκέντρωσης των βασικών αγορών· καλεί την Επιτροπή να προσαρμόσει την πολιτική ανταγωνισμού της στις ιδιαιτερότητες του εν λόγω τομέα·

7.  καλεί την Επιτροπή να ολοκληρώσει την εσωτερική αγορά σε τομείς στους οποίους εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη και ατελής και να θέσει τέρμα, το ταχύτερο δυνατόν, σε αδικαιολόγητους περιορισμούς και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού όπου και αν εντοπίζονται· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η πολιτική ανταγωνισμού θα ενισχύει ταυτόχρονα την κοινωνική συνοχή στην Ένωση·

8.  τονίζει ότι η απόδοση προτεραιότητας στις εργασίες της επιτροπής ανταγωνισμού και η παρουσίαση της έκθεσης για τον ανταγωνισμό το 2014 είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατές με τις κοινές προτεραιότητες· διαπιστώνει, ωστόσο, ότι σε ορισμένους τομείς πρέπει να υπάρξουν πιο αποφασιστικοί χειρισμοί, στους οποίους η Επιτροπή πρέπει να δώσει έμφαση τον επόμενο χρόνο· τονίζει τη σημασία της παγκόσμιας συνεργασίας με στόχο την επιβολή της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμού· υποστηρίζει την ενεργό συμμετοχή της Επιτροπής στο Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού·

9.  υπογραμμίζει ότι πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ο όρος «ανταγωνισμός» αυτός καθαυτός, στον οποίο βασίζεται το ισχύον δίκαιο περί ανταγωνισμού, ιδίως ως προς το υπόδειγμα δομής-συμπεριφοράς-επιδόσεων, ούτως ώστε να μπορέσουν να ληφθούν δεόντως υπόψη οι μεταβολές σε επίπεδο οικονομίας που επιφέρει η ψηφιοποίηση, και προτείνει, ως εκ τούτου, να συγκροτήσει η Επιτροπή μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού·

10.  καλεί και πάλι την Επιτροπή, όπως και στην προηγούμενη ετήσια έκθεση, να μεριμνήσει ώστε να αποφευχθούν εξελίξεις όπως η υπερβολική συγκέντρωση στην αγορά και η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά στο πλαίσιο της δημιουργίας της ενιαίας ψηφιακής αγοράς, καθώς με τον τρόπο αυτό θα υπάρξει υψηλότερο επίπεδο υπηρεσιών για τους καταναλωτές και θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις για ελκυστικότερες τιμές·

11.  θεωρεί ότι έχει θεμελιώδη σημασία και εξυπηρετεί, σε τελική ανάλυση, τους καταναλωτές να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ψηφιακή αγορά και να καταπολεμηθεί η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και της φορολογικής βελτιστοποίησης·

12.  εκτιμά ότι η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διοίκησης αποτελεί σημαντικό φορέα στήριξης της ανάπτυξης, σε ό,τι αφορά κυρίως τη συμμετοχή των ΜΜΕ· καλεί επομένως τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους βάσει της νέας νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις προκειμένου να τονώσουν την ανάπτυξη στην ΕΕ, ενώ καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει όλες τις πρωτοβουλίες που συνδέονται με την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης· τονίζει ακόμη ότι η προώθηση και η υλοποίηση συστημάτων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε όλα τα κράτη μέλη είναι θεμελιώδης για την αποτελεσματική παρακολούθηση των παραβιάσεων και για την εξασφάλιση διαφάνειας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

13.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη θα θέσουν έγκαιρα σε εφαρμογή τη νέα νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών προμηθειών και της ηλεκτρονικής διοίκησης και τις νέες διατάξεις για τη συνεκτίμηση κοινωνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων και για τη διαίρεση των συμβάσεων σε παρτίδες, προκειμένου να δοθεί ώθηση στην καινοτομία και τον θεμιτό ανταγωνισμό, να υποστηριχτούν οι ΜΜΕ στις αγορές δημοσίων συμβάσεων και να εξασφαλιστεί η καλύτερη σχέση ποιότητας τιμής στη χρήση των δημόσιων κονδυλίων·

14.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες για το φιλόδοξο άνοιγμα των διεθνών αγορών δημοσίων συμβάσεων με στόχο να καταργηθεί η ανισορροπία ως προς τον βαθμό ανοίγματος των αγορών δημοσίων συμβάσεων της ΕΕ σε σύγκριση με άλλους εμπορικούς εταίρους και να λάβει εν προκειμένω υπόψη την έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με ένα διεθνές μέσο σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την επικείμενη αναθεώρησή του·

15.  επισημαίνει ότι στην ενιαία αγορά πωλούνται στους πελάτες προϊόντα τα οποία περιέχουν συστατικά που, αν και έχουν το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία, παρουσιάζουν διαφορές στα επιμέρους φορτία· καλεί την Επιτροπή να κρίνει, στο πλαίσιο της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ, αν πρόκειται για πρακτική με αρνητικές επιπτώσεις στους προμηθευτές τοπικών και περιφερειακών προϊόντων, και ειδικότερα στις ΜΜΕ·

16.  θεωρεί απαραίτητο να εξακολουθήσει η Επιτροπή να προωθεί τη βελτίωση της σύγκλισης και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών της ΕΕ·

17.  χαιρετίζει την έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ της επιβολής του ανταγωνισμού και της στρατηγικής της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, ιδίως σε δράσεις που συνδέονται με πρακτικές γεωγραφικού αποκλεισμού και συμφωνίες αδειοδότησης, για να συμπληρωθεί η ψηφιακή ενιαία αγορά· πιστεύει ότι μια τέτοια αλληλεπίδραση είναι ζωτικής σημασίας στην εσωτερική αγορά ενέργειας, προκειμένου να αρθούν οι φραγμοί στην ελεύθερη διασυνοριακή ροή ενέργειας και να οικοδομηθεί η Ενεργειακή Ένωση·

18.  θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός στον τομέα των τηλεπικοινωνιών είναι ουσιώδης όχι μόνο για την προώθηση της καινοτομίας και των επενδύσεων στα δίκτυα αλλά και για την ενθάρρυνση προσιτών τιμών και επιλογών σε υπηρεσίες για τον καταναλωτή· ζητεί επομένως από την Επιτροπή να διασφαλίσει τον ανταγωνισμό σε αυτόν τον τομέα, μεταξύ άλλων και στην κατανομή συχνοτήτων·

19.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει ενδελεχώς τις αθέμιτες και παράνομες ρήτρες και πρακτικές που χρησιμοποιούνται από τον τραπεζικό τομέα στις καταναλωτικές συμβάσεις· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο του ΕΔΑ, να ενθαρρύνει τις ανταλλαγές δοκιμασμένων πρακτικών· παροτρύνει την Επιτροπή να μειώσει κάθε μορφής γραφειοκρατία που προκύπτει από την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού·

20.  πιστεύει ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για να καθιστά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ασφαλέστερες και διαφανέστερες για τους καταναλωτές· επιδοκιμάζει εξάλλου τις νομοθετικές παρεμβάσεις στον τομέα των ηλεκτρονικών πληρωμών και ειδικότερα τη θέσπιση ανώτατων ορίων διατραπεζικών προμηθειών στις συναλλαγές με κάρτα·

21.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι η πολιτική ανταγωνισμού συνεπάγεται επίσης ρύθμιση των τιμών των υπηρεσιών για τις οποίες δεν μπορεί να καθοριστεί με ευκολία μια αγοραία αξία, όπως οι προμήθειες των μηχανημάτων ανάληψης μετρητών·

22.  ζητεί από την Επιτροπή να μελετήσει το δίκτυο μηχανημάτων ανάληψης μετρητών από τη σκοπιά της πολιτικής ανταγωνισμού, λαμβάνοντας υπόψη ότι συνιστά υποδομή δικτύου·

23.  πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω με ποιον τρόπο θα υποστηριχθούν οι ευρωπαϊκές εταιρείες στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους, σε παγκόσμιο επίπεδο, με άλλες επιχειρήσεις παρόμοιου μεγέθους από διαφορετικά μέρη του κόσμου, όπου δεν είναι απαραίτητη η τήρηση των ίδιων ανταγωνιστικών κανόνων με αυτούς που καλούνται να πληρούν οι ευρωπαϊκές οντότητες στην έδρα τους·

24.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συνοχή μεταξύ της εμπορικής πολιτικής και της πολιτικής ανταγωνισμού της Ένωσης και των στόχων της βιομηχανικής πολιτικής της· τονίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού της Ένωσης δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην ανάδειξη μεγάλων ευρωπαίων βιομηχανικών «πρωταθλητών» στην οικονομία· ζητεί, για τον λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκές πολιτικές για το εμπόριο και τον ανταγωνισμό να ευνοούν την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε παγκόσμιο επίπεδο·

Διαδικασίες κατά των μονοπωλίων – Περιπτώσεις κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης

25.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της όσον αφορά τη διερεύνηση περιπτώσεων κατάχρησης δεσποζουσών θέσεων εις βάρος των καταναλωτών της ΕΕ·

26.  σημειώνει ότι οι καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης απαγορεύονται και αποτελούν σοβαρό πρόβλημα στον τομέα του ανταγωνισμού·

27.  φρονεί ότι η Επιτροπή εργάζεται επιτυχώς σε υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και ότι είναι, συνεπώς, σε θέση να επικαλεστεί το γεγονός ότι συμβάλλει σημαντικά στην εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και ισότιμων κανόνων ανταγωνισμού·

28.  υπογραμμίζει ότι οι επιζήμιες για τον ανταγωνισμό πρακτικές και τα μονοπώλια είναι πιθανό να παρεμποδίσουν το εμπόριο και να διαταράξουν τις εμπορικές και επενδυτικές ροές· καλεί την Επιτροπή, προς όφελος του ελεύθερου και δίκαιου παγκόσμιου εμπορίου, να καταπολεμήσει σε διεθνές επίπεδο τις συμπράξεις και τις επιζήμιες για τον ανταγωνισμό πρακτικές, τα ολιγοπώλια και τα μονοπώλια που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό·

29.  φρονεί ότι οι ισχύοντες κανόνες σχετικά με την επιβολή χρηματικών ποινών σε νομικά πρόσωπα για παραβάσεις πρέπει να συμπληρωθούν με συνοδευτικές ποινές κατά των υπευθύνων φυσικών προσώπων· θεωρεί ότι οι χρηματικές ποινές πρέπει να είναι αρκετά υψηλές ώστε να επιδρούν αποτρεπτικά· τονίζει τη σημασία της επιτυχούς πολιτικής καταγγελίας δυσλειτουργιών, η οποία έχει βοηθήσει την Επιτροπή στον εντοπισμό συμπράξεων·

30.  θεωρεί την ασφάλεια δικαίου εξαιρετικά σημαντική, και καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει τους κανόνες σχετικά με τα πρόστιμα, όπως αυτά που επιβάλλονται στην περίπτωση των συμπράξεων, σε ένα νομοθετικό μέσο·

31.  διαπιστώνει ότι τα παραδοσιακά πρότυπα αγοράς όσον αφορά την πολιτική ανταγωνισμού μπορεί να είναι ακατάλληλα για την ψηφιακή οικονομία και ότι η χρήση δεικτών που βασίζονται στις τιμές στον δυναμικό αυτό κλάδο της οικονομίας είναι συχνά αλυσιτελής· καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει, με βάση τα νέα κριτήρια, διεξοδική νομική και οικονομική αξιολόγηση των ταχέως αναπτυσσόμενων αγορών και των εφήμερων επιχειρηματικών μοντέλων που χρησιμοποιούν οι ψηφιακές επιχειρήσεις, προκειμένου να υπάρχει σαφής εικόνα της δομής και των τάσεων της αγοράς, να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των καταναλωτών και να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η σημασία των δεδομένων και των ειδικών δομών της αγοράς της ψηφιακής οικονομίας· υπογραμμίζει ότι για τον ορισμό της συναφούς αγοράς, ειδικά στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας, πρέπει να εφαρμόζονται συναφή κριτήρια αξιολόγησης όσον αφορά τον ανταγωνισμό·

32.  φρονεί ότι, για να είναι δίκαιος ο ανταγωνισμός, είναι σημαντικό να προστατεύεται η πνευματική ιδιοκτησία και διαπιστώνει με λύπη του ότι οι διεθνείς επιχειρήσεις είναι απρόθυμες να αποκτήσουν τις άδειες που απαιτούνται για τη χρήση ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας· καλεί την Επιτροπή να προστατεύσει αποτελεσματικά τα τυποποιημένα διπλώματα ευρεσιτεχνίας ουσιώδους σημασίας (SEP) και να παρακολουθεί συστηματικά τη νόμιμη απόκτηση αδειών από τους χρήστες των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας·

33.  ζητεί από την Επιτροπή να διερευνήσει εάν υπάρχει οποιουδήποτε είδους σχέση μεταξύ της υψηλής παρουσίας πολιτικών και πρώην υπουργών στα διοικητικά συμβούλια εταιρειών ενέργειας και των ολιγοπωλιακών πρακτικών που ακολουθούνται από τον ενεργειακό τομέα σε ορισμένα κράτη μέλη·

34.  διαμαρτύρεται για τη μεγάλη διάρκεια των ερευνών με αντικείμενο των αμερικανικό γίγαντα του Διαδικτύου Google και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι έρευνες καθυστερούν αδικαιολόγητα επί πολλά χρόνια, ότι χαρακτηρίζονται από έλλειψη διαφάνειας και δεν έχουν επιφέρει κανένα οριστικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η Επιτροπή, έως το 2014, δεν άφηνε να φανεί ότι προτίθεται να καταργήσει τους περιορισμούς στην αγορά· τονίζει ότι μια τόσο μεγάλης διάρκειας διαδικασία μπορεί, ειδικά σε δυναμικές αγορές, να οδηγήσει σε έναν εκ των πραγμάτων περιορισμό των παρόχων στην αγορά και να προκαλέσει αβεβαιότητα σε όλα τα μέρη·

35.  καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει διεξοδικά την πρακτική της Google να προσφέρει το λειτουργικό σύστημα «Android» μόνο σε συνδυασμό με άλλες υπηρεσίες της και να απαγορεύει παράλληλα στους κατασκευαστές την προεγκατάσταση ανταγωνιστικών προϊόντων· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να διερευνήσει διεξοδικά την δεσπόζουσα θέση της Google στην αγορά στο τομέα των άμεσων κρατήσεων ξενοδοχείων και να αναζητήσει κατάλληλη λύση στο πρόβλημα αυτό· υποστηρίζει τα μέτρα της Επιτροπής που αποσκοπούν στην επίτευξη μεγαλύτερης διαλειτουργικότητας και φορητότητας σε όλους τους ψηφιακούς τομείς και στην αποφυγή με αυτόν τον τρόπο ενός σεναρίου όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα»· τονίζει τη σημασία του εξοπλισμού της Επιτροπής με τα κατάλληλα εργαλεία προκειμένου να γίνεται επικαιροποιημένη επισκόπηση ταχέων εξελίξεων στην ψηφιακή αγορά·

36.  καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει και να ολοκληρώσει με προσοχή όλες τις υπόλοιπες εκκρεμείς έρευνες με αντικείμενο τις συμπράξεις και να καταργήσει τους περιορισμούς στην αγορά· εκφράζει ικανοποίηση για την άρνηση της Επιτροπής να υποκύψει σε πολιτικές πιέσεις και ζητεί επιτάχυνση των διαδικασιών, ούτως ώστε να μπορέσουν να επιτευχθούν αποτελέσματα εντός του επόμενου έτους· εκφράζει την ικανοποίησή του, ως εκ τούτου, για την κοινοποίηση των αιτιάσεων που απηύθυνε η Επιτροπή στην Google όσον αφορά την υπηρεσία σύγκρισης τιμών· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει με αποφασιστικότητα τη διερεύνηση όλων των προβληματικών ζητημάτων που προσδιορίστηκαν στο πλαίσιο των ερευνών της, συμπεριλαμβανομένων των υπόλοιπων τομέων που ερευνώνται προς εντοπισμό μεροληψίας, ούτως ώστε να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες της ψηφιακής αγοράς·

37.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή έχει, δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού 1/2003 περί συμπράξεων, τη δυνατότητα να θεσπίζει προσωρινά μέτρα εφόσον υπάρχει κίνδυνος σοβαρής ανήκεστης βλάβης στον ανταγωνισμό· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να εφαρμοστούν όταν χρονίζουν οι διαδικασίες στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, ιδίως στην ψηφιακή αγορά·

38.  υπενθυμίζει ότι η δικτυακή ουδετερότητα (δηλαδή η αρχή σύμφωνα με την οποία όλη η κίνηση στο διαδίκτυο αντιμετωπίζεται ισότιμα, χωρίς διακρίσεις, περιορισμούς ή παρεμβάσεις, ανεξάρτητα από τον αποστολέα, τον παραλήπτη, το είδος, το περιεχόμενο, το μέσο, την υπηρεσία ή την εφαρμογή) έχει τεράστια σημασία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν γίνονται διακρίσεις στις διαδικτυακές υπηρεσίες και ότι ο ανταγωνισμός είναι πλήρως εγγυημένος·

39.  τονίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και συγχαίρει για την τομεακή έρευνα της Επιτροπής στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, η οποία είναι εστιασμένη σε πιθανούς φραγμούς στο διασυνοριακό ηλεκτρονικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, για παράδειγμα στους τομείς των ηλεκτρονικών ειδών, του ρουχισμού, των παπουτσιών και του ψηφιακού περιεχομένου·

40.  επισημαίνει ότι η υπόθεση της Google έχει πυροδοτήσει μια γενική συζήτηση γύρω από τη δύναμη των δεσποζουσών διαδικτυακών πλατφορμών όπως τα Ebay, Facebook, Apple, Linkdln, Amazon, Uber, Airbnb κτλ., την επιρροή τους στις αγορές και τη δημόσια σφαίρα, καθώς και την ανάγκη ρύθμισης και προστασίας τους· υπογραμμίζει ότι η ρύθμιση των διαδικτυακών πλατφορμών πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση υψηλότερης προστασίας του χρήστη, ενώ παράλληλα πρέπει να διατηρηθούν τα κίνητρα για καινοτομίες·

41.  καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει την κυριαρχία της Google στην αγορά όσον αφορά τις άμεσες κρατήσεις ξενοδοχείων· επισημαίνει ότι η εταιρεία επιδιώκει, όσοι αναζητούν ξενοδοχεία, να κάνουν κράτηση και να πληρώνουν μέσω της Google αντί μέσω μιας τρίτης ιστοσελίδας ταξιδίων ή ξενοδοχείων· υπογραμμίζει ότι η κίνηση αυτή είναι ενδεχομένως αμφιλεγόμενη καθώς μετατρέπει τη Google σε ηλεκτρονικό πρακτορείο ταξιδίων ή κάτι αντίστοιχο που χρεώνει τέλη κράτησης· σημειώνει ότι οι περισσότεροι ξενοδόχοι θα προτιμούσαν τις άμεσες κρατήσεις από τις κρατήσεις μέσω τρίτης ιστοσελίδας ή συναθροιστή· τονίζει ότι η Google θα μπορούσε να μοχλεύσει τη δεσπόζουσα θέση της και, με την ίδια λογική, να αποδυναμώσει τους ανταγωνιστές στις αγορές ταξιδίων, βλάπτοντας τους καταναλωτές·

42.  επικροτεί τις τροποποιήσεις του εκτελεστικού κανονισμού 773/2004 που ενέκρινε πρόσφατα η Επιτροπή και αφορούν τη διεξαγωγή δικαστικών διαδικασιών από την Επιτροπή σύμφωνα με τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ και τις σχετικές ανακοινώσεις σε συνέχεια της οδηγίας για τις αγωγές αποζημίωσης· εκφράζει τη λύπη του διότι δεν συμπεριλαμβάνεται το Κοινοβούλιο στη διαδικασία διαμόρφωσης των τροποποιήσεων·

43.  τονίζει τον σημαντικό ρόλο της πολιτικής ανταγωνισμού στην ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς· συμμερίζεται την άποψη ότι μια σταθερή πολιτική ανταγωνισμού σε ταχέως μεταβαλλόμενες αγορές απαιτεί καλές γνώσεις για τις αγορές· ως εκ τούτου επικροτεί την τομεακή έρευνα για το ηλεκτρονικό εμπόριο που ξεκίνησε κατ' εφαρμογή της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά·

Κρατικές ενισχύσεις

44.  καλεί την Επιτροπή ως θεματοφύλακα των Συνθηκών να επιτηρεί προσεκτικά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας από τα κράτη μέλη και να διασφαλίσει ότι οι διατάξεις της θα επιβληθούν με ενιαίο τρόπο σε ολόκληρη την ΕΕ· καλεί την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τις αρχές σε περιφερειακό και δημοτικό διοικητικό επίπεδο να προωθήσουν ενεργά την τήρηση της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ και να εξηγήσει τη νομική βάση της· υπογραμμίζει τη σημασία της αντιμετώπισης των οριζόντιων και κάθετων κρατικών ενισχύσεων με τον ίδιο τρόπο· θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα, προκειμένου να υπάρξει σε όλα τα τμήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευαισθητοποίηση όσον αφορά την ταξινόμηση και τη χορήγηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων, ιδίως όταν οι αποφάσεις χορήγησης ενισχύσεων αυτού του είδους ισοδυναμούν με επιζήμια για τον ανταγωνισμό και προστατευτικά μέτρα· φρονεί, ωστόσο, ότι πρέπει να εξασφαλίζεται στις απομακρυσμένες ή απομονωμένες περιοχές και στα νησιά μεγαλύτερο περιθώριο απ' ό,τι σήμερα όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις·

45.  πιστεύει ότι η Επιτροπή, ιδίως στο πλαίσιο της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων, πρέπει να εξετάζει με μεγαλύτερη προσοχή τα στοιχεία που προσκομίζουν τα κράτη και να βελτιώνει την ασφάλεια των στοιχείων, δεδομένου ότι καταβάλλονται διαρκώς προσπάθειες να καταστρατηγηθούν η νομική θέση και οι νομικοί περιορισμοί ή να αναζητηθούν περισσότεροι ή λιγότεροι οριακοί συμβιβασμοί· φρονεί, επιπλέον, ότι η εν λόγω εξέταση θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν απόλυτη ασφάλεια και συνέχεια του εφοδιασμού και της παροχής υπηρεσιών για όλους τους πολίτες τους σε στρατηγικούς και καίριους τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και η υγειονομική περίθαλψη και ότι κατά την εξέταση αυτή πρέπει να δίδεται προσοχή, ώστε να μην τίθενται σε εφαρμογή νομικές διατάξεις που είναι επιζήμιες για τα λοιπά κράτη μέλη ή για την Ένωση·

46.  επαναλαμβάνει ότι τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται με τρόπο που να υποστηρίζει αμέσως ή εμμέσως τη μετεγκατάσταση υπηρεσιών ή της παραγωγής σε άλλα κράτη μέλη, π.χ. μέσω της θέσπισης περιόδου αναμονής για τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν αυτές τις ενισχύσεις· τονίζει ότι οι κρατικές ενισχύσεις είναι μερικές φορές απαραίτητες προκειμένου να διασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ), συμπεριλαμβανομένων της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών· υπογραμμίζει ότι η κρατική παρέμβαση αποτελεί συχνά το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής για τη διασφάλιση υπηρεσιών καίριας σημασίας για τη στήριξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών σε απομονωμένες, απομακρυσμένες ή περιφερειακές περιοχές και νησιά στην Ένωση·

47.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή το 2014 ενέκρινε τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας και της ενέργειας και τις ενσωμάτωσε στον γενικό κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία (ΓΚΑΚ)·

48.  επικροτεί την ένταξη των κοινωνικών παροχών για τη μεταφορά κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών στον ΓΚΑΚ, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζεται πλέον το πρόβλημα συνδεσιμότητας· τονίζει ότι η συνδεσιμότητα των περιφερειακών νησιωτικών περιοχών είναι επίσης ουσιώδους σημασίας για τη διατήρηση και την ανάπτυξη αποδεκτών επιπέδων οικονομικής και κοινωνικής πρωτοβουλίας, διατηρώντας ζωτικής σημασίας επιχειρηματικές συνδέσεις·

49.  επικροτεί την τρέχουσα έρευνα της Επιτροπής σχετικά με τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και πιστώσεις, η οποία θα ωφελήσει τον τραπεζικό τομέα σε πολλά κράτη μέλη· θεωρεί πως οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και πιστώσεις θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται αναδρομικά δυνάμει διατάξεων σχετικά με κρατικές ενισχύσεις εάν εξαρτώνται από ρητές προϋποθέσεις αναφορικά με τη χρηματοδότηση στόχων της πραγματικής οικονομίας·

50.  υπενθυμίζει το αίτημά του προς την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον έχει ωφεληθεί ο τραπεζικός τομέας, από την αρχή της κρίσης, από έμμεσες επιδοτήσεις και κρατικές ενισχύσεις οι οποίες παρασχέθηκαν με την μορφή μη συμβατικής στήριξης της ρευστότητας·

51.  χαιρετίζει την θέσπιση νέων κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο των χρηματοδοτήσεων κινδύνου, πρωταρχικός στόχος των οποίων είναι να καταστεί δυνατή η αποτελεσματικότερη προώθηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των καινοτόμων εταιρειών μεσαίας κεφαλαιοποίησης και των νεοφυών επιχειρήσεων που υστερούν σημαντικά σε μέγεθος·

52.  επικρίνει το γεγονός ότι ειδικά τα φορολογικά μοντέλα που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό μπορούν να προκαλέσουν σημαντικά προβλήματα σε μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και σε μια σειρά κρατών μελών που δεν εφαρμόζουν τέτοια μοντέλα·

53.  επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής να εκδώσει, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, νέες κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες θα διασαφηνίζουν την έννοια των κρατικών ενισχύσεων που αφορούν τον φορολογικό τομέα και τις αποδεκτές μεταβιβαστικές τιμολογήσεις·

54.  ζητεί τη διεξαγωγή χωριστής μελέτης από την Επιτροπή για την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο οι διατάξεις της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων παρακωλύουν την εδραίωση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών τους, τουλάχιστον όσον αφορά τους μηχανισμούς ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων, αλλά και υπό το φως της πρόσφατης σύναψης της Εταιρικής Σχέσης του Ειρηνικού (ΤΠΥ)·

Έλεγχος συγχωνεύσεων

55.   επισημαίνει ότι, στο παρελθόν, οι αξιολογήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών στην ψηφιακή οικονομία πραγματοποιήθηκαν κατά κύριο λόγο βάσει του κύκλου εργασιών των σχετικών επιχειρήσεων, πράγμα το οποίο δεν ενδείκνυται· τονίζει ότι επιχειρήσεις με μικρό κύκλο εργασιών και σημαντικές αρχικές απώλειες μπορεί επίσης να έχουν ευρεία πελατειακή βάση, και επομένως σημαντικό όγκο δεδομένων, και σημαντική ισχύ στην αγορά, όπως αποδεικνύεται από την άνευ όρων έγκριση από την Επιτροπή της εξαγοράς του WhatsApp από το Facebook, η οποία δημιουργεί προηγούμενο·

56.  θεωρεί ότι σε ορισμένους τομείς της οικονομίας και κυρίως στην ψηφιακή οικονομία, πρέπει να εφαρμόζονται πρόσθετα κριτήρια, τα οποία να είναι περισσότερο φιλόδοξα και ευρύτερα από τις τιμολογικές προσεγγίσεις, τα μερίδια στην αγορά και το μέγεθος του κύκλου εργασιών, καθώς οι συγχωνεύσεις συχνά συνδέονται με περιορισμούς στην αγορά·

57.  φρονεί ότι, ειδικά στην ψηφιακή οικονομία και στο πλαίσιο της προστασίας των καταναλωτών, πρέπει να επικαιροποιηθούν οι γενικοί κανόνες ανταγωνισμού, ούτως ώστε να ανταποκρίνονται στην πραγματικές συνθήκες της αγοράς και πρέπει να θεσπιστούν συμπληρωματικά νέα κριτήρια στο πλαίσιο της αξιολόγησης των συγχωνεύσεων, όπως, για παράδειγμα, οι τιμές αγοράς, ενδεχόμενοι φραγμοί εισόδου στην αγορά, η ζωτική σημασία των δεδομένων και της πρόσβασης σε δεδομένα, οι ιδιαιτερότητες των πλατφορμών και οι σχετικές συνέπειες δικτύου·και επίσης το ερώτημα εάν υφίσταται ή όχι παγκόσμιος ανταγωνισμός στον υπό εξέταση κλάδο· καλεί την Επιτροπή να λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της το επιχειρηματικό πρότυπο των εταιριών στην ψηφιακή οικονομία καθώς και ενδεχόμενους φραγμούς εισόδου στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως οι δυνατότητες εναλλαγής μεταξύ διαφόρων πλατφορμών και η φορητότητα των δεδομένων·

58.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα να παρέχουν κοινές ηλεκτρονικές εμπορικές προσφορές και οι ανεξάρτητοι έμποροι λιανικής, οι οποίοι, σύμφωνα με το περί ανταγωνισμού δίκαιο, επιτρέπεται να συνεργάζονται μέσω των εμπορικών τους καταστημάτων·

59.  πιστεύει ότι η εσφαλμένη εκτίμηση της ισχύος στην αγορά, σε συνδυασμό με τον σημερινό ορισμό της αγοράς, λειτουργεί συχνά εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ιδίως σε μία περίοδο παγκοσμιοποίησης και σε μια δυναμική ψηφιακή αγορά· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο επαναπροσαρμογής στο πλαίσιο του κανονισμού για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων·

60.  εκφράζει την ανησυχία του διότι συχνότατα υιοθετείται μια στενά εθνική προσέγγιση στο ζήτημα της διατύπωσης του ορισμού της αγοράς και δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη η διεθνοποίηση των αγορών, όπως συνέβη για παράδειγμα στην περίπτωση του κανονισμού για τις συγχωνεύσεις·

Χρηματοδοτική βοήθεια και φορολογία

61.  υπογραμμίζει ότι, όπως αναφέρθηκε για πέμπτη φορά στην ετήσια έκθεση για τον ανταγωνισμό, οι προσωρινές κρατικές ενισχύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα για τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν απαραίτητες αλλά, ότι, προκειμένου να ολοκληρωθεί η τραπεζική αγορά, πρέπει να μειωθούν ταχέως ή να καταργηθούν πλήρως και να υπαχθούν σε διεξοδικό έλεγχο· τονίζει τη διαρκή επείγουσα ανάγκη εξάλειψης των επιδοτήσεων που χορηγούνται υπό μορφή έμμεσων εγγυήσεων προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που εξακολουθούν να είναι υπερβολικά μεγάλα για να χρεοκοπήσουν, προκειμένου να υπάρξουν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στον χρηματοοικονομικό τομέα και να παρασχεθεί προστασία στους φορολογούμενους, για τους οποίους πρέπει να αναληφθεί μέριμνα, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι με αυτόν τον τρόπο δεν θα δημιουργηθούν απροσδόκητα κέρδη ή οφέλη για ιδιωτικές νομικές οντότητες· τονίζει τη σημασία της υιοθέτησης περιοριστικής προσέγγισης όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις·

62.  τονίζει ότι ένας δίκαιος φορολογικός ανταγωνισμός είναι απαραίτητος για την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού·

63.  θεωρεί ότι οι μεγάλες διαφορές που έχουν δημιουργηθεί μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη χρήση κρατικών ενισχύσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα τα τελευταία χρόνια ενδέχεται να οδηγήσουν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στον εν λόγω τομέα· καλεί την Επιτροπή να αποσαφηνίσει τους κανόνες και τις διαδικασίες δυνάμει των οποίων εγκρίνεται η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα· φρονεί ότι, το αργότερο όταν ολοκληρωθεί η Τραπεζική Ένωση, οι κρατικές ενισχύσεις για τον τραπεζικό τομέα πρέπει να περιοριστούν και ότι, εν προκειμένω, πρέπει να υπάρξει μέριμνα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ο κανονισμός δεν θα προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού προς όφελος των μεγάλων τραπεζών και θα υπάρχουν επαρκείς πιστώσεις για τις ΜΜΕ·

64.  πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο της εξάρτησης των κρατικών ενισχύσεων προς τις τράπεζες από την παροχή πίστωσης σε ΜΜΕ·

65.  καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει χάρτη πορείας για λιγότερες αλλά καλύτερα εστιασμένες κρατικές ενισχύσεις, που να αποσκοπεί στη μείωση του ανοίγματος των κρατικών ενισχύσεων για την επίτευξη χαμηλότερης φορολογίας, ώστε να τονωθούν η δημιουργία νέων επιχειρήσεων και ο θεμιτός ανταγωνισμός, αντί να στηρίζει παλαιές δομές και κατεστημένους φορείς·

66.  υπογραμμίζει ότι, όταν χρησιμοποιούνται κρατικές ενισχύσεις για την προώθηση υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, υπερισχύει το όφελος των καταναλωτών και των πολιτών έναντι του οφέλους μεμονωμένων εταιρειών ή δημόσιων επιχειρήσεων·

67.  ζητεί από την Επιτροπή να παρακολουθήσει στενά τους όρους που πρόκειται να προταθούν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη χορήγηση νέων τραπεζικών αδειών προκειμένου να εξασφαλιστεί η δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού που δεν θα συνεπάγονται υψηλά εμπόδια εισόδου στην αγορά· είναι πεπεισμένο ότι, δεδομένης της υψηλής συγκέντρωσης στον τραπεζικό τομέα ορισμένων κρατών μελών, η αύξηση του αριθμού των τραπεζικών οντοτήτων θα ήταν θετική για τους καταναλωτές και τις ΜΜΕ·

68.  τονίζει τον καίριο ρόλο του ενωσιακού δικαίου που αφορά τις ενισχύσεις στην καταπολέμηση της φοροαποφυγής εκ μέρους πολυεθνικών ομίλων·

69.  χαιρετίζει τις έρευνες που διενήργησε η Επιτροπή το 2014 σε υποθέσεις παράνομων κρατικών ενισχύσεων μέσω αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού προς όφελος συγκεκριμένων μεμονωμένων εταιρειών, οι οποίες επεκτάθηκαν και στα 28 κράτη μέλη της ΕΕ το 2015· καλεί, επιπλέον, τα κράτη μέλη να παρέχουν στο μέλλον στην Επιτροπή, εγκαίρως και χωρίς καθυστερήσεις, κάθε σημαντική πληροφορία για τις φορολογικές πρακτικές τους και να συμμορφωθούν επιτέλους με την υποχρέωση που υπέχουν να αποκαλύπτουν στην Επιτροπή και στο Κοινοβούλιο λεπτομέρειες σχετικά με κάθε ειδική συμφωνία η οποία ενδέχεται να έχει αντίκτυπο σε άλλα κράτη μέλη και στις ΜΜΕ·

70.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των τελευταίων εντολών, η Επιτροπή έχει κινήσει πολύ περιορισμένο αριθμό ερευνών για υποθέσεις πιθανών φορολογικών κρατικών ενισχύσεων, παρά τις βάσιμες υπόνοιες που έχουν δημοσιοποιηθεί στο μεταξύ· καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση των πορισμάτων των τρεχουσών ερευνών ώστε να καταρτίσει πιο ακριβείς και αποτελεσματικές κατευθυντήριες γραμμές για τις σχετικές με τη φορολογία κρατικές ενισχύσεις, να αξιοποιήσει πλήρως τις εξουσίες της δυνάμει των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ προκειμένου να αντιμετωπίσει τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές και να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη μέλη και τις εταιρείες που διαπιστώνεται ότι εμπλέκονται στις ανωτέρω πρακτικές· καλεί ταυτόχρονα την Επιτροπή να προσδιορίσει τα φορολογικά μέτρα που δεν συνάδουν με την πολιτική για τις κρατικές ενισχύσεις·

71.  θεωρεί ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, οι εταιρείες που εδρεύουν σε προσωρινά ή μόνιμα μειονεκτούσες περιοχές πρέπει να λαμβάνουν υποστήριξη και ότι πρέπει επίσης να παρέχεται αυξημένη ευελιξία σε περιφέρειες που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως π.χ. στις περιφέρειες που περιλαμβάνονται στον στόχο «Σύγκλιση» και «Ανταγωνιστικότητα», καθώς επίσης και στις νησιωτικές περιφέρειες·

72.  εκφράζει τη λύπη του για τον πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων κρατικών ενισχύσεων που αφορούν αθέμιτο φορολογικό ανταγωνισμό και αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το 1991, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διασφάλισης ευρείας πρόσβασης σε πληροφορίες προκειμένου να κινηθούν νέες έρευνες σχετικά με ύποπτες υποθέσεις· εκφράζει την ανησυχία του για τους περιορισμένους πόρους που έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και οι οποίοι περιορίζουν ενδεχομένως την ικανότητά τους να χειρίζονται έναν σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων·

73.  τονίζει ότι η διαδικασία των κρατικών ενισχύσεων από μόνη της δεν μπορεί να τερματίσει οριστικά τον αθέμιτο φορολογικό ανταγωνισμό σε πολλά κράτη μέλη· ένα χρόνο μετά τις αποκαλύψεις στην υπόθεση ‘LuxLeaks’, απαιτούνται περαιτέρω απτά αποτελέσματα, όπως μια κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών, η αναθεώρηση της οδηγίας για το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, με στόχο την καταπολέμηση της απάτης, η υποχρέωση των μεγάλων επιχειρήσεων που δρουν σε διεθνές επίπεδο να δηλώνουν δημόσια τον κύκλο εργασιών και τα κέρδη τους ξεχωριστά για κάθε χώρα καθώς και η έκκληση προς τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μεγαλύτερη διαφάνεια στα φορολογικά τους συστήματα και αμοιβαίες υποχρεώσεις ενημέρωσης·

74.  θεωρεί ότι οι τρέχουσες φορολογικές πρακτικές μεμονωμένων κρατών μελών θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την εσωτερική αγορά, ότι ιδίως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις πρέπει να συνεισφέρουν δίκαια και ανάλογα στη χρηματοδότηση των κρατών μελών και ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση των ευρέως διαδεδομένων επιβλαβών φορολογικών πρακτικών και φορολογικών αποφάσεων τύπου «tax ruling» που επιφέρουν τη διάβρωση της βάσης φορολογίας εταιρειών και επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό στην Ευρώπη· εκφράζει επιδοκιμασία για τη νέα επιτροπή TAXE·

75.  τονίζει ότι πρέπει να συγκροτηθεί διερευνητική επιτροπή από το Κοινοβούλιο για την περαιτέρω διερεύνηση των ευρέως διαδεδομένων επιβλαβών φορολογικών πρακτικών και φορολογικών αποφάσεων τύπου «tax ruling» που επιφέρουν τη διάβρωση της βάσης φορολογίας εταιρειών και επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό στην Ευρώπη· υπογραμμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να συνεχίσει τις εργασίες παρακολούθησης του αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού στην ΕΕ·

76.  φρονεί ότι ο θεμιτός φορολογικός ανταγωνισμός αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της εσωτερικής αγοράς, αλλά ότι, παρά την πρωταρχική αρμοδιότητα των κρατών μελών, ο αθέμιτος φορολογικός ανταγωνισμός πρέπει να αποτρέπεται, για παράδειγμα μέσω εναρμονισμένων βάσεων φορολογίας, ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών και της εκχώρησης ρητού νομικού δικαιώματος ελέγχου των κινήσεων κεφαλαίου, εφόσον χρειάζεται για την ομαλή λειτουργία του φορολογικού συστήματος της Ένωσης· θεωρεί ότι η θέσπιση κοινής ενοποιημένης βάσης φορολογίας εταιριών (ΚΕΒΦΕ) θα συμβάλει στην αύξηση της διαφάνειας του συστήματος· κρίνει ότι το ζήτημα της ολοκλήρωσης μπορεί να ρυθμιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο και δεν πρέπει να παρεμποδίζει την ταχεία εφαρμογή της ΚΕΒΦΕ·

77.  τονίζει ότι, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, οι νεοεισερχόμενοι και οι ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται σε μία μόνο χώρα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τις πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες μπορούν να μεταφέρουν τα κέρδη τους ή να εφαρμόζουν άλλες μορφές επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού μέσω διαφόρων αποφάσεων και πράξεων που αφορούν αποκλειστικά τις ίδιες· επισημαίνει με ανησυχία ότι, με όλες τις άλλες παραμέτρους σταθερές, η προκύπτουσα μείωση των φορολογικών υποχρεώσεων συνεπάγεται για τις πολυεθνικές εταιρείες υψηλότερα κέρδη μετά τους φόρους και δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού εις βάρος των ανταγωνιστών τους στην ενιαία αγορά, οι οποίοι δεν μπορούν να εφαρμόσουν επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό και πληρώνουν φόρους στον τόπο ή στους τόπους όπου δημιουργούν τα κέρδη τους· τονίζει ότι η προώθηση επιζήμιων φορολογικών πρακτικών μέσω της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (SUP), οι κανόνες λειτουργίας της οποίας επιτρέπουν ρητώς δύο διαφορετικές έδρες, δηλαδή μία καταστατική έδρα σε ένα μέρος και διοικητικά κεντρικά γραφεία αλλού, αποτελεί εσφαλμένη προσέγγιση για την ΕΕ·

78.  υπογραμμίζει ως αυτονόητη την ανάγκη πρόσβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα σχετικά με το δίκαιο του ανταγωνισμού δεδομένα τα οποία ανταλλάσσουν οι φορολογικές αρχές των κρατών μελών·

79.  θεωρεί ότι ο φορολογικός σχεδιασμός μπορεί να παρεμποδίσει τον θεμιτό ανταγωνισμό· καλεί την Επιτροπή να προσαρμόσει τον ορισμό της «μόνιμης εγκατάστασης» κατά τρόπο ώστε οι εταιρείες να μην μπορούν να αποφεύγουν με τεχνητό τρόπο την υποκείμενη σε φορολογία παρουσία τους στα κράτη μέλη στα οποία έχουν οικονομική δραστηριότητα· τονίζει ότι ο ορισμός αυτός θα πρέπει επίσης να αφορά την ειδική κατάσταση του ψηφιακού τομέα, εξασφαλίζοντας ότι οι εταιρείες που ασκούν εξ ολοκλήρου άυλες δραστηριότητες θα θεωρείται ότι έχουν μόνιμη εγκατάσταση σε ένα κράτος μέλος εφόσον διατηρούν σημαντική ψηφιακή παρουσία στην οικονομία της εν λόγω χώρας·

80.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή, όταν ασχολείται με αποφάσεις για υποθέσεις ανταγωνισμού, πρέπει να αντιμετωπίζει την εσωτερική αγορά ως μία αγορά και όχι ως έναν αριθμό τοπικών ή εθνικών αγορών·

81.  πιστεύει ότι, με δεδομένες τις μελέτες που εκτιμούν ότι η ετήσια αξία της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής ανέρχεται σε περίπου ένα τρισεκατομμύριο ευρώ (1 000 000 000 000), τα κράτη μέλη πρέπει επιτέλους να λάβουν μέτρα και να περιορίσουν την πρακτική αυτή· πιστεύει ότι η μείωση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής είναι θεμελιώδους σημασίας για την εξυγίανση των κρατικών προϋπολογισμών· επικροτεί την πρόσφατη έγκριση, από τους υπουργούς Οικονομικών της G20, των νέων κανόνων του ΟΟΣΑ σχετικά με τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μεταφορά κερδών, οι οποίοι αποσκοπούν στη βελτίωση της διαφάνειας, στην εξάλειψη των κενών και στον περιορισμό της χρήσης φορολογικών παραδείσων· θεωρεί ότι, δεδομένου του βαθμού ολοκλήρωσής της, η ΕΕ πρέπει να προχωρήσει πέρα από τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης του ΟΟΣΑ για τη διάβρωση της βάσης και τη μεταφορά των κερδών (BEPS) όσον αφορά τον συντονισμό και τη σύγκλιση, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε μορφής επιβλαβής φορολογικός ανταγωνισμός στην εσωτερική αγορά· τονίζει, ωστόσο, ότι η προσέγγιση του ΟΟΣΑ εξακολουθεί να βασίζεται σε μη δεσμευτική νομοθεσία, και ότι η εφαρμογή της πρέπει να συμπληρωθεί με ένα κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ για την αντιμετώπιση των αναγκών της ενιαίας αγοράς, π.χ. μέσω της θέσπισης οδηγίας για την καταπολέμηση της BEPS που να προχωρεί πέρα από τα όρια της πρωτοβουλίας του ΟΟΣΑ για την BEPS σε τομείς που δεν καλύπτονται επαρκώς· ζητεί αξιολόγηση του οικονομικού, χρηματοπιστωτικού και ανταγωνιστικού αντίκτυπου της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής·

82.  θεωρεί ότι, δεδομένων των αθέμιτων φορολογικών πρακτικών που εφαρμόζουν ορισμένα κράτη μέλη, η πολιτική της εσωτερικής αγοράς πρέπει να συμβαδίζει με την πολιτική ανταγωνισμού, προκειμένου να επιτευχθεί δίκαιη κατανομή των κερδών και να σταματήσει η μεταφορά κερδών σε ορισμένα κράτη μέλη ή ακόμη και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την ελαχιστοποίηση των φόρων·

83.  υπογραμμίζει ότι η εκτενής, διαφανής και αποτελεσματική ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση για την αποφυγή του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού· ταυτόχρονα, τονίζει ότι η απλούστευση των φορολογικών μοντέλων σε επίπεδο κρατών μελών θα συνιστούσε σημαντικό βήμα για τη δημιουργία διαφάνειας και σαφήνειας·

84.  χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτρόπου για τον ανταγωνισμό να αναδιοργανώσει τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων προς την κατεύθυνση μιας δίκαιης φορολογικής επιβάρυνσης για όλους· αναμένει ότι, πριν από την αναδιοργάνωση αυτή, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μία άνευ όρων και πλήρης αξιολόγηση και καλεί τα κράτη μέλη να θέσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα στη διάθεση του Κοινοβουλίου και να εγκαταλείψουν την ανασταλτική στάση που τηρούν μέχρι σήμερα, η οποία εμποδίζει την επίτευξη προόδου σε αυτόν τον τομέα, επισημαίνοντας ότι εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα διάφορα κράτη μέλη πρέπει να ανταποκρίνονται σε διαφορετικές πολιτικές επιταγές βάσει της γεωγραφικής θέσης, του μεγέθους, των φυσικών και άλλου είδους χορηγήσεών τους, καθώς και βάσει της κατάστασης της οικονομικής και κοινωνικής τους ανάπτυξης και ζητεί την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις όσον αφορά τη φορολογία για την κάλυψη υποθέσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπερβαίνουν τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και τις μεταβιβάσεις·

85.  καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει σύντομα αναλυτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον φορολογικό τομέα και για τη διαμόρφωση των τιμών μεταβίβασης· υπογραμμίζει ότι παρόμοιες κατευθυντήριες γραμμές σε άλλους τομείς έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικές για την κατάργηση και πρόληψη πρακτικών σε κράτη μέλη που δεν τηρούν τις ενωσιακές διατάξεις για τις ενισχύσεις· επισημαίνει ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές είναι αποτελεσματικές μόνο εάν περιέχουν πολύ ακριβείς διατάξεις, οι οποίες θα έχουν μεταξύ άλλων τη μορφή αριθμητικών κατωτάτων ορίων·

86.  καλεί τα κράτη μέλη να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με τις φορολογικές τους αποφάσεις τύπου «tax ruling» και να υποβάλλουν αναλύσεις ανά περιφέρεια, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρχει υπερβολικός αριθμός φορολογικών αποφάσεων τύπου «tax ruling» σε ορισμένες περιφέρειες που θα δημιουργούν εκ των πραγμάτων κρατικές ενισχύσεις προς αυτές·

87.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης κυρώσεων, είτε κατά του εμπλεκόμενου κράτους είτε κατά της εμπλεκόμενης εταιρείας, για σοβαρές περιπτώσεις παράνομων κρατικών ενισχύσεων·

88.  καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει χωρίς καθυστέρηση τις ισχύουσες διατάξεις, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση των φορολογικών κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις στα κράτη μέλη που έχουν υποστεί διάβρωση της φορολογικής τους βάσης ή στον προϋπολογισμό της ΕΕ και όχι στο κράτος μέλος που χορήγησε τις παράνομες, από φορολογική σκοπιά, κρατικές ενισχύσεις, όπως συμβαίνει σήμερα, καθώς ο εν λόγω κανόνας προσφέρει ένα περαιτέρω κίνητρο για φοροαποφυγή· καλεί την Επιτροπή να κάνει πλήρη χρήση των εξουσιών της βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού της ΕΕ με στόχο την αντιμετώπιση επιζήμιων φορολογικών πρακτικών·

89.  ζητεί ένα ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο για την πρόληψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού από επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό και φοροδιαφυγή· συνιστά, με στόχο τη δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού, τη θέσπιση αυτόματης υποχρεωτικής ανταλλαγής φορολογικών αποφάσεων τύπου «tax ruling» και την καθιέρωση ΚΕΦΒΕ και μιας εγγύησης φορολόγησης όλων των κερδών που δημιουργούνται στην ΕΕ·

90.  φρονεί ότι για την αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι απολύτως απαραίτητη η διεθνής συνεργασία· καλεί, συνεπώς, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προωθήσει τη διεθνή συνεργασία σε ζητήματα που άπτονται του δικαίου του ανταγωνισμού· υπογραμμίζει ότι οι συμφωνίες στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, οι οποίες καθιστούν δυνατή την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού που διενεργούν έρευνες, μπορούν να συμβάλουν με ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο στη διεθνή συνεργασία σε θέματα δικαίου του ανταγωνισμού·

91.  θεωρεί ότι η διατλαντική εταιρική σχέση εμπορίου και επενδύσεων (TTIP) και όλες οι άλλες εμπορικές και επενδυτικές διεθνείς συμφωνίες πρέπει να περιέχουν ένα ενισχυμένο κεφάλαιο σχετικά με τον ανταγωνισμό·

92.  υπογραμμίζει ότι οι εμπορικοί εταίροι πρέπει να αντλήσουν οφέλη από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό στον εμπορικό τομέα, από τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εταιρικών σχέσεων μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, και από το υψηλότερο επίπεδο ευημερίας των καταναλωτών·

93.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο να παρακολουθεί την εφαρμογή των εμπορικών συμφωνιών, προκειμένου να αξιολογεί μεταξύ άλλων τον βαθμό στον οποίο τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής ανταγωνισμού και τηρούνται και υλοποιούνται στο ακέραιο οι δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι εμπορικοί εταίροι·

94.  καλεί την Επιτροπή να επιδιώξει μέσω της πολιτικής εμπορίου τη θέσπιση παγκόσμιων κανόνων για την πολιτική ανταγωνισμού, προκειμένου να αρθούν τα πολυάριθμα εμπόδια που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν το εμπόριο· θεωρεί τον μακροπρόθεσμο στόχο της σύναψης στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου μιας πολυμερούς συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες του ανταγωνισμού ιδανική λύση·

95.  υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες της Διάσκεψης του ΟΗΕ για το εμπόριο και την ανάπτυξη (UNCTAD) και του ΟΟΣΑ στο πεδίο της πολιτικής ανταγωνισμού και τις προσπάθειές τους για βελτίωση της παγκόσμιας συνεργασίας στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού·

96.  παροτρύνει την Επιτροπή και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να συμμετάσχουν ενεργά στο «Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού»·

97.  ζητεί τη θέσπιση μέτρων ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι όλα τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες θα τηρούν τα περιβαλλοντικά, υγειονομικά και κοινωνικά πρότυπα που εφαρμόζονται στην Ένωση και θα τυγχάνουν προστασίας στη διεθνή αγορά κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται οι ευρωπαίοι βιομηχανικοί παραγωγοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό·

98.  καλεί την Επιτροπή να στηρίξει τις αναπτυσσόμενες χώρες στις προσπάθειές τους να προωθήσουν τον θεμιτό ανταγωνισμό· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει σε μεγαλύτερο βαθμό τη συνεργασία, ειδικά με τις αρχές ανταγωνισμού των αναδυόμενων οικονομιών, και να εξασφαλίσει τη θέσπιση επαρκών διασφαλίσεων·

99.  παρατηρεί ότι η πρόσβαση στους πόρους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι πηγές ενέργειας, έχει καθοριστική σημασία για την εξασφάλιση δίκαιου ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά· υπογραμμίζει εν προκειμένω τη σημασία της οικονομικά προσιτής και βιώσιμης ενέργειας, καθώς και της ασφάλειας εφοδιασμού στο πλαίσιο των εμπορικών συμφωνιών·

100.  καλεί την Επιτροπή να δημοσιοποιήσει τα πορίσματα των τρεχουσών ερευνών με αντικείμενο τις ανταγωνιστικές πρακτικές στους τομείς του εφοδιασμού τροφίμων, της ενέργειας, των μεταφορών και των μέσων ενημέρωσης·

101.  επικροτεί τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις σε αεροπορικές εταιρείες και αερολιμένες στην ΕΕ στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή· καλεί την Επιτροπή να καθιερώσει επειγόντως στις διεθνείς συμφωνίες ένα παρόμοιο σύνολο κανόνων για τις επιδοτούμενες αεροπορικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες από και προς την ΕΕ, προκειμένου να διασφαλίζεται ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών της ΕΕ και τρίτων χωρών·

102.  παροτρύνει την Επιτροπή να ενθαρρύνει την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μέσω του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες που έχουν προκύψει σχετικά με συμμαχίες διανομέων, καθώς πολλές περιπτώσεις έχουν ήδη διερευνηθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών· προτείνει στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών να εξεταστούν οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του εθνικού και του ευρωπαϊκού επιπέδου·

103.  ενθαρρύνει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού να συζητήσει το διευρυνόμενο δίκτυο συνεργασιών λιανικής αγοράς σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο·

104.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει προοδευτικά το πλαίσιο ανταγωνισμού της ΕΕ, ώστε να συμπεριληφθούν στην παρακολούθηση της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων στην Ευρώπη οι δείκτες της αξιολόγησης της βιωσιμότητας των επισιτιστικών και γεωργικών συστημάτων (SAFA) του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), συμπεριλαμβανομένων του δείκτη Δίκαιης Τιμολόγησης και Διαφανών Συμβάσεων (S.2.1.1.) και του δείκτη Δικαιωμάτων των Προμηθευτών (S.2.2.1.)·

105.  ζητεί τη δημιουργία ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου για τις τιμές των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων στους τόπους προέλευσης και στους τόπους προορισμού· εφιστά την προσοχή στον ισπανικό δείκτη τιμών τόπου προέλευσης - τόπου προορισμού IPOD ως πιθανό υπόδειγμα για την παρακολούθηση δυνητικών καταχρήσεων λιανεμπόρων έναντι γεωργών και καταναλωτών·

106.  ζητεί την ανάληψη δεσμευτικής δράσης στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων κατά της πρόκλησης ζημίας σε γεωργούς και καταναλωτές από λιανεμπόρους·

107.  εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για την κατάσταση του γαλακτοκομικού τομέα, όπου μετά το τέλος του συστήματος ποσοστώσεων οι έμποροι λιανικής επιβάλλουν τιμές πολύ χαμηλότερες του κόστους·

Δημοκρατική ενίσχυση της πολιτικής ανταγωνισμού

108.  χαιρετίζει τον τακτικό διάλογο μεταξύ της Επιτρόπου για τον ανταγωνισμό και του Κοινοβουλίου, φρονεί, ωστόσο, ότι δεν αρκεί ένα δικαίωμα ακρόασης επί σημαντικών θεμάτων αρχής·

109.  διαπιστώνει ότι, στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, το Κοινοβούλιο συμμετέχει στη νομοθετική διαδικασία μόνο μέσω της διαδικασίας διαβούλευσης, με αποτέλεσμα η επιρροή του στη νομοθεσία να είναι πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με αυτήν της Επιτροπής και του Συμβουλίου·

110.  χαιρετίζει τον τακτικό διάλογο που διεξάγει η Επιτροπή με το Κοινοβούλιο για θέματα ανταγωνισμού· ζητεί εκ νέου να εγκριθούν, στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης, βασικές νομοθετικές οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές· θεωρεί ότι ο σημερινός διάλογος μεταξύ του Κοινοβουλίου και της αρμόδιας αρχής της ΕΕ για τον ανταγωνισμό θα πρέπει να εντατικοποιηθεί, ιδίως για τον σκοπό της αξιολόγησης και της υλοποίησης των αιτημάτων που διατύπωσε το Κοινοβούλιο τα προηγούμενα έτη· πιστεύει ότι η ανεξαρτησία της ΓΔ Ανταγωνισμού της Επιτροπής έχει τεράστια σημασία προκειμένου να καταφέρει να επιτύχει τους στόχους της· καλεί την Επιτροπή να αναδιαθέσει επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους στη ΓΔ Ανταγωνισμού· ζητεί, ειδικότερα, να διαχωριστούν αυστηρά οι υπηρεσίες στις οποίες καταρτίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές από εκείνες που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή αυτών των κατευθυντήριων γραμμών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις·

111.  θεωρεί ότι θα πρέπει να διαθέτει εξουσίες συναπόφασης στην πολιτική ανταγωνισμού· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα άρθρα 103 και 109 της ΣΛΕΕ προβλέπουν μόνο τη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο· πιστεύει ότι αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα δεν μπορεί να γίνει ανεκτό· προτείνει να εξαλειφθεί το συντομότερο αυτό το έλλειμμα, μέσω διοργανικών ρυθμίσεων στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και να διορθωθεί με την επόμενη τροποποίηση της Συνθήκης·

112.  τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να αποκτήσει αρμοδιότητες συναπόφασης στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού, ιδίως όταν διακυβεύονται θεμελιώδεις αρχές και δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ο εν λόγω τομέας της ενωσιακής πολιτικής δεν ενισχύθηκε ως προς τη δημοκρατική διάστασή του στο πλαίσιο των τελευταίων τροποποιήσεων της Συνθήκης· ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για ανάλογη τροποποίηση των Συνθηκών με σκοπό να διευρυνθεί η εμβέλεια της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας για να καλύψει και το δίκαιο του ανταγωνισμού·

113.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει μεγαλύτερη συμμετοχή του Κοινοβουλίου σε τομεακές έρευνες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας ορισμένων πληροφοριών που διαβιβάζονται από τα εμπλεκόμενα μέρη· ζητεί να ενταχθούν μελλοντικά οι υφιστάμενοι κανονισμοί του Συμβουλίου στο πεδίο της εσωτερικής αγοράς βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ και να ψηφίζονται, συνεπώς, με διαδικασία συναπόφασης, εάν αργήσει η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Συνθήκης· υπογραμμίζει ότι η εργασίες που επιτελέστηκαν για την κατάρτιση της οδηγίας σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης μπορούν να χρησιμεύσουν ως υπόδειγμα για τη μελλοντική διοργανική συνεργασία σε ζητήματα που άπτονται του δικαίου του ανταγωνισμού· καλεί την Επίτροπο για τον ανταγωνισμό να συνεχίσει τον διάλογο που άρχισε με τις αρμόδιες επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και με την ομάδα εργασίας για τον ανταγωνισμό η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής·

114.  φρονεί ότι, στο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί και να δημοσιευθεί από την Επιτροπή μια λυσιτελής και στοχευμένη δημόσια αξιολόγηση των διαφόρων προτάσεων που έχει υποβάλει το Κοινοβούλιο για την περαιτέρω ανάπτυξη της πολιτικής ανταγωνισμού·

115.  υπογραμμίζει ότι οι θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που περιέχονται στις προηγούμενες εκθέσεις για τον ανταγωνισμό πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη στη μελλοντική εργασία της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

116.  φρονεί ότι όλες οι μορφές διαλόγου που έχουν μέχρι σήμερα δοκιμαστεί με επιτυχία και έχουν καθιερωθεί, θα πρέπει να διατηρηθούν·

117.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις εθνικές αρμόδιες αρχές ανταγωνισμού.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Νομική βάση

Η συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) περιλαμβάνει στα άρθρα 101 έως 109 δεσμευτικούς κανόνες για τον ανταγωνισμό στην κοινή εσωτερική αγορά, η οποία βασίζεται σε μία ανοικτή οικονομία με ελεύθερο ανταγωνισμό.

Κατά συνέπεια, απαγορεύονται οι περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες και ρυθμίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, οι οποίες παραβλάπτουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και έχουν ως αποτέλεσμα μία κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Οι εξαγορές με κοινοτική εμβέλεια και οι συμπράξεις επιχειρήσεων οδηγούν, ή μπορεί να οδηγήσουν, σε μία σημαντική συγκέντρωση στην αγορά, ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις να επιβάλει όρους ή ακόμη και απαγορεύσεις.

Οι κρατικές ενισχύσεις προς όφελος συγκεκριμένων επιμέρους επιχειρήσεων ή προϊόντων, οι οποίες προκαλούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, απαγορεύονται, με ορισμένες εξαιρέσεις, μπορούν, ωστόσο, υπό όρους να επιτραπούν από την Επιτροπή και πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να δηλώνονται στην Επιτροπή προς έλεγχο.

Οι κανόνες του ανταγωνισμού ισχύουν και για τις δημόσιες επιχειρήσεις, τις κοινωφελείς υπηρεσίες καθώς και τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος. Μόνο όταν τίθεται σε κίνδυνο η υλοποίηση των στόχων των ειδικών αυτών υπηρεσιών, είναι δυνατόν να ανασταλούν (από την Επιτροπή) οι κανόνες του ανταγωνισμού. Ο θεμελιώδης στόχος των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού είναι η προστασία του ανταγωνισμού από τις στρεβλώσεις. Ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση μιας ελεύθερης και δυναμικής εσωτερικής αγοράς.

Οι κανόνες του ανταγωνισμού έχουν δοκιμαστεί επιτυχώς στην πράξη, στο πλαίσιο της μακρόχρονης διοικητικής πρακτικής της Επιτροπής, και έχουν εξελιχθεί και παγιωθεί στη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα ότι αναγνωρίζονται ευρέως και είναι σταθεροί.

Η έκθεση για το 2014

Στην έκθεση του 2014 για την πολιτική ανταγωνισμού, η Επιτροπή τονίζει ότι το έτος αυτό αποτέλεσε «ένα νέο ξεκίνημα» επειδή ο Πρόεδρος Juncker, περιγράφοντας τα καθήκοντα της νέας Επιτροπής, υπογράμμισε ότι η πολιτική ανταγωνισμού μπορεί να συμβάλει με τον δέοντα τρόπο στην επίτευξη των στόχων του θεματολογίου για την απασχόληση και την ανάπτυξη, μεταξύ άλλων σε τομείς όπως η ψηφιακή εσωτερική αγορά, η ενεργειακή πολιτική, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η βιομηχανική πολιτική και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Η έκθεση για τον ανταγωνισμό, που υποβλήθηκε το 2014 από την Επίτροπο για τον ανταγωνισμό Vestager, καλύπτει, ωστόσο, κατά βάση, τη θητεία της προηγούμενης Επιτροπής και, ειδικότερα, του απελθόντος Επίτροπου για τον ανταγωνισμό Almunia. Ο νέος προσανατολισμός της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ θα μπορούσε, συνεπώς, να λάβει χώρα μόνο από τον Νοέμβριο του 2014 και, συνεπώς, να δημιουργήσει προσδοκίες ότι, εκτός από τη συνεχή εξέλιξη της πολιτικής ανταγωνισμού, θα πρέπει να τεθούν στο μέλλον νέες προτεραιότητες.

Μέχρι σήμερα, η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο δίκαιο του ανταγωνισμού εκδηλωνόταν κατά κανόνα μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης. Ως εκ τούτου, η επιρροή του σε σχέση με την επιρροή της Επιτροπής και του Συμβουλίου είναι, δυστυχώς, περιορισμένη.

Για το λόγο αυτό, το Κοινοβούλιό είχε κατ' επανάληψη ζητήσει στο παρελθόν να καθιερωθεί και για το δίκαιο του ανταγωνισμού η συνήθης νομοθετική διαδικασία σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Αυτό κρίνεται απαραίτητο επειδή, κατά την άποψη του εισηγητή, η Επιτροπή, ως αρχή επιφορτισμένη με την επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού, δεν μπορεί ταυτόχρονα να θεσπίζει νομοθετικό πλαίσιο υπό μορφήν κατευθυντηρίων γραμμών και, στη συνέχεια, να είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών που η ίδια θέσπισε καθώς και να επιβάλλει αυστηρές χρηματικές ποινές.

Επειδή δεν εφαρμόζεται η διαδικασία συναπόφασης, το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας στο σημαντικό αυτό πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Εδώ και μερικά χρόνια, ωστόσο, ιδίως μετά την έναρξη εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας, το ψήφισμα του Κοινοβουλίου δεν αποτελεί πλέον μια απλή αντίδραση στα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή κατά την προηγούμενη περίοδο στην οποία αναφέρεται η έκθεση, αλλά αποτελεί και τον γνώμονα βάσει του οποίου η Επιτροπή χειρίζεται τρέχοντα κεφαλαιώδη ζητήματα του δικαίου του ανταγωνισμού και της εφαρμογής του.

Από μακρού υφίσταται μια συμφωνία την οποία επικροτεί και η νέα Επίτροπος Vestager, σύμφωνα με την οποία ο αρμόδιος Επίτροπος εμφανίζεται τακτικά ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και αναπτύσσει τρέχοντα πολιτικά κομβικά σημεία της πολιτικής ανταγωνισμού και συζητεί με τους βουλευτές τις επιμέρους αποφάσεις.

Δυστυχώς, τα προηγούμενα χρόνια, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η τακτική δημόσια αξιολόγηση των προτάσεων του Κοινοβουλίου από την Επιτροπή υπήρξε ανεπαρκής ή ακόμη και ανύπαρκτη. Μια από τις απαιτήσεις για το μέλλον έγκειται, συνεπώς, στο ότι η Επιτροπή, εκτός από την ετήσια έκθεσή της για τον ανταγωνισμό σχετικά με τις δικές της εργασίες και προτεραιότητες, πρέπει, εντός ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος μετά την έγκριση του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου, να εκφράζει γραπτώς και προφορικώς τις απόψεις της σχετικά με τις επιμέρους προτάσεις, τις οποίες το Κοινοβούλιο εγκρίνει κατά κανόνα με ευρεία πλειοψηφία.

Κατά την άποψη του εισηγητή, μεταξύ των καθηκόντων της Επιτροπής θα πρέπει να συγκαταλέγεται στο μέλλον η πληρέστερη ενημέρωση, ο αυστηρός έλεγχος και η προληπτική εποπτεία των παράνομων κρατικών ενισχύσεων, με τις οποίες στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός από επιχειρήσεις και μεμονωμένα κράτη μέλη ή φορείς των εν λόγω κρατών μελών. Η απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, δεν λαμβάνεται δυστυχώς σοβαρά υπόψη σε ορισμένα κράτη μέλη και δεν αξιολογείται και αναγνωρίζεται επαρκώς ως υπέρτερο δίκαιο. Δεδομένου ότι στο άρθρο 107 παράγραφος 2αναφέρονται εξαντλητικά οι περιπτώσεις εκείνες που είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά και αυτόματα επιτρεπτές, η Επιτροπή θα πρέπει να επικεντρώσει περισσότερο την προσοχή της στις πολυάριθμες παραβιάσεις και παρεκκλίσεις, πράγμα που συμβαίνει από μακρού στον τομέα της φορολογικής πολιτικής.

Αναφορικά με το σημαντικό ζήτημα της οριοθέτησης της σχετικής αγοράς, η Επιτροπή έχει επιδείξει κατά το παρελθόν αβεβαιότητα, ιδίως στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας, και μάλιστα τόσο όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης και καταχρηστικής συμπεριφοράς όσο και στο πλαίσιο του ελέγχου των συγχωνεύσεων. Αυτό οφείλεται στην ειδική διάρθρωση που παρουσιάζει συχνά η αγορά στο πλαίσιο της ψηφιακής οικονομίας, η οποία χαρακτηρίζεται από διμερείς αγορές, συνέπειες δικτύου και δωρεάν προσφορές. Κατά την αξιολόγηση του ανταγωνισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να δίδει μεγαλύτερη προσοχή στο εκάστοτε επιχειρηματικό πρότυπο της εταιρίας και όχι μόνο σε μια περιορισμένη δέσμη δεικτών, όπως οι τιμές και ο κύκλος εργασιών, από τους οποίους δεν προκύπτει σαφώς η πραγματική ισχύς στην αγορά.

Όταν μια «μικρή επιχείρηση» με 50 μόνο εργαζόμενους εξαγοράζεται από έναν γίγαντα του διαδικτύου έναντι ποσού 19 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ και η Επιτροπή αξιολογεί το γεγονός αυτό με βάση τα προηγούμενα κριτήρια του κύκλου εργασιών, των επιτευχθεισών «τιμών», του μεριδίου αγοράς και άλλων σχετικών μεγεθών, τότε αυτό αποτελεί μία ακατάλληλη εκτίμηση μελλοντικών συγκυριών στην αγορά, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν μεγάλα προβλήματα στον ανταγωνισμό.

Ορισμένες από τις υποθέσεις που εγκρίθηκαν το 2014 και οι οποίες απαριθμούνται λεπτομερώς στην έκθεση για τον ανταγωνισμό, ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Η Επιτροπή καλείται συνεπώς να ορίσει χωρίς καθυστέρηση νέα κριτήρια για την ψηφιακή οικονομία και να λάβει επίσης υπόψη της, κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, ότι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμη και σε διεθνές επίπεδο σε περιόδους παγκοσμιοποίησης, μπορούν να παρουσιάσουν περιορισμένα σχετικά στοιχεία για την διάρθρωση της αγοράς και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνο η Ευρωπαϊκή αγορά αλλά σε ορισμένους τομείς και η παγκόσμια αγορά.

Πράγματι, προκειμένου να υλοποιηθεί, ο δεδηλωμένος στόχος της Επιτροπής να υποστηριχθούν και να διευκολυνθούν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στους τομείς της βιομηχανίας, της ψηφιακής οικονομίας και της έρευνας, που κατέχουν ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά, πρέπει τα κριτήρια που αφορούν συγκεκριμένους τομείς να εφαρμοστούν σε διεθνή κλίμακα.

Ένα περαιτέρω πρόβλημα αποτελεί ο έλεγχος των κρατών μελών στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης κρατικών ενισχύσεων. Σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά το παρελθόν, η Επιτροπή, παρά την ύπαρξη σχετικών επισημάνσεων, έκανε δεκτά στοιχεία που υποβλήθηκαν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές χωρίς έλεγχο ή δεν πραγματοποίησε τους ενδεδειγμένος ελέγχους προκειμένου να ερευνήσει πραγματικά περιστατικά και ενισχύσεις δημοσίου ενδιαφέροντος. Στο σημείο αυτό, ο εισηγητής αναφέρει τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2014 σε μικρά αεροδρόμια σε ολόκληρη την Ευρώπη καθώς και την υπόθεση της γερμανικής κρατικής βοήθειας «Nürburgring» στο πλαίσιο της οποίας δεν εξετάστηκαν επαρκώς οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν από ενδιαφερόμενα μέρη.

Το μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε, για παράδειγμα, η έρευνα κατά του Google, ωσαύτως δεν συνηγορεί υπέρ του ότι η Επιτροπή έχει ήδη παρουσιάσει μια σαφή στρατηγική όσον αφορά την αξιολόγηση παραβάσεων του ανταγωνισμού στην ψηφιακή οικονομία. Για το λόγο αυτό, το σχέδιο έκθεσης επικεντρώνεται στους δύο αυτούς τομείς.

Ένα ακόμη ακανθώδες ζήτημα σε σχέση με το οποίο ο Επίτροπος Almunia διενήργησε έρευνες σε τέσσερις περιπτώσεις παράνομων κρατικών ενισχύσεων και η Επίτροπος Vestager σε μία, αφορά τον αθέμιτο φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών. Το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις εξαντλούν κάθε νόμιμη δυνατότητα προκειμένου να καταβάλουν όσο το δυνατόν λιγότερους φόρους, αποτελεί τη μία πλευρά του νομίσματος και είναι απόλυτα κατανοητό. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός, ωστόσο, που προέρχεται από τα κράτη μέλη, και ιδίως από τα μικρά κράτη μέλη, προκαλεί σε μεγάλο βαθμό στρεβλώσεις της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης. Ακόμη και αν δεν αμφισβητηθεί η εθνική αρμοδιότητα σε θέματα φορολογικής νομοθεσίας, οι παραβιάσεις του ανταγωνισμού ενδέχεται να διαταράξουν και να εξουδετερώσουν τα θετικά αποτελέσματα της εσωτερικής αγοράς. Η Επιτροπή πρέπει, συνεπώς, εφόσον προτίθεται να καταπολεμήσει με αξιόπιστο τρόπο τις αθέμιτες φορολογικές πρακτικές των κρατών μελών, να ολοκληρώσει γρήγορα και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη διαδικασία που ξεκίνησε το 2014 εις βάρος σειράς μεγάλων διεθνών επιχειρήσεων σε συνάρτηση με τις μεγάλες φορολογικές απαλλαγές που χορηγήθηκαν προς όφελός τους στο Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, την Ιρλανδία, τη Μεγάλη Βρετανία και το Βέλγιο.

Το γεγονός ότι η Επίτροπος για τον ανταγωνισμό Vestager ζήτησε, στις αρχές του 2015, έγγραφα από όλα τα κράτη μέλη σχετικά με προκαταρκτικές φορολογικές αποφάσεις και ορισμένα κράτη μέλη έχουν μέχρι σήμερα ανταποκριθεί με μεγάλη επιφυλακτικότητα στην πρόσκληση αυτή, αποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να καταστεί αυστηρότερη, στο πλαίσιο της πολιτικής για τον ανταγωνισμό, η αξιολόγηση των αθέμιτων φορολογικών πρακτικών από τα κράτη μέλη και να θεσπιστεί νομοθετικά η υποχρέωση να δηλώνονται έγκαιρα οι επίμαχες φορολογικές πρακτικές.

Επιπλέον, και προκειμένου να αποτρέπεται η μεγάλη διατάραξη του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, απαιτείται να θεσπιστούν στον τομέα αυτό περαιτέρω νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αποτελούν σήμερα αντικείμενο συζητήσεων στην ειδική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αναμένεται να εγκριθούν τους προσεχείς μήνες. Όταν έχουν εγκριθεί σε ένα κράτος μέλος περισσότερα από 350 «ειδικά καθεστώτα» για μεγάλες ευρωπαϊκές και μη επιχειρήσεις που δρουν σε διεθνές επίπεδο, αυτό αποτελεί σοβαρότατο πλήγμα για τον ανταγωνισμό, ιδίως όσον αφορά τους φορολογούμενους πολίτες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν μπορούν να τύχουν ειδικής μεταχείρισης και που «πρέπει» να καταβάλουν τους φόρους τους. Συνεπώς, η Επιτροπή θα πρέπει, το ταχύτερο δυνατόν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους 2015, να περατώσει τις διαδικασίες λόγω αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού και να καταστήσει κατ’ αυτό τον τρόπο σαφή στα κράτη μέλη τα όρια του παράνομου φορολογικού ανταγωνισμού που καθορίζει η ενωσιακή νομοθεσία.

Συμπέρασμα

Συνολικά προκύπτει από την έκθεση του 2014 για τον ανταγωνισμό ότι η Επιτροπή και η αρχή του ανταγωνισμού που διαθέτει 1000 συνεργάτες είναι η καλύτερα στελεχωμένη αρχή στην Ευρώπη για την επιβολή του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Οι χρηματικές ποινές ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ που επιβάλλονται λόγω αθέμιτου καθορισμού τιμών πρέπει στο μέλλον να συμπληρώνονται αποτελεσματικά με ποινές που θα επιβάλλονται άμεσα στα υπεύθυνα ηγετικά στελέχη και τους διευθυντές των επιχειρήσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να αποτρέπονται αποτελεσματικότερα οι τακτικές αυτές.

Το Κοινοβούλιο στηρίζει στην Επίτροπο για τον ανταγωνισμό Vestager τις ελπίδες του ότι η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ θα διασφαλίσει τον εξέχοντα ρόλο που διαδραματίζει για την επιβολή της οικονομίας της αγοράς και του ανταγωνισμού στην Ευρώπη, θα τον προωθήσει σε διεθνές επίπεδο και δεν θα έχει ως αποτέλεσμα υπερβολικά μεγάλο αριθμό τομεακών και εθνικών εξαιρέσεων και ανεξέλεγκτων ορίων απαλλαγής.

20.11.2015

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ

(2015/2140(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Adam Szejnfeld

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπογραμμίζει ότι οι εμπορικοί εταίροι πρέπει να αντλήσουν οφέλη από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό στον εμπορικό τομέα, από τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εταιρικών σχέσεων μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, και από το υψηλότερο επίπεδο ευημερίας των καταναλωτών·

2.  υπογραμμίζει ότι οι επιζήμιες για τον ανταγωνισμό πρακτικές και τα μονοπώλια είναι πιθανό να αποτελέσουν εμπόδια για το εμπόριο και να διαταράξουν τις εμπορικές και επενδυτικές ροές· καλεί την Επιτροπή, προς όφελος του ελεύθερου και δίκαιου παγκόσμιου εμπορίου, να καταπολεμήσει σε διεθνές επίπεδο τις συμπράξεις και τις επιζήμιες για τον ανταγωνισμό πρακτικές, τα ολιγοπώλια και τα μονοπώλια που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό·

3.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες για το φιλόδοξο άνοιγμα των διεθνών αγορών δημοσίων συμβάσεων με στόχο να εξαλειφθεί η ανισορροπία που επικρατεί όσον αφορά τον βαθμό ανοίγματος των αγορών δημοσίων συμβάσεων μεταξύ της ΕΕ και των άλλων εμπορικών εταίρων και να λάβει εν προκειμένω υπόψη της την έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με ένα διεθνές μέσο σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την επικείμενη αναθεώρησή του·

4.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συνοχή μεταξύ της εμπορικής πολιτικής και της πολιτικής ανταγωνισμού της Ένωσης και των στόχων της βιομηχανικής πολιτικής της· τονίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού της Ένωσης δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην ανάδειξη μεγάλων ευρωπαίων βιομηχανικών «πρωταθλητών» στην οικονομία· ζητεί, για τον λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκές πολιτικές για το εμπόριο και τον ανταγωνισμό να ευνοούν την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε παγκόσμιο επίπεδο·

5.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο να παρακολουθεί την εφαρμογή των εμπορικών συμφωνιών, προκειμένου να αξιολογεί μεταξύ άλλων τον βαθμό στον οποίο τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής ανταγωνισμού και τηρούνται και υλοποιούνται στο ακέραιο οι δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι εμπορικοί εταίροι·

6.  καλεί την Επιτροπή να επιδιώξει μέσω της πολιτικής εμπορίου τη θέσπιση παγκόσμιων κανόνων για την πολιτική ανταγωνισμού, προκειμένου να αρθούν τα πολυάριθμα εμπόδια που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν το εμπόριο· θεωρεί τον μακροπρόθεσμο στόχο της σύναψης στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου μιας πολυμερούς συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες του ανταγωνισμού ιδανική λύση·

7.  υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες της Διάσκεψης του ΟΗΕ για το εμπόριο και την ανάπτυξη (UNCTAD) και του ΟΟΣΑ στο πεδίο της πολιτικής ανταγωνισμού και τις προσπάθειές τους για βελτίωση της παγκόσμιας συνεργασίας στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού·

8.  παροτρύνει την Επιτροπή και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να συμμετάσχουν ενεργά στο «Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού»·

9.  ζητεί όλα τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες να τηρούν τα περιβαλλοντικά, υγειονομικά και κοινωνικά πρότυπα που εφαρμόζονται στην Ένωση και τυγχάνουν προστασίας στη διεθνή αγορά κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται οι ευρωπαίοι βιομηχανικοί παραγωγοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό·

10.  καλεί την Επιτροπή να στηρίξει τις αναπτυσσόμενες χώρες στις προσπάθειές τους να προωθήσουν τον θεμιτό ανταγωνισμό, να αναπτύξουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη συνεργασία, ειδικά με τις αρχές ανταγωνισμού των αναδυόμενων οικονομιών, και να εξασφαλίσουν τη θέσπιση επαρκών διασφαλίσεων·

11.  εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η ίση πρόσβαση στους πόρους, μεταξύ των οποίων είναι και οι πηγές ενέργειας, επηρεάζει σε καθοριστικό βαθμό τον δίκαιο και θεμιτό ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά· υπογραμμίζει εν προκειμένω τη σημασία της οικονομικά προσιτής και βιώσιμης ενέργειας, καθώς και της ασφάλειας εφοδιασμού στο πλαίσιο των εμπορικών συμφωνιών·

12.  υπογραμμίζει τη σημασία της υποστήριξης και της πρόσβασης στη χρηματοδότηση των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των καινοτόμων νεοσύστατων επιχειρήσεων, ούτως ώστε να μπορέσουν να καταστούν ανταγωνιστικότερες στην παγκόσμια αγορά· επισημαίνει ότι η ανάπτυξη των ΜΜΕ είναι σημαντικός παράγοντας για τη συνολική ανάπτυξη της οικονομίας, δημιουργεί θέσεις απασχόλησης και επενδύσεις και εξασφαλίζει με αυτόν τον τρόπο τον θεμιτό ανταγωνισμό·

13.  υπογραμμίζει ότι η πρόσβαση σε ψηφιακά δίκτυα και υποδομές είναι σημαντική για την προώθηση του ανταγωνισμού και επισημαίνει ότι περισσότερος ανταγωνισμός σημαίνει περισσότερες δυνατότητες επιλογής και χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, ιδίως στον τομέα των τηλεπικοινωνιών·

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

19.11.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

30

3

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Arena, Tiziana Beghin, Daniel Caspary, Salvatore Cicu, Marielle de Sarnez, Santiago Fisas Ayxelà, Christofer Fjellner, Eleonora Forenza, Karoline Graswander-Hainz, Ska Keller, Gabrielius Landsbergis, David Martin, Emmanuel Maurel, Alessia Maria Mosca, Franck Proust, Viviane Reding, Inmaculada Rodríguez-Piñero Fernández, Tokia Saïfi, Marietje Schaake, Helmut Scholz, Joachim Schuster, Adam Szejnfeld, Hannu Takkula

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Klaus Buchner, Nicola Danti, Edouard Ferrand, Agnes Jongerius, Seán Kelly, Fernando Ruas, Marita Ulvskog, Jarosław Wałęsa

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Beatriz Becerra Basterrechea, Edward Czesak, Rosa D’Amato, Dario Tamburrano, Janusz Wojciechowski

10.11.2015

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ

(2015/2140(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Sergio Gaetano Cofferati

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  θεωρεί ότι μια διαφανής και ανταγωνιστική ενιαία αγορά αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την οικονομική μεγέθυνση και την αποτελεσματική ανάκαμψη και είναι της άποψης, ως εκ τούτου, ότι, εξασφαλίζοντας ισότιμους όρους, η πολιτική του ανταγωνισμού συνιστά σημαντικό εργαλείο για να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα και τα οφέλη των καταναλωτών, των πολιτών, των επιχειρήσεων – ιδιαίτερα των ΜΜΕ – και των εργαζομένων στο ευρύτερο πλαίσιο μιας κοινωνικής οικονομίας της αγοράς· επισημαίνει ότι η συμπεριφορά και οι ανάγκες των καταναλωτών και των επιχειρήσεων της ΕΕ αλλάζουν διαρκώς μέσα στο περιβάλλον που καθορίζεται από το μοντέλο της ψηφιακής οικονομίας·

2.  θεωρεί ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού της ΕΕ και οι αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ισότιμους όρους, ελευθερία επιλογής και ποικιλότητα προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας σε ανταγωνιστικές τιμές, και θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις έχουν κίνητρο να επενδύουν και να καινοτομούν, δίνοντας σε αυτές ίσες ευκαιρίες για την προώθηση των πλεονεκτημάτων των προϊόντων τους· όσον αφορά τον τομέα τροφίμων, καλεί την ΕΕ και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να συνεχίσουν τις εργασίες τους σχετικά με τον αντίκτυπο των ιδιωτικών ετικετών επί των καταναλωτικών επιλογών και της καινοτομίας·

3.  εκτιμά ότι η πολιτική ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργεί περιβάλλον που ευνοεί το επιχειρηματικό πνεύμα και την ανάπτυξη των ΜΜΕ, οι οποίες είναι παράγων ανάπτυξης και απασχόλησης· θεωρεί απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι η αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά δεν εμποδίζει δυσανάλογα τις μικρότερες και τις νεοϊδρυθείσες επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να επεκτείνονται και να καινοτομούν· επισημαίνει ότι οι προσπάθειες διατήρησης θεμιτού ανταγωνισμού θα ενισχύσουν τις δυνατότητες επιλογής για τον καταναλωτή και θα διαμορφώσουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι ΜΜΕ και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις θα μπορούν να αναπτύξουν μεγαλύτερο καινοτόμο δυναμικό και δημιουργικότητα·

4.  τονίζει ότι οι κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να στοχεύουν στην κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή και να επιδιώκουν την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»· θεωρεί ότι είναι σημαντικό η χρήση των κρατικών ενισχύσεων να έχει ως στόχο τη διενέργεια επενδύσεων στην πραγματική οικονομία και να ενθαρρύνει τη συγκέντρωση πόρων σε καίριους τομείς, όπως η έρευνα και η καινοτομία, η ψηφιοποίηση, η ανάπτυξη υποδομών, ιδίως διασυνοριακών έργων, και η λήψη μέτρων για την επίτευξη των στόχων για το κλίμα και την ενέργεια με μακρόπνοη προοπτική·

5.  πιστεύει ότι η αποτελεσματική υλοποίηση και η επικαιροποίηση της πολιτικής του ανταγωνισμού είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, ενός τομέα που μεταβάλλεται ραγδαία και απαιτεί βαθιά γνώση της αγοράς και ικανότητα ταχείας αντίδρασης· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι έχει σημασία να εφαρμοστεί αποτελεσματικά και ταχύτερα η νομοθεσία της ΕΕ για τον ανταγωνισμό, να ξεπεραστεί ο σημερινός κατακερματισμός και να προσδιοριστούν και να αρθούν τα εμπόδια πρόσβασης στην αγορά, αυξάνοντας παράλληλα την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων στο ψηφιακό περιβάλλον και διευκολύνοντας την καινοτομία και τον δυναμισμό του· υπενθυμίζει ότι μια πραγματική ψηφιακή αγορά θα παραγάγει αναπτυξιακά αποτελέσματα σε νέους τομείς και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας·

6.  τονίζει ότι η χάραξη μίας αποτελεσματικής πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και να μπορέσουν οι καταναλωτές να επωφεληθούν από την ψηφιακή ενιαία αγορά· επισημαίνει ότι οι καταναλωτές βρίσκονται στην καρδιά της ψηφιακής ενιαίας αγοράς με τις δαπάνες του καταναλωτή να αντιστοιχούν στο 56% περίπου του ΑΕγχΠ της ΕΕ·

7.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα να παρέχουν και κοινές ηλεμπορικές προσφορές οι ανεξάρτητοι έμποροι λιανικής, οι οποίοι, σύμφωνα με το περί ανταγωνισμού δίκαιο, επιτρέπεται να συνεργάζονται μέσω των εμπορικών τους καταστημάτων·

8.  υπογραμμίζει ότι η διαλειτουργικότητα συμβάλλει στη δημιουργία ανταγωνισμού επί ίσοις όροις, πρέπει δε να ενθαρρύνεται και να αναπτύσσεται·

9.  εκτιμά ότι η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, η οποία προέρχεται από το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης, και οι συνέπειες του δικτύου στον ψηφιακό τομέα αποτελούν βασικό διακύβευμα, που πρέπει να είναι αντικείμενο εντατικής παρακολούθησης·

10.  θεωρεί ότι έχει θεμελιώδη σημασία και εξυπηρετεί, σε τελική ανάλυση, τους καταναλωτές να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ψηφιακή ενιαία αγορά και να καταπολεμηθούν τα φαινόμενα καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης και του φορολογικού σχεδιασμού· θεωρεί σημαντική, ιδιαίτερα, την ενίσχυση του ανοικτού χαρακτήρα και της διαφάνειας στην αγορά διαδικτυακής αναζήτησης, ηλεμπορίου και διαφήμισης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους, και κρίνει αναγκαία τη διασφάλιση της αρχής της ουδετερότητας του δικτύου, και συγκεκριμένα της δίκαιης, ανοικτής και χωρίς διακρίσεις πρόσβασης στο διαδίκτυο με την απαγόρευση όλων των διακρίσεων και περιορισμών, ως προαπαιτουμένου για τον επί ίσοις όροις ανταγωνισμό και τη συνοχή αγοράς προς όφελος των καταναλωτών και των επιχειρήσεων·

11.  πιστεύει ότι η βασική προϋπόθεση για τη συμπλήρωση της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Ένωσης είναι η απρόσκοπτη λειτουργία μίας εσωτερικής ενεργειακής αγοράς η οποία εξαρτάται από την αποτελεσματική και διαρκή επιβολή των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού· θεωρεί ότι έχει σημασία να συνεχίσει η Επιτροπή να επικεντρώνει και να εντείνει την προσοχή της στην αγορά ενέργειας, η οποία αποτελεί σημαντικό έξοδο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις στην ΕΕ, προκειμένου να διασφαλίσει καλύτερη ολοκλήρωση και προσιτότερες τιμές σε αυτό τον τομέα·

12.  επιδοκιμάζει την έναρξη ερευνών και την επιβολή κυρώσεων στους φορείς εκμετάλλευσης που παραβίασαν τους κανόνες ανταγωνισμού, ζητεί δε από την Επιτροπή να εξακολουθήσει τις προσπάθειές της στην προώθηση μίας κουλτούρας ανταγωνισμού η οποία να συμβάλει άμεσα στη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών προς όφελος των καταναλωτών και των επιχειρήσεων·

13.  χαιρετίζει την εισαγωγή της τομεακής έρευνας ηλεκτρονικού εμπορίου για να εξετάζεται η τυχόν ύπαρξη εμποδίων ανταγωνισμού στις ευρωπαϊκές αγορές· τονίζει ότι ένα λειτουργικό ηλεκτρονικό εμπόριο είναι σημαντικό όχι μόνο για την οικονομική ανάπτυξη αλλά και για τη μείωση του κόστους συναλλαγών, τη μείωση των τιμών και την αύξηση των επιλογών για τον καταναλωτή· ζητεί από την Επιτροπή να διερευνήσει μήπως υπάρχει ανάγκη να γίνουν αλλαγές στις ισχύουσες διατάξεις του δικαίου περί ανταγωνισμού, όπως για παράδειγμα στον κανονισμό για την απαλλαγή κατά κατηγορία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αδικαιολόγητοι γεωγραφικοί αποκλεισμοί, συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων αναδρομολογήσεων και των αθέμιτων διακρίσεων στην τιμολόγηση βάσει της γεωγραφικής θέσης·

14.  θεωρεί ζωτικής σημασίας την έγκαιρη και ορθή εφαρμογή της οδηγίας 2014/104/ΕΕ σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης· καλεί την Επιτροπή να επιτηρεί προσεκτικά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας από τα κράτη μέλη και να διασφαλίσει ότι οι διατάξεις εφαρμόζονται με συνέπεια σε ολόκληρη την Ένωση· τονίζει ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ενδεχομένως η διαθεσιμότητα συλλογικών ένδικων βοηθημάτων, είναι ζωτικής σημασίας για την υλοποίηση των στόχων της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ·

15.  εκτιμά ότι η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διοίκησης αποτελεί σημαντικό φορέα στήριξης της ανάπτυξης, σε ό,τι αφορά κυρίως τη συμμετοχή των ΜΜΕ· καλεί επομένως τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους βάσει της νέας νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις προκειμένου να τονώσουν την ανάπτυξη της ΕΕ, ενώ καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει όλες τις πρωτοβουλίες που συνδέονται με την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διοίκησης· τονίζει ακόμη ότι η προώθηση και η υλοποίηση συστημάτων ηλε-διακυβέρνησης σε όλα τα κράτη μέλη είναι θεμελιώδης για την αποτελεσματική παρακολούθηση των παραβιάσεων και για τη διασφάλιση της διαφάνειας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

16.  επισημαίνει ότι στην ενιαία αγορά πωλούνται στους πελάτες προϊόντα τα οποία περιέχουν διαφορετικά συστατικά, ενώ έχουν το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία· καλεί την Επιτροπή να προσδιορίσει, στο πλαίσιο της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ, αν πρόκειται για πρακτική με αρνητικές επιπτώσεις στους προμηθευτές τοπικών και περιφερειακών προϊόντων, ιδίως στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις·

17.  πιστεύει ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για να καθιστά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ασφαλέστερες και διαφανέστερες για τους καταναλωτές· επιδοκιμάζει εξάλλου τις νομοθετικές παρεμβάσεις στον τομέα των ηλεκτρονικών πληρωμών και ιδιαίτερα τη θέσπιση ανώτατων ορίων διατραπεζικών προμηθειών στις συναλλαγές με κάρτα·

18.  θεωρεί απαραίτητο να εξακολουθήσει η Επιτροπή να προωθεί τη βελτίωση της σύγκλισης και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών της ΕΕ·

19.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη θα θέσουν έγκαιρα σε εφαρμογή τη νέα νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις, ιδιαίτερα την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών προμηθειών και της ηλεκτρονικής διοίκησης και τις νέες διατάξεις για τη συνεκτίμηση κοινωνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων και για τη διαίρεση των συμβάσεων σε παρτίδες, προκειμένου να δοθεί ώθηση στην καινοτομία και τον θεμιτό ανταγωνισμό, να υποστηριχτούν οι ΜΜΕ στις αγορές δημοσίων συμβάσεων και να εξασφαλιστεί η καλύτερη σχέση ποιότητας τιμής στη χρήση των δημόσιων κονδυλίων·

20.  συμφωνεί με τη διαπίστωση ότι, όταν οι έμποροι αποφασίζουν να παρέχουν εμπορεύματα και υπηρεσίες μόνο σε ορισμένα κράτη μέλη, οι επιλογές των καταναλωτών είναι πιο περιορισμένες και οι τιμές είναι υψηλότερες λόγω χαμηλότερων επιπέδων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά· καλεί επομένως την Επιτροπή να καταπολεμήσει αποφασιστικά όλες τις μορφές διακρίσεων λόγω εθνικότητας ή τόπου διαμονής·

21.  κρίνει ότι μια γνήσια ενιαία αγορά μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά μόνο σε ένα πιο διαφανές, συντονισμένο και συνεργάσιμο φορολογικό περιβάλλον, που να εγγυάται θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων· εκφράζει τη λύπη του που ο φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ κρατών μελών δημιούργησε μία μορφή αθέμιτου ανταγωνισμού εντός της ενιαίας αγοράς, ο οποίος αδικεί τις ΜΜΕ σε σχέση με τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες·

22.  χαιρετίζει την έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ της επιβολής του ανταγωνισμού και της στρατηγικής της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, ιδίως σε δράσεις που συνδέονται με πρακτικές γεωγραφικού αποκλεισμού και συμφωνίες αδειοδότησης, για να συμπληρωθεί η ψηφιακή ενιαία αγορά· πιστεύει ότι μια τέτοια αλληλεπίδραση είναι ζωτικής σημασίας στην εσωτερική αγορά ενέργειας, προκειμένου να αρθούν οι φραγμοί στην ελεύθερη διασυνοριακή ροή ενέργειας και να οικοδομηθεί η Ενεργειακή Ένωση·

23.  ενθαρρύνει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού να συζητήσει το αυξανόμενο δίκτυο συνεργασιών λιανικής αγοράς σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο·

24.  τονίζει τη σημασία της σύνδεσης της πολιτικής οικονομικού ανταγωνισμού με την πολιτική προστασίας του καταναλωτή· επισημαίνει, σε αυτό το πλαίσιο, τους πίνακες αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές και τις πληροφορίες που προκύπτουν από αυτούς·

25.  θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός στον τομέα τηλεπικοινωνιών είναι ουσιώδης όχι μόνο για την καινοτομία και τις επενδύσεις στα δίκτυα αλλά και για την εξασφάλιση προσιτών τιμών και επιλογών σε υπηρεσίες για τον καταναλωτή· ζητεί επομένως από την Επιτροπή να διασφαλίσει τον ανταγωνισμό σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων και στην κατανομή συχνοτήτων·

26.  θεωρεί ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως τα υπάρχοντα εργαλεία και να επιβάλουν το δίκαιο περί ανταγωνισμού όσον αφορά αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· τονίζει την ανάγκη να συνεργαστούν μεταξύ τους για να διασφαλιστεί η αποδοτικότητα του κόστους, η διαφάνεια, η ποικιλομορφία και η δυνατότητα του καταναλωτή να επιλέγει.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

10.11.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

29

3

8

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Dita Charanzová, Carlos Coelho, Anna Maria Corazza Bildt, Daniel Dalton, Nicola Danti, Dennis de Jong, Pascal Durand, Vicky Ford, Ildikó Gáll-Pelcz, Evelyne Gebhardt, Antanas Guoga, Robert Jarosław Iwaszkiewicz, Liisa Jaakonsaari, Philippe Juvin, Antonio López-Istúriz White, Jiří Maštálka, Marlene Mizzi, Margot Parker, Virginie Rozière, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Olga Sehnalová, Igor Šoltes, Ivan Štefanec, Catherine Stihler, Richard Sulík, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mylène Troszczynski, Mihai Ţurcanu, Anneleen Van Bossuyt, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andi Cristea, Emma McClarkin, Dariusz Rosati, Adam Szejnfeld, Kerstin Westphal, Θεόδωρος Ζαγοράκης

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jonás Fernández, Edouard Ferrand, Hannu Takkula

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

7.12.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

40

6

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Udo Bullmann, Fabio De Masi, Anneliese Dodds, Jonás Fernández, Elisa Ferreira, Sven Giegold, Neena Gill, Sylvie Goulard, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Cătălin Sorin Ivan, Othmar Karas, Philippe Lamberts, Werner Langen, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Pirkko Ruohonen-Lerner, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Ernest Urtasun, Marco Valli, Cora van Nieuwenhuizen, Jakob von Weizsäcker, Marco Zanni, Νότης Μαριάς

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Lara Comi, Pilar del Castillo Vera, Isabella De Monte, Rina Ronja Kari, Thomas Mann, Michel Reimon, Tibor Szanyi, Nils Torvalds, Beatrix von Storch, Εύα Καϊλή, Ева Паунова

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Martina Dlabajová, Jude Kirton-Darling, Verónica Lope Fontagné, Andrejs Mamikins, Adam Szejnfeld, Pavel Telička, Daniele Viotti

(1)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0051.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2013)0576.

(3)

http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2015/563438/IPOL_STU(2015)563438_EN.pdf.

(4)

http://www.eesc.europa.eu/?i=portal.en.ten-opinions.36372.

(5)

http://ec.europa.eu/competition/ecn/food_report_en.pdf.

(6)

ΕΕ C 200, 28.6.2014, σσ. 1–55.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου