Διαδικασία : 2014/0091(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0011/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0011/2016

Συζήτηση :

PV 23/11/2016 - 17
CRE 23/11/2016 - 17

Ψηφοφορία :

PV 24/11/2016 - 8.5
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0448

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1361kWORD 876k
3.2.2016
PE 565.015v04-00 A8-0011/2016

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

(COM(2014)0167 – C7-0112/2014 – 2014/0091(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Brian Hayes

(Αναδιατύπωση – Άρθρο 104 του Κανονισμού)

PR_COD_1recastingam

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

(COM(2014)0167 – C7-0112/2014 – 2014/0091(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2014)0167),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 53 και 62 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7-0112/2014),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–  έχοντας υπόψη την επιστολή της 15ης Ιουλίου 2014 της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 104 και 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A8-0011/2016),

A.  εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με τη συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η πρόταση της Επιτροπής δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην όσων προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων προηγούμενων πράξεων και των τροποποιήσεων αυτών, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(2)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53, το άρθρο 62 και το άρθρο 114 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Μετά από διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(3) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς(4). Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)  Στην εσωτερική αγορά, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας και ασφάλειας στα μέλη και τους δικαιούχους επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τις απαιτούμενες διαδικασίες για την άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας.

(2α)  Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην ελάχιστη εναρμόνιση και δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν περαιτέρω διατάξεις για την προστασία των μελών και των δικαιούχων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατάξεις συνάδουν με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών βάσει του δικαίου της Ένωσης. Η παρούσα οδηγία δεν αφορά ζητήματα εθνικού κοινωνικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου και δικαίου περί συμβάσεων, ούτε την επάρκεια των συνταξιοδοτικών διατάξεων στα κράτη μέλη, πλην των κανόνων που αφορούν επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

(2β)  Προκειμένου να διευκολυνθεί περαιτέρω η κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών, η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να εξασφαλίσει τη χρηστή διακυβέρνηση, την παροχή ενημέρωσης των μελών των συστημάτων, τη διαφάνεια και την ασφάλεια των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκολύνει την ανάπτυξη νέων και καινοτόμων συνταξιοδοτικών προϊόντων στο πλαίσιο συλλογικών συστημάτων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση επαρκών συνταξιοδοτικών παροχών για όλους.

(2γ)  Τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών οργανώνονται και ρυθμίζονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη. Τόσο τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών όσο και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής διαχειρίζονται συστήματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμο να εφαρμοστεί ενιαία προσέγγιση για τα εν λόγω ιδρύματα. Κατά τον καθορισμό της οργάνωσης των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) («EIOPA»), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5), θα πρέπει, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές πρακτικές των κρατών μελών, με την επιφύλαξη της εθνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας.

(3)  Η οδηγία 2003/41/ΕΚ αποτέλεσε ένα πρώτο νομοθετικό βήμα προς την κατεύθυνση μιας εσωτερικής αγοράς επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, οργανωμένης σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Μια πραγματική εσωτερική αγορά επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών παραμένει καθοριστικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της γήρανσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Η οδηγία, η οποία χρονολογείται από το 2003, δεν τροποποιήθηκε ουσιαστικά προς την κατεύθυνση της θέσπισης ενός σύγχρονου συστήματος διακυβέρνησης βασισμένου στον κίνδυνο επίσης για τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. Η κατάλληλη ρύθμιση και εποπτεία σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο παραμένει σημαντική για την ανάπτυξη ασφαλών και κατοχυρωμένων συνταξιοδοτικών παροχών σε όλα τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον στόχο όλων των ιδρυμάτων να διασφαλίζουν την μεταξύ των γενεών ισορροπία των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, αποσκοπώντας σε δίκαιη κατανομή κινδύνων και οφελών μεταξύ των γενεών.

(3α)  Οι δραστηριότητες των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών θα πρέπει να διαφυλάσσουν την ισορροπία μεταξύ των γενεών, εξασφαλίζοντας δίκαιη κατανομή κινδύνων και οφελών μεταξύ των γενεών.

(4)  Απαιτείται η λήψη κατάλληλων μέτρων για την περαιτέρω βελτίωση της επικουρικής ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως είναι τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης υφίστανται ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι οι πολίτες ενδέχεται να βασίζονται ολοένα και περισσότερο στο μέλλον σε επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές για τη συμπλήρωση των μελλοντικών συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων. Τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση της οικονομίας της Ένωσης και για την παροχή κατοχυρωμένων συνταξιοδοτικών παροχών για τους πολίτες της Ένωσης. Οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές θα πρέπει να βελτιωθούν, χωρίς ωστόσο να τίθεται υπό αμφισβήτηση η θεμελιώδης σημασία των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας, η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει για όλους τους πολίτες ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο κατά το γήρας και να αποτελεί συνεπώς το επίκεντρο του στόχου της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου.

(4α)  Δεδομένων των δημογραφικών εξελίξεων στην Ένωση καθώς και της κατάστασης όσον αφορά τους εθνικούς προϋπολογισμούς, οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές αποτελούν πολύτιμη προσθήκη στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη θεμελιώδη σημασία του τελευταίου όσον αφορά την εξασφάλιση επαρκών, ασφαλών και βιώσιμων συνταξιοδοτικών παροχών.

(4β)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την κοινωνική προστασία των εργαζομένων σ’ ό, τι αφορά τις συντάξεις μέσω δημόσιων συνταξιοδοτικών παροχών που επιτρέπουν τη διατήρηση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου και την προστασία των ηλικιωμένων από τη φτώχεια, και μέσω της προώθησης συστημάτων επικουρικής συνταξιοδότησης που θα συνδέονται με τις συμβάσεις απασχόλησης ως πρόσθετη κάλυψη.

(5)  Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων και το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, διασφαλίζοντας ειδικότερα υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας των συνταξιοδοτικών παροχών και ενημερωμένο προσωπικό χρηματοοικονομικό και συνταξιοδοτικό προγραμματισμό και διευκολύνοντας τις διασυνοριακές δραστηριότητες των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και τη μεταφορά συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(5α)  Ένας από τους στόχους της οδηγίας 2003/41/ΕΚ ήταν η διευκόλυνση της διασυνοριακής δραστηριότητας των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, αλλά θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η δραστηριότητα αυτή ήταν περιορισμένη λόγω των περιορισμών που θέτει η εθνική κοινωνική και εργατική νομοθεσία και άλλων εμποδίων στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(5β)  Προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστούν οι διαδικασίες που επιτρέπουν στα ιδρύματα να ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα, και να αρθούν τα περιττά εμπόδια που δυσχεραίνουν την εν λόγω διασυνοριακή δραστηριότητα. Βασιζόμενη σε κατάλληλο ενωσιακό πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, η διευκόλυνση της διασυνοριακής δραστηριότητας θα μπορούσε να έχει θετικό αντίκτυπο στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις και τους υπαλλήλους τους, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος και αν εργάζονται, μέσω της συγκέντρωσης της διαχείρισης των δραστηριοτήτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

(5γ)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενισχύσουν την προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων που μετατίθενται προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος.

(6)  Παρά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2003/41/ΕΚ εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά εποπτικά εμπόδια, τα οποία καθιστούν πιο δαπανηρή για τα ιδρύματα τη διασυνοριακή διαχείριση συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Επιπλέον, το υφιστάμενο ελάχιστο επίπεδο προστασίας μελών και δικαιούχων πρέπει να αυξηθεί. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των Ευρωπαίων που βασίζονται σε καθεστώτα τα οποία μεταθέτουν τους κινδύνους μακροζωίας και αγοράς από το ίδρυμα ή την επιχείρηση που προσφέρει το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό καθεστώς («χρηματοδοτούσα επιχείρηση») στο φυσικό πρόσωπο. Επιπλέον, το υφιστάμενο ελάχιστο επίπεδο παροχής πληροφοριών σε μέλη και δικαιούχους πρέπει να αυξηθεί. ▌

(7)  Οι θεσπιζόμενοι με την παρούσα οδηγία κανόνες εποπτείας αποσκοπούν εξίσου να διασφαλίσουν ένα υψηλό επίπεδο ασφάλειας για όλους τους μελλοντικούς συνταξιούχους, μέσω της επιβολής αυστηρών προτύπων εποπτείας, και να καταστήσουν εφικτή την υγιή, συνετή και αποτελεσματική διαχείριση των καθεστώτων επαγγελματικής συνταξιοδότησης.

(8)  Ιδρύματα εντελώς ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση τα οποία ασκούν δραστηριότητες βάσει της αρχής της κεφαλαιοποίησης, με μοναδικό στόχο την προσφορά συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να είναι ελεύθερα να παρέχουν υπηρεσίες και να προβαίνουν σε επενδύσεις, τηρουμένων απλώς συντονισμένων κανόνων εποπτείας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ιδρύματα που θεωρούνται νομικές οντότητες.

(9)  Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των ιδίων συστημάτων συνταξιοδότησης καθώς και για τη λήψη απόφασης σχετικά με το ρόλο εκάστου των τριών «πυλώνων» του συνταξιοδοτικού συστήματος στα επί μέρους κράτη μέλη. Στα πλαίσια του δεύτερου πυλώνα, θα πρέπει επίσης να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για το ρόλο και τις λειτουργίες των διαφόρων ιδρυμάτων που προσφέρουν επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, όπως τα ταμεία συντάξεων ολόκληρου του οικονομικού κλάδου, τα ταμεία συντάξεων των επιχειρήσεων και οι επιχειρήσεις ασφάλειας ζωής. Η παρούσα οδηγία δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το προνόμιο των κρατών μελών. Απεναντίας, η οδηγία αυτή επιδιώκει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συγκροτήσουν ασφαλή και επαρκή συστήματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και να διευκολύνει τη διασυνοριακή δραστηριότητα.

(9α)  Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για περαιτέρω βελτίωση των υπηρεσιών επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει σημαντική προστιθέμενη αξία σε επίπεδο Ένωσης με τη λήψη περαιτέρω μέτρων για την υποστήριξη της συνεργασίας των κρατών μελών με τους κοινωνικούς εταίρους για τη βελτίωση των συνταξιοδοτικών καθεστώτων δεύτερου πυλώνα, και με τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για την ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης δεύτερου πυλώνα στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων με την προώθηση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά τη διασυνοριακή δραστηριότητα.

(9β)  Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ιδιωτικές συντάξεις έχουν μετατεθεί από το σύστημα καθορισμένων παροχών στο σύστημα καθορισμένων εισφορών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την κάλυψη.

(9γ)  Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να εξασφαλιστούν επαρκή επίπεδα συντάξεων και να γεφυρωθεί το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων, η Επιτροπή θα πρέπει να μελετήσει σε βάθος τον αντίκτυπο των διαφόρων πυλώνων, των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των δομών τους τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες. Με βάση τα πορίσματα, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει τις ενέργειες και τις πιθανές διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνται για να εξασφαλιστούν ίσα επίπεδα συντάξεων για γυναίκες και άνδρες σε όλα τα κράτη μέλη.

(9δ)  Λαμβάνοντας υπόψη ότι το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων στην Ένωση ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 39%, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να βασίζεται απλώς σε κανόνες προληπτικής εποπτείας, αλλά να ενθαρρύνει και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν επιπρόσθετα καθεστώτα με μηχανισμούς παρακολούθησης για τον έλεγχο των επιπτώσεών τους, που να συνεισφέρουν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του δεύτερου πυλώνα έτσι ώστε να καλυφθεί το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των γυναικών σε αξιοπρεπή σύνταξη.

(10)  Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τη συμμετοχή των ελεύθερων επαγγελματιών σε ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διαφέρουν. Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών μπορούν να λειτουργούν βάσει συμφωνιών με επαγγελματικές ενώσεις ή ομάδες, των οποίων τα μέλη ενεργούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες, ή απευθείας με ελεύθερους επαγγελματίες και μισθωτούς. Σε ορισμένα κράτη μέλη, ένας ελεύθερος επαγγελματίας μπορεί επίσης να γίνει μέλος ιδρύματος, εφόσον ενεργεί ως εργοδότης ή παρέχει επαγγελματικές υπηρεσίες σε μια επιχείρηση. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν μπορούν να ενταχθούν σε ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών εάν δεν πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιβαλλόμενων από το κοινωνικό και εργατικό δίκαιο.

(11)  Θα πρέπει να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα ιδρύματα που διαχειρίζονται καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία έχουν ήδη συντονισθεί σε ενωσιακό επίπεδο. Θα πρέπει πάντως να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα των ιδρυμάτων τα οποία διαχειρίζονται, σε ένα και το αυτό κράτος μέλος, τόσο καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης όσο και επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα.

(12)  Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που καλύπτονται ήδη από ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει γενικά να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Δεδομένου όμως ότι τα ιδρύματα αυτά μπορούν επίσης να παρέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις υπηρεσίες επαγγελματικής συνταξιοδότησης, είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι η παρούσα οδηγία δεν θα δημιουργεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Τέτοιες στρεβλώσεις μπορούν να αποφευχθούν με την εφαρμογή των απαιτήσεων εποπτείας της παρούσας οδηγίας στις υπηρεσίες επαγγελματικής συνταξιοδότησης που παρέχουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημεία (i) έως (iii) και το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία (ii) έως (iv) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6)α. Η Επιτροπή θα πρέπει να ελέγχει επίσης προσεκτικά την κατάσταση στις αγορές επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων και να αξιολογεί τη δυνατότητα επέκτασης της προαιρετικής εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε άλλα ρυθμιζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

13)  Δεδομένου ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών αποσκοπούν στην εξασφάλιση οικονομικής ασφάλειας μετά τη συνταξιοδότηση, οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλουν τα ιδρύματα τα οποία προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών πρέπει να μεριμνούν για την καταβολή ισόβιας σύνταξης, παροχών για προσωρινή περίοδο, κατ’ αποκοπήν ποσού ή οποιουδήποτε συνδυασμού των παραπάνω.

(14)  Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν θα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας αλλά θα απολαμβάνουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Η δέουσα κάλυψη των βιομετρικών κινδύνων στο πλαίσιο των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων αποτελεί σημαντική πτυχή της καταπολέμησης της φτώχειας και της ανασφάλειας μεταξύ των ηλικιωμένων. Κατά τον καθορισμό ενός συνταξιοδοτικού πλαισίου, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι, ή οι αντίστοιχοι εκπρόσωποί τους, εξετάζουν τη δυνατότητα να περιλαμβάνεται στο πλαίσιο αυτό η κάλυψη του κινδύνου μακροζωίας και των κινδύνων της ανικανότητας απασχόλησης, καθώς και πρόβλεψη για επιζώντα προστατευόμενα άτομα.

(15)  Το να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής εκτελεστικής νομοθεσίας τα ιδρύματα που διαχειρίζονται καθεστώτα στα οποία αθροιστικώς μετέχουν λιγότερα από 100 μέλη ή όταν το σύνολο των τεχνικών αποθεματικών του ιδρύματος δεν υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια EUR, μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία σε ορισμένα κράτη μέλη, χωρίς να επηρεάσει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα. Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των ιδρυμάτων να ορίζουν, για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου επενδύσεών τους, διαχειριστές επενδύσεων εγκατεστημένους και δεόντως εγκεκριμένους σε άλλο κράτος μέλος, και θεματοφύλακες ή διαχειριστές για τη φύλαξη των στοιχείων του ενεργητικού τους, ▌ εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος και δεόντως εγκεκριμένους.

(16)  Ιδρύματα όπως τα «Unterstützungskassen» στη Γερμανία, τα μέλη των οποίων δεν έχουν νόμιμα δικαιώματα σε ορισμένο ποσό και τα συμφέροντά τους προστατεύονται από υποχρεωτική εκ του νόμου ασφάλιση κατά της αφερεγγυότητας, θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

(17)  Προκειμένου να προστατευθούν τα μέλη και οι δικαιούχοι, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών θα πρέπει να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους ▌, και τις πράξεις που απορρέουν από αυτές, σε εκείνες που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και να παράσχουν στα μέλη και στους δικαιούχους σαφείς και ουσιαστικές πληροφορίες με σκοπό τη διασφάλιση χρηστής διακυβέρνησης και διαχείρισης των κινδύνων.

(18)  Σε περίπτωση πτώχευσης χρηματοδοτούσας επιχείρησης, το μέλος κινδυνεύει να στερηθεί τόσο την εργασία του όσο και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει συγκεντρώσει. Προέχει συνεπώς να ληφθεί μέριμνα ώστε να υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτής της επιχείρησης και του ιδρύματος καθώς και να προβλέπονται ελάχιστοι εποπτικοί κανόνες μέσω δικλίδων ασφαλείας για την προστασία των μελών. Η πρόσβαση του ιδρύματος στα συνταξιοδοτικά συστήματα πρόνοιας ή άλλους παρόμοιους μηχανισμούς προστασίας δεδουλευμένων ατομικών δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων έναντι του κινδύνου αθέτησης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό και τον καθορισμό των προτύπων προληπτικής εποπτείας.

(19)  Τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών λειτουργούν και εποπτεύονται με τρόπους που διαφέρουν αισθητά από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Σε ορισμένα κράτη μέλη η εποπτεία μπορεί να αφορά όχι μόνον το ίδιο το ίδρυμα, αλλά και τους φορείς ή τις εταιρίες που είναι εξουσιοδοτημένες να το διαχειρίζονται. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν υπόψη αυτή την ιδιαιτερότητα στο μέτρο που πληρούνται πραγματικά όλες οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν επίσης να επιτρέπουν σε ασφαλιστικούς και άλλους χρηματοπιστωτικούς φορείς να διαχειρίζονται ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

(19α)  Ένα ανθεκτικό σύστημα βασίζεται στη διαφοροποίηση των προϊόντων, την ποικιλομορφία και το μέγεθος των ιδρυμάτων, καθώς και στην αποτελεσματικότητα και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

(20)  Δεδομένου ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αναλαμβάνουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα εποπτικά πρότυπα όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ρυθμίσεων και πρακτικών. Ωστόσο, τα ιδρύματα αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως πάροχοι χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι εξυπηρετούν μια σημαντική κοινωνική λειτουργία λόγω του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι στη διαχείρισή τους.

(20α)  Η κοινωνική λειτουργία του ιδρύματος και η τριγωνική σχέση μεταξύ εργαζόμενου, εργοδότη και ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να υποστηρίζονται δεόντως ως κατευθυντήρια αρχή της παρούσας οδηγίας.

(20β)  Τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών αποτελούν ζωτικό στοιχείο της ευρωπαϊκής οικονομίας, και διαχειρίζονται στοιχεία ενεργητικού ύψους 2,5 τρισεκατομμυρίων EUR για περίπου 75 εκατομμύρια πολίτες της Ένωσης.

(21)  Ο τεράστιος αριθμός ιδρυμάτων σε ορισμένα κράτη μέλη επιβάλλει να εξευρεθεί μια ρεαλιστική λύση σχετικά με την εκ των προτέρων έγκριση των ιδρυμάτων. Εάν, πάντως, ένα ίδρυμα επιθυμεί να διαχειρίζεται ένα καθεστώς σε άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να απαιτείται να λάβει προηγουμένως την έγκριση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής.

(22)  Με την επιφύλαξη της εθνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την οργάνωση των συνταξιοδοτικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής ασφάλισης και των συνεπειών των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε άλλα κράτη μέλη μετά τη λήψη της έγκρισης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ιδρύματος. Θα πρέπει να επιτρέπεται στα ιδρύματα να δέχονται χρηματοδότηση από χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε οποιοδήποτε κράτος μέλος και να διαχειρίζονται καθεστώτα συνταξιοδότησης με μέλη σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τα εν λόγω ιδρύματα σε σημαντικές οικονομίες κλίμακας, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου στην Ένωση και στη διευκόλυνση της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού.

(23)  Το δικαίωμα ενός ιδρύματος εγκατεστημένου σε ένα κράτος μέλος να διαχειρίζεται καθεστώς επαγγελματικής συνταξιοδότησης που έχει θεσπιστεί σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να ασκείται τηρουμένων στο ακέραιο των διατάξεων της ισχύουσας κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον σχετίζεται με επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα, για παράδειγμα με τον καθορισμό και την καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών και με τους όρους για τη δυνατότητα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.  Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής των εποπτικών κανόνων ώστε να διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου για τις διασυνοριακές δραστηριότητες των ιδρυμάτων.

(24)  Τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να μεταφέρουν συνταξιοδοτικά καθεστώτα σε άλλα ιδρύματα σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης, ώστε να διευκολύνεται η οργάνωση των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών σε ενωσιακή κλίμακα, υπό την επιφύλαξη μόνον της έγκρισης από την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος καταγωγής του ιδρύματος που παραλαμβάνει το συνταξιοδοτικό καθεστώς («παραλαμβάνον ίδρυμα»).▌ Η μεταφορά και οι προϋποθέσεις της θα πρέπει να υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκπροσώπων τους. Στην περίπτωση μεταφοράς συνταξιοδοτικού καθεστώτος, τα μέλη και οι δικαιούχοι θα πρέπει προηγουμένως να εγκρίνουν αυτή τη μεταφορά. Οι εκπρόσωποι των μελών και των δικαιούχων, όπως οι καταπιστευματοδόχοι ενός συνταξιοδοτικού συστήματος που βασίζεται σε καταπιστευματικό ταμείο, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προηγούμενης έγκρισης εξ ονόματός τους.

(24α)  Στην περίπτωση μεταφοράς μέρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, η βιωσιμότητα τόσο του μεταφερόμενου όσο και του υπόλοιπου μέρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος θα πρέπει να εξασφαλίζεται και τα δικαιώματα όλων των μελών και των δικαιούχων να είναι επαρκώς προστατευμένα μετά τη μεταφορά, μέσω της απαίτησης τόσο από το μεταφέρον όσο και από το παραλαμβάνον ίδρυμα να έχουν επαρκή και κατάλληλα στοιχεία ενεργητικού με σκοπό την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών για το μεταφερόμενο και το υπόλοιπο μέρος του συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

(25)  Ο συνετός υπολογισμός των τεχνικών αποθεματικών είναι βασική προϋπόθεση για να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων πληρωμής των συντάξεων τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο τα τεχνικά αποθεματικά να υπολογίζονται βάσει αναγνωρισμένων αναλογιστικών μεθόδων και να πιστοποιούνται από αναλογιστή ή άλλο άτομο ειδικευμένο στον τομέα αυτό. Τα μέγιστα επιτόκια πρέπει να επιλέγονται με σύνεση, σύμφωνα με τους σχετικούς εθνικούς κανόνες. Το ελάχιστο ποσό των τεχνικών αποθεματικών θα πρέπει να επαρκεί αφενός ώστε να συνεχίσουν να καταβάλλονται οι οφειλόμενες προς τους δικαιούχους παροχές, και να αντικατοπτρίζει αφετέρου τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των μελών. Το αναλογιστικό έργο θα πρέπει να εκτελείται από άτομα που διαθέτουν γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς των δραστηριοτήτων του ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, και τα οποία είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα τους σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα.

(26)  Οι κίνδυνοι που καλύπτονται από τα ιδρύματα διαφέρουν αισθητά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Τα κράτη μέλη καταγωγής θα πρέπει, κατά συνέπεια, να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν στον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών πρόσθετους και αναλυτικότερους κανόνες από αυτούς που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

(27)  Η κατοχή κατάλληλων και επαρκών στοιχείων ενεργητικού για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών θα πρέπει να απαιτείται για να προστατεύονται τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του συνταξιοδοτικού καθεστώτος στην περίπτωση που η χρηματοδοτούσα επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα. Θα μπορούσε να περιληφθεί στα στοιχεία ενεργητικού μελλοντική υποστήριξη από χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις όταν η αποτίμησή τους ελέγχεται από ανεξάρτητη αρχή και λαμβάνει συνετά υπόψη τον κίνδυνο αθέτησης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης.

(27α)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές σχετικά με τα διασυνοριακά ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και να ενθαρρύνουν τη διμερή εποπτική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, με στόχο την αντιμετώπιση των φραγμών που υφίστανται σε εθνικό επίπεδο και την ενίσχυση των διασυνοριακών συντάξεων.

(28)  ▌ Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν στα ιδρύματα να χρηματοδοτούνται μερικώς για περιορισμένο χρονικό διάστημα, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταρτίσει κατάλληλο σχέδιο ανάκαμψης, με σαφές χρονοδιάγραμμα, για την αποκατάσταση της πλήρους χρηματοδότησης και υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ(7).

(29)  Σε πολλές περιπτώσεις, η χρηματοδοτούσα επιχείρηση και όχι το ίδιο το ίδρυμα θα μπορούσε είτε να καλύπτει τους βιομετρικούς κινδύνους είτε να εγγυάται ορισμένες παροχές ή επενδυτικές αποδόσεις. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ίδιο το ίδρυμα παρέχει την εν λόγω κάλυψη ή τις εν λόγω εγγυήσεις και οι χρηματοδοτούσες επιχειρήσεις περιορίζονται γενικά στις υποχρεώσεις καταβολής των αναγκαίων εισφορών. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα προσφερόμενα προϊόντα εξομοιούνται προς αυτά των επιχειρήσεων ασφάλειας ζωής και τα σχετικά ιδρύματα θα πρέπει να κατέχουν τουλάχιστον τους ίδιους συμπληρωματικούς ιδίους πόρους όπως οι επιχειρήσεις για τις ασφάλειες ζωής.

(30)  Τα ιδρύματα είναι εξαιρετικά μακροπρόθεσμοι επενδυτές. Η εξαγορά των στοιχείων του ενεργητικού που έχουν στην κατοχή τους μπορεί γενικά να έχει ως σκοπό μόνο την προσφορά συνταξιοδοτικών παροχών. Εξάλλου, για να προστατευθούν επαρκώς τα δικαιώματα των μελών και των δικαιούχων, τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέξουν κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού τους ανάλογη με τη συγκεκριμένη φύση και διάρκεια των στοιχείων του παθητικού. Τούτο προϋποθέτει αποτελεσματική εποπτεία και προσέγγιση των επενδυτικών κανόνων, προκειμένου τα ιδρύματα να διαθέτουν επαρκές περιθώριο ελιγμών για να αποφασίζουν ως προς την ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη επενδυτική πολιτική και να υποχρεούνται να κινούνται συνετά. Συνεπώς, η τήρηση του κανόνα της συνετής διαχείρισης επιβάλλει μια επενδυτική πολιτική που να ανταποκρίνεται στη δομή της συμμετοχής στην ασφάλιση των ασφαλισμένων του εκάστοτε ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

(31)   Με τη θέσπιση του «κανόνα της συνετής διαχείρισης» ως βασικής αρχής για τις επενδύσεις κεφαλαίου, καθώς και με τη διευκόλυνση μιας διασυνοριακής δραστηριότητας των ιδρυμάτων, ενθαρρύνεται ο αναπροσανατολισμός της αποταμίευσης προς τον τομέα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, και προάγεται κατ' αυτόν τον τρόπο η οικονομική και κοινωνική πρόοδος.

(32)  Οι εποπτικές μέθοδοι και πρακτικές διαφέρουν μεταξύ κρατών μελών. Για το λόγο αυτό, ενδείκνυται να δοθεί στα κράτη μέλη κάποια διακριτική ευχέρεια σχετικά με τους συγκεκριμένους επενδυτικούς κανόνες που επιθυμούν να επιβάλλουν στα εγκατεστημένα στην επικράτειά τους ιδρύματα. ▌ Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να επιτρέπουν την ανάπτυξη εξατομικευμένων συνταξιοδοτικών προϊόντων στο πλαίσιο ενός συλλογικού συστήματος και δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων ▌.

(33)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εξασφαλίζει στα ιδρύματα επαρκές επίπεδο επενδυτικής ελευθερίας. Ως εξαιρετικά μακροπρόθεσμοι επενδυτές με χαμηλό κίνδυνο ρευστότητας και κοινωνική λειτουργία, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών είναι σε θέση να επενδύουν σε μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού, όπως οι μετοχές, καθώς και σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενες αγορές, πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) ή μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ) εντός συνετών ορίων. Μπορούν, επίσης, να επωφελούνται των δυνατοτήτων διαφοροποίησης σε διεθνές επίπεδο. Για τον λόγο αυτό, οι επενδύσεις σε μετοχές, σε νομίσματα διαφορετικά από αυτά των στοιχείων του παθητικού τους και σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ ή ΜΟΔ δεν θα πρέπει να περιορίζονται, σύμφωνα με την αρχή της σύνεσης προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι εποπτείας.

(34)  Ο ορισμός των μέσων με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά είναι ευρύς. Τα μέσα αυτά είναι μη κινητές αξίες και, επομένως, δεν έχουν πρόσβαση στη ρευστότητα της δευτερογενούς αγοράς. Απαιτούν συχνά ορισμένου χρόνου δεσμεύσεις που περιορίζουν την εμπορευσιμότητά τους. Τα εν λόγω μέσα θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνουν συμμετοχές, χρεωστικούς τίτλους μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο επιχειρήσεων και δάνεια που παρέχονται σε αυτές. Στις μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις συγκαταλέγονται έργα υποδομών, μη εισηγμένες εταιρείες οι οποίες επιδιώκουν ανάπτυξη, ακίνητα ή άλλα στοιχεία ενεργητικού τα οποία μπορεί να είναι κατάλληλα για σκοπούς μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Τα έργα υποδομών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και τα ανθεκτικά στην κλιματική αλλαγή έργα υποδομών είναι συχνά μη εισηγμένα στο χρηματιστήριο περιουσιακά στοιχεία και βασίζονται σε μακροπρόθεσμες πιστώσεις για τη χρηματοδότηση των έργων.

(35)  Θα πρέπει να επιτρέπεται στα ιδρύματα να επενδύουν σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κανόνες των κρατών μελών καταγωγής τους, με σκοπό τη μείωση του κόστους της διασυνοριακής δραστηριότητας. Επομένως, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη υποδοχής να επιβάλλουν πρόσθετες επενδυτικές απαιτήσεις σε ιδρύματα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη.

(35α)  Οι πολίτες της Ένωσης που εργάζονται σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να έχουν σαφή εικόνα των σωρευμένων συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων τα οποία προκύπτουν από τα εκ του νόμου και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα. Η εικόνα αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας υπηρεσιών παρακολούθησης των συντάξεων σε όλη την Ένωση, παρόμοιων με εκείνες που έχουν ήδη δημιουργηθεί σε ορισμένα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις συστάσεις της Λευκής Βίβλου της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 2012, με τίτλο «Ατζέντα για επαρκείς, ασφαλείς και βιώσιμες συντάξεις», η οποία προωθούσε την ανάπτυξη των εν λόγω υπηρεσιών.

(36)  Μερικοί κίνδυνοι δεν είναι δυνατόν να μειωθούν μέσω ποσοτικών απαιτήσεων οι οποίες αντικατοπτρίζονται στα τεχνικά αποθεματικά και στις απαιτήσεις χρηματοδότησης, αλλά μπορούν να αντιμετωπιστούν κατάλληλα μόνον μέσω απαιτήσεων διακυβέρνησης. Επομένως, η διασφάλιση αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης είναι ουσιώδους σημασίας για την κατάλληλη διαχείριση των κινδύνων και την προστασία μελών και δικαιούχων. Τα συστήματα αυτά θα πρέπει να είναι ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.

(37)  Πολιτικές αποδοχών οι οποίες ενθαρρύνουν συμπεριφορά υπερβολικής ανάληψης κινδύνων μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων των ιδρυμάτων. Οι αρχές και οι απαιτήσεις γνωστοποίησης για τις πολιτικές αποδοχών, οι οποίες εφαρμόζονται σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ένωση, θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στα ιδρύματα, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη, την ιδιαίτερη δομή διακυβέρνησης των ιδρυμάτων σε σύγκριση με άλλους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και την αναγκαιότητα συνεκτίμησης ▌, της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

(38)  Ως βασική λειτουργία νοείται η ικανότητα ανάληψης συγκεκριμένων καθηκόντων διακυβέρνησης. Τα ιδρύματα θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ικανότητα ώστε να έχουν λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλογιστική λειτουργία. Ο προσδιορισμός μιας συγκεκριμένης βασικής λειτουργίας δεν εμποδίζει το ίδρυμα να αποφασίζει ελεύθερα τον τρόπο οργάνωσης αυτής της βασικής λειτουργίας στην πράξη, εκτός εάν ορίζεται άλλως στην παρούσα οδηγία. Τούτο δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υπερβολικά επαχθείς απαιτήσεις, διότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο χαρακτήρας, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.

(39)  Τα πρόσωπα που διαχειρίζονται πραγματικά το ίδρυμα θα πρέπει συλλογικά να είναι κατάλληλα και έντιμα και τα πρόσωπα που ασκούν βασικές λειτουργίες θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα, γνώσεις και πείρα. Ωστόσο, μόνο τα πρόσωπα που ασκούν βασικές λειτουργίες θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις κοινοποίησης προς την αρμόδια αρχή.

(40)  Επιπλέον, με εξαίρεση τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, ▌ θα πρέπει να επιτρέπεται σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή μια οργανωτική ομάδα να ασκεί περισσότερες από μία βασικές λειτουργίες. Ωστόσο, το πρόσωπο ή η οργανωτική μονάδα που ασκεί μια βασική λειτουργία θα πρέπει να είναι διαφορετικό από εκείνο που ασκεί παρόμοια βασική λειτουργία στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση ▌. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν στο ίδρυμα να ασκεί βασικές λειτουργίες μέσω του ίδιου προσώπου ή μέσω μιας οργανωτικής μονάδας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων και το ίδρυμα διαθέτει κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπίζει και να προλαμβάνει οιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

(41)  Έχει ουσιαστική σημασία να βελτιώσουν τα ιδρύματα τη διαχείριση κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο της διασφάλισης της μεταξύ των γενεών ισορροπίας του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, ώστε τα δυνητικά τρωτά σημεία που έχουν σχέση με τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος να γίνονται αντιληπτά και να συζητούνται με τις αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο των οικείων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, τα ιδρύματα θα πρέπει να εκπονούν εκτίμηση των κινδύνων των δραστηριοτήτων τους σε σχέση με τις συντάξεις. Η εν λόγω εκτίμηση κινδύνων θα πρέπει να τίθεται επίσης στη διάθεση των αρμόδιων αρχών και θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων, το περιβάλλον, κοινωνικούς κινδύνους και κινδύνους σε σχέση με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω αλλαγής στο ρυθμιστικό πλαίσιο («μη αξιοποιήσιμα στοιχεία»). ▌

(42)  Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να απαιτεί από όλα τα ιδρύματα τα οποία είναι εγκατεστημένα στο έδαφός του να συντάσσουν ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα συνταξιοδοτικά καθεστώτα που διαχειρίζονται τα ιδρύματα και, ει δυνατόν, τους ετήσιους λογαριασμούς και τις ετήσιες εκθέσεις για κάθε συνταξιοδοτικό καθεστώς. Οι ετήσιοι λογαριασμοί και η ετήσια έκθεση που απεικονίζουν πιστά τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του ιδρύματος και την χρηματοοικονομική του κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε συνταξιοδοτικό καθεστώς το οποίο διαχειρίζεται το ίδρυμα, και εγκρίνονται δεόντως από άτομο με σχετική άδεια, αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφόρησης για τα μέλη και τους δικαιούχους του καθεστώτος και τις αρμόδιες αρχές. Ειδικότερα επιτρέπουν, ιδίως, στις αρμόδιες αρχές να ελέγχουν την οικονομική ευρωστία ενός ιδρύματος και να εκτιμούν κατά πόσον είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις.

(43)  Η επενδυτική πολιτική ενός ιδρύματος συνιστά αποφασιστικό παράγοντα τόσο για την ασφάλεια όσο και για τη μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο τα ιδρύματα να καταρτίζουν και, τουλάχιστον ανά τριετία, να αναθεωρούν τις κατευθύνσεις τους όσον αφορά την επενδυτική πολιτική. Η επενδυτική πολιτική πρέπει να γνωστοποιείται στις αρμόδιες αρχές και, εφόσον το ζητήσουν, στα μέλη και τους δικαιούχους κάθε συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

(44)  Θα πρέπει να επιτρέπεται στα ιδρύματα να αναθέτουν οποιαδήποτε δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των βασικών λειτουργιών, πλήρως ή μερικώς, σε παρόχους υπηρεσιών οι οποίοι θα δραστηριοποιούνται για λογαριασμό τους. Τα ιδρύματα θα πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών τους οι οποίες απορρέουν από την παρούσα οδηγία όταν αναθέτουν εξωτερικά βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες.

(45)  Τα καθήκοντα φύλαξης και εποπτείας οι οποίες σχετίζονται με τα στοιχεία ενεργητικού των ιδρυμάτων θα πρέπει να ενισχυθούν με την αποσαφήνιση του ρόλου και των καθηκόντων του θεματοφύλακα. ▌ Τα ιδρύματα τα οποία διαχειρίζονται καθεστώτα στα οποία τα μέλη και οι δικαιούχοι φέρουν όλους τους κινδύνους, χωρίς να παρέχεται ήδη ισοδύναμη προστασία, θα πρέπει να υποχρεούνται να διορίζουν θεματοφύλακα.

(46)  Τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν σαφείς και επαρκείς πληροφορίες σε υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους προς υποστήριξη των αποφάσεων που αυτοί λαμβάνουν σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους και να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας στο σύνολο των διάφορων φάσεων ενός καθεστώτος, οι οποίες περιλαμβάνουν τη φάση προ της ένταξης, τη συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης της φάσης προ της συνταξιοδότησης) και τη φάση μετά τη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών, τους κινδύνους και τις εγγυήσεις καθώς και τα έξοδα. Εάν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, τυχόν διαθέσιμες επιλογές και τις προηγούμενες επιδόσεις είναι επίσης καθοριστικής σημασίας. Όλες οι πληροφορίες θα πρέπει να είναι κατάλληλες για τον χρήστη και σύμφωνες με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, και συγκεκριμένα όσον αφορά την προσβασιμότητα και την πρόσβαση σε πληροφορίες, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 και 21 αντιστοίχως της εν λόγω σύμβασης.

(47)  Προτού ενταχθούν σε ένα καθεστώς, τα υποψήφια μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να προβούν σε επιλογή μετά γνώσεως των πραγμάτων, όπως δυνατότητες εξαίρεσης, εισφορές, έξοδα και επενδυτικές επιλογές, όπου συντρέχει περίπτωση. Όταν τα υποψήφια μέλη δεν έχουν δυνατότητα επιλογής και εγγράφονται αυτόματα στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, το ίδρυμα θα πρέπει να παρέχει, αμέσως μετά την εγγραφή, τις βασικές πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή τους.

(48)  Για τα μέλη ▌ τα οποία δεν έχουν συνταξιοδοτηθεί ακόμη, τα ιδρύματα θα πρέπει να καταρτίζουν ▌ δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία περιέχει βασικές προσωπικές και γενικές πληροφορίες σχετικά με το συνταξιοδοτικό καθεστώς. Η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών θα πρέπει να είναι σαφής και κατανοητή και να περιέχει σχετικές και κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων διαχρονικά και μεταξύ καθεστώτων και να εξυπηρετείται η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού.

(49)  Τα ιδρύματα πρέπει να ενημερώνουν τα μέλη εγκαίρως πριν από τη συνταξιοδότησή τους σχετικά με τις επιλογές πληρωμής. Εάν η συνταξιοδοτική παροχή δεν καταβάλλεται ως ισόβια ετήσια πρόσοδος, τα μέλη που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση θα πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα προϊόντα καταβολής των παροχών, ώστε να διευκολύνεται ο χρηματοοικονομικός προγραμματισμός της συνταξιοδότησης.

(50)  Κατά τη φάση καταβολής των συνταξιοδοτικών παροχών, οι δικαιούχοι θα πρέπει να συνεχίζουν να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις παροχές και τις αντίστοιχες επιλογές πληρωμής που διαθέτουν. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν οι δικαιούχοι φέρουν σημαντικό επίπεδο επενδυτικού κινδύνου κατά τη φάση πληρωμής. Οι δικαιούχοι θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται σχετικά με τυχόν μείωση του ύψους των οφειλόμενων παροχών, πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με τυχόν μείωση αυτού του είδους.

(51)  Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες της έχοντας ως πρωταρχικό στόχο την προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων, και τη σταθερότητα και την ευρωστία των ιδρυμάτων.

(52)  Το εύρος της προληπτικής εποπτείας διαφέρει μεταξύ κρατών μελών. Αυτό μπορεί να δημιουργεί προβλήματα όταν ένα ίδρυμα πρέπει να συμμορφώνεται προς την εποπτική νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής του και να συμμορφώνεται ταυτόχρονα προς την κοινωνική και εργατική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής του. Η αποσαφήνιση των τομέων που θεωρούνται ότι εμπίπτουν στην προληπτική εποπτεία για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας μειώνει την ανασφάλεια δικαίου και τα σχετικά έξοδα συναλλαγών.

(53)  Η εσωτερική αγορά για τα ιδρύματα απαιτεί αμοιβαία αναγνώριση των εποπτικών προτύπων. Η τήρηση των εν λόγω προτύπων από το ίδρυμα θα πρέπει να επιβλέπεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ιδρύματος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τις αναγκαίες εξουσίες για τη χρήση προληπτικών ή διορθωτικών μέτρων, εάν τα ιδρύματα παραβιάζουν οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

(54)  Για την αποτελεσματική εποπτεία των εξωτερικά ανατιθέμενων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων όλων των δραστηριοτήτων που στη συνέχεια αποτελούν αντικείμενο εκ νέου εξωτερικής ανάθεσης, είναι απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα τα οποία κατέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών στους οποίους έχουν ανατεθεί δραστηριότητες, ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι τελευταίοι είναι ρυθμιζόμενες ή μη ρυθμιζόμενες οντότητες, καθώς και να έχουν το δικαίωμα διενέργειας επιτόπιων ελέγχων. Για να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς και να εξασφαλίζεται η συνεχής τήρηση των προϋποθέσεων για την εξωτερική ανάθεση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες ώστε να ζητούν από τα ιδρύματα πληροφορίες σχετικά με την εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων.

(55)  Θα πρέπει να προβλεφθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των λοιπών αρχών και των οργάνων στα οποία έχει ανατεθεί η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και ο τερματισμός των συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν οι όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπονται οι ως άνω ανταλλαγές πληροφοριών. Περαιτέρω, οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, οι αρχές αυτές θα πρέπει να μπορούν, εφόσον ενδείκνυται, να εξαρτούν τη συγκατάθεσή τους από την τήρηση αυστηρών προϋποθέσεων.

(56)  Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8) διέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και υπό την επίβλεψη των αρμοδίων αρχών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9) διέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και υπό την επίβλεψη του Ευρωπαϊκού Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, όπως η ανταλλαγή ή η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες εφαρμογής της οδηγίας 95/46/ΕΚ και κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

(57)  Για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της οργανωμένης σε ενωσιακή κλίμακα εσωτερικής αγοράς για τις επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, η Επιτροπή θα πρέπει, κατόπιν διαβούλευσης με την EIOPA, να εξετάσει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να εκπονήσει σχετική έκθεση, την οποία θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις...* [έξι έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας].

(60)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, δηλαδή η θέσπιση ενός ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου που να καλύπτει τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία μέτρα για το σκοπό αυτό.

(60α)  Η περαιτέρω ανάπτυξη σε επίπεδο Ένωσης πρότυπων φερεγγυότητας, όπως το πρότυπο ολιστικού ισολογισμού (ΠΟΙ), δεν είναι ρεαλιστική στην πράξη, ούτε αποτελεσματική από άποψη κόστους και οφέλους, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η πολυμορφία των ιδρυμάτων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να αναπτυχθούν σε επίπεδο Ένωσης ποσοτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως οι απαιτήσεις της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ ή τα ΠΟΙ που απορρέουν από αυτήν, καθότι ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την προθυμία των εργοδοτών να παρέχουν επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα.

(61)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(10), τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει να συνοδεύουν, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων που λαμβάνουν για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα τα οποία επεξηγούν τη σχέση μεταξύ των επιμέρους στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί δικαιολογημένη τη διαβίβαση τέτοιων εγγράφων.

(62)  Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν τροποποιήσεις ουσίας των προϋπαρχουσών οδηγιών. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από τις προϋπάρχουσες οδηγίες.

(63)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα I μέρος B,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Τίτλος I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. Αν, βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την οδηγία είτε στα ιδρύματα αυτά είτε, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, στους εξουσιοδοτημένους φορείς που τα διαχειρίζονται και ενεργούν για λογαριασμό τους.

2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α)  σε ιδρύματα που διαχειρίζονται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης τα οποία εμπίπτουν στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004(11) και (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12)·

  β)  σε ιδρύματα που εμπίπτουν στις οδηγίες ▌ 2009/65/ΕΚ(13), 2009/138/ΕΚ(14), 2011/61/ΕΕ(15), 2013/36/ΕΕ(16) και 2014/65/ΕΕ(17) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

  γ)  σε ιδρύματα που λειτουργούν σε διανεμητική βάση·

  δ)  σε ιδρύματα όπου οι υπάλληλοι των χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων δεν έχουν εκ του νόμου δικαιώματα στα οφέλη και όπου η χρηματοδοτούσα επιχείρηση μπορεί να αποδεσμεύσει σε οιαδήποτε στιγμή τα στοιχεία του ενεργητικού και να μην ανταποκριθεί κατ' ανάγκη στις υποχρεώσεις της προς καταβολή των συνταξιοδοτικών οφελών·

  ε)  στις επιχειρήσεις οι οποίες, για την καταβολή των συντάξεων στους υπαλλήλους τους, προσφεύγουν στη σύσταση αποθεματικών στον ισολογισμό.

Άρθρο 3

Εφαρμογή σε ιδρύματα που διαχειρίζονται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης

Ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που διαχειρίζονται επίσης συστήματα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης συνδεόμενα με την εργασία, τα οποία θεωρούνται ως συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που εμπίπτουν στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009, διέπονται από την παρούσα οδηγία όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δραστηριότητές τους στον τομέα της επαγγελματικής συνταξιοδότησης. Στην περίπτωση αυτή, η διαχείριση όλων των υποχρεώσεων και των αντίστοιχων στοιχείων του ενεργητικού θα γίνεται χωριστά και δεν θα είναι δυνατή η μεταφορά στα συστήματα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης τα οποία θεωρούνται ως συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ή αντιστρόφως.

Άρθρο 3α

Καθήκον μέριμνας

1. Εάν μια διασυνοριακή μεταφορά σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 έχει εγκριθεί από τα μέλη και τους δικαιούχους ενός συνταξιοδοτικού καθεστώτος σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3, και εάν το μεταφέρον ίδρυμα παρέχει κάλυψη κατά των βιομετρικών κινδύνων ή εγγυάται είτε την απόδοση των επενδύσεων είτε ένα συγκεκριμένο ύψος παροχών, η EIOPA, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του μεταφέροντος ιδρύματος, αξιολογεί εάν από τη μεταφορά ενδέχεται να ανακύψει οιοσδήποτε συστημικός κίνδυνος για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και, με την επιφύλαξη των άρθρων 49 και 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), εάν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μελών και δικαιούχων επηρεάζονται αρνητικά σε περίπτωση όπου το καθεστώς λειτουργούσε στο κράτος μέλος καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος.

2. Η αξιολόγηση της EIOPA που εμφαίνεται στην παράγραφο 1, η οποία δεν υπονομεύει τη διασυνοριακή δραστηριότητα, ολοκληρώνεται από την EIOPA εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του μεταφέροντος ιδρύματος και γνωστοποιείται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος εξασφαλίζουν ότι τα μέλη και οι δικαιούχοι προστατεύονται επαρκώς όσον αφορά τις συστάσεις που καθορίζονται στην αξιολόγηση της EIOPA.

3. Η αξιολόγηση της EIOPA και οιοδήποτε διορθωτικό μέτρο λαμβάνεται από το κράτος μέλος καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος βάσει της αξιολόγησης δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 4

Προαιρετική εφαρμογή σε ιδρύματα που διέπονται από την οδηγία 2009/138/ΕΚ

Τα κράτη μέλη καταγωγής μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις των άρθρων 9 έως 15, των άρθρων 20 έως 24 παράγραφος 2, των άρθρων 25 έως 29, των άρθρων 31 έως 53 και των άρθρων 55 έως 71 της παρούσας οδηγίας στις δραστηριότητες παροχής επαγγελματικών συντάξεων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημεία (i) έως (iii) και το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία (ii) έως (iv) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο διαχωρισμός, η διαχείριση και η οργάνωση όλων των στοιχείων του ενεργητικού και των υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στις ανωτέρω δραστηριότητες πραγματοποιούνται χωριστά από τις υπόλοιπες δραστηριότητες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής , χωρίς καμία δυνατότητα μεταφοράς.

Στην περίπτωση αυτή, και μόνο όσον αφορά τις δραστηριότητες στον τομέα των επαγγελματικών συντάξεων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής δεν υπάγονται στα άρθρα 76 έως 86, στο άρθρο 132, στο άρθρο 134 παράγραφος 2, στο άρθρο 173, στο άρθρο 185 παράγραφος 5, στο άρθρο 185 παράγραφοι 7 και 8 και στο άρθρο 209 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Το κράτος μέλος καταγωγής διασφαλίζει ότι, είτε οι αρμόδιες αρχές, είτε οι υπεύθυνες για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής αρχές που καλύπτονται από την οδηγία 2009/138/ΕΚ εξετάζουν, στο πλαίσιο του εποπτικού τους έργου, τον αυστηρό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων των σχετικών με την παροχή επαγγελματικών συντάξεων.

Άρθρο 5

Μικρά συνταξιοδοτικά ιδρύματα και καθεστώτα εκ του νόμου

Με εξαίρεση το άρθρο 20 παράγραφοι 1, 3 έως 7, το άρθρο 22 παράγραφοι 1 έως 5 και τα άρθρα 34 έως 37, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία, εν όλω ή εν μέρει, σε οποιοδήποτε ίδρυμα εγκατεστημένο στις επικράτειές τους το οποίο διαχειρίζεται συνταξιοδοτικά καθεστώτα που έχουν συνολικά λιγότερα από 100 μέλη ή όταν το σύνολο των τεχνικών αποθεματικών του ιδρύματος δεν υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια EUR. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα ιδρύματα αυτά έχουν, ωστόσο, το δικαίωμα να εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία σε εθελοντική βάση. Το άρθρο 12 μπορεί να εφαρμόζεται μόνον εάν ισχύουν όλες οι άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τα άρθρα 1 έως 8, το άρθρο 12, το άρθρο 20 και τα άρθρα 34 έως 37 στα ιδρύματα στα οποία η παροχή επαγγελματικών συνταξιοδοτήσεων έχει θεσπιστεί εκ του νόμου και τυγχάνει της εγγύησης δημόσιας αρχής. Το άρθρο 12 μπορεί να εφαρμόζεται μόνον εάν ισχύουν όλες οι άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 6

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

  α)  «ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών», ή «ίδρυμα»: το ίδρυμα το οποίο λειτουργεί, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, σε κεφαλαιοποιητική βάση και ιδρύεται, ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή επαγγελματική ένωση, με στόχο να χορηγεί συνταξιοδοτικές παροχές στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας με βάση συμφωνία ή σύμβαση η οποία έχει συναφθεί:

–  μεμονωμένα ή συλλογικά μεταξύ εργοδότη(-ών) και εργαζομένου(-ων) ή των αντίστοιχων εκπροσώπων τους, ή

–  με ελεύθερους επαγγελματίες, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής,

  και το οποίο αναπτύσσει δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τον ανωτέρω στόχο·

  β)  «συνταξιοδοτικό καθεστώς»: η σύμβαση, η συμφωνία, το έγγραφο καταπιστεύματος (trust deed) και οι κανόνες διά των οποίων καθορίζεται ποιες συνταξιοδοτικές παροχές χορηγούνται και υπό ποιους όρους·

  γ)  «χρηματοδοτούσα επιχείρηση»: οποιαδήποτε επιχείρηση, ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως του εάν περιλαμβάνει ή απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, η οποία ενεργεί υπό την ιδιότητα εργοδότη ή ελευθέρου επαγγελματία ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών, και καταβάλλει εισφορές σε ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών·

  δ)  «συνταξιοδοτικές παροχές»: οι παροχές υπό μορφήν πληρωμών που καταβάλλονται είτε εφ’ όρου ζωής είτε για προσωρινό χρονικό διάστημα, ή ως εφάπαξ ποσό, που καταβάλλονται με γνώμονα ή αναμένοντας τη συνταξιοδότηση ή, εφόσον είναι συμπληρωματικές των εν λόγω συνταξιοδοτικών παροχών και παρέχονται επικουρικά, υπό μορφήν πληρωμών σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας, ή παύσης της απασχόλησης, ή υπό μορφήν καταβολής ενισχύσεων ή παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση ασθενείας, ένδειας ή θανάτου. Προκειμένου να διευκολύνεται η οικονομική ασφάλεια κατά τη σύνταξη, οι παροχές αυτές λαμβάνουν συνήθως τη μορφή πληρωμών εφ' όρου ζωής. Είναι ωστόσο δυνατόν να καταβληθούν πληρωμές για προσωρινό χρονικό διάστημα ή ως εφάπαξ ποσόν·

  ε)  «μέλη»: τα άτομα των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες στοιχειοθετούν ή πρόκειται να στοιχειοθετήσουν δικαίωμα σε συνταξιοδοτικές παροχές σύμφωνα με τις προβλέψεις συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

  στ)  «δικαιούχοι»: τα άτομα τα οποία εισπράττουν συνταξιοδοτικές παροχές·

  ζ)  «αρμόδιες αρχές»: οι εθνικές αρχές που έχουν ορισθεί να ασκούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία·

  η)  «βιομετρικοί κίνδυνοι»: οι κίνδυνοι που συνδέονται με θάνατο, ανικανότητα και μακροζωία·

  θ)  «κράτος μέλος καταγωγής»: το κράτος μέλος στο οποίο το ίδρυμα έχει την καταστατική έδρα του ή, εφόσον δεν έχει καταστατική έδρα, το κύριο διοικητικό του κατάστημα ▌·

  ι)  «κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος του οποίου η κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα διέπει το συνταξιοδοτικό καθεστώς το οποίο διαχειρίζεται το ίδρυμα·

ια)  «μεταφέρον ίδρυμα»: ίδρυμα το οποίο μεταφέρει, πλήρως ή εν μέρει, το παθητικό, τα τεχνικά αποθεματικά, άλλες υποχρεώσεις και δικαιώματα και τα αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού, ή ισοδύναμο χρηματικό ποσό, σε ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση·

ιβ)  «παραλαμβάνον ίδρυμα»: ίδρυμα το οποίο παραλαμβάνει, πλήρως ή εν μέρει, το παθητικό, τα τεχνικά αποθεματικά, άλλες υποχρεώσεις και δικαιώματα και τα αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού, ή ισοδύναμο χρηματικό ποσό, από ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση·

ιγ)  «ρυθμιζόμενη αγορά»: ρυθμιζόμενη αγορά όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ιδ)  «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ»: ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης ή ΠΜΔ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ιε)  «μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης» ή «ΜΟΔ»: ο μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης ή ΜΟΔ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ιστ)  «σταθερό μέσο»: κάθε μέσο το οποίο παρέχει σε μέλος ή δικαιούχο τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά στο συγκεκριμένο μέλος ή στον συγκεκριμένο δικαιούχο, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέξει σε αυτές μελλοντικά και επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες, και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών·

ιζ)  «βασική λειτουργία»: στο πλαίσιο ενός συστήματος διακυβέρνησης, η ικανότητα ανάληψης πρακτικών καθηκόντων, η οποία περιλαμβάνει τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και ▌ την αναλογιστική λειτουργία·

ιζ α)  «διασυνοριακή δραστηριότητα»: η διαχείριση συνταξιοδοτικού καθεστώτος το οποίο διέπεται από την κοινωνική και εργατική νομοθεσία, στον τομέα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, άλλου κράτους μέλους από το κράτος μέλος καταγωγής.

Άρθρο 7

Δραστηριότητες των ιδρυμάτων

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα που βρίσκονται στην επικράτειά τους να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους σε αυτές που συνδέονται με συνταξιοδοτικές παροχές και στις δραστηριότητες που απορρέουν από αυτές.

Όταν, βάσει του άρθρου 4, μια ασφαλιστική επιχείρηση του κλάδου ζωής διαχειρίζεται τις σχετικές με την παροχή επαγγελματικών συνταξιοδοτήσεων δραστηριότητές της μέσω ξεχωριστής παρουσίασης και διαχείρισης του ενεργητικού και του παθητικού, η δραστηριότητα αυτή πρέπει να περιορίζεται στις πράξεις τις σχετικές με τις συνταξιοδοτικές παροχές και σε δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με αυτές.

Άρθρο 8

Νομικός διαχωρισμός μεταξύ χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων και ιδρυμάτων ▌

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το νομικό διαχωρισμό μεταξύ μιας χρηματοδοτούσας επιχείρησης και ενός ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, ώστε, σε περίπτωση πτώχευσης της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, να διαφυλάσσονται τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων.

Άρθρο 9

Καταχώριση ή έγκριση

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους, ότι το ίδρυμα είναι καταχωρισμένο σε εθνικό μητρώο, ή εγκεκριμένο, από την αρμόδια αρχή ▌.

2. Ο τόπος του κύριου διοικητικού καταστήματος παραπέμπει στον τόπο στον οποίο λαμβάνονται οι κύριες στρατηγικές αποφάσεις ενός ιδρύματος. Σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας, κατά το άρθρο 12, αναγράφονται στο μητρώο επίσης τα κράτη μέλη στα οποία λειτουργεί το ίδρυμα.

3. Οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται στην EIOPA, η οποία τις δημοσιεύει στον ιστότοπό της.

4. Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε ίδρυμα να έχει το κύριο διοικητικό του κατάστημα στο ίδιο κράτος μέλος με την καταστατική του έδρα.

Άρθρο 10

Λειτουργικές προδιαγραφές

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους, ότι:

α)  το ίδρυμα έχει εφαρμόσει καταλλήλως θεσπισμένους κανόνες όσον αφορά τη λειτουργία κάθε συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

β)  ▌ εάν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση εγγυάται την πληρωμή συνταξιοδοτικών παροχών, είναι δεσμευμένη ως προς την τακτική χρηματοδότηση.

1α. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, και λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο των συνταξιοδοτικών παροχών που προσφέρονται από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα κράτη μέλη δύνανται να μεριμνούν ώστε να προσφέρονται στα μέλη πρόσθετες παροχές όπως η επιλογή για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με μακροζωία και επαγγελματική αναπηρία, παροχή για επιζώντα εξαρτώμενα μέλη και παροχή εγγύησης για την επιστροφή των καταβληθεισών συνεισφορών, έπειτα από συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων ή των αντίστοιχων εκπροσώπων τους.

Άρθρο 12

Διασυνοριακές δραστηριότητες και διαδικασίες

1. Με την επιφύλαξη της εθνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σε θέματα οργάνωσης των συνταξιοδοτικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής συμμετοχής σε αυτά, αλλά και των αποτελεσμάτων των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις επιχειρήσεις της επικράτειάς τους να χρηματοδοτούν ιδρύματα τα οποία προτίθενται να ασκήσουν ή ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα . Τα κράτη μέλη επιτρέπουν επίσης σε ιδρύματα εγκεκριμένα στην επικράτειά τους να ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα αποδεχόμενα χρηματοδότηση από οιαδήποτε επιχείρηση εγκατεστημένη στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.

2. Ίδρυμα το οποίο προτίθεται να ασκήσει διασυνοριακή δραστηριότητα και να δεχθεί χρηματοδότηση από χρηματοδοτούσα επιχείρηση χρειάζεται προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Γνωστοποιεί την πρόθεσή του να δεχθεί χρηματοδότηση από χρηματοδοτούσα επιχείρηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα ▌ στην επικράτειά τους που προτίθενται να λάβουν χρηματοδότηση να παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες όταν προβαίνουν στη γνωστοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2:

α)  το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη υποδοχής·

β)  την επωνυμία και τον τόπο εγκατάστασης του κύριου διοικητικού καταστήματος της χρηματοδοτούσας επιχείρησης·

γ)  τα κύρια χαρακτηριστικά του συνταξιοδοτικού καθεστώτος που θα διαχειριστεί το ίδρυμα για λογαριασμό της χρηματοδοτούσας επιχείρησης.

4. Όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ειδοποιηθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2, και εφόσον δεν έχει εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση περί του ότι η διοικητική ή η οικονομική κατάσταση του ιδρύματος ή η φήμη και τα επαγγελματικά προσόντα ή η πείρα των διαχειριστών του δεν είναι συμβατά με τη σκοπούμενη διασυνοριακή δραστηριότητα, θα πρέπει, εντός τριμήνου αφ' ότου λάβει όλες τις πληροφορίες της παραγράφου 3, να τις ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και να ενημερώνει αρμοδίως το ίδρυμα.

Η αιτιολογημένη απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εκδίδεται εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνηθεί να ανακοινώσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Κατά της άρνησης αυτής ή της παράλειψης ενέργειας υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους καταγωγής.

5. Πριν το ίδρυμα αρχίσει να ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη των πληροφοριών της παραγράφου 3, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής για τις διατάξεις της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά τη διαχείριση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος που χρηματοδοτείται από επιχείρηση στο κράτος υποδοχής. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής ανακοινώνουν τις πληροφορίες στο ίδρυμα.

6. Μόλις το ίδρυμα λάβει την ανακοίνωση βάσει της παραγράφου 5, ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία διαβίβασης της ανακοίνωσης από τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής, το ίδρυμα μπορεί να αρχίσει να ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα, σύμφωνα με την κοινωνική και εργατική νομοθεσία του κράτους αυτού σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα.

7. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής για κάθε σημαντική μεταβολή των διατάξεων της εργατικής και κοινωνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με τα καθεστώτα επαγγελματικής σύνταξης, η οποία μπορεί να επηρεάσει τα χαρακτηριστικά του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, κατά το μέρος εκείνο που αφορά τη διασυνοριακή δραστηριότητα. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής κοινοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες στο ίδρυμα.

8. Τα ιδρύματα υπόκεινται σε συνεχή έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά τη συμμόρφωση των δραστηριοτήτων τους με τις απαιτήσεις της εργατικής και κοινωνικής νομοθεσίας του κράτους υποδοχής σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5. Εφόσον κατά τον έλεγχο αυτό προκύψουν παρατυπίες, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει πάραυτα την αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Η τελευταία αυτή λαμβάνει, σε συντονισμό με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου το ίδρυμα να παύσει την παράβαση της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας.

9. Εάν, παρά την εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους καταγωγής λήψη των μέτρων ή ελλείψει κατάλληλων μέτρων στο κράτος καταγωγής, το ίδρυμα εξακολουθεί να παραβιάζει τις εφαρμοστέες διατάξεις της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας του κράτους υποδοχής σχετικά με τα καθεστώτα επαγγελματικών συντάξεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού δύνανται, αφού ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προληφθούν ή να κολασθούν περαιτέρω παραβάσεις και δύνανται, εάν είναι απολύτως αναγκαίο, να απαγορεύσουν στο ίδρυμα να λειτουργεί στο κράτος μέλος υποδοχής για λογαριασμό της χρηματοδοτούσας επιχείρησης.

Άρθρο 13

Μεταφορές συνταξιοδοτικών καθεστώτων

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 12, τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε ιδρύματα εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα στην επικράτειά τους να μεταφέρουν, πλήρως ή εν μέρει, το παθητικό και τα τεχνικά αποθεματικά ενός συνταξιοδοτικού καθεστώτος, καθώς και άλλες υποχρεώσεις και δικαιώματα και τα αντίστοιχα στοιχεία ενεργητικού ή ισοδύναμο χρηματικό ποσό, σε παραλαμβάνον ίδρυμα. Σε περίπτωση μεταφοράς μέρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, τα κράτη μέλη ζητούν από το μεταφέρον και το παραλαμβάνον ίδρυμα να έχουν επαρκή και κατάλληλα στοιχεία ενεργητικού με σκοπό την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών για το μεταφερόμενο και το υπόλοιπο μέρος του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1.

2. Η μεταφορά, πλήρως ή εν μέρει, του παθητικού και των τεχνικών αποθεματικών ενός συνταξιοδοτικού καθεστώτος, καθώς και άλλων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων και των αντίστοιχων περιουσιακών στοιχείων, και ισοδύναμου χρηματικού ποσού, μεταξύ μεταφέροντος και παραλαμβάνοντος ιδρύματος, τα οποία είναι εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα σε διαφορετικά κράτη μέλη, υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος. Η αίτηση έγκρισης της μεταφοράς υποβάλλεται από το παραλαμβάνον ίδρυμα.

3. Η μεταφορά και οι προϋποθέσεις της υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση από την πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων μελών και την πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από την πλειοψηφία των εκπροσώπων τους· Οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους της μεταφοράς τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκπροσώπων τους τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν από υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4. Η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  την έγγραφη συμφωνία μεταξύ του μεταφέροντος ιδρύματος και του παραλαμβάνοντος ιδρύματος, στην οποία περιγράφονται οι όροι της μεταφοράς ▌·

α α)  περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

α β)  περιγραφή των μεταβιβασθέντων στοιχείων παθητικού ή τεχνικών αποθεματικών, καθώς και άλλων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων και αντίστοιχων περιουσιακών στοιχείων ή ισοδύναμου χρηματικού ποσού·

α γ)  έγκριση της χρηματοδοτούσας επιχείρησης και των μελών και δικαιούχων του μεταφέροντος ιδρύματος ή, κατά περίπτωση, των εκπροσώπων τους.

β)  την επωνυμία και τις τοποθεσίες των κύριων διοικητικών καταστημάτων του μεταφέροντος και του παραλαμβάνοντος ιδρύματος και το όνομα του κράτους μέλους στο οποίο είναι καταχωρισμένο ή εγκεκριμένο το μεταφέρον ίδρυμα·

γ)  τον τόπο στον οποίο βρίσκεται το κύριο διοικητικό κατάστημα της χρηματοδοτούσας επιχείρησης και την επωνυμία της χρηματοδοτούσας επιχείρησης·

δ)  κατά περίπτωση, το όνομα ▌ των κρατών μελών υποδοχής των οποίων η κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα εφαρμόζεται στο οικείο συνταξιοδοτικό καθεστώς ▌.

5. Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος ▌ δεν έχει εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4, ▌ οφείλει, εντός τριμήνου από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, να ανακοινώσει την απόφασή της περί έγκρισης της μεταφοράς στο παραλαμβάνον ίδρυμα και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του μεταφέροντος ιδρύματος. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του μεταφέροντος ιδρύματος ενημερώνει το μεταφέρον ίδρυμα σχετικά με την εν λόγω απόφαση και την αιτιολόγησή της.

▌ Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος αρνηθεί να ανακοινώσει την απόφαση έγκρισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του μεταφέροντος ιδρύματος, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο παραλαμβάνον ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4. Η εν λόγω άρνηση ή η παράλειψη ενέργειας παρέχει στο παραλαμβάνον ίδρυμα το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος.

6. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του μεταφέροντος ιδρύματος ενημερώνει, εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη της απόφασης έγκρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 5, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος για τις απαιτήσεις της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας στον τομέα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων του κράτους μέλους υποδοχής βάσει των οποίων λειτουργεί το συνταξιοδοτικό καθεστώς. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος ανακοινώνει τις εν λόγω πληροφορίες στο παραλαμβάνον ίδρυμα.

7. Μόλις παραλάβει την ανακοίνωση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 ή εάν παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη στην παράγραφο 6 προθεσμία διαβίβασης της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του παραλαμβάνοντος ιδρύματος, το παραλαμβάνον ίδρυμα μπορεί να αρχίσει να διαχειρίζεται το συνταξιοδοτικό καθεστώς σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα του κράτους μέλους υποδοχής.

8. Τα ιδρύματα δεν απαιτούν από τους δικαιούχους να διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό που να υπάγεται στο IBAN του κράτους μέλους όπου εδρεύουν.

Τίτλος II

ΠΟΣΟΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 14

Τεχνικά αποθεματικά

1. Το κράτος μέλος καταγωγής μεριμνά ώστε τα ιδρύματα τα οποία διαχειρίζονται επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα να διαθέτουν, ανά πάσα στιγμή, για το σύνολο των συνταξιοδοτικών καθεστώτων τους, τα προσήκοντα ποσά των υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τις απορρέουσες από το χαρτοφυλάκιο συμβάσεων συνταξιοδότησης.

2. Το κράτος μέλος καταγωγής εξασφαλίζει επίσης ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όταν παρέχουν κάλυψη κατά των βιομετρικών κινδύνων ή εγγυώνται είτε την απόδοση των επενδύσεων είτε ένα συγκεκριμένο ύψος παροχών, θα συνιστούν τεχνικά αποθεματικά επαρκή για την πλήρη κάλυψη αυτών των καθεστώτων.

3. Ο υπολογισμός των εν λόγω τεχνικών αποθεματικών πραγματοποιείται κάθε χρόνο. Ωστόσο, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να επιτρέπει υπολογισμό ανά τριετία, εάν το ίδρυμα πιστοποιήσει στα μέλη ή στην αρμόδια αρχή με βεβαίωση ή έκθεση την αναπροσαρμογή του αποθεματικού κατά το μεσοδιάστημα. Η βεβαίωση ή έκθεση θα αντανακλά την αναπροσαρμοσμένη εξέλιξη των τεχνικών αποθεματικών και τις μεταβολές των καλυπτόμενων κινδύνων.

4. Ο υπολογισμός των τεχνικών αποθεματικών διενεργείται από αναλογιστή και βεβαιώνεται από αναλογιστή ή από άλλον ειδικό στο αντικείμενο αυτό, συμπεριλαμβανομένου και ελεγκτή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, επί τη βάσει αναλογιστικών μεθόδων αναγνωρισμένων από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής, σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

  α)  το ελάχιστο ποσό των τεχνικών αποθεματικών υπολογίζεται με επαρκώς συνετή αναλογιστική αποτίμηση, λαμβανομένων υπόψη όλων των υποχρεώσεων παροχών και εισφορών σύμφωνα με τους συνταξιοδοτικούς διακανονισμούς του ιδρύματος. Το ποσό αυτό πρέπει αφενός να επαρκεί για να εξακολουθήσουν να καταβάλλονται οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις και λοιπές παροχές, αφετέρου δε να αντικατοπτρίζει τις υποχρεώσεις τις απορρέουσες από τα σωρευμένα δικαιώματα των μελών επί των συνταξιοδοτικών παροχών. Οι οικονομικές και αναλογιστικές υποθέσεις που επιλέγονται για την εκτίμηση των υποχρεώσεων θα πρέπει επίσης να επιλέγονται με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη, ει δυνατόν, σημαντικό περιθώριο ανεπιθύμητων αποκλίσεων·

  β)  τα μέγιστα χρησιμοποιούμενα επιτόκια επιλέγονται επίσης με σύνεση και ορίζονται σύμφωνα με τους οικείους κανόνες του κράτους καταγωγής. Για τον καθορισμό των επιτοκίων λαμβάνονται υπόψη:

i)  η απόδοση των αντίστοιχων στοιχείων του ενεργητικού του ιδρύματος, καθώς επίσης και οι προβλεπόμενες μελλοντικές αποδόσεις των επενδύσεων ή/και

ii)  οι τρέχουσες αποδόσεις των αγορών υψηλής ποιότητας ομολόγων, κρατικών ομολόγων, ομολόγων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ομολόγων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) ή ομολόγων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), ή·

ii α)  συνδυασμός των περιπτώσεων i) και ii)·

  γ)  οι βιομετρικοί πίνακες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών βασίζονται επίσης σε συνετές αρχές, καθόσον αφορά τα βασικά χαρακτηριστικά των προς συνταξιοδότηση προσώπων αλλά και των συνταξιοδοτικών καθεστώτων, ιδιαίτερα τις αναμενόμενες αλλαγές στους σχετικούς κινδύνους·

  δ)  η μέθοδος και η βάση υπολογισμού των τεχνικών αποθεματικών πρέπει γενικά να είναι σταθερή από το ένα οικονομικό έτος στο άλλο. Είναι, όμως, δυνατόν να δικαιολογούνται αλλαγές λόγω μεταβολής των νομικών, δημογραφικών ή οικονομικών δεδομένων, επί των οποίων βασίστηκαν οι υποθέσεις εργασίας·

  δ α)  όταν το ίδρυμα αλλάζει τη μέθοδο και τη βάση υπολογισμού των τεχνικών αποθεματικών, παρέχει πλήρη εξήγηση του αντίκτυπου των αλλαγών των τεχνικών αποθεματικών στα μέλη και τους δικαιούχους.

5. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να επιβάλει πρόσθετες και λεπτομερέστερες απαιτήσεις καθ' όσον αφορά τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών, προκειμένου να εξασφαλισθούν αρκούντως τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων.

Άρθρο 15

Χρηματοδότηση των τεχνικών αποθεματικών

1. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί απ' όλα τα ιδρύματα να έχουν ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία κατάλληλα και επαρκή για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών που απαιτούνται για το σύνολο των συνταξιοδοτικών καθεστώτων τους.

2. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να επιτρέψει για μικρό χρονικό διάστημα σε κάποιο ίδρυμα να έχει περιουσιακά στοιχεία ανεπαρκή προς κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από το ίδρυμα να καταρτίσει συγκεκριμένο και ρεαλιστικό σχέδιο ανάκαμψης με σαφές χρονοδιάγραμμα, ώστε να εξασφαλίσει εκ νέου τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Το σχέδιο αυτό πληροί τους ακόλουθους όρους:

  α)  το ίδρυμα καταρτίζει συγκεκριμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, προκειμένου να επαναφέρει τα περιουσιακά στοιχεία στο απαιτούμενο ύψος, ώστε να καλύψει πλήρως και εγκαίρως τα τεχνικά του αποθεματικά. Το σχέδιο ανακοινώνεται στα μέλη ή, εφόσον είναι δυνατόν, στους εκπροσώπους τους και/ή υποβάλλεται προς έγκριση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής·

  β)  στην κατάρτιση του σχεδίου λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του συγκεκριμένου ιδρύματος και δη η διάρθρωση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, ένα διάγραμμα των κινδύνων, ένα σχέδιο ρευστότητας, ένα διάγραμμα της ηλικίας των μελών που είναι δικαιούχοι συνταξιοδοτικών παροχών, τα υπό έναρξη συνταξιοδοτικά καθεστώτα, καθώς και εκείνα για τα οποία το σύστημα χρηματοδότησης μεταβάλλεται από μηδενικό ή μερικό σε ολικό·

  γ)  εάν το συνταξιοδοτικό καθεστώς εκκαθαριστεί κατά το διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη φράση της παραγράφου 2, το ίδρυμα ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Το ίδρυμα εισάγει μια διαδικασία μεταβίβασης όλων των στοιχείων του ενεργητικού και όλων των αντίστοιχων στοιχείων του παθητικού σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ανάλογο φορέα. ▐

Στην περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας ενός ιδρύματος, και εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής είναι της άποψης ότι τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων δεν προστατεύονται πλήρως από τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δυνάμει της παρούσας παραγράφου, η EIOPA συμβάλλει στην επίλυση οιωνδήποτε διαφωνιών σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

3.▌ Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 ισχύουν επίσης για την περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, υπό τον όρο ότι παρέχεται πλήρης προστασία των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων.

Άρθρο 16

Ρυθμιστικά ίδια κεφάλαια

1. Το κράτος μέλος καταγωγής εξασφαλίζει ότι τα ιδρύματα, τα οποία στο πλαίσιο κάποιων συνταξιοδοτικών καθεστώτων αναλαμβάνουν τα ίδια, αντί της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, την ευθύνη για την κάλυψη βιομετρικών κινδύνων ή εγγυώνται ορισμένη απόδοση των επενδύσεων ή ορισμένο ύψος παροχών, έχουν πάντοτε, πέραν των τεχνικών αποθεματικών, συμπληρωματικά περιουσιακά στοιχεία προς κάλυψη των πρόσθετων κινδύνων. Το ύψος των συμπληρωματικών αυτών στοιχείων είναι ανάλογο με τον κίνδυνο και με το χαρτοφυλάκιο των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχεί στο πλήρες φάσμα των συνταξιοδοτικών καθεστώτων του ιδρύματος. Το ενεργητικό αυτό δεν προορίζεται για την κάλυψη του προβλέψιμου παθητικού, αλλά αποτελεί κεφάλαιο ασφαλείας για την κάλυψη των αποκλίσεων μεταξύ των προβλεπομένων και των πραγματικών δαπανών και κερδών.

2. Για τον υπολογισμό του ελάχιστου ύψους πρόσθετων πάγιων στοιχείων, εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στα άρθρα 17, 18 και 19.

3. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει, εντούτοις, τα κράτη μέλη να απαιτήσουν από τα ιδρύματα της επικράτειάς τους να διατηρούν ρυθμιστικά ίδια κεφάλαια ή να θεσπίσουν αναλυτικότερες ρυθμίσεις, αρκεί να δικαιολογούνται από άποψη συνετής διαχείρισης.

Άρθρο 17

Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας

1. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 και έχουν την έδρα τους στην επικράτειά τους να διαθέτουν σε διαρκή βάση επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους, τουλάχιστον ίσο προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

2. Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας αποτελείται από τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος μετά την αφαίρεση κάθε προβλεπτής υποχρέωσης και κάθε άυλου περιουσιακού στοιχείου, συμπεριλαμβανομένων:

α)  του καταβληθέντος τμήματος του μετοχικού κεφαλαίου, ή, στην περίπτωση ιδρυμάτων που έχουν τη μορφή αλληλασφαλιστικής επιχείρησης, του πραγματικού αρχικού κεφαλαίου συν τυχόν λογαριασμούς μελών της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης που πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

  i)  το καταστατικό ορίζει ότι από τους λογαριασμούς αυτούς μπορούν να γίνονται πληρωμές στα μέλη της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης μόνον εφόσον αυτό δεν προκαλεί πτώση του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο ή εάν, μετά τη διάλυση της επιχείρησης, έχουν εξοφληθεί όλα τα άλλα χρέη της επιχείρησης,

  ii)  το καταστατικό ορίζει ότι, όσον αφορά οιαδήποτε πληρωμή που αναφέρεται στο σημείο i) για άλλους λόγους εκτός από την ατομική καταγγελία της ιδιότητας του μέλους της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης, οι αρμόδιες αρχές ειδοποιούνται τουλάχιστον ένα μήνα πριν και μπορούν μέσα στο διάστημα αυτό να απαγορεύσουν την πληρωμή· και

  iii)  οι σχετικές καταστατικές διατάξεις μπορούν να τροποποιηθούν μόνον αφού οι αρμόδιες αρχές δηλώσουν ότι δεν έχουν αντιρρήσεις για την τροποποίηση, υπό την επιφύλαξη των κριτηρίων που απαριθμούνται στις περιπτώσεις (i) και (ii)·

  β)  των αποθεματικών (εκ του νόμου επιβαλλόμενων ή ελεύθερων) που δεν αντιστοιχούν σε ανειλημμένες υποχρεώσεις·

  γ)  της μεταφοράς του κέρδους ή της ζημίας, μετά την αφαίρεση των πληρωτέων μερισμάτων· και

  δ)  εφόσον το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, των αποθεματοποιημένων κερδών που εμφανίζονται στον ισολογισμό, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη ενδεχομένων ζημιών και που δεν έχουν διατεθεί προς διανομή στα μέλη και τους δικαιούχους.

Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχει άμεσα το ίδρυμα.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί επίσης να συνίσταται σε:

  α)  προνομιούχες σωρευτικές μετοχές και δάνεια μειωμένης εξασφάλισης μέχρι ποσοστού 50 % του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, 25 %, κατ’ ανώτατο όριο, του οποίου περιλαμβάνει δάνεια μειωμένης εξασφάλισης καθορισμένης λήξης, ή προνομιούχες σωρευτικές μετοχές με καθορισμένη διάρκεια, εφόσον υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων, σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης του ιδρύματος, τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης ή οι προνομιούχες μετοχές κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών·

  β)  τίτλους αόριστης διάρκειας και άλλους τίτλους, συμπεριλαμβανομένων των σωρευτικών προνομιούχων μετοχών εκτός από αυτές που αναφέρονται στο στοιχείο α), μέχρι ποσοστού 50% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας ή του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας για το σύνολο των τίτλων αυτών και των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο στοιχείο α), εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  i)  δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με πρωτοβουλία του κομιστή ή χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής,

  ii)  η σύμβαση έκδοσης των χρεογράφων παρέχει στο ίδρυμα τη δυνατότητα να αναβάλει την καταβολή των τόκων του δανείου,

  iii)  οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι του ιδρύματος κατατάσσονται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη εξασφάλιση,

  iv)  τα έγγραφα τα σχετικά με την έκδοση των κινητών αξιών προβλέπουν τη δυνατότητα κάλυψης των ζημιών με το χρέος και τους μη καταβληθέντες τόκους, επιτρέποντας συγχρόνως τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του ιδρύματος, και

  v)  λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί.

  Για τους σκοπούς του στοιχείου α), τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης πληρούν επίσης τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  i)  λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί·

  ii)  για δάνεια με καθορισμένη λήξη, η αρχική διάρκεια είναι τουλάχιστον πενταετής. Ένα έτος το αργότερο πριν από τη λήξη, το ίδρυμα υποβάλλει προς έγκριση στις αρμόδιες αρχές σχέδιο στο οποίο προσδιορίζεται πώς θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας στο απαιτούμενο επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη προ της λήξης. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την προ της λήξης εξόφληση αυτών των δανείων, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από το ίδρυμα έκδοσης και το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητάς του δεν μειώνεται κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο·

  iii)  τα δάνεια μη καθορισμένης λήξης εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν δεν θεωρούνται πλέον συστατικό μέρος του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ή εάν για την πρόωρη εξόφλησή τους απαιτείται συγκεκριμένα να συμφωνήσουν προηγουμένως οι αρμόδιες αρχές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ίδρυμα ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το διαθέσιμο και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας τόσο πριν όσο και μετά την εξόφληση αυτή. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την εξόφληση μόνο εάν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας του ιδρύματος δεν κινδυνεύει να υποχωρήσει κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο·

  iv)  στη σύμβαση δανείου δεν επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται ρήτρες που να ορίζουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από την εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη· και

  v)  η δανειακή σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί μόνον αφού οι αρμόδιες αρχές δηλώσουν ότι δεν αντιτίθενται στην τροποποίηση της.

4. Κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του ιδρύματος προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και μετά τη συγκατάθεση αυτής της αρμόδιας αρχής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί επίσης να αποτελείται από:

  α)  στην περίπτωση που δεν χρησιμοποιείται η μέθοδος Zillmer, ή στην περίπτωση που χρησιμοποιείται μεν αλλά δεν φτάνει την επιβάρυνση προσκτήσεως που περιλαμβάνεται μέσα στο ασφάλιστρο, τη διαφορά μεταξύ του μαθηματικού αποθεματικού που δεν έχει υπολογισθεί με τη μέθοδο Zillmer ή έχει μερικώς υπολογισθεί με τη μέθοδο αυτή, και ενός μαθηματικού αποθεματικού που έχει υπολογισθεί κατά τη μέθοδο Zillmer με συντελεστή ίσο προς την επιβάρυνση προσκτήσεως η οποία περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο·

  β)  τα καθαρά λανθάνοντα αποθεματικά που προκύπτουν από την εκτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού, στο μέτρο που τα καθαρά αυτά λανθάνοντα αποθεματικά δεν είναι εξαιρετικού χαρακτήρα·

  γ)  από το ήμισυ του μη καταβληθέντος μετοχικού ή αρχικού κεφαλαίου, εφόσον το καταβληθέν τμήμα ισούται με το 25% του μετοχικού ή αρχικού κεφαλαίου, μέχρι ποσοστού 50% του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας.

Το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α), σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3,5% του αθροίσματος των διαφορών μεταξύ των κεφαλαίων του κλάδου ζωής και των μαθηματικών αποθεματικών για το σύνολο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων στα οποία είναι δυνατή η εφαρμογή της μεθόδου Zillmer· η διαφορά αυτή μειώνεται κατά το ποσό των μη αποσβεσθέντων εξόδων προσκτήσεως που έχουν εγγραφεί στο ενεργητικό.

Άρθρο 18

Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας

1. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται όπως αναφέρεται στις παραγράφους 2 έως 6, σύμφωνα με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις.

2. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας πρέπει να είναι ίσο προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο στοιχείων:

  α)  πρώτο αποτέλεσμα:

  το 4% των μαθηματικών αποθεματικών, τα οποία αφορούν τις εργασίες πρωτασφαλίσεως και τις αποδοχές αντασφαλίσεως άνευ αφαιρέσεως των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για την τελευταία εταιρική χρήση, των συνολικών μαθηματικών αποθεματικών μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, προς το μαθηματικό ποσό των ακαθαρίστων αποθεματικών. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος από 85%.

  β)  δεύτερο αποτέλεσμα:

  για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τα κεφάλαια κινδύνου των οποίων δεν είναι αρνητικά, το 0,3% των κεφαλαίων που έχουν αναληφθεί από το ίδρυμα πολλαπλασιάζεται επί τον λόγο, για την τελευταία εταιρική χρήση, του συνολικού κεφαλαίου κινδύνου που παραμένει εις βάρος του ιδρύματος μετά τις αντασφαλιστικές εκχωρήσεις και αντεκχωρήσεις, προς το συνολικό κεφάλαιο αντασφάλισης ακαθάριστου κινδύνου χωρίς την αφαίρεση της αντασφάλισης· ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%·

  για τις πρόσκαιρες ασφαλίσεις θανάτου ανώτατης διάρκειας τριών ετών, ο λόγος αυτός είναι 0,1%· για τις ασφαλίσεις διάρκειας μεγαλύτερης των τριών και μικρότερης των πέντε ετών, ο λόγος αυτός είναι 0,15%.

3. Για τις πρόσθετες ασφαλίσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο α) περίπτωση iii) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τα ιδρύματα, που καθορίζεται στο άρθρο 19.

4. Για τις εργασίες κεφαλαιοποιήσεως στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) περίπτωση ii) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το 4% των μαθηματικών αποθεματικών που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α).

5. Για τις εργασίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) περίπτωση i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το 1% των στοιχείων ενεργητικού τους.

6. Για τις εργασίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο α) περιπτώσεις i) και ii) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε συνάρτηση με επενδυτικά κεφάλαια, για τις πράξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) iii), iv) και v) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το άθροισμα των εξής:

  α)  εφόσον το ίδρυμα αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο, ποσοστό 4% των τεχνικών αποθεματικών, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α)·

  β)  εφόσον το ίδρυμα δεν αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο αλλά το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα έξοδα διαχείρισης καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ποσοστό 1% των τεχνικών αποθεματικών, υπολογιζόμενο με την παράγραφο 2 στοιχείο α)·

  γ)  εφόσον το ίδρυμα δεν αναλαμβάνει τον επενδυτικό κίνδυνο αλλά το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα έξοδα διαχείρισης δεν καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ποσό ισοδύναμο προς το 25% των καθαρών διοικητικών εξόδων της τελευταίας εταιρικής χρήσης που αφορούν τις εργασίες αυτές·

  δ)  εφόσον το ίδρυμα καλύπτει τον κίνδυνο θανάτου, ποσοστό 0,3% των κεφαλαίων κινδύνου, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β).

Άρθρο 19

Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για το σκοπό του άρθρου 18 παράγραφος 3

1. Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται με βάση είτε το ετήσιο ποσό των ασφαλίστρων και των εισφορών, είτε τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων.

2. Το ύψος του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας είναι ίσο προς το μεγαλύτερο από τα δύο αποτελέσματα που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 4.

3. Για τη βάση υπολογισμού των ασφαλίστρων επιλέγεται το μεγαλύτερο μεταξύ του ποσού των δεδουλευμένων ασφαλίστρων ή εισφορών που υπολογίζονται κατωτέρω, και του ποσού των ακαθάριστων εισπραχθέντων ασφαλίστρων ή εισφορών.

Αθροίζονται τα ασφάλιστρα ή οι εισφορές (συμπεριλαμβανομένων των παρεπόμενων δικαιωμάτων) που κατεβλήθησαν για πρωτασφαλίσεις κατά την τελευταία εταιρική χρήση.

Στο σύνολο αυτό, προστίθεται το ποσό των αντασφάλιστρων που έγιναν δεκτά κατά την τελευταία εταιρική χρήση.

Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων και εισφορών που ακυρώθηκαν κατά την τελευταία εταιρική χρήση, όπως επίσης και το συνολικό ποσό των φόρων και τελών που αναλογούν στα ασφάλιστρα και εισφορές που περιέχονται στο ως άνω άθροισμα.

Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέρχεται μέχρι 50 εκατ. EUR, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό: Το 18% του πρώτου μέρους και το 16% του δεύτερου, αθροίζονται.

Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό πολλαπλασιάζεται επί το πηλίκο που προκύπτει από την κατά τα τελευταία τρία οικονομικά έτη υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ποσού των σε βάρος του ιδρύματος παραμενουσών απαιτήσεων μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών στο πλαίσιο της αντασφάλισης και του ακαθάριστου ποσού των απαιτήσεων· ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από 50%.

4. Η βάση των απαιτήσεων υπολογίζεται ως εξής:

Αθροίζονται τα ποσά των απαιτήσεων (χωρίς αφαίρεση των σε βάρος των εκδοχέων ή αντεκδοχέων απαιτήσεων) που καταβάλλονται για τις πρωτασφαλίσεις κατά τις περιόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Στο άθροισμα αυτό, προστίθεται το ποσό των απαιτήσεων που έχει καταβληθεί λόγω αποδοχής αντασφαλίσεων ή αντεκχωρήσεων κατά τη διάρκεια των ιδίων αυτών περιόδων και το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμούσες απαιτήσεις, που πραγματοποιούνται στο τέλος της τελευταίας εταιρικής χρήσεως, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων.

Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των εισπράξεων που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των περιόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1.

Από το εναπομένον αυτό ποσό, αφαιρείται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμούσες απαιτήσεις, που πραγματοποιούνται κατά την έναρξη της δεύτερης εταιρικής χρήσης που προηγείται της τελευταίας κλεισθείσης εταιρικής χρήσης, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και τις αναληφθείσες αντασφαλίσεις.

Το ένα τρίτο των ποσών που προκύπτουν από τον υπολογισμό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέρχεται μέχρι 35 εκατομμύρια ΕUR, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό: το 26% του πρώτου μέρους και το 23% του δεύτερου, αθροίζονται.

Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό πολλαπλασιάζεται επί το πηλίκο που προκύπτει από την κατά τα τελευταία τρία οικονομικά έτη υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ποσού των σε βάρος του ιδρύματος παραμενουσών απαιτήσεων μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών στο πλαίσιο της αντασφάλισης και του ακαθάριστου ποσού των απαιτήσεων· ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από 50%.

5. Εάν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό υπολογίζεται στις παραγράφους 2 έως 4, είναι κατώτερο από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας λαμβάνεται τουλάχιστον ίσο προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμητικό λόγο του ποσού των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά τη λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης, προς το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά την έναρξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης. Στους υπολογισμούς αυτούς, οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται χωρίς τις τυχόν αντασφαλίσεις, αλλά ο αριθμητικός λόγος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από 1.

Άρθρο 20

Επενδυτικοί κανόνες

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα τα εγκατεστημένα στις επικράτειές τους να επενδύουν σύμφωνα με τον «κανόνα της συνετής διαχείρισης» και ιδιαίτερα σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

  α)  τα στοιχεία του ενεργητικού επενδύονται με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων συνολικά. Σε περίπτωση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, το ίδρυμα ή ο φορέας που χειρίζεται το χαρτοφυλάκιό του εξασφαλίζει ότι η επένδυση γίνεται αποκλειστικά προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων·

  α α)  ο κανόνας της «συνετής διαχείρισης» δεν εμποδίζει τα ιδρύματα να λαμβάνουν υπόψη τον δυνητικό μακροπρόθεσμο αντίκτυπο των επενδυτικών αποφάσεων σε παράγοντες σχετικούς με το περιβάλλον, την κοινωνία, τη διακυβέρνηση ή τη δεοντολογία·

  β)  τα στοιχεία του ενεργητικού επενδύονται κατά τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, ποιότητα, ρευστότητα και κερδοφορία του χαρτοφυλακίου στο σύνολό του.

  Το ενεργητικό που προορίζεται για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών επενδύεται επίσης κατά τρόπο προσιδιάζοντα στη φύση και τη διάρκεια των προσδοκώμενων συνταξιοδοτικών παροχών, λαμβανομένου υπόψη του στόχου της διασφάλισης της μεταξύ των γενεών ισορροπίας του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

  γ)  το ενεργητικό επενδύεται πρωτίστως σε οργανωμένες αγορές. Το τμήμα που επενδύεται σε στοιχεία μη εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένες χρηματοοικονομικές αγορές πρέπει οπωσδήποτε να παραμένει σε συνετά επίπεδα·

  δ)  επένδυση σε παράγωγα μέσα είναι δυνατή όταν συμβάλλουν στη μείωση των επενδυτικών κινδύνων ή διευκολύνουν την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Η αποτίμηση των παραγώγων γίνεται με σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη το αντίστοιχο τμήμα του ενεργητικού, και περιλαμβάνονται στην αποτίμηση του ενεργητικού του ιδρύματος. Ομοίως, το ίδρυμα πρέπει να αποφεύγει την υπερβολική έκθεση στους κινδύνους του ενός και μοναδικού αντισυμβαλλομένου καθώς και άλλων πράξεων με αντικείμενο παράγωγα μέσα·

  ε)  τα στοιχεία του ενεργητικού είναι προσηκόντως διαφοροποιημένα, ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο επενδυτικό στοιχείο τους ή κάποιο συγκεκριμένο εκδότη ή όμιλο επιχειρήσεων αλλά και η συσσώρευση κινδύνων στο χαρτοφυλάκιο συνολικά.

  Οι επενδύσεις σε στοιχεία εκδοθέντα από τον αυτό εκδότη ή από εκδότες ανήκοντες στον ίδιο όμιλο δεν πρέπει να εκθέτουν το ίδρυμα σε υπέρμετρη συγκέντρωση κινδύνων·

  στ)  η επένδυση στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5% του συνόλου του χαρτοφυλακίου και όταν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, η επένδυση στις επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10% του χαρτοφυλακίου.

  Εάν το ίδρυμα χρηματοδοτείται από περισσότερες της μιας επιχειρήσεις, η επένδυση στις επιχειρήσεις αυτές γίνεται με σύνεση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για προσήκουσα διαφοροποίηση.

Τα κράτη μέλη δύνανται να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις των στοιχείων ε) και στ) στην επένδυση σε κρατικά ομόλογα.

2. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των υπό εποπτεία ιδρυμάτων, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν την επάρκεια των διαδικασιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που εφαρμόζουν τα ιδρύματα αυτά, αξιολογούν τη χρησιμοποίηση αναφορών σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), στο πλαίσιο των επενδυτικών πολιτικών τους και, οσάκις ενδείκνυται, ενθαρρύνουν την άμβλυνση του αντίκτυπου των αναφορών αυτών, προκειμένου να μειωθεί η αποκλειστική και μηχανιστική στήριξη σε τέτοιες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας.

3. Το κράτος καταγωγής απαγορεύει στο ίδρυμα να δανείζεται ή να ενεργεί ως εγγυητής υπέρ τρίτων. Είναι, όμως, δυνατόν να του επιτρέψει κάποιες δανειοληπτικές πράξεις μόνο για λόγους ρευστότητας και σε προσωρινή βάση.

4. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τα ιδρύματα της επικράτειάς τους να επενδύουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.

5. Με την επιφύλαξη του άρθρου 32, τα κράτη μέλη δεν εξαρτούν τις επενδυτικές αποφάσεις των ιδρυμάτων της επικράτειάς τους ή τις αποφάσεις των υπεύθυνων για τις επενδύσεις από κάποια προηγούμενη έγκριση ή συστηματική γνωστοποίηση.

6. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 5, τα κράτη μέλη δικαιούνται, για τα ιδρύματα της επικράτειάς τους, να θεσπίζουν αναλυτικότερες ρυθμίσεις, όπως ποσοτικούς κανόνες, αρκεί να δικαιολογούνται από άποψη συνετής διαχείρισης, ώστε να καθίσταται εμφανές το πλήρες φάσμα των συνταξιοδοτικών καθεστώτων των εν λόγω ιδρυμάτων.

Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να εμποδίζουν τα ιδρύματα:

  α)  να επενδύουν μέχρι 70% του ενεργητικού που καλύπτει τα τεχνικά αποθεματικά ή του συνολικού χαρτοφυλακίου για συνταξιοδοτικά καθεστώτα στα οποία τα μέλη φέρουν τον κίνδυνο επενδύσεων σε μετοχές, διαπραγματεύσιμα αξιόγραφα εξομοιούμενα προς μετοχές και σε εταιρικά ομόλογα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένες αγορές ή μέσω πολυμερών οργανισμών διαπραγμάτευσης ή μηχανισμών οργανωμένης διαπραγμάτευσης, καθώς και να αποφασίζουν για το μερίδιο των εν λόγω αξιογράφων στο επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο·

  β)  να επενδύουν μέχρι 30% του ενεργητικού που καλύπτει τα τεχνικά αποθεματικά σε στοιχεία ενεργητικού εκπεφρασμένα σε νομίσματα διαφορετικά από εκείνα στα οποία είναι εκπεφρασμένες οι υποχρεώσεις τους·

γ)   να επενδύουν σε μέσα τα οποία έχουν μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα και δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ ή ΜΟΔ·

γ α)  να επενδύουν σε μέσα που εκδίδει ή εγγυάται η ΕΤΕπ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ), των Ευρωπαϊκών Μακροπρόθεσμων Επενδυτικών Κεφαλαίων (ΕΜΕΚ), των Ευρωπαϊκών Ταμείων Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας (EuSEF) και των Ευρωπαϊκών Εταιρειών Επιχειρηματικού Κεφαλαίου (EuVECA).

7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν την εφαρμογή στα ιδρύματα που είναι εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα στην επικράτειά τους αυστηρότερων επενδυτικών κανόνων σε ατομική βάση, αρκεί να δικαιολογούνται από πλευράς συνετής διαχείρισης, ιδίως ενόψει των υποχρεώσεων τις οποίες έχει αναλάβει το ίδρυμα.

8. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ιδρύματος που ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα βάσει του άρθρου 12 δεν θεσπίζουν επενδυτικούς κανόνες επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 6 για το μέρος των στοιχείων ενεργητικού που καλύπτουν τεχνικά αποθεματικά για διασυνοριακή δραστηριότητα.

Τίτλος ΙΙΙ

ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Σύστημα διακυβέρνησης

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 21

Ευθύνη του ▌ διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το ▌ διαχειριστικό ή το εποπτικό όργανο του ιδρύματος να έχει την τελική ευθύνη βάσει του εθνικού δικαίου για τη συμμόρφωση του οικείου ιδρύματος προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στη διαχείριση των ιδρυμάτων.

Άρθρο 22

Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από όλα τα ιδρύματα να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης που να προβλέπει τη χρηστή και συνετή διαχείριση των δραστηριοτήτων τους. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει κατάλληλη διαφανή οργανωτική δομή, με σαφή κατανομή και ορθό διαχωρισμό αρμοδιοτήτων, καθώς και αποτελεσματικό σύστημα διασφάλισης της διαβίβασης πληροφοριών. Το σύστημα διακυβέρνησης υπόκειται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση. Το σύστημα διακυβέρνησης απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη στις επενδυτικές αποφάσεις οι περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες και οι παράγοντες που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, προβλέπει τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών, και υπόκειται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση.

2. Το σύστημα διακυβέρνησης ▌ είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.

3. Τα ιδρύματα θεσπίζουν και εφαρμόζουν γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνων, τον εσωτερικό έλεγχο, και όπου συντρέχει περίπτωση, τις αναλογιστικές δραστηριότητες και τις εξωτερικές αναθέσεις ▌. Τα ιδρύματα εξασφαλίζουν την εφαρμογή των εν λόγω πολιτικών. Οι εν λόγω γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση από το διαχειριστικό ή το εποπτικό όργανο του ιδρύματος και επανεξετάζονται τουλάχιστον κάθε τρία έτη και προσαρμόζονται λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο οικείο σύστημα ή στον οικείο τομέα.

4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου. Το εν λόγω σύστημα περιλαμβάνει διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου και κατάλληλες ρυθμίσεις υποβολής εκθέσεων σε όλα τα επίπεδα του ιδρύματος.

5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Για τον σκοπό αυτό, το ίδρυμα χρησιμοποιεί κατάλληλα και αναλογικά συστήματα, πόρους και διαδικασίες.

6. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διαθέτουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα τα οποία επιφορτίζονται πραγματικά με τις πράξεις του ιδρύματος. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε ένα μόνο πρόσωπο να διευθύνει πραγματικά το ίδρυμα, με βάση αιτιολογημένη αξιολόγηση που διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές. Η αξιολόγηση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στη γενικότερη διαχείριση των ιδρυμάτων, καθώς επίσης το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

Άρθρο 23

Απαιτήσεις για διαχείριση βάσει ικανοτήτων και ήθους

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διασφαλίζουν ότι όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν πραγματικά τη διοίκηση του ιδρύματος και τα πρόσωπα που ασκούν ▌ βασικές λειτουργίες πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους:

α)  απαίτηση για ικανότητες:

- πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν το ίδρυμα: τα προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους, συλλογικά, τους επιτρέπουν να ασκούν χρηστή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος και να εκτελούν ορθά τις βασικές λειτουργίες τους·

- πρόσωπα που ασκούν βασικές λειτουργίες: τα επαγγελματικά τους προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους τούς επιτρέπουν να ασκούν ορθά τις βασικές λειτουργίες τους ▌ και

β)  απαίτηση για ήθος: χαίρουν υπόληψης και χαρακτηρίζονται από ακεραιότητα ▌.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ▌ ότι οι αρμόδιες αρχές ▌ αξιολογούν κατά πόσον τα πρόσωπα που διοικούν πραγματικά το ίδρυμα ή ασκούν ▌ βασικές λειτουργίες πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1.

3. Εάν ένα κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τους υπηκόους του αποδείξεις εντιμότητας, αποδείξεις μη προηγούμενης πτώχευσης ή αμφότερες, το συγκεκριμένο κράτος μέλος δέχεται ως επαρκή απόδειξη για τους υπηκόους άλλων κρατών μελών την προσκόμιση αποσπάσματος ποινικού μητρώου του άλλου κράτους μέλους ή, απουσία ποινικού μητρώου στο άλλο κράτος μέλος, ισοδύναμου εγγράφου από το οποίο προκύπτει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις αυτές και το οποίο εκδίδεται από αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του οποίου είναι υπήκοος ο ενδιαφερόμενος, ή από το κράτος μέλος καταγωγής.

4. Εάν το κράτος μέλος ▌ ή το κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος ο ενδιαφερόμενος δεν χορηγεί ισοδύναμο έγγραφο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, το εν λόγω πρόσωπο δικαιούται να προσκομίσει αντ’ αυτού ένορκη βεβαίωση.

Ωστόσο, στα κράτη μέλη στα οποία δεν προβλέπονται ένορκες βεβαιώσεις, ο υπήκοος του οικείου άλλου κράτους μέλους δικαιούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωσή του ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής στο κράτος μέλος καταγωγής ή στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος ή ενώπιον συμβολαιογράφου σε ένα από τα εν λόγω κράτη μέλη.

Η εν λόγω αρχή ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει πιστοποιητικό που βεβαιώνει τη γνησιότητα της ένορκης βεβαίωσης ή της υπεύθυνης δήλωσης.

5. Οι αποδείξεις μη προηγούμενης πτώχευσης, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3, μπορούν επίσης να παρασχεθούν με τη μορφή δήλωσης του υπηκόου του οικείου άλλου κράτους μέλους ενώπιον αρμόδιου δικαστικού, επαγγελματικού ή εμπορικού φορέα στο συγκεκριμένο άλλο κράτος μέλος.

6. Τα έγγραφα και πιστοποιητικά που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 δεν φέρουν, κατά την υποβολή τους, ημερομηνία παλαιότερη των τριών μηνών.

7. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές και τους αρμόδιους φορείς για την έκδοση των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 και ενημερώνουν αμέσως σχετικά τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν επίσης τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για τις αρχές και τους φορείς στους οποίους πρέπει να υποβάλλονται τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 5, ως δικαιολογητικά της αίτησης για την άσκηση στην επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 12.

Άρθρο 24

Πολιτική αποδοχών

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν μια χρηστή πολιτική αποδοχών για όλα τα πρόσωπα που διοικούν πραγματικά το ίδρυμα, ασκούν βασικές λειτουργίες, καθώς και για άλλες κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, κατά τρόπο κατάλληλο για το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και για τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

1α. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε ιδρύματα εγκεκριμένα δυνάμει των οδηγιών 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ και 2014/91/ΕΕ.

2. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τακτικά σχετικές πληροφορίες για την πολιτική αποδοχών, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19).

3. ▌ Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις ακόλουθες αρχές:

–  η πολιτική αποδοχών συμμορφώνεται ▌ με τις δραστηριότητες, ▌ το προφίλ κινδύνου, τους στόχους ▌ και το μακροπρόθεσμο συμφέρον, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις επιδόσεις του ιδρύματος στο σύνολό του, και η πολιτική αποδοχών στηρίζει τη χρηστή, συνετή και αποτελεσματική διαχείριση του ιδρύματος·

–  η πολιτική αποδοχών ευθυγραμμίζεται με το προφίλ κινδύνου και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων των συνταξιοδοτικών καθεστώτων τα οποία διαχειρίζεται το ίδρυμα·

–  η πολιτική αποδοχών ενσωματώνει μέτρα με στόχο την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων·

–  η πολιτική αποδοχών συνάδει με τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και δεν ενθαρρύνει ανάληψη κινδύνων σε βαθμό που υπερβαίνει τα καθορισμένα όρια ανοχής κινδύνου·

–  η πολιτική αποδοχών εφαρμόζεται στο ίδρυμα και στα πρόσωπα που εκτελούν τις βασικές λειτουργίες του ιδρύματος ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των βασικών λειτουργιών ή άλλων δραστηριοτήτων που έχουν ανατεθεί σε τρίτους και στη συνέχεια ανατίθενται εκ νέου σε τρίτους·

–  ▐

–  το διαχειριστικό ή το εποπτικό όργανο του ιδρύματος καθορίζει και περιοδικά αναθεωρεί τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών του ιδρύματοςκαι είναι υπεύθυνο για την επίβλεψη της υλοποίησής της·

–  ▐

–  υφίσταται σαφής, διάφανη και αποτελεσματική διακυβέρνηση όσον αφορά τις αποδοχές και την εποπτεία τους.

Τμήμα 2

Βασικές λειτουργίες

Άρθρο 25

Γενικές διατάξεις

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διαθέτουν τις ακόλουθες βασικές λειτουργίες: λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλογιστική λειτουργία. Τα ιδρύματα επιτρέπουν στο πρόσωπο που ασκεί βασική λειτουργία ▌ να ασκεί τα καθήκοντά του αποτελεσματικά, με αντικειμενικό, δίκαιο και ανεξάρτητο τρόπο.

2. Τα ιδρύματα μπορούν να επιτρέπουν σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή μια μεμονωμένη οργανωτική μονάδα να ασκούν περισσότερες από μία βασικές λειτουργίες. Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ασκείται από ένα μεμονωμένο άτομο ή μια μεμονωμένη οργανωτική μονάδα ▌.

3. Το μεμονωμένο πρόσωπο ή η μεμονωμένη οργανωτική μονάδα που ασκεί μια βασική λειτουργία είναι διαφορετικό από εκείνο που ασκεί παρόμοια βασική λειτουργία στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση. Βάσει αιτιολογημένης αίτησης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν στο ίδρυμα να ασκεί βασικές λειτουργίες μέσω του ίδιου προσώπου ή της ίδιας οργανωτικής μονάδας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση που εντοπίζεται σύγκρουση συμφερόντων.

5. Τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις από πρόσωπα που ασκούν βασική λειτουργία αναφέρονται ▌ στο διαχειριστικό ή στο εποπτικό όργανο του ιδρύματος, το οποίο καθορίζει τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν.

6. Τα πρόσωπα που ασκούν βασικά καθήκοντα ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του ιδρύματος σχετικά με οποιοδήποτε εύρημα που θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων.

7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την έννομη προστασία των προσώπων που ενημερώνουν την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Άρθρο 26

▌ Διαχείριση κινδύνων

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα, κατά τρόπο κατάλληλο για το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και για τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, τη διαχείριση και την αναφορά προς τις αρμόδιες αρχές, σε συνεχή βάση, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένα, και των αλληλεξαρτήσεών τους.

Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων είναι ουσιαστικό και καλά ενσωματωμένο στην οργανωτική δομή και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων του ιδρύματος.

2. Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει καταλλήλως, ανάλογα με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, κινδύνους οι οποίοι μπορούν να εμφανιστούν στα ιδρύματα ή σε επιχειρήσεις στις οποίες έχουν ανατεθεί καθήκοντα ή δραστηριότητες, τουλάχιστον στους ακόλουθους τομείς:

α)  ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου και σύσταση προβλέψεων·

β)  διαχείριση ενεργητικού – παθητικού·

γ)  επενδύσεις, ιδίως θέσεις σε παράγωγα, τιτλοποιήσεις και παρόμοιες υποχρεώσεις·

δ)  διαχείριση κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης·

ε)  διαχείριση λειτουργικού κινδύνου·

στ)  ασφάλιση και άλλες τεχνικές μείωσης του κινδύνου·

στ α)  περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και τη διαχείρισή του.

3. Εάν, σύμφωνα με τους όρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, τα μέλη και οι δικαιούχοι φέρουν κινδύνους, το σύστημα διαχείρισης κινδύνων λαμβάνει επίσης υπόψη τους εν λόγω κινδύνους από την άποψη των μελών και των δικαιούχων.

4. Τα ιδρύματα προβλέπουν λειτουργία διαχείρισης κινδύνων δομημένη με τρόπο ώστε να διευκολύνεται η λειτουργία του συστήματος διαχείρισης κινδύνων.

Άρθρο 27

▌ Εσωτερικός έλεγχος

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα κατά τρόπο κατάλληλο για το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και για τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, να διαθέτουν αποτελεσματική λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. Η λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου περιλαμβάνει αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου καθώς και άλλων στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης ▌.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να ορίζουν τουλάχιστον ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, εντός ή εκτός του ιδρύματος, υπεύθυνο για τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. ▌

Άρθρο 28

Αναλογιστική λειτουργία

1. Εάν ένα ίδρυμα παρέχει κάλυψη κατά των βιομετρικών κινδύνων ή εγγυάται είτε την απόδοση των επενδύσεων είτε ένα συγκεκριμένο ύψος παροχών, τα κράτη μέλη απαιτούν από το ίδρυμα να διαθέτει αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία η οποία:

α)  συντονίζει και εποπτεύει τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών·

β)  διασφαλίζει την καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων μοντέλων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών, καθώς και των παραδοχών που γίνονται για τον σκοπό αυτό·

γ)  αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών·

δ)  συγκρίνει τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών αποθεματικών με τις εμπειρικές παρατηρήσεις·

ε)  ενημερώνει ▌ το διαχειριστικό ή το εποπτικό όργανο του ιδρύματος σχετικά με την αξιοπιστία και καταλληλότητα του υπολογισμού των τεχνικών αποθεματικών·

στ)  εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συνολική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων, εφόσον το ίδρυμα διαθέτει τέτοια πολιτική·

ζ)  εκφράζει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των ασφαλιστικών συμφωνιών, εφόσον το ίδρυμα διαθέτει τέτοιες συμφωνίες· και

η)  συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να ορίζουν τουλάχιστον ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, εντός ή εκτός του ιδρύματος, υπεύθυνο για την αναλογιστική λειτουργία.

Τμήμα 3

Έγγραφα σχετικά με τη διακυβέρνηση

Άρθρο 29

Ιδία αξιολόγηση κινδύνων

1. Ως μέρος του συστήματος διαχείρισης των κινδύνων που διαθέτει, κατά τρόπο κατάλληλο για το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή του, καθώς και για τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του, κάθε ίδρυμα διενεργεί ιδία αξιολόγηση κινδύνων ▌.

Η αξιολόγηση των κινδύνων ▌ διενεργείται τακτικά και χωρίς καθυστέρηση έπειτα από κάθε σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος ή των συνταξιοδοτικών καθεστώτων τα οποία διαχειρίζεται το ίδρυμα.

2. Η αξιολόγηση κινδύνων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καλύπτει ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος:

α)  την αποτελεσματικότητα του συστήματος διαχείρισης των κινδύνων·

β)  τις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες του ιδρύματος·

γ)  τους εγγενείς κινδύνους για την επάρκεια των τεχνικών αποθεματικών όσον αφορά το σύνολο των λειτουργούντων συνταξιοδοτικών καθεστώτων·

ε)  τους κινδύνους για τα μέλη και τους δικαιούχους όσον αφορά την καταβολή των δικαιωμάτων τους και την αποτελεσματικότητα τυχόν διορθωτικών μέτρων·

στ)  την ποιοτική αξιολόγηση οποιασδήποτε χρηματοδοτικής στήριξης, συμπεριλαμβανομένων εγγυήσεων, συνταξιοδοτικών συστημάτων πρόνοιας ή συμφωνιών, στην οποία μπορεί να έχει πρόσβαση το ίδρυμα ή τα μέλη και οι δικαιούχοι·

ζ)  την ποιοτική αξιολόγηση των επιχειρησιακών κινδύνων ▌·

η)  αξιολόγηση νέων ή αναδυόμενων κινδύνων, περιλαμβανομένων των κινδύνων οι οποίοι σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων και το περιβάλλον, των κοινωνικών κινδύνων και κινδύνων που σχετίζονται με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω αλλαγής στο ρυθμιστικό πλαίσιο.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα ιδρύματα διαθέτουν μεθόδους προσδιορισμού και αξιολόγησης των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Οι μέθοδοι αυτές είναι ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς στις δραστηριότητες του ιδρύματος. Οι μέθοδοι περιγράφονται στην αξιολόγηση.

4. Η αξιολόγηση κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 λαμβάνει υπόψη τον στόχο της εξασφάλισης της μεταξύ των γενεών ισορροπίας των συνταξιοδοτικών καθεστώτων, διεξάγεται τακτικά και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρησιακής στρατηγικής, λαμβάνεται δε υπόψη στις στρατηγικές αποφάσεις του ιδρύματος. Τίθεται στη διάθεση των μελών του καθεστώτος.

Άρθρο 31

Ετήσιοι λογαριασμοί και ετήσιες εκθέσεις

Τα κράτη μέλη απαιτούν από όλα τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά τους να καταρτίζουν και να δημοσιοποιούν ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη κάθε συνταξιοδοτικό καθεστώς που διαχειρίζεται το ίδρυμα και, όπου είναι εφαρμοστέο, ετήσιους λογαριασμούς και ετήσιες εκθέσεις για κάθε ένα συνταξιοδοτικό καθεστώς. Οι εν λόγω λογαριασμοί και εκθέσεις πρέπει να παρουσιάζουν πραγματική και ακριβή εικόνα των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και της χρηματοοικονομικής θέσης του ιδρύματος, και να περιλαμβάνουν τη δημοσιοποίηση των κύριων εταιρειών χαρτοφυλακίου. Οι ετήσιοι λογαριασμοί και οι πληροφορίες που περιέχονται στις εκθέσεις πρέπει να είναι συνεπείς, περιεκτικοί και ακριβείς, και να εγκρίνονται δεόντως από εξουσιοδοτημένα άτομα, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 32

Δήλωση των αρχών επενδυτικής πολιτικής

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην επικράτειά τους καταρτίζει, και επανεξετάζει τουλάχιστον ανά τριετία, γραπτή δήλωση των αρχών επενδυτικής πολιτικής. Η δήλωση αναθεωρείται αμέσως μετά από οιαδήποτε σημαντική αλλαγή της επενδυτικής πολιτικής. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η δήλωση να περιέχει, τουλάχιστον, θέματα όπως οι μέθοδοι μέτρησης του επενδυτικού κινδύνου, οι εφαρμοζόμενες τεχνικές διαχείρισης του κινδύνου, η στρατηγική κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού όσον αφορά τη φύση και τη διάρκεια των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων, και ο τρόπος με τον οποίο συνεκτιμώνται περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα καθώς και θέματα διακυβέρνησης στο πλαίσιο της επενδυτικής πολιτικής. Η δήλωση δημοσιοποιείται σε δικτυακό τόπο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εξωτερική ανάθεση και διαχείριση επενδύσεων

Άρθρο 33

Εξωτερική ανάθεση

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν ή να απαιτήσουν από ιδρύματα εγκατεστημένα στην επικράτειά τους να αναθέσουν τη διαχείρισή τους, εν όλω ή εν μέρει, σε άλλες οντότητες ενεργούσες για λογαριασμό τους.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία όταν αναθέτουν εξωτερικά βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες.

3. Η εξωτερική ανάθεση βασικών λειτουργιών ή άλλων δραστηριοτήτων δεν πραγματοποιείται κατά τρόπο που να οδηγεί σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω καταστάσεις:

α)  μείωση της ποιότητας του συστήματος διακυβέρνησης του οικείου ιδρύματος·

β)  αδικαιολόγητη αύξηση του επιχειρησιακού κινδύνου·

γ)  μείωση της ικανότητας των αρμόδιων αρχών να παρακολουθούν τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις υποχρεώσεις του·

δ)  υπονόμευση της συνεχούς και ικανοποιητικής παροχής υπηρεσιών στα μέλη και στους δικαιούχους.

4. Το ίδρυμα διασφαλίζει την ορθή λειτουργία των εξωτερικά ανατιθέμενων δραστηριοτήτων μέσω της διαδικασίας επιλογής παρόχου υπηρεσιών και της συνεχούς παρακολούθησης των δραστηριοτήτων του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών.

5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα που αναθέτουν εξωτερικά οποιαδήποτε δραστηριότητα συνάπτουν ▌ έγγραφη συμφωνία με τον πάροχο υπηρεσιών. Η συμφωνία είναι νομικά εκτελεστή και προσδιορίζει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ιδρύματος και του παρόχου υπηρεσιών.

6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα ενημερώνουν εγκαίρως τις αρμόδιες αρχές πριν από οποιαδήποτε δραστηριότητα, καθώς και σχετικά με κάθε επακόλουθη σημαντική εξέλιξη που αφορά την εν λόγω δραστηριότητα.

7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες ώστε να ζητούν ανά πάσα στιγμή από τα ιδρύματα πληροφορίες σχετικά με οιεσδήποτε εξωτερικά ανατιθέμενες δραστηριότητες ▌.

Άρθρο 34

Διαχείριση επενδύσεων

Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν το δικαίωμα των ιδρυμάτων να ορίζουν για τη διαχείριση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου, επενδυτικούς διαχειριστές εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος και έχοντες τη νενομισμένη άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, ▌ 2011/61/ΕΕ, ▌ 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ, καθώς και τα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Θεματοφύλακας

Άρθρο 35

Διορισμός θεματοφύλακα

1. Για κάθε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο τα μέλη και οι δικαιούχοι φέρουν πλήρως τον επενδυτικό κίνδυνο, εάν το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής δεν παρέχει προστασία όσον αφορά τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού και την άσκηση εποπτικών καθηκόντων ισοδύναμη με την προβλεπόμενη στα άρθρα 36 και 37, και εφόσον δεν έχει ήδη διοριστεί θεματοφύλακας για τα στοιχεία ενεργητικού του συνταξιοδοτικού καθεστώτος σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, σύμφωνα με τις οδηγίες 2011/61/ΕΕ ή 2009/65/ΕΕ, τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από το ίδρυμα να διορίζει έναν θεματοφύλακα για τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού και την άσκηση εποπτικών καθηκόντων σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37.

2. Για τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα στα οποία τα μέλη και οι δικαιούχοι δεν φέρουν πλήρως τον επενδυτικό κίνδυνο, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτεί από το ίδρυμα να διορίζει θεματοφύλακα για τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού ή για τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού και την άσκηση εποπτικών καθηκόντων σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37. Με την επιφύλαξη του άρθρου 36 παράγραφος 5, η εν λόγω απαίτηση δεν εφαρμόζεται στα στοιχεία ενεργητικού ενός ιδρύματος, εφόσον το ίδρυμα αυτό έχει επενδύσει τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού άμεσα σε μία ή περισσότερες οντότητες για λογαριασμό των οποίων έχει διοριστεί θεματοφύλακας για τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού και την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ ή την οδηγία 2014/91/ΕΕ.

3. Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν το δικαίωμα των ιδρυμάτων να διορίζουν ▌ θεματοφύλακες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος και έχοντες τη δέουσα άδεια σύμφωνα με την οδηγία ▌ 2013/36/ΕΕ ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ, ή έχοντες άδεια θεματοφύλακα κατά την έννοια της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να είναι σε θέση οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, να απαγορεύσουν δυνάμει του άρθρου 62 την ελεύθερη διάθεση στοιχείων ενεργητικού ▌ εντός της επικράτειάς τους, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων αρχών του κράτους καταγωγής του ιδρύματος.

5. Ο θεματοφύλακας διορίζεται ▌ με έγγραφη σύμβαση. Η σύμβαση προβλέπει τη διαβίβαση των πληροφοριών που είναι απαραίτητες ώστε ο θεματοφύλακας να ασκεί τα καθήκοντά του ▌, όπως περιγράφονται στην παρούσα οδηγία ▌.

6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στα άρθρα 36 και 37, το ίδρυμα και ο θεματοφύλακας ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία, επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και με γνώμονα το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων του καθεστώτος.

7. Ο θεματοφύλακας οφείλει να μην ασκεί δραστηριότητες σε σχέση με το ίδρυμα οι οποίες ενδέχεται να δημιουργούν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ιδρύματος, των μελών και των δικαιούχων του καθεστώτος και του ιδίου, εκτός εάν ο θεματοφύλακας έχει διαχωρίσει λειτουργικά και ιεραρχικά την άσκηση των καθηκόντων του θεματοφύλακα από τα λοιπά δυνητικά συγκρουόμενα καθήκοντά του, οι δε δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων προσδιορίζονται, αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης, παρακολουθούνται και γνωστοποιούνται δεόντως στο ίδρυμα και στα μέλη και τους δικαιούχους του καθεστώτος.

8. Εάν δεν διοριστεί θεματοφύλακας, και εφόσον το ίδρυμα δεν έχει επενδύσει όλα τα συνταξιοδοτικά στοιχεία ενεργητικού στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 2011/61/ΕΕ ή την οδηγία 2009/65/ΕΕ και δεν έχει διοριστεί θεματοφύλακας σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, τα ιδρύματα λαμβάνουν μέτρα για τη πρόληψη και την επίλυση κάθε σύγκρουσης συμφερόντων η οποία ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων που διαφορετικά ασκούνται από θεματοφύλακα και από διαχειριστή στοιχείων ενεργητικού.

Άρθρο 36

Φύλαξη στοιχείων ενεργητικού και ευθύνη του θεματοφύλακα

1. Εάν τα στοιχεία ενεργητικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος αποτελούμενου από χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρακαταθήκης, ανατίθενται για φύλαξη σε θεματοφύλακα, ο θεματοφύλακας φυλάσσει όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων – ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα – και όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο υλικής παράδοσης στον θεματοφύλακα.

Για τον σκοπό αυτό, ο θεματοφύλακας διασφαλίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοπιστωτικών μέσων ο οποίος ανοίγεται στα βιβλία του θεματοφύλακα είναι καταχωρισμένα στα βιβλία του θεματοφύλακα σε διαχωρισμένους λογαριασμούς, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ, ανοιγμένους στο όνομα του ιδρύματος, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς και ανά πάσα στιγμή ως ανήκοντες στο ίδρυμα ή στα μέλη και στους δικαιούχους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

2. Εάν τα στοιχεία ενεργητικού ενός ιδρύματος αποτελούνται από άλλα στοιχεία ενεργητικού εκτός των αναφερομένων στην παράγραφο 1, ο θεματοφύλακας επαληθεύει ότι το ίδρυμα είναι ο κύριος των στοιχείων ενεργητικού και τηρεί αρχείο των στοιχείων ενεργητικού του. Η επαλήθευση διενεργείται βάσει πληροφοριών ή εγγράφων που παρέχει το ίδρυμα και, εάν υπάρχουν, βάσει εξωτερικών αποδεικτικών στοιχείων. Ο θεματοφύλακας τηρεί το αρχείο του ενημερωμένο.

3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο θεματοφύλακας ευθύνεται έναντι του ιδρύματος και των μελών και των δικαιούχων του καθεστώτος για κάθε ζημία που υφίστανται λόγω αδικαιολόγητης παράλειψης εκτέλεσης των υποχρεώσεών του ή πλημμελούς εκτέλεσης αυτών.

4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ευθύνη του θεματοφύλακα, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ανέθεσε σε τρίτο το σύνολο ή μέρος των στοιχείων ενεργητικού τη φύλαξη των οποίων ανέλαβε.

5. Εάν δεν διοριστεί θεματοφύλακας για τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού, και εφόσον το ίδρυμα δεν έχει επενδύσει όλα τα συνταξιοδοτικά στοιχεία ενεργητικού στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 2011/61/ΕΕ ή την οδηγία 2009/65/ΕΕ και δεν έχει διοριστεί θεματοφύλακας σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, τα ιδρύματα οφείλουν τουλάχιστον:

α)  να διασφαλίζουν ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα φυλάσσονται και προστατεύονται κατάλληλα·

β)  να τηρούν αρχεία τα οποία επιτρέπουν στο ίδρυμα να αναγνωρίζει ανά πάσα στιγμή και αμέσως όλα τα στοιχεία ενεργητικού·

γ)  να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων όσον αφορά τη φύλαξη των στοιχείων ενεργητικού·

δ)  να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήσεώς τους, σχετικά με τον τρόπο τήρησης των στοιχείων ενεργητικού.

Άρθρο 37

Καθήκοντα εποπτείας

1. Τουλάχιστον ένας από τους διοριζόμενους θεματοφύλακες σύμφωνα με το άρθρο 35 ασκεί επίσης τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)  εκτελεί οδηγίες του ιδρύματος, εκτός εάν συγκρούονται με την εθνική νομοθεσία ή με τους κανόνες του ιδρύματος·

β)  διασφαλίζει ότι, σε συναλλαγές οι οποίες αφορούν τα στοιχεία ενεργητικού ενός ιδρύματος ▌, το αντάλλαγμα αποδίδεται στο ίδρυμα εντός των συνήθων προθεσμιών·

γ)  διασφαλίζει ότι το εισόδημα που παράγουν τα στοιχεία ενεργητικού διατίθεται σύμφωνα με τους κανόνες του ιδρύματος.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, το κράτος μέλος καταγωγής του ιδρύματος μπορεί να ορίσει άλλα καθήκοντα εποπτείας που πρέπει να ασκεί ο θεματοφύλακας.

3. Εάν δεν διοριστεί θεματοφύλακας για την άσκηση καθηκόντων εποπτείας, και εάν το ίδρυμα δεν έχει επενδύσει όλα τα συνταξιοδοτικά στοιχεία ενεργητικού στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 2011/61/ΕΕ ή την οδηγία 2009/65/ΕΕ και δεν έχει διοριστεί θεματοφύλακας σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, το ίδρυμα θέτει σε εφαρμογή διαδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν ότι τα καθήκοντα που διαφορετικά υπόκεινται στην εποπτεία των θεματοφυλάκων ασκούνται δεόντως εντός του ιδρύματος.

Τίτλος IV

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΜΕΛΗ, ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 38

Αρχές

1. Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του συνταξιοδοτικού συστήματος και των γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων που δημιουργούνται, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά τους παρέχουν:

α)  στα υποψήφια μέλη τουλάχιστον τις πληροφορίες που καθορίζονται στο άρθρο 55·

β)  στα μέλη ▌ τουλάχιστον τις πληροφορίες που καθορίζονται στα άρθρα 40α και 58· και

γ)  στους δικαιούχους τουλάχιστον τις πληροφορίες που καθορίζονται στα άρθρα 57 και 58·

2. Οι πληροφορίες πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  επικαιροποιούνται τακτικά και προσαρμόζονται στις ανάγκες των υποψηφίων μελών, των μελών και των δικαιούχων·

β)  είναι συνταγμένες με σαφήνεια, σε σαφή, περιεκτική και κατανοητή γλώσσα, αποφεύγοντας τη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και τεχνικών όρων όταν αντ’ αυτών μπορούν να χρησιμοποιηθούν λέξεις της καθομιλουμένης·

γ)  δεν είναι παραπλανητικές και διασφαλίζεται συνεκτικότητα στο λεξιλόγιο και στο περιεχόμενο·

δ)  παρουσιάζονται κατά τρόπο ευανάγνωστο, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους·

δ α)  διατίθενται σε μια επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους του οποίου η κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα διέπει το οικείο συνταξιοδοτικό καθεστώς·

δ β)  οι πληροφορίες διατίθενται στα υποψήφια μέλη, στα μέλη και τους δικαιούχους δωρεάν με ηλεκτρονικά μέσα, μεταξύ άλλων σε σταθερό μέσο ή μέσω δικτυακού τόπου ή σε χαρτί.

Δεν χρησιμοποιούνται χρώματα όταν αυτά ενδέχεται να δυσχεραίνουν την κατανόηση των πληροφοριών, εάν η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών είναι τυπωμένη ή φωτοτυπημένη χωρίς χρώματα.

Άρθρο 39

Όροι του συνταξιοδοτικού καθεστώτος

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους, ότι τα μέλη είναι επαρκώς πληροφορημένα ως προς τους όρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και ιδιαίτερα όσον αφορά:

α)  τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων στο συνταξιοδοτικό καθεστώς·

β)  τους ▌ συνδεόμενους με το συνταξιοδοτικό καθεστώς κινδύνους τους οποίους φέρουν τα μέλη και οι δικαιούχοι·

2. Για τα καθεστώτα των οποίων τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο και τα οποία προσφέρουν περισσότερες από μία επιλογές με διαφορετικά επενδυτικά προφίλ, τα μέλη ενημερώνονται για τους όρους που αφορούν το εύρος των διαθέσιμων επενδυτικών επιλογών, την εξ ορισμού επενδυτική επιλογή και, όπου συντρέχει περίπτωση, τον κανόνα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος να κατανέμει ένα συγκεκριμένο μέλος σε μια επενδυτική επιλογή ▌.

3. Τα μέλη και οι δικαιούχοι ή ▌, όπου συντρέχει περίπτωση, οι εκπρόσωποί τους λαμβάνουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με αλλαγές των κανόνων του συνταξιοδοτικού καθεστώτος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

4. Τα ιδρύματα δημοσιεύουν τους όρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος ▌.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών και λοιπές πληροφορίες

Άρθρο 40a

Δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να συντάσσουν συνοπτικό έγγραφο το οποίο περιέχει βασικές σχετικές πληροφορίες για κάθε μέλος. Ο τίτλος του εγγράφου περιέχει τις λέξεις «Δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών».

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών να είναι ακριβείς, να επικαιροποιούνται και να αποστέλλονται σε κάθε μέλος, δωρεάν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

3. Κάθε ουσιώδης μεταβολή στις πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος επισημαίνεται σαφώς.

4. Κατά τη θέσπιση κανόνων για τη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών, τα κράτη μέλη απαιτούν να περιέχει η εν λόγω δήλωση τις βασικές σχετικές πληροφορίες για τα μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και της σχετικής εθνικής κοινωνικής, εργατικής και φορολογικής νομοθεσίας.

5. Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, οι βασικές σχετικές πληροφορίες για τα μέλη περιλαμβάνουν τα εξής:

α)    προσωπικά στοιχεία του μέλους, συμπεριλαμβανομένης σαφούς ένδειξης της εκ του νόμου ημερομηνίας συνταξιοδότησης ή της ημερομηνίας κατά την οποία οφείλονται οι συνταξιοδοτικές παροχές·

β)    προσδιορισμό του ιδρύματος και προσδιορισμό του συνταξιοδοτικού καθεστώτος του μέλους·

γ)    κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τυχόν πλήρη ή μερική εγγύηση στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

δ)  πληροφορίες σχετικά με τις συνταξιοδοτικές προβλέψεις, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση και οργάνωση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, και δήλωση αποποίησης ευθύνης σε σχέση με το ότι οι προβλέψεις αυτές μπορεί να διαφέρουν από την τελική αξία των παροχών που εισπράττονται·

ε)  πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, συμπεριλαμβανομένης σαφούς ένδειξης των κινδύνων που φέρει το μέλος βάσει του βέλτιστου σεναρίου και ενός ακραίου αλλά πειστικού χείριστου σεναρίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

στ)  πληροφορίες σχετικά με τα συσσωρευθέντα δικαιώματα, τις εισφορές και μια κατανομή εξόδων του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση και οργάνωση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

ζ)  πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες επιδόσεις του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

θ)  από πού και πώς μπορούν να αντληθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το ίδρυμα ή το συνταξιοδοτικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που ορίζονται στα άρθρα 31 και 32.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου, όταν δεν παρέχεται εγγύηση δυνάμει του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών περιλαμβάνει δήλωση προς το σκοπό αυτό· Στις περιπτώσεις που παρέχεται εγγύηση, η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών εξηγεί εν συντομία τη φύση της εγγύησης και παρέχει πληροφορίες για το τρέχον επίπεδο χρηματοδότησης των σωρευμένων ατομικών δικαιωμάτων του μέλους·

5. Τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της δήλωσης συνταξιοδοτικών παροχών.

Άρθρο 55

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα υποψήφια μέλη

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διασφαλίζουν ότι τα υποψήφια μέλη ενημερώνονται, πριν από την ένταξή τους σε ένα συνταξιοδοτικό καθεστώς, για τα σχετικά χαρακτηριστικά του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και οιεσδήποτε ▌ επιλογές διατίθενται στα μέλη, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους λαμβάνονται υπόψη στην επενδυτική προσέγγιση περιβαλλοντικά, κλιματικά, κοινωνικά ζητήματα, καθώς και ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης.

Όταν τα υποψήφια μέλη δεν έχουν δυνατότητα επιλογής και εγγράφονται αυτόματα στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, το ίδρυμα παρέχει, αμέσως μετά την εγγραφή, τις βασικές πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή τους.

Άρθρο 56

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα μέλη κατά την προσυνταξιοδοτική φάση

Επιπλέον της δήλωσης συνταξιοδοτικών παροχών, τα ιδρύματα παρέχουν σε κάθε μέλος, τουλάχιστον δύο έτη πριν από την προβλεπόμενη από το καθεστώς ηλικία συνταξιοδότησης, ή κατόπιν αιτήσεως του μέλους, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές στη διάθεση των μελών για τη λήψη του συνταξιοδοτικού εισοδήματός τους ▌·

β)  εάν η συνταξιοδοτική παροχή του καθεστώτος δεν καταβάλλεται ως ισόβια ετήσια πρόσοδος, πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα προϊόντα καταβολής παροχών ▌.

Άρθρο 57

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους δικαιούχους κατά τη φάση πληρωμής

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να παρέχουν στους δικαιούχους, σε περιοδική βάση, πληροφορίες σχετικά με τις οφειλόμενες παροχές και τις αντίστοιχες επιλογές καταβολής.

1α. Τα ιδρύματα ενημερώνουν τους δικαιούχους σχετικά με τυχόν μειώσεις του ύψους των οφειλόμενων παροχών, πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με τυχόν μειώσεις αυτού του είδους.

2. Όταν οι δικαιούχοι φέρουν σημαντικό βαθμό επενδυτικού κινδύνου κατά τη φάση πληρωμής, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν τακτικά και εγκαίρως κατάλληλες πληροφορίες.

Άρθρο 58

Πρόσθετες πληροφορίες που παρέχονται κατόπιν αιτήσεως σε μέλη και δικαιούχους

1. Κατόπιν αιτήσεως μέλους ή δικαιούχου ή των εκπροσώπων τους, το ίδρυμα παρέχει τις ακόλουθες πρόσθετες πληροφορίες:

α)    τους ετήσιους λογαριασμούς και τις ετήσιες εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 31 ή, εάν ένα ίδρυμα είναι υπεύθυνο για περισσότερα του ενός συνταξιοδοτικά καθεστώτα, τους λογαριασμούς και τις εκθέσεις που αφορούν το συγκεκριμένο συνταξιοδοτικό καθεστώς του·

β)    τη δήλωση των αρχών επενδυτικής πολιτικής στην οποία παραπέμπει το άρθρο 32·

γ)    τυχόν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των προβλέψεων του άρθρου 40α παράγραφος 4 στοιχείο δ)·

2. ▌ Το ίδρυμα παρέχει επίσης πληροφορίες ▌ σχετικά με:

  α)  το επιδιωκόμενο επίπεδο συνταξιοδοτικών παροχών, εφόσον εφαρμόζεται·

  β)  το επίπεδο των παροχών σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης.

Τίτλος V

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Κεφάλαιο 1

Γενικοί κανόνες περί προληπτικής εποπτείας

Άρθρο 59

Κύριος σκοπός της προληπτικής εποπτείας

1. Κύριος σκοπός της προληπτικής εποπτείας είναι η προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων, και η σταθερότητα και η ευρωστία των ιδρυμάτων.

2. ▌ Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και τη σχετική εμπειρογνωμοσύνη, ικανότητα και εντολή για την επίτευξη του κύριου σκοπού της εποπτείας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 60

Πεδίο εφαρμογής της προληπτικής εποπτείας

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα ▌ υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία, στην οποία περιλαμβάνονται και τα εξής:

α)  οι προϋποθέσεις λειτουργίας·

β)  τα τεχνικά αποθεματικά·

γ)  η χρηματοδότηση των τεχνικών αποθεματικών·

δ)  τα ρυθμιστικά ίδια κεφάλαια·

ε)  το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας·

στ)  το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας·

ζ)  οι επενδυτικοί κανόνες και η διαχείριση·

η α)  η μεταξύ των γενεών ισορροπία των συνταξιοδοτικών καθεστώτων·

θ)  το σύστημα διακυβέρνησης· και

ι)  οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα μέλη και τους δικαιούχους.

Άρθρο 61

Γενικές αρχές προληπτικής εποπτείας

1. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία ιδρυμάτων ▌.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εποπτεία βασίζεται σε προβλεπτική προσέγγιση, επικεντρωμένη στους κινδύνους.

3. Η εποπτεία των ιδρυμάτων περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό δραστηριοτήτων εκτός των χώρων του ιδρύματος και επιτόπιων ελέγχων.

4. Οι εποπτικές εξουσίες ασκούνται κατά τρόπο έγκαιρο και αναλογικό προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς στη διαχείριση συνταξιοδοτικών καθεστώτων από ένα ίδρυμα.

5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν δεόντως τον δυνητικό αντίκτυπο των ενεργειών τους στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Άρθρο 62

Εξουσίες παρέμβασης και καθήκοντα των αρμόδιων αρχών

1. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους να έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και κατάλληλους εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου.

2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες και διασφαλίζουν ότι οι οικείες αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και μέτρα για κάθε παράβαση των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή τους. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις τους και διοικητικά μέτρα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

2α. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αρμόδια αρχή δημοσιεύει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οποιαδήποτε διοικητική κύρωση ή άλλο διοικητικό μέτρο που έχει επιβληθεί για παράβαση των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί προσφυγή εγκαίρως, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα των προσώπων που ευθύνονται για αυτή. Όταν η δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών κρίνεται από την αρμόδια αρχή ως δυσανάλογη, έπειτα από κατά περίπτωση αξιολόγηση όσον αφορά την αναλογικότητα της δημοσίευσης των στοιχείων αυτών, ή όταν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια έρευνα σε εξέλιξη, η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει να αναβάλει τη δημοσίευση, να μη δημοσιεύσει τα στοιχεία ή να τα δημοσιεύσει σε ανώνυμη βάση.

3. Οποιαδήποτε απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερές σκεπτικό και να κοινοποιείται στο συγκεκριμένο ίδρυμα. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται επίσης στην EIOPA η οποία τη γνωστοποιεί σε όλες τις αρμόδιες αρχές στην Ένωση.

4. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, επίσης, να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος, όταν ιδίως:

α)  το ίδρυμα δεν έχει συστήσει επαρκή τεχνικά αποθεματικά όσον αφορά το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή δεν διαθέτει επαρκή πάγια στοιχεία για να καλύψει τα τεχνικά αποθεματικά·

β)  το ίδρυμα δεν κατέχει τα ρυθμιστικά ίδια κεφάλαια.

5. Για να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μεταβιβάσουν ολικώς ή πλήρως τις εκ της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής εξουσίες των διοικούντων ίδρυμα εγκατεστημένο στις επικράτειές τους, σε ειδικό αντιπρόσωπο κατάλληλο να τις ασκήσει.

6. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος εγκατεστημένου στις επικράτειές τους, ιδίως εάν:

α)  το ίδρυμα δεν προστατεύει επαρκώς τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων του καθεστώτος·

β)  το ίδρυμα δεν πληροί πλέον τους όρους λειτουργίας·

γ)  το ίδρυμα αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των εφαρμοστέων κανόνων·

δ)  σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας, το ίδρυμα δεν τηρεί τις απαιτήσεις όσον αφορά την κοινωνική και εργατική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στον τομέα των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων.

7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με κάποιο ίδρυμα κατ’ εφαρμογήν των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων.

Άρθρο 63

Διαδικασία εποπτικής εξέτασης

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν, όταν ενδείκνυται κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, τις στρατηγικές, τις διεργασίες και τις διαδικασίες υποβολής εκθέσεων που καθιερώνονται από τα ιδρύματα, προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.

Η εξέταση λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις στις οποίες λειτουργούν τα ιδρύματα και, όπου συντρέχει περίπτωση, τους τρίτους που εκτελούν με εξωτερική ανάθεση βασικές λειτουργίες ή άλλες δραστηριότητες για λογαριασμό τους. Η εξέταση συνίσταται στα ακόλουθα:

α)  αξιολόγηση των ποιοτικών απαιτήσεων που σχετίζονται με το σύστημα διακυβέρνησης·

β)  αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το ίδρυμα·

γ)  αξιολόγηση της ικανότητας του ιδρύματος να αξιολογεί και να διαχειρίζεται τους εν λόγω κινδύνους.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν εργαλεία παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, τα οποία τους επιτρέπουν να εντοπίζουν την επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών σε ένα ίδρυμα και να παρακολουθούν τον τρόπο θεραπείας μιας επιδείνωσης.

3. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου να απαιτούν από τα ιδρύματα να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που εντοπίζονται κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.

4. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν την ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο της εξέτασης της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του οικείου ιδρύματος.

Άρθρο 64

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους, τις αναγκαίες εξουσίες και μέσα προκειμένου να:

  α)  απαιτούν από το ίδρυμα, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και άλλα διευθυντικά στελέχη ή άτομα που ασκούν πραγματικά τη διοίκηση του ιδρύματος ή βασικές λειτουργίες, να παρέχουν ανά πάσα στιγμή πληροφορίες για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με τις δραστηριότητές τους ή οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο·

  β)  εποπτεύουν τις σχέσεις μεταξύ του ιδρύματος και άλλων επιχειρήσεων ή μεταξύ ιδρυμάτων, όταν τα ιδρύματα αναθέτουν σε εξωτερικούς συνεργάτες βασικές λειτουργίες ή οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες σε αυτές τις άλλες επιχειρήσεις ή ιδρύματα ▌ και κάθε επακόλουθη εκ νέου εξωτερική ανάθεση ▌, που επηρεάζουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ιδρύματος ή που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αποτελεσματικότητα της εποπτείας·

  γ)  λαμβάνουν τακτικά τα ακόλουθα έγγραφα:την ιδία αξιολόγηση κινδύνων ▌, τη δήλωση των αρχών της επενδυτικής πολιτικής ▌, τους ετήσιους λογαριασμούς και την ετήσια έκθεση, ▌ καθώς και όλα τα άλλα έγγραφα που είναι απαραίτητα για την εποπτεία

  δ)  καθορίζουν τα έγγραφα που είναι αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας, στα οποία συμπεριλαμβάνονται:

  i)  εσωτερικές ενδιάμεσες εκθέσεις,

  ii)  αναλογιστικές αποτιμήσεις και λεπτομερείς υποθέσεις εργασίας,

  iii)  μελέτες για τα πάγια – υποχρεώσεις,

  iv)  αποδείξεις για τη συνοχή των αρχών της επενδυτικής πολιτικής,

  v)  αποδείξεις ότι οι εισφορές καταβλήθηκαν βάσει του προγράμματος,

vi)  εκθέσεις των προσώπων που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 31·

  ε)  προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του ιδρύματος και εφόσον είναι απαραίτητο να ελέγχουν τις εκχωρηθείσες σε τρίτους δραστηριότητες και όλες τις δραστηριότητες που στη συνέχεια ανατίθενται εκ νέου σε τρίτους προκειμένου να διαπιστώσουν αν οι σχετικές εργασίες ασκούνται σύμφωνα με τους εποπτικούς κανόνες·

στ)  ζητούν ανά πάσα στιγμή πληροφορίες από τα ιδρύματα σχετικά με τις ανατιθέμενες σε εξωτερικούς συνεργάτες δραστηριότητες και όλες τις δραστηριότητες που στη συνέχεια αποτελούν αντικείμενο εκ νέου εξωτερικής ανάθεσης.

Άρθρο 65

Διαφάνεια και λογοδοσία

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ασκούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία με διαφάνεια, ανεξαρτησία και λογοδοσία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη δημοσιοποίηση των ακόλουθων πληροφοριών:

α)  των κειμένων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων και των γενικών οδηγιών στον τομέα της νομοθεσίας περί επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, καθώς και των πληροφοριών σχετικά με το κατά πόσον τα κράτη μέλη επιλέγουν να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5·

β)  των πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 63·

γ)  των συγκεντρωτικών στατιστικών δεδομένων που αφορούν βασικές πτυχές της εφαρμογής του πλαισίου προληπτικής εποπτείας·

δ)    ▌ του κύριου στόχου της προληπτικής εποπτείας ▌ και των πληροφοριών σχετικά με τα κύρια καθήκοντα και δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών·

ε)  των κανόνων σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεων των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προβλέπονται και εφαρμόζονται διαφανείς διαδικασίες όσον αφορά τον διορισμό και την παύση των μελών των διοικητικών και διαχειριστικών οργάνων των αρμοδίων αρχών τους.

Κεφάλαιο 2

Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 66

Επαγγελματικό απόρρητο

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή εργάστηκαν για τις αρμόδιες αρχές, καθώς και οι ελεγκτές και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος των εν λόγω αρχών, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.

Με την επιφύλαξη περιπτώσεων οι οποίες υπάγονται στο ποινικό δίκαιο, τα ως άνω πρόσωπα δεν δημοσιοποιούν εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σε κανένα πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνον σε συνοπτική ή γενική μορφή η οποία δεν επιτρέπει την αναγνώριση επιμέρους ιδρυμάτων.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, σε περίπτωση εκκαθάρισης ενός συνταξιοδοτικού καθεστώτος, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών στο πλαίσιο αστικών ή εμπορικών διαδικασιών.

Άρθρο 67

Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές οι οποίες λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες βάσει της παρούσας οδηγίας τις χρησιμοποιούν μόνον στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους και για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)  τον έλεγχο της τήρησης των προϋποθέσεων που διέπουν την ανάληψη δραστηριότητας επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών από τα ιδρύματα πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων τους·

β)  τη διευκόλυνση της παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των τεχνικών αποθεματικών, της φερεγγυότητας, του συστήματος διακυβέρνησης και των πληροφοριών που παρέχονται στα μέλη και στους δικαιούχους·

γ)  την επιβολή διορθωτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων κυρώσεων·

δ)  την άσκηση προσφυγών κατ’ αποφάσεων των αρμόδιων αρχών οι οποίες λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο·

ε)  σε δικαστικές διαδικασίες σχετικά με τις διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 67α

Εξεταστικές εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Τα άρθρα 66 και 67 δεν θίγουν τις εξουσίες έρευνας που ανατίθενται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το άρθρο 226 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 68

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών

1. Τα άρθρα 66 και 67 δεν εμποδίζουν τα ακόλουθα:

α)  την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών του ίδιου κράτους μέλους κατά την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους·

β)  την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφόρων κρατών μελών κατά την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους·

γ)  την ανταλλαγή πληροφοριών, κατά την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους, μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των ακόλουθων αρχών, οργάνων ή προσώπων που βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος:

i)  αρχών υπεύθυνων για την εποπτεία οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και αρχών υπεύθυνων για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών·

ii)  αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων·

iii)  οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση συνταξιοδοτικού καθεστώτος και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες·

iv)  οργάνων ή αρχών εξυγίανσης που αποσκοπούν στην προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος·

v)  προσώπων υπεύθυνων για τη διενέργεια νόμιμων ελέγχων των λογαριασμών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

δ)  τη γνωστοποίηση σε όργανα τα οποία διαχειρίζονται την εκκαθάριση συνταξιοδοτικού καθεστώτος των αναγκαίων πληροφοριών για την άσκηση των καθηκόντων τους.

2. Οι πληροφορίες που περιέρχονται στις αρχές, στα όργανα και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται στους κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 66.

3. Τα άρθρα 66 και 67 δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και οιουδήποτε εκ των κάτωθι:

α)  των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση συνταξιοδοτικών καθεστώτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες·

β)  των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη διενέργεια νόμιμων ελέγχων των λογαριασμών ιδρυμάτων, ▌ ασφαλιστικών επιχειρήσεων και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

γ)  των ανεξάρτητων αναλογιστών ιδρυμάτων οι οποίοι ασκούν ▌ εποπτεία των εν λόγω ιδρυμάτων, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία των αναλογιστών.

Άρθρο 69

Διαβίβαση πληροφοριών σε κεντρικές τράπεζες, νομισματικές αρχές, ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Συστημικών Κινδύνων

1. Τα άρθρα 66 και 67 δεν εμποδίζουν μια αρμόδια αρχή να διαβιβάζει πληροφορίες στις ακόλουθες οντότητες για τους σκοπούς της άσκησης των αντίστοιχων καθηκόντων τους:

α)  κεντρικές τράπεζες και άλλα όργανα με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής·

β)  όπου συντρέχει περίπτωση, άλλες δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών·

γ)  την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Συστημικών Κινδύνων και την EIOPA ▌.

2. Τα άρθρα 68 έως 71 δεν εμποδίζουν τις αρχές ή τα όργανα της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και γ) να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές ενδεχομένως χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 67.

3. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 υπάγονται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 70

Γνωστοποίηση πληροφοριών σε δημόσιες αρχές υπεύθυνες για τη χρηματοπιστωτική νομοθεσία

1. Τα άρθρα 66 παράγραφος 1, 67 και 71 παράγραφος 1 δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν τη γνωστοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών και σε άλλες υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησής τους, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την επιβολή νομοθεσίας σχετικής με την εποπτεία ιδρυμάτων, πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, επενδυτικών υπηρεσιών, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και σε επιθεωρητές που ενεργούν για λογαριασμό των εν λόγω υπηρεσιών.

Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται μόνον εάν είναι αναγκαία για λόγους προληπτικού ελέγχου, καθώς και πρόληψης της πτώχευσης και εξυγίανσης υπό πτώχευση ιδρυμάτων. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες οφείλουν να τηρούν απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία. Ωστόσο, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 68, καθώς και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μέσω επιτόπιων ελέγχων, μπορούν να γνωστοποιούνται μόνον με τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής από την οποία προέρχονται ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.

2. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη γνωστοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών που αφορούν την προληπτική εποπτεία ιδρυμάτων προς κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές ή ελεγκτικά συνέδρια στο κράτος μέλος τους και προς άλλες επιφορτισμένες με έρευνες οντότητες στο κράτος μέλος τους, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι οντότητες έχουν αρμοδιότητα βάσει του εθνικού δικαίου να ερευνούν ή να ελέγχουν τις ενέργειες των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των ιδρυμάτων ή για τη θέσπιση της νομοθεσίας που διέπει την εν λόγω εποπτεία·

β)  οι πληροφορίες είναι απολύτως αναγκαίες για την εκτέλεση της αρμοδιότητας που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

γ)  τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες οφείλουν να τηρούν απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου βάσει του εθνικού δικαίου τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία·

δ)  εάν προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, οι πληροφορίες γνωστοποιούνται με τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών από τις οποίες προέρχονται και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Άρθρο 71

Προϋποθέσεις ανταλλαγής πληροφοριών

1. Για την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του άρθρου 68, τη διαβίβαση πληροφοριών βάσει του άρθρου 69 και τη γνωστοποίηση πληροφοριών βάσει του άρθρου 70, τα κράτη μέλη απαιτούν να πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η ανταλλαγή, η διαβίβαση ή η γνωστοποίηση των πληροφοριών γίνεται με σκοπό τη διενέργεια της επίβλεψης ή ▌ εποπτείας·

β)  οι λαμβανόμενες πληροφορίες υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στο άρθρο 66·

γ)  εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν γνωστοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής από την οποία προέρχονται και, όπου συντρέχει περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους η εν λόγω αρχή έδωσε τη συγκατάθεσή της.

Άρθρο 72

Εθνικές διατάξεις προληπτικής φύσεως

1. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην EIOPA σχετικά με τις εθνικές τους διατάξεις προληπτικής φύσεως που αφορούν τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα και οι οποίες δεν εμπίπτουν στην ▌ εθνική κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με την οργάνωση συνταξιοδοτικών συστημάτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τις πληροφορίες αυτές τακτικά και τουλάχιστον ανά διετία, η δε EIOPA τις δημοσιοποιεί μέσω του ιστοτόπου της.

Τίτλος VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 73

Συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, της EIOPA και της Επιτροπής

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, δεόντως, την ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ανταλλάσσοντας τακτικά πληροφορίες και εμπειρίες, με σκοπό ιδίως την ανάπτυξη επιτυχών πρακτικών σ’ αυτόν τον τομέα, αλλά και στενότερη συνεργασία, με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, προλαμβάνοντας έτσι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και δημιουργώντας τις συνθήκες απρόσκοπτης συμμετοχής μελών διασυνοριακώς.

2. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά προκειμένου να διευκολύνουν την εποπτεία των πράξεων των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

3. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με την EIOPA για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν χωρίς καθυστέρηση στην EIOPA όλες τις πληροφορίες που της είναι αναγκαίες για να επιτελέσει το έργο της βάσει της παρούσας οδηγίας και βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σύμφωνα με το άρθρο 35 του εν λόγω κανονισμού.

4. Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και την EIOPA για οποιαδήποτε τυχόν μείζονα δυσκολία προκληθεί από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Η Επιτροπή, η EIOPA και οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους εξετάζουν το ταχύτερο τις δυσκολίες αυτές προκειμένου να εξεύρουν την κατάλληλη λύση.

Άρθρο 74

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές εκτελούν τα καθήκοντά τους για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία εφαρμογής της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την EIOPA στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, η EIOPA συμμορφώνεται προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 75

Αποτίμηση και ανασκόπηση

1. Έως... * [έξι έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή επανεξετάζει την παρούσα οδηγία και υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2. Στην ανασκόπηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 επανεξετάζονται ιδιαίτερα:

α)  η επάρκεια της παρούσας οδηγίας από άποψη προληπτικής εποπτείας και διακυβέρνησης·

β)  οι διασυνοριακές δραστηριότητες·

γ)  η πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και ο αντίκτυπός της στη σταθερότητα των ιδρυμάτων·

δ)  οι ποσοτικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στα ιδρύματα·

ε)  η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών.

3. Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης γνωστοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 76

Τροποποίηση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ

1. Στην οδηγία 2009/138/EΚ παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 306α:

«Άρθρο 306α

Εάν, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη καταγωγής εφάρμοζαν τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας …/../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20), τα εν λόγω κράτη μέλη καταγωγής μπορούν να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις τις οποίες είχαν θεσπίσει με σκοπό τη συμμόρφωσή τους προς τα άρθρα 1 έως 19, τα άρθρα 27 έως 30, τα άρθρα 32 έως 35 και τα άρθρα 37 έως 67 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, όπως ισχύουν στις 31 Δεκεμβρίου 2015, για μεταβατική περίοδο η οποία λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2022.

Εάν το κράτος μέλος καταγωγής εξακολουθεί να εφαρμόζει τις εν λόγω νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στο εν λόγω κράτος μέλος υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ως το άθροισμα των εξής:

α)  των θεωρητικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε σχέση με την ασφαλιστική τους δραστηριότητα, υπολογιζόμενων χωρίς τη δραστηριότητα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας .../../ΕΕ·

β)  του περιθωρίου φερεγγυότητας σε σχέση με τη δραστηριότητα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, υπολογιζόμενου σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 28 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ.

Η Επιτροπή υποβάλλει, έως την 31η Δεκεμβρίου 2017, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με το κατά πόσον η περίοδος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να παραταθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές στην Ένωση ή το εθνικό δίκαιο που προκύπτουν από την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(21)

2. Στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, το σημείο 7) του άρθρου 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

(7) «αντασφάλιση»: μία από τις εξής δραστηριότητες:

α)  η δραστηριότητα που συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας·

β)  στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών γνωστής ως Lloyd’s, δραστηριότητα που συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων, που εκχωρεί μέλος της Lloyd’s, από επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης εκτός της ένωσης ασφαλιστών γνωστής ως Lloyd’s·

γ)  η παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας .../.../ΕΕ [ΙΕΣΠ II].

Άρθρο 78

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς το άρθρο 6 στοιχείο γ) και στοιχεία θ) έως ιστ), το άρθρο 12 παράγραφος 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο, το άρθρο 12 παράγραφος 10, το άρθρο 13, το άρθρο 20 παράγραφοι 6 και 8, τα άρθρα 21 έως 30, το άρθρο 33, το άρθρο 35 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 35 παράγραφοι 4 έως 7, τα άρθρα 36 έως 38, το άρθρο 39 παράγραφοι 1 και 3, τα άρθρα 40 έως 53, τα άρθρα 55 έως 57, το άρθρο 58 παράγραφος 1, τα άρθρα 59 έως 61, το άρθρο 63, το άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως δ) και στοιχείο στ), τα άρθρα 65 έως 71 της παρούσας οδηγίας το αργότερο την ...*[ΕΕ να προστεθεί η ημερομηνία: 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στις οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της αναφοράς και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 79

Κατάργηση

Η οδηγία 2003/41/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρος A, καταργείται από την ...*[18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρος B.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία 2003/41/ΕΚ θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙ.

Άρθρο 80

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα άρθρα 1 έως 5, το άρθρο 6 στοιχεία α), β), δ) έως η) και ι), τα άρθρα 7 έως 11, το άρθρο 12 παράγραφοι 1 έως 9, τα άρθρα 14 έως 19, το άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 5 και παράγραφος 7, τα άρθρα 31 και 32, το άρθρο 34, το άρθρο 35 παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 39 παράγραφοι 1 και 3, το άρθρο 58 παράγραφος 2, το άρθρο 62, το άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχεία α) και ε) και το άρθρο 64 παράγραφος 2 εφαρμόζονται από την ...*[ΕΕ να προστεθεί η ημερομηνία: 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Άρθρο 81

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Μέρος Α

Καταργούμενη οδηγία με κατάλογο των διαδοχικών της τροποποιήσεων (κατά το άρθρο 79)

Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 235, 23.9.2003, σ. 10)

 

Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 335, 17.12.2009, σ. 1)

Οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(EE L 331, 15.12.2010, σ. 120),

Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 174, 1.7.2011, σ. 1),

Οδηγία 2013/14/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 145, 31.5.2013, σ. 1),

Μόνο το άρθρο 303

 

 

Μόνο το άρθρο 4

 

 

Μόνο το άρθρο 62

 

 

Μόνο το άρθρο 1

Μέρος B

Κατάλογος καταληκτικών ημερομηνιών μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής(κατά το άρθρο 79)

Οδηγία

Προθεσμία μεταφοράς

Ημερομηνία εφαρμογής

2003/41/ΕΚ

2009/138/ΕΚ

2010/78/ΕΕ

2011/61/ΕΕ

2013/14/ΕΕ

23.09.2005

31.03.2015

31.12.2011

22.07.2013

21.12.2014

23.09.2005

01.01.2016

31.12.2011

22.07.2013

21.12.2014

_____________

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Πίνακας αντιστοιχίας

Οδηγία 2003/41/ΕΚ

Παρούσα Οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 6 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 6 στοιχείο γ)

 

Άρθρο 6 στοιχεία δ) έως η)

Άρθρο 6 στοιχείο θ)

 

Άρθρο 6 στοιχείο ι)

 

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)

 

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο ε)

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 9 παράγραφος 3

Άρθρο 9 παράγραφος 5

Άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 9

 

Άρθρο 20 παράγραφος 10

 

 

Άρθρο 15 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 15 παράγραφος 6

Άρθρο 16

Άρθρο 17

Άρθρο 17α παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 17α παράγραφος 5

Άρθρο 17β

Άρθρο 17γ

Άρθρο 17δ

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 1α

Άρθρο 18 παράγραφοι 2 έως 4

Άρθρο 18 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 18 παράγραφος 6

Άρθρο 18 παράγραφος 7

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άρθρο 10

Άρθρο 12

Άρθρο 9 παράγραφος 4

 

Άρθρο 19 παράγραφος 1

 

Άρθρο 19 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 19 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 19 παράγραφος 3

 

 

 

Άρθρο 11 παράγραφος 1

 

Άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο στ)

 

Άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο β)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχεία γ) και δ)

 

 

 

Άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 5

 

Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως δ)

 

Άρθρο 13 παράγραφος 2

 

 

 

 

 

 

 

Άρθρο 20 παράγραφος 11 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφος 11 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφος 11 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 21 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 21 παράγραφος 2α

Άρθρο 21 παράγραφος 3

 

 

 

Άρθρο 21α

Άρθρο 21β

Άρθρο 22

Άρθρο 23

 

 

Άρθρο 24

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 6 στοιχεία α) και β)

 

Άρθρο 6 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 στοιχεία δ) έως η)

 

Άρθρο 6 στοιχείο θ)

 

Άρθρο 6 στοιχεία ι) έως ιστ)

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 9

 

Άρθρο 10

 

Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 2

 

 

 

Άρθρο 12 παράγραφοι 1 έως 8

Άρθρο 12 παράγραφος 9

Άρθρο 12 παράγραφος 10

Άρθρο 13

Άρθρο 14 παράγραφοι 1 έως 5

 

Άρθρο 15

Άρθρο 16

Άρθρο 17 παράγραφοι 1 έως 4

 

Άρθρο 18

 

Άρθρο 19

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 20 παράγραφος 2

Άρθρο 20 παράγραφοι 3 έως 5

Άρθρο 20 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

 

Άρθρο 20 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφος 7

 

Άρθρο 20 παράγραφος 8

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Άρθρο 23

Άρθρο 24

Άρθρο 25

Άρθρο 26

Άρθρο 27

Άρθρο 28

Άρθρο 29

Άρθρο 30

Άρθρο 31

Άρθρο 32

Άρθρο 33 παράγραφος 1

Άρθρο 33 παράγραφοι 2 έως 7

Άρθρο 34

Άρθρο 35 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 35 παράγραφος 3

 

Άρθρο 35 παράγραφος 4

Άρθρο 35 παράγραφοι 5 έως 8

Άρθρο 36

Άρθρο 37

Άρθρο 38 παράγραφος 1

Άρθρο 38 παράγραφος 2

Άρθρο 39 παράγραφος 1

Άρθρο 39 παράγραφος 2

 

Άρθρο 39 παράγραφος 3

Άρθρο 39 παράγραφος 4

Άρθρο 40

Άρθρο 41

Άρθρο 42

Άρθρο 43

Άρθρο 44

Άρθρο 45

Άρθρο 46

Άρθρο 47

Άρθρο 48

Άρθρο 49

Άρθρο 50

Άρθρο 51

Άρθρο 52

Άρθρο 53

Άρθρο 54

Άρθρο 55

Άρθρο 56

Άρθρο 57

Άρθρο 58 παράγραφος 1

 

Άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β)

 

Άρθρο 59

Άρθρο 60

Άρθρο 61

Άρθρο 62 παράγραφος 1

Άρθρο 62 παράγραφος 2

Άρθρο 62 παράγραφος 3

Άρθρο 62 παράγραφος 4

Άρθρο 62 παράγραφος 5

Άρθρο 62 παράγραφος 6

Άρθρο 62 παράγραφος 7

Άρθρο 63

Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο α)

 

Άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως στ)

Άρθρο 64 παράγραφος 2

Άρθρο 65

Άρθρο 66

Άρθρο 67

Άρθρο 68

Άρθρο 69

Άρθρο 70

Άρθρο 71

Άρθρο 72 παράγραφος 1

Άρθρο 72 παράγραφος 2

 

Άρθρο 73 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 73 παράγραφος 3

Άρθρο 73 παράγραφος 4

Άρθρο 74

Άρθρο 75

Άρθρο 76

 

 

 

 

Άρθρο 77

Άρθρο 78

Άρθρο 79

Άρθρο 80

Άρθρο 81

_____________

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Ref. D(2014)40797

Roberto Gualtieri

Πρόεδρος, Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

ASP 15G206

Βρυξέλλες

Θέμα:  Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δραστηριότητες και την εποπτεία ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

  (COM(2014)167 – C7-0112/2014 – 2014/0091(COD))

Αξιότιμε κύριε πρόεδρε,

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων εξέτασε την ως άνω πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο 104 του Κανονισμού, περί αναδιατύπωσης.

Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει τα εξής:

«Εάν η αρμόδια για νομικά θέματα επιτροπή κρίνει ότι η πρόταση ουδεμία τροποποίηση επιφέρει επί της ουσίας της κοινοτικής νομοθεσίας, πέραν όσων έχουν χαρακτηριστεί έτσι με την ίδια την πρόταση, ενημερώνει σχετικώς την αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή.

Στην περίπτωση αυτή, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 169 και 170, γίνονται δεκτές από την αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή μόνο οι τροπολογίες επί της πρότασης που αφορούν τα τμήματά της που περιλαμβάνουν τροποποιήσεις.

Ωστόσο, εάν, σύμφωνα με το σημείο 8 της Διοργανικής Συμφωνίας, η αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή προτίθεται επίσης να υποβάλει τροπολογίες στα κωδικοποιημένα τμήματα της πρότασης, κοινοποιεί αμέσως την πρόθεσή της στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, η οποία θα πρέπει να ενημερώσει την επιτροπή, πριν από την ψηφοφορία κατά το άρθρο 58, σχετικά με την τοποθέτησή της όσον αφορά τις τροπολογίες καθώς και εάν προτίθεται ή όχι να αποσύρει την πρόταση αναδιατύπωσης.»

Μετά τη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Ομάδας Εργασίας, η οποία εξέτασε την πρόταση αναδιατύπωσης, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων φρονεί ότι η εν λόγω πρόταση δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές τροποποιήσεις πέραν όσων έχουν χαρακτηριστεί έτσι με την ίδια την πρόταση ή στη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Ομάδας Εργασίας και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιέχει μια καθαρή κωδικοποίηση των εν ισχύ κειμένων, χωρίς τροποποίηση επί της ουσίας.

Επομένως, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, κατά τη συνεδρίασή της στις 3 Σεπτεμβρίου 2014, αποφάσισε, με 18 ψήφους υπέρ και 3 αποχές(22),να συστήσει στην αρμόδια επί της ουσίας Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, να προχωρήσει στην εξέταση της ως άνω πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 104 του Κανονισμού.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Pavel Svoboda

Συνημμ.: Γνωμοδότηση της συμβουλευτικής ομάδας εργασίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

 

 

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Βρυξέλλες, 3 Ιουλίου 2014

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

  ΠΡΟΣ  ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

    ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

    ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δραστηριότητες και την εποπτεία ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

COM(2014)167 της 27.3.2014 – 2014/0091(COD)

Έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων, και ειδικότερα το σημείο 9, η συμβουλευτική ομάδα εργασίας, απαρτιζόμενη από τις αντίστοιχες νομικές υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, συνεδρίασε στις 30 Απριλίου 2014, με σκοπό την εξέταση της προαναφερθείσας πρότασης η οποία υποβλήθηκε από την Επιτροπή.

Κατά την εν λόγω συνεδρίαση, η συμβουλευτική ομάδα εργασίας εξέτασε την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αναδιατύπωση της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και κατέληξε με κοινή συμφωνία στα εξής:

1) Όσον αφορά την αιτιολογική έκθεση, προκειμένου το κείμενο αυτής να συνάδει προς τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο σημείο 6 στοιχείο α αριθ. iii της διοργανικής συμφωνίας, θα έπρεπε να διευκρινίζει ποιες διατάξεις της προηγούμενης πράξης παραμένουν αμετάβλητες στην πρόταση.

2) Στην πρόταση αναδιατύπωσης, τα ακόλουθα τμήματα του κειμένου θα έπρεπε να έχουν τονιστεί με γκρίζα σκίαση, η οποία χρησιμοποιείται γενικά για να επισημαίνονται οι ουσιαστικές αλλαγές:

στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 5, η διαγραφή της λέξης «μην» και η αντικατάσταση της αναφοράς στα «άρθρα 9 έως 17» από νέα αναφορά στα «άρθρα 1 έως 8, το άρθρο 12, το άρθρο 20 και τα άρθρα 34 έως 37»·

στο άρθρο 12 παράγραφος 2, η διαγραφή των λέξεων «η οποία εδρεύει στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους»·

- η διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 7 του άρθρου 18 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ·

- η διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 7 του άρθρου 20 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ.

Συνεπώς, κατόπιν εξέτασης της πρότασης, η συμβουλευτική ομάδα εργασίας κατέληξε ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι η πρόταση δεν περιέχει ουσιαστικές τροποποιήσεις, πέραν εκείνων που προσδιορίζονται ως τοιαύτες στο κείμενο ή στην παρούσα γνωμοδότηση. Η ομάδα εργασίας συνήγαγε επίσης ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων της προηγούμενης πράξεως σε συνδυασμό με τις ως άνω ουσιαστικές τροποποιήσεις, η πρόταση συνιστά απλή και μόνο κωδικοποίηση του ισχύοντος κειμένου, χωρίς τροποποίηση της ουσίας του.

F. DREXLER      H. LEGAL      L. ROMERO REQUENA

Jurisconsultus      Jurisconsultus      Γενικός Διευθυντής

23.6.2015

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

(COM(2014)0167 – C7‑0112/2014 – 2014/0091(COD))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Jeroen Lenaers

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Γενικός στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διευκόλυνση της ανάπτυξης της αποταμίευσης για επαγγελματική συνταξιοδότηση. Ο συντάκτης της γνωμοδότησης υποστηρίζει σθεναρά αυτόν τον στόχο. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης των τελευταίων ετών, οι συντάξεις, ιδίως του πρώτου πυλώνα, δέχτηκαν έντονες πιέσεις σε πολλά κράτη μέλη. Ως αποτέλεσμα, σε διάφορες χώρες χρειάστηκε να μειωθούν οι καταβαλλόμενες συντάξεις.

Επιπλέον, σε όλα τα κράτη μέλη σημειώνεται γήρανση του πληθυσμού. Παρά τις επιμέρους διαφορές, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται παντού στην Ευρώπη. Ο αριθμός των συνταξιούχων που ζουν περισσότερα χρόνια με καλή υγεία αυξάνεται. Παράλληλα, ο ενεργός πληθυσμός συρρικνώνεται, οι δείκτες γεννητικότητας μειώνονται και οι νέοι παρατείνουν τις σπουδές τους και εισέρχονται στην αγορά εργασίας σε μεγαλύτερη ηλικία. Στην ΕΕ, πολύ μικρό ποσοστό της ηλικιακής ομάδας των 60 ετών και άνω βρίσκεται στην εργασία. Η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, που σημαίνει ότι οι νέοι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις των μεγαλύτερων σε ηλικία, έχει φτάσει στα όριά της. Οι χώρες που εφαρμόζουν διανεμητικό σύστημα, στο οποίο οι συντάξεις καταβάλλονται από τον υπό εκτέλεση προϋπολογισμό, αντιμετωπίζουν και θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες όσον αφορά τη χρηματοδότηση επαρκών συντάξεων.

Στο πλαίσιο αυτό, περισσότερες χώρες θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να θεσπίσουν συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά συστήματα δεύτερου πυλώνα, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσουν σε πιο ασφαλείς συνταξιοδοτικές παροχές. Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις εμπειρίες από την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, η πρόβλεψη επαρκών κανόνων εποπτείας και διακυβέρνησης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να υπάρχει υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης στο συνταξιοδοτικό σύστημα και επιθυμία συμμετοχής σε αυτό. Ως εκ τούτου, η αναδιατύπωση της παρούσας οδηγίας –υπό την προϋπόθεση ότι αυτή επικεντρώνεται στα σωστά σημεία και δεν εισάγει περιττές επιβαρύνσεις– θα πρέπει να συμβάλει ουσιαστικά στην ενθάρρυνση των κρατών μελών να αναπτύξουν αξιόπιστα συστήματα επαγγελματικής σύνταξης.

Οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές θα πρέπει να αναπτυχθούν, χωρίς ωστόσο να τίθεται υπό αμφισβήτηση η σημασία των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας, η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο κατά το γήρας και να αποτελεί συνεπώς το επίκεντρο του στόχου της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών κοινωνικών προτύπων.

Για την εκπλήρωση του γενικού στόχου της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή έχει προτείνει τέσσερις ειδικούς στόχους: την άρση των εποπτικών εμποδίων για τα διασυνοριακά ΙΕΣΠ, τη διασφάλιση χρηστής διακυβέρνησης και διαχείρισης των κινδύνων, την παροχή σαφών και σχετικών πληροφοριών σε μέλη και δικαιούχους, και την εξασφάλιση των αναγκαίων εργαλείων στις εποπτικές αρχές για την αποτελεσματική εποπτεία των ΙΕΣΠ.

Ο συντάκτης της γνωμοδότησης κατανοεί πλήρως την ανάγκη να εξασφαλιστεί η χρηστή διακυβέρνηση, η ενημέρωση των μελών των συστημάτων, η διαφάνεια και η ασφάλεια των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. Τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών αποτελούν συνταξιοδοτικά ιδρύματα που εξυπηρετούν –κατά πρώτο και κύριο λόγο– κοινωνικό σκοπό και τα οποία αναλαμβάνουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

Ωστόσο, τα συνταξιοδοτικά συστήματα στην Ευρώπη διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό και είναι στενά συνδεδεμένα με τις εθνικές παραδόσεις και την εθνική φορολογική, κοινωνική και εργατική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, μια πανευρωπαϊκή ενιαία προσέγγιση δεν θα επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και δεν πρόκειται να συμβάλει αποτελεσματικά στην επίτευξη του στόχου που ορίζεται στην παρούσα οδηγία.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρεί ο συντάκτης της γνωμοδότησης ότι είναι σημαντικό να παρέχεται στα κράτη μέλη επαρκής ευελιξία όσον αφορά την εφαρμογή και ρύθμιση των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με τρόπο που να αντανακλά την ποικιλία των συνταξιοδοτικών συστημάτων στην Ευρώπη και να συνάδει με την ειδική οργάνωση των εθνικών συστημάτων, προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων.

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των ιδίων συστημάτων συνταξιοδότησης καθώς και για τη λήψη απόφασης σχετικά με τον ρόλο εκάστου των τριών «πυλώνων» του συνταξιοδοτικού συστήματος στα επιμέρους κράτη μέλη. Στο πλαίσιο του δεύτερου πυλώνα, θα πρέπει επίσης να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για τον ρόλο και τις λειτουργίες των διαφόρων ιδρυμάτων που προσφέρουν επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές.

Η παρούσα γνωμοδότηση αποσκοπεί στην επίτευξη κατάλληλης ισορροπίας, ώστε, αφενός, να καλύπτεται η ανάγκη για υψηλά ευρωπαϊκά πρότυπα όσον αφορά τη διακυβέρνηση, την εποπτεία, την ενημέρωση και τη διαφάνεια και, αφετέρου, να λαμβάνεται πλήρως υπόψη η ανάγκη ευελιξίας των κρατών μελών όσον αφορά την αποτελεσματική και επιτυχή προσαρμογή των προτύπων αυτών στις εθνικές τους ιδιαιτερότητες.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να λάβει υπόψη τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία    1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(1α) τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν την κοινωνική προστασία των εργαζομένων σ' ό, τι αφορά τις συντάξεις μέσω δημόσιων συνταξιοδοτικών παροχών που επιτρέπουν τη διατήρηση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου και την προστασία των ηλικιωμένων από τη φτώχεια και την προώθηση συστημάτων επικουρικής σύνταξης που θα συνδέονται με τις συμβάσεις απασχόλησης ως πρόσθετη κάλυψη.

Τροπολογία    2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(2) Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να επιτρέπει στα ιδρύματα να ασκούν δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη και να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας στα μέλη και τους δικαιούχους επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων.

(2) Στην εσωτερική αγορά, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας στα μέλη και τους δικαιούχους επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων.

Τροπολογία     3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(2α) Προκειμένου να διευκολυνθεί περαιτέρω η κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών, η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να εξασφαλίσει τη χρηστή διακυβέρνηση, την ενημέρωση των μελών των συστημάτων, τη διαφάνεια και την ασφάλεια των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

Τροπολογία    4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(2β) Τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) οργανώνονται και ρυθμίζονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται σκόπιμο να εφαρμοστεί ενιαία προσέγγιση για τα εν λόγω ιδρύματα. Η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, τις διαφορετικές παραδόσεις των κρατών μελών και δίνουν προτεραιότητα στο εθνικό εργατικό και κοινωνικό δίκαιο κατά τη σύσταση των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

Τροπολογία     5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2 γ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(2γ) Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην ελάχιστη εναρμόνιση και, συνεπώς, δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο αυστηρές διατάξεις για την προστασία των μελών και των δικαιούχων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Η παρούσα οδηγία δεν αφορά ζητήματα εθνικής κοινωνικής, εργατικής και φορολογικής νομοθεσίας ή νομοθεσίας περί συμβάσεων, ούτε την επάρκεια των συνταξιοδοτικών διατάξεων στα κράτη μέλη.

Τροπολογία    6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(3) Η οδηγία 2003/41/ΕΚ αποτέλεσε ένα πρώτο νομοθετικό βήμα προς την κατεύθυνση μιας εσωτερικής αγοράς επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, οργανωμένης σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Μια πραγματική εσωτερική αγορά επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών παραμένει καθοριστικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της γήρανσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Η οδηγία, η οποία χρονολογείται από το 2003, δεν τροποποιήθηκε ουσιαστικά προς την κατεύθυνση της θέσπισης ενός σύγχρονου συστήματος διακυβέρνησης βασισμένου στον κίνδυνο επίσης για τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.

(3) Η οδηγία 2003/41/ΕΚ θέσπισε ελάχιστα πρότυπα για τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που λειτουργούν στην Ένωση. Η θέσπιση και περαιτέρω ανάπτυξη επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων σε περισσότερα κράτη μέλη παραμένει καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της γήρανσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να εντατικοποιηθεί ο κοινωνικός διάλογος σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο.

Τροπολογία    7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(4) Απαιτείται η λήψη μέτρων για την περαιτέρω ανάπτυξη της επικουρικής ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως είναι οι επαγγελματικές συντάξεις. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης υφίστανται ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι οι πολίτες θα βασίζονται ολοένα και περισσότερο στο μέλλον σε επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές για τη συμπλήρωσή τους. Οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές θα πρέπει να αναπτυχθούν, χωρίς ωστόσο να τίθεται υπό αμφισβήτηση η σημασία των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας, η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο κατά το γήρας και να αποτελεί συνεπώς το επίκεντρο του στόχου της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου.

(4) Απαιτείται η λήψη μέτρων για να διασφαλιστεί περαιτέρω ότι τα συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης παρέχουν προστασία έναντι του φαινομένου της φτώχειας στην τρίτη ηλικία και ότι τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο συμπλήρωμα. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή οι εργαζόμενοι μπορούν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, μέσω επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. Για το λόγο αυτό, η παρούσα οδηγία έχει ως μείζονα στόχο να προωθήσει καθεστώτα επαγγελματικής συνταξιοδότησης, να ενισχύσει επιτυχημένα πρότυπα ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και να προστατεύσει την περαιτέρω επιβίωσής τους. Οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές θα πρέπει να αναπτυχθούν, χωρίς ωστόσο να τίθεται υπό αμφισβήτηση η σημασία των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας, η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο κατά το γήρας και να αποτελεί συνεπώς το επίκεντρο του στόχου της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών κοινωνικών προτύπων.

Τροπολογία    8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(5) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, διασφαλίζοντας ειδικότερα υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας των συνταξιοδοτικών παροχών και ενημερωμένο προσωπικό χρηματοοικονομικό και συνταξιοδοτικό προγραμματισμό και διευκολύνοντας τη διασυνοριακή δραστηριότητα των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και των επιχειρήσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(5) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων και το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, διασφαλίζοντας ειδικότερα υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας των συνταξιοδοτικών παροχών και ενημερωμένο προσωπικό χρηματοοικονομικό και συνταξιοδοτικό προγραμματισμό και διευκολύνοντας τη διασυνοριακή δραστηριότητα των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και των επιχειρήσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

Τροπολογία     9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 5 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(5α) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί η προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων που μετατίθενται προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος.

Τροπολογία    10

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(9) Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των ιδίων συστημάτων συνταξιοδότησης καθώς και για τη λήψη απόφασης σχετικά με το ρόλο εκάστου των τριών «πυλώνων» του συνταξιοδοτικού συστήματος στα επί μέρους κράτη μέλη. Στα πλαίσια του δεύτερου πυλώνα, θα πρέπει επίσης να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για το ρόλο και τις λειτουργίες των διαφόρων ιδρυμάτων που προσφέρουν επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, όπως τα ταμεία συντάξεων ολόκληρου του οικονομικού κλάδου, τα ταμεία συντάξεων των επιχειρήσεων και οι επιχειρήσεις ασφάλειας ζωής. Η παρούσα οδηγία δεν αποσκοπεί να αμφισβητήσει την εν λόγω αρχή.

(9) Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη πρέπει να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για την οργάνωση των ιδίων συστημάτων συνταξιοδότησης καθώς και για τη λήψη απόφασης σχετικά με το ρόλο εκάστου των τριών «πυλώνων» του συνταξιοδοτικού συστήματος στα επί μέρους κράτη μέλη. Στα πλαίσια του δεύτερου πυλώνα, υποχρεούνται επίσης να παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για το ρόλο και τις λειτουργίες των διαφόρων ιδρυμάτων που προσφέρουν επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, όπως τα ταμεία συντάξεων ολόκληρου του οικονομικού κλάδου, τα ταμεία συντάξεων των επιχειρήσεων και οι επιχειρήσεις ασφάλειας ζωής. Η παρούσα οδηγία δεν αποσκοπεί να αμφισβητήσει την εν λόγω αρχή.

Τροπολογία    11

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 9 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(9α) Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για περαιτέρω ανάπτυξη των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, η Επιτροπή πρέπει να δημιουργήσει σημαντική προστιθέμενη αξία σε επίπεδο Ένωσης με τη λήψη περαιτέρω μέτρων για την υποστήριξη της συνεργασίας των κρατών μελών με τους κοινωνικούς εταίρους για την ανάπτυξη περισσότερων συνταξιοδοτικών καθεστώτων δεύτερου πυλώνα, και με τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για την αναζήτηση τρόπων αύξησης της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης δεύτερου πυλώνα στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της προώθησης ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ κρατών μελών.

Τροπολογία     12

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(18) Σε περίπτωση πτώχευσης χρηματοδοτούσας επιχείρησης, το μέλος κινδυνεύει να στερηθεί τόσο την εργασία του όσο και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει συγκεντρώσει. Προέχει συνεπώς να ληφθεί μέριμνα ώστε να υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτής της επιχείρησης και του ιδρύματος καθώς και να προβλέπονται ελάχιστοι εποπτικοί κανόνες για την προστασία των μελών.

(18) Σε περίπτωση πτώχευσης χρηματοδοτούσας επιχείρησης, το μέλος κινδυνεύει να στερηθεί τόσο την εργασία του όσο και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει συγκεντρώσει. Προέχει συνεπώς να ληφθεί μέριμνα ώστε να υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτής της επιχείρησης και του ιδρύματος καθώς και να προβλέπονται ελάχιστοι εποπτικοί κανόνες μέσω δικλίδων ασφαλείας για την προστασία των μελών.

Τροπολογία    13

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 20

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(20) Δεδομένου ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αναλαμβάνουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα εποπτικά πρότυπα όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους.

(20) Δεδομένου ότι τα ΙΕΣΠ δεν αποτελούν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αλλά συνταξιοδοτικά ιδρύματα που εξυπηρετούν –κατά πρώτο και κύριο λόγο– κοινωνικό σκοπό, παρέχουν συλλογική κοινωνική υπηρεσία και φέρουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει κατά συνέπεια να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα εποπτικά πρότυπα όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους. Η κοινωνική τους λειτουργία και η τριγωνική σχέση μεταξύ εργαζόμενου, εργοδότη και ΙΕΣΠ θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να υποστηρίζονται δεόντως ως κατευθυντήρια αρχή της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία    14

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 28

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(28) Εάν το ίδρυμα δεν λειτουργεί σε διασυνοριακή βάση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν τη μερική χρηματοδότηση, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταρτίσει κατάλληλο σχέδιο για την αποκατάσταση της πλήρους χρηματοδότησης και υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη28.

(28) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν τη μερική χρηματοδότηση, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν καταρτίσει κατάλληλο σχέδιο για την αποκατάσταση της πλήρους χρηματοδότησης, την προστασία των εργαζομένων και υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους28.

_______________

_______________

28 ΕΕ L 283 της 28.10.1980, σ. 23.

28 ΕΕ L 283 της 28.10.1980, σ. 23.

Τροπολογία    15

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 33

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(33) Ως εξαιρετικά μακροπρόθεσμοι επενδυτές με χαμηλό κίνδυνο ρευστότητας, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών είναι σε θέση να επενδύουν σε μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού, όπως οι μετοχές, καθώς και σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές, πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης ή μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης εντός συνετών ορίων. Μπορούν, επίσης, να επωφελούνται των δυνατοτήτων διαφοροποίησης σε διεθνές επίπεδο. Για το λόγο αυτό, οι επενδύσεις σε μετοχές, σε νομίσματα διαφορετικά από αυτά των στοιχείων του παθητικού τους και σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές, πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης ή μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να περιορίζονται, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι εποπτείας.

(33) Ως εξαιρετικά μακροπρόθεσμοι επενδυτές με χαμηλό κίνδυνο ρευστότητας, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών είναι σε θέση να επενδύουν σε μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού, όπως οι μετοχές, καθώς και σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές, πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης ή μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης εντός συνετών ορίων. Μπορούν, επίσης, να επωφελούνται των δυνατοτήτων διαφοροποίησης σε διεθνές επίπεδο. Για το λόγο αυτό, οι επενδύσεις σε μετοχές, σε νομίσματα διαφορετικά από αυτά των στοιχείων του παθητικού τους και σε μέσα με μακροπρόθεσμα οικονομικά χαρακτηριστικά τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές, πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης ή μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να περιορίζονται, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι εποπτείας, σύμφωνα με την αρχή της σύνεσης προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα των μελών.

Τροπολογία    16

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 35

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(35) Θα πρέπει να επιτρέπεται στα ιδρύματα να επενδύουν σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κανόνες των κρατών μελών καταγωγής τους, με σκοπό τη μείωση του κόστους της διασυνοριακής δραστηριότητας. Επομένως, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη υποδοχής να επιβάλλουν πρόσθετες επενδυτικές απαιτήσεις σε ιδρύματα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη.

(35) Θα πρέπει να επιτρέπεται στα ιδρύματα να επενδύουν σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κανόνες των κρατών μελών καταγωγής τους. Εντούτοις, εάν το ίδρυμα λειτουργεί σε διασυνοριακή βάση, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να του ζητήσουν να εφαρμόσει όρια στις επενδύσεις, υπό τον όρο ότι οι κανόνες αυτοί ισχύουν επίσης για ιδρύματα εγκατεστημένα στο κράτος μέλος υποδοχής, και στο βαθμό που αυτά τα όρια είναι αυστηρότερα από εκείνα που ισχύουν στο κράτος μέλος καταγωγής .

Τροπολογία    17

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 37

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(37) Πολιτικές αποδοχών οι οποίες ενθαρρύνουν συμπεριφορά υπερβολικής ανάληψης κινδύνων μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων των ιδρυμάτων. Οι αρχές και οι απαιτήσεις γνωστοποίησης για τις πολιτικές αποδοχών, οι οποίες εφαρμόζονται σε άλλους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση, θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στα ιδρύματα, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη, την ιδιαίτερη δομή διακυβέρνησης των ιδρυμάτων σε σύγκριση με άλλους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και την αναγκαιότητα συνεκτίμησης του μεγέθους, της φύσης, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

(37) Πολιτικές αποδοχών οι οποίες ενθαρρύνουν συμπεριφορά υπερβολικής ανάληψης κινδύνων μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων των ιδρυμάτων. Οι αρχές και οι απαιτήσεις γνωστοποίησης για τις πολιτικές αποδοχών, οι οποίες εφαρμόζονται σε άλλους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση, θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης πλήρως στα ιδρύματα, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη, την ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για διαφάνεια και της ιδιαίτερης δομής διακυβέρνησης των ιδρυμάτων σε σύγκριση με άλλους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της αναγκαιότητας συνεκτίμησης του μεγέθους, της φύσης, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

Τροπολογία    18

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 46

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(46) Τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν σαφείς και επαρκείς πληροφορίες σε υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους προς υποστήριξη των αποφάσεων που αυτοί λαμβάνουν σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους και να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας στο σύνολο των διάφορων φάσεων ενός καθεστώτος, οι οποίες περιλαμβάνουν τη φάση προ της ένταξης, τη συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης της φάσης προ της συνταξιοδότησης) και τη φάση μετά τη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών, τους κινδύνους και τις εγγυήσεις καθώς και τα έξοδα. Εάν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, τυχόν διαθέσιμες επιλογές και τις προηγούμενες επιδόσεις είναι επίσης καθοριστικής σημασίας.

(46) Τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν σαφείς και επαρκείς πληροφορίες σε υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους προς υποστήριξη των αποφάσεων που αυτοί λαμβάνουν σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους και να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας στο σύνολο των διάφορων φάσεων ενός καθεστώτος, οι οποίες περιλαμβάνουν τη φάση προ της ένταξης, τη συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης της φάσης προ της συνταξιοδότησης) και τη φάση μετά τη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών, τους κινδύνους και τις εγγυήσεις καθώς και τα έξοδα. Εάν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, τυχόν διαθέσιμες επιλογές και τις προηγούμενες επιδόσεις είναι επίσης καθοριστικής σημασίας. Όλες οι πληροφορίες πρέπει να είναι κατάλληλες για τον χρήστη και σύμφωνες με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, και συγκεκριμένα σ' ό, τι αφορά την προσβασιμότητα και την πρόσβαση σε πληροφορίες, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 και 21 αντιστοίχως της εν λόγω σύμβασης.

Τροπολογία     19

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 51

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(51) Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες της έχοντας ως πρωταρχικό στόχο την προστασία των μελών και των δικαιούχων.

(51) Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες της έχοντας ως πρωταρχικό στόχο την προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων, και τη σταθερότητα και την αξιοπιστία των ιδρυμάτων.

Τροπολογία     20

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 57

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(57) Για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της οργανωμένης σε ευρωπαϊκή κλίμακα εσωτερικής αγοράς για τις επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, η Επιτροπή θα πρέπει, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ, να εξετάσει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να εκπονήσει σχετική έκθεση, την οποία θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τέσσερα έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. Στην έκθεση θα πρέπει να αξιολογούνται ειδικότερα η εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών, η χρηματοδότηση των τεχνικών αποθεματικών, τα ρυθμιστικά ίδια κεφάλαια, τα περιθώρια φερεγγυότητας, οι επενδυτικοί κανόνες και κάθε άλλη πτυχή σχετικά με την κατάσταση χρηματοοικονομικής φερεγγυότητας του ιδρύματος.

(57) Για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της οργανωμένης σε ευρωπαϊκή κλίμακα εσωτερικής αγοράς για τις επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές, η Επιτροπή θα πρέπει, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ, να εξετάσει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να εκπονήσει σχετική έκθεση, την οποία θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έξι έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία     21

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 59

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(59) Για να εξειδικευθούν οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, σε ό, τι αφορά την αποσαφήνιση της πολιτικής αποδοχών, την αξιολόγηση των κινδύνων για τις συντάξεις και τη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προβαίνει η Επιτροπή στις κατάλληλες διαβουλεύσεις, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

διαγράφεται

Τροπολογία    22

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 60 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(60α) Η περαιτέρω ανάπτυξη στο επίπεδο της Ένωσης πρότυπων φερεγγυότητας, όπως τα πρότυπο ολιστικού ισολογισμού (ΠΟΙ), δεν είναι ρεαλιστική στην πράξη και μη αποτελεσματική από πλευράς κόστους και οφέλους, συγκεκριμένα δεδομένης της πολυμορφίας των ΠΟΙ σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Πρέπει λοιπόν να αναπτυχθούν στο ευρωπαϊκό επίπεδο μη ποσοτικές απαιτήσεις όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια - όπως οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ ή πρότυπο ολιστικού ισολογισμού που απορρέει από την οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ- σε σχέση με τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς θα μπορούσαν να αποβούν σε βάρος των συμφερόντων τόσο των εργαζομένων και εργοδοτών, και θα μπορούσαν να μειώσουν τη θέληση των εργοδοτών να χορηγούν επαγγελματικές συντάξεις.

Τροπολογία     23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – στοιχείο α – εδάφιο 2 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Ο κοινωνικός σκοπός του ιδρύματος και η τριγωνική σχέση μεταξύ εργαζόμενου, εργοδότη και ΙΕΣΠ θα αναγνωρίζονται δεόντως και θα υποστηρίζονται ως κατευθυντήριες αρχές της οδηγίας·

Τροπολογία     24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

δ) «συνταξιοδοτικές παροχές»: οι παροχές υπό μορφήν πληρωμών που καταβάλλονται είτε εφ' όρου ζωής είτε για προσωρινό χρονικό διάστημα, ή ως εφάπαξ ποσό, που καταβάλλονται με γνώμονα ή αναμένοντας τη συνταξιοδότηση ή, εφόσον είναι συμπληρωματικές των εν λόγω συνταξιοδοτικών παροχών και παρέχονται επικουρικά, υπό μορφήν πληρωμών σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας, ή παύσης της απασχόλησης, ή υπό μορφήν καταβολής ενισχύσεων ή παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση ασθενείας, ένδειας ή θανάτου. Προκειμένου να διευκολύνεται η οικονομική ασφάλεια κατά τη σύνταξη, οι παροχές αυτές λαμβάνουν συνήθως τη μορφή πληρωμών εφ' όρου ζωής. Είναι ωστόσο δυνατόν να καταβληθούν πληρωμές για προσωρινό χρονικό διάστημα ή ως εφάπαξ ποσόν·

δ) «συνταξιοδοτικές παροχές»: οι παροχές υπό μορφή πληρωμών που καταβάλλονται με γνώμονα ή αναμένοντας τη συνταξιοδότηση ή, εφόσον είναι συμπληρωματικές των εν λόγω συνταξιοδοτικών παροχών και παρέχονται επικουρικά, υπό μορφή πληρωμών σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας, ή παύσης της απασχόλησης, ή υπό μορφή καταβολής ενισχύσεων ή παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση ασθενείας, ένδειας ή θανάτου, ή οι παροχές επιζώντων όταν αυτές περιλαμβάνονται σε συστήματα επικουρικής σύνταξης. Προκειμένου να διευκολύνεται η οικονομική ασφάλεια κατά τη σύνταξη, οι παροχές αυτές λαμβάνουν συνήθως τη μορφή πληρωμών εφ' όρου ζωής. Είναι ωστόσο δυνατόν να καταβληθούν πληρωμές για προσωρινό χρονικό διάστημα ή ως εφάπαξ ποσόν·

Τροπολογία    25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 11 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2α. Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαρτούν και από άλλους περιορισμούς τη λειτουργία ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην επικράτειά τους, χωρίς διακρίσεις και προκειμένου να εξασφαλίζουν την κατάλληλη προστασία των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων.

Τροπολογία     26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 12 – παράγραφος 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

10. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ίδρυμα το οποίο ασκεί διασυνοριακή δραστηριότητα δεν υπόκειται σε οποιεσδήποτε απαιτήσεις όσον αφορά την παροχή πληροφοριών σε μέλη και δικαιούχους οι οποίες επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σε σχέση με τα μέλη τα οποία αφορά η συγκεκριμένη διασυνοριακή δραστηριότητα.

διαγράφεται

Τροπολογία     27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε ιδρύματα εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα στην επικράτειά τους να μεταφέρουν το σύνολο ή μέρος των συνταξιοδοτικών καθεστώτων τους σε παραλαμβάνοντα ιδρύματα εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα σε άλλα κράτη μέλη.

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα στην επικράτειά τους να μεταφέρουν, πλήρως ή εν μέρει, το παθητικό ή τα τεχνικά αποθεματικά ενός συνταξιοδοτικού καθεστώτος, καθώς και άλλες υποχρεώσεις και δικαιώματα και τα αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία ή ισοδύναμο χρηματικό ποσό, σε παραλαμβάνοντα ιδρύματα εγκεκριμένα ή καταχωρισμένα σε άλλα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση μεταφοράς μέρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα τόσο του μεταφερόμενου όσο και του υπόλοιπου μέρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και προστατεύονται επαρκώς τα δικαιώματα των μελών μετά τη μεταφορά. Το παραλαμβάνον ίδρυμα διαχειρίζεται το συνταξιοδοτικό καθεστώς σύμφωνα με την κοινωνική και εργατική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, με αποτέλεσμα να μη μεταβάλλεται το επίπεδο προστασίας των μελών και των δικαιούχων τους οποίους αφορά η μεταφορά.

Τροπολογία     28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Εάν η εθνική κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με την οργάνωση των συνταξιοδοτικών συστημάτων δεν ορίζει άλλως, η μεταφορά και οι προϋποθέσεις της υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκπροσώπων τους. Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους της μεταφοράς τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκπροσώπων τους τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν από υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

3. Εάν η εθνική κοινωνική και εργατική νομοθεσία σχετικά με την οργάνωση των συνταξιοδοτικών συστημάτων δεν ορίζει άλλως, η μεταφορά και οι προϋποθέσεις της υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκπροσώπων τους, ή της χρηματοδοτούσας επιχείρησης, σε περίπτωση που αυτή είναι εν μέρει ή πλήρως υπεύθυνη για την εξασφάλιση των συνταξιοδοτικών παροχών. Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους της μεταφοράς τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερόμενων μελών και δικαιούχων ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εκπροσώπων τους τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν από υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Τροπολογία    29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 14 – παράγραφος 5 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

5α. Η Επιτροπή προτείνει κάθε απαραίτητο μέτρο για την αποτροπή πιθανών στρεβλώσεων που προκαλούν τα διαφορετικά επίπεδα επιτοκίων και για την προστασία του συμφέροντος των δικαιούχων και των μελών οποιουδήποτε συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

Αιτιολόγηση

Εκ νέου προσθήκη του αρχικού κειμένου της οδηγίας, δεδομένου ότι αυτή είναι μια διάταξη που αποσκοπεί στην προστασία των δικαιούχων και των μελών των καθεστώτων.

Τροπολογία    30

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 15 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Εάν ασκείται διασυνοριακή δραστηριότητα βάσει του άρθρου 12, τα τεχνικά αποθεματικά τυγχάνουν ανά πάσα στιγμή πλήρους χρηματοδότησης για το σύνολο των λειτουργούντων συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Εάν δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής επεμβαίνουν βάσει του άρθρου 62. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η τήρηση της απαίτησης αυτής, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτήσει χωριστή παρουσίαση και διαχείριση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού.

3. Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 ισχύουν επίσης για την περίπτωση διασυνοριακής δραστηριότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, υπό τον όρο ότι παρέχεται κατάλληλη προστασία των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων.

Τροπολογία    31

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 20 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Τα κράτη μέλη, εφόσον τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνήσουν, δύνανται να αποφασίσουν να καθορίσουν επενδυτικά κριτήρια βάσει των οποίων θα επιδιώκονται χαμηλότερες αποδόσεις, αλλά μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος.

Τροπολογία    32

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α) τα επαγγελματικά προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους τους επιτρέπουν να ασκούν χρηστή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος και να εκτελούν ορθά τις βασικές λειτουργίες τους (απαίτηση για ικανότητες)· και

α) τα προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους επιτρέπουν συλλογικά να ασκούν χρηστή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος και να εκτελούν ορθά τις βασικές λειτουργίες τους (απαίτηση για ικανότητες)· και

Τροπολογία    33

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1α. Η οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ισχύει επίσης και για εκείνα τα άτομα που διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα ΙΕΣΠ προκειμένου να εξασφαλίσουν χρηστή πολιτική αποδοχών.

 

__________________

 

Οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και για τις πράξεις επανατιτλοποίησης, καθώς και τον εποπτικό έλεγχο των πολιτικών αποδοχών (ΕΕ L 329 της 14.12.2010, σ. 3).

Τροπολογία     34

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

[...]

διαγράφεται

Τροπολογία    35

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 29 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Η αξιολόγηση των κινδύνων για τις συντάξεις αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρησιακής στρατηγικής και λαμβάνεται υπόψη στις στρατηγικές αποφάσεις του ιδρύματος.

4. Η αξιολόγηση των κινδύνων για τις συντάξεις διενεργείται τακτικά και αμέσως μετά από κάθε σημαντική αλλαγή στα χαρακτηριστικά κινδύνου του ιδρύματος ή του συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Επίσης, καθίσταται απαραίτητη η δημοσίευσή της και η διάθεσή της στα μέλη του καθεστώτος.

Τροπολογία     36

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 30

διαγράφεται

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την αξιολόγηση κινδύνων για τις συντάξεις

 

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με το άρθρο 77, με την οποία εξειδικεύονται:

 

α) τα στοιχεία τα οποία αφορά η παράγραφος 2 του άρθρου 29·

 

β) τις μεθόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 29, λαμβανομένου υπόψη του προσδιορισμού και της αξιολόγησης των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα· και

 

γ) τη συχνότητα της αξιολόγησης των κινδύνων για τις συντάξεις λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 29.

 

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δεν επιβάλλει απαιτήσεις πρόσθετης χρηματοδότησης πέραν εκείνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

 

Τροπολογία    37

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 38 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Αναλόγως της φύσεως του συνταξιοδοτικού συστήματος, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά τους παρέχουν στα υποψήφια μέλη, στα μέλη και στους δικαιούχους τουλάχιστον τις πληροφορίες που παρατίθενται στα άρθρα 39 έως 53 και στα άρθρα 55 έως 58.

1. Αναλόγως της φύσεως του συνταξιοδοτικού συστήματος, κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι όλα τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην επικράτειά του παρέχουν στα υποψήφια μέλη, στα μέλη και στους δικαιούχους τις σχετικές πληροφορίες, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες πληροφόρησης των υποψηφίων μελών, των μελών και των δικαιούχων, όπως ορίζεται στο παρόν κεφάλαιο.

 

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην πρώτη υποπαράγραφο πρέπει να είναι κατάλληλες για τον χρήστη, γραμμένες με σαφή και φιλικό για τον χρήστη τρόπο, θα επικαιροποιούνται τακτικά και θα είναι σύμφωνες με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, και συγκεκριμένα σ' ό, τι αφορά την προσβασιμότητα και την πρόσβαση σε πληροφορίες, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 και 21 αντιστοίχως της εν λόγω σύμβασης.

Τροπολογία    38

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 38 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι πληροφορίες πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

διαγράφεται

α) επικαιροποιούνται τακτικά·

 

β) είναι συνταγμένες με σαφήνεια, σε σαφή, περιεκτική και κατανοητή γλώσσα, αποφεύγοντας τη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και τεχνικών όρων όταν αντ’ αυτών μπορούν να χρησιμοποιηθούν λέξεις της καθομιλουμένης·

 

γ) δεν είναι παραπλανητικές και διασφαλίζεται συνεκτικότητα στο λεξιλόγιο και στο περιεχόμενο·

 

δ) παρουσιάζονται κατά τρόπο ευανάγνωστο, με χαρακτήρες αναγνώσιμου μεγέθους.

 

Δεν χρησιμοποιούνται χρώματα όταν αυτά ενδέχεται να δυσχεραίνουν την κατανόηση των πληροφοριών, εάν η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών είναι τυπωμένη ή φωτοτυπημένη χωρίς χρώματα.

 

Τροπολογία    39

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 39 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους, ότι τα μέλη είναι επαρκώς πληροφορημένα ως προς τους όρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και ιδιαίτερα όσον αφορά:

1. Ανάλογα με τη φύση του συνταξιοδοτικού συστήματος τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, για κάθε ίδρυμα εγκατεστημένο στην επικράτειά τους, ότι τα μέλη είναι επαρκώς πληροφορημένα ως προς τους όρους του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και ιδιαίτερα όσον αφορά:

α) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων στο συνταξιοδοτικό καθεστώς,

α) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων στο συνταξιοδοτικό καθεστώς,

β) τους οικονομικούς, τεχνικούς και άλλους κινδύνους που συνδέονται με το συνταξιοδοτικό καθεστώς,

β) τους οικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με το συνταξιοδοτικό καθεστώς, στον βαθμό που αυτοί αφορούν τα μέλη και τους δικαιούχους.

γ) τη φύση και την κατανομή αυτών των κινδύνων.

 

Τροπολογία    40

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 39 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Για τα καθεστώτα των οποίων τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο και τα οποία προσφέρουν περισσότερες από μία επιλογές με διαφορετικά επενδυτικά προφίλ, τα μέλη ενημερώνονται για τους όρους που αφορούν το εύρος των διαθέσιμων επενδυτικών επιλογών, την εξ ορισμού επενδυτική επιλογή και, όπου συντρέχει περίπτωση, τον κανόνα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος να κατανέμει ένα συγκεκριμένο μέλος σε μια επενδυτική επιλογή, επιπλέον των πληροφοριών που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ).

2. Για τα καθεστώτα των οποίων τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο και τα οποία προσφέρουν περισσότερες από μία επιλογές με διαφορετικά επενδυτικά προφίλ, τα μέλη ενημερώνονται για τους όρους που αφορούν το εύρος των διαθέσιμων επενδυτικών επιλογών, την εξ ορισμού επενδυτική επιλογή και, όπου συντρέχει περίπτωση, τον κανόνα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος να κατανέμει ένα συγκεκριμένο μέλος σε μια επενδυτική επιλογή.

Τροπολογία    41

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 40 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 40α

 

Δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών

[Αντικαθιστά τα άρθρα 40-54 της πρότασης της Επιτροπής]

1. Κατά τη θέσπιση κανόνων για τη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ορίζει τις εξής απαιτήσεις:

 

α) η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών πρέπει να περιέχει τις βασικές σχετικές πληροφορίες για τα μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εθνικών συστημάτων και της εθνικής κοινωνικής, εργατικής και φορολογικής νομοθεσίας·

 

β) οι πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών συντάσσονται με σαφήνεια και παρουσιάζονται με συνοπτικό τρόπο ώστε να είναι εύληπτες·

 

γ) τα ιδρύματα επιτρέπεται να παρέχουν τη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών σε σταθερό μέσο ή μέσω δικτυακού τόπου. Έντυπο αντίγραφο παρέχεται στα μέλη και στους δικαιούχους κατόπιν αιτήσεως και χωρίς χρέωση, επιπλέον του παρεχόμενου με οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο.

 

2. Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, οι βασικές σχετικές πληροφορίες για τα μέλη περιλαμβάνουν τα εξής:

 

α) προσωπικά στοιχεία του μέλους, συμπεριλαμβανομένης σαφούς ένδειξης της ηλικίας συνταξιοδότησης ή της ημερομηνίας κατά την οποία ξεκινά η είσπραξη συνταξιοδοτικών παροχών·

 

β) προσδιορισμό του ιδρύματος και προσδιορισμό του συνταξιοδοτικού καθεστώτος του μέλους·

 

γ) την ακριβή ημερομηνία στην οποία αναφέρονται οι πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών·

 

δ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τυχόν πλήρη ή μερική εγγύηση στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Στις περιπτώσεις που παρέχεται εγγύηση, η δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών θα εξηγεί εν συντομία τη φύση της εγγύησης και θα παρέχει πληροφορίες για το τρέχον επίπεδο χρηματοδότησης των σωρευμένων ατομικών δικαιωμάτων του μέλους·

 

ε) πληροφορίες σχετικά με τις συνταξιοδοτικές προβλέψεις, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση και οργάνωση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

 

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλες οι συμπληρωματικές σχετικές πληροφορίες είναι εύκολα διαθέσιμες και προσβάσιμες με φιλικό για τον χρήστη τρόπο κατόπιν αίτησης του μέλους. Μπορούν να περιέχονται στη δήλωση συνταξιοδοτικών παροχών ή να διατίθενται με άλλο τρόπο ή να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

 

α) πληροφορίες σχετικά με το υπόλοιπο, τις εισφορές και τα έξοδα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση και οργάνωση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

 

β) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση και οργάνωση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

 

γ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες επιδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση και οργάνωση του συνταξιοδοτικού καθεστώτος·

 

4. Τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της δήλωσης συνταξιοδοτικών παροχών.

Τροπολογία    42

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 55 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 55α

 

Λοιπές πληροφορίες και έγγραφα που πρέπει να παρέχονται

[Αντικαθιστά τα άρθρα 55-58 της πρότασης της Επιτροπής]

1. Το ίδρυμα διασφαλίζει ότι τα υποψήφια μέλη ενημερώνονται για όλα τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος και τις επενδυτικές επιλογές, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το αν και πώς λαμβάνονται υπόψη στην επενδυτική προσέγγιση περιβαλλοντικά, κλιματικά, κοινωνικά ζητήματα, καθώς και ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης. Όταν τα υποψήφια μέλη δεν έχουν δυνατότητα επιλογής και εγγράφονται αυτόματα στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, λαμβάνουν, αμέσως μετά την εγγραφή, τις βασικές πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή τους.

 

2. Επιπλέον της δήλωσης συνταξιοδοτικών παροχών, τα ιδρύματα παρέχουν σε κάθε μέλος, τουλάχιστον δύο έτη πριν από την προβλεπόμενη από το καθεστώς ηλικία συνταξιοδότησης, ή κατόπιν αιτήσεως του μέλους, τις ακόλουθες πληροφορίες:

 

α) ισορροπημένες πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές στη διάθεση των μελών για τη λήψη του συνταξιοδοτικού εισοδήματός τους·

 

β) εάν η συνταξιοδοτική παροχή του καθεστώτος δεν καταβάλλεται ως ισόβια ετήσια πρόσοδος, ισορροπημένες πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα προϊόντα καταβολής παροχών.

 

Τα ιδρύματα παρέχουν στους δικαιούχους πληροφορίες σχετικά με τις οφειλόμενες παροχές και τις αντίστοιχες επιλογές καταβολής. Όταν οι δικαιούχοι φέρουν σημαντικό βαθμό επενδυτικού κινδύνου κατά τη φάση πληρωμής, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν κατάλληλες πληροφορίες.

 

3. Κατόπιν αιτήσεως μέλους ή δικαιούχου ή των εκπροσώπων τους, το ίδρυμα παρέχει τις ακόλουθες πρόσθετες πληροφορίες:

 

α) τους ετήσιους λογαριασμούς και τις ετήσιες εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 31 ή, εάν ένα ίδρυμα είναι υπεύθυνο για περισσότερα του ενός συνταξιοδοτικά καθεστώτα, τους λογαριασμούς και τις εκθέσεις που αφορούν το συγκεκριμένο συνταξιοδοτικό καθεστώς του·

 

β) τη δήλωση των αρχών επενδυτικής πολιτικής, κατ' άρθρο 32

 

γ) πληροφορίες σχετικά με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των προβλέψεων του άρθρου 50·

 

δ) πληροφορίες σχετικά με τον κατά παραδοχή δεκτό συντελεστή ετήσιας προσόδου, τον τύπο παρόχου και τη διάρκεια της ετήσιας προσόδου κατά το άρθρο 53 στοιχείο γ).

 

Κατόπιν αιτήματος μέλους, το ίδρυμα προβλέπει επίσης:

 

α) το επιδιωκόμενο επίπεδο συνταξιοδοτικών παροχών, εφόσον εφαρμόζεται·

 

β) το επίπεδο των παροχών σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης.

Τροπολογία     43

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 59 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Κύριος σκοπός της προληπτικής εποπτείας είναι η προστασία των μελών και των δικαιούχων.

1. Κύριος σκοπός της προληπτικής εποπτείας είναι η προστασία των δικαιωμάτων των μελών και των δικαιούχων, και η σταθερότητα και η αξιοπιστία των ιδρυμάτων.

Τροπολογία     44

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 59 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Με την επιφύλαξη του κύριου σκοπού της προληπτικής εποπτείας, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, εξετάζουν προσεκτικά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών συστημάτων στην Ένωση, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

2. Με την επιφύλαξη του κύριου σκοπού της προληπτικής εποπτείας, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 1, η παρούσα οδηγία υποστηρίζει την καθιέρωση και λειτουργία των ΙΕΣΠ, ενθαρρύνει την αποτελεσματική διαχείριση και διοίκησή τους, και ενισχύει την ελκυστικότητά τους για τους εργαζόμενους και τους εργοδότες.

Τροπολογία     45

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 60 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία, στην οποία περιλαμβάνονται και τα εξής:

Με την επιφύλαξη της εθνικής κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία, στην οποία περιλαμβάνονται και τα εξής:

Τροπολογία    46

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 73 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2α. Δεδομένης της ανάγκης να ληφθούν μέτρα σε επίπεδο Ένωσης για την περαιτέρω ανάπτυξη συστημάτων επαγγελματικών συντάξεων στα κράτη μέλη, η Επιτροπή προχωρεί στις εξής ενέργειες:

 

α) λήψη περαιτέρω μέτρων για τη συνεργασία των κρατών μελών με τους κοινωνικούς εταίρους για την ανάπτυξη περισσότερων συνταξιοδοτικών καθεστώτων δεύτερου πυλώνα·

 

β) σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για την αναζήτηση τρόπων αύξησης της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης δεύτερου πυλώνα στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της προώθησης ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ κρατών μελών.

Τροπολογία     47

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 75

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τέσσερα έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή επανεξετάζει την παρούσα οδηγία και υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Έξι έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή επανεξετάζει την παρούσα οδηγία και υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Τροπολογία     48

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 77

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 77

διαγράφεται

Άσκηση της εξουσιοδότησης

 

1. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

 

2. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 30 και στο άρθρο 54 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται σε αυτήν. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

 

3. Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

 

4. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 24 παράγραφος 3, του άρθρου 30 και του άρθρου 54, τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει η περίοδος αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Δραστηριότητες και εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2014)0167 – C7-0112/2014 – 2014/0091(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

14.4.2014

 

 

 

Γνωμοδότηση της

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

EMPL

14.4.2014

Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Jeroen Lenaers

1.10.2014

Εξέταση στην επιτροπή

5.3.2015

16.4.2015

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

28.5.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

38

10

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Laura Agea, Guillaume Balas, Tiziana Beghin, Brando Benifei, Enrique Calvet Chambon, David Casa, Ole Christensen, Arne Gericke, Agnes Jongerius, Jan Keller, Ádám Kósa, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz, Zdzisław Krasnodębski, Jean Lambert, Jérôme Lavrilleux, Patrick Le Hyaric, Jeroen Lenaers, Verónica Lope Fontagné, Javi López, Thomas Mann, Dominique Martin, Anthea McIntyre, Joëlle Mélin, Elisabeth Morin-Chartier, Emilian Pavel, Terry Reintke, Claude Rolin, Anne Sander, Sven Schulze, Siôn Simon, Jutta Steinruck, Yana Toom, Ulrike Trebesius, Ulla Tørnæs, Marita Ulvskog, Renate Weber, Tatjana Ždanoka, Jana Žitňanská, Inês Cristina Zuber, Λάμπρος Φουντούλης, Георги Пирински

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Heinz K. Becker, Lynn Boylan, Mercedes Bresso, Eduard Kukan, António Marinho e Pinto, Csaba Sógor, Gabriele Zimmer, Εύα Καϊλή

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Michaela Šojdrová

6.5.2015

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

(COM(2014)0167 – C7‑0112/2014 – 2014/0091(COD))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Sirpa Pietikäinen

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα, όμως αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις όσον αφορά την εξασφάλιση οικονομικά βιώσιμων και επαρκών εισοδημάτων συνταξιοδότησης. Το προσδόκιμο ζωής στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνεται επί του παρόντος κατά περίπου δυόμισι μήνες το χρόνο και είναι σημαντικό η φτώχεια στην τρίτη ηλικία να διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα και να εξασφαλιστούν επαρκείς συντάξεις για όλους.

H κρίση έχει πλήξει σοβαρά τις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και οι ιδιωτικές συντάξεις εξακολουθούν να τελούν υπό πίεση εξαιτίας, μεταξύ άλλων, των μονίμως χαμηλών επιτοκίων. Το γεγονός αυτό θέτει επίσης υπό πίεση τα έσοδα των ταμείων επαγγελματικών συντάξεων και κατά συνέπεια τον ρόλο τους ως ενός από τους σημαντικότερους θεσμικούς επενδυτές στην Ευρώπη. Τα ταμεία επαγγελματικών συντάξεων αντιδρούν τροποποιώντας τα επιχειρηματικά μοντέλα τους ενώ ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τον βαθμό επικινδυνότητας των επενδυτικών στρατηγικών τους, πράγμα που θα μπορούσε να επηρεάσει τελικά την καταβολή των συντάξεων των μελών του συστήματος. H αναθεώρηση της οδηγίας ΙΕΣΠ είναι από την άποψη αυτή έγκαιρη. Δεν θα πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι προκλήσεις αυτές αφορούν πρωτίστως τις γυναίκες.

Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν συνταξιοδοτικό χάσμα. Οι διαφορές αυτές στα εισοδήματα συνταξιοδότησης σχετίζονται κατά κύριο λόγο με το υφιστάμενο μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων: το ωρομίσθιο των γυναικών είναι κατά μέσο όρο κατά 16% χαμηλότερο από το ωρομίσθιο των ανδρών (ΕΕ-28, 2013). Αν και το χάσμα αυτό παρουσιάζει μείωση, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το συνταξιοδοτικό χάσμα, το οποίο ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 39%, ακολουθεί αυτήν την πτωτική τάση.

Οι ελαστικές ρυθμίσεις εργασίας των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων της μερικής απασχόλησης ή των διακοπών της σταδιοδρομίας, συνδέονται συχνά με το μερίδιο των γυναικών στις οικιακές και οικογενειακές ευθύνες και ενδέχεται να αντικατοπτρίζουν εν μέρει προσωπικές προτιμήσεις. Αυτές οι ρυθμίσεις έχουν συχνά αρνητικό αντίκτυπο στη σώρευση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. H συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας επηρεάζεται επιπλέον από τον διαχωρισμό γυναικών και ανδρών σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς εργασίας, σε τομείς με διαφορετικές αμοιβές ή διαφορετική χρήση των συνταξιοδοτικών ταμείων και τον διαχωρισμό σε διαφορετικά επίπεδα των οργανωτικών ιεραρχιών, και πάλι με διαφορετικές αμοιβές.

Το συνταξιοδοτικό χάσμα και η μακροζωία των γυναικών έχουν ως αποτέλεσμα η φτώχεια στην τρίτη ηλικία να πλήττει περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες. Επιπλέον, οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας βρίσκονται συχνά σε επισφαλή θέση δεδομένου ότι το συνταξιοδοτικό τους εισόδημα απορρέει από την οικογενειακή τους κατάσταση (παροχές συζύγου ή επιζώντος). H παροχή κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση έχει επίσης ως αποτέλεσμα μείωση του εισοδήματος, δεδομένου ότι η ζήτηση για εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας παραμένει χαμηλή. Το 2012 το 22% των γυναικών άνω των 65 ετών απειλούνταν από φτώχεια σε σύγκριση με το 16% των ανδρών. Παρά το γεγονός ότι το 2011 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επέβαλε με απόφασή του την υποχρέωση να χρησιμοποιούνται ενιαία αναλογιστικά δεδομένα για τα δύο φύλα σε όλα τα συστήματα, ούτως ώστε να αντιμετωπισθεί το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής των συνταξιούχων γυναικών, δεν είναι διόλου εύκολο να βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο τα συνταξιοδοτικά ταμεία θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στην πρόκληση του υψηλότερου προσδόκιμου ζωής των γυναικών.

Προκειμένου να αντιμετωπισθεί η φτώχεια των γυναικών στη φάση της συνταξιοδότησης και να εξασφαλιστούν ίσα επίπεδα συντάξεων, είναι σημαντικό να αναπτυχθούν πανευρωπαϊκά δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα του πρώτου πυλώνα που να εξασφαλίζουν επαρκή επίπεδα εισοδήματος, τα οποία θα συμπληρώνονται από επαρκείς επαγγελματικές συντάξεις. H Επιτροπή θα πρέπει να μελετήσει σε βάθος τον αντίκτυπο των διαφόρων πυλώνων, των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των δομών τους σε άντρες και γυναίκες. Με βάση τα πορίσματα, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει δράσεις και πιθανές διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστούν ίσα επίπεδα συντάξεων για άνδρες και γυναίκες σε διαφορετικά κράτη μέλη.

H βελτίωση των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων αποτελεί προϋπόθεση για την εξάλειψη της φτώχειας των ηλικιωμένων γυναικών, ενώ χρειάζονται περισσότερα ευαίσθητα ως προς το φύλο συστήματα του δεύτερου πυλώνα για την εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος. Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σήμερα εγγράφονται σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα λιγότερες γυναίκες από άνδρες. Τούτο μπορεί να διευρύνει το μεταξύ τους συνταξιοδοτικό χάσμα, δεδομένου ότι το βάρος τείνει να μετατοπισθεί στον δεύτερο πυλώνα στα κράτη μέλη. Παρομοίως, η ενίσχυση της σχέσης μεταξύ συνταξιοδοτικών εισφορών και παροχών, μέσω της οποίας «τιμωρούνται» οι περίοδοι εκτός απασχόλησης ή οι περίοδοι μειωμένων εισοδημάτων, θα ενισχύσει τις διαφορές μεταξύ των φύλων όσον αφορά την πρόσβαση στη συνταξιοδότηση και τη συνταξιοδοτική κάλυψη. Σε ορισμένα κράτη μέλη, στα οποία η μεταστροφή από τις προκαθορισμένες παροχές στις προκαθορισμένες εισφορές στις ιδιωτικές συντάξεις είναι ορατή, η έρευνα έχει καταδείξει ότι το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι σημαντικά βαθύτερο σε αυτόν τον δεύτερο πυλώνα απ’ ό,τι στον πρώτο, δημόσιο, πυλώνα.

Κάθε ευρωπαϊκή πρόταση η οποία επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα τις διατάξεις σχετικά με τις συντάξεις των πολιτών θα πρέπει να αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτής της ανισότητας. H διαφάνεια θα πρέπει επίσης να αφορά τις διευκρινίσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ενισχυθούν οι τεχνικές διατάξεις, ούτως ώστε να καλύπτουν τον υψηλότερο κίνδυνο μακροζωίας των γυναικών καθώς και τον τρόπο εξασφάλισης αμερόληπτων πληρωμών στο μέλλον.

Οι αρχές της χρηστής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης την έννοια της συνεκτίμησης της διάστασης του φύλου. Τούτο αφορά επίσης την εξατομίκευση των πληροφοριών που παρέχονται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αν και πρόκειται για αμφισβητούμενη και άρρηκτα συνδεδεμένη με τα στερεότυπα των φύλων άποψη, θεωρείται ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερες χρηματοοικονομικές γνώσεις και πιο περιορισμένη πρόσβαση στα επίσημα χρηματοπιστωτικά προϊόντα από τους άνδρες. Έρευνες του OOΣA αποκάλυψαν για παράδειγμα ότι μόνο το 49% των γυναικών γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας των τόκων ανατοκισμού έναντι 75% των ανδρών. Σε ορισμένες χώρες, σχεδόν το 60% των γυναικών δε γνωρίζουν ότι οι υψηλές επενδυτικές αποδόσεις συνδέονται με υψηλό κίνδυνο έναντι 45% των ανδρών. Οι χρηματοοικονομικές γνώσεις μπορούν να αποτελέσουν πρόκληση τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σαφής και η λεπτομερέστερη περιγραφή των κινδύνων και των χαρακτηριστικών των προϊόντων ωφελεί όλους τους χρήστες.

H σαφής και συναφής ενημέρωση των συνταξιοδοτικών ταμείων θα μπορούσε επίσης να γίνει αντιληπτή ως ανταπόκριση στην έλλειψη γνώσεων σχετικά με τα εισοδήματα συνταξιοδότησης. Οι εξατομικευμένες δηλώσεις παροχών θα προσέφεραν δυνατότητες ρητής επισήμανσης κενών από μέλη που έχουν συνταξιοδοτηθεί (σε σύγκριση με άλλα μέλη των συστημάτων) και διατύπωσης συστάσεων προς τα μέλη για αναπλήρωση των κενών αυτών. Με αυτόν τον τρόπο ενδέχεται τελικά να ενθαρρυνθούν και οι γυναίκες, οι οποίες θα αναγκαστούν κατά κάποιον τρόπο να εργάζονται συχνά «σκληρότερα» για να αποκτήσουν τις ίδιες συντάξεις με τους άνδρες, να προσχωρούν σε συνταξιοδοτικά ταμεία ή να τοποθετούν εθελοντικά τις συμπληρωματικές αποταμιεύσεις τους σε ταμεία επαγγελματικών συντάξεων.

τροπολογιεσ

Η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία    1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(2) Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να επιτρέπει στα ιδρύματα να ασκούν δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη και να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας στα μέλη και τους δικαιούχους επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων.

(2) Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να επιτρέπει στα ιδρύματα να ασκούν δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη και να εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας στα μέλη και τους δικαιούχους επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων τηρώντας πλήρως το ενωσιακό κεκτημένο στον τομέα της ισότητας των φύλων και την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων και λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές ανάγκες, μεταξύ άλλων, των γυναικών καθώς και το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων.

Τροπολογία    2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(3α) Οι επαγγελματικές συντάξεις συνιστούν - λόγω των δημογραφικών εξελίξεων στην Ευρώπη και της κατάστασης των εθνικών προϋπολογισμών - σχεδόν αναπόσπαστο στοιχείο επαρκών, ασφαλών και βιώσιμων συνταξιοδοτικών παροχών.

Τροπολογία    3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(4) Απαιτείται η λήψη μέτρων για την περαιτέρω ανάπτυξη της επικουρικής ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως είναι οι επαγγελματικές συντάξεις. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης υφίστανται ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι οι πολίτες θα βασίζονται ολοένα και περισσότερο στο μέλλον σε επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές για τη συμπλήρωσή τους. Οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές θα πρέπει να αναπτυχθούν, χωρίς ωστόσο να τίθεται υπό αμφισβήτηση η σημασία των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας, η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο κατά το γήρας και να αποτελεί συνεπώς το επίκεντρο του στόχου της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου.

(4) Παρόλο που υπεύθυνος για την εξασφάλιση επαρκών εισοδημάτων και υπηρεσιών για τους ηλικιωμένους πολίτες είναι ο δημόσιος τομέας, υπάρχει συνεχής ανάγκη λήψης μέτρων στα κράτη μέλη για την περαιτέρω ανάπτυξη των υφιστάμενων συστημάτων επαγγελματικών συντάξεων (δεύτερος πυλώνας) και, συμπληρωματικά, της ιδιωτικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης (τρίτος πυλώνας), όπως είναι οι επαγγελματικές συντάξεις, προκειμένου να διευκολυνθεί η δυνατότητα των συνταξιούχων να αποκτούν πρόσθετες υπηρεσίες προσαρμοσμένες στις προσωπικές ανάγκες τους. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης υφίστανται ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι οι πολίτες θα βασίζονται ολοένα και περισσότερο στο μέλλον σε επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές για τη συμπλήρωσή τους. Οι επαγγελματικές συνταξιοδοτικές παροχές θα πρέπει να αναπτυχθούν, χωρίς ωστόσο να τίθεται υπό αμφισβήτηση η σημασία των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης όσον αφορά την ασφάλεια, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας, η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει ένα αποδεκτό βιοτικό επίπεδο κατά το γήρας και να αποτελεί συνεπώς το επίκεντρο του στόχου της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου· πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι προϋπάρχουσες ανισότητες στην αγορά εργασίας, όπως το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, αντικατοπτρίζονται στα σωρευμένα μειονεκτήματα στον πρώτο και δεύτερο πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος και έχουν ως αποτέλεσμα χαμηλότερες συντάξεις και κίνδυνο φτώχειας στην τρίτη ηλικία.

Τροπολογία    4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 4 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(4α) Απαιτείται η λήψη μέτρων για τη διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης σε αξιοπρεπή συνταξιοδοτικά καθεστώτα για τις γυναίκες, μέσω της διόρθωσης των ανισορροπιών που δημιουργούνται εξαιτίας των ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών που εξακολουθούν να υπάρχουν στην αγορά εργασίας.

Τροπολογία    5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(5) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, διασφαλίζοντας ειδικότερα υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας των συνταξιοδοτικών παροχών και ενημερωμένο προσωπικό χρηματοοικονομικό και συνταξιοδοτικό προγραμματισμό και διευκολύνοντας τη διασυνοριακή δραστηριότητα των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και των επιχειρήσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(5) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα στην ισότητα και τη μη διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και σύνθεσης του νοικοκυριού, το δικαίωμα στην επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, διασφαλίζοντας ειδικότερα υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας των συνταξιοδοτικών παροχών και ενημερωμένο προσωπικό χρηματοοικονομικό και συνταξιοδοτικό προγραμματισμό που λαμβάνει υπόψη τις χρηματοοικονομικές γνώσεις κάθε επιμέρους μέλους ενός καθεστώτος επαγγελματικής συνταξιοδότησης και διευκολύνοντας τη διασυνοριακή δραστηριότητα των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και των επιχειρήσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

Τροπολογία    6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(6) Παρά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2003/41/ΕΚ εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά εποπτικά εμπόδια, τα οποία καθιστούν πιο δαπανηρή για τα ιδρύματα τη διασυνοριακή διαχείριση συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Επιπλέον, το υφιστάμενο ελάχιστο επίπεδο προστασίας μελών και δικαιούχων πρέπει να αυξηθεί. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των Ευρωπαίων που βασίζονται σε καθεστώτα τα οποία μεταθέτουν τους κινδύνους μακροζωίας και αγοράς από το ίδρυμα ή την επιχείρηση που προσφέρει το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό καθεστώς («χρηματοδοτούσα επιχείρηση») στο φυσικό πρόσωπο. Επιπλέον, το υφιστάμενο ελάχιστο επίπεδο παροχής πληροφοριών σε μέλη και δικαιούχους πρέπει να αυξηθεί. Οι εξελίξεις αυτές επιβάλλουν την τροποποίηση της οδηγίας.

(6) Παρά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2003/41/ΕΚ εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά εποπτικά εμπόδια, τα οποία καθιστούν πιο δαπανηρή για τα ιδρύματα τη διασυνοριακή διαχείριση συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Επιπλέον, το υφιστάμενο ελάχιστο επίπεδο προστασίας μελών και δικαιούχων πρέπει να αυξηθεί και να καθοριστεί με γνώμονα τις αρχές της Ένωσης για την απαγόρευση των διακρίσεων και την ισότητα των φύλων. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των Ευρωπαίων που βασίζονται σε καθεστώτα τα οποία μεταθέτουν τους κινδύνους μακροζωίας και αγοράς από το ίδρυμα ή την επιχείρηση που προσφέρει το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό καθεστώς («χρηματοδοτούσα επιχείρηση») στο φυσικό πρόσωπο και τα καθεστώτα αυτά ενέχουν τον κίνδυνο να αυξηθεί το φαινόμενο της φτώχειας των ηλικιωμένων, ιδίως των γυναικών, στα κράτη μέλη. Επιπλέον, το υφιστάμενο ελάχιστο επίπεδο παροχής πληροφοριών σε μέλη και δικαιούχους πρέπει να αυξηθεί και να προσαρμοστεί ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες και ανταπόκριση στις ανάγκες των μεμονωμένων μελών, ιδίως των γυναικών. Οι εξελίξεις αυτές επιβάλλουν την τροποποίηση της οδηγίας.

Τροπολογία    7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 9 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(9α) Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να εξασφαλιστούν επαρκή επίπεδα συντάξεων και να γεφυρωθεί το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων, η Επιτροπή θα πρέπει να μελετήσει εις βάθος τον αντίκτυπο των διαφόρων πυλώνων, των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των δομών τους τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες. Με βάση τα πορίσματα, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει δράσεις και πιθανές διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστούν ίσα επίπεδα συντάξεων για γυναίκες και άνδρες σε διαφορετικά κράτη μέλη.

Τροπολογία    8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 9 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(9α) Λαμβάνοντας υπόψη ότι το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων στην Ένωση ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 39%, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να βασίζεται απλώς σε κανόνες προληπτικής εποπτείας, αλλά θα πρέπει να ενθαρρύνει και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν επιπρόσθετα καθεστώτα με μηχανισμούς παρακολούθησης για τον έλεγχο των επιπτώσεών τους, να συνεισφέρουν στο συνταξιοδοτικό σύστημα του δεύτερου πυλώνα, ούτως ώστε να καλυφθεί το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ των φύλων και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των γυναικών σε αξιοπρεπή σύνταξη.

Τροπολογία    9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 13

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(13) Όταν αποσκοπούν στην εξασφάλιση οικονομικής ασφάλειας μετά τη συνταξιοδότηση, οι εισφορές που καταβάλλουν τα ιδρύματα τα οποία προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών πρέπει να μεριμνούν γενικώς για την καταβολή ισόβιας σύνταξης. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατές οι εισφορές για προσωρινή περίοδο ή η καταβολή ενός εφάπαξ ποσού.

(13) Όταν αποσκοπούν στην εξασφάλιση οικονομικής ασφάλειας μετά τη συνταξιοδότηση, οι εισφορές που καταβάλλουν τα ιδρύματα τα οποία προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών πρέπει να μεριμνούν γενικώς για την καταβολή ισόβιας σύνταξης. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατές οι εισφορές για προσωρινή περίοδο ή η καταβολή ενός εφάπαξ ποσού. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξεύρει απλούς και φιλικούς προς τον χρήστη τρόπους για να καταστήσει κατανοητή την ποιότητα των συνταξιοδοτικών προϊόντων του δεύτερου και τρίτου πυλώνα για γυναίκες και άντρες και να αναπτύξει πρότυπα ενημέρωσης και προστασίας των καταναλωτών μέσω εθελοντικών κωδίκων δεοντολογίας και, ενδεχομένως, μέσω της ανάπτυξης ενός συνοπτικού, φιλικού προς τον χρήστη ενωσιακού συστήματος πιστοποίησης (συνταξιοδοτική σφραγίδα) για προϊόντα τέτοιου είδους.

Τροπολογία    10

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 14

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14) Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν θα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας αλλά θα απολαμβάνουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Η δέουσα κάλυψη των βιομετρικών κινδύνων στο πλαίσιο των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων αποτελεί σημαντική πτυχή της καταπολέμησης της φτώχειας και της ανασφάλειας μεταξύ των ηλικιωμένων. Κατά τον καθορισμό ενός συνταξιοδοτικού πλαισίου, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι, ή οι αντίστοιχοι εκπρόσωποί τους, εξετάζουν τη δυνατότητα να περιλαμβάνεται στο πλαίσιο αυτό η κάλυψη του κινδύνου μακροζωίας και των κινδύνων της ανικανότητας απασχόλησης, καθώς και πρόβλεψη για επιζώντα προστατευόμενα άτομα.

(14) Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι οι αγρότες, οι μητέρες που ανατρέφουν παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με ειδικές ανάγκες δεν θα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας αλλά θα απολαμβάνουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ενώ στο πλαίσιο αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερα επισφαλής κατάσταση των ηλικιωμένων γυναικών. Η δέουσα κάλυψη των βιομετρικών κινδύνων στο πλαίσιο των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων αποτελεί σημαντική πτυχή της καταπολέμησης της φτώχειας και της ανασφάλειας μεταξύ των ηλικιωμένων. Κατά τον καθορισμό ενός συνταξιοδοτικού πλαισίου, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι, ή οι αντίστοιχοι εκπρόσωποί τους, εξετάζουν τη δυνατότητα να περιλαμβάνεται στο πλαίσιο αυτό η κάλυψη του κινδύνου μακροζωίας και των κινδύνων της ανικανότητας απασχόλησης, οι περίοδοι απουσίας από την απασχόληση για την ανατροφή παιδιών, καθώς και πρόβλεψη για επιζώντα προστατευόμενα άτομα, ούτως ώστε να παρέχεται στους ηλικιωμένους η δυνατότητα να αποκτούν θέση σε οίκους ευγηρίας εάν δεν μπορούν πλέον να ζουν μόνοι τους.

Τροπολογία    11

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 17

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(17) Προκειμένου να προστατευθούν τα μέλη και οι δικαιούχοι, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών θα πρέπει να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και στις πράξεις που απορρέουν από αυτές.

(17) Προκειμένου να προστατευθούν τα μέλη και οι δικαιούχοι, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών θα πρέπει να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και στις πράξεις που απορρέουν από αυτές και να παράσχουν στα μέλη και στους δικαιούχους σαφείς και ουσιαστικές πληροφορίες με σκοπό τη διασφάλιση χρηστής διακυβέρνησης και διαχείρισης των κινδύνων.

Τροπολογία    12

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 20

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(20) Δεδομένου ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και αναλαμβάνουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα εποπτικά πρότυπα όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους.

(20) Δεδομένου ότι τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών είναι συνταξιοδοτικά ιδρύματα που εξυπηρετούν – κατά πρώτο και κύριο λόγο – κοινωνικό σκοπό και αναλαμβάνουν μεγάλη ευθύνη όσον αφορά τη χορήγηση επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένα ελάχιστα εποπτικά πρότυπα όσον αφορά τις δραστηριότητες και τους όρους λειτουργίας τους. Ο κοινωνικός ρόλος των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και η τριγωνική σχέση μεταξύ του εργαζόμενου, του εργοδότη και των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) θα πρέπει να αναγνωρισθούν πλήρως και να υποστηριχθούν ως κατευθυντήρια αρχή της παρούσας οδηγίας και θα πρέπει να ενθαρρυνθούν τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα τα οποία βασίζονται σε συλλογικές συμφωνίες που λαμβάνουν υπόψη τη διάσταση του φύλου, δεδομένου ότι θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ισότητας των φύλων και τη μείωση των ανισοτήτων μεταξύ γυναικών και ανδρών όσον αφορά τις συντάξεις.

Τροπολογία    13

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 36

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(36) Μερικοί κίνδυνοι δεν είναι δυνατόν να μειωθούν μέσω ποσοτικών απαιτήσεων οι οποίες αντικατοπτρίζονται στα τεχνικά αποθεματικά και στις απαιτήσεις χρηματοδότησης, αλλά μπορούν να αντιμετωπιστούν κατάλληλα μόνον μέσω απαιτήσεων διακυβέρνησης. Επομένως, η διασφάλιση αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης είναι ουσιώδους σημασίας για την κατάλληλη διαχείριση των κινδύνων. Τα συστήματα αυτά θα πρέπει να είναι ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων.

(36) Μερικοί κίνδυνοι δεν είναι δυνατόν να μειωθούν μέσω ποσοτικών απαιτήσεων οι οποίες αντικατοπτρίζονται στα τεχνικά αποθεματικά και στις απαιτήσεις χρηματοδότησης, αλλά μπορούν να αντιμετωπιστούν κατάλληλα μόνον μέσω απαιτήσεων διακυβέρνησης. Επομένως, η διασφάλιση αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης είναι ουσιώδους σημασίας για την κατάλληλη διαχείριση των κινδύνων και την εξασφάλιση ίσων δικαιωμάτων προστασίας σε όλα τα μέλη του καθεστώτος. Τα συστήματα αυτά θα πρέπει να είναι ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων.

Τροπολογία    14

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 39

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(39) Όλα τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν βασικές λειτουργίες θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις ικανότητας και ήθους. Ωστόσο, μόνο τα πρόσωπα που ασκούν βασικές λειτουργίες θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις κοινοποίησης προς την αρμόδια αρχή.

(39) Όλα τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν βασικές λειτουργίες θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις ικανότητας και ήθους και να χαρακτηρίζονται από ορισμένο βαθμό ακεραιότητας, δηλαδή, μεταξύ άλλων, να επιδεικνύουν ευαισθησία σε θέματα φύλου. Ωστόσο, μόνο τα πρόσωπα που ασκούν βασικές λειτουργίες θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις κοινοποίησης προς την αρμόδια αρχή.

Τροπολογία    15

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 41

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(41) Είναι ουσιαστικής σημασίας να βελτιώσουν τα ιδρύματα τη διαχείριση των κινδύνων, ώστε τα δυνητικά τρωτά σημεία που αφορούν τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος να γίνονται ορθά κατανοητά και να συζητούνται με τις αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο των οικείων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, τα ιδρύματα θα πρέπει να εκπονούν αξιολόγηση των κινδύνων των δραστηριοτήτων τους σε σχέση με τις συντάξεις. Η εν λόγω αξιολόγηση κινδύνων θα πρέπει να τίθεται επίσης στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Στην αξιολόγηση, τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν, μεταξύ άλλων, ποσοτική περιγραφή των βασικών στοιχείων που καθορίζουν τη χρηματοδοτική θέση τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, την αποτελεσματικότητα του συστήματος διαχείρισης των κινδύνων και την ικανότητα συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις για τα τεχνικά αποθεματικά. Η αξιολόγηση των κινδύνων θα πρέπει να περιλαμβάνει νέους ή αναδυόμενους κινδύνους, όπως κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων ή το περιβάλλον.

(41) Είναι ουσιαστικής σημασίας να βελτιώσουν τα ιδρύματα τη διαχείριση των κινδύνων, ώστε τα δυνητικά τρωτά σημεία που αφορούν τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος να γίνονται ορθά κατανοητά και να συζητούνται με τις αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο των οικείων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, τα ιδρύματα θα πρέπει να εκπονούν αξιολόγηση των κινδύνων των δραστηριοτήτων τους σε σχέση με τις συντάξεις. Η εν λόγω αξιολόγηση κινδύνων θα πρέπει να τίθεται επίσης στη διάθεση των πελατών και των αρμόδιων αρχών. Στην αξιολόγηση, τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν, μεταξύ άλλων, ποσοτική περιγραφή των βασικών στοιχείων που καθορίζουν τη χρηματοδοτική θέση τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, την αποτελεσματικότητα του συστήματος διαχείρισης των κινδύνων και την ικανότητα συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις για τα τεχνικά αποθεματικά, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας διαφοροποίησης μεταξύ των τεχνικών αποθεματικών για τους άντρες και για τις γυναίκες. Η αξιολόγηση των κινδύνων θα πρέπει να περιλαμβάνει νέους ή αναδυόμενους κινδύνους, όπως κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τη χρήση πόρων ή το περιβάλλον.

Τροπολογία    16

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 46

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(46) Τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν σαφείς και επαρκείς πληροφορίες σε υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους προς υποστήριξη των αποφάσεων που αυτοί λαμβάνουν σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους και να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας στο σύνολο των διάφορων φάσεων ενός καθεστώτος, οι οποίες περιλαμβάνουν τη φάση προ της ένταξης, τη συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης της φάσης προ της συνταξιοδότησης) και τη φάση μετά τη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών, τους κινδύνους και τις εγγυήσεις καθώς και τα έξοδα. Εάν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, τυχόν διαθέσιμες επιλογές και τις προηγούμενες επιδόσεις είναι επίσης καθοριστικής σημασίας.

(46) Τα ιδρύματα θα πρέπει να παρέχουν σαφείς και επαρκείς πληροφορίες σε υποψήφια μέλη, μέλη και δικαιούχους προς υποστήριξη των αποφάσεων που αυτοί λαμβάνουν σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους και να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας στο σύνολο των διάφορων φάσεων ενός καθεστώτος, οι οποίες περιλαμβάνουν τη φάση προ της ένταξης, τη συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης της φάσης προ της συνταξιοδότησης), τις περιόδους εκτός απασχόλησης ή της περιόδους μειωμένων ωρών απασχόλησης και τη φάση μετά τη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα σωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή τα προβλεπόμενα επίπεδα συνταξιοδοτικών παροχών, σε σύγκριση με άλλα μέλη και δικαιούχους του καθεστώτος, τους κινδύνους και τις εγγυήσεις καθώς και τα έξοδα. Εάν τα μέλη φέρουν επενδυτικό κίνδυνο, πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επενδυτικό προφίλ, τυχόν διαθέσιμες επιλογές και οι προηγούμενες και προβλεπόμενες επιδόσεις, το προφίλ κινδύνου και η διάρθρωση των δαπανών θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά και να παρέχονται σε σαφώς κατανοητή μορφή, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών επιπέδων χρηματοοικονομικών γνώσεων των μελών του καθεστώτος. Η σαφής και επαρκής πληροφόρηση δεν θα πρέπει να αποσκοπεί μόνο στην παροχή μέγιστου όγκου πληροφοριών, αλλά θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες του χρήστη και σύμφωνες με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, ιδίως όσον αφορά την προσβασιμότητα και την πρόσβαση σε πληροφορίες, και ότι λαμβάνονται υπόψη οι χρηματοοικονομικές γνώσεις κάθε μέλους. Η ενημέρωση και η προστασία των καταναλωτών θα μπορούσαν να καταρτιστούν σε συνοπτική μορφή και να καταστούν εύληπτες μέσω εθελοντικών κωδίκων δεοντολογίας και, ενδεχομένως, μέσω ενός συνοπτικού, φιλικού προς τον χρήστη ενωσιακού συστήματος πιστοποίησης (συνταξιοδοτική σφραγίδα).

Τροπολογία    17

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 47

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(47) Προτού ενταχθούν σε ένα καθεστώς, τα υποψήφια μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να προβούν σε επιλογή μετά γνώσεως των πραγμάτων, όπως δυνατότητες εξαίρεσης, εισφορές, έξοδα και επενδυτικές επιλογές, όπου συντρέχει περίπτωση.

(47) Προτού ενταχθούν σε ένα καθεστώς, τα υποψήφια μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να προβούν σε επιλογή μετά γνώσεως των πραγμάτων, όπως δυνατότητες εξαίρεσης, επιπτώσεις κενών στη σταδιοδρομία ή συμβάσεων μερικής απασχόλησης, εισφορές, έξοδα και επενδυτικές επιλογές, όπου συντρέχει περίπτωση.

Τροπολογία    18

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 49

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(49) Τα ιδρύματα πρέπει να ενημερώνουν τα μέλη εγκαίρως πριν από τη συνταξιοδότησή τους σχετικά με τις επιλογές πληρωμής. Εάν η συνταξιοδοτική παροχή δεν καταβάλλεται ως ισόβια ετήσια πρόσοδος, τα μέλη που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση θα πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα προϊόντα καταβολής των παροχών, ώστε να διευκολύνεται ο χρηματοοικονομικός προγραμματισμός της συνταξιοδότησης.

(49) Τα ιδρύματα πρέπει να ενημερώνουν τα μέλη εγκαίρως πριν από τη συνταξιοδότησή τους σχετικά με τις επιλογές πληρωμής. Εάν η συνταξιοδοτική παροχή δεν καταβάλλεται ως ισόβια ετήσια πρόσοδος, τα μέλη που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση θα πρέπει να λαμβάνουν σαφείς, εξατομικευμένες και εδικές ανά φύλο πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα προϊόντα καταβολής των παροχών, ώστε να διευκολύνεται ο χρηματοοικονομικός προγραμματισμός της συνταξιοδότησης.

Τροπολογία    19

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 11 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, και λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο των παροχών των εθνικών συστημάτων ασφάλισης, τα κράτη μέλη δύνανται να μεριμνούν ώστε να προσφέρεται ως παροχή στα μέλη η επιλογή για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με μακροζωία και επαγγελματική αναπηρία, παροχή για επιζώντα εξαρτώμενα μέλη και παροχή εγγύησης για την επιστροφή των καταβληθεισών συνεισφορών, εάν έτσι συμφωνήσουν οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή οι αντίστοιχοι εκπρόσωποί τους.

2. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, και λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο των παροχών των εθνικών συστημάτων ασφάλισης, τα κράτη μέλη δύνανται να μεριμνούν ώστε να καθιερωθεί εθνική ελάχιστη σύνταξη, η οποία όμως πρέπει να είναι υψηλότερη από το όριο της φτώχειας, και να προσφέρεται ως παροχή στα μέλη η επιλογή για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με μακροζωία και επαγγελματική αναπηρία, παροχή για επιζώντα εξαρτώμενα μέλη και παροχή εγγύησης για την επιστροφή των καταβληθεισών συνεισφορών, εάν έτσι συμφωνήσουν οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή οι αντίστοιχοι εκπρόσωποί τους.

Τροπολογία    20

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διασφαλίζουν ότι όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν πραγματικά τη διοίκηση του ιδρύματος ή ασκούν άλλες βασικές λειτουργίες πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους:

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διασφαλίζουν ότι στα διοικητικά τους όργανα υπάρχει ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και ότι όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν πραγματικά τη διοίκηση του ιδρύματος ή ασκούν άλλες βασικές λειτουργίες θα πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους:

Τροπολογία    21

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 1 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

β) χαίρουν υπόληψης και χαρακτηρίζονται από ακεραιότητα (απαίτηση για ήθος).

β) χαίρουν υπόληψης και χαρακτηρίζονται από ακεραιότητα, δηλαδή, μεταξύ άλλων, επιδεικνύουν ευαισθησία σε θέματα φύλου (απαίτηση για ήθος).

Τροπολογία    22

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τακτικά σχετικές πληροφορίες για την πολιτική αποδοχών, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

2. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τακτικά σχετικές πληροφορίες για την πολιτική αποδοχών, χρησιμοποιώντας ειδικούς δείκτες για να συνδέσουν τις αποδοχές με τη διαχείριση βάσει ικανοτήτων και ήθους, την ακεραιότητα και την ισότητα των φύλων, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Τροπολογία    23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 24 – παράγραφος 3 – στοιχείο α – περίπτωση 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

- υφίσταται σαφής, διάφανη και αποτελεσματική διακυβέρνηση όσον αφορά τις αποδοχές και την εποπτεία τους.

- υφίσταται σαφής, διάφανη, ευαισθητοποιημένη ως προς τη διάσταση του φύλου και αποτελεσματική διακυβέρνηση όσον αφορά τις αποδοχές και την εποπτεία τους.

Τροπολογία    24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διαθέτουν λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλογιστική λειτουργία. Οι δίαυλοι αναφοράς που συνδέονται με κάθε βασική λειτουργία διασφαλίζουν την ικανότητα της εν λόγω λειτουργίας να ασκεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά, με αντικειμενικό, δίκαιο και ανεξάρτητο τρόπο.

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να διαθέτουν λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, λειτουργία εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλογιστική λειτουργία. Οι δίαυλοι αναφοράς που συνδέονται με κάθε βασική λειτουργία διασφαλίζουν την ικανότητα της εν λόγω λειτουργίας να ασκεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά, με αντικειμενικό, δίκαιο, ευαισθητοποιημένο ως προς τη διάσταση του φύλου και ανεξάρτητο τρόπο.

Τροπολογία    25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 28 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ) αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών·

γ) αξιολογεί την επάρκεια, την ποιότητα και την ευαισθησία ως προς τη διάσταση του φύλου των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών·

Τροπολογία    26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 29 – παράγραφος 2 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ) την ικανότητα συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα τεχνικά αποθεματικά βάσει του άρθρου 14·

γ) την ικανότητα συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα τεχνικά αποθεματικά βάσει του άρθρου 14, χωρίς να δημιουργούνται έμμεσες διακρίσεις εις βάρος των γυναικών·

Τροπολογία    27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 38 – παράγραφος 2 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α) επικαιροποιούνται τακτικά·

α) επικαιροποιούνται τακτικά και προσαρμόζονται στις ανάγκες των επιμέρους μελών, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές κατανόησης που σχετίζονται με το φύλο και την ηλικία·

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Δραστηριότητες και εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2014)0167 – C7-0112/2014 – 2014/0091(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

14.4.2014

 

 

 

Γνωμοδότηση της

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

FEMM

14.4.2014

Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Sirpa Pietikäinen

17.10.2014

Εξέταση στην επιτροπή

30.3.2015

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

6.5.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

25

6

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Daniela Aiuto, Maria Arena, Catherine Bearder, Beatriz Becerra Basterrechea, Vilija Blinkevičiūtė, Anna Maria Corazza Bildt, Viorica Dăncilă, Iratxe García Pérez, Anna Hedh, Mary Honeyball, Elisabeth Köstinger, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz, Angelika Mlinar, Angelika Niebler, Maria Noichl, Marijana Petir, Terry Reintke, Liliana Rodrigues, Jordi Sebastià, Ángela Vallina, Beatrix von Storch, Anna Záborská, Jana Žitňanská, Inês Cristina Zuber

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Stefan Eck, Constance Le Grip, Georg Mayer, Sirpa Pietikäinen, Monika Vana, Julie Ward

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Isabella Adinolfi

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Δραστηριότητες και εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2014)0167 – C7-0112/2014 – 2014/0091(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

19.3.2014

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

14.4.2014

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

EMPL

14.4.2014

JURI

14.4.2014

FEMM

14.4.2014

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

JURI

3.9.2014

 

 

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Brian Hayes

22.7.2014

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

14.4.2015

15.9.2015

9.11.2015

 

Ημερομηνία έγκρισης

25.1.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

47

3

7

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gerolf Annemans, Burkhard Balz, Pervenche Berès, Fabio De Masi, Markus Ferber, Jonás Fernández, Elisa Ferreira, Sven Giegold, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Petr Ježek, Othmar Karas, Werner Langen, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Fulvio Martusciello, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Dariusz Rosati, Pirkko Ruohonen-Lerner, Molly Scott Cato, Kay Swinburne, Paul Tang, Ernest Urtasun, Marco Valli, Tom Vandenkendelaere, Cora van Nieuwenhuizen, Miguel Viegas, Jakob von Weizsäcker, Pablo Zalba Bidegain, Marco Zanni, Σωτήριος Ζαριανόπουλος, Γεώργιος Κύρτσος, Νότης Μαριάς, Κώστας Μαυρίδης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Enrique Calvet Chambon, Nessa Childers, Bas Eickhout, Ildikó Gáll-Pelcz, Sophia in ‘t Veld, Ramón Jáuregui Atondo, Rina Ronja Kari, Paloma López Bermejo, Thomas Mann, Tibor Szanyi, Nils Torvalds, Beatrix von Storch, Εύα Καϊλή, Ева Паунова

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pascal Arimont, Mark Demesmaeker, Theresa Griffin, Marc Tarabella

Ημερομηνία κατάθεσης

28.1.2016

(1)

ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.

(2)

* Τροπολογίες: το νέο ή το τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες· οι διαγραφές σημειώνονται με το σύμβολο ▌.

(3)

  Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235, 23.9.2003, σ. 10).

(4)

  Βλ. παράρτημα Ι μέρος Α.

(5)

  EE L 331, 15.12.2010, σ. 48.

(6)

α  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335, 17.12.2009, σ. 1).

(7)

  ΕΕ L 283, 31.5.2013, σ. 23.

(8)

  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 31).

(9)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, 12.1.2001, σ. 1).

(10)

  ΕΕ C 369, 17.12.2011, σ. 14.

(11)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, 30.4.2004, σ. 1).

(12)

  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284, 30.10.2009, σ. 1).

(13)

  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302, 17.11.2009, σ. 32).

(14)

  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335, 17.12.2009, σ. 1).

(15)

  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174, 1.7.2011, σ. 1).

(16)

  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176, 27.6.2013, σ. 338).

(17)

  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173, 12.6.2014, σ. 349).

(18)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302, 17.11.2009, σ. 1).

(19)

  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 31).

(20)

  ΕΕ

(21)

ΕΕ L 335, 17.12.2009, σ. 1.

(22)

Max Andersson, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Κώστας Χρυσόγονος, Therese Comodini Cachia, Mady Delvaux-Stehres, Andrzej Sebastian Duda, Rosa Estaràs Ferragut, Laura Ferrara, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Heidi Hautala, Mary Honeyball, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Dietmar Köster, Gilles Lebreton, António Marinho e Pinto, Victor Negrescu, Emil Radev, Evelyn Regner, Virginie Rozière, Pavel Svoboda, Axel Voss, και Tadeusz Zwiefka.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου