Διαδικασία : 2016/2005(ACI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0039/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0039/2016

Συζήτηση :

PV 08/03/2016 - 13
CRE 08/03/2016 - 13

Ψηφοφορία :

PV 09/03/2016 - 11.7
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0081

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 814kWORD 232k
25.2.2016
PE 575.118v01-00 A8-0039/2016

σχετικά με τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

(2016/2005(ACI))

Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

Εισηγήτρια: Danuta Maria Hübner

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(2016/2005(ACI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων στις 16 Δεκεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο διοργανικής συμφωνίας σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 295 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη της πρόταση της Επιτροπής για τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (COM(2015)0216 και παραρτήματα),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία πλαίσιο της 20ής Οκτωβρίου 2010 για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(1) («η συμφωνία πλαίσιο του 2010»),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου 2003 για τη βελτίωση της νομοθεσίας, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(2) («Διοργανική Συμφωνία του 2003»),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ και την επικουρικότητα και την αναλογικότητα – 19η έκθεση «Βελτίωση της νομοθεσίας» για το 2011(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με το Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2016(4),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης και 19ης Φεβρουαρίου 2016,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0039/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Κοινοβουλίου για επαναδιαπραγμάτευση της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας του 2003 προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο νομοθετικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, να παγιωθούν οι τρέχουσες βέλτιστες πρακτικές και να επικαιροποιηθεί η συμφωνία με βάση το θεματολόγιο για τη βελτίωση της νομοθεσίας·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή των Περιφερειών, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή καθώς και πολλά εθνικά κοινοβούλια έχουν εκφράσει τις απόψεις τους σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Μαΐου 2015 με τίτλο «βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα – ένα θεματολόγιο της ΕΕ» (COM(2015)0215), την προαναφερθείσα πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας καθώς και τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των θεσμικών οργάνων σχετικά με μια νέα διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο, στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 2015, επικρότησε την έναρξη διαπραγματεύσεων για μια νέα διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας και καθόρισε μια σειρά προτεραιοτήτων, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό, τη διενέργεια διεξοδικότερων εκτιμήσεων αντικτύπου των σχεδίων νομοθετικών διατάξεων, την ισότιμη μεταχείριση των δύο βραχιόνων της νομοθετικής εξουσίας καθόλη την διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη διενέργεια κατάλληλων διοργανικών διαβουλεύσεων, την περαιτέρω εξέταση των προτάσεων και συστάσεων του Κοινοβουλίου από την Επιτροπή και τη λεπτομερή αιτιολόγηση για κάθε σκοπούμενη ανάκληση·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διοργανικές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν επισήμως στις 25 Ιουνίου 2015·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 16 Δεκεμβρίου 2015 η Διάσκεψη των Προέδρων ενέκρινε, κατά πλειοψηφία, την προσωρινή συμφωνία που είχε επιτευχθεί στις 8 Δεκεμβρίου 2015 μεταξύ των διαπραγματευτικών ομάδων των τριών θεσμικών οργάνων σχετικά με το κείμενο μιας νέας διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας («η νέα ΔΣ»)·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη νέα ΔΣ πρόκειται να αντικατασταθεί η διοργανική συμφωνία του 2003 και η διοργανική κοινή προσέγγιση για την εκτίμηση επιπτώσεων του Νοεμβρίου 2005 και ότι στόχος του παραρτήματος της νέας ΔΣ είναι να αντικαταστήσει την κοινή συνεννόηση του 2011 για τις κατ̕ εξουσιοδότηση πράξεις·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ, η νέα ΔΣ δεν θίγει τη συμφωνία πλαίσιο του 2010·

H.  λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας πλαίσιο του 2010 ενδέχεται να καταστούν απαρχαιωμένες ή να πρέπει να επικαιροποιηθούν συνεπεία της νέας ΔΣ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη νέα ΔΣ επιδιώκεται η αύξηση των διοργανικών διαπραγματεύσεων, ιδίως όσον αφορά τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της σύναψης διεθνών συμφωνιών και τα κριτήρια για την εφαρμογή των άρθρων 290 και 291 ΣΛΕΕ για τις κατ̕ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις αντιστοίχως·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες διατάξεις του Κανονισμού του Κοινοβουλίου θα πρέπει να προσαρμοστούν συνεπεία της νέας ΔΣ, όπως οι διατάξεις σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής και τον έλεγχο της νομικής βάσης των νομοθετικών πράξεων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα ΔΣ αντιμετωπίζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τις κύριες επιφυλάξεις που έχει εκφράσει η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου σε έγγραφό της με τίτλο «Συμβολή της Επιτροπής AFCO στη διαμόρφωση της θέσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την αναθεώρηση της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθέτησης» της 22ας Απριλίου 2015·

1.  επικροτεί τη συμφωνία που έχει επιτευχθεί μεταξύ των θεσμικών οργάνων και θεωρεί ότι αυτή αποτελεί μια καλή βάση για την ανάπτυξη μιας νέας περισσότερο ειλικρινούς και διαφανούς σχέσης μεταξύ τους με στόχο τη βελτίωση της νομοθέτησης προς όφελος των πολιτών της Ένωσης·

2.  εκφράζει τη βαθειά του λύπη για το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της βελτίωσης της νομοθέτησης, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη διοργανική συμφωνία δεν τηρήθηκε η πάγια πρακτική όσον αφορά τη διαδικασία σε επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

3.  επικροτεί, ειδικότερα, τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων όσον αφορά τον πολυετή και ετήσιο διοργανικό προγραμματισμό, την περαιτέρω εξέταση των νομοθετικών πρωτοβουλιών του Κοινοβουλίου από την Επιτροπή καθώς και την παροχή αιτιολογήσεων και την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων σε περίπτωση που πρόκειται να ανακληθούν νομοθετικές προτάσεις· τονίζει ότι το γεγονός ότι έχει συμφωνηθεί να δοθεί μεγάλη προσοχή στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής δεν δικαιολογεί κανενός είδους περιορισμό των ίδιων νομοθετικών αρμοδιοτήτων ή του δικαιώματος πρωτοβουλίας του Κοινοβουλίου· επιδοκιμάζει επίσης τη συμφωνηθείσα ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των οργάνων σε περίπτωση που πρόκειται να τροποποιηθεί η νομική βάση μιας πράξης και επιβεβαιώνει την ισχυρή του βούληση να αντιταχθεί σε κάθε απόπειρα υπονόμευσης των νομοθετικών αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέσω μιας τροποποίησης της νομικής βάσης·

4.  υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα των διατάξεων της νέας ΔΣ σχετικά με τα μέσα για τη βελτίωση της νομοθέτησης (εκτιμήσεις αντικτύπου, δημόσιες διαβουλεύσεις και διαβουλεύσεις με ενδιαφερόμενα μέρη, αξιολογήσεις κ.τ.λ.) προκειμένου να εξασφαλισθεί μια διαδικασία λήψης αποφάσεων χωρίς αποκλεισμούς και με διαφάνεια που θα βασίζεται σε πλήρεις πληροφορίες καθώς και η ορθή εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων, ταυτόχρονα δε επισημαίνει ότι με τις διατάξεις αυτές διασφαλίζονται οι προνομίες των νομοθετικών οργάνων· πιστεύει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου πρέπει να είναι πλήρεις και ισόρροπες και θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αξιολογούν το κόστος που θα υποστούν οι παραγωγοί, οι καταναλωτές, οι εργαζόμενοι, οι διοικητικές υπηρεσίες και το περιβάλλον σε περίπτωση που δεν εκδοθούν οι απαραίτητες νομοθετικές διατάξεις· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι στο κείμενο για τις εκτιμήσεις αντικτύπου τα τρία θεσμικά όργανα δεν δεσμεύονται σε επαρκή βαθμό να συμπεριλάβουν στις εκτιμήσεις αντικτύπου που διενεργούν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) καθώς και ελέγχους ανταγωνιστικότητας· τονίζει ότι είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη και να υπάρχει μέριμνα για τις ανάγκες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) σε όλα τα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2015 σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας, οι εκθέσεις εκτίμησης αντικτύπου θα πρέπει να περιλαμβάνουν εκτίμηση αντικτύπου στις ΜΜΕ και καλεί την Επιτροπή να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες για την πρακτική αυτή· επικροτεί τον στόχο που έγκειται στη βελτίωση της μεταφοράς και της εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας, μεταξύ άλλων μέσω του αποτελεσματικότερου εντοπισμού των εθνικών μέτρων που δεν απαιτούνται από την ενωσιακή νομοθεσία που πρόκειται να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο («νομοθετικός υπερθεματισμός»), λαμβανομένου υπόψη ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν αυστηρότερες διατάξεις, εφόσον στο ενωσιακό δίκαιο προβλέπονται μόνο ελάχιστοι κανόνες· αναμένει από τα κράτη μέλη να αναφέρουν και να τεκμηριώσουν σαφώς τα μέτρα αυτά·

5.   επισημαίνει ότι το σωρευτικό κόστος της νομοθέτησης μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στις επιχειρήσεις και τα άτομα που αποτελούν αντικείμενο των διατάξεων της Ένωσης·

6.  σημειώνει την επιστολή του πρώτου αντιπροέδρου της Επιτροπής με ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2015 σχετικά με τη λειτουργία της νεοσύστατης επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου, η οποία θα ελέγχει την ποιότητα των εκτιμήσεων αντικτύπου της Επιτροπής (χωρίς ωστόσο να της παρέχεται δικαίωμα αρνησικυρίας επί νομοθετικών προτάσεων το οποίο ανήκει στην αρμοδιότητα των εκλεγμένων αρχών)· επισημαίνει ότι στο ψήφισμά του, της 27ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής για την εκτίμηση αντικτύπου και τον ρόλο του «τεστ ΜΜΕ»(5)είχε ζητήσει να ενισχυθεί η ανεξαρτησία της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου («πρώην επιτροπή εκτίμησης αντικτύπου») και να μην υπόκεινται τα μέλη της επιτροπής σε πολιτικό έλεγχο· πιστεύει, στη συνάρτηση αυτή, ότι η σύσταση της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου αποτελεί ένα θετικό πρώτο βήμα προκειμένου να επιτευχθεί η ανεξαρτησία αυτή· τονίζει ότι και τα νομοθετικά όργανα μπορούν να διενεργούν τις δικές τους εκτιμήσεις αντικτύπου, όταν κρίνουν ότι αυτό είναι απαραίτητο· επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου δεν υποκαθιστούν τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων· υπογραμμίζει εξάλλου, ότι η νέα ΔΣ προβλέπει ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των θεσμικών οργάνων για τις βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες που αφορούν τις εκτιμήσεις αντικτύπου, παρέχοντας κατ̕ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να αναθεωρείται εγκαίρως ο τρόπος λειτουργίας της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου με στόχο την επίτευξη μιας κοινής μεθοδολογίας··

7.  επικροτεί το γεγονός ότι τα τρία θεσμικά όργανα συμφώνησαν να συνεργαστούν προκειμένου να επικαιροποιήσουν και να απλοποιήσουν τις νομοθετικές διατάξεις και να ανταλλάξουν απόψεις επί του θέματος αυτού πριν από την οριστικοποίηση του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής· τονίζει τη σημασία της συμφωνηθείσας «ετήσιας επισκόπησης του άχθους» ως μέσου προκειμένου να αναγνωρίζονται και να παρακολουθούνται, με σαφήνεια και διαφάνεια, τα αποτελέσματα των προσπαθειών της Ένωσης, προκειμένου να αποτρέπονται και να μειώνονται οι υπερβολικές ρυθμίσεις και τα διοικητικά βάρη, στην επισκόπηση δε αυτή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ένας κατάλογος που αφορά ειδικά τις ΜΜΕ και που διακρίνει μεταξύ βαρών που προκύπτουν από μεμονωμένες προτάσεις της Επιτροπής και από νομοθετικές πράξεις μεμονωμένων κρατών μελών· τονίζει ότι η εφικτότητα και η σκοπιμότητα του καθορισμού στόχων για τη μείωση του βάρους σε συγκεκριμένους τομείς πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση σε στενή συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων· αναμένει από την Επιτροπή να προτείνει, τακτικά, την κατάργηση νομοθετικών πράξεων, εφόσον η κατάργηση αυτή θεωρείται επιβεβλημένη· χαιρετίζει στη συνάρτηση αυτή το γεγονός ότι τα τρία θεσμικά όργανα έχουν συμφωνήσει ότι, στο πλαίσιο των εκτιμήσεων αντικτύπου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η επίπτωση των προτάσεων στα διοικητικά βάρη, ιδίως όσον αφορά μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· αναγνωρίζει ότι με κατάλληλες νομοθετικές διατάξεις της Ένωσης και ειδικότερα με την αντικατάσταση 28 διαφορετικών ρυθμιστικών καθεστώτων από ένα ενιαίο ρυθμιστικό καθεστώς για την εσωτερική αγορά μπορούν να μειωθούν τα διοικητικά βάρη για τις ΜΜΕ·

8.  φρονεί ότι έχει κατ̕ αρχήν επιτευχθεί μια ισόρροπη λύση όσον αφορά τις κατ̕ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις, με την οποία διασφαλίζεται διαφάνεια και ισοτιμία μεταξύ των νομοθετικών οργάνων, τονίζει ωστόσο ότι πρέπει να επιτευχθεί ταχέως συμφωνία σχετικά με κατάλληλα κριτήρια οριοθέτησης για τις κατ̕ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις καθώς και μια άμεση προσαρμογή όλων των βασικών νομοθετικών πράξεων στο ρυθμιστικό πλαίσιο που έχει θεσπισθεί με τη Συνθήκη της Λισαβόνας·

9.  αναγνωρίζει ότι τα μέτρα που συμφωνήθηκαν προκειμένου να βελτιωθεί η αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου υπό την ιδιότητά τους ως νομοθετών αποτελεί βήμα προόδου· θεωρεί, ωστόσο, ότι τα μέτρα αυτά θα πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω, ιδίως υπό όρους αμοιβαίας πρόσβασης σε πληροφορίες και συμμετοχής σε συνεδριάσεις, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία πραγματική ισορροπία και ίση μεταχείριση μεταξύ των νομοθετικών οργάνων καθ̕ όλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, και να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με την αρχή της αμοιβαίας ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των οργάνων· απευθύνει προειδοποίηση ότι οι άτυπες ανταλλαγές πληροφοριών που έχουν συμφωνηθεί δεν θα πρέπει να εξελιχθούν σε ένα νέο πεδίο αδιαφανών διοργανικών διαπραγματεύσεων·

10.  επισημαίνει ότι η ΣΛΕΕ προβλέπει μια συνήθη νομοθετική διαδικασία με τρεις αναγνώσεις· τονίζει ότι, όταν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ασκούν πλήρως τις αρμοδιότητές τους στη νομοθετική διαδικασία, οι συμφωνίες σε δεύτερη ανάγνωση θα πρέπει να αποτελούν τη συνήθη διαδικασία, ενώ οι συμφωνίες σε πρώτη ανάγνωση θα πρέπει αντιθέτως να εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που έχει ληφθεί μια αιτιολογημένη και ρητή απόφαση·

11.  επιδοκιμάζει τη δέσμευση που έχει αναληφθεί προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια των νομοθετικών διαδικασιών, υπογραμμίζει ωστόσο ότι πρέπει να θεσπισθούν πιο συγκεκριμένες ρυθμίσεις και διαδικασίες για την επίτευξη του στόχου αυτού, ιδίως όσον αφορά την προσφυγή σε συμφωνίες σε πρώτη ανάγνωση·

12.  φρονεί επίσης ότι οι ρυθμίσεις για τον πολιτικό διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει να αξιοποιηθούν σε μεγαλύτερο βαθμό· υπογραμμίζει, εν προκειμένω, τον σημαντικό ρόλο που ανατίθεται στα εθνικά κοινοβούλια με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τονίζει ότι, παράλληλα με το ρόλο που διαδραματίζουν όσον αφορά την παρακολούθηση της τήρησης των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, μπορούν να συμβάλουν και συμβάλλουν θετικά στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου· υποστηρίζει την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των υφισταμένων μηχανισμών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που προβλέπονται στις Συνθήκες· τονίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία κατά την εφαρμογή της προθεσμίας των οκτώ εβδομάδων που έχουν στη διάθεσή τους τα εθνικά κοινοβούλια προκειμένου να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη για την μη συμμόρφωση με την αρχή της επικουρικότητας·

13.  ζητεί να πραγματοποιηθεί μια εμπεριστατωμένη αξιολόγηση των συνεπειών που θα έχει η νέα ΔΣ στη συμφωνία πλαίσιο του 2010 καθώς και σε άλλες ισχύουσες συναφείς διοργανικές συμφωνίες, λαμβανομένου υπόψη ότι επιβάλλεται να διαφυλαχθεί η θέση και οι αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απλοποιηθεί η δομή των πολυάριθμων ρυθμίσεων που διέπουν τις διοργανικές σχέσεις·

14.  φρονεί ότι η απλούστευση αυτή θα πρέπει να διενεργηθεί αφότου έχουν προηγουμένως θεσπισθεί όλες οι διαδικαστικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή της νέας ΔΣ στο σύνολό της, ούτως ώστε τα θεσμικά όργανα να μπορούν επίσης να αξιολογήσουν εάν, με βάση την κτηθείσα μέχρι το χρονικό αυτό σημείο εμπειρία από την εφαρμογή της νέας ΔΣ, θα πρέπει ενδεχομένως να επέλθουν αλλαγές στη νέα ΔΣ·

15.  υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να εφαρμόζονται σωστά και να διασφαλίζεται ότι θα τηρούνται οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται και οι προθεσμίες που ορίζονται στη νέα ΔΣ·

16.  τονίζει ότι απαιτείται περαιτέρω εξέταση σε τεχνικό και/ή πολιτικό επίπεδο, με την ενεργό σύμπραξη όλων των κοινοβουλευτικών επιτροπών που διαθέτουν σχετικές εμπειρίες και με την αξιοποίηση των ειδικών γνώσεών τους, όσον αφορά:

•  τον προγραμματισμό (τεχνική αναθεώρηση της συμφωνίας πλαίσιο του 2010 και του Κανονισμού του Κοινοβουλίου)·

•  τον έλεγχο της νομικής βάσης των νομοθετικών πράξεων (αναθεώρηση του Κανονισμού προκειμένου να ενσωματωθούν ρυθμίσεις για μια τριμερή ανταλλαγή απόψεων)·

•  την αξιολόγηση της εφαρμογής των προαναφερθεισών κατευθυντηρίων γραμμών για τη βελτίωση της νομοθέτησης από την Επιτροπή και της αποτελεσματικής λειτουργίας της νεοσύστατης επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου, προκειμένου ιδίως να ελεγχθεί εάν αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 6, λειτουργεί ανεξάρτητα και τα μέλη της δεν υπόκεινται σε πολιτικό έλεγχο·

•  τη διαφάνεια και τον συντονισμό της νομοθετικής διαδικασίας (όπως ορθή χρησιμοποίηση των διαδικασιών πρώτης και δεύτερης ανάγνωσης, πρακτικές ρυθμίσεις για ανταλλαγές απόψεων, ανταλλαγή πληροφοριών και σύγκριση χρονοδιαγραμμάτων, διαφάνεια στο πλαίσιο τριμερών διαπραγματεύσεων, ανάπτυξη διαδικασιών και μέσων για τη συγκρότηση μιας κοινής βάσης δεδομένων όσον αφορά την πορεία των νομοθετικών φακέλων, παροχή πληροφοριών στα εθνικά κοινοβούλια και πρακτικές ρυθμίσεις για συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνών συμφωνιών)·

•  την αξιολόγηση και ενδεχομένως την παρακολούθηση της ανεξαρτησίας της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου κατά την άσκηση των καθηκόντων της που συνίστανται στον έλεγχο και την παροχή αντικειμενικών συμβουλών όσον αφορά τις εκάστοτε εκτιμήσεις αντικτύπου·

•  την προσδοκώμενη από το Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νέας ΔΣ, υποβολή προτάσεων από την Επιτροπή με την οποία θεσπίζονται, ενδεχομένως, στόχοι για τη μείωση το ταχύτερο δυνατό των διοικητικών βαρών σε βασικούς τομείς και διασφαλίζεται η επίτευξη των στόχων των νομοθετικών διατάξεων·

•  τη διασφάλιση επιχειρησιακής και νομικής συνοχής μεταξύ της νέας ΔΣ και των συμφωνιών συνεργασίας όσον αφορά τα συμβουλευτικά όργανα της ΕΕ·

•τις κατ̕ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις, βάσει του ψηφίσματός του, της 25ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην ανάθεση νομοθετικών αρμοδιοτήτων και τον έλεγχο από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή(6)(διαπραγματεύσεις σχετικά με κριτήρια οριοθέτησης για κατ̕ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, δημιουργία μητρώου κατ̕ εξουσιοδότηση πράξεων και πλήρης προσαρμογή των νομοθετικών πράξεων που έχουν θεσπισθεί πριν από την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας)·

•τη μεταφορά και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων της Ένωσης (έλεγχος της ανακοίνωσης από τα κράτη μέλη της μεταφοράς οδηγιών καθώς και κάθε εθνικού μέτρου που βαίνει πέραν των διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας («νομοθετικός υπερθεματισμός»))·

17.  εγκρίνει το σχέδιο συμφωνίας που εμπεριέχεται στο Παράρτημα Ι της παρούσας απόφασης·

18.  εγκρίνει τις δηλώσεις του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της παρούσας απόφασης·

19.  καλεί την αρμόδια επιτροπή του να εξετάσει κατά πόσο απαιτείται τροποποίηση ή ερμηνεία του Κανονισμού ή τροποποίηση των διαδικασιών, της διοίκησης και των διαύλων επικοινωνίας του Κοινοβουλίου με άλλα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο της εφαρμογής της νέας ΔΣ·

20.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να υπογράψει τη συμφωνία μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου και τον Πρόεδρο της Επιτροπής και να μεριμνήσει για τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

21.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει, προς ενημέρωση, την παρούσα απόφαση, περιλαμβανομένου του παραρτήματος, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I: ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚH ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 295,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή (τα τρία θεσμικά όργανα) δεσμεύονται για καλόπιστη και διαφανή συνεργασία καθ’ όλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζουν την ισότητα των δύο νομοθετών, όπως ορίζεται από τις Συνθήκες.

(2) Τα τρία θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν την κοινή τους ευθύνη για νομοθετικές πράξεις υψηλής ποιότητας, ώστε να διασφαλισθεί ότι η νομοθεσία της Ένωσης θα εστιάζει στους τομείς στους οποίους έχει τη μέγιστη προστιθέμενη αξία για τους ευρωπαίους πολίτες, θα είναι όσο το δυνατόν πιο αποδοτική και πιο αποτελεσματική για την επίτευξη των κοινών στόχων πολιτικής της Ένωσης, θα είναι όσο το δυνατόν απλούστερη και σαφέστερη, θα αποφεύγει την υπερβολική ρύθμιση και το διοικητικό φόρτο για τις διοικήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, ιδίως δε για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και θα σχεδιάζεται με στόχο να διευκολύνει τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και την πρακτική εφαρμογή της καθώς και να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα της οικονομίας της Ένωσης.

(3) Τα τρία θεσμικά όργανα υπενθυμίζουν την υποχρέωση της Ένωσης να νομοθετεί μόνο στις περιπτώσεις και στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

(4) Τα τρία θεσμικά όργανα επαναλαμβάνουν τον ρόλο και την ευθύνη των εθνικών κοινοβουλίων, όπως προβλέπονται στις Συνθήκες, στο Πρωτόκολλο σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Πρωτόκολλο 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(5) Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν ότι η ανάλυση της πιθανής «ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας» της κάθε προτεινόμενης δράσης καθώς και η αξιολόγηση του «κόστους της μη Ευρώπης» ελλείψει δράσης σε επίπεδο ΕΕ θα πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη κατά τον καθορισμό του προγράμματος νομοθετικής δραστηριότητας.

(6) Τα τρία θεσμικά όργανα θεωρούν ότι η χρήση της διαβούλευσης με τους ενδιαφερομένους, της εκ των υστέρων αξιολόγησης της ισχύουσας νομοθεσίας και των εκτιμήσεων επιπτώσεων των νέων πρωτοβουλιών θα συμβάλει στην επίτευξη του στόχου της βελτίωσης της νομοθεσίας.

(7) Προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις κατά τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και να βελτιωθεί η εφαρμογή των άρθρων 290 και 291 της ΣΛΕΕ, η παρούσα συμφωνία θα πρέπει να καθορίσει τις αρχές βάσει των οποίων η Επιτροπή θα συγκεντρώνει την απαραίτητη εμπειρογνωσία πριν από την έγκριση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(8) Τα τρία θεσμικά όργανα επιβεβαιώνουν ότι οι στόχοι της απλοποίησης της νομοθεσίας της Ένωσης και της μείωσης του κανονιστικού φόρτου πρέπει να επιδιώκονται με την επιφύλαξη της επίτευξης των στόχων της πολιτικής της ΕΕ, όπως καθορίζονται στις συνθήκες, ή της προάσπισης της ακεραιότητας της εσωτερικής αγοράς.

(9)  Η παρούσα συμφωνία συμπληρώνει τις ακόλουθες συμφωνίες και δηλώσεις για τη βελτίωση της νομοθεσίας, στις οποίες τα τρία θεσμικά όργανα παραμένουν πλήρως προσηλωμένα:

–  Διοργανική συμφωνία της 20ής Δεκεμβρίου 1994 που αφορά την ταχεία μέθοδο εργασίας για την επίσημη κωδικοποίηση νομοθετικών κειμένων(7)·

–  Διοργανική συμφωνία της 22ας Δεκεμβρίου 1998 για τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας(8)·

–  Διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(9)·

–  Κοινή δήλωση της 13ης Ιουνίου 2007 σχετικά με την εφαρμογή στην πράξη της διαδικασίας συναπόφασης(10)·

–  Κοινή πολιτική δήλωση της 27ης Οκτωβρίου 2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(11).

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

I.  ΚΟΙΝΕΣ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ

1.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή (τα τρία θεσμικά όργανα) συμφωνούν να επιδιώκουν τη βελτίωση της νομοθεσίας με μια σειρά πρωτοβουλιών και διαδικασιών, όπως αυτές περιγράφονται στην παρούσα διοργανική συμφωνία.

2.  Κατά την άσκηση των εξουσιών τους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στη Συνθήκη, υπενθυμίζοντας δε τη σημασία που αποδίδουν στην κοινοτική μέθοδο, τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να τηρούν γενικές αρχές όπως η δημοκρατική νομιμότητα, η επικουρικότητα και η αναλογικότητα καθώς και η ασφάλεια δικαίου. Συμφωνούν επίσης στην προώθηση της απλότητας, της σαφήνειας και της συνοχής κατά τη σύνταξη της νομοθεσίας και τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια της νομοθετικής διαδικασίας.

3.  Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν ότι η νομοθεσία της Ένωσης θα πρέπει να είναι κατανοητή και σαφής, να δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες, στις δημόσιες διοικήσεις και στις επιχειρήσεις να κατανοούν εύκολα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, να περιλαμβάνει κατάλληλες απαιτήσεις σχετικά με την υποβολή εκθέσεων, την παρακολούθηση και αξιολόγηση, να αποφεύγει την υπερβολική ρύθμιση και το διοικητικό φόρτο, και να μπορεί να εφαρμοστεί εύκολα στην πράξη.

II.  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ

4. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να ενισχυθεί ο ετήσιος και πολυετής προγραμματισμός της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση με το οποίο ανατίθεται στην Επιτροπή το καθήκον να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό.

Πολυετής προγραμματισμός

5. Με τον διορισμό νέας Επιτροπής, προκειμένου να διευκολυνθεί ο πιο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, τα τρία θεσμικά όργανα θα ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με τους κύριους στόχους και τις βασικές προτεραιότητες της πολιτικής των τριών θεσμικών οργάνων για τη νέα θητεία καθώς και, στο μέτρο του δυνατού, για το ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα.

Με πρωτοβουλία της Επιτροπής θα εκπονούν, όπως κρίνεται σκόπιμο, κοινά συμπεράσματα τα οποία θα υπογράφονται από τους Προέδρους των τριών θεσμικών οργάνων.

Τα τρία θεσμικά όργανα θα πραγματοποιούν, με πρωτοβουλία της Επιτροπής, ενδιάμεση αναθεώρηση των κοινών συμπερασμάτων, προχωρώντας ενδεχομένως σε προσαρμογές.

Ετήσιος προγραμματισμός – Πρόγραμμα εργασιών της Επιτροπής και διοργανικός προγραμματισμός

6. Η Επιτροπή θα διεξάγει διάλογο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πριν και μετά την έγκριση του ετήσιου προγράμματος εργασιών της. Στο πλαίσιο αυτό:

(α) θα γίνονται έγκαιρες διμερείς ανταλλαγές απόψεων σχετικά με τις πρωτοβουλίες για το επόμενο έτος πριν από την υποβολή γραπτής συνεισφοράς από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και τον Πρώτο Αντιπρόεδρό της, στην οποία θα καθορίζονται με τις αρμόζουσες λεπτομέρειες τα σημεία μείζονος πολιτικής σημασίας για το επόμενο έτος και θα περιλαμβάνονται ενδείξεις για τις προβλεπόμενες αποσύρσεις (στο εξής «επιστολή προθέσεων»)·

(β) μετά τη συζήτηση σχετικά με την κατάσταση της Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα ανταλλάσσουν απόψεις με την Επιτροπή με βάση την επιστολή προθέσεων πριν από την έγκριση του προγράμματος εργασιών της Επιτροπής·

(γ) θα πραγματοποιείται τριμερής ανταλλαγή απόψεων όσον αφορά το εγκριθέν ετήσιο πρόγραμμα εργασιών, σύμφωνα με την παράγραφο 7.

Η Επιτροπή θα λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε κάθε στάδιο του διαλόγου, περιλαμβανομένων των πρωτοβουλιών που ζητούν οι συννομοθέτες.

7. Μετά την έγκριση του ετήσιου προγράμματος εργασιών της Επιτροπής και με βάση το πρόγραμμα αυτό, τα τρία θεσμικά όργανα θα ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με τις πρωτοβουλίες για το επόμενο έτος και θα συμφωνούν σε μια κοινή δήλωση με θέμα τον διοργανικό προγραμματισμό, που θα υπογράφεται από τους Προέδρους των τριών θεσμικών οργάνων, στην οποία θα καθορίζονται οι γενικοί στόχοι και προτεραιότητες για το επόμενο έτος και θα προσδιορίζονται τα σημεία μείζονος πολιτικής σημασίας τα οποία, με την επιφύλαξη των εξουσιών που ανατίθενται από τις Συνθήκες στους συννομοθέτες, θα πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα στη νομοθετική διαδικασία.

Τα τρία θεσμικά όργανα θα παρακολουθούν τακτικά και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, την υλοποίηση της δήλωσης για τον ετήσιο προγραμματισμό. Για τον σκοπό αυτό τα τρία θεσμικά όργανα θα συμμετέχουν σε συζητήσεις σχετικά με την υλοποίηση της δήλωσης για τον ετήσιο προγραμματισμό στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και/ή το Συμβούλιο την άνοιξη του εκάστοτε έτους.

8. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών της Επιτροπής θα περιλαμβάνει τις κυριότερες νομοθετικές και μη νομοθετικές προτάσεις για το επόμενο έτος, συμπεριλαμβανομένων των καταργήσεων, των αναδιατυπώσεων, των απλουστεύσεων και των αποσύρσεων. Για κάθε σημείο, στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών της Επιτροπής θα σημειώνεται (εφόσον είναι γνωστό): η νομική βάση που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί· ο τύπος της νομικής πράξης· ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για έγκριση από την Επιτροπή· οποιαδήποτε άλλη σχετική διαδικαστική πληροφορία, μεταξύ άλλων οι εργασίες εκτίμησης του αντικτύπου και αξιολόγησης.

9. Σύμφωνα με τις αρχές της ειλικρινούς συνεργασίας και της θεσμικής ισορροπίας, όταν η Επιτροπή προτίθεται να αποσύρει μια νομοθετική πρόταση, είτε θα ακολουθήσει αναθεωρημένη πρόταση είτε όχι, οφείλει να παραθέτει τους λόγους και, κατά περίπτωση, να δίνει μια ένδειξη των προβλεπόμενων επόμενων βημάτων και ακριβές χρονοδιάγραμμα, καθώς και να πραγματοποιεί τις κατάλληλες διοργανικές διαβουλεύσεις στη βάση αυτή. Θα λαμβάνει δεόντως υπόψη τις θέσεις των συννομοθετών και θα ανταποκρίνεται σε αυτές.

10. Η Επιτροπή θα λαμβάνει εγκαίρως και λεπτομερώς υπόψη τα αιτήματα για προτάσεις ενωσιακών πράξεων που υποβάλλουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 225 ή το άρθρο 241 της ΣΛΕΕ αντίστοιχα. Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλει πρόταση, θα γνωστοποιεί τους λόγους στο οικείο θεσμικό όργανο.

Η Επιτροπή θα απαντά σε τέτοια αιτήματα εντός τριών μηνών, αναφέροντας τη συνέχεια που προτίθεται να τους δώσει με την έκδοση συγκεκριμένης ανακοίνωσης. Αν η Επιτροπή αποφασίσει να μην υποβάλει πρόταση θα αιτιολογεί λεπτομερώς αυτή της την απόφαση συμπεριλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, ανάλυση των πιθανών εναλλακτικών και τυχόν θεμάτων που έχουν θίξει οι συννομοθέτες σε σχέση με τις αναλύσεις για την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία και με το «κόστος της μη Ευρώπης».

Αν της ζητηθεί, η Επιτροπή θα παρουσιάζει την απάντησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

11. Η Επιτροπή θα παρέχει τακτική ενημέρωση για τον προγραμματισμό της καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και θα αιτιολογεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παρουσίαση των προτάσεων που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασιών της. Η Επιτροπή θα υποβάλλει σε τακτική βάση εκθέσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την υλοποίηση του προγράμματος εργασιών της για το συγκεκριμένο έτος.

III.  ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Εκτίμηση επιπτώσεων

12. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν ως προς τη θετική συνεισφορά της εκτίμησης επιπτώσεων στη βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας της Ένωσης.

Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων είναι ένα εργαλείο που βοηθά τα τρία θεσμικά όργανα να λάβουν εμπεριστατωμένες αποφάσεις και δεν υποκαθιστούν τις πολιτικές αποφάσεις στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Δεν πρέπει να καθυστερούν αδικαιολόγητα τη νομοθετική διαδικασία ή να θίγουν τη δυνατότητα του νομοθέτη να προτείνει τροποποιήσεις.

Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων πρέπει να καλύπτουν την ύπαρξη, το μέγεθος και τις συνέπειες ενός προβλήματος και το κατά πόσον απαιτείται ανάληψη δράσης από την Ένωση. Πρέπει να χαρτογραφούν τις εναλλακτικές λύσεις και, στο μέτρο του δυνατού, το πιθανό βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο κόστος και όφελος, αξιολογώντας τις οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις με ολοκληρωμένο και ισορροπημένο τρόπο, καθώς και χρησιμοποιώντας τόσο ποιοτικές όσο και ποσοτικές αναλύσεις. Πρέπει να τηρούνται πλήρως οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων πρέπει επίσης να εξετάζουν, όπου είναι δυνατόν, το «κόστος της μη Ευρώπης» και τον αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα και τον διοικητικό φόρτο των διαφόρων επιλογών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ΜΜΕ («προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις»), τις ψηφιακές πλευρές και τον εδαφικό αντίκτυπο. Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων πρέπει να βασίζονται σε ακριβή, αντικειμενικά και πλήρη στοιχεία και να είναι αναλογικές όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την εστίασή τους.

13. Η Επιτροπή θα διενεργεί εκτιμήσεις επιπτώσεων των νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών της, των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και των μέτρων εφαρμογής που αναμένεται να έχουν σημαντικές οικονομικές, περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις. Οι πρωτοβουλίες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασιών της Επιτροπής, καθώς και στην κοινή δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 4, θα συνοδεύονται κατά κανόνα από εκτίμηση επιπτώσεων.

Κατά τη δική της εκτίμηση επιπτώσεων, η Επιτροπή θα προβαίνει σε όσο το δυνατόν ευρύτερες διαβουλεύσεις. Η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου της Επιτροπής θα προβαίνει σε αντικειμενικό έλεγχο ποιότητας των εκτιμήσεων επιπτώσεων που διενεργεί η Επιτροπή. Τα τελικά αποτελέσματα των εκτιμήσεων επιπτώσεων θα κοινοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια και θα δημοσιεύονται μαζί με τη (τις) γνώμη (-ες) της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου κατά τον χρόνο έγκρισης της πρωτοβουλίας της Επιτροπής.

14. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μετά την εξέταση των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, θα λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις εκτιμήσεις επιπτώσεων της Επιτροπής.

Συνεπώς οι εκτιμήσεις επιπτώσεων θα παρουσιάζονται με τρόπο που να διευκολύνει την εξέταση των επιλογών της Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

15. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, όταν κρίνουν ότι αρμόζει και επιβάλλεται για τη νομοθετική διαδικασία, θα πραγματοποιούν εκτιμήσεις επιπτώσεων σε ό,τι αφορά τις ουσιαστικές τροποποιήσεις τους στην πρόταση της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα χρησιμοποιούν γενικά ως αφετηρία των περαιτέρω εργασιών τους την εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής. Ο ορισμός της «ουσιαστικής» τροποποίησης θα εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο όργανο.

16. Η Επιτροπή δύναται, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν πρόσκλησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, να συμπληρώνει την εκτίμηση επιπτώσεών της ή να πραγματοποιεί άλλες αναλυτικές εργασίες που θεωρεί απαραίτητες. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή θα λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, το στάδιο στο οποίο έχει φτάσει η νομοθετική διαδικασία και την ανάγκη να αποφευχθούν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην εν λόγω διαδικασία. Οι συννομοθέτες θα λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους τυχόν πρόσθετα στοιχεία που παρέχει εν προκειμένω η Επιτροπή.

17. Καθένα από τα τρία θεσμικά όργανα είναι αρμόδιο να καθορίζει τον τρόπο οργάνωσης των εργασιών του σχετικά με την εκτίμηση επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών οργανωτικών πόρων και του ελέγχου ποιότητας. Τα τρία θεσμικά όργανα θα συνεργάζονται, σε τακτική βάση, ανταλλάσσοντας πληροφορίες για τις βέλτιστες πρακτικές και τις μεθοδολογίες με θέμα τις εκτιμήσεις επιπτώσεων, δίνοντας στο καθένα τη δυνατότητα να βελτιώσει περαιτέρω τη μεθοδολογία και τις διαδικασίες του, καθώς και τη συνεκτικότητα του συνολικού έργου στον τομέα της εκτίμησης επιπτώσεων.

18. Η αρχική εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής και τυχόν πρόσθετες εκτιμήσεις επιπτώσεων που πραγματοποιούν τα θεσμικά όργανα κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας θα δημοσιοποιούνται στο τέλος της νομοθετικής διαδικασίας και θα μπορούν, ως ενιαίο σύνολο πλέον, να αποτελούν τη βάση της αξιολόγησης.

Διαβουλεύσεις με το κοινό και με τους ενδιαφερομένους και σχόλια

19. Η διαβούλευση με το κοινό και με τους ενδιαφερομένους αποτελεί ουσιώδες συστατικό της εμπεριστατωμένης λήψης αποφάσεων και της βελτίωσης της ποιότητας της νομοθεσίας. Με την επιφύλαξη των συγκεκριμένων ρυθμίσεων που ισχύουν για τις προτάσεις της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 155 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, πριν από την έκδοση μιας πρότασής της, η Επιτροπή θα πραγματοποιεί δημόσιες διαβουλεύσεις με ανοικτό και διαφανή τρόπο, εξασφαλίζοντας ότι οι λεπτομέρειες και οι προθεσμίες τους επιτρέπουν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή. Η Επιτροπή θα ενθαρρύνει ιδίως την άμεση συμμετοχή ΜΜΕ και άλλων τελικών χρηστών στις διαβουλεύσεις. Η εν λόγω διαδικασία θα περιλαμβάνει δημόσιες διαδικτυακές διαβουλεύσεις. Τα αποτελέσματα των εν λόγω διαβουλεύσεων θα κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση στους δύο νομοθέτες και θα δημοσιοποιούνται.

Εκ των υστέρων αξιολόγηση της ισχύουσας νομοθεσίας

20. Τα τρία θεσμικά όργανα επιβεβαιώνουν τη σημασία που έχει η μέγιστη δυνατή συνοχή και συνεκτικότητα όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών αξιολόγησης της απόδοσης της ενωσιακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διαβουλεύσεων με το κοινό και με τους ενδιαφερομένους.

21. Η Επιτροπή θα ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τον πολυετή προγραμματισμό της όσον αφορά τις αξιολογήσεις της υφιστάμενης νομοθεσίας και, στο μέτρο του δυνατού, θα περιλαμβάνει τα αιτήματά τους για εις βάθος αξιολόγηση συγκεκριμένων τομέων πολιτικής ή νομοθετικών πράξεων.

Ο προγραμματισμός της Επιτροπής για τη διενέργεια αξιολογήσεων θα τηρεί το χρονοδιάγραμμα σχετικά με τις εκθέσεις και τις επανεξετάσεις που ορίζεται στη νομοθεσία της Ένωσης.

22. Στο πλαίσιο του νομοθετικού κύκλου, οι αξιολογήσεις της υφιστάμενης νομοθεσίας και πολιτικής –με βάση την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα, τη συνάφεια, τη συνεκτικότητα και την προστιθέμενη αξία– θα πρέπει να αποτελούν τη βάση της εκτίμησης επιπτώσεων των επιλογών περαιτέρω δράσης. Προς υποστήριξη των εν λόγω διαδικασιών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν, κατά περίπτωση, να θεσπίσουν στη νομοθεσία απαιτήσεις σχετικά με την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και την υποβολή εκθέσεων, αποφεύγοντας παράλληλα την υπερβολική ρύθμιση και τον διοικητικό φόρτο, ιδίως για τα κράτη μέλη. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, μετρήσιμους δείκτες ως βάση για τη συλλογή στοιχείων σχετικά με τις επιπτώσεις της νομοθεσίας στην πράξη.

23. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να εξετάζουν συστηματικά τη χρήση ρητρών επανεξέτασης στη νομοθεσία και να λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο που απαιτείται για την εφαρμογή και τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικά με τα αποτελέσματα και τις επιπτώσεις.

Τα τρία θεσμικά όργανα θα εξετάζουν κατά πόσον είναι σκόπιμο να περιοριστεί η ισχύς ορισμένων νομοθετικών πράξεων σε καθορισμένο χρονικό διάστημα (ρήτρα λήξης ισχύος).

24. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα ενημερώνουν εγκαίρως το ένα το άλλο προτού εγκρίνουν ή αναθεωρήσουν τις κατευθυντήριες γραμμές τους σχετικά με τα καλύτερα νομοθετικά εργαλεία (διαβουλεύσεις με το κοινό και με τους ενδιαφερομένους, εκ των προτέρων και εκ των υστέρων εκτιμήσεις επιπτώσεων και αξιολογήσεις).

IV.  ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

25. Για κάθε πρόταση, στην αιτιολογική πρόταση που τη συνοδεύει, η Επιτροπή παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξήγηση και αιτιολόγηση σχετικά με τη νομική βάση και τον τύπο της πράξης που επέλεξε. Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τη διαφορετική φύση και τα διαφορετικά αποτελέσματα των κανονισμών και των οδηγιών.

Η Επιτροπή εξηγεί επίσης στις αιτιολογικές της εκθέσεις πώς αιτιολογούνται τα προτεινόμενα μέτρα υπό το πρίσμα των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας και πώς συνάδουν με τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης τόσο το πεδίο εφαρμογής όσο και τα αποτελέσματα τυχόν διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερομένους, εκ των υστέρων αξιολόγησης της υφιστάμενης νομοθεσίας και εκτίμησης επιπτώσεων που έχει πραγματοποιήσει.

Αν προβλέπεται τροποποίηση της νομικής βάσης που συνεπάγεται αλλαγή από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία στην ειδική νομοθετική διαδικασία ή σε μη νομοθετική διαδικασία, τα τρία θεσμικά όργανα ανταλλάσσουν απόψεις.

Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν ότι η επιλογή της νομικής βάσης αποτελεί νομική εκτίμηση η οποία πρέπει να γίνεται σε αντικειμενική βάση που επιδέχεται δικαστικό έλεγχο.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να ανταποκρίνεται πλήρως στον θεσμικό ρόλο της ώστε να εξασφαλίσει ότι γίνονται σεβαστές οι Συνθήκες και η νομολογία του Δικαστηρίου.

V.  ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

26. Τα τρία θεσμικά όργανα υπογραμμίζουν τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις στη νομοθεσία. Όταν χρησιμοποιούνται με αποτελεσματικό, διαφανή τρόπο και σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, αποτελούν αναπόσπαστο εργαλείο βελτίωσης της νομοθεσίας και συμβάλλουν στην ύπαρξη απλής, επικαιροποιημένης νομοθεσίας, καθώς και στην αποτελεσματική και ταχεία εφαρμογή της. Είναι αρμοδιότητα του νομοθέτη να αποφασίσει κατά πόσον και σε ποιον βαθμό θα χρησιμοποιηθούν κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικές πράξεις, μέσα στα όρια που θέτουν οι Συνθήκες.

27. Τα τρία θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν την ανάγκη να ευθυγραμμιστεί όλη η υφιστάμενη νομοθεσία με το νομικό πλαίσιο που θέσπισε η Συνθήκη της Λισαβόνας, και ιδίως δίνουν ύψιστη προτεραιότητα στην ταχεία ευθυγράμμιση όλων των βασικών πράξεων που εξακολουθούν να αναφέρονται στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο. Η Επιτροπή θα προτείνει αυτή την τελευταία ευθυγράμμιση ως το τέλος του 2016.

28. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφώνησαν επί της συνημμένης «Κοινής αντίληψης σχετικά με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις» (Παράρτημα Ι) και επί των σχετικών υποδειγμάτων άρθρων (Παράρτημα ΙΙ). Σύμφωνα με την εν λόγω αντίληψη και με σκοπό την ενίσχυση της διαφάνειας και της διαβούλευσης, η Επιτροπή δεσμεύεται να συγκεντρώνει, πριν από την έγκριση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, όλη την αναγκαία εμπειρογνωσία, μεταξύ άλλων μέσω της διαβούλευσης με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και μέσω δημόσιων διαβουλεύσεων. Επιπλέον, και όποτε απαιτείται ευρύτερη εμπειρογνωσία κατά την πρώιμη εκπόνηση των σχεδίων εκτελεστικών πράξεων, η Επιτροπή θα κάνει χρήση ομάδων εμπειρογνωμόνων, θα διαβουλεύεται με συγκεκριμένους ενδιαφερομένους και θα διενεργεί δημόσιες διαβουλεύσεις, κατά περίπτωση.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ισότιμη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών. Οι εμπειρογνώμονες από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής στις οποίες είναι προσκεκλημένοι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι οποίες αφορούν την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

Η Επιτροπή μπορεί να προσκαλείται σε συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου με σκοπό να γίνει περαιτέρω ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

Τα τρία θεσμικά όργανα θα αρχίσουν αμελλητί διαπραγματεύσεις μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας συμφωνίας, ώστε να συμπληρωθεί η συνημμένη «Κοινή αντίληψη σχετικά με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις» με την πρόβλεψη δεσμευτικών κριτηρίων για την εφαρμογή των άρθρων 290 και 291 της ΣΛΕΕ.

29. Τα τρία θεσμικά όργανα δεσμεύονται να συγκροτήσουν σε στενή συνεργασία, το αργότερο έως το τέλος του 2017, κοινό λειτουργικό μητρώο των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, που θα παρέχει πληροφορίες με σωστά διαρθρωμένο και φιλικό προς τον χρήστη τρόπο, ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια, να διευκολυνθεί ο προγραμματισμός και να καταστεί δυνατή η ιχνηλασιμότητα όλων των διάφορων σταδίων του κύκλου ζωής μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

30. Σε ό,τι αφορά την άσκηση εκτελεστικών εξουσιών από την Επιτροπή, τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να μην προσθέσουν, στην ενωσιακή νομοθεσία, διαδικαστικές απαιτήσεις οι οποίες θα μετέβαλλαν τους μηχανισμούς ελέγχου που θεσπίζονται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12) σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή. Οι επιτροπές που ασκούν τα καθήκοντά τους βάσει της διαδικασίας που ορίζει ο εν λόγω κανονισμός δεν θα πρέπει, υπό αυτή την ιδιότητα, να καλούνται να ασκήσουν άλλα καθήκοντα.

31. Υπό τον όρο ότι η Επιτροπή παρέχει αντικειμενική αιτιολόγηση με βάση ουσιώδη σχέση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εξουσιοδοτήσεις που περιλαμβάνονται στην ίδια νομοθετική πράξη, και αν δεν προβλέπεται διαφορετικά στη νομοθετική πράξη, οι εξουσιοδοτήσεις μπορούν να συνδυάζονται. Οι διαβουλεύσεις κατά την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων μπορούν επίσης να χρησιμεύσουν για να υποδείξουν ποιες εξουσιοδοτήσεις θεωρείται ότι συνδέονται με ουσιώδη σχέση. Στις περιπτώσεις αυτές, τυχόν αντίρρηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου πρέπει να επισημαίνει σαφώς σε ποια εξουσιοδότηση αναφέρεται ειδικά.

VI.  ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

32. Τα τρία θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν ότι η συνήθης νομοθετική διαδικασία αναπτύχθηκε βάσει τακτικών επαφών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Εμμένουν στη δέσμευσή τους να βελτιώσουν περαιτέρω το έργο που επιτελείται βάσει αυτής της διαδικασίας, σύμφωνα με τις αρχές της ειλικρινούς συνεργασίας, της διαφάνειας, της υποχρέωσης λογοδοσίας και της αποτελεσματικότητας.

Συμφωνούν ειδικότερα ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ως συννομοθέτες, ασκούν τις εξουσίες τους επί ίσοις όροις. Η Επιτροπή ασκεί το ρόλο του διαμεσολαβητή επιφυλάσσοντας ίση μεταχείριση στους δύο βραχίονες της νομοθετικής αρχής με πλήρη σεβασμό στους ρόλους που αναθέτουν οι Συνθήκες στα θεσμικά όργανα.

33. Τα τρία θεσμικά όργανα θα αλληλοενημερώνονται τακτικά καθόλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας για τις εργασίες τους, τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις μεταξύ τους και τις τυχόν παρατηρήσεις από τους ενδιαφερόμενους τις οποίες ενδέχεται να λαμβάνουν μέσω των κατάλληλων διαδικασιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο διάλογος ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

34. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συμφωνούν ως συννομοθέτες ότι είναι σημαντικό να διατηρούν στενές επαφές ήδη πριν από τις διοργανικές διαπραγματεύσεις, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη αμοιβαία κατανόηση των αντιστοίχων θέσεών τους. Για το σκοπό αυτό θα διευκολύνουν την αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, μεταξύ άλλων προσκαλώντας εκπροσώπους των λοιπών θεσμικών οργάνων για άτυπη ανταλλαγή απόψεων σε τακτική βάση.

35. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει, για λόγους αποτελεσματικότητας, να εξασφαλίζουν καλύτερο συγχρονισμό της επεξεργασίας νομοθετικών προτάσεων. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα συγκρίνουν ενδεικτικά χρονοδιαγράμματα για τα διάφορα στάδια που οδηγούν στην τελική έγκριση κάθε νομοθετικής πρότασης.

36. Τα τρία θεσμικά όργανα μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να συμφωνούν να συντονίζουν τις προσπάθειές τους για την επιτάχυνση της νομοθετικής διαδικασίας εξασφαλίζοντας συγχρόνως το σεβασμό των προνομίων των νομοθετών καθώς και ότι διαφυλάσσεται η ποιότητα της νομοθεσίας.

37. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν ότι η παροχή πληροφοριών στα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να τους επιτρέπει να ασκούν πλήρως τα προνόμιά τους βάσει των Συνθηκών.

38. Τα τρία θεσμικά όργανα θα διασφαλίζουν τη διαφάνεια των νομοθετικών διαδικασιών βάσει της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, μεταξύ άλλων την κατάλληλη διεξαγωγή των τριμερών διαπραγματεύσεων.

Τα τρία θεσμικά όργανα θα βελτιώσουν την επικοινωνία με το κοινό καθ’ όλη τη διάρκεια του νομοθετικού κύκλου και ειδικότερα θα ανακοινώνουν από κοινού την επιτυχή έκβαση της νομοθετικής διαδικασίας με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μόλις επιτυγχάνουν συμφωνία, ιδίως μέσω κοινών συνεντεύξεων τύπου ή οποιωνδήποτε άλλων μέσων που θεωρούνται ενδεδειγμένα.

39. Για να είναι εφικτή η ιχνηλασιμότητα των διαφόρων σταδίων της νομοθετικής διαδικασίας, τα τρία θεσμικά όργανα αναλαμβάνουν να προσδιορίσουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 τρόπους περαιτέρω ανάπτυξης πλατφορμών και εργαλείων για το σκοπό αυτόν, ώστε να δημιουργηθεί κοινή ειδική βάση δεδομένων σχετικά με την πρόοδο των εργασιών των νομοθετικών φακέλων.

40. Τα τρία θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν ότι είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι κάθε θεσμικό όργανο μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά του και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της ΕΕ όσον αφορά τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών.

Τα τρία θεσμικά όργανα δεσμεύονται να συναντηθούν εντός του εξαμήνου μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας προκειμένου να διαπραγματευτούν βελτιωμένες πρακτικές ρυθμίσεις για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο των Συνθηκών, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.

VII.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

41. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν για τη σημασία μιας περισσότερο διαρθρωμένης συνεργασίας μεταξύ τους όταν αξιολογούν τη εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας της ΕΕ με σκοπό τη βελτίωσή της μέσω μελλοντικής νομοθεσίας.

42. Τα τρία θεσμικά όργανα τονίζουν την ανάγκη ταχείας και ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης. Η προθεσμία μεταφοράς των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο θα είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σε γενικές γραμμές δεν θα υπερβαίνει τη διετία.

43. Τα τρία θεσμικά όργανα καλούν τα κράτη μέλη, όταν θεσπίζουν μέτρα για να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο ή να εφαρμόσουν τη νομοθεσία της Ένωσης ή για να εξασφαλίσουν την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης, να ανακοινώνουν με σαφήνεια στο κοινό τα εν λόγω μέτρα. Όταν κατά τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο τα κράτη μέλη επιλέγουν να προσθέτουν στοιχεία που δεν συνδέονται με κανέναν τρόπο με την εν λόγω νομοθεσία της Ένωσης, οι προσθήκες αυτές θα πρέπει να καθίστανται αναγνωρίσιμες είτε μέσω της ή των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο είτε μέσω συναφών εγγράφων.

44. Τα τρία θεσμικά όργανα καλούν τα κράτη μέλη να συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά τη συλλογή των πληροφοριών και των στοιχείων που απαιτούνται για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ. Τα τρία θεσμικά όργανα υπενθυμίζουν και τονίζουν τη σημασία των δύο κοινών πολιτικών δηλώσεων σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(13), της 28ης Σεπτεμβρίου και της 27ης Οκτωβρίου 2011, τα οποία συνοδεύουν την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

45. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει, εφόσον απαιτείται, παραπομπή στις πληροφορίες της παραγράφου 31. Η Επιτροπή μπορεί να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την πορεία της εφαρμογής της συγκεκριμένης νομικής πράξης.

VIII.  ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ

46. Τα τρία θεσμικά όργανα επιβεβαιώνουν τη δέσμευσή τους να χρησιμοποιούν συχνότερα τη νομοθετική τεχνική της αναδιατύπωσης για την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας και με πλήρη σεβασμό των διατάξεων που περιέχονται στη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μία πιο διαρθρωμένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων. Σε περίπτωση που δεν ενδείκνυται αναδιατύπωση, η Επιτροπή θα υποβάλλει πρόταση σύμφωνα με τις διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας της 20ής Δεκεμβρίου 1994 που αφορά την ταχεία μέθοδο εργασίας για την επίσημη κωδικοποίηση νομοθετικών κειμένων, το συντομότερο δυνατό μετά την έκδοση τροποποιητικής πράξης. Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλλει πρόταση, γνωστοποιεί τους λόγους.

47. Τα τρία θεσμικά όργανα δεσμεύονται να προωθούν τα πλέον αποτελεσματικά κανονιστικά μέσα, όπως είναι η εναρμόνιση και η αμοιβαία αναγνώριση, προς αποφυγή υπερβολικής ρύθμισης και διοικητικού φόρτου, καθώς και να υλοποιούν τους στόχους της Συνθήκης.

48. Τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να συνεργάζονται με στόχο την επικαιροποίηση και την απλούστευση της νομοθεσίας προς αποφυγή της υπερβολικής ρύθμισης και του διοικητικού φόρτου για τους πολίτες, τις διοικητικές υπηρεσίες και τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ενώ συγχρόνως εξασφαλίζουν την εκπλήρωση των στόχων της νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν να ανταλλάσσουν απόψεις για το θέμα αυτό πριν από την οριστικοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της Επιτροπής.

Η Επιτροπή αναλαμβάνει να υποβάλλει σε ετήσια βάση επισκόπηση, συμπεριλαμβανομένης μιας ετήσιας έρευνας του φόρτου που προκύπτει από τα αποτελέσματα των προσπαθειών της Ένωσης προς απλούστευση της νομοθεσίας, προς αποφυγή της υπερβολικής ρύθμισης και για τη μείωση του διοικητικού φόρτου, ως συμμετοχή στο πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT).

Με βάση τις εργασίες των θεσμικών οργάνων στον τομέα της εκτίμησης και αξιολόγησης των επιπτώσεων και τις συμβολές των κρατών μελών και των ενδιαφερομένων μερών, και λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και τα οφέλη που προκύπτουν από το νομοθετικό έργο της ΕΕ, η Επιτροπή θα ποσοτικοποιήσει, εφόσον είναι εφικτό, τη μείωση του νομοθετικού φόρτου ή τις δυνατότητες εξοικονόμησης σε μεμονωμένες προτάσεις ή νομοθετικές πράξεις.

Η Επιτροπή θα εξετάσει επίσης κατά πόσο είναι σκόπιμο να θεσπιστούν στο πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας του κανονιστικού πλαισίου στόχοι για τη μείωση του φόρτου σε συγκεκριμένους τομείς.

IX.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

49. Τα τρία θεσμικά όργανα θα λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζουν ότι διαθέτουν τα μέσα και τους πόρους που απαιτούνται για την ορθή εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.

50. Τα τρία θεσμικά όργανα θα παρακολουθούν από κοινού και σε τακτική βάση την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας σε πολιτικό επίπεδο με ετήσιες συζητήσεις, καθώς και σε τεχνικό επίπεδο στο πλαίσιο της διοργανικής ομάδας συντονισμού.

X.  ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

51. Η παρούσα διοργανική συμφωνία αντικαθιστά τη διοργανική συμφωνία της 16ης Δεκεμβρίου 2003(14) για τη βελτίωση της νομοθεσίας και τη διοργανική κοινή προσέγγιση του Νοεμβρίου 2005(15) για την εκτίμηση επιπτώσεων.

Το παράρτημα της παρούσας συμφωνίας αντικαθιστά την κοινή αντίληψη για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις του 2011.

52. Η παρούσα συμφωνία τίθεται σε ισχύ με την υπογραφή της.

...,

Για τοΕυρωπαϊκό Κοινοβούλιο  Για το Συμβούλιο    Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος  Ο Πρόεδρος        Ο Πρόεδρος

Παράρτημα

Κοινή αντίληψη μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου

και της Επιτροπής σχετικά με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

I. Πεδιο εφαρμογησ και γενικεσ αρχεσ

1.  Η παρούσα κοινή αντίληψη βασίζεται στην κοινή αντίληψη του 2011 και την αντικαθιστά και εξορθολογίζει την πρακτική που καθιερώθηκε έκτοτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Καθορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις και τις συμφωνημένες διευκρινίσεις και προτιμήσεις σχετικά με τις αναθέσεις νομοθετικής εξουσίας, δυνάμει του άρθρου 290 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι οι στόχοι, το περιεχόμενο, η έκταση και η διάρκεια μιας εξουσιοδότησης ορίζονται ρητά σε κάθε νομοθετική πράξη που περιλαμβάνει τέτοια εξουσιοδότηση (εφεξής «η βασική πράξη»).

2.  Τα τρία θεσμικά όργανα, κατά την άσκηση των εξουσιών τους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στη ΣΛΕΕ, συνεργάζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας με στόχο την ομαλή άσκηση της ανατιθέμενης εξουσίας και τον αποτελεσματικό έλεγχο της εν λόγω εξουσίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποιούνται οι δέουσες επαφές σε διοικητικό επίπεδο.

3.  Τα οικεία θεσμικά όργανα, όταν προτείνουν ή προβαίνουν σε εξουσιοδότηση δυνάμει του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ, ανάλογα με τη διαδικασία έκδοσης της βασικής πράξης, αναλαμβάνουν τη δέσμευση να χρησιμοποιούν, στο μέτρο του δυνατού, τα υποδείγματα άρθρων που προσαρτώνται ως παράρτημα στην παρούσα κοινή αντίληψη.

II. Διαβουλευσεισ κατά την προετοιμασια και την καταρτιση κατ’ εξουσιοδοτηση πραξεων

4.  Η Επιτροπή θα διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες, οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος, κατά την προετοιμασία των σχεδίων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Θα πραγματοποιούνται εγκαίρως διαβουλεύσεις με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών σχετικά με καθένα από τα σχέδια των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που καταρτίζονται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής(16)*. Τα σχέδια των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων θα διαβιβάζονται και στους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών. Οι διαβουλεύσεις αυτές θα πραγματοποιούνται μέσω των υφιστάμενων ομάδων εμπειρογνωμόνων ή μέσω ad hoc συνεδριάσεων με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, για τις οποίες η Επιτροπή θα αποστέλλει προσκλήσεις μέσω των μόνιμων αντιπροσωπιών όλων των κρατών μελών. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν ποιοι εμπειρογνώμονες θα συμμετέχουν. Τα σχέδια των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το σχέδιο ημερήσιας διάταξης και οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα θα παρέχονται στους εμπειρογνώμονες εγκαίρως, ώστε να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο για να προετοιμαστούν.

5.  Στο τέλος κάθε συνεδρίασης με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών ή στη συνέχεια που δίνεται στις συνεδριάσεις αυτές, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα αναφέρουν τα συμπεράσματα που έχουν συναχθεί από τις συζητήσεις, μεταξύ άλλων πώς θα λάβουν υπόψη τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων, καθώς και πώς προτίθενται να προχωρήσουν. Τα εν λόγω συμπεράσματα θα καταγράφονται στα πρακτικά της συνεδρίασης.

6.  Η προετοιμασία και η κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους.

7.  Σε περίπτωση που το ουσιαστικό περιεχόμενο ενός σχεδίου κατ’ εξουσιοδότηση πράξης αλλάξει με οποιονδήποτε τρόπο, η Επιτροπή θα δίνει στους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών την ευκαιρία να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί της τροποποιημένης μορφής του σχεδίου κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, γραπτώς όπου κρίνεται σκόπιμο.

8.  Η αιτιολογική έκθεση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης θα περιλαμβάνει σύνοψη της διαδικασίας διαβουλεύσεων.

9.  Η Επιτροπή θα καθιστά διαθέσιμους ενδεικτικούς καταλόγους των σχεδιαζόμενων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σε τακτά χρονικά διαστήματα.

10.  Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα διασφαλίζει ότι όλα τα έγγραφα συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων των πράξεων διαβιβάζονται εγκαίρως και ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, όπως και στους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών.

11.  Όταν το θεωρούν αναγκαίο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να στέλνουν το καθένα εμπειρογνώμονες στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων στις οποίες είναι προσκεκλημένοι οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών. Για τον σκοπό αυτό διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ο προγραμματισμός των επόμενων μηνών και οι προσκλήσεις για όλες τις συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων.

12.  Τα τρία θεσμικά όργανα γνωστοποιούν το ένα στο άλλο τις αντίστοιχες λειτουργικές γραμματοθυρίδες τους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη διαβίβαση και τη λήψη όλων των εγγράφων που αφορούν τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις. Μόλις συγκροτηθεί το μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 29 της συμφωνίας, θα αρχίσει να χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό.

IΙΙ. Κανονεσ για τη διαβιβαση των εγγραφων και τον υπολογισμο των χρονικων περιοδων

13.  Μέσω κατάλληλου μηχανισμού, η Επιτροπή διαβιβάζει επίσημα τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η επεξεργασία των διαβαθμισμένων εγγράφων γίνεται σύμφωνα με τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες που θεσπίζει κάθε θεσμικό όργανο, ώστε να παρέχονται όλα τα απαιτούμενα εχέγγυα.

14.  Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο είναι σε θέση να ασκήσουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 290 της ΣΛΕΕ εντός των προθεσμιών που καθορίζονται σε κάθε βασική πράξη, η Επιτροπή δεν διαβιβάζει καμία κατ’ εξουσιοδότηση πράξη κατά τη διάρκεια των εξής χρονικών περιόδων:

    - από την 22α Δεκεμβρίου έως την 6η Ιανουαρίου·

    - από τη 15η Ιουλίου έως την 20ή Αυγούστου.

Αυτές οι χρονικές περίοδοι ισχύουν μόνον όταν η προθεσμία διατύπωσης αντιρρήσεων βασίζεται στην παράγραφο 28.

Αυτές οι χρονικές περίοδοι δεν ισχύουν για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος, όπως προβλέπεται στο μέρος VIΙ της παρούσας κοινής αντίληψης. Σε περίπτωση που κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος κατά τις χρονικές αυτές περιόδους, η προθεσμία διατύπωσης αντιρρήσεων που προβλέπεται στη βασική πράξη αρχίζει να υπολογίζεται μόνον όταν λήξει η εν λόγω χρονική περίοδος.

Έως τον Οκτώβριο του έτους που προηγείται των εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα τρία θεσμικά όργανα συμφωνούν για μια ρύθμιση σχετικά με την κοινοποίηση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το χρονικό διάστημα διακοπής των δραστηριοτήτων για τις εκλογές.

15.  Η χρονική περίοδος για τη διατύπωση αντιρρήσεων αρχίζει να υπολογίζεται όταν παραληφθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όλες οι επίσημες γλωσσικές εκδόσεις της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

ΙV. Διαρκεια της εξουσιοδοτησησ

16.  Με τη βασική πράξη μπορεί να εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για αόριστη ή ορισμένη χρονική περίοδο.

17.  Στις περιπτώσεις που προβλέπεται ορισμένη χρονική περίοδος, η βασική πράξη πρέπει καταρχήν να ορίζει ότι η εξουσιοδότηση παρατείνεται σιωπηρά για χρονικές περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθεί στην παράταση τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη λήξη κάθε χρονικής περιόδου. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εξουσία που της έχει ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη κάθε χρονικής περιόδου. Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει το δικαίωμα ανάκλησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

V. Προθεσμιεσ για τη διατυπωση αντιρρηση από το Ευρωπαϊκο Κοινοβουλιο και το Συμβουλιο

18.  Με την επιφύλαξη της διαδικασίας επείγοντος, η χρονική περίοδος για τη διατύπωση αντιρρήσεων που καθορίζεται κατά περίπτωση σε κάθε βασική πράξη πρέπει καταρχήν να διαρκεί τουλάχιστον δύο μήνες, με δυνατότητα παράτασης για άλλους δύο μήνες με πρωτοβουλία κάθε θεσμικού οργάνου (του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου).

19.  Ωστόσο, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήξη της εν λόγω χρονικής περιόδου, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν θα διατυπώσουν αντιρρήσεις.

VI. Διαδικασια επειγοντοσ

20.  Η διαδικασία επείγοντος πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε θέματα ασφάλειας και προστασίας, προστασίας της υγείας και της ασφάλειας ή εξωτερικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπιστικών κρίσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να αιτιολογούν την επιλογή της διαδικασίας επείγοντος στη βασική πράξη. Η βασική πράξη καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιείται η διαδικασία επείγοντος.

21.  Η Επιτροπή δεσμεύεται να ενημερώνει πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την πιθανότητα έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος. Αμέσως μόλις οι υπηρεσίες της Επιτροπής προβλέψουν μια τέτοια πιθανότητα, ενημερώνουν ανεπίσημα τις γραμματείες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου μέσω των λειτουργικών γραμματοθυρίδων που αναφέρονται στο σημείο 22.

22.  Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος τίθεται σε ισχύ αμέσως και εφαρμόζεται εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στη βασική πράξη. Σε περίπτωση που διατυπωθούν αντιρρήσεις, η Επιτροπή καταργεί την πράξη αμέσως μετά την κοινοποίηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της περί διατύπωσης αντιρρήσεων απόφασης.

23.  Κατά την κοινοποίηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος, η Επιτροπή εκθέτει τους λόγους για τη χρήση της εν λόγω διαδικασίας.

VII. Δημοσιευση στην Επισημη Εφημεριδα

24.  Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δημοσιεύονται στη σειρά L της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνον μετά την παρέλευση της προθεσμίας για τη διατύπωση αντιρρήσεων, με εξαίρεση την παράγραφο 29 ανωτέρω. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται με τη διαδικασία επείγοντος δημοσιεύονται αμέσως.

25.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 297 της ΣΛΕΕ, οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου περί ανάκλησης εξουσιοδότησης, διατύπωσης αντιρρήσεων για κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδόθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος ή αντίθεσης στη σιωπηρή παράταση της εξουσιοδότησης δημοσιεύονται επίσης στη σειρά L της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια απόφαση ανάκλησης αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

26.  Η Επιτροπή δημοσιεύει επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις αποφάσεις που καταργούν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία επείγοντος.

VIII. Αμοιβαια ανταλλαγη πληροφοριων, ιδιωσ σε περιπτωση ανακλησησ

27.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους για εφαρμογή των όρων που θεσπίζονται στη βασική πράξη, αλληλοενημερώνονται και ενημερώνουν την Επιτροπή.

28.  Όταν είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο κινεί διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάκληση εξουσιοδότησης, ενημερώνει τα άλλα δύο θεσμικά όργανα το αργότερο έναν μήνα πριν από τη λήψη της απόφασης ανάκλησης.

Παράρτημα

Υποδείγματα άρθρων

Αιτιολογική σκέψη:

Προκειμένου να [στόχος], πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία για την έκδοση πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά [περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής]. Έχει ιδιαίτερη σημασία η Επιτροπή να διενεργεί, κατά το προπαρασκευαστικό της έργο, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας της [ημερομηνία]. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματική πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

Άρθρο(-α) περί εξουσιοδότησης

[Η Επιτροπή εκδίδει/εξουσιοδοτείται να εκδίδει] κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο α, όσον αφορά [περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής]. Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας της [ημερομηνία].

Η ακόλουθη συμπληρωματική παράγραφος πρέπει να προστίθεται στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η διαδικασία επείγοντος:

Όταν, στην περίπτωση [περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής], το απαιτούν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης, στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου β.

Άρθρο [A]

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

[διάρκεια]

Επιλογή 1:

2. Η προβλεπόμενη στο(-α) άρθρο(-α)... εξουσιοδότηση χορηγείται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από την ... [ημερομηνία έναρξης ισχύος της βασικής νομοθετικής πράξης ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ορίζει ο νομοθέτης].

Επιλογή 2:

2. Η προβλεπόμενη στο(-α) άρθρο(-α)... εξουσιοδότηση χορηγείται στην Επιτροπή για περίοδο ... ετών από την .... [ημερομηνία έναρξης ισχύος της βασικής νομοθετικής πράξης ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ορίζει ο νομοθέτης]. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της ...-ετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται σιωπηρώς για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά της παράτασης το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

Επιλογή 3:

2. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο(-α) άρθρο(-α)... χορηγείται στην Επιτροπή για περίοδο ... ετών από την ... [ημερομηνία έναρξης ισχύος της βασικής νομοθετικής πράξης ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ορίζει ο νομοθέτης].

3.  Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο(-α) άρθρο(-α)... μπορεί να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που καθορίζεται στη συγκεκριμένη απόφαση. Η ανάκληση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.  Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας της [ημερομηνία].

5.  Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.  Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του[των] άρθρου[ων] … αρχίζει να ισχύει μόνο εάν δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός περιόδου [δύο μηνών] από την κοινοποίησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο ενημερώσουν την Επιτροπή ότι δεν θα διατυπώσουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά [δύο μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Το ακόλουθο συμπληρωματικό άρθρο πρέπει να προστίθεται στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η διαδικασία επείγοντος:

Άρθρο [B]

Διαδικασία επείγοντος

1.  Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο τίθενται σε ισχύ αμέσως και εφαρμόζονται καθόσον δεν διατυπώνονται αντιρρήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2. Στην κοινοποίηση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους γίνεται χρήση της διαδικασίας επείγοντος.

2.  Είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο δύνανται να διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο α παράγραφος 5. Σε αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή καταργεί την πράξη αμέσως μετά την κοινοποίηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο της περί διατύπωσης αντιρρήσεων απόφασης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II: ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή εκτιμούν ότι η παρούσα συμφωνία αντικατοπτρίζει την ισορροπία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, όπως ορίζονται στη Συνθήκη.

Δεν θίγει τη συμφωνία πλαίσιο της 20ής Οκτωβρίου 2010 για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(17).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

23.2.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

19

0

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Mercedes Bresso, Elmar Brok, Fabio Massimo Castaldo, Richard Corbett, Pascal Durand, Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Ramón Jáuregui Atondo, Jo Leinen, Morten Messerschmidt, Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Paulo Rangel, György Schöpflin, Pedro Silva Pereira, Barbara Spinelli, Claudia Tapardel, Kazimierz Michał Ujazdowski, Rainer Wieland

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Gerolf Annemans, Sylvie Goulard, Viviane Reding, Helmut Scholz

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Teresa Jiménez-Becerril Barrio

(1)

  ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47.

(2)

  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(3)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0061.

(4)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0323.

(5)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2014)0069.

(6)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0127.

(7)

  EE C 102 της 4.4.1996, σ. 2.

(8)

  ΕΕ C 73 της 17.3.1999, σ. 1.

(9)

  ΕΕ C 77 της 28.3.2002, σ. 1.

(10)

  EE C 145 της 30.6.2007, σ. 5.

(11)

  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 15.

(12)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13)

(13)

  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(14)

  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(15)

  http://ec.europa.eu/smart-regulation/better_regulation/documents/ii_common_approach_to_ia_en.pdf

(16)

*  Οι ιδιαιτερότητες της διαδικασίας για την εκπόνηση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων (ΡΤΠ) σύμφωνα με τους κανονισμούς για την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (ΕΕΑ) [κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12), κανονισμός (EΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/EΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331της 15.12.2010, σ. 48) και κανονισμός (ΕΕ) αριθ 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/EΚ και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84)] λαμβάνονται υπόψη χωρίς να θίγονται οι διαδικασίες διαβούλευσης που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.

(17)

  ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου