Διαδικασία : 2015/0226(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0387/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0387/2016

Συζήτηση :

PV 25/10/2017 - 14
CRE 25/10/2017 - 14

Ψηφοφορία :

PV 26/10/2017 - 10.3
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0415

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1308kWORD 170k
19.12.2016
PE 583.961v02-00 A8-0387/2016

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη θέσπιση κοινών κανόνων για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/EΚ, 2009/138/EΚ, 2011/61/EΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(COM(2015)0472 – C8-0288/2015 – 2015/0226(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Paul Tang

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Η ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΘΕΣΑΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη θέσπιση κοινών κανόνων για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/EΚ, 2009/138/EΚ, 2011/61/EΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(COM(2015)0472 – C8-0288/2015 – 2015/0226(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2015)0472)),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0288/2015),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 20ής Ιανουαρίου 2016(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 11ης Μαρτίου 2016(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0387/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(3)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/EΚ, 2009/138/EΚ, 2011/61/EΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(5),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η τιτλοποίηση αφορά πράξεις που επιτρέπουν στον δανειοδότη –συνήθως ένα πιστωτικό ίδρυμα– να αναχρηματοδοτήσει ένα σύνολο δανείων ή ανοιγμάτων, όπως δάνεια για την αγορά ακινήτων, χρηματοδοτικές μισθώσεις αυτοκινήτων, καταναλωτικά δάνεια ή πιστωτικές κάρτες, μέσω της μετατροπής τους σε διαπραγματεύσιμους τίτλους. Ο δανειοδότης συγκεντρώνει και επανασυσκευάζει το χαρτοφυλάκιο των δανείων του και τα οργανώνει σε διαφορετικές κατηγορίες κινδύνου για διαφορετικούς επενδυτές, δίνοντας έτσι στους επενδυτές πρόσβαση σε επενδύσεις σε δάνεια και άλλα ανοίγματα στα οποία κανονικά δεν θα είχαν άμεση πρόσβαση. Οι αποδόσεις για τους επενδυτές προκύπτουν από τις ταμειακές ροές των υποκείμενων δανείων.

(2)  Στο σχέδιο επενδύσεων για την Ευρώπη, που παρουσίασε στις 26 Νοεμβρίου 2014, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να θέσει σε επανεκκίνηση τις υψηλής ποιότητας αγορές τιτλοποιήσεων, χωρίς να επαναληφθούν τα σφάλματα που έγιναν πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η ανάπτυξη απλής, διαφανούς και τυποποιημένης αγοράς τιτλοποιήσεων αποτελεί δομικό στοιχείο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και συμβάλλει στον πρωταρχικό στόχο της Επιτροπής να υποστηρίξει τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη.

(3)  Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να ενισχύσει το νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόστηκε μετά την οικονομική κρίση με στόχο την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενυπάρχουν σε εξαιρετικά πολύπλοκες, αδιαφανείς και επικίνδυνες τιτλοποιήσεις. Για τον σκοπό αυτό, ο παρών κανονισμός θεσπίζει την απαγόρευση της επανατιτλοποίησης και ενισχύει τις προϋποθέσεις για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις διατήρησης κινδύνου. Είναι σημαντικό να διασφαλίσει τη θέσπιση των κανόνων για την καλύτερη διαφοροποίηση των απλών, διαφανών και τυποποιημένων προϊόντων από τα σύνθετα, αδιαφανή και ριψοκίνδυνα χρηματοπιστωτικά μέσα, και να εφαρμόσει ένα πιο ευαίσθητο στον κίνδυνο προληπτικό πλαίσιο.

(4)  Η τιτλοποίηση αποτελεί σημαντικό στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η καλά διαρθρωμένη τιτλοποίηση αποτελεί δίαυλο για τη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και την ευρύτερη κατανομή του κινδύνου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Επιτρέπει την ευρύτερη κατανομή του κινδύνου του χρηματοπιστωτικού τομέα και μπορεί να συμβάλει στην αποδέσμευση των ισολογισμών των μεταβιβαζουσών οντοτήτων ώστε να καταστεί εφικτή η αύξηση των δανειοδοτήσεων προς την πραγματική οικονομία. ▌Η τιτλοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των κεφαλαιαγορών, εξασφαλίζοντας έτσι έμμεσο όφελος για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες (π.χ. μειώνοντας το κόστος της δανειοδότησης και της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, των πιστώσεων για ακίνητη περιουσία και των πιστωτικών καρτών). Ωστόσο, ο παρών κανονισμός αναγνωρίζει τους κινδύνους αυξημένης διασυνδεσιμότητας και υπέρμετρης μόχλευσης που ενέχει η τιτλοποίηση, και ενισχύει τη μικροπροληπτική εποπτεία της συμμετοχής χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην εν λόγω αγορά από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και τη μακροπροληπτική εποπτεία της από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και τις αρμόδιες εθνικές αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί η ευθύνη για τα μακροπροληπτικά μέσα.

(5)  Προκειμένου να θεσπιστεί ένα πλαίσιο προληπτικής εποπτείας πιο ευαίσθητο στον κίνδυνο, για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις («τιτλοποιήσεις STS»), η Ένωση πρέπει να ορίσει με σαφήνεια, τι ακριβώς είναι η τιτλοποίηση STS, δεδομένου ότι, διαφορετικά, η πιο ευαίσθητη στον κίνδυνο κανονιστική αντιμετώπιση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών εταιριών θα ήταν διαθέσιμη για διαφορετικούς τύπους τιτλοποιήσεων στα διάφορα κράτη μέλη. Το αποτέλεσμα θα ήταν άνισοι όροι ανταγωνισμού και καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, τη στιγμή που είναι σημαντικό, αντίθετα, να εξασφαλιστεί ότι η Ένωση λειτουργεί ως ενιαία αγορά για τιτλοποιήσεις STS και διευκολύνει τις διασυνοριακές πράξεις.

(6)  Είναι απαραίτητο να διατυπωθούν, σε συμφωνία με τους υπάρχοντες ορισμούς της ενωσιακής νομοθεσίας για τον συγκεκριμένο τομέα, ορισμοί για όλες τις βασικές έννοιες που αφορούν την τιτλοποίηση. Συγκεκριμένα, απαιτείται ένας σαφής και περιεκτικός ορισμός της τιτλοποίησης, ο οποίος να περιλαμβάνει κάθε πράξη ή μηχανισμό όπου ο πιστωτικός κίνδυνος σε σχέση με ένα άνοιγμα ή ένα σύνολο ανοιγμάτων τμηματοποιείται. Άνοιγμα από το οποίο προκύπτει υποχρέωση άμεσης πληρωμής για πράξη ή μηχανισμό που χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση ή αξιοποίηση ενσώματων στοιχείων ενεργητικού δεν θα πρέπει να θεωρείται άνοιγμα σε τιτλοποίηση, ακόμη κι αν η πράξη ή ο μηχανισμός έχει υποχρεώσεις πληρωμής διαφορετικής εξοφλητικής προτεραιότητας.

(7)  Τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν ήδη καταβληθεί πολλές προσπάθειες για τον προσδιορισμό των τιτλοποιήσεων STS, στους δε κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 2015/61(6) και (ΕΕ) αριθ. 2015/35(7) της Επιτροπής, έχουν ήδη καθοριστεί κριτήρια για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις για ειδικούς σκοπούς, για τις οποίες προβλέπεται προληπτική εποπτεία με μεγαλύτερη ευαισθησία στον κίνδυνο.

(8)  Βάσει των υφιστάμενων κριτηρίων, των κριτηρίων της BCBS-IOSCO που εγκρίθηκαν στις 23 Ιουλίου 2015 για τον προσδιορισμό των σαφών, διαφανών και συγκρίσιμων τιτλοποιήσεων στο πλαίσιο της κεφαλαιακής επάρκειας για τις τιτλοποιήσεις, και, ιδίως, των συμβουλών της ΕΑΤ για τον προσδιορισμό των επιλέξιμων τιτλοποιήσεων, που δημοσιοποιήθηκαν στις 7 Ιουλίου 2015, είναι αναγκαίο να καθιερωθεί ένας γενικός και διατομεακά εφαρμοστέος ορισμός των τιτλοποιήσεων STS.

(9)  Η εφαρμογή των κριτηρίων STS σε ολόκληρη την ΕΕ δεν θα πρέπει να οδηγεί σε αποκλίνουσες προσεγγίσεις. Οι προσεγγίσεις αυτές θα δημιουργούσαν πιθανούς φραγμούς για τους διασυνοριακούς επενδυτές, περιορίζοντας την πρόσβασή τους στις λεπτομέρειες των πλαισίων των κρατών μελών και υπονομεύοντας έτσι την εμπιστοσύνη των επενδυτών στα κριτήρια STS. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) θα πρέπει, συνεπώς, από κοινού με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις αγορές κινητών αξιών, να επιβλέπει τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια STS και να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για να εξασφαλιστεί η κοινή και συνεπής κατανόηση των απαιτήσεων STS σε ολόκληρη την Ένωση, προκειμένου να αντιμετωπιστούν δυνητικά ζητήματα ερμηνείας. Η εν λόγω ενιαία πηγή ερμηνείας αποσκοπεί στην υποστήριξη της καθιέρωσης των κριτηρίων STS από τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες και τους επενδυτές. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα πρέπει επίσης να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση ενδεχόμενων προβλημάτων ερμηνείας.

(10)  ▌Δεδομένου του στόχου αυτού, οι τρεις ΕΕΑ θα πρέπει, στο πλαίσιο της μικτής επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με πρακτικά ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν σε σχέση με τις τιτλοποιήσεις STS. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να ζητούν τις γνώμες των συμμετεχόντων στην αγορά και να τις λαμβάνουν υπόψη τους στο μέτρο του δυνατού. Τα αποτελέσματα των συζητήσεων αυτών θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν στους ιστοτόπους της ΕAKAA, προκειμένου να βοηθούν τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες, τις ΟΕΣΤ και τους επενδυτές να αξιολογούν τις τιτλοποιήσεις STS πριν από την έκδοση ή την επένδυση σε τέτοιες θέσεις. ▌

(11)  Οι επενδύσεις ή τα ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις εκθέτουν τον επενδυτή στους πιστωτικούς κινδύνους των υποκείμενων δανείων ή ανοιγμάτων, αλλά και η διαδικασία διάρθρωσης των τιτλοποιήσεων θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει άλλους κινδύνους, όπως κινδύνους αντιπροσώπευσης, κίνδυνο υποδείγματος, νομικό και επιχειρησιακό κίνδυνο, κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου, κίνδυνο εξυπηρέτησης, κίνδυνο ρευστότητας, κίνδυνο συγκέντρωσης και επιχειρησιακό κίνδυνο. Είναι, επομένως, ουσιαστικό, οι θεσμικοί επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων, να υπόκεινται σε αναλογικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας προκειμένου να μπορούν να αξιολογούν κατάλληλα τους κινδύνους που απορρέουν από όλους των τύπους τιτλοποιήσεων, προς όφελος των τελικών επενδυτών. Η δέουσα επιμέλεια μπορεί, συνεπώς, να αυξήσει την εμπιστοσύνη στην αγορά μεταξύ επιμέρους μεταβιβαζουσών οντοτήτων, αναδόχων οντοτήτων και επενδυτών. Είναι επίσης αναγκαίο, να επιδεικνύεται από τους επενδυτές η ενδεδειγμένη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τις τιτλοποιήσεις STS. Μπορούν να ενημερώνονται μέσω των πληροφοριών που δημοσιοποιούν οι τιτλοποιούσες οντότητες, ιδίως δε μέσω της κοινοποίησης STS και των σχετικών πληροφοριών που δημοσιοποιούνται στο πλαίσιο αυτό, που θα πρέπει να παρέχουν στους επενδυτές όλα τα συναφή στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πληρούνται τα κριτήρια STS. Οι θεσμικοί επενδυτές θα πρέπει να είναι σε θέση να βασιστούν δεόντως στην κοινοποίηση STS και στις πληροφορίες που δημοσιοποιούν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ, προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσον μια τιτλοποίηση ικανοποιεί τις απαιτήσεις STS.

(12)  Είναι ουσιαστικό, να παραμένουν ευθυγραμμισμένα τα συμφέροντα των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των ανάδοχων οντοτήτων και των αρχικών δανειοδοτών που συμμετέχουν σε μια τιτλοποίηση, και ▌ των επενδυτών. Για να επιτευχθεί αυτό, η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης θα πρέπει να διατηρεί σημαντική συμμετοχή στα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης, σε επίπεδο 5% ή 10% ανάλογα με τον ακριβή τρόπο διατήρησης. Επιπλέον, τα τιτλοποιημένα ανοίγματα δεν θα πρέπει να έχουν απόδοση που θα μπορούσε να διαφέρει σημαντικά από τα ανοίγματα που δεν έχουν τιτλοποιηθεί. Είναι επομένως σημαντικό, οι μεταβιβάζουσες οντότητες ή οι ανάδοχοι οντότητες να διατηρούν ουσιώδες καθαρό οικονομικό άνοιγμα στους εν λόγω υποκείμενους κινδύνους. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα πρέπει, σύμφωνα με έκθεση της ΕΑΚΑΑ, να επανεξετάζει ανά διετία το ποσοστό διατήρησης κινδύνου 5% έως 20% για την αγορά τιτλοποιήσεων συνολικά ή για ορισμένα τμήματα της αγοράς αυτής, μέσω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Γενικότερα, οι πράξεις τιτλοποίησης δεν θα πρέπει να διαρθρώνονται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η εφαρμογή της απαίτησης διατήρησης. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται οπουδήποτε εφαρμόζεται η οικονομική ουσία της τιτλοποίησης, ανεξαρτήτως των χρησιμοποιούμενων νομικών δομών ή μέσων. Δεν απαιτείται πολλαπλή εφαρμογή των απαιτήσεων διατήρησης. Για οποιαδήποτε συγκεκριμένη τιτλοποίηση, αρκεί να υπόκειται στην απαίτηση μόνο η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης. Ομοίως, όταν οι πράξεις τιτλοποίησης εμπεριέχουν άλλες θέσεις τιτλοποίησης ως υποκείμενα ανοίγματα, η υποχρέωση διατήρησης θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην τιτλοποίηση που υπόκειται στην επένδυση. Η κοινοποίηση STS καταδεικνύει στους επενδυτές ότι οι μεταβιβάζουσες οντότητες διατηρούν ουσιώδες καθαρό οικονομικό άνοιγμα στους υποκείμενους κινδύνους. Θα πρέπει να γίνονται μερικές εξαιρέσεις για περιπτώσεις στις οποίες τιτλοποιημένα ανοίγματα καλύπτονται από πλήρη, ανεπιφύλακτη και αμετάκλητη εγγύηση χορηγούμενη ιδίως από δημόσιες αρχές. Σε περίπτωση που παρέχεται στήριξη από δημόσιους πόρους υπό τη μορφή εγγυήσεων ή με άλλα μέσα, οποιεσδήποτε διατάξεις του παρόντος κανονισμού ισχύουν με την επιφύλαξη των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

(13)  Η ικανότητα των επενδυτών να επιδεικνύουν δέουσα επιμέλεια με σκοπό την τεκμηριωμένη αξιολόγηση της φερεγγυότητας ενός δεδομένου μέσου τιτλοποίησης εξαρτάται από την πρόσβαση που έχουν σε πληροφορίες σχετικά με αυτά τα μέσα. Βάσει του υφιστάμενου κεκτημένου, είναι σημαντική η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος δυνάμει του οποίου οι επενδυτές θα έχουν πρόσβαση στο σύνολο της συναφούς πληροφόρησης καθ’ όλη τη διάρκεια των πράξεων, ενώ παράλληλα θα μειώνονται οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων εκ μέρους των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των αναδόχων οντοτήτων και των ΟΕΣΤ και θα διευκολύνεται η συνεχής, εύκολη και ελεύθερη πρόσβαση των επενδυτών σε αξιόπιστη πληροφόρηση σχετικά με τις τιτλοποιήσεις. Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ θα πρέπει επίσης να δημοσιοποιούν πληροφορίες για τον μακροπρόθεσμα βιώσιμο χαρακτήρα της τιτλοποίησης, τον τρόπο με τον οποίο η τιτλοποίηση συμβάλλει στην επιτυχία της συμφωνίας της διάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα, COP 21, και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και διαχειριστικοί παράγοντες (ESG) που αναφέρονται στις αρχές του ΟΗΕ για τις υπεύθυνες επενδύσεις. Προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια της αγοράς, θα πρέπει να θεσπιστεί πλαίσιο για να συγκεντρώνονται σε αρχεία καταγραφής δεδομένων οι σχετικές εκθέσεις, κυρίως όσον αφορά υποκείμενα ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις. Τα εν λόγω αρχεία καταγραφής δεδομένων θα πρέπει να συσταθούν και να εποπτεύονται από την ΕΑΚΑΑ και να πληρούν αυστηρές απαιτήσεις. Κατά τον καθορισμό των λεπτομερών στοιχείων των εκθέσεων αυτών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα, οι πληροφορίες που υποβάλλονται στα εν λόγω αρχεία καταγραφής να βασίζονται σε υπάρχοντα υποδείγματα δημοσιοποίησης τέτοιων στοιχείων.

13α)  Οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται και ενισχύονται με τον παρόντα κανονισμό σε σχέση με την ανάγκη για δημοσιοποίηση πληροφοριών από τους συμμετέχοντες σε τιτλοποιήσεις δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την πραγματοποίηση μη δημοσιοποιήσιμων τιτλοποιήσεων, στις οποίες η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ της τιτλοποίησης δημοσιοποιούν τουλάχιστον όλη την υποκείμενη τεκμηρίωση που είναι αναγκαία για την κατανόηση της πράξης και την επαρκή ενημέρωση των επενδυτών.

(14)  Οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν στην έκθεση προς τους επενδυτές όλα τα ουσιωδώς συναφή δεδομένα σχετικά με την πιστωτική ποιότητα και την απόδοση των υποκείμενων ανοιγμάτων, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που επιτρέπουν στους επενδυτές να εντοπίζουν σαφώς τις καθυστερήσεις και τις αθετήσεις υποκείμενων οφειλετών, την αναδιάρθρωση χρεών, τη διαγραφή χρεών, τη χορήγηση περιόδου χάριτος, τις επαναγορές, τις διακοπές πληρωμής, τις ζημίες, τις ανακτήσεις και άλλα επανορθωτικά μέτρα σε σχέση με τις αποδόσεις των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων. Η έκθεση προς τους επενδυτές θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης στοιχεία σχετικά με τις ταμειακές ροές που δημιουργούνται από τα υποκείμενα ανοίγματα και από τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η έκδοση της τιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένης χωριστής δημοσιοποίησης των εσόδων και των εκταμιεύσεων της θέσης τιτλοποίησης, δηλ. του προγραμματισμένου κεφαλαίου, των προγραμματισμένων τόκων, του προπληρωμένου κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των τελών και χρεώσεων, καθώς επίσης τυχόν δεδομένα σχετικά με παραβιάσεις που ενεργοποιούν αλλαγές στη σειρά των πληρωμών ή την αντικατάσταση αντισυμβαλλομένων, και δεδομένα σχετικά με το ποσό και τη μορφή της πιστωτικής ενίσχυσης που είναι διαθέσιμη για κάθε δόση. Μολονότι απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις έχουν λειτουργήσει επιτυχώς στο παρελθόν, η ικανοποίηση των απαιτήσεων STS δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η θέση τιτλοποίησης είναι απαλλαγμένη από κινδύνους ούτε αποδεικνύει τίποτα σχετικά με την πιστωτική ποιότητα που υπόκειται της τιτλοποίησης. Τουναντίον, θα πρέπει να θεωρείται ότι καταδεικνύει πως ο συνετός και επιμελής επενδυτής θα είναι σε θέση να αναλύσει τους κινδύνους που ενέχει η τιτλοποίηση. Θα πρέπει να υπάρχουν δύο είδη απαιτήσεων STS: ένα για μακροπρόθεσμες τιτλοποιήσεις και ένα για βραχυπρόθεσμες τιτλοποιήσεις (ABCP), τα οποία θα πρέπει να υπόκεινται σε μεγάλο βαθμό σε παρόμοιες απαιτήσεις με ειδικές προσαρμογές για να αντικατοπτρίζουν τα δομικά χαρακτηριστικά των δύο αυτών τμημάτων της αγοράς. Η λειτουργία των αγορών αυτών διαφέρει όταν πρόκειται για προγράμματα ABCP που βασίζονται σε συναλλαγές ABCP αποτελούμενες από βραχυπρόθεσμα ανοίγματα που πρέπει να αντικατασταθούν κατά τη λήξη τους. Επιπροσθέτως, τα κριτήρια STS χρειάζεται επίσης να αντικατοπτρίζουν τον ειδικό ρόλο της αναδόχου οντότητας που παρέχει στήριξη ρευστότητας σε οχήματα τιτλοποίησης τύπου ABCP. Δεδομένης της πιθανότητας να συγκεντρωθεί ο κίνδυνος ρευστότητας στο επίπεδο της αναδόχου τράπεζας, αυτό θα αύξανε τον συστημικό κίνδυνο. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός απαιτεί τακτικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που επιθυμούν να υποστηρίξουν πρόγραμμα ABCP.

(15)  Η παρούσα πρόταση επιτρέπει να χαρακτηρίζονται STS μόνο τιτλοποιήσεις «πραγματικής πώλησης». Σε μια τιτλοποίηση πραγματικής πώλησης, η κυριότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων μεταβιβάζεται ή εκχωρείται ουσιαστικά σε μια εκδίδουσα οντότητα που είναι οντότητα ειδικού σκοπού τιτλοποίησης (ΟΕΣΤ). Η μεταβίβαση των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ΟΕΣΤ δεν θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρές διατάξεις ανάκτησης σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πωλητή. Τέτοιες αυστηρές διατάξεις επιστροφής αμοιβών συμπεριλαμβάνουν, ενδεικτικά, τις διατάξεις βάσει των οποίων η πώληση των υποκείμενων ανοιγμάτων μπορεί να ακυρωθεί από τον εκκαθαριστή του πωλητή αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονός ότι συνήφθη εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας του πωλητή, ή διατάξεις βάσει των οποίων η ΟΕΣΤ μπορεί να αποτρέψει την εν λόγω ακύρωση μόνον εάν μπορεί να αποδείξει ότι δεν ήταν ενήμερη για την αφερεγγυότητα του πωλητή κατά τη στιγμή της πώλησης.

(16)  Σε τιτλοποιήσεις που δεν είναι πραγματικής πώλησης, τα υποκείμενα ανοίγματα δεν μεταβιβάζονται σε μια τέτοια εκδίδουσα οντότητα, αλλά αντίθετα μεταβιβάζεται ο πιστωτικός κίνδυνος που σχετίζεται με τα υποκείμενα ανοίγματα, μέσω σύμβασης παραγώγων ή εγγυήσεων. Αυτό δημιουργεί πρόσθετο πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και πιθανή περιπλοκότητα που σχετίζεται ιδίως με το περιεχόμενο της σύμβασης παραγώγων. Για τους λόγους αυτούς, τα κριτήρια STS δεν επιτρέπουν συνθετική τιτλοποίηση.

Η πρόοδος που σημείωσε η ΕΑΤ, στην έκθεσή της του Δεκεμβρίου του 2015, προσδιορίζοντας μια πιθανή δέσμη κριτηρίων STS για τη συνθετική τιτλοποίηση, θα πρέπει να αναγνωριστεί. Μόλις η ΕAT ορίσει με σαφήνεια μια δέσμη κριτηρίων STS που θα εφαρμόζονται ειδικά στις συνθετικές τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού, και προκειμένου να προωθηθεί η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και ειδικότερα των ΜΜΕ οι οποίες επωφελούνται περισσότερο από αυτές τις τιτλοποιήσεις, ανατίθεται στην Επιτροπή να συντάξει έκθεση και, αν είναι σκόπιμο, νομοθετική πρόταση για την επέκταση του πλαισίου STS σε αυτές τις τιτλοποιήσεις, ενώ δεν έχει δοθεί παρόμοια εντολή στην Επιτροπή όσον αφορά τις εξισορροπητικές συνθετικές τιτλοποιήσεις

(17)  Τα υποκείμενα ανοίγματα που μεταβιβάζονται από τον πωλητή στην ΟΕΣΤ θα πρέπει ικανοποιούν προκαθορισμένα και σαφώς προσδιορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας τα οποία δεν επιτρέπουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την ενεργή διαχείριση χαρτοφυλακίου για τα εν λόγω ανοίγματα. Η υποκατάσταση των ανοιγμάτων που παραβαίνουν δηλώσεις και εγγυήσεις, κατ’ αρχήν δεν θεωρείται ενεργή διαχείριση χαρτοφυλακίου.

(18)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η επίδειξη δέουσας επιμέλειας εκ μέρους των επενδυτών και να διευκολυνθεί η αξιολόγηση των υποκείμενων κινδύνων, είναι σημαντικό, οι πράξεις τιτλοποίησης να υποστηρίζονται από σύνολα ανοιγμάτων που παρουσιάζουν ομοιογένεια ως προς το είδος των στοιχείων ενεργητικού· ανατίθεται στην ΕΑΚΑΑ η ανάπτυξη ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για την περαιτέρω αποσαφήνιση των κριτηρίων ομοιογένειας δυνάμει των απαιτήσεων για απλούστευση.

(19)  Είναι ουσιαστικό να προληφθεί η επανεμφάνιση πρακτικών «δημιουργίας και διανομής δανείων». Στις περιπτώσεις αυτές, οι δανειοδότες χορηγούν πιστώσεις χρησιμοποιώντας ανεπαρκείς και χαλαρές πολιτικές ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων, δεδομένου ότι γνωρίζουν εκ των προτέρων πως οι σχετικοί κίνδυνοι θα πωληθούν τελικά σε τρίτους. Επομένως, τα προς τιτλοποίηση ανοίγματα θα πρέπει να προέρχονται από τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες της μεταβιβάζουσας οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη σύμφωνα με πρότυπα ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων που δεν θα πρέπει να υπολείπονται σε αυστηρότητα εκείνων που εφαρμόζει η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης για τη δημιουργία παρόμοιων ανοιγμάτων που δεν τιτλοποιούνται. Ουσιώδεις αλλαγές στα πρότυπα ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων θα πρέπει να γνωστοποιούνται πλήρως στους δυνητικούς επενδυτές. Η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης θα πρέπει να διαθέτει επαρκή πείρα στη δημιουργία ανοιγμάτων παρόμοιας φύσης με εκείνα που έχουν τιτλοποιηθεί. Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων στις οποίες τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια, το σύνολο των δανείων δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει δάνεια που είχαν διαφημιστεί και συναφθεί με βάση την παραδοχή ότι έχει γνωστοποιηθεί στον αιτούντα το δάνειο ή, κατά περίπτωση, στους ενδιάμεσους, πως οι παρεχόμενες πληροφορίες ενδέχεται να μην επαληθευτούν από τον δανειοδότη. Η αξιολόγηση της φερεγγυότητας του δανειολήπτη θα πρέπει επίσης να ικανοποιεί, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις των οδηγιών 2014/17/ΕΕ ή 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή ισοδύναμες απαιτήσεις τρίτων χωρών.

(20)  Όταν οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τον χαρακτηρισμό STS για τις τιτλοποιήσεις τους, θα πρέπει να ενημερώνουν τους επενδυτές, τις αρμόδιες αρχές και την ΕΑΚΑΑ ότι η συγκεκριμένη τιτλοποίηση πληροί τις απαιτήσεις STS. Η ΕΑΚΑΑ οφείλει τότε να την δημοσιεύσει σε κατάλογο πράξεων που αναρτώνται στον ιστότοπό της για σκοπούς πληροφόρησης. Η συμπερίληψη της έκδοσης μιας τιτλοποίησης στον κατάλογο κοινοποιημένων τιτλοποιήσεων STS της ΕΑΚΑΑ δεν συνεπάγεται πιστοποίηση εκ μέρους της ΕΑΚΑΑ ή άλλων αρμόδιων αρχών ότι η εν λόγω τιτλοποίηση πληροί τις απαιτήσεις STS. Η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις STS εξακολουθεί να αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των αναδόχων οντοτήτων και των ΟΕΣΤ. Έτσι εξασφαλίζεται ότι οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ θα αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον ισχυρισμό τους ότι η τιτλοποίηση είναι STS και ότι υπάρχει διαφάνεια στην αγορά.

(21)  Όταν μια τιτλοποίηση πάψει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις STS, η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ θα πρέπει να ενημερώνουν αμέσως την ΕΑΚΑΑ. Επιπροσθέτως, όταν μια αρμόδια αρχή επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή επανορθωτικά μέτρα σε σχέση με τιτλοποίηση κοινοποιημένη ως STS, θα πρέπει να ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ προκειμένου να περιλαμβάνεται στον κατάλογο κοινοποιημένων STS σχετική ένδειξη που να επιτρέπει την ενημέρωση των επενδυτών για τις εν λόγω κυρώσεις και για την αξιοπιστία των κοινοποιήσεων STS. Είναι, επομένως, προς το συμφέρον των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των ανάδοχων οντοτήτων και των ΟΕΣΤ, να είναι πολύ προσεκτικές στις κοινοποιήσεις τους, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να υποστούν συνέπειες όσον αφορά τη φήμη τους.

(22)  Οι επενδυτές θα πρέπει, από την πλευρά τους, να επιδεικνύουν δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τις επενδύσεις τους, ανάλογη προς τους αντίστοιχους κινδύνους, αλλά και να μπορούν να βασίζονται στις κοινοποιήσεις STS και στις πληροφορίες που παρέχουν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις STS.

(23)  Η εμπλοκή τρίτων, προκειμένου να συμβάλουν στον έλεγχο της συμμόρφωσης μιας τιτλοποίησης προς τις απαιτήσεις STS, μπορεί να είναι χρήσιμη για τους επενδυτές, τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες και τις ΟΕΣΤ, και θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της εμπιστοσύνης στην αγορά όσον αφορά τις τιτλοποιήσεις STS. Ωστόσο, είναι ουσιαστικό να διενεργούν οι επενδυτές τη δική τους αξιολόγηση, να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις επενδυτικές τους αποφάσεις και να μην βασίζονται μηχανικά σε τρίτους.

(24)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει ορίσουν αρμόδιες αρχές και να τους αναθέσουν τις αναγκαίες αρμοδιότητες για την άσκηση εποπτείας, τη διεξαγωγή ερευνών και την επιβολή κυρώσεων. Οι διοικητικές κυρώσεις και τα επανορθωτικά μέτρα θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να δημοσιεύονται. Δεδομένου ότι οι επενδυτές, οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες, οι αρχικοί δανειοδότες και οι ΟΕΣΤ μπορούν να έχουν την έδρα τους σε διαφορετικά κράτη μέλη και να εποπτεύονται από διαφορετικές τομεακές αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να εξασφαλίζεται στενή συνεργασία μεταξύ των οικείων αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου(8), καθώς και με τις ΕΕΑ, μέσω ανταλλαγής πληροφοριών και αμοιβαίας βοήθειας στις εποπτικές δραστηριότητες.

(25)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συντονίζουν στενά την εποπτεία τους και να εξασφαλίζουν τη συνεκτικότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται σε περίπτωση παραβάσεων του παρόντος κανονισμού. Όταν μια τέτοια παράβαση αφορά εσφαλμένη ή παραπλανητική κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή που διαπιστώνει την παράβαση θα πρέπει να ενημερώνει επίσης τις ΕΕΑ και τις σχετικές αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών και την ΕΑΚΑΑ και, όπου είναι σκόπιμο, θα πρέπει η μικτή επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών να είναι σε θέση να ασκήσει τις δεσμευτικές διαμεσολαβητικές αρμοδιότητές της.

(25α)  Προκειμένου η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, θα πρέπει να της ανατεθεί αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τη συμπλήρωση/τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό διαδικαστικών κανόνων για την επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών καθώς και για τον τύπο των τελών, τους λόγους καταβολής τελών και το ύψος των τελών αυτών.

Προκειμένου να τηρείται η υποχρέωση της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας και του αρχικού δανειστή μιας τιτλοποίησης STS για εγκατάσταση στην Ένωση, και δεδομένης της ενδεχόμενης ανάπτυξης σε τρίτες χώρες πλαισίων βασιζόμενων στα κριτήρια BCBS-IOSCO για τον προσδιορισμό των απλών, διαφανών και συγκρίσιμων τιτλοποιήσεων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία για την έκδοση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με διατάξεις για τον καθορισμό της ισοδυναμίας των νομικών, εποπτικών και εφαρμοστικών ρυθμίσεων τρίτων χωρών με το πλαίσιο της Ένωσης.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, η Επιτροπή να προβαίνει σε κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διεξάγονται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για την καλή νομοθέτηση. Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί η ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, ενώ οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(26)  Ο παρών κανονισμός προάγει την εναρμόνιση ορισμένων βασικών στοιχείων στην αγορά τιτλοποιήσεων, με την επιφύλαξη περαιτέρω συμπληρωματικής εναρμόνισης από την ίδια την αγορά, των διαδικασιών και των πρακτικών στις αγορές τιτλοποίησης. Για τον λόγο αυτό, είναι ουσιαστικό οι συμμετέχοντες στις αγορές και οι επαγγελματικές ενώσεις τους να συνεχίσουν το έργο της περαιτέρω τυποποίησης των πρακτικών στις αγορές, ιδίως όσον αφορά την τυποποίηση της τεκμηρίωσης των τιτλοποιήσεων. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί προσεκτικά τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι συμμετέχοντες στις αγορές στον τομέα της τυποποίησης και θα υποβάλλει σχετικές εκθέσεις.

(27)  Η οδηγία για τους ΟΣΕΚΑ, «Φερεγγυότητα II», ο κανονισμός για τους ΟΑΠΙ, η οδηγία ΔΟΕΕ και ο κανονισμός EMIR τροποποιούνται αντίστοιχα προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμόνιση του ενωσιακού νομικού πλαισίου με τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις διατάξεις που αφορούν την τιτλοποίηση, το βασικό αντικείμενο των οποίων είναι η ίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά για όλους τους θεσμικούς επενδυτές.

(28)  Όσον αφορά τις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων («OTC») που συνάπτονται από οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης δεν θα πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Αυτό συμβαίνει διότι οι αντισυμβαλλόμενοι συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται με οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης είναι διασφαλισμένοι πιστωτές στο πλαίσιο ρυθμίσεων τιτλοποίησης και συνήθως προβλέπεται επαρκής προστασία από τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου. Όσον αφορά τα παράγωγα των οποίων η εκκαθάριση δεν γίνεται σε κεντρικό επίπεδο, τα επίπεδα των απαιτούμενων εγγυήσεων θα πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη την ειδική διάρθρωση των ρυθμίσεων τιτλοποίησης και την προστασία που παρέχεται ήδη από αυτήν.

(29)  Υπάρχει ένας βαθμός υποκαταστασιμότητας μεταξύ καλυμμένων ομολόγων και τιτλοποιήσεων. Συνεπώς, προκειμένου να αποφευχθεί η πιθανότητα στρέβλωσης ή εξισορροπητικής κερδοσκοπίας μεταξύ της χρήσης τιτλοποιήσεων και καλυμμένων ομολόγων, λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί από οντότητες καλυμμένων ομολόγων ή ΟΕΣΤ, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει επίσης να τροποποιηθεί ώστε να εξαιρεί τις οντότητες καλυμμένων ομολόγων από την υποχρέωση εκκαθάρισης και να διασφαλίζει ότι θα υπόκεινται στα ίδια διμερή περιθώρια.

(30)  Προκειμένου να καθοριστεί η απαίτηση περί διατήρησης κινδύνου, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή αρμοδιότητα για την έκδοση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά την έγκριση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που θα προσδιορίζουν τις μεθόδους διατήρησης κινδύνου, τη μέτρηση του επιπέδου διατήρησης, ορισμένες απαγορεύσεις σχετικά με τον διατηρούμενο κίνδυνο, τη διατήρηση σε ενοποιημένη βάση και την εξαίρεση ορισμένων πράξεων. Δεδομένου ότι η ΕΑΤ διαθέτει σχετική πραγματογνωσία, θα πρέπει κατά τον καθορισμό των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων η Επιτροπή να αξιοποιήσει την εν λόγω πραγματογνωσία στην εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Η ΕΑΤ θα πρέπει να βρίσκεται σε στενή διαβούλευση με τις άλλες δύο ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές.

(31)  Προκειμένου οι επενδυτές να διευκολύνονται να έχουν συνεχή, εύκολη και ελεύθερη πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση σχετικά με τις τιτλοποιήσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η ίδια αρμοδιότητα έγκρισης πράξεων σε σχέση με ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τη συγκέντρωση συγκρίσιμων πληροφοριών σχετικά με τα υποκείμενα ανοίγματα και την τακτική υποβολή εκθέσεων στους επενδυτές, καθώς και για τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί ο ιστότοπος που χρησιμοποιείται για τη δημοσιοποίηση των σχετικών πληροφοριών στους κατόχους θέσεων τιτλοποίησης. Δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ διαθέτει σχετική πραγματογνωσία, θα πρέπει κατά τον καθορισμό των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων η Επιτροπή να αξιοποιήσει την εν λόγω πραγματογνωσία στην εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να βρίσκεται σε στενή διαβούλευση με τις άλλες δύο ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές.

(32)  Προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία για τους επενδυτές, τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες και τις ΟΕΣΤ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η ίδια αρμοδιότητα έγκρισης πράξεων όσον αφορά τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για το υπόδειγμα κοινοποιήσεων STS, έτσι ώστε οι επενδυτές και οι αρμόδιες αρχές να έχουν επαρκή πληροφόρηση προκειμένου να μπορούν να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις STS. Δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ διαθέτει σχετική πραγματογνωσία, θα πρέπει κατά τον καθορισμό των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων η Επιτροπή να αξιοποιήσει την εν λόγω πραγματογνωσία στην εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να βρίσκεται σε στενή διαβούλευση με τις άλλες δύο ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές.

(33)  Για τον καθορισμό των όρων της υποχρέωσης συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η ίδια αρμοδιότητα έγκρισης πράξεων όσον αφορά τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των ανταλλασσόμενων πληροφοριών, καθώς και για το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων κοινοποίησης. Δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ διαθέτει σχετική πραγματογνωσία, θα πρέπει κατά τον καθορισμό των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων η Επιτροπή να αξιοποιήσει την εν λόγω πραγματογνωσία στην εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να βρίσκεται σε στενή διαβούλευση με τις άλλες δύο ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές.

(34)  Κατά την προετοιμασία και την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(35)  Επειδή οι στόχοι του παρόντος κανονισμού δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι οι αγορές τιτλοποιήσεων λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο και θα πρέπει να διασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά για όλους τους θεσμικούς επενδυτές και τις οντότητες που εμπλέκονται στην τιτλοποίηση, αλλά μπορούν, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(36)  Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε τιτλοποιήσεις των οποίων οι τίτλοι εκδίδονται από την έναρξη ισχύος του και μετά.

(37)  Όσον αφορά τις θέσεις τιτλοποίησης που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ μπορούν να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «STS», με την προϋπόθεση η τιτλοποίηση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις STS, για ορισμένες απαιτήσεις κατά τον χρόνο της κοινοποίησης και για άλλες απαιτήσεις κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Συνεπώς, οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ κοινοποίηση STS σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις στην τιτλοποίηση θα πρέπει να γίνονται αποδεκτές με την προϋπόθεση η τιτλοποίηση να πληροί όλες τις εφαρμοστέες απαιτήσεις STS.

(38)  Οι απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζονται σύμφωνα με την υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε τιτλοποιήσεις εκδοθείσες κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2011 και σε τιτλοποιήσεις εκδοθείσες πριν από την εν λόγω ημερομηνία, και όταν έχουν προστεθεί ή αντικατασταθεί νέα υποκείμενα ανοίγματα μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014. Τα σχετικά άρθρα του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 625/2014 της Επιτροπής που καθορίζουν τις απαιτήσεις διατήρησης κινδύνου για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημεία 1) και 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2013/575 θα πρέπει να εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη στιγμή που θα τεθούν σε εφαρμογή τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τη διατήρηση κινδύνου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, τα πιστωτικά ιδρύματα ή οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις αντασφάλισης και οι διαχειριστές εναλλακτικών επενδυτικών κεφαλαίων θα πρέπει, όσον αφορά θέσεις τιτλοποίησης που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, να εξακολουθούν να υπόκεινται στο άρθρο 405 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα κεφάλαια 1, 2 και 3 και στο άρθρο 22 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 625/2014 της Επιτροπής, στα άρθρα 254 και 255 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/35 της Επιτροπής, καθώς και στο άρθρο 51 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 231/2013 της Επιτροπής, αντίστοιχα. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις περί διαφάνειας θα πρέπει, μέχρι τη στιγμή που θα εφαρμοστούν τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τα οποία θα θεσπίσει η Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, να καθιστούν διαθέσιμες τις πληροφορίες που αναφέρονται στα παραρτήματα Ι έως VIII του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού αριθ. 2015/3/ΕΕ στον ιστότοπο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Κεφάλαιο 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ένα γενικό πλαίσιο για την τιτλοποίηση. Ορίζει την τιτλοποίηση και καθορίζει τη δέουσα επιμέλεια, τη διατήρηση κινδύνου και τις απαιτήσεις διαφάνειας για τα μέρη που συμμετέχουν σε τιτλοποιήσεις ▌. Παρέχει επίσης ένα πλαίσιο για την απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση ή τιτλοποίηση STS.

2.  Ο παρών κανονισμός ισχύει για τους θεσμικούς επενδυτές και για τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες, τις αναδόχους οντότητες και τις οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)  ως «τιτλοποίηση» νοείται η πράξη ή ο μηχανισμός μερισμού, κατά τμήματα διαβάθμισης, του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με άνοιγμα ή με σύνολο ανοιγμάτων που διαθέτει αμφότερα τα εξής χαρακτηριστικά:

α)  οι πληρωμές στο πλαίσιο της πράξης ή του μηχανισμού εξαρτώνται από την απόδοση του ανοίγματος ή του συνόλου ανοιγμάτων·

β)  η διαβάθμιση των τμημάτων τιτλοποίησης καθορίζει την κατανομή των ζημιών κατά τη διάρκεια της πράξης ή του μηχανισμού·

(2)  ως «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση» ή «ΟΕΣΤ» νοείται μια εταιρεία, ένα καταπίστευμα ή άλλη νομική οντότητα, πλην μεταβιβάζουσας οντότητας ή αναδόχου οντότητας, που έχει συσταθεί με τον σκοπό να αναλάβει μία ή περισσότερες τιτλοποιήσεις, της οποίας οι δραστηριότητες περιορίζονται στα δέοντα για την επίτευξη του σκοπού αυτού, της οποίας η δομή αποσκοπεί στον διαχωρισμό των υποχρεώσεων της ΟΕΣΤ από εκείνες της μεταβιβάζουσας οντότητας, και της οποίας οι πραγματικοί κάτοχοι συμφερόντων δικαιούνται να ενεχυριάζουν ή να ανταλλάσσουν τα συμφέροντα αυτά χωρίς περιορισμούς·

(3)  ως «μεταβιβάζουσα οντότητα» νοείται οντότητα η οποία:

α)  συμμετείχε η ίδια ή μέσω συγγενικών οντοτήτων, άμεσα ή έμμεσα, στην αρχική συμφωνία με την οποία δημιουργήθηκαν οι υποχρεώσεις ή οι δυνητικές υποχρεώσεις του χρεώστη ή του δυνητικού χρεώστη, οι οποίες οδηγούν στα υπό τιτλοποίηση ανοίγματα· ή

β)  αγοράζει τα ανοίγματα τρίτου για λογαριασμό της ίδιας και κατόπιν τα τιτλοποιεί·

(4)  ως «επανατιτλοποίηση» νοείται η τιτλοποίηση στην οποία τουλάχιστον ένα από τα υποκείμενα ανοίγματα είναι θέση τιτλοποίησης·

(5)  ως «ανάδοχος οντότητα» νοείται ένα πιστωτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημεία 1) και 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2013/575, πλην μεταβιβάζουσας οντότητας, που καταρτίζει και διαχειρίζεται πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού ή άλλο πρόγραμμα τιτλοποίησης που αγοράζει ανοίγματα από τρίτες οντότητες·

(6)  ως «τμήμα τιτλοποίησης» νοείται ένα συμβατικά προσδιοριζόμενο μέρος του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με άνοιγμα ή με σύνολο ανοιγμάτων, η κατοχή θέσης στο οποίο συνεπάγεται κίνδυνο πιστωτικής ζημίας μεγαλύτερο ή μικρότερο από ισόποση θέση σε άλλο ανάλογο μέρος πιστωτικού κινδύνου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πιστωτική προστασία που παρέχεται άμεσα από τρίτους σε όσους κατέχουν θέσεις στο συγκεκριμένο μέρος ή σε άλλα μέρη·

(7)  ως «πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού» ή «πρόγραμμα ABCP» νοείται ένα πρόγραμμα τιτλοποίησης εκδιδόμενων τίτλων που έχουν κυρίως μορφή εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού και αρχική ληκτότητα το πολύ ενός έτους·

(8)  ως «συναλλαγή εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού» ή «συναλλαγή ABCP» νοείται μια τιτλοποίηση στο πλαίσιο ενός προγράμματος ABCP·

(9)  ως «παραδοσιακή τιτλοποίηση» νοείται μια τιτλοποίηση που περιλαμβάνει την οικονομική μεταφορά των τιτλοποιούμενων ανοιγμάτων. Αυτό επιτυγχάνεται με την μεταβίβαση της κυριότητας των τιτλοποιούμενων ανοιγμάτων από το μεταβιβάζον ίδρυμα σε ΟΕΣΤ ή μέσω μερικής συμμετοχής ΟΕΣΤ. Οι εκδιδόμενοι τίτλοι δεν αντιπροσωπεύουν υποχρεώσεις πληρωμών του μεταβιβάζοντος ιδρύματος·

(10)  ως «συνθετική τιτλοποίηση» νοείται μια τιτλοποίηση κατά την οποία η μεταφορά κινδύνου επιτυγχάνεται με τη χρήση πιστωτικών παράγωγων μέσων ή εγγυήσεων και τα τιτλοποιούμενα ανοίγματα εξακολουθούν να αποτελούν ανοίγματα της μεταβιβάζουσας οντότητας·

(11)  ως «επενδυτής» νοείται πρόσωπο που κατέχει θέση τιτλοποίησης·

(12)  ως «θεσμικοί επενδυτές» νοούνται οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες:

i)  ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ▌(Φερεγγυότητα II)·

ii)  αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

iii)  ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ▌ εκτός εάν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να μην εφαρμόσει τη συγκεκριμένη οδηγία πλήρως ή εν μέρει στο συγκεκριμένο ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας·

iv)  διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

v)  εταιρεία διαχείρισης οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9)·

vi)  εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΣΕΚΑ, ο οποίος είναι εταιρεία επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, που δεν έχει ορίσει για τη διαχείρισή της εταιρεία διαχείρισης με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία·

vii)  αμοιβαίο κεφάλαιο χρηματαγοράς (ΑΚΧΑ) όπως ορίζεται στον κανονισμό .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς (ΑΚΧΑ)·

viii)  πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων, όπως ορίζεται στις παραγράφους 1) και 2) του άρθρου 4 παράγραφος 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

ix)  πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης κατά την έννοια του άρθρου 117 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διεθνής οργανισμός ή αναπτυξιακή οντότητα.

(13)  ως «διαχειριστής» νοείται οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 142 παράγραφος 1 σημείο 8) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2013/575/ΕΕ·

(14)  ως «ταμειακή διευκόλυνση» νοείται η θέση τιτλοποίησης που απορρέει από συμβατική συμφωνία χρηματοδότησης με την οποία εξασφαλίζεται η έγκαιρη πληρωμή των χρηματορροών στους επενδυτές·

(15)  ως «ανακυκλούμενο άνοιγμα» νοείται άνοιγμα στο οποίο τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των πελατών είναι δυνατόν να διακυμαίνονται, με βάση την απόφαση του πελάτη για το ποσό που θα δανειστεί και θα εξοφλήσει, μέχρις ενός συμφωνημένου ορίου·

(16)  ως «ανακυκλούμενη τιτλοποίηση» νοείται τιτλοποίηση κατά την οποία η ίδια η σύνθεση της τιτλοποίησης ανακυκλώνεται από ανοίγματα που προστίθενται ή αφαιρούνται από τη δέσμη ανοιγμάτων, ανεξάρτητα από το αν τα ανοίγματα είναι ανακυκλούμενες πιστώσεις ή όχι·

(17)  ως «ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων» νοείται μια συμβατική ρήτρα σε τιτλοποίηση ανακυκλούμενων ανοιγμάτων ή ανακυκλούμενης τιτλοποίησης η οποία, κατά την επέλευση συγκεκριμένων γεγονότων, απαιτεί την εξόφληση των θέσεων των επενδυτών πριν από την αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα των εκδοθέντων τίτλων·

(18)  ως «τμήμα πρωτεύουσας ζημίας» νοείται το τμήμα χαμηλότερης εξασφάλισης μιας τιτλοποίησης, που είναι το πρώτο τμήμα που φέρει τις ζημίες από τα τιτλοποιημένα ανοίγματα και, κατά συνέπεια, παρέχει προστασία στο τμήμα δευτερεύουσας ζημίας και, εάν συντρέχει περίπτωση, σε τμήματα με υψηλότερη κατάταξη.

18α)  ως «θέση τιτλοποίησης» νοείται ένα άνοιγμα σε τιτλοποίηση·

18β)  ως «αρχικός δανειοδότης» νοείται μια οντότητα που, είτε η ίδια είτε μέσω συγγενικών οντοτήτων, άμεσα ή έμμεσα, συμμετείχε στην αρχική συμφωνία με την οποία δημιουργήθηκαν οι υποχρεώσεις ή οι δυνητικές υποχρεώσεις του χρεώστη ή του δυνητικού χρεώστη οι οποίες οδηγούν στο υπό τιτλοποίηση άνοιγμα·

18γ)  ως «συνθετική τιτλοποίηση ισολογισμού» νοείται τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο άρθρο 242 παράγραφος 11 του κανονισμού 575/2013, όπου το μεταβιβάζον ίδρυμα είναι πιστωτικό ίδρυμα ή θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος, τα τιτλοποιούμενα ανοίγματα αποτελούν μέρος του επενδυτικού χαρτοφυλακίου του μεταβιβάζοντος ιδρύματος ή θυγατρικής του, και τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, όπως ορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ (MiFID).

18δ)  ως «πλήρως υποστηριζόμενο πρόγραμμα ABCP» νοείται ένα πρόγραμμα ABCP το οποίο υποστηρίζεται άμεσα και πλήρως από την ανάδοχο οντότητά του με την παροχή ταμειακής διευκόλυνσης στην OΕΣT, που καλύπτει όλα τα ακόλουθα:

α)  όλους τους κινδύνους ρευστότητας και τους πιστωτικούς κινδύνους του προγράμματος·

β)  κάθε ουσιαστικό κίνδυνο απομείωσης της αξίας των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων·

γ)  κάθε άλλο σημαντικό κόστος συναλλαγής ABCP και προγράμματος ABCP.

18ε)  ως «μη χρηματοοικονομική επιχείρηση» νοείται μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

18στ)  ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει την τελική κυριότητα ή τον έλεγχο μιας οντότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

Άρθρο 2α

Συμμετέχοντες στην αγορά τιτλοποιήσεων

1.  Οι επενδυτές στις τιτλοποιήσεις είναι θεσμικοί επενδυτές, άλλοι από τη μεταβιβάζουσα οντότητα, την ανάδοχο οντότητα ή τον αρχικό δανειοδότη, ή από ιδρύματα τρίτων χωρών και εδαφών, των οποίων οι εποπτικές και κανονιστικές απαιτήσεις θεωρούνται ισοδύναμες με τις απαιτήσεις της Ένωσης δυνάμει των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 12 στοιχεία i) έως ix), κατά περίπτωση.

2.  Στις τιτλοποιήσεις, τουλάχιστον ένας από τους παράγοντες μεταβιβάζουσα οντότητα, ανάδοχος οντότητα ή αρχικός δανειστής είναι:

α) ρυθμιζόμενη οντότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ(10)·

β) πιστωτικός φορέας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ·

γ) χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα την παροχή χρηματοδοτικών διευκολύνσεων, όπως δάνεια, μισθώσεις, ρυθμίσεις αγορών με δόσεις ή παρεμφερείς διευκολύνσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο ασκεί τη δραστηριότητα δανειοδότησης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος Ι σημεία 2 και 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ· ή

δ) πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης κατά την έννοια του άρθρου 117 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 2β

Απαιτήσεις για τις OΕΣT

Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι ΟΕΣΤ δεν πρέπει να είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα στην οποία ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)  η τρίτη χώρα αυτοπροβάλλεται ως υπεράκτιο χρηματοδοτικό κέντρο ή ως επικράτεια στην οποία επιβάλλονται μηδενικοί ή αμελητέοι φόροι·

β)  υπάρχει έλλειψη ουσιαστικής ανταλλαγής πληροφοριών με τις φορολογικές αρχές άλλων χωρών·

γ)  υπάρχει έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τις νομοθετικές, δικαστικές ή διοικητικές διατάξεις·

δ)  δεν υφίσταται καμία απαίτηση για ουσιαστική παρουσία επιτόπου·

ε)  η τρίτη χώρα έχει συμπεριληφθεί στις μη συνεργάσιμες χώρες και εδάφη από την ειδική ομάδα χρηματοοικονομικής δράσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή συμπεριλαμβάνεται στον ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων φορολογικών δικαιοδοσιών·

στ)  η τρίτη χώρα δεν έχει συνάψει συμφωνία με το κράτος μέλος της εκδίδουσας οντότητας, της μεταβιβάζουσας οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη, προκειμένου να εξασφαλίζονται η συμμόρφωσή της προς τα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 26 του υποδείγματος σύμβασης του ΟΟΣΑ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, και η ουσιαστική ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πολυμερών φορολογικών συμφωνιών.

Κεφάλαιο 2

Διατάξεις που εφαρμόζονται σε κάθε τιτλοποίηση

Άρθρο 3

Απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας για τους θεσμικούς επενδυτές

1.  Ένας θεσμικός επενδυτής, άλλος από τη μεταβιβάζουσα οντότητα, την ανάδοχο οντότητα ή τον αρχικό δανειοδότη μιας τιτλοποίησης, πριν εκτεθεί σε θέση τιτλοποίησης, επαληθεύει ότι:

α)  όταν η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημεία 2) και 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης χορηγεί όλες τις πιστώσεις που οδηγούν στα υποκείμενα ανοίγματα με βάση εύλογα και σαφώς προσδιορισμένα κριτήρια και σαφείς διαδικασίες έγκρισης, τροποποίησης, ανανέωσης και χρηματοδότησης αυτών των πιστώσεων, και διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα για την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων και διαδικασιών·

  Σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού, η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης κοινοποιούν στον θεσμικό επενδυτή ότι θα διατηρούν πάντα σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού ▌·

β)  η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ έχουν διαθέσει, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με τη συχνότητα και τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο·

2.  Πριν εκτεθούν σε θέση τιτλοποίησης, οι θεσμικοί επενδυτές, πλην της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη μιας τιτλοποίησης, διενεργούν επίσης εκτίμηση δέουσας επιμέλειας ανάλογη των συνεπαγόμενων κινδύνων. Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α)  τα χαρακτηριστικά κινδύνου της επιμέρους θέσης τιτλοποίησης και των υποκείμενων ανοιγμάτων·

β)  όλα τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της τιτλοποίησης που είναι δυνατόν να επηρεάσουν σημαντικά την απόδοση της θέσης τιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών προτεραιοτήτων στην πληρωμή και της προτεραιότητας των παραμέτρων ενεργοποίησης σε σχέση με πληρωμές, των πιστωτικών ενισχύσεων, της παροχής ρευστότητας, των παραμέτρων ενεργοποίησης σε σχέση με αγοραίες αξίες και των ορισμών αθέτησης που αφορούν τη συγκεκριμένη πράξη·

γ)  όσον αφορά τις τιτλοποιήσεις που κοινοποιούνται ως STS σύμφωνα με το άρθρο 14, τη συμμόρφωση της εν λόγω τιτλοποίησης προς τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 7 έως 10, εάν η εν λόγω τιτλοποίηση δεν είναι τιτλοποίηση ABCP, ή στα άρθρα 11 έως 14, εάν η εν λόγω τιτλοποίηση είναι τιτλοποίηση ABCP. Οι θεσμικοί επενδυτές μπορούν να βασιστούν δεόντως στην κοινοποίηση STS, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1, και στις πληροφορίες που γνωστοποιούνται από τη μεταβιβάζουσα οντότητα, την ανάδοχο οντότητα και την ΟΕΣΤ σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις STS.

Κατά παρέκκλιση από τα στοιχεία α) και β), στην περίπτωση πλήρως υποστηριζόμενου προγράμματος ABCP, οι θεσμικοί επενδυτές λαμβάνουν υπόψη στα σχετικά εμπορικά χρεόγραφα τα χαρακτηριστικά του προγράμματος ABCP και τη στήριξη της ρευστότητας από τον ανάδοχο.

3.  Οι θεσμικοί επενδυτές, πλην της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη μιας τιτλοποίησης, που εκτίθενται σε θέση τιτλοποίησης, πρέπει, τουλάχιστον:

α)  να καθιερώνουν γραπτές διαδικασίες ανάλογες με το προφίλ κινδύνου της θέσης τιτλοποίησης και κατάλληλες για το χαρτοφυλάκιο εντός και εκτός συναλλαγών, κατά περίπτωση, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις παραγράφους 1 και 2 και των επιδόσεων της θέσης τιτλοποίησης και των υποκείμενων ανοιγμάτων σε συνεχή βάση. Κατά περίπτωση, οι εν λόγω γραπτές διαδικασίες περιλαμβάνουν την παρακολούθηση του είδους ανοίγματος, του ποσοστού των δανείων με υπερημερία άνω των 30, 60 και 90 ημερών, των ποσοστών αθέτησης, των ποσοστών πρόωρης εξόφλησης, των δανείων με αγωγή κατασχέσεως, του ποσοστού ανάκτησης, των επαναγορών, των τροποποιήσεων δανείων, των διακοπών πληρωμής, του είδους και της πληρότητας της εξασφάλισης, της κατανομής συχνότητας των βαθμών πιστοληπτικής ικανότητας ή άλλων μέτρων φερεγγυότητας στα υποκείμενα ανοίγματα, της γεωγραφικής και κλαδικής διαφοροποίησης, της κατανομής συχνότητας του λόγου «δάνειο/αξία» με εύρος που διευκολύνει την επαρκή ανάλυση ευαισθησίας. ▌

β)  να διεξάγουν τακτικά προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων στις ταμειακές ροές και τις αξίες των εξασφαλίσεων που υποστηρίζουν τα υποκείμενα ανοίγματα, ανάλογες με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του κινδύνου της θέσης τιτλοποίησης· κατά παρέκκλιση από τα ανωτέρω, στην περίπτωση πλήρως υποστηριζόμενων συναλλαγών ABCP, διεξάγουν επίσης τακτικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων όσον αφορά την πιστοληπτική ικανότητα του παρόχου της ταμειακής διευκόλυνσης, για τιτλοποιήσεις χαρακτηρισμένες ως STS·

γ)  να εξασφαλίζουν ότι υπάρχει επαρκές επίπεδο εσωτερικών αναφορών προς το διοικητικό όργανό τους, ούτως ώστε να είναι ενήμεροι για τον ουσιώδη κίνδυνο που προκύπτει από τις θέσεις τιτλοποίησης, και ότι οι κίνδυνοι από τις εν λόγω επενδύσεις ελέγχονται επαρκώς·

δ)  να μπορούν να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές, αν τους ζητηθεί, ότι για κάθε μία από τις θέσεις τιτλοποίησής τους έχουν ολοκληρωμένη και σε βάθος κατανόηση της θέσης και τα υποκείμενα ανοίγματά της, και ότι έχουν εφαρμόσει γραπτές πολιτικές και διαδικασίες για τη διαχείριση του κινδύνων τους και την καταγραφή των σχετικών πληροφοριών.

δ α)  να κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ την επένδυσή τους σύμφωνα με το άρθρο 5.

3α.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, όταν ένας θεσμικός επενδυτής έχει εξουσιοδοτήσει επιχειρήσεις επενδύσεων ή ρυθμιζόμενους διαχειριστές ενεργητικού να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις διαχείρισης που ενδέχεται να τον εκθέσουν σε τιτλοποίηση, ο θεσμικός επενδυτής μπορεί να υποδείξει στις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων ή τους ρυθμιζόμενους διαχειριστές ενεργητικού να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος άρθρου σε σχέση με κάθε άνοιγμα σε τιτλοποίηση που απορρέει από τις αποφάσεις αυτές. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν ένας θεσμικός επενδυτής καλείται δυνάμει της παρούσας παραγράφου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις άλλου θεσμικού επενδυτή και δεν το πράττει, κάθε κύρωση που μπορεί να επιβληθεί για τους σκοπούς του άρθρου 17 και 18 να επιβάλλεται στον θεσμικό επενδυτή που έχει τη διαχείριση και όχι σε εκείνον που εκτίθεται στην τιτλοποίηση.

3β.  Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον περαιτέρω προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες τα τιτλοποιημένα ανοίγματα δεν αντιπροσωπεύουν ουσιώδη κίνδυνο σύμφωνα με την παράγραφο 2 και η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) έως γ) της ίδιας παραγράφου κρίνεται επαρκής.

Άρθρο 4

Διατήρηση κινδύνου

1.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης μιας τιτλοποίησης διατηρούν σε συνεχή βάση καθαρό οικονομικό συμφέρον στην τιτλοποίηση όχι μικρότερο του 5 % ή του 10%, ανάλογα με τον επιλεγόμενο τρόπο διατήρησης σύμφωνα με την παράγραφο 2. Στο πλαίσιο της εντολής της σύμφωνα με το άρθρο 16α του παρόντος κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ, λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με απαίτηση για ποσοστά διατήρησης έως και 20%, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Το σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον μετράται κατά τη μεταβίβαση και καθορίζεται από την ονομαστική αξία των εκτός ισολογισμού στοιχείων. Όταν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης δεν έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους ποιος θα διατηρήσει το σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον, η μεταβιβάζουσα οντότητα διατηρεί το σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον. Δεν επιτρέπεται η πολλαπλή εφαρμογή των απαιτήσεων διατήρησης για καμία τιτλοποίηση. Το σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον μετράται κατά τη μεταβίβαση και καθορίζεται από την ονομαστική αξία των εκτός ισολογισμού στοιχείων. Το σημαντικό οικονομικό συμφέρον δεν κατανέμεται μεταξύ διαφορετικών τύπων οντοτήτων που διατηρούν συμφέρον και δεν υπόκειται σε μείωση ή αντιστάθμιση του πιστωτικού κινδύνου.

1α.  Οι ζημίες στα τιτλοποιημένα περιουσιακά στοιχεία, μετρούμενες για διάστημα ενός έτους, δεν πρέπει να είναι σημαντικά υψηλότερες από τις ζημίες, για το ίδιο διάστημα, ομοιογενών περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4 επιλεγόμενων τυχαία από τον ισολογισμό της μεταβιβάζουσας οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη μιας τιτλοποίησης. Αν η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται, η αρμόδια αρχή ερευνά για ακατάλληλη επιλογή περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη μιας τιτλοποίησης, και μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 17.

2.  Ως διατήρηση σημαντικού καθαρού οικονομικού συμφέροντος που δεν υπολείπεται εκείνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θεωρούνται μόνο οι κατωτέρω περιπτώσεις ▌:

α)  η διατήρηση ποσοστού τουλάχιστον 10% της ονομαστικής αξίας καθενός από τα τμήματα τιτλοποίησης που έχουν πωληθεί ή μεταβιβαστεί σε επενδυτές· εναλλακτικά, η διατήρηση τουλάχιστον του 10% της ονομαστικής αξίας καθενός από τα τιτλοποιημένα ανοίγματα, με την προϋπόθεση ο πιστωτικός κίνδυνος των εν λόγω ανοιγμάτων να είναι της ίδιας προτεραιότητας με τον πιστωτικό κίνδυνο που έχει τιτλοποιηθεί για τα ίδια ανοίγματα ή κατατάσσεται μετά από αυτόν.

β)  στην περίπτωση των ανακυκλούμενων τιτλοποιήσεων ή τιτλοποιήσεων ανακυκλούμενων ανοιγμάτων, η διατήρηση του συμφέροντος της μεταβιβάζουσας οντότητας σε ποσοστό τουλάχιστον 10% της ονομαστικής αξίας καθενός από τα τιτλοποιημένα ανοίγματα·

γ)  η διατήρηση τυχαία επιλεγμένων ανοιγμάτων, ισοδύναμων προς ποσοστό τουλάχιστον 10% της ονομαστικής αξίας των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων, εφόσον τα εν λόγω μη τιτλοποιημένα ανοίγματα θα είχαν ειδάλλως τιτλοποιηθεί κατά τη διαδικασία τιτλοποίησης, με την προϋπόθεση ο αριθμός των ενδεχόμενων τιτλοποιημένων ανοιγμάτων να μην είναι μικρότερος από 100 κατά τη μεταβίβαση·

δ)  η διατήρηση του τμήματος πρωτεύουσας ζημίας και, όταν η εν λόγω διατήρηση δεν ανέρχεται στο 5% της ονομαστικής αξίας των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων, εφόσον απαιτείται, άλλων τμημάτων που έχουν το ίδιο ή δυσμενέστερο προφίλ κινδύνου και δεν λήγουν νωρίτερα από τα τμήματα που μεταβιβάζονται ή πωλούνται στους επενδυτές, ούτως ώστε η διατήρηση να ισούται συνολικά με τουλάχιστον 5% της ονομαστικής αξίας των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων·

ε)  η διατήρηση μιας αρχικής έκθεσης ζημίας τουλάχιστον 7,5% κάθε τιτλοποιημένου ανοίγματος στην τιτλοποίηση.  Όταν μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, μητρικό πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένα στην Ένωση, ή θυγατρική τους κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ενεργώντας με την ιδιότητα της μεταβιβάζουσας οντότητας ή της αναδόχου οντότητας προβαίνει σε τιτλοποίηση ανοιγμάτων από ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα τα οποία περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, οι απαιτήσεις κατά την παράγραφο 1 μπορούν να τηρηθούν με βάση την ενοποιημένη κατάσταση του σχετικού μητρικού πιστωτικού ιδρύματος, της σχετικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της σχετικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που είναι εγκαταστημένα στην Ένωση.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται μόνον στις περιπτώσεις που τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα τα οποία δημιούργησαν τα τιτλοποιημένα ανοίγματα τηρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 79 της οδηγίας 36/2013/ΕΕ και παρέχουν εγκαίρως τις απαιτούμενες πληροφορίες για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού στη μεταβιβάζουσα οντότητα ή στην ανάδοχο οντότητα και στο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή σε μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκαταστημένα στην Ένωση.

4.  Η παράγραφος 1 δεν ισχύει όταν τα τιτλοποιημένα ανοίγματα είναι ανοίγματα σε ή καλύπτονται πλήρως, άνευ όρων και αμετακλήτως με εγγύηση από:

α)  κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες·

β)  περιφερειακές κυβερνήσεις, τοπικές αρχές και οντότητες του δημόσιου τομέα των κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 8) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)  πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/1017·

δ)  πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης που περιλαμβάνονται στο άρθρο 117 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

6.  Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να μεταβάλει το επίπεδο διατήρησης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 16α και να προσδιορίσει λεπτομερέστερα την απαίτηση διατήρησης κινδύνου, ιδίως όσον αφορά:

α)  τις λεπτομέρειες της διατήρησης κινδύνου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, και το ελάχιστο ποσοστό διατήρησης ανοίγματος πρωτεύουσας ζημίας σύμφωνα με το στοιχείο ε) της παραγράφου 2·

β)  τη μέτρηση του επιπέδου διατήρησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

γ)  την απαγόρευση αντιστάθμισης ή πώλησης του διατηρημένου συμφέροντος·

δ)  τις προϋποθέσεις διατήρησης σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με την παράγραφο 3·

ε)  τις προϋποθέσεις εξαίρεσης για πράξεις βασιζόμενες σε σαφή, διαφανή και ευπρόσιτο δείκτη, κατά την παράγραφο 5·

ε α)  τα καθήκοντα της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη μιας τιτλοποίησης να υποβάλλει σε ετήσια βάση στις εποπτικές αρχές στοιχεία σχετικά με τις ζημίες από τα τιτλοποιημένα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα διατηρημένα περιουσιακά στοιχεία, που απαιτούνται για την αξιολόγηση της υποχρέωσης η οποία καθορίζεται στην παράγραφο 1α·

ε β)  τη διαδικασία τυχαίας επιλογής ομοιογενών περιουσιακών στοιχείων από τον ισολογισμό της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη, τη μέτρηση που χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί αν μια διαφορά στις ζημίες είναι σημαντική, και τον τρόπο υπολογισμού του οφέλους που προκύπτει από την αθέτηση της απαίτησης που καθορίζεται στην παράγραφο 1α·

ε γ)  κατάλληλη ελάχιστη διατήρηση ανοίγματος πρωτεύουσας ζημίας για κάθε τιτλοποιημένο περιουσιακό στοιχείο ως τιμή μεταξύ 5% και 10%·

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.

Με βάση αυτά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, οι αρμόδιες αρχές διατηρούν πίνακα ποσοστών διατήρησης κινδύνου για τους διάφορους τύπους τιτλοποιήσεων. Η ΕΑΤ εξασφαλίζει τη συνέπεια στην εφαρμογή των εν λόγω ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων από τις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 5

Απαιτήσεις διαφάνειας για τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες και τις ΟΕΣΤ, και τους επενδυτές

1.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ της τιτλοποίησης διαθέτουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2, τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες στους κατόχους μιας θέσης τιτλοποίησης, στους επενδυτές πριν ανοιχτούν σε θέση τιτλοποίησης και στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού.

α)  πληροφορίες σχετικά με τα υποκείμενα ανοίγματα στην τιτλοποίηση σε τριμηνιαία βάση ή, στην περίπτωση των ABCP, πληροφορίες σχετικά με τις υποκείμενες εισπρακτέες απαιτήσεις ή δανειακές απαιτήσεις σε μηνιαία βάση·

β)  όλα τα υποκείμενα έγγραφα που είναι ουσιώδη για την κατανόηση της πράξης, στα οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται, στον βαθμό που είναι διαθέσιμα, τουλάχιστον τα ακόλουθα:

i)  το τελικό έγγραφο προσφοράς ή το ενημερωτικό δελτίο, μαζί με τα έγγραφα κλεισίματος της συναλλαγής, με εξαίρεση τις νομικές γνωμοδοτήσεις·

ii)  για παραδοσιακή τιτλοποίηση, η συμφωνία πώλησης στοιχείων ενεργητικού, ανάθεσης, ανανέωσης ή μεταφοράς, καθώς και οιαδήποτε σχετική δήλωση εμπιστοσύνης·

iii)  οι συμφωνίες για τα παράγωγα και τις εγγυήσεις και τυχόν σχετικά έγγραφα για τις ρυθμίσεις εξασφάλισης, όπου τα τιτλοποιούμενα ανοίγματα παραμένουν ανοίγματα της μεταβιβάζουσας οντότητας·

iii α)   λεπτομερής περιγραφή της προτεραιότητας πληρωμών·

iv)  οι συμφωνίες διαχείρισης, εφεδρικής διαχείρισης, διοίκησης και διαχείρισης ρευστότητας·

v)  η πράξη καταπιστεύματος, η πράξη ασφάλειας, η συμφωνία αντιπροσώπευσης, η συμφωνία τραπεζικού λογαριασμού, η σύμβαση εγγυημένης επένδυσης, οι ενσωματωμένοι όροι ή το πλαίσιο του βασικού οργανισμού διαχείρισης ή η συμφωνία των βασικών ορισμών ή νομικά έγγραφα τεκμηρίωσης με ισοδύναμη νομική αξία·

vi)  κάθε σχετική συμφωνία μεταξύ πιστωτών, έγγραφα τεκμηρίωσης παραγώγων, συμφωνίες δανείων μειωμένης εξασφάλισης, συμφωνίες δανείων εκκίνησης και συμφωνίες ταμειακής διευκόλυνσης·

vii)  κάθε άλλο υποκείμενο έγγραφο τεκμηρίωσης που είναι απαραίτητο για την κατανόηση της πράξης·

viiα)  πληροφορίες σχετικά με τη δανειοδότηση και τη διαδικασία πιστοληπτικής αξιολόγησης που ακολουθήθηκε για τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία κατά την τιτλοποίηση, και η χρονική εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχει λάβει η μεταβιβάζουσα οντότητα·

γ)  όταν ένα ενημερωτικό δελτίο δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), μια σύνοψη της συναλλαγής ή μια επισκόπηση των βασικών χαρακτηριστικών της τιτλοποίησης, που περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση:

i)  λεπτομέρειες όσον αφορά τη διάρθρωση της συναλλαγής·

ii)  λεπτομέρειες όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του ανοίγματος, τις ταμειακές ροές, τον επιμερισμό των ζημιών, τα χαρακτηριστικά πιστωτικής ενίσχυσης και ταμειακής στήριξης·

iii)  λεπτομέρειες σχετικά με τα δικαιώματα ψήφου των κατόχων θέσης τιτλοποίησης και τη σχέση τους με άλλους διασφαλισμένους πιστωτές·

iv)  έναν κατάλογο με όλα τα συμβάντα ενεργοποίησης και τα συμβάντα που αναφέρονται στα έγγραφα τα οποία κοινοποιούνται σύμφωνα με το στοιχείο β), τα οποία θα μπορούσαν να έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στην απόδοση της θέσης τιτλοποίησης·

v)  τα διαγράμματα δομής που περιέχουν επισκόπηση της συναλλαγής, τις ταμειακές ροές και την ιδιοκτησιακή διάρθρωση·

δ)  στην περίπτωση των τιτλοποιήσεων STS, την κοινοποίηση STS που αναφέρεται στο άρθρο 14·

ε)  τριμηνιαίες εκθέσεις προς τους επενδυτές, ή, στην περίπτωση του ABCP, μηνιαίες εκθέσεις προς τους επενδυτές, οι οποίες περιέχουν τα ακόλουθα:

i)  όλα τα σημαντικά δεδομένα σχετικά με την πιστωτική ποιότητα και την απόδοση των υποκείμενων ανοιγμάτων·

ii)  δεδομένα σχετικά με τις ταμειακές ροές που παράγονται από τα υποκείμενα ανοίγματα και από τις υποχρεώσεις της τιτλοποίησης, και πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις που ενεργοποιούν αλλαγές στη σειρά των πληρωμών ή την αντικατάσταση αντισυμβαλλομένων·

iii)  πληροφορίες σχετικά με τον διατηρούμενο κίνδυνο, μεταξύ άλλων για το ποιος τον διατηρεί και με ποιο τρόπο, σύμφωνα με το άρθρο 4, καθώς και πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 3·

στ)  κατά περίπτωση, πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12) για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και για την κατάχρηση της αγοράς·

ζ)  όταν δεν ισχύει το στοιχείο στ), κάθε σημαντικό γεγονός, όπως:

i)  ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα έγγραφα που παρέχονται σύμφωνα με το στοιχείο β), συμπεριλαμβανομένης τυχόν επανόρθωσης, παραίτησης ή συγκατάθεσης που παρέχεται στη συνέχεια σε σχέση με την εν λόγω παράβαση·

ii)  μια μεταβολή στα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά που μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην απόδοση της τιτλοποίησης·

iii)  μια σημαντική μεταβολή στα χαρακτηριστικά κινδύνου της τιτλοποίησης ή των υποκείμενων ανοιγμάτων·

iv)  στην περίπτωση των τιτλοποιήσεων STS, όταν η τιτλοποίηση πάψει να πληροί τις απαιτήσεις STS ή όταν οι αρμόδιες αρχές αναλάβουν επανορθωτικές ή διοικητικές ενέργειες·

v)  κάθε ουσιώδης τροποποίηση των εγγράφων της πράξης.

Οι πληροφορίες που περιγράφονται στα στοιχεία α), β), γ) και δ) διατίθενται χωρίς καθυστέρηση, το αργότερο μετά το κλείσιμο της συναλλαγής.

Οι πληροφορίες που περιγράφονται στα στοιχεία α) και ε) διατίθενται κατά την ίδια στιγμή κάθε τρίμηνο, το αργότερο έναν μήνα μετά την καταληκτική ημερομηνία για την πληρωμή των τόκων. Όσον αφορά τις τιτλοποιήσεις ABCP, οι πληροφορίες που περιγράφονται στα στοιχεία α) και ε) διατίθενται κατά την ίδια στιγμή κάθε μήνα, το αργότερο έναν μήνα μετά την καταληκτική ημερομηνία για την πληρωμή των τόκων.

Οι πληροφορίες που περιγράφονται στα στοιχεία στ) και ζ) διατίθενται χωρίς καθυστέρηση.

Στην περίπτωση των ABCP, οι πληροφορίες που περιγράφονται στα στοιχεία α), γ)(ii) και ε)(i) θα διατίθενται σε συγκεντρωτική μορφή στους κατόχους θέσης τιτλοποίησης.

1α.  Ο επενδυτής σε μια θέση τιτλοποίησης στη δευτερογενή αγορά διαθέτει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τον πραγματικό δικαιούχο της, συμπεριλαμβανομένων της χώρας εγκατάστασης και του επιχειρηματικού κλάδου· και

β)  το μέγεθος της επένδυσης και το τμήμα τιτλοποίησης στο οποίο υπάγεται.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον λεπτομερή καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι επενδυτές πρέπει να υποβάλλουν στοιχεία στις αρμόδιες αρχές τους.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή [ΧΧΧ] από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ μιας τιτλοποίησης ορίζουν μεταξύ τους μία οντότητα για την εκπλήρωση των απαιτήσεων πληροφόρησης σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες διατίθενται δωρεάν στον κάτοχο μιας θέσης τιτλοποίησης και τις αρμόδιες αρχές, εγκαίρως και με σαφή τρόπο. Η οντότητα που ορίζεται για να εκπληρώσει τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και την παράγραφο 1α διαθέτει τις πληροφορίες για την πράξη τιτλοποίησης μέσω εποπτευόμενου αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων που πληροί τις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται στα άρθρα 22α έως 22δ του παρόντος κανονισμού.

Η οντότητα που είναι υπεύθυνη για την υποβολή των πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και το εποπτευόμενο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων αναφέρονται στα έγγραφα που αφορούν την τιτλοποίηση.

3.  Η ΕΑΚΑΑ πρέπει να διασφαλίζει τη διαφάνεια της αγοράς τιτλοποίησης προς το συμφέρον των συμμετεχόντων στην αγορά και των εποπτικών αρχών, με την κατάρτιση τουλάχιστον μιας επισκόπησης της αγοράς που περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο τα τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού, τους εκδότες και τις επενδυτικές θέσεις, με τη χρήση πληροφοριών από τους εκδότες, τους επενδυτές και τα αρχεία καταγραφής σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 1α και 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 22δ παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού·

Κεφάλαιο 2α

Όροι και διαδικασίες για την καταχώρηση αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων

Άρθρο 5α

Καταχώριση αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 2, τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων καταχωρούνται στην ΕΑΚΑΑ.

2.  Προκειμένου να είναι επιλέξιμο για καταχώρηση δυνάμει του παρόντος άρθρου, ένα αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων πρέπει να είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση και να πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 22α έως 22δ.

3.  Η καταχώρηση αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων ισχύει για ολόκληρη την Ένωση.

4.  Τα καταχωρημένα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων πληρούν ανά πάσα στιγμή τους όρους καταχώρησης. Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων κοινοποιούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ΕΑΚΑΑ κάθε ουσιαστική μεταβολή στους όρους καταχώρησης.

Η ΕΑΚΑΑ διατηρεί το δικαίωμα να αντιτάσσεται σε ουσιαστικές αλλαγές των όρων καταχώρησης που της κοινοποιούνται από αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων.

Άρθρο 5β

Αίτηση καταχώρησης

1.  Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων υποβάλλουν αίτηση καταχώρησης στην ΕΑΚΑΑ.

2.  Η ΕΑΚΑΑ εκτιμά αν η αίτηση είναι πλήρης, εντός 20 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων οφείλει να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες.

Η ΕΑΚΑΑ, αφού κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, αποστέλλει σχετική κοινοποίηση στο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων.

3.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όπου διευκρινίζονται οι λεπτομέρειες και η μορφή της αίτησης καταχώρησης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις ... [ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5γ

Εξέταση της αίτησης

1.  Η ΕΑΚΑΑ εξετάζει μέσα σε 40 εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο την αίτηση καταχώρησης, με βάση τη συμμόρφωση του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων προς τις απαιτήσεις των άρθρων 22α έως 22δ, και λαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη απόφαση για καταχώρηση ή άρνηση καταχώρησης.

2.  Η απόφαση της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1 τίθεται σε ισχύ την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την έγκρισή της ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία, αν το κρίνει αναγκαίο η ΕΑΚΑΑ, και τούτο και στην περίπτωση όπου η απόφαση ισχύει μόνο αν πληρούνται ειδικές προϋποθέσεις καθοριζόμενες από την ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 5δ

Κοινοποίηση των σχετικών με την καταχώρηση αποφάσεων της ΕΑΚΑΑ

1.  Όταν η ΕΑΚΑΑ λάβει απόφαση καταχώρησης ή απόφαση άρνησης ή ανάκλησης καταχώρησης, την κοινοποιεί στο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από τη λήψη της. Η κοινοποίηση συνοδεύεται από πλήρως αιτιολογημένη εξήγηση της απόφασης.

2.  Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ισότοπό της κατάλογο των αρχείων καταγραφής τιτλοποιήσεων που έχουν καταχωρηθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από τη λήψη απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 5ε

Άσκηση των εξουσιών δυνάμει των άρθρων 5στ έως 5η

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή σε οποιονδήποτε υπάλληλό της ή σε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα 5στ έως 5η δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 5στ

Αίτηση παροχής πληροφοριών

1.  Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλό αίτημα ή με απόφαση να ζητά από αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων και σχετιζόμενους με αυτά τρίτους στους οποίους τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων έχουν αναθέσει επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες, να παράσχουν κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.  Κατά τη διαβίβαση απλού αιτήματος για παροχή πληροφοριών δυνάμει της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ:

α)  παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση του αιτήματος·

β)  δηλώνει τον σκοπό του αιτήματος·

γ)  προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)  καθορίζει χρονικό όριο μέσα στο οποίο πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)  πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες ότι δεν είναι μεν υποχρεωμένο να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εθελοντικής ανταπόκρισης στο αίτημα οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ούτε παραπλανητικές· και

στ)  επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται από το άρθρο 5ι σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι τμήμα IV στοιχείο α), το οποίο επιβάλλεται σε περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.  Όταν η ΕΑΚΑΑ ζητεί με απόφαση την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1,

α)  παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση του αιτήματος·

β)  δηλώνει τον σκοπό του αιτήματος·

γ)  προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)  καθορίζει χρονικό όριο μέσα στο οποίο πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)  επισημαίνει τις χρηματικές ποινές που προβλέπονται από το άρθρο 5ια στην περίπτωση που δεν δοθούν όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες·

στ)  επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται από το άρθρο 5ι σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι τμήμα IV στοιχείο α), το οποίο επιβάλλεται σε περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές· και

ζ)  αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.  Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους για να τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες μπορεί να τις παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να έχουν την πλήρη ευθύνη για την παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5.  Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχουν τη μόνιμη κατοικία τους ή είναι εγκατεστημένα τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 πρόσωπα που αφορά το αίτημα για παροχή πληροφοριών.

Άρθρο 5ζ

Γενικές έρευνες

1.  Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5στ παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α)  να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένα·

β)  να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ)  να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόμενο στο άρθρο 5στ παράγραφος 1 ή εκπροσώπους του ή μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ)  να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο μιας έρευνας·

ε)  να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2.  Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εξουσιοδότηση επισημαίνεται επίσης το πρόστιμο που προβλέπεται από το άρθρο 5ιβ σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι τμήμα IV στοιχείο α), το οποίο επιβάλλεται σε περίπτωση που οι απαντήσεις προσώπων αναφερόμενων στο άρθρο 5στ παράγραφος 1 στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

3.  Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 5στ παράγραφος 1 οφείλουν να συνεργάζονται στις έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 5ια, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4.  Εάν απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για αίτηση παροχής των αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που προβλέπεται από την παράγραφο 1 στοιχείο ε), ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται προληπτικά.

5.  Όταν ζητείται η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ, και βεβαιώνεται ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν είναι αυθαίρετα ούτε υπερβολικά σε σχέση με το αντικείμενο των ερευνών. Κατά την εξέταση της αναλογικότητας των εν λόγω μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την ανάγκη διεξαγωγής έρευνας, ούτε ζητά να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε επανεξέταση αποκλειστικά από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5η

Επιτόπου επιθεωρήσεις

1.  Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις σε οιονδήποτε επαγγελματικό ή άλλο χώρο των νομικών προσώπων κατά το άρθρο 5στ παράγραφος 1. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση.

2.  Υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιθεώρησης επιτόπου μπορούν να εισέρχονται σε οιονδήποτε επαγγελματικό ή άλλο χώρο των νομικών προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 5ζ παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οποιουσδήποτε επαγγελματικούς χώρους και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3.  Υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ να διεξάγουν επιθεωρήσεις επιτόπου ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας.

4.  Τα κατά το άρθρο 61 παράγραφος 1 πρόσωπα οφείλουν να συνεργάζονται στις επιτόπου επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 5ια, τα ένδικα μέσα που προσφέρονται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει αυτές τις αποφάσεις κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση.

5.  Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Για τον σκοπό αυτόν, διαθέτουν τις εξουσίες που ορίζονται στην παράγραφο 2. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους δύνανται επίσης, κατόπιν αιτήσεως, να παρίστανται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

6.  Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητά από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελούν εξ ονόματός της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιούν επιτόπου επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 5ζ παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 5ζ παράγραφος 1.

7.  Εάν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

8.  Εάν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής για την επιτόπου επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται προληπτικά.

9.  Όταν ζητείται η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8, η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ, και βεβαιώνεται ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν είναι ούτε αυθαίρετα ούτε υπερβολικά σε σχέση με το αντικείμενο του ελέγχου. Κατά την εξέταση της αναλογικότητας των εν λόγω μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητά από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή του κράτους μέλους δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής επιθεώρησης, ούτε να ζητά να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε επανεξέταση αποκλειστικά από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5θ

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τη λήψη μέτρων εποπτείας και την επιβολή προστίμων

1.  Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην εποπτεία ή στη διαδικασία καταχώρησης του σχετικού αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από την ΕΑΚΑΑ.

2.  Ο πραγματογνώμονας ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη έκθεση με τα πορίσματά του στην ΕΑΚΑΑ.

Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας δύναται να ασκεί το δικαίωμα υποβολής αιτήματος για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 5στ και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 5στ και 5η. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ο πραγματογνώμονας τηρεί τις διατάξεις του άρθρου 5ε.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά τις εποπτικές δραστηριότητές της.

3.  Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα.

4.  Όταν υποβάλλει την έκθεση των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας ενημερώνει σχετικώς τα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στην έκθεση, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στην έκθεση δεν επεκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες ή στα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

5.  Βάσει της έκθεσης που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των υπό έρευνα προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 5κβ, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μια ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και, σε περίπτωση που αποφανθεί ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 5ιστ και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 6ι.

6.  Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΑΚΑΑ.

7.  Η Επιτροπή θεσπίζει περαιτέρω κανόνες για τη διαδικασία άσκησης του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή χρηματικών ποινών, θεσπίζει δε λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες για την επιβολή και την εκτέλεση των ποινών.

Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22ε, για τη συμπλήρωση/τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των διαδικαστικών κανόνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

8.  Εάν η ΕΑΚΑΑ, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα, παραπέμπει την υπόθεση στις αρμόδιες εθνικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσία τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 5ι

Πρόστιμα

1.  Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 5θ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση από αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων, εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων ή η ανώτερη διοίκησή του ενήργησαν εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2.  Τα βασικά ποσά των προστίμων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βρίσκονται μεταξύ των κατωτέρω ορίων:

α)  για τις παραβάσεις που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι ενότητα Ι στοιχείο γ), στο παράρτημα Ι ενότητα ΙΙ στοιχεία γ) έως ζ) και θ), και στο παράρτημα Ι ενότητα ΙΙΙ στοιχεία γ) και στ), το ύψος των προστίμων είναι τουλάχιστον [100 000 EUR] και δεν υπερβαίνει τις [200 000 EUR]·

β)  για τις παραβάσεις που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι ενότητα Ι στοιχεία α, β), και δ) έως η), και στο παράρτημα Ι ενότητα ΙΙ στοιχεία α), β) και ζ), το ύψος των προστίμων είναι τουλάχιστον [50 000 EUR] και δεν υπερβαίνει τις [100 000 EUR].

γ)  για τις παραβάσεις που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι τμήμα IV, τα ποσά των προστίμων είναι τουλάχιστον 5 000 EUR και δεν υπερβαίνουν τις 10 000 EUR.

Προκειμένου να αποφασίσει αν το βασικό ύψος των προστίμων θα βρίσκεται στο κατώτατο, στο μέσο ή το ανώτατο σημείο των ορίων που θεσπίζονται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τον ετήσιο κύκλο εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους του εν λόγω αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων. Το βασικό ποσό φθάνει το κατώτατο σημείο του ορίου για τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο του [ενός εκατομμυρίου ευρώ], το μέσο σημείο του ορίου για τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών μεταξύ [ενός και πέντε εκατομμυρίων ευρώ], και το ανώτατο σημείο του ορίου για τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών [άνω των πέντε εκατομμυρίων ευρώ].

3.  Τα βασικά ποσά που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2 προσαρμόζονται, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές του παραρτήματος ΙΙ.

Κάθε σχετικός ελαφρυντικός συντελεστής εφαρμόζεται χωριστά στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή εκάστου επιμέρους επιβαρυντικού συντελεστή προστίθεται στο βασικό ποσό.

Κάθε σχετικός ελαφρυντικός συντελεστής εφαρμόζεται χωριστά στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός ελαφρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που απορρέει από την εφαρμογή εκάστου επί μέρους ελαφρυντικού συντελεστή αφαιρείται από το βασικό ποσό.

4.  Ανεξάρτητα από τις παραγράφους 2 και 3, το ύψος του προστίμου δεν είναι μικρότερο από το 2% και δεν υπερβαίνει το 20% του ετήσιου κύκλου εργασιών του εκάστοτε αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, όταν όμως το εν λόγω αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων έχει επωφεληθεί οικονομικά άμεσα ή έμμεσα από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό το όφελος.

Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων συνιστά περισσότερες από μια εκ των παραβάσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο το οποίο υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 2 και 3 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 5ια

Χρηματικές ποινές

1.  Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α)  ένα αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων να τερματίσει κάποια παράβαση, κατ’ εφαρμογή αποφάσεως που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 5ιστ παράγραφος 1 στοιχείο α)· ή

β)  πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 5στ παράγραφος 1:

i)  να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 5στ·

ii)  να συνεργαστεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 5ζ· ή

iii)  να υποβληθεί σε επιτόπου επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 5η.

2.  Η χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Το ποσό της χρηματικής ποινής επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3.  Ανεξάρτητα από την παράγραφο 2, το ποσό της χρηματικής ποινής ανέρχεται στο 3% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη εταιρική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2% του μέσου ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της χρηματικής ποινής.

4.  Η χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 5ιβ

Ακρόαση των ενδιαφερόμενων προσώπων

1.  Πριν από τη λήψη οιασδήποτε απόφασης για επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 5ι και 5ια, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα πρόσωπα που υπόκεινται στις διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται στις διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

2.  Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται στις διαδικασίες. Αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στον φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες ή στα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Το πρώτο εδάφιο δεν έχει εφαρμογή αν απαιτείται επείγουσα δράση για την πρόληψη σημαντικής και άμεσης ζημίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή σημαντικής και άμεσης ζημίας στην ακεραιότητα, τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της σταθερότητας ή της ακρίβειας των στοιχείων που παρέχονται στο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

Άρθρο 5ιγ

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και διάθεση των προστίμων και των χρηματικών ποινών

1.  Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 5ι και 5ια, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η δημοσιοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

2.  Τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 5ι και 5ια είναι διοικητικής φύσεως.

3.  Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4.  Τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 5ι και το άρθρο 5ια εισπράττονται σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας που ισχύει στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει επιβληθεί το πρόστιμο ή η χρηματική ποινή.

Ο εκτελεστήριος τύπος προσάπτεται στην απόφαση, χωρίς καμία άλλη τυπική διαδικασία πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης, από την αρχή που ορίζει η κυβέρνηση εκάστου κράτους μέλους για τον σκοπό αυτό και την οποία γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και στο Δικαστήριο.

Εφόσον οι τυπικές διαδικασίες έχουν τηρηθεί κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, αυτός δύναται να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση κατά το εθνικό δίκαιο, αποτεινόμενος απευθείας στον αρμόδιο φορέα.

Η αναγκαστική εκτέλεση αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου. Αρμόδια, ωστόσο, για την εκδίκαση υποθέσεων σχετικά με αντιρρήσεις που αφορούν την κανονικότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους.

5.  Τα ποσά των προστίμων και των χρηματικών ποινών διατίθενται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5ιδ

Επανεξέταση από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

Άρθρο 5ιε

Ανάκληση καταχώρησης

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 5ιζ η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την καταχώρηση αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων σε περίπτωση που το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων:

α)  παραιτηθεί ρητά από την καταχώρηση ή δεν έχει παράσχει υπηρεσίες κατά τους έξι μήνες πριν από τη λήψη της απόφασης για ανάκληση·

β)  έλαβε την καταχώρηση με ψευδείς δηλώσεις ή με άλλο παράτυπο μέσο·

γ)  δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες έγινε δεκτή η καταχώρησή του.

2.  Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί, χωρίς περιττή καθυστέρηση, στην οικεία αρμόδια αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 15, την απόφασή της για ανάκληση της καταχώρησης αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων.

3.  Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του και ασκεί τις δραστηριότητές του το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων και το οποίο κρίνει ότι πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να εξετάσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις ανάκλησης της καταχώρησης του σχετικού αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων. Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ αποφασίσει να μην ανακαλέσει την καταχώρηση του συγκεκριμένου αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων, αιτιολογεί πλήρως την απόφασή της.

4.  Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 3 είναι η αρχή που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 15.

Άρθρο 5ιστ

Τέλη εποπτείας

1.  Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Τα εν λόγω τέλη πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις δαπάνες της ΕΑΚΑΑ που αφορούν την εγγραφή και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής τιτλοποιήσεων.

2.  Το ύψος του τέλους που επιβάλλεται σε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητες καταχώρησης και εποπτείας και είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του εν λόγω αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων.

3.  Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22ε, για τη συμπλήρωση/τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό του τύπου και του αντικειμένου των τελών, του ποσού των τελών και του τρόπου καταβολής τους.

Άρθρο 5ιζ

Μέτρα εποπτείας από την ΕΑΚΑΑ

1.  Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 5θ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, εκδίδει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες αποφάσεις:

α)  απαίτηση από το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων να τερματίσει την παράβαση·

β)  επιβολή προστίμων δυνάμει του άρθρου 5ι·

γ)  έκδοση δημόσιων κοινοποιήσεων·

.

ε)  απαίτηση προσωρινής διακοπής κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

στ)  λήψη κατάλληλων μέτρων ώστε να εξασφαλίζεται ότι το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων εξακολουθεί να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού·

ζ)  επιβολή προσωρινής απαγόρευσης της αποδοχής νέων μεταβιβαζουσών οντοτήτων, αναδόχων οντοτήτων ή ΟΕΣΤ ή της επέκτασης των υπηρεσιών που προσφέρει το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων, αν υπάρχει ενδεχόμενο να θέσουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα ή την ακρίβεια των δεδομένων·

η)  απαίτηση για αφαίρεση φυσικού προσώπου από τα όργανα διακυβέρνησης αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων·

δ)  ως ύστατο μέτρο, ανάκληση της καταχώρησης του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων.

2.  Κατά τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  διάρκεια και συχνότητα της παράβασης·

β)  κατά πόσον η παράβαση έχει αποκαλύψει σοβαρές ή συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες, στα συστήματα διαχείρισης, ή στους εσωτερικούς ελέγχους της επιχείρησης·

γ)  αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

δ)   κατά πόσον η παράβαση διαπράχτηκε από πρόθεση ή από αμέλεια.

3.  Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς περιττή καθυστέρηση κάθε απόφαση που ελήφθη βάσει της παραγράφου 1 στο ενδιαφερόμενο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15, και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Κατά τη δημοσιοποίηση της απόφασής της, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί επίσης δημοσίως το δικαίωμα του σχετικού αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης αυτής, το γεγονός, κατά περίπτωση, ότι η προσφυγή αυτή έχει ασκηθεί, προσδιορίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και ότι το όργανο εξέτασης προσφυγών της ΕΑΚΑΑ είναι δυνατόν να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5ιη

Απαγόρευση επανατιτλοποιήσεων

Τα υποκείμενα ανοίγματα που χρησιμοποιούνται σε μια τιτλοποίηση δεν περιλαμβάνουν τιτλοποιήσεις.

Κεφάλαιο 3

Απλή, διαφανής και τυποποιημένη τιτλοποίηση

Άρθρο 6

Χρήση του χαρακτηρισμού «απλή, διαφανής και τυποποιημένη τιτλοποίηση»

Οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ μπορούν να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «STS» ή «απλή, διαφανής και τυποποιημένη τιτλοποίηση» ή χαρακτηρισμό που παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα στους εν λόγω όρους όσον αφορά την τιτλοποίησή τους, μόνον εφόσον η τιτλοποίηση πληροί όλες τις απαιτήσεις του τμήματος 1 ή 2 του παρόντος κανονισμού, έχουν προβεί σε σχετική κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1 και η σχετική τιτλοποίηση έχει περιληφθεί στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 4.

Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ που συμμετέχουν σε μια τιτλοποίηση χαρακτηριζόμενη ως STS πρέπει να είναι εγκατεστημένες στην Ένωση, εκτός αν είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα για την οποία η Επιτροπή έχει θεσπίσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 22στ.

Τμήμα 1

Γενικές απαιτήσεις για τις τιτλοποιήσεις STS

Άρθρο 7

Απλή, διαφανής και τυποποιημένη τιτλοποίηση

1.  Οι τιτλοποιήσεις που πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 8, 9 και 10 του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τα προγράμματα και τις πράξεις ABCP, χαρακτηρίζονται ως «STS».

1α.  Οι τιτλοποιήσεις, με εξαίρεση τα προγράμματα και τις πράξεις ABCP, οι οποίες πωλήθηκαν σε επενδυτές μετά την 1η Ιανουαρίου 2011 και πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, θα θεωρούνται «STS» από τη στιγμή που αποτελούν αντικείμενο κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1, με την προϋπόθεση ότι:

α)  πληρούν, κατά τη στιγμή της έκδοσης, τις απαιτήσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 5 και 7 έως 9 και στο άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 3·

β)  πληρούν, κατά τη στιγμή των κοινοποιήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, τις απαιτήσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 2 και 6, στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4 έως 8, και στο άρθρο 10 παράγραφοι 1 έως 4.

1β.  Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού 1095/2010, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για την εναρμονισμένη ερμηνεία και εφαρμογή των απαιτήσεων που καθορίζονται στα άρθρα 8, 9 και 10.

Άρθρο 8

Απαίτηση σε σχέση με την απλότητα

1.  Τα υποκείμενα ανοίγματα αναλαμβάνονται από ΟΕΣΤ μέσω πώλησης ή εκχώρησης κατά τρόπο που να είναι εκτελεστός έναντι του πωλητή ή οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πωλητή. Η μεταφορά των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ΟΕΣΤ δεν υπόκειται σε αυστηρές διατάξεις επιστροφής αμοιβών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πωλητή. Σε περίπτωση που η μεταβίβαση των υποκείμενων ανοιγμάτων γίνεται μέσω εκχώρησης και ολοκληρώνεται σε στάδιο μεταγενέστερο από το κλείσιμο της συναλλαγής, η εν λόγω ολοκλήρωση πραγματοποιείται όταν συμβούν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)  σοβαρή επιδείνωση του καθεστώτος της πιστωτικής ποιότητας του πωλητή·

β)  αθέτηση ή αφερεγγυότητα του πωλητή· και

γ)  μη επανορθωθείσες παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων από τον πωλητή.

2.  Ο πωλητής δηλώνει και εγγυάται ότι, εξ όσων γνωρίζει, τα υποκείμενα ανοίγματα που περιλαμβάνονται στην τιτλοποίηση δεν βαρύνονται ούτε βρίσκονται άλλως σε κατάσταση που μπορεί να προβλεφθεί ότι θα επηρεάσει δυσμενώς την εκτελεστότητα της πώλησης ή της εκχώρησης.

3.  Τα υποκείμενα ανοίγματα που μεταβιβάζονται από τον πωλητή στην ΟΕΣΤ πληρούν προκαθορισμένα και σαφώς προσδιορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας, τα οποία δεν επιτρέπουν την ενεργή διαχείριση χαρτοφυλακίου σε βάση διακριτικής ευχέρειας για τα εν λόγω ανοίγματα.

4.  Η τιτλοποίηση υποστηρίζεται από ένα σύνολο ομοιογενών υποκειμένων ανοιγμάτων ▌. Τα υποκείμενα ανοίγματα ενός συνόλου θεωρούνται ομοιογενή αν ανήκουν στο ίδιο στοιχείο ενεργητικού και παρουσιάζουν επαρκή συνάφεια στα χαρακτηριστικά τους όσον αφορά τη σύμβαση, τον πιστωτικό κίνδυνο, την προπληρωμή και άλλες καθοριστικές παραμέτρους των ταμειακών ροών στα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού. Τα σύνολα στεγαστικών δανείων, τα σύνολα εταιρικών δανείων, δανείων αγοράς επιχειρηματικών ακινήτων, μισθώσεων και πιστωτικών διευκολύνσεων της ίδιας κατηγορίας, τα σύνολα δανείων αγοράς και μίσθωσης αυτοκινήτου, και τα σύνολα πιστωτικών διευκολύνσεων σε ιδιώτες για προσωπική, οικογενειακή ή οικιακή κατανάλωση θεωρούνται ομοιογενή ως προς το είδος των στοιχείων ενεργητικού. Τα υποκείμενα ανοίγματα είναι συμβατικά δεσμευτικές και εκτελεστές υποχρεώσεις, με πλήρη προσφυγή σε οφειλέτες, με καθορισμένη ροή περιοδικών πληρωμών, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν ως προς το ύψος των δόσεων, για πληρωμές μισθωμάτων, κεφαλαίου, τόκων ή ποσών που σχετίζονται με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα απόκτησης εισοδήματος από στοιχεία ενεργητικού που εγγυώνται τις εν λόγω πληρωμές. Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν κινητές αξίες όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ.

5.  Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν τιτλοποιήσεις.

6.  Επομένως, τα υποκείμενα ανοίγματα προέρχονται από τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες της μεταβιβάζουσας οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη, σύμφωνα με πρότυπα ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων που δεν υπολείπονται σε αυστηρότητα εκείνων που εφαρμόζει η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης για τη δημιουργία παρόμοιων ανοιγμάτων που δεν τιτλοποιούνται, είναι δε συγκρίσιμα από πλευράς οικονομικής ουσίας και κατηγοριών πιστωτών με τα μη τιτλοποιημένα ανοίγματα που προέρχονται από τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες της μεταβιβάζουσας οντότητας ή του αρχικού δανειοδότη. Ουσιώδεις αλλαγές των προτύπων αναδοχής γνωστοποιούνται πλήρως στους δυνητικούς επενδυτές. Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια, το σύνολο των δανείων δεν περιλαμβάνει δάνεια που είχαν διατεθεί στην αγορά και συναφθεί με την παραδοχή ότι ο αιτών δάνειο ή, κατά περίπτωση, οποιοσδήποτε μεσάζων, έχει ενημερωθεί πως οι παρεχόμενες πληροφορίες ενδέχεται να μην έχουν επαληθευτεί από τον δανειοδότη. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 παράγραφοι 1 έως 4, παράγραφος 5 στοιχείο α) και παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή του άρθρου 8 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή ισοδύναμες απαιτήσεις τρίτων χωρών. Η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης διαθέτει τεχνογνωσία στη δημιουργία ανοιγμάτων παρόμοιων με εκείνα που τιτλοποιούνται.

7.  Κατά τη στιγμή της επιλογής, τα υποκείμενα ανοίγματα που μεταφέρονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ΟΕΣΤ δεν περιλαμβάνουν ανοίγματα σε αθέτηση, κατά την έννοια του άρθρου 178 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ούτε ανοίγματα σε οφειλέτη ή εγγυητή με μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα, ο οποίος, κατά τον χρόνο της υπογραφής της σύμβασης πίστωσης, εξ όσων γνωρίζει η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης:

α)  έχει κηρύξει αφερεγγυότητα, έχει συμφωνήσει με τους πιστωτές του για την παραγραφή ή αναδιάρθρωση του χρέους ή έχει δικαστική απόφαση που παρέχει στους πιστωτές του δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης ή αποζημίωσης για υλικές ζημίες, λόγω καθυστέρησης μιας πληρωμής κατά την τριετία πριν από την ημερομηνία δημιουργίας·

β)  περιλαμβάνεται σε επίσημο μητρώο για άτομα με δυσμενές πιστωτικό ιστορικό·

γ)  έχει πιστοληπτική αξιολόγηση ή κατάταξη πιστοληπτικής ικανότητας βάσει της οποίας προκύπτει ότι ο κίνδυνος αθέτησης συμβατικά συμφωνημένων οικονομικών υποχρεώσεων είναι σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με τον μέσο οφειλέτη για τέτοιου είδους δάνεια στην εκάστοτε δικαιοδοσία.

8.  Κατά τη στιγμή της μεταφοράς των ανοιγμάτων, οι οφειλέτες ή οι εγγυητές έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία πληρωμή, εκτός από την περίπτωση των ανακυκλούμενων τιτλοποιήσεων που υποστηρίζονται από ▌ανοίγματα καταβαλλόμενα σε μία δόση ή με ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μηνιαίων πληρωμών σε ανακυκλούμενες πιστώσεις.

9.  Η αποπληρωμή των κατόχων των θέσεων τιτλοποίησης δεν έχει διαρθρωθεί κατά τρόπο ώστε να εξαρτάται κατά κύριο λόγο, από την πώληση των στοιχείων ενεργητικού που εξασφαλίζουν τα υποκείμενα ανοίγματα. Τα υποκείμενα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με στοιχεία ενεργητικού των οποίων η αξία διασφαλίζεται ή αντισταθμίζεται πλήρως από υποχρέωση του πωλητή των στοιχείων ενεργητικού που εξασφαλίζουν τα υποκείμενα ανοίγματα, ή άλλου τρίτου μέρους, για επαναγορά, δεν εξαρτώνται από την πώληση των στοιχείων ενεργητικού που εξασφαλίζουν τα υποκείμενα ανοίγματα. Αυτό δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη ανανέωση ή αναχρηματοδότηση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού.

9α.  Οι εξισορροπητικές συνθετικές τιτλοποιήσεις δεν αποτελούν μέρος τιτλοποίησης STS και δεν θεωρούνται STS, αν τα στοιχεία ενεργητικού δεν μεταβιβάζονται σε OΕΣT με τιτλοποίηση μέσω πραγματικής πώλησης ή διατηρούνται στον ισολογισμό της μεταβιβάζουσας οντότητας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των σύνθετων τιτλοποιήσεων εντός ισολογισμού.

9β.  Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την EIOPA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό:

α)  των χαρακτηριστικών των υποκείμενων ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, και των κριτηρίων για τη διαπίστωση της επαρκούς συνάφειας των χαρακτηριστικών αυτών· και

β)  των άλλων τύπων στοιχείων ενεργητικού που θεωρούνται ομοιογενή για τους σκοπούς της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 12 παράγραφος 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις ... [έξι μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 9

Απαιτήσεις σε σχέση με την τυποποίηση

1.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης πληρούν την απαίτηση περί διατήρησης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού.

2.  Οι επιτοκιακοί και συναλλαγματικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από την τιτλοποίηση μετριάζονται και τα μέτρα που λαμβάνονται για τον σκοπό αυτό γνωστοποιούνται. Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν παράγωγα, εκτός αν αυτά αποσκοπούν στην αντιστάθμιση του νομισματικού κινδύνου και του κινδύνου επιτοκίου. Η αναδοχή και η τεκμηρίωση των παραγώγων αυτών γίνεται σύμφωνα με τα συνήθη διεθνή χρηματοοικονομικά πρότυπα.

3.  Οποιεσδήποτε αναφερόμενες πληρωμές τόκων βάσει των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της τιτλοποίησης βασίζονται σε επιτόκια της αγοράς που χρησιμοποιούνται γενικά και δεν παραπέμπουν σε ▌τύπους ή παράγωγα.

4.  Εφόσον η τιτλοποίηση έχει συσταθεί χωρίς ανανεούμενη περίοδο ή η ανανεούμενη περίοδος έχει λήξει, και εφόσον έχει επιδοθεί ειδοποίηση αναγκαστικής εκτέλεσης ή επίσπευσης, δεν γίνεται δέσμευση σημαντικών ποσών από την ΟΕΣΤ και τα κεφάλαια που εισπράττονται από τα υποκείμενα ανοίγματα μεταβιβάζονται στους επενδυτές μέσω διαδοχικών εξοφλήσεων των θέσεων τιτλοποίησης, σύμφωνα με την εξοφλητική τους προτεραιότητα. Η αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης δεν αντιστρέφεται όσον αφορά την προτεραιότητα, και στις πράξεις που διαθέτουν μη διαδοχική προτεραιότητα πληρωμών ορίζονται συμβάντα ενεργοποίησης συνδεόμενα με την απόδοση, συμπεριλαμβανομένης, τουλάχιστον, της επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων κάτω από ένα προκαθορισμένο όριο. Δεν προβλέπεται απαίτηση αυτόματης εκκαθάρισης των υποκείμενων ανοιγμάτων βάσει της αγοραίας αξίας τους.

5.  Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης περιλαμβάνουν κατάλληλα συμβάντα πρόωρης εξόφλησης ή συμβάντα ενεργοποίησης της λήξης της περιόδου ανακύκλωσης, εφόσον η τιτλοποίηση έχει συσταθεί με περίοδο ανακύκλωσης που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)  επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων, ίση με ή κατώτερη από το προκαθορισμένο όριο·

β)  εμφάνιση συμβάντος αφερεγγυότητας σε σχέση με τη μεταβιβάζουσα οντότητα ή τον διαχειριστή·

γ)  υποχώρηση της αξίας των υποκείμενων ανοιγμάτων που διατηρεί η ΟΕΣΤ κάτω από ένα προκαθορισμένο όριο (συμβάν πρόωρης εξόφλησης)·

δ)  αδυναμία δημιουργίας επαρκών νέων υποκείμενων ανοιγμάτων που να ανταποκρίνονται στην προκαθορισμένη πιστωτική ποιότητα (συμβάν ενεργοποίησης για τη λήξη της ανανεούμενης περιόδου).

6.  Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης καθορίζουν σαφώς:

α)  τις συμβατικές υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τις ευθύνες του διαχειριστή και της διαχειριστικής του ομάδας, που πρέπει να διαθέτει την απαραίτητη πραγματογνωσία για τη διαχείριση των υποκείμενων ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, του καταπιστευματικού διαχειριστή και άλλων παρόχων βοηθητικών υπηρεσιών·

β)  τις διαδικασίες και τις ευθύνες που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αθέτηση ή η αφερεγγυότητα εκ μέρους του διαχειριστή δεν θα επιφέρει τη λήξη της διαχείρισης, όπως μια συμβατική διάταξη αντικατάστασης η οποία επιτρέπει την αντικατάσταση του διαχειριστή σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητας·

γ)  διατάξεις που διασφαλίζουν την αντικατάσταση των αντισυμβαλλομένων παραγώγων, των παρόχων ταμειακής διευκόλυνσης και της τράπεζας τήρησης λογαριασμού σε περίπτωση αθέτησης, αφερεγγυότητας και άλλων συγκεκριμένων συμβάντων από μέρους τους, κατά περίπτωση.

Οι πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι διαχείρισης κινδύνου τεκμηριώνονται δεόντως και εφαρμόζονται αποτελεσματικά συστήματα.

7.  Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης περιλαμβάνουν ορισμούς, επανορθωτικά μέτρα και ενέργειες που αφορούν τις καθυστερήσεις και τις αθετήσεις των οφειλετών, την αναδιάρθρωση χρεών, τη διαγραφή χρεών, τη χορήγηση περιόδου χάριτος, τις επαναγορές, τις διακοπές πληρωμής, τις αποσβέσεις, τις ανακτήσεις και άλλες επανορθωτικές ενέργειες σχετικές με τις αποδόσεις των στοιχείων ενεργητικού, με σαφείς και συνεπείς όρους. Τα εν λόγω έγγραφα τεκμηρίωσης καθορίζουν με σαφήνεια την προτεραιότητα των πληρωμών, τα συμβάντα ενεργοποίησης, τις αλλαγές στην προτεραιότητα πληρωμών ύστερα από συμβάντα ενεργοποίησης, καθώς και την υποχρέωση αναφοράς των εν λόγω συμβάντων. Τροποποιήσεις των όρων και των διαδικασιών αυτών μπορούν να γίνονται, με την προϋπόθεση να μην επηρεάζουν σημαντικά κατά τρόπο δυσμενή την αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης. Κάθε αλλαγή στην προτεραιότητα πληρωμών αναφέρεται τη στιγμή κατά την οποία συμβαίνει.

8.  Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης περιλαμβάνουν σαφείς διατάξεις που διευκολύνουν την έγκαιρη επίλυση των συγκρούσεων μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών επενδυτών, τα δικαιώματα ψήφου προσδιορίζονται σαφώς και κατανέμονται στους ομολογιούχους, και οι αρμοδιότητες του καταπιστευματικού διαχειριστή και άλλων οντοτήτων με καθήκοντα καταπιστευματοδόχου προς επενδυτές προσδιορίζονται σαφώς.

Άρθρο 10

Απαιτήσεις σε σχέση με τη διαφάνεια

1.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα και η ανάδοχος οντότητα ▌παρέχουν στον επενδυτή, πριν από την επένδυση, πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με τις στατικές και δυναμικές ιστορικές επιδόσεις ως προς την αθέτηση και τις ζημίες, όπως δεδομένα για τις καθυστερήσεις και την αθέτηση, για ανοίγματα ουσιαστικά παρόμοια με εκείνα που τιτλοποιήθηκαν. Τα δεδομένα αυτά καλύπτουν ιστορική περίοδο όχι μικρότερη των επτά ετών για ανοίγματα μη λιανικής και των πέντε ετών για ανοίγματα λιανικής. Η βάση για τη διεκδίκηση της ομοιότητας γνωστοποιείται.

2.  Ένα δείγμα των υποκείμενων ανοιγμάτων ενεργητικού υποβάλλεται σε εξωτερική επαλήθευση, πριν από την έκδοση των τίτλων που προκύπτουν από την τιτλοποίηση, από έναν κατάλληλο και ανεξάρτητο φορέα, και επαληθεύεται, μεταξύ άλλων, ότι τα στοιχεία που ανακοινώνονται σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα είναι ακριβή, με επίπεδο εμπιστοσύνης 95%.

3.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα ή η ανάδοχος οντότητα διαθέτει στους επενδυτές ένα σαφώς τεκμηριωμένο μοντέλο ταμειακών ροών στοιχείων παθητικού, τόσο πριν από την τιμολόγηση της τιτλοποίησης όσο και σε συνεχή βάση, το οποίο απεικονίζει επακριβώς τη συμβατική σχέση ανάμεσα στην απόδοση των υποκείμενων ανοιγμάτων και τις ροές πληρωμών μεταξύ της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας, των επενδυτών, λοιπών τρίτων μερών και της ΟΕΣΤ.

3α.  H μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με τη μακροπρόθεσμη, βιώσιμη φύση της τιτλοποίησης για τους επενδυτές, χρησιμοποιώντας περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια καθώς και κριτήρια διακυβέρνησης για να περιγράψουν με ποιο τρόπο η τιτλοποίηση συνέβαλε σε επενδύσεις πραγματικής οικονομίας και πώς ο αρχικός δανειοδότης χρησιμοποίησε το κεφάλαιο που αποδεσμεύθηκε

4.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα και η ανάδοχος οντότητα ▌έχουν από κοινού την ευθύνη της συμμόρφωσης προς το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού και της εξασφάλισης της διαθεσιμότητας όλων των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) στους δυνητικούς επενδυτές, πριν από την τιμολόγηση. Η μεταβιβάζουσα οντότητα και η ανάδοχος οντότητα ▌έχουν επίσης την ευθύνη να εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) καθίστανται διαθέσιμες, πριν από την τιμολόγηση, τουλάχιστον υπό μορφή σχεδίου ή στην αρχική τους μορφή, όπου αυτό επιτρέπεται από το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/71/ΕΚ. Επιπλέον, η μεταβιβάζουσα οντότητα και η ανάδοχος οντότητα ▌έχουν την ευθύνη να εξασφαλίζουν ότι τα τελικά έγγραφα τεκμηρίωσης καθίστανται διαθέσιμα στους επενδυτές, το αργότερο εντός 15 ημερών μετά το κλείσιμο της συναλλαγής.

Τμήμα 2

Απαιτήσεις για τις τιτλοποιήσεις ABCP

Άρθρο 11

Απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις ABCP

Μια πράξη ABCP χαρακτηρίζεται ως «STS», εάν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις σε επίπεδο πράξης, του άρθρου 12. Ένα πρόγραμμα ABCP χαρακτηρίζεται ως «STS» εφόσον συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 13.

Άρθρο 12

Απαιτήσεις σε επίπεδο πράξεων

1.  Μια πράξη που υπάγεται σε πρόγραμμα ABCP πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου προκειμένου να χαρακτηριστεί ως STS. Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, οι όροι «διαχειριστής» και «αρχικός δανειοδότης» δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 7 θεωρείται ότι υποδηλώνουν τον πωλητή.

1α.  Η αποπληρωμή των κατόχων των θέσεων τιτλοποίησης δεν εξαρτάται από την πώληση των στοιχείων ενεργητικού που εξασφαλίζουν τα υποκείμενα ανοίγματα. Η εν λόγω απαίτηση δεν ισχύει για στοιχεία ενεργητικού των οποίων η αξία διασφαλίζεται ή αντισταθμίζεται πλήρως με ουσιαστική δέσμευση του πωλητή ή άλλου τρίτου μέρους για επαναγορά ή αναχρηματοδότηση του στοιχείου ενεργητικού που εξασφαλίζει τα υποκείμενα ανοίγματα σε σταθερό ποσό, ούτε εμποδίζει τη μετέπειτα ανανέωση ή αναχρηματοδότηση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού.

2.  Οι πράξεις που υπάγονται σε πρόγραμμα ABCP υποστηρίζονται από ένα σύνολο υποκειμένων ανοιγμάτων που είναι ομοιογενή από την άποψη του τύπου των στοιχείων ενεργητικού και έχουν εναπομένουσα σταθμισμένη μέση διάρκεια ζωής όχι μεγαλύτερη του ενός έτους, ενώ καμία από αυτές δεν έχει εναπομένουσα διάρκεια άνω των τριών ετών, με εξαίρεση τα σύνολα δανείων για την αγορά αυτοκινήτου, και τις πράξεις μίσθωσης αυτοκινήτου και εξοπλισμού που έχουν εναπομένουσα σταθμισμένη μέση διάρκεια ανοίγματος το πολύ τεσσεράμισι έτη και των οποίων τα υποκείμενα ανοίγματα έχουν εναπομένουσα ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη. Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν ενυπόθηκα στεγαστικά ή εμπορικά δάνεια ή πλήρως εξασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, όπως αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα υποκείμενα ανοίγματα περιέχουν συμβατικά δεσμευτικές και εκτελεστές υποχρεώσεις, με πλήρη προσφυγή σε οφειλέτες, με καθορισμένη ροή πληρωμών που αφορούν πληρωμές μισθωμάτων, κεφαλαίου, τόκων ή σχετίζονται με τυχόν άλλο δικαίωμα απόκτησης εισοδήματος από στοιχεία ενεργητικού που εγγυώνται τις εν λόγω πληρωμές. Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν κινητές αξίες όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ.

3.  Οποιεσδήποτε αναφερόμενες πληρωμές τόκων βάσει των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της πράξης τιτλοποίησης βασίζονται στα συνήθη επιτόκια της αγοράς, αλλά δεν παραπέμπουν σε σύνθετους τύπους ή παράγωγα.

4.  Σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής του πωλητή ή συμβάντος επίσπευσης, δεν πραγματοποιείται δέσμευση σημαντικών ποσών από την ΟΕΣΤ και τα κεφάλαια που εισπράττονται από τα υποκείμενα ανοίγματα μεταβιβάζονται στους επενδυτές μέσω διαδοχικών εξοφλήσεων των θέσεων τιτλοποίησης, σύμφωνα με την εξοφλητική τους προτεραιότητα. Δεν προβλέπεται απαίτηση αυτόματης εκκαθάρισης των υποκείμενων ανοιγμάτων βάσει της αγοραίας αξίας τους.

5.  Τα υποκείμενα ανοίγματα προκύπτουν από τη συνήθη ροή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πωλητή, σύμφωνα με τα πρότυπα αναδοχής τα οποία δεν υπολείπονται σε αυστηρότητα εκείνων που εφαρμόζει ο πωλητής για τη δημιουργία παρόμοιων ανοιγμάτων που δεν τιτλοποιούνται. Ουσιώδεις αλλαγές των προτύπων αναδοχής γνωστοποιούνται πλήρως στους δυνητικούς επενδυτές. Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια, το σύνολο των δανείων δεν περιλαμβάνει δάνεια που είχαν διατεθεί στην αγορά και συναφθεί με την παραδοχή ότι ο αιτών δάνειο ή, κατά περίπτωση, οποιοσδήποτε μεσάζων, έχει ενημερωθεί πως οι παρεχόμενες πληροφορίες ενδέχεται να μην έχουν επαληθευτεί από τον δανειοδότη. Ο πωλητής διαθέτει πραγματογνωσία στη δημιουργία ανοιγμάτων παρόμοιων με εκείνα που τιτλοποιούνται.

6.  Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης περιλαμβάνουν συμβάντα ενεργοποίησης της λήξης της ανανεούμενης περιόδου, στα οποία περιλαμβάνονται κατ’ ελάχιστον τα εξής:

α)  επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων, ίση με ή κατώτερη από το προκαθορισμένο όριο·

β)  εμφάνιση συμβάντος αφερεγγυότητας σε σχέση με τον πωλητή ή τον διαχειριστή·

γ)  αδυναμία δημιουργίας επαρκών νέων υποκείμενων ανοιγμάτων που να ανταποκρίνονται στην προκαθορισμένη πιστωτική ποιότητα·

7.  Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της πράξης καθορίζουν σαφώς:

α)  τις συμβατικές υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τις ευθύνες της αναδόχου οντότητας, του διαχειριστή και της διαχειριστικής του ομάδας, που πρέπει να διαθέτει την απαραίτητη πραγματογνωσία για τη διαχείριση των υποκείμενων ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, του καταπιστευματικού διαχειριστή και άλλων παρόχων βοηθητικών υπηρεσιών·

β)  τις διαδικασίες και τις ευθύνες που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αθέτηση ή η αφερεγγυότητα εκ μέρους του διαχειριστή δεν θα επιφέρει τη λήξη της διαχείρισης·

γ)  διατάξεις που διασφαλίζουν την αντικατάσταση των αντισυμβαλλομένων παραγώγων και της τράπεζας τήρησης λογαριασμού σε περίπτωση αθέτησης, αφερεγγυότητας ή άλλων συγκεκριμένων συμβάντων εκ μέρους τους, κατά περίπτωση.

Οι πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι διαχείρισης κινδύνου τεκμηριώνονται δεόντως και εφαρμόζονται αποτελεσματικά συστήματα.

Άρθρο 12α

Ο ρόλος της αναδόχου οντότητας σε ένα πρόγραμμα ABCP

1.  Η ανάδοχος οντότητα του προγράμματος ABCP είναι πιστωτικό ίδρυμα το οποίο εποπτεύεται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή ρυθμιζόμενος διαχειριστής κεφαλαίων ή στοιχείων ενεργητικού.

2.  Η ανάδοχος οντότητα ενός προγράμματος ABCP είναι πάροχος ταμειακής διευκόλυνσης και υποστηρίζει όλες τις θέσεις τιτλοποίησης σε επίπεδο προγράμματος ABCP καλύπτοντας με αυτή τη στήριξη όλους τους κινδύνους ρευστότητας, τους πιστωτικούς κινδύνους και οποιονδήποτε ουσιαστικό κίνδυνο απομείωσης της αξίας των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων, καθώς επίσης οποιαδήποτε άλλα έξοδα συναλλαγής και τα γενικότερα έξοδα του προγράμματος. Η ανάδοχος οντότητα δημοσιοποιεί μια περιγραφή της στήριξης που παρέχεται σε επίπεδο πράξης στους επενδυτές, καθώς και μια περιγραφή των παρεχόμενων ταμειακών διευκολύνσεων.

3.  Προκειμένου να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει ένα πρόγραμμα ABCP STS, το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να αποδεικνύει στην εποπτική αρχή του, στο πλαίσιο προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, ότι ο ρόλος του σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεν θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητά του, ούτε καν όταν υφίσταται ακραία κατάσταση στην αγορά, στο πλαίσιο της οποίας η αγορά βραχυπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων εξαντλείται για όλα τα προγράμματα ABCP για τα οποία έχει αυτόν τον ρόλο. Για τον σκοπό αυτό, η ανάδοχος οντότητα παρέχει σε τακτική βάση στην εποπτική αρχή της συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις υποχρεώσεις της όσον αφορά τον σωρευτικό κίνδυνο ρευστότητας και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντεπεξέλθει στις εν λόγω υποχρεώσεις με τα αποθέματα ρευστότητάς της.

4.  Η ανάδοχος οντότητα του προγράμματος ABCP εξακριβώνει, πριν να εκτεθεί σε συναλλαγή ABCP, ότι ο πωλητής χορηγεί όλες τις πιστώσεις του βάσει εύλογων και σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων, και σαφώς καθορισμένων διαδικασιών έγκρισης, τροποποίησης, ανανέωσης και χρηματοδότησης αυτών των πιστώσεων, και ότι διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα για την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων και διαδικασιών. Η ανάδοχος οντότητα αναλαμβάνει η ίδια δραστηριότητες δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού και εξακριβώνει ότι ο πωλητής πληροί τα δέοντα πρότυπα αναδοχής, καθώς επίσης ότι η δυνατότητα διαχείρισης των ανοιγμάτων και οι διαδικασίες είσπραξης πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 259 παράγραφος 3 στοιχεία θ) έως ιγ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή ισοδύναμες απαιτήσεις τρίτων χωρών. Οι πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι διαχείρισης κινδύνου τεκμηριώνονται δεόντως και εφαρμόζονται αποτελεσματικά συστήματα.

5.  Ο αρχικός δανειοδότης ή ο εκδότης, στο επίπεδο μιας πράξης, ή η ανάδοχος οντότητα, στο επίπεδο του προγράμματος ABCP, πληροί την απαίτηση διατήρησης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 4.

6.  Το άρθρο 5 εφαρμόζεται σε προγράμματα ABCP. Η ανάδοχος οντότητα του προγράμματος ABCP είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 5 και:

α)  παρέχει στους επενδυτές όλες τις συγκεντρωτικές πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α), οι δε πληροφορίες αυτές επικαιροποιούνται ανά τρίμηνο· και

β)  καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) του παρόντος κανονισμού.

7.  Σε περίπτωση που η ανάδοχος οντότητα δεν ανανεώσει τη χρηματοδοτική δέσμευση της ταμειακής διευκόλυνσης πριν από τη λήξη της, η ταμειακή διευκόλυνση αίρεται και οι λήγοντες τίτλοι αποπληρώνονται.

Άρθρο 13

Απαιτήσεις σε επίπεδο προγράμματος

1.  Όλες οι πράξεις που υπάγονται σε πρόγραμμα ABCP πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 12 ▌. Με εξαίρεση το άρθρο 12 παράγραφος 2, επιμέρους πράξεις που αναλογούν κατά μέγιστο σε 5% του συνολικού ποσού των υποκείμενων ανοιγμάτων ενός προγράμματος ABCP μπορούν προσωρινά να μην συμμορφώνονται προς το άρθρο 12, χωρίς να επηρεάζεται το καθεστώς STS του προγράμματος.

2.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης πληρούν την απαίτηση περί διατήρησης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 4 ▌.

3.  ▌Η πιστωτική ενίσχυση δεν δημιουργεί δεύτερο στρώμα τμηματοποίησης σε επίπεδο προγράμματος.

4.  Η ανάδοχος οντότητα του προγράμματος ABCP είναι πιστωτικό ίδρυμα το οποίο εποπτεύεται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Η ανάδοχος οντότητα είναι πάροχος ταμειακής διευκόλυνσης και υποστηρίζει όλες τις θέσεις τιτλοποίησης σε επίπεδο συναλλαγών στο πλαίσιο του προγράμματος ABCP, καλύπτει δε όλους τους κινδύνους ρευστότητας, τους πιστωτικούς κινδύνους, οποιονδήποτε ουσιαστικό κίνδυνο απομείωσης αξίας των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων, όπως επίσης τυχόν λοιπά έξοδα πράξεων και τα γενικότερα έξοδα του προγράμματος.

5.  Τιτλοποιήσεις που έχουν εκδοθεί από πρόγραμμα ABCP και περιλαμβάνουν δικαιώματα προαίρεσης, ρήτρες παράτασης ή άλλες ρήτρες, κατά τη διακριτική ευχέρεια της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή της ΟΕΣΤ και οι οποίες επηρεάζουν την οριστική λήξη τους δεν θεωρούνται STS.

6.  Οι επιτοκιακοί και συναλλαγματικοί κίνδυνοι που προκύπτουν σε επίπεδο προγράμματος ABCP μετριάζονται και τα μέτρα που λαμβάνονται για τον σκοπό αυτό γνωστοποιούνται. Παράγωγα χρησιμοποιούνται σε επίπεδο προγράμματος μόνο με σκοπό στην αντιστάθμιση του νομισματικού κινδύνου και του κινδύνου επιτοκίου. Η τεκμηρίωση των παραγώγων αυτών γίνεται σύμφωνα με τα συνήθη διεθνή χρηματοοικονομικά πρότυπα.

7.  Η τεκμηρίωση που σχετίζεται με το πρόγραμμα καθορίζει σαφώς:

α)  τις ευθύνες του καταπιστευματικού διαχειριστή και άλλων οντοτήτων με τυχόν καθήκοντα καταπιστευματοδόχου προς επενδυτές·

▌γ)  τις συμβατικές υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τις ευθύνες της αναδόχου οντότητας και της διαχειριστικής της ομάδας, που πρέπει να διαθέτει την αναγκαία πραγματογνωσία για την αναδοχή πιστώσεων, του καταπιστευματικού διαχειριστή, αν υπάρχει, και άλλων παρόχων βοηθητικών υπηρεσιών·

▌ε)  διατάξεις για την αντικατάσταση των αντισυμβαλλομένων παραγώγων και της τράπεζας τήρησης λογαριασμού σε επίπεδο προγράμματος ABCP, σε περίπτωση αθέτησης, αφερεγγυότητας και άλλων συγκεκριμένων συμβάντων, αν η ταμειακή διευκόλυνση δεν καλύπτει τέτοια συμβάντα.

στ)  ότι σε περίπτωση προσδιορισμένων γεγονότων, αδυναμίας πληρωμής ή αφερεγγυότητας της αναδόχου οντότητας, προβλέπονται επανορθωτικά μέτρα που επιτυγχάνουν, κατά περίπτωση, εξασφάλιση της χρηματοδοτικής δέσμευσης ή αντικατάσταση του παρόχου ταμειακής διευκόλυνσης. Σε περίπτωση που ο πάροχος ταμειακής διευκόλυνσης δεν ανανεώσει τη χρηματοδοτική δέσμευση εντός 30 ημερών από τη λήξη της, η ταμειακή διευκόλυνση αίρεται, οι λήγοντες τίτλοι αποπληρώνονται και παύουν οι συναλλαγές αγοράς ανοιγμάτων, ενώ αποσβένονται τα υφιστάμενα υποκείμενα ανοίγματα.

Οι πολιτικές, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι διαχείρισης κινδύνου τεκμηριώνονται δεόντως και εφαρμόζονται αποτελεσματικά συστήματα.

8.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα και η ανάδοχος οντότητα έχουν από κοινού και εξ ολοκλήρου την ευθύνη συμμόρφωσης προς το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού σε επίπεδο προγράμματος ABCP, και εξασφαλίζουν ότι πριν από την τιμολόγηση καθίστανται διαθέσιμες στους δυνητικούς επενδυτές οι ακόλουθες πληροφορίες.

α)  όλες οι συγκεντρωτικές πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β)  οι πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε).

8α.  Το ενημερωτικό δελτίο ή, εάν δεν έχει εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, η τεκμηρίωση του προγράμματος, αναφέρει αν και πώς έχουν εκπληρωθεί τα κριτήρια STS που αναφέρονται στα άρθρα 11 έως 13.

Άρθρο 14

Κοινοποίηση STS και δέουσα επιμέλεια

1.  Οι μεταβιβάζουσες οντότητες και οι ανάδοχοι οντότητες ▌ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ από κοινού, μέσω του υποδείγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, ότι η τιτλοποίηση πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως 10 ή των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος κανονισμού («κοινοποίηση STS»). Αν ένα πρόγραμμα ABCP έχει πολλαπλές μεταβιβάζουσες οντότητες, κάθε μεταβιβάζουσα οντότητα ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις απαιτήσεις του άρθρου 12 μόνο για τη δική της πράξη. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί την κοινοποίηση STS στον επίσημο ιστότοπό της σύμφωνα με την παράγραφο 4. Ενημερώνουν, επίσης, την αρμόδια αρχή τους. Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ μιας τιτλοποίησης ορίζουν μεταξύ τους την οντότητα που θα αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής για επενδυτές και αρμόδιες αρχές. Σε περίπτωση που η μεταβιβάζουσα οντότητα και η ανάδοχος οντότητα δεν έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους ποια οντότητα θα εκπληρώσει τις απαιτήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου, η μεταβιβάζουσα οντότητα συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις αυτές.

1α.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή η ΟΕΣΤ μπορούν να αναθέτουν σε τρίτους τον έλεγχο του κατά πόσον μια τιτλοποίηση συμμορφώνεται προς τα κριτήρια STS. Ωστόσο, το πόρισμα του εν λόγω τρίτου δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την ευθύνη της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή της ΟΕΣΤ όσον αφορά τις νομικές υποχρεώσεις τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Όταν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή η ΟΕΣΤ αναθέτει σε τρίτο να αξιολογήσει αν μια τιτλοποίηση συμμορφώνεται προς τα άρθρα 7 έως 10 ή τα άρθρα 11 έως 13, η κοινοποίηση STS περιλαμβάνει δήλωση ότι η συμμόρφωση προς τα κριτήρια STS επιβεβαιώθηκε από το εν λόγω τρίτο μέρος. Η κοινοποίηση αυτή περιλαμβάνει επίσης την ονομασία του τρίτου και τον τόπο εγκατάστασής του.

2.  Όταν η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημεία 1) και 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η κοινοποίηση, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, συνοδεύεται από τα ακόλουθα:

α)  βεβαίωση από τη μεταβιβάζουσα οντότητα ή τον αρχικό δανειοδότη ότι η χορήγηση πίστωσης βασίζεται σε ορθά και σαφώς καθορισμένα κριτήρια και σαφείς διαδικασίες έγκρισης, τροποποίησης, ανανέωσης και αναχρηματοδότησης των πιστώσεων, και ότι η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα για την εφαρμογή τους.

β)  δήλωση για το αν τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α) υπόκεινται σε εποπτεία.

3.  Η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή η ΟΕΣΤ ενημερώνουν πάραυτα την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές, όταν μια τιτλοποίηση παύει να πληροί τα κριτήρια των άρθρων 7 έως 10 ή των άρθρων 11 έως 13 ▌.

4.  Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει αμέσως σε ειδική ενότητα του επίσημου ιστοτόπου της κατάλογο όλων των τιτλοποιήσεων για τις οποίες οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ έχουν ενημερώσει ότι πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως 10 του παρόντος κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ επικαιροποιεί τον κατάλογο σε περίπτωση που οι τιτλοποιήσεις δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως STS, κατόπιν απόφασης των αρμόδιων αρχών ή κοινοποίησης από τη μεταβιβάζουσα οντότητα, την ανάδοχο οντότητα ή την ΟΕΣΤ. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή έχει επιβάλει διοικητικές κυρώσεις ή επανορθωτικά μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 17, ενημέρωνε αμέσως την ΕΑΚΑΑ σχετικά. Η ΕΑΚΑΑ αναφέρει πάραυτα στον δημοσιευμένο κατάλογο ότι αρμόδια αρχή έχει επιβάλει διοικητικές κυρώσεις ή επανορθωτικά μέτρα σε σχέση με τη συγκεκριμένη τιτλοποίηση.

5.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που παρέχουν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ προκειμένου να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους βάσει της παραγράφου 1, και καθορίζει τον σχετικό μορφότυπο μέσω τυποποιημένων υποδειγμάτων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις ... [12 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Κεφάλαιο 4

Εποπτεία

Άρθρο 15

Ορισμός αρμόδιων αρχών

1.  Η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού διασφαλίζεται από τις ακόλουθες αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις εξουσίες που τους ανατίθενται από τις σχετικές νομικές πράξεις:

α)  για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13 σημείο 10) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)  για διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, η αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 44 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

γ)  για ΟΣΕΚΑ και εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, η αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 97 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

δ)  για ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, η αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ·

ε)  για πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, η αρμόδια αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου.

2.  Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των αναδόχων οντοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, διασφαλίζουν ότι οι ανάδοχοι οντότητες συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 4 έως 14 του παρόντος κανονισμού.

3.  Όταν οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι αρχικοί δανειοδότες και οι ΟΕΣΤ είναι εποπτευόμενοι φορείς σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, την οδηγία 2009/138/ΕΚ, την οδηγία 2003/41/ΕΚ, την οδηγία 2011/61/ΕΕ ή την οδηγία 2009/65/ΕΚ, οι οικείες αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με τις ανωτέρω πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, διασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα άρθρα 4 έως 5 του παρόντος κανονισμού.

4.  Για οντότητες που δεν καλύπτονται από τις ενωσιακές νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τα άρθρα 4 έως 5 του παρόντος κανονισμού. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σχετικά με τον ορισμό αρμόδιων αρχών σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά επιχειρήσεις που πωλούν ανοίγματα στο πλαίσιο προγράμματος ABCP ή άλλης πράξης ή μηχανισμού τιτλοποίησης.

4α.  Η ΕΑΚΑΑ, από κοινού με τις αρμόδιες εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των αγορών κινητών αξιών, εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 6 έως 14.

5.  Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και τηρεί ενημερωμένη στον ιστότοπό της κατάλογο όλων των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 16

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών

1.  Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι η αρμόδια αρχή, που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 έως , διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.  Η αρμόδια αρχή, που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 έως 4α, επανεξετάζει τακτικά τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες, τις ΟΕΣΤ και τους αρχικούς δανειοδότες όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό.

2α.  Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί, μεταξύ άλλων μέσω τακτικών επιτόπιων ελέγχων, τις νέες εκδόσεις, ιδίως τιτλοποιήσεων στις οποίες η αγορά έχει μικρή πείρα, προκειμένου να εντοπίζονται παραβιάσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 ή χαρακτηριστικά για τα οποία δεν υπάρχει άλλη προφανής αιτιολογία πέραν της καταστρατήγησης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

3.  Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν, οι κίνδυνοι που προκύπτουν από πράξεις τιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων φήμης, να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται με κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες τις οποίες εφαρμόζουν οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες, οι ΟΕΣΤ και οι αρχικοί δανειοδότες.

3α.  Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί, όπου έχει εφαρμογή, στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας της στον τομέα της τιτλοποίησης, ποιες συγκεκριμένες επιπτώσεις έχει στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί ως αρχικός δανειοδότης, μεταβιβάζουσα οντότητα, ανάδοχος οντότητα ή επενδυτής η συμμετοχή στην αγορά τιτλοποιήσεων, λαμβάνοντας υπόψη, ανάλογα με την περίπτωση, τις ακόλουθες υποχρεώσεις και με την επιφύλαξη αυστηρότερων τομεακών ρυθμίσεων:

α)  το μέγεθος των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας, προκειμένου να μετριάζεται η φιλοκυκλικότητα της αγοράς τιτλοποιήσεων·

β)  το μέγεθος των αποθεμάτων ρευστότητας για την αντιστάθμιση ενδεχόμενης συγκέντρωσης στήριξης για προγράμματα ABCP από πιστωτικά ιδρύματα·

γ)  τον κίνδυνο ρευστότητας για τους επενδυτές λόγω αναντιστοιχίας ληκτοτήτων μεταξύ της χρηματοδότησης και των επενδύσεών τους.

Στις περιπτώσεις όπου η αρμόδια αρχή διαπιστώνει κίνδυνο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνολικά, ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις της δυνάμει του άρθρου 21, λαμβάνει μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων αυτών, αναφέρει τις διαπιστώσεις της στην ορισθείσα αρμόδια αρχή για τα μέσα μακροπροληπτικής εποπτείας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3β.  Οι αρμόδιες αρχές, από κοινού με την ΕΑΚΑΑ, παρακολουθούν κάθε πιθανή παράκαμψη των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 παράγραφος 1α) του παρόντος κανονισμού, στο πλαίσιο της οποίας τιτλοποιήσεις διαρθρώνονται ή διατίθενται στην αγορά με τρόπο ώστε να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω υποχρεώσεων. Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί και αναφέρεται στην ΕΑΚΑΑ, η δε ΕΑΚΑΑ αξιολογεί τις πληροφορίες που της αναφέρει η αρμόδια αρχή και αναφέρει στην Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κάθε γεγονός που είναι καθοριστικό για την εξέλιξη των πρακτικών της αγοράς εν προκειμένω.

Άρθρο 16α

Μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων

1.  Μέσα στα όρια των αντίστοιχων καθηκόντων τους, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου είναι υπεύθυνο για τη μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ΕΑΤ είναι υπεύθυνη για τη μικροπροληπτική εποπτεία, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τμήματος της αγοράς και κάθε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού·

2.  Σε συνέχεια της δημοσίευσης της διετούς έκθεσής της για την αγορά τιτλοποιήσεων, που αναφέρεται στο άρθρο 29, και προκειμένου να αντανακλώνται οι μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς, να μην αναπτύσσονται «φούσκες» στοιχείων ενεργητικού στα διάφορα τμήματα της αγοράς ή σε κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, και να προλαμβάνεται το κλείσιμο τμημάτων της αγοράς σε περιόδους κρίσης, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ αναπτύσσουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της έκθεσης αυτής και στη συνέχεια αναπτύσσουν ανά διετία αναθεωρημένα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, για τον καθορισμό:

α)  του επιπέδου διατήρησης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 με μέγιστο εύρος από 5% έως 20%, για τις λεπτομερείς διατάξεις περί διατήρησης που παρατίθενται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τμήματος της αγοράς·

β)   του βαθμού στον οποίο έχουν εφαρμογή οι εγγυήσεις στα διασφαλισμένα στοιχεία ενεργητικού·

γ)   του κατά πόσο η μεταβιβάζουσα οντότητα έχει διατηρήσει τα ανοίγματα στον ισολογισμό της για μέρος της αρχικής ληκτότητάς τους, κατά τον καθορισμό του απαιτούμενου ποσοστού διατήρησης·

δ)  του κατά πόσο τα απαιτούμενα ποσοστά διατήρησης πρέπει να φτάσουν στο μέγιστο του 20%, ή των λόγων για τους οποίους πρέπει να προσαρμοστούν προς τα κάτω, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τμημάτων της αγοράς· και

ε)  του κατά πόσο έχουν εφαρμογή οι εγγυήσεις στα διασφαλισμένα στοιχεία ενεργητικού.

Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων αναπτύσσονται έως τις ... [δύο έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] ή, ανάλογα με την περίπτωση, δύο έτη από τότε που αναπτύχθηκαν τα πιο πρόσφατα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Οι προσαρμογές του ποσοστού διατήρησης που περιλαμβάνονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τίθενται σε ισχύ για τις τιτλοποιήσεις που δεν έχουν κοινοποιηθεί στην ΕΚΤ σύμφωνα με τα άρθρα 243 και 244 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατά την έναρξη ισχύος των εν λόγω ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις ... [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.  Σε συνέχεια της δημοσίευσης της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού, το ΕΣΣΚ υποβάλλει στα κράτη μέλη συστάσεις προσδιορίζοντας αν είναι αναγκαία η επανεξέταση μέτρων σε σχέση με τον δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένων της μέγιστης τιμής χρέους προς αξία, χρέους προς εισόδημα ή εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα για τα στοιχεία ενεργητικού που πρόκειται να τιτλοποιηθούν.

4.  Κατά την υποβολή ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξετάζει επίσης αν, σύμφωνα με το άρθρο 270στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, απαιτούνται τροποποιήσεις των ελάχιστων επιπέδων κινδύνου τιτλοποιήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 259, 260, 261, 263 και 264 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και θεσπίζει αντίστοιχα κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, όπου είναι σκόπιμο.

Άρθρο 17

Διοικητικές κυρώσεις και επανορθωτικά μέτρα

1.  Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις βάσει του άρθρου 19 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την καθιέρωση κατάλληλων διοικητικών κυρώσεων και επανορθωτικών μέτρων, που εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης δεν έχει ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του άρθρου 4·

β)  η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ δεν έχουν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του άρθρου 5·

γ)  μια τιτλοποίηση είναι χαρακτηρισμένη ως STS και η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ της τιτλοποίησης αυτής δεν έχουν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως 10 ή των άρθρων 11 έως 13 ▌·

γα)  μια μεταβιβάζουσα οντότητα ή ανάδοχος οντότητα χρησιμοποιεί, κατά παράβαση του άρθρου 6 του παρόντος κανονισμού, τον χαρακτηρισμό «STS» για την τιτλοποίησή της σε στιγμή που η τιτλοποίηση δεν πληροί όλες τις απαιτήσεις που περιλαμβάνονται είτε στα άρθρα 7 έως 10 είτε στα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος κανονισμού·

γβ)  μια μεταβιβάζουσα οντότητα ή ανάδοχος οντότητα προβαίνει σε παραπλανητική κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διοικητικών κυρώσεων και/ή επανορθωτικών μέτρων.

2.  Οι εν λόγω κυρώσεις και μέτρα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστο, τα ακόλουθα:

α)  δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου και τη φύση της παράβασης, σύμφωνα με το άρθρο 22·

β)  εντολή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της·

γ)  προσωρινή απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας ή της ΟΕΣΤ ή κάθε άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου να ασκεί καθήκοντα σε αυτές τις επιχειρήσεις·

δ)  στην περίπτωση της παράβασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, προσωρινή απαγόρευση στη μεταβιβάζουσα οντότητα, την ανάδοχο οντότητα και την ΟΕΣΤ να κοινοποιούν ότι η τιτλοποίηση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως 10 ή των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος κανονισμού·

ε)  στην περίπτωση φυσικού προσώπου, μέγιστα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους τουλάχιστον 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν νόμισμα το ευρώ, αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την ... [η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

στ)  ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, τα μέγιστα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα που αναφέρονται στο στοιχείο ε) ή ύψους έως του 10% του ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου, σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό όργανο· σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών λογαριασμών, σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με τις σχετικές λογιστικές νομοθετικές πράξεις, με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς εγκεκριμένους από το διοικητικό όργανο της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης·

ζ)  ανώτατα διοικητικά πρόστιμα τουλάχιστον στο τριπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, όταν το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και στην περίπτωση που υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που αναφέρονται στα στοιχεία ε) και στ).

ζ α)  ελάχιστα διοικητικά πρόστιμα ίσα τουλάχιστον με το ποσό του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, όταν το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και στην περίπτωση που υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που αναφέρονται στα στοιχεία ε) και στ) της παρούσας παραγράφου.

3.  Σε περίπτωση που οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου εφαρμόζονται σε νομικά πρόσωπα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης την επιβολή από τις αρμόδιες αρχές των διοικητικών κυρώσεων και των επανορθωτικών μέτρων που ορίζονται στην παράγραφο 2 σε μέλη του διοικητικού οργάνου και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο που θεωρείται δυνάμει του εθνικού δικαίου υπαίτιο για την παράβαση.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οιαδήποτε απόφαση επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή επανορθωτικών μέτρων που προβλέπονται από την παράγραφο 2 αιτιολογείται δεόντως και υπόκειται σε δικαίωμα αίτησης αναιρέσεως ενώπιον δικαστηρίου.

Άρθρο 18

Άσκηση της εξουσίας επιβολής διοικητικών κυρώσεων και επανορθωτικών μέτρων

1.  Οι αρμόδιες αρχές ασκούν την εξουσία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων και επανορθωτικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό νομικό πλαίσιο:

α)  άμεσα,

β)  σε συνεργασία με άλλες αρχές,

γ)  υποβάλλοντας αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

2.  Κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων ή επανορθωτικών μέτρων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 17 του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων του κατά πόσον η παράβαση τελέστηκε εκ προθέσεως ή προέκυψε από πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά και, κατά περίπτωση:

α)  της σημαντικότητας, της βαρύτητας και της διάρκειας της παράβασης·

β)  του βαθμού ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση και του αν ζητήθηκε η γνώμη τρίτου μέρους προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για STS·

γ)  της οικονομικής ισχύος του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει ιδίως από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά στοιχεία ενεργητικού του υπαίτιου φυσικού προσώπου·

δ)  του μεγέθους των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν·

ε)  των ζημιών τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

στ)  του βαθμού συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη της ανάγκης να εξασφαλίζεται η παραίτηση από αποκτηθέντα κέρδη ή αποφευχθείσες ζημίες·

ζ)  προηγούμενων παραβάσεων που έχει διαπράξει το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Άρθρο 19

Πρόβλεψη για ποινικές κυρώσεις

1.  Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν να μην θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις ή τα επανορθωτικά μέτρα για τις παραβάσεις που υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις βάσει του εθνικού τους δικαίου.

2.  Σε περίπτωση που κράτη μέλη έχουν επιλέξει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται κατάλληλα μέτρα ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν εξουσιοδοτηθεί να συνεργάζονται με τις δικαστικές, εισαγγελικές αρχές και αρχές ποινικής δικαιοσύνης εντός της αρμοδιότητάς τους προκειμένου να λαμβάνουν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με ποινικές έρευνες ή διαδικασίες κινηθείσες σε σχέση με τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 και να παρέχουν τις ίδιες πληροφορίες σε άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και στην ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ και την EIOPA, στα πλαίσια της τήρησης της υποχρέωσής τους να συνεργάζονται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 20

Υποχρεώσεις κοινοποίησης

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους νόμους, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων σχετικών ποινικών διατάξεων, στην Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ και την EIOPA, το αργότερο [ένα έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, την ΕΑΚΚΑ, την ΕΑΤ και την EIOPA, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 21

Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών

1.  Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού, καθώς και η ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΤ και η EIOPA, συνεργάζονται στενά μεταξύ τους και ανταλλάσσουν πληροφορίες στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, σύμφωνα με το άρθρο 16 ή το άρθρο 19, ιδίως για τον εντοπισμό και την επανόρθωση των παραβάσεων του παρόντος κανονισμού.

1α.  Στο πλαίσιο της μικτής επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών συγκροτείται ειδική επιτροπή τιτλοποιήσεων στην οποία οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά προκειμένου να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τα άρθρα 16 έως 19 του παρόντος κανονισμού.

2.  Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών για την άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων και τη διευκόλυνση της ανάκτησης των χρηματικών προστίμων.

3.  Όταν μια αρμόδια αρχή διαπιστώσει παράβαση του παρόντος κανονισμού ή έχει λόγους να πιστεύει ότι υπήρξε παράβαση, κοινοποιεί με επαρκή λεπτομέρεια τα ευρήματά της στην αρμόδια ▌αρχή της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας, του αρχικού δανειοδότη ή του επενδυτή. Οι οικείες αρμόδιες αρχές συντονίζουν από κοινού την εποπτεία τους προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνεκτικότητα των αποφάσεων, και η αρμόδια αρχή που διαπιστώνει την παράβαση ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ.

4.  Σε περίπτωση που η παράβαση της παραγράφου 3 αφορά, ειδικότερα, εσφαλμένη ή παραπλανητική κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή που διαπιστώνει την εν λόγω παράβαση κοινοποιεί αμελλητί τα ευρήματά της στην ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ και την EIOPA.

5.  Με τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η αρμόδια αρχή λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα αντιμετώπισης της διαπιστωθείσας παράβασης και ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές, και ειδικότερα αυτές της μεταβιβάζουσας οντότητας, της αναδόχου οντότητας και της ΟΕΣΤ, καθώς και τις αρμόδιες αρχές του κατόχου της θέσης τιτλοποίησης, εάν είναι γνωστές. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, το θέμα παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ και εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 19 και, κατά περίπτωση, του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, που διευκρινίζουν τη γενική υποχρέωση συνεργασίας και τις πληροφορίες που πρέπει να ανταλλάσσονται βάσει της παραγράφου 1, καθώς και τις υποχρεώσεις κοινοποίησης, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4.

Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την EIOPA, υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την ... [12 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 22

Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και επανορθωτικών μέτρων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν στον επίσημο ιστότοπό τους, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή επανορθωτικού μέτρου για παράβαση των άρθρων 4, 5 ή του άρθρου 14 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, κατόπιν της γνωστοποίησης απόφασης στο πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση ή το μέτρο.

2.  Η δημοσίευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με το είδος και τον χαρακτήρα της παράβασης, την ταυτότητα των υπαίτιων προσώπων, καθώς και τις επιβληθείσες κυρώσεις ή μέτρα.

3.  Σε περίπτωση που η δημοσιοποίηση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή της ταυτότητας και των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων κρίνεται από την αρμόδια αρχή δυσανάλογη κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης, ή σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια εξελισσόμενη έρευνα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές πράττουν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

α)  αναστέλλουν τη δημοσίευση της απόφασης επιβολής της διοικητικής κύρωσης ή του επανορθωτικού μέτρου έως ότου πάψουν να υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσίευση· ή

β)  δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής της διοικητικής κύρωσης ή του επανορθωτικού μέτρου, παραλείποντας για εύλογη χρονική περίοδο την ταυτότητα και τα προσωπικά δεδομένα του προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε η κύρωση ή το μέτρο, εάν προβλέπεται ότι οι λόγοι για την ανώνυμη δημοσίευση θα παύσουν να υφίστανται εντός της περιόδου αυτής, και υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ανώνυμη δημοσίευση διασφαλίζει αποτελεσματικά την προστασία των οικείων προσωπικών δεδομένων· ή

γ)   δεν δημοσιεύουν καθόλου την απόφαση επιβολής της διοικητικής κύρωσης ή του επανορθωτικού μέτρου, σε περίπτωση που κρίνεται ότι οι επιλογές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί:

i)  ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών·

ii)  η αναλογικότητα της δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών σε σχέση με μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

4.  Σε περίπτωση απόφασης για δημοσίευση κύρωσης ή μέτρου ανώνυμα, η δημοσίευση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση υποβολής αίτησης αναιρέσεως κατά της απόφασης επιβολής διοικητικής κύρωσης ή επανορθωτικού μέτρου ενώπιον των οικείων δικαστικών αρχών, οι αρμόδιες αρχές προσθέτουν επίσης πάραυτα στον επίσημο ιστότοπό τους τα στοιχεία αυτά και τυχόν επακόλουθα στοιχεία σχετικά με την έκβαση της αίτησης αναιρέσεως. Επιπλέον, δημοσιεύεται κάθε δικαστική απόφαση περί ακυρώσεως προηγούμενης απόφασης για επιβολή διοικητικής κύρωσης ή επανορθωτικού μέτρου.

5.  Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι κάθε δημοσίευση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4 παραμένει στον επίσημο ιστότοπό τους τουλάχιστον για διάστημα πέντε ετών από τη δημοσίευση. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνει η δημοσίευση διατηρούνται στον επίσημο ιστότοπο της αρμόδιας αρχής για το διάστημα που είναι αναγκαίο σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

6.  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ και την EIOPA σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις και τα επανορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, τυχόν αιτήσεων για την αναίρεσή τους, καθώς και για την έκβασή τους. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν πληροφορίες και την τελική απόφαση για κάθε επιβαλλόμενη ποινική κύρωση, και τις υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ ή την EIOPA.

7.  Η ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΤ και η EIOPA τηρούν από κοινού κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα επανορθωτικά μέτρα που τους κοινοποιούνται. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προβάσιμη μόνο από αρμόδιες αρχές και ενημερώνεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Κεφάλαιο 4α

Απαιτήσεις για τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων

Άρθρο 22α

Γενικές απαιτήσεις

1.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων:

α)   διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, καθώς και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, που εμποδίζουν κάθε δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών·

β)  διατηρεί και εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις προκειμένου να εντοπίζει και να διαχειρίζεται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του ή κάθε προσώπου που συνδέεται στενά μαζί τους, άμεσα ή έμμεσα·

γ)  εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες, επαρκείς για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωσή του, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του προς όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού· και

δ)  διατηρεί και εφαρμόζει κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση ώστε να διασφαλίζονται η συνέχεια και η εύρυθμη λειτουργία του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων κατά την παροχή των υπηρεσιών του και την άσκηση των δραστηριοτήτων του. Χρησιμοποιεί κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες.

2.  Όταν ένα αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παρέχει επικουρικές υπηρεσίες όπως αναλύσεις, προγνώσεις αγοράς, εκτιμήσεις οικονομικών τάσεων, αναλύσεις τιμών και άλλες γενικές αναλύσεις δεδομένων, καθώς και αντίστοιχες υπηρεσίες διανομής, διατηρεί τις εν λόγω επικουρικές υπηρεσίες χωριστά, από επιχειρησιακή άποψη, από τη λειτουργία του που συνίσταται στην κεντρική συλλογή στοιχείων και τη διατήρηση φακέλων πληροφοριών για τιτλοποιήσεις όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

3.  Τα ανώτατα διοικητικά στελέχη και τα μέλη του συμβουλίου του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη και πείρα ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων.

4.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων επιβάλλει αντικειμενικές, αμερόληπτες κα δημοσιοποιημένες απαιτήσεις σε σχέση με την πρόσβασή του από μεταβιβάζουσες οντότητες, αναδόχους οντότητες και ΟΕΚΤ, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης διαφάνειας που καθορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παρέχει στους παρόχους υπηρεσιών πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στις πληροφορίες που τηρούνται σε αυτό, με την προϋπόθεση ότι οι αντίστοιχοι αντισυμβαλλόμενοι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους. Περιορισμοί στην πρόσβαση επιτρέπονται μόνον στον βαθμό που αποσκοπούν στον έλεγχο του κινδύνου απώλειας των πληροφοριών που περιέχει το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων.

5.  Το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για κάθε υπηρεσία χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την εφαρμογή των εν λόγω μειώσεων. Επιτρέπει στις μεταβιβάζουσες οντότητες, τις αναδόχους οντότητες και τις ΟΕΣΤ να πληρούν τις απαιτήσεις πληροφοριών για τη χωριστή πρόσβαση σε συγκεκριμένες υπηρεσίες. Οι τιμές και τα τέλη που χρεώνονται από το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων αποτελούν συνάρτηση του κόστους.

6.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για να εξασφαλίζει την ποιότητα των δημοσιευόμενων πληροφοριών.

7.  Προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των απαιτήσεων διαφάνειας και ακρίβειας των πληροφοριών, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία καθορίζουν τις λεπτομέρειες των διαδικασιών που εφαρμόζει το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων για την επαλήθευση της πληρότητας και της ακρίβειας των πληροφοριών που υποβάλλουν οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι OEKT σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 22β

Επιχειρησιακή αξιοπιστία

1.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων εντοπίζει τις πηγές του λειτουργικού κινδύνου και τις ελαχιστοποιεί, με την ανάπτυξη κατάλληλων συστημάτων, ελέγχων και διαδικασιών. Τα συστήματα αυτά είναι αξιόπιστα και ασφαλή, και διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα για τον χειρισμό των λαμβανομένων πληροφοριών.

2.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική αδιάλειπτης λειτουργίας και σχέδιο αποκατάστασης λειτουργίας μετά από καταστροφή, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων. Το σχέδιο αυτό προβλέπει τουλάχιστον την καθιέρωση μηχανισμού τήρησης εφεδρικών αντιγράφων.

3.  Αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων του οποίου ανακλήθηκε η καταχώρηση εξασφαλίζει την ομαλή αντικατάστασή του, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς των δεδομένων σε άλλο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων.

Άρθρο 22γ

Διαφύλαξη και καταγραφή

1.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα και την προστασία των πληροφοριών που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1.

2.  Ένα αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων μπορεί να χρησιμοποιεί για εμπορικούς σκοπούς τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, μόνο αν έχει συγκατατεθεί σε τούτο η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή η ΟΕΣΤ.

3.  Κάθε αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων καταγράφει πάραυτα τις πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1 και τις διατηρεί τουλάχιστον επί μία δεκαετία μετά τη λήξη των σχετικών συμβάσεων. Χρησιμοποιεί ταχείες και αποτελεσματικές διαδικασίες τήρησης στοιχείων για την τεκμηρίωση των αλλαγών στις καταγεγραμμένες πληροφορίες.

4.  Ένα αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων επιτρέπει εγκαίρως στη μεταβιβάζουσα οντότητα, την ανάδοχο οντότητα ή την ΟΕΣΤ να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τη συγκεκριμένη σύμβαση και να τις διορθώνουν.

5.  Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για να αποφεύγεται η αθέμιτη χρήση των πληροφοριών που διατηρούν στα συστήματά τους.

Φυσικό πρόσωπο που συνδέεται στενά με αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων ή νομικό πρόσωπο που έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης με αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων δεν χρησιμοποιεί για εμπορική χρήση εμπιστευτικές πληροφορίες καταγεγραμμένες στο συγκεκριμένο αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων.

Άρθρο 22δ

Διαφάνεια και διαθεσιμότητα των δεδομένων

1.  Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων δημοσιεύουν τακτικά και με ευπρόσιτο τρόπο τις πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού στα τυποποιημένα υποδείγματα που του αναφέρονται.

2.  Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων συγκεντρώνουν και διατηρούν δεδομένα και εξασφαλίζουν ότι οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 διαθέτουν απευθείας και άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) του παρόντος κανονισμού προκειμένου να μπορούν να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους.

3.  Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων ανακοινώνουν συγκεντρωτικά στοιχεία σύμφωνα με τυποποιημένο υπόδειγμα που παρέχει η ΕΑΚΑΑ. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες δημοσιεύονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2α του παρόντος κανονισμού.

4.  Τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων θέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση των ακόλουθων οντοτήτων προκειμένου αυτές να έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους:

α)  ΕΑΚΑΑ·

β)  αρμόδια αρχή όπως ορίζεται δυνάμει του άρθρου 15 του παρόντος κανονισμού.

5.  Η ΕΑΚΑΑ ανταλλάσσει με τις άλλες σχετικές αρχές της Ένωσης τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

6.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την EIOPA, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένων τυποποιημένων υποδειγμάτων, για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχουν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα και η ΟΕΣΤ, προκειμένου να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχεία α) έως δ) του παρόντος κανονισμού, καθώς και του μορφοτύπου στο οποίο πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες αυτές.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 22ε

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου

2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 5θ παράγραφος 7, στο άρθρο 5ιστ παράγραφος 3 και στο άρθρο 22στ παράγραφος 1 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστη διάρκεια από … [έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3.  Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 5θ παράγραφος 7, στο άρθρο 5ιστ παράγραφος 3 και στο άρθρο 22στ παράγραφος 1 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης θέτει τέρμα στην εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται στις διατάξεις της. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.  Πριν από την έγκριση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση, η Επιτροπή συμβουλεύεται την ΕΑΚΑΑ.

5.  Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 5θ παράγραφος 7, του άρθρου 5ιστ παράγραφος 3 και του άρθρου 22στ παράγραφος 1 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Kεφάλαιο 4β (νέο)

Καθεστώς τρίτης χώρας

Άρθρο 22στ

Ισοδυναμία και αναγνώριση ρυθμιστικού πλαισίου

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22ε όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον χαρακτηρισμό των νομικών, εποπτικών και εφαρμοστικών διατάξεων τρίτης χώρας ως:

α)  ισοδύναμων προς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 7 έως 10 για τιτλοποιήσεις εκτός ABCP και στα άρθρα 11 έως 13 για τιτλοποιήσεις ABCP, και προς τις εποπτικές εξουσίες και κυρώσεις που καθορίζονται στο κεφάλαιο 4· και

β)  εφαρμοζόμενων και επιβαλλόμενων αποτελεσματικά και με δίκαιο και μη στρεβλωτικό τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή των κανόνων στην εν λόγω τρίτη χώρα.

2.  Αν η Επιτροπή έχει εκδώσει κατ’·εξουσιοδότηση πράξη όσον αφορά ισοδυναμία για τρίτη χώρα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μια τιτλοποίηση θεωρείται ότι πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 7 έως 10 για τιτλοποιήσεις εκτός ABCP και στα άρθρα 11 έως 13 για τιτλοποιήσεις ABCP, αν η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή η ΟΕΣΤ της συγκεκριμένης τιτλοποίησης είναι εγκατεστημένη στην εν λόγω τρίτη χώρα και η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχος οντότητα ή η ΟΕΣΤ, κατά περίπτωση, έχει συμμορφωθεί προς τις σχετικές υποχρεώσεις της εν λόγω τρίτης χώρας σε σχέση με τη συγκεκριμένη τιτλοποίηση.

3.  Η Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, παρακολουθεί την ουσιαστική υλοποίηση των απαιτήσεων που είναι ισοδύναμες με εκείνες που καθορίζονται στα άρθρα 6 έως 14, από τις τρίτες χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση πράξη περί ισοδυναμίας, και υποβάλλει τακτικά τις διαπιστώσεις της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Σε περίπτωση που η έκθεση αποκαλύπτει ανεπαρκή ή ασυνεπή εφαρμογή των απαιτήσεων περί ισοδυναμίας από αρχές τρίτης χώρας, η Επιτροπή εξετάζει, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της έκθεσης, το ενδεχόμενο να πάψει να αναγνωρίζει ως ισοδύναμο το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Άρθρο 23

Τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ

Το άρθρο 50α της οδηγίας 2009/65/ΕΚ διαγράφεται.

Άρθρο 24

Τροποποίηση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ

Η οδηγία 2009/138/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

(1)  Στο άρθρο 135, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 301α, για τον προσδιορισμό των περιστάσεων κατά τις οποίες δύναται να επιβληθεί αναλογική πρόσθετη κεφαλαιακή επιβάρυνση σε περίπτωση παράβασης των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 3 και 4 του παρόντος κανονισμού [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων], με την επιφύλαξη του άρθρου 101 παράγραφος 3.

3. Για να εξασφαλιστεί συνεπής εναρμόνιση σε σχέση με την παράγραφο 2, η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει, με την επιφύλαξη του άρθρου 301β, σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των μεθόδων υπολογισμού της αναλογικής πρόσθετης κεφαλαιακής επιβάρυνσης που αναφέρεται σε αυτήν.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.»

(2)  Το άρθρο 308β παράγραφος 11 διαγράφεται.

Άρθρο 25

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2009/1060

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2009/1060 τροποποιείται ως εξής:

(1)  Στις αιτιολογικές σκέψεις 22 και 41, στο άρθρο 8γ και στο παράρτημα ΙΙ σημείο 1, ο όρος «διαρθρωμένο χρηματοπιστωτικό μέσο» αντικαθίσταται από τον όρο «μέσο τιτλοποίησης».

(2)  Στις αιτιολογικές σκέψεις 34 και 40, στο άρθρο 8 παράγραφος 4, στο άρθρο 8γ, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στο άρθρο 39 παράγραφος 4, καθώς επίσης στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 2 παράγραφος 5, στο παράρτημα Ι τμήμα Β σημείο 5, στο παράρτημα ΙΙ (τίτλος και σημείο 2), στο παράρτημα ΙΙΙ μέρος Ι σημεία 8, 24 και 45 και στο παράρτημα ΙΙΙ μέρος ΙΙΙ σημείο 8, ο όρος «διαρθρωμένα χρηματοπιστωτικά μέσα» αντικαθίσταται από τον όρο «μέσα τιτλοποίησης».

(3)  στο άρθρο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επίσης τις υποχρεώσεις για τους εκδότες και σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση σχετικά με τα μέσα τιτλοποίησης».

(4)  στο άρθρο 3, το στοιχείο ιβ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιβ) ως “μέσο τιτλοποίησης” νοείται χρηματοπιστωτικό μέσο ή άλλα στοιχεία ενεργητικού που προκύπτουν από συναλλαγή ή πρόγραμμα τιτλοποίησης, κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού [του παρόντος κανονισμού],».

(5)  Το άρθρο 8β διαγράφεται.»

Άρθρο 26

Τροποποίηση της οδηγίας 2011/61/ΕΕ

Το άρθρο 17 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ διαγράφεται.

Άρθρο 27

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται ως εξής:

(1)  στο άρθρο 2, προστίθενται οι παράγραφοι 30 και 31:

«30) ως “καλυμμένο ομόλογο” νοείται το ομόλογο που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·»

(31) ως “οντότητα καλυμμένου ομολόγου” νοείται ο εκδότης του καλυμμένου ομολόγου ή τα συνολικά στοιχεία κάλυψης ενός καλυμμένου ομολόγου.»

(2)  στο άρθρο 4, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται από οντότητες καλυμμένων ομολόγων σε σχέση με ένα καλυμμένο ομόλογο ή από μια Οντότητα Ειδικού Σκοπού για Τιτλοποίηση σε σχέση με μια τιτλοποίηση, κατά την έννοια του κανονισμού [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων], υπό την προϋπόθεση ότι:

α) στην περίπτωση των Οντοτήτων Ειδικού Σκοπού για Τιτλοποίηση, η Οντότητα Ειδικού Σκοπού για Τιτλοποίηση εκδίδει αποκλειστικά τιτλοποιήσεις που πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως 10 ή των άρθρων 11 έως 13 και του άρθρου 6 του κανονισμού [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων]·

β) η σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αντιστάθμιση επιτοκίου ή αναντιστοιχίας νομίσματος στα πλαίσια του καλυμμένου ομολόγου ή της τιτλοποίησης· και

γ) οι ρυθμίσεις στα πλαίσια του καλυμμένου ομολόγου ή της τιτλοποίησης μειώνουν επαρκώς τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου όσον αφορά συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται από την οντότητα καλυμμένου ομολόγου ή από μια Οντότητα Ειδικού Σκοπού για Τιτλοποίηση σε σχέση με το καλυμμένο ομόλογο ή την τιτλοποίηση.

6. Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποτροπής του ρυθμιστικού αρμπιτράζ, οι ΕΕΑ καταρτίζουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν κριτήρια για τον καθορισμό των ρυθμίσεων, στα πλαίσια καλυμμένων ομολόγων ή τιτλοποιήσεων, που μειώνουν επαρκώς τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, κατά την έννοια της παραγράφου 5.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(3)  στο άρθρο 11, η παράγραφος 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"15. Για την εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, οι ΕΕΑ καταρτίζουν κοινά σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό:

α) των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, περιλαμβανομένων των επιπέδων και του είδους της πρόσθετης ασφάλειας, καθώς και των ρυθμίσεων διαχωρισμού που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την παράγραφο 3·

β) των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούν οι αντισυμβαλλόμενοι και οι οικείες αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή εξαιρέσεων βάσει των παραγράφων 6 έως 10·

γ) των κριτήρια που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των παραγράφων 5 έως 10, με ειδική αναφορά στο τι θα πρέπει να θεωρείται πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Για τον καθορισμό του επιπέδου και του τύπου της εγγύησης που απαιτείται σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων συναπτόμενες από οντότητες καλυμμένων ομολόγων σε σχέση με ένα καλυμμένο ομόλογο, ή από μια Οντότητα Ειδικού Σκοπού για Τιτλοποίηση σε σχέση με μια τιτλοποίηση κατά την έννοια του [ο παρών κανονισμός] η οποία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού και τις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως 10 ή των άρθρων 11 έως 13 και του άρθρου 6 του κανονισμού [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων] λαμβάνονται υπόψη τυχόν εμπόδια που αντιμετωπίζονται κατά την ανταλλαγή εξασφαλίσεων σε σχέση με υφιστάμενες συμφωνίες εγγυοδοσίας στα πλαίσια του καλυμμένου ομολόγου ή της τιτλοποίησης. Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανάλογα με τη νομική φύση του αντισυμβαλλομένου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αντίστοιχα.

Άρθρο 28

Μεταβατικές διατάξεις

1.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε τιτλοποιήσεις των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εκδοθεί κατά ή μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6.

2.  Όσον αφορά θέσεις τιτλοποίησης που εκκρεμούν κατά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ μπορούν να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «STS» ή χαρακτηρισμό που παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα στους εν λόγω όρους, μόνο αν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 6 του παρόντος κανονισμού.

3.  Όσον αφορά τιτλοποιήσεις εκδοθείσες κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2011 αλλά πριν από … . [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], και όσον αφορά τιτλοποιήσεις που εκδόθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή, αν έχουν προστεθεί νέα υποκείμενα ανοίγματα ή αν έχουν αντικατασταθεί ανοίγματα μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014, οι απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/35 της Επιτροπής και στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 231/2013 της Επιτροπής εξακολουθούν να ισχύουν ως είχαν κατά την ... [παραμονή της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

4.  Για τις θέσεις τιτλοποίησης που ήταν ανοιχτές κατά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], τα πιστωτικά ιδρύματα ή οι επιχειρήσεις επενδύσεων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1) και 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2013/575, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ εξακολουθούν να υπόκεινται, αντίστοιχα, στο άρθρο 405 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα κεφάλαια 1, 2 και 3 και στο άρθρο 22 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 625/2014 της Επιτροπής, στα άρθρα 254 και 255 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ 2015/35 της Επιτροπής, και στο άρθρο 51 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 231/2013 της Επιτροπής, ως είχαν κατά την [προηγουμένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

5.  Έως ότου τεθούν σε εφαρμογή τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που θα εγκριθούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού, οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες ή ο αρχικός δανειοδότης εφαρμόζουν, για τους σκοπούς των υποχρεώσεων που ορίζονται στο άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού, τις διατάξεις των κεφαλαίων 1, 2 και 3 και του κεφαλαίου 22 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 625/2014 της Επιτροπής για τιτλοποιήσεις εκδοθείσες κατά ή μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

6.  Έως ότου τεθούν σε εφαρμογή τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που θα εγκριθούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, οι μεταβιβάζουσες οντότητες, οι ανάδοχοι οντότητες και οι ΟΕΣΤ δημοσιοποιούν, για τους σκοπούς των υποχρεώσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του παρόντος κανονισμού, τις πληροφορίες που αναφέρονται στα παραρτήματα Ι έως VIII του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού αριθ. 2015/3 της Επιτροπής, στον ιστότοπο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2.

Άρθρο 29

Εκθέσεις

1.  Έως την ... [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και στην συνέχεια ανά τριετία, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑT και την EIOPA, δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των απαιτήσεων STS όπως ορίζονται στα άρθρα 6 έως 14 του παρόντος κανονισμού.

2.  Έως την ... [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με τις ΕΕΑ και το ΕΣΣΚ, δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα του παρόντος κανονισμού στην αγορά τιτλοποιήσεων στην Ένωση. Στην εν λόγω έκθεση αξιολογούνται ειδικότερα τα εξής:

α)  τα αποτελέσματα της καθιέρωσης του χαρακτηρισμού τιτλοποιήσεων STS, μεταξύ άλλων όσον αφορά την πραγματική οικονομία και ιδίως την πρόσβαση των ΜΜΕ σε πίστωση·

β)  τη λειτουργία της εν λόγω αγοράς·

γ)  τα αποτελέσματα στη διασύνδεση μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

2α.  Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την EIOPA, δημοσιεύει έκθεση τουλάχιστον ανά διετία, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τη συμμόρφωση των συμμετεχόντων στην αγορά προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις διατήρησης κινδύνου και τις λεπτομέρειες της διατήρησης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2).

3.  Έως την ... [τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την EIOPA, δημοσιεύει έκθεση για τη λειτουργία των απαιτήσεων διαφάνειας του άρθρου 5 του παρόντος κανονισμού και για τον βαθμό διαφάνειας της αγοράς τιτλοποιήσεων στην Ένωση.

3α.  Έως την ... [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την EIOPA, δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα ενός ρυθμιστικού πλαισίου συμπληρωματικού προς το νέο πλαίσιο για τις τιτλοποιήσεις που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό, το οποίο θα θεσπίζει ένα σύστημα περιορισμένων αδειοδοτημένων τραπεζών που θα επιτελούν τα καθήκοντα των ΟΕΣΚ και θα έχουν αποκλειστικό δικαίωμα να αγοράζουν ανοίγματα από μεταβιβάζουσες οντότητες και να πωλούν σε επενδυτές απαιτήσεις εξασφαλισμένες με τα αγορασθέντα ανοίγματα. Η έκθεση εξετάζει λεπτομερώς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, από πλευράς δημόσιας τάξης και πραγματικής οικονομίας, της ύπαρξης σαφώς καθορισμένων οντοτήτων, υπαγόμενων σε ειδικό καθεστώς εποπτείας και αφερεγγυότητας που καλύπτει τις βασικές δραστηριότητες διαμεσολάβησης μεταξύ μεταβιβαζουσών οντοτήτων και επενδυτών, σε σύγκριση με την τρέχουσα εξαιρετικά ανομοιογενή κατάσταση.

3β.  Έως την ... [ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την EIOPA, δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τη θέσπιση ενός πλαισίου για την απλή, διαφανή και τυποποιημένη συνθετική τιτλοποίηση, που θα περιορίζεται στην τιτλοποίηση εντός ισολογισμού και θα περιλαμβάνει προτάσεις για κατάλληλες κεφαλαιακές απαιτήσεις για την εν λόγω τιτλοποίηση.

3γ.  Έως την ... [18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή, με βάση την έκθεση της ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 3β, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη θέσπιση ενός πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη συνθετική τιτλοποίηση, το οποίο θα περιορίζεται στην τιτλοποίηση εντός ισολογισμού και θα περιλαμβάνει προτάσεις για κατάλληλες κεφαλαιακές απαιτήσεις για την εν λόγω τιτλοποίηση, μαζί με νομοθετικές προτάσεις, αν είναι σκόπιμο.

Άρθρο 30

Αναθεώρηση

Έως την ... [τρία έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού, συνοδευόμενη, αν είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.

Η εν λόγω έκθεση εξετάζει ειδικότερα τα συμπεράσματα των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 έως 3α.

Άρθρο 31

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

[Τόπος],

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος  Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5ι

I. Παραβάσεις που αφορούν οργανωτικές απαιτήσεις ή συγκρούσεις συμφερόντων:

α)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 1, όταν δεν διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης με να περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, που εμποδίζουν τη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών·

β)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 2, όταν δεν τηρεί ή δεν εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις, προκειμένου να εντοπίζει και να διαχειρίζεται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των διοικητικών στελεχών του, των υπαλλήλων του, και κάθε προσώπου που συνδέεται στενά μαζί τους, άμεσα ή έμμεσα·

γ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 3, όταν δεν καθιερώνει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό στο σύνολό του, μεταξύ άλλων από τα διευθυντικά στελέχη και τους υπαλλήλους του·

δ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 4 όταν δεν τηρεί ή δεν εφαρμόζει κατάλληλη οργανωτική δομή ώστε να διασφαλίζονται η συνέχεια και η εύρυθμη λειτουργία του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων κατά την παροχή των υπηρεσιών του και την άσκηση των δραστηριοτήτων του·

ε)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 5, όταν δεν διαχωρίζει λειτουργικά τις επικουρικές υπηρεσίες του από το καθήκον του για κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων παραγώγων·

στ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 6, όταν δεν μεριμνά ώστε τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη του και τα μέλη του συμβουλίου να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας για να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων·

ζ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 7 όταν δεν επιβάλλει αντικειμενικές, αμερόληπτες και δημοσιοποιημένες απαιτήσεις σε σχέση με την πρόσβαση από παρόχους υπηρεσιών και από μεταβιβάζουσες οντότητες, αναδόχους οντότητες και ΟΕΣΤ, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης υποβολή εκθέσεων που καθορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού·

η)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22α παράγραφος 8, όταν δεν δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όταν δεν επιτρέπει στις κοινοποιούσες οντότητες χωριστή πρόσβαση στις διάφορες υπηρεσίες, ή όταν χρεώνει τιμές και τέλη που δεν σχετίζονται με το κόστος.

II  Παραβάσεις που αφορούν επιχειρησιακές απαιτήσεις:

α)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22β παράγραφος 1, όταν δεν εντοπίζει πηγές επιχειρησιακού κινδύνου ή όταν δεν ελαχιστοποιεί τους κινδύνους αυτούς με την ανάπτυξη κατάλληλων συστημάτων, ελέγχων και διαδικασιών·

β)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22β παράγραφος 2, όταν δεν διαμορφώνει, εφαρμόζει ή διατηρεί κατάλληλη πολιτική αδιάλειπτης επιχειρησιακής λειτουργίας και σχέδιο αποκατάστασης λειτουργίας μετά από καταστροφή, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων·

γ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22γ παράγραφος 1, όταν δεν εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα ή την προστασία των πληροφοριών που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού·

δ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22γ παράγραφος2, όταν χρησιμοποιεί τα δεδομένα που λαμβάνει δυνάμει του παρόντος κανονισμού για εμπορικούς σκοπούς χωρίς οι αντίστοιχοι αντισυμβαλλόμενοι να έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους·

ε)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22γ παράγραφος3, όταν δεν καταγράφει πάραυτα τις πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει δυνάμει του άρθρου 5, ή όταν δεν τις διατηρεί τουλάχιστον επί δεκαετία από τη λήξη των σχετικών συμβάσεων, ή όταν δεν χρησιμοποιεί ταχείες και αποδοτικές διαδικασίες τήρησης στοιχείων για την τεκμηρίωση των αλλαγών στις καταγεγραμμένες πληροφορίες·

στ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22γ παράγραφος 5, όταν δεν επιτρέπει στα μέρη μιας σύμβασης να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση αυτή και να τις διορθώνουν·

η)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 22γ παράγραφος 6, όταν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να αποφεύγεται η αθέμιτη χρήση των πληροφοριών που διατηρεί στα συστήματά του.

III  Παραβάσεις που αφορούν τη διαφάνεια και τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών:

α)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 5δ παράγραφος 1, όταν δεν δημοσιεύει τακτικά και με ευπρόσιτο τρόπο συγκεντρωτικά στοιχεία με βάση τις πληροφορίες που του διαβιβάζονται·

β)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 5δ παράγραφος 2, όταν δεν παρέχει στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 5δ παράγραφος 3 απευθείας και άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 ώστε να μπορούν να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους.

IV  Παραβάσεις που αφορούν εμπόδια στις εποπτικές δραστηριότητες:

α)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παραβαίνει το άρθρο 5στ παράγραφος 1, όταν παρέχει ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες αποκρινόμενο σε απλή αίτηση πληροφοριών από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 5στ παράγραφος 2 ή αποκρινόμενο σε απόφαση της ΕΑΚΑΑ με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 5στ παράγραφος 3·

β)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων παρέχει ανακριβείς ή παραπλανητικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 5ζ παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

γ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων δεν συμμορφώνεται εγκαίρως προς εποπτικό μέτρο που έχει εγκρίνει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 5ιζ.

δ)  αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων δεν κοινοποιεί εγκαίρως στην ΕΑΚΑΑ ουσιαστικές αλλαγές στους όρους της αρχικής του καταχώρησης·

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Κατάλογος των συντελεστών που συνδέονται με επιβαρυντικούς και με ελαφρυντικούς παράγοντες για την εφαρμογή του άρθρου 22ι παράγραφος 3

Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται, σωρευτικά, στα βασικά ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 5ι παράγραφος 2:

I.  Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες:

α)  αν η παράβαση διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, για κάθε επανάληψή της, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1·

β)  αν η παράβαση διαπραχθεί για διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

γ)  αν η παράβαση αποκαλύψει συστημικές αδυναμίες στην οργάνωση του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων, ιδίως στις διαδικασίες, τα συστήματα διαχείρισης ή τους εσωτερικούς ελέγχους του, εφαρμόζεται συντελεστής 2,2·

δ)  αν η παράβαση έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των τηρούμενων δεδομένων, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

ε)  αν η παράβαση διαπραχθεί από πρόθεση, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

στ)  αν δεν ληφθούν επανορθωτικά μέτρα μετά τη διαπίστωση της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

ζ)  αν τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων δεν συνεργαστούν με την ΕΑΚΑΑ στη διεξαγωγή των ερευνών της, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5.

II  Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες:

α)  αν η παράβαση διαπραχθεί για διάστημα μικρότερο των 24 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

β)  αν τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη του αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων μπορούν να αποδείξουν ότι έλαβαν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την αποφυγή της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

γ)  αν το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων ενημερώσει την ΕΑΚΑΑ για την παράβαση γρήγορα, αποτελεσματικότητα και πλήρως, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

δ)  αν το αρχείο καταγραφής τιτλοποιήσεων λάβει εθελοντικά μέτρα για να εξασφαλίσει ότι δεν θα μπορεί να διαπραχθεί στο μέλλον παρόμοια παράβαση, εφαρμόζεται συντελεστής προσαρμογής 0,6.

(1)

ΕΕ C 82 της 3.3.2016, σ. 1.

(2)

ΕΕ C 219 της 17.6.2016, σ. 2.

(3)

* Τροπολογίες: το νέο ή το τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες· οι διαγραφές σημειώνονται με το σύμβολο ▌.

(4)

  ΕΕ C 82 της 3.3.2016, σ. 1.

(5)

  ΕΕ C 219 της 17.6.2016, σ. 2

(6)

  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1). 1).

(7)

  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2015/35 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 12 της 17.1.2015, σ. 1).

(8)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013 , για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L287 της 29.10.2013, σ. 63). 263).

(9)

  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L302 της 17.11.2009, σ. 32).

(10)

  Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L35 της 11.2.2003, σ. 1).

(11)

  Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64).

(12)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Η ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΘΕΣΑΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση υπό την αποκλειστική ευθύνη του εισηγητή. Στον εισηγητή κατατέθηκαν απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες ή τα ακόλουθα πρόσωπα κατά την προετοιμασία της έκθεσης:

Κατά την πρώτη σύσκεψη ενδιαφερομένων στις 25 Ιανουαρίου 2016:

Οντότητα και/ή πρόσωπο

AFME, Richard Hopkin

AIMA, Jane Moran

APG, Johan Banard

Bank of America Merill Lynch, Alexander Batchvarov

Blackrock, Carey Evans

Deutsche Bank, Stephanie Schneider

European Association of Public Banks, Thorsten Guthke

European Banking Federation, Enrique Velazquez

Financing and Leasing Association, Edward Simpson

French Banking Federation, Antoine Garnier

HSBC, Constance Usherwood

ING, Johanneke Weitjens

Intesa Sanpaolo, Francesca Passamonti

Lease Europe, Ingrid Vermeersch

Nederlandse Vereniging van Banken, Martijn Vliegenthart

NN Investment Partners, Emanuel van Praag

PGGM, Michel De Jonge

Prime Collateralised Securities, Ian Bell

Κατά τη δεύτερη σύσκεψη ενδιαφερομένων στις 21 Ιουνίου 2016:

Οντότητα και/ή πρόσωπο

AFME, Richard Hopkin

AIMA, Jane Moran

AmCham, Cameron Morrisy

APG, Johan Banard

Association of British Insurers, Julie Shah

Association of Danish Mortgage Banks, Jens Valdemar Krenchel

Association of German Banks, Kolja Gabriel

Autorité des Marchés Financiers, Veronique Cerneau

AXA Group, Emmanuelle Nasse-Bridier

Bank of America Merill Lynch, Alexander Batchvarov

Banking & Payments Federation Ireland, Niamh O'Donnellan

Blackrock, Carey Evans

BMW, Maurus Unsoeld

British Banking Association, Ashley Dorrington

CreditUtility, Casey Campbell & Tamar Joulia-Paris

CREFC Europe, Peter Cosmetatos

Dutch Securitisation Association, Rob Koning

EuroABS, Ben Bates

European Association of Public Banks, Thorsten Guthke

European Banking Federation, Enrique Velazquez

European Financial Services Round Table, Rémi Haumonté

European Fund and Asset Management Association, Vincent Dessard

European Investment Fund, George Passaris

Finance Watch, Frederic Hache

Financing and Leasing Association, Edward Simpson

Fleishman Hillard, Chiara Sandon

Ford Credit Europe, Eugene Scales

French Asset Management Association, Maria Goncalves

French Banking Federation, Antoine Garnier

HSBC, Constance Usherwood

ING, Johanneke Weitjens

Insurance Europe, Alois Thiant

International Capital Market Association, Patrik Karlsson

Italian banking association, Emanuela Farris

KfW Bankengruppe, Helmut von Glasenapp

Lease Europe, Ingrid Vermeersch

Loan Market Association, Nicholas Voisey

McGraw Hill Financial, David Henry Doyle

Moody’s Investors Service, Winifred Alexander-Tate

NN Investment Partners, Emanuel van Praag

PGGM, Michel De Jonge

Prime Collateralised Securities, Ian Bell

Prudential M&G, Branimira Radoslavova

Société Générale, Hugues Saillard

Standard Life Investment, Anne Schneider

The Investment Association, Pamela Gachara

TwentyFour Asset Management, Rob Ford

Verband der Automobilindustrie, Ralf Diemer

Webers Handwick, Katie LaZelle

Άλλα πρόσωπα, που δεν ήταν παρόντα σε μία από τις δύο συσκέψεις ενδιαφερομένων:

Οντότητα και/ή πρόσωπο

Bundesverband der Deutschen Industrie e.V., Reinhard Kudiß

CEPS, Karel Lannoo

CFA Institute, Josina Kamerling

De Argumentenfabriek, Robin Fransman

Deutsche Bank, Stephanie Schneider

Deutscher Industrie- und Handelskammertag e.V., Susanne Lechner

Deutsches Aktieninstitut e.V., Norbert Kuhn

EURONEXT, Daphne van der Stam

European Central Bank, Vítor Constâncio

European Court of Auditors, Baudilio Tomé Muguruza

European Investment Bank, Susanne Fuhrmann

ESMA, Steven Maijoor

FESSUD, Marie Lepretre

Financial Conduct Authority, Nicholas Herbert-Young

French Association of Specialised Finance Companies, Louis-Marie Durand

Intesa Sanpaolo, Francesca Passamonti

Investment Association, Pamela Gachara

Nederlandse Vereniging van Banken, Martijn Vliegenthart

Rabobank, Bas Brouwers

Santander, Andrew Scourse

Scope Ratings AG, Torsten Hinrichs

U.S. Treasury Representative, Lawrence Norton

University of Amsterdam, Ewald Engelen

University of the West of England, Daniela Gabor

VNO-NCW, Winand Quaedvlieg


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Θέσπιση κοινών κανόνων για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις

Έγγραφα αναφοράς

COM(2015)0472 – C8-0288/2015 – 2015/0226(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

30.9.2015

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

14.10.2015

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ITRE

14.10.2015

IMCO

14.10.2015

JURI

14.10.2015

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

  Ημερομηνία της απόφασης

ITRE

13.10.2015

IMCO

10.11.2015

JURI

13.10.2015

 

Εισηγητές

  Ημερομηνία ορισμού

Paul Tang

26.11.2015

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

24.5.2016

13.6.2016

21.6.2016

11.10.2016

Ημερομηνία έγκρισης

8.12.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

44

3

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, Udo Bullmann, Esther de Lange, Anneliese Dodds, Markus Ferber, Jonás Fernández, Neena Gill, Sylvie Goulard, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Petr Ježek, Othmar Karas, Alain Lamassoure, Philippe Lamberts, Werner Langen, Ivana Maletić, Fulvio Martusciello, Costas Mavrides, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Dimitrios Papadimoulis, Sirpa Pietikäinen, Dariusz Rosati, Pirkko Ruohonen-Lerner, Alfred Sant, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Paul Tang, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Jakob von Weizsäcker

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

David Coburn, Fabio De Masi, Ildikó Gáll-Pelcz, Eva Joly, Siegfried Mureşan, Joachim Starbatty, Tibor Szanyi

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Salvatore Cicu, Jan Huitema, Seán Kelly, Mairead McGuinness, Jens Nilsson

Ημερομηνία κατάθεσης

19.12.2016

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου