Διαδικασία : 2015/0225(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0388/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0388/2016

Συζήτηση :

PV 25/10/2017 - 14
CRE 25/10/2017 - 14

Ψηφοφορία :

PV 26/10/2017 - 10.4

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0416

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1322kWORD 251k
19.12.2016
PE 583.904v02-00 A8-0388/2016

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

(COM(2015)0473 – C8-0289/2015 – 2015/0225(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Pablo Zalba Bidegain

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

(COM(2015)0473 – C8-0289/2015 – 2015/0225(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2015)0473),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0289/2015),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας​ της 11ης Μαρτίου 2016(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 20ής Ιανουαρίου 2016(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0388/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(3)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οι τιτλοποιήσεις αποτελούν σημαντικό συστατικό στοιχείο της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς συμβάλλουν στη διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης των ιδρυμάτων και στην απελευθέρωση εποπτικών κεφαλαίων, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να ανακατανεμηθούν για την περαιτέρω στήριξη του δανεισμού, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τα εν λόγω κεφάλαια προορίζονται για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και όχι για κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Επιπλέον, οι τιτλοποιήσεις παρέχουν στα ιδρύματα και σε άλλους συμμετέχοντες στην αγορά πρόσθετες επενδυτικές ευκαιρίες, επιτρέποντας έτσι τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου και τη διευκόλυνση της ροής της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες, τόσο εντός των κρατών μελών όσο και σε διασυνοριακή βάση στο σύνολο της Ένωσης. Τα οφέλη αυτά θα πρέπει, ωστόσο, να σταθμίζονται έναντι του δυνητικού κόστους τους και των πιθανών κινδύνων. Όπως διαφάνηκε και κατά την πρώτη φάση της οικονομικής κρίσης που άρχισε το καλοκαίρι του 2007, οι επισφαλείς πρακτικές στις αγορές τιτλοποιήσεων οδήγησαν σε σημαντικές απειλές για την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ειδικότερα λόγω της υπερβολικής μόχλευσης, των αδιαφανών και πολύπλοκων δομών που δημιούργησαν προβλήματα στις τιμολογήσεις, της μηχανιστικής εξάρτησης από εξωτερικές διαβαθμίσεις ή της ασυμμετρίας μεταξύ των συμφερόντων των επενδυτών και των μεταβιβαζόντων ιδρυμάτων («κίνδυνοι διαμεσολάβησης»).

(2)  Τα τελευταία έτη, ο όγκος των εκδοθέντων τίτλων στην ΕΕ παρέμεινε κάτω από το υψηλότερο σημείο του προ της κρίσης, για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και ο στιγματισμός που γενικά συνοδεύει τις συναλλαγές αυτές. Η ανάκαμψη των αγορών τιτλοποιήσεων θα πρέπει να βασίζεται σε ορθές και συνετές πρακτικές της αγοράς, ώστε να αποτραπεί τυχόν επανεμφάνιση του συνδυασμού των συνθηκών που προκάλεσαν τη χρηματοπιστωτική κρίση. Για τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων] καθορίζει τα ουσιαστικά στοιχεία ενός γενικού πλαισίου τιτλοποιήσεων, με κριτήρια ad hoc για τον εντοπισμό απλών, διαφανών και τυποποιημένων τιτλοποιήσεων (simple, transparent and standardised – «STS») και ενός συστήματος εποπτείας για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής των κριτηρίων αυτών από τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα, τα ανάδοχα ιδρύματα, τους εκδότες και τους θεσμικούς επενδυτές. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων] προβλέπει ένα σύνολο κοινών απαιτήσεων σχετικά με τη διατήρηση των κινδύνων, τη δέουσα επιμέλεια και τις γνωστοποιήσεις για όλους τους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

(3)  Σύμφωνα με τους στόχους του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων], οι κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα, τα ανάδοχα ιδρύματα ή τα ιδρύματα που επενδύουν σε τιτλοποιήσεις θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν επαρκώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τιτλοποιήσεων STS, εφόσον οι εν λόγω τιτλοποιήσεις πληρούν επίσης τις επιπρόσθετες απαιτήσεις που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, και να καλύπτουν τις ελλείψεις του πλαισίου που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, δηλαδή τη μηχανιστική του εξάρτηση από εξωτερικές διαβαθμίσεις, τους υπερβολικά χαμηλούς συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τμήματα τιτλοποίησης με υψηλή διαβάθμιση και, αντιστρόφως, τους υπερβολικά υψηλούς συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τμήματα τιτλοποίησης με χαμηλή διαβάθμιση, καθώς και την ανεπαρκή ευαισθησία ως προς τον κίνδυνο. Στις 11 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία («BCBS») δημοσίευσε το έγγραφο με τίτλο «Αναθεωρήσεις στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων» [Revisions to the securitisation framework] («αναθεωρημένο πλαίσιο της Βασιλείας»), όπου προβλέπονταν διάφορες αλλαγές στα πρότυπα εποπτικών κεφαλαίων για τις τιτλοποιήσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένα οι ελλείψεις αυτές. Στις 11 Ιουλίου 2016, η BCBS δημοσίευσε ένα επικαιροποιημένο πρότυπο για την κανονιστική κεφαλαιακή αντιμετώπιση των ανοιγμάτων τιτλοποίησης, το οποίο περιλαμβάνει την κανονιστική κεφαλαιακή αντιμετώπιση για «απλές, διαφανείς και συγκρίσιμες» τιτλοποιήσεις. Το εν λόγω πρότυπο τροποποιεί τα κεφαλαιακά πρότυπα που δημοσίευσε η Επιτροπή της Βασιλείας το 2014 για τις τιτλοποιήσεις. Οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του αναθεωρημένου πλαισίου της Βασιλείας.

(4)  Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για θέσεις σε τιτλοποίηση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες μεθόδους υπολογισμού για όλα τα ιδρύματα. Κατά πρώτον και προκειμένου να μειωθεί οποιαδήποτε μορφή μηχανιστικής εξάρτησης από εξωτερικές αξιολογήσεις, το ίδρυμα θα πρέπει να χρησιμοποιεί τους δικούς του υπολογισμούς για τις κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις, εφόσον το ίδρυμα έχει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων («προσέγγιση IRB») σε σχέση με τα ανοίγματα του ίδιου τύπου με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης και είναι σε θέση να υπολογίσει τις κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα ως εάν αυτά να μην είχαν τιτλοποιηθεί («Kirb»), σε κάθε περίπτωση, με την επιφύλαξη ορισμένων προκαθορισμένων δεδομένων (SEC-IRBA). Τα ιδρύματα που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την προσέγγιση SEC-IRBA σε σχέση με τις θέσεις τους σε μια δεδομένη τιτλοποίηση, θα πρέπει έπειτα να έχουν στη διάθεσή τους μια τυποποιημένη προσέγγιση τιτλοποίησης (Securitisation Standardised Approach – «SEC-SA»). Η προσέγγιση SEC-SA θα πρέπει να βασίζεται σε έναν τύπο ο οποίος παρέχεται από τις εποπτικές αρχές με βάση τα δεδομένα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που θα υπολογίζονταν σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο (SA) σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα, εάν αυτά δεν είχαν τιτλοποιηθεί («Ksa»). Όταν οι δύο πρώτες προσεγγίσεις δεν είναι διαθέσιμες ή η χρήση της SEC-SA θα οδηγούσε σε δυσανάλογες κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις σε σχέση με τον πιστωτικό κίνδυνο που ενέχουν τα υποκείμενα ανοίγματα, τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόσουν την προσέγγιση τιτλοποίησης βάσει εξωτερικών διαβαθμίσεων (Securitisation External Ratings-Based Approach – SEC-ERBA). Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-ERBA, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να κατατάσσονται σε τμήματα τιτλοποίησης με βάση την εξωτερική τους αξιολόγηση.

(5)  Ο κίνδυνος διαμεσολάβησης και ο κίνδυνος του υποδείγματος είναι πιο διαδεδομένοι στις τιτλοποιήσεις σε σχέση με άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και ενέχουν ορισμένο βαθμό αβεβαιότητας κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τιτλοποιήσεις, ακόμη και αφού έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι κατάλληλοι παράγοντες κινδύνου. Για να αποτυπωθούν επαρκώς οι κίνδυνοι αυτοί, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να προβλέπει κατώτατο συντελεστή στάθμισης κινδύνου τουλάχιστον 15 % για όλες τις θέσεις τιτλοποίησης. Οι επανατιτλοποιήσεις, ωστόσο, δεδομένου του υψηλότερου βαθμού πολυπλοκότητας και κινδύνου που τις χαρακτηρίζει, θα πρέπει να απαγορευτούν.

(6)  Δεν θα πρέπει να απαιτείται από τα ιδρύματα να εφαρμόζουν σε μια θέση με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα συντελεστή στάθμισης κινδύνου υψηλότερο από εκείνον που θα εφάρμοζαν εάν κατείχαν απευθείας τα υποκείμενα ανοίγματα, αντανακλώντας έτσι το όφελος της πιστωτικής ενίσχυσης που λαμβάνουν οι θέσεις με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από τα τμήματα με χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα στη διάρθρωση τιτλοποίησης. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει, συνεπώς, να προβλέπει μια «προσέγγιση διαφάνειας», σύμφωνα με την οποία σε μια θέση με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα θα πρέπει να εφαρμόζεται μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου ίσος με τον μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα υποκείμενα ανοίγματα, και η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως αν η σχετική θέση είναι διαβαθμισμένη ή μη και ανεξαρτήτως της προσέγγισης που χρησιμοποιείται για την υποκείμενη ομάδα (τυποποιημένη προσέγγιση ή IRB), υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(7)  Στο ισχύον πλαίσιο για τα ιδρύματα διατίθεται συνολικό ανώτατο όριο όσον αφορά τα μέγιστα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, βάσει του οποίου θα μπορούν να υπολογιστούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με την προσέγγιση IRB, ως εάν τα ανοίγματα αυτά δεν είχαν τιτλοποιηθεί (KIRB). Στον βαθμό που η διαδικασία τιτλοποίησης μειώνει τον κίνδυνο που συνδέεται με τα υποκείμενα ανοίγματα, αυτό το ανώτατο όριο θα πρέπει να διατίθεται σε όλα τα μεταβιβάζοντα και τα ανάδοχα ιδρύματα, ανεξάρτητα από την προσέγγιση που χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό των κανονιστικών κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις θέσεις στην τιτλοποίηση. .

(8)  Όπως επισημαίνεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών («ΕΑΤ») στην έκθεσή της με τίτλο «Έκθεση για τις επιλέξιμες τιτλοποιήσεις» του Ιουλίου του 2015(5), σύμφωνα με εμπειρικά στοιχεία σχετικά με τις αθετήσεις και τις ζημίες, προκύπτει ότι οι τιτλοποιήσεις STS παρουσίασαν καλύτερη απόδοση σε σχέση με άλλες τιτλοποιήσεις κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη χρήση απλών και διαφανών δομών και ισχυρών πρακτικών εκτέλεσης στις τιτλοποιήσεις STS, που ενέχουν χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο, λειτουργικό κίνδυνο και κίνδυνο διαμεσολάβησης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013, προκειμένου να προβλεφθεί ένας κατάλληλα ευαίσθητος ως προς τον κίνδυνο μηχανισμός βαθμονόμησης για τις τιτλοποιήσεις STS, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν επίσης επιπρόσθετες απαιτήσεις που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνό τους, με τον τρόπο που προτείνει η ΕΑΤ στην έκθεσή της, ο οποίος θα προβλέπει, μεταξύ άλλων, χαμηλότερο κατώτατο όριο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 % για τις θέσεις με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα.

(9)  Οι τιτλοποιήσεις STS με χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να περιοριστούν στις τιτλοποιήσεις στις οποίες η κυριότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων μεταβιβάζεται στην οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ) («παραδοσιακές τιτλοποιήσεις»). Ωστόσο, τα ιδρύματα που διατηρούν θέσεις με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα σε σύνθετες τιτλοποιήσεις που εξασφαλίζονται από υποκείμενη ομάδα δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις («ΜΜΕ»), θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν στις θέσεις αυτές τις χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις που είναι διαθέσιμες για τιτλοποιήσεις STS, εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές θεωρούνται υψηλής ποιότητας, σύμφωνα με ορισμένα αυστηρά κριτήρια. Ειδικότερα, εάν το εν λόγω υποσύνολο των σύνθετων τιτλοποιήσεων τυγχάνει εγγύησης ή αντεγγύησης κεντρικής κυβέρνησης ή κεντρικής τράπεζας κράτους μέλους, η προτιμησιακή μεταχείριση ως προς το εποπτικό κεφάλαιο που θα έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι εξισορροπητικές (arbitrage) σύνθετες τιτλοποιήσεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως STS ούτε να υπόκεινται σε χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

(9α)  Κατά την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με τη μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να προβαίνει στις κατάλληλες διαβουλεύσεις με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6).

(10)  Όσον αφορά τις υπόλοιπες κανονιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τιτλοποιήσεις, θα πρέπει να γίνουν μόνο οι ανάλογες αλλαγές στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στον βαθμό που είναι αναγκαίες ώστε να αντικατοπτρίζουν τη νέα ιεραρχία των προσεγγίσεων και τις ειδικές διατάξεις για τις τιτλοποιήσεις STS. Ειδικότερα, οι διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση σημαντικής μεταφοράς κινδύνου και οι απαιτήσεις σχετικά με τις εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε γενικές γραμμές με τους ίδιους ▌ όρους, όπως και σήμερα. Ωστόσο, το πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να διαγραφεί στο σύνολό του, με εξαίρεση την απαίτηση διάθεσης πρόσθετων συντελεστών στάθμισης κινδύνου, που θα πρέπει να επιβληθεί στα ιδρύματα τα οποία έχουν παραβιάσει τις διατάξεις του κεφαλαίου 2 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων].

(11)  Ενόψει των πιθανών μελλοντικών τροποποιήσεων της κανονιστικής κεφαλαιακής αντιμετώπισης των ανοιγμάτων τιτλοποίησης βάσει του αναθεωρημένου πλαισίου της Βασιλείας, ▌η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για να προβεί σε περαιτέρω τροποποιήσεις των κανονιστικών κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τιτλοποιήσεις, που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα των τροποποιήσεων αυτών.

(12)  Είναι σκόπιμο να εφαρμοστούν οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό στις τιτλοποιήσεις που εκδίδονται την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ή έπειτα από αυτήν και στις τιτλοποιήσεις που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία αυτή. Ωστόσο, για λόγους ασφάλειας δικαίου και για τη μείωση του μεταβατικού κόστους όσο το δυνατόν περισσότερο, θα πρέπει να επιτραπεί στα ιδρύματα να αποδέχονται το προϋφιστάμενο καθεστώς όλων των θέσεων τιτλοποίησης που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία αυτή έως και τις [31 Δεκεμβρίου 2019]. Εάν ένα ίδρυμα κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, οι θέσεις τιτλοποίησης που εκκρεμούν θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις εφαρμοστέες διατάξεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στην έκδοση που ίσχυε αμέσως πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

(1)  Το άρθρο 4 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

(α)  Τα σημεία 13) και 14) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«13)  ως «μεταβιβάζουσα οντότητα» νοείται η μεταβιβάζουσα οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(14)   ως «ανάδοχη οντότητα» νοείται η ανάδοχη οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(β)  Τα σημεία 61) και 63) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

(61)   ως «τιτλοποίηση» νοείται η τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(63)   ως «επανατιτλοποίηση» νοείται η επανατιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(γ)  Τα σημεία 66) και 67) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

(66)   ως «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση» ή «ΟΕΣΤ» νοείται η οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση ή ΟΕΣΤ όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(67)   ως «τμήμα τιτλοποίησης» νοείται το τμήμα τιτλοποίησης όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) …/... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],»

(2)  Στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)   θέσεις τιτλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 244 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 245 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 253,»

(3)  Το άρθρο 109 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 109

Αντιμετώπιση των θέσεων τιτλοποίησης

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση που κατέχουν σε τιτλοποίηση σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.»

(4)  Στο άρθρο 153, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

(7)  «Στην περίπτωση των αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων έναντι επιχειρήσεων, οι επιστρεπτέες εκπτώσεις επί της τιμής αγοράς και οι εξασφαλίσεις ή μερικές εγγυήσεις που παρέχουν προστασία κατά της πρωτεύουσας ζημίας από αθέτηση, κατά της ζημίας από απομείωση αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων, ή κατά αμφοτέρων, μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τμήμα τιτλοποίησης πρωτεύουσας ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.»

(5)  Στο άρθρο 154, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

(6)  «Στην περίπτωση των αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων λιανικής τραπεζικής, οι επιστρεπτέες εκπτώσεις επί της τιμής αγοράς και οι εξασφαλίσεις ή μερικές εγγυήσεις που παρέχουν προστασία κατά της πρωτεύουσας ζημίας από αθέτηση, κατά της ζημίας από απομείωση αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων, ή κατά αμφοτέρων, μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τμήμα τιτλοποίησης πρωτεύουσας ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.»

(6)  Στο άρθρο 197 παράγραφος 1, το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

(η)  «θέσεις τιτλοποίησης που δεν είναι θέσεις επανατιτλοποίησης και οι οποίες υπόκεινται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 % ή χαμηλότερο, σύμφωνα με τα άρθρα 261 έως 264.»

(7)  Στο τρίτο μέρος του τίτλου II, το κεφάλαιο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Τμήμα 1

Ορισμοί και κριτήρια για τις τιτλοποιήσεις STS

Άρθρο 242

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:

(1)  «δικαίωμα τελικής επαναγοράς εκδοθέντων τίτλων»: το συμβατικό δικαίωμα που παρέχει στη μεταβιβάζουσα οντότητα τη δυνατότητα να επαναγοράσει τις θέσεις τιτλοποίησης πριν από την αποπληρωμή του συνόλου των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων, είτε με την επαναγορά των υποκείμενων ανοιγμάτων που απομένουν στην ομάδα, στην περίπτωση παραδοσιακών τιτλοποιήσεων, είτε με τη διακοπή της πιστωτικής προστασίας, στην περίπτωση των σύνθετων τιτλοποιήσεων, και στις δύο περιπτώσεις όταν το ανεξόφλητο ποσό των υποκείμενων ανοιγμάτων μειωθεί έως ή κάτω από κάποιο προκαθορισμένο επίπεδο,

(2)  «τοκομερίδιο με πιστωτική ενίσχυση»: στοιχείο ενεργητικού του ισολογισμού που αντιπροσωπεύει μια αποτίμηση των ταμειακών ροών που σχετίζονται με το μελλοντικό περιθώριο εσόδων και αποτελεί τμήμα μειωμένης εξασφάλισης στην τιτλοποίηση,

(3)  «ταμειακή διευκόλυνση»: θέση τιτλοποίησης που απορρέει από συμβατική συμφωνία χρηματοδότησης με την οποία εξασφαλίζεται η έγκαιρη πληρωμή των χρηματορροών στους επενδυτές· ταμειακή διευκόλυνση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 14 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων]·

(4)  «μη διαβαθμισμένη θέση»: θέση τιτλοποίησης χωρίς αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ όπως αναφέρεται στο τμήμα 4,

(5)  «διαβαθμισμένη θέση»: θέση τιτλοποίησης με αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ όπως αναφέρεται στο τμήμα 4,

(6)  «θέση τιτλοποίησης με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα»: θέση που υποστηρίζεται ή εξασφαλίζεται από δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση επί του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς αυτούς τα ποσά που οφείλονται βάσει συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος, οι οφειλόμενες προμήθειες ή άλλες παρόμοιες πληρωμές,

(7)  «ομάδα IRB»: ομάδα υποκειμένων ανοιγμάτων ενός τύπου σε σχέση με τον οποίο το ίδρυμα έχει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση IRB και είναι σε θέση να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 για όλα τα ανοίγματα αυτά,

(8)  «ομάδα τυποποιημένης προσέγγισης (ΤΠ)»: ομάδα υποκειμένων ανοιγμάτων σε σχέση με την οποία το ίδρυμα:

(α)  δεν έχει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3,

(β)  δεν μπορεί να προσδιορίσει την τιμή KIRB,

(γ)  έχει άλλως αποκλειστεί από τη χρήση της προσέγγισης IRB από την αρμόδια αρχή του,

(9)  «μικτή ομάδα»: ομάδα υποκειμένων ανοιγμάτων ενός τύπου σε σχέση με τον οποίο το ίδρυμα έχει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση IRB και είναι σε θέση να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 για ορισμένα, αλλά όχι για όλα τα ανοίγματα,

(10)  «πιστωτική ενίσχυση»: κάθε συμφωνία, η οποία παρέχει υποστήριξη για μια θέση τιτλοποίησης και χρησιμεύει στην αύξηση της πιθανότητας αποπληρωμής μιας τέτοιας θέσης τιτλοποίησης,

(11)  «υπερεξασφάλιση»: κάθε μορφή πιστωτικής ενίσχυσης δυνάμει της οποίας τα υποκείμενα ανοίγματα παρέχονται σε αξία η οποία είναι υψηλότερη από την αξία των θέσεων τιτλοποίησης,

(12)  «τιτλοποίηση STS»: τιτλοποίηση που πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο κεφάλαιο 3 του κανονισμού ΕΕ .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων] και τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 243,

(12α)  «τιτλοποίηση STS που πληροί τις προϋποθέσεις για διαφοροποιημένη κεφαλαιακή αντιμετώπιση»: τιτλοποίηση που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 243·

(13)  «πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού (ABCP)»: πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού (ABCP) όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(14)  «παραδοσιακή τιτλοποίηση»: η παραδοσιακή τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(15)  «σύνθετη τιτλοποίηση»: η σύνθετη τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(16)  «ανακυκλούμενο άνοιγμα»: ανακυκλούμενο άνοιγμα όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(17)  «ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων»: η ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης των τίτλων όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 17) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(18)  «τμήμα πρωτεύουσας ζημίας»: το τμήμα πρωτεύουσας ζημίας όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(19)  «διαχειριστής»: ο διαχειριστής όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων].

Άρθρο 243

Κριτήρια για τις τιτλοποιήσεις STS που πληρούν τις προϋποθέσεις για διαφοροποιημένη κεφαλαιακή αντιμετώπιση

(1)  Οι θέσεις σε ένα πρόγραμμα ABCP ή οι συναλλαγές που θεωρούνται θέσεις σε τιτλοποίηση STS μπορούν να τύχουν της αντιμετώπισης που ορίζεται στα άρθρα 260, 262 και 264, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  ▌τα υποκείμενα ανοίγματα ▌πληρούν, κατά τον χρόνο εισαγωγής τους στο πρόγραμμα ABCP, τις προϋποθέσεις να υπαχθούν, δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και λαμβάνοντας υπόψη κάθε επιλέξιμη τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου ίσο ή μικρότερο από 75 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος, εφόσον το άνοιγμα είναι άνοιγμα λιανικής τραπεζικής, ή 100 % για οποιαδήποτε άλλα ανοίγματα,

(αα)  Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), όταν ένα ίδρυμα έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 265, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου τον οποίο εφαρμόζει το εν λόγω ίδρυμα σε μια ταμειακή διευκόλυνση που καλύπτει πλήρως το ABCP το οποίο εκδίδεται στο πλαίσιο του προγράμματος, είναι ίσος ή μικρότερος από 100 %·

(β)  η συνολική αξία όλων των ανοιγμάτων έναντι ενός μεμονωμένου οφειλέτη σε επίπεδο προγράμματος ABCP δεν υπερβαίνει το 2 % της συνολικής αξίας όλων των ανοιγμάτων στο πλαίσιο του προγράμματος ABCP, τη στιγμή κατά την οποία τα ανοίγματα προστέθηκαν στο πρόγραμμα ABCP. Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα δάνεια ή οι χρηματοδοτικές μισθώσεις σε μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 39), εξ όσων γνωρίζει η ανάδοχη οντότητα, θεωρούνται ανοίγματα σε έναν μεμονωμένο οφειλέτη.

  Στην περίπτωση των εμπορικών απαιτήσεων, το πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου δεν εφαρμόζεται όταν ο πιστωτικός κίνδυνος των εμπορικών απαιτήσεων αυτών καλύπτεται πλήρως με αποδεκτή πιστωτική προστασία σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος προστασίας είναι ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, χρησιμοποιείται μόνο το τμήμα των εμπορικών απαιτήσεων που απομένει, αφού ληφθεί υπόψη η επίδραση τυχόν έκπτωσης των τιμών αγοράς και η υπερεξασφάλιση, για να καθοριστεί αν είναι πλήρως καλυμμένες και εάν πληρούται το όριο συγκέντρωσης.

Στην περίπτωση των τιτλοποιημένων υπολειμματικών αξιών από χρηματοδοτική μίσθωση, το πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου δεν εφαρμόζεται όταν οι εν λόγω αξίες δεν εκτίθενται σε κίνδυνο αναχρηματοδότησης ή μεταπώλησης λόγω του ότι υπάρχει ισχύουσα δέσμευση από τρίτο μέρος για επαναγορά ή αναχρηματοδότηση του ανοίγματος με προκαθορισμένο ποσό.

(2)  Οι θέσεις σε μια τιτλοποίηση εκτός προγράμματος ABCP ή οι συναλλαγές που θεωρούνται θέσεις σε τιτλοποίηση STS μπορούν να τύχουν της αντιμετώπισης που ορίζεται στα άρθρα 260, 262 και 264, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  τα υποκείμενα ανοίγματα δημιουργούνται σύμφωνα με τα κριτήρια υγιούς και συνετής χορήγησης πίστωσης, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 79 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

(β)  κατά τον χρόνο εισαγωγής στην τιτλοποίηση, η συνολική αξία όλων των ανοιγμάτων σε έναν μεμονωμένο οφειλέτη στην ομάδα δεν υπερβαίνει το 1 % της συνολικής αξίας ανοίγματος των εκκρεμών ανοιγμάτων της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων. Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα δάνεια ή οι χρηματοδοτικές μισθώσεις σε μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών ▌θεωρούνται ανοίγματα σε έναν μεμονωμένο οφειλέτη,

(γ)  κατά τον χρόνο εισαγωγής στην τιτλοποίηση, τα υποκείμενα ανοίγματα πληρούν τις προϋποθέσεις να υπαχθούν, δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και λαμβάνοντας υπόψη κάθε επιλέξιμη τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου ίσο ή μικρότερο από:

(i)  40 % στο επίπεδο της μέσης σταθμισμένης αξίας των ανοιγμάτων στο χαρτοφυλάκιο, εφόσον τα ανοίγματα είναι δάνεια που εξασφαλίζονται με υποθήκες κατοικιών ή πλήρως εξασφαλισμένα με εγγύηση στεγαστικά δάνεια, όπως αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο ε),

(ii)  50 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος, εφόσον το άνοιγμα είναι δάνειο που εξασφαλίζεται με υποθήκη σε εμπορικό ακίνητο,

(iii)  75 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος, εφόσον το άνοιγμα είναι άνοιγμα λιανικής τραπεζικής,

(iv)  για οποιαδήποτε άλλα ανοίγματα, 100 % στο επίπεδο κάθε μεμονωμένου ανοίγματος,

(δ)  στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τα σημεία i) και ii) του στοιχείου γ), τα δάνεια που εξασφαλίζονται με δικαιώματα εξασφάλισης χαμηλότερης διαβάθμισης σε ένα δεδομένο στοιχείο ενεργητικού περιλαμβάνονται στην τιτλοποίηση μόνο εφόσον όλα τα δάνεια που εξασφαλίζονται με δικαιώματα εξασφάλισης υψηλότερης διαβάθμισης για το στοιχείο ενεργητικού αυτό περιλαμβάνονται, επίσης, στην τιτλοποίηση,

(ε)  στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το σημείο i) του στοιχείου γ), κανένα δάνειο στην ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων δεν πρέπει να έχει αναλογία δανείων προς αξία μεγαλύτερη από 100 % κατά τον χρόνο εισαγωγής στην τιτλοποίηση, μετρούμενη σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο i) και το άρθρο 229 παράγραφος 1.

Τμήμα 2

Αναγνώριση σημαντικής μεταφοράς κινδύνου

Άρθρο 244

Παραδοσιακή τιτλοποίηση

(1)  Το μεταβιβάζον ίδρυμα σε μια παραδοσιακή τιτλοποίηση μπορεί να εξαιρεί τα υποκείμενα ανοίγματα από τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας, εάν πληρούται μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α)  όταν σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με τα υποκείμενα ανοίγματα έχει μεταφερθεί σε τρίτα μέρη,

(β)  το μεταβιβάζον ίδρυμα εφαρμόζει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % σε όλες τις θέσεις τιτλοποίησης που κατέχει στην τιτλοποίηση ή αφαιρεί τις σχετικές θέσεις τιτλοποίησης από τα στοιχεία Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

(2)  Θεωρείται ότι έχει μεταφερθεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

(α)  τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων των ενδιάμεσων θέσεων τιτλοποίησης που κατέχει το μεταβιβάζον ίδρυμα σε αυτή την τιτλοποίηση δεν υπερβαίνουν 49 % των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων όλων των θέσεων σε ενδιάμεσα τμήματα που υφίστανται στην εν λόγω τιτλοποίηση,

(β)  το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν κατέχει περισσότερο από το 20 % της αξίας ανοίγματος των θέσεων τιτλοποίησης που θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i)  το μεταβιβάζον ίδρυμα μπορεί να αποδείξει ότι η αξία ανοίγματος των θέσεων τιτλοποίησης που θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % υπερβαίνει μια εύλογη εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών για τα υποκείμενα ανοίγματα κατά ένα επαρκές περιθώριο,

(ii)  δεν υπάρχουν ενδιάμεσες θέσεις στην τιτλοποίηση.

Εάν η πιθανή μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που θα πετύχαινε το μεταβιβάζον ίδρυμα σύμφωνα με το στοιχείο α) ή β) με την τιτλοποίηση δεν δικαιολογείται από μια ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση ότι δεν θεωρείται ότι ο σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος έχει μεταφερθεί σε τρίτους.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως ενδιάμεση θέση τιτλοποίησης νοείται κάθε θέση στην τιτλοποίηση που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου χαμηλότερο από 1 250 % σύμφωνα με την ενότητα 3 του τμήματος 3,

(β)  είναι υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας από το τμήμα πρωτεύουσας ζημίας και έπεται των θέσεων τιτλοποίησης με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα.

(3)  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα μεταβιβάζοντα ιδρύματα να αναγνωρίζουν τη μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου σε σχέση με μια τιτλοποίηση, εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα αποδείξει σε κάθε περίπτωση ότι η μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων την οποία επιτυγχάνει μέσω της τιτλοποίησης δικαιολογείται με μια ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους. Άδεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον το ίδρυμα πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  το ίδρυμα διαθέτει επαρκείς εσωτερικές πολιτικές και μεθοδολογίες διαχείρισης κινδύνων για την εκτίμηση της μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου,

(β)  το ίδρυμα έχει αναγνωρίσει επίσης τη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους σε κάθε περίπτωση για τους σκοπούς της εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων του ιδρύματος.

(4)  Επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 3, πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α)  τα έγγραφα της συναλλαγής αντικατοπτρίζουν τα ουσιώδη οικονομικά χαρακτηριστικά της τιτλοποίησης,

(β)  οι θέσεις τιτλοποίησης δεν συνιστούν υποχρεώσεις πληρωμής του μεταβιβάζοντος ιδρύματος,

(γ)  τα υποκείμενα ανοίγματα τίθενται εκτός του ελέγχου του μεταβιβάζοντος ιδρύματος και των πιστωτών του, κατά τρόπο που να ικανοποιεί την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων],

(δ)  το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν διατηρεί τον έλεγχο επί των υποκείμενων ανοιγμάτων. Θεωρείται ότι ο έλεγχος διατηρείται επί των υποκείμενων ανοιγμάτων, εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει το δικαίωμα να επαναγοράσει από τον εκδοχέα τα προηγουμένως μεταβιβασθέντα ανοίγματα για να ρευστοποιήσει τα κέρδη τους ή εάν είναι άλλως υποχρεωμένος να αναλάβει εκ νέου τον μεταφερθέντα κίνδυνο. Η διατήρηση από το μεταβιβάζον ίδρυμα δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εξυπηρέτησης των υποκείμενων ανοιγμάτων δεν συνιστά καθαυτή έλεγχο επί των ανοιγμάτων,

(ε)  τα έγγραφα της τιτλοποίησης δεν περιέχουν όρους ή προϋποθέσεις που:

(i)  απαιτούν από το μεταβιβάζον ίδρυμα να αλλάξει τα υποκείμενα ανοίγματα για να βελτιωθεί η μέση ποιότητα της ομάδας,

(ii)  αυξάνουν την απόδοση που καταβάλλεται στους κατόχους των θέσεων ή ενισχύουν με άλλον τρόπο τις θέσεις στην τιτλοποίηση, σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων απαιτήσεων,

(στ)  όπου απαιτείται, τα έγγραφα της συναλλαγής καθιστούν σαφές ότι οιαδήποτε μελλοντική συναλλαγή –συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, τυχόν τροποποιήσεων στα έγγραφα της τιτλοποίησης και αλλαγών στο τοκομερίδιο, τις αποδόσεις ή άλλα χαρακτηριστικά των ανοιγμάτων ή των θέσεων της τιτλοποίησης– η οποία εκτελείται από τη μεταβιβάζουσα οντότητα ή την ανάδοχη οντότητα σε σχέση με την τιτλοποίηση, δεν πραγματοποιείται με σκοπό τη μείωση των δυνητικών ή πραγματικών ζημιών των επενδυτών, όπως ορίζεται στο άρθρο 250,

(ζ)  εάν υπάρχει δικαίωμα τελικής επαναγοράς των εκδοθέντων τίτλων, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει επίσης να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i)  να μπορεί να ασκηθεί με διακριτική ευχέρεια του μεταβιβάζοντος ιδρύματος,

(ii)  να μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν 10 % ή λιγότερο της αρχικής αξίας των υποκείμενων ανοιγμάτων παραμένει ανεξόφλητη,

(iii)  να μην είναι διαρθρωμένο με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο καταλογισμός των ζημιών σε θέσεις πιστωτικής ενίσχυσης ή σε άλλες θέσεις που κατέχονται από επενδυτές, ούτε κατά τρόπο ώστε να παρέχει πιστωτική ενίσχυση,

(η)  το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει λάβει τη γνώμη ενός ειδικού νομικού συμβούλου, που επιβεβαιώνει ότι η τιτλοποίηση είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου.

(5)  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες έχουν αποφασίσει ότι η πιθανή μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δεν δικαιολογείται με μια ανάλογη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτα μέρη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθώς και τις περιπτώσεις όπου τα ιδρύματα έχουν επιλέξει να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παραγράφου 3.

(6)  Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των εποπτικών πρακτικών σε σχέση με την αναγνώριση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου στις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Επιπλέον, η ΕΑΤ εξετάζει τα ακόλουθα στοιχεία:

(α)  την επαρκή εξειδίκευση των όρων παρέκκλισης σύμφωνα με την παράγραφο 4·

(β)  την επάρκεια της αξιολόγησης της μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 2·

(γ)  τις απαιτήσεις για την αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές των πράξεων τιτλοποίησης σε σχέση με τις οποίες το μεταβιβάζον ίδρυμα επιζητεί αναγνώριση της σημαντικής μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα συμπεράσματά της στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017. Η Επιτροπή, κατά περίπτωση, αφού λάβει υπόψη της την έκθεση της ΕΑΤ, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 462, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ) της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 245

Σύνθετη τιτλοποίηση

(1)  Το μεταβιβάζον ίδρυμα σε μια σύνθετη τιτλοποίηση μπορεί να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τα τιτλοποιημένα ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 251, εάν πληρούται μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α)  σημαντικό μέρος του πιστωτικού κινδύνου έχει μεταφερθεί σε τρίτους, μέσω χρηματοδοτούμενης ή μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας,

(β)  το μεταβιβάζον ίδρυμα εφαρμόζει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % σε όλες τις θέσεις τιτλοποίησης που διατηρεί στην εν λόγω τιτλοποίηση ή αφαιρεί τις σχετικές θέσεις τιτλοποίησης από τα στοιχεία Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

(2)  Θεωρείται ότι έχει μεταφερθεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

(α)  τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων των ενδιάμεσων θέσεων τιτλοποίησης που κατέχει το μεταβιβάζον ίδρυμα σε αυτή την τιτλοποίηση δεν υπερβαίνουν 49 % των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων όλων των θέσεων σε ενδιάμεσα τμήματα που υφίστανται στην εν λόγω τιτλοποίηση,

(β)  το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν κατέχει περισσότερο από το 20 % της αξίας ανοίγματος των θέσεων τιτλοποίησης που θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i)  το μεταβιβάζον ίδρυμα μπορεί να αποδείξει ότι η αξία ανοίγματος των θέσεων τιτλοποίησης που θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % υπερβαίνει μια εύλογη εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών για τα υποκείμενα ανοίγματα κατά ένα επαρκές περιθώριο,

(ii)  δεν υπάρχουν ενδιάμεσες θέσεις στην τιτλοποίηση.

Εάν η πιθανή μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που θα πετύχαινε το μεταβιβάζον ίδρυμα με την τιτλοποίηση δεν δικαιολογείται από μια ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση ότι δεν θεωρείται ότι ο σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος έχει μεταφερθεί σε τρίτους.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, μια θέση τιτλοποίησης θεωρείται ενδιάμεση, εφόσον πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 244 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο.

(3)  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα μεταβιβάζοντα ιδρύματα να αναγνωρίζουν τη μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου σε σχέση με μια τιτλοποίηση, εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα αποδείξει σε κάθε περίπτωση ότι η μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων την οποία επιτυγχάνει μέσω της τιτλοποίησης δικαιολογείται με μια ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους. Άδεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον το ίδρυμα πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  το ίδρυμα διαθέτει επαρκείς εσωτερικές πολιτικές και μεθοδολογίες διαχείρισης κινδύνων για την εκτίμηση της μεταφοράς κινδύνου,

(β)  το ίδρυμα έχει αναγνωρίσει επίσης τη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους σε κάθε περίπτωση για τους σκοπούς της εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων του ιδρύματος.

(4)  Επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 3, πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α)  τα έγγραφα της συναλλαγής αντικατοπτρίζουν τα ουσιώδη οικονομικά χαρακτηριστικά της τιτλοποίησης,

(β)  η πιστωτική προστασία δυνάμει της οποίας μεταφέρεται ο πιστωτικός κίνδυνος συμμορφώνεται με το άρθρο 249,

(γ)  τα έγγραφα της τιτλοποίησης δεν περιέχουν όρους ή προϋποθέσεις που:

(i)  επιβάλλουν όρια σημαντικότητας κάτω από τα οποία η πιστωτική προστασία θεωρείται ότι δεν ενεργοποιείται από την έλευση ενός πιστωτικού γεγονότος,

(ii)  προβλέπουν τον τερματισμό της προστασίας σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων,

(iii)  απαιτούν από το μεταβιβάζον ίδρυμα να αλλάξει τη σύνθεση των υποκείμενων ανοιγμάτων για να βελτιωθεί η μέση ποιότητα της ομάδας,

(iv)  αυξάνουν το κόστος της πιστωτικής προστασίας για το ίδρυμα ή την απόδοση που καταβάλλεται στους κατόχους θέσεων τιτλοποίησης σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας της υποκείμενης ομάδας,

(δ)  η πιστωτική προστασία είναι εκτελεστή σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία,

(ε)  όπου απαιτείται, τα έγγραφα της συναλλαγής καθιστούν σαφές ότι η μεταβιβάζουσα ή η ανάδοχη οντότητα δεν πραγματοποιούν καμία μελλοντική συναλλαγή –συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, τυχόν τροποποιήσεων στα έγγραφα της τιτλοποίησης και τυχόν αλλαγών στο τοκομερίδιο, τις αποδόσεις ή άλλα χαρακτηριστικά των θέσεων της τιτλοποίησης– σε σχέση με την τιτλοποίηση, με σκοπό τη μείωση των δυνητικών ή πραγματικών ζημιών των επενδυτών, όπως ορίζεται στο άρθρο 250,

(στ)  εάν υπάρχει δικαίωμα τελικής επαναγοράς των εκδοθέντων τίτλων, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i)  να μπορεί να ασκηθεί με διακριτική ευχέρεια του μεταβιβάζοντος ιδρύματος,

(ii)  να μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν 10 % ή λιγότερο της αρχικής αξίας των υποκείμενων ανοιγμάτων παραμένει ανεξόφλητη,

(iii)  να μην είναι διαρθρωμένο με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο καταλογισμός των ζημιών σε θέσεις πιστωτικής ενίσχυσης ή σε άλλες θέσεις που κατέχονται από επενδυτές στην τιτλοποίηση, ούτε κατά τρόπο ώστε να παρέχει πιστωτική ενίσχυση,

(ζ)  το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει λάβει τη γνώμη ενός ειδικού νομικού συμβούλου που επιβεβαιώνει ότι η τιτλοποίηση είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου.

(5)  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες έχουν αποφασίσει ότι η πιθανή μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δεν δικαιολογείται με μια ανάλογη μεταφορά πιστωτικού κινδύνου σε τρίτα μέρη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθώς και τις περιπτώσεις όπου τα ιδρύματα έχουν επιλέξει να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παραγράφου 4.

(6)  Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των εποπτικών πρακτικών σε σχέση με την αναγνώριση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου στις σύνθετες τιτλοποιήσεις, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Επιπλέον, η ΕΑΤ εξετάζει τα ακόλουθα στοιχεία:

(αα)  την επαρκή εξειδίκευση των όρων παρέκκλισης και των πρόσθετων απαιτήσεων που ορίζονται στην παράγραφο 4·

(α)  τις προϋποθέσεις για τη μεταφορά σημαντικού πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4,

(β)  την ερμηνεία της φράσης «ανάλογη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους» για τους σκοπούς της αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 προτελευταίο εδάφιο και στην παράγραφο 3,

(γ)  τις απαιτήσεις για την αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές των πράξεων τιτλοποίησης σε σχέση με τις οποίες το μεταβιβάζον ίδρυμα επιζητεί αναγνώριση της σημαντικής μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου σε τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα συμπεράσματά της, όσον αφορά την εν λόγω παρακολούθηση και εξέταση, στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017. Η Επιτροπή, κατά περίπτωση, αφού λάβει υπόψη της την έκθεση της ΕΑΤ, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 462, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ) της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 246

Λειτουργικές απαιτήσεις για τις διατάξεις πρόωρης εξόφλησης των τίτλων

Εάν η τιτλοποίηση περιλαμβάνει ανακυκλούμενα ανοίγματα και διατάξεις πρόωρης εξόφλησης των τίτλων ή παρόμοιες διατάξεις, θεωρείται ότι μεταφέρεται σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος από το μεταβιβάζον ίδρυμα, μόνο εάν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 244 και 245 και η διάταξη πρόωρης εξόφλησης των τίτλων, όταν ενεργοποιείται:

(α)  δεν καθιστά τις απαιτήσεις του ιδρύματος με υψηλότερη ή την ίδια προτεραιότητα επί των υποκείμενων ανοιγμάτων, χαμηλότερης προτεραιότητας έναντι των απαιτήσεων άλλων επενδυτών,

(β)  δεν οδηγεί σε επιπλέον υποβάθμιση της προτεραιότητας των απαιτήσεων του ιδρύματος επί των υποκείμενων ανοιγμάτων σε σχέση με τις απαιτήσεις άλλων μερών,

(γ)  δεν αυξάνει άλλως την έκθεση του ιδρύματος έναντι ζημιών που σχετίζονται με τα υποκείμενα ανακυκλούμενα ανοίγματα.

Τμήμα 3

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

Ενότητα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 247

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

(1)  Όταν έχει μεταβιβαστεί σημαντικός πιστωτικός κίνδυνος συνδεόμενος με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης από το μεταβιβάζον ίδρυμα σύμφωνα με το τμήμα 2, το εν λόγω ίδρυμα δύναται:

(α)  σε περίπτωση παραδοσιακής τιτλοποίησης, να εξαιρεί τα υποκείμενα ανοίγματα από τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, των ποσών αναμενόμενης ζημίας,

(β)  σε περίπτωση σύνθετης τιτλοποίησης, να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και, κατά περίπτωση, τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με τα άρθρα 251 και 252.

(2)  Εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα έχει αποφασίσει να εφαρμόσει την παράγραφο 1, υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο για τυχόν θέσεις που κατέχει στην τιτλοποίηση.

Εάν το μεταβιβάζον ίδρυμα δεν έχει μεταφέρει σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο ή έχει αποφασίσει να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1, δεν υποχρεούται να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τυχόν θέσεις που κατέχει στην τιτλοποίηση, αλλά εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει τα υποκείμενα ανοίγματα στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ως εάν δεν είχαν τιτλοποιηθεί.

(3)  Εάν υφίσταται άνοιγμα σε θέσεις διαφόρων τμημάτων τιτλοποίησης, το άνοιγμα σε κάθε τμήμα τιτλοποίησης θεωρείται χωριστή θέση τιτλοποίησης. Οι φορείς παροχής πιστωτικής προστασίας σε θέσεις τιτλοποίησης θεωρείται ότι κατέχουν θέσεις στην τιτλοποίηση. Οι θέσεις τιτλοποίησης περιλαμβάνουν ανοίγματα σε τιτλοποίηση οφειλόμενα σε συμβάσεις παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος τις οποίες σύναψε το ίδρυμα κατά τη συναλλαγή.

(4)  Εκτός εάν μια θέση τιτλοποίησης αφαιρείται από στοιχεία Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος περιλαμβάνεται στο σύνολο των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων του ιδρύματος για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3.

(5)  Το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος μιας θέσης τιτλοποίησης υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία ανοίγματος της θέσης, που υπολογίζεται όπως προβλέπεται στο άρθρο 248, με τον κατάλληλο συνολικό συντελεστή στάθμισης κινδύνου.

(6)  Ο συνολικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου προσδιορίζεται ως το άθροισμα του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο και τυχόν συμπληρωματικών συντελεστών στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 270α.

Άρθρο 248

Αξία ανοίγματος

(1)  Η αξία ανοίγματος μιας θέσης τιτλοποίησης υπολογίζεται ως εξής:

(α)  η αξία ανοίγματος μιας εντός ισολογισμού θέσης τιτλοποίησης είναι η εναπομένουσα λογιστική αξία της θέσης μετά την εφαρμογή των σχετικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου στη θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 110,

(β)  η αξία ανοίγματος μιας εκτός ισολογισμού θέσης τιτλοποίησης είναι η ονομαστική αξία της, μείον τυχόν ισχύουσες προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 110, πολλαπλασιαζόμενη επί τον σχετικό συντελεστή μετατροπής που ορίζεται στο παρόν κεφάλαιο. Ο συντελεστής μετατροπής ισούται με 100 %, εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά,

(γ)  η αξία ανοίγματος του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου μιας θέσης τιτλοποίησης που προκύπτει από τα παράγωγα μέσα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 6.

(2)  Εάν το ίδρυμα έχει δύο ή περισσότερες επικαλυπτόμενες θέσεις σε μια τιτλοποίηση, συμπεριλαμβάνει στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων μόνο μία από τις θέσεις.

Σε περίπτωση που οι θέσεις είναι μερικώς επικαλυπτόμενες, το ίδρυμα μπορεί να χωρίσει τη θέση σε δύο μέρη και να αναγνωρίσει την επικάλυψη σε σχέση με το ένα μόνο μέρος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Εναλλακτικά, το ίδρυμα μπορεί να αντιμετωπίσει τις θέσεις ως εάν να ήταν πλήρως επικαλυπτόμενες, επεκτείνοντας, για σκοπούς υπολογισμού κεφαλαίου, τη θέση που παράγει τα υψηλότερα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων.

Το ίδρυμα μπορεί επίσης να αναγνωρίσει μια επικάλυψη μεταξύ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ειδικό κίνδυνο για θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίσει και να συγκρίνει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις σχετικές θέσεις.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, δύο θέσεις θεωρούνται επικαλυπτόμενες, εφόσον είναι πλήρως συμψηφιζόμενες κατά τέτοιο τρόπο ώστε το ίδρυμα να είναι σε θέση να εμποδίζει τις απώλειες που προκύπτουν από τη μία θέση, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που απαιτούνται σύμφωνα με την άλλη θέση.

(3)  Εάν το άρθρο 270γ εφαρμόζεται σε θέσεις στο πρόγραμμα έκδοσης εμπορικών χρεογράφων εξασφαλισμένων με στοιχεία ενεργητικού (ABCP), το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που έχει αποδοθεί σε μια ταμειακή διευκόλυνση προκειμένου να υπολογίσει το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για το ABCP, εφόσον το 100 % του ABCP που εκδίδεται από το πρόγραμμα καλύπτεται από την ταμειακή διευκόλυνση και η ταμειακή διευκόλυνση έχει την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το ABCP, κατά τρόπο που να σχηματίζουν αλληλεπικαλυπτόμενες θέσεις. Το ίδρυμα ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές, σε περίπτωση που έχει εφαρμόσει τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου. Για τους σκοπούς προσδιορισμού της κάλυψης 100 % που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, το ίδρυμα μπορεί να λάβει υπόψη άλλες ταμειακές διευκολύνσεις στο πρόγραμμα ABCP, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούν επικαλυπτόμενη θέση με το ABCP.

Άρθρο 249

Αναγνώριση των τεχνικών μείωσης του πιστωτικού κινδύνου σε θέσεις τιτλοποίησης

(1)  Ένα ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίζει χρηματοδοτούμενη ή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σε σχέση με μια θέση τιτλοποίησης, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις για τις τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο και στο κεφάλαιο 4.

(2)  Η αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία περιορίζεται σε χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις που είναι αποδεκτές για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, σύμφωνα με το κεφάλαιο 2, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 4, και οι τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου αναγνωρίζονται μόνο εάν ικανοποιούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται δυνάμει του κεφαλαίου 4.

Η αποδεκτή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία και οι αποδεκτοί πάροχοι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας περιορίζονται σε εκείνους που είναι αποδεκτοί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 και οι τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου αναγνωρίζονται μόνο εάν ικανοποιούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται δυνάμει του κεφαλαίου 4.

(3)  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι επιλέξιμοι πάροχοι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που παρατίθενται στο άρθρο 201 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η) διαθέτουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ που αντιστοιχεί στη 2η ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, κατά τη χρονική στιγμή που η πιστωτική προστασία αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά, και στην 3η ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σε μεταγενέστερο χρόνο. Η απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε επιλέξιμους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Τα ιδρύματα που επιτρέπεται να εφαρμόζουν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB) σε άμεσα ανοίγματα στον πάροχο προστασίας μπορούν να αξιολογούν την επιλεξιμότητα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, βάσει της ισοδυναμίας της πιθανότητας αθέτησης (PD) του παρόχου προστασίας με την πιθανότητα αθέτησης που αντιστοιχεί στις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 136.

(4)  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι ΟΕΣΤ είναι επιλέξιμοι πάροχοι προστασίας εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  οι ΟΕΣΤ κατέχουν στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις προϋποθέσεις ως επιλέξιμες χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4,

(β)  τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο στοιχείο α) δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις με υψηλότερη ή την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με την απαίτηση ή ενδεχόμενη απαίτηση του ιδρύματος που λαμβάνει μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, και

(γ)  πληρούνται όλες οι απαιτήσεις για την αναγνώριση των χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων στο κεφάλαιο 4.

(5)  Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το ποσό της προστασίας προσαρμοσμένο για τυχόν αναντιστοιχίες νομισμάτων και ληκτότητας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 (GA), περιορίζεται στην προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αγοραία αξία των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων έναντι του παρόχου προστασίας, όπως ορίζεται δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης (g), προσδιορίζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος του συντελεστή στάθμισης που θα εφαρμοζόταν σε αυτά τα στοιχεία ενεργητικού ως χρηματοοικονομική εξασφάλιση δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης.

(6)  Σε περίπτωση που μια θέση τιτλοποίησης καλύπτεται από πλήρη πιστωτική προστασία, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

(α)  το ίδρυμα που παρέχει πιστωτική προστασία υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τη θέση τιτλοποίησης που καλύπτονται από την πιστωτική προστασία, σύμφωνα με την ενότητα 3 ως εάν να κατείχε απευθείας τη θέση,

(β)  το ίδρυμα που αγοράζει την προστασία υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

(7)  Σε περίπτωση μερικής προστασίας, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

(α)  το ίδρυμα που παρέχει πιστωτική προστασία θεωρεί το τμήμα της θέσης που καλύπτεται από την πιστωτική προστασία ως θέση τιτλοποίησης και υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ως εάν να κατείχε απευθείας τη θέση αυτή σύμφωνα με την ενότητα 3, με την επιφύλαξη των παραγράφων 8 και 9,

(β)  το ίδρυμα που αγοράζει την πιστωτική προστασία υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για την προστατευόμενη θέση που αναφέρεται στο στοιχείο α) σύμφωνα με το κεφάλαιο 4. Το ίδρυμα θεωρεί το τμήμα της θέσης τιτλοποίησης που δεν καλύπτεται από πιστωτική προστασία ως χωριστή θέση τιτλοποίησης και υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με την ενότητα 3, με την επιφύλαξη των παραγράφων 8 και 9.

(8)  Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση SEC-IRBA ή την προσέγγιση SEC-SA σύμφωνα με την ενότητα 3, καθορίζουν το σημείο σύνδεσης (A) και το σημείο αποσύνδεσης (D) χωριστά για κάθε μία από τις θέσεις που προκύπτουν σύμφωνα με την παράγραφο 7, ως εάν αυτές να είχαν εκδοθεί ως χωριστές θέσεις τιτλοποίησης κατά τη στιγμή δημιουργίας της συναλλαγής. Η τιμή των KIRB ή KSA, αντίστοιχα, υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την αρχική ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων της τιτλοποίησης.

(9)  Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση SEC-ERBA, σύμφωνα με την ενότητα 3, υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τις θέσεις που προκύπτουν σύμφωνα με την παράγραφο 7, ως εξής:

(α)  όταν η προκύπτουσα θέση έχει την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, εφαρμόζεται σε αυτή ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου της αρχικής θέσης τιτλοποίησης,

(β)  όταν η προκύπτουσα θέση έχει τη χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτή τεκμαιρόμενη διαβάθμιση σύμφωνα με το άρθρο 261 παράγραφος 7. Όταν δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί τεκμαιρόμενη διαβάθμιση, το ίδρυμα εφαρμόζει τον υψηλότερο από τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προκύπτουν είτε:

(i)  με την εφαρμογή της μεθόδου SEC-SA σύμφωνα με την παράγραφο 8 και την ενότητα 3, ή

(ii)  με τον συντελεστή στάθμισης της αρχικής θέσης τιτλοποίησης σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-ERBA.

Άρθρο 250

Έμμεση υποστήριξη

(1)  Ένα μεταβιβάζον ίδρυμα το οποίο έχει μεταβιβάσει σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο που συνδέεται με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης, σύμφωνα με το τμήμα 2, και ένα ανάδοχο ίδρυμα δεν παρέχουν άμεση ή έμμεση υποστήριξη στην τιτλοποίηση πέραν των συμβατικών τους υποχρεώσεων, με σκοπό τη μείωση των δυνητικών ή πραγματικών ζημιών των επενδυτών.

(2)  Μια συναλλαγή δεν θεωρείται ότι παρέχει υποστήριξη για τους σκοπούς της παραγράφου 1, εφόσον έχει ληφθεί δεόντως υπόψη στην αξιολόγηση της μεταφοράς σημαντικού κινδύνου και τα δύο μέρη έχουν εκτελέσει τη συναλλαγή ενεργώντας προς το συμφέρον τους ως ελεύθερα και ανεξάρτητα μέρη (συναλλαγή υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού). Για τους σκοπούς αυτούς, το ίδρυμα προβαίνει σε πλήρη πιστωτική αξιολόγηση της συναλλαγής και λαμβάνει υπόψη όλα τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία:

(α)  την τιμή επαναγοράς,

(β)  το κεφάλαιο και τη θέση ρευστότητας του ιδρύματος πριν από και μετά την επαναγορά,

(γ)  τις επιδόσεις των υποκείμενων ανοιγμάτων,

(δ)  τις επιδόσεις των τιτλοποιημένων θέσεων,

(ε)  τις επιπτώσεις από την προστασία που παρέχει η μεταβιβάζουσα οντότητα προς τους επενδυτές για τις ζημίες που αναμένεται να πραγματοποιηθούν.

(3)  Το μεταβιβάζον ίδρυμα και το ανάδοχο ίδρυμα ενημερώνουν την αρμόδια αρχή σχετικά με κάθε συναλλαγή που εκτελείται σε σχέση με την τιτλοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

(4)  Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το τι συνιστά «συναλλαγή υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού» για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και πότε μια συναλλαγή δεν είναι δομημένη έτσι ώστε να παρέχει υποστήριξη.

(5)  Εάν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα ή ένα ανάδοχο ίδρυμα δεν συμμορφωθεί με την παράγραφο 1 όσον αφορά μια τιτλοποίηση, το ίδρυμα περιλαμβάνει όλα τα υποκείμενα ανοίγματα της εν λόγω τιτλοποίησης στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ως εάν να μην είχαν τιτλοποιηθεί και γνωστοποιεί:

(α)  ότι έχει παράσχει υποστήριξη στην τιτλοποίηση κατά παράβαση της παραγράφου 1, και

(β)  τον αντίκτυπο της παρεχόμενης υποστήριξης από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων.

Άρθρο 251

Υπολογισμός από τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που έχουν τιτλοποιηθεί σε σύνθετη τιτλοποίηση

(1)  Για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τα υποκείμενα ανοίγματα, το μεταβιβάζον ίδρυμα σε μια σύνθετη τιτλοποίηση χρησιμοποιεί, κατά περίπτωση, τις μεθόδους υπολογισμού που ορίζονται στο παρόν τμήμα και όχι εκείνες του κεφαλαίου 2. Για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, το ποσό αναμενόμενης ζημίας για τα ανοίγματα αυτά είναι μηδέν.

(2)  Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο εφαρμόζονται για όλη την ομάδα των ανοιγμάτων που καλύπτουν την τιτλοποίηση. Με την επιφύλαξη του άρθρου 252, το μεταβιβάζον ίδρυμα υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που σχετίζονται με όλα τα τμήματα της τιτλοποίησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων για τις οποίες το ίδρυμα αναγνωρίζει τεχνικές μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 249. Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται για θέσεις στις οποίες εφαρμόζονται τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

Άρθρο 252

Αντιμετώπιση αναντιστοιχιών ληκτότητας σε σύνθετες τιτλοποιήσεις

Για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 251, κάθε αναντιστοιχία μεταξύ της ληκτότητας της πιστωτικής προστασίας με την οποία επιτυγχάνεται η μεταβίβαση του κινδύνου και των υποκείμενων ανοιγμάτων υπολογίζεται ως εξής:

(α)  ως ληκτότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων θεωρείται η μεγαλύτερη ληκτότητα οποιουδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, με ανώτατο όριο τα 5 έτη. Η ληκτότητα της πιστωτικής προστασίας προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 4,

(β)  το μεταβιβάζον ίδρυμα αγνοεί κάθε αναντιστοιχία ληκτότητας κατά τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τις θέσεις τιτλοποίησης στις οποίες, στο πλαίσιο του παρόντος τμήματος, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 %. Για όλες τις άλλες θέσεις, εφαρμόζεται η μέθοδος αντιμετώπισης των αναντιστοιχιών ληκτότητας του κεφαλαίου 4, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

  RW* = ((RWSP · ((tt*)/(Tt*))) + (RWAss · ((Tt)/(Tt*))))

όπου:

RW*

=

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο α),

RWAss

=

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τα υποκείμενα ανοίγματα ως εάν να μην είχαν τιτλοποιηθεί, υπολογισμένα κατ’ αναλογία,

RWSP

=

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων όπως θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 251, εάν δεν υπήρχε αναντιστοιχία ληκτότητας,

T

=

η ληκτότητα των υποκείμενων ανοιγμάτων, εκφρασμένη σε έτη,

t

=

η ληκτότητα της πιστωτικής προστασίας, εκφρασμένη σε έτη,

t*

=

0,25.

Άρθρο 253

Μείωση των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

(1)  Εάν σε μια θέση σε τιτλοποίησης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 % σύμφωνα με την παρούσα ενότητα, τα ιδρύματα μπορούν να αφαιρέσουν από το Κεφάλαιο Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1 την αξία ανοίγματος της εν λόγω θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια), αντί να συμπεριλάβουν τη θέση αυτή στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων. Για τον σκοπό αυτό, στον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η αποδεκτή χρηματοδοτούμενη προστασία σύμφωνα με το άρθρο 249.

(2)  Εάν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα χρησιμοποιήσει την εναλλακτική δυνατότητα που προβλέπεται στην παράγραφο 1, μπορεί να αφαιρέσει το ποσό που αφαιρείται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) από το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 268 ως μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση που θα υπολογιζόταν όσον αφορά τα υποκείμενα ανοίγματα ως εάν να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

Ενότητα 2

Ιεράρχηση μεθόδων και κοινές παράμετροι

Άρθρο 254

Ιεράρχηση μεθόδων

(1)  Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μία από τις μεθόδους που αναφέρονται στην ενότητα 3 για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σε σχέση με όλες τις θέσεις που κατέχουν σε μια τιτλοποίηση.

(2)  Οι μέθοδοι που ορίζονται στην ενότητα 3 εφαρμόζονται σύμφωνα με την ακόλουθη ιεραρχία:

(α)  εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 258, το ίδρυμα χρησιμοποιεί την προσέγγιση SEC-IRBA, σύμφωνα με το άρθρο 260,

(β)  εφόσον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προσέγγιση SEC-IRBA, το ίδρυμα χρησιμοποιεί την τυποποιημένη προσέγγιση (SEC-SA), σύμφωνα με τα άρθρα 263 και 264,

(γ)  εφόσον δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προσέγγιση SEC-SA ή η εφαρμογή της οδηγεί σε ποσό σταθμισμένων ως προς των κίνδυνο ανοιγμάτων μεγαλύτερο κατά 25 % από ό,τι αν εφαρμοζόταν η προσέγγιση SEC-ERBA, το ίδρυμα χρησιμοποιεί την προσέγγιση τιτλοποίησης βάσει εξωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-ERBA) για διαβαθμισμένες θέσεις ή θέσεις για τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί τεκμαιρόμενη διαβάθμιση, σύμφωνα με τα άρθρα 261 και 262. Η προσέγγιση SEC-ERBA μπορεί, κατά κανόνα, να χρησιμοποιηθεί για ομάδες δανείων για την αγορά αυτοκινήτων, χρηματοδοτικών μισθώσεων αυτοκινήτων και πράξεων χρηματοδοτικής μίσθωσης εξοπλισμού.

▌  Εάν το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση SEC-ERBA σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ενημερώνει ▌την αρμόδια αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Μόλις παραλάβει την κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από το ίδρυμα, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να εφαρμόσει την προσέγγιση SEC-SA, στην οποία περίπτωση κοινοποιεί την απόφαση και το σκεπτικό της στο ίδρυμα εντός διμήνου από την παραλαβή της κοινοποίησης.

(3)  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαγορεύουν, κατά περίπτωση, τη χρήση της προσέγγισης SEC-SA, σε περίπτωση που οι τιτλοποιήσεις έχουν εξαιρετικά πολύπλοκα ή επικίνδυνα χαρακτηριστικά, ή όταν η αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες κινδύνου που δεν αντικατοπτρίζονται επαρκώς στην τιμή KSA, όπως ισχύει στην περίπτωση των τιτλοποιήσεων οι οποίες έχουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στα στοιχεία α) έως δ) του άρθρου 258 παράγραφος 2. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζεται το στοιχείο γ) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

(4)  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης (ΙΑΑ) για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σε σχέση με μια μη διαβαθμισμένη θέση σε πρόγραμμα ABCP, σύμφωνα με το άρθρο 266, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 265.

(5)  Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 % στις θέσεις τιτλοποίησης.

(6)  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΤ για οποιεσδήποτε λαμβανόμενες κοινοποιήσεις και αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των πρακτικών σε σχέση με την παράγραφο 3 και εκδίδει οδηγίες, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 255

Προσδιορισμός των τιμών KIRB και KSA

(1)  Εφόσον ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση SEC-IRBA σύμφωνα με την ενότητα 3, το ίδρυμα υπολογίζει την τιμή KIRB σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5.

(2)  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν την τιμή KIRB πολλαπλασιάζοντας τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, όπως αυτά θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί, με τον ισχύοντα δείκτη κεφαλαίου σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 και διαιρώντας το ποσό αυτό με την τιμή των υποκείμενων ανοιγμάτων. Η τιμή KIRB εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από μηδέν έως ένα.

(3)  Για τον υπολογισμό της τιμής KIRB, τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, όπως αυτά θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα περιλαμβάνουν:

(α)  το ποσό των αναμενόμενων ζημιών που συνδέονται με το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων της τιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των υποκείμενων ανοιγμάτων σε αθέτηση που εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της ομάδας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, και

(β)  το ποσό των μη αναμενόμενων ζημιών που συνδέονται με το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των υποκείμενων ανοιγμάτων σε αθέτηση που αποτελούν τμήμα της ομάδας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3.

(4)  Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την τιμή KIRB σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο 3 για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις. Για τον σκοπό αυτό, τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής αντιμετωπίζονται ως αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις λιανικής και τα ανοίγματα μη λιανικής τραπεζικής ως αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις έναντι επιχειρήσεων.

(5)  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την τιμή KIRB χωριστά για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης, εφόσον ο κίνδυνος απομείωσης αξίας έχει ουσιώδη σημασία για τα εν λόγω ανοίγματα.

Εάν οι ζημίες από τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά κατά τη διαδικασία της τιτλοποίησης, τα ιδρύματα συνδυάζουν την αντίστοιχη τιμή KIRB για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο σε μια ενιαία τιμή KIRB για τους σκοπούς της ενότητας 3. Η παρουσία ενός ενιαίου αποθεματικού ή υπερεξασφάλισης των κινδύνων που διατίθεται για την κάλυψη των ζημιών από τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο απομείωσης αξίας μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι οι κίνδυνοι αυτοί αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά.

Εάν ο κίνδυνος απομείωσης αξίας και ο πιστωτικός κίνδυνος δεν αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά κατά τη διαδικασία της τιτλοποίησης, τα ιδρύματα τροποποιούν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο για να συνδυάσουν την αντίστοιχη τιμή KIRB για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο με συνετό τρόπο.

(6)  Εάν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση SEC-SA σύμφωνα με την ενότητα 3, υπολογίζει την τιμή KSA πολλαπλασιάζοντας επί 8 % τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, όπως αυτά θα είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα σαν να μην είχαν τιτλοποιηθεί και διαιρώντας το ποσό αυτό με την τιμή των υποκείμενων ανοιγμάτων. Η τιμή KSA εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από μηδέν έως ένα.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος των υποκείμενων ανοιγμάτων, χωρίς συμψηφισμό οποιωνδήποτε ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου και πρόσθετων προσαρμογών αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 110 και άλλων αφαιρέσεων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων.

(7)  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 6, εάν η διάρθρωση της τιτλοποίησης περιλαμβάνει τη χρήση ΟΕΣΤ, όλα τα ανοίγματα της ΟΕΣΤ που σχετίζονται με την τιτλοποίηση θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα ανοίγματα. Με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου, το ίδρυμα δύναται να εξαιρέσει τα ανοίγματα της ΟΕΣΤ από το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων για τον υπολογισμό της τιμής KIRB ή της τιμής KSA, εάν ο κίνδυνος από την έκθεση της ΟΕΣΤ είναι επουσιώδης ή εάν δεν επηρεάζει τη θέση τιτλοποίησης του ιδρύματος.

Σε περίπτωση χρηματοδοτούμενων σύνθετων τιτλοποιήσεων, οποιαδήποτε ουσιώδη έσοδα από την έκδοση πιστωτικών παραγώγων τύπου «credit-linked notes» ή άλλες χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις της ΟΕΣΤ που χρησιμεύουν ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των τιμών KIRB ή KSA, εάν ο πιστωτικός κίνδυνος της εξασφάλισης εξαρτάται από την κατανομή της ζημίας κατά τμήματα.

(8)  Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 τρίτο εδάφιο, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τις κατάλληλες μεθόδους συνδυασμού των τιμών KIRB για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας και τον πιστωτικό κίνδυνο, εάν οι κίνδυνοι αυτοί δεν αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά σε μια τιτλοποίηση.

Άρθρο 256

Προσδιορισμός του σημείου σύνδεσης (Α) και του σημείου αποσύνδεσης (D)

(1)  Για τους σκοπούς της ενότητας 3, τα ιδρύματα ορίζουν ως σημείο σύνδεσης (A) το όριο στο οποίο οι ζημίες στο πλαίσιο της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων θα αρχίσουν να καταλογίζονται στη σχετική θέση τιτλοποίησης.

Το σημείο σύνδεσης (A) εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από το μηδέν έως το ένα και ισούται με τη μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και του λόγου του υπολοίπου της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων τιτλοποίησης μείον το υπόλοιπο όλων των τμημάτων με υψηλότερη ή την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα στο τμήμα που περιέχει τη σχετική θέση τιτλοποίησης προς το υπόλοιπο του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων στην τιτλοποίηση.  

(2)  Για τους σκοπούς της ενότητας 3, τα ιδρύματα ορίζουν ως σημείο αποσύνδεσης (D) το όριο στο οποίο οι ζημίες στο πλαίσιο της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων θα οδηγήσουν σε πλήρη απώλεια του κεφαλαίου για το τμήμα που περιέχει τη σχετική θέση τιτλοποίησης.

Το σημείο αποσύνδεσης (D) εκφράζεται σε δεκαδική μορφή από το μηδέν έως το ένα και ισούται με τη μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και του λόγου του υπολοίπου της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων τιτλοποίησης μείον το υπόλοιπο όλων των τμημάτων με υψηλότερη προτεραιότητα στο τμήμα που περιέχει τη σχετική θέση τιτλοποίησης προς το υπόλοιπο του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων στην τιτλοποίηση.  

(3)  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τους λογαριασμούς υπερεξασφάλισης και χρηματοδοτούμενων αποθεματικών ως τμήματα τιτλοποίησης και τα στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνουν οι εν λόγω λογαριασμοί αποθεματικών ως υποκείμενα ανοίγματα.

(4)  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα ιδρύματα δεν λαμβάνουν υπόψη λογαριασμούς μη χρηματοδοτούμενων αποθεματικών και στοιχεία ενεργητικού που δεν παρέχουν πιστωτική ενίσχυση, όπως αυτά που παρέχουν μόνο ενίσχυση ρευστότητας, συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων ή επιτοκίων και λογαριασμούς εξασφαλίσεων με χρηματικά διαθέσιμα που σχετίζονται με αυτές τις θέσεις στην τιτλοποίηση. Για τους λογαριασμούς χρηματοδοτούμενων αποθεματικών και τα στοιχεία ενεργητικού που παρέχουν πιστωτική ενίσχυση, το ίδρυμα αντιμετωπίζει ως θέσεις τιτλοποίησης μόνο το τμήμα των εν λόγω λογαριασμών ή στοιχείων ενεργητικού που μπορεί να απορροφήσει τη ζημία.

Άρθρο 257

Προσδιορισμός της ληκτότητας των τμημάτων τιτλοποίησης (MT)

(1)  Για τους σκοπούς της ενότητας 3 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τα ιδρύματα μπορούν να μετρούν τη ληκτότητα ενός τμήματος (MT) ως εξής:

(α)  είτε με βάση τη σταθμισμένη μέση ληκτότητα των συμβατικών πληρωμών που οφείλονται στο πλαίσιο του τμήματος, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου η τιμή CFt αντιστοιχεί σε όλες τις συμβατικές πληρωμές (κεφάλαιο, τόκοι και προμήθειες) που καταβάλλει ο οφειλέτης στην περίοδο t, είτε

(β)  με βάση την τελική νόμιμη ληκτότητα του τμήματος, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

MT = 1 + (ML – 1) * 80%,

όπου ML είναι η τελική νόμιμη ληκτότητα του τμήματος.

(2)   ▌

(3)  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, ο προσδιορισμός της ληκτότητας ενός τμήματος (MT) υπόκειται, σε όλες τις περιπτώσεις, στο κατώτατο όριο του ενός έτους και στο ανώτατο όριο των πέντε ετών.

(4)  Εάν ένα ίδρυμα ενδέχεται να εκτεθεί σε πιθανές ζημίες από υποκείμενα ανοίγματα δυνάμει κάποιας σύμβασης, το ίδρυμα προσδιορίζει τη ληκτότητα της θέσης τιτλοποίησης λαμβάνοντας υπόψη τη σταθμισμένη μέση ληκτότητα των εν λόγω υποκείμενων ανοιγμάτων. Το ίδιο ισχύει και για τιτλοποιήσεις ανακυκλούμενων ανοιγμάτων με ρήτρα πρόωρης εξόφλησης σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) …/... [κανονισμός STS]. Για άλλα ανακυκλούμενα ανοίγματα, εφαρμόζεται η μεγαλύτερη συμβατικώς δυνατή εναπομένουσα ληκτότητα του ανοίγματος που μπορεί να προστεθεί κατά τη διάρκεια της ανακυκλούμενης περιόδου.

Ενότητα 3

Μέθοδοι υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

Άρθρο 258

Προϋποθέσεις χρήσης της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-IRBA)

(1)  Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την προσέγγιση SEC-IRBA για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σε σχέση με μια θέση τιτλοποίησης, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  η θέση υποστηρίζεται από μια ομάδα IRB ή μικτή ομάδα, υπό τον όρο ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίσει την τιμή KIRB σύμφωνα με το τμήμα 3 τουλάχιστον στο 95 % του ποσού του υποκείμενου ▌ανοίγματος,

(β)  υπάρχουν επαρκείς ▌διαθέσιμες πληροφορίες σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα της τιτλοποίησης ώστε το ίδρυμα να είναι σε θέση να υπολογίσει την τιμή KIRB, και

(γ)  το ίδρυμα δεν απαγορεύεται να χρησιμοποιεί την προσέγγιση SEC-IRBA σε σχέση με μια συγκεκριμένη θέση σε τιτλοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

(2)  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατά περίπτωση, να απαγορεύουν τη χρήση της μεθόδου SEC-IRBA, εάν οι τιτλοποιήσεις έχουν εξαιρετικά πολύπλοκα ή επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Για τον σκοπό αυτό, μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικά πολύπλοκα ή επικίνδυνα χαρακτηριστικά τα εξής:

(α)  πιστωτική ενίσχυση που μπορεί να ελαττωθεί για άλλους λόγους, εκτός των ζημιών στο χαρτοφυλάκιο που προκύπτουν από τη μη καταβολή του κεφαλαίου ή των τόκων,

(β)  ομάδες υποκείμενων ανοιγμάτων με υψηλό βαθμό εσωτερικής συσχέτισης, ως αποτέλεσμα των συγκεντρωμένων ανοιγμάτων σε μεμονωμένους τομείς ή γεωγραφικές περιοχές,

(γ)  συναλλαγές όπου η αποπληρωμή των θέσεων τιτλοποίησης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες κινδύνου που δεν αντικατοπτρίζονται στην τιμή KIRB, ή

(δ)  εξαιρετικά πολύπλοκη κατανομή των ζημιών μεταξύ των τμημάτων.

Άρθρο 259

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της προσέγγισης SEC-IRBA

(1)  Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-IRBA, το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση τιτλοποίησης υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος της θέσης, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 248, με τον εφαρμοστέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται, σε κάθε περίπτωση με κατώτατο όριο το 15 %, ως εξής:

RW = 1 250%              όταν D ≤ KIRB

RW = 12,5žKSSFA(KIRB)             όταν A ≥ KIRB

  όταν A˂ KIRB˂D

όπου:

KIRB είναι η κεφαλαιακή επιβάρυνση της ομάδας των υποκείμενων ανοιγμάτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 255

D είναι το σημείο αποσύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

A είναι το σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

 

όπου:

a = –(1 / (p * KIRB))

u = D – KIRB

l = max (A - KIRB; 0)

όπου:

p = max [0,3; (A + B*(1/N) + C* KIRB + D*LGD + E*MT)]

όπου:

N είναι ο πραγματικός αριθμός των ανοιγμάτων στην ομάδα των υποκειμένων ανοιγμάτων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα την παράγραφο 4

LGD είναι η σταθμισμένη ως προς το άνοιγμα μέση ποσοστιαία ζημία σε περίπτωση αθέτησης της ομάδας υποκείμενων ανοιγμάτων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5

MT είναι η ληκτότητα του τμήματος, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 257

οι παράμετροι A, B, C, D, και E καθορίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα αναφοράς:

 

 

A

B

C

D

E

Χονδρικής τραπεζικής

Με εξοφλητική προτεραιότητα, με δυνατότητα διασποράς (N ≥ 25)

0

3,56

–1,85

0,55

0,07

Με εξοφλητική προτεραιότητα, χωρίς δυνατότητα διασποράς (N < 25)

0,11

2,61

–2,91

0,68

0,07

Χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα, με δυνατότητα διασποράς (N ≥ 25)

0,16

2,87

–1,03

0,21

0,07

Χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα, χωρίς δυνατότητα διασποράς (N < 25)

0,22

2,35

–2,46

0,48

0,07

Λιανικής τραπεζικής

Με εξοφλητική προτεραιότητα

0

0

–7,48

0,71

0,24

Χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα

0

0

–5,78

0,55

0,27

(2)  Εάν η υποκείμενη ομάδα IRB περιλαμβάνει ανοίγματα τόσο λιανικής όσο και μη λιανικής τραπεζικής, η ομάδα διαιρείται σε μία υποομάδα λιανικής και μία υποομάδα μη λιανικής τραπεζικής και, για κάθε υποομάδα, εκτιμάται χωριστή παράμετρος p (και οι αντίστοιχες παράμετροι εισόδου Ν, KIRB και LGD). Στη συνέχεια, υπολογίζεται μια σταθμισμένη μέση παράμετρος p για τη συναλλαγή με βάση τις παραμέτρους p κάθε υποομάδας και το ονομαστικό μέγεθος των ανοιγμάτων σε κάθε υποομάδα.

(3)  Εάν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση SEC-IRBA σε μια μικτή ομάδα, ο υπολογισμός της παραμέτρου p βασίζεται στα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με την προσέγγιση IRB και μόνο. Τα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση δεν λαμβάνονται υπόψη στην περίπτωση αυτή.

(4)  Ο πραγματικός αριθμός ανοιγμάτων (Ν) υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου EADi είναι το άνοιγμα σε περίπτωση αθέτησης που συνδέεται με το i-οστό μέσο της ομάδας.

Πολλαπλά ανοίγματα έναντι του ιδίου οφειλέτη ενοποιούνται και αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο άνοιγμα.

(5)  Η σταθμισμένη ως προς το άνοιγμα μέση τιμή LGD υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου LGDi είναι η μέση τιμή LGD για το σύνολο των ανοιγμάτων έναντι του i-οστού οφειλέτη.

Εάν ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος απομείωσης αξίας για τις αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά σε μια τιτλοποίηση, η εισαγόμενη τιμή για το LGD υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος του LGD για πιστωτικό κίνδυνο και του LGD 100 % για κίνδυνο απομείωσης. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου είναι οι μεμονωμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει της μεθόδου IRB για τον πιστωτικό κίνδυνο και για τον κίνδυνο απομείωσης, αντίστοιχα. Για τον σκοπό αυτό, η παρουσία ενός ενιαίου αποθεματικού ή υπερεξασφάλισης των κινδύνων που διατίθεται για την κάλυψη των ζημιών από τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο αθέτησης μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι οι κίνδυνοι αυτοί αντιμετωπίζονται συγκεντρωτικά.

(6)  Εάν το ποσοστό του μεγαλύτερου υποκείμενου ανοίγματος στην ομάδα (C1) δεν υπερβαίνει το 3 %, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την ακόλουθη απλουστευμένη μέθοδο για τον υπολογισμό του αριθμού Ν και των σταθμισμένων ως προς το άνοιγμα μέσων τιμών LGD:

 

LGD = 0,50

όπου

το Cm δηλώνει το ποσοστό της ομάδας που αντιστοιχεί στο άθροισμα των μεγαλύτερων ανοιγμάτων «m» (π.χ. ποσοστό 15 % αντιστοιχεί σε τιμή 0,15), και

η τιμή «m» ορίζεται από το ίδρυμα.

Εάν μόνο η τιμή C1 είναι διαθέσιμη και το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το 0,03, το ίδρυμα δύναται να ορίσει την τιμή LGD ως 0,50 και τον αριθμό N ως 1/C1.

(7)  Εάν η θέση υποστηρίζεται από μια μικτή ομάδα και το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίσει την τιμή KIRB τουλάχιστον στο 95 % των ποσών των υποκείμενων ανοιγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφος 1 στοιχείο α), το ίδρυμα υπολογίζει την κεφαλαιακή επιβάρυνση για την υποκείμενη ομάδα ανοιγμάτων ως εξής:

dˑ KIRB + (1–d)ˑ KSA,

όπου

d είναι το ποσοστό του ποσού των υποκείμενων ανοιγμάτων για τα οποία η τράπεζα μπορεί να υπολογίσει την τιμή KIRB επί του ποσού του συνόλου των υποκείμενων ανοιγμάτων, και

οι τιμές KIRB και KSA ορίζονται στο άρθρο 255.

(8)  Εάν ένα ίδρυμα έχει θέση τιτλοποίησης σε μορφή παραγώγου, το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στο παράγωγο έναν τεκμαιρόμενο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισοδυναμεί με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου της θέσης αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η θέση αναφοράς είναι η θέση που έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το παράγωγο ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση η οποία έπεται αμέσως μετά το παράγωγο.

Άρθρο 260

Αντιμετώπιση τιτλοποιήσεων STS σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-IRBA

Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-IRBA, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για μια θέση σε τιτλοποίηση STS υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 259, με την επιφύλαξη των ακόλουθων τροποποιήσεων:

κατώτατος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τις θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα = 10 %

p = max [0,3; 0,5ˑ (A + Bˑ(1/N) + Cˑ KIRB + D*LGD + EˑMT)]

Άρθρο 261

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της προσέγγισης των εξωτερικών διαβαθμίσεων (SEC-ERBA)

(1)  Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-ERBA, το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση τιτλοποίησης υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος της θέσης, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 248, με τον εφαρμοστέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(2)  Για τα ανοίγματα με βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με την παράγραφο 7, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

Όλες οι άλλες διαβαθμίσεις

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

15%

50%

100%

1 250%

(3)  Για τα ανοίγματα με μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με την παράγραφο 7, εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που παρατίθενται στον πίνακα 2, έχοντας προσαρμοστεί ανάλογα με τη ληκτότητα του τμήματος (Mt) σύμφωνα με το άρθρο 257 και την παράγραφο 4 και το πάχος του τμήματος για τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα σύμφωνα με την παράγραφο 5:

Πίνακας 2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

Τμήμα με εξοφλητική προτεραιότητα

Τμήμα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα (λεπτό)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

1 έτος

5 έτη

1 έτος

5 έτη

1

15%

20%

15%

70%

2

15%

30%

15%

90%

3

25%

40%

30%

120%

4

30%

45%

40%

140%

5

40%

50%

60%

160%

6

50%

65%

80%

180%

7

60%

70%

120%

210%

8

75%

90%

170%

260%

9

90%

105%

220%

310%

10

120%

140%

330%

420%

11

140%

160%

470%

580%

12

160%

180%

620%

760%

13

200%

225%

750%

860%

14

250%

280%

900%

950%

15

310%

340%

1050%

1050%

16

380%

420%

1130%

1130%

17

460%

505%

1250%

1250%

Όλα τα άλλα

1250%

1250%

1250%

1250%

(4)  Προκειμένου να προσδιοριστεί ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα τμήματα με ληκτότητα (Mt) 1 < ΜΤ < 5, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν γραμμική παρεμβολή μεταξύ των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται για ληκτότητα από ένα έως πέντε έτη, αντίστοιχα, σύμφωνα με τον πίνακα 2.

(5)  Προκειμένου να προσδιοριστεί το πάχος του τμήματος, τα ιδρύματα υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου για τα τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα ως εξής:

RW = [RW μετά την προσαρμογή για τη ληκτότητα, σύμφωνα με την παράγραφο 4] [1 – min(T· 50%)]

όπου

T = πάχος τμήματος μετρούμενο ως D – A

όπου

D είναι το σημείο αποσύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

A είναι το σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

(6)  Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 3 έως 5, υπόκειται σε κατώτερο όριο 15 %. Επιπλέον, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που προκύπτει δεν είναι χαμηλότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αντιστοιχεί σε ένα υποθετικό τμήμα με εξοφλητική προτεραιότητα της ίδιας τιτλοποίησης με την ίδια πιστοληπτική αξιολόγηση και ληκτότητα.

(7)  Για να χρησιμοποιήσουν τις τεκμαιρόμενες διαβαθμίσεις, τα ιδρύματα αποδίδουν σε μια μη διαβαθμισμένη θέση μια τεκμαιρόμενη διαβάθμιση ισοδύναμη με την πιστοληπτική αξιολόγηση μιας διαβαθμισμένης θέσης αναφοράς η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  η θέση αναφοράς έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με τη μη διαβαθμισμένη θέση ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση αναφοράς είναι άμεσα εξαρτώμενη από τη μη διαβαθμισμένη θέση,

(β)  η θέση αναφοράς δεν τυγχάνει καμίας εγγύησης τρίτων ή άλλης πιστωτικής ενίσχυσης που δεν είναι διαθέσιμη στη μη διαβαθμισμένη θέση,

(γ)  η ληκτότητα της θέσης αναφοράς είναι ίση ή μεγαλύτερη από τη ληκτότητα της εν λόγω μη διαβαθμισμένης θέσης,

(δ)  η τεκμαιρόμενη διαβάθμιση επικαιροποιείται σε συνεχή βάση για να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές στην πιστοληπτική αξιολόγηση της θέσης αναφοράς.

Άρθρο 262

Αντιμετώπιση τιτλοποιήσεων STS σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-ERBA

(1)  Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-ERBA, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για μια θέση σε τιτλοποίηση STS υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 261, με την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

(2)  Για τα ανοίγματα με βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με το άρθρο 261 παράγραφος 7, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

Πίνακας 3

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

Όλες οι άλλες διαβαθμίσεις

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

10%

35%

70%

1250%

(3)  Για τα ανοίγματα με μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση ή όταν μια διαβάθμιση που βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να συναχθεί σύμφωνα με το άρθρο 261 παράγραφος 7, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου καθορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα 4, έχοντας προσαρμοστεί ανάλογα με τη ληκτότητα του τμήματος (MT), σύμφωνα με το άρθρο 257 και το άρθρο 261 παράγραφος 4, και το πάχος του τμήματος για τμήματα χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα σύμφωνα με το άρθρο 261 παράγραφος 5:

Πίνακας 4

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

Τμήμα με εξοφλητική προτεραιότητα

Τμήμα χωρίς εξοφλητική

προτεραιότητα (λεπτό)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

Ληκτότητα τμήματος (MT)

1 έτος

5 έτη

1 έτος

5 έτη

1

10%

15%

15%

50%

2

10%

20%

15%

55%

3

15%

25%

20%

75%

4

20%

30%

25%

90%

5

25%

35%

40%

105%

6

35%

45%

55%

120%

7

40%

45%

80%

140%

8

55%

65%

120%

185%

9

65%

75%

155%

220%

10

85%

100%

235%

300%

11

105%

120%

355%

440%

12

120%

135%

470%

580%

13

150%

170%

570%

650%

14

210%

235%

755%

800%

15

260%

285%

880%

880%

16

320%

355%

950%

950%

17

395%

430%

1250%

1250%

Όλα τα άλλα

1250%

1250%

1250%

1250%

Άρθρο 263

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης (SEC-SA)

(1)  Δυνάμει της προσέγγισης SEC-SA, το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για μια θέση σε τιτλοποίηση υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος της θέσης σύμφωνα με το άρθρο 248, με τον εφαρμοστέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται, σε κάθε περίπτωση με κατώτατο όριο το 15 %, ως εξής:

RW = 1 250%            όταν D ≤ KA

RW = 12,5ž KSSFA(KA)          όταν A ≥ KA

   όταν A˂KA˂D

όπου:

D είναι το σημείο αποσύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

A είναι το σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 256

KA είναι η παράμετρος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2

 

όπου:

a = –(1 / (p * KA))

u = D – KA

l = max (A – KA; 0)

p = 1 για άνοιγμα τιτλοποίησης που δεν συνιστά άνοιγμα επανατιτλοποίησης

(2)  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η τιμή KA υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

είναι η κεφαλαιακή επιβάρυνση της υποκείμενης ομάδας, όπως ορίζεται στο άρθρο 255

W = ο λόγος του αθροίσματος του ονομαστικού ποσού των υποκείμενων ανοιγμάτων σε αθέτηση προς το ονομαστικό ποσό όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων. Για τον σκοπό αυτό, ως άνοιγμα σε αθέτηση νοείται ένα υποκείμενο άνοιγμα το οποίο: (i) είτε είναι σε καθυστέρηση 90 ημέρες ή περισσότερο, (ii) είτε υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή αφερεγγυότητας, (iii) είτε υπόκειται σε διαδικασία κατασχέσεως ή παρόμοια διαδικασία, (iv) είτε βρίσκεται σε αθέτηση, σύμφωνα με την τεκμηρίωση της τιτλοποίησης.

Εάν ένα ίδρυμα δεν γνωρίζει την κατάσταση καθυστερήσεων για το 5 % ή λιγότερο των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ομάδα, το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει την προσέγγιση SEC-SA, εφόσον τροποποιηθεί ο υπολογισμός της τιμής KA ως εξής:

 

Εάν το ίδρυμα δεν γνωρίζει την κατάσταση καθυστερήσεων για περισσότερο από 5 % των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ομάδα, η θέση στην τιτλοποίηση πρέπει να έχει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %.

(3)  Εάν ένα ίδρυμα έχει θέση τιτλοποίησης σε μορφή παραγώγου, το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στο παράγωγο έναν τεκμαιρόμενο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισοδυναμεί με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου της θέσης αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η θέση αναφοράς είναι η θέση που έχει, από κάθε άποψη, την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα με το παράγωγο ή, σε περίπτωση απουσίας θέσης της αυτής προτεραιότητας, η θέση η οποία έπεται αμέσως μετά το παράγωγο.

Άρθρο 264

Αντιμετώπιση τιτλοποιήσεων STS σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-SA

Σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-SA, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για μια θέση σε τιτλοποίηση STS υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 263, με την επιφύλαξη των ακόλουθων τροποποιήσεων:

κατώτατος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τις θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα = 10 %

p = 0,5

Άρθρο 265

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις για την προσέγγιση της εσωτερικής αξιολόγησης (ΙΑΑ)

(1)  Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τις μη διαβαθμισμένες θέσεις σε προγράμματα ABCP δυνάμει της προσέγγισης ΙΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 266, εφόσον έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές τους, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

(2)  Οι αρμόδιες αρχές δύναται να χορηγούν στα ιδρύματα άδεια χρήσης της προσέγγισης IAA μέσα σε ένα σαφώς καθορισμένο πεδίο εφαρμογής, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α)  όλες οι θέσεις στα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP είναι διαβαθμισμένες θέσεις,

(β)  η εσωτερική αξιολόγηση της πιστωτικής ποιότητας της θέσης αντικατοπτρίζει τη δημόσια διαθέσιμη μέθοδο αξιολόγησης που εφαρμόζεται από έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ για τη διαβάθμιση θέσεων τιτλοποίησης ή υποκείμενων ανοιγμάτων του ίδιου τύπου,

(γ)  η διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης του ιδρύματος είναι τουλάχιστον εξίσου συντηρητική με τις δημόσια διαθέσιμες αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ οι οποίοι έχουν παράσχει εξωτερική διαβάθμιση για τα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP, ιδίως σε σχέση με παράγοντες ακραίων καταστάσεων και άλλα σχετικά ποσοτικά στοιχεία,

(δ)  η μέθοδος εσωτερικής αξιολόγησης του ιδρύματος λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές, δημόσια διαθέσιμες μεθοδολογίες αξιολόγησης των ΕΟΠΑ που διαβαθμίζουν τα εμπορικά χρεόγραφα του προγράμματος ABCP και περιλαμβάνει βαθμίδες διαβάθμισης που αντιστοιχούν στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ. Το ίδρυμα καταγράφει στο εσωτερικό αρχείο του μια επεξηγηματική δήλωση που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις που ορίζονται στο σημείο αυτό και επικαιροποιεί τη δήλωση αυτή σε τακτική βάση,

(ε)  το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη μέθοδο εσωτερικής αξιολόγησης στις εσωτερικές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων, και ιδίως στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, πληροφόρησης των διοικητικών στελεχών και εσωτερικής κατανομής των κεφαλαίων,

(στ)  οι εσωτερικοί ή εξωτερικοί ελεγκτές, ένας ΕΟΠΑ ή η εσωτερική λειτουργία ελέγχου πίστεως ή διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος, εξετάζουν τακτικά τη διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης και την ποιότητα των εσωτερικών αξιολογήσεων της πιστωτικής ποιότητας των ανοιγμάτων του ιδρύματος σε ένα πρόγραμμα ABCP,

(ζ)  το ίδρυμα παρακολουθεί τη διαχρονική αποτελεσματικότητα των εσωτερικών διαβαθμίσεων, προκειμένου να αξιολογήσει τη συνολική απόδοση της μεθόδου εσωτερικής αξιολόγησης, και πραγματοποιεί τις αναγκαίες προσαρμογές στην εφαρμοζόμενη μέθοδο, εάν η συμπεριφορά των ανοιγμάτων αποκλίνει συστηματικά από εκείνη που υποδεικνύουν οι εσωτερικές διαβαθμίσεις,

(η)  το πρόγραμμα ABCP περιλαμβάνει πρότυπα σχετικά με την αναδοχή και τη διαχείριση της ευθύνης με τη μορφή κατευθυντήριων γραμμών προς τον διαχειριστή του προγράμματος, όσον αφορά τουλάχιστον τα εξής:

(i)  τα κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού, με την επιφύλαξη του σημείου i),

(ii)  το είδος και τη νομισματική αξία των ανοιγμάτων από την παροχή ταμειακών διευκολύνσεων και πιστωτικών ενισχύσεων,

(iii)  την κατανομή των ζημιών μεταξύ των θέσεων τιτλοποίησης στο πρόγραμμα ABCP,

(iv)  τη νομική και οικονομική απομόνωση των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού από την οντότητα που τα πωλεί,

(θ)  τα κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού στο πρόγραμμα ABCP προβλέπουν, τουλάχιστον, τα εξής:

(i)  αποκλεισμό από την απόκτηση στοιχείων ενεργητικού σε σημαντική καθυστέρηση πληρωμών ή σε αθέτηση,

(ii)   περιορισμό της συγκέντρωσης κινδύνων στον ίδιο οφειλέτη ή στην ίδια γεωγραφική ζώνη,

(iii)  περιορισμό της προθεσμίας εξόφλησης των αγοραζόμενων στοιχείων ενεργητικού,

(ι)  πραγματοποιείται ανάλυση του πιστωτικού κινδύνου και του επιχειρηματικού προφίλ του πωλητή του στοιχείου ενεργητικού, καθώς και αξιολόγηση του πωλητή, τουλάχιστον, ως προς τα εξής:

(i)  ιστορικές και αναμενόμενες μελλοντικές χρηματοοικονομικές επιδόσεις,

(ii)  τρέχουσα θέση στην αγορά και αναμενόμενη μελλοντική ανταγωνιστικότητα,

(iii)  μόχλευση, ταμειακές ροές, δείκτη κάλυψης χρηματοοικονομικών εξόδων και διαβάθμιση των εν κυκλοφορία τίτλων χρέους,

(iv)   πρότυπα αναδοχής, δυνατότητα διαχείρισης των ανοιγμάτων και διαδικασίες είσπραξης,

(ια)  το πρόγραμμα ABCP διαθέτει πολιτικές και διαδικασίες είσπραξης που λαμβάνουν υπόψη τη λειτουργική ικανότητα και την πιστωτική ποιότητα του διαχειριστή και περιλαμβάνει χαρακτηριστικά για τον μετριασμό των κινδύνων που σχετίζονται με την απόδοση του πωλητή και του διαχειριστή. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την απόδοση μπορούν να μετριαστούν μέσω ορίων ενεργοποίησης που βασίζονται στην τρέχουσα πιστωτική ποιότητα του πωλητή ή του διαχειριστή που θα αποκλείουν την επικάλυψη των κεφαλαίων σε περίπτωση αθέτησης του πωλητή ή του διαχειριστή,

(ιβ)  η συγκεντρωτική εκτίμηση της ζημίας για ομάδα στοιχείων ενεργητικού που μπορεί να αγοραστεί στο πλαίσιο του προγράμματος ABCP λαμβάνει υπόψη όλες τις πηγές δυνητικού κινδύνου, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος απομείωσης αξίας των εισπρακτέων απαιτήσεων,

(ιγ)  εάν η παρεχόμενη από τον πωλητή πιστωτική ενίσχυση μετράται μόνο σε συνάρτηση με τις ζημίες που συνδέονται με τον πιστωτικό κίνδυνο και ο κίνδυνος αυτός είναι ουσιαστικός για τη συγκεκριμένη ομάδα στοιχείων ενεργητικού, το πρόγραμμα ABCP περιλαμβάνει ειδικό αποθεματικό για τον κίνδυνο απομείωσης αξίας,

(ιδ)  το μέγεθος του απαιτούμενου επιπέδου πιστωτικής ενίσχυσης στο πρόγραμμα ABCP υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη μακροχρόνια ιστορικά δεδομένα για τις ζημίες, την κατάσταση καθυστερήσεων, τις απομειώσεις αξίας και την κυκλοφοριακή ταχύτητα των εισπρακτέων ποσών,

(ιε)  το πρόγραμμα ABCP περιλαμβάνει διαρθρωτικά στοιχεία στα αγοραζόμενα ανοίγματα, προκειμένου να περιορίσει τη δυνητική επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας του υποκείμενου χαρτοφυλακίου. Τα στοιχεία αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν όρια κλεισίματος ειδικά για μια ομάδα ανοιγμάτων,

(ιστ)  το ίδρυμα αξιολογεί τα χαρακτηριστικά της υποκείμενης ομάδας στοιχείων ενεργητικού, όπως η σταθμισμένη μέση πιστοληπτική της ικανότητα, και εντοπίζει τυχόν συγκεντρώσεις σε έναν μεμονωμένο οφειλέτη ή γεωγραφική περιοχή και τη διασπορά της ομάδας στοιχείων ενεργητικού.

(3)  Εάν η εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο στ), πραγματοποιείται από τις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου, ελέγχου πίστεως ή διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος, οι λειτουργίες αυτές πρέπει να είναι ανεξάρτητες από τη σχετική με τα προγράμματα ABCP δραστηριότητα, καθώς και από τις υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τις σχέσεις με την πελατεία.

(4)  Τα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια να χρησιμοποιούν την προσέγγιση ΙΑΑ δεν επιστρέφουν στη χρήση άλλων μεθόδων για τις θέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΙΑΑ, εκτός εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στις αρμόδιες αρχές ότι έχει πολύ σημαντικό λόγο να το πράξει,

(β)  το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 266

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων δυνάμει της προσέγγισης IAA

(1)  Δυνάμει της προσέγγισης IAA, το ίδρυμα αντιστοιχίζει τη μη διαβαθμισμένη θέση στο ABCP με μία από τις βαθμίδες διαβάθμισης που ορίζονται στο άρθρο 265 παράγραφος 2 στοιχείο δ) με βάση την εσωτερική του αξιολόγηση. Στη θέση αποδίδεται τεκμαιρόμενη διαβάθμιση που είναι ισοδύναμη με τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις που αντιστοιχούν σε αυτή τη βαθμίδα διαβάθμισης, σύμφωνα με το άρθρο 265 παράγραφος 2 στοιχείο δ).

(2)  Η διαβάθμιση που τεκμαίρεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι τουλάχιστον ισοδύναμη ή καλύτερη του επενδυτικού βαθμού κατά τον χρόνο που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά και αντιμετωπίζεται ως αποδεκτή πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 261 ή το άρθρο 262, ανάλογα με την περίπτωση.

Ενότητα 4

Ανώτατα όρια για θέσεις τιτλοποίησης

Άρθρο 267

Μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα: Προσέγγιση διαφάνειας

(1)  Ένα ίδρυμα που έχει γνώση ανά πάσα στιγμή της σύνθεσης των υποκείμενων ανοιγμάτων μπορεί να εφαρμόσει στη θέση τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα μέγιστο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ίσο με τον σταθμισμένο μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στα υποκείμενα ανοίγματα εάν αυτά δεν είχαν τιτλοποιηθεί.

(2)  Στην περίπτωση των ομάδων υποκείμενων ανοιγμάτων όπου το ίδρυμα χρησιμοποιεί αποκλειστικά την τυποποιημένη προσέγγιση ή την προσέγγιση IRB, ο μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου ισούται με τον σταθμισμένο ως προς το άνοιγμα μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στα υποκείμενα ανοίγματα σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 ή 3, αντίστοιχα, ως εάν να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

Στην περίπτωση των μικτών ομάδων, ο μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου υπολογίζεται ως εξής:

(α)  εάν το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση SEC-IRBA, στο τμήμα της υποκείμενης ομάδας που υπόκειται στην τυποποιημένη προσέγγιση και στο τμήμα της υποκείμενης ομάδας που υπόκειται στην προσέγγιση IRB εφαρμόζεται, αντίστοιχα, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου βάσει της προσέγγισης IRB,

(β)  εάν το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση SEC-SA ή την προσέγγιση SEC-ERBA, ο μέγιστος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για θέσεις τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα ισούται με τον σταθμισμένο μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης των υποκείμενων ανοιγμάτων.

(3)  Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν δυνάμει της προσέγγισης IRB, σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, περιλαμβάνει τον λόγο των αναμενόμενων ζημιών προς την έκθεση σε περίπτωση αθέτησης των υποκείμενων ανοιγμάτων επί 12,5.

(4)  Εάν από τον μέγιστο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 προκύψει συντελεστής κατώτερος από τους κατώτατους συντελεστές που ορίζονται στα άρθρα 259 έως 264, ανάλογα με την περίπτωση, χρησιμοποιείται ο πρώτος.

Άρθρο 268

Μέγιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

(1)  Ένα μεταβιβάζον ίδρυμα, ένα ανάδοχο ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προσέγγιση SEC-IRBA ή ένα μεταβιβάζον ίδρυμα ή ανάδοχο ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προσέγγιση SEC-ERBA ή SEC-SA μπορεί να εφαρμόσει μια μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση για τη θέση τιτλοποίησης που κατέχει, η οποία θα είναι ίση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που θα υπολογίζονταν σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 ή 3 σε σχέση με τα υποκείμενα ανοίγματα, εάν δεν είχαν τιτλοποιηθεί. Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, η κεφαλαιακή απαίτηση βάσει της προσέγγισης IRB περιλαμβάνει το ποσό των αναμενόμενων ζημιών που συνδέονται με τα εν λόγω ανοίγματα, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, και το ποσό των μη αναμενόμενων ζημιών επί 1,06.

(2)  Στην περίπτωση των μικτών ομάδων, η μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση καθορίζεται υπολογίζοντας τον σταθμισμένο ως προς το άνοιγμα μέσο όρο των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τμημάτων των υποκείμενων ανοιγμάτων βάσει της προσέγγισης IRB και της τυποποιημένης προσέγγισης, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

(3)  Η μέγιστη κεφαλαιακή απαίτηση είναι το γινόμενο του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 επί τον συντελεστή Ρ που υπολογίζεται ως εξής:

(α)  για ένα ίδρυμα που έχει μία ή περισσότερες θέσεις σε τιτλοποίηση σε ένα μόνο τμήμα, ο συντελεστής P ισούται με τον λόγο του ονομαστικού ποσού των θέσεων τιτλοποίησης που κατέχει το ίδρυμα στο εν λόγω δεδομένο τμήμα προς το ονομαστικό ποσό του τμήματος,

(β)  για ένα ίδρυμα που έχει θέσεις τιτλοποίησης σε διαφορετικά τμήματα, ο συντελεστής P είναι ίσος με τη μέγιστη αναλογία του τόκου σε όλα τα τμήματα. Για τον σκοπό αυτό, η αναλογία του τόκου για καθένα από τα διάφορα τμήματα υπολογίζεται όπως προβλέπεται στο στοιχείο α).

(4)  Κατά τον υπολογισμό της μέγιστης κεφαλαιακής απαίτησης για μια θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το σύνολο του ποσού οποιουδήποτε κέρδους από την πώληση και των εισπρακτέων τοκομεριδίων με πιστωτική ενίσχυση που προκύπτουν από τη συναλλαγή τιτλοποίησης αφαιρείται από τα Κεφάλαια Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

Ενότητα 5

Διάφορες διατάξεις

Άρθρο 269

Aπαγόρευση επανατιτλοποιήσεων

Τα υποκείμενα ανοίγματα που χρησιμοποιούνται σε μία τιτλοποίηση δεν περιλαμβάνουν τιτλοποιήσεις.

Άρθρο 270

Θέσεις με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα σε τιτλοποιήσεις ΜΜΕ

Ένα μεταβιβάζον ίδρυμα δύναται να υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για μια θέση τιτλοποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 260, 262 ή 264, ανάλογα με την περίπτωση, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  η τιτλοποίηση πληροί τις απαιτήσεις για την τιτλοποίηση STS που ορίζονται στο τμήμα 1 του κεφαλαίου 3 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων], ανάλογα με την περίπτωση, πλην του άρθρου 8 παράγραφος 1,

(β)  η θέση μπορεί να θεωρηθεί ως η θέση τιτλοποίησης με ανώτερη εξοφλητική προτεραιότητα,

(γ)  η τιτλοποίηση εξασφαλίζεται από μια ομάδα ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων, υπό τον όρο ότι τουλάχιστον το 70 % αυτών χαρακτηρίζονται, από άποψη ισορροπίας χαρτοφυλακίου, ως ΜΜΕ κατά την έννοια του άρθρου 501, κατά τον χρόνο της έκδοσης της τιτλοποίησης,

(δ)  ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με τις θέσεις που δεν διατηρούνται από το μεταβιβάζον ίδρυμα μεταφέρεται μέσω εγγύησης ή αντεγγύησης η οποία πληροί τις απαιτήσεις για μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που ορίζονται στο κεφάλαιο 4 για την τυποποιημένη προσέγγιση όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο,

(ε)  το τρίτο μέρος στο οποίο μεταφέρεται ο πιστωτικός κίνδυνος, και το οποίο μπορεί επίσης να ενεργεί ως εγγυητής ή αντεγγυητής, είναι ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: η κεντρική κυβέρνηση ή η κεντρική τράπεζα κράτους μέλους· πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης· διεθνής οργανισμός ή οντότητα προώθησης, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανοίγματα έναντι του εγγυητή ή του αντεγγυητή πληρούν τις προϋποθέσεις για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 %, σύμφωνα με το τρίτο μέρος κεφάλαιο ΙΙ.

Άρθρο 270α

Πρόσθετος συντελεστής στάθμισης κινδύνου

(1)  Εάν ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου 2 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων] ως προς οιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο τους, λόγω αμελείας ή παράλειψης από πλευράς του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν αναλογικό πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο προς τουλάχιστον 250 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου (με ανώτατο όριο το 1 250 %), που εφαρμόζεται στις σχετικές θέσεις τιτλοποίησης με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 247 παράγραφος 6 ή το άρθρο 337 παράγραφος 3, αντίστοιχα. Ο πρόσθετος συντελεστής στάθμισης κινδύνου αυξάνεται βαθμιαία με κάθε μεταγενέστερη παράβαση των διατάξεων περί δέουσας επιμέλειας. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις εξαιρέσεις για ορισμένες τιτλοποιήσεις του άρθρου 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων], μειώνοντας τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου, που κατά τα άλλα θα εφάρμοζαν βάσει του παρόντος άρθρου για μια τιτλοποίηση υπαγόμενη στο άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων].

(2)  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να παράσχει ενιαίους όρους όσον αφορά την εφαρμογή της παραγράφου 1▌.

   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή εντός ... [έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Ενότητα 4

Εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις

Άρθρο 270β

Χρησιμοποίηση πιστοληπτικών αξιολογήσεων από ΕΟΠΑ

Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν πιστοληπτικές αξιολογήσεις για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης κινδύνου μιας θέσης τιτλοποίησης σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, μόνο εάν η πιστοληπτική αξιολόγηση έχει εκδοθεί ή έχει προσυπογραφεί από ΕΟΠΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009.

Άρθρο 270γ

Απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ

Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το τμήμα 3, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ, μόνο εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α)  δεν υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των ειδών πληρωμών που λαμβάνονται υπόψη στην πιστοληπτική αξιολόγηση και των ειδών πληρωμών που δικαιούται να λάβει το ίδρυμα βάσει της σύμβασης που δημιουργεί τη σχετική θέση τιτλοποίησης,

(β)  ο ΕΟΠΑ δημοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις και πληροφορίες σχετικά με τις ζημίες και τις ταμειακές ροές, καθώς και την ευαισθησία των διαβαθμίσεων σε μεταβολές των υποκείμενων παραδοχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδόσεων των υποκείμενων ανοιγμάτων, καθώς και τις διαδικασίες, τις μεθοδολογίες, τις παραδοχές και τα βασικά υποκείμενα στοιχεία των πιστοληπτικών αξιολογήσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, οι πληροφορίες θεωρούνται δημόσια διαθέσιμες, εφόσον είναι δημοσιευμένες σε προσβάσιμη μορφή. Δεν θεωρούνται δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες μόνο σε περιορισμένο αριθμό οντοτήτων,

(γ)  οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις περιλαμβάνονται στον πίνακα μετάβασης του ΕΟΠΑ,

(δ)  οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις δεν βασίζονται εν όλω ή εν μέρει σε μη χρηματοδοτούμενη υποστήριξη παρεχόμενη από το ίδιο το ίδρυμα. Εάν μια θέση βασίζεται εν όλω ή εν μέρει σε μη χρηματοδοτούμενη υποστήριξη, το ίδρυμα θεωρεί τη θέση αυτή ως εάν να ήταν μη διαβαθμισμένη για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τη θέση αυτή σύμφωνα με το τμήμα 3,

(ε)  ο ΕΟΠΑ έχει δεσμευτεί να δημοσιεύει εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η απόδοση των υποκείμενων ανοιγμάτων επηρεάζει την πιστοληπτική αξιολόγηση.

Άρθρο 270δΧρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων

(1)  Ένα ίδρυμα μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ των οποίων θα χρησιμοποιεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων του σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο (εφεξής «καθορισμένος ΕΟΠΑ»).

(2)  Ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις με συνέπεια και όχι επιλεκτικά για τις θέσεις τιτλοποίησης που κατέχει και, για τον σκοπό αυτό, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(α)  το ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ενός ΕΟΠΑ για τις θέσεις του σε ορισμένα τμήματα και τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις άλλου ΕΟΠΑ για τις θέσεις του σε άλλα τμήματα της ιδίας τιτλοποίησης, είτε αυτές έχουν διαβαθμιστεί από τον πρώτο ΕΟΠΑ είτε όχι,

(β)  εάν μια θέση έχει δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη λιγότερο ευνοϊκή αξιολόγηση,

(γ)  εάν μια θέση έχει τρεις ή περισσότερες πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, χρησιμοποιούνται οι δύο ευνοϊκότερες. Εάν οι δύο ευνοϊκότερες αξιολογήσεις είναι διαφορετικές, χρησιμοποιείται η λιγότερο ευνοϊκή από τις δύο,

(δ)  ένα ίδρυμα δεν μπορεί να ζητήσει ενεργά την απόσυρση των λιγότερο ευνοϊκών διαβαθμίσεων.

(3)  Σε περίπτωση που τα υποκείμενα ανοίγματα σε μια τιτλοποίηση τυγχάνουν πλήρους ή μερικής αποδεκτής πιστωτικής προστασίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, και η επίπτωση της προστασίας αυτής έχει αποτυπωθεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση μιας θέσης τιτλοποίησης από καθορισμένο ΕΟΠΑ, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που σχετίζεται με την εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση. Σε περίπτωση που η πιστωτική προστασία που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο δεν είναι αποδεκτή δυνάμει του κεφαλαίου 4, η πιστοληπτική αξιολόγηση δεν αναγνωρίζεται και η θέση τιτλοποίησης θεωρείται μη διαβαθμισμένη.

(4)  Σε περίπτωση που μια θέση τιτλοποίησης τυγχάνει αποδεκτής πιστωτικής προστασίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, και η επίπτωση της προστασίας αυτής έχει αποτυπωθεί στην πιστοληπτική της αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, το ίδρυμα αντιμετωπίζει τη θέση τιτλοποίησης ως εάν να ήταν μη διαβαθμισμένη και υπολογίζει τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

Άρθρο 270ε

Αντιστοίχιση τιτλοποιήσεων

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να αντιστοιχίσει με αντικειμενικό και συνεπή τρόπο τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο σε σχέση με τις σχετικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις όλων των ΕΟΠΑ. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ ενεργεί ιδίως ως εξής:

(α)  διαφοροποιεί τους σχετικούς βαθμούς κινδύνου που εκφράζει κάθε αξιολόγηση,

(β)  λαμβάνει υπόψη ποσοτικούς παράγοντες όπως τα ποσοστά αθέτησης ή ζημίας και το ιστορικό των επιδόσεων των πιστοληπτικών αξιολογήσεων κάθε ΕΟΠΑ σε διαφορετικές κατηγορίες ενεργητικού,

(γ)  λαμβάνει υπόψη ποιοτικούς παράγοντες, όπως το φάσμα των συναλλαγών που αξιολογούνται από τον ΕΟΠΑ, τη μεθοδολογία του και το περιεχόμενο των πιστοληπτικών αξιολογήσεών του, ιδίως εάν οι αξιολογήσεις αυτές λαμβάνουν υπόψη την αναμενόμενη ζημία ή την πρωτεύουσα ζημία σε ευρώ, καθώς και εάν βασίζεται στην τακτική ή την τελική καταβολή των τόκων,

(δ)  μεριμνά ώστε οι θέσεις τιτλοποίησης στις οποίες εφαρμόζεται η ίδια στάθμιση κινδύνου, με βάση τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ΕΟΠΑ, να ενέχουν ισοδύναμους βαθμούς πιστωτικού κινδύνου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή εντός ... [έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 270στ

Μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων

1. Μέσα στα όρια των αντίστοιχων καθηκόντων τους, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου είναι υπεύθυνο για τη μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων της Ένωσης και η ΕΑΤ είναι υπεύθυνη για τη μικροπροληπτική εποπτεία, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τμήματος της αγοράς και κάθε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού.

2. Σε συνέχεια της δημοσίευσης της διετούς έκθεσής της για την αγορά τιτλοποιήσεων, που αναφέρεται στο άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΕ) .../...(7) [κανονισμός STS], και προκειμένου να αντανακλώνται οι μεταβολές στις συνθήκες της αγοράς, να μην αναπτύσσονται «φούσκες» στοιχείων ενεργητικού στα διάφορα τμήματα της αγοράς ή σε κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, και να προλαμβάνεται το κλείσιμο τμημάτων της αγοράς σε περιόδους κρίσης, η Επιτροπή εξετάζει, εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση της έκθεσης και, εν συνεχεία, ανά διετία, κατά πόσο απαιτείται προσαρμογή των ακόλουθων στοιχείων, κατά περίπτωση:

(α) των ελάχιστων επιπέδων κινδύνου τιτλοποιήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 259, 260, 261, 263 και 264,

(β) του δείκτη μόχλευσης, της αναλογίας κάλυψης ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 412, του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων στην αγορά τιτλοποιήσεων, και

(γ) της χρήσης, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, των μακροπροληπτικών εργαλείων σε σχέση με τον δανειοδότη τα οποία τους ανατίθενται δυνάμει των άρθρων 124 και 126 με σκοπό την αύξηση των συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τα δάνεια ακινήτων ή την αύξηση της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης για τιτλοποιημένα στεγαστικά δάνεια.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 462 για την τροποποίηση των διατάξεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και εντός των ορίων που ορίζονται σε αυτό.

3. Σε συνέχεια της δημοσίευσης της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός STS] και βάσει των άρθρων 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, το ΕΣΣΚ υποβάλλει στα κράτη μέλη συστάσεις προσδιορίζοντας, κατά περίπτωση, την επανεξέταση μέτρων σε σχέση με τον δανειολήπτη, συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής της μέγιστης τιμής δανείων προς αξία, δανείων προς εισόδημα ή εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα για τα στοιχεία ενεργητικού προς τιτλοποίηση, προκειμένου να περιοριστεί η υπερβολική πιστωτική επέκταση. '

(8)  Το άρθρο 337 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 337

Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για μέσα τιτλοποίησης

(1)  Για μέσα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών που είναι θέσεις τιτλοποίησης, το ίδρυμα σταθμίζει τις καθαρές θέσεις, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 327 παράγραφος 1, με 8 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφάρμοζε το ίδρυμα για τη θέση στα λοιπά χαρτοφυλάκια πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 5 τμήμα 3.

(2)  Κατά τον προσδιορισμό των συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι εκτιμήσεις των PD και LGD μπορούν εναλλακτικά να προσδιορίζονται βάσει εκτιμήσεων που προκύπτουν από μια προσέγγιση IRC ενός ιδρύματος που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα για τον ειδικό κίνδυνο των χρεωστικών τίτλων. Η τελευταία εναλλακτική μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, η οποία χορηγείται εάν οι ανωτέρω εκτιμήσεις πληρούν τις ποσοτικές απαιτήσεις για την προσέγγιση IRB που προβλέπονται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 3.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη χρήση των εκτιμήσεων των PD και LGD ως στοιχείων, εφόσον οι εν λόγω εκτιμήσεις βασίζονται σε προσέγγιση IRC.

(3)  Για θέσεις τιτλοποίησης που υπόκεινται σε πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 247 παράγραφος 6, εφαρμόζεται ποσοστό 8 % επί του προβλεπόμενου συνολικού συντελεστή στάθμισης κινδύνου.

(4)  Το ίδρυμα αθροίζει τις σταθμισμένες θέσεις του, οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, ανεξάρτητα από το εάν είναι θετικές ή αρνητικές, προκειμένου να υπολογίσει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων έναντι του ειδικού κινδύνου, εκτός από τις θέσεις τιτλοποίησης που υπόκεινται στο άρθρο 338 παράγραφος 4.

(5)  Όταν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα παραδοσιακής τιτλοποίησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη σημαντική μεταφορά κινδύνου που ορίζονται στο άρθρο 244, περιλαμβάνει τα υποκείμενα ανοίγματα στην τιτλοποίηση στον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων ως εάν τα ανοίγματα αυτά να μην είχαν τιτλοποιηθεί.

Όταν ένα μεταβιβάζον ίδρυμα σύνθετης τιτλοποίησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη σημαντική μεταφορά κινδύνου που ορίζονται στο άρθρο 245, περιλαμβάνει τα υποκείμενα ανοίγματα στην τιτλοποίηση στον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων ως εάν τα ανοίγματα αυτά να μην είχαν τιτλοποιηθεί και δεν λαμβάνει υπόψη την επίπτωση της σύνθετης τιτλοποίησης για τους σκοπούς της πιστωτικής προστασίας».

(9)  Το πέμπτο μέρος διαγράφεται και όλες οι αναφορές στο πέμπτο μέρος ερμηνεύονται ως αναφορές στα άρθρα 3, 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) .../... [κανονισμός περί τιτλοποιήσεων].

(10)  Στο άρθρο 456 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ια):

(α)  την τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων θέσεων τιτλοποίησης, όπως ορίζονται στα άρθρα 247 έως 270α, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις ή τροποποιήσεις των διεθνών προτύπων σχετικά με τις τιτλοποιήσεις.

(11)  Στο άρθρο 457, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

(α)  «στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τιτλοποίηση που ορίζονται στα άρθρα 242 έως 270α».

(12)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 519α:

«Άρθρο 519α

Έκθεση

Εντός … [δύο ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 5, στο πλαίσιο των εξελίξεων στις αγορές τιτλοποιήσεων, μεταξύ άλλων από μακροπροληπτική και οικονομική άποψη. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, αν είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση και, ειδικότερα, αξιολογεί τα ακόλουθα σημεία:

(α) τον αντίκτυπο της ιεραρχίας των μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 254 για την έκδοση και την επενδυτική δραστηριότητα των ιδρυμάτων στις αγορές τιτλοποίησης στην Ένωση,

(β) τις επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης και των κρατών μελών, με ιδιαίτερη έμφαση στο ενδεχόμενο δημιουργίας «κερδοσκοπικών φουσκών» στην αγορά ακινήτων και στην αύξηση των διασυνδέσεων μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

(γ) ποια μέτρα είναι αναγκαία για τη μείωση και αντιμετώπιση των τυχόν αρνητικών επιπτώσεων που έχουν οι τιτλοποιήσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μεταξύ άλλων το ενδεχόμενο θέσπισης ενός ανώτατου ορίου ανοίγματος σε τιτλοποίηση σε σχέση με το σύνολο του ενεργητικού· και

(δ) τις επιπτώσεις στη σταθερότητα της πιστωτικής δραστηριότητας και την ικανότητα εξασφάλισης ενός βιώσιμου χρηματοδοτικού διαύλου για την πραγματική οικονομία, με ιδιαίτερη έμφαση στις ΜΜΕ.

Άρθρο 2

Μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς θέσεις τιτλοποίησης

Όσον αφορά τις θέσεις τιτλοποίησης που εκκρεμούν στις [ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2/καθορισμένη ημερομηνία], τα ιδρύματα δύνανται να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 5 και στο άρθρο 337 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, στην έκδοση που ίσχυαν στις [προηγουμένη της ημερομηνίας που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2], με την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα:

(α)  γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να εφαρμόσει το άρθρο αυτό, το αργότερο έως τις [καθορισμένη ημερομηνία],

(β)  εφαρμόζει το παρόν άρθρο σε όλες τις εκκρεμείς θέσεις τιτλοποίησης που κατέχει το ίδρυμα στις [ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2/καθορισμένη ημερομηνία].

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος και ημερομηνία εφαρμογής

(1)  Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2)  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό ΚοινοβούλιοΓια το Συμβούλιο

Ο ΠρόεδροςΟ Πρόεδρος

(1)

  ΕΕ C 219 της 17.6.2016, σ. 2.

(2)

  ΕΕ C 82 της 3.3.2016, σ. 1.

(3)

* Τροπολογίες: το νέο ή το τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες· οι διαγραφές σημειώνονται με το σύμβολο ▌.

(4)

  ΕΕ C 68 της 6.3.2012, σ. 39.

(5)

  Βλέπε https://www.eba.europa.eu/documents/10180/950548/EBA+report+on+qualifying+securitisation.pdf

(6)

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).

(7)

Πρόταση κανονισμού COM(2015)0472 - C8-0288/2015 – 2015/0226(COD) - Κοινοί κανόνες για τιτλοποιήσεις και δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2015)0473 – C8-0289/2015 – 2015/0225(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

30.9.2015

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

14.10.2015

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

14.10.2015

 

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

JURI

13.10.2015

 

 

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Othmar Karas

28.11.2016

 

 

 

Εισηγητές που αντικαταστάθηκαν

Pablo Zalba Bidegain

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

24.5.2016

13.6.2016

21.6.2016

11.10.2016

Ημερομηνία έγκρισης

8.12.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

40

9

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, Udo Bullmann, Esther de Lange, Fabio De Masi, Anneliese Dodds, Markus Ferber, Jonás Fernández, Neena Gill, Sylvie Goulard, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Petr Ježek, Othmar Karas, Alain Lamassoure, Philippe Lamberts, Werner Langen, Ivana Maletić, Fulvio Martusciello, Costas Mavrides, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Dimitrios Papadimoulis, Sirpa Pietikäinen, Dariusz Rosati, Pirkko Ruohonen-Lerner, Alfred Sant, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Paul Tang, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Jakob von Weizsäcker

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

David Coburn, Ildikó Gáll-Pelcz, Eva Joly, Siegfried Mureşan, Joachim Starbatty, Tibor Szanyi

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Salvatore Cicu, Jan Huitema, Seán Kelly, Mairead McGuinness, Jens Nilsson

Ημερομηνία κατάθεσης

19.12.2016

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου