Διαδικασία : 2016/2266(IMM)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0203/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0203/2017

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 01/06/2017 - 7.1

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0232

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 707kWORD 56k
29.5.2017
PE 595.653v03-00 A8-0203/2017

σχετικά με την αίτηση άρσης της βουλευτικής ασυλίας του Béla Kovács

(2016/2266(IMM))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Εισηγήτρια: Heidi Hautala

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την αίτηση άρσης της βουλευτικής ασυλίας του Béla Kovács

(2016/2266(IMM))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την αίτηση για την άρση της ασυλίας του Béla Kovács, η οποία διαβιβάσθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2016 από τον Δρα Péter Polt, Γενικό Εισαγγελέα της Ουγγαρίας, σε συνάρτηση με την ποινική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του από το Κεντρικό Ανακριτικό Γραφείο της Κεντρικής Εισαγγελίας, και η οποία ανακοινώθηκε στην Ολομέλεια στις 3 Οκτωβρίου 2016,

–  έχοντας καλέσει τον κ. Kovács σε ακρόαση στις 12 Ιανουαρίου, στις 30 Ιανουαρίου και στις 22 Μαρτίου 2017, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 6 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της Πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 περί της εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία,

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12 Μαΐου 1964, 10 Ιουλίου 1986, 15 και 21 Οκτωβρίου 2008, 19 Μαρτίου 2010, 6 Σεπτεμβρίου 2011 και 17 Ιανουαρίου 2013(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 4 παράγραφος 2 του Θεμελιώδους Νόμου της Ουγγαρίας, το άρθρο 10 παράγραφος 2 και 12 παράγραφος 1 του νόμου LVII του 2004 σχετικά με το καθεστώς των ούγγρων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και το άρθρο 74 παράγραφοι 1 και 3 του νόμου XXXVI του 2012 σχετικά με την Εθνοσυνέλευση της Ουγγαρίας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 5 παράγραφος 2, το άρθρο 6 παράγραφος 1 και το άρθρο 9 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0203/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Ουγγαρίας ζήτησε την άρση της ασυλίας ενός βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Béla Kovács, έτσι ώστε να διενεργηθούν έρευνες για να αποφασιστεί κατά πόσο θα του απαγγελθεί κατηγορία για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού με αποτέλεσμα σημαντική οικονομική απώλεια, σύμφωνα με το άρθρο 396 παράγραφος 1 στοιχείο α) του ουγγρικού ποινικού κώδικα, καθώς και το αδίκημα της πολλαπλής χρήσης πλαστών ιδιωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 345 του ποινικού κώδικα· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, όποιος χρησιμοποιεί παραποιημένο ή πλαστό ιδιωτικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο με ανακριβές περιεχόμενο ως αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη, τη μεταβολή ή τη λήξη δικαιώματος ή υποχρέωσης, διαπράττει πλημμέλημα τιμωρούμενο με στερητική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν, εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του Θεμελιώδους Νόμου της Ουγγαρίας, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν ασυλίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 του νόμου LVII του 2004 σχετικά με το νομικό καθεστώς των ούγγρων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν των ίδιων ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του ουγγρικού Κοινοβουλίου και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1, η απόφαση περί άρσης της ασυλίας βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1 του νόμου XXXVI του 2012 σχετικά με την Εθνοσυνέλευση, είναι απαραίτητη η προηγούμενη έγκριση της Εθνοσυνέλευσης προκειμένου να κινηθεί εναντίον βουλευτή ποινική διαδικασία ή, σε περίπτωση κατά την οποία η ασυλία δεν αίρεται οικειοθελώς, διαδικασία για παράβαση πταισματικής φύσεως· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 3 του ίδιου νόμου, έως την απαγγελία της κατηγορίας, η αίτηση για άρση της ασυλίας υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφοι 1 και 2 της απόφασης 2005/684/ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2), οι βουλευτές δικαιούνται υποστήριξης από προσωπικούς συνεργάτες, τους οποίους μπορούν ελεύθερα να επιλέγουν, και το Κοινοβούλιο καταβάλλει τις πραγματικές δαπάνες που προκύπτουν από την απασχόλησή τους·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 4 της απόφασης του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 19ης Μαΐου και της 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα έξοδα που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο μιας σύμβασης ασκουμένου, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το Προεδρείο, μπορούν επίσης να καλυφθούν·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο Ι παράγραφος 1 της απόφασης του Προεδρείου, της 19ης Απριλίου 2010, με θέμα τους κανόνες που αφορούν ασκούμενους των βουλευτών, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορούν, με σκοπό να συμβάλλουν στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση στην Ευρώπη, καθώς και στη βελτίωση της κατανόησης της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να παρέχουν σε ασκούμενους τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν πρακτική άσκηση στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο κατά τις συνόδους της Ολομελείας ή στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους ως βουλευτών στη χώρα στην οποία εξελέγησαν·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 και 2 των κανόνων που αφορούν τους ασκούμενους, ειδικές ρυθμίσεις που σχετίζονται με την άσκηση μπορούν να περιλαμβάνονται σε έγγραφη σύμβαση άσκησης, την οποία υπογράφουν τόσο ο βουλευτής όσο και ο ασκούμενος· λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρα που ορίζει ρητώς ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4, οι δαπάνες που αφορούν τις περιόδους πρακτικής άσκησης, συμπεριλαμβανομένων των υποτροφιών καθώς και του κόστους ασφαλιστικής κάλυψης, εφόσον καταβληθούν από τον βουλευτή, καλύπτονται από την αποζημίωση βουλευτικής επικουρίας, όπως αναφέρει το άρθρο 33 παράγραφος 4 των μέτρων εφαρμογής και εντός των ορίων της αποζημίωσης αυτής·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την τελευταία πρόταση του άρθρου 1 παράγραφος 1 των κανόνων που αφορούν τους ασκούμενους, η υποτροφία που παρέχεται σε ασκούμενο απαγορεύεται να συνιστά στην πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη μορφή αμοιβής· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1, οι ασκούμενοι βρίσκονται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου πρακτικής άσκησης υπό την αποκλειστική ευθύνη του βουλευτή, στο πλευρό του οποίου πραγματοποιούν την άσκηση·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση το Κοινοβούλιο δεν έχει διαπιστώσει ότι υπάρχουν ενδείξεις περί fumus persecutionis, δηλαδή μια αρκούντως σοβαρή και αποχρώσα υπόνοια ότι η αίτηση για άρση της ασυλίας συνδέεται με δίωξη που ασκήθηκε με σκοπό να παρεμποδίσει την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση του τέως Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να επιβάλει ποινή επίπληξης εις βάρος του κ. Kovács εξ αιτίας της παραβίασης του άρθρου 1 στοιχείο α) του κώδικα δεοντολογίας(3) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση που παράγει δεδικασμένο το οποίο καλύπτει τα ζητήματα για τα οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη από την Κεντρική Εισαγγελία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής ne bis in idem· λαμβάνοντας υπόψη ότι, συνεπώς, η ποινή που επέβαλε ο τέως Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του κώδικα δεοντολογίας δεν συνιστά κώλυμα για την κίνηση ή τη συνέχιση ποινικής δίωξης στην Ουγγαρία, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο θα απαγγελθεί κατηγορία·

1.  αποφασίζει να άρει τη βουλευτική ασυλία του Béla Kovács·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμελλητί την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στην αρμόδια αρχή της Ουγγαρίας και στον Béla Kovács.

(1)

Απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Μαΐου 1964, στην υπόθεση 101/63, Wagner κατά Fohrmann και Krier, ECLI:EU:C:1964:28· απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Ιουλίου 1986, στην υπόθεση 149/85, Wybot κατά Faure και άλλων, ECLI:EU:C:1986:310· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 15ης Οκτωβρίου 2008, στην υπόθεση T-345/05, Mote κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2008:440· απόφαση του Δικαστηρίου, της 21ης Οκτωβρίου 2008, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/07 και C-201/07, Marra κατά De Gregorio και Clemente, ECLI:EU:C:2008:579· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 19ης Μαρτίου 2010, στην υπόθεση T-42/06, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2010:102· απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, στην υπόθεση C-163/10, Patriciello, ECLI: EU:C:2011:543· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 17ης Ιανουαρίου 2013, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-346/11 και T-347/11, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2013:23.

(2)

ΕΕ L 262 της 7.10.2005, σ. 1.

(3)

Βλέπε το παράρτημα Ι του Κανονισμού σχετικά με τον κώδικα δεοντολογίας για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε θέματα οικονομικών συμφερόντων και σύγκρουσης συμφερόντων.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Ιστορικό

Κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2016, ο Πρόεδρος ανακοίνωσε, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του Κανονισμού, ότι είχε λάβει επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ουγγαρίας Δρα Polt, η οποία του διαβιβάστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2016 και διά της οποίας ζητείτο η άρση της βουλευτικής ασυλίας του Béla Kovács.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του Κανονισμού, ο Πρόεδρος παρέπεμψε την εν λόγω αίτηση στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων.

Η αίτηση για άρση της ασυλίας του Béla Kovács υποβλήθηκε βάσει της εύλογης υπόνοιας ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού με αποτέλεσμα σημαντική οικονομική απώλεια, σύμφωνα με το άρθρο 396 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 3 στοιχείο α) του ουγγρικού ποινικού κώδικα, καθώς και το αδίκημα της πολλαπλής χρήσης πλαστού ιδιωτικού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 345 του ποινικού κώδικα.

Σύμφωνα με το άρθρο 396 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 3 στοιχείο α), «Όποιος: a) παραπλανά άλλο πρόσωπο ή δεν αίρει την προκληθείσα σε αυτό πλάνη, ή αποκρύπτει γνωστά πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τυχόν υποχρέωση καταβολής ποσού από τον προϋπολογισμό ή σε σχέση με ποσά που έχουν καταβληθεί ή είναι καταβλητέα από τον προϋπολογισμό, ή προβαίνει σε σχετική ψευδή δήλωση· (…) (3) Προβλέπεται ποινή φυλάκισης ενός έως πέντε ετών, εάν: a) η απάτη σε βάρος του προϋπολογισμού προκάλεσε σημαντική οικονομική απώλεια».

Σύμφωνα με το άρθρο 345 του ουγγρικού ποινικού κώδικα: «Όποιος χρησιμοποιεί παραποιημένο ή πλαστό ιδιωτικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο με ανακριβές περιεχόμενο ως αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη, τη μεταβολή ή τη λήξη δικαιώματος ή υποχρέωσης, διαπράττει πλημμέλημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος».

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο κ. Kovács υπέγραψε συμβάσεις πρακτικής άσκησης με τρεις ασκούμενους, οι οποίες ανέφεραν ψευδώς ότι τα μέρη συνήψαν έννομη σχέση με σκοπό να πραγματοποιηθεί πρακτική άσκηση· ότι η πρακτική άσκηση θα πραγματοποιείτο στις Βρυξέλλες και θα συνιστούσε θέση πλήρους απασχόλησης· ότι, κατά τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης, οι ασκούμενοι θα διέμεναν στις Βρυξέλλες σε διεύθυνση που προσδιοριζόταν στη σύμβαση και η οποία ήταν η ίδια με τη διεύθυνση του Béla Kovács στις Βρυξέλλες.

Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι με την υπογραφή των συμβάσεων άσκησης, την κατάθεσή τους μαζί με τα απαιτούμενα έγγραφα στην αρμόδια υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και την απόκρυψη της εικονικότητας της πρακτικής άσκησης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο κ. Kovács παραβίασε το άρθρο 1 παράγραφος 1 των κανόνων που αφορούν τους ασκούμενους, σύμφωνα με το οποίο η υποτροφία που χορηγείται σε ασκούμενο απαγορεύεται να συνιστά στη πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη μορφή αμοιβής.

Ο κ. Kovács απέστειλε απάντηση προς τον Πρόεδρο, στην οποία δήλωσε ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν είχε ακόμα ενημερωθεί επισήμως σχετικά με την έκθεση της OLAF, ούτε του είχε χορηγηθεί πρόσβαση στον φάκελό του από την OLAF. Στην εν λόγω επιστολή, ο κ. Kovács διευκρίνισε, επίσης, ότι όλοι οι ασκούμενοί του εκτελούσαν τα καθήκοντά τους κατόπιν αιτήματός του και υπό την εποπτεία του σε διάφορους τόπους, μεταξύ άλλων στις Βρυξέλλες και στη Βουδαπέστη.

Ο κ. Kovács τόνισε επίσης ότι πρόθεσή του ήταν να πραγματοποιηθούν όλες οι πρακτικές ασκήσεις σύμφωνα με όλες τις οικείες ρυθμίσεις και τους οικείους κανόνες, καθώς και ότι δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει αδικαιολόγητη καταβολή δαπανών οποιασδήποτε μορφής.

2. Νομοθετικές διατάξεις και διαδικασία σχετικά με την ασυλία των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως εξής:

Άρθρο 9

Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:

α)

εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους,

β)

εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.

Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.

Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.

Δεδομένου ότι η Ουγγαρία ζητεί την άρση της ασυλίας, εφαρμόζεται ο ουγγρικός νόμος σχετικά με την κοινοβουλευτική ασυλία, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α). Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 του Θεμελιώδους Νόμου της Ουγγαρίας, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν ασυλίας. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 του νόμου LVII του 2004 σχετικά με το νομικό καθεστώς των ούγγρων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν των ίδιων ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του ουγγρικού Κοινοβουλίου και σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1 του νόμου XXXVI του 2012 σχετικά με την Εθνοσυνέλευση, είναι απαραίτητη η προηγούμενη έγκριση της Εθνοσυνέλευσης προκειμένου να κινηθεί ή να συνεχιστεί ποινική δίωξη και προκειμένου να επιβληθεί ή να εκτελεστεί περιοριστικό μέτρο κατά βουλευτή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 3, η αίτηση άρσης της ασυλίας πρέπει να υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα.

Τα άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 9 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν ως εξής:

Άρθρο 5

Προνόμια και ασυλίες

1. Οι βουλευτές απολαύουν των προνομίων και ασυλιών που ορίζονται στο πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, ενεργεί με σκοπό τη διατήρηση της ακεραιότητάς του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο των βουλευτών, αλλά εγγύηση της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου στο σύνολό του και των βουλευτών του.

(...)

Άρθρο 9 

 Διαδικασίες σχετικά με την ασυλία

1. Κάθε αίτηση η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο από αρμόδια αρχή κράτους μέλους με σκοπό την άρση της ασυλίας ενός βουλευτή, ή από βουλευτή ή πρώην βουλευτή με σκοπό την προάσπιση των προνομίων και της ασυλίας, ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.

2. Με τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου βουλευτή ή πρώην βουλευτή, η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται από άλλο βουλευτή, στον οποίο μπορεί να επιτραπεί να εκπροσωπεί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή ή πρώην βουλευτή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

Ο βουλευτής που εκπροσωπεί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή ή πρώην βουλευτή δεν συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων της επιτροπής.

3. Η επιτροπή εξετάζει χωρίς καθυστέρηση, αλλά λαμβάνοντας υπόψη την σχετική περιπλοκότητά τους, τις αιτήσεις για άρση της ασυλίας ή τις αιτήσεις για προάσπιση των προνομίων και της ασυλίας.

4. Η επιτροπή καταρτίζει πρόταση αιτιολογημένης απόφασης που περιορίζεται σε σύσταση για την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης άρσης της ασυλίας ή προάσπισης των προνομίων και της ασυλίας. Τροπολογίες δεν γίνονται δεκτές. Σε περίπτωση απόρριψης μιας πρότασης, θεωρείται εγκριθείσα η αντίθετη απόφαση.

5. Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την ενδιαφερόμενη αρχή να της παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση θεωρεί αναγκαία προκειμένου να σχηματίσει γνώμη για το εάν η ασυλία πρέπει να αρθεί ή να προασπισθεί.

6. Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του και μπορεί να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα γραπτά στοιχεία θεωρεί χρήσιμα.

Ο βουλευτής δεν παρίσταται στις συζητήσεις σχετικά με την αίτηση άρσης ή υπεράσπισης της ασυλίας του, παρά μόνο στην ίδια την ακρόαση.

Ο πρόεδρος της επιτροπής καλεί τον βουλευτή σε ακρόαση, προσδιορίζοντας την ημερομηνία και την ώρα αυτής. Ο βουλευτής δύναται να παραιτηθεί του δικαιώματος ακρόασης.

Εάν ο βουλευτής δεν παραστεί στην ακρόαση σύμφωνα με την εν λόγω πρόσκληση, λογίζεται ότι παραιτήθηκε του δικαιώματος ακρόασης, εκτός εάν ζητήσει να μη συμμετάσχει στην ακρόαση κατά την προτεινόμενη ημερομηνία και ώρα, αιτιολογώντας την απουσία του. Ο πρόεδρος της επιτροπής αποφασίζει εάν θα κάνει δεκτή την ως άνω αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τους εκτιθέμενους λόγους· κατά της απόφασης του προέδρου δεν επιτρέπεται προσφυγή.

Εάν ο πρόεδρος της επιτροπής δεχθεί την αίτηση, καλεί τον βουλευτή σε ακρόαση σε νέα ημερομηνία και ώρα. Εάν ο βουλευτής αγνοήσει τη δεύτερη πρόσκληση σε ακρόαση, η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς να έχει ακουσθεί ο βουλευτής. Στην περίπτωση αυτή, δεν γίνονται δεκτές περαιτέρω αιτήσεις ακρόασης ή μη συμμετοχής σε αυτή.

(…)

8. Η επιτροπή μπορεί να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αρμοδιότητα της εν λόγω αρχής και σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης, αλλά δεν αποφαίνεται σε καμία περίπτωση για την ενοχή ή μη βουλευτών ούτε για το σκόπιμο ή μη της ποινικής δίωξης για την έκφραση γνώμης ή τις πράξεις που τους καταλογίζονται, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξέταση της αίτησης παρέχει στην επιτροπή εμπεριστατωμένες πληροφορίες για την υπόθεση.

9. Η πρόταση απόφασης της επιτροπής εγγράφεται αυτοδικαίως στην ημερήσια διάταξη της πρώτης συνεδρίασης μετά την κατάθεσή της. Δεν επιτρέπεται να κατατεθεί οποιαδήποτε τροπολογία στην πρόταση αυτή.

Η συζήτηση περιορίζεται μόνο στους υπέρ και κατά λόγους για κάθε μία από τις προτάσεις άρσης ή διατήρησης της ασυλίας ή προάσπισης προνομίου ή ασυλίας.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 164, ο βουλευτής του οποίου τα προνόμια ή τις ασυλίες αφορά η υπόθεση δεν μπορεί να λάβει μέρος στη συζήτηση.

Η πρόταση ή οι προτάσεις απόφασης που περιέχονται στην έκθεση τίθενται σε ψηφοφορία κατά τη διάρκεια της πρώτης ώρας των ψηφοφοριών μετά τη συζήτηση.

Μετά από εξέταση του ζητήματος από το Κοινοβούλιο, διεξάγεται ξεχωριστή ψηφοφορία επί καθεμιάς από τις προτάσεις που περιλαμβάνει η έκθεση. Σε περίπτωση απόρριψης μιας πρότασης, θεωρείται εγκριθείσα η αντίθετη απόφαση.

(…)

11. Η επιτροπή εξετάζει αυτά τα ζητήματα και χειρίζεται τα όποια έγγραφα λάβει με τη μεγαλύτερη δυνατή εμπιστευτικότητα. Η επιτροπή εξετάζει πάντα κεκλεισμένων των θυρών τις αιτήσεις που υπόκεινται στις διαδικασίες τις σχετικές με την ασυλία.

12. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει μόνο αιτήσεις για την άρση της ασυλίας βουλευτή οι οποίες του έχουν διαβιβαστεί από τις δικαστικές αρχές ή από τις Μόνιμες Αντιπροσωπείες των κρατών μελών.

13. Η επιτροπή ορίζει τις αρχές για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

14. Οποιοδήποτε αίτημα εκ μέρους αρμόδιας αρχής για παροχή πληροφοριών ως προς το πεδίο εφαρμογής των προνομίων ή ασυλιών των βουλευτών διεκπεραιώνεται σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες.

3. Αιτιολόγηση της προτεινόμενης απόφασης

Βάσει των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών, στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν, εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στους βουλευτές του κοινοβουλίου της χώρας τους.

Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα άρει ή όχι την ασυλία ενός βουλευτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφαρμόζει τις δικές του πάγιες αρχές. Σύμφωνα με μία από τις αρχές αυτές, η ασυλία αίρεται κατά κανόνα όταν το αδίκημα εμπίπτει στο άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται fumus persecutionis, δηλαδή μία αρκούντως σοβαρή και αποχρώσα υπόνοια ότι η δίωξη ασκείται με σκοπό να παρεμποδιστεί η πολιτική δραστηριότητα του συγκεκριμένου βουλευτή.

Μετά από διεξοδική συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή και αφού υποβλήθηκαν γραπτές παρατηρήσεις από τον ενδιαφερόμενο βουλευτή, ο οποίος αποδέχτηκε τρεις φορές διαδοχικά την πρόσκληση να ακουστεί, ωστόσο δεν παρέστη ποτέ στις ακροάσεις, θεωρείται ότι δεν υφίσταται fumus persecutionis στην παρούσα υπόθεση. Ομοίως, τα λοιπά επιχειρήματα του κ. Kovács περί fumus persecutionis φαίνεται ότι στερούνται βασιμότητας και ότι υπερβαίνουν τον σκοπό μιας διαδικασίας για την άρση βουλευτικής ασυλίας. Επιπλέον, ο κ. Kovács δεν αντέκρουσε μεν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι είναι δυσανάλογη η κίνηση ποινικής δίωξης εναντίον του, καθώς η επίμαχη δόλια κατάχρηση κονδυλίων συνιστά το πολύ παράβαση πταισματικής φύσεως.

Ειδικότερα, όσον αφορά το επιχείρημα που βασίζεται στην αρχή ne bis in idem, δεν χωρεί αμφιβολία για το γεγονός ότι η επίπληξη που επιβλήθηκε στον κ. Kovács λόγω της παραβίασης του άρθρου 1 στοιχείο α) του κώδικα δεοντολογίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια του όρου.

Πράγματι, η επίπληξη εις βάρος του κ. Kovács αποτελεί απλώς και μόνο πειθαρχικό μέτρο που βασίζεται σε αιτιολογημένη απόφαση του τέως Προέδρου, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάχρηση από τον κ. Kovács δημοσίων κονδυλίων που χορηγούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένη και ότι τούτο οφείλεται σε εσκεμμένη περιφρόνηση των κανόνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις υποτροφίες που χορηγούνται στους ασκούμενους. Η εν λόγω δόλια κατάχρηση κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από βουλευτή του συνεπάγεται, εξ ορισμού, την έλλειψη σεβασμού προς τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 1 στοιχείο α) του κώδικα δεοντολογίας, ιδίως των αρχών της ακεραιότητας, της επιμέλειας, της τιμιότητας, της υπευθυνότητας και του σεβασμού για το κύρος του Κοινοβουλίου.

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει, στο πλαίσιο αυτό, επίκληση της αρχής ne bis in idem, καθώς η επιβολή της επίπληξης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με απόφαση εκδοθείσα από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστικό όργανο, που λειτουργεί σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές, δεδομένου ότι δεν εναπόκειται στο Κοινοβούλιο να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα της ποινικής δίωξης που κινήθηκε από την Κεντρική Εισαγγελία για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ με αποτέλεσμα σημαντική οικονομική απώλεια και για το αδίκημα της πολλαπλής χρήσης πλαστού ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του ουγγρικού ποινικού κώδικα.

Τέλος, διαπιστώνεται ότι δεν έχουν κριθεί δύο φορές τα ίδια πραγματικά περιστατικά: η επιβολή της ποινής της επίπληξης δεν συνιστά δικαστική απόφαση βάσει της ίδιας κατηγορίας, συνεπώς δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής ne bis in idem, καθώς η επιβολή της επίπληξης δεν παρεμποδίζει την Ουγγαρία από την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του κ. Kovács.

4. Συμπέρασμα

Βάσει των ως άνω εκτιμήσεων και σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του Κανονισμού, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων συνιστά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να άρει τη βουλευτική ασυλία του κ. Béla Kovács.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

29.5.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

16

0

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Mady Delvaux, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Evelyn Regner, Pavel Svoboda, József Szájer, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka, Κώστας Χρυσόγονος

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Mario Borghezio, Jytte Guteland, Heidi Hautala, Virginie Rozière, Viktor Uspaskich

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου