Διαδικασία : 2016/2224(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0295/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0295/2017

Συζήτηση :

PV 23/10/2017 - 19
CRE 23/10/2017 - 19

Ψηφοφορία :

PV 24/10/2017 - 5.17
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0402

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 1048kWORD 139k
10.10.2017
PE 606.289v02-00 A8-0295/2017

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(ΙΝΙ))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Εισηγήτρια Virginie Rozière

Συντάκτρια γνωμοδότησης (*):

Molly Scott Cato, Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

(*)  Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 54 του Κανονισμού

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΘΕΣΑΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΟικονομικΗς και ΝομισματικΗς ΠολιτικΗς
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΕλΕγχου του ΠροϋπολογισμοΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπης ΑπασχΟλησης και ΚοινωνικΩν ΥποθΕσεων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΠεριβΑλλοντος, ΔημΟσιας ΥγεΙας και ΑσφΑλειας των ΤροφΙμων
 ΓΝΩΜOΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΠολιτισμοΥ και ΠαιδεΙας
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΣυνταγματικΩν ΥποθΕσεων
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και συγκεκριμένα το άρθρο 2,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα το άρθρο 11,

–  έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), και ιδίως το άρθρο 10,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016 για την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν αποκαλύπτονται (εμπορικών απορρήτων) κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης και αποκάλυψής τους,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (TAXE 2)(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 23ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις για δράσεις και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 1729(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 2060(2015) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη βελτίωση της προστασίας των καταγγελτών,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση(4),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2011)0308),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2016, σχετικά με συμπληρωματικά μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής (COM(2016)0451),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης της G20 για την καταπολέμηση της διαφθοράς, και συγκεκριμένα τον οδηγό της σχετικά με μια νομοθεσία για την προστασία των καταγγελτών,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του ΟΟΣΑ του Μαρτίου 2016, με τίτλο «Ανάληψη δέσμευσης για την αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών»,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η αυτεπάγγελτη έρευνά της OI/1/2014/PMC σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση CM/Rec(2014)7 της 30ής Απριλίου 2014 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών, καθώς και τον συναφή σύντομο οδηγό για την εφαρμογή εθνικού πλαισίου τον Ιανουάριο του 2015,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 2171 (2017) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 27ης Ιουνίου 2017 με το οποίο ζητείται από τα εθνικά κοινοβούλια να αναγνωρίσουν το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας,

–  έχοντας υπόψη την αρχή αριθ. 4 της σύστασης του ΟΟΣΑ για τη βελτίωση της δεοντολογίας στις δημόσιες υπηρεσίες,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών (whistle-blowers) στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ(5),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας, της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0295/2017),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ θέτει ως στόχο τον σεβασμό της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και ότι, υπό την έννοια αυτή, εγγυάται στους πολίτες της την ελευθερία έκφρασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, που αμφότερες κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ότι η συμμόρφωση προς αυτές και η εφαρμογή τους διασφαλίζονται από την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ προωθεί την προστασία των εργαζομένων και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συμβάλλει στην ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με πλήρη σεβασμό των αρχών του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, καθώς και της εθνικής κυριαρχίας κάθε χώρας·

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αρμόδια για την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα του ασύλου·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια και η συμμετοχή των πολιτών είναι μέρος των εξελίξεων και των προκλήσεων στις οποίες οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα καλούνται να ανταποκριθούν·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους, σημειώθηκε ένα κύμα πάταξης της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής σε διεθνές επίπεδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται μεγαλύτερη διαφάνεια στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προκειμένου να αποθαρρύνονται οι αθέμιτες πρακτικές, ορισμένα δε κράτη μέλη διαθέτουν ήδη εμπειρίες σε συνάρτηση με κεντρικές υπηρεσίες για την αναφορά πραγματικών ή πιθανών παραβιάσεων των κανόνων προληπτικής εποπτείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν τη Σύμβαση κατά της Διαφθοράς το 2003(6)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει συγκροτήσει δύο ειδικές επιτροπές και μία εξεταστική επιτροπή σε συνέχεια αυτών των αποκαλύψεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει την προστασία των καταγγελτών σε σειρά ψηφισμάτων(7)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ήδη συμφωνηθείσες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της διεθνούς ανταλλαγής πληροφοριών σε φορολογικά ζητήματα ήταν πολύ χρήσιμες και ότι οι διάφορες διαρροές σε σχέση με τη φορολογία αποκάλυψαν πληθώρα πληροφοριών μεγάλης σημασίας, σχετικά με αθέμιτες πρακτικές οι οποίες διαφορετικά δεν θα είχαν αποκαλυφθεί·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αναφορά παράνομης ή μη ορθής συμπεριφοράς που υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον και τη λειτουργία των κοινωνιών μας, και ότι, προς τον σκοπό αυτό, δίδουν, στον εργοδότη τους, στις δημόσιες αρχές ή απευθείας στο κοινό, πληροφορίες σχετικά με τέτοιου είδους συμπεριφορά που υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με τη δράση τους, βοηθούν τα κράτη μέλη και τα κύρια και επικουρικά όργανα της ΕΕ να προλαμβάνουν και να αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, οποιεσδήποτε παραβιάσεις της αρχής της ακεραιότητας και οποιεσδήποτε καταχρήσεις εξουσίας οι οποίες απειλούν να υπονομεύσουν ή όντως υπονομεύουν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, τη χρηματοπιστωτική ακεραιότητα, την οικονομία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το περιβάλλον ή το κράτος δικαίου, αυξάνουν την ανεργία, περιορίζουν ή στρεβλώνουν τον θεμιτό ανταγωνισμό και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις δημοκρατικές διαδικασίες σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά αποτελεί σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς μπορεί να οδηγήσει στην αποτυχία των κυβερνήσεων να προστατεύσουν τους πληθυσμούς, τους εργαζομένους, το κράτος δικαίου και την οικονομία, στην επιδείνωση των δημόσιων θεσμικών οργάνων και υπηρεσιών, της οικονομικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας σε διάφορους τομείς και στην απώλεια της εμπιστοσύνης σε θέματα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας των δημόσιων και των ιδιωτικών ιδρυμάτων και της βιομηχανίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά εκτιμάται ότι κοστίζει στην οικονομία της ΕΕ 120 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως ή το 1 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ενώ οι παγκόσμιες προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς έχουν μέχρι στιγμής επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο σε ατασθαλίες στον δημόσιο τομέα, οι πρόσφατες διαρροές έχουν αναδείξει τον ρόλο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των συμβούλων και άλλων ιδιωτικών εταιρειών στη διευκόλυνση της διαφθοράς·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές περιπτώσεις καταγγελτών που έτυχαν ευρείας κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης κατέδειξαν ότι η δράση των καταγγελτών αποκαλύπτει πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος, όπως παράνομη ή μη ορθή συμπεριφορά ή άλλες σοβαρές δυσλειτουργίες στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, στο κοινό και τις πολιτικές αρχές· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν ήδη ληφθεί διορθωτικά μέτρα για ορισμένες από τις πράξεις αυτές·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση του απορρήτου συμβάλλει στη δημιουργία πιο αποτελεσματικών διαύλων για την καταγγελία περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς και άλλων παραβιάσεων, και έχοντας υπόψη ότι, δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών, η κακοδιαχείριση του απορρήτου μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη διαρροή πληροφοριών και την παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης και των κρατών μελών·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθιέρωση δημόσιων μητρώων πραγματικών δικαιούχων για εταιρείες καταπιστευματικής διαχείρισης και παρεμφερή νομικά μορφώματα, και η λήψη άλλων μέτρων διαφάνειας για τα επενδυτικά μέσα μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για τις παραβάσεις που αποκαλύπτουν συνήθως οι καταγγέλτες·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση του απορρήτου της ταυτότητας των καταγγελτών και των πληροφοριών που κοινοποιούν συμβάλλει στη δημιουργία πιο αποτελεσματικών διαύλων για την αναφορά περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς, παρατυπιών, παραπτωμάτων και άλλων σοβαρών παραβιάσεων, και έχοντας υπόψη ότι, δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών, η κακοδιαχείριση της εμπιστευτικότητας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη διαρροή πληροφοριών και την παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος στην Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον δημόσιο τομέα, η προστασία των καταγγελτών μπορεί να διευκολύνει την ανίχνευση περιπτώσεων κατάχρησης του δημοσίου χρήματος, απάτης και άλλων μορφών διασυνοριακής διαφθοράς σε σχέση με τα εθνικά συμφέροντα ή τα συμφέροντα της ΕΕ·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι δίαυλοι για επίσημες καταγγελίες σχετικά με παράτυπη συμπεριφορά πολυεθνικών επιχειρήσεων σπάνια οδηγούν σε συγκεκριμένες κυρώσεις για παραβάσεις·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δράση των καταγγελτών έχει αποδειχθεί χρήσιμη σε πολλούς τομείς, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως η δημόσια υγεία, η φορολογία, το περιβάλλον, η προστασία των καταναλωτών, η καταπολέμηση της διαφθοράς και των διακρίσεων και ο σεβασμός των κοινωνικών δικαιωμάτων·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιπτώσεις πρέπει να είναι σαφώς οριοθετημένες, υπό το φως της φύσης των εκτελούμενων καθηκόντων, της σοβαρότητας των πράξεων ή των εντοπισθέντων κινδύνων·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ κατάδοσης και καταγγελίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος δεν είναι η αποκάλυψη κάθε είδους πληροφοριών για κάθε πρόσωπο αλλά να εξακριβωθεί τι συνιστά «μη παροχή βοήθειας σε δημοκρατία σε κίνδυνο»·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι καταγγέλτες γίνονται στόχος αντιποίνων, εκφοβισμού ή απόπειρας άσκησης πίεσης με σκοπό να εμποδιστούν ή να αποθαρρυνθούν να προβούν σε καταγγελία ή να τιμωρηθούν για την καταγγελία τους, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτού του είδους η πίεση ασκείται πολύ συχνά στον χώρο εργασίας όπου οι καταγγέλτες που ανακαλύπτουν πληροφορίες προς το γενικό συμφέρον στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας τους ενδέχεται να βρεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι των εργοδοτών·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν συχνά διατυπωθεί σοβαρές ανησυχίες για το γεγονός ότι οι καταγγέλτες που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ενδέχεται να αντιμετωπίσουν εχθρότητα, παρενοχλήσεις, εκφοβισμούς και αποκλεισμό στον τόπο εργασίας τους, καθώς επίσης και εμπόδια στη μελλοντική τους απασχόληση, απώλεια των μέσω επιβίωσης και συχνά επίσης δέχονται σοβαρές απειλές που απευθύνονται στα μέλη της οικογένειας και τους συναδέλφους τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο φόβος των αντιποίνων μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στους καταγγέλτες και με αυτόν τον τρόπο να τεθεί σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελτών θα πρέπει να διασφαλιστεί από τον νόμο και να ενισχυθεί σε ολόκληρη την ΕΕ, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον οι καταγγέλτες ενεργούν βάσει εύλογων υπονοιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί προστασίας θα πρέπει να είναι ισορροπημένοι και να διασφαλίζουν τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών και νομικών δικαιωμάτων των προσώπων έναντι αυτών κατά των οποίων υποβάλλονται οι καταγγελίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί προστασίας θα πρέπει να εφαρμόζονται στους ερευνητές δημοσιογράφους, οι οποίοι παραμένουν ευάλωτοι στο πλαίσιο της αποκάλυψης ευαίσθητων πληροφοριών, και να προστατεύουν τους καταγγέλτες στο όνομα του απορρήτου των πηγών τους·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η προστασία των καταγγελτών δεν διασφαλίζεται κατάλληλα, ενώ πολλά άλλα έχουν καθιερώσει εξελιγμένα προγράμματα για την προστασία τους, τα οποία όμως, συχνά, χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής και, συνεπώς, παρέχουν ανεπαρκή βαθμό προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι απόρροια αυτού είναι ο κατακερματισμός της προστασίας των καταγγελτών στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα, αφενός, να αντιμετωπίζουν δυσκολίες οι καταγγέλτες όταν επιδιώκουν να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και τους τρόπους καταγγελίας και, αφετέρου, να υπάρχει ανασφάλεια δικαίου, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη παρατηρείται μια γενική έλλειψη βούλησης για την έκδοση και εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των καταγγελτών, μολονότι προβλέπεται υποχρέωση για τον εντοπισμό και την τιμωρία της διαφθοράς, της απάτης και άλλων παραβάσεων·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γραφείο της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας έχει σαφή αρμοδιότητα όσον αφορά τη διερεύνηση καταγγελιών πολιτών της Ένωσης σχετικά με κρούσματα κακοδιοίκησης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, αλλά το ίδιο το Γραφείο δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο όσον αφορά την προστασία των καταγγελτών·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία πολύ συχνά δεν περιορίζεται μόνο στα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά θέματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας θα μπορούσε να αποτρέψει δυνητικούς καταγγέλτες από το να αναφέρουν παρατυπίες προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να υποστούν αντίποινα ή μέτρα ανταπόδοσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2015 το 86 % των εταιρειών διέθετε διαδικασίες για την αναφορά εικαζόμενων περιπτώσεων διάπραξης σοβαρών ενδοεταιρικών παρατυπιών, ωστόσο περισσότερο από το ένα τρίτο από αυτές δεν είχαν μια γραπτή πολιτική για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα ή αγνοούσαν εάν υφίστατο μια τέτοια πολιτική· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί καταγγέλτες που αποκάλυψαν οικονομικές ή χρηματοπιστωτικές ατασθαλίες, παρατυπίες ή παράνομες δραστηριότητες έχουν υποστεί διώξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρόσωπα που αναφέρουν ή αποκαλύπτουν πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος συχνά υφίστανται αντίποινα, όπως επίσης και μέλη της οικογένειας και συνάδελφοί τους, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, το τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει πάγια νομολογία όσον αφορά τους καταγγέλτες, ωστόσο η προστασία τους πρέπει να κατοχυρώνεται νομοθετικά· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνονται η ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα σε χρηστή διοίκηση·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αλλά θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης και στις διεθνείς υποθέσεις·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι χώροι εργασίας πρέπει να καλλιεργούν ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες θα νιώθουν ελεύθεροι να εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με πιθανές παρανομίες, όπως παραπτώματα και περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, ανάρμοστης συμπεριφοράς, κακοδιαχείρισης, απάτης ή παράνομες πράξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να προαχθεί η σωστή νοοτροπία που επιτρέπει στους ανθρώπους να αισθάνονται ότι μπορούν να αναφέρουν την ύπαρξη προβληματικών καταστάσεων χωρίς να φοβούνται αντίποινα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις τρέχουσες και μελλοντικές συνθήκες απασχόλησής τους·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλές χώρες, και ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι υπόκεινται σε υποχρεώσεις εχεμύθειας σε σχέση με ορισμένες πληροφορίες, με ενδεχόμενη συνέπεια να υποστούν οι καταγγέλτες πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση που αναφέρουν κρούσματα παρατυπίας εκτός της σχέσης εργασίας τους·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, περισσότεροι από το ένα τρίτο των οργανισμών που διαθέτουν μηχανισμό καταγγελίας δεν έχουν θεσπίσει ή δεν έχουν γνώση γραπτής πολιτικής για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και η νομοθεσία της ΕΕ ήδη προβλέπει ορισμένους κανόνες για την προστασία των καταγγελτών από ορισμένες μορφές αντιποίνων σε διάφορους τομείς, η Επιτροπή δεν έχει ακόμα προτείνει κατάλληλα νομοθετικά μέτρα για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη προστασία των καταγγελτών και των δικαιωμάτων τους στην ΕΕ·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ υποχρεούνται, από την 1η Ιανουαρίου 2014, να εισαγάγουν εσωτερικούς κανόνες για την προστασία των καταγγελτών που είναι υπάλληλοι των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, σύμφωνα με τα άρθρα 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα την οριζόντια προστασία των καταγγελτών στην Ένωση·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο ψήφισμά του της 23ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις σχετικά με τη δράση και τις πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν, στο ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με φορολογικές αποφάσεις και άλλα μέτρα παρόμοιας φύσης ή αποτελέσματος, στο ψήφισμά του της 16ης Δεκεμβρίου 2015 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή για την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης των φορολογικών πολιτικών για τις επιχειρήσεις εντός της Ένωσης, και στο ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού και ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού προγράμματος προστασίας των ατόμων που αναφέρουν υποψίες απάτης ή παράνομης δραστηριότητας που πλήττουν το δημόσιο συμφέρον ή τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε πρόσωπο τρίτης χώρας, αναγνωρισμένο ως καταγγέλτης από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από ένα από τα μέλη της, πρέπει να επωφελείται από το σύνολο των εφαρμοστέων μέτρων προστασίας εάν, στο πλαίσιο ή μη της άσκησης των καθηκόντων του, έλαβε γνώση πληροφοριών ή αποκάλυψε πληροφορίες σχετικά με παράνομες πράξεις ή πράξεις κατασκοπείας που διαπράχθηκαν είτε από τρίτη χώρα είτε από εθνική ή πολυεθνική επιχείρηση και οι οποίες βλάπτουν ένα κράτος, ένα έθνος ή τους πολίτες της Ένωσης και, κατά συνέπεια, θέτουν ακουσίως σε κίνδυνο την ακεραιότητα μιας κυβέρνησης, την εθνική ασφάλεια ή τις συλλογικές ή ατομικές ελευθερίες·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από την 1η Ιουλίου 2014 σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμοί έχουν ενσωματώσει, όπως υποχρεούνται, στους εσωτερικούς τους κανονισμούς μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων, σύμφωνα με τα άρθρα 22 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν αρχές που έχουν πλέον καθιερωθεί από διεθνείς οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΟΣΑ, καθώς και πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σημασία της προστασίας των καταγγελτών έχει αναγνωριστεί από όλα τα σημαντικά διεθνή μέσα σχετικά με τη διαφθορά και ότι έχουν οριστεί πρότυπα σχετικά με τη καταγγελία δυσλειτουργιών από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC), τη σύσταση αριθ. CM/Rec(2014)7 του Συμβουλίου της Ευρώπης και τη σύσταση του 2009 του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει καίρια σημασία να τεθεί επειγόντως σε εφαρμογή ένα οριζόντιο, ολοκληρωμένο πλαίσιο, το οποίο ορίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις θα προστατεύει αποτελεσματικά τους καταγγέλτες σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και στα θεσμικά όργανα, στις αρχές και στους οργανισμούς της ΕΕ·

Ο ρόλος των καταγγελτών και η ανάγκη να προστατεύονται

1.  καλεί την Επιτροπή, μετά την αξιολόγηση της προσήκουσας νομικής βάσης που θα επιτρέψει στην ΕΕ να αναλάβει περαιτέρω δράση, να υποβάλει, πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους, μια οριζόντια νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου κοινού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο θα εγγυάται υψηλό επίπεδο προστασίας, σε όλα τα επίπεδα τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και του τομέα των εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών εθνικών και ευρωπαϊκών φορέων, υπηρεσιών και οργανισμών, των καταγγελτών στην ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη το εθνικό πλαίσιο και χωρίς να περιορίζεται η δυνατότητα των κρατών μελών να λάβουν περαιτέρω μέτρα· υπογραμμίζει ότι υπάρχουν σήμερα πολλές δυνατότητες ως προς τις νομικές βάσεις που επιτρέπουν στην Ένωση να ενεργήσει στον τομέα αυτόν· ζητεί από την Επιτροπή να τις μελετήσει, προκειμένου να προτείνει έναν ευρύ, συνεκτικό και αποτελεσματικό μηχανισμό· υπενθυμίζει στην Επιτροπή το δόγμα που καταρτίστηκε από το ΔΕΕ, μέσω πάγιας νομολογίας, σχετικά με την έννοια των συνεπαγόμενων αρμοδιοτήτων της Ένωσης, και το οποίο επιτρέπει τη χρήση περισσοτέρων νομικών βάσεων·

2.  τονίζει ότι είναι παράλογο και ανησυχητικό το γεγονός ότι πολίτες και δημοσιογράφοι διώκονται ποινικά αντί να τους παρέχεται νομική προστασία, όταν αποκαλύπτουν πληροφορίες χάριν του δημοσίου συμφέροντος, μεταξύ άλλων για εικαζόμενα παραπτώματα, ατασθαλίες, απάτη ή παράνομη δραστηριότητα, ιδίως όταν πρόκειται για συμπεριφορά που παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ, όπως φοροαποφυγή, φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

3.  πιστεύει ότι οι διεθνείς συμφωνίες στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της φορολογίας και του ανταγωνισμού πρέπει να προβλέπουν διατάξεις για την προστασία των καταγγελτών·

4.  επισημαίνει την ανάγκη για ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τις διατάξεις περί προστασίας που παρέχεται στους καταγγέλτες, διότι η συνεχιζόμενη έλλειψη σαφήνειας και η κατακερματισμένη προσέγγιση μειώνουν τις δυνατότητες ανάληψης δράσης από δυνητικούς καταγγέλτες· επισημαίνει, συνεπώς, ότι η συναφής νομοθεσία της ΕΕ θα πρέπει να θεσπίζει μια σαφή διαδικασία για τον κατάλληλο χειρισμό των αποκαλύψεων και για την αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών·

5.  υπενθυμίζει ότι οποιοδήποτε μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που διέπουν και επηρεάζουν την απασχόληση· τονίζει περαιτέρω ότι αυτό θα πρέπει να καταρτιστεί σε συνεννόηση με τους κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας·

6.  ζητεί να προβλέπεται νομοθετικά ότι οι εταιρείες που αποδεδειγμένα προβαίνουν σε αντίποινα κατά καταγγελτών δεν μπορούν να λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ ούτε να συνάπτουν συμβάσεις με δημόσιους φορείς·

7.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν σημεία αναφοράς και δείκτες για τις πολιτικές που αφορούν τους καταγγέλτες τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

8.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους το άρθρο 33 της Σύμβασης των ΗΕ κατά της διαφθοράς που υπογραμμίζει τον ρόλο των καταγγελτών στην πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς·

9.  εκφράζει τη λύπη του διότι μόνο λίγα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει επαρκώς προηγμένα συστήματα προστασίας των καταγγελτών· ζητεί από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει τέτοιου είδους συστήματα ή σχετικές αρχές στο εθνικό δίκαιο, να το πράξουν το συντομότερο δυνατό·

10.  τονίζει την ανάγκη να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην επιχειρηματική δεοντολογία στα προγράμματα οικονομικών σπουδών και στους συναφείς κλάδους.

11.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να προωθήσουν μια νοοτροπία αναγνώρισης του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι καταγγέλλοντες στην κοινωνία, μεταξύ άλλων με εκστρατείες ευαισθητοποίησης· καλεί ιδίως την Επιτροπή να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο σχετικά με το θέμα αυτό· εκτιμά ότι είναι απαραίτητο να προωθηθεί ένα πνεύμα δεοντολογίας στη δημόσια διοίκηση και στους χώρους εργασίας, ώστε να τονιστεί η σημασία της ευαισθητοποίησης μεταξύ εργαζομένων σχετικά με τα υφιστάμενα νομικά πλαίσια για την καταγγελία δυσλειτουργιών και συνεργασία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις·

12.  καλεί την Επιτροπή να εποπτεύει τις διατάξεις των κρατών μελών που αφορούν τους καταγγέλτες, ώστε να διευκολυνθεί η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, μία ανταλλαγή η οποία θα βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη προστασία των καταγγελτών σε εθνικό επίπεδο·

13.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει ολοκληρωμένο σχέδιο για να αποθαρρύνει τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων σε χώρες εκτός ΕΕ που προστατεύουν την ανωνυμία διεφθαρμένων προσώπων·

14.  θεωρεί ως καταγγέλτη οιοδήποτε πρόσωπο καταγγέλλει ή αποκαλύπτει πληροφορίες προς το δημόσιο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του ευρωπαϊκού δημόσιου συμφέροντος, για παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή πράξη, ή για πράξη που συνιστά απειλή ή συνεπάγεται βλάβη, η οποία υπονομεύει ή θέτει σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον, συνήθως αλλά όχι αποκλειστικά στο πλαίσιο της εργασιακής του σχέσης, στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, στο πλαίσιο είτε συμβατικής σχέσης είτε της συνδικαλιστικής ή συλλογικής δραστηριότητάς του· θεωρεί ότι στον ορισμό αυτό συμπεριλαμβάνονται πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στην παραδοσιακή σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, όπως σύμβουλοι, συμβασιούχοι, ασκούμενοι, εθελοντές, εργαζόμενοι φοιτητές, εργαζόμενοι με σύμβαση απασχόλησης ορισμένου χρόνου, πρώην εργαζόμενοι που διαθέτουν στοιχεία για τέτοιες πράξεις και έχουν την εύλογη υποψία να πιστεύουν ότι η αναφερόμενη πληροφορία είναι αληθής·

15.  θεωρεί ότι πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στην παραδοσιακή σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, όπως σύμβουλοι, συμβασιούχοι, ασκούμενοι, εθελοντές, εργαζόμενοι φοιτητές, εργαζόμενοι με σύμβαση απασχόλησης ορισμένου χρόνου, πρώην εργαζόμενοι καθώς και πολίτες θα πρέπει να έχουν επίσης πρόσβαση σε διαύλους καταγγελιών και σε κατάλληλη προστασία όταν αποκαλύπτουν πληροφορίες για παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή πράξη που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον·

16.  δηλώνει ότι απαιτείται μια σαφής λύση για τους καταγγέλτες που εργάζονται σε εταιρείες της ΕΕ αλλά με έδρα εκτός της ΕΕ·

17.  εκτιμά ότι η βλάβη του δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτά, τις πράξεις διαφθοράς, τα ποινικά αδικήματα, τις παραβάσεις νομικών υποχρεώσεων, τις κακοδικίες, την κατάχρηση εξουσίας, τις συγκρούσεις συμφερόντων, την παράνομη χρήση δημόσιων πόρων, την κατάχρηση εξουσιών, τις αθέμιτες χρηματοπιστωτικές ροές, τις απειλές για το περιβάλλον, την υγεία, τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική και παγκόσμια ασφάλεια, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, τη φοροαποφυγή, τα δικαιώματα των καταναλωτών, τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των εργαζομένων και άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, και ενεργεί για την κάλυψη αυτών των βλαβών·

18.  θεωρεί ότι το γενικό δημόσιο συμφέρον θα πρέπει να υπερισχύει της ιδιωτικής ή της οικονομικής αξίας της αποκαλυπτόμενης πληροφορίας, και ότι θα πρέπει να είναι δυνατόν να αποκαλύπτονται πληροφορίες σχετικά με σοβαρές απειλές για το δημόσιο συμφέρον, ακόμη και όταν αυτές τυγχάνουν έννομης προστασίας· είναι, ωστόσο, της άποψης ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται ειδικές διαδικασίες για τις πληροφορίες που αφορούν τον σεβασμό της επαγγελματικής δεοντολογίας και για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια και άμυνα· θεωρεί ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πληροφορίες θα πρέπει να διαβιβάζονται σε αρμόδια αρχή·

19.  υπογραμμίζει ότι πρέπει να διασφαλίζεται πάντοτε η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών, ακόμα και αν η αποκάλυψη δεν αφορά παράνομες πράξεις, όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών αποσκοπεί στην αποφυγή δυνητικής ζημίας για το γενικό δημόσιο συμφέρον·

20.  τονίζει την ανάγκη τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών·

21.  υπογραμμίζει ότι εδώ και χρόνια έχει αποδειχθεί σε διάφορες περιπτώσεις η σημασία του ρόλου των καταγγελτών στην αποκάλυψη σοβαρών βλαβών του γενικού συμφέροντος και ότι οι καταγγέλτες συμβάλλουν στη δημοκρατία, τη διαφάνεια της πολιτικής και της οικονομίας και στη δημόσια ενημέρωση, και ότι θα πρέπει να αναγνωρισθούν ως αναγκαίοι για την αποτροπή αθέμιτων πράξεων· υπογραμμίζει ότι οι καταγγέλτες αποδεικνύεται ότι αποτελούν σημαντική πηγή για την ερευνητική δημοσιογραφία και για την ανεξαρτησία του Τύπου· υπενθυμίζει ότι η διασφάλιση του απορρήτου των πηγών έχει θεμελιώδη σημασία για την ελευθερία του Τύπου· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε να προστατευθεί αποτελεσματικά το δικαίωμα των δημοσιογράφων να μην αποκαλύπτουν την ταυτότητα της πηγής τους· είναι της άποψης ότι οι δημοσιογράφοι είναι επίσης ευάλωτα και θα πρέπει, συνεπώς, να απολαύουν νομικής προστασίας·

22.  σημειώνει το γεγονός ότι, κατά τα τελευταία έτη, ορισμένα κράτη μέλη έχουν προβεί σε ενέργειες για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταγγελτών· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι οι καταγγέλτες εξακολουθούν να διώκονται σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε διάφορα κράτη μέλη, ιδίως εκεί όπου τα διαθέσιμα μέσα για την υπεράσπιση, τη στήριξη και την προστασία τους είναι ανύπαρκτα, ανεπαρκή ή αναποτελεσματικά· επισημαίνει, επιπλέον, ότι οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών οδηγούν σε ανασφάλεια δικαίου, αναζητήσεις ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας και κινδύνους άνισης μεταχείρισης·

23.  τονίζει ότι η προστασία των καταγγελτών είναι ζωτικής σημασίας για την ορθή εφαρμογή των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

24.  πιστεύει ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας των καταγγελτών έχει αρνητικό αντίκτυπο στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ·

25.  εκτιμά ότι η εφαρμογή ολοκληρωμένων νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με την προστασία των καταγγελτών ενθαρρύνει μια νοοτροπία ελευθεροστομίας και ότι η δράση των καταγγελτών θα πρέπει να αναχθεί σε πράξη ευσυνείδητου πολίτη· καλεί, συνεπώς, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να προωθήσουν τον θετικό ρόλο των καταγγελτών, καθώς και τις σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη συχνά ευάλωτη και ανυπεράσπιστη θέση τους, ιδίως μέσω εκστρατειών ευαισθητοποίησης και προστασίας, και προσπαθειών επικοινωνίας και κατάρτισης· συνιστά ιδίως στην Επιτροπή να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο σχετικά με το θέμα αυτό· ζητεί εν προκειμένω να δημιουργηθεί ιστότοπος στον οποίο θα πρέπει να παρέχονται χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την προστασία των καταγγελτών, και θα μπορούν να υποβάλλονται καταγγελίες· τονίζει ότι ο ιστότοπος αυτός θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμος από τους πολίτες και να τηρεί τα δεδομένα τους ανωνύμως·

26.  ζητεί, προκειμένου να αλλάξει η αντίληψη που έχει σχηματίσει το κοινό για τους καταγγέλτες, να αναληφθεί δράση, κυρίως από τους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, μέσω της προβολής του θετικού ρόλου των καταγγελτών ως ένα είδος μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης για να προλαμβάνονται οι καταχρήσεις και η διαφθορά και να καθίσταται δυνατός ο δημόσιος έλεγχος από κυβερνήσεις και εταιρίες·

27.  προτρέπει τα κράτη μέλη να ενεργήσουν προορατικά και να προωθήσουν μια ανοιχτή νοοτροπία στον χώρο εργασίας, είτε είναι δημόσιος είτε ιδιωτικός, που θα επιτρέπει στους οργανισμούς να λειτουργούν με υψηλά πρότυπα δεοντολογίας, θα παρέχει στους εργαζομένους την εμπιστοσύνη να μιλούν άφοβα και, ως εκ τούτου, θα επιτρέπει την ανάληψη δράσης για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση τυχόν απειλών ή βλαβών·

28.  προτρέπει τα κράτη μέλη να αξιολογούν τακτικά την αποτελεσματικότητα των μέτρων που εφαρμόζουν, λαμβάνοντας υπόψη την κοινή γνώμη σχετικά με τις αντιλήψεις όσον αφορά την πράξη της καταγγελίας δυσλειτουργιών και τους καταγγέλτες, τις διατομεακές έρευνες ανώτερων διευθυντικών στελεχών αρμόδιων για την παραλαβή και διεκπεραίωση των αναφορών και ανεξάρτητες ερευνητικές μελέτες σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών στους χώρους εργασίας·

29.  παροτρύνει τα κράτη μέλη που δεν έχουν θεσπίσει ακόμα νομοθεσία για την καταγγελία δυσλειτουργιών να το πράξουν σε εύλογο χρόνο, και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας πλατφόρμας για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στον συγκεκριμένο τομέα, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και με τρίτες χώρες·

30.  τονίζει τη σημασία της έρευνας και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών για την ενθάρρυνση της καλύτερης προστασίας των καταγγελτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

31.  καλεί με έμφαση το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και το Γραφείο της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας να δημοσιεύσουν έως το τέλος του 2017: 1) ειδικές εκθέσεις που θα περιλαμβάνουν στατιστικές και ένα σαφές ιστορικό των περιστατικών καταγγελίας δυσλειτουργιών που διαπιστώθηκαν στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, επιχειρήσεις, ενώσεις, οργανώσεις και άλλους φορείς που είναι εγγεγραμμένοι στην Ένωση· 2) στοιχεία παρακολούθησης των οικείων θεσμικών οργάνων, σε σχέση με τις υποθέσεις που αποκαλύφθηκαν, με βάση τις τρέχουσες κατευθυντήριες γραμμές και κανόνες της Επιτροπής· 3) την έκβαση κάθε έρευνας που δρομολογείται στη βάση των πληροφοριών που ελήφθησαν από καταγγέλτες· 4) τα μέτρα που προβλέπονται σε κάθε περίπτωση για την προστασία των καταγγελτών·

Μηχανισμός καταγγελίας

32.  σημειώνει ότι η απουσία σαφώς καθορισμένων μέσων προστασίας και ασφαλούς αναφοράς καθώς και η δυνητική έλλειψη παρακολούθησης αποτελεί εμπόδιο στις δραστηριότητες των καταγγελτών, μπορεί να τους αποτρέπει από την καταγγελία και να οδηγήσει ορισμένους καταγγέλτες στο να παραμείνουν σιωπηλοί· εκφράζει την ανησυχία για τα αντίποινα και τις πιέσεις που ασκούνται στους καταγγέλτες όταν απευθύνονται σε λάθος πρόσωπο ή οντότητα στο εσωτερικό του οργανισμού τους·

33.  θεωρεί ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα συνεπές, αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα που θα επιτρέπει τις καταγγελίες εντός του οργανισμού, στις αρμόδιες αρχές και εκτός του οργανισμού· πιστεύει ότι ένα τέτοιο σύστημα θα διευκόλυνε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας μιας καταγγελίας που γίνεται εντός του συγκεκριμένου πλαισίου·

34.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει ένα σύστημα που να επιτρέπει την υποβολή καταγγελίας εντός και εκτός του οργανισμού· υπογραμμίζει ότι, προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να θεσπιστούν δίκαιες και ισότιμες διαδικασίες, διασφαλίζοντας τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών και των έννομων δικαιωμάτων τόσο για τον καταγγέλτη όσο και για τον φερόμενο δράστη της παρατυπίας· θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους εργοδότες να θεσπίσουν διαδικασίες εσωτερικής υποβολής καταγγελιών και ότι σε κάθε οργανισμό ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο πρόσωπο θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για τη συγκέντρωση των καταγγελιών· θεωρεί ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων θα πρέπει να συμμετέχουν στην επιλογή του εν λόγω υπευθύνου· υπογραμμίζει ότι ο αποδέκτης της ειδοποίησης θα πρέπει να δίδει τη δέουσα συνέχεια σε κάθε καταγγελία και να τηρεί τον καταγγέλτη ενήμερο για αυτή τη συνέχεια εντός ενός εύλογου χρονικού διαστήματος·

35.  θεωρεί ότι κάθε οργανισμός θα πρέπει να θέτει σαφείς διαύλους υποβολής καταγγελιών που θα επιτρέπουν στον καταγγέλτη να προβαίνει σε καταγγελία εντός του οργανισμού του· υπογραμμίζει ότι κάθε υπάλληλος θα πρέπει να ενημερώνεται για την εν λόγω διαδικασία υποβολής καταγγελιών, η οποία θα πρέπει να εγγυάται την εμπιστευτικότητα και να εξετάζει την ειδοποίηση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· επισημαίνει ότι καταγγέλτης πρέπει να είναι σε θέση να απευθύνεται στις κατάλληλες δημόσιες αρχές, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις ή στα μέσα ενημέρωσης, ιδίως εάν δεν δίδεται θετική απάντηση από τον οργανισμό, ή εάν η υποβολή καταγγελίας σε εσωτερικό επίπεδο ή στις αρμόδιες αρχές θα έθετε εμφανώς σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της ειδοποίησης, ή εάν ο καταγγέλτης διατρέχει κίνδυνο ή πρέπει επειγόντως να διαβιβάσει πληροφορίες·

36.  υπενθυμίζει το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται για κάθε παρατυπία που υπονομεύει το γενικό συμφέρον, υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι ένας καταγγέλτης θα πρέπει να έχει πάντα τη δυνατότητα να αποκαλύπτει πληροφορίες σχετικά με μια παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή πράξη που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον·

37.  υπενθυμίζει ότι το ίδιο ψήφισμα του Κοινοβουλίου καλεί επίσης τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές, να θεσπίσουν και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της εμπιστευτικότητας των πηγών των πληροφοριών και ζητεί, επομένως, τη δημιουργία ενός ελεγχόμενου ιστοτόπου, όπου θα μπορούν να υποβάλλονται καταγγελίες με απόλυτα εμπιστευτικό τρόπο·

38.  φρονεί ότι η καταγγελία εκτός του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της καταγγελίας απευθείας στο ευρύ κοινό, χωρίς να υπάρξει ένα εσωτερικό στάδιο, δεν μπορεί να συνιστά λόγο ακύρωσής της, δίωξης ή άρνησης παροχής προστασίας· πιστεύει ότι η προστασία αυτή πρέπει να παρέχεται , ανεξάρτητα από τον επιλεγέντα δίαυλο καταγγελίας και με βάση τις πληροφορίες που αποκαλύπτονται και το γεγονός ότι ο καταγγέλτης είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι πληροφορίες ήταν αληθείς·

Παρεχόμενη προστασία σε περίπτωση καταγγελίας

39.  εκφράζει την ανησυχία του για τους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν οι καταγγέλτες στον χώρο εργασίας τους, ιδίως τους κινδύνους άμεσων ή έμμεσων αντιποίνων από τον εργοδότη τους και από τα πρόσωπα που εργάζονται για λογαριασμό ή ενεργούν εξ ονόματος του εργοδότη· υπογραμμίζει ότι τα αντίποινα αυτά σημαίνουν κατά κανόνα αποκλεισμό, επιβράδυνση ή διακοπή της επαγγελματικής εξέλιξης ή ακόμη και απόλυση, καθώς και καταστάσεις ψυχολογικής παρενόχλησης· υπογραμμίζει ότι τα αντίποινα αναχαιτίζουν τη δράση των καταγγελτών· θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να θεσπιστούν μέτρα προστασίας έναντι των αντιποίνων· φρονεί ότι τα αντίποινα θα πρέπει να υπόκεινται σε τιμωρίες και αποτελεσματικές κυρώσεις· τονίζει ότι, όταν αναγνωρίζεται σε ένα πρόσωπο η ιδιότητα του καταγγέλτη, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την προστασία του, να τερματίζονται ενδεχόμενα μέτρα αντιποίνων που έχουν ληφθεί εναντίον του, και να αποζημιώνεται πλήρως ο καταγγέλτης για τη βλάβη και τη ζημία που υπέστη· είναι της γνώμης ότι οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρόταση της Επιτροπής για μια οριζόντια οδηγία για την προστασία του καταγγέλτη·

40.  θεωρεί ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν προσωρινά μέτρα για την αποτροπή αντιποίνων, όπως απόλυση, έως ότου υπάρξει επίσημη έκβαση κάποιας διοικητικής, δικαστικής ή άλλης διαδικασίας·

41.  τονίζει ότι η σχέση εργασίας δεν θα πρέπει να περιορίζει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και κανένας δεν πρέπει να υφίσταται διακρίσεις σε περιπτώσεις άσκησης του δικαιώματος αυτού·

42.  υπενθυμίζει ότι κάθε μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που διέπουν και επηρεάζουν την απασχόληση· τονίζει περαιτέρω ότι αυτό θα πρέπει να καταρτιστεί σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας·

43.  τονίζει ότι οι καταγγέλτες και τα μέλη των οικογενειών τους, καθώς και όσοι τους βοηθούν και των οποίων η ζωή ή η ασφάλεια διατρέχουν κίνδυνο, πρέπει να δικαιούνται κατάλληλης και αποτελεσματικής προστασίας της σωματικής, ηθικής και κοινωνικής τους ακεραιότητας και των μέσων βιοπορισμού τους, παρέχοντάς τους το υψηλότερο δυνατό επίπεδο εμπιστευτικότητας·

44.  υπογραμμίζει ότι τα εν λόγω μέτρα προστασίας λαμβάνονται επίσης όταν ο καταγγέλτης καταγγέλλει πράξεις στις οποίες εμπλέκονται κράτη μέλη·

45.  επισημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι-ερευνητές και ο ανεξάρτητος Τύπος ασκούν ένα συχνά μοναχικό επάγγελμα και δέχονται πλήθος πιέσεων και ότι, συνεπώς, είναι απαραίτητη η προστασία τους από κάθε απόπειρα εκφοβισμού··

46.  υποστηρίζει ότι προσωρινά μέτρα έως ότου ολοκληρωθούν οι αστικές διαδικασίες θα πρέπει να είναι διαθέσιμα για άτομα που υπήρξαν θύματα αντιποίνων διότι προέβησαν σε καταγγελία ή αποκάλυψη προς το δημόσιο συμφέρον, ιδίως σε περιπτώσεις απώλειας θέσης εργασίας·

47.  καταδικάζει την πρακτική των διώξεων με στόχο τη φίμωση του καταγγέλτη, που συνίσταται στην κίνηση ή την απειλή κίνησης δικαστικής διαδικασίας εις βάρος καταγγέλτη, στόχος της οποίας δεν είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά να οδηγηθεί ο καταγγέλτης σε αυτολογοκρισία ή σε οικονομική, ψυχική ή ψυχολογική εξάντληση· θεωρεί ότι μια τέτοιου είδους καταχρηστική πρακτική θα πρέπει να υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις·

48.  υπενθυμίζει τον κίνδυνο ποινικής δίωξης και αγωγής που διατρέχουν οι καταγγέλτες· υπογραμμίζει ότι οι καταγγέλτες είναι συχνά ο αδύναμος διάδικος στις δίκες· θεωρεί, συνεπώς, ότι σε περίπτωση εικαζόμενων αντίμετρων που έχουν ληφθεί κατά του καταγγέλτη, ο εργοδότης πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι τα αντίμετρα αυτά δεν σχετίζονται με την καταγγελία που υπέβαλε ο καταγγέλτης· θεωρεί ότι η προστασία του καταγγέλτη θα πρέπει να παρέχεται με βάση τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν και όχι με βάση την πρόθεση του καταγγέλτη· τονίζει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλτης πρέπει να αποκαλύπτει πληροφορίες που πιστεύει ότι είναι αληθείς· θεωρεί ότι το απόρρητο θα πρέπει να διασφαλίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι η ταυτότητα του καταγγέλτη δεν θα πρέπει να αποκαλύπτεται χωρίς τη συγκατάθεσή του· υπογραμμίζει ότι η παραβίαση του απορρήτου της ταυτότητας χωρίς τη συγκατάθεση του καταγγέλτη θα πρέπει να επισύρει ποινές και κυρώσεις·

49.  εκτιμά ότι οι καταγγέλτες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν ποινικές ή αστικές διώξεις ούτε διοικητικές ή πειθαρχικές κυρώσεις για τις καταγγελίες που υποβάλλουν·

50.  θεωρεί ότι η δυνατότητα του καταγγέλτη να υποβάλει ανώνυμη καταγγελία θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη διαβίβαση πληροφοριών οι οποίες δεν θα γίνονταν γνωστές υπό άλλες συνθήκες· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι θα πρέπει να καθιερωθούν σαφώς ρυθμισμένα μέσα για την υποβολή ανώνυμων καταγγελιών στον εθνικό ή ευρωπαϊκό ανεξάρτητο φορέα που είναι αρμόδιος για τη συλλογή των καταγγελιών, την επαλήθευση της αξιοπιστίας τους, τη συνέχεια που θα δοθεί με βάση την απάντηση που δόθηκε στην καταγγελία, και την παροχή καθοδήγησης στους καταγγέλτες, μεταξύ άλλων και στο ψηφιακό περιβάλλον, ενώ θα πρέπει να καθοριστούν επακριβώς οι περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται το μέσο της υποβολής ανώνυμης καταγγελίας, και τονίζει ότι η ταυτότητα του καταγγέλτη, καθώς και κάθε πληροφορία που επιτρέπει την εξακρίβωση της ταυτότητάς του, δεν θα πρέπει να αποκαλύπτονται χωρίς τη συγκατάθεσή του· υπογραμμίζει ότι κάθε παραβίαση της ανωνυμίας θα πρέπει να επισύρει κυρώσεις·

51.  τονίζει ότι ένα άτομο δεν θα πρέπει να χάνει το ευεργέτημα της προστασίας για τον λόγο και μόνον ότι υπέπεσε σε λανθασμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υφίστατο η δυνητική απειλή για το γενικό συμφέρον, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ήταν αληθής· υπενθυμίζει ότι, σε περίπτωση ψευδών κατηγοριών, οι υπεύθυνοι θα πρέπει να λογοδοτούν και όχι να απολαύουν της προστασίας που παρέχεται στους καταγγέλτες· τονίζει ότι κάθε πρόσωπο που θίγεται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, εξαιτίας υποβολής καταγγελίας ή αποκάλυψης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών θα πρέπει να απολαύει του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής έναντι της δόλιας ή καταχρηστικής καταγγελίας·

52.  υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να επινοηθούν μέσα που να απαγορεύουν κάθε μορφή αντιποίνων, είτε πρόκειται για παθητική απόλυση είτε παθητικά μέτρα· παροτρύνει τα κράτη μέλη να απέχουν από την ποινικοποίηση των δράσεων των καταγγελτών που αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με παράνομες ή αθέμιτες πράξεις ή πράξεις που βλάπτουν ή θέτουν σε κίνδυνο το γενικό συμφέρον·

53.  πιστεύει ότι, στο διάστημα που μεσολαβεί, τόσο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν στο ισχύον ενωσιακό δίκαιο, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσφέρει στους καταγγέλτες που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον την ευρύτερη δυνατή προστασία· τονίζει ότι η προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες έχει ήδη αναγνωριστεί ως βασικός μηχανισμός για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· καλεί συνεπώς τα κράτη μέλη να μην ποινικοποιούν τη δράση των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες, όταν αυτοί αποκαλύπτουν πληροφορίες προς το δημόσιο συμφέρον·

Πλαισίωση των καταγγελτών

54.  τονίζει τον ρόλο των δημόσιων αρχών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο θέμα της στήριξης και της παροχής βοήθειας στους καταγγέλτες στα διαβήματά τους εντός του οργανισμού·

55.  τονίζει ότι, πέραν των επαγγελματικών κινδύνων, οι καταγγέλτες καθώς και τα άτομα που τους βοηθούν, αντιμετωπίζουν επίσης προσωπικούς, ψυχολογικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς κινδύνους· εκτιμά ότι, εφόσον χρειάζεται, θα πρέπει να προβλέπεται ψυχολογική στήριξη, να παρέχεται εξειδικευμένη νομική συνδρομή στους καταγγέλτες που τη ζητούν και δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, να δίδεται κοινωνική και οικονομική στήριξη σε όσους εκφράζουν σχετική δεόντως αιτιολογημένη ανάγκη, και ως προστατευτικό μέτρο, σε περίπτωση αστικής ή ποινικής διαδικασίας εις βάρος τους, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές· προσθέτει ότι θα πρέπει να χορηγείται αποζημίωση, ανεξάρτητα από τη φύση της ζημίας που υπέστη ο καταγγέλτης συνεπεία της υποβολής καταγγελίας·

56.  αναφέρεται, στο πλαίσιο αυτό, στο γεγονός ότι η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια επεσήμανε στο Κοινοβούλιο ότι είναι πρόθυμη να εξετάσει τη δυνατότητα συγκρότησης ενός τέτοιου οργάνου εντός του Γραφείου του Διαμεσολαβητή, και προτρέπει την Επιτροπή να μελετήσει τη σκοπιμότητα της ανάθεσης των εν λόγω καθηκόντων στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο οποίος διαθέτει ήδη την αρμοδιότητα να διερευνά καταγγελίες αθέμιτων πρακτικών εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ·

57.  καλεί τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις σχετικές αρχές, να εισαγάγουν και να λάβουν όλα τα δυνατά αναγκαία μέτρα για την προστασία της εμπιστευτικότητας των πηγών πληροφόρησης με σκοπό την προστασία έναντι τυχόν ενεργειών που επιφέρουν διακρίσεις ή απειλών, καθώς και να ορίσουν διαφανείς διαύλους για την αποκάλυψη των πληροφοριών, να θεσπίσουν ανεξάρτητες εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές για την προστασία των καταγγελτών και να εξετάσουν το ενδεχόμενο να παράσχουν ειδικά υποστηρικτικά κονδύλια στις αρχές αυτές· ζητεί επίσης την ίδρυση μιας κεντρικής ευρωπαϊκής αρχής για την αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών και των ατόμων που τους βοηθούν στη δράση τους, βάσει του προτύπου που υπάρχει ήδη με το σύστημα των αρχών προστασίας των δεδομένων·

58.  καλεί την Επιτροπή, προκειμένου τα μέτρα αυτά να είναι αποτελεσματικά, να αναπτύξει μέσα που θα εστιάζονται στην παροχή προστασίας έναντι αδικαιολόγητων νομικών διώξεων, οικονομικών κυρώσεων και διακρίσεων· προτείνει τη σύσταση εθνικών ταμείων ή ενός ευρωπαϊκού ταμείου, το οποίο θα χρηματοδοτείται εν μέρει από ανακτήσεις χρημάτων ή από έσοδα προερχόμενα από πρόστιμα, προκειμένου να παρέχεται η κατάλληλη οικονομική στήριξη στους καταγγέλτες στην ΕΕ·

59.  καλεί τα κράτη μέλη να συγκροτήσουν ανεξάρτητους φορείς, με επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους, επαρκείς ικανότητες και κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό, που θα είναι υπεύθυνοι για τη συλλογή των καταγγελιών, τη συνέχεια που θα δοθεί με βάση την απάντηση που δόθηκε στην καταγγελία, και την παροχή καθοδήγησης στους καταγγέλτες, ιδίως εάν δεν έχει δοθεί θετική απάντηση από τον οργανισμό τους, καθώς και για τον προσανατολισμό τους προς την κατάλληλη χρηματοδοτική βοήθεια, ιδιαίτερα σε διασυνοριακές καταστάσεις ή σε περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκονται άμεσα τα κράτη μέλη ή τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· προτείνει να εκδίδουν τα τελευταία ετήσια έκθεση σχετικά με τις ειδοποιήσεις που έλαβαν και τον χειρισμό τους, σεβόμενα την απαίτηση εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις ενδεχόμενες εν εξελίξει έρευνες·

60.  τονίζει ότι θα πρέπει να επιτραπεί η δωρεάν πρόσβαση σε πληροφορίες και εμπιστευτικές συμβουλές για τα άτομα που εξετάζουν το ενδεχόμενο να υποβάλουν καταγγελία προς το δημόσιο συμφέρον ή να προβούν σε αποκάλυψη παράνομων ή αθέμιτων πράξεων που βλάπτουν ή θέτουν σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον· διαπιστώνει ότι θα πρέπει να προσδιοριστούν δομές ικανές να παρέχουν τέτοιου είδους πληροφορίες και συμβουλές και τα στοιχεία τους θα πρέπει να διατεθούν στο ευρύ κοινό·

61.  εμμένει στο γεγονός ότι, πέρα από το σύνολο των μέτρων προστασίας από τα οποία επωφελούνται οι καταγγέλτες, είναι απαραίτητο να διασφαλιστούν ειδικά στους καταγγέλτες η υποδοχή τους, η φιλοξενία τους και η ασφάλειά τους σε κράτος μέλος που δεν έχει συνάψει συμφωνία έκδοσης με τη χώρα που διέπραξε αυτές τις πράξεις· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο των συμφωνιών έκδοσης που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εμπλεκόμενης τρίτης χώρας, και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 67 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα του ασύλου, να ενεργήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας έναντι των καταγγελτών που είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι σε σοβαρά αντίποινα στις χώρες των οποίων τις παράνομες ή δόλιες πράξεις αποκάλυψαν·

62.  καλεί την Επιτροπή να προτείνει τη δημιουργία παρόμοιου οργάνου σε επίπεδο ΕΕ, με επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους, επαρκείς ικανότητες και κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό, επιφορτισμένο με τον συντονισμό των ενεργειών των κρατών μελών, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις· φρονεί ότι το ευρωπαϊκό αυτό όργανο θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να συλλέγει καταγγελίες, να επαληθεύει την αξιοπιστία τους, να εκδίδει δεσμευτικές συστάσεις και να κατευθύνει τους καταγγέλτες όταν η απάντηση που παρέχουν το κράτος μέλος ή τα εθνικά όργανα είναι προδήλως ανεπαρκής· προτείνει να εκδίδουν τα τελευταία ετήσια έκθεση σχετικά με τις ειδοποιήσεις που έλαβαν και τον χειρισμό τους, σεβόμενα την απαίτηση εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις ενδεχόμενες εν εξελίξει έρευνες· θεωρεί ότι η εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή θα μπορούσε να διευρυνθεί ώστε να εκπληρώνει αυτόν τον ρόλο·

63.  θεωρεί ότι, από τη στιγμή που μια ειδοποίηση χαρακτηριστεί σοβαρή, θα πρέπει να οδηγεί σε δέουσα έρευνα και να ακολουθείται από τη λήψη κατάλληλων μέτρων· θεωρεί ότι , κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι καταγγέλτες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διευκρινίζουν την καταγγελία τους και να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία·

64.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν δεδομένα, σημεία αναφοράς και δείκτες για τις πολιτικές που αφορούν τους καταγγέλτες στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα·

65.  ζητεί στο πλαίσιο της προσεχούς αναθεώρησης των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΕΑ) να προσαρμοστούν οι εξουσίες και οι διαδικασίες τους για την προστασία των καταγγελτών·

66.  καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ασχοληθούν με την έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας της Διαμεσολαβήτριας, της 24ης Ιουλίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 22γ του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία απευθύνει σύσταση προς όλους τους οργανισμούς της ΕΕ να υιοθετήσουν μηχανισμούς «ηθικού» συναγερμού και νομικό πλαίσιο για τους κατηγόρους δημοσίου συμφέροντος που θα βασίζονται άμεσα στους εσωτερικούς κανόνες του γραφείου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή· υπενθυμίζει την αποφασιστικότητά του στον τομέα αυτόν·

67.  θεωρεί ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει επίσης να έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε επανεξέταση και σχολιασμό του αποτελέσματος της έρευνας που σχετίζεται με την αποκάλυψή τους·

68.  καλεί τα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ να δώσουν το παράδειγμα εφαρμόζοντας, χωρίς καθυστέρηση, τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει πλήρως, τόσο στους κόλπους της όσο και στους οργανισμούς της ΕΕ, τις οικείες κατευθυντήριες γραμμές προστασίας των καταγγελτών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του 2012· ζητεί από την Επιτροπή να συνεργάζεται αποτελεσματικά και να συντονίζει τις προσπάθειες με τα άλλα θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για την προστασία των καταγγελτών·

69.  τονίζει την ανάγκη να επιτευχθεί καλύτερη λειτουργία του συστήματος για την αναφορά εταιρικών αθέμιτων πρακτικών, σε μια προσπάθεια να συμπληρωθεί και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των υπαρχόντων εθνικών σημείων επαφής για τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις·

70.  τονίζει ότι οι έρευνες σχετικά με τα προβλήματα που αποκαλύπτουν οι καταγγέλτες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες και να διεξάγονται το ταχύτερο δυνατό, προστατεύοντας επίσης τα δικαιώματα των προσώπων που ενδέχεται να εμπλέκονται στην δημοσιοποίηση· υπογραμμίζει ότι, τόσο ο καταγγέλτης, όσο και οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε μια καταγγελία, θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει πρόσθετα επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της έρευνας, και να έχει διαρκή ενημέρωση σχετικά με τη συνέχεια που δίνεται στην υπόθεση·

71.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή εισήγαγε τελικά ένα δίαυλο ώστε να μπορούν οι καταγγέλτες να αναφέρουν ή να αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με τον ανταγωνισμό και τις συμφωνίες σύμπραξης επιχειρήσεων, τονίζει ωστόσο την ανάγκη απλοποίησης των διαδικασιών και επιμένει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει υπερβολικός αριθμός διαύλων·

72.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0310.

(3)

ΕΕ C 208 της 10.6.2016, σ. 89.

(4)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0457.

(5)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0022.

(6)

https://www.unodc.org/documents/treaties/UNCAC/Publications/Convention/08-50027_F.pdf

(7)

Βλέπε για παράδειγμα το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2016 σχετικά με τη διαδικασία tax rulings και άλλων μέτρων ισοδύναμου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0310) καθώς και το ψήφισμά του της 16ης Δεκεμβρίου 2015 με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαφάνεια, το συντονισμό και τη συνοχή των πολιτικών για τη φορολογία των επιχειρήσεων στην Ένωση (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0457).


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εδώ και αρκετά χρόνια, ο ζωτικός ρόλος που διαδραματίζουν οι καταγγέλτες στην αποκάλυψη σοβαρών στρεβλώσεων εις βάρος του γενικού συμφέροντος έχει φέρει στο φως μια σειρά από σκάνδαλα, σε ποικίλους τομείς, όπως η προστασία της δημόσιας υγείας, το περιβάλλον ή η φοροδιαφυγή. Σήμερα, η προστασία των καταγγελτών θεωρείται ένα από τα κατεξοχήν μέσα για να διαφυλαχθεί το δημόσιο συμφέρον και να εμφυσηθεί μια ηθική και υπεύθυνη συμπεριφορά στους δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς. Τα είδη προστασίας που παρέχεται, όταν υπάρχουν, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκή και πολύ κατακερματισμένα, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται ένα συνεκτικό πλαίσιο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δράση της οποίας περιορίζεται προς το παρόν σε προστασία τομεακής εμβέλειας.

Η εισηγήτρια θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να ενεργήσει, μέσω ενός οριζόντιου νομοθετικού μέσου, με γνώμονα τους στόχους της στον τομέα της δημοκρατίας, της πολυφωνίας των απόψεων και της ελευθερίας έκφρασης. Υπάρχουν διάφορες πιθανές νομικές βάσεις που προσφέρονται στην Επιτροπή για να προτείνει μια τέτοια πράξη· θα πρέπει, λοιπόν, να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση το συντομότερο δυνατό.

Έχουν ήδη αναπτυχθεί διάφορα διεθνή πρότυπα όσον αφορά την προστασία των καταγγελτών, στα οποία η ευρωπαϊκή νομοθεσία θα μπορούσε να βασιστεί. Σύμφωνα με αυτά τα πρότυπα, ο ορισμός του καταγγέλτη θα πρέπει να είναι αρκετά ευρύς ώστε να καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερες καταστάσεις, προστατεύοντας έτσι τους υπαλλήλους τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, αλλά και τους συμβούλους ή ακόμη και τους αυτοαπασχολούμενους. Εξάλλου, η προστασία θα πρέπει να μην περιορίζεται μόνο στην καταγγελία περιστατικών αντίθετων στον νόμο, αλλά να καλύπτει επίσης τις αποκαλύψεις που αφορούν βλάβη του γενικού συμφέροντος. Θα πρέπει να θεσπιστούν σαφείς μηχανισμοί καταγγελίας στο εσωτερικό των οργανισμών, ώστε να είναι δυνατή η καταγγελία εκ των έσω. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να συνιστά το μόνο μέσο και θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα καταγγελίας σε ανεξάρτητο θεσμό ή στο κοινό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα όργανο αφιερωμένο αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών, καθοδήγησης και στην παραλαβή καταγγελιών για δυσλειτουργίες.

Για την καλύτερη προστασία των ατόμων που αποφασίζουν να προβούν σε καταγγελία, πρέπει να διασφαλίζεται η τήρηση του απορρήτου, ενώ θα πρέπει να καθιερωθεί η αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Τέλος, ο μηχανισμός θα πρέπει να συμπληρώνεται με ψυχολογική και οικονομική στήριξη, καθώς και επανόρθωση της βλάβης, ενώ θα πρέπει να εισαχθούν επίσης αποτελεσματικές κυρώσεις κατά των προσώπων που επιδιώκουν να εμποδίσουν τον καταγγέλτη να μιλήσει.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΘΕΣΑΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση υπό την αποκλειστική ευθύνη της εισηγήτριας. Στην εισηγήτρια κατατέθηκαν απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες ή τα ακόλουθα πρόσωπα κατά την εκπόνηση της έκθεσης:

Οντότητα και/ή πρόσωπο

UNI Europa

FIRST-CISL

Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων

Eurocadres

Διεθνής Διαφάνεια (Γαλλία)

Διεθνής Διαφάνεια

Finnish trade union representation to the EU

CCI Paris-Ile de France

Ascent-EU - Good Governance, Anti-Corruption & Rule of Law Consultant


ΣΤΕΛΕΧΗ CFDT

EBU

Brussels Office of the Swedish Trade Unions

Finnish trade union representation to the EU

Blueprint for speech

6.92017


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΟικονομικΗς και ΝομισματικΗς ΠολιτικΗς

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης(*): Molly Scott Cato

(*)  Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 54 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλτες έχουν διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο στην αποκάλυψη και την αναφορά εικαζόμενων παραπτωμάτων, παρατυπιών, απάτης ή παράνομης δραστηριότητας καθώς και στον εντοπισμό και τη δημοσιοποίηση υποθέσεων δημοσίου συμφέροντος σε ζητήματα φορολογίας, όπως οι αποκαλύψεις για τις LuxLeaks, SwissLeaks και τα έγγραφα του Παναμά, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε σημαντικά ευρείες μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της οικονομικής και φορολογικής απάτης, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της διαφθοράς, που αποτελούν τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη και το κράτος δικαίου·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους, σημειώθηκε ένα κύμα πάταξης της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής σε διεθνές επίπεδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται μεγαλύτερη διαφάνεια στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προκειμένου να αποθαρρύνονται οι αθέμιτες πρακτικές, ορισμένα δε κράτη μέλη διαθέτουν ήδη εμπειρίες σε συνάρτηση με κεντρικές υπηρεσίες για την αναφορά πραγματικών ή πιθανών παραβιάσεων των κανόνων προληπτικής εποπτείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν το 2003 τη Σύμβαση κατά της Διαφθοράς(1)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει συγκροτήσει δύο ειδικές επιτροπές και μία εξεταστική επιτροπή σε συνέχεια αυτών των αποκαλύψεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει την προστασία των καταγγελτών σε σειρά ψηφισμάτων(2)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ήδη συμφωνηθείσες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της διεθνούς ανταλλαγής πληροφοριών σε φορολογικά ζητήματα ήταν πολύ χρήσιμες και ότι οι διάφορες διαρροές σε σχέση με τη φορολογία αποκάλυψαν πληθώρα πληροφοριών μεγάλης σημασίας, σχετικά με αθέμιτες πρακτικές οι οποίες διαφορετικά δεν θα είχαν αποκαλυφθεί·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ενώ οι παγκόσμιες προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς έχουν μέχρι στιγμής επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο σε ατασθαλίες στον δημόσιο τομέα, οι πρόσφατες διαρροές έχουν αναδείξει τον ρόλο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των συμβούλων και άλλων ιδιωτικών εταιρειών στη διευκόλυνση της διαφθοράς·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθιέρωση δημόσιων μητρώων πραγματικών δικαιούχων για εταιρείες καταπιστευματικής διαχείρισης και παρεμφερή νομικά μορφώματα, και η λήψη άλλων μέτρων διαφάνειας για τα επενδυτικά μέσα μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για τις παραβάσεις που αποκαλύπτουν συνήθως οι καταγγέλτες·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία πολύ συχνά δεν περιορίζεται μόνο στα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά θέματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας θα μπορούσε να αποτρέψει δυνητικούς καταγγέλτες από το να αναφέρουν παρατυπίες προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να υποστούν αντίποινα ή μέτρα ανταπόδοσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2015 το 86 % των εταιρειών διέθετε διαδικασίες για την αναφορά εικαζόμενων περιπτώσεων διάπραξης σοβαρών ενδοεταιρικών παρατυπιών, ωστόσο περισσότερο από το ένα τρίτο από αυτές δεν είχαν μια γραπτή πολιτική για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα ή αγνοούσαν εάν υφίστατο μια τέτοια πολιτική· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί καταγγέλτες που αποκάλυψαν οικονομικές ή χρηματοπιστωτικές ατασθαλίες, παρατυπίες ή παράνομες δραστηριότητες έχουν υποστεί διώξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρόσωπα που αναφέρουν ή αποκαλύπτουν πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος συχνά υφίστανται αντίποινα, όπως επίσης και μέλη της οικογένειας και συνάδελφοί τους, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, το τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει πάγια νομολογία όσον αφορά τους καταγγέλτες, ωστόσο η προστασία τους πρέπει να κατοχυρώνεται νομοθετικά· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνονται η ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα σε χρηστή διοίκηση·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι δίαυλοι για επίσημες καταγγελίες σχετικά με παράτυπη συμπεριφορά πολυεθνικών επιχειρήσεων σπάνια οδηγούν σε συγκεκριμένες κυρώσεις για παραβάσεις·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ενώ η προστασία των καταγγελτών σε επίπεδο Ένωσης δεν έχει εφαρμοστεί σε όλα τα κράτη μέλη ούτε έχει εναρμονιστεί, τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν κυρώσει τη Σύμβαση των ΗΕ κατά της διαφθοράς, καθιστώντας υποχρεωτική την παροχή κατάλληλης και αποτελεσματικής προστασίας στους καταγγέλτες·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δίκαιο της ΕΕ περιέχει ήδη ορισμένες διατάξεις για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα, μεταξύ άλλων σε σχέση με την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αλλά δεν προβλέπει ακόμη οριζόντια νομοθεσία που θα ισχύει για όλους τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κατακερματισμένες διατάξεις ενδέχεται να αποδειχθούν ασαφείς και αναποτελεσματικές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να κληθεί να υποβάλει διεξοδική αξιολόγηση νομικών βάσεων για τυχόν ανάληψη περαιτέρω δράσης σε επίπεδο ΕΕ στο πλαίσιο με αυτό· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών θα συμβάλει στην αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΕ·

1.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να προβεί σε προσεκτική αξιολόγηση ενδεχόμενων νομικών βάσεων για περαιτέρω λήψη μέτρων σε επίπεδο ΕΕ και, εφόσον απαιτείται, να υποβάλει συνεκτικές οριζόντιες νομοθετικές διατάξεις, όπως μέσα στήριξης των καταγγελτών προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία τους το ταχύτερο δυνατόν καθώς και να υποβάλει πρόταση για την εξασφάλιση επαρκούς οικονομικής στήριξης των καταγγελτών· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα να συσταθεί ένα ανεξάρτητο ευρωπαϊκό όργανο με αρμοδιότητα να παραλαμβάνει αναφορές από καταγγέλτες, μεταξύ άλλων κατά τρόπο ανώνυμο και εμπιστευτικό, και, όταν είναι σκόπιμο να παρέχει συμβουλές και προστασία· επισημαίνει ότι η προστασία των καταγγελτών πρέπει να ισχύει τόσο για το δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα χωρίς διάκριση· ζητεί να προβλέπεται νομοθετικά ότι οι εταιρείες που αποδεδειγμένα προβαίνουν σε αντίποινα κατά καταγγελτών δεν μπορούν να λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ ούτε να συνάπτουν συμβάσεις με δημόσιους φορείς· προτείνει, σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή να εκπονεί μια ετήσια έκθεση που θα αξιολογεί το ισχύον καθεστώς προστασίας των καταγγελτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση· πιστεύει ότι οι διεθνείς συμφωνίες στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της φορολογίας και του ανταγωνισμού πρέπει να προβλέπουν διατάξεις για την προστασία των καταγγελτών· προτείνει τη δημιουργία ενός κοινού σε ολόκληρη την Ευρώπη ταμείου για την προστασία των καταγγελτών προκειμένου να διασφαλίζεται επαρκής οικονομική στήριξή τους·

2.  τονίζει ότι είναι παράλογο και ανησυχητικό το γεγονός ότι πολίτες και δημοσιογράφοι διώκονται ποινικά αντί να τους παρέχεται νομική προστασία, όταν αποκαλύπτουν πληροφορίες χάριν του δημοσίου συμφέροντος, μεταξύ άλλων για εικαζόμενα παραπτώματα, ατασθαλίες, απάτη ή παράνομη δραστηριότητα, ιδίως όταν πρόκειται για συμπεριφορά που παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ, όπως φοροαποφυγή, φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

3.  καλεί εξάλλου τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν έναν ευρύ νομικό ορισμό του όρου «καταγγέλτης» με στόχο την αποτελεσματική προστασία τους μέσω της εθνικής νομοθεσίας· φρονεί ότι οι καταγγέλτες, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πρέπει να τυγχάνουν ίσης προστασίας και δεν πρέπει να δεσμεύονται από συμβατικές υποχρεώσεις που αποτρέπουν τις αναφορές ή τις αποκαλύψεις χάριν του δημοσίου συμφέροντος· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε στο πλαίσιο της προστασίας αυτής να προβλέπονται εξαιρέσεις από διώξεις σε συνάρτηση με προστατευόμενες αποκαλύψεις καθώς και από πειθαρχικά μέτρα ή άλλες μορφές αντιποίνων·

4.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους το άρθρο 33 της Σύμβασης των ΗΕ κατά της διαφθοράς που υπογραμμίζει τον ρόλο των καταγγελτών στην πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς·

5.  επισημαίνει τα πορίσματα της ειδικής του επιτροπής TAXE και τονίζει την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι καταγγέλτες δύνανται να αναφέρουν στοιχεία όχι μόνο για παράνομες δραστηριότητες, αλλά και για παρατυπίες καθώς και κάθε πληροφορία σε ζητήματα που απειλούν ή βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον·

6.  επαναλαμβάνει ότι, δεδομένης της συχνά τεχνικής φύσεως των επίμαχων πληροφοριών και των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στην πρόσβασή τους σε αυτές, οι καταγγέλτες μπορεί συχνά να είναι το μόνο μέσο για τη γνωστοποίηση παράνομων δραστηριοτήτων στο κοινό·

7.  υποστηρίζει ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να μπορούν να υποβάλουν ανώνυμα αναφορές ή καταγγελίες, ως ζήτημα προτεραιότητας, τόσο στο πλαίσιο των εσωτερικών διαδικασιών αναφοράς του σχετικού οργανισμού όσο και στις αρμόδιες αρχές και, επιπλέον, ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να προστατεύονται, ανεξάρτητα από τον δίαυλο υποβολής στοιχείων που θα επιλέξουν·

8.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να ανατίθεται ρητά στις αρμόδιες αρχές, καθώς και στους ρυθμιστικούς φορείς και τους φορείς επιβολής του νόμου, η αρμοδιότητα να διατηρούν τους διαύλους υποβολής αναφορών, να λαμβάνουν, να χειρίζονται και να διερευνούν στοιχεία για αθέμιτες πρακτικές ενώ, παράλληλα, να διαφυλάττουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της πηγής και, κατά περίπτωση, να προστατεύουν τα δικαιώματα των θιγόμενων μερών·

9.  πιστεύει ότι όλοι οι δημόσιοι και οι ιδιωτικοί οργανισμοί σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών πρέπει να διαθέτουν εσωτερικές διαδικασίες καταγγελίας για τους εργαζόμενούς τους· τονίζει ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι εργαζόμενοι και τα λοιπά άτομα τα ήδη υφιστάμενα νομοθετικά πλαίσια για την υποβολή καταγγελιών και καλεί τα όργανα της ΕΕ και των κρατών μελών να πραγματοποιούν τακτικές εκστρατείες ενημέρωσης και να παρέχουν κατανοητές πληροφορίες σε πολλές γλώσσες σχετικά με τις βασικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών·

10.  ζητεί στο πλαίσιο της προσεχούς αναθεώρησης των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΕΑ) να προσαρμοστούν οι εξουσίες και οι διαδικασίες τους για την προστασία των καταγγελτών·

11.  τονίζει ότι σε δικαστικές διαδικασίες εις βάρος καταγγελτών, το βάρος της απόδειξης θα πρέπει να φέρει το μέρος που κίνησε τη διαδιακασία προκειμένου να καταδείξει ότι από τα στοιχεία που αποδεικνύεται η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς ή παρατυπίας ούτε απειλείται το δημόσιο συμφέρον· καταδικάζει τις διώξεις εις βάρος καταγγελτών που διενεργούνται σκοπίμως με κακή πίστη, για τις οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται κατάλληλες κυρώσεις· υπογραμμίζει ότι η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της πληροφόρησης, και ότι θα πρέπει οι αλληλοσυγκρουόμενοι κανόνες που διέπουν ζητήματα απορρήτου και εμπιστευτικότητας να αναθεωρηθούν σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομολογία στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για να εξασφαλιστεί ότι οι εξαιρέσεις αυτές είναι αναγκαίες και αναλογικές·

12.  καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι καταγγέλτες έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε ανεξάρτητες νομικές συμβουλές, και ότι δύνανται να αξιώσουν αποζημίωση για παρενόχληση ή για απώλεια τρεχουσών ή μελλοντικών μέσων διαβίωσης που είναι αποτέλεσμα αντιποίνων για αποκαλύψεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της προστασίας των καταγγελτών· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει αν υπάρχουν βέλτιστες πρακτικές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για το σκοπό αυτό·

13.  καλεί τα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ να δώσουν το παράδειγμα εφαρμόζοντας, χωρίς καθυστέρηση, τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει πλήρως, τόσο στους κόλπους της όσο και στους οργανισμούς της ΕΕ, τις οικείες κατευθυντήριες γραμμές προστασίας των καταγγελτών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του 2012· ζητεί από την Επιτροπή να συνεργάζεται αποτελεσματικά και να συντονίζει τις προσπάθειες με τα άλλα θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για την προστασία των καταγγελτών·

14.  τονίζει ότι η επικοινωνία μεταξύ των καταγγελτών και των οργάνων και οργανισμών της ΕΕ πρέπει να ενισχυθεί· θεωρεί ότι οι καταγγελίες από πολίτες πρέπει να αντιμετωπίζονται δίκαια και με σεβασμό, και ότι το όργανο ή ο οργανισμός της ΕΕ που εξετάζει την καταγγελία θα πρέπει να έχει συνεχή επαφή με τον καταγγέλτη και να τον ενημερώνει τακτικά σχετικά με την υπόθεση·

15.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης για την αύξηση της ευαισθητοποίησης όσον αφορά την προστασία και την υπεράσπιση των καταγγελτών·

16.  τονίζει την ανάγκη να επιτευχθεί καλύτερη λειτουργία του συστήματος για την αναφορά εταιρικών αθέμιτων πρακτικών, σε μια προσπάθεια να συμπληρωθεί και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των υπαρχόντων εθνικών σημείων επαφής για τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις·

17.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει ολοκληρωμένο σχέδιο για να αποθαρρύνει τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων σε χώρες εκτός ΕΕ που προστατεύουν την ανωνυμία διεφθαρμένων προσώπων·

18.  τονίζει την ανάγκη να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην επιχειρηματική δεοντολογία στα προγράμματα οικονομικών σπουδών και στους συναφείς κλάδους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

4.9.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

36

0

13

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gerolf Annemans, Burkhard Balz, Pervenche Berès, Udo Bullmann, Esther de Lange, Markus Ferber, Jonás Fernández, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Cătălin Sorin Ivan, Petr Ježek, Othmar Karas, Wajid Khan, Philippe Lamberts, Werner Langen, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Fulvio Martusciello, Marisa Matias, Gabriel Mato, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Pirkko Ruohonen-Lerner, Anne Sander, Alfred Sant, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Kay Swinburne, Paul Tang, Ramon Tremosa i Balcells, Marco Valli, Jakob von Weizsäcker, Marco Zanni, Κώστας Μαυρίδης, Δημήτριος Παπαδημούλης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Enrique Calvet Chambon, Matt Carthy, Manuel dos Santos, Ashley Fox, Eva Joly, Paloma López Bermejo, Thomas Mann, Luigi Morgano, Lieve Wierinck

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Elżbieta Katarzyna Łukacijewska

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛHΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

36

+

ALDE

Enrique Calvet Chambon, Petr Ježek, Ramon Tremosa i Balcells, Lieve Wierinck

ECR

Bernd Lucke, Pirkko Ruohonen-Lerner

EFDD

Marco Valli

ENF

Gerolf Annemans, Bernard Monot

GUE/NGL

Matt Carthy, Paloma López Bermejo, Marisa Matias, Dimitrios Papadimoulis

PPE

Brian Hayes, Othmar Karas, Werner Langen, Thomas Mann

S&D

Pervenche Berès, Udo Bullmann, Jonás Fernández, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Cătălin Sorin Ivan, Wajid Khan, Olle Ludvigsson, Costas Mavrides, Luigi Morgano, Alfred Sant, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Paul Tang, Manuel dos Santos, Jakob von Weizsäcker

Verts/ALE

Eva Joly, Philippe Lamberts, Molly Scott Cato

0

-

13

0

ECR

Ashley Fox, Kay Swinburne

ENF

Marco Zanni

PPE

Burkhard Balz, Markus Ferber, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Fulvio Martusciello, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Anne Sander, Esther de Lange

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

https://www.unodc.org/documents/brussels/UN_Convention_Against_Corruption.pdf

(2)

Βλέπε για παράδειγμα το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2016 σχετικά με τη διαδικασία tax rulings και άλλων μέτρων ισοδύναμου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0310) καθώς και το ψήφισμά του της 16ης Δεκεμβρίου 2015 με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαφάνεια, το συντονισμό και τη συνοχή των πολιτικών για τη φορολογία των επιχειρήσεων στην Ένωση (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0457).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΕλΕγχου του ΠροϋπολογισμοΥ (7.9.2017)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Dennis de Jong

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν συχνά σημαντικό και μάλιστα κρίσιμης σημασίας ρόλο στην πρόληψη, τον εντοπισμό και την αποκάλυψη παρατυπιών, παρανομιών, απάτης, διαφθοράς και άλλων αδικημάτων ή παραβιάσεων του κράτους δικαίου σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι εκείνοι οι οποίοι, παρά τους προσωπικούς και επαγγελματικούς κινδύνους, προσφέρουν υπηρεσία στην κοινωνία αναφέροντας ή αποκαλύπτοντας πληροφορίες χάριν του δημοσίου συμφέροντος, επιδεικνύουν τέτοιο θάρρος ώστε οι κυβερνήσεις οφείλουν να παρέχουν επαρκείς νομικές διασφαλίσεις και προστασία, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης οικονομικής ή άλλης ζημίας που υφίστανται οι καταγγέλτες, π.χ. όταν χάνουν τη δουλειά τους εξαιτίας της αναφοράς ή της αποκάλυψης παρατυπιών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δράση των καταγγελτών, η οποία βασίζεται στις αρχές της διαφάνειας και της ακεραιότητας, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αποκάλυψη παρατυπιών και, ως εκ τούτου, η προστασία των ατόμων αυτών θα πρέπει να διασφαλίζεται από τον νόμο και να ενισχυθεί σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μόνο εφόσον τα άτομα αυτά ενεργούν με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και καλόπιστα σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο ενέκρινε πρόσφατα δύο έγγραφα: ψήφισμα(1) σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και έκθεση(2) για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Καταπολέμηση της απάτης·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από την 1η Ιουλίου 2014 σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμοί έχουν ενσωματώσει, όπως υποχρεούνται, στους εσωτερικούς τους κανονισμούς μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων, σύμφωνα με τα άρθρα 22 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλο και περισσότερες έρευνες για οικονομικές απάτες μπορεί να έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα και οι καταγγέλτες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην αποκάλυψη του παρασκηνίου παράνομων πράξεων που διαπράττονται στο εξωτερικό και στρέφονται εις βάρος εθνικών οικονομικών συμφερόντων·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 33 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς, συμβαλλόμενα μέρη της οποίας είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της, ορίζει σαφώς την ανάγκη λήψης κατάλληλων νομικών μέτρων για την παροχή προστασίας έναντι αδικαιολόγητης μεταχείρισης σε οποιοδήποτε πρόσωπο καταγγέλλει καλόπιστα και με βάσιμους λόγους στις αρμόδιες αρχές γεγονότα που αφορούν αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την εν λόγω Σύμβαση·

1.  πιστεύει ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας των καταγγελτών έχει αρνητικό αντίκτυπο στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ·

2.  παροτρύνει μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εφαρμόσει, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, το ψήφισμα σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και, ειδικότερα, να υποβάλει οριζόντια νομοθετική πρόταση που θα αποσκοπεί στη θέσπιση ελάχιστου επιπέδου προστασίας των ευρωπαίων καταγγελτών σε ολόκληρη την Ένωση και ενός αποτελεσματικού και ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού προγράμματος προστασίας των καταγγελτών·

3.  επισημαίνει ότι μόνο λίγα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει επαρκώς προηγμένα συστήματα προστασίας των καταγγελτών, παρά την επιτακτική ανάγκη προστασίας τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, και παρά το γεγονός ότι η προστασία των καταγγελτών προβλέπεται στο άρθρο 33 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς· ζητεί από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει τις αρχές για την προστασία των καταγγελτών στο εσωτερικό δίκαιό τους, να το πράξουν το συντομότερο δυνατό·

4.  σημειώνει ότι, παρόλο που στο επίκεντρο του ψηφίσματος που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο βρίσκονται οι καταγγέλτες στο πλαίσιο των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, πολλά από τα προτεινόμενα μέτρα θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται και για τους καταγγέλτες με την ευρύτερη έννοια, μεταξύ άλλων και στους τομείς της προστασίας του περιβάλλοντος, των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της προστασίας των καταναλωτών· υπογραμμίζει τη συμβολή των ερευνητών δημοσιογράφων και θεωρεί ότι πρέπει να παρέχεται σε αυτούς το ίδιο επίπεδο προστασίας που παρέχεται στους καταγγέλτες·

5.  καλεί, εν προκειμένω, την Επιτροπή να ερμηνεύσει τον όρο «οικονομικά συμφέροντα» όσο το δυνατόν πιο διασταλτικά, ώστε να καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες που επηρεάζουν έμμεσα τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ·

6.  ζητεί μετ’ επιτάσεως να εξασφαλισθεί επαρκής προστασία για όσους καταγγέλλουν παράτυπες πρακτικές στον χώρο εργασίας όπως παρενόχληση, εκβιασμούς σε σχέση με την απασχόληση, παράνομες πρακτικές όσον αφορά τις προσλήψεις και τις απολύσεις, μισθολογικές διακρίσεις και οτιδήποτε ισοδυναμεί με μη τήρηση της ισχύουσας νομοθεσίας·

7.  καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στη νομοθετική της πρόταση μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από αντίποινα του εργοδότη τους, λόγω των ενεργειών τους ως καταγγελτών, μεταξύ άλλων, διασφάλιση της ανωνυμίας τους και της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών, παροχή νομικής, οικονομικής και ψυχολογικής βοήθειας, όπου αυτό είναι απαραίτητο, και διασφάλιση ότι, σε περίπτωση καταγγελίας θυματοποίησης ή αντιποίνων, το βάρος της απόδειξης φέρει ο εργοδότης·

8.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή εισήγαγε τελικά ένα δίαυλο ώστε να μπορούν οι καταγγέλτες να αναφέρουν ή να αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με τον ανταγωνισμό και τις συμφωνίες σύμπραξης επιχειρήσεων, τονίζει ωστόσο την ανάγκη απλοποίησης των διαδικασιών και επιμένει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει υπερβολικός αριθμός διαύλων·

9.  τονίζει, ωστόσο, ότι οι καταγγέλτες μπορούν να χρησιμοποιούν ένα μη θεσμικό δίαυλο, π.χ. τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ότι αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να επεξεργάζονται προδραστικά και επίσημα τις πληροφορίες που αποκαλύπτονται και οι οποίες άπτονται των συμφερόντων της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι οι έρευνες θα πρέπει να διεξάγονται συστηματικά όταν γνωστοποιούνται πληροφορίες που άπτονται των συμφερόντων της ΕΕ, ανεξάρτητα από τον δίαυλο που χρησιμοποιείται·

10.  καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να υλοποιήσει τη σύσταση του ψηφίσματος για συγκρότηση ενός ανεξάρτητου συμβουλευτικού οργάνου της ΕΕ, το οποίο θα συγκεντρώνει και θα διαβιβάζει πληροφορίες, θα διαθέτει γραφεία στα κράτη μέλη που θα μπορούν να λαμβάνουν αναφορές σχετικά με παρατυπίες, θα είναι εξοπλισμένο με επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους, τις δέουσες αρμοδιότητες και κατάλληλα εξειδικευμένα στελέχη, προκειμένου να βοηθά τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς καταγγέλτες να χρησιμοποιούν τους σωστούς διαύλους για να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες τους σχετικά με ενδεχόμενες παρατυπίες που πλήττουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, ενώ, παράλληλα, θα προστατεύει την εμπιστευτικότητα τους και θα προσφέρει την αναγκαία υποστήριξη και τις απαραίτητες συμβουλές· σε πρώτο στάδιο, οι εργασίες του θα βασίζονται πρωτίστως σε αξιόπιστη επαλήθευση των πληροφοριών που λαμβάνονται·

11.  αναφέρεται, στο πλαίσιο αυτό, στο γεγονός ότι η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια επεσήμανε στο Κοινοβούλιο ότι είναι πρόθυμη να εξετάσει τη δυνατότητα συγκρότησης ενός τέτοιου οργάνου εντός του Γραφείου του Διαμεσολαβητή, και προτρέπει την Επιτροπή να μελετήσει τη σκοπιμότητα της ανάθεσης των εν λόγω καθηκόντων στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο οποίος διαθέτει ήδη την αρμοδιότητα να διερευνά καταγγελίες αθέμιτων πρακτικών εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ·

12.  υπενθυμίζει ότι το ίδιο ψήφισμα του Κοινοβουλίου καλεί επίσης τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές, να θεσπίσουν και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της εμπιστευτικότητας των πηγών των πληροφοριών και ζητεί, επομένως, τη δημιουργία ενός ελεγχόμενου ιστοτόπου, όπου θα μπορούν να υποβάλλονται καταγγελίες με απόλυτα εμπιστευτικό τρόπο·

13.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν έχουν όλοι οι οργανισμοί της ΕΕ εφαρμόσει τους εσωτερικούς κανόνες για την προστασία των καταγγελτών και καλεί αυτούς τους οργανισμούς να εφαρμόσουν τους εσωτερικούς κανόνες, σύμφωνα με τα άρθρα 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

14.  θεωρεί ότι η ειδική τομεακή νομοθεσία, όπως π.χ. η νομοθεσία στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, δεν θα πρέπει κατ’ ουδένα τρόπο να αντικαταστήσει ή να καθυστερήσει τη θέσπιση γενικών διατάξεων με ενιαία ελάχιστα πρότυπα νομικής προστασίας των καταγγελτών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να υποβάλει, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, οριζόντια νομοθετική πρόταση για την προστασία των καταγγελτών.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

4.9.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

19

0

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jonathan Arnott, Inés Ayala Sender, Zigmantas Balčytis, Dennis de Jong, Tamás Deutsch, Martina Dlabajová, Raffaele Fitto, Luke Ming Flanagan, Ingeborg Gräßle, Cătălin Sorin Ivan, Jean-François Jalkh, Arndt Kohn, Claudia Schmidt, Bart Staes, Hannu Takkula, Indrek Tarand, Marco Valli, Derek Vaughan, Joachim Zeller

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Caterina Chinnici, Brian Hayes, Julia Pitera

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

19

+

ALDE

ECR

EFDD

GUE/NGL

PPE

S&D

Verts/ALE

Martina Dlabajová, Hannu Takkula

Raffaele Fitto

Marco Valli

Luke Ming Flanagan, Dennis de Jong

Tamás Deutsch, Ingeborg Gräßle, Brian Hayes, Julia Pitera, Claudia Schmidt, Joachim Zeller

Inés Ayala Sender, Zigmantas Balčytis, Caterina Chinnici, Cătălin Sorin Ivan, Arndt Kohn, Derek Vaughan

Bart Staes

0

-

 

 

3

0

EFDD

ENF

Verts/ALE

Jonathan Arnott

Jean-François Jalkh

Indrek Tarand

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0022.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0206.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπης ΑπασχΟλησης και ΚοινωνικΩν ΥποθΕσεων (13.7.2017)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: David Casa

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος των καταγγελτών, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, συνίσταται στην αποκάλυψη, την αποτροπή και την πρόληψη παραπτωμάτων, όπως κακοδιαχείριση, απάτη και διαφθορά, συμβάλλοντας έτσι στην προαγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ενίσχυση του κράτους δικαίου, της προβολής της ελευθερίας της έκφρασης, της διαφάνειας και της δημοκρατικής λογοδοσίας, καθώς και στην προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι συχνά οι καταγγέλτες είναι υπάλληλοι οι οποίοι δεσμεύονται από μια σχέση εργασίας και εξαρτώνται από τον μισθό τους για την εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής τους·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σημασία της προστασίας των καταγγελτών έχει αναγνωριστεί από όλα τα σημαντικά διεθνή μέσα σχετικά με τη διαφθορά και ότι έχουν οριστεί πρότυπα σχετικά με τη καταγγελία δυσλειτουργιών από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC), τη σύσταση αριθ. CM/Rec(2014)7 του Συμβουλίου της Ευρώπης και τη σύσταση του 2009 του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες μαζικές διαρροές που έφεραν στο φως υποθέσεις διαφθοράς, όπως οι υποθέσεις σχετικά με τα έγγραφα του Παναμά και τα Swiss Leaks και η αποκάλυψη της παράκαμψης και των παραβιάσεων των κανόνων της εργατικής νομοθεσίας που, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδήγησε σε επισφαλή απασχόληση, επιβεβαιώνουν τη σημασία του ρόλου των καταγγελτών στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα οι καταγγέλτες στην Ευρώπη εξακολουθούν να τυγχάνουν ανεπαρκούς αναγνώρισης και προστασίας·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν συχνά διατυπωθεί σοβαρές ανησυχίες για το γεγονός ότι οι καταγγέλτες που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ενδέχεται να αντιμετωπίσουν εχθρότητα, παρενοχλήσεις, εκφοβισμούς και αποκλεισμό στον τόπο εργασίας τους, καθώς επίσης και εμπόδια στη μελλοντική τους απασχόληση, απώλεια των μέσω επιβίωσης και συχνά επίσης δέχονται σοβαρές απειλές που απευθύνονται στα μέλη της οικογένειας και τους συναδέλφους τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο φόβος των αντιποίνων μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στους καταγγέλτες και με αυτόν τον τρόπο να τεθεί σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι χώροι εργασίας πρέπει να καλλιεργούν ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες θα νιώθουν ελεύθεροι να εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με πιθανές παρανομίες, όπως παραπτώματα και περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, ανάρμοστης συμπεριφοράς, κακοδιαχείρισης, απάτης ή παράνομες πράξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να προαχθεί η σωστή νοοτροπία που επιτρέπει στους ανθρώπους να αισθάνονται ότι μπορούν να αναφέρουν την ύπαρξη προβληματικών καταστάσεων χωρίς να φοβούνται αντίποινα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις τρέχουσες και μελλοντικές συνθήκες απασχόλησής τους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος της καταγγελίας θα πρέπει να είναι η αναφορά των πράξεων που συνιστούν απειλή για το δημόσιο συμφέρον ή παράβασης του νόμου ή οποιουδήποτε άλλου παραπτώματος ή παρατυπίας·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει νομοθεσία για την προστασία των καταγγελτών, ενώ άλλα κράτη δεν το έχουν πράξει, γεγονός που συνεπάγεται περιορισμένη ή άνιση προστασία των καταγγελτών σε ολόκληρη την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν υπάρχουν επιπτώσεις είτε σε διασυνοριακό επίπεδο είτε σε επίπεδο ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα ρύθμιση δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένου ότι ένα εθνικό νομικό πλαίσιο για την προστασία των πληροφοριοδοτών δεν διασφαλίζει πάντοτε την ορθή εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα της προστασίας των καταγγελτών, είναι απαραίτητο να διασφαλίσουν τα κράτη μέλη συμμόρφωση με την υφιστάμενη εθνική νομοθεσία για την προστασία των καταγγελτών·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά αποτελεί σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς μπορεί να οδηγήσει στην αποτυχία των κυβερνήσεων να προστατεύσουν τους πληθυσμούς, τους εργαζομένους, το κράτος δικαίου και την οικονομία, στην επιδείνωση των δημόσιων θεσμικών οργάνων και υπηρεσιών, της οικονομικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας σε διάφορους τομείς και στην απώλεια της εμπιστοσύνης σε θέματα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας των δημόσιων και των ιδιωτικών ιδρυμάτων και βιομηχανιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά εκτιμάται ότι κοστίζει στην οικονομία της ΕΕ 120 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως ή το 1 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θέματα οικονομικής ενημέρωσης μπορεί να είναι διασυνοριακού χαρακτήρα και ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαλεύκανση παράνομων ενεργειών που πραγματοποιούνται σε τρίτες χώρες και στρέφονται κατά των εθνικών οικονομικών συμφερόντων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο στον σε πρώιμο στάδιο εντοπισμό σφαλμάτων, προκλήσεων ή προβλημάτων εντός ενός οργανισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει μία επιχειρηματική νοοτροπία όσον αφορά την αποκόμιση διδαγμάτων από λάθη εάν γίνει σεβαστή αυτή η πρακτική· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα ορισμένοι οργανισμοί και κράτη μέλη να υποστηρίξουν την πρακτική της αναφοράς σφαλμάτων γεγονός που, κατά συνέπεια, οδήγησε σε οργανωτικές αλλαγές·

1.  ζητεί, προκειμένου να αλλάξει η αντίληψη που έχει σχηματίσει το κοινό για τους καταγγέλτες, να αναληφθεί δράση, κυρίως από τους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, μέσω της προβολής του θετικού ρόλου των καταγγελτών ως ένα είδος μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης για να προλαμβάνονται οι καταχρήσεις και η διαφθορά και να καθίσταται δυνατός ο δημόσιος έλεγχος από κυβερνήσεις και εταιρίες·

2.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης που αφορά το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού πλαισίου για την προστασία των καταγγελτών, το οποίο θα πρέπει να καλύπτει όλα τα άτομα που εργάζονται στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, ανεξαρτήτως της φύσης της εργασιακής τους σχέσης και του αν αμείβονται ή όχι·

3.  καλεί την Επιτροπή, αφού αξιολογήσει τη νομική βάση και προβεί σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, να εκπονήσει νομοθετική ή νομική πρόταση για την προστασία των καταγγελτών· ζητεί να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα για να προστατεύονται από άνιση μεταχείριση συνδεόμενη με την εργασία, καθώς και από αντίποινα και ποινική και αστική ευθύνη, οι καταγγέλτες που εντοπίζουν και αναφέρουν καλόπιστα περιπτώσεις παρατυπιών σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος· τονίζει ότι είναι πολύ σημαντικό να εξασφαλίζεται η ανωνυμία των καταγγελτών και ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της διαδικασίας·

4.  επισημαίνει τον κίνδυνο που διατρέχουν οι εργαζόμενοι καταγγέλτες, οι οποίοι ενεργούν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, να αποκλείονται από την επαγγελματική τους εξέλιξη, να χάνουν την εργασία τους ή να πέφτουν θύματα αντιποίνων εκ μέρους συναδέλφων και της διοίκησης στο χώρο εργασίας, καθώς και τον κίνδυνο που διατρέχουν όσοι ανακαλύπτουν παρατυπίες να υφίστανται τις αρνητικές, απειλητικές και μακροπρόθεσμα ψυχολογικά επιβλαβείς επιπτώσεις των φαινομένων αυτών· επισημαίνει ότι οι καταγγέλτες ενεργούν αναλαμβάνοντας μεγάλο προσωπικό και επαγγελματικό κίνδυνο και συνήθως πληρώνουν προσωπικό και επαγγελματικό τίμημα· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι ο ορισμός του «καταγγέλτη» θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όσο το δυνατόν περισσότερα διαφορετικά είδη εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των νυν και πρώην υπαλλήλων αλλά και των ασκούμενων, των μαθητευόμενων και άλλων προσώπων·

5.  υπενθυμίζει τη σημασία που έχει ο σχεδιασμός μέσων για επιβολή ποινών και απαγόρευση κάθε μορφής αντιποίνων, όπως η παρενόχληση ή άλλου είδους μεταχείριση με τιμωρητικό ή μεροληπτικό χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων και μέτρων που λαμβάνονται σε βάρος συναδέλφων ή συγγενών σε συνέχεια αποκαλύψεως πληροφοριών·

6.  τονίζει ότι οι καταγγέλτες και τα μέλη των οικογενειών τους των οποίων η ζωή ή η ασφάλεια κινδυνεύουν πρέπει να έχουν δικαίωμα σε αποτελεσματική και κατάλληλη προστασία καθώς και, κατά περίπτωση, σε άσκηση προσφυγής στο δικαστήριο·

7.  τονίζει ότι οι καταγγέλτες είναι σημαντική πηγή πληροφοριών για την ερευνητική δημοσιογραφία και καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε, στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η κατηγορίες αποδεικνύονται βάσιμες, να προστατευθεί αποτελεσματικά και νομικά το δικαίωμα των δημοσιογράφων και η ταυτότητα των καταγγελτών που ενεργούν καλόπιστα· τονίζει ότι οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να προστατεύονται και στην περίπτωση που είναι αυτοί από τους οποίους προέρχονται οι πληροφορίες και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, οι αρχές δεν θα πρέπει να καταφεύγουν στην πρακτική της παρακολούθησης·

8.  θεωρεί ότι το βάρος της απόδειξης πρέπει να φέρει ο εργοδότης ο οποίος οφείλει να αποδεικνύει σαφώς ότι τυχόν μέτρα που λαμβάνονται εις βάρος ενός εργαζόμενου δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την αποκάλυψη καταγγέλτη·

9.  παροτρύνει τους εργοδότες, τους εκπροσώπους των εργαζομένων και τις αρχές να καθιερώσουν αποτελεσματικούς διαύλους για την υποβολή εκθέσεων και την αποκάλυψη παρατυπιών, να αναλαμβάνουν άμεση δράση, μετά από διεξοδικό έλεγχο, όσον αφορά τις πληροφορίες που τους κοινοποιούνται και να ενημερώνουν επειγόντως όλα τα απαραίτητα ενδιαφερόμενα μέρη, τους οργανισμούς και τα ιδρύματα σχετικά με τις παράνομες ενέργειες ή τις παρατυπίες·

10.  υπενθυμίζει ότι είναι αναγκαίο να προσφέρεται η αναγκαία νομική ασφάλεια και προστασία σε ολόκληρη την Ένωση σε όσους αποκαλύπτουν εξακριβωμένες παραβάσεις τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

11.  υπενθυμίζει ότι κάθε μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που διέπουν και επηρεάζουν την απασχόληση· τονίζει περαιτέρω ότι αυτό θα πρέπει να καταρτιστεί σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας·

12.  υπενθυμίζει ότι, ύστερα από ενδελεχή διαδικασία επαλήθευσης και σε περίπτωση εσκεμμένα ψευδών κατηγοριών που διατυπώνονται κακόβουλα, οι υπεύθυνοι θα πρέπει να λογοδοτήσουν·

13.  προτρέπει τις αρχές να λάβουν μέτρα όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής κάθε προσπάθειας, τόσο από τους εργοδότες όσο και από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές, σε συνάρτηση με τις ρυθμίσεις για την παραλαβή και την περαιτέρω εξέταση των καταγγελιών.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

12.7.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

50

0

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Guillaume Balas, Tiziana Beghin, Brando Benifei, Enrique Calvet Chambon, David Casa, Ole Christensen, Martina Dlabajová, Lampros Fountoulis, Elena Gentile, Arne Gericke, Marian Harkin, Czesław Hoc, Danuta Jazłowiecka, Agnes Jongerius, Rina Ronja Kari, Jan Keller, Ádám Kósa, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz, Jean Lambert, Jérôme Lavrilleux, Patrick Le Hyaric, Jeroen Lenaers, Verónica Lope Fontagné, Javi López, Thomas Mann, Dominique Martin, Anthea McIntyre, Joëlle Mélin, Elisabeth Morin-Chartier, Marek Plura, Terry Reintke, Robert Rochefort, Claude Rolin, Sven Schulze, Siôn Simon, Romana Tomc, Yana Toom, Marita Ulvskog, Renate Weber, Tatjana Ždanoka, Jana Žitňanská

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Arena, Lynn Boylan, Tania González Peñas, Marju Lauristin, Paloma López Bermejo, Anne Sander, Joachim Schuster, Csaba Sógor, Helga Stevens, Flavio Zanonato

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andrejs Mamikins

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

50

+

ALDE

ECR

EFDD

GUE/NGL

NI

PPE

S&D

VERTS/ALE

Enrique Calvet Chambon, Martina Dlabajová, Marian Harkin, Robert Rochefort, Yana Toom, Renate Weber

Arne Gericke, Czesław Hoc, Anthea McIntyre, Helga Stevens, Jana Žitňanská

Tiziana Beghin

Lynn Boylan, Tania González Peñas, Rina Ronja Kari, Patrick Le Hyaric, Paloma López Bermejo

Lampros Fountoulis

David Casa, Danuta Jazłowiecka, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz, Ádám Kósa, Jérôme Lavrilleux, Jeroen Lenaers, Verónica Lope Fontagné, Thomas Mann, Elisabeth Morin-Chartier, Marek Plura, Claude Rolin, Anne Sander, Sven Schulze, Csaba Sógor, Romana Tomc

Maria Arena, Guillaume Balas, Brando Benifei, Ole Christensen, Elena Gentile, Agnes Jongerius, Jan Keller, Marju Lauristin, Javi López, Andrejs Mamikins, Joachim Schuster, Siôn Simon, Marita Ulvskog, Flavio Zanonato

Jean Lambert, Terry Reintke, Tatjana Ždanoka

0

-

 

 

2

0

ENF

Dominique Martin, Joëlle Mélin

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΠεριβΑλλοντος, ΔημΟσιας ΥγεΙας και ΑσφΑλειας των ΤροφΙμων (13.7.2017)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Luke Ming Flanagan

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  πιστεύει ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας των καταγγελτών έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της πολιτικής της ΕΕ για την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων, ενώ ο φόβος των αντιποίνων ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στους καταγγέλτες και με αυτόν τον τρόπο να τεθεί σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον·

2.  είναι της άποψης ότι, παρά τη σημασία και την αξία της καταγγελίας δυσλειτουργιών στους τομείς της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος και της ασφάλειας των τροφίμων, αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο από τα κράτη μέλη ότι χρειάζονται, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εκστρατείες ενημέρωσης και προβολής σχετικά με τους καταγγέλτες, προκειμένου να υπάρξει αλλαγή στάσης και νοοτροπίας·

3.  είναι πεπεισμένο ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν απαραίτητο ρόλο, αφενός, στη μείωση των κινδύνων για τη δημόσια υγεία, το περιβάλλον και την ασφάλεια των τροφίμων – τομείς στους οποίους ορισμένοι κίνδυνοι είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν εξωτερικά – και, αφετέρου, στην αποτροπή και πρόληψη παραπτωμάτων και κρουσμάτων διαφθοράς· θεωρεί ότι η αυξημένη προστασία των καταγγελτών θα ενθαρρύνει περαιτέρω την υπέρ του κοινωνικού συνόλου δημοσιοποίηση των κινδύνων και των απειλών κατά της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος ενώ θα βελτιώσει την ασφάλεια των τροφίμων, θα προωθήσει μία νοοτροπία δημόσιας λογοδοσίας και ακεραιότητας τόσο σε δημόσιους όσο και σε ιδιωτικούς οργανισμούς, και θα λειτουργήσει ακόμη και υπέρ της διάσωσης ζωών· μνημονεύει, υπό μορφή παραδείγματος, τη δημοσίευση της μελέτης για το SARS (σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο) και για άλλες επικίνδυνες ασθένειες που απειλούσαν εκατομμύρια ανθρώπους στην Κίνα, καθώς και τις δράσεις που συνέβαλαν στην πρόληψη περιβαλλοντικών κινδύνων στις ΗΠΑ·

4.  υπενθυμίζει πρόσφατες υποθέσεις με σημαντικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο, όπως της Dieselgate, της Nestle και των σκανδάλων με κρέας αλόγου, υποθέσεις οι οποίες έφεραν στο φως κινδύνους για το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία ή την επισιτιστική ασφάλεια, στο πλαίσιο των οποίων οι πληροφορίες που παρείχαν οι καταγγέλτες συνέβαλαν ουσιαστικά στον εντοπισμό των ενεχόμενων κινδύνων, ή υποθέσεις στις οποίες η ενισχυμένη προστασία των καταγγελτών θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε έγκαιρη ανίχνευση των κινδύνων περιορίζοντας κατά πολύ τη ζημία·

5.  τονίζει ότι οι βασικές εξελίξεις στον τομέα της δημόσιας υγείας, ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο του καπνού, μπορούν να αποδοθούν σε τελευταία ανάλυση στη δράση των καταγγελτών όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εσωτερικών εγγράφων·

6.  εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων σπάνια σταματούν στα σύνορα, πράγμα που σημαίνει ότι η ανεπαρκής ή η ανύπαρκτη προστασία των καταγγελτών σε ένα κράτος μέλος, η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μη έγκαιρη ανίχνευση αυτών των κινδύνων, θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια όλων των πολιτών της ΕΕ, καθώς και την ικανότητά τους να προστατεύουν το περιβάλλον·

7.  επισημαίνει ότι η παράνομη εμπορία άγριων ειδών έχει καταστεί μία από τις πλέον κερδοφόρες μορφές οργανωμένου εγκλήματος και υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι καταγγέλτες που αναφέρουν την παράνομη διακίνηση τέτοιων προϊόντων, καθώς και την παράνομη υλοτομία και αλιεία και άλλα εγκλήματα που διαπράττονται σε βάρος των άγριων ειδών·

8.  τονίζει ότι οι αποδείξεις σχετικά με τις παραβιάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ όσον αφορά την προστασία των ζώων και την ασφάλεια των τροφίμων σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις και σφαγεία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη δράση των καταγγελτών δεδομένου ότι οι τοποθεσίες των εγκαταστάσεων αυτών δεν είναι προσβάσιμες για το ευρύ κοινό και οι επίσημοι έλεγχοι συνήθως προαναγγέλλονται·

9.  αναγνωρίζει ότι τα αλιευτικά σκάφη είναι εξαιρετικά απομονωμένων όταν ασκούν αλιευτική δραστηριότητα στη θάλασσα και ότι είναι ζωτικής σημασίας να προστατεύονται επαρκώς οι καταγγέλτες ώστε να είναι σε θέση να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την παράνομη αλιεία και άλλες παραβιάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ·

10.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι ρυθμιστικές αρχές, περιλαμβανομένων και εκείνων που παρακολουθούν τη διατροφική αλυσίδα, δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους και συνεπώς εξαρτώνται, όσον αφορά την ενημέρωσή τους, από τους καταγγέλτες· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι είναι ζωτικής σημασίας τόσο η αύξηση της χρηματοδότησης για τις ρυθμιστικές αρχές όσο και η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών·

11.   τονίζει ότι η ταχεία και στέρεη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των καταγγελτών, καθώς και η πολιτική συναίνεση που θα καταστήσει δυνατή την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα συμβάλλουν ώστε να διατηρηθεί και να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς, θα διευκολύνουν την επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη και τον διάλογο, θα αποκαλύψουν τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων και θα αποδείξουν την προστιθέμενη αξία της δράσης της ΕΕ υπέρ των πολιτών· σημειώνει ότι η σχετική με τους καταγγέλτες νομοθεσία ενθαρρύνει όσους διαθέτουν επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις να προβάλλουν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, διαφορετικά, θα μπορούσαν να παραμένουν καλυμμένα·

12.  εκφράζει τη λύπη του για τα σημαντικά νομικά κενά και τις αδυναμίες στην προστασία των καταγγελτών εντός των κρατών μελών καθώς και για το γεγονός ότι πολύ λίγα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα προστασίας για τους καταγγέλτες· εμμένει στην άποψη ότι απαιτείται προστασία σε επίπεδο ΕΕ προκειμένου να εξασφαλιστεί πλήρης νομική προστασία για τους καταγγέλτες η οποία να είναι ίδια σε όλα τα κράτη μέλη και να διασφαλισθεί η κατάλληλη και ανεξάρτητη συνέχιση της εν λόγω διεργασίας μετά από μία παραπομπή, με την προϋπόθεση ότι καταγγέλτες έχουν ενεργήσει καλή τη πίστει και να έχουν ως αποκλειστικό στόχο την προστασία του δημοσίου συμφέροντος·

13.  επισημαίνει ότι υπάρχουν ήδη ορισμένες διατάξεις για την προστασία των καταγγελτών στο ενωσιακό δίκαιο αλλά ότι αυτές οι διατάξεις έχουν συχνά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής ή είναι διασκορπισμένες σε διάφορες νομοθετικές πράξεις με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ελλείψεις·

14.  ζητεί την υποστήριξη της Επιτροπής για να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν αποτελεσματικούς και αποδοτικούς μηχανισμούς προστασίας των καταγγελτών·

15.  ζητεί επιτακτικά από την Επιτροπή να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης στην οποία προέβη, να προχωρήσει κατά τους προσεχείς μήνες σε νομοθετικές προτάσεις και να υποβάλει χωρίς καθυστέρηση πρόταση, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, για ένα οριζόντιο νομικό μέσο που να καθορίζει ισχυρά κοινά ελάχιστα πρότυπα στην ΕΕ όσον αφορά την προστασία των καταγγελτών και να βασίζεται στις διατάξεις της Συνθήκης για την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών· σημειώνει τις ανεπάρκειες και ελλείψεις των τομεακών προσεγγίσεων που αναπτύσσονται για αυτόν τον σκοπό, όπως είναι αυτός που περιέχεται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν νομοθετικά μέσα που προστατεύουν όσους καταγγέλλουν παρατυπίες στις δημόσιες αρχές· προτείνει στους οργανισμούς της ΕΕ να εγκρίνουν γραπτώς μια πολιτική που να παρέχει προστασία από αντίποινα σε όσους καταγγέλλουν παρατυπίες, καθώς και στους καταγγέλτες·

16.  τονίζει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το έργο των καταγγελτών θεμελιώνεται στις αρχές της διαφάνειας και της ακεραιότητας· θα πρέπει συνεπώς η προστασία των καταγγελτών να διασφαλισθεί από τον νόμο και να ενισχυθεί σε ολόκληρη την Ένωση, αλλά μόνο εφόσον η δράση των καταγγελτών αποσκοπεί στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος μέσω καλόπιστων ενεργειών και σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου·

17.  καλεί την Επιτροπή να εποπτεύει τις διατάξεις των κρατών μελών που αφορούν τους καταγγέλτες, ώστε να διευκολυνθεί η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, μία ανταλλαγή η οποία θα βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη προστασία των καταγγελτών σε εθνικό επίπεδο·

18.  υπογραμμίζει ότι κάθε δραστηριότητα σε συνάρτηση με την αποκάλυψη ή αναφορά πληροφοριών που αφορούν κινδύνους, παραπτώματα και εγκλήματα, καθώς και κάθε προσπάθεια συγκάλυψής τους, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν περιβαλλοντική καταστροφή, προβλήματα σχετικά με την υγεία και την ακεραιότητα και ασφάλεια των τροφίμων, ακόμη και σε σχέση με αναδυόμενες τεχνολογίες για τις οποίες οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία είναι ακόμα άγνωστες, καθώς επίσης και σχετικά με κάθε άλλη μορφή παραβατικής συμπεριφοράς όπως η κακοδιαχείριση δημόσιων φορέων, δημόσιας γης και περιουσίας, θα πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής οιουδήποτε ενωσιακού μέσου που προστατεύει τους καταγγέλτες, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η αξιόποινη συμπεριφορά συνιστά παραβίαση του δικαίου σε συνέχεια δικαιολογημένης πεποίθησης ότι η αποκάλυψη γίνεται προς το δημόσιο συμφέρον· επισημαίνει ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να επωφελούνται από πανευρωπαϊκής εφαρμογής μηχανισμούς προστασίας σε αυτούς τους τομείς, δεδομένου ότι τα περιβαλλοντικά θέματα είναι από τη φύση τους διακρατικά, χαρακτηριστικό το οποίο θα πρέπει να αποτυπώνεται στη σχετική νομοθεσία· τονίζει ότι η προστασία των καταγγελτών πρέπει να παρέχεται σε ολόκληρη την Ένωση, ασχέτως εάν ταυτίζεται ή όχι ο τόπος όπου έχουν διαπραχθεί τα εγκλήματα με τον τόπο διαμονής του καταγγέλτη·

19.  τονίζει τη σημασία των ανοικτών οργανωτικών νοοτροπιών και της ύπαρξης πολλαπλών και προστατευμένων διαύλων για την εθελοντική αποκάλυψη των πληροφοριών εσωτερικά και εξωτερικά, προκειμένου να αποφευχθεί η βλάβη για το περιβάλλον, την ανθρώπινη υγεία και την τροφική αλυσίδα, που είναι επίσης προς το συμφέρον των ίδιων των οργανώσεων·

20.  τονίζει το γεγονός ότι η νομοθεσία που αφορά την προστασία των καταγγελτών πρέπει να είναι ολοκληρωμένη, να έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής, να είναι άμεσης επέμβασης και να προστατεύει τους καταγγέλτες και, κατά περίπτωση, τυχόν θιγόμενους συναδέλφους και συγγενείς τους, από κάθε σε βάρος τους ενέργεια εν είδει αντιποίνων και από κάθε αστική, ποινική ή διοικητική διαδικασία που προκύπτει ως αποτέλεσμα της δράσης του καταγγέλτη· επισημαίνει το γεγονός ότι η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλίζεται το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της πληροφόρησης, και ότι θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι αλληλοσυγκρουόμενοι κανόνες που διέπουν ζητήματα απορρήτου και εμπιστευτικότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομολογία στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τέτοιες εξαιρέσεις είναι αναγκαίες και αναλογικές· δίνει έμφαση στο γεγονός ότι η προστασία είναι απαραίτητη, όχι μόνο για εσωτερικές γνωστοποιήσεις μέσω καθορισμένων διαύλων εντός του χώρου εργασίας ή γνωστοποιήσεις σε δημόσιες αρχές ή όργανα εποπτείας, αλλά – λαμβάνοντας υπόψη και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – επίσης και για εξωτερικές γνωστοποιήσεις στο ευρύτερο κοινό, δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης ή με άλλο τρόπο· επισημαίνει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές, θα πρέπει να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του απορρήτου των πηγών των πληροφοριών προκειμένου να προλαμβάνονται μεροληπτικές ενέργειες ή απειλές· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι όλοι οι καταγγέλτες, συμπεριλαμβανομένων όλων όσοι ενδέχεται να υπόκεινται σε αντίποινα ως αποτέλεσμα δημοσιοποίησης έκθεσης ή αποκαλύψεως στοιχείων στα οποία ενέχεται δημόσιο συμφέρον και, ως εκ τούτου, επιδιώκουν έγκυρη απαίτηση στο δικαστήριο, θα έχουν πρόσβαση σε ανεξάρτητες νομικές συμβουλές, σε οικονομική και ψυχολογική στήριξη, καθώς και σε κατάλληλα μέτρα αρωγής·

21.  καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να επεξεργαστούν ένα αυστηρό νομικό πλαίσιο που θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να αναπτύξουν εσωτερικά συστήματα καταγγελίας παρατυπιών, προσδιορίζοντας επακριβώς την έννοια της εύλογης προθεσμίας για απάντηση από την επιχείρηση, και διασφαλίζοντας ότι τα συστήματα αυτά συμμορφώνονται με την κοινωνική νομοθεσία και τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

22.  τονίζει την ανάγκη να υπάρχει ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τις διατάξεις για την παρεχόμενη στους καταγγέλλοντες προστασία, δεδομένου ότι η συνεχιζόμενη έλλειψη σαφήνειας και η αποσπασματική προσέγγιση αποτρέπει τους δυνητικούς καταγγέλλοντες από την ανάληψη δράσεως, και είναι επιζήμια για τους εργοδότες τους, ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιχειρήσεων που λειτουργούν σε περισσότερες από μία περιοχές δικαιοδοσίας ή πολλαπλούς τομείς·

23.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο της ερευνητικής δημοσιογραφίας και καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε η πρότασή της να παρέχει το ίδιο επίπεδο προστασίας στους ερευνητές δημοσιογράφους και στους καταγγέλτες·

24.  τονίζει ότι ο ορισμός του καταγγέλτη δεν πρέπει να είναι στενός ή να περιορίζεται σε ορισμένους μόνο τομείς, στο καθεστώς της σύμβασης εργασίας ή στη νομική φύση των πράξεων ή των πληροφοριών που αναφέρονται ή γνωστοποιούνται, και ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης προστασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα και να μην δεσμεύονται από καμία συμβατική υποχρέωση που εμποδίζει την υποβολή εκθέσεων ή γνωστοποιήσεων όταν αυτές είναι προς το δημόσιο συμφέρον, ανεξάρτητα από τυχόν απαραίτητους περιορισμούς όπως αυτοί που προβλέπονται στις Παγκόσμιες αρχές σχετικά με την εθνική ασφάλεια και το δικαίωμα στην πληροφόρηση·

25.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν σημεία αναφοράς και δείκτες για τις πολιτικές που αφορούν τους καταγγέλτες τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

26.  σημειώνει ότι στη νομοθεσία της ΕΕ πρέπει, αφενός, να καθιερωθεί μια σαφής διαδικασία για ολόκληρη τη διεργασία χειρισμού και διεκπεραίωσης των αναφερόμενων πληροφοριών, προκειμένου να διασφαλίζεται η κατάλληλη συνέχεια των ενεργειών των καταγγελτών, από την υποβολή και επεξεργασία των στοιχείων που προσκομίζουν μέχρι τη διασφάλιση της προστασίας τους και, αφετέρου, να θεσπιστούν αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί για την προστασία τους· τονίζει ότι είναι σημαντικό να ανατίθεται ρητά στις αρμόδιες αρχές, καθώς και στους ρυθμιστικούς φορείς και τους φορείς επιβολής του νόμου, η αρμοδιότητα να διατηρούν τους διαύλους υποβολής αναφορών, να λαμβάνουν, να εξετάζουν και να διερευνούν εικαζόμενες αθέμιτες πρακτικές ενώ, παράλληλα, να διαφυλάττουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της πηγής και, κατά περίπτωση, να προστατεύουν τα δικαιώματα των θιγόμενων μερών· ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καθιστούν προσβάσιμες τις υπηρεσίες παροχής εμπιστευτικών συμβουλών σε πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να εξετάζουν έκθεση ή γνωστοποίηση που ενέχει δημόσιο συμφέρον, και τα οποία αναζητούν ως εκ τούτου πληροφορίες όπως αυτές που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταγγελτών, κατάλληλους διαύλους, και τις πιθανές συνέπειες της απόφασής τους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.7.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

67

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Margrete Auken, Pilar Ayuso, Zoltán Balczó, Catherine Bearder, Ivo Belet, Biljana Borzan, Lynn Boylan, Paul Brannen, Nessa Childers, Birgit Collin-Langen, Mireille D’Ornano, Miriam Dalli, Seb Dance, Angélique Delahaye, Stefan Eck, Bas Eickhout, José Inácio Faria, Karl-Heinz Florenz, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Gerben-Jan Gerbrandy, Arne Gericke, Jens Gieseke, Julie Girling, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, Jytte Guteland, Anneli Jäätteenmäki, Jean-François Jalkh, Benedek Jávor, Kateřina Konečná, Urszula Krupa, Giovanni La Via, Jo Leinen, Peter Liese, Norbert Lins, Rupert Matthews, Valentinas Mazuronis, Susanne Melior, Miroslav Mikolášik, Gilles Pargneaux, Piernicola Pedicini, Bolesław G. Piecha, Pavel Poc, Julia Reid, Frédérique Ries, Michèle Rivasi, Daciana Octavia Sârbu, Annie Schreijer-Pierik, Davor Škrlec, Renate Sommer, Claudiu Ciprian Tănăsescu, Ivica Tolić, Estefanía Torres Martínez, Adina-Ioana Vălean, Jadwiga Wiśniewska, Damiano Zoffoli

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Luke Ming Flanagan, Elena Gentile, Esther Herranz García, Krzysztof Hetman, Ulrike Müller, James Nicholson, Christel Schaldemose, Bart Staes, Tiemo Wölken

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Siôn Simon, Derek Vaughan

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

67

+

ALDE

Catherine Bearder, Gerben-Jan Gerbrandy, Anneli Jäätteenmäki, Valentinas Mazuronis, Ulrike Müller, Frédérique Ries

ECR

Arne Gericke, Julie Girling, Urszula Krupa, Rupert Matthews, James Nicholson, Bolesław G. Piecha, Jadwiga Wiśniewska

EFDD

Piernicola Pedicini

ENF

Mireille D’Ornano, Jean-François Jalkh

GUE/NGL

Lynn Boylan, Stefan Eck, Luke Ming Flanagan, Kateřina Konečná, Estefanía Torres Martínez

NI

Zoltán Balczó

PPE

Pilar Ayuso, Ivo Belet, Birgit Collin-Langen, Angélique Delahaye, José Inácio Faria, Karl-Heinz Florenz, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Jens Gieseke, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, Esther Herranz García, Krzysztof Hetman, Giovanni La Via, Peter Liese, Norbert Lins, Miroslav Mikolášik, Annie Schreijer-Pierik, Renate Sommer, Ivica Tolić, Adina-Ioana Vălean

S&D

Biljana Borzan, Paul Brannen, Nessa Childers, Miriam Dalli, Seb Dance, Elena Gentile, Jytte Guteland, Jo Leinen, Susanne Melior, Gilles Pargneaux, Pavel Poc, Christel Schaldemose, Peter Simon, Daciana Octavia Sârbu, Claudiu Ciprian Tănăsescu, Derek Vaughan, Tiemo Wölken, Damiano Zoffoli

VERTS/ALE

Margrete Auken, Bas Eickhout, Benedek Jávor, Michèle Rivasi, Davor Škrlec, Bart Staes

1

-

EFDD

Julia Reid

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΓΝΩΜOΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΠολιτισμοΥ και ΠαιδεΙας (31.5.2017)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Zdzisław Krasnodębski

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  θεωρεί ότι η καταγγελία δυσλειτουργιών είναι ένα από τα πιο σημαντικά μέσα για τον εντοπισμό και την πρόληψη ανάρμοστων συμπεριφορών, παραπτωμάτων ή παράνομων δραστηριοτήτων, ιδίως απάτης και διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση και στις ιδιωτικές εταιρείες, οργανωμένου εγκλήματος, φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής· θεωρεί ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, την εξοικονόμηση δημόσιου χρήματος και στη διασφάλιση διαφάνειας και ακεραιότητας στη δημόσια ζωή· σημειώνει ότι καταγγέλτες έχουν αποκαλύψει σκάνδαλα που πλήττουν πολλά κράτη μέλη και υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι καταγγέλτες αποτελούν βασικό πυλώνα της στρατηγικής της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς και για τη διασφάλιση λογοδοσίας από τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις·

2.  εκτιμά ότι οι πολιτιστικές διαφορές δεν μειώνουν την ανάγκη εξασφάλισης νομικής προστασίας για τους καταγγέλτες στα κράτη μέλη·

3.  τονίζει ότι οι αρνητικές αντιλήψεις για την καταγγελία δυσλειτουργιών και τους καταγγέλτες επιβραδύνουν την πρόοδο πολλών χωρών όσον αφορά την έγκριση/επιβολή νόμων σχετικά με τους καταγγέλτες, αλλά αποδυναμώνουν επίσης την προθυμία των πολιτών να αναφέρουν παρατυπίες, ακόμη και όταν υφίστανται ήδη μηχανισμοί νομικής προστασίας·

4.  φρονεί ότι η προστασία των καταγγελτών είναι ζωτικής σημασίας για την ελευθερία της έκφρασης, την πολυφωνία, τη δημοκρατία και την ελευθερία·

5.  τονίζει ότι είναι απαραίτητο να υπάρξει νομική προστασία για τους καταγγέλτες στην Ευρωπαϊκή Ένωση· επιβεβαιώνει ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί επωφελώς για τη διαμόρφωση κουλτούρας ελευθερίας της έκφρασης·

6.  επαναλαμβάνει ότι η εφαρμογή νομικών πράξεων που παρέχουν ένα ασφαλές περιβάλλον για τους καταγγέλτες ενθαρρύνει μια νοοτροπία ελευθεροστομίας και βοηθά τους πολίτες της ΕΕ να ασκούν το δικαίωμά τους να δρουν κατά της παραβατικότητας· σημειώνει ότι η καταγγελία δυσλειτουργιών θα πρέπει να προάγεται ως συμμετοχή στα κοινά και πράξη ευσυνείδητου πολίτη και να υποστηρίζεται με αποτελεσματικές προσπάθειες ευαισθητοποίησης, επικοινωνίας, μάθησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης, με παράλληλη κατοχύρωση επαρκών μέτρων διασφάλισης για την προστασία εμπορικά ευαίσθητων εταιρικών πληροφοριών, όπως εμπορικών μυστικών·

7.  προτρέπει τα κράτη μέλη να ενεργήσουν προορατικά και να προωθήσουν μια ανοιχτή νοοτροπία στον χώρο εργασίας, είτε είναι δημόσιος είτε ιδιωτικός, που θα επιτρέπει στους οργανισμούς να λειτουργούν με υψηλά πρότυπα δεοντολογίας, θα παρέχει στους εργαζομένους την εμπιστοσύνη να μιλούν άφοβα και, ως εκ τούτου, θα επιτρέπει την ανάληψη δράσης για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση τυχόν απειλών ή βλαβών·

8.  προτρέπει τα κράτη μέλη να αξιολογούν τακτικά την αποτελεσματικότητα των μέτρων που εφαρμόζουν, λαμβάνοντας υπόψη την κοινή γνώμη σχετικά με τις αντιλήψεις όσον αφορά την πράξη της καταγγελίας δυσλειτουργιών και τους καταγγέλτες, τις διατομεακές έρευνες ανώτερων διευθυντικών στελεχών αρμόδιων για την παραλαβή και διεκπεραίωση των αναφορών και ανεξάρτητες ερευνητικές μελέτες σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών στους χώρους εργασίας·

9.  επαναβεβαιώνει την ανάγκη να θεσπίσουν τα δημόσια θεσμικά όργανα και οι ιδιωτικοί οργανισμοί, σε στενή συνεργασία με εκπροσώπους όλου του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων, ει δυνατόν, των εργαζομένων, εσωτερικές πολιτικές καταγγελίας για τους υπαλλήλους τους, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων, που θα καθορίζουν σαφείς και εμπιστευτικούς μηχανισμούς για αποκαλύψεις, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών αποκαλύψεων, στο πλαίσιο των οποίων οι υπάλληλοι θα ενημερώνονται σχετικά με το δικαίωμά τους για προστασία από αντίποινα κατά την αναφορά παραπτωμάτων, και θα τους παρέχονται, κατά περίπτωση, εμπιστευτικές νομικές συμβουλές, συναφείς κύκλοι μαθημάτων και προγράμματα κατάρτισης· εμμένει στην άποψη ότι οι πολιτικές αυτές δεν πρέπει να υποκαταστήσουν τη νομοθεσία σχετικά με την προστασία των καταγγελτών·

10. επισημαίνει ότι, λόγω ανεπαρκών νομικών διασφαλίσεων και σημαντικών κενών στην προστασία των καταγγελτών από αντίποινα, εκφοβισμό και απομόνωση, η υποχρέωση χρησιμοποίησης εσωτερικών διαύλων υποβολής αναφορών μπορεί να είναι επικίνδυνη και να λειτουργεί αποτρεπτικά, περιορίζοντας και την ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα του κοινού να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες· τονίζει ότι οι εσωτερικές διαδικασίες υποβολής αναφορών δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μηχανισμός για την παρεμπόδιση της ενημέρωσης του ευρέος κοινού σχετικά με παράνομες δραστηριότητες και δραστηριότητες που βλάπτουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον· τονίζει ότι αυτό πρέπει να ισχύει εξίσου για τη χρήση εξωτερικών διαδικασιών καταγγελίας δυσλειτουργιών και ότι, κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης αριθ. 158 της ΔΟΕ, της 22ας Ιουνίου 1982, η υποβολή καταγγελίας, η συμμετοχή σε δικαστική διαδικασία κατά εργοδότη ή η παροχή πληροφοριών σε αρμόδια αρχή δεν συνιστούν βάσιμο λόγο για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης·

11.  παρατηρεί ότι οι προστατευόμενες αποκαλύψεις σχετικά με βλάβες ή απειλές για το δημόσιο συμφέρον που έχουν συμβεί, συμβαίνουν τη στιγμή της αποκάλυψης ή είναι πιθανό να συμβούν, και μπορούν να γίνουν εντός του χώρου εργασίας ή εξωτερικά, διαζευκτικά ή σωρευτικά, στις αρμόδιες αρχές ή σε βουλευτές και οργανισμούς εποπτείας, καθώς και σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και ενώσεις εργοδοτών, ή στο κοινό με τη χρήση των μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ή σε μη κυβερνητικές οργανώσεις·

12. υπενθυμίζει ότι η καταγγελία δυσλειτουργιών συνδέεται με την ελευθερία του τύπου και παίζει ουσιαστικό ρόλο στην αποκάλυψη παράνομων δραστηριοτήτων ή δραστηριοτήτων που βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον· τονίζει ότι οι καταγγέλτες είναι σημαντική πηγή πληροφοριών για την ερευνητική δημοσιογραφία και καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε να προστατευθεί αποτελεσματικά και νομικά το δικαίωμα των δημοσιογράφων να μην αποκαλύπτουν την ταυτότητα της πηγής τους, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι είναι η πηγή των πληροφοριών, και οι αρχές να μην κάνουν παρακολουθήσεις για να εξακριβώσουν ποιες είναι οι πηγές τους· παρατηρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί με τη νομολογία του ότι η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών δεν συνιστά προνόμιο, αλλά ζωτικό στοιχείο της ελευθερίας του τύπου(1)·

13.  εκτιμά ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να λειτουργούν ως πρότυπο όσον αφορά την πολιτική για την καταγγελία δυσλειτουργιών· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι πολλοί οργανισμοί της ΕΕ εξακολουθούν να μην έχουν εφαρμόσει τις κατευθυντήριες γραμμές του 2012 σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών και ότι τα συμπεράσματα από μια έρευνα του 2015 κατέδειξαν περιορισμένη γνώση των κανόνων μεταξύ των υπαλλήλων της Επιτροπής· καλεί την Επιτροπή και τους οργανισμούς της ΕΕ να μεριμνήσουν ούτως ώστε οι κατευθυντήριες γραμμές να εφαρμόζονται στους οργανισμούς και το προσωπικό των θεσμικών οργάνων της ΕΕ να είναι επαρκώς εξοικειωμένο με αυτούς· προτρέπει την Επιτροπή να συμπεριλάβει μια τυποποιημένη ρήτρα στις συμβάσεις και τις συμφωνίες επιχορήγησης που θα απαιτεί από τους δικαιούχους και τα άτομα που εργάζονται για τους εν λόγω δικαιούχους να αναφέρουν σοβαρές παρατυπίες στην OLAF·

14.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές, να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ανωνυμίας και της εμπιστευτικότητας των πηγών των πληροφοριών, προκειμένου να αποτραπεί κάθε μεροληπτική ή απειλητική ενέργεια·

15.  παροτρύνει τα κράτη μέλη που δεν έχουν θεσπίσει ακόμα νομοθεσία για την καταγγελία δυσλειτουργιών να το πράξουν σε εύλογο χρόνο, και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας πλατφόρμας για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στον συγκεκριμένο τομέα, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και με τρίτες χώρες.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟN ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση υπό την αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη γνωμοδότησης. Στον συντάκτη γνωμοδότησης κατατέθηκαν απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες ή τα ακόλουθα πρόσωπα κατά την προετοιμασία της γνωμοδότησης «Θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες επιχειρήσεων και δημόσιων οργανισμών» PE601.025 – 2016/2224(INI) (Συντάκτης γνωμοδότησης: Zdzisław Krasnodębski).

Οντότητα και/ή πρόσωπο

OLAF, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων της Επιτροπής, ΓΔ HR, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Οργανισμοί, Ευρωπαϊκά Σχολεία και Διεθνείς Υποθέσεις, ΓΔ HR, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Διεθνής Διαφάνεια

Journalismfund.eu

Πρόγραμμα καταπολέμησης της διαφθοράς στο δημόσιο, Ίδρυμα Stefan Batory (Fundacja Batorego)

Ινστιτούτο Δημοσίων Υποθέσεων (Instytut Spraw Publicznych)

Ινστιτούτο Sobieski (Instytut Sobieskiego)

Φόρουμ Συνδικαλιστικών Οργανώσεων (Forum Związków Zawodowych)

Γραμμή Ηθικής (Linia Etyki)

ΠΛHΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

30.5.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

15

9

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andrea Bocskor, Silvia Costa, María Teresa Giménez Barbat, Petra Kammerevert, Svetoslav Hristov Malinov, Luigi Morgano, Momchil Nekov, John Procter, Michaela Šojdrová, Helga Trüpel, Sabine Verheyen, Bogdan Brunon Wenta, Bogdan Andrzej Zdrojewski, Milan Zver, Krystyna Łybacka, Νικόλαος Χουντής, Γιώργος Γραμματικάκης, Θεόδωρος Ζαγοράκης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Santiago Fisas Ayxelà, Dietmar Köster, Zdzisław Krasnodębski, Morten Løkkegaard, Martina Michels, Remo Sernagiotto

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Josep-Maria Terricabras, Kazimierz Michał Ujazdowski

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

15

+

ALDE

María Teresa Giménez Barbat, Morten Løkkegaard

ECR

Zdzisław Krasnodębski, John Procter, Remo Sernagiotto, Kazimierz Michał Ujazdowski

PPE

Andrea Bocskor, Santiago Fisas Ayxelà, Svetoslav Hristov Malinov, Michaela Šojdrová, Sabine Verheyen, Bogdan Brunon Wenta, Bogdan Andrzej Zdrojewski, Milan Zver, Θεόδωρος Ζαγοράκης,

9

-

S&D

Silvia Costa, Petra Kammerevert, Dietmar Köster, Krystyna Łybacka, Luigi Morgano, Momchil Nekov, Γιώργος Γραμματικάκης

VERTS/ALE

Josep-Maria Terricabras, Helga Trüpel

2

0

GUE/NGL

Martina Michels, Νικόλαος Χουντής

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση της 27.11.2007, 20477/05, Tillack κατά Βελγίου.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (8.9.2017)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Maite Pagazaurtundúa Ruiz

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή δήλωσε στην ανακοίνωσή της στις 5 Ιουλίου 2016 ότι η προστασία των υπαλλήλων που καταγγέλλουν δυσλειτουργίες, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, συμβάλλει στην αντιμετώπιση της κακοδιαχείρισης και των παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής διαφθοράς, της διακρατικής φοροδιαφυγής και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, τα οποία οφείλονται κυρίως στα νομοθετικά κενά μεταξύ της νομοθεσίας των κρατών μελών·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία δυσλειτουργιών αποτελεί βασική πηγή πληροφοριών για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, την διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και την ανίχνευση των συστημάτων φοροαποφυγής που χρησιμοποιούν οι εταιρείες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελτών είναι, συνεπώς, ουσιαστικής σημασίας, προκειμένου να προωθηθεί η νοοτροπία της δημόσιας λογοδοσίας και ακεραιότητας και να διαφυλαχθεί το δημόσιο αγαθό και τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, δεν νιώθουν πραγματικά προστατευμένοι προκειμένου να εκθέσουν τα παραπτώματα, τις αξιόποινες πράξεις, τις απάτες ή παράνομες δραστηριότητες και συχνά παίρνουν εξαιρετικά υψηλό προσωπικό ρίσκο, καθώς ενδέχεται να απολυθούν, να μηνυθούν, να υποστούν μποϊκοτάζ, να συλληφθούν, να απειληθούν ή να θυματοποιηθούν και να υποστούν διακρίσεις με πολλούς άλλους τρόπους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΕ·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση του απορρήτου της ταυτότητας των καταγγελτών και των πληροφοριών που κοινοποιούν συμβάλλει στη δημιουργία πιο αποτελεσματικών διαύλων για την αναφορά περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς, παρατυπιών, παραπτωμάτων και άλλων σοβαρών παραβιάσεων, και έχοντας υπόψη ότι, δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών, η κακοδιαχείριση της εμπιστευτικότητας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη διαρροή πληροφοριών και την παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος στην Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον δημόσιο τομέα, η προστασία των καταγγελτών μπορεί να διευκολύνει την ανίχνευση περιπτώσεων κατάχρησης του δημοσίου χρήματος, απάτης και άλλων μορφών διασυνοριακής διαφθοράς σε σχέση με τα εθνικά συμφέροντα ή τα συμφέροντα της ΕΕ·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναφορά από τους καταγγέλλοντες πληροφοριών που ενδέχεται να συνιστούν απειλή ή να επιφέρουν ζημία στο δημόσιο συμφέρον γίνεται τόσο βάσει της ελευθερίας τους έκφρασης και ενημέρωσης, που αποτελούν δικαιώματα κατοχυρωμένα στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ειδικότερα στο άρθρο 11, όσο και στη βάση μιας έντονης αίσθησης ευθύνης και ηθικής·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στα ψηφίσματά του της 23ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις σχετικά με τη δράση και τις πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν στις 25 Νοεμβρίου 2015 σχετικά με φορολογικές αποφάσεις και άλλα μέτρα παρόμοιας φύσης ή αποτελέσματος, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης των φορολογικών πολιτικών για τις επιχειρήσεις, και της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με το ρόλο των καταγγελτών για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, το Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού και ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού προγράμματος προστασίας των ατόμων που αναφέρουν υποψίες απάτης ή παράνομης δραστηριότητας που πλήττουν το δημόσιο συμφέρον ή τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαφορές στη μεταχείριση και προστασία των καταγγελτών μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να τους αποθαρρύνει από την αποκάλυψη των πληροφοριών, ιδίως στην περίπτωση πληροφοριών σημαντικών για κάποια κράτη μέλη, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω νομικών μέτρων μόνο, αλλά πρέπει, επίσης,να επιδιωχθεί μια αλλαγή νοοτροπίας στις κοινωνίες της Ευρώπης στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η καταγγελία παρατυπιών, ιδίως σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αλλά θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης και στις διεθνείς υποθέσεις·

1.  τονίζει ότι, στα δημοκρατικά και ανοικτά κράτη που είναι θεμελιωμένα στο κράτος δικαίου, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν για τις παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, και να τις καταγγέλλουν, ακόμη κι όταν τούτο αφορά τις δικές τους κυβερνήσεις·

2.  αναγνωρίζει ότι οι καταγγελίες δυσλειτουργιών, διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην καταπολέμηση της απάτης, της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής, της κακοδιαχείρισης, των παραπτωμάτων, των αξιόποινων πράξεων, και των δραστηριοτήτων που βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον, και των εγκληματικών ή παράνομων δραστηριοτήτων· επισημαίνει ότι οι πρόσφατες περιπτώσεις καταγγελίας δυσλειτουργιών κατέστησαν προφανές ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην αποκάλυψη σοβαρών παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στην προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, καθώς και στη διατήρηση της λογοδοσίας και της ακεραιότητας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα· επισημαίνει ότι η προστασία των καταγγελτών δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις παράνομων δραστηριοτήτων, αλλά θα πρέπει να επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις αναφοράς παραπτώματος, ή αξιόποινης πράξης· επισημαίνει ότι η υφιστάμενη νομοθεσία της Ένωσης για την προστασία των καταγγελτών είναι κατακερματισμένη και άνισου επιπέδου στα διάφορα κράτη μέλη, πράγμα που, ενδεχομένως, έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις πολιτικές της Ένωσης·

3.  ζητεί να καθιερωθεί ένας κοινός και ευρύς ορισμός της καταγγελίας δυσλειτουργιών και των καταγγελτών, προκειμένου να διασφαλιστεί η νομική προστασία τους, συμπεριλαμβάνοντας εκείνους που αποκαλύπτουν πληροφορίες με την εύλογη πεποίθηση ότι οι πληροφορίες είναι αληθείς κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης και αποκαλύπτουν καλόπιστα ανακριβείς πληροφορίες·

4.  τονίζει ότι τα πρόσωπα τα οποία εν γνώσει τους υποβάλλουν εσφαλμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να θεωρούνται καταγγέλτες και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να απολαύουν προστασίας·

5.  τονίζει ότι πρέπει να διασφαλίζεται η προστασία έναντι καταδίκης για δυσφήμηση ή παραβίασης του επαγγελματικού απορρήτου·

6.  τονίζει ότι η προστασία των καταγγελτών πρέπει να εναρμονιστεί σε επίπεδο ΕΕ· είναι της γνώμης ότι μια οριζόντια νομοθετική πράξη της ΕΕ για την προστασία των δημοσιογράφων που διενεργούν έρευνες και των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα που θα συμπληρώνεται από τομεακές ρυθμίσεις θα ήταν η πλέον αποτελεσματική προσέγγιση για να διασφαλιστεί η ολοκληρωμένη και αποτελεσματική προστασία τους· επαναλαμβάνει σε αυτό το πλαίσιο το αίτημά του να υποβάλει η Επιτροπή μέχρι το τέλος του 2017 νομοθετική πρόταση που θα καθιερώνει ένα πρόγραμμα αποτελεσματικής και συνεκτικής προστασίας των καταγγελτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας· η πρόταση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει μηχανισμούς για τις επιχειρήσεις, τους δημόσιους φορείς και τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις·

7.  υπογραμμίζει ότι τα όργανα της ΕΕ πρέπει να δείξουν ενδιαφέρον και ισχυρή βούλησή και να υποστηρίξουν το ρόλο των καταγγελτών και το έργο τους που συμβάλλει στη διόρθωση παρατυπιών· υπενθυμίζει την έλλειψη παρακολούθησης και ορθής διευθέτησης όσον αφορά περιπτώσεις καταγγελίας παρατυπιών σε αυτό το επίπεδο· θεωρεί ότι επείγει, πριν από την έγκριση οδηγίας για την προστασία των καταγγελτών, να υλοποιηθούν ορθά οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες στους κόλπους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, και παροτρύνει όλα τα θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, να θεσπίσουν σαφείς κανόνες για την προστασία των καταγγελτών, καθώς και μέτρα κατά του φαινομένου της μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα·

8.  αναγνωρίζει ότι κάθε πρόσωπο που προβαίνει στην κοινοποίηση πληροφοριών σε αρμόδια αρχή ή που αποκαλύπτει παραβίαση με άλλο κατάλληλο τρόπο πρέπει να δικαιούται νομικής προστασίας·

9.  καλεί το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να δημοσιεύσουν, αντίστοιχα, έως το τέλος του 2017: 1) ειδικές εκθέσεις που θα περιλαμβάνουν στατιστικές και ένα σαφές ιστορικό των περιστατικών καταγγελίας δυσλειτουργιών που διαπιστώθηκαν στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, επιχειρήσεις, ενώσεις, οργανώσεις και άλλους φορείς που είναι εγγεγραμμένοι στην Ένωση· 2) στοιχεία παρακολούθησης των οικείων θεσμικών οργάνων, σε σχέση με τις υποθέσεις που αποκαλύφθηκαν, με βάση τις τρέχουσες κατευθυντήριες γραμμές και κανόνες της Επιτροπής· 3) την έκβαση κάθε έρευνας που δρομολογείται στη βάση των πληροφοριών που ελήφθησαν από καταγγέλτες· 4) τα μέτρα που προβλέπονται σε κάθε περίπτωση για την προστασία των καταγγελτών·

10.  εκφράζει την ανησυχία του για τα αντίποινα τα οποία, ενδεχομένως, οι καταγγέλτες θα αντιμετωπίσουν στην προσωπική και την επαγγελματική ζωή τους, και τη δυνατότητα κίνησης ποινικών και αστικών δικαστικών διαδικασιών εις βάρος τους· ζητεί τη δημιουργία ενός οριζόντιου νομικού πλαισίου που θα περιλαμβάνει σαφείς ορισμούς, προστασία από διάφορες μορφές αντιποίνων, και εξαιρέσεις από τις ποινικές και αστικές διαδικασίες, σύμφωνα με κριτήρια που πρόκειται να καθοριστούν· τονίζει ότι θα πρέπει οι καταγγέλτες να είναι σε θέση να αναφέρουν πληροφορίες εμπιστευτικά ή ανώνυμα ώστε να τηρηθεί η ταυτότητά τους μυστική, και να έχουν τη δυνατότητα, όπου αυτό συνάδει με το εθνικό νομικό σύστημα, να υποβάλουν αίτηση προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να αποτραπεί η απόλυσή τους μέχρι την έκβαση της υπόθεσης καταγγελίας παρατυπιών· εκφράζει την πεποίθηση ότι με τον τρόπο αυτό θα αυξηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στα ευρωπαϊκά και εθνικά όργανα·

11.  τονίζει ότι η σχέση εργασίας δεν θα πρέπει να περιορίζει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και κανένας δεν πρέπει να υφίσταται διακρίσεις σε περιπτώσεις άσκησης του δικαιώματος αυτού·

12.  τονίζει ότι η προστασία των καταγγελτών θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης και σε περίπτωση που οι υπόνοιες που κοινοποιούνται, στο τέλος δεν επιβεβαιώνονται, εάν ο ενδιαφερόμενος ενήργησε καλόπιστα·

13.  ζητεί να δημιουργηθούν νόμιμοι, εμπιστευτικοί, ασφαλείς και προσβάσιμοι δίαυλοι για την καταγγελία δυσλειτουργιών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να διευκολυνθεί η αποκάλυψη στις αρμόδιες αρχές πληροφοριών σχετικά με πράξεις που συνιστούν απειλή για το δημόσιο συμφέρον· επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την ανάγκη συγκρότησης ενός ανεξάρτητου συμβουλευτικού οργάνου της ΕΕ που θα συγκεντρώνει και θα διαβιβάζει πληροφορίες, με γραφεία στα κράτη μέλη· στο πλαίσιο αυτό, τονίζει τον δυνητικό ρόλο του Γραφείου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή· υπογραμμίζει ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να αναφέρουν παρατυπίες τόσο σε εσωτερικό επίπεδο, εντός του χώρου εργασίας, όσο και σε εξωτερικό επίπεδο, σε αρμόδιες αρχές· τονίζει ότι θα πρέπει να παρέχεται προστασία στις περιπτώσεις που αρχικά ανώνυμοι καταγγέλτες αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την ανωνυμία και έχουν ανάγκη τέτοιας προστασίας·

14.  τονίζει ότι οι αρχές διαχείρισης αυτών των διαύλων θα πρέπει να διερευνούν τους ισχυρισμούς με επαγγελματισμό και να παρέχουν επίσης λεπτομερείς πληροφορίες στους καταγγέλτες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, να τους υποστηρίζουν έναντι τυχόν αντιποίνων που στρέφονται άμεσα προς αυτούς ή τις οικογένειές τους, και να εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε ανεξάρτητη νομική συνδρομή, με χρηματοδοτική υποστήριξη εάν απαιτείται, επιπλέον της τυχόν ψυχολογικής υποστήριξης και θεραπείας, να διερευνούν δε τις αξιώσεις αποζημίωσης για οποιαδήποτε παρενόχληση ή απώλεια των τρεχόντων η μελλοντικών μέσων βιοπορισμού, αν η ζημία προκλήθηκε σε αντίποινα για προστατευόμενη γνωστοποίηση·

15.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να διαθέτουν ισχυρούς και περιεκτικούς εσωτερικούς κανόνες για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες·

16.  καλεί την Επιτροπή να λάβει πλήρως υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερομένων σχετικά με το θέμα, όπως αναφέρθηκαν στη δημόσια διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο 2017·

17.  τονίζει ότι οι καταγγέλτες αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών για την ερευνητική δημοσιογραφία· τονίζει τον σημαντικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης στην αποκάλυψη παρατυπιών ή τη διάπραξη παραπτωμάτων, όταν μάλιστα καταστρατηγούνται θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε να προστατευθεί αποτελεσματικά και νομικά το δικαίωμα των δημοσιογράφων να μην αποκαλύπτουν την ταυτότητα της πηγής τους· τονίζει ότι οι δημοσιογράφοι, σε περίπτωση που πηγή είναι οι ίδιοι, θα πρέπει να προστατεύονται και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, οι αρχές θα πρέπει να απέχουν από μέτρα επιτήρησης· υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό ότι η οδηγία (ΕΕ) 2016/943 για την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν αποκαλύπτονται (εμπορικών απορρήτων) κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης και αποκάλυψής τους, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως μείωση της προστασίας των καταγγελτών και της ερευνητικής δημοσιογραφίας· τονίζει ότι οι ασκούντες ερευνητική δημοσιογραφία είναι μια εκτεθειμένη ομάδα επαγγελματιών, που συχνά πληρώνουν με τίμημα την εργασία τους, την ελευθερία τους ή τη ζωή τους τις αποκαλύψεις για μαζικές παρατυπίες, και ζητεί να συμπεριληφθούν ειδικά μέτρα προστασίας των δημοσιογράφων που διενεργούν έρευνες σε μια οριζόντια νομοθετική πράξη της ΕΕ για την προστασία των καταγγελτών·

18.  τονίζει ότι οι έρευνες σχετικά με τα προβλήματα που αποκαλύπτουν οι καταγγέλτες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες και να διεξάγονται το ταχύτερο δυνατό, προστατεύοντας επίσης τα δικαιώματα των προσώπων που ενδέχεται να εμπλέκονται στην δημοσιοποίηση· υπογραμμίζει ότι, τόσο ο καταγγέλτης, όσο και οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε μια καταγγελία, θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει πρόσθετα επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της έρευνας, και να έχει διαρκή ενημέρωση σχετικά με τη συνέχεια που δίνεται στην υπόθεση·

19.  ζητεί τη σύσταση μιας ανεξάρτητης μονάδας παροχής συμβουλών και παραπομπής στο πλαίσιο της Υπηρεσίας του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, που θα είναι σε θέση να παραλαμβάνει εκθέσεις και καταγγελίες, να συλλέγει πληροφορίες και να παρέχει κατάλληλες συμβουλές σχετικά με την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες·

20.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές, να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ανωνυμίας και της εμπιστευτικότητας των πηγών των πληροφοριών, προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενέργεια που συνιστά μεροληψία ή απειλή·

21.  τονίζει ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις δεν εξαιρούνται από απόπειρες κακοδιοίκησης, απάτης, κατάχρησης πόρων και λοιπές παρατυπίες και θεωρεί ότι οι κανόνες για τους καταγγέλτες στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει επίσης να ισχύουν και για τις ΜΚΟ·

22.  δηλώνει ότι απαιτείται μια σαφής λύση για τους καταγγέλτες που εργάζονται σε εταιρείες της ΕΕ αλλά με έδρα εκτός της ΕΕ·

23.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να απονείμουν ένα ευρωπαϊκό βραβείο για την καταγγελία δυσλειτουργιών για να ενθαρρύνουν την αλλαγή της αντίληψης ως προς την καταγγελία παρατυπιών και τη σύνδεσή της με τα θεμελιώδη δικαιώματα, και να εξάρουν την ορθή συμπεριφορά του καταγγελτών ως πολιτών·

24.  υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα των πολιτών να αποκαλύπτουν ατασθαλίες αποτελεί φυσική επέκταση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και είναι ουσιώδες στη διασφάλιση των αρχών της διαφάνειας και της ακεραιότητας και της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.

25.  τονίζει την ανάγκη τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

7.9.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

32

5

12

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Philipp Albrecht, Martina Anderson, Monika Beňová, Caterina Chinnici, Rachida Dati, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Frank Engel, Cornelia Ernst, Raymond Finch, Ana Gomes, Nathalie Griesbeck, Sylvie Guillaume, Jussi Halla-aho, Monika Hohlmeier, Filiz Hyusmenova, Sophia in ‘t Veld, Eva Joly, Barbara Kudrycka, Cécile Kashetu Kyenge, Juan Fernando López Aguilar, Roberta Metsola, Claude Moraes, Péter Niedermüller, Soraya Post, Judith Sargentini, Birgit Sippel, Branislav Škripek, Sergei Stanishev, Helga Stevens, Traian Ungureanu, Bodil Valero, Marie-Christine Vergiat, Udo Voigt, Josef Weidenholzer, Kristina Winberg, Auke Zijlstra

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andrea Bocskor, Pál Csáky, Dennis de Jong, Gérard Deprez, Andrejs Mamikins, Nuno Melo, Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Christine Revault d’Allonnes Bonnefoy, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Salvatore Cicu, André Elissen, Krzysztof Hetman, Elisabeth Köstinger

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

32

+

ALDE

Gérard Deprez, Nathalie Griesbeck, Filiz Hyusmenova, Sophia in ‘t Veld, Maite Pagazaurtundúa Ruiz

ECR

Jussi Halla-aho, Helga Stevens, Branislav Škripek

GUE/NGL

Martina Anderson, Cornelia Ernst, Dennis de Jong, Marie-Christine Vergiat

NI

Udo Voigt

PPE

Elisabeth Köstinger

S&D

Monika Beňová, Caterina Chinnici, Ana Gomes, Sylvie Guillaume, Cécile Kashetu Kyenge, Juan Fernando López Aguilar, Andrejs Mamikins, Claude Moraes, Péter Niedermüller, Soraya Post, Christine Revault D’Allonnes Bonnefoy, Birgit Sippel, Sergei Stanishev, Josef Weidenholzer

Verts/ALE

Jan Philipp Albrecht, Eva Joly, Judith Sargentini, Bodil Valero

5

-

EFDD

Raymond Finch

ENF

André Elissen, Auke Zijlstra

PPE

Frank Engel, Traian Ungureanu

12

0

EFDD

Kristina Winberg

PPE

Andrea Bocskor, Salvatore Cicu, Pál Csáky, Rachida Dati, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Krzysztof Hetman, Monika Hohlmeier, Barbara Kudrycka, Nuno Melo, Roberta Metsola, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της ΕπιτροπΗς ΣυνταγματικΩν ΥποθΕσεων (11.9.2017)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς

(2016/2224(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Fabio Massimo Castaldo

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματος που θα εγκρίνει τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο επίκεντρο των θεμελιωδών αξιών της ΕΕ βρίσκεται ο σεβασμός για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως εκφράζεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, καθώς και ότι η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα σε χρηστή διοίκηση προστατεύονται ρητώς στα άρθρα 11 και 41 αντίστοιχα του Χάρτη·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από την 1η Ιανουαρίου 2014 όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να θεσπίσουν εσωτερικούς κανόνες για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι της ΕΕ σύμφωνα με τα άρθρα 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες παρέχουν μια βασική υπηρεσία σε ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο, διαδραματίζουν πολύ σημαντικό και πολύτιμο ρόλο για τη διασφάλιση της δημοκρατίας και του γενικού συμφέροντος, έχουν συμβάλει αποφασιστικά σε υποθέσεις όπως οι αποκαλύψεις σε συνάρτηση με τα LuxLeaks, τα SwissLeaks, τα WikiLeaks και τα Έγγραφα του Παναμά και αποτελούν μία σημαντική πηγή πληροφοριών για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, της διαφθοράς και άλλων παραβάσεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όπως έχουν κατ’ επανάληψη αναγνωρίσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και διεθνείς οργανισμοί όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και τα Ηνωμένα Έθνη· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι αυτοί οι οργανισμοί έχουν τονίσει την ανάγκη προστασίας των καταγγελτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών θα συμβάλει και στην αποδοτική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΕ και θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη ενός πνεύματος δημόσιας λογοδοσίας και ακεραιότητας στους δημόσιους και τους ιδιωτικούς οργανισμούς·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες πολύ συχνά υφίστανται αρνητικές συνέπειες και αντίποινα λόγω των αποκαλύψεών τους, πέφτουν θύματα κοινωνικού αποκλεισμού και στιγματισμού – όπως και οι οικογένειές τους – και συχνά χάνουν την εργασία τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περισσότερες από το ένα τρίτο των οργανώσεων που διέθεταν μηχανισμό αναφοράς δεν έχουν θεσπίσει γραπτή πολιτική για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα ή αγνοούν την ύπαρξη παρόμοιας πολιτικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλές χώρες, και ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι υπόκεινται σε υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας όσον αφορά ορισμένες πληροφορίες, με αποτέλεσμα οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες να υφίστανται πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση που κοινοποιούν δυσλειτουργία εκτός του οργανισμού τους·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες στην ΕΕ είναι, σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκής, τομεακή και διαφέρει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος (ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απουσιάζει πλήρως) με αρνητικές συνέπειες, μεταξύ άλλων, για την πολιτική και τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι νομοθετικές διατάξεις της Ένωσης οι οποίες θεσπίζουν συγκεκριμένες διατάξεις για την εθνική ασφάλεια, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, περιλαμβάνουν ήδη ορισμένες ρυθμίσεις για την προστασία των καταγγελτών έναντι αντιποίνων χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνουν οριζόντιες νομοθετικές διατάξεις που να ισχύουν για όλους τους δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς, γεγονός που συνεπάγεται ότι αυτές αποδεικνύονται συχνά αναποτελεσματικές και οδηγούν σε διακρίσεις και σε νομοθετικά κενά· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν κυρώσει τη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά της διαφθοράς, με την οποία καθίσταται υποχρεωτική η παροχή κατάλληλης και αποτελεσματικής προστασίας στους καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες θα πρέπει να διασφαλιστεί νομοθετικά και να ενισχυθεί σε ολόκληρη την ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι η δράση των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες αποσκοπεί στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο καλόπιστων ενεργειών σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γραφείο της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας έχει σαφή αρμοδιότητα να διερευνά καταγγελίες πολιτών της Ένωσης σχετικά με κρούσματα κακοδιοίκησης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, χωρίς ωστόσο το ίδιο το Γραφείο να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην προστασία των καταγγελτών·

1.  επισημαίνει ότι μόνο λίγα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει αρκούντως προοδευτικά συστήματα προστασίας των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες· ζητεί από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει τις αρχές για την προστασία των καταγγελτών στο εθνικό δίκαιο, να το πράξουν το συντομότερο δυνατό·

2.  υπογραμμίζει ότι, τόσο οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες όσο και ο εμπλεκόμενος ιδιωτικός ή δημόσιος φορέας ή το θεσμικό όργανο, πρέπει να διασφαλίζουν τη νόμιμη προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στις εθνικές νομοθετικές διατάξεις·

3.  φρονεί ότι, δεδομένης της κομβικής σημασίας του ρόλου των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον, τα πρόσωπα που αποκαλύπτουν (εμπιστευτικές ή άλλες) πληροφορίες σχετικά με φερόμενες παρατυπίες, κακή συμπεριφορά ή απειλές πρέπει να τυγχάνουν ανυπερθέτως αποτελεσματικής προστασίας όσον αφορά τη σωματική και ψυχική τους ακεραιότητα, τη διαβίωση και τη σταδιοδρομία τους, και να μην υφίστανται αντίποινα, συμπεριλαμβανομένων διοικητικών ποινικών και αστικών κυρώσεων και να τους παρέχεται πρόσβαση σε νομικό παραστάτη και ψυχολογική στήριξη, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο· τονίζει ότι τα προστατευτικά αυτά μέτρα πρέπει να είναι αυστηρότερα όταν ο καταγγέλτης εργάζεται στον σχετικό οργανισμό ή υπάρχει κίνδυνος να υποστεί βλάβη εξαιτίας των πράξεων του καταγγελλομένου, δεδομένου ότι οι καταγγέλτες περιέρχονται ενδεχομένως σε κατάσταση αδυναμίας και δυσκολίας, γεγονός που μπορεί να καταστήσει απαραίτητα πρόσθετα οικονομικά και νομικά μέσα· πιστεύει ότι το βάρος της απόδειξης θα πρέπει να αντιστρέφεται ούτως ώστε ο εργοδότης να πρέπει να αποδείξει ότι οι αλλαγές ή τα αντίποινα δεν συναρτώνται με τις προστατευόμενες αποκαλύψεις·

4.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να παράσχουν στους καταγγέλτες το υψηλότερο δυνατό επίπεδο εμπιστευτικότητας, και στο ψηφιακό περιβάλλον, και να τους χορηγήσουν πρόσβαση σε μια τυποποιημένη διαδικασία, διασφαλίζοντάς τους ταυτόχρονα το δικαίωμα να παρέχουν πληροφορίες άμεσα μέσω εξωτερικών διαύλων σε περίπτωση σοβαρών παρατυπιών ή όταν οι εσωτερικοί δίαυλοι είναι αναποτελεσματικοί ή αντιπαραγωγικοί·

5.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τις βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την προστασία των καταγγελτών σε παγκόσμιο επίπεδο και, βάσει αυτών, και υιοθετώντας μια ολιστική προσέγγιση, να υποβάλει σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας νομοθετική πρόταση για ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο, με το οποίο τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα θα διασφαλίζεται διατομεακά ένα υψηλό επίπεδο προστασίας και θα λαμβάνεται μέριμνα ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν κατά την κρίση τους να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις για μια μεγαλύτερη προστασία· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για την υποβολή έως το τέλος του 2017 οριζοντίων προτάσεων· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη της το πρότυπο για την προστασία των καταγγελτών, σύμφωνα με το οποίο οι δημόσιες αρχές δεν πρέπει να προσπαθούν να ανακαλύψουν την ταυτότητα των καταγγελτών·

6.  επισημαίνει ότι στις Συνθήκες θεσπίζονται διάφορες νομικές βάσεις, οι οποίες θα πρέπει να εξεταστούν προκειμένου να μπορεί η Ένωση να δράσει στον τομέα αυτό, όπως για παράδειγμα το άρθρο 114 ΣΛΕΕ σχετικά με την εναρμόνιση των εθνικών νομοθετικών διατάξεων όσον αφορά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και το άρθρο 153 παράγραφος 2 στοιχείο β) σχετικά με την προστασία των συνθηκών εργασίας, με στόχο τη θέσπιση μιας ευρείας οριζόντιας οδηγίας σχετικά με ενιαίες ελάχιστες προϋποθέσεις για την προστασία των καταγγελτών·

7.  επισημαίνει ότι το κοινό κανονιστικό πλαίσιο δεν πρέπει να περιλαμβάνει μόνο έναν ευρύ και σαφή νομικό ορισμό του «καταγγέλτη», ο οποίος να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα σχέσεων εργασίας για την αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με παράνομη ή παράτυπη συμπεριφορά ή πράξεις που υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον, αλλά να παρέχει και τα μέσα που διασφαλίζουν προστασία έναντι αδικαιολόγητης δίωξης και αντιποίνων καθώς και κίνητρα που ενθαρρύνουν τους καταγγέλτες να συμβάλουν στην αποκάλυψη ατασθαλιών· τονίζει ότι η προστασία αυτή δεν πρέπει να επεκτείνεται σε πρόσωπα τα οποία ενεργούν εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος αποκαλύπτοντας για παράδειγμα πληροφορίες αποκλειστικά με στόχο τον ατομικό πλουτισμό, την κατασκοπία, την παραπλάνηση, τον υβριδικό πόλεμο, τη διάβρωση ή οποιαδήποτε μορφή εγκληματικότητας· σημειώνει ωστόσο ότι η προστασία αυτή πρέπει να διασφαλίζεται και για πρόσωπα που κατηγορούνται για τις φερόμενες αυτές παρατυπίες, είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένης για παράδειγμα της προστασίας των διαδικαστικών δικαιωμάτων έναντι συκοφαντικής δυσφήμισης· τονίζει ότι τα στοιχεία που επικαλούνται οι καταγγέλτες πρέπει να εξετάζονται με ταχύτητα και σοβαρότητα και ότι τόσο οι καταγγέλτες όσο και τα πρόσωπα που αφορούν οι καταγγελίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσκομίζουν πρόσθετα επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία·

8.  πιστεύει ότι, στο διάστημα που μεσολαβεί, τόσο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν στο ισχύον ενωσιακό δίκαιο, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσφέρει στους καταγγέλτες που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον την ευρύτερη δυνατή προστασία· τονίζει ότι η προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες έχει ήδη αναγνωριστεί ως βασικός μηχανισμός για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· καλεί συνεπώς τα κράτη μέλη να μην ποινικοποιούν τη δράση των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες, όταν αυτοί αποκαλύπτουν πληροφορίες προς το δημόσιο συμφέρον·

9.  καλεί όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ να δώσουν το καλό παράδειγμα και να θέσουν με πλήρη και αποτελεσματικό τρόπο σε εφαρμογή την έκθεση ιδίας πρωτοβουλίας της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας, της 24ης Ιουλίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, που προβλέπει τη θέσπιση εσωτερικών μέτρων για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον·

10.  καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν σαφείς και ασφαλείς διαύλους πληροφόρησης με σαφή και ασφαλή πρωτόκολλα καταγγελιών που διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα, καθώς και να ιδρύσουν και ανεξάρτητες εθνικές αρχές για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες προς το δημόσιο συμφέρον, θέτοντας στη διάθεσή τους ειδικά κονδύλια· πιστεύει ότι η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου οργάνου θα βοηθούσε τα κράτη μέλη να συντονίσουν τη δράση τους και θα ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμη για τη διαχείριση διασυνοριακών υποθέσεων·

11.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τα όργανα της ΕΕ να προωθήσουν μια νοοτροπία αναγνώρισης του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες για την κοινωνία, μεταξύ άλλων με εκστρατείες ευαισθητοποίησης· καλεί ιδίως την Επιτροπή να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο σχετικά με το θέμα αυτό· εκτιμά ότι είναι απαραίτητο να προωθηθεί ένα πνεύμα δεοντολογίας στη δημόσια διοίκηση και στους χώρους εργασίας, ώστε να τονιστεί η σημασία της ευαισθητοποίησης μεταξύ εργαζομένων σχετικά με τα υφιστάμενα νομικά πλαίσια για την καταγγελία δυσλειτουργιών και συνεργασία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις·

12.  καλεί την Επιτροπή να διεξαγάγει δημόσια διαβούλευση προκειμένου να ζητήσει τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με τους μηχανισμούς καταγγελίας και να εξετάσει τις πιθανές ελλείψεις των διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο· υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης θα αποτελέσουν πολύτιμη πηγή για την Επιτροπή σχετικά με μια πιθανή πρόταση για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες στο μέλλον.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.9.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

15

0

7

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Mercedes Bresso, Fabio Massimo Castaldo, Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Diane James, Ramón Jáuregui Atondo, Alain Lamassoure, Jo Leinen, Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Markus Pieper, Paulo Rangel, Helmut Scholz, György Schöpflin, Pedro Silva Pereira, Barbara Spinelli, Kazimierz Michał Ujazdowski

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Martina Anderson, Max Andersson, Gerolf Annemans, Sven Giegold, Jérôme Lavrilleux, Mairead McGuinness, Jasenko Selimovic, Rainer Wieland

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

15

+

ALDE

Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Jasenko Selimovic

ECR

Kazimierz Michał Ujazdowski

EFDD

Fabio Massimo Castaldo

GUE/NGL

Helmut Scholz, Barbara Spinelli

NI

Diane James

PPE

Alain Lamassoure, Paulo Rangel, Rainer Wieland

S&D

Mercedes Bresso, Ramón Jáuregui Atondo, Pedro Silva Pereira

VERTS/ALE

Max Andersson, Sven Giegold

0

-

 

 

7

0

ENF

Gerolf Annemans

PPE

Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Jérôme Lavrilleux, Markus Pieper, György Schöpflin

S&D

Jo Leinen

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.10.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

17

1

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Rosa Estaràs Ferragut, Laura Ferrara, Mary Honeyball, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Gilles Lebreton, Jiří Maštálka, Emil Radev, Julia Reda, Evelyn Regner, Pavel Svoboda, József Szájer, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pascal Durand, Angel Dzhambazki, Jens Rohde, Virginie Rozière, Tiemo Wölken

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Kateřina Konečná, Jens Nilsson


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

17

+

ALDE

EFDD

ENF

GUE/NGL

PPE

S&D

VERTS/ALE

Jean-Marie Cavada, Jens Rohde

Joëlle Bergeron, Laura Ferrara

Marie-Christine Boutonnet, Gilles Lebreton

Katerina Konecná, Jiri Mastálka

Tadeusz Zwiefka

Mary Honeyball, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Jens Nilsson, Evelyn Regner, Virginie Rozière, Tiemo Wölken

Durand Pascal, Julia Reda

1

-

ECR

Angel Dzhambazki

5

0

PPE

Rosa Estaràs Ferragut, Emil Radev, Pavel Svoboda, József Szájer, Axel Voss

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου