Διαδικασία : 2016/0288(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0318/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0318/2017

Συζήτηση :

PV 14/11/2018 - 7
CRE 14/11/2018 - 7

Ψηφοφορία :

PV 14/11/2018 - 14.5

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0453

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 3737kWORD 706k
19.10.2017
PE 601.017v02-00 A8-0318/2017

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (αναδιατύπωση)

(COM(2016)0590 – C8-0379/2016 – 2016/0288(COD))

Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας

Εισηγήτρια: Pilar del Castillo Vera

Συντάκτρια γνωμοδότησης (*):

Dita Charanzová, Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 54 του Κανονισμού

(Αναδιατύπωση – Άρθρο 104 του Κανονισμού)

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (αναδιατύπωση)

(COM(2016)0590 – C8-0379/2016 – 2016/0288(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο (αριθ. 1) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0590),

–  κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες τους,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0379/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Κοινοβούλιο του Βασιλείου της Σουηδίας στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 26ης Ιανουαρίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 8ης Φεβρουαρίου 2017(2),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(3),

–  έχοντας υπόψη την από 17ης Οκτωβρίου 2016 επιστολή της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 104 και 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0318/2017),

Α.  εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η πρόταση της Επιτροπής δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην όσων προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων προηγούμενων πράξεων και των τροποποιήσεων αυτών, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(4)**

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

2016/0288 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών

(Αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες τους,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(5),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(6),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7), η οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8), η οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9) και η οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10) έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Με την ευκαιρία περαιτέρω τροποποιήσεων, οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να αναδιατυπωθούν για λόγους σαφήνειας.

(2)  Η λειτουργία των πέντε οδηγιών που είναι μέρος του υφιστάμενου πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία 2002/19/ΕΚ, οδηγία 2002/20/ΕΚ, οδηγία 2002/21/ΕΚ οδηγία 2002/22/ΕΚ και οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)(11) υπόκειται σε τακτική επανεξέταση από την Επιτροπή, με σκοπό ιδίως να καθοριστεί κατά πόσο υπάρχει ανάγκη τροποποίησης μέσα από το πρίσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και των εξελίξεων στην αγορά(12).

(3)  Στη στρατηγική για την ψηφιακή ενιαία αγορά, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αναθεώρηση του πλαισίου για τις τηλεπικοινωνίες θα δώσει έμφαση σε μέτρα που αποσκοπούν στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας, προσφέρουν πιο συνεκτική προσέγγιση της ενιαίας αγοράς όσον αφορά την πολιτική και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για γνήσια ενιαία αγορά με την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κανονιστικών ρυθμίσεων, διασφαλίζουν την ουσιαστική προστασία των καταναλωτών, ισότιμους όρους ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες της αγοράς και συνεκτική εφαρμογή των κανόνων, καθώς και παρέχουν πιο αποτελεσματικό κανονιστικό θεσμικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά της Ευρώπης ανακοινώθηκε επίσης η αναθεώρηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ, προκειμένου να παρέχονται υψηλότερο επίπεδο προστασίας της ιδιωτικής ζωής στους χρήστες υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες της αγοράς.

(4)  Η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος του ελέγχου «καταλληλότητας του κανονιστικού πλαισίου», το πεδίο εφαρμογής του οποίου περιλαμβάνει τέσσερις από τις οδηγίες (οδηγία πλαίσιο, οδηγία για την αδειοδότηση, οδηγία για την πρόσβαση και οδηγία καθολικής υπηρεσίας) και έναν κανονισμό (κανονισμός BEREC(13)). Κάθε μία από τις οδηγίες περιέχει επί του παρόντος μέτρα που εφαρμόζονται για τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με την κανονιστική ιστορία του κλάδου, κατά την οποία οι επιχειρήσεις ήταν καθετοποιημένες, δηλαδή δραστηριοποιούνταν στην παροχή τόσο δικτύων όσο και υπηρεσιών. Η αναθεώρηση προσφέρει την ευκαιρία για αναδιατύπωση των τεσσάρων οδηγιών ώστε να απλουστευτεί η τρέχουσα διάρθρωση, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής και της προσβασιμότητάς της, σύμφωνα με τον στόχο REFIT. Παρέχει επίσης τη δυνατότητα να προσαρμοστεί η διάρθρωση στη νέα πραγματικότητα της αγοράς, όπου η παροχή υπηρεσιών επικοινωνιών δεν αποτελεί πλέον κατ’ ανάγκη δέσμη με την παροχή δικτύου. Όπως προβλέπεται στη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων, η αναδιατύπωση συνίσταται στην έκδοση νέας νομικής πράξης που ενσωματώνει σε ενιαίο κείμενο τόσο τις τροποποιήσεις ουσίας που επιφέρει σε προϋπάρχουσα πράξη όσο και τις διατάξεις της τελευταίας που παραμένουν αμετάβλητες. Η πρόταση αναδιατύπωσης αφορά τις τροποποιήσεις ουσίας που επιφέρει επί της προϋπάρχουσας πράξης και, επικουρικά, περιλαμβάνει την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων της προϋπάρχουσας πράξης με τις εν λόγω τροποποιήσεις ουσίας.

(5)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να δημιουργεί νομικό πλαίσιο για την εξασφάλιση της ελευθερίας παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μόνον υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τους τυχόν περιορισμούς που συνάδουν προς το άρθρο 52 παράγραφος 1 της Συνθήκης, ιδίως τα μέτρα που αφορούν τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, και προς το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ο Χάρτης»).

(6)  Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν τη δυνατότητα κάθε κράτους μέλους να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τους λόγους που καθορίζονται στα άρθρα 87 και 45 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την προστασία των ουσιαστικών συμφερόντων του στον τομέα της ασφάλειας και για την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, καθώς και για να διευκολύνει τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη εγκλημάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά τα μέτρα πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο, να σέβονται την ουσία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη και να υπόκεινται στην αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη.

(7)  Η σύγκλιση στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, των μέσων επικοινωνίας και της τεχνολογίας των πληροφοριών σημαίνει ότι όλα τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να διέπονται, κατά το δυνατό, από ενιαίο ευρωπαϊκό κώδικα επικοινωνιών που θα έχει θεσπιστεί με ενιαία οδηγία, με εξαίρεση τα ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζονται καλύτερα με άμεσα εφαρμοστέους κανόνες που έχουν θεσπιστεί μέσω κανονισμών. Είναι απαραίτητο να διαχωριστεί η ρύθμιση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τη ρύθμιση του περιεχομένου. Ο κώδικας επικοινωνιών δεν καλύπτει, επομένως, το περιεχόμενο υπηρεσιών που παρέχονται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το ραδιοτηλεοπτικά εκπεμπόμενο περιεχόμενο, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και ορισμένες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και, για τον λόγο αυτό, δεν συνιστά εμπόδιο για μέτρα που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, με σκοπό την προώθηση της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας και τη διασφάλιση της υπεράσπισης του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων καλύπτεται από την οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου21. Η κανονιστική ρύθμιση της πολιτικής στον οπτικοακουστικό τομέα και του περιεχομένου αποσκοπούν στην επίτευξη στόχων γενικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η ελευθερία της έκφρασης, η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, η αμεροληψία, η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, η κοινωνική ένταξη, η προστασία των καταναλωτών και η προστασία των ανηλίκων. Τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών καλύπτονται από τον κώδικα επικοινωνιών, εκτός από τις περιπτώσεις που εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του. Επίσης, η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ τους, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, της πολιτισμικής πολυμορφίας, της προστασίας του καταναλωτή, του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(7α)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πολίτες της Ένωσης διαθέτουν καθολική πρόσβαση σε ευρύ φάσμα πληροφοριών και περιεχομένου υψηλής ποιότητας και δημόσιας αξίας, προς όφελος της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης και της πολιτιστικής πολυμορφίας, δεδομένης της ταχείας ανάπτυξης των συστημάτων διανομής και των επιχειρηματικών μοντέλων που επηρεάζουν επί του παρόντος τον τομέα των μέσων ενημέρωσης.

(8)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 2014/53/ΕΕ σε ραδιοεξοπλισμό, καλύπτει όμως τον εξοπλισμό ευρείας κατανάλωσης που χρησιμοποιείται για τη ραδιοφωνία και την ψηφιακή τηλεόραση.

(9)  Για να μπορούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να ανταποκριθούν στους στόχους που έχουν ορισθεί στην παρούσα οδηγία, ιδίως όσον αφορά τη διατερματική διαλειτουργικότητα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να καλύψει ορισμένες πτυχές του ραδιοεξοπλισμού, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14) καθώς επίσης και τον καταναλωτικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται στην ψηφιακή τηλεόραση, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών με ειδικές ανάγκες. Είναι σημαντικό οι ρυθμιστικές αρχές να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των κατασκευαστών εξοπλισμού για να διευκολύνεται η πρόσβαση των χρηστών με αναπηρία στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η μη αποκλειστική χρήση του ραδιοφάσματος για την αυτοχρησιμοποίηση ραδιοφωνικού τερματικού εξοπλισμού, παρόλο που δεν συνδέεται με οικονομική δραστηριότητα, θα πρέπει επίσης να διέπεται από την παρούσα οδηγία ώστε να εξασφαλίζεται συντονισμένη προσέγγιση όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησής της.

(10)  Ορισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα μπορούσαν επίσης να πληρούν τον ορισμό της «υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών» στο άρθρο 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών. Οι διατάξεις που διέπουν τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών εφαρμόζονται στις εν λόγω υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στον βαθμό που δεν υφίστανται ειδικότερες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην παρούσα οδηγία ή σε άλλες ενωσιακές πράξεις. Ωστόσο, υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως οι υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. H ίδια επιχείρηση, παραδείγματος χάριν ένας πάροχος υπηρεσίας Διαδικτύου, μπορεί να προσφέρει ταυτόχρονα μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως η πρόσβαση στο διαδίκτυο, και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως η παροχή περιεχομένου WEB και όχι σχετικού με τις επικοινωνίες.

(11)  Η ίδια επιχείρηση, π.χ. ένας φορέας εκμετάλλευσης καλωδιακής τηλεόρασης μπορεί να προσφέρει τόσο υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως τη διαβίβαση τηλεοπτικών σημάτων, όσο και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως την εμπορία προσφοράς υπηρεσιών ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού περιεχομένου, και, συνεπώς, είναι δυνατόν να επιβληθούν πρόσθετες υποχρεώσεις στην επιχείρηση αυτή σε σχέση με τις δραστηριότητές της ως φορέας παροχής ή διανομέας περιεχομένου, σύμφωνα με διατάξεις πλην εκείνων που περιέχονται στην παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη του καταλόγου όρων που περιέχεται στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας.

(12)  Το κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να καλύπτει τη χρήση του ραδιοφάσματος από όλα τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της αναδυόμενης αυτοχρησιμοποίησης του ραδιοφάσματος από νέα είδη δικτύων αποτελούμενα αποκλειστικά από αυτόνομα συστήματα κινητού ραδιοεξοπλισμού που συνδέεται μέσω ασύρματων συνδέσεων χωρίς κεντρική διαχείριση ή κεντρικό φορέα εκμετάλλευσης δικτύου, και όχι κατ’ ανάγκη στο πλαίσιο άσκησης οποιασδήποτε συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Στο αναπτυσσόμενο περιβάλλον κινητών επικοινωνιών πέμπτης γενεάς, τα εν λόγω δίκτυα ενδέχεται να αναπτυχθούν ιδίως εκτός κτιρίων και στις οδούς, για τις μεταφορές, την ενέργεια, την έρευνα και ανάπτυξη, την ηλεκτρονική υγεία, την πολιτική προστασία και αρωγή σε περίπτωση καταστροφών, το διαδίκτυο των πραγμάτων, τις επικοινωνίες από μηχανή σε μηχανή και τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή από τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 2014/53/ΕΕ, πρόσθετων εθνικών απαιτήσεων σχετικά με τη θέση σε λειτουργία ή τη χρήση του εν λόγω ραδιοεξοπλισμού, ή και τα δύο, όσον αφορά την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις αρχές της εσωτερικής αγοράς.

(13)  Οι απαιτήσεις σχετικά με τις χωρητικότητες των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών αυξάνονται διαρκώς. Ενώ στο παρελθόν η έμφαση δινόταν κυρίως στο αυξανόμενο συνολικό διαθέσιμο εύρος ζώνης και για κάθε μεμονωμένο χρήστη, άλλες παράμετροι, όπως ο χρόνος αναμονής, η διαθεσιμότητα και η αξιοπιστία, αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η σημερινή απάντηση σε αυτή τη ζήτηση είναι η τοποθέτηση της οπτικής ίνας όλο και πλησιέστερα προς τον χρήστη και τα μελλοντικά «δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας» θα απαιτούν παραμέτρους επιδόσεων που ισοδυναμούν με τις επιδόσεις που είναι σε θέση να επιτύχει ένα δίκτυο βασισμένο σε στοιχεία οπτικών ινών τουλάχιστον μέχρι το σημείο διανομής στην τοποθεσία εξυπηρέτησης. Αυτό αντιστοιχεί, στην περίπτωση σύνδεσης σταθερής τηλεφωνίας, με επιδόσεις δικτύου ισοδύναμες με αυτές που είναι δυνατό να επιτευχθούν με την εγκατάσταση οπτικών ινών έως ένα κτίριο πολλαπλών κατοικιών, το οποίο θεωρείται ως τοποθεσία εξυπηρέτησης, και, στην περίπτωση κινητής σύνδεσης, με επιδόσεις δικτύου παρόμοιες με εκείνες που είναι δυνατό να επιτευχθούν με βάση την εγκατάσταση οπτικών ινών έως τον σταθμό βάσης, ο οποίος θεωρείται ως τοποθεσία εξυπηρέτησης. Οι διαφορές στην εμπειρία των τελικών χρηστών που οφείλονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά του μέσου διά του οποίου το δίκτυο συνδέεται τελικά με το σημείο τερματισμού του δικτύου δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα ασύρματο δίκτυο θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι παρέχει παρόμοιες επιδόσεις δικτύου ή όχι. Σύμφωνα με την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας, δεν θα πρέπει να αποκλείονται άλλες τεχνολογίες και μέσα μετάδοσης, στην περίπτωση που είναι συγκρίσιμα με αυτό το βασικό σενάριο ως προς τις ικανότητές τους. Η ανάπτυξη των εν λόγω «δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας» θα αυξήσει περαιτέρω τις ικανότητες των δικτύων και θα προλειάνει το έδαφος για την ανάπτυξη των μελλοντικών γενεών κινητών δικτύων που θα βασίζονται σε ενισχυμένες ραδιοδιεπαφές και πιο συμπυκνωμένη αρχιτεκτονική δικτύου.

(14)  Οι ορισμοί χρειάζεται να προσαρμοστούν ώστε να είναι σύμφωνοι με την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας και να συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις προκειμένου να διασφαλιστεί η χωρίς διακρίσεις εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στους διαφόρους παρόχους υπηρεσιών. Οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στην αγορά έχουν στρέψει τα δίκτυα προς την τεχνολογία πρωτοκόλλου διαδικτύου και έδωσαν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ ενός συνόλου ανταγωνιζόμενων παρόχων φωνητικής υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, ο όρος «διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία», που χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά στην οδηγία 2002/22/ΕΚ και θεωρείται ευρέως ότι αναφέρεται στις παραδοσιακές αναλογικές τηλεφωνικές υπηρεσίες, θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον πιο σύγχρονο και τεχνολογικά ουδέτερο όρο «φωνητικές επικοινωνίες». Πρέπει να διαχωρίζονται οι όροι παροχής μιας υπηρεσίας από τα στοιχεία που πραγματικά ορίζουν μια υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών, δηλαδή μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμη στο κοινό για τη δημιουργία και τη λήψη, άμεσα ή έμμεσα, εθνικών ή εθνικών και διεθνών κλήσεων μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικό ή διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης, είτε η υπηρεσία αυτή βασίζεται σε τεχνολογία μεταγωγής δικτύου είτε πακετομεταγωγής. Μια τέτοια υπηρεσία είναι εκ φύσεως αμφίδρομη και παρέχει δυνατότητα επικοινωνίας σε αμφότερα τα μέρη. Η υπηρεσία η οποία δεν πληροί όλους αυτούς τους όρους, όπως, για παράδειγμα, μια εφαρμογή που ενεργοποιείται με το «ποντίκι» σε μια ιστοθέση εξυπηρέτησης πελατών, δεν θεωρείται τέτοια υπηρεσία. Οι υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών περιλαμβάνουν επίσης μέσα επικοινωνίας που προορίζονται ειδικά για τελικούς χρήστες με αναπηρίες που χρησιμοποιούν υπηρεσίες αναμετάδοσης κειμένου ή βίντεο ή πλήρους συνομιλίας, όπως υπηρεσίες φωνής, βίντεο και κειμένου σε πραγματικό χρόνο, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, στο πλαίσιο της ίδιας κλήσης.

(15)  Οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επικοινωνιών, και τα τεχνικά μέσα πραγματοποίησής τους, έχουν εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι τελικοί χρήστες υποκαθιστούν όλο και περισσότερο τις παραδοσιακές υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, γραπτών μηνυμάτων (SMS) και μεταφοράς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με λειτουργικά ισοδύναμες επιγραμμικές υπηρεσίες όπως η φωνή μέσω IP, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω διαδικτύου. Προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες και τα δικαιώματά τους τυγχάνουν αποτελεσματικής και ισότιμης προστασίας όταν χρησιμοποιούν λειτουργικά ισοδύναμες υπηρεσίες, ένας ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με μελλοντική προοπτική δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε τεχνικές παραμέτρους, αλλά μάλλον να στηρίζεται σε λειτουργική προσέγγιση. Το πεδίο εφαρμογής της απαραίτητης ρύθμισης θα πρέπει να είναι κατάλληλο για να επιτύχει τους οικείους στόχους δημόσιου συμφέροντος. Αν και η «μεταφορά σημάτων» εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική παράμετρο για τον ορισμό των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός θα πρέπει να καλύπτει επίσης και άλλες υπηρεσίες που καθιστούν δυνατή την επικοινωνία. Από τη σκοπιά των τελικών χρηστών και της προστασίας των δικαιωμάτων τους, δεν έχει σημασία αν ο πάροχος μεταφέρει ο ίδιος σήματα ή αν η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο. Κατά συνέπεια, ο τροποποιημένος ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να περιέχει τρία είδη υπηρεσιών που ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει, δηλαδή υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/2120, υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, και υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στη μεταφορά σημάτων. Ο ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να εξαλείψει τις ασάφειες που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή του προηγουμένου ορισμού και να καταστήσει δυνατή την προσαρμοσμένη ανά διάταξη εφαρμογή των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο για τα διάφορα είδη υπηρεσιών. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είτε ως αμοιβή είτε με άλλο τρόπο, πρέπει να συμμορφώνεται με την οδηγία 95/46/ΕΚ, η οποία θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) στις 25 Μαΐου 2018.

(16)  Προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μια υπηρεσία πρέπει να παρέχεται κανονικά έναντι αμοιβής. Στην ψηφιακή οικονομία, οι φορείς της αγοράς θεωρούν όλο και περισσότερο ότι οι πληροφορίες για τους χρήστες έχουν χρηματική αξία. Οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών συχνά παρέχονται στον τελικό χρήστη έναντι μη χρηματικής αντιπαροχής, ιδίως έναντι της παροχής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή άλλων δεδομένων. Η έννοια της αμοιβής θα πρέπει συνεπώς να καλύπτει καταστάσεις όπου ο πάροχος υπηρεσίας ζητά και ο τελικός χρήστης παρέχει εν γνώσει του δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ή άλλα δεδομένα άμεσα ή έμμεσα στον πάροχο. Θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης καταστάσεις κατά τις οποίες ο τελικός χρήστης επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες χωρίς να τις παρέχει ενεργώς, όπως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης IP, ή άλλες πληροφορίες που δημιουργούνται αυτόματα, όπως οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται και διαβιβάζονται από ένα «μπισκότο» (cookie). Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το άρθρο 57 της ΣΛΕΕ(15), αμοιβή υφίσταται κατά την έννοια της Συνθήκης επίσης αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρώνεται από τρίτο και όχι από τον αποδέκτη της υπηρεσίας. Η έννοια της αμοιβής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιλαμβάνει επίσης τις καταστάσεις όπου ο τελικός χρήστης εκτίθεται σε διαφημιστικά μηνύματα ως προϋπόθεση για την απόκτηση πρόσβασης στην υπηρεσία, ή καταστάσεις στις οποίες ο πάροχος υπηρεσιών αξιοποιεί χρηματικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχει συγκεντρώσει.

(17)  Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών είναι υπηρεσίες που επιτρέπουν τη διαπροσωπική και διαδραστική ανταλλαγή πληροφοριών, και καλύπτουν υπηρεσίες όπως οι παραδοσιακές τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ δύο ατόμων, αλλά επίσης και όλους τους τύπους μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων, ή ομάδων συζητήσεων. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών καλύπτουν μόνο τις επικοινωνίες μεταξύ πεπερασμένου, δηλαδή όχι εν δυνάμει απεριόριστου, αριθμού φυσικών προσώπων ο οποίος προσδιορίζεται από τον αποστολέα της επικοινωνίας. Οι επικοινωνίες που αφορούν νομικά πρόσωπα θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού, όταν φυσικά πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό αυτών των νομικών προσώπων ή συμμετέχουν σε τουλάχιστον μία πλευρά της επικοινωνίας. Η διαδραστική επικοινωνία συνεπάγεται ότι η υπηρεσία επιτρέπει στον αποδέκτη των πληροφοριών να αποκρίνεται. Οι υπηρεσίες που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές, όπως είναι η γραμμική ευρυεκπομπή, το βίντεο κατά παραγγελία, οι ιστότοποι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ιστολόγια (blogs), ή η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μηχανών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, μια υπηρεσία δεν θα πρέπει να θεωρείται ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών αν ο μηχανισμός διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας αποτελεί καθαρά δευτερεύον στοιχείο για άλλη υπηρεσία και, για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς αυτήν την κύρια υπηρεσία, και η ενσωμάτωσή του δεν αποτελεί μέσο για την παράκαμψη της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ένα παράδειγμα για μια τέτοια εξαίρεση θα μπορούσε να είναι, καταρχήν, ένας δίαυλος επικοινωνίας σε διαδικτυακά παιχνίδια, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού επικοινωνίας της υπηρεσίας.

(18)  Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών με χρήση αριθμών από εθνικό και διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης συνδέονται με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής (πακέτων ή κυκλώματος). Οι εν λόγω υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών περιλαμβάνουν τόσο υπηρεσίες στις οποίες χορηγούνται αριθμοί τελικών χρηστών με σκοπό τη διασφάλιση της διατερματικής συνδεσιμότητας όσο και υπηρεσίες που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγηθεί αυτοί οι αριθμοί. Η απλή χρήση αριθμού ως αναγνωριστικού δεν θα πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη με τη χρήση αριθμού για τη σύνδεση με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής, και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να μη θεωρείται από μόνη της επαρκής για να χαρακτηριστεί μια υπηρεσία ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Επιπροσθέτως, όταν η παρεχόμενη υπηρεσία δεν βασίζεται σε δική της υποδομή και, ως εκ τούτου, δεν έχει ουσιαστικό έλεγχο του δικτύου που χρησιμοποιείται για να επιτελεστεί η επικοινωνία, η χρήση του αριθμού θα πρέπει να σταθμίζεται με διαφορετικό τρόπο, καθώς οι υποχρεώσεις δεν θα ήταν ανάλογες με την ικανότητα παροχής συγκεκριμένης ποιότητας υπηρεσίας.Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να υπόκεινται μόνο σε υποχρεώσεις, εφόσον δημόσια συμφέροντα απαιτούν την εφαρμογή ειδικών ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε όλα τα είδη υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούν αριθμούς για την παροχή των υπηρεσιών τους. Είναι θεμιτή η διαφορετική μεταχείριση των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, διότι συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα και, ως εκ τούτου, επωφελούνται επίσης από αυτό.

(19)  Το σημείο απόληξης του δικτύου αντιπροσωπεύει το όριο, για ρυθμιστικούς σκοπούς, μεταξύ του ρυθμιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού. Η εθνική ρυθμιστική αρχή είναι αρμόδια για τον ορισμό του τόπου του σημείου απόληξης του δικτύου. Λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, και δεδομένης της ποικιλίας σταθερών και ασύρματων τοπολογιών, ο Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες («BEREC») θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού του σημείου τερματισμού του δικτύου, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, σε διάφορες συγκεκριμένες περιστάσεις.

(20)  Οι τεχνικές εξελίξεις καθιστούν δυνατή για τους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης όχι μόνο με φωνητικές κλήσεις, αλλά και με άλλες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Η έννοια της έκτακτης ανάγκης θα πρέπει επομένως να καλύπτει όλες εκείνες τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που επιτρέπουν αυτήν την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Βασίζεται στα στοιχεία του συστήματος έκτακτης ανάγκης που ήδη καθιερώνονται με την ενωσιακή νομοθεσία, δηλαδή το «κέντρο λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης» («PSAP») και το «πλέον κατάλληλο PSAP»(16), καθώς και στις «υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης»(17).

(21)  Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν ένα εναρμονισμένο σύνολο στόχων και αρχών επί των οποίων να στηρίζουν το έργο τους, και θα πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να συντονίζουν τις δράσεις τους με τις αρχές άλλων κρατών μελών και με τον BEREC κατά τη διεξαγωγή των καθηκόντων τους εντός του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου.

(22)  Οι δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών που ορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας συμβάλλουν στην εκπλήρωση ευρύτερων πολιτικών στους τομείς του πολιτισμού, της απασχόλησης, του περιβάλλοντος, της κοινωνικής συνοχής και της χωροταξίας.

(23)  Το πλαίσιο θα πρέπει, επιπλέον των υφιστάμενων τριών πρωταρχικών στόχων που συνίστανται στην προώθηση του ανταγωνισμού, της εσωτερικής αγοράς και των συμφερόντων των τελικών χρηστών, να επιδιώκει έναν επιπλέον στόχο ▌, ο οποίος, όσον αφορά τα αποτελέσματα, διαρθρώνεται σε: ευρεία πρόσβαση σε πολύ υψηλής χωρητικότητας δίκτυα, καθώς και τη χρήση αυτών, από όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης. Μαζί με τους υφιστάμενους γενικούς στόχους, με αυτόν τον τρόπο θα υποστηριχθεί η ενίσχυση της οικονομίας της Ένωσης και ειδικότερα της βιομηχανίας της, με βάση λογικές τιμές και επιλογές, τον αποτελεσματικό και θεμιτό ανταγωνισμό, την ανοικτή καινοτομία, την αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος, κοινούς κανόνες και προβλέψιμες κανονιστικές προσεγγίσεις στην εσωτερική αγορά, και τους απαραίτητους ειδικούς τομεακούς κανόνες για τη διασφάλιση των συμφερόντων των πολιτών. Για τα κράτη μέλη, τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και λοιπές αρμόδιες αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, αυτός ο στόχος συνδεσιμότητας αντιστοιχεί, αφενός, στην επιδίωξη δικτύων και υπηρεσιών της υψηλότερης χωρητικότητας που είναι οικονομικά βιώσιμη σε δεδομένη περιοχή, και, αφετέρου, στην επιδίωξη της εδαφικής συνοχής, με την έννοια της σύγκλισης ως προς τη διαθέσιμη χωρητικότητα σε διάφορους τομείς. Η πρόοδος προς την επίτευξη των γενικών στόχων της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να υποστηριχθεί από ένα εύρωστο σύστημα συνεχούς και συγκριτικής αξιολόγησης των κρατών μελών όσον αφορά την ύπαρξη συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας σε όλους τους βασικούς κοινωνικοοικονομικούς κινητήριους μοχλούς όπως τα σχολεία, οι συγκοινωνιακοί κόμβοι, οι βασικοί πάροχοι δημόσιων υπηρεσιών και η έντονα ψηφιοποιημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, την αδιάλειπτη κάλυψη 5G για τις αστικές περιοχές και τις μείζονες επίγειες διαδρομές μεταφορών και τη διαθεσιμότητα δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ικανών να παρέχουν τουλάχιστον 100 Mbps, και τα οποία θα είναι άμεσα αναβαθμίσιμα σε ταχύτητες gigabit, για όλα τα νοικοκυριά σε κάθε κράτος μέλος. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει άμεσα λεπτομερείς κατευθύνσεις πολιτικής, καθιερώνοντας με τον τρόπο αυτό μεθόδους και αντικειμενικά, συγκεκριμένα και μετρήσιμα κριτήρια για τη συγκριτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων των κρατών μελών που αποσκοπούν στην επίτευξη των εν λόγω στόχων, και να προσδιορίσει βέλτιστες πρακτικές, καθώς και να προβλέψει μια ετήσια ποσοτική και ποιοτική αξιολόγηση της προόδου κάθε κράτους μέλους.

(24)  Η αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν τη νομοθεσία της ΕΕ με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, δηλαδή ότι μια εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή ούτε επιβάλλει ούτε ευνοεί τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένου είδους τεχνολογίας, δεν αποκλείει τη λήψη ανάλογης μέριμνας για την προώθηση ορισμένων ειδικών υπηρεσιών, οσάκις αυτό δικαιολογείται προκειμένου να επιτυγχάνονται οι στόχοι του ρυθμιστικού πλαισίου, παραδείγματος χάριν ψηφιακή τηλεόραση, ως μέσο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του φάσματος. Επιπλέον, δεν αποκλείεται να λαμβάνονται υπόψη τα διαφορετικά φυσικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι σημαντικά για άλλους στόχους του πλαισίου.

(25)  Θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι αποτελεσματικές επενδύσεις σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό, ώστε να προωθηθούν η οικονομική μεγέθυνση, η καινοτομία και οι δυνατότητες επιλογής του καταναλωτή.

(26)  O καλύτερος τρόπος για να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός προϋποθέτει επαρκείς από οικονομική άποψη επενδύσεις σε νέες αλλά και σε υπάρχουσες υποδομές, πλαισιωμένες εφόσον απαιτείται από ρυθμίσεις, με σκοπό βεβαίως ένα αποτελεσματικό επίπεδο ανταγωνιστικότητας στις υπηρεσίες λιανικής. Αποδοτικός κρίνεται ο βασισμένος στις υποδομές ανταγωνισμός όταν το εύρος της αλληλεπικάλυψης των υποδομών επιτρέπει στους επενδυτές να προσβλέπουν λογικά σε ικανοποιητικές αποδόσεις βάσει ευλόγων προσδοκιών όσον αφορά την εξέλιξη των μεριδίων της αγοράς.

(27)  Είναι αναγκαία η παροχή κατάλληλων κινήτρων για επενδύσεις σε νέα δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας που θα στηρίξουν τις καινοτόμες υπηρεσίες Διαδικτύου με πλούσιο περιεχόμενο και θα ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δίκτυα αυτά διαθέτουν τεράστιο δυναμικό για την παροχή πλεονεκτημάτων στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει συνεπώς ζωτική σημασία να προωθηθούν οι βιώσιμες επενδύσεις στην ανάπτυξη των νέων αυτών δικτύων και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται σημεία συμφόρησης και φυσικά εμπόδια εισόδου σε επίπεδο υποδομής, και να ενισχυθούν οι δυνατότητες επιλογής των καταναλωτών μέσω της κανονιστικής προβλεψιμότητας και συνοχής.

(28)  Στόχος είναι η προοδευτική μείωση των εκ των προτέρων τομεακών κανόνων, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά, ώστε τελικά οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες να διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι οι αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν επιδείξει ισχυρή ανταγωνιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια, έχει σημασία να επιβάλλονται εκ των προτέρων κανονιστικές υποχρεώσεις μόνον εφόσον δεν υφίσταται πραγματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός στις σχετικές αγορές. Στόχος της εκ των προτέρων ρυθμιστικής παρέμβασης είναι να προκύψουν οφέλη για τους τελικούς χρήστες με το να καταστούν οι αγορές λιανικής πραγματικά ανταγωνιστικές σε βιώσιμη βάση. Για τον σκοπό αυτό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών και των τελικών χρηστών, ανεξαρτήτως της αγοράς στην οποία επιβάλλονται οι κανονιστικές υποχρεώσεις, και να εξετάζουν κατά πόσον μια υποχρέωση που επιβάλλεται σε αγορά χονδρικής έχει επίσης ως αποτέλεσμα την προώθηση των συμφερόντων των καταναλωτών και των τελικών χρηστών σε μια αγορά λιανικής που δεν έχει προσδιοριστεί ως επιδεχόμενη εκ των προτέρων ρύθμιση. Οι υποχρεώσεις σε επίπεδο χονδρικής θα πρέπει να επιβάλλονται όταν σε διαφορετική περίπτωση μία ή περισσότερες αγορές λιανικής θα ήταν απίθανο να καταστούν πραγματικά ανταγωνιστικές χωρίς την επιβολή των εν λόγω υποχρεώσεων. Είναι πιθανό ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σταδιακά θα είναι σε θέση, μέσω της διαδικασίας της ανάλυσης αγοράς, να διαπιστώνουν ότι ορισμένες αγορές λιανικής είναι ανταγωνιστικές ακόμα και χωρίς ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι αναμενόμενες βελτιώσεις από πλευράς καινοτομίας και ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να συνάγει το συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται πλέον ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής, και να αξιολογεί την αντίστοιχη αγορά χονδρικής ως προς τη σκοπιμότητα της άρσης της εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τυχόν αποτελέσματα μόχλευσης μεταξύ της αγοράς χονδρικής και των σχετικών αγορών λιανικής, για τα οποία μπορεί να απαιτείται η άρση των εμποδίων εισόδου σε επίπεδο υποδομής, προκειμένου να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ο ανταγωνισμός σε επίπεδο λιανικής.

(29)  Οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες καθίστανται ουσιώδεις για αυξανόμενο αριθμό κλάδων. Το διαδίκτυο των πραγμάτων αποτελεί παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η μετάδοση ραδιοφωνικών σημάτων, στην οποία στηρίζονται οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εξακολουθεί να εξελίσσεται και να διαμορφώνει την κοινωνική και επιχειρηματική πραγματικότητα. Προκειμένου να αποκομίζεται το μέγιστο όφελος από τις εξελίξεις αυτές, είναι ουσιώδης η καθιέρωση και προσαρμογή νέων ασύρματων τεχνολογιών και εφαρμογών επικοινωνιών στη διαχείριση του ραδιοφάσματος. Όπως άλλες τεχνολογίες και εφαρμογές που βασίζονται σε ραδιοφάσμα υπόκεινται εξίσου στην αυξανόμενη ζήτηση, και μπορούν να ενισχυθούν με την ενσωμάτωση ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή τον συνδυασμό με αυτές, στη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να υιοθετείται, κατά περίπτωση, διατομεακή προσέγγιση για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της χρήσης του ραδιοφάσματος.

(30)  Ο στρατηγικός σχεδιασμός και, οσάκις απαιτείται, η εναρμόνιση σε ενωσιακό επίπεδο μπορούν να συμβάλουν ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά και ότι τα ενωσιακά συμφέροντα θα μπορούν να προστατεύονται πραγματικά παγκοσμίως. Για τους σκοπούς αυτούς, και εφόσον κρίνεται σκόπιμο, είναι δυνατό να εγκρίνονται πολυετή νομοθετικά προγράμματα στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος, εκ των οποίων το πρώτο καθορίστηκε με την απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(18), με την οποία καθορίζονται πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι που θα καταστήσουν δυνατό τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Ένωση. Τούτοι οι πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι αναφέρονται ενδεχομένως στη διάθεση και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτείται για τη δημιουργία και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(31)   Η σημασία των εθνικών συνόρων για τον καθορισμό της βέλτιστης χρήσης ραδιοφάσματος μειώνεται όλο και περισσότερο. Ο περιττός κατακερματισμός μεταξύ εθνικών πολιτικών όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένων των αδικαιολόγητων διαφορετικών όρων για την πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, και τη χρήση του, ανάλογα με το είδος του φορέα εκμετάλλευσης, ενδέχεται να επιφέρει αυξανόμενο κόστος και απώλεια ευκαιριών αγοράς για χρήστες του ραδιοφάσματος. Ενδέχεται να επιβραδύνει την καινοτομία, να περιορίσει τις επενδύσεις, να μειώσει τις οικονομίες κλίμακος για κατασκευαστές και φορείς εκμετάλλευσης, καθώς και να δημιουργήσει εντάσεις μεταξύ κατόχων δικαιωμάτων και ανισότητες στο κόστος πρόσβασης στο ραδιοφάσμα. Αυτός ο κατακερματισμός ενδέχεται συνολικά να οδηγήσει σε στρέβλωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και να βλάψει τους καταναλωτές και την οικονομία στο σύνολό της.

(32)  Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι συνεπείς προς το έργο των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών που ασχολούνται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, π.χ. της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) και της ευρωπαϊκής διάσκεψης των ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών οργανισμών (CEPT), ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση και η εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Ένωση καθώς και μεταξύ των κρατών μελών και άλλων μελών της ITU.

(33)  Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού κανονιστικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία της εθνικής ρυθμιστικής αρχής και λοιπών αρμόδιων αρχών ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεών τους. Αυτή η απαίτηση ανεξαρτησίας εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της θεσμικής αυτονομίας και των συνταγματικών υποχρεώσεων των κρατών μελών, ή της αρχής της ουδετερότητας όσον αφορά τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας, που ορίζεται στο άρθρο 295 της συνθήκης. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους.

(34)  Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί κατάλογος καθηκόντων τα οποία μπορούν τα κράτη μέλη να αναθέτουν μόνο σε φορείς που αυτά ορίζουν ως εθνικές ρυθμιστικές αρχές και των οποίων η πολιτική ανεξαρτησία και ρυθμιστική ικανότητα διασφαλίζεται, σε αντίθεση με άλλα ρυθμιστικά καθήκοντα τα οποία μπορούν να αναθέτουν είτε στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές είτε σε άλλες αρμόδιες αρχές. Ως εκ τούτου, όπου η παρούσα οδηγία προβλέπει ότι κράτος μέλος θα πρέπει να αναθέτει καθήκον σε αρμόδια αρχή ή να την εξουσιοδοτεί, το κράτος μέλος δύναται να αναθέτει το καθήκον είτε σε εθνική ρυθμιστική αρχή είτε σε άλλη αρμόδια αρχή.

(35)  Η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενισχύθηκε κατά την αναθεώρηση του 2009 ώστε να εξασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεων τους. Για τον σκοπό αυτό έπρεπε να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίσει ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, μια εθνική ρυθμιστική αρχή προστατεύεται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή της στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Η εξωτερική αυτή επιρροή καθιστά έναν εθνικό νομοθετικό φορέα ακατάλληλο να αναλάβει δράση ως εθνική ρυθμιστική αρχή στο πλαίσιο των κανονιστικών ρυθμίσεων. Προς τούτο έπρεπε καταρχάς να θεσπισθούν κανόνες όσον αφορά τους λόγους για την απόλυση του επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ώστε να αρθεί κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς την ουδετερότητα του εν λόγω φορέα και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων. Προκειμένου να αποφεύγονται αυθαίρετες απολύσεις, το απολυθέν μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητά από τα αρμόδια δικαστήρια να ελέγχουν την ύπαρξη βάσιμου λόγου απόλυσης, που να συγκαταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία. Αυτή η απόλυση θα πρέπει να συνδέεται μόνο με τα προσωπικά ή επαγγελματικά προσόντα του επικεφαλής ή του μέλους. Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να έχουν δικό τους προϋπολογισμό, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν επαρκή αριθμό ειδικευμένου προσωπικού. Για την εξασφάλιση διαφάνειας θα πρέπει ο προϋπολογισμός αυτός να δημοσιεύεται ετησίως. Εντός των ορίων του προϋπολογισμού τους, θα πρέπει να διαθέτουν αυτονομία στη διαχείριση των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων τους. Για να εξασφαλίζεται η αμεροληψία, τα κράτη μέλη που διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή άλλων αρμόδιων αρχών μέσω διοικητικών επιβαρύνσεων θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι υφίσταται αποτελεσματικός διαρθρωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την άσκηση της κυριότητας ή του ελέγχου από την άσκηση ελέγχου επί του προϋπολογισμού.

(36)  Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθεί περαιτέρω η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ώστε να εξασφαλίζεται η θωράκιση των επικεφαλής και των μελών τους έναντι εξωτερικών πιέσεων, με την πρόβλεψη ελάχιστων προσόντων διορισμού και ελάχιστης διάρκειας της θητείας τους. Επιπλέον, με τον περιορισμό της δυνατότητας να ανανεώνεται η θητεία τους περισσότερες από μία φορές και την απαίτηση για κατάλληλο σύστημα περιτροπής για το συμβούλιο και την ανώτερη διοίκηση θα αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος κανονιστικής άλωσης, θα διασφαλιστεί η συνέχεια και θα ενισχυθεί η ανεξαρτησία. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από τη βιομηχανία και τις κυβερνήσεις με την έννοια ότι δεν ζητούν ούτε δέχονται εντολές από οιονδήποτε φορέα, λειτουργούν με διαφάνεια και λογοδοσία, όπως προβλέπουν η ενωσιακή και οι εθνικές νομοθεσίες, και διαθέτουν επαρκείς εξουσίες.

(37)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λογοδοτούν και να απαιτείται να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει τη μορφή υποχρέωσης ετήσιας υποβολής εκθέσεων, και όχι αιτημάτων ad hoc παροχής στοιχείων, τα οποία, αν είναι δυσανάλογα, θα μπορούσαν να περιορίζουν την ανεξαρτησία τους ή να τις παρεμποδίζουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πράγματι, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία(19), οι εκτεταμένες και άνευ όρων υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων μπορεί να επηρεάζουν έμμεσα την ανεξαρτησία μιας αρχής.

(38)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών. Για αρχές αρμόδιες για τη χορήγηση δικαιωμάτων διέλευσης, η υποχρέωση κοινοποίησης μπορεί να τηρείται με παραπομπή στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20).

(39)  Θα πρέπει να χρησιμοποιείται το κατά το δυνατόν λιγότερο επαχθές σύστημα αδειοδότησης που καθιστά δυνατή την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη νέων υπηρεσιών επικοινωνιών και πανευρωπαϊκών δικτύων υπηρεσιών και επικοινωνιών, και να παρέχεται στους φορείς παροχής υπηρεσιών και στους καταναλωτές η δυνατότητα να επωφελούνται από τις οικονομίες κλίμακας της ενιαίας αγοράς.

(40)  Τα οφέλη της ενιαίας αγοράς για τους παρόχους υπηρεσιών και τους τελικούς χρήστες μπορούν να επιτευχθούν με γενική άδεια για δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ▌, χωρίς να απαιτείται ρητή απόφαση ή διοικητική πράξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής.

(40α)  Οι τυχόν διαδικαστικές απαιτήσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε μία ενιαία δηλωτική κοινοποίηση. Όταν τα κράτη μέλη απαιτούν κοινοποίηση από τους φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν αρχίζουν τις δραστηριότητές τους, η εν λόγω κοινοποίηση θα πρέπει να υποβάλλεται στον BEREC, οποίος ενεργεί ως ενιαίο σημείο επαφής. Η κοινοποίηση αυτή δεν θα πρέπει να συνεπάγεται διοικητικό κόστος για τους παρόχους και θα πρέπει να διατίθεται μέσω σημείου εισόδου στον ιστότοπο του BEREC. Ο BEREC θα πρέπει να διαβιβάζει εγκαίρως τις κοινοποιήσεις προς την εθνική ρυθμιστική αρχή σε όλα τα κράτη μέλη που απαιτούν κοινοποίηση, στα οποία οι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών προτίθενται να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν απόδειξη ότι πραγματοποιήθηκε η κοινοποίηση αυτή, μέσω οποιασδήποτε νομικώς αναγνωρισμένης ταχυδρομικής ή ηλεκτρονικής απόδειξης παραλαβής της κοινοποίησης στον BEREC. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η απόδειξη παραλαβής δεν θα πρέπει να συνιστά ή να απαιτεί διοικητική πράξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ή οποιασδήποτε άλλης αρχής.

(41)  Η κοινοποίηση στον BEREC θα πρέπει να περιλαμβάνει απλή δήλωση της πρόθεσης του παρόχου για έναρξη της παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μπορεί μόνο να απαιτείται από τον πάροχο να συνοδεύει την εν λόγω δήλωση με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 12 της παρούσας οδηγίας, δεδομένου ότι αυτές αποτελούν τις ελάχιστες πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου να διευκολύνεται η συνεπής εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να παρέχονται στον BEREC και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές οι πιο ουσιώδεις γνώσεις όσον αφορά την αγορά. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να επιβάλλουν πρόσθετες ή χωριστές απαιτήσεις κοινοποίησης.

(42)  Οι πάροχοι οιωνδήποτε υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να είναι σε θέση να επωφελούνται από το καθεστώς γενικής άδειας.

(43)  Όταν χορηγούν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, αριθμούς ή δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν τα δικαιώματα αυτά για τους σχετικούς όρους.

(44)  Οι γενικές άδειες θα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο ειδικούς για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών όρους. Δεν θα πρέπει να εξαρτώνται από όρους οι οποίοι ήδη επιβάλλονται βάσει άλλης ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, ιδίως όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, η οποία δεν διέπει ειδικά τον τομέα των επικοινωνιών, και θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Για παράδειγμα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ενημερώνουν τους φορείς εκμετάλλευσης σχετικά με εφαρμοστέες απαιτήσεις περιβαλλοντικού, χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.

(45)  Οι όροι που μπορούν να επισυναφθούν σε γενικές άδειες καλύπτουν ειδικούς όρους που διέπουν την προσβασιμότητα για χρήστες με αναπηρίες και την ανάγκη των δημόσιων αρχών και των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης για επικοινωνία μεταξύ τους και με το ευρύ κοινό πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από καταστροφές μεγάλης κλίμακας.

(46)  Στις εν λόγω άδειες, είναι απαραίτητο να περιλαμβάνονται ρητά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις επιχειρήσεων που διέπονται από γενικές άδειες, ώστε να διασφαλίζονται ενιαίοι κανόνες σε ολόκληρη την Ένωση και να διευκολύνεται η διασυνοριακή διαπραγμάτευση διασύνδεσης μεταξύ δημοσίων δικτύων επικοινωνιών.

(47)  Η γενική άδεια επιτρέπει στους φορείς που παρέχουν στο κοινό δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να διαπραγματεύονται διασύνδεση υπό τους όρους της παρούσας οδηγίας. Οι φορείς που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε άλλους πλην του κοινού, μπορούν να διαπραγματεύονται διασύνδεση με εμπορικούς όρους.

(47α)  Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη εξακολουθούν να υποχρεούνται να τηρούν διαφορετικούς κανόνες, απαιτήσεις και υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων, μολονότι είναι ελεύθεροι να παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών οπουδήποτε στην Ένωση, γεγονός που εμποδίζει την εξέλιξη και την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Συνεπώς, οι πάροχοι αυτοί θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, εφόσον διαθέτουν μία κύρια εγκατάσταση στην Ένωση, να καλύπτονται από μία ενιαία γενική άδεια που θα εκδίδεται από το κράτος μέλος στο οποίο έχουν την κύρια εγκατάστασή τους στην Ένωση. Ο BEREC θα πρέπει να διευκολύνει τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών. Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ενδέχεται να εξακολουθούν να χρειάζονται ειδικές άδειες για τα δικαιώματα χρήσης αριθμών και ραδιοφάσματος και τα δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων.

(47β)  Για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι απαραίτητο να αποφεύγονται κίνητρα που ωθούν τους παρόχους να επιδιώκουν να εξασφαλίσουν πιο ευνοϊκή νομική θέση εις βάρος των τελικών χρηστών (δόλια ή καταχρηστική αναζήτηση ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας). Συνεπώς, ο τόπος της κύριας εγκατάστασης στην Ένωση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την κεντρική τοποθεσία στην οποία ο πάροχος διαθέτει πραγματική εγκατάσταση, λαμβάνει τις στρατηγικές επιχειρηματικές αποφάσεις του και ασκεί ουσιαστικές δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ένωση.

(48)  Στην περίπτωση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν παρέχονται στο κοινό, είναι σκόπιμο να επιβάλλονται λιγότεροι και ελαφρύτεροι όροι από εκείνους που δικαιολογούνται για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται στο κοινό.

(49)  Οι ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλονται σε φορείς παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ▌λόγω της σημαντικής τους ισχύος στην αγορά, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να επιβάλλονται χωριστά από τα γενικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της γενικής άδειας.

(50)  Οι φορείς παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορούν, ενδεχομένως, να χρειάζονται επιβεβαίωση των δικαιωμάτων τους δυνάμει της γενικής άδειας όσον αφορά τη διασύνδεση και τα δικαιώματα διέλευσης, συγκεκριμένα για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων σε άλλα, περιφερειακά ή τοπικά, επίπεδα διακυβέρνησης ή με παρόχους υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, ο BEREC, ο οποίος λαμβάνει την κοινοποίηση για παροχή δημόσιων ή ιδιωτικών δικτύων ή υπηρεσιών επικοινωνιών, θα πρέπει να παρέχει δηλώσεις στις επιχειρήσεις ▌ως αυτόματη απάντηση σε κοινοποίηση δυνάμει της γενικής άδειας. Οι δηλώσεις αυτές δεν θα πρέπει αφ’ εαυτές να γεννούν δικαιώματα ούτε θα πρέπει τα τυχόν δικαιώματα δυνάμει της γενικής άδειας ή τα δικαιώματα χρήσης ή η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, να εξαρτώνται από τη δήλωση.

(51)  Είναι δυνατόν να επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις σε παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή άλλης αρμόδιας αρχής όσον αφορά τη διαχείριση του συστήματος αδειοδότησης και για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης. Αυτές οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να περιορίζονται στην κάλυψη των πραγματικών διοικητικών δαπανών για τις εν λόγω δραστηριότητες. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τα έσοδα και τις δαπάνες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λοιπών αρμόδιων αρχών με την υποβολή ετήσιων εκθέσεων σχετικά με το συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται και των πραγματοποιηθεισών διοικητικών δαπανών. Αυτό θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επαληθεύουν εάν οι διοικητικές δαπάνες και οι επιβαρύνσεις είναι ισορροπημένες.

(52)  Τα συστήματα διοικητικών επιβαρύνσεων δεν θα πρέπει να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό ούτε να εμποδίζουν την είσοδο στην αγορά. Με ένα σύστημα γενικών αδειών, δεν θα είναι πλέον δυνατόν να κατανέμονται διοικητικές δαπάνες και, συνεπώς, επιβαρύνσεις σε επιμέρους επιχειρήσεις, παρά μόνον για τη χορήγηση δικαιώματος χρήσης αριθμών, ραδιοφάσματος και δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων. Οι τυχόν εφαρμοστέες διοικητικές επιβαρύνσεις θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις αρχές του συστήματος γενικών αδειών. Αντί αυτών των κριτηρίων κατανομής των επιβαρύνσεων, μια δίκαιη, απλή και διαφανής εναλλακτική μέθοδος θα μπορούσε να είναι, π.χ., μια κλείδα κατανομής βάσει του κύκλου εργασιών. Όταν οι διοικητικές επιβαρύνσεις είναι πολύ χαμηλές, ένα κατάλληλο σύστημα θα ήταν οι κατ’ αποκοπήν επιβαρύνσεις ή συνδυασμός κατ’ αποκοπή επιβαρύνσεων με ένα στοιχείο βασιζόμενο στον κύκλο εργασιών. Στον βαθμό που το σύστημα γενικής άδειας επεκτείνεται σε επιχειρήσεις με πολύ μικρό μερίδιο αγοράς, όπως παρόχους δικτύων σε επίπεδο κοινότητας, ή σε παρόχους υπηρεσιών των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο αποφέρει πολύ περιορισμένα έσοδα, ακόμη και στην περίπτωση σημαντικής διείσδυσης στην αγορά όσον αφορά τους όγκους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούν το ενδεχόμενο να καθορίζουν κατάλληλο ελάχιστο κατώφλι για την επιβολή διοικητικών επιβαρύνσεων.

(53)  Όταν αυτό αιτιολογείται αντικειμενικά, τα κράτη μέλη μπορεί ενδεχομένως να πρέπει να τροποποιούν δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις και τέλη, σχετικά με γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης. Οι εν λόγω τροποποιήσεις θα πρέπει να κοινοποιούνται εγκαίρως και με τον προσήκοντα τρόπο σε όλους τους ενδιαφερόμενους, δίδοντας τους την κατάλληλη ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με αυτές τις τροποποιήσεις. Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και να προάγεται η ρυθμιστική προβλεψιμότητα, οποιοσδήποτε περιορισμός ή ανάκληση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης για ραδιοφάσμα ή δημιουργίας εγκαταστάσεων θα πρέπει να υπόκειται σε προβλέψιμες και διαφανείς διαδικασίες· ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να επιβάλλονται αυστηρότερες απαιτήσεις ή μηχανισμός κοινοποίησης, όταν έχουν ανατεθεί δικαιώματα χρήσης βάσει ανταγωνιστικών ή συγκριτικών διαδικασιών. Επιπλέον, στην περίπτωση των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, τα δικαιώματα και οι όροι αυτών των αδειών θα πρέπει να τροποποιούνται μόνο μετά από προηγούμενη διαβούλευση με τον δικαιούχο. Δεδομένου ότι οι περιορισμοί ή η ανάκληση γενικών αδειών ή δικαιωμάτων μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες για τους κατόχους τους, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα και να αξιολογούν εκ των προτέρων τη δυνητική βλάβη που ενδέχεται να προκαλέσουν αυτά τα μέτρα πριν από την έγκρισή τους. Θα πρέπει να αποφεύγονται περιττές διαδικασίες στην περίπτωση τροποποιήσεων ήσσονος σημασίας σε υφιστάμενα δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων ή χρήσης ραδιοφάσματος, όταν οι τροποποιήσεις αυτές δεν έχουν επιπτώσεις σε συμφέροντα τρίτων. Η αλλαγή στη χρήση του ραδιοφάσματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των αρχών της ουδετερότητας της τεχνολογίας και των υπηρεσιών δεν θα πρέπει να θεωρείται επαρκής αιτιολόγηση για ανάκληση δικαιωμάτων, διότι δεν συνιστά χορήγηση νέου δικαιώματος.

(54)  Ως ελάσσονες τροποποιήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λογίζονται εκείνες οι τροποποιήσεις που είναι κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, δεν μεταβάλλουν τον ουσιαστικό χαρακτήρα των γενικών αδειών και των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης και άρα δεν μπορούν να προσδώσουν οιοδήποτε συγκριτικό πλεονέκτημα στις άλλες επιχειρήσεις.

(55)  Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές χρειάζεται να συγκεντρώνουν πληροφορίες από συντελεστές της αγοράς προκειμένου να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στα καθήκοντά τους. Ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητο να συγκεντρώνονται τέτοιου είδους πληροφορίες για λογαριασμό της Επιτροπής ή του BEREC, προκειμένου αυτοί να εκπληρώνουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους βάσει του ενωσιακού δικαίου. Τα αιτήματα πληροφόρησης θα πρέπει να είναι αναλογικά και να μην επιβάλλουν υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες που συλλέγουν οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι διαθέσιμες στο κοινό, εκτός εάν πρόκειται για εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει των εθνικών κανόνων για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και εάν υπόκεινται στο ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο περί επιχειρηματικού απορρήτου.

(56)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ασκούν αποτελεσματικά τα κανονιστικά τους καθήκοντα, θα πρέπει στα δεδομένα που συλλέγουν να περιλαμβάνονται λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αγορές χονδρικής στις περιπτώσεις που φορέας εκμετάλλευσης διαθέτει σημαντική ισχύ στην αγορά και επομένως υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση εκ μέρους της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Στα δεδομένα αυτά θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται δεδομένα που θα παρέχουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τη δυνατότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης με όρους που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης, του πιθανού αντικτύπου από προγραμματισμένη αναβάθμιση ή αλλαγή στην τοπολογία δικτύου για την εξέλιξη του ανταγωνισμού ή σε προϊόντα χονδρικής που διατίθενται σε άλλα μέρη. Οι πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς υποχρεώσεις κάλυψης που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος είναι ουσιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της πληρότητας των γεωγραφικών ερευνών των αναπτύξεων δικτύου, τις οποίες διεξάγουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν την παροχή πληροφοριών με ανάλυση σε τοπικό επίπεδο και σε επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας ώστε να διεξάγουν γεωγραφική έρευνα δικτύων.

(57)  Για την ελάφρυνση υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και πληροφοριών για τους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών και την αρμόδια αρχή, οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να είναι αναλογικές, αντικειμενικά αιτιολογημένες και περιορισμένες στα απολύτως απαραίτητα. Ειδικότερα, θα πρέπει να αποφεύγεται η επανάληψη αιτημάτων παροχής πληροφοριών από την αρμόδια αρχή, καθώς και από τον BEREC, και η συστηματική και τακτική απόδειξη της συμμόρφωσης με όλους τους όρους δυνάμει γενικής άδειας ή δικαιώματος χρήσης. Οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και πληροφοριών για τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη, θα πρέπει, όταν ο πάροχος διαθέτει μία κύρια εγκατάσταση στην Ένωση και καλύπτεται από τη γενική άδεια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κύρια εγκατάστασή του, να συντονίζονται μέσω αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του αιτήματος παροχής πληροφοριών σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης αριθμών και ραδιοφάσματος και δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων. O BEREC θα πρέπει να διευκολύνει την ελεύθερη ροή πληροφοριών μεταξύ των οικείων κρατών μελών. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να ζητούνται με τη χρήση κοινού και τυποποιημένου μορφότυπου ο οποίος παρέχεται από τον BEREC. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να γνωρίζουν την επιδιωκόμενη χρήση των ζητούμενων πληροφοριών. Η παροχή πληροφοριών δεν θα πρέπει να αποτελεί όρο για την είσοδο στην αγορά. Για στατιστικούς λόγους, ενδέχεται να απαιτείται κοινοποίηση από τους φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών, όταν παύουν τις δραστηριότητές τους.

(58)  Δεν θα πρέπει να θίγονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών να παρέχουν πληροφορίες για την προάσπιση των ενωσιακών συμφερόντων δυνάμει διεθνών συμφωνιών, καθώς και οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων δυνάμει νομοθεσίας η οποία δεν αφορά ειδικά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το δίκαιο του ανταγωνισμού.

(59)  Πληροφορίες που κρίνονται εμπιστευτικές από μια αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες περί επιχειρηματικού απορρήτου και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι δυνατόν να ανταλλάσσονται με την Επιτροπή και άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές και τον BEREC, εφόσον αυτή η ανταλλαγή είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι ενδείκνυται και αναλογεί στους σκοπούς μιας τέτοιας ανταλλαγής.

(60)  Τα ευρυζωνικά δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαφοροποιούνται ολοένα και περισσότερο όσον αφορά την τεχνολογία, την τοπολογία, το χρησιμοποιούμενο μέσο και την ιδιοκτησία, και, ως εκ τούτου, η ρυθμιστική παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη δικτύων προκειμένου να είναι αποτελεσματική και να επικεντρώνεται στις περιοχές όπου χρειάζεται. Οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για την προώθηση των επενδύσεων, την ενίσχυση της συνδεσιμότητας σε ολόκληρη την Ένωση και την παροχή πληροφοριών σε όλες τις οικείες αρχές και τους πολίτες. Θα πρέπει να περιλαμβάνουν έρευνες όσον αφορά τόσο την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, όσο και σημαντικές αναβαθμίσεις ή επεκτάσεις υφιστάμενων δικτύων χαλκού ή άλλων δικτύων που ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά επιδόσεων των δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας από όλες τις απόψεις, όπως η ανάπτυξη οπτικής ίνας έως το κυτίο σε συνδυασμό με ενεργές τεχνολογίες όπως η διανυσμάτωση. Το επίπεδο λεπτομέρειας και εδαφικής ανάλυσης των πληροφοριών που θα πρέπει να συλλέγουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχει ως γνώμονα τον συγκεκριμένο ρυθμιστικό στόχο και θα πρέπει να είναι επαρκές για τους ρυθμιστικούς σκοπούς που εξυπηρετεί. Ως εκ τούτου, το μέγεθος της εδαφικής ενότητας θα ποικίλλει επίσης μεταξύ κρατών μελών, ανάλογα με τις ρυθμιστικές ανάγκες στις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις και τη διαθεσιμότητα τοπικών δεδομένων. Το επίπεδο 3 της στατιστικής ονοματολογίας εδαφικών ενοτήτων (NUTS) είναι απίθανο να αποτελεί αρκετά μικρή εδαφική ενότητα στις περισσότερες περιστάσεις. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την προσέγγιση αυτού του καθήκοντος, ενώ οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα μπορούν να στηρίζονται στην υπάρχουσα εμπειρία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τη διεξαγωγή γεωγραφικών ερευνών για την ανάπτυξη δικτύων. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, όταν οι πληροφορίες δεν είναι ήδη διαθέσιμες στην αγορά, να διαθέτουν, σε ανοιχτό μορφότυπο δεδομένων και χωρίς περιορισμούς όσον αφορά την επαναχρησιμοποίηση, τις πληροφορίες που συλλέγονται στις εν λόγω έρευνες, και θα πρέπει να καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία στους τελικούς χρήστες όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών για να συμβάλλουν στη βελτίωση της ενημέρωσής τους σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες συνδεσιμότητας. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές το κρίνουν σκόπιμο, μπορούν επίσης να συλλέγουν διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες σχετικά με σχέδια ανάπτυξης δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας. Κατά τη συγκέντρωση οποιωνδήποτε πληροφοριών αυτού του είδους, όλες οι εμπλεκόμενες αρχές θα πρέπει να τηρούν την αρχή της εμπιστευτικότητας και να αποφεύγουν να προκαλούν ανταγωνιστικά μειονεκτήματα σε οποιονδήποτε φορέα εκμετάλλευσης.

(61)  Η γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος στην Ένωση είναι απαραίτητη προκειμένου να αποκτήσουν όλοι οι πολίτες της Ένωσης τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε σύγχρονες διαδικτυακές και ψηφιακές υπηρεσίες. Για τον σκοπό αυτόν, στην περίπτωση συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων περιοχών ψηφιακού αποκλεισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να οργανώνουν πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, με σκοπό τον προσδιορισμό των επιχειρήσεων που είναι πρόθυμες να επενδύσουν σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας. Για την επίτευξη προβλέψιμων επενδυτικών συνθηκών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες με επιχειρήσεις που εκφράζουν ενδιαφέρον για ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής ταχύτητας σχετικά με το κατά πόσον υπάρχουν ▌για την εν λόγω περιοχή άλλοι τύποι αναβαθμίσεων δικτύων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ταχύτητα καταφόρτωσης κάτω των 100 Mbps.

(62)  Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη επί των προτεινόμενων αποφάσεων, να τους παρέχουν επαρκές χρονικό διάστημα, ανάλογο με την περιπλοκότητα του ζητήματος, για να διαβιβάζουν τις παρατηρήσεις τους, και να λαμβάνουν υπόψη τους τις παρατηρήσεις τους πριν να λάβουν τελική απόφαση. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ενιαία αγορά ή σε άλλους στόχους της συνθήκης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να ανακοινώνουν ορισμένα σχέδια αποφάσεων στην Επιτροπή και στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές προκειμένου να τους παρέχεται η ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Είναι σκόπιμο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαβουλεύονται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με όλα τα σχέδια μέτρων που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται οι διαδικασίες των άρθρων 24 και 34, ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

(63)  Για τη δέουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των πολιτών, τα κράτη μέλη πρέπει να καθιερώσουν κατάλληλο μηχανισμό διαβούλευσης. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να λάβει τη μορφή οργάνου το οποίο, ανεξάρτητα από την εθνική ρυθμιστική αρχή, καθώς και από τους παρόχους υπηρεσιών, θα διεξάγει έρευνα επί θεμάτων που αφορούν τους καταναλωτές, όπως η καταναλωτική συμπεριφορά και οι μηχανισμοί αλλαγής φορέα παροχής, και το οποίο θα λειτουργεί με διαφάνεια και θα συνεισφέρει στους υφιστάμενους μηχανισμούς διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους. Πέραν τούτου, θα μπορούσε να καθιερωθεί ένας μηχανισμός με σκοπό να καταστήσει δυνατή την ενδεδειγμένη συνεργασία επί θεμάτων που σχετίζονται με την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου. Οιεσδήποτε διαδικασίες συνεργασίας εγκρίνονται σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτό δεν πρέπει πάντως να επιτρέπουν τη συστηματική παρακολούθηση χρήσης του Διαδικτύου.

(64)  Στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος επί αντικειμένου που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τις υποχρεώσεις για την πρόσβαση και τη διασύνδεση ή τους τρόπους μεταφοράς καταλόγων τελικών χρηστών, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στο θιγόμενο μέρος το οποίο συμμετείχε καλόπιστα στις διαπραγματεύσεις αλλά δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμφωνία, να απευθύνεται στην εθνική ρυθμιστική αρχή για την επίλυση της διαφοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τη λύση στα μέρη. Η παρέμβαση μιας εθνικής ρυθμιστικής αρχής στην επίλυση διαφοράς μεταξύ παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, θα πρέπει να επιδιώκει την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

(65)  Εκτός από τα δικαιώματα προσφυγής που παρέχονται βάσει του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου, υφίσταται η ανάγκη να ξεκινά μια απλή διαδικασία, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών της διαφοράς, για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε διαφορετικά κράτη μέλη.

(66)  Ένα σημαντικό καθήκον που έχει ανατεθεί στον BEREC είναι η κατά περίπτωση έκδοση απόφασης σε σχέση με διασυνοριακές διαφορές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να εφαρμόζουν πλήρως την απόφαση του BEREC στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνουν για την επιβολή ενδεχόμενης υποχρέωσης σε επιχείρηση ή για την επίλυση της διαφοράς με άλλον τρόπο σε ανάλογες περιπτώσεις.

(67)  Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τις προσεγγίσεις τους στο θέμα της εκχώρησης και των αδειών χρήσης ραδιοφάσματος καθώς και όσον αφορά τα ζητήματα παρεμβολών μεγάλης κλίμακας μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους αξιοποιώντας πλήρως τα οφέλη των καλών υπηρεσιών της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Επιπλέον, ο συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών για την επίλυση των επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει να γίνει πιο αποτελεσματικός, μέσω της χρήσης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος ως μέσου για τη διευκόλυνση της επίλυσης διαφορών. Λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες ανησυχίες και τους στόχους της Ένωσης, θα πρέπει να προτιμάται μια τέτοια ενωσιακή διαδικασία για την επίλυση διαφορών επί διασυνοριακών ζητημάτων μεταξύ κρατών μελών, κατά προτεραιότητα έναντι οιασδήποτε διαδικασίας επίλυσης διαφορών βάσει του διεθνούς δικαίου.

(68)  Η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (RSPG) αποτελεί συμβουλευτική ομάδα υψηλού επιπέδου της Επιτροπής, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής για να συμβάλει στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και να στηρίξει τη χάραξη πολιτικής για το ραδιοφάσμα σε ενωσιακό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών, στρατηγικών, κοινωνικών προβληματισμών και προβληματισμών για την υγεία, καθώς και τεχνικών παραμέτρων. Για τους σκοπούς του ρόλου της ως προς την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, η ομάδα RSPG θα πρέπει να κατοχυρώνεται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Θα πρέπει να απαρτίζεται από τους επικεφαλής των φορέων που έχουν γενική πολιτική ευθύνη για τη στρατηγική πολιτική ραδιοφάσματος. Θα πρέπει να επικουρεί και να συμβουλεύει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή όσον αφορά την πολιτική ραδιοφάσματος. Αυτό αναμένεται ότι θα αυξήσει περαιτέρω την προβολή της πολιτικής ραδιοφάσματος στους διάφορους τομείς πολιτικής της ΕΕ και θα βοηθήσει να εξασφαλιστεί διατομεακή συνοχή σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο. Θα πρέπει επίσης να παρέχει συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήματός τους. Επιπλέον, η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος θα πρέπει να αποτελέσει επίσης το φόρουμ για τον συντονισμό της υλοποίησης από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους που αφορούν το ραδιοφάσμα δυνάμει της παρούσας οδηγίας και θα πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε ουσιώδη πεδία για την εσωτερική αγορά, όπως είναι ο διασυνοριακός συντονισμός ή η τυποποίηση. Θα μπορούσαν επίσης να συσταθούν τεχνικές ομάδες εργασίας ή εμπειρογνωμόνων για να επικουρούν τις συνεδριάσεις της ολομέλειας, κατά τις οποίες η στρατηγική πολιτική διαμορφώνεται από υψηλού επιπέδου εκπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής.

(69)  Σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές κατά την εξέταση θεμάτων συναφών με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών. Οι διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών είναι δυνατό να αποτελέσουν ταχύ και οικονομικά αποδοτικό τρόπο για την επιβολή των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών, ιδίως για τους καταναλωτές και τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Για διαφορές μεταξύ καταναλωτών, αποτελεσματικές διαδικασίες, που δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν είναι δαπανηρές, για την επίλυση των διαφορών τους με παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διασφαλίζονται ήδη από την οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(21), εφόσον αφορούν σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις και ο καταναλωτής είναι κάτοικος και η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη εντός της Ένωσης. Δεδομένου ότι πολλά κράτη μέλη έχουν καθιερώσει διαδικασίες επίλυσης διαφορών και για τελικούς χρήστες εκτός από καταναλωτές, για τους οποίους δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2013/11/ΕΕ, είναι εύλογο να διατηρηθεί η διαδικασία επίλυσης τομεακών διαφορών τόσο για καταναλωτές όσο και, εφόσον τα κράτη μέλη την επεκτείνουν, για άλλους τελικούς χρήστες, ιδίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Οι καταναλωτές θα πρέπει πάντα να έχουν τη δυνατότητα να επιλύουν τις διαφορές τους με παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω ειδικής τομεακής διαδικασίας επίλυσης διαφορών, εάν το επιθυμούν.Λαμβανομένης υπόψη της ουσιαστικής τομεακής εμπειρογνωμοσύνης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στην εθνική ρυθμιστική αρχή να ενεργεί ως φορέας επίλυσης διαφορών, μέσω χωριστού οργάνου στο πλαίσιο της εν λόγω αρχής, το οποίο δεν θα λαμβάνει οποιεσδήποτε εντολές. Οι διαδικασίες επίλυσης διαφορών δυνάμει της παρούσας οδηγίας που αφορούν καταναλωτές θα πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς και αποτελεσματικές διαδικασίες και στις απαιτήσεις ποιότητας που καθορίζονται στο κεφάλαιο II της οδηγίας 2013/11/ΕΕ.

(70)   Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους όρους και προϋποθέσεις της γενικής άδειας και των δικαιωμάτων χρήσης, και ιδίως να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών, μέσω οικονομικών ή διοικητικών κυρώσεων συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών μέτρων και ανακλήσεων δικαιωμάτων χρήσης σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν, κατά το δυνατό, τις πλέον ακριβείς και ολοκληρωμένες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές για να τους παρέχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τα οικεία καθήκοντα εποπτείας. Για να αποφεύγεται η δημιουργία φραγμών εισόδου στην αγορά, ιδίως μέσω της αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό, θα πρέπει να βελτιωθεί η επιβολή της τήρησης των όρων που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος από τα κράτη μέλη και θα πρέπει να συμμετέχουν όλες οι αρμόδιες αρχές πέραν των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Οι όροι επιβολής θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εφαρμογή της λύσης της απώλειας σε περίπτωση μη χρήσης για την αντιστάθμιση της μεγάλης διάρκειας των δικαιωμάτων. Για τον σκοπό αυτό, η εμπορία και χρονομίσθωση ραδιοφάσματος θα πρέπει να θεωρούνται ως τρόποι διασφάλισης της αποτελεσματικής χρήσης από τον αρχικό κάτοχο του δικαιώματος. Για λόγους ασφάλειας δικαίου σχετικά με την πιθανή έκθεση σε τυχόν κυρώσεις για τη μη χρήση ραδιοφάσματος, θα πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων τα όρια χρήσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον χρόνο, την ποσότητα ή την ταυτότητα του ραδιοφάσματος.

(70α)  Η χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος για 25 ή περισσότερα έτη θα πρέπει να διέπεται από όρους που αποσκοπούν στη διασφάλιση στόχων γενικού συμφέροντος, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αποδοτική και αποτελεσματική χρήση και ζητήματα που σχετίζονται με τη δημόσια τάξη, την ασφάλεια και την άμυνα. Τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης θα πρέπει, συνεπώς, να υπόκεινται σε ενδιάμεση αξιολόγηση ύστερα από περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

(71)  Οι όροι που μπορούν να συνοδεύουν γενικές άδειες και μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, θα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με απαιτήσεις και υποχρεώσεις στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου και του ενωσιακού δικαίου.

(72)  Κάθε μέρος που υπόκειται σε απόφαση αρμόδιας αρχής, θα πρέπει να έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον οργάνου, το οποίο θα είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή του στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Το εν λόγω όργανο μπορεί να είναι δικαστήριο. Επιπλέον, κάθε επιχείρηση που θεωρεί ότι οι αιτήσεις της για παροχή δικαιώματος δημιουργίας εγκαταστάσεων δεν έχουν διεκπεραιωθεί σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσφεύγει κατά των αποφάσεων αυτών. Η εν λόγω διαδικασία προσφυγής δεν θα πρέπει να θίγει τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων εντός των εθνικών δικαστικών συστημάτων και τα δικαιώματα νομικών οντοτήτων ή φυσικών προσώπων βάσει του εθνικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αποτελεσματικό έλεγχο νομιμότητας έναντι τέτοιων αποφάσεων.

(73)  Προκειμένου να εξασφαλισθεί ασφάλεια δικαίου για τους συντελεστές της αγοράς, τα όργανα προσφυγής θα πρέπει να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους· οι διαδικασίες προσφυγής θα πρέπει ιδίως να μην έχουν υπερβολικά μεγάλη διάρκεια. Προσωρινά μέτρα με τα οποία αναστέλλονται τα αποτελέσματα της απόφασης αρμόδιας αρχής θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον όταν συντρέχει επείγουσα ανάγκη για την αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του μέρους που αιτείται τη λήψη των εν λόγω μέτρων και εφόσον τούτο απαιτείται από τη στάθμιση των συμφερόντων.

(74)  Παρατηρήθηκε μεγάλη ποικιλία στον τρόπο με τον οποίο όργανα προσφυγής εφήρμοσαν προσωρινά μέτρα για να αναστείλουν αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Για επίτευξη μεγαλύτερης συνέπειας στην προσέγγιση θα πρέπει να ισχύσει κοινό πρότυπο σύμφωνα με την ενωσιακή νομολογία. Τα όργανα προσφυγής θα πρέπει επίσης να δικαιούνται να ζητούν τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει δημοσιεύσει ο BEREC. Δεδομένης της σημασίας των προσφυγών για τη συνολική λειτουργία του κανονιστικού πλαισίου, θα πρέπει να συγκροτηθεί μηχανισμός για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις προσφυγές και τις αποφάσεις αναστολής που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε όλα τα κράτη μέλη καθώς και για την υποβολή σχετικών εκθέσεων στην Επιτροπή και τον BEREC. Ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η Επιτροπή ή ο BEREC μπορούν να ανακτούν από τα κράτη μέλη το κείμενο των αποφάσεων με σκοπό την ανάπτυξη βάσης δεδομένων.

(74α)  Προς το συμφέρον των πολιτών και των ενδιαφερόμενων μερών, και προκειμένου να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα να γνωστοποιούν τις απόψεις τους, θα πρέπει να ενισχυθεί η διαφάνεια κατά την εφαρμογή του ενωσιακού μηχανισμού για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων με τη θέσπιση της υποχρέωσης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να δημοσιεύουν κάθε σχέδιο μέτρου ταυτόχρονα με την κοινοποίησή του στην Επιτροπή, στον BEREC και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών. Κάθε τέτοιο σχέδιο μέτρου θα πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να περιέχει λεπτομερή ανάλυση.

(75)  Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, να ζητεί από μια εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου όταν αφορά τον καθορισμό σημαντικών αγορών ή τον ορισμό ή μη επιχειρήσεων με σημαντική ισχύ στην αγορά, και, όταν τέτοιες αποφάσεις μπορούν να δημιουργήσουν φραγμό στην ενιαία αγορά ή να είναι ασύμβατες με το ενωσιακό δίκαιο, ιδίως με τους στόχους πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η διαδικασία αυτή δεν θίγει τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία 2015/1535/ΕΕ και την εξουσία της Επιτροπής δυνάμει της συνθήκης όσον αφορά τις παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου.

(76)  Η εθνική διαβούλευση την οποία προβλέπει το άρθρο 24 θα πρέπει να διεξάγεται πριν από την ενωσιακή διαβούλευση που προβλέπεται στα άρθρα 34 και 35 της παρούσας οδηγίας, ώστε να είναι δυνατόν να εκφρασθούν οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών στην ενωσιακή διαβούλευση. Έτσι θα αποφευχθεί η ανάγκη δεύτερης ενωσιακής διαβούλευσης σε περίπτωση αλλαγών σε σχεδιαζόμενο μέτρο συνεπεία της εθνικής διαβουλεύσεως.

(77)  Είναι σημαντική η έγκαιρη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου. Όταν η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχεδιαζόμενο μέτρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να υποβάλουν αναθεωρημένο μέτρο στην Επιτροπή. Ορίζεται προθεσμία για την κοινοποίηση του αναθεωρημένου μέτρου στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 34, ώστε οι συντελεστές της αγοράς να μπορούν να γνωρίζουν τη διάρκεια της ανασκόπησης της αγοράς και να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου.

(78)  Ο ενωσιακός μηχανισμός που παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποσύρουν σχεδιαζόμενα μέτρα όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά έχει συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες είναι δυνατόν να υπάρξει εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση και εκείνων υπό τις οποίες οι φορείς εκμετάλλευσης υπάγονται σε τέτοια ρύθμιση. Από την εμπειρία των διαδικασιών του άρθρου 7 και του άρθρου 7α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) προκύπτει ότι ανακολουθίες στην εφαρμογή επανορθωτικών μέτρων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές υπό παρόμοιες συνθήκες αγοράς υπονομεύουν την εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή και ο BEREC θα πρέπει να συμβάλλουν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, στην εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου συνοχής κατά την εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων σχετικά με τα σχέδια μέτρων που προτείνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Επιπλέον, όταν ο BEREC συμμερίζεται τους προβληματισμούς της Επιτροπής, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή την απόσυρση σχεδίου μέτρου. Η Επιτροπή, προκειμένου να επωφεληθεί από την πείρα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην ανάλυση της αγοράς, θα πρέπει να διαβουλεύεται με τον BEREC προτού λάβει την απόφασή της και/ή διατυπώσει τη γνώμη της.

(79)  Λόγω των στενών χρονικών ορίων του ενωσιακού μηχανισμού διαβούλευσης, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εξουσίες για έκδοση συστάσεων ή/και κατευθυντήριων γραμμών που να αποβλέπουν σε απλούστευση των διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών – π.χ. σε περιπτώσεις σταθερών αγορών ή ελασσόνων αλλαγών σε προηγουμένως κοινοποιημένα μέτρα. Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να επιτρέπει την εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποίησης για την εξομάλυνση των διαδικασιών σε ορισμένες περιπτώσεις.

(80)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να κληθούν να συνεργάζονται μεταξύ τους, με τον BEREC και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας σε όλα τα κράτη μέλη.

(81)  Η διακριτική ευχέρεια των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να συμβιβασθεί με την ανάπτυξη συνεκτικής κανονιστικής πρακτικής και με τη συνεπή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου ώστε να υπάρξει αποτελεσματική συμβολή στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες εσωτερικής αγοράς της Επιτροπής και τις αντίστοιχες του BEREC.

(82)  Μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι τα μέτρα που ενδέχεται να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τη μορφή του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην ενιαία αγορά. Αυτά περιλαμβάνουν μέτρα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε φορείς παροχής ή χρήστες σε άλλα κράτη μέλη και συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: μέτρα που επηρεάζουν τις τιμές για τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη· μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα μιας επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να παρέχει υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα παροχής υπηρεσιών σε διακρατική βάση· και μέτρα που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς ή την πρόσβαση στην αγορά, δημιουργώντας επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.

(83)  Κατά τις αξιολογήσεις της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή αναλαμβάνει να διαπιστώσει κατά πόσον, αναλόγως των εξελίξεων της αγοράς και σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό και την προστασία των καταναλωτών, εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη για τις διατάξεις που αφορούν ειδική κατά τομέα προληπτική ρύθμιση ή αν χρειάζεται τροποποίηση ή κατάργηση των εν λόγω διατάξεων.

(84)  Βάσει της συνολικής τους οικονομικής εμπειρογνωμοσύνης και γνώσης της αγοράς, και του αντικειμενικού και τεχνικού χαρακτήρα των αξιολογήσεών τους, και προκειμένου να διασφαλίζεται η συνοχή με τα λοιπά τους καθήκοντα ρύθμισης της αγοράς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν τα στοιχεία των διαδικασιών επιλογής και τους όρους οι οποίοι συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις συνθήκες της αγοράς και την κατάσταση του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των όρων εισόδου και επέκτασης. Αυτό περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τις παραμέτρους οικονομικής αποτίμησης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, την εξειδίκευση των ρυθμιστικών μέτρων και των μέτρων διαμόρφωσης της αγοράς όπως η χρήση ανώτατων ορίων ραδιοφάσματος ή η δέσμευση ραδιοφάσματος ή η επιβολή υποχρεώσεων χονδρικής πρόσβασης, ή τα μέσα προσδιορισμού των όρων κάλυψης που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης. Στην πιο συγκλίνουσα χρήση και στον ορισμό των στοιχείων αυτών θα μπορούσε να συμβάλει ένας μηχανισμός συντονισμού με τον οποίο ο BEREC, η Επιτροπή και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των άλλων κρατών μελών θα επανεξέταζαν σχέδια μέτρων πριν από τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης από συγκεκριμένο κράτος μέλος παράλληλα προς την εθνική δημόσια διαβούλευση. Το μέτρο που προσδιορίζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να αποτελεί μόνο υποσύνολο ευρύτερου εθνικού μέτρου, το οποίο μπορεί γενικότερα να συνίσταται στη χορήγηση, εμπορία και χρονομίσθωση, διάρκεια, ανανέωση ή την τροποποίηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, καθώς και στη διαδικασία επιλογής ή τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης. Ως εκ τούτου, κατά την κοινοποίηση σχεδίου μέτρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με άλλα σχέδια εθνικών μέτρων που συνδέονται με τη σχετική διαδικασία επιλογής για τον περιορισμό των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος τα οποία δεν καλύπτονται από τον μηχανισμό αξιολόγησης από ομοτίμους.

(85)  Όταν η εναρμονισμένη παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχει συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά τις εν λόγω συμφωνίες, όταν παραχωρούν δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων από το εθνικό πρόγραμμα χρήσης συχνοτήτων.

(86)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνονται να εξετάζουν το ενδεχόμενο κοινών αδειοδοτήσεων κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης όταν η αναμενόμενη χρήση καλύπτει διασυνοριακές καταστάσεις.

(87)  Οιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 38 παράγραφος 1 οφείλει να περιοριστεί σε κανονιστικές αρχές, προσεγγίσεις και μεθοδολογίες. Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, καλό είναι να μην περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις που υπό φυσιολογικές συνθήκες αντανακλούν τις συγκεκριμένες συνθήκες του κάθε κράτους και να μην απαγορεύει εναλλακτικές προσεγγίσεις από τις οποίες μπορούν ευλόγως να προσδοκώνται παρόμοια αποτελέσματα. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να είναι αναλογική και να μην έχει επιπτώσεις στις αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που δεν αποτελούν φραγμό στην εσωτερική αγορά.

(88)  Η Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει δεσμεύσεις όσον αφορά τα πρότυπα και το κανονιστικό πλαίσιο των δικτύων και υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

(89)  Η τυποποίηση θα πρέπει να παραμείνει πρωτίστως διαδικασία καθοδηγούμενη από την αγορά. Παρόλα αυτά, πιθανώς να υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι σκόπιμο να απαιτείται η συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα σε ενωσιακό επίπεδο, ώστε να βελτιωθούν η διαλειτουργικότητα και η ελευθερία επιλογής των χρηστών και να ενθαρρυνθεί η διασυνδεσιμότητα στην ενιαία αγορά. Σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 2015/1535/ΕΕ. Οι διαδικασίες τυποποίησης στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2014/53/ΕΕ για τον ραδιοεξοπλισμό, της οδηγίας 2014/35/ΕΕ για τη χαμηλή τάση και της οδηγίας 2014/30/ΕΕ για την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα.

(90)  Θα πρέπει να απαιτείται από τους παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή και των δύο, να λαμβάνουν μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας των δικτύων και των υπηρεσιών τους, αντίστοιχα, καθώς και για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων των συμβάντων ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των συμβάντων που οφείλονται σε υφαρπαγή του ελέγχου μιας συσκευής (hijacking). Λαμβανομένων υπόψη των πλέον προηγμένων τεχνικών δυνατοτήτων, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να διασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας των δικτύων και υπηρεσιών ανάλογο προς τους εκάστοτε κινδύνους. Για τα μέτρα ασφαλείας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατ’ ελάχιστον, όλες οι σημαντικές πτυχές των ακόλουθων στοιχείων: όσον αφορά την ασφάλεια δικτύων και εγκαταστάσεων: υλική και περιβαλλοντική ασφάλεια, ασφάλεια του εφοδιασμού, έλεγχος πρόσβασης σε δίκτυα και ακεραιότητα δικτύων· όσον αφορά τη διαχείριση συμβάντων: διαδικασίες χειρισμού συμβάντων, ικανότητα ανίχνευσης συμβάντων, αναφορά και κοινοποίηση συμβάντων· όσον αφορά τη διαχείριση της συνέχισης των δραστηριοτήτων: στρατηγική για τη συνέχιση των υπηρεσιών και σχέδια έκτακτων καταστάσεων, ικανότητες αποκατάστασης σε περίπτωση καταστροφής· και όσον αφορά την παρακολούθηση, τον λογιστικό έλεγχο και τις δοκιμές: πολιτικές παρακολούθησης και καταγραφής, σχέδια άσκησης για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, δοκιμές δικτύων και υπηρεσιών, εκτιμήσεις ασφάλειας και παρακολούθηση της συμμόρφωσης· και συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα.

(91)  Δεδομένης της αυξανόμενης σημασίας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι και αυτές επίσης θα υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις ασφάλειας σύμφωνα με τον συγκεκριμένο τους χαρακτήρα και την οικονομική τους σημασία. Με τον τρόπο αυτό, οι πάροχοι των εν λόγω υπηρεσιών θα πρέπει να κατοχυρώνουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο με τον βαθμό του κινδύνου για την ασφάλεια των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τις οποίες παρέχουν. Δεδομένου ότι οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών κατά κανόνα δεν ασκούν πραγματικό έλεγχο επί της μετάδοσης σημάτων μέσω δικτύων, ο βαθμός κινδύνου για τις εν λόγω υπηρεσίες μπορεί να θεωρηθεί, από ορισμένες απόψεις, χαμηλότερος από ό,τι για τις παραδοσιακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως εκ τούτου, όποτε αυτό δικαιολογείται από την πραγματική αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων ασφαλείας, οι απαιτήσεις ασφάλειας για υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές. Στο πλαίσιο αυτό, οι πάροχοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν σχετικά με τα μέτρα που θεωρούν κατάλληλα για τη διαχείριση των κινδύνων που παρουσιάζονται για την ασφάλεια των υπηρεσιών τους. Η ίδια προσέγγιση θα πρέπει να εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, σε υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν αριθμούς και δεν ασκούν πραγματικό έλεγχο επί της μετάδοσης σημάτων.

(91α)  Οι πάροχοι δημοσίων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να ενημερώνουν τους χρήστες σχετικά με τα μέτρα προστασίας που μπορούν να λαμβάνουν για την ασφάλεια των επικοινωνιών τους, για παράδειγμα χρησιμοποιώντας συγκεκριμένους τύπους λογισμικού ή τεχνολογίες κρυπτογράφησης. Η απαίτηση να ενημερώνονται οι χρήστες σχετικά με ιδιαίτερους κινδύνους ασφάλειας δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τους παρόχους από την υποχρέωση να λαμβάνουν, με ίδιες δαπάνες, κατάλληλα και άμεσα μέτρα για την πρόληψη τυχόν νέων, απρόβλεπτων κινδύνων ασφάλειας, για την άρση των συνεπειών τους και για την αποκατάσταση του κανονικού επιπέδου ασφάλειας. Η ενημέρωση προς τους συνδρομητές σχετικά με κινδύνους για την ασφάλεια θα πρέπει να παρέχεται δωρεάν.

(91β)  Προκειμένου να διαφυλαχθεί η ασφάλεια και η ακεραιότητα των δικτύων και των υπηρεσιών, η χρήση της διατερματικής κρυπτογράφησης θα πρέπει να ενθαρρύνεται και, όταν είναι αναγκαίο, θα πρέπει να επιβάλλεται, σύμφωνα με τις αρχές της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας εκ προεπιλογής και εκ σχεδιασμού·

(92)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διατήρηση της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των δημόσιων επικοινωνιακών δικτύων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών («ENISA») θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη βελτιωμένου επιπέδου ασφάλειας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων παρέχοντας βοήθεια στα κράτη μέλη για την πρόληψη και την επίλυση ενδεχόμενων προβλημάτων στην εσωτερική αγορά λόγω αντικρουόμενων επιμέρους μέτρων ασφάλειας, εκδίδοντας κατευθυντήριες γραμμές, σε στενή συνεργασία με τον BEREC και την Επιτροπή, όσον αφορά τα κριτήρια ασφάλειας, παρέχοντας εμπειρογνωμοσύνη και συμβουλές και προάγοντας την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών να ζητούν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να αξιολογούν το επίπεδο ασφάλειας δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει, επίσης, να έχουν την εξουσία να ζητούν ολοκληρωμένα και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με πραγματικά συμβάντα ασφάλειας που είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει, όταν απαιτείται, να επικουρούνται από ομάδες παρέμβασης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια των υπολογιστών («CSIRT»), οι οποίες συστήνονται δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148(22). Ειδικότερα, είναι δυνατό να απαιτείται από τις CSIRT να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με κινδύνους και συμβάντα που επηρεάζουν τα δημόσια δίκτυα επικοινωνιών και τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να προτείνουν τρόπους για την αντιμετώπισή τους.

(93)  Σε περίπτωση που η παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών στηρίζεται σε δημόσιους πόρους των οποίων η χρήση υπόκειται σε ειδική άδεια, τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στην αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της εν λόγω άδειας το δικαίωμα επιβολής τελών για τη διασφάλιση της βέλτιστης χρήσης των εν λόγω πόρων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν επιβαρύνσεις ή τέλη σχετικά με την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν εκείνων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ακολουθούν συνεκτική προσέγγιση κατά τη θέσπιση των εν λόγω επιβαρύνσεων ή τελών, προκειμένου να μην προβλέπεται αδικαιολόγητο οικονομικό βάρος που συνδέεται με τη διαδικασία χορήγησης γενικής άδειας ή τα δικαιώματα χρήσης για παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(94)  Για να εξασφαλίζεται η βέλτιστη χρήση των πόρων, τα τέλη θα πρέπει να αντανακλούν την οικονομική και τεχνολογική κατάσταση της σχετικής αγοράς, καθώς και κάθε άλλο σημαντικό παράγοντα που καθορίζει την αξία τους. Ταυτόχρονα, τα τέλη θα πρέπει να καθορίζονται με τρόπο που να προωθεί την καινοτομία στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών, καθώς και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν, ώστε τα τέλη για δικαιώματα χρήσης να καθορίζονται βάσει μηχανισμού που προβλέπει κατάλληλες διασφαλίσεις έναντι αποτελεσμάτων κατά τα οποία η αξία των τελών διαστρεβλώνεται ως συνέπεια πολιτικών μεγιστοποίησης των εσόδων, αντιανταγωνιστικής υποβολής προσφορών ή αντίστοιχης συμπεριφοράς. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του σκοπού για τον οποίον χρησιμοποιούνται τα τέλη για δικαιώματα χρήσης και τα δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων. Τα τέλη αυτά μπορούν, π.χ., να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και αρμόδιων αρχών, οι οποίες δεν μπορούν να καλύπτονται από διοικητικές επιβαρύνσεις. Στις περιπτώσεις που, μέσω διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, τα τέλη για τη χρήση ραδιοφάσματος συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, σε κατ’ αποκοπήν ποσό, οι ρυθμίσεις πληρωμής θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η επιβολή των τελών αυτών δεν οδηγεί, στην πράξη, σε επιλογή βασιζόμενη σε κριτήρια άσχετα με τον στόχο της εξασφάλισης της βέλτιστης χρήσης του ραδιοφάσματος. Η Επιτροπή μπορεί να δημοσιεύει, σε τακτική βάση, συγκριτικές μελέτες και άλλα έγγραφα καθοδήγησης, κατά περίπτωση, σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές της παραχώρησης ραδιοφάσματος, αριθμοδότησης ή χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης.

(95)  Τα τέλη που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις για τα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις για το αν θα επιδιωχθούν τέτοια δικαιώματα και για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει η καλύτερη δυνατή χρήση των πόρων ραδιοφάσματος. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η βέλτιστη και αποδοτική χρήση, κατά τον καθορισμό των τιμών πρώτης προσφοράς ▌, τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να διασφαλίζουν ότι οι τιμές αυτές αντανακλούν την εναλλακτική χρήση του πόρου και το πρόσθετο κόστος που συνδέεται με την εκπλήρωση των όρων αδειοδότησης που επιβάλλονται για περαιτέρω στόχους πολιτικής, οι οποίοι δεν θα αναμενόταν ευλόγως να επιτευχθούν σύμφωνα με τα συνήθη εμπορικά πρότυπα, όπως οι όροι εδαφικής κάλυψης.

(96)  Η βέλτιστη χρήση των πόρων ραδιοφάσματος εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα κατάλληλων δικτύων και συναφών εγκαταστάσεων. Εν προκειμένω, όσον αφορά τα τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και για δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να διευκολύνεται η διαρκής ανάπτυξη των υποδομών με σκοπό να επιτυγχάνεται η πλέον αποδοτική χρήση των πόρων. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν λεπτομέρειες πληρωμής των τελών για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που συνδέονται με την πραγματική διαθεσιμότητα των πόρων, κατά τρόπο που να διευκολύνει τις αναγκαίες επενδύσεις για την προώθηση αυτής της ανάπτυξης. Οι λεπτομέρειες θα πρέπει να καθορίζονται με αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις, πριν από την έναρξη των διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, ενώ τα τέλη θα πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια.

(97)   Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι υπάρχουν διαδικασίες για την παροχή δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων, οι οποίες είναι έγκαιρες, αμερόληπτες και διαφανείς ώστε να εγγυώνται όρους θεμιτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτων, τη συνήθη άσκηση των δικαιωμάτων κυριότητας, τη συνήθη χρήση της δημόσιας περιουσίας, ή την αρχή της ουδετερότητας όσον αφορά τους ισχύοντες στα κράτη μέλη κανόνες, οι οποίοι διέπουν το καθεστώς κυριότητας.

(98)  Οι εκδιδόμενες άδειες για παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που τους επιτρέπουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν βασικούς παράγοντες για την καθιέρωση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για νέα στοιχεία δικτύων. Περιττές περιπλοκές και καθυστερήσεις στις διαδικασίες χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης ενδέχεται επομένως να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης από εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις θα πρέπει να απλουστευθεί. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να συντονίζουν την απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες στους δικτυακούς τόπους τους.

(99)  Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι εξουσίες των κρατών μελών όσον αφορά κατόχους δικαιωμάτων διέλευσης ώστε να εξασφαλισθεί η είσοδος ή εγκατάσταση νέου δικτύου κατά δίκαιο, αποτελεσματικό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο και ανεξάρτητα από κάθε υποχρέωση φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά να παραχωρεί πρόσβαση στο δικό του δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο βελτιωμένος μερισμός εγκαταστάσεων μπορεί να μειώσει το περιβαλλοντικό κόστος ανάπτυξης και εγκατάστασης υποδομής ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και να εξυπηρετήσει τη δημόσια υγεία, τη δημόσια ασφάλεια και να εκπληρώσει πολεοδομικούς και χωροταξικούς στόχους. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από επιχειρήσεις που έχουν επωφεληθεί από δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων επί δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, επάνω ή κάτω από αυτό, τον μερισμό των εν λόγω εγκαταστάσεων ή των ακινήτων (περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης) έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους, στους συγκεκριμένους τομείς όπου τέτοιου είδους λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό. Για παράδειγμα, αυτό μπορεί να συμβαίνει σε περίπτωση υψηλής συμφόρησης του υπεδάφους ή όταν υπάρχει ανάγκη υπέρβασης φυσικού εμποδίου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό στοιχείων δικτύων και συναφών εγκαταστάσεων π.χ. αγωγών, σωληνώσεων, ιστών, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, κτιρίων ή εισόδων κτιρίων και καλύτερο συντονισμό τεχνικών έργων για περιβαλλοντικούς λόγους ή άλλους λόγους δημόσιας πολιτικής. Αντιθέτως, θα πρέπει να εναπόκειται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ο καθορισμός των κανόνων για την κατανομή του κόστους του μερισμού εγκαταστάσεων ή ακινήτου, ώστε να εξασφαλίζεται ότι παρέχεται κατάλληλη ανταμοιβή για τον κίνδυνο μεταξύ των σχετικών επιχειρήσεων. Λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την οδηγία 2014/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές, ιδίως οι τοπικές αρχές, θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν κατάλληλες διαδικασίες συντονισμού, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όσον αφορά τα δημόσια έργα και επίσης άλλες κατάλληλες δημόσιες εγκαταστάσεις ή ακίνητα, περιλαμβανομένων ενδεχομένως διαδικασιών που εξασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις κατάλληλες δημόσιες εγκαταστάσεις ή ακίνητα και τα εκτελούμενα και προγραμματισμένα δημόσια έργα, ότι ενημερώνονται εγκαίρως για τα έργα αυτά και ότι ο μερισμός διευκολύνεται στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

(100)  Όταν απαιτείται από φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας να χρησιμοποιούν από κοινού πύργους ή ιστούς για περιβαλλοντικούς λόγους, αυτή η υποχρεωτική από κοινού χρήση μπορεί να συνεπάγεται τη μείωση των ανώτατων επιτρεπόμενων επιπέδων μεταδιδόμενης ισχύος για κάθε φορέα για λόγους δημόσιας υγείας, και να οδηγήσει, εν συνεχεία, τους φορείς στην εγκατάσταση περισσότερων αναμεταδοτών για την εξασφάλιση εθνικής κάλυψης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν να συνεκτιμούν τους εκάστοτε προβληματισμούς για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προληπτική προσέγγιση που καθορίζεται στη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου.

(101)  Το ραδιοφάσμα αποτελεί σπάνιο δημόσιο πόρο με σημαντική δημόσια και αγοραία αξία. Είναι βασικό στοιχείο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοεπικοινωνιακής βάσης και, στο μέτρο που σχετίζεται με τα εν λόγω δίκτυα και υπηρεσίες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να το κατανέμουν και να το παραχωρούν με αποδοτικό τρόπο, σύμφωνα με εναρμονισμένους στόχους και αρχές που διέπουν τη δράση τους και βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοκρατικά, κοινωνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά συμφέροντα που συνδέονται με τη χρήση των συχνοτήτων. Η απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κανονιστικό πλαίσιο για την πολιτική ραδιοφάσματος στην Κοινότητα (απόφαση ραδιοφάσματος)(23), δημιουργεί ένα πλαίσιο για την εναρμόνιση του ραδιοφάσματος.

(102)  Οι δραστηριότητες της πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση δεν θα πρέπει να θίγουν τα μέτρα που λαμβάνονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και επιδιώκουν στόχους γενικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά τη ρύθμιση περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, καθώς και το δικαίωμα των κρατών μελών να οργανώνουν και να χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα τους για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και την άμυνα. Δεδομένου ότι η χρήση ραδιοφάσματος για στρατιωτικούς και άλλους σκοπούς εθνικής δημόσιας ασφάλειας έχει αντίκτυπο στη διαθεσιμότητα ραδιοφάσματος για την εσωτερική αγορά, στην πολιτική ραδιοφάσματος θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι τομείς και οι πτυχές των ενωσιακών πολιτικών και να εξισορροπούνται οι αντίστοιχες ανάγκες τους, με σεβασμό, παράλληλα, στα δικαιώματα των κρατών μελών.

(103)  Η εξασφάλιση της μέγιστης κάλυψης των δικτύων της υψηλότερης χωρητικότητας σε κάθε κράτος μέλος είναι ουσιώδης για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και την κοινωνική και εδαφική συνοχή. Καθώς η χρήση ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθίσταται αναπόσπαστο στοιχείο για την ευρωπαϊκή κοινωνία και ευημερία, η κάλυψη σε ολόκληρη την ΕΕ, που θα αφορά σχεδόν το 100 % των πολιτών της Ένωσης, θα πρέπει να επιτευχθεί με βάση την επιβολή κατάλληλων απαιτήσεων κάλυψης από τα κράτη μέλη, οι οποίες θα πρέπει να προσαρμόζονται σε κάθε εξυπηρετούμενη περιοχή και να περιορίζονται σε αναλογικά βάρη προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η ανάπτυξη από τους παρόχους υπηρεσιών. Η αδιάλειπτη κάλυψη του εδάφους ▌θα πρέπει να μεγιστοποιηθεί και να είναι αξιόπιστη, με σκοπό την προώθηση των ▌υπηρεσιών και εφαρμογών, όπως είναι τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα και η ηλεκτρονική υγεία. Επομένως, ▌η εφαρμογή των υποχρεώσεων κάλυψης από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συντονίζεται σε ενωσιακό επίπεδο. Λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, αυτός ο συντονισμός θα πρέπει να περιορίζεται σε γενικά κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό και τη μέτρηση των υποχρεώσεων κάλυψης, όπως είναι η πυκνότητα του πληθυσμού ή τοπογραφικά και τοπολογικά χαρακτηριστικά.

(104)  Η ανάγκη να εξασφαλίζεται ότι οι πολίτες δεν εκτίθενται σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία σε επίπεδο επιβλαβές για τη δημόσια υγεία θα πρέπει να προσεγγίζεται με συνεκτικό τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της προληπτικής προσέγγισης που υιοθετείται με τη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου(24), προκειμένου να διασφαλίζονται συνεκτικές συνθήκες ανάπτυξης. Όσον αφορά τα δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν κατά περίπτωση τη διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία 2015/1535/ΕΕ, μεταξύ άλλων προκειμένου να εξασφαλίζεται διαφάνεια για τα ενδιαφερόμενα μέρη και να παρέχεται στα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή η δυνατότητα να αντιδρούν.

(105)  Η εναρμόνιση και ο συντονισμός του ραδιοφάσματος και η κανονιστική ρύθμιση του εξοπλισμού που υποστηρίζεται από την τυποποίηση είναι συμπληρωματικοί και χρειάζεται να συντονίζονται στενά για να επιτυγχάνουν αποτελεσματικά τους κοινούς τους στόχους, με την υποστήριξη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Ο συντονισμός μεταξύ του περιεχομένου και του συγχρονισμού των εντολών προς τη CEPT δυνάμει της απόφασης για το ραδιοφάσμα και των αιτημάτων τυποποίησης προς φορείς τυποποίησης, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, καθώς και όσον αφορά τις παραμέτρους ραδιοφωνικών δεκτών, θα πρέπει να διευκολύνει την καθιέρωση μελλοντικών συστημάτων, να στηρίζει τις ευκαιρίες μερισμού του ραδιοφάσματος και να εξασφαλίζει την αποδοτική διαχείριση του ραδιοφάσματος. Όλα τα πρότυπα, οι τεχνικές προδιαγραφές ή οι συστάσεις που αφορούν στοιχεία δικτύου και συναφείς εγκαταστάσεις, είτε σταθερά είτε κινητά, θα πρέπει, όπου είναι εφικτό, να λαμβάνουν υπόψη κάθε υποχρέωση πρόσβασης που ενδεχομένως πρέπει να επιβληθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(106)  Η ζήτηση για εναρμονισμένο ραδιοφάσμα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις περιοχές της Ένωσης. Σε περιπτώσεις έλλειψης ζήτησης για εναρμονισμένη ζώνη σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν, κατ’ εξαίρεση, να είναι σε θέση να επιτρέπουν την εναλλακτική χρήση της ζώνης για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η έλλειψη ζήτησης και υπό την προϋπόθεση ότι η εναλλακτική χρήση δεν θίγει την εναρμονισμένη χρήση της εν λόγω ζώνης από άλλα κράτη μέλη και ότι παύει όταν δημιουργηθεί ζήτηση για την εναρμονισμένη χρήση.

(107)  Η ευελιξία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η πρόσβαση σε αυτό έχει καθιερωθεί, στο πλαίσιο αδειών ουδέτερων από άποψη τεχνολογίας και υπηρεσίας, ώστε οι χρήστες του ραδιοφάσματος να μπορούν να επιλέγουν την εφαρμογή των βέλτιστων τεχνολογιών και υπηρεσιών σε ζώνες συχνοτήτων που έχουν δηλωθεί διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα σχετικά εθνικά σχέδια παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο (εφεξής «αρχές ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες»). Ο διοικητικός καθορισμός τεχνολογιών και υπηρεσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον όταν διακυβεύονται στόχοι γενικού συμφέροντος και θα πρέπει να αιτιολογείται σαφώς και να υπάγεται σε τακτική περιοδική ανασκόπηση.

(108)  Οι περιορισμοί της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και να δικαιολογούνται από την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, π.χ. με την επιβολή μάσκας εκπομπών και στάθμης ισχύος, την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών μέσω κατάλληλου επιπέδου τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας, χωρίς ωστόσο να αίρεται η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων της μιας υπηρεσιών στην αυτή ζώνη συχνοτήτων, την εξασφάλιση κατάλληλου μερισμού του ραδιοφάσματος, ιδίως όπου η χρήση του υπάγεται μόνο σε γενικές άδειες, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.

(109)  Οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα τις υπηρεσίες που επιθυμούν να προσφέρουν μέσω του ραδιοφάσματος. Εντούτοις, θα πρέπει να επιτρέπεται η λήψη μέτρων όπου απαιτείται η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας για την κάλυψη σαφώς προσδιορισμένων στόχων γενικού συμφέροντος, όπως η ασφάλεια της ζωής, η ανάγκη προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής και εδαφικής συνοχής ή η αποφυγή μη αποδοτικής χρήσης ραδιοφάσματος. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν και την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και την πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία. Εκτός περιπτώσεων που είναι απαραίτητες για την προστασία της ασφάλειας της ζωής ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αποκλειστική χρήση ορισμένων υπηρεσιών, αλλά να συνιστούν παραχώρηση προτεραιότητας ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη και άλλες υπηρεσίες ή τεχνολογίες. Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής και του χαρακτήρα κάθε εξαίρεσης που αφορά την προαγωγή της γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

(110)  Καθώς η κατανομή ραδιοφάσματος σε ειδικές τεχνολογίες ή υπηρεσίες αποτελεί εξαίρεση από τις αρχές της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και περιορίζει την ελευθερία επιλογής της παρεχόμενης υπηρεσίας ή της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, κάθε πρόταση τέτοιας κατανομής θα πρέπει να είναι διαφανής και να υπάγεται σε δημόσια διαβούλευση.

(111)  Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να περιορίσουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους αυτού του περιορισμού.

(112)  Η διαχείριση του ραδιοφάσματος αποβλέπει στην εξασφάλιση της αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών. Η βασική αυτή έννοια των επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει επομένως να ορισθεί κατάλληλα ώστε να εξασφαλισθεί ότι η κανονιστική παρέμβαση θα περιορίζεται στον βαθμό που είναι απαραίτητος για την αποτροπή αυτών των παρεμβολών, λαμβανομένης επίσης υπόψη της ανάγκης ο εξοπλισμός δικτύου και οι συσκευές των τελικών χρηστών να ενσωματώνουν τεχνολογία ανθεκτικού δέκτη. Οι κανονισμοί ραδιοεπικοινωνιών της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) ορίζουν τις επιβλαβείς παρεμβολές, μεταξύ άλλων, ως κάθε είδους παρεμβολές που θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία υπηρεσιών ασφάλειας, οι οποίες με τη σειρά τους ορίζονται ως οποιεσδήποτε υπηρεσίες ραδιοεπικοινωνιών χρησιμοποιούνται μόνιμα ή προσωρινά για την προστασία της ανθρώπινης ζωής ή της περιουσίας· κατά συνέπεια, για την προστασία της ζωής ή της περιουσίας, θα πρέπει να αποφεύγονται επιβλαβείς παρεμβολές, ιδίως σε κρίσιμες καταστάσεις στις οποίες τίθεται σε κίνδυνο η λειτουργία μιας υπηρεσίας ασφάλειας. Ενώ ο ορισμός της ITU περιλαμβάνει τον ραδιοπροσδιορισμό, ο οποίος είναι καθοριστικής σημασίας για τις μεταφορές και τη ναυσιπλοΐα, θα πρέπει να καλύπτεται κάθε πτυχή που έχει καίρια σημασία για την εκπλήρωση της αποστολής υπηρεσιών ή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν βρίσκεται σε κίνδυνο η ζωή ή η περιουσία, ακόμη και πέραν του τομέα των μεταφορών, όπως στις υπηρεσίες υγείας. Οι μεταφορές έχουν ισχυρή διασυνοριακή διάσταση και η ψηφιοποίησή τους δημιουργεί προκλήσεις. Τα οχήματα (μετρό, λεωφορεία, αυτοκίνητα, φορτηγά, τρένα κ.λπ.) καθίστανται όλο και πιο αυτόνομα και συνδεδεμένα. Στην ενιαία αγορά της ΕΕ, τα οχήματα ταξιδεύουν ευκολότερα πέραν των εθνικών συνόρων. Οι αξιόπιστες επικοινωνίες και η αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών, είναι ζωτικής σημασίας για την ασφαλή και καλή λειτουργία των οχημάτων και των επ’ αυτών συστημάτων επικοινωνιών.

(113)  Με την αυξανόμενη ζήτηση ραδιοφάσματος και τις νέες ποικίλες εφαρμογές και τεχνολογίες που επιβάλλουν πιο ευέλικτη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα και χρήση του, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος, καθορίζοντας τα πλέον κατάλληλα καθεστώτα αδειών για κάθε σενάριο και ορίζοντας κατάλληλους και διαφανείς σχετικούς κανόνες και όρους. Η κοινή χρήση του ραδιοφάσματος διασφαλίζει όλο και περισσότερο την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του, επιτρέποντας σε διάφορους ανεξάρτητους χρήστες ή συσκευές την πρόσβαση στην ίδια ζώνη συχνοτήτων βάσει διαφόρων ειδών νομικών καθεστώτων, ώστε να καθίστανται διαθέσιμοι επιπλέον πόροι ραδιοφάσματος, να αυξάνεται η αποδοτικότητα της χρήσης και να διευκολύνεται η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα για νέους χρήστες. Η κοινή χρήση μπορεί να βασίζεται σε γενικές άδειες ή σε χρήση εξαιρούμενη από την αδειοδότηση επιτρέποντας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μερισμού, σε διάφορους χρήστες την πρόσβαση στο ίδιο ραδιοφάσμα, και τη χρήση του, σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Μπορεί επίσης να βασίζεται σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, δυνάμει ρυθμίσεων όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης κατά την οποία όλοι οι χρήστες (με τον υφιστάμενο χρήστη και νέους χρήστες) συμφωνούν σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για την μεριζόμενη πρόσβαση, υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ελάχιστη εγγυημένη ποιότητα ραδιομετάδοσης. Όταν επιτρέπουν την κοινή χρήση υπό διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να θέτουν ευρέως αποκλίνουσες διάρκειες για αυτήν τη χρήση υπό διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης.

(113α)  Οι γενικές άδειες χρήσης του ραδιοφάσματος μπορεί να διευκολύνουν την πιο αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος και να προωθούν την καινοτομία, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ενδέχεται να είναι το πλέον κατάλληλο καθεστώς αδειοδότησης υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις. Για παράδειγμα, η λύση των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης θα πρέπει να εξετάζεται όταν η ύπαρξη ευνοϊκών χαρακτηριστικών διάδοσης του ραδιοφάσματος ή το προβλεπόμενο επίπεδο ισχύος της μετάδοσης καθιστούν τη χρήση της αποδοτικότερη. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει επίσης όταν η γεωγραφική πυκνότητα χρήσης είναι υψηλή ή όταν το ραδιοφάσμα είναι μονίμως σε χρήση. Μια άλλη κατάσταση στην οποία θα πρέπει να εξετάζεται η λύση των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης είναι όταν, εξαιτίας της απαιτούμενης ποιότητας της υπηρεσίας, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των παρεμβολών με τη χρήση γενικών αδειών. Όταν τα τεχνικά μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της ανθεκτικότητας του δέκτη μπορούν να επιτρέψουν τη χρήση γενικών αδειών ή την κοινή χρήση ραδιοφάσματος, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να εφαρμόζονται και θα πρέπει να αποφεύγεται η συστηματική προσφυγή σε διατάξεις που αφορούν την αρχή «χωρίς παρεμβολές, χωρίς προστασία».

(114)  Προκειμένου να εξασφαλίζεται η προβλεψιμότητα και να διαφυλάσσεται η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική σταθερότητα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν εκ των προτέρων κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό της συμμόρφωσης με στόχο την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος από τους δικαιούχους κατά την εφαρμογή των όρων που συνοδεύουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και γενικές άδειες. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να συμμετέχουν στον καθορισμό των εν λόγω όρων και να ενημερώνονται με διαφάνεια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογείται η εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.

(115)  Λόγω της σημασίας της τεχνικής καινοτομίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για πειραματικούς σκοπούς, τα οποία θα υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και όρους που δικαιολογούνται αυστηρά λόγω του πειραματικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών.

(116)  Η κοινή χρήση υποδομών δικτύου, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η κοινή χρήση ραδιοφάσματος, μπορεί να καταστήσει δυνατή την αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη χρήση του ραδιοφάσματος και να διασφαλίζει την ταχεία ανάπτυξη δικτύων, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές. Κατά τον καθορισμό των όρων που πρόκειται να συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να εξετάζουν το ενδεχόμενο αδειοδότησης μορφών μερισμού ή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων με σκοπό να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κάλυψης, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

(117)  Οι συνθήκες της αγοράς, καθώς και η σημασία και ο αριθμός των φορέων, μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών. Ενώ η ανάγκη και η δυνατότητα επιβολής όρων στα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να υπόκεινται στις εθνικές ιδιαιτερότητες που πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, οι λεπτομέρειες της εφαρμογής των εν λόγω υποχρεώσεων θα πρέπει να συντονίζονται σε επίπεδο ΕΕ με εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής, ώστε να διασφαλίζεται η συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά την αντιμετώπιση παρόμοιων προκλήσεων σε ολόκληρη την ΕΕ.

(118)  Οι απαιτήσεις ουδετερότητας ως προς την υπηρεσία και την τεχνολογία κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, μαζί με την πιθανότητα μεταβίβασης δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων, στηρίζουν την ελευθερία και τα μέσα παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, διευκολύνοντας έτσι την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος. Η παρούσα οδηγία δεν προδικάζει την παραχώρηση ραδιοφάσματος απευθείας σε φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε οντότητες που χρησιμοποιούν αυτά τα δίκτυα ή αυτές τις υπηρεσίες. Οι οντότητες αυτές θα μπορούσαν να είναι φορείς παροχής περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών. Υπεύθυνη για την τήρηση των όρων που συνδέονται με το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνότητας και των συναφών όρων που συνδέονται με τη γενική άδεια, θα πρέπει να είναι πάντοτε η επιχείρηση στην οποία χορηγείται το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος. Ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να επιτυγχάνεται συγκεκριμένος στόχος γενικού συμφέροντος που ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία. Ωστόσο, η διαδικασία χορήγησης αυτού του δικαιώματος θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αντικειμενική, διαφανής, αναλογική και να μην εισάγει διακρίσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τυχόν εθνικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με το άρθρο 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά, να είναι αναλογικοί και να μην υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών. Επιπλέον, ραδιοφάσμα το οποίο χορηγείται χωρίς την τήρηση ανοικτής διαδικασίας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς εκτός του στόχου γενικού συμφέροντος για τον οποίο χορηγήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις εντός εύλογης περιόδου. Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση δικαιωμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ελέγχουν εάν ο αιτών θα είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους που πρόκειται να συνδεθούν με τα δικαιώματα αυτά. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να αντανακλώνται στα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται με αντικειμενικούς, διαφανείς και αναλογικούς όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις πριν από την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας επιλογής. Προς τον σκοπό της εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων, είναι δυνατόν να ζητείται από τον αιτούντα να υποβάλει τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδείξει ότι είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους αυτούς. Η αίτηση δικαιώματος χρήσης μιας ραδιοσυχνότητας είναι δυνατόν να απορρίπτεται, όταν δεν υποβάλλονται οι πληροφορίες αυτές.

(119)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλλουν, πριν από τη χορήγηση δικαιώματος, μόνο τον έλεγχο στοιχείων που μπορούν ευλόγως να αποδειχθούν από υποψήφιο ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της σημαντικής δημόσιας και αγοραίας αξίας του ραδιοφάσματος ως σπάνιου δημόσιου πόρου. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα για μεταγενέστερο έλεγχο της εκπλήρωσης των κριτηρίων επιλεξιμότητας, για παράδειγμα με τη χρήση σημείων αναφοράς, σε περίπτωση που τα κριτήρια δεν θα ήταν ευλόγως δυνατό να τηρηθούν αρχικά. Για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να χορηγούν δικαιώματα όταν από την επανεξέτασή τους προκύπτουν ενδείξεις αδυναμίας των υποψηφίων να τηρήσουν τους όρους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να διευκολύνεται η χρονικά περιορισμένη πειραματική χρήση. Η επαρκώς μακρά διάρκεια των αδειών για τη χρήση ραδιοφάσματος αναμένεται να αυξήσει την προβλεψιμότητα επενδύσεων ώστε να ενισχυθεί η ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων και η βελτίωση των υπηρεσιών, καθώς και να αυξήσει τη σταθερότητα για την υποστήριξη της εμπορίας και χρονομίσθωσης ραδιοφάσματος. Αυτή η διάρκεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους επιδιωκόμενους σκοπούς και να επαρκεί για να διευκολύνεται η ανάκτηση των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν, εκτός αν έχει ληφθεί άδεια για χρήση ραδιοφάσματος απεριόριστου χρονικού διαστήματος. Αν και η μεγαλύτερη διάρκεια μπορεί να εξασφαλίσει την προβλεψιμότητα των επενδύσεων, τα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, όπως η εξουσία της αρμόδιας αρχής να τροποποιεί ή να ανακαλεί το δικαίωμα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης, ή η διευκόλυνση της εμπορευσιμότητας και της χρονομίσθωσης του ραδιοφάσματος, θα χρησιμεύουν για την πρόληψη ανάρμοστης συσσώρευσης ραδιοφάσματος και τη στήριξη της μεγαλύτερης ευελιξίας στην κατανομή πόρων ραδιοφάσματος. Η αυξημένη χρησιμοποίηση ετήσιων τελών αποτελεί επίσης μέσο για να εξασφαλίζεται η διαρκής αξιολόγηση της χρήσης του ραδιοφάσματος από τον κάτοχο του δικαιώματος.

(120)  Όταν αποφασίζουν αν θα ανανεώσουν ήδη χορηγημένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό στον οποίο η ανανέωση θα προωθούσε τους στόχους του κανονιστικού πλαισίου και άλλους στόχους βάσει του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Οιαδήποτε τέτοια απόφαση θα πρέπει να υπόκειται σε ανοικτή, διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις και βασίζεται σε επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο έχουν τηρηθεί οι όροι που συνοδεύουν τα εκάστοτε δικαιώματα. Κατά την αξιολόγηση της ανάγκης για ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να σταθμίζουν τις ανταγωνιστικές επιπτώσεις της επέκτασης ήδη χορηγημένων δικαιωμάτων έναντι της προώθησης αποδοτικότερης εκμετάλλευσης ή καινοτόμων νέων χρήσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν αν η ζώνη ήταν ανοιχτή σε νέους χρήστες. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αποφασίζουν σχετικά, επιτρέποντας μόνο περιορισμένη επέκταση προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή στρέβλωση της καθιερωμένης χρήσης. Αν και οι αποφάσεις σχετικά με την επέκταση δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται τηρουμένων των τυχόν κανόνων που ήδη ισχύουν, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι δεν θίγονται οι στόχοι της παρούσας οδηγίας.

(121)  Κατά την ανανέωση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει, μαζί με την αξιολόγηση της ανάγκης για ανανέωση του δικαιώματος, να επανεξετάζουν τα τέλη που συνοδεύουν τα δικαιώματα, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι τα τέλη αυτά εξακολουθούν να προάγουν τη βέλτιστη χρήση, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του σταδίου ανάπτυξης της αγοράς και της τεχνολογικής εξέλιξης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σκόπιμο τυχόν προσαρμογές στις ισχύουσες αμοιβές να βασίζονται στις ίδιες αρχές με εκείνες που εφαρμόζονται για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης.

(122)  Η αποτελεσματική διαχείριση του ραδιοφάσματος μπορεί να εξασφαλίζεται με τη διευκόλυνση της συνεχιζόμενης αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος που έχει ήδη εκχωρηθεί. Προκειμένου να κατοχυρώνεται η ασφάλεια δικαίου για τους κατόχους δικαιωμάτων, η δυνατότητα ανανέωσης των δικαιωμάτων χρήσης θα πρέπει να εξετάζεται εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήξη των εκάστοτε δικαιωμάτων. Για να εξασφαλίζεται η διαρκής διαχείριση των πόρων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνουν σε αυτήν την εξέταση με δική τους πρωτοβουλία, καθώς και κατόπιν αιτήματος από τον εκδοχέα. Η ανανέωση του δικαιώματος χρήσης δεν μπορεί να χορηγείται ενάντια στη βούληση του εκδοχέα.

(123)  Η μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να είναι αποτελεσματικό μέσο αύξησης της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος. Για λόγους ευελιξίας και αποτελεσματικότητας, και για να καταστεί δυνατή η αποτίμηση του ραδιοφάσματος από την αγορά, τα κράτη μέλη θα πρέπει, εξ ορισμού, να παρέχουν στους χρήστες του ραδιοφάσματος τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν τα οικεία δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε τρίτους κατόπιν απλής διαδικασίας και υπό τους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα και τους κανόνες ανταγωνισμού, υπό την εποπτεία των αρμόδιων εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Για να διευκολύνονται αυτές οι μεταβιβάσεις ή χρονομισθώσεις, εφόσον τηρούνται τα μέτρα εναρμόνισης που εγκρίνονται δυνάμει της απόφασης για το ραδιοφάσμα, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάζουν αιτήματα για διαχωρισμό ή επιμερισμό των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος και για αναθεώρηση των όρων χρήσης.

(124)  Μέτρα που λαμβάνονται ειδικά για την προώθηση του ανταγωνισμού κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος θα πρέπει να αποφασίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική και τεχνική γνώση και γνώση της αγοράς. Οι όροι εκχώρησης ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάζουν την κατάσταση του ανταγωνισμού σε αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους όρους εισόδου. Η περιορισμένη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, ιδίως όταν το ραδιοφάσμα είναι εν ανεπαρκεία, μπορεί να δημιουργήσει φραγμό εισόδου ή να παρεμποδίσει τις επενδύσεις, την ανάπτυξη δικτύων, την παροχή νέων υπηρεσιών ή εφαρμογών, την καινοτομία και τον ανταγωνισμό. Τα νέα δικαιώματα χρήσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποκτώνται μέσω μεταβίβασης ή χρονομίσθωσης, καθώς και η εισαγωγή νέων ευέλικτων κριτηρίων για τη χρήση ραδιοφάσματος μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον υφιστάμενο ανταγωνισμό. Ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται για την προώθηση του ανταγωνισμού, όταν εφαρμόζονται αδικαιολόγητα, μπορούν να έχουν άλλες συνέπειες· για παράδειγμα, τα ανώτατα όρια και οι δεσμεύσεις ραδιοφάσματος μπορούν να δημιουργήσουν τεχνητή έλλειψη, οι υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης μπορούν να περιορίσουν αδικαιολόγητα τα επιχειρηματικά μοντέλα σε περίπτωση ανυπαρξίας ισχύος στην αγορά, και τα όρια στις μεταβιβάσεις μπορούν να δυσχεράνουν την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών. Ως εκ τούτου, απαιτείται συνεπής και αντικειμενικός έλεγχος περί ανταγωνισμού για την επιβολή αυτών των όρων, ο οποίος και θα πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια. Η χρήση αυτών των μέτρων θα πρέπει, επομένως, να βασίζεται σε διεξοδική και αντικειμενική αξιολόγηση, από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, των σχετικών συνθηκών της αγοράς και του ανταγωνισμού. Οι εθνικές αρχές θα πρέπει, ωστόσο, πάντοτε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και να αποφεύγουν την εμφάνιση ανταγωνιστικών μειονεκτημάτων εξαιτίας αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό.

(125)  Με βάση τις γνώμες της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, μπορεί να είναι αναγκαία η έγκριση κοινής προθεσμίας για να επιτρέπεται η χρήση ζώνης που έχει εναρμονιστεί δυνάμει της απόφασης για το ραδιοφάσμα, ώστε να αποφεύγονται διασυνοριακές παρεμβολές. Μπορεί να είναι και επωφελής ώστε να εξασφαλίζεται ότι προκύπτουν πλήρη οφέλη των σχετικών τεχνικών μέτρων εναρμόνισης για τις αγορές εξοπλισμού και για την ανάπτυξη πολύ υψηλής χωρητικότητας δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Προκειμένου να είναι σημαντική η συμβολή στους στόχους του παρόντος πλαισίου και να διευκολύνεται ο συντονισμός, ο καθορισμός των εν λόγω κοινών προθεσμιών θα πρέπει να υπόκειται σε εκτελεστικές πράξεις της Επιτροπής. Εκτός από τη ζώνη των 700 MHz, οι εν λόγω κοινές μέγιστες προθεσμίες θα μπορούσαν συγκεκριμένα να καλύπτουν το ραδιοφάσμα στις ζώνες των 3,4-3,8 GHz και των 24,25-27,5 GHz, οι οποίες έχουν προσδιοριστεί από την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος στη γνωμοδότησή της σχετικά με ζητήματα που σχετίζονται με το ραδιοφάσμα για τα ασύρματα συστήματα της επόμενης γενιάς (5G) ως «πρωτοπόρες» ζώνες που προβλέπεται να τεθούν σε χρήση έως το 2020, καθώς και πρόσθετες ζώνες άνω των 24 GHz οι οποίες, σύμφωνα με την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος, θα μπορούσαν δυνητικά να χρησιμοποιηθούν για δίκτυα 5G στην Ευρώπη, όπως οι ζώνες των 31,8-33,4 GHz και 40,5-43,5 GHz. Κατά τον καθορισμό των όρων εκχώρησης δικαιωμάτων σε πρόσθετες ζώνες άνω των 24 GHz θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενα σενάρια από κοινού χρήσης του ραδιοφάσματος με κατεστημένους χρήστες.

(126)  Όταν η ζήτηση ζώνης ραδιοφάσματος υπερβαίνει τη διαθεσιμότητα και, ως αποτέλεσμα, ένα κράτος μέλος συμπεραίνει ότι τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος πρέπει να περιοριστούν, θα πρέπει να εφαρμόζονται προσήκουσες και διαφανείς διαδικασίες για τη χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων ώστε να αποφεύγονται διακρίσεις και να βελτιστοποιείται η χρήση του πόρου εν ανεπαρκεία. Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να είναι δικαιολογημένος, αναλογικός και να βασίζεται σε ενδελεχή αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των συνολικών οφελών για τους χρήστες, καθώς και των εθνικών στόχων και των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Οι στόχοι που διέπουν κάθε διαδικασία περιορισμού πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένοι εκ των προτέρων. Όταν εξετάζουν την πλέον ενδεδειγμένη διαδικασία επιλογής, και σύμφωνα με τα μέτρα συντονισμού που λαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει εγκαίρως και με διαφάνεια να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την αιτιολόγηση, τους στόχους και τους όρους της διαδικασίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής για την παραχώρηση ραδιοφάσματος ή αριθμών με μεγάλη οικονομική αξία. Για τη διαχείριση των εν λόγω καθεστώτων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Αν κράτος μέλος διαπιστώνει ότι είναι δυνατή η διάθεση περαιτέρω δικαιωμάτων σε μια ζώνη, θα πρέπει να κινεί τη σχετική διαδικασία.

(127)  Η τεράστια αύξηση της ζήτησης ραδιοφάσματος, και της ζήτησης από τελικούς χρήστες για ασύρματη ευρυζωνική χωρητικότητα, καθιστά αναγκαία την εξεύρεση εναλλακτικών, συμπληρωματικών λύσεων φασματικώς αποδοτικής πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος με μικρή εμβέλεια λειτουργίας, όπως τα τοπικά δίκτυα ραδιοεπικοινωνιών (RLAN) και τα δίκτυα σημείων κυψελωτής πρόσβασης χαμηλής ισχύος και μικρού μεγέθους. Αυτά τα συμπληρωματικά συστήματα ασύρματης πρόσβασης, ιδίως τα δημοσίως προσβάσιμα σημεία πρόσβασης RLAN, αυξάνουν την πρόσβαση στο διαδίκτυο για τους τελικούς χρήστες, καθώς και την αποφόρτωση της κυκλοφορίας στην κινητή τηλεφωνία για τους φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας. Τα RLAN χρησιμοποιούν εναρμονισμένο ραδιοφάσμα χωρίς να απαιτείται μεμονωμένη άδεια ή δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος. Τα περισσότερα σημεία πρόσβασης RLAN χρησιμοποιούνται μέχρι στιγμής από ιδιώτες χρήστες ως τοπική ασύρματη επέκταση της σταθερής ευρυζωνικής σύνδεσής τους. Οι τελικοί χρήστες, εντός των ορίων της δικής τους συνδρομής υπηρεσιών διαδικτύου, δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να μοιράζονται την πρόσβαση στο RLAN τους με άλλους, ώστε να αυξάνεται ο αριθμός των διαθέσιμων σημείων πρόσβασης, ιδίως σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, να μεγιστοποιείται η ασύρματη χωρητικότητα δεδομένων μέσω επαναχρησιμοποίησης του ραδιοφάσματος και να δημιουργούνται οικονομικά αποδοτικές συμπληρωματικές ασύρματες ευρυζωνικές υποδομές προσβάσιμες σε άλλους τελικούς χρήστες. Επομένως, θα πρέπει επίσης να καταργηθούν περιττοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και τη διασύνδεση σημείων πρόσβασης RLAN. Οι δημόσιες αρχές ή οι πάροχοι δημόσιων υπηρεσιών που χρησιμοποιούν RLAN στους χώρους τους για το προσωπικό, τους επισκέπτες ή τους πελάτες τους, για παράδειγμα για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης ή για πληροφορίες σχετικά με τις δημόσιες μεταφορές ή τη διαχείριση της οδικής κυκλοφορίας, θα μπορούσαν επίσης να παρέχουν πρόσβαση σε τέτοια σημεία πρόσβασης για γενική χρήση από πολίτες, ως επικουρική υπηρεσία σε υπηρεσίες που προσφέρουν στο κοινό στους εν λόγω χώρους, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται από τους κανόνες περί ανταγωνισμού και δημόσιων συμβάσεων. Επιπλέον, ο πάροχος τέτοιας τοπικής πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός ή πέριξ ιδιωτικού ακινήτου ή περιορισμένου δημόσιου χώρου σε μη εμπορική βάση ή ως επικουρική υπηρεσία σε άλλη δραστηριότητα που δεν εξαρτάται από αυτήν την πρόσβαση (όπως τα κομβικά σημεία RLAN που διατίθενται σε πελάτες άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων ή στο ευρύ κοινό στην εν λόγω περιοχή) μπορεί να υπόκειται σε συμμόρφωση με γενικές άδειες για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, αλλά δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους ή απαιτήσεις που συνοδεύουν γενικές άδειες οι οποίες ισχύουν για παρόχους δημόσιων δικτύων ή υπηρεσιών επικοινωνιών ή σε υποχρεώσεις σχετικά με τους τελικούς χρήστες ή τη διασύνδεση. Ωστόσο, ο πάροχος αυτός εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες περί ευθύνης του άρθρου 12 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο(25). Αναδύονται περαιτέρω τεχνολογίες όπως η οπτική ασύρματη επικοινωνία (LiFi), οι οποίες θα συμπληρώνουν τις τρέχουσες ραδιοφασματικές δυνατότητες των RLAN και των σημείων ασύρματης πρόσβασης ώστε να συμπεριλαμβάνονται σημεία πρόσβασης με βάση την οπτική επικοινωνία ορατού φωτός και θα οδηγήσουν σε υβριδικά τοπικά δίκτυα που θα επιτρέπουν την οπτική ασύρματη επικοινωνία.

(128)  Δεδομένου ότι τα σημεία ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος είναι πολύ μικρά και χρησιμοποιούν διακριτικό εξοπλισμό παρόμοιο με εκείνο των οικιακών δρομολογητών RLAN, και λαμβανομένου υπόψη του θετικού τους αντίκτυπου στη χρήση του ραδιοφάσματος και στην ανάπτυξη ασύρματων επικοινωνιών, τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους —όπως η ισχύς εξόδου— θα πρέπει να καθορίζονται σε ενωσιακό επίπεδο με αναλογικό τρόπο για την τοπική ανάπτυξη και η χρήση τους θα πρέπει να υπόκειται μόνο σε γενικές άδειες —με την εξαίρεση των RLAN που δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε καμία απαίτηση χορήγησης άδειας πέραν της αναγκαίας για τη χρήση ραδιοφάσματος— και τυχόν πρόσθετοι περιορισμοί στο πλαίσιο μεμονωμένου σχεδιασμού ή άλλων αδειών θα πρέπει να περιορίζονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

(128α)  Τα δημόσια κτίρια και οι λοιπές δημόσιες υποδομές δέχονται επισκέψεις και χρησιμοποιούνται καθημερινά από σημαντικό αριθμό τελικών χρηστών που χρειάζονται συνδεσιμότητα για να χρησιμοποιήσουν εφαρμογές ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και ηλεκτρονικών μεταφορών και άλλες υπηρεσίες. Άλλες δημόσιες υποδομές (όπως οι στύλοι φωτισμού, οι φωτεινοί σηματοδότες κ.λπ.) προσφέρουν ιδιαίτερα πολύτιμες τοποθεσίες για την εγκατάσταση μικρών κυψελών λόγω της πυκνότητάς τους κ.λπ. Οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αυτούς τους δημόσιους χώρους, προκειμένου να εξυπηρετείται επαρκώς η ζήτηση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εξασφαλίζουν ότι τα εν λόγω δημόσια κτίρια και άλλες δημόσιες υποδομές διατίθενται υπό εύλογους όρους για την εγκατάσταση μικρών κυψελών με σκοπό τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/61/ΕΕ. Η εν λόγω οδηγία ακολουθεί μια λειτουργική προσέγγιση και επιβάλλει υποχρεώσεις πρόσβασης σε υλική υποδομή μόνο όταν αποτελεί μέρος ενός δικτύου και μόνο εάν ανήκει σε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου ή χρησιμοποιείται από τέτοιον φορέα, αφήνοντας έτσι πολλά κτίρια που ανήκουν σε δημόσιες αρχές ή χρησιμοποιούνται από αυτές εκτός του πεδίου εφαρμογής της. Αντιθέτως, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει ειδική υποχρέωση για την υλική υποδομή, όπως σωλήνες ή στύλοι, που χρησιμοποιείται για ευφυή συστήματα μεταφορών (ITS), και η οποία ανήκει σε φορείς εκμετάλλευσης δικτύου (παρόχους υπηρεσιών μεταφορών και/ή παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών) και φιλοξενεί τμήματα δικτύου, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/61/ΕΕ.

(129)  Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση ισχύουν για εκείνα τα δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό. Τα μη δημόσια δίκτυα δεν υπέχουν υποχρεώσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες, επειδή επωφελούνται από την πρόσβαση στα δημόσια δίκτυα, ενδέχεται να υπόκεινται σε όρους που καθορίζουν τα κράτη μέλη.

(130)  Στον όρο «πρόσβαση» αποδίδονται πολλές ερμηνείες και, συνεπώς, είναι αναγκαίο να οριστεί με ακρίβεια η χρήση του όρου αυτού στην παρούσα οδηγία, χωρίς να θίγεται ο τρόπος χρήσης του σε άλλα ενωσιακά μέτρα. Ένας φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να έχει στην κυριότητά του το βασικό δίκτυο ή τις βασικές ευκολίες ή να μισθώνει μέρος ή το σύνολο αυτών.

(131)  Σε μία ανοιχτή και ανταγωνιστική αγορά, δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί που αποτρέπουν τις επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται ρυθμίσεις πρόσβασης και διασύνδεσης μεταξύ τους, ιδίως σε διασυνοριακές συμφωνίες, με την επιφύλαξη των κανόνων περί ανταγωνισμού της συνθήκης. Κατά την επίτευξη μιας αποτελεσματικότερης και πραγματικά πανευρωπαϊκής αγοράς, με ουσιαστικό ανταγωνισμό και μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής και ανταγωνιστικών υπηρεσιών στους τελικούς χρήστες, οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν αιτήσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης από άλλες επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια για να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να συνάπτουν τις σχετικές συμφωνίες επί εμπορικής βάσεως και να διαπραγματεύονται καλόπιστα.

(132)  Σε αγορές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς τη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ επιχειρήσεων και όπου ορισμένες επιχειρήσεις στηρίζονται σε υποδομή που παρέχεται από τρίτους για την παροχή των υπηρεσιών τους, είναι σκόπιμη η θέσπιση ενός πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία, σε περίπτωση αποτυχίας των εμπορικών διαπραγματεύσεων, να εξασφαλίζουν κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση καθώς και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών προς το συμφέρον των τελικών χρηστών. Συγκεκριμένα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να εξασφαλίζουν τη διατερματική συνδεσιμότητα επιβάλλοντας αναλογικές υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια και ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες. Ο έλεγχος των μέσων πρόσβασης ενδέχεται να συνεπάγεται κυριότητα ή έλεγχο του φυσικού (σταθερού ή κινητού) συνδέσμου με τον τελικό χρήστη, και/ή τη δυνατότητα αλλαγής ή αφαίρεσης του εθνικού αριθμού ή αριθμών που χρειάζονται για την πρόσβαση στο τερματικό σημείο ενός τελικού χρήστη. Τούτο θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να είναι απαραίτητο εάν οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου περιόριζαν αδικαιολόγητα τις επιλογές των τελικών χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση σε πύλες και υπηρεσίες του Διαδικτύου.

(133)  Υπό το πρίσμα της αρχής της μη διακριτικής μεταχείρισης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους και το επιχειρηματικό τους μοντέλο, είτε καθετοποιημένο είτε διαχωρισμένο, μπορούν να διασυνδέονται με εύλογους όρους και προϋποθέσεις, με σκοπό την παροχή διατερματικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης στο παγκόσμιο διαδίκτυο.

(134)  Τα εθνικά, νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα που συνδέουν τους όρους και τις προϋποθέσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης με τις δραστηριότητες του μέρους που επιθυμεί τη διασύνδεση, και ειδικότερα με το ύψος της επένδυσής του σε υποδομή δικτύου και όχι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες διασύνδεσης ή πρόσβασης, μπορούν να προξενήσουν στρέβλωση της αγοράς και, επομένως, να μην συμβιβάζονται με τους κανόνες περί ανταγωνισμού.

(135)  Οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου που ελέγχουν την πρόσβαση των δικών τους πελατών, ενεργούν βάσει αποκλειστικών αριθμών ή διευθύνσεων μιας δημοσιευμένης σειράς αριθμών ή διευθύνσεων. Άλλοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου πρέπει να μπορούν να παρέχουν τηλεπικοινωνιακή κίνηση στους πελάτες αυτούς και, επομένως, πρέπει να είναι σε θέση να διασυνδέονται άμεσα ή έμμεσα μεταξύ τους. Είναι, επομένως, σκόπιμο να καθοριστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τη διαπραγμάτευση της διασύνδεσης.

(136)  Η διαλειτουργικότητα είναι επωφελής για τους τελικούς χρήστες και αποτελεί σημαντικό στόχο του παρόντος κανονιστικού πλαισίου. Η ενθάρρυνση της διαλειτουργικότητας αποτελεί έναν από τους στόχους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, που καθορίζονται στο παρόν πλαίσιο, το οποίο προβλέπει ότι η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο προτύπων και/ή προδιαγραφών που καλύπτουν την προσφορά υπηρεσιών, τις τεχνικές διεπαφές και/ή τις λειτουργίες δικτύου, ως βάση για την ενθάρρυνση της εναρμόνισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κληθούν να ενθαρρύνουν τη χρήση των δημοσιευμένων προτύπων και/ή προδιαγραφών, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών και για τη διεύρυνση της ελευθερίας επιλογής των χρηστών.

(137)  Επί του παρόντος, τόσο η διατερματική συνδεσιμότητα όσο και η πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης εξαρτώνται από το κατά πόσο οι τελικοί χρήστες επιλέγουν υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Οι μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις ή η αυξημένη χρήση υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα μπορούσαν να συνεπάγονται την έλλειψη επαρκούς διαλειτουργικότητας μεταξύ υπηρεσιών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να ανακύψουν σημαντικοί φραγμοί για την είσοδο στην αγορά και εμπόδια για την περαιτέρω καινοτομία και να απειλήσουν αισθητά ▌την αποτελεσματική διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών ▌.

(138)  Σε περίπτωση που ανακύπτουν τέτοια ζητήματα διαλειτουργικότητας, η Επιτροπή δύναται να ζητά την εκπόνηση έκθεσης από τον BEREC η οποία θα πρέπει να παρέχει τεκμηριωμένη αξιολόγηση της κατάστασης της αγοράς στο επίπεδο της Ένωσης και των κρατών μελών. Με βάση την έκθεση του BEREC και άλλα διαθέσιμα στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίζει κατά πόσο υφίσταται ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η ρυθμιστική παρέμβαση θα πρέπει να εξεταστεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, δύναται να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα, με τα οποία να καθορίζεται η φύση και το πεδίο εφαρμογής πιθανών ρυθμιστικών παρεμβάσεων από τις ΕΡΑ, συμπεριλαμβανομένων ιδίως μέτρων για την επιβολή της υποχρεωτικής χρήσης προτύπων ή προδιαγραφών σε όλους ή συγκεκριμένους παρόχους. Οι όροι «ευρωπαϊκά πρότυπα» και «διεθνή πρότυπα» ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012(26). Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, κατά πόσο οποιαδήποτε παρέμβαση είναι απαραίτητη και δικαιολογημένη για να διασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα ▌και, αν ναι, να επιβάλλουν αναλογικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής. Για να αποτραπεί η δημιουργία εμποδίων στην εσωτερική αγορά, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να επιβάλλουν υποχρεώσεις πλέον των εν λόγω εκτελεστικών μέτρων.

(139)  Σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις στερούνται την πρόσβαση σε βιώσιμες εναλλακτικές επιλογές των μη αναπαραγώγιμων πάγιων στοιχείων μέχρι το πρώτο σημείο διανομής, και προκειμένου να προωθηθεί η δημιουργία ανταγωνιστικών αποτελεσμάτων προς συμφέρον των τελικών χρηστών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν υποχρεώσεις πρόσβασης σε όλους τους φορείς εκμετάλλευσης, χωρίς να θίγεται η αντίστοιχη ισχύ τους στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλους τους τεχνικούς και οικονομικούς φραγμούς για τη μελλοντική αναπαραγωγή δικτύων. Ωστόσο, δεδομένου ότι τέτοιες υποχρεώσεις μπορεί να είναι παρεμβατικές, να υπονομεύουν τα κίνητρα για επενδύσεις και να οδηγούν, με αντιπαραγωγικό τρόπο, σε ενίσχυση της θέσης κυρίαρχων παραγόντων, θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο όταν αυτό είναι δικαιολογημένο και ανάλογο για την επίτευξη βιώσιμου ανταγωνισμού στις αντίστοιχες αγορές.Το γεγονός και μόνο ότι υφίστανται ήδη περισσότερες από μία τέτοιες υποδομές δεν θα πρέπει αναγκαστικά να ερμηνεύεται ως ένδειξη αναπαραγωγιμότητας των πάγιων στοιχείων. Το πρώτο σημείο διανομής θα πρέπει να προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια.

(139α)  Θα πρέπει να είναι δυνατόν να επιβάλλονται υποχρεώσεις για την παροχή πρόσβασης σε συναφείς συμπληρωματικές υπηρεσίες, δηλαδή υπηρεσίες προσβασιμότητας που επιτρέπουν την κατάλληλη πρόσβαση για τελικούς χρήστες με αναπηρία, και δεδομένα που υποστηρίζουν υπηρεσίες συνδεδεμένης τηλεόρασης και ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων, στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε συγκεκριμένες υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

(140)  Θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η επέκταση των υποχρεώσεων πρόσβασης σε σύρματα και καλώδια πέραν του πρώτου σημείου συγκέντρωσης σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, με παράλληλο περιορισμό των υποχρεώσεων αυτών σε σημεία όσο το δυνατόν πλησιέστερα σε τελικούς χρήστες, όταν αποδεικνύεται ότι η αναπαραγωγή θα ήταν επίσης αδύνατη πέραν του πρώτου σημείου συγκέντρωσης.

(141)  Στις περιπτώσεις αυτές, για λόγους συμμόρφωσης με την αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να είναι σκόπιμο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποκλείουν ▌υποχρεώσεις που υπερβαίνουν το πρώτο σημείο διανομής, με την αιτιολογία ότι υποχρέωση πρόσβασης που δεν βασίζεται σε σημαντική ισχύ στην αγορά θα έθετε σε κίνδυνο τις επιχειρηματικές προοπτικές ▌για προσφάτως αναπτυγμένα στοιχεία δικτύου, ή λόγω της παρουσίας βιώσιμων εναλλακτικών μέσων πρόσβασης τα οποία είναι κατάλληλα για την παροχή δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας.

(142)  Ο μερισμός παθητικών ▌υποδομών που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ασύρματων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ▌σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για τη μεγιστοποίηση της συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας σε ολόκληρη την Ένωση, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές όπου είναι πρακτικώς ανέφικτη η αναπαραγωγή και οι τελικοί χρήστες κινδυνεύουν να στερηθούν αυτήν τη συνδεσιμότητα. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, κατ’ εξαίρεση, να είναι σε θέση να επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό ▌ή την τοπική πρόσβαση περιαγωγής, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, εφόσον η δυνατότητα αυτή έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια στους αρχικούς όρους για τη χορήγηση του δικαιώματος χρήσης και εφόσον αποδεικνύουν τα οφέλη αυτού του μερισμού ▌όσον αφορά την υπέρβαση ανυπέρβλητων οικονομικών ή φυσικών εμποδίων λόγω των οποίων η πρόσβαση σε δίκτυα ή υπηρεσίες είναι ιδιαιτέρως προβληματική ή απούσα, και λαμβανομένων υπόψη διαφόρων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της ανάγκης για κάλυψη κατά μήκος σημαντικών διαδρομών μεταφορών, για επιλογή και για υψηλότερη ποιότητα υπηρεσιών για τους τελικούς χρήστες, καθώς και της ανάγκης να διατηρηθούν κίνητρα ανάπτυξης των υποδομών. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει πρόσβαση από τους τελικούς χρήστες, και ο μερισμός παθητικών υποδομών δεν αρκεί από μόνος του για την αντιμετώπιση της κατάστασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά τον μερισμό ενεργών υποδομών.

(143)  Ενώ σε ορισμένες περιστάσεις είναι ενδεδειγμένο μια εθνική ρυθμιστική αρχή να επιβάλει υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης που δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά αποβλέποντας στην επίτευξη στόχων όπως η διατερματική συνδετικότητα ή η διαλειτουργικότητα υπηρεσιών, είναι ωστόσο απαραίτητο να εξασφαλίζεται ότι τέτοιες υποχρεώσεις επιβάλλονται σε συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο και, ειδικότερα, με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται σε αυτό.

(144)  Στον τομέα της ψηφιακής τηλεόρασης, οι κανόνες του ανταγωνισμού ενδέχεται να μην επαρκούν, αφεαυτοί, για την εξασφάλιση της πολιτιστικής πολυμορφίας και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και την αγορά καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση των υποχρεώσεων παροχής πρόσβασης υπό δίκαιους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, είτε από ένα κράτος μέλος για την εθνική αγορά του είτε από την Επιτροπή για την Ένωση, ιδίως τον προσδιορισμό του κατά πόσον είναι αιτιολογημένη η επέκταση των υποχρεώσεων σε ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (EPG) και διεπαφές προγράμματος εφαρμογών (API), στο μέτρο που απαιτείται για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε συγκεκριμένες ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν τις ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στις οποίες πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με τα νομοθετικά, κανονιστικά ή διοικητικά μέσα που κρίνουν αναγκαία.

(145)  Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τους να επανεξετάζει τις υποχρεώσεις για την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών προκειμένου να εκτιμά, μέσω ανάλυσης της αγοράς, εάν θα ανακαλέσει ή θα τροποποιήσει τους όρους για τους φορείς εκμετάλλευσης που δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στη σχετική αγορά. Η ανάκληση ή η τροποποίηση αυτή δεν θα πρέπει να επηρεάζουν αρνητικά την πρόσβαση των τελικών χρηστών στις υπηρεσίες αυτές ούτε τις δυνατότητες πραγματικού ανταγωνισμού.

(146)  Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει ανάγκη επιβολής υποχρεώσεων εκ των προτέρων προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη ανταγωνιστικής αγοράς, οι συνθήκες της οποίας ευνοούν την ανάπτυξη και αξιοποίηση δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας και τη μεγιστοποίηση των οφελών για τους τελικούς χρήστες. Ο ορισμός της σημαντικής ισχύος στην αγορά που χρησιμοποιείται στην παρούσα οδηγία είναι ισοδύναμος με την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, όπως ορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου.

(147)  Δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν να απολαύουν κοινής δεσπόζουσας θέσης, όχι μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχουν διαρθρωτικοί ή άλλοι δεσμοί μεταξύ τους, αλλά και στις περιπτώσεις που η δομή της σχετικής αγοράς προσφέρεται για συντονισμένες ενέργειες και τους επιτρέπει να συμπεριφέρονται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και, τελικά, τους καταναλωτές, δηλαδή ενθαρρύνει την παράλληλη ή ευθυγραμμισμένη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά στην αγορά. Ενδεχόμενες ενδείξεις για την ύπαρξη μιας τέτοιας δομής θα μπορούσαν να είναι ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης, ο επαρκής βαθμός διαφάνειας της αγοράς που καθιστά μακροπρόθεσμα βιώσιμο τον συντονισμό ή την υιοθέτηση κοινής πολιτικής, και η ύπαρξη υψηλών φραγμών που εμποδίζουν την είσοδο δυνητικών ανταγωνιστών στην αγορά, καθώς και η απουσία εναλλακτικών επιλογών που εμποδίζει την αντίδραση των καταναλωτών. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εκ των προτέρων ρύθμισης των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπου κατά κανόνα επικρατούν υψηλοί φραγμοί για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά, η άρνηση των ιδιοκτητών δικτύων να παράσχουν πρόσβαση χονδρικής με εύλογους όρους που ευνοούν με βιώσιμο τρόπο τη δυναμική του ανταγωνισμού, η οποία παρατηρείται ή αναμένεται όταν δεν υπάρχει ρύθμιση εκ των προτέρων, σε συνδυασμό με το κοινό συμφέρον να διατηρηθούν σημαντικά μισθώματα σε κατάντη ή συνεχόμενες αγορές, τα οποία είναι δυσανάλογα προς τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί και τους κινδύνους που έχουν αναληφθεί, ενδέχεται να αποτελεί από μόνη της ένδειξη υιοθέτησης κοινής πολιτικής εκ μέρους των μελών ενός μη ανταγωνιστικού ολιγοπωλίου.

(148)   Είναι απαραίτητο οι εκ των προτέρων κανονιστικές υποχρεώσεις να επιβάλλονται μόνο σε αγορά χονδρικής στην οποία μια ή περισσότερες επιχειρήσεις διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά, με σκοπό να διασφαλίζεται ο βιώσιμος ανταγωνισμός ▌, και όπου τα μέτρα αποκατάστασης, στο πλαίσιο του εθνικού και ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού, δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η Επιτροπή έχει συντάξει κατευθυντήριες γραμμές σε ενωσιακό επίπεδο, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού, τις οποίες να ακολουθούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές όταν αξιολογούν το κατά πόσο είναι αποτελεσματικός ο ανταγωνισμός σε μια δεδομένη αγορά και όταν εκτιμούν τη σημαντική ισχύ στην αγορά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αναλύουν κατά πόσο μια αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών είναι πράγματι ανταγωνιστική σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, ο οποίος μπορεί να είναι το σύνολο ή τμήμα της επικρατείας του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή γειτονικές περιοχές κρατών μελών, εκλαμβανόμενες ως ενιαίο σύνολο. Στην ανάλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού θα πρέπει να περιλαμβάνεται ανάλυση του κατά πόσον η αγορά έχει ανταγωνιστικές προοπτικές και, κατά συνέπεια, κατά πόσον η τυχόν έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού θα έχει διάρκεια. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να αντιμετωπίσουν επίσης το θέμα των αναδυόμενων αγορών, όπου, εκ των πραγμάτων, η εταιρεία που ηγείται της αγοράς είναι πιθανό να διαθέτει σημαντικό μερίδιο της αγοράς αλλά δεν θα πρέπει να της επιβάλλονται άτοπες υποχρεώσεις. Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά τις κατευθυντήριες γραμμές, ιδίως στην περίπτωση αναθεώρησης της ισχύουσας νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στη νομολογία, την οικονομική σκέψη και την πραγματική εμπειρία της αγοράς, με σκοπό να διασφαλίζει ότι αυτές παραμένουν επίκαιρες σε μία ταχέως εξελισσόμενη αγορά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, στις περιπτώσεις που η σχετική αγορά έχει λάβει διακρατική διάσταση.

(149)  Προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσο μια επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ σε μία συγκεκριμένη αγορά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την αξιολόγηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά.

(150)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ορίζουν τις σχετικές γεωγραφικές αγορές εντός της επικράτειάς τους, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών που εκδίδεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές και τοπικές περιστάσεις. Κατά συνέπεια, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει τουλάχιστον να αναλύουν τις αγορές που περιλαμβάνονται στη σύσταση, καθώς και τις αγορές που απαριθμούνται μεν, αλλά δεν ρυθμίζονται πλέον στο συγκεκριμένο εθνικό ή τοπικό πλαίσιο. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να αναλύουν τις αγορές που δεν περιλαμβάνονται στη σύσταση αυτή, αλλά ρυθμίζονται στην επικράτεια της δικαιοδοσίας τους, με βάση προηγούμενες αναλύσεις της αγοράς ή άλλων αγορών, αν έχουν επαρκείς λόγους να θεωρούν ότι η δοκιμασία των τριών κριτηρίων που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία μπορεί να είναι επιτυχής.

(151)  Μπορούν να ορίζονται διακρατικές αγορές όταν αυτό δικαιολογείται από τον ορισμό της γεωγραφικής αγοράς, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων από την πλευρά της ζήτησης και από την πλευρά της προσφοράς, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ο BEREC είναι ο πλέον κατάλληλος φορέας για να διεξάγει αυτήν την ανάλυση, επωφελούμενος από την εκτεταμένη συλλογική εμπειρία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών κατά τον ορισμό των αγορών σε εθνικό επίπεδο. Αν ορίζονται διακρατικές αγορές και επιδέχονται ρυθμιστική παρέμβαση, οι ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται ώστε να εντοπίζουν την κατάλληλη ρυθμιστική αντίδραση, μεταξύ άλλων κατά τη διαδικασία κοινοποίησης στην Επιτροπή. Μπορούν επίσης να συνεργάζονται με τον ίδιο τρόπο όταν δεν ορίζονται διακρατικές αγορές, αλλά οι συνθήκες της αγοράς στην επικράτειά τους είναι επαρκώς ομοιογενείς ώστε να επωφεληθούν από συντονισμένη ρυθμιστική προσέγγιση, όπως για παράδειγμα όσον αφορά παρόμοιες δαπάνες, δομές των αγορών ή παρόμοιους φορείς εκμετάλλευσης ή, σε περίπτωση διακρατικής ή ανάλογης ζήτησης από τελικούς χρήστες.

(152)  Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γεωγραφικές αγορές ορίζονται ως εθνικές ή υποεθνικές, για παράδειγμα λόγω του εθνικού ή τοπικού χαρακτήρα ανάπτυξης του δικτύου που καθορίζει τα όρια της δυνητικής ισχύος των επιχειρήσεων στην αγορά όσον αφορά τη χονδρική προμήθεια, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική διασυνοριακή ζήτηση από μία ή περισσότερες κατηγορίες τελικών χρηστών. Αυτό μπορεί να ισχύει ιδίως για τη ζήτηση από επιχειρηματικούς τελικούς χρήστες με δραστηριότητες σε πολλαπλές εγκαταστάσεις σε διαφορετικά κράτη μέλη. Αν αυτή η διακρατική ζήτηση δεν καλύπτεται επαρκώς από τους προμηθευτές, για παράδειγμα αν είναι κατακερματισμένοι κατά μήκος εθνικών συνόρων ή τοπικά, ανακύπτει δυνητικός φραγμός για το εμπόριο στην εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, ο BEREC θα πρέπει να έχει την εξουσία να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με κοινές ρυθμιστικές προσεγγίσεις, για να εξασφαλίζει ότι η διακρατική ζήτηση είναι δυνατό να καλυφθεί με ικανοποιητικό τρόπο που να παρέχει μια βάση για προϊόντα χονδρικής πρόσβασης σε ολόκληρη την Ένωση και να επιτρέπει τις αποδοτικότητες και τις οικονομίες κλίμακας παρά τον κατακερματισμό από την πλευρά της προσφοράς. Οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να διαμορφώνουν τις επιλογές των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για την επιδίωξη του στόχου της εσωτερικής αγοράς κατά την επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στο εθνικό επίπεδο.

(153)  ▌.

(154)  ▌.

(155)  ▌.

(156)  Κατά τη σταδιακή μετάβαση σε απορρυθμισμένες αγορές, οι εμπορικές συμφωνίες μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών συνεπένδυσης και πρόσβασης, θα καθίστανται σταδιακά περισσότερο κοινές, και εφόσον είναι βιώσιμες και βελτιώνουν τη δυναμική του ανταγωνισμού, μπορούν να συμβάλουν στο συμπέρασμα ότι μια συγκεκριμένη αγορά χονδρικής δεν επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση. Παρόμοια λογική θα ισχύει στην αντίθετη περίπτωση, για απρόβλεπτη λύση των εμπορικών συμφωνιών σε απορρυθμισμένη αγορά. Κατά την ανάλυση αυτών των συμφωνιών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η προοπτική της ρύθμισης μπορεί να αποτελεί κίνητρο για τους ιδιοκτήτες δικτύων ώστε να αρχίσουν εμπορικές διαπραγματεύσεις. Με σκοπό να εξασφαλίζεται η επαρκής εξέταση των επιπτώσεων της ρύθμισης που επιβάλλεται στις σχετικές αγορές κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσο μια συγκεκριμένη αγορά επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αγορές αναλύονται με συνεκτικό τρόπο και, όπου είναι δυνατό, ταυτόχρονα ή όσο το δυνατό πλησιέστερα χρονικά μεταξύ τους.

(157)  Κατά την αξιολόγηση της ρύθμισης αγορών χονδρικής για την επίλυση προβλημάτων σε επίπεδο λιανικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι πολλές αγορές χονδρικής μπορούν να παρέχουν προϊόντα προηγούμενου σταδίου χονδρικής για μια συγκεκριμένη αγορά λιανικής, και αντιστρόφως, μια αγορά χονδρικής μπορεί να παρέχει προϊόντα προηγούμενου σταδίου χονδρικής για ποικίλες αγορές λιανικής. Επιπλέον, η δυναμική του ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά μπορεί να επηρεάζεται από αγορές που είναι συνεχόμενες, όχι όμως σε κάθετη σχέση, όπως μπορεί να ισχύει μεταξύ ορισμένων αγορών σταθερών και κινητών επικοινωνιών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διενεργούν αυτήν την αξιολόγηση για κάθε μεμονωμένη αγορά χονδρικής για την οποία εξετάζεται το ενδεχόμενο ρύθμισης, αρχής γενομένης με διορθωτικά μέτρα για την πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής, διότι αυτά τα διορθωτικά μέτρα οδηγούν συνήθως σε πιο βιώσιμο ανταγωνισμό, μεταξύ άλλων ανταγωνισμό υποδομών, και στη συνέχεια αναλύοντας οποιεσδήποτε υπό εξέταση αγορές χονδρικής που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση, ανάλογα με την ενδεχόμενη καταλληλότητά τους για αντιμετώπιση εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής. Όταν αποφασίζουν σχετικά με το συγκεκριμένο διορθωτικό μέτρο που πρέπει να επιβληθεί, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τη δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής του και να διενεργούν ανάλυση κόστους-οφέλους, έχοντας υπόψη τον βαθμό καταλληλότητάς του για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής, και τη δυνατότητα για ανταγωνισμό βάσει της διαφοροποίησης και της τεχνολογικής ουδετερότητας. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες της επιβολής οποιουδήποτε συγκεκριμένου διορθωτικού μέτρου το οποίο, εάν είναι εφικτό μόνο για ορισμένες τοπολογίες δικτύου, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικίνητρο για την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας προς το συμφέρον των τελικών χρηστών. Επιπροσθέτως, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να παρέχουν μέσω των επιβαλλομένων διορθωτικών μέτρων, και ει δυνατόν πριν από την ανάπτυξη των υποδομών, κίνητρα για την ανάπτυξη μιας ευέλικτης και ανοικτής αρχιτεκτονικής δικτύου, που θα περιορίζουν τελικά τον φόρτο και την πολυπλοκότητα των διορθωτικών μέτρων που θα επιβληθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε κάθε στάδιο της αξιολόγησης, πριν η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίσει αν θα πρέπει να επιβληθεί οποιοδήποτε πρόσθετο, επαχθέστερο, διορθωτικό μέτρο στον φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά, θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν τα διορθωτικά μέτρα που έχουν ήδη εξετασθεί θα αρκούσαν για να καταστεί η οικεία αγορά πραγματικά ανταγωνιστική, λαμβάνοντας επίσης υπόψη οποιεσδήποτε συναφείς εμπορικές ρυθμίσεις ή άλλες περιστάσεις της αγοράς χονδρικής, καθώς και άλλα είδη κανονιστικών ρυθμίσεων που είναι ήδη σε ισχύ, όπως, για παράδειγμα, υποχρεώσεις γενικής πρόσβασης σε μη αναπαραγώγιμα πάγια στοιχεία ή υποχρεώσεις που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2014/61/ΕΕ και με βάση οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση έχει ήδη κριθεί ως ενδεδειγμένη από την εθνική ρυθμιστική αρχή για φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά. Η εν λόγω σταδιακή αξιολόγηση, η οποία έχει ως στόχο να εξασφαλιστεί ότι επιβάλλονται μόνο τα πλέον κατάλληλα διορθωτικά μέτρα που είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση οποιωνδήποτε προβλημάτων εντοπίζονται κατά την ανάλυση της αγοράς, δεν εμποδίζει μια εθνική ρυθμιστική αρχή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα μείγμα διορθωτικών μέτρων αυτού του είδους, ακόμη και διαφορετικής έντασης, αποτελεί τον λιγότερο παρεμβατικό τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. Ακόμη και αν οι διαφορές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα τον ορισμό διακριτών γεωγραφικών αγορών, μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφοροποίηση των ενδεδειγμένων διορθωτικών μέτρων που επιβάλλονται με βάση τη διαφοροποιημένη ένταση των ανταγωνιστικών περιορισμών.

(158)  Η εκ των προτέρων επιβαλλόμενη ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής, που είναι καταρχήν λιγότερο επεμβατική από τη ρύθμιση της λιανικής αγοράς, θεωρείται επαρκής για την αντιμετώπιση δυνητικών προβλημάτων ανταγωνισμού στη σχετική ή στις σχετικές κατάντη αγορά ή αγορές λιανικής. Οι πρόοδοι που σημειώθηκαν όσον αφορά τη λειτουργία του ανταγωνισμού από τότε που εφαρμόζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες καταδεικνύονται από τη σταδιακή απορρύθμιση των αγορών λιανικής σε ολόκληρη την Ένωση. Περαιτέρω, οι κανόνες που αφορούν την επιβολή εκ των προτέρων διορθωτικών μέτρων σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά θα πρέπει να απλουστευθούν και να καταστούν περισσότερο προβλέψιμοι, όπου είναι δυνατό. Συνεπώς, θα πρέπει να καταργηθεί η εξουσία επιβολής εκ των προτέρων ρυθμιστικών ελέγχων με βάση τη σημαντική ισχύ στις αγορές λιανικής.

(159)  Σε περίπτωση που εθνική ρυθμιστική αρχή ανακαλεί κανονιστική ρύθμιση αγοράς χονδρικής, θα πρέπει να ορίζει κατάλληλη χρονική περίοδο προειδοποίησης ώστε να διασφαλίζεται η βιώσιμη μετάβαση σε απορρυθμισμένη αγορά. Κατά τον ορισμό της εν λόγω χρονικής περιόδου, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ παρόχων πρόσβασης και αιτούντων πρόσβαση που έχουν συναφθεί με βάση τις επιβληθείσες ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Ειδικότερα, οι συμφωνίες αυτές μπορούν να παρέχουν συμβατική νομική προστασία στους αιτούντες πρόσβαση για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη την πραγματική δυνατότητα των φορέων της αγοράς να αξιοποιούν τυχόν εμπορικές προσφορές πρόσβασης χονδρικής ή συνεπένδυσης που μπορεί να είναι παρούσες στην αγορά, καθώς και την ανάγκη να αποφεύγεται παρατεταμένη περίοδος πιθανού ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Για μεταβατικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εξετάζεται η έκταση και το χρονοδιάγραμμα της ρυθμιστικής εποπτείας προϋφιστάμενων συμφωνιών, μόλις αρχίζει η χρονική περίοδος προειδοποίησης.

(160)  Προκειμένου οι συντελεστές της αγοράς να γνωρίζουν με βεβαιότητα τους όρους των κανονιστικών ρυθμίσεων, απαιτείται καθορισμός προθεσμίας για τις περιπτώσεις ανασκόπησης της αγοράς. Είναι σημαντικό να διεξάγεται ανάλυση της αγοράς σε τακτική βάση και εντός εύλογης και ενδεδειγμένης προθεσμίας. Εάν μια εθνική ρυθμιστική αρχή δεν αναλύσει μια αγορά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η εσωτερική αγορά, ενώ οι κανονικές διαδικασίες επί παραβάσει ενδέχεται να μην έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα εγκαίρως. Εναλλακτικά, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί τη συνδρομή του BEREC για τη συμπλήρωση της ανάλυσης της αγοράς. Αυτή η συνδρομή θα μπορούσε, π.χ., να λαμβάνει τη μορφή ειδικής ομάδας συγκροτούμενης από εκπροσώπους άλλων εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

(161)  Λόγω του υψηλού επιπέδου τεχνολογικής καινοτομίας και των πολύ δυναμικών αγορών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να είναι δυνατή η ταχεία προσαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων κατά συντονισμένο και εναρμονισμένο τρόπο σε ενωσιακή κλίμακα, καθώς, όπως προκύπτει από την εμπειρία, οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην υλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμούς στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

(162)  Ωστόσο, για λόγους μεγαλύτερης σταθερότητας και προβλεψιμότητας των ρυθμιστικών μέτρων, η μέγιστη επιτρεπόμενη περίοδος μεταξύ αναλύσεων της αγοράς θα πρέπει να παραταθεί από τρία σε πέντε έτη στην περίπτωση των σταθερών ή προβλέψιμων αγορών, υπό την προϋπόθεση να μην απαιτείται νέα ανάλυση για τις αλλαγές της αγοράς κατά την ενδιάμεση περίοδο. Για να αποφασίζεται κατά πόσο μια εθνική ρυθμιστική αρχή έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της να αναλύει τις αγορές και έχει κοινοποιήσει το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου τουλάχιστον ανά πέντε έτη, μόνο μια κοινοποίηση που περιλαμβάνει νέα αξιολόγηση του ορισμού της αγοράς και της σημαντικής ισχύος στην αγορά θα θεωρείται έναρξη νέου πενταετή κύκλου αγοράς. Απλή κοινοποίηση νέων ή τροποποιημένων ρυθμιστικών διορθωτικών μέτρων, που επιβάλλονται στο πλαίσιο προηγούμενης και μη αναθεωρημένης ανάλυσης της αγοράς, δεν θα θεωρείται ότι εκπληρώνει την υποχρέωση αυτή. Στην περίπτωση των δυναμικών αγορών, η μέγιστη επιτρεπόμενη περίοδος μεταξύ αναλύσεων της αγοράς θα πρέπει, ωστόσο, να παραμείνει τριετής. Μια αγορά θα πρέπει να θεωρείται δυναμική όταν οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για να οριστεί εάν πρέπει να επιβληθούν ή να αρθούν υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων της τεχνολογικής εξέλιξης και των μοτίβων ζήτησης των τελικών χρηστών, δεν είναι απίθανο να εξελιχθούν κατά τρόπο ώστε τα συμπεράσματα της ανάλυσης να μπορούν να μεταβληθούν εντός περιόδων μικρότερων του ενός έτους για σημαντικό αριθμό γεωγραφικών περιοχών που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 10 % της αγοράς.

(163)  Η επιβολή ειδικών υποχρεώσεων σε μια επιχείρηση με σημαντική ισχύ στην αγορά δεν απαιτεί πρόσθετη ανάλυση της αγοράς αλλά αιτιολόγηση ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι κατάλληλη και αναλογική σε σχέση με τη φύση του συγκεκριμένου προβλήματος στην εν λόγω αγορά ▌.

(164)  Κατά την εξέταση της αναλογικότητας των προς επιβολή υποχρεώσεων και όρων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν στους διάφορους τομείς εντός των αντιστοίχων κρατών μελών, και ιδίως τα αποτελέσματα της γεωγραφικής έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(165)  Όταν εξετάζουν κατά πόσον θα επιβάλουν επανορθωτικά μέτρα για τον έλεγχο των τιμών, και, αν επιβάλουν, με ποια μορφή, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να επιδιώκουν την επίτευξη δίκαιης ανταπόδοσης για τον επενδυτή όσον αφορά συγκεκριμένο νέο επενδυτικό έργο. Συγκεκριμένα, ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνους τα επενδυτικά έργα για νέα δίκτυα πρόσβασης που υποστηρίζουν προϊόντα για τα οποία η ζήτηση παραμένει αβέβαιη κατά την πραγματοποίηση της επένδυσης.

(166)  Οι επανεξετάσεις των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν οριστεί ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά κατά το χρονικό πλαίσιο ανάλυσης της αγοράς θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις νέων εξελίξεων στις συνθήκες ανταγωνισμού, για παράδειγμα εθελοντικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί προσφάτως μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης, όπως είναι οι συμφωνίες πρόσβασης και συνεπένδυσης, και έτσι να παρέχουν την ευελιξία που είναι ιδιαιτέρως αναγκαία στο πλαίσιο μεγαλύτερων ρυθμιστικών κύκλων. Παρόμοια λογική θα πρέπει να ισχύει στην περίπτωση απρόβλεπτης λύσης εμπορικών συμφωνιών. Αν η λύση αυτή συμβαίνει σε απορρυθμισμένη αγορά, ενδέχεται να είναι αναγκαία νέα ανάλυση της αγοράς.

(167)  Η διαφάνεια των όρων και προϋποθέσεων πρόσβασης και διασύνδεσης, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, συμβάλλει στην επίσπευση των διαπραγματεύσεων, στην αποφυγή των διενέξεων και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των συντελεστών της αγοράς ότι οι υπηρεσίες παρέχονται με αμερόληπτο τρόπο. Ο ανοικτός χαρακτήρας και η διαφάνεια των τεχνικών διεπαφών μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικοί για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας. Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών, μπορεί επίσης να ορίζει τον τρόπο με τον οποίον δημοσιοποιούνται οι πληροφορίες και εάν οι πληροφορίες παρέχονται δωρεάν ή όχι, ανάλογα με τη φύση και τον σκοπό των συγκεκριμένων πληροφοριών.

(168)  Λαμβανομένων υπόψη της ποικιλίας των τοπολογιών δικτύου, των προϊόντων πρόσβασης και των περιστάσεων της αγοράς που έχουν εμφανιστεί από το 2002, οι στόχοι του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, σχετικά με την αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου και την πρόσβαση για παρόχους υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης και ραδιοφώνου, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα και με πιο ευέλικτο τρόπο, με την παροχή κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τα ελάχιστα κριτήρια για προσφορά αναφοράς, τις οποίες θα πρέπει να επεξεργάζεται και να επικαιροποιεί περιοδικά ο BEREC. Ως εκ τούτου, το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2002/19/ΕΚ θα πρέπει να απαλειφθεί.

(169)  Η αρχή της αμεροληψίας διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά δεν προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού, ιδίως σε περιπτώσεις καθετοποιημένων επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε επιχειρήσεις τις οποίες ανταγωνίζονται σε αγορές σε επόμενο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας.

(170)  Για την αντιμετώπιση και την αποτροπή της συμπεριφοράς που εισάγει μη τιμολογιακές διακρίσεις, η ισοδυναμία εισροών (Equivalence of Inputs, EoI) είναι, καταρχήν, ο πιο σίγουρος τρόπος να επιτευχθεί αποτελεσματική προστασία έναντι των διακρίσεων. Από την άλλη πλευρά, η παροχή ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής βάσει της EoI είναι πιθανό να προκαλέσει υψηλότερο κόστος συμμόρφωσης σε σύγκριση με άλλες μορφές υποχρεώσεων μη διακριτικής μεταχείρισης. Αυτό το υψηλότερο κόστος συμμόρφωσης θα πρέπει να αποτιμάται έναντι των οφελών του εντονότερου ανταγωνισμού κατάντη και της συνάφειας των διασφαλίσεων κατά των διακρίσεων σε περιστάσεις όπου ο φορέας εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά δεν υπόκειται σε άμεσους ελέγχους τιμών. Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενδέχεται να κρίνουν ότι η παροχή εισροών χονδρικής μέσω νέων συστημάτων, επί τη βάσει EoI είναι πιθανότερο να δημιουργήσει επαρκή καθαρά οφέλη και, κατά συνέπεια, να κριθεί αναλογική, δεδομένου του συγκριτικά χαμηλότερου οριακού κόστους συμμόρφωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα νεοεγκατεστημένα συστήματα συνάδουν με την έννοια της EoI. Από την άλλη πλευρά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να σταθμίζουν πιθανά αντικίνητρα για την ανάπτυξη νέων συστημάτων, σε σχέση με πιο οριακές αναβαθμίσεις, στην περίπτωση που η πρώτη θα μπορούσε να υπόκειται σε πιο περιοριστικές ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Σε κράτη μέλη με μεγάλο αριθμό φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ μικρής κλίμακας, η επιβολή της EoI σε καθένα εξ αυτών των φορέων μπορεί να είναι δυσανάλογη.

(171)  Ο λογιστικός διαχωρισμός επιτρέπει τη διαφάνεια των εσωτερικών τιμολογήσεων και παρέχει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τη δυνατότητα να ελέγχουν, κατά περίπτωση, τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις αμεροληψίας. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει τη σύσταση 2005/698/EΚ, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης.

(172)  Τα πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και μπορούν να φιλοξενήσουν δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν ζωτική σημασία για την επιτυχή ανάπτυξη νέων δικτύων ▌λόγω του υψηλού κόστους επικάλυψής τους και των σημαντικών εξοικονομήσεων που μπορούν να γίνουν όταν είναι δυνατό να επαναχρησιμοποιηθούν. Ως εκ τούτου, επιπλέον των κανόνων για την υλική υποδομή που ορίζονται στην οδηγία 2014/61/ΕΕ, είναι αναγκαίο ειδικό διορθωτικό μέτρο σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής ανήκουν σε φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος έχει οριστεί ως κατέχων σημαντική ισχύ στην αγορά. Όταν υφίστανται πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και είναι επαναχρησιμοποιήσιμα, το θετικό αποτέλεσμα της επίτευξης αποτελεσματικής πρόσβασης σε αυτά για την ανάπτυξη ανταγωνιστικών υποδομών είναι πολύ υψηλό και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι η πρόσβαση στα εν λόγω πάγια στοιχεία μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτοτελές διορθωτικό μέτρο για τη βελτίωση της δυναμικής του ανταγωνισμού και της ανάπτυξης σε κάθε κατάντη αγορά, το οποίο θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την αξιολόγηση της ανάγκης να επιβληθούν οποιαδήποτε άλλα πιθανά διορθωτικά μέτρα, και όχι απλώς ως επικουρικό διορθωτικό μέτρο για άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες χονδρικής ή ως διορθωτικό μέτρο περιορισμένο σε επιχειρήσεις που κάνουν χρήση αυτών των άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών χονδρικής. Τα υφιστάμενα πάγια στοιχεία δεν θα πρέπει να θεωρούνται διαθέσιμα για επαναχρησιμοποίηση όταν η ύπαρξη τεχνικών ή φυσικών περιορισμών εμποδίζει τη λειτουργική πρόσβαση σε αυτά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποτιμούν τα επαναχρησιμοποιήσιμα παραδοσιακά πάγια στοιχεία με βάση τη ρυθμιστική λογιστική αξία, μετά την αφαίρεση της σωρευμένης απόσβεσης κατά τη στιγμή του υπολογισμού, τιμαριθμοποιημένη με κατάλληλο δείκτη τιμών, όπως ο δείκτης τιμών λιανικής, και εξαιρουμένων των πάγιων στοιχείων που έχουν αποσβεσθεί πλήρως, κατά τη διάρκεια περιόδου τουλάχιστον 40 ετών, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.

(173)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις για την πρόσβαση σε νέες και βελτιωμένες υποδομές, να εξασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις πρόσβασης αντανακλούν τις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται η απόφαση για επενδύσεις, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το κόστος ανάπτυξης, το αναμενόμενο ποσοστό απορρόφησης των νέων προϊόντων και υπηρεσιών και τα αναμενόμενα επίπεδα τιμών λιανικής. Πέραν τούτου, προκειμένου να παρασχεθεί βεβαιότητα σχεδιασμού στους επενδυτές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι ικανές να ορίσουν, εάν συντρέχει λόγος, όρους και προϋποθέσεις που χαρακτηρίζονται από συνέπεια σε ενδεδειγμένες περιόδους επανεξέτασης. Στην περίπτωση που οι έλεγχοι τιμών κρίνονται σκόπιμοι, αυτού του είδους οι όροι και προϋποθέσεις μπορούν να περιλαμβάνουν τιμολογιακές διευθετήσεις αναλόγως του όγκου ή της διάρκειας της σύμβασης σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και εφόσον δεν δημιουργούν διακρίσεις. Οιεσδήποτε προϋποθέσεις πρόσβασης επιβληθούν οφείλουν να συνάδουν με την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις υπηρεσίες που προσφέρονται σε καταναλωτές και επιχειρήσεις.

(174)  Η κατ’ εντολήν πρόσβαση σε υποδομή δικτύου, όπως ανενεργές ίνες, είναι δυνατόν να αιτιολογείται ως μέσο αύξησης του ανταγωνισμού. Όμως, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν εξίσου υπόψη τα δικαιώματα που έχει ο ιδιοκτήτης υποδομής να αξιοποιεί την υποδομή του προς όφελός του και τα δικαιώματα άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών να έχουν πρόσβαση σε εγκαταστάσεις που είναι ουσιώδεις για την παροχή εκ μέρους τους ανταγωνιστικών υπηρεσιών.

(175)  ▌.

(176)  Όταν επιβάλλονται στους φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις δυνάμει των οποίων πρέπει να ανταποκρίνονται στις εύλογες αιτήσεις πρόσβασης και χρήσης στοιχείων του δικτύου και συναφών εγκαταστάσεων, οι αιτήσεις αυτές θα πρέπει να απορρίπτονται μόνον βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η τεχνική σκοπιμότητα ή η ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας του δικτύου. Όταν απορρίπτεται η αίτηση πρόσβασης, το θιγόμενο μέρος μπορεί να υποβάλλει την υπόθεση στις διαδικασίες επίλυσης των διαφορών που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28. Δεν μπορεί να απαιτηθεί από ένα φορέα εκμετάλλευσης με υποχρεώσεις κατ’ εντολήν πρόσβασης να παρέχει τύπους πρόσβασης τους οποίους δεν είναι σε θέση να παράσχει. Η επιβολή από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρόσβασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό βραχυπρόθεσμα, δεν θα πρέπει να περιορίζει τα κίνητρα των ανταγωνιστών για επενδύσεις σε εναλλακτικές ευκολίες που θα εξασφαλίσουν πιο βιώσιμο ανταγωνισμό και/ή υψηλότερες επιδόσεις και οφέλη για τους τελικούς χρήστες μακροπρόθεσμα. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν τεχνικούς και λειτουργικούς όρους στον πάροχο και/ή στους δικαιούχους της κατ’ εντολήν πρόσβασης σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Συγκεκριμένα, η επιβολή τεχνικών προτύπων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την οδηγία 1535/2015/ΕΕ.

(177)  Ο έλεγχος των τιμών ενδέχεται να απαιτείται όταν από την ανάλυση συγκεκριμένης αγοράς προκύπτει ανεπαρκής ανταγωνισμός. Ιδιαίτερα, φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά θα πρέπει να αποφεύγουν τη συμπίεση τιμών, κατά την οποία η διαφορά μεταξύ των λιανικών τιμών τους και των τιμών διασύνδεσης και/ή πρόσβασης που χρεώνουν σε ανταγωνιστές, οι οποίοι παρέχουν παρεμφερείς λιανικές υπηρεσίες, δεν επαρκεί για την εξασφάλιση βιώσιμου ανταγωνισμού. Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή υπολογίζει το κόστος που συνεπάγεται η εγκατάσταση υπηρεσίας την οποία εντέλλεται η παρούσα οδηγία, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται εύλογη απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των ανάλογων εργατικών και οικοδομικών δαπανών, με την ανάλογη προσαρμογή του κεφαλαίου, εφόσον χρειάζεται, ώστε να αντανακλώνται οι τρέχουσες αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και η αποδοτικότητα της λειτουργίας. Η μέθοδος ανάκτησης του κόστους θα πρέπει να αρμόζει στην περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να προωθούνται η αποδοτικότητα, ο βιώσιμος ανταγωνισμός και η ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας και έτσι να μεγιστοποιούνται τα οφέλη για τους τελικούς χρήστες, ενώ θα πρέπει και να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για προβλέψιμες και σταθερές τιμές χονδρικής προς όφελος όλων των φορέων εκμετάλλευσης που επιδιώκουν να αναπτύξουν νέα και ενισχυμένα δίκτυα, σύμφωνα με την καθοδήγηση της Επιτροπής(27).

(178)  Λόγω αβεβαιότητας όσον αφορά τον βαθμό υλοποίησης της ζήτησης για παροχή ευρυζωνικών υπηρεσιών επόμενης γενιάς, είναι σημαντικό για την προώθηση αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομίας να παρέχεται στους φορείς εκμετάλλευσης που επενδύουν σε νέα ή αναβαθμισμένα δίκτυα ορισμένος βαθμός ευελιξίας στην τιμολόγηση. Προκειμένου να προλαμβάνονται οι υπερβολικές τιμές σε αγορές όπου υπάρχουν φορείς εκμετάλλευσης που ορίζονται ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά, η ευελιξία στην τιμολόγηση θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του ανταγωνισμού και των συμφερόντων των τελικών χρηστών, όπως αυστηρές υποχρεώσεις μη διακριτικής μεταχείρισης, μέτρα για την εξασφάλιση της τεχνικής και οικονομικής αναπαραγωγιμότητας των προϊόντων προηγούμενου σταδίου, καθώς και αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής που προκύπτει από τον ανταγωνισμό υποδομών ή τιμή αναφοράς που απορρέει από άλλα ρυθμιζόμενα προϊόντα πρόσβασης, ή και τα δύο. Αυτές οι διασφαλίσεις του ανταγωνισμού δεν θίγουν τον προσδιορισμό από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές των λοιπών περιστάσεων υπό τις οποίες θα ήταν σκόπιμο να μην επιβάλλονται ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης για ορισμένες εισροές χονδρικής, όπως όταν η υψηλή ελαστικότητα της ζήτησης από τους τελικούς χρήστες ως προς την τιμή καθιστά ασύμφορη για τον φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά την εφαρμογή τιμών αισθητά πάνω από το επίπεδο ανταγωνισμού.

(179)  Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις χρησιμοποίησης συστήματος κοστολόγησης για λόγους υποστήριξης του ελέγχου τιμών, μπορεί είτε να διενεργεί η ίδια ετήσιο έλεγχο για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με το εν λόγω σύστημα κοστολόγησης, υπό τον όρο ότι διαθέτει το αναγκαίο εξειδικευμένο προσωπικό, είτε να αναθέτει τη διενέργεια του ελέγχου σε άλλον εξειδικευμένο φορέα, ανεξάρτητο από τον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης.

(180)  Το σύστημα χρέωσης στην Ένωση για τον τερματισμό φωνητικών κλήσεων χονδρικής βασίζεται στο σύστημα χρέωσης δικτύου καλούντος. Από ανάλυση της δυνατότητας υποκατάστασης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης προκύπτει ότι, επί του παρόντος ή στο ορατό μέλλον, δεν υπάρχουν ακόμη υποκατάστατα σε επίπεδο χονδρικής που ενδεχομένως να περιορίζουν τον καθορισμό τελών τερματισμού σε δεδομένο δίκτυο. Λαμβανομένου υπόψη του αμφίδρομου χαρακτήρα πρόσβασης των αγορών τερματισμού, στα περαιτέρω προβλήματα ανταγωνισμού συγκαταλέγονται οι διεπιδοτήσεις μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης. Αυτά τα δυνητικά προβλήματα ανταγωνισμού είναι κοινά στις αγορές τερματισμού, τόσο σταθερών όσο και κινητών φωνητικών κλήσεων. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα της ικανότητας και των κινήτρων των φορέων εκμετάλλευσης τερματισμού να αυξήσουν τις τιμές σημαντικά πάνω από το κόστος, η κοστοστρέφεια θεωρείται η καταλληλότερη μεσοπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.

(181)  Προκειμένου να μειωθεί η κανονιστική επιβάρυνση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού σχετικά με τον τερματισμό φωνητικών κλήσεων χονδρικής με συνεκτικό τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίσει κοινή προσέγγιση ως βάση για τον καθορισμό των υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί με δεσμευτική κοινή μεθοδολογία που θα προσδιοριστεί από την Επιτροπή και με τεχνική καθοδήγηση που θα πρέπει να αναπτυχθεί από τον BEREC.

(182)  Για την απλούστευση του καθορισμού τους και τη διευκόλυνση της επιβολής τους, κατά περίπτωση, τα τέλη τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών στην Ένωση πρέπει να καθορίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίσει τα λεπτομερή κριτήρια και τις παραμέτρους βάσει των οποίων καθορίζονται οι τιμές των τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων. Κατά την εφαρμογή αυτής της δέσμης κριτηρίων και παραμέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι θα πρέπει να καλύπτονται μόνο οι δαπάνες που είναι πρόσθετες στην παροχή των υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων χονδρικής· ότι τα τέλη χρήσης ραδιοφάσματος εξαρτώνται από τους συνδρομητές και όχι από την κυκλοφορία και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αποκλείονται, καθώς και ότι το πρόσθετο ραδιοφάσμα διατίθεται κυρίως για δεδομένα και, επομένως, δεν αφορά την πρόσθετη παροχή του τερματισμού κλήσεων· ότι αναγνωρίζεται πως, ενώ σε κινητά δίκτυα η ελάχιστη αποδοτική κλίμακα εκτιμάται σε επίπεδο μεριδίου αγοράς τουλάχιστον 20 %, στα σταθερά δίκτυα μικρότεροι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να επιτύχουν τις ίδιες αποδόσεις και την ίδια παραγωγή στο ίδιο μοναδιαίο κόστος με τον αποδοτικό φορέα εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. Κατά τον καθορισμό του ακριβούς μέγιστου τέλους, η Επιτροπή θα πρέπει να περιλαμβάνει κατάλληλη στάθμιση ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός αριθμός τελικών χρηστών σε κάθε κράτος μέλος, όταν αυτό απαιτείται λόγω των αποκλίσεων κόστους που απομένουν. Κατά τον καθορισμό αυτού του τέλους από την Επιτροπή, θα είναι πολύτιμη και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πείρα του BEREC και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τη δημιουργία κατάλληλων υποδειγμάτων κόστους. Τα τέλη τερματισμού έχουν σημειώσει σταθερή μείωση σε ολόκληρη την Ένωση, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί. Όταν η Επιτροπή καθορίσει τα μέγιστα τέλη τερματισμού στην πρώτη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θα θεσπίσει δυνάμει της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να μη λάβει υπόψη τυχόν αδικαιολόγητες εξαιρετικές εθνικές αποκλίσεις από την εν λόγω τάση.

(183)  ▌.

.  Λόγω της τρέχουσας αβεβαιότητας όσον αφορά τον βαθμό υλοποίησης της ζήτησης για ευρυζωνικές υπηρεσίες πολύ υψηλής χωρητικότητας, καθώς και τις γενικές οικονομίες κλίμακας και την πυκνότητα, οι συμφωνίες συνεπένδυσης μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη όσον αφορά τη συγκέντρωση του κόστους και των κινδύνων, παρέχοντας τη δυνατότητα σε μικρότερης κλίμακας φορείς εκμετάλλευσης να επενδύουν υπό οικονομικώς ορθολογικούς όρους και, ως εκ τούτου, προάγοντας τον βιώσιμο, μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό, μεταξύ άλλων σε περιοχές όπου ο ανταγωνισμός με βάση τις υποδομές ενδέχεται να μην είναι αποδοτικός. ▌

(185)  Ο σκοπός του λειτουργικού διαχωρισμού, όπου ο καθετοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης απαιτείται να καθιερώσει λειτουργικά διακριτές επιχειρηματικές οντότητες, είναι η διασφάλιση της παροχής προϊόντων με πλήρως ισότιμη πρόσβαση σε όλους τους κατάντη φορείς εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων των κατάντη τμημάτων του ίδιου του καθετοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης. Ο λειτουργικός διαχωρισμός έχει τη δυνατότητα βελτίωσης του ανταγωνισμού σε διάφορες σχετικές αγορές, δεδομένου ότι μειώνει σημαντικά το κίνητρο για διακριτική μεταχείριση και καθιστά ευκολότερη την επαλήθευση και επιβολή της συμμόρφωσης με υποχρεώσεις αμεροληψίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο λειτουργικός διαχωρισμός ενδέχεται να δικαιολογηθεί ως επανορθωτικό μέτρο όπου έχει σημειωθεί μόνιμη αδυναμία επίτευξης αποτελεσματικής αμεροληψίας σε περισσότερες από μία σχετικές αγορές και όπου υπάρχει περιορισμένη ή καμία προοπτική ανταγωνισμού υποδομών εντός εύλογου χρονικού ορίζοντα, έπειτα από προσφυγή σε ένα ή περισσότερα επανορθωτικά μέτρα που προηγουμένως θεωρούνταν ενδεδειγμένα. Είναι, ωστόσο, πολύ σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι η επιβολή του διαχωρισμού αυτού θα διαφυλάσσει τα συμφέροντα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης να επενδύσει στο δίκτυό της και ότι δεν θα συνεπάγεται δυνητικά αρνητικά αποτελέσματα για την ευημερία των καταναλωτών. Για την επιβολή του απαιτείται συντονισμένη ανάλυση διάφορων σχετικών αγορών που συνδέονται με το δίκτυο πρόσβασης, σύμφωνα με τη διαδικασία ανάλυσης της αγοράς που ορίζεται στο άρθρο 67. Κατά την ανάλυση αγοράς και τη μελέτη των λεπτομερειών του εν λόγω επανορθωτικού μέτρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από τις διακριτές επιχειρηματικές οντότητες, λαμβάνοντας υπόψη τους την έκταση της εγκατάστασης του δικτύου και τον βαθμό τεχνολογικής προόδου, που ενδέχεται να επηρεάσουν τη δυνατότητα υποκατάστασης σταθερών και ασύρματων υπηρεσιών. Για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά οι προτάσεις λειτουργικού διαχωρισμού θα πρέπει να εγκρίνονται εκ των προτέρων από την Επιτροπή.

(186)  Η εφαρμογή λειτουργικού διαχωρισμού δεν αποκλείει κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού μεταξύ των διάφορων διακριτών επιχειρηματικών οντοτήτων ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία των δικαιωμάτων οικονομικής και διαχειριστικής εποπτείας της μητρικής εταιρείας.

(187)  Εάν καθετοποιημένη επιχείρηση επιλέξει να μεταφέρει σημαντικό μέρος ή το σύνολο των στοιχείων του δικτύου τοπικής πρόσβασής της σε διακριτή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή ιδρύοντας διακριτή επιχειρηματική οντότητα που ασχολείται με προϊόντα πρόσβασης, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εκτιμά το αποτέλεσμα της σκοπούμενης συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων τυχόν δεσμεύσεων πρόσβασης που προσφέρονται από την εν λόγω επιχείρηση, στο σύνολο των υφιστάμενων ρυθμιστικών υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στον καθετοποιημένο φορέα εκμετάλλευσης, ώστε να εξασφαλισθεί η συμβατότητα ενδεχόμενων νέων συμφωνιών με την παρούσα οδηγία. Η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να αναλαμβάνει νέα ανάλυση των αγορών όπου δραστηριοποιείται η διαιρεμένη οντότητα και, ανάλογα, να επιβάλλει, να διατηρεί, να τροποποιεί ή να αίρει υποχρεώσεις. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί πληροφορίες από την επιχείρηση.

(188)  Οι δεσμευτικές υποχρεώσεις μπορούν να προσδώσουν προβλεψιμότητα και διαφάνεια στη διαδικασία εθελούσιου διαχωρισμού από καθετοποιημένη επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές, με τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του σχεδιαζόμενου διαχωρισμού, για παράδειγμα με την παροχή χάρτη πορείας για την εφαρμογή με σαφή σημεία αναφοράς και προβλέψιμες συνέπειες σε περίπτωση μη επίτευξης ορισμένων από αυτά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εξετάζουν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με μακρόπνοη προοπτική βιωσιμότητας, ιδίως όταν επιλέγουν την περίοδο για την οποία αυτές καθίστανται δεσμευτικές, και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αξία που αποδίδουν τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη δημόσια διαβούλευση στις σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες της αγοράς.

(189)  Οι δεσμεύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τον διορισμό επιβλέποντα εντολοδόχου, του οποίου η ταυτότητα και η εντολή θα πρέπει να εγκρίνονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή, και την υποχρέωση του φορέα εκμετάλλευσης που τις παρέχει να υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις εφαρμογής.

(190)  Οι ιδιοκτήτες δικτύου που δεν έχουν δραστηριότητες λιανικής αγοράς και των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο περιορίζεται, ως εκ τούτου, στην παροχή υπηρεσιών χονδρικής σε άλλους, μπορούν να είναι επωφελείς για τη δημιουργία ακμάζουσας αγοράς χονδρικής, με θετικές επιπτώσεις στον κατάντη ανταγωνισμό λιανικής. Επιπλέον, το επιχειρηματικό τους μοντέλο μπορεί να είναι ελκυστικό για τους υποψήφιους επενδυτές σε λιγότερο ευμετάβλητα πάγια στοιχεία υποδομών και με πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές για ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας. Ωστόσο, η παρουσία φορέα εκμετάλλευσης αποκλειστικά χονδρικής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πραγματικά ανταγωνιστικές αγορές λιανικής, και είναι δυνατό οι φορείς εκμετάλλευσης αποκλειστικά χονδρικής να οριστούν ως κατέχοντες σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένες αγορές προϊόντων και γεωγραφικές αγορές. Οι κίνδυνοι για τον ανταγωνισμό που απορρέουν από τη συμπεριφορά φορέων εκμετάλλευσης που ακολουθούν επιχειρηματικά μοντέλα αποκλειστικά χονδρικής ενδέχεται να είναι χαμηλότεροι από ό,τι για τους καθετοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης, εφόσον το μοντέλο αποκλειστικά χονδρικής είναι γνήσιο και δεν υφίστανται κίνητρα για την εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ κατάντη παρόχων. Η ρυθμιστική αντίδραση θα πρέπει, ως εκ τούτου, να είναι αναλογικά λιγότερο επεμβατική. Από την άλλη πλευρά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να παρεμβαίνουν αν ανακύπτουν προβλήματα ανταγωνισμού σε βάρος των τελικών χρηστών.

(191)  Για τη διευκόλυνση της μετάβασης από τα παραδοσιακά δίκτυα χαλκού σε δίκτυα επόμενης γενιάς, η οποία είναι προς το συμφέρον των τελικών χρηστών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις σχετικές πρωτοβουλίες των ίδιων των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και, όταν κρίνεται απαραίτητο, να καθορίζουν κατάλληλη διαδικασία μετάβασης, για παράδειγμα μέσω προειδοποίησης, διαφάνειας και αποδεκτών προϊόντων ▌πρόσβασης, εφόσον αποδεικνύονται σαφώς η πρόθεση και η ετοιμότητα του ιδιοκτήτη να απενεργοποιήσει το δίκτυο χαλκού. Προκειμένου να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις της μετάβασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ανακαλούν τις υποχρεώσεις πρόσβασης που αφορούν το δίκτυο χαλκού, εφόσον έχει καθοριστεί κατάλληλη διαδικασία μετάβασης. Οι αιτούντες πρόσβαση που μεταβαίνουν από ένα πρόγραμμα πρόσβασης που βασίζεται σε παραδοσιακές υποδομές σε ένα πρόγραμμα πρόσβασης που βασίζεται σε πιο προηγμένη τεχνολογία ή μέσο, θα πρέπει να είναι σε θέση να αναβαθμίσουν την πρόσβασή τους σε οποιοδήποτε προϊόν υψηλότερης χωρητικότητας που υπόκειται σε ρύθμιση, σε περίπτωση που το επιθυμούν, χωρίς όμως αυτό να είναι υποχρεωτικό. Σε περίπτωση αναβάθμισης, οι αιτούντες πρόσβαση θα πρέπει να τηρούν τους όρους των κανονιστικών ρυθμίσεων για την πρόσβαση στο προϊόν πρόσβασης υψηλότερης χωρητικότητας, όπως έχουν καθοριστεί από την εθνική ρυθμιστική αρχή στο πλαίσιο της ανάλυσης αγοράς που έχει πραγματοποιήσει.

(192)   Η ελευθέρωση του τηλεπικοινωνιακού τομέα και η ενίσχυση του ανταγωνισμού και των επιλογών στις υπηρεσίες επικοινωνιών συμβαδίζουν με την παράλληλη δράση για τη θέσπιση εναρμονισμένου κανονιστικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει την παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Η έννοια της καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να εξελιχθεί ώστε να αντανακλά την πρόοδο της τεχνολογίας, την εξέλιξη της αγοράς και τις μεταβολές στις απαιτήσεις των χρηστών.

(193)  Η Ένωση συμβάλλει στην προστασία του καταναλωτή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(194)  Η καθολική υπηρεσία αποτελεί πλέγμα ασφαλείας για να εξασφαλίζεται ότι διατίθεται σε όλους τους καταναλωτές ένα σύνολο ελάχιστων υπηρεσιών σε προσιτή τιμή, σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού που προκύπτει από την έλλειψη αυτής της πρόσβασης αποτρέπει τους πολίτες από την πλήρη κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία.

(195)  Η βασική ευρυζωνική πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι σχεδόν καθολικά διαθέσιμη σε ολόκληρη την Ένωση και χρησιμοποιείται ευρύτατα για ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Ωστόσο, ο συνολικός βαθμός αξιοποίησης είναι χαμηλότερος από τη διαθεσιμότητα, διότι εξακολουθούν να υπάρχουν αποσυνδεδεμένα άτομα για λόγους που σχετίζονται με την ευαισθητοποίηση, το κόστος, τις δεξιότητες και από επιλογή. Η οικονομικά προσιτή λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο έχει αποκτήσει ζωτική σημασία για την κοινωνία και την ευρύτερη οικονομία. Παρέχει τη βάση για συμμετοχή στην ψηφιακή οικονομία και κοινωνία μέσω βασικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαδικτύου.

(196)  Θεμελιώδης απαίτηση της καθολικής υπηρεσίας είναι να διασφαλίζει ότι όλοι οι καταναλωτές έχουν πρόσβαση, σε προσιτή τιμή, σε διαθέσιμες υπηρεσίες ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών, τουλάχιστον σε σταθερή θέση. ▌ Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στα τεχνικά μέσα με τα οποία παρέχεται η σύνδεση σε σταθερή θέση, έτσι ώστε να επιτρέπεται εξίσου η χρήση ενσύρματων ή ασύρματων τεχνολογιών. Επίσης, δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί ως προς την κατηγορία των φορέων εκμετάλλευσης που θα φέρουν μέρος ή όλες τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εξασφάλιση ισοδύναμης πρόσβασης για τελικούς χρήστες με αναπηρία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν την οικονομική προσιτότητα για τους πολίτες εν κινήσει, εφόσον το θεωρούν απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης οικονομική και κοινωνική συμμετοχή στην κοινωνία.

(197)  Η ταχύτητα πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως φαίνεται από την πλευρά του χρήστη, μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων σύνδεσης στο διαδίκτυο καθώς και της εφαρμογής για την οποία χρησιμοποιείται η σύνδεση. Η διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτής ευρυζωνικής υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο που παρέχεται στο πλαίσιο της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να διαθέτει επαρκή ικανότητα πρόσβασης ώστε να στηρίζει την πρόσβαση και τη χρήση τουλάχιστον ενός ελάχιστου συνόλου βασικών διαδικτυακών υπηρεσιών και τουλάχιστον ενός ελάχιστου εύρους ζώνης που αντανακλά τη μέση χρήση τέτοιων υπηρεσιών από την πλειονότητα του πληθυσμού, με στόχο να εξασφαλιστεί επαρκές επίπεδο κοινωνικής ένταξης και συμμετοχής στην ψηφιακή κοινωνία και οικονομία. Εναπόκειται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC, να καθορίσουν τον καταλληλότερο τρόπο για να διασφαλιστεί η επίτευξη του εύρους ζώνης που είναι αναγκαίο για την υποστήριξη τουλάχιστον ενός τέτοιου ελάχιστου καταλόγου υπηρεσιών, με την επιδίωξη, παράλληλα, να αντικατοπτρίζεται η ικανότητα πρόσβασης στο διαδίκτυο που διαθέτει η πλειονότητα του πληθυσμού της επικράτειας ενός κράτους μέλους ή τμημάτων της. Για παράδειγμα, μπορεί να ορίζουν την ικανότητα πρόσβασης με βάση τις ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων του ελάχιστου εύρους ζώνης και του ελάχιστου όγκου δεδομένων. Οι απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με το ανοικτό διαδίκτυο, ιδίως όπως προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(28), θα πρέπει να ισχύουν για κάθε τέτοια υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε καταλόγου υπηρεσιών ή ελάχιστου εύρους ζώνης που υιοθετείται βάσει της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(198)  Δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική για τους καταναλωτές η πρόσβαση σε υπηρεσίες που δεν επιθυμούν και θα πρέπει, επομένως, να είναι δυνατό οι επιλέξιμοι καταναλωτές να περιορίζουν, κατόπιν αιτήματος, την οικονομικά προσιτή καθολική υπηρεσία μόνο στην υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών.

(199)   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν την εξέλιξη και το επίπεδο των τιμολογίων λιανικής για υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας. Η παρακολούθηση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να μην επιβαρύνει υπερβολικά από διοικητικής απόψεως ούτε τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ούτε τους παρόχους των εν λόγω υπηρεσιών.

(200)  Ως προσιτή τιμή νοείται η τιμή που ορίζουν τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο, υπό το πρίσμα των ειδικών εθνικών προϋποθέσεων, και θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επιλογές κοινωνικού τιμολογίου ή πακέτα για την αντιμετώπιση των αναγκών των χρηστών με χαμηλό εισόδημα ή των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες. Σε αυτούς τους τελικούς χρήστες μπορεί να περιλαμβάνονται οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με αναπηρία και οι καταναλωτές που κατοικούν σε αγροτικές ή γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές. Οι προσφορές αυτές θα πρέπει να παρέχονται με βασικά χαρακτηριστικά, προκειμένου να αποφεύγονται στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς και να εξασφαλίζεται το δικαίωμα πρόσβασης σε διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η οικονομική προσιτότητα για τους μεμονωμένους καταναλωτές θα πρέπει να στηρίζεται στο δικαίωμά τους να συνάπτουν σύμβαση με πάροχο, τη διαθεσιμότητα αριθμού, τη διαρκή σύνδεση της υπηρεσίας και τη δυνατότητά τους να παρακολουθούν και να ελέγχουν τις δαπάνες τους.

(201)  Δεν θα πρέπει να είναι πλέον δυνατή η άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε καταναλωτές στην ελάχιστη δέσμη υπηρεσιών συνδεσιμότητας. Το δικαίωμα σύναψης σύμβασης με πάροχο θα πρέπει να σημαίνει ότι οι καταναλωτές που ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με άρνηση, ιδίως εκείνοι με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμβαση για την παροχή οικονομικά προσιτών υπηρεσιών λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών τουλάχιστον σε σταθερή θέση με οποιοδήποτε πάροχο τέτοιου είδους υπηρεσιών στη θέση αυτή. Προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι οικονομικοί κίνδυνοι, όπως η μη εξόφληση λογαριασμών, οι πάροχοι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να παρέχουν τη σύμβαση με όρους προπληρωμής, βάσει οικονομικά προσιτών επιμέρους προπληρωμένων μονάδων.

(202)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι πολίτες είναι προσβάσιμοι με υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα τηλεφωνικού αριθμού για εύλογη χρονική περίοδο και επίσης κατά τη διάρκεια περιόδων μη χρήσης της υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών. Οι πάροχοι θα πρέπει να μπορούν να θέτουν σε εφαρμογή μηχανισμούς για τον έλεγχο του διαρκούς ενδιαφέροντος του καταναλωτή για διατήρηση της διαθεσιμότητας του αριθμού.

(203)  Η αποζημίωση των παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πρέπει να οδηγεί σε στρέβλωση του ανταγωνισμού, εάν οι εν λόγω επιχειρήσεις αποζημιώνονται για το συνεπαγόμενο καθαρό κόστος και εάν το καθαρό κόστος καλύπτεται με ανταγωνιστικώς ουδέτερο τρόπο.

(204)  Προκειμένου να αξιολογείται η ανάγκη για μέτρα οικονομικής προσιτότητας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν την εξέλιξη και τις λεπτομέρειες των προσφορών τιμολογιακών επιλογών ή δεσμών για καταναλωτές με χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες.

(205)  Όταν πρόσθετα μέτρα πέραν των κοινωνικών τιμολογιακών επιλογών ή δεσμών που παρέχονται από τους παρόχους δεν επαρκούν από μόνα τους για να εξασφαλίσουν την οικονομική προσιτότητα για όλους τους καταναλωτές με χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές ανάγκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να χορηγούν άμεση συμπληρωματική στήριξη στους εν λόγω καταναλωτές, όπως για παράδειγμα κουπόνια για εν λόγω καταναλωτές ή άμεσες πληρωμές για παρόχους. Αυτό μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη εναλλακτική λύση σε άλλα μέτρα, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις της αγοράς.

(206)  Τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν μέτρα για την προώθηση της δημιουργίας μιας αγοράς οικονομικά προσιτών προϊόντων και υπηρεσιών που να ενσωματώνουν διευκολύνσεις για καταναλωτές με αναπηρία, σύμφωνα με μια προσέγγιση καθολικού σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένου, όταν είναι αναγκαίο, εξοπλισμού με υποστηρικτικές τεχνολογίες που είναι διαλειτουργικός με τον διαθέσιμο στο κοινό εξοπλισμό και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με αναφορά σε ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 301 549 V1.1.2 (2015-04), ή με καθιέρωση προϋποθέσεων σύμφωνα με την οδηγία xxx/ΕΕΕΕ/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου▌(29). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν κατάλληλα μέτρα ανάλογα με τις εθνικές περιστάσεις, κάτι το οποίο παρέχει ευελιξία στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ειδικά μέτρα, για παράδειγμα, αν η αγορά δεν παράγει οικονομικά προσιτά προϊόντα και υπηρεσίες που να ενσωματώνουν διευκολύνσεις για καταναλωτές με αναπηρίες υπό τις συνήθεις οικονομικές συνθήκες. Το μέσο κόστος των υπηρεσιών αναμετάδοσης για καταναλωτές με αναπηρίες θα πρέπει να είναι ισοδύναμο με εκείνο των υπηρεσιών φωνητικής επικοινωνίας, προκειμένου να μην υφίστανται διάκριση οι καταναλωτές με αναπηρίες. Οι πάροχοι υπηρεσιών αναμετάδοσης θα πρέπει να αποζημιώνονται για το καθαρό κόστος τους, με βάση το άρθρο 84.

(207)  Για επικοινωνίες δεδομένων με ρυθμούς δεδομένων που επαρκούν για να επιτρέπεται η ▌πρόσβαση στο διαδίκτυο, οι συνδέσεις σταθερής τηλεφωνίας είναι σχεδόν καθολικά διαθέσιμες και χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των πολιτών σε ολόκληρη την Ένωση. Η τυπική σταθερή ευρυζωνική κάλυψη και διαθεσιμότητα στην Ένωση ανέρχεται στο 97 % των κατοικιών για το 2015, με μέσο ποσοστό αξιοποίησης 72 %, ενώ οι υπηρεσίες που βασίζονται σε ασύρματες τεχνολογίες έχουν ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα των σταθερών ευρυζωνικών συνδέσεων στις αστικές και τις αγροτικές περιοχές.

(208)  Η αγορά πρέπει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας της ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, με συνεχώς αυξανόμενη χωρητικότητα. Σε περιοχές όπου η αγορά δεν θα απέδιδε, άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής για την υποστήριξη της διαθεσιμότητας συνδέσεων ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο φαίνονται, καταρχήν, οικονομικώς πιο αποδοτικά και λιγότερο στρεβλωτικά για την αγορά από τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, για παράδειγμα η χρησιμοποίηση χρηματοδοτικών μέσων όπως αυτών που διατίθενται στο πλαίσιο του ΕΤΣΕ και του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη», η χρησιμοποίηση δημόσιας χρηματοδότησης από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία, η επιβολή υποχρεώσεων κάλυψης για τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να υποστηρίζεται η ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές και οι δημόσιες επενδύσεις σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας ως πιθανό μέτρο για να εξασφαλίζεται η διαθεσιμότητα πρόσβασης στο διαδίκτυο, εάν το οικείο κράτος μέλος το κρίνει αναγκαίο.

(209)  Αν, μετά την πραγματοποίηση της δέουσας αξιολόγησης, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της γεωγραφικής έρευνας για την ανάπτυξη δικτύων που διενεργείται από την εθνική ρυθμιστική αρχή, προκύπτει ότι ούτε η αγορά ούτε οι μηχανισμοί δημόσιας παρέμβασης είναι πιθανό να παρέχουν σε καταναλωτές ορισμένων περιοχών σύνδεση ικανή να παρέχει υπηρεσία ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, το κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να ορίζει, κατ’ εξαίρεση, διαφορετικούς παρόχους ή ομάδες παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών στα διάφορα αντίστοιχα μέρη της εθνικής επικράτειας. Οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας προς στήριξη της διαθεσιμότητας υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει να περιορίζονται από τα κράτη μέλη στην κύρια έδρα ή κατοικία του καταναλωτή. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στα τεχνικά μέσα με τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, έτσι ώστε να είναι εξίσου δυνατή η χρήση ενσύρματων ή ασύρματων τεχνολογιών, ούτε ως προς το ποιοι φορείς εκμετάλλευσης θα είναι επιφορτισμένοι με μέρος ή με το σύνολο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.

(210)  Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν με βάση αντικειμενικά κριτήρια ποιες επιχειρήσεις ορίζονται ως πάροχοι καθολικής υπηρεσίας, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την ικανότητα και την επιθυμία των επιχειρήσεων να αναλάβουν όλες ή μέρος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να μπορούν να ορίζουν, κατά τη διαδικασία καθορισμού, ειδικές προϋποθέσεις που δικαιολογούνται για λόγους αποτελεσματικότητας, μεταξύ άλλων συγκέντρωση γεωγραφικών περιοχών, επιμέρους στοιχεία ή ελάχιστη περίοδο καθορισμού.

(211)  Θα πρέπει να εκτιμάται το κόστος διασφάλισης της διαθεσιμότητας σύνδεσης ικανής να παρέχει υπηρεσία ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση και σε προσιτή τιμή στο πλαίσιο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, ιδίως με αξιολόγηση της αναμενόμενης οικονομικής επιβάρυνσης για παρόχους και χρήστες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(212)  Εξ ορισμού, οι απαιτήσεις για εξασφάλιση της εδαφικής κάλυψης σε εθνικό επίπεδο που επιβάλλονται κατά τη διαδικασία ορισμού είναι πιθανό να αποκλείουν ή να αποθαρρύνουν ορισμένες επιχειρήσεις από το να υποβάλουν αίτηση για να οριστούν ως πάροχοι καθολικής υπηρεσίας. Ο ορισμός παρόχων με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας για εκτεταμένη ή αόριστη χρονική περίοδο ενδέχεται επίσης να οδηγήσει σε εκ των προτέρων αποκλεισμό ορισμένων επιχειρήσεων.

(213)  Εφόσον ένας πάροχος που έχει οριστεί να εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο ή φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, όπως ορίζεται στο άρθρο 81 της παρούσας οδηγίας, επιλέγει να διαθέσει ένα σημαντικό τμήμα, υπό το φως της υποχρέωσής του όσον αφορά την καθολική υπηρεσία, ή όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που αφορούν την τοπική πρόσβαση σε δίκτυο στην εθνική επικράτεια σε μια χωριστή νομική οντότητα βάσει διαφορετικής τελικής ιδιοκτησίας, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να αξιολογήσει τις συνέπειες της συναλλαγής προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια ή σε μέρος της. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή η οποία επέβαλε τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να ενημερωθεί από τον πάροχο εκ των προτέρων όσον αφορά αυτή τη διάθεση. Η αξιολόγηση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής δεν θα πρέπει να προδικάσει την ολοκλήρωση της συναλλαγής.

(214)  Για να εξασφαλίζεται σταθερότητα και να στηρίζεται η σταδιακή μετάβαση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν την παροχή καθολικών υπηρεσιών στην επικράτειά τους, εκτός από τις υπηρεσίες ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής των οικείων υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας βάσει της οδηγίας 2002/22/ΕΚ κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι υπηρεσίες ή οι συγκρίσιμες υπηρεσίες δεν είναι διαθέσιμες υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν δημόσιους τηλεφωνικούς θαλάμους και σημεία πρόσβασης στις επικοινωνίες στα κύρια σημεία εισόδου στη χώρα, όπως αερολιμένες ή σιδηροδρομικοί σταθμοί και σταθμοί λεωφορείων, καθώς και σε μέρη που χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όπως νοσοκομεία, αστυνομικά τμήματα και περιοχές έκτακτης ανάγκης σε αυτοκινητοδρόμους, για την κάλυψη των εύλογων αναγκών των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των τελικών χρηστών με αναπηρία. Αν επιτραπεί η συνέχιση της παροχής δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων, καταλόγων και υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου σύμφωνα με το καθεστώς καθολικής υπηρεσίας, για όσο διάστημα αποδεικνύεται ακόμη η σχετική ανάγκη, θα παρασχεθεί στα κράτη μέλη η απαραίτητη ευελιξία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη οι ποικίλες εθνικές περιστάσεις. Ωστόσο, η χρηματοδότηση των εν λόγω υπηρεσιών θα πρέπει να γίνεται μέσω δημόσιων πόρων, όπως για τις λοιπές υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας.

(215)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρακολουθούν την κατάσταση των καταναλωτών όσον αφορά τη χρήση υπηρεσιών ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών, ιδίως όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα των εν λόγω υπηρεσιών. Η οικονομική προσιτότητα υπηρεσιών ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών συνδέεται με την ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τις δαπάνες χρήσης και με το σχετικό κόστος της χρήσης σε σχέση με άλλες υπηρεσίες, καθώς και με τη δυνατότητα να ελέγχουν τις δαπάνες τους. Κατά συνέπεια, η οικονομική προσιτότητα συνεπάγεται την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών, μέσω της επιβολής υποχρεώσεων στους παρόχους. Στις υποχρεώσεις αυτές, συμπεριλαμβάνεται ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάλυσης λογαριασμού, η δυνατότητα επιλεκτικής φραγής κλήσεων (όπως οι δαπανηρές κλήσεις σε υπηρεσίες πρόσθετου τέλους), η δυνατότητα των καταναλωτών να ελέγχουν τις δαπάνες τους με τη βοήθεια μέσων προπληρωμής και η δυνατότητα των καταναλωτών για τμηματική αποπληρωμή των αρχικών τελών σύνδεσης. Είναι δυνατόν να απαιτηθεί η αναθεώρηση ή η αλλαγή των μέτρων αυτών, ανάλογα με τις εξελίξεις στην αγορά.

(216)  Με εξαίρεση τις περιπτώσεις επανειλημμένης καθυστέρησης ή μη εξόφλησης των λογαριασμών, οι καταναλωτές που δικαιούνται οικονομικά προσιτά τιμολόγια θα πρέπει να προστατεύονται από την άμεση αποσύνδεση από το δίκτυο, λόγω μη εξόφλησης λογαριασμού και, ιδίως στην περίπτωση διαφορών που αφορούν μεγάλους λογαριασμούς για υπηρεσίες πρόσθετου τέλους, θα πρέπει να εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις βασικές υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών όσο εκκρεμεί η επίλυση της διαφοράς. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η παροχή της εν λόγω πρόσβασης συνεχίζεται μόνο εάν ο συνδρομητής συνεχίζει να καταβάλλει τα τέλη μίσθωσης της γραμμής.

(217)  Όταν η παροχή υπηρεσιών ▌πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών ή η παροχή άλλων καθολικών υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 82 προκαλούν αθέμιτη επιβάρυνση σε έναν πάροχο, λαμβανομένων δεόντως υπόψη του κόστους και των εσόδων, καθώς και των άυλων οφελών που προκύπτουν από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, αυτή η αθέμιτη επιβάρυνση μπορεί να περιλαμβάνεται σε τυχόν υπολογισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.

(218)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργούν, όπου χρειάζεται, μηχανισμούς για τη χρηματοδότηση του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, εφόσον αποδεικνύεται ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών είναι δυνατή μόνο με ζημία ή με καθαρό κόστος που αφίσταται της συνήθους εμπορικής πρακτικής. Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ο ορθός υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και κάθε χρηματοδότηση να προκαλεί την ελάχιστη δυνατή στρέβλωση στην αγορά και στις επιχειρήσεις, και να συνάδει με τα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(219)  Κάθε υπολογισμός του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κόστος και τα έσοδα, καθώς και τα άυλα οφέλη που προκύπτουν από την παροχή καθολικής υπηρεσίας, δεν θα πρέπει όμως να δυσχεραίνει τον γενικό στόχο της εξασφάλισης της αντιστοιχίας μεταξύ της τιμολόγησης και του κόστους. Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει διαφανών διαδικασιών.

(220)  Ο συνυπολογισμός των άυλων οφελών σημαίνει ότι, για να καθοριστεί η συνολική επιβάρυνση κόστους, από το άμεσο καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να αφαιρείται μια χρηματική αποτίμηση των έμμεσων οφελών που αποκομίζει μια επιχείρηση λόγω της θέσης της, ως φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας.

(221)  Όταν μια υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας επιβαρύνει υπερβολικά μια επιχείρηση, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να δημιουργούν μηχανισμούς για την ουσιαστική κάλυψη του καθαρού κόστους. Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να ανακτάται μέσω δημόσιων πόρων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να υιοθετούν ή να διατηρούν μηχανισμούς για τον επιμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Οι εν λόγω μηχανισμοί θα πρέπει να επανεξετάζονται τουλάχιστον κάθε τρία έτη, προκειμένου να προσδιορίζεται ποια στοιχεία του καθαρού κόστους θα πρέπει να εξακολουθήσουν να επιμερίζονται και ποια θα πρέπει να αντισταθμίζονται από δημόσια κονδύλια. Η λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο αποφέρει οφέλη όχι μόνο στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά και για την ευρύτερη διαδικτυακή οικονομία και την κοινωνία στο σύνολό της. Η παροχή σύνδεσης που υποστηρίζει ευρυζωνικές ταχύτητες σε αυξημένο αριθμό τελικών χρηστών τους παρέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν διαδικτυακές υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, να συμμετέχουν ενεργά στην ψηφιακή κοινωνία. Η εξασφάλιση αυτών των συνδέσεων με βάση τις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας εξυπηρετεί τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό το δημόσιο συμφέρον όσο και τα συμφέροντα των παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αντισταθμίζουν το καθαρό κόστος αυτών των συνδέσεων που υποστηρίζουν ευρυζωνικές ταχύτητες ως μέρος της καθολικής υπηρεσίας από δημόσιους πόρους, οι οποίοι θα πρέπει να νοείται ότι περιλαμβάνουν χρηματοδότηση από προϋπολογισμούς γενικής κυβέρνησης.

(222)  Οι επιχειρήσεις που επωφελούνται της χρηματοδότησης για την παροχή καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να υποβάλλουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές με επαρκείς λεπτομέρειες τα συγκεκριμένα στοιχεία που χρήζουν χρηματοδότησης προκειμένου να δικαιολογήσουν το αίτημά τους. Τα συστήματα των κρατών μελών για την κοστολόγηση και τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή προκειμένου να εξακριβώνεται αν συμβιβάζονται με τη συνθήκη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαφάνεια και τον έλεγχο των ποσών που διατίθενται για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους παροχής καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενική και διαφανή μεθοδολογία ώστε να διασφαλίζεται η οικονομικώς πλέον αποδοτική παροχή καθολικής υπηρεσίας και να προωθούνται ίσοι όροι ανταγωνισμού για τους φορείς της αγοράς. Αν η μεθοδολογία που πρόκειται να χρησιμοποιείται για να υπολογίζεται το καθαρό κόστος επιμέρους στοιχείων καθολικής υπηρεσίας καθίσταται γνωστή εκ των προτέρων, πριν από την εφαρμογή του υπολογισμού, αυτό θα ήταν δυνατό να συμβάλει στην επίτευξη αυξημένης διαφάνειας.

(223)  Για την αποτελεσματική στήριξη της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, υπηρεσιών και προσώπων εντός της Ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση ορισμένων εθνικών πόρων αριθμοδότησης, ιδίως ορισμένων μη γεωγραφικών αριθμών, με εξωεδαφικό τρόπο, δηλαδή εκτός της επικράτειας του χορηγούντος κράτους μέλους και σε όλη την επικράτεια της Ένωσης. Λόγω του σημαντικού κινδύνου απάτης όσον αφορά τις διαπροσωπικές επικοινωνίες, αυτή η εξωεδαφική χρήση θα πρέπει να επιτρέπεται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών με την εξαίρεση των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να διασφαλίζουν ότι οι σχετικές εθνικές νομοθετικές διατάξεις, ιδίως οι κανόνες προστασίας των καταναλωτών και άλλοι κανόνες που αφορούν τη χρήση αριθμών, εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το κράτος μέλος όπου έχουν χορηγηθεί τα δικαιώματα χρήσης αριθμών. Αυτό θα πρέπει να συνεπάγεται ότι οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου χρησιμοποιείται ένας αριθμός είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία τους στην επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ο αριθμός. Επιπλέον, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των εν λόγω κρατών μελών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τη στήριξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής που είναι αρμόδια για τη χορήγηση του αριθμού ώστε να τις επικουρεί στην επιβολή της τήρησης των κανόνων που ισχύουν στα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιείται ο αριθμός. Αυτά τα μέτρα στήριξης θα πρέπει να περιλαμβάνουν αποτρεπτικές κυρώσεις, ιδίως, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης, την ανάκληση του δικαιώματος εξωεδαφικής χρήσης των αριθμών που έχουν χορηγηθεί στην εκάστοτε επιχείρηση. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει, συνεπώς, να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με την εξωεδαφική χρήση των εν λόγω αριθμών, καθώς τούτο θα εμπόδιζε τη διασυνοριακή τους χρήση και θα δημιουργούσε φραγμό για την εσωτερική αγορά, χωρίς αυτό να θίγει τις εξουσίες των κρατών μελών να εμποδίζουν, κατά περίπτωση, την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης. Η εξωεδαφική χρήση αριθμών θα πρέπει να τελεί υπό την επιφύλαξη των κανόνων της Ένωσης που αφορούν την παροχή υπηρεσιών περιαγωγής, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την αποτροπή μη φυσιολογικής ή καταχρηστικής χρήσης των υπηρεσιών περιαγωγής οι οποίες υπόκεινται σε ρύθμιση των τιμών λιανικής και επωφελούνται από ρυθμιζόμενα τέλη περιαγωγής χονδρικής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθούν να είναι σε θέση να συνάπτουν ειδικές συμφωνίες για την εξωεδαφική χρήση πόρων αριθμοδότησης με τρίτες χώρες.

(224)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθούν την ασύρματη παροχή πόρων αριθμοδότησης ώστε να διευκολύνεται η αλλαγή παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η ασύρματη παροχή πόρων αριθμοδότησης καθιστά δυνατό τον επαναπρογραμματισμό των αναγνωριστικών κωδικών εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών χωρίς φυσική πρόσβαση στις σχετικές συσκευές. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις υπηρεσίες μηχανής προς μηχανή, δηλαδή υπηρεσίες που συνεπάγονται αυτοματοποιημένη μετάδοση δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ συσκευών ή εφαρμογών λογισμικού με περιορισμένη ή μηδενική ανθρώπινη διάδραση. Οι πάροχοι αυτών των υπηρεσιών μηχανής προς μηχανή ενδέχεται να μην έχουν δυνατότητα φυσικής πρόσβασης στις συσκευές τους λόγω της χρήσης τους σε απομακρυσμένες συνθήκες ή λόγω του μεγάλου αριθμού συσκευών που χρησιμοποιούνται ή λόγω των πρακτικών χρήσης τους. Λαμβανομένων υπόψη της αναδυόμενης αγοράς υπηρεσιών μηχανής προς μηχανή και των νέων τεχνολογιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίζεται η τεχνολογική ουδετερότητα κατά την προώθηση της ασύρματης παροχής.

(225)  Η πρόσβαση σε πόρους αριθμοδότησης βάσει διαφανών, αντικειμενικών και αμερόληπτων κριτηρίων, είναι απαραίτητη για τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να χορηγούν δικαιώματα χρήσης αριθμών σε άλλες επιχειρήσεις εκτός από τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβανομένης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των αριθμών για διάφορες υπηρεσίες διαδικτύου των πραγμάτων. Η διαχείριση όλων των εθνικών σχεδίων αριθμοδότησης θα πρέπει να πραγματοποιείται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των κωδίκων σημείων που χρησιμοποιούνται στη διευθυνσιοδότηση δικτύου. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρουσιάζεται ανάγκη εναρμόνισης των πόρων αριθμοδότησης στην Ένωση για την υποστήριξη της ανάπτυξης πανευρωπαϊκών υπηρεσιών ή διασυνοριακών υπηρεσιών, ιδίως νέων υπηρεσιών με βάση την επικοινωνία μηχανής προς μηχανή, όπως είναι τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα, και εφόσον η ζήτηση δεν ήταν δυνατό να καλυφθεί βάσει των υφιστάμενων πόρων αριθμοδότησης, η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει εκτελεστικά μέτρα με τη συνδρομή του BEREC .

(226)  Η απαίτηση δημοσίευσης των αποφάσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης αριθμών, είναι δυνατόν να πληρωθεί με τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων αυτών μέσω μιας ιστοσελίδας.

(227)   Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες πτυχές που αφορούν τις καταγγελίες για εξαφάνιση παιδιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιμείνουν στη δέσμευσή τους ώστε στις επικράτειές τους να είναι πλέον διαθέσιμη μια εύρυθμα λειτουργούσα υπηρεσία για την καταγγελία εξαφάνισης παιδιών στον αριθμό «116000». Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την επανεξέταση του εθνικού συστήματός τους όσον αφορά τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας, λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επίτευξη επαρκούς επιπέδου ποιότητας της υπηρεσίας κατά τη λειτουργία του αριθμού «116000» και διαθέτοντας τους χρηματοδοτικούς πόρους που απαιτούνται για τη λειτουργία της ανοιχτής τηλεφωνικής γραμμής. Ο ορισμός των αγνοούμενων παιδιών που υπάγονται στον αριθμό «116000» θα πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες παιδιών: παιδιά που έχουν εγκαταλείψει το σπίτι τους, διεθνείς απαγωγές παιδιών, αγνοούμενα παιδιά, απαγωγές από γονέα, αγνοούμενα παιδιά-μετανάστες, απαγωγές από εγκληματίες και παιδιά που έχουν χαθεί, σεξουαλικές κακοποιήσεις και περιπτώσεις που η ζωή του παιδιού βρίσκεται σε κίνδυνο.

(227α)  Παρότι έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την αύξηση της ενημέρωσης αφότου τέθηκαν σε λειτουργία οι πρώτες ανοιχτές τηλεφωνικές γραμμές μετά την απόφαση της Επιτροπής του 2007, η ενημέρωση σχετικά με τις ανοιχτές τηλεφωνικές γραμμές εξακολουθεί να ποικίλλει στις επιμέρους χώρες και συχνά βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η ενίσχυση των προσπαθειών των ανοιχτών τηλεφωνικών γραμμών για την αύξηση της ενημέρωσης σχετικά με τον αριθμό και τις παρεχόμενες υπηρεσίες αποτελεί σημαντικό βήμα για την καλύτερη προστασία και υποστήριξη των αγνοούμενων παιδιών και την πρόληψη της εξαφάνισης παιδιών. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τις προσπάθειες προώθησης του αριθμού «116000» στο ευρύ κοινό και μεταξύ των οικείων ενδιαφερομένων στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων προστασίας του παιδιού.

(228)  Η ενιαία αγορά συνεπάγεται ότι οι τελικοί χρήστες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε όλους τους αριθμούς που περιλαμβάνονται στα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης άλλων κρατών μελών καθώς και να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες, χρησιμοποιώντας μη γεωγραφικούς αριθμούς, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών ατελών κλήσεων και των αριθμών πρόσθετου τέλους, εντός της Ένωσης, εκτός από τις περιπτώσεις που ο καλούμενος τελικός χρήστης έχει επιλέξει, για εμπορικούς λόγους, να περιορίσει την πρόσβαση από ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Οι τελικοί χρήστες πρέπει επίσης να μπορούν να έχουν πρόσβαση στους καθολικούς διεθνείς αριθμούς ατελών κλήσεων (UIFN). Η διασυνοριακή πρόσβαση στους πόρους αριθμοδότησης και στις συνδεδεμένες υπηρεσίες δεν πρέπει να παρεμποδίζεται εκτός από αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, για παράδειγμα την καταπολέμηση της απάτης ή κατάχρησης (π.χ. σε σχέση με ορισμένες υπηρεσίες πρόσθετου τέλους) όταν ο αριθμός έχει οριστεί ότι έχει μόνο εθνικό πεδίο εφαρμογής (π.χ. εθνικός βραχύς κωδικός) ή όταν είναι οικονομικά ή τεχνικά ανέφικτο. Τα τέλη που επιβάλλονται στα μέρη που καλούν από περιοχές εκτός του εκάστοτε κράτους μέλους δεν χρειάζεται να είναι τα ίδια με εκείνα που επιβάλλονται στα μέρη που καλούν από περιοχές εντός του κράτους μέλους αυτού. Οι χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων, πλήρως και με σαφήνεια σχετικά με τυχόν χρεώσεις που επιβάλλονται στους αριθμούς ατελών κλήσεων, όπως τα τέλη διεθνών κλήσεων που επιβάλλονται σε αριθμούς που είναι προσβάσιμοι μέσω των τυποποιημένων διεθνών διακριτικών κλήσης.

(229)  Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτεί την άρση των φραγμών για τους τελικούς χρήστες, ώστε να έχουν διασυνοριακή πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση. Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό δεν θα πρέπει να αρνούνται ούτε να περιορίζουν την πρόσβαση, ούτε να προβαίνουν σε διακρίσεις σε βάρος των τελικών χρηστών με βάση την εθνικότητά τους ή το κράτος μέλος κατοικίας ή εγκατάστασής τους. Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατή η διαφοροποίηση, βάσει αντικειμενικά δικαιολογημένων διαφορών στο κόστος και τους κινδύνους, η οποία μπορεί να υπερβαίνει τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό 531/2012 σχετικά με την καταχρηστική ή μη φυσιολογική χρήση των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών περιαγωγής λιανικής.

(229α)  Εξακολουθούν να υφίστανται πολύ σημαντικές διαφορές στις τιμές τόσο των σταθερών όσο και των κινητών επικοινωνιών, μεταξύ των εγχώριων επικοινωνιών φωνής και σύντομων μηνυμάτων (SMS) και εκείνων που καταλήγουν σε άλλο κράτος μέλος. Όσο υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ χωρών, φορέων και τιμολογιακών πακέτων, καθώς και μεταξύ κινητών και σταθερών υπηρεσιών, εξακολουθούν να επηρεάζονται οι πιο ευάλωτες ομάδες πελατών και να δημιουργούνται εμπόδια στην απρόσκοπτη επικοινωνία εντός της ΕΕ. Ως εκ τούτου, κάθε σημαντική διαφορά ως προς τη λιανική τιμή μεταξύ των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που καταλήγουν στο ίδιο κράτος μέλος και εκείνων που καταλήγουν σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να δικαιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

(230)  Η αποκλίνουσα εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των τελικών χρηστών έχει δημιουργήσει σημαντικούς φραγμούς στην εσωτερική αγορά που επηρεάζουν τόσο τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσο και τους τελικούς χρήστες. Αυτοί οι φραγμοί θα πρέπει να μειωθούν με την εφαρμογή των ίδιων κανόνων που εξασφαλίζουν υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση. Η ισορροπημένη πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία αναμένεται να αυξήσει σημαντικά την ασφάλεια δικαίου, τόσο για τους τελικούς χρήστες όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και αναμένεται να μειώσει σημαντικά τους φραγμούς εισόδου και τα περιττά βάρη συμμόρφωσης που απορρέουν από τον κατακερματισμό των κανόνων. Η πλήρης εναρμόνιση συμβάλλει στην άρση των εμποδίων για την ενιαία αγορά που προκύπτουν από τις εν λόγω εθνικές διατάξεις για τους τελικούς χρήστες, οι οποίες προστατεύουν, ταυτόχρονα, τους εθνικούς παρόχους έναντι του ανταγωνισμού από άλλα κράτη μέλη. Προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας, διάφορες διατάξεις για τους τελικούς χρήστες θα πρέπει να ενισχυθούν ευλόγως στην παρούσα οδηγία με βάση τις βέλτιστες πρακτικές στα κράτη μέλη. Η πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων τους αυξάνει την εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών στην εσωτερική αγορά, διότι επωφελούνται από εξίσου υψηλό επίπεδο προστασίας όταν χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όχι μόνο στο κράτος μέλος τους, αλλά επίσης και ενώ ζουν, εργάζονται ή ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Ομοίως, οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να έχουν τη διαβεβαίωση ότι οι διατάξεις για τους τελικούς χρήστες και οι όροι γενικής άδειας δεν διαφέρουν όσον αφορά την προστασία των τελικών χρηστών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες στις περιπτώσεις που προβλέπεται ρητή παρέκκλιση στην παρούσα οδηγία, και να αναλαμβάνουν δράση σε τομείς που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

(231)  Οι συμβάσεις αποτελούν σημαντικό μέσο στη διάθεση των τελικών χρηστών για την εξασφάλιση διαφάνειας στην πληροφόρηση και ασφάλειας δικαίου. Οι περισσότεροι φορείς παροχής υπηρεσιών που λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, συνάπτουν συμβάσεις με τους πελάτες τους για λόγους προσέλκυσης πελατών. Πέραν των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, οι απαιτήσεις της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή που αφορούν στις συμβάσεις, ιδίως η οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών(30) και η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η συμπερίληψη απαιτήσεων πληροφόρησης στην παρούσα οδηγία, οι οποίες ενδέχεται επίσης να προβλέπονται και από την οδηγία 2011/83/ΕΕ, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε επανάληψη των ίδιων πληροφοριών στα προσυμβατικά και τα συμβατικά έγγραφα. Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πιο περιοριστικών και πιο λεπτομερών απαιτήσεων πληροφόρησης, θα πρέπει να θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτήσεις αυτού του είδους που προβλέπονται από την οδηγία 2011/83/ΕΕ.

(232)  Οι διατάξεις για τις συμβάσεις στην παρούσα οδηγία ▌δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στους καταναλωτές αλλά και σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, και σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, όπως ορίζονται στη νομοθεσία των κρατών μελών, των οποίων η διαπραγματευτική θέση είναι συγκρίσιμη με αυτή των καταναλωτών και, επομένως, θα πρέπει να επωφελούνται από το ίδιο επίπεδο προστασίας. Οι διατάξεις για τις συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που περιέχονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, θα εφαρμόζονται αυτομάτως στις εν λόγω επιχειρήσεις, εκτός αν αυτές προτιμούν να διαπραγματευτούν εξατομικευμένους όρους σύμβασης με παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αντίθετα με τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και, επομένως, δεν εξαρτώνται από τις ίδιες συμβατικές απαιτήσεις πληροφόρησης όπως οι καταναλωτές. Άλλες διατάξεις, όπως η φορητότητα αριθμού, οι οποίες είναι σημαντικές και για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για όλους τους τελικούς χρήστες. Οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι νομικές οντότητες οι οποίες δεν πραγματοποιούν κέρδη για τους ιδιοκτήτες ή τα μέλη τους. Κατά κανόνα, οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι φιλανθρωπικές οργανώσεις ή άλλου είδους οργανώσεις δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, εφόσον η κατάσταση των μη κερδοσκοπικών οργανισμών είναι παρόμοια με των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, είναι θεμιτό να αντιμετωπίζονται αυτοί οι οργανισμοί στην παρούσα οδηγία με τον ίδιο τρόπο όπως και οι πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών.

(233)  Οι ιδιαιτερότητες του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτούν, πέραν των οριζόντιων κανόνων για τις συμβάσεις, περιορισμένο αριθμό πρόσθετων διατάξεων προστασίας των τελικών χρηστών. Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να ενημερώνονται για κάθε προσφερόμενο επίπεδο ποιότητας υπηρεσιών, για τους όρους για τις προωθητικές ενέργειες και τη λύση των συμβάσεων, για τα εφαρμοστέα τιμολογιακά προγράμματα και τα τιμολόγια για υπηρεσίες που υπόκεινται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης. Αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών και τις υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για ευρυεκπομπή. Ένας πάροχος διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν θα πρέπει να υπόκειται στις υποχρεώσεις όσον αφορά απαιτήσεις πληροφοριών για συμβάσεις, όταν ο πάροχος και οι συνδεδεμένες εταιρείες ή πρόσωπα δεν λαμβάνουν καμία αμοιβή που να συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να αφορά ένα πανεπιστήμιο που προσφέρει στους επισκέπτες δωρεάν πρόσβαση στο δίκτυο Wi-Fi στις εγκαταστάσεις του χωρίς να εισπράττει οποιαδήποτε αμοιβή για την παροχή αυτής της υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ούτε μέσω καταβολής από τους χρήστες ούτε μέσω διαφημιστικών εσόδων. Προκειμένου να παρέχεται στον τελικό χρήστη η δυνατότητα να προβαίνει σε καλά τεκμηριωμένες επιλογές, είναι ουσιώδες οι απαιτούμενες σχετικές πληροφορίες να παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και σε σαφή και κατανοητή γλώσσα. Για τον ίδιο λόγο, οι πάροχοι θα πρέπει να παρέχουν περίληψη των ουσιωδών συμβατικών όρων. Για να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα και να μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης, η Επιτροπή θα πρέπει, κατόπιν διαβούλευσης με τον BEREC, να θεσπίσει υπόδειγμα για τις εν λόγω περιλήψεις των συμβάσεων. Οι πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης καθώς και το υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τελικής σύμβασης.

(234)  Μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις πληροφορίες σχετικά με τους όρους που περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εφαρμογές και/ή τη χρήση τους, καθώς και όσον αφορά τη διαμόρφωση της κυκλοφορίας κατέστησαν άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να καταργηθούν.

(235)   Σε ό,τι αφορά τον τερματικό εξοπλισμό, στη σύμβαση πελάτη πρέπει να γίνεται σαφής μνεία, αφενός όλων των περιορισμών τους οποίους επιβάλλει ο πάροχος στη χρήση τέτοιου εξοπλισμού, όπως είναι το «κλείδωμα της κάρτας SIM» στις συσκευές κινητών επικοινωνιών, εάν τέτοιου είδους περιορισμοί δεν απαγορεύονται από την εθνική νομοθεσία, και αφετέρου όλων των τελών που συνεπάγεται ο τερματισμός της σύμβασης, είτε πριν από τη συμφωνημένη προθεσμία είτε στην καθορισμένη ημερομηνία λήξεώς της, περιλαμβανομένου του κόστους για τη διατήρηση του εξοπλισμού από τον πελάτη. Σε περίπτωση που ο τελικός χρήστης επιλέξει να διατηρήσει τον τερματικό εξοπλισμό που παρέχεται ως δέσμη κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης, οιαδήποτε οφειλόμενη αποζημίωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την κατά χρονική αναλογία αξία του τη στιγμή σύναψης της σύμβασης ή το τμήμα του τέλους υπηρεσίας που απομένει έως τη λήξη της σύμβασης, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μικρότερο. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν άλλες μεθόδους για τον υπολογισμό του συντελεστή αποζημίωσης όταν ο συντελεστής αυτός είναι ίσος ή μικρότερος από την υπολογιζόμενη αποζημίωση. Κάθε περιορισμός στη χρήση τερματικού εξοπλισμού σε άλλα δίκτυα θα πρέπει να αίρεται ατελώς από τον πάροχο το αργότερο έως την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης.

(236)  Με την επιφύλαξη της ουσιώδους υποχρέωσης του παρόχου που αφορά την ασφάλεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας, η σύμβαση πρέπει να αναφέρει σαφώς τη μορφή των μέτρων τα οποία ενδέχεται να λάβει ο πάροχος σε περίπτωση περιστατικών που αφορούν την ασφάλεια, ή σε απειλές και τρωτά σημεία.

(237)   Η διαθεσιμότητα διαφανών, επικαιροποιημένων και συγκρίσιμων πληροφοριών όσον αφορά τις προσφορές και τις υπηρεσίες αποτελεί καίριο στοιχείο για τους καταναλωτές ανταγωνιστικών αγορών στις οποίες υπάρχουν αρκετοί πάροχοι που προσφέρουν υπηρεσίες. Οι τελικοί χρήστες πρέπει να είναι σε θέση να συγκρίνουν εύκολα τις τιμές διαφόρων υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά με βάση πληροφορίες που δημοσιεύονται σε ευκόλως προσβάσιμη μορφή. Προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να συγκρίνουν εύκολα τις τιμές και τις υπηρεσίες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν αρμοδιότητες να απαιτούν από τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και/ή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και υπηρεσιών μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για ευρυεκπομπή, μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τις πληροφορίες (μεταξύ άλλων σχετικά με τα τιμολόγια, την ποιότητα των υπηρεσιών, τους περιορισμούς σχετικά με τον παρεχόμενο τερματικό εξοπλισμό, και άλλες σχετικές στατιστικές). Για οποιεσδήποτε απαιτήσεις αυτού του είδους θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα χαρακτηριστικά των εν λόγω δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι τρίτα μέρη έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν δωρεάν τις διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες που δημοσίευσαν οι επιχειρήσεις αυτές, με σκοπό την παροχή εργαλείων σύγκρισης.

(238)  Οι τελικοί χρήστες συχνά δεν γνωρίζουν το κόστος της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς ή δυσκολεύονται να εκτιμήσουν την οικεία κατανάλωση χρόνου ή δεδομένων κατά τη χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για να αυξηθεί η διαφάνεια και να καταστεί δυνατή η βελτίωση του ελέγχου των προϋπολογισμών τους για επικοινωνίες, είναι σημαντικό να παρέχονται στους τελικούς χρήστες διευκολύνσεις που να τους επιτρέπουν να παρακολουθούν την κατανάλωσή τους εγκαίρως.

(239)  Τα ανεξάρτητα εργαλεία σύγκρισης, όπως οι ιστότοποι, αποτελούν αποτελεσματικό μέσο για τους τελικούς χρήστες ώστε να αξιολογούν τα προτερήματα διαφόρων παρόχων διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών και να συγκεντρώνουν αμερόληπτες πληροφορίες, ιδίως με τη σύγκριση τιμών, τιμολογίων και ποιοτικών παραμέτρων σε ένα μέρος. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να αποσκοπούν στην παροχή τόσο σαφών και ακριβών όσο και ολοκληρωμένων και συνολικών πληροφοριών. Θα πρέπει επίσης να προσπαθούν να περιλαμβάνουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα προσφορών, ώστε να παρέχουν αντιπροσωπευτική επισκόπηση και να καλύπτουν σημαντικό τμήμα της αγοράς. Οι πληροφορίες που παρέχονται για αυτά τα εργαλεία θα πρέπει να είναι αξιόπιστες, αμερόληπτες και διαφανείς. Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται για τη διαθεσιμότητα αυτών των εργαλείων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες έχουν ελεύθερη πρόσβαση τουλάχιστον σε ένα τέτοιο εργαλείο στην αντίστοιχη επικράτειά τους.

(240)  Τα ανεξάρτητα εργαλεία σύγκρισης θα πρέπει να είναι λειτουργικά ανεξάρτητα από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μπορούν να τα διαχειρίζονται ιδιωτικές επιχειρήσεις ή αρμόδιες αρχές ή τρίτοι για λογαριασμό αρμόδιων αρχών, ωστόσο θα πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με καθορισμένα ποιοτικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων η απαίτηση να παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τους ιδιοκτήτες τους, να παρέχουν ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες, να αναφέρουν τον χρόνο της τελευταίας επικαιροποίησης, να καθορίζουν σαφή, αντικειμενικά κριτήρια στα οποία θα βασίζεται η σύγκριση και να περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα προσφορών για τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, που καλύπτουν σημαντικό μέρος της αγοράς. Κανένας πάροχος υπηρεσιών δεν θα πρέπει να τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης στα αποτελέσματα αναζήτησης, πέραν των εν λόγω σαφών αντικειμενικών κριτηρίων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προσδιορίζουν πόσο συχνά απαιτείται τα εργαλεία σύγκρισης να επανεξετάζουν και να επικαιροποιούν τις πληροφορίες που παρέχουν στους τελικούς χρήστες, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα με την οποία οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών επικαιροποιούν, εν γένει, τις τιμολογιακές και ποιοτικές πληροφορίες τους. Όταν σε κράτος μέλος υπάρχει ένα μόνο εργαλείο και το εν λόγω εργαλείο παύει να λειτουργεί ή δεν πληροί πλέον τα ποιοτικά κριτήρια, το κράτος μέλος θα πρέπει να μεριμνά ώστε οι καταναλωτές να αποκτούν πρόσβαση εντός ευλόγου χρόνου σε άλλο εργαλείο σύγκρισης σε εθνικό επίπεδο.

(241)  Προκειμένου να προωθούν ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος σε ό,τι αφορά τη χρήση διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να ενθαρρύνουν την προστασία των δικαιωμάτων ή ελευθεριών άλλων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να είναι σε θέση να παράγουν και να διανέμουν, με τη βοήθεια των παρόχων, πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος σχετικά με τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών. Εδώ μπορούν να περιλαμβάνονται πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος σχετικά με τις πλέον κοινές παραβιάσεις και τις έννομες συνέπειές τους, ▌συμβουλές και τρόποι προστασίας κατά κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια, που θα μπορούσαν για παράδειγμα να προέλθουν από γνωστοποίηση προσωπικών στοιχείων σε ορισμένες περιπτώσεις, καθώς και κατά κινδύνων για την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα, καθώς επίσης η διαθεσιμότητα εύχρηστου και διαμορφώσιμου λογισμικού ή επιλογών λογισμικού για την προστασία των παιδιών ή των ευπαθών ατόμων. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να συντονιστούν μέσω της διαδικασίας συνεργασίας που καθιερώνεται στην παρούσα οδηγία. Αυτές οι πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος πρέπει να ενημερώνονται εφόσον τούτο καθίσταται αναγκαίο και να παρουσιάζονται σε ευνόητη μορφή, όπως ορίζεται σε κάθε κράτος μέλος, καθώς και στους δικτυακούς τόπους των εθνικών δημόσιων αρχών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να υποχρεώνουν τους παρόχους να μεταδίδουν αυτές τις τυποποιημένες πληροφορίες σε όλους τους πελάτες τους κατά τον τρόπο που οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κρίνουν ως τον πιο κατάλληλο. Ωστόσο, η διάδοση των πληροφοριών αυτών δεν θα πρέπει να επιβαρύνει υπερβολικά τους παρόχους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από τους παρόχους τη διάδοση των πληροφοριών αυτών με τα μέσα που χρησιμοποιούν οι τελευταίοι στην επικοινωνία τους με τους τελικούς χρήστες κατά τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητά τους.

(242)  Ελλείψει σχετικών κανόνων του ενωσιακού δικαίου, το περιεχόμενο, οι εφαρμογές και οι υπηρεσίες μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες ή επιβλαβείς σύμφωνα με το εθνικό ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο. Είναι καθήκον των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, και όχι των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να αποφασίσουν, σύμφωνα με τη δέουσα διαδικασία, κατά πόσον το περιεχόμενο, οι εφαρμογές ή οι υπηρεσίες είναι νόμιμες ή επιβλαβείς. Η παρούσα οδηγία και η οδηγία 2002/58/ΕΚ για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες δεν θίγουν την οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο)(31), η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει κανόνα για την «απλή μετάδοση» για τους ενδιάμεσους παρόχους υπηρεσιών, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία αυτή.

(243)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένες να παρακολουθούν την ποιότητα των υπηρεσιών και να συλλέγουν, με συστηματικό τρόπο, πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα των παρεχόμενων στην επικράτειά τους υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αφορούν την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να συλλέγονται βάσει κριτηρίων που επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών και μεταξύ των κρατών μελών. Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, μπορούν να παρέχουν επαρκείς και ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες που παρέχουν με σκοπό εμπορικά οφέλη. Όταν ένας πάροχος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για λόγους που συνδέονται με την τεχνική πραγμάτωση της υπηρεσίας, δεν έχει έλεγχο της ποιότητας της υπηρεσίας ή δεν προσφέρει ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας υπηρεσίας, δεν θα πρέπει να υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα της υπηρεσίας. Παρόλα αυτά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν τη δημοσίευση των πληροφοριών αυτών, εφόσον αποδειχθεί ότι οι πληροφορίες αυτές δεν διατίθενται πραγματικά στο κοινό. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να καθορίζουν τις μεθόδους μέτρησης που πρέπει να εφαρμόζονται από τους παρόχους υπηρεσιών ώστε να βελτιώνεται η συγκρισιμότητα των παρεχόμενων δεδομένων. Προκειμένου να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα σε ολόκληρη την Ένωση και να μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης, ο BEREC θα πρέπει να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές για τις σχετικές παραμέτρους ποιότητας των υπηρεσιών, τις οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

(244)  Προκειμένου να επωφελούνται πλήρως από το ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι καταναλωτές πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν επιλογές μετά από ενημέρωση και να αλλάζουν πάροχο όταν αυτό εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον τους. Είναι σημαντικό να διασφαλισθεί ότι είναι σε θέση να το πράττουν χωρίς να αντιμετωπίζουν νομικά, τεχνικά ή πρακτικά κωλύματα, στα οποία συγκαταλέγονται οι συμβατικοί όροι, οι διαδικασίες, τα τέλη κ.λπ. Αυτό δεν αποκλείει τον καθορισμό από τους παρόχους εύλογων ελάχιστων συμβατικών περιόδων έως και 24 μηνών στις συμβάσεις καταναλωτή. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν συντομότερη μέγιστη διάρκεια, ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες, όπως είναι τα επίπεδα ανταγωνισμού και η σταθερότητα των επενδύσεων σε δίκτυα, και οι πάροχοι θα πρέπει να προσφέρουν τουλάχιστον μία σύμβαση διάρκειας 12 μηνών ή λιγότερο. Ανεξάρτητα από τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι καταναλωτές ενδέχεται να προτιμούν και να επωφελούνται από μεγαλύτερη περίοδο επιστροφής για υλικές συνδέσεις. Αυτές οι δεσμεύσεις των καταναλωτών μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης δικτύων συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας έως τον τελικό χρήστη ή πολύ κοντά στους χώρους του τελικού χρήστη, μεταξύ άλλων μέσω συστημάτων συνάθροισης της ζήτησης που επιτρέπουν στους επενδυτές δικτύων να μειώνουν τους κινδύνους αρχικής αξιοποίησης. Ωστόσο, τα δικαιώματα των καταναλωτών να αλλάζουν παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως καθορίζονται με την παρούσα οδηγία, δεν θα πρέπει να περιορίζονται από τέτοιες περιόδους επιστροφής στις συμβάσεις για υλικές συνδέσεις, και οι συμβάσεις αυτές δεν θα πρέπει να καλύπτουν τερματικό σταθμό ή εξοπλισμό εσωτερικής πρόσβασης, όπως τηλεφωνικές συσκευές, δρομολογητές ή μόντεμ.

(245)  Οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι σε θέση να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς κανένα κόστος και στις περιπτώσεις αυτόματης παράτασης μετά τη λήξη της ▌περιόδου της σύμβασης.

(246)  Τυχόν αλλαγές των συμβατικών όρων που προτείνονται από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο ή υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών και υπηρεσιών μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για ευρυεκπομπή, σε βάρος του τελικού χρήστη, για παράδειγμα όσον αφορά επιβαρύνσεις, τιμολόγια, περιορισμούς του όγκου δεδομένων, ταχύτητες δεδομένων, κάλυψη ή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να θεωρείται ότι παρέχουν το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς κανένα κόστος, ακόμη και αν συνδυάζονται με ορισμένες επωφελείς αλλαγές. Η ενημέρωση των τελικών χρηστών σχετικά με τυχόν αλλαγές των συμβατικών όρων θα πρέπει να πραγματοποιείται σε σταθερό μέσο, όπως χαρτί, φορητή μνήμη USB, CD-ROM, DVD, κάρτα μνήμης, σκληρός δίσκος υπολογιστή ή μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

(247)  Η δυνατότητα αλλαγής παρόχων είναι καίριας σημασίας για τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό σε ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η διαθεσιμότητα διαφανών, ακριβών και έγκαιρων πληροφοριών σχετικά με την αλλαγή παρόχου αναμένεται να αυξήσει την εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών στη διαδικασία αλλαγής και να ενισχύσει την προθυμία τους να συμμετέχουν ενεργά στην ανταγωνιστική διαδικασία. Οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνέχιση της υπηρεσίας, ώστε οι τελικοί χρήστες να μπορούν να αλλάζουν παρόχους χωρίς να παρεμποδίζονται από τον κίνδυνο απώλειας της υπηρεσίας.

(248)  Ο φορητός αριθμός αποτελεί βασικό μέσο διευκόλυνσης των επιλογών του καταναλωτή και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε ανταγωνιστικές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι τελικοί χρήστες που υποβάλλουν σχετικό αίτημα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα διατήρησης του ίδιου αριθμού (-ών) στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, ανεξαρτήτως του παρόχου της υπηρεσίας και για περιορισμένο χρονικό διάστημα κατά την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών. Η παροχή της ευκολίας αυτής μεταξύ συνδέσεων με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές και σε μη σταθερές θέσεις δεν καλύπτεται από την παρούσα οδηγία. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν διατάξεις για τη μεταφορά αριθμών μεταξύ δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες σε σταθερές θέσεις και κινητών δικτύων.

(249)  Οι επιπτώσεις της φορητότητας των αριθμών ενισχύονται σημαντικά όταν υπάρχει διαφανής πληροφόρηση για τις τιμές, τόσο για τους τελικούς χρήστες που μεταφέρουν τους αριθμούς τους όσο και για τους τελικούς χρήστες που καλούν όσους έχουν μεταφέρει τους αριθμούς τους. Στο μέτρο του εφικτού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διευκολύνουν την κατάλληλη διαφάνεια τιμών στο πλαίσιο της εφαρμογής της φορητότητας αριθμού.

(250)  Όταν εξασφαλίζουν την κοστοστρέφεια των τιμών για διασύνδεση που σχετίζεται με την παροχή φορητότητας αριθμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις τιμές που ισχύουν σε συγκρίσιμες αγορές.

(251)   Η φορητότητα αριθμού ▌θα πρέπει να υλοποιείται με την ελάχιστη καθυστέρηση, έτσι ώστε ο αριθμός να ενεργοποιείται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα και ο καταναλωτής να μην υφίσταται απώλεια υπηρεσιών για περισσότερο από μια εργάσιμη ημέρα αρχής γενομένης από τη συμφωνημένη ημερομηνία. Προκειμένου να καθίσταται ευκολότερη η υπηρεσία μίας στάσης ώστε η εμπειρία της αλλαγής παρόχου να είναι ομαλή για τους καταναλωτές, ο πάροχος ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό στον οποίο μεταφέρεται ο αριθμός θα πρέπει να καθοδηγεί τη διαδικασία αλλαγής. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να προδιαγράφουν τη συνολική διαδικασία μεταφοράς αριθμών, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί συμβάσεων και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει, εφόσον είναι εφικτό, την απαίτηση να ολοκληρωθεί η μεταφορά μέσω ασύρματης παροχής, εκτός εάν ζητηθεί κάτι διαφορετικό από τον τελικό χρήστη. Η πείρα σε ορισμένα κράτη μέλη έχει δείξει ότι υπάρχει κίνδυνος οι καταναλωτές να μεταφερθούν σε άλλον πάροχο χωρίς τη συναίνεσή τους. Αν και αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει καταρχήν να αντιμετωπίζεται από τις αρχές επιβολής του νόμου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τα ελάχιστα αναλογικά μέτρα όσον αφορά τη διαδικασία αλλαγής φορέα, περιλαμβανομένων και κυρώσεων, τα οποία είναι αναγκαία για να ελαχιστοποιούνται αυτοί οι κίνδυνοι και να εξασφαλίζεται ότι οι συνδρομητές προστατεύονται καθ’ όλη τη διαδικασία αλλαγής φορέα, χωρίς η διαδικασία να καθίσταται λιγότερο ελκυστική για τους καταναλωτές. Το δικαίωμα φορητότητας αριθμού δεν θα πρέπει να περιορίζεται με συμβατικούς όρους.

(251α)  Για να διασφαλιστεί ότι η αλλαγή παρόχου και η μεταφορά αριθμού πραγματοποιούνται εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν μέτρα που προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης από πάροχο σε περίπτωση που δεν τηρείται μια συμφωνία με έναν τελικό χρήστη. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να είναι ανάλογα προς τη διάρκεια της καθυστέρησης κατά την εκτέλεση της συμφωνίας.

(252)  Οι δέσμες που περιέχουν τουλάχιστον διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, και άλλες υπηρεσίες, όπως η γραμμική ευρυεκπομπή, ή τερματικό εξοπλισμό, όπως συσκευές που προσφέρονται από τον ίδιο πάροχο και αποτελούν αντικείμενο κοινής σύμβασης, έχουν καταστεί όλο και περισσότερο διαδεδομένες και αποτελούν σημαντικό στοιχείο του ανταγωνισμού. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μια δέσμη θεωρείται ότι αποτελείται από μια υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο η οποία προσφέρεται μαζί με υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών ή από μια υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο και/ή υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών με διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές υπηρεσίες με εξαίρεση τις υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών μηχανής προς μηχανή και/ή τερματικό εξοπλισμό που παρέχεται από τον ίδιο πάροχο είτε i) βάσει της ίδιας σύμβασης ή ii) βάσει της ίδιας σύμβασης και δευτερευουσών συμβάσεων ή iii) βάσει της ίδιας σύμβασης και βάσει συνδεδεμένων συμβάσεων παρεχόμενων σε μία ενιαία συνδυασμένη τιμή. Αν και συχνά οι δέσμες αποφέρουν οφέλη για τους καταναλωτές, μπορούν να δυσχεράνουν ή να καταστήσουν πιο δαπανηρή την αλλαγή παρόχου και να δημιουργήσουν κινδύνους συμβατικού «εγκλωβισμού». Όταν εφαρμόζονται αποκλίνοντες συμβατικοί κανόνες σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης και την αλλαγή παρόχου για τις διάφορες υπηρεσίες, καθώς και για κάθε συμβατική δέσμευση σχετικά με την απόκτηση προϊόντων που αποτελούν μέρος δέσμης, οι καταναλωτές ουσιαστικά συναντούν εμπόδια στα δικαιώματα τους, δυνάμει της παρούσας οδηγίας, να στραφούν σε ανταγωνιστικές προσφορές για ολόκληρη τη δέσμη ή για μέρη αυτής. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τις συμβάσεις, τη διαφάνεια, τη διάρκεια και τη λύση των συμβάσεων και την αλλαγή παρόχου θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα στοιχεία μιας δέσμης, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες άλλοι κανόνες που διέπουν τα στοιχεία μη ηλεκτρονικών επικοινωνιών της δέσμης είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή. Άλλα συμβατικά ζητήματα, όπως τα διορθωτικά μέτρα που εφαρμόζονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης, θα πρέπει να διέπονται από τους κανόνες που εφαρμόζονται για το αντίστοιχο στοιχείο της δέσμης, για παράδειγμα από τους κανόνες των συμβάσεων για την πώληση αγαθών ή την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου. Για τους ίδιους λόγους, οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να εγκλωβίζονται σε έναν πάροχο μέσω συμβατικής εκ των πραγμάτων επέκτασης της ▌περιόδου σύμβασης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν τη διακριτική ευχέρεια να λαμβάνουν περαιτέρω νομοθετικά μέτρα όσον αφορά στοιχεία που σχετίζονται με μια δέσμη σε περιπτώσεις που η φύση τους προϋποθέτει διαφορετική ρυθμιστική αντιμετώπιση, για παράδειγμα επειδή τα στοιχεία αυτά καλύπτονται από άλλες τομεακές ρυθμίσεις ή προκειμένου να υπάρξει προσαρμογή σε αλλαγές στις πρακτικές της αγοράς.

(253)  Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών έχουν την υποχρέωση να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ιδίως λόγω αδυναμίας τεχνικής εφαρμογής, ενδέχεται να μη μπορούν να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή εντοπισμό του καλούντος, ή και στα δύο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να ενημερώνουν επαρκώς τους πελάτες τους με τη σύμβαση. Οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να παρέχουν στους πελάτες τους σαφείς και διαφανείς πληροφορίες στην αρχική σύμβαση και να τις επικαιροποιούν σε περίπτωση οιασδήποτε μεταβολής όσον αφορά την παροχή πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης , παραδείγματος χάριν στα τιμολόγια. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλους τους περιορισμούς που αφορούν την εδαφική κάλυψη επί τη βάσει των προγραμματισμένων τεχνικών παραμέτρων για τη λειτουργία της υπηρεσίας επικοινωνιών και της διαθέσιμης υποδομής. Όταν η υπηρεσία δεν παρέχεται από σύνδεση που υφίσταται διαχείριση ώστε να παρέχει ειδική ποιότητα υπηρεσιών, οι πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης το επίπεδο αξιοπιστίας της πρόσβασης και των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος σε σύγκριση με υπηρεσία παρεχόμενη μέσω αυτής της σύνδεσης, λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων προτύπων τεχνολογίας και ποιότητας καθώς και κάθε παράμετρο ποιότητας υπηρεσίας που καθορίζεται στην παρούσα οδηγία.

(254)  Σύμφωνα με τους στόχους του Χάρτη ▌και της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, το κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι όλοι οι τελικοί χρήστες, περιλαμβανομένων των τελικών χρηστών με αναπηρίες, των ηλικιωμένων καθώς και χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, θα έχουν εύκολη και ισότιμη πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές και προσβάσιμες υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους στην Ένωση. Στη δήλωση 22, η οποία προσαρτάται στην τελική πράξη του Άμστερνταμ, προβλέπεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες κατά την κατάρτιση μέτρων στο πλαίσιο του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ.

(255)  Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης ατελώς και χωρίς να υποχρεούνται να χρησιμοποιήσουν οιοδήποτε μέσο πληρωμής, από οποιαδήποτε συσκευή που παρέχει δυνατότητα υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, ακόμη και όταν χρησιμοποιούν υπηρεσίες περιαγωγής σε κράτος μέλος ή μέσω ιδιωτικών δικτύων τηλεπικοινωνιών. Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης αποτελούν μέσα επικοινωνίας, τα οποία περιλαμβάνουν όχι μόνο φωνητικές επικοινωνίες, αλλά επίσης κείμενο, βίντεο ή άλλου είδους επικοινωνίες σε πραγματικό χρόνο, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης υπηρεσιών αναμετάδοσης τρίτων, οι οποίες είναι ενεργοποιημένες σε κράτος μέλος για την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μπορούν να προκληθούν εκ μέρους προσώπου με το σύστημα eCall επί του οχήματος, όπως ορίζεται από τον κανονισμό 2015/758/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(32). Θα πρέπει, ωστόσο, τα κράτη μέλη να είναι αρμόδια να αποφασίζουν ποιες διαπροσωπικές επικοινωνίες βάσει αριθμών είναι κατάλληλες για υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να περιορίζουν τις επιλογές αυτές στις φωνητικές επικοινωνίες και τις ισοδύναμες υπηρεσίες για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες ή να προσθέτουν επιπλέον εναλλακτικές δυνατότητες όπως συμφωνείται με τα εθνικά κέντρα λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις ή η αυξημένη χρήση υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τη σκοπιμότητα της παροχής ακριβούς και αξιόπιστης πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, κατόπιν διαβούλευσης με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, τους φορείς τυποποίησης και άλλους ενδιαφερόμενους.

(256)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών σε τελικούς χρήστες παρέχουν αξιόπιστη και ακριβή πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες και τα εθνικά κριτήρια, καθώς και τις δυνατότητες των εθνικών κέντρων λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης. Όταν η υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών δεν παρέχεται με σύνδεση που παρέχει συγκεκριμένη ποιότητα υπηρεσιών, ο πάροχος υπηρεσιών ενδέχεται να μη μπορεί να εξασφαλίζει ότι οι κλήσεις έκτακτης ανάγκης που πραγματοποιούνται μέσω της υπηρεσίας του δρομολογούνται στο πλέον κατάλληλο PSAP με την ίδια αξιοπιστία. Για αυτούς τους παρόχους που είναι ανεξάρτητοι από δίκτυα, δηλαδή τους παρόχους που δεν έχουν ενσωματωθεί σε πάροχο δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, η παροχή πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος μπορεί να μην είναι πάντα τεχνικά εφικτή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται το συντομότερο δυνατό πρότυπα που εγγυώνται ακριβή και αξιόπιστη δρομολόγηση και σύνδεση με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να παρέχεται σε ανεξάρτητους από δίκτυα παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών η δυνατότητα να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και με την παροχή πληροφοριών εντοπισμού του καλούντος σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο που απαιτείται από άλλους παρόχους παρόμοιων υπηρεσιών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις που δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή τέτοια πρότυπα και τα συναφή συστήματα PSAP, οι ανεξάρτητες από δίκτυα υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης παρά μόνο με τρόπο τεχνικώς εφικτό ή οικονομικά βιώσιμο. Για παράδειγμα, μπορεί να περιλαμβάνεται ο ορισμός από ένα κράτος μέλος ενός μόνο κεντρικού PSAP για τη λήψη επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να ενημερώνουν τους τελικούς χρήστες ότι δεν υποστηρίζεται η πρόσβαση στον αριθμό 112 ή σε πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος.

(256β)  Υπάρχει σήμερα έλλειμμα όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων και τη μέτρηση των επιδόσεων από τα κράτη μέλη σε σχέση με τη λήψη και τον χειρισμό κλήσεων έκτακτης ανάγκης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, εγκρίνει δείκτες επιδόσεων εφαρμόσιμους στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης των κρατών μελών και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης «112» και σχετικά με τη λειτουργία των δεικτών επιδόσεων.

(257)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ειδικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένου του «112», έχουν εξίσου πρόσβαση οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες, ιδίως δε οι χρήστες που πάσχουν από κώφωση ή βαρηκοΐα, οι χρήστες με προβλήματα ομιλίας και οι χρήστες που πάσχουν συγχρόνως από κώφωση και τύφλωση μέσω υπηρεσιών πλήρους συνομιλίας ή μέσω της χρήσης υπηρεσιών αναμετάδοσης τρίτων που είναι διαλειτουργικές με τα δίκτυα τηλεφωνίας σε όλη την ΕΕ. Τα εν λόγω μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν επίσης την παροχή ειδικών τερματικών συσκευών σε άτομα με αναπηρία όταν οι προαναφερθέντες τρόποι επικοινωνίας δεν είναι κατάλληλοι για αυτά.

(258)  Έχει σημασία να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση όσον αφορά τον αριθμό «112» προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των πολιτών που ταξιδεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τον σκοπό αυτό οι πολίτες θα πρέπει να είναι πλήρως ενήμεροι, ιδίως μέσω πληροφοριών που παρέχονται σε διεθνείς τερματικούς σταθμούς λεωφορείων, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε λιμένες ή αερολιμένες, καθώς και στους τηλεφωνικούς καταλόγους, σε πληροφοριακό υλικό προς τους τελικούς χρήστες ή σε υλικό τιμολόγησης, ότι ο αριθμός «112» μπορεί να χρησιμοποιείται ως ενιαίος αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Αυτό αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των κρατών μελών, αλλά η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να υποστηρίζει και να συμπληρώνει τις πρωτοβουλίες των κρατών μελών για καλύτερη συνειδητοποίηση της χρήσης του αριθμού «112» και να αξιολογεί περιοδικά τις γνώσεις των πολιτών σχετικά με τον αριθμό αυτό.

(259)  Οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος βελτιώνουν το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των τελικών χρηστών και βοηθούν τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εφόσον η μετάδοση των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των συναφών δεδομένων στις εκάστοτε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είναι εγγυημένη από το εθνικό σύστημα των PSAP. Η λήψη και η χρησιμοποίηση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος, που περιλαμβάνουν τόσο πληροφορίες εντοπισμού βάσει δικτύου όσο και, εφόσον υπάρχουν, βελτιωμένες πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος μέσω συσκευής, θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς το σχετικό ενωσιακό δίκαιο για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προς τα μέτρα ασφαλείας. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν εντοπισμό βάσει δικτύου θα πρέπει να διαθέτουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης αμέσως μόλις η κλήση ληφθεί από την εν λόγω υπηρεσία, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας. Ωστόσο, οι τεχνολογίες εντοπισμού βάσει χειροσυσκευής έχουν αποδειχθεί σημαντικά ακριβέστερες και οικονομικά αποδοτικότερες λόγω της διαθεσιμότητας των δεδομένων που παρέχονται από τα δορυφορικά συστήματα Galileo και EGNOS και από άλλα παγκόσμια δορυφορικά συστήματα πλοήγησης και δεδομένων Wi-Fi. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος που αντλούνται βάσει χειροσυσκευής θα πρέπει να συμπληρώνουν τις πληροφορίες για τον εντοπισμό βάσει δικτύου, ακόμη και αν ο εντοπισμός βάσει χειροσυσκευής μπορεί να είναι διαθέσιμος μόνο μετά την αποκατάσταση της επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα PSAP είναι σε θέση να ανακτούν και να διαχειρίζονται τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, όταν αυτό είναι εφικτό. Η εξακρίβωση και η μετάδοση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος θα πρέπει να είναι ατελείς τόσο για τον τελικό χρήστη όσο και για την αρχή που χειρίζεται την επικοινωνία έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από τα μέσα διαπίστωσης, για παράδειγμα μέσω της χειροσυσκευής ή του δικτύου, ή από τα μέσα μετάδοσης, για παράδειγμα μέσω φωνητικού διαύλου, SMS ή βάσει πρωτοκόλλου διαδικτύου.

(260)  Προκειμένου να ανταποκριθεί στις τεχνολογικές εξελίξεις σχετικά με τις ακριβείς πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, την ισοδύναμη πρόσβαση για τελικούς χρήστες με αναπηρίες και τη δρομολόγηση κλήσεων στο πλέον κατάλληλο PSAP, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί για την έκδοση των αναγκαίων μέτρων για την εξασφάλιση της συμβατότητας, της διαλειτουργικότητας, της ποιότητας και της συνέχισης των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης στην Ένωση. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατό να συνίστανται σε λειτουργικές διατάξεις που καθορίζουν τον ρόλο των διαφόρων μερών στο πλαίσιο της επικοινωνιακής αλυσίδας, για παράδειγμα των παρόχων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των PSAP, καθώς και σε τεχνικές διατάξεις που καθορίζουν τα τεχνικά μέσα για την εκπλήρωση των λειτουργικών διατάξεων. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται με την επιφύλαξη της οργάνωσης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης στα κράτη μέλη.

(260α)  Επί του παρόντος, ένας πολίτης στη χώρα Α που χρειάζεται να επικοινωνήσει με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στη χώρα Β δεν μπορεί να το κάνει, επειδή οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης δεν έχουν μηχανισμό για τη μεταξύ τους επικοινωνία. Η λύση είναι να υπάρχει σε επίπεδο ΕΕ μια ασφαλής βάση δεδομένων τηλεφωνικών αριθμών για τις κύριες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης σε κάθε χώρα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή τηρεί μια ασφαλή βάση δεδομένων με τους αριθμούς των ευρωπαϊκών υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα με τη σύσταση Ε.164, ώστε να διασφαλίζει ότι οι εν λόγω υπηρεσίες είναι σε θέση να επικοινωνούν μεταξύ τους από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.

(260β)  Οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη έχουν αναδείξει την έλλειψη αποτελεσματικών δημόσιων συστημάτων προειδοποίησης στα κράτη μέλη και σε όλη την Ευρώπη. Έχει καίρια σημασία να μπορούν τα κράτη μέλη να ενημερώνουν το σύνολο του πληθυσμού σε μια καθορισμένη περιοχή σχετικά με εν εξελίξει καταστροφές/επιθέσεις ή επικείμενες απειλές, μέσω της χρήσης δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της ανάπτυξης ενός εθνικού αποτελεσματικού συστήματος επικοινωνίας «αντίστροφου 112» για την προειδοποίηση και τη θέση σε επιφυλακή των πολιτών σε περίπτωση επικείμενων ή εν εξελίξει φυσικών και/ή ανθρωπογενών σοβαρών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και καταστροφών, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων εθνικών και περιφερειακών συστημάτων και χωρίς να υπονομεύονται οι κανόνες ιδιωτικότητας και προστασίας των δεδομένων. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αξιολογήσει κατά πόσο είναι σκόπιμο να θεσπιστεί σε επίπεδο ΕΕ ένα καθολικό, προσβάσιμο, διασυνοριακό «σύστημα επικοινωνίας αντίστροφου 112» για την προειδοποίηση των πολιτών σε περίπτωση επικείμενης ή εξελισσόμενης καταστροφής ή σοβαρής κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε περισσότερα κράτη μέλη.

(261)   Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες απολαύουν ίσης πρόσβασης και δυνατότητας επιλογής στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (UNCRPD) και με την προσέγγιση καθολικού σχεδιασμού. Ειδικότερα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρίες επωφελούνται από τον ανταγωνισμό και τη δυνατότητα επιλογής παρόχων υπηρεσιών από τις οποίες επωφελείται και η πλειονότητα των τελικών χρηστών, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν, κατά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, και ύστερα από διαβούλευση με αντιπροσωπευτικές οργανώσεις ατόμων με αναπηρίες, απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή για τελικούς χρήστες με αναπηρίες τις οποίες πρέπει να πληρούν οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφούς τερματικού εξοπλισμού. Αυτές οι απαιτήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, την απαίτηση από τους παρόχους να προσφέρουν στους τελικούς χρήστες με αναπηρίες τις υπηρεσίες τους υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, των τιμολογίων και της ποιότητας, και της πρόσβασης σε συναφή τερματικό εξοπλισμό, με αυτούς που προσφέρουν και στους άλλους τελικούς χρήστες του δικτύου τους ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο επιπλέον κόστος που επωμίζονται οι εν λόγω πάροχοι. Άλλες απαιτήσεις μπορούν να σχετίζονται με τις ρυθμίσεις χονδρικής μεταξύ παρόχων. Προκειμένου να αποφεύγεται η δημιουργία υπερβολικής επιβάρυνσης για τους παρόχους υπηρεσιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ελέγχουν κατά πόσο οι στόχοι της ισότιμης πρόσβασης και επιλογής είναι πράγματι δυνατό να επιτευχθούν χωρίς αυτά τα μέτρα.

(262)  ▌

(262α)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθιστούν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των προσφερόμενων υπηρεσιών και σχετικά με τα χαρακτηριστικά προσβασιμότητας, σε προσβάσιμο μορφότυπο. Αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο των πληροφοριών θα πρέπει να διατίθεται σε μορφότυπους κειμένου που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία εναλλακτικών υποστηρηκτικών μορφοτύπων και εναλλακτικών λύσεων για το μη κειμενικό περιεχόμενο.

(262β)  Όσον αφορά τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιδιώκει να αντανακλά άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης για την εφαρμογή της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν τις αρχές και τα πρότυπα που καθορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/2102 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(33). Οι τέσσερις αρχές της προσβασιμότητας είναι: η αντιληπτικότητα, που σημαίνει ότι οι πληροφορίες και τα συστατικά στοιχεία διεπαφής με τον χρήστη πρέπει να μπορούν να παρουσιαστούν στους χρήστες με τρόπους που αυτοί να μπορούν να αντιληφθούν· η χρηστικότητα, που σημαίνει ότι τα συστατικά στοιχεία διεπαφής με τον χρήστη και η πλοήγηση θα πρέπει να είναι εύχρηστα· η κατανοησιμότητα, που σημαίνει ότι οι πληροφορίες και οι λειτουργίες της διεπαφής με τον χρήστη θα πρέπει να είναι κατανοητές· και η στιβαρότητα, που σημαίνει ότι το περιεχόμενο θα πρέπει να είναι αρκετά στιβαρό ώστε να μπορεί να ερμηνεύεται αξιόπιστα από ευρύ φάσμα πρακτόρων χρηστών, περιλαμβανομένων και υποστηρικτικών τεχνολογιών. Οι εν λόγω αρχές της προσβασιμότητας μεταφράζονται σε κριτήρια επιτυχίας που μπορούν να ελεγχθούν όπως όσα αποτελούν τη βάση του ευρωπαϊκού προτύπου ΕΝ 301 549 V1.1.2 «Απαιτήσεις προσβασιμότητας κατάλληλες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων προϊόντων και υπηρεσιών ΤΠΕ στην Ευρώπη» [ευρωπαϊκό πρότυπο EN 301 549 V1.1.2 (2015-04)] μέσω εναρμονισμένων προτύπων και μιας κοινής μεθοδολογίας για τον έλεγχο της συμμόρφωσης του περιεχομένου σε ιστότοπους και εφαρμογές για φορητές συσκευές με τις εν λόγω αρχές. Το εν λόγω ευρωπαϊκό πρότυπο εγκρίθηκε βάσει της εντολής Μ/376 που εκδόθηκε από την Επιτροπή προς τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης. Μέχρι τη δημοσίευση των στοιχείων αναφοράς σε εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι σχετικές ρήτρες του ευρωπαϊκού προτύπου EN 301 549 V1.1.2 (2015-04) πρέπει να θεωρούνται ως το ελάχιστο μέσο για την πρακτική εφαρμογή των εν λόγω αρχών σε ό,τι αφορά την παρούσα οδηγία και την ισότιμη πρόσβαση και επιλογή για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες.

(263)  Έχει αναπτυχθεί αποτελεσματικός ανταγωνισμός στην παροχή υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου και καταλόγων δυνάμει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής(34). Προκειμένου να διατηρηθεί αυτός ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός, όλοι οι φορείς παροχής υπηρεσιών που διαθέτουν αριθμούς τηλεφώνου στους τελικούς χρήστες τους θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υποχρεούνται να διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες κατά τρόπο δίκαιο, κοστοστρεφή και αμερόληπτο.

(264)  Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το δικαίωμά τους να αποφασίζουν αν επιθυμούν ή όχι να περιληφθούν σε κατάλογο. Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών θα πρέπει να σέβονται την απόφαση των τελικών χρηστών κατά τη διάθεση των δεδομένων σε παρόχους υπηρεσιών καταλόγου. Το άρθρο 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ διασφαλίζει το δικαίωμα των τελικών χρηστών στην ιδιωτική ζωή όσον αφορά τη συμπερίληψη των πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε δημόσιο κατάλογο.

(265)  Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να μπορούν να απολαύουν εγγύησης διαλειτουργικότητας για το σύνολο του εξοπλισμού ψηφιακής ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής λήψης που πωλείται στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν ελάχιστα εναρμονισμένα πρότυπα σε σχέση με τον εν λόγω εξοπλισμό. Τα πρότυπα αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται κατά καιρούς, ανάλογα με την τεχνολογική πρόοδο και τις εξελίξεις στην αγορά.

(266)  Είναι επιθυμητό να παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα να επιτυγχάνουν την πληρέστερη δυνατή σύνδεση με ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συσκευές. Η διαλειτουργικότητα είναι εξελισσόμενη έννοια στις δυναμικές αγορές. Οι φορείς τυποποίησης θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίζουν ότι τα κατάλληλα πρότυπα εξελίσσονται παράλληλα με τις σχετικές τεχνολογίες. Είναι επίσης σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι υπάρχουν σύνδεσμοι για τις ψηφιακές τηλεοπτικές συσκευές, οι οποίοι μπορούν να μεταδίδουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ενός ψηφιακού σήματος, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων ήχου και εικόνας, των πληροφοριών για την υπό όρους πρόσβαση, των πληροφοριών για τις υπηρεσίες, των Πληροφοριών Διεπαφής Προγράμματος (ΑΡΙ) και των πληροφοριών σχετικά με την προστασία έναντι αντιγραφής. Συνεπώς, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι η λειτουργικότητα που σχετίζεται και/ή εφαρμόζεται σε συνδέσμους δεν περιορίζεται από τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων, παρόχους υπηρεσιών ή κατασκευαστές εξοπλισμού και εξακολουθεί να εξελίσσεται παράλληλα με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Είναι σκόπιμη η δημιουργία ενός κοινού προτύπου για την παρουσίαση και την εμφάνιση των συνδεδεμένων τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ενός μηχανισμού καθοδηγούμενου από την αγορά, δεδομένου ότι θα ωφελούσε τους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μπορούν να αναλαμβάνουν πολιτικές πρωτοβουλίες, συμβατές προς τη συνθήκη, για να ενθαρρύνουν την εξέλιξη αυτή. Ο ραδιοεξοπλισμός ευρείας κατανάλωσης πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει σήμα τουλάχιστον από αναλογικές και ψηφιακές μεταδόσεις, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η διασυνοριακή διαλειτουργικότητα. Η διάταξη αυτή δεν θα πρέπει να ισχύει για τον χαμηλού κόστους ραδιοεξοπλισμό ευρείας κατανάλωσης ή για τον ραδιοεξοπλισμό στον οποίο η λήψη ραδιοφωνικών εκπομπών αποτελεί απλώς δευτερεύουσα λειτουργία, όπως παραδείγματος χάρη ένα κινητό τηλέφωνο με δέκτη FM. Επίσης, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στον ραδιοεξοπλισμό που χρησιμοποιείται από ραδιοερασιτέχνες, όπως, για παράδειγμα, τα έτοιμα συστήματα (kits) ραδιοεξοπλισμού προς συναρμολόγηση και χρήση από ραδιοερασιτέχνες ή ο εξοπλισμός που κατασκευάζεται από μεμονωμένους ραδιοερασιτέχνες για πειραματικούς και επιστημονικούς σκοπούς που συνδέονται με τον ραδιοερασιτεχνισμό.

(267)  Τα μέτρα σε επίπεδο χονδρικής, που εξασφαλίζουν την καταγραφή των δεδομένων των τελικών χρηστών (τόσο σταθερής όσο και κινητής τηλεφωνίας) σε βάσεις δεδομένων θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις διασφαλίσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων δυνάμει της οδηγίας 95/46/ΕΚ, η οποία θα αντικατασταθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679(35) στις 25 Μαΐου 2018, και συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες). Η παροχή αυτών των δεδομένων σε παρόχους υπηρεσιών, με τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν κεντρικό μηχανισμό για την παροχή συνεπών συγκεντρωτικών πληροφοριών σε παρόχους υπηρεσιών καταλόγου και την παροχή πρόσβασης στο δίκτυο με λογικούς και διαφανείς όρους, πρέπει να είναι προσανατολισμένη στο κόστος ώστε να διασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες επωφελούνται πλήρως από τον ανταγωνισμό, το οποίο έχει επιτρέψει, σε γενικές γραμμές, να γίνει δυνατή η άρση των επιμέρους ρυθμίσεων από τις υπηρεσίες αυτές και η παροχή προσφορών υπηρεσιών καταλόγου με λογικούς και διαφανείς όρους.

(268)  Μετά την κατάργηση της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας για υπηρεσίες καταλόγου και δεδομένης της ύπαρξης λειτουργούσας αγοράς για τις εν λόγω υπηρεσίες, το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου δεν είναι πλέον αναγκαίο. Ωστόσο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν ακόμη να επιβάλλουν υποχρεώσεις και όρους στις επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση σε τελικούς χρήστες για τη διατήρηση της πρόσβασης και του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά.

(269)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν αναλογικές υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» σε επιχειρήσεις που ευρίσκονται στη δικαιοδοσία τους, για την εξυπηρέτηση θεμιτών στόχων δημόσιας πολιτικής· οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει όμως να επιβάλλονται μόνον όπου είναι απαραίτητο για την κάλυψη στόχων δημόσιου συμφέροντος, σαφώς καθορισμένων από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ενώ θα πρέπει να είναι αναλογικές και διαφανείς. Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» είναι δυνατό να εφαρμόζονται σε ειδικευμένους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς διαύλους ευρυεκπομπής και συμπληρωματικές υπηρεσίες που προσφέρονται από ειδικευμένο πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας. Οι υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν τα κράτη μέλη, θα πρέπει να είναι εύλογες, δηλαδή θα πρέπει να είναι αναλογικές και διαφανείς, βάσει σαφώς καθορισμένων στόχων δημοσίου συμφέροντος, όπως η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και η πολιτιστική ποικιλομορφία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αντικειμενική αιτιολόγηση των υποχρεώσεων «μεταφοράς σήματος» που επιβάλλουν με την εθνική τους νομοθεσία, ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι διαφανείς, αναλογικές και σαφώς ορισμένες. Οι υποχρεώσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να παρέχονται επαρκή κίνητρα για αποδοτικές επενδύσεις στις υποδομές. Οι υποχρεώσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε περιοδική αναθεώρηση τουλάχιστον ανά πέντε έτη, προκειμένου να συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά και να διασφαλίζεται ότι εξακολουθούν να είναι ανάλογες προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν, ανάλογα με την περίπτωση, να συνεπάγονται την πρόβλεψη ανάλογης αποζημίωσης.

(269a)  Δεδομένου ότι η πλειονότητα του ψηφιακού τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης που χρησιμοποιείται σήμερα δέχεται τόσο αναλογικές όσο και ψηφιακές μεταδόσεις, δεν υπάρχει πλέον οικονομικός ή κοινωνικός λόγος να συνεχίσουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» σε αναλογικές και ψηφιακές τηλεοπτικές μεταδόσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποκλείει τέτοιες υποχρεώσεις αναλογικής μετάδοσης, εφόσον σημαντικός αριθμός χρηστών εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αναλογικό κανάλι ή όταν η αναλογική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση είναι το μόνο μέσο μετάδοσης.

(270)  Τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη διανομή ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών στο κοινό, περιλαμβάνουν την καλωδιακή τηλεόραση, την τηλεόραση μέσω πρωτοκόλλου διαδικτύου, τα δορυφορικά και τα επίγεια δίκτυα εκπομπών. Ενδέχεται επίσης να περιλαμβάνουν άλλα δίκτυα στο μέτρο που ένας σημαντικός αριθμός τελικών χρηστών χρησιμοποιεί τα δίκτυα αυτά ως το κύριο μέσο λήψης των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» θα πρέπει να περιλαμβάνουν και τη μετάδοση υπηρεσιών ειδικά σχεδιασμένων για να διευκολύνουν την ισοδύναμη πρόσβαση των χρηστών με αναπηρίες. Συνακολούθως, οι συμπληρωματικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σχεδιασμένες για τη βελτίωση της προσβασιμότητας από τελικούς χρήστες με αναπηρίες, όπως υπηρεσίες τηλεεικονογραφίας, υποτιτλισμού για κωφούς και άτομα με προβλήματα ακοής, ακουστικής περιγραφής, προφορικής εκφοράς υποτίτλων και διερμηνείας στη νοηματική γλώσσα. Λόγω της αυξανόμενης παροχής και λήψης υπηρεσιών συνδεδεμένης τηλεόρασης και της συνεχιζόμενης σημασίας των ηλεκτρονικών οδηγών προγράμματος για τις επιλογές των χρηστών, η μετάδοση σχετικών με το πρόγραμμα δεδομένων που είναι απαραίτητα για την υποστήριξη των λειτουργικών δυνατοτήτων της παροχής ηλεκτρονικών οδηγών προγράμματος, τηλεκειμένου και σχετικών με το πρόγραμμα διευθύνσεων IP μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σε υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος».

(271)  Οι ευκολίες αναγνώρισης καλούσας γραμμής διατίθενται συνήθως στα σύγχρονα τηλεφωνικά κέντρα και, κατά συνέπεια, είναι δυνατό να αυξάνεται η παροχή τους με μικρό ή και με μηδενικό κόστος. Εφόσον οι εν λόγω ευκολίες είναι ήδη διαθέσιμες, δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη να επιβάλλουν υποχρέωση για την παροχή τους. Η οδηγία 2002/58/ΕΚ διασφαλίζει την ιδιωτική ζωή των χρηστών όσον αφορά την ανάλυση λογαριασμού, παρέχοντας στους χρήστες τα μέσα για την προστασία του δικαιώματός τους της ιδιωτικής ζωής, με την εφαρμογή της αναγνώρισης της καλούσας γραμμής. Η ανάπτυξη των υπηρεσιών αυτών, σε πανευρωπαϊκή βάση, θα ωφελούσε τους καταναλωτές και ενθαρρύνεται από την παρούσα οδηγία.

(272)  Η δημοσίευση πληροφοριών από τα κράτη μέλη εξασφαλίζει ότι, οι συντελεστές της αγοράς και οι ενδεχόμενοι νεοεισερχόμενοι σε αυτήν, κατανοούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και γνωρίζουν πού να αναζητούν τις σχετικές λεπτομερείς πληροφορίες. Η δημοσίευση στην εθνική επίσημη εφημερίδα επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη σε άλλα κράτη μέλη να εντοπίζουν τις σχετικές πληροφορίες.

(273)  Προκειμένου να εξασφαλισθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η Επιτροπή θα πρέπει να επιβλέπει και να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τα τέλη που συμβάλλουν στον προσδιορισμό της τιμής για τους τελικούς χρήστες.

(274)  Προκειμένου να καθοριστεί η σωστή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, η Επιτροπή πρέπει να γνωρίζει ποιες επιχειρήσεις έχουν οριστεί ως έχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και ποιες υποχρεώσεις έχουν επιβληθεί στους συντελεστές της αγοράς από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Συνεπώς, εκτός από τη δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών, σε εθνικό επίπεδο, είναι αναγκαία και η αποστολή των πληροφοριών αυτών από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. Όταν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποστέλλουν πληροφορίες στην Επιτροπή, οι πληροφορίες αυτές μπορούν να αποστέλλονται σε ηλεκτρονική μορφή, εφόσον έχουν συμφωνηθεί κατάλληλες διαδικασίες επαλήθευσης.

(275)  Με στόχο τη συνεκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς, των κοινωνικών και τεχνολογικών εξελίξεων, τη διαχείριση των κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών και την εξασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον καθορισμό μέτρων για την αντιμετώπιση κινδύνων κατά της ασφάλειας, την προσαρμογή των όρων πρόσβασης σε υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης και ραδιοφώνου, τον καθορισμό ενιαίου τέλους τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών, την έγκριση μέτρων σχετικά με τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης στην Ένωση, και την προσαρμογή των παραρτημάτων II, IV, V, VI, VIII, IX και X της παρούσας οδηγίας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ίση συμμετοχή στην κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση σε συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(276)  Προκειμένου να εξασφαλίζονται ομοιόμορφες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για να εκδίδει αποφάσεις για την επίλυση διασυνοριακών επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ κρατών μελών, να καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή προτύπων ή να αφαιρεί πρότυπα και/ή προδιαγραφές από το υποχρεωτικό μέρος του καταλόγου προτύπων, να λαμβάνει αποφάσεις που καθορίζουν αν τα δικαιώματα σε εναρμονισμένη ζώνη πρέπει να υπόκεινται σε καθεστώς γενικής άδειας ή σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, να προσδιορίζει τους τρόπους εφαρμογής των κριτηρίων, των κανόνων και των όρων σχετικά με το εναρμονισμένο ραδιοφάσμα, να διευκρινίζει τους τρόπους εφαρμογής των όρων που ενδεχομένως θέτουν τα κράτη μέλη για άδειες χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, να προσδιορίζει τις ζώνες για τις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεταξύ τους δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, να καθορίζει κοινές περιοριστικές τελικές ημερομηνίες έως τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση συγκεκριμένων ζωνών εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, να εγκρίνει μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τη διάρκεια δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, να καθορίζει κριτήρια για να συντονίζει την εφαρμογή ορισμένων υποχρεώσεων, να προσδιορίζει τεχνικά χαρακτηριστικά για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, να αντιμετωπίζει τη μη καλυπτόμενη διασυνοριακή ή πανευρωπαϊκή ζήτηση για αριθμούς και να προσδιορίζει τη φύση και το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων που διασφαλίζουν την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή σε διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή.

(277)  Εν τέλει, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδει, αναλόγως των αναγκών και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, συστάσεις όσον αφορά την ταυτοποίηση των σχετικών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, τις κοινοποιήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς και την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου.

(278)  Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά, ιδίως προκειμένου να καθοριστεί η ανάγκη τροποποίησης υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων συνθηκών στην τεχνολογία ή τις αγορές. Λόγω του κινδύνου να εμφανιστούν μη ανταγωνιστικές ολιγοπωλιακές δομές αγοράς που θα αντικαταστήσουν τις μονοπωλιακές δομές αγοράς, στο πλαίσιο της επανεξέτασης θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις διατάξεις που αφορούν τις εξουσίες των εθνικών ρυθμιστικών αγορών να επιβάλλουν υποχρεώσεις πρόσβασης σε φορείς με σημαντική ισχύ στην αγορά, σε μεμονωμένο ή συλλογικό επίπεδο και σε συνδυασμό με άλλες υποχρεώσεις που ενδέχεται να τους επιβάλλονται, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι εξουσίες αυτές αρκούν για την ουσιαστική επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας.

(279)  Ορισμένες οδηγίες και αποφάσεις στον τομέα αυτό θα πρέπει να καταργηθούν.

(280)  Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί τη μετάβαση από το υφιστάμενο πλαίσιο στο νέο πλαίσιο.

(281)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, ήτοι η επίτευξη εναρμονισμένου και απλουστευμένου πλαισίου για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, των όρων για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών, της χρήσης ραδιοφάσματος και αριθμών, της ρύθμισης της πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και της διασύνδεσής τους, και της προστασίας των τελικών χρηστών είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλλίτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως εκτίθεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(282)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(36), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, στις περιπτώσεις όπου αιτιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

(283)  Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιώδη τροποποίηση σε σύγκριση με τις προϋπάρχουσες οδηγίες. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται κατ’ ουσία απορρέει από τις προϋπάρχουσες οδηγίες.

(284)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και την ημερομηνία εφαρμογής των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα XI μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Μέρος I. ΠΛΑΙΣΙΟ (γενικοί κανόνες για την οργάνωση του τομέα)

Τίτλος I: Πεδίο εφαρμογής, σκοπός & στόχοι, ορισμοί

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και σκοπός

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει εναρμονισμένο πλαίσιο για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, καθώς και ορισμένων πτυχών του τερματικού εξοπλισμού. Καθορίζει τα καθήκοντα των εθνικών ρυθμιστικών και, κατά περίπτωση, άλλων αρμόδιων αρχών και θεσπίζει σύνολο διαδικασιών για την εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου σε ολόκληρη την Ένωση.

2. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι, αφενός, η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη και χρήση ασφαλών δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προσβασιμότητα και οφέλη για τους τελικούς χρήστες.

Αφετέρου, σκοπός της είναι να εξασφαλισθεί η παροχή, σε ολόκληρη την Ένωση, διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών καλής ποιότητας, σε προσιτή τιμή, μέσω πραγματικού ανταγωνισμού και επιλογών, να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις όπου οι ανάγκες των τελικών χρηστών —συμπεριλαμβανομένων των χρηστών με αναπηρίες προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες επί ίσοις όροις με τους υπόλοιπους χρήστες— δεν καλύπτονται ικανοποιητικά από την αγορά και να καθοριστούν τα αναγκαία δικαιώματα τελικού χρήστη.

3. Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη:

- των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ή από το ενωσιακό δίκαιο σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών· - των μέτρων που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, τηρουμένου του ενωσιακού δικαίου, για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, τη ρύθμιση του περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα·

- των μέτρων που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, τηρουμένου του ενωσιακού δικαίου, για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, τη ρύθμιση του περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα.

- του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 531/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120.

3α. Όταν οι πληροφορίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η Επιτροπή, ο BEREC και οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν τη συμμόρφωση της επεξεργασίας δεδομένων με τους κανόνες της Ένωσης περί προστασίας των δεδομένων.

4. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ενωσιακών κανόνων για την προστασία των καταναλωτών, και ιδίως των οδηγιών 93/13/ΕΟΚ και 2011/83/EΕ, καθώς και των εθνικών κανόνων που είναι σύμφωνοι με το ενωσιακό δίκαιο.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

(1) «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών», τα συστήματα μετάδοσης, έστω και βασισμένα σε χωρητικότητα μόνιμων υποδομών ή κεντρικής διαχείρισης, και, κατά περίπτωση, ο εξοπλισμός μεταγωγής ή δρομολόγησης και οι λοιποί πόροι, περιλαμβανομένων μη ενεργών στοιχείων δικτύου, που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων, με τη χρήση καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου, περιλαμβανομένων των δορυφορικών δικτύων, των σταθερών (μεταγωγής δεδομένων μέσω κυκλωμάτων και πακετομεταγωγής, περιλαμβανομένου του Διαδικτύου) και κινητών επίγειων δικτύων, των συστημάτων ηλεκτρικών καλωδίων, εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση σημάτων, των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, ανεξάρτητα από το είδος των μεταφερόμενων πληροφοριών· δεν περιλαμβάνονται στοιχεία δικτύου που τα διαχειρίζονται ιδιώτες στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων·

(2) «δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας», το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είτε αποτελείται εξ ολοκλήρου από στοιχεία οπτικών ινών τουλάχιστον μέχρι το σημείο διανομής στην τοποθεσία εξυπηρέτησης είτε συνιστά δίκτυο οποιουδήποτε άλλου είδους που είναι ικανό να σημειώνει, υπό τις συνήθεις συνθήκες ωρών αιχμής, παρόμοιες επιδόσεις δικτύου όσον αφορά το διαθέσιμο ζωνικό εύρος ανερχόμενης και κατερχόμενης ζεύξης, την ανθεκτικότητα, τις σχετικές με τα σφάλματα παραμέτρους, καθώς και τον χρόνο αναμονής και τη διακύμανσή του. Οι επιδόσεις δικτύου αξιολογούνται βάσει τεχνικών παραμέτρων, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η εμπειρία του τελικού χρήστη ποικίλλει εξαιτίας των εγγενώς διαφορετικών χαρακτηριστικών του μέσου διά του οποίου το δίκτυο συνδέεται τελικά με το σημείο τερματισμού δικτύου.

(3)«διακρατικές αγορές», οι αγορές που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 63 και καλύπτουν την Ένωση ή σημαντικό μέρος της ευρισκόμενο σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη·

(4) «υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών», οι υπηρεσίες που παρέχονται ▌έναντι αμοιβής μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των οποίων η παροχή περιλαμβάνει «υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120· και/ή «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών»· και/ή υπηρεσίες που συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων, όπως υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών μεταξύ μηχανών και για την ευρυεκπομπή, αλλά δεν περιλαμβάνει τις υπηρεσίες που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου· καθώς και μη κερδοσκοπικές υπηρεσίες που παρέχονται από ιδιώτες·

(5) «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών», οι υπηρεσίες που παρέχονται ▌έναντι αμοιβής και με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα απευθείας διαπροσωπικής και διαδραστικής ανταλλαγής πληροφοριών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ πεπερασμένου αριθμού προσώπων, κατά την οποία τα πρόσωπα που αρχίζουν την επικοινωνία ή συμμετέχουν σε αυτήν καθορίζουν τον(-ους) αποδέκτη(-ες) της· δεν περιλαμβάνουν υπηρεσίες με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας απλώς ως έλασσον χαρακτηριστικό που συνδέεται άρρηκτα με άλλη υπηρεσία·

(6) «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών», οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που συνδέονται με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής, είτε μέσω χορηγούμενων πόρων αριθμοδότησης, δηλ. αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης, είτε μέσω παροχής της δυνατότητας επικοινωνίας με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης, και στις οποίες ο πάροχος της υπηρεσίας έχει ουσιαστικό έλεγχο του δικτύου που χρησιμοποιείται για να επιτελεστεί η επικοινωνία·

(7) «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών», οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που δεν συνδέονται με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής, είτε μέσω χορηγούμενων πόρων αριθμοδότησης, δηλ. αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης, είτε μέσω παροχής της δυνατότητας επικοινωνίας με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης·

(8) «δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών», το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ τερματικών σημείων δικτύου·

(9) «σημείο τερματισμού δικτύου» ή «ΣΤΔ», το υλικό σημείο στο οποίο παρέχεται στον τελικό χρήστη πρόσβαση στο δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών· στα δίκτυα μεταγωγής ή δρομολόγησης, το ΣΤΔ καθορίζεται μέσω ειδικής διεύθυνσης δικτύου, η οποία μπορεί να συνδέεται με το όνομα ή τον αριθμό του τελικού χρήστη.

(10) «συναφείς εγκαταστάσεις», οι συναφείς υπηρεσίες, οι υλικές υποδομές και άλλες εγκαταστάσεις ή στοιχεία που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε μεταξύ άλλων κτίρια ή εισόδους κτιρίων, καλωδιώσεις κτιρίων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, αγωγούς, σωληνώσεις, ιστούς, φρεάτια και κυτία σύνδεσης·

(11) «συναφείς υπηρεσίες», οι υπηρεσίες που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών ▌μέσω του εν λόγω δικτύου και/ή υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε, μεταξύ άλλων, συστήματα μετατροπής αριθμών ή συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, συστήματα υπό όρους πρόσβασης και οδηγούς ηλεκτρονικών προγραμμάτων, ▌καθώς και άλλες υπηρεσίες όπως ταυτοποίηση, εντοπισμό θέσης και ικανότητα παρουσίας·

(12) «σύστημα υπό όρους πρόσβασης», κάθε τεχνικό μέτρο, σύστημα ταυτοποίησης και/ή ρύθμιση, όπου η πρόσβαση σε προστατευόμενη υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης σε κατανοητή μορφή, εξαρτάται από τη συνδρομή ή κάποια άλλη μορφή προγενέστερης ειδικής άδειας·

(13) «χρήστης», κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που χρησιμοποιεί ή ζητά διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

(14) «τελικός χρήστης», χρήστης που δεν παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό·

(15) «καταναλωτής», κάθε φυσικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ζητά διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής δραστηριότητάς του ή του επαγγέλματός του·

(16) «παροχή δικτύου ηλεκτρονικών υπηρεσιών», η σύσταση, η λειτουργία, ο έλεγχος και η διάθεση τέτοιου δικτύου·

(17) «προηγμένος ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός», οι περιφερειακές συσκευές και οι σύνθετοι ψηφιακοί τηλεοπτικοί δέκτες για τη λήψη υπηρεσιών ψηφιακής αλληλεπιδραστικής τηλεόρασης·

(18) «Διασύνδεση Προγράμματος Εφαρμογής (ΑΡΙ)», η διασύνδεση λογισμικού μεταξύ των εξωτερικών εφαρμογών, που διαθέτουν οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς και οι πάροχοι υπηρεσιών, και του προηγμένου ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού για ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες·

(19) «κατανομή ραδιοφάσματος», ο καθορισμός δεδομένης ζώνης συχνοτήτων προς χρήση ενός ή περισσότερων τύπων ραδιοεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, υπό ειδικές συνθήκες·

(20) «επιβλαβείς παρεμβολές», οι παρεμβολές οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία υπηρεσίας ραδιοπλοήγησης ή άλλων υπηρεσιών ασφάλειας ή οι οποίες, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, υποβαθμίζουν σοβαρά, εμποδίζουν ή επανειλημμένα διακόπτουν μια ραδιοεπικοινωνιακή υπηρεσία που λειτουργεί σύμφωνα με τους εφαρμοστέους διεθνείς, ενωσιακούς ή εθνικούς κανονισμούς·

(21) «κλήση», σύνδεση που πραγματοποιείται μέσω διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας διαπροσωπικών επικοινωνιών που επιτρέπει αμφίδρομη επικοινωνία ομιλίας σε πραγματικό χρόνο·

(22) «ασφάλεια» δικτύων και υπηρεσιών, η ικανότητα δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να ανθίστανται, σε δεδομένο βαθμό αξιοπιστίας, σε ενέργειες που πλήττουν τη διαθεσιμότητα, την αυθεντικότητα, την ακεραιότητα ή το απόρρητο των δεδομένων που αποθηκεύονται, μεταδίδονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία ή των συναφών υπηρεσιών που προσφέρονται ή είναι προσβάσιμες μέσω των εν λόγω δικτύων ή υπηρεσιών·

(23) «γενική άδεια», νομικό πλαίσιο που θεσπίζεται από τα κράτη μέλη και εξασφαλίζει δικαιώματα για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις ανά τομέα που είναι δυνατόν να εφαρμόζονται σε όλους ή συγκεκριμένους τύπους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, εξαιρουμένων των μη κερδοσκοπικών υπηρεσιών που παρέχονται από ιδιώτες·

(24) «σημείο ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας», ο εξοπλισμός ασύρματης πρόσβασης σε δίκτυο χαμηλής ισχύος μικρού μεγέθους που λειτουργεί σε μικρή εμβέλεια, χρησιμοποιώντας ραδιοφάσμα για το οποίο έχει χορηγηθεί άδεια, ραδιοφάσμα εξαιρούμενο από την αδειοδότηση ή συνδυασμό αυτών, ο οποίος μπορεί ή όχι να είναι μέρος δημόσιου επίγειου δικτύου κινητών επικοινωνιών και να είναι εξοπλισμένος με μία ή περισσότερες κεραίες περιορισμένης οπτικής ενόχλησης, γεγονός που καθιστά δυνατή την ασύρματη πρόσβαση από τους χρήστες σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ανεξάρτητα από την τοπολογία του υφιστάμενου δικτύου, είτε κινητού είτε σταθερού·

(25) «ασύρματο τοπικό δίκτυο» (RLAN), το σύστημα ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος, που λειτουργεί σε μικρή εμβέλεια, με χαμηλό κίνδυνο παρεμβολών σε άλλα τέτοια συστήματα που έχουν αναπτυχθεί σε μικρή απόσταση από άλλους χρήστες, χρησιμοποιώντας, σε μη αποκλειστική βάση, ραδιοφάσμα για το οποίο οι προϋποθέσεις διαθεσιμότητας και αποτελεσματικής χρήσης για τον σκοπό αυτό είναι εναρμονισμένες σε ενωσιακό επίπεδο·

(26) «κοινή (μεριζόμενη) χρήση ραδιοφάσματος», η πρόσβαση από δύο ή περισσότερους χρήστες για τη χρήση των ίδιων συχνοτήτων σύμφωνα με καθορισμένη συμφωνία κοινής χρήσης (μερισμού), που έχει λάβει άδεια από αρμόδια αρχή βάσει γενικής άδειας, μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ή συνδυασμού αυτών, συμπεριλαμβανομένων ρυθμιστικών προσεγγίσεων όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης με στόχο τη διευκόλυνση της κοινής χρήσης μιας ζώνης συχνοτήτων, με την προϋπόθεση δεσμευτικής συμφωνίας όλων των εμπλεκόμενων μερών, σύμφωνα με τους κανόνες μερισμού που περιλαμβάνονται στα οικεία δικαιώματα χρήσης, ώστε να εξασφαλίζονται για όλους τους χρήστες προβλέψιμες και αξιόπιστες συμφωνίες κοινής χρήσης (μερισμού), και με την επιφύλαξη της εφαρμογής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

(27) «εναρμονισμένο ραδιοφάσμα», το ραδιοφάσμα για τη διαθεσιμότητα και αποτελεσματική χρήση του οποίου έχουν καθοριστεί εναρμονισμένες προϋποθέσεις μέσω τεχνικού μέτρου εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα)·

(28) «πρόσβαση», η διάθεση εγκαταστάσεων ή/και υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση, για το σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων όταν χρησιμοποιούνται για τη διανομή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Αφορά, μεταξύ άλλων: την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς εγκαταστάσεις, που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων (αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και σε εγκαταστάσεις και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου)· την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς· την πρόσβαση σε συναφή συστήματα λογισμικού, που περιλαμβάνουν συστήματα λειτουργικής υποστήριξης· την πρόσβαση στα συστήματα πληροφοριών ή στις βάσεις δεδομένων για προπαραγγελία, εφοδιασμό, παραγγελία, αιτήσεις συντήρησης και επισκευής, και για τιμολόγηση· την πρόσβαση σε μετάφραση αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες· την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ▌ιδίως για περιαγωγή· την πρόσβαση σε συστήματα υπό όρους πρόσβασης για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης, και την πρόσβαση σε υπηρεσίες εικονικού δικτύου·

(29) «διασύνδεση», η φυσική και λογική ζεύξη δημόσιων δικτύων επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική επιχείρηση προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες μιας επιχείρησης η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες της ίδιας ή άλλης επιχείρησης ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη επιχείρηση. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από τα εμπλεκόμενα μέρη ή από άλλα μέρη που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο. Η διασύνδεση είναι ειδικός τύπος πρόσβασης που εφαρμόζεται μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων.

(30) «φορέας εκμετάλλευσης», η επιχείρηση που παρέχει ή της επιτρέπεται να παρέχει ένα δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή μια συναφή εγκατάσταση·

(31) «τοπικός βρόχος», φυσική διαδρομή που χρησιμοποιείται από σήματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου με κεντρικό κατανεμητή ή με την αντίστοιχη εγκατάσταση στο σταθερό δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

(31α) «κοινόχρηστο τηλέφωνο», τηλέφωνο διαθέσιμο στο ευρύ κοινό, για τη χρήση του οποίου μπορεί να απαιτείται χρήση κέρματος ή/και πιστωτικής/χρεωστικής κάρτας ή/και προπληρωμένης κάρτας, συμπεριλαμβανομένων των καρτών που χρησιμοποιούνται με κώδικα επιλογής·

(32) «φωνητικές επικοινωνίες», υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμη στο κοινό για τη δημιουργία και τη λήψη, άμεσα ή έμμεσα, εθνικών κλήσεων ή εθνικών και διεθνών κλήσεων, μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικό ή διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης, και η οποία περιλαμβάνει άλλα μέσα επικοινωνίας ως εναλλακτική λύση στη φωνητική επικοινωνία, ειδικά απευθυνόμενα σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες, όπως υπηρεσίες πλήρους συνομιλίας (φωνή, βίντεο και κείμενο σε πραγματικό χρόνο) και βασιζόμενες σε κείμενο και βασιζόμενες σε βίντεο υπηρεσίες αναμετάδοσης·

(33) «γεωγραφικός αριθμός», αριθμός ο οποίος περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης, μέρος της ακολουθίας των ψηφίων του οποίου έχει γεωγραφική σημασία και χρησιμοποιείται για τη δρομολόγηση κλήσεων προς τον φυσικό τόπο του σημείου τερματισμού δικτύου (ΣΤΔ)·

(34) «μη γεωγραφικός αριθμός», αριθμός που περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης και δεν είναι γεωγραφικός αριθμός, όπως αριθμοί κινητών τηλεφώνων, αριθμοί ατελούς κλήσης και αριθμοί πρόσθετου τέλους·

(35) «κέντρο λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης» (PSAP), η φυσική τοποθεσία όπου λαμβάνονται αρχικά οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, υπό την ευθύνη δημόσιας αρχής, ή ιδιωτικού οργανισμού που αναγνωρίζεται από το κράτος μέλος·

(35α) «υπηρεσίες αναμετάδοσης», υπηρεσίες που επιτρέπουν στους κωφούς ή στα άτομα με προβλήματα ακοής ή ομιλίας να επικοινωνούν τηλεφωνικά, μέσω διερμηνέα που χρησιμοποιεί κείμενο ή νοηματική γλώσσα, με άλλο πρόσωπο, κατά τρόπο λειτουργικά ισοδύναμο προς την ικανότητα ενός ατόμου χωρίς αναπηρία·

(36) «πλέον κατάλληλο PSAP», το PSAP το οποίο έχει προηγουμένως καθοριστεί από τις αρχές ως αρμόδιο για την κάλυψη των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης από μια συγκεκριμένη περιοχή ή για επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης συγκεκριμένου τύπου·

(36α) «κείμενο σε πραγματικό χρόνο», επικοινωνία με διαβίβαση του κειμένου όπου οι χαρακτήρες διαβιβάζονται από τερματικό καθώς δακτυλογραφούνται κατά τρόπον ώστε η επικοινωνία να γίνεται αντιληπτή από τον χρήστη ως διεργασία χωρίς καθυστέρηση·

(37) «επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης», οι επικοινωνίες μέσω υπηρεσιών φωνητικής επικοινωνίας και συναφών υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών μεταξύ του τελικού χρήστη και του PSAP με στόχο να ζητηθεί και να ληφθεί βοήθεια έκτακτης ανάγκης από υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·

(38) «υπηρεσία έκτακτης ανάγκης», η υπηρεσία, που αναγνωρίζεται ως τέτοια από το κράτος μέλος, η οποία παρέχει άμεση και ταχεία βοήθεια σε καταστάσεις όπου υπάρχει, ιδίως, άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, την ατομική ή δημόσια υγεία ή την ασφάλεια, την ιδιωτική ή δημόσια περιουσία ή για το περιβάλλον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

(38α) «πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος», τα υπό επεξεργασία δεδομένα σε δημόσιο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, τόσο από την υποδομή δικτύου όσο και από συσκευές, που υποδεικνύουν τη γεωγραφική θέση του κινητού τερματικού του τελικού χρήστη, και σε δημόσιο δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας, τα δεδομένα σχετικά με τη φυσική διεύθυνση του σημείου τερματισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΤΟΧΟΙ

Άρθρο 3

Γενικοί στόχοι

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που είναι αναγκαίο και αναλογικό για την επίτευξη των στόχων των παραγράφων 2. Τα κράτη μέλη, η Επιτροπή και ο BEREC συμβάλλουν επίσης στην επίτευξη αυτών των στόχων.

Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές ▌συμβάλλουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, στην εξασφάλιση της εφαρμογής πολιτικών που αποσκοπούν στην προαγωγή της ελευθερίας της έκφρασης και της ενημέρωσης, της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας, καθώς και στον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης.

2. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές, καθώς και ο BEREC, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη επιδιώκουν όλους τους γενικούς στόχους που παρατίθενται παρακάτω, χωρίς η σειρά απαρίθμησής τους να υποδεικνύει κάποια σειρά προτεραιότητας:

α) προάγουν την πρόσβαση σε πολύ υψηλής χωρητικότητας δίκτυα, καθώς και τη χρήση αυτών, από όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης·

β) προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του αποδοτικού ανταγωνισμού όσον αφορά τις υποδομές, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών υπηρεσιών·

γ) συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς αίροντας τα εναπομένοντα εμπόδια και προωθώντας συνθήκες σύγκλισης για τις επενδύσεις και την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών εγκαταστάσεων και υπηρεσιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση, διαμορφώνοντας κοινούς κανόνες και προβλέψιμες ρυθμιστικές προσεγγίσεις, ευνοώντας την αποτελεσματική, αποδοτική και συντονισμένη χρήση του ραδιοφάσματος, την ανοικτή καινοτομία, τη δημιουργία και την ανάπτυξη διευρωπαϊκών δικτύων, την παροχή, τη διαθεσιμότητα και τη διαλειτουργικότητα των πανευρωπαϊκών υπηρεσιών και τη διατερματική συνδεσιμότητα·

δ) προάγουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ένωσης ▌, διασφαλίζοντας εκτεταμένη διαθεσιμότητα και χρήση των δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας ▌και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθιστώντας δυνατή την επίτευξη μέγιστων οφελών όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα με βάση τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, διατηρώντας την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών, διασφαλίζοντας υψηλό και ενιαίο επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες μέσω των απαραίτητων ειδικών τομεακών κανόνων, εξασφαλίζοντας ισοδύναμη πρόσβαση και επιλογές για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες και αντιμετωπίζοντας τις ανάγκες, όπως αυτές για προσιτές τιμές, συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ιδίως των χρηστών με αναπηρίες, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες.

2α. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει λεπτομερείς κατευθύνσεις πολιτικής για την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 2, να ορίζει μεθόδους και αντικειμενικά, συγκεκριμένα και μετρήσιμα κριτήρια για τη συγκριτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, και να προσδιορίζει βέλτιστες πρακτικές. Οι κατευθύνσεις πολιτικής προβλέπουν επίσης ετήσια ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της προόδου κάθε κράτους μέλους. Δεν θίγουν την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λοιπών αρμόδιων αρχών.

3. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν, προς επίτευξη των στόχων πολιτικής που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και εξειδικεύονται στην παρούσα παράγραφο, τις εξής αρχές, μεταξύ άλλων:

α) προάγουν την κανονιστική προβλεψιμότητα μέσω της διασφάλισης συνεπούς κανονιστικής προσέγγισης κατά τη διάρκεια ενδεδειγμένων περιόδων ανασκόπησης και μέσω συνεργασίας μεταξύ τους, με τον BEREC και με την Επιτροπή·

β) εξασφαλίζουν ότι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, δεν γίνεται διάκριση στην αντιμετώπιση των παρόχων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

γ) εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, στον βαθμό που αυτό συνάδει με την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 1·

δ) προωθούν αποτελεσματικές επενδύσεις και καινοτομίες όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, μεταξύ άλλων εξασφαλίζοντας ότι οιαδήποτε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων·

ε) λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ποικίλες συνθήκες όσον αφορά τις υποδομές, τον ανταγωνισμό, τους τελικούς χρήστες και τους καταναλωτές που υφίστανται στις διάφορες γεωγραφικές ζώνες του ίδιου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών υποδομών που βρίσκονται υπό τη διαχείριση ιδιωτών σε μη κερδοσκοπική βάση·

στ) επιβάλλουν ex ante ρυθμιστικές υποχρεώσεις μόνον στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλίζεται αποτελεσματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός προς συμφέρον του τελικού χρήστη, και χαλαρώνουν ή αίρουν τις υποχρεώσεις αυτές αφ’ ης στιγμής πληρούται αυτή η προϋπόθεση.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές ενεργούν κατά τρόπο αμερόληπτο, αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό, χωρίς να εισάγουν διακρίσεις.

Άρθρο 4

Στρατηγικός σχεδιασμός και συντονισμός της πολιτικής του ραδιοφάσματος

1. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή κατά τον στρατηγικό σχεδιασμό, τον συντονισμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Ένωση. Προς τον σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπόψη τους μεταξύ άλλων την οικονομία, την ασφάλεια, την υγεία, το δημόσιο συμφέρον, τη δημόσια ασφάλεια και άμυνα, την ελευθερία έκφρασης, τις πολιτιστικές, επιστημονικές, κοινωνικές και τεχνικές πτυχές των πολιτικών της ΕΕ καθώς και τα διάφορα συμφέροντα των κοινοτήτων χρηστών του ραδιοφάσματος, με στόχο τη βελτιστοποίηση της χρήσης του ραδιοφάσματος και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών.

2. Τα κράτη μέλη, συνεργαζόμενα μεταξύ τους και με την Επιτροπή, προάγουν τον συντονισμό των προσεγγίσεων πολιτικής του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, οσάκις ενδείκνυται, εναρμονισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτούνται για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μέσω της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος ▌, μεταξύ τους και με την Επιτροπή, και η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος επικουρεί και συμβουλεύει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατόπιν αιτήματος, προς στήριξη του στρατηγικού σχεδιασμού και του συντονισμού των προσεγγίσεων πολιτικής του ραδιοφάσματος στην Ένωση. Ο BEREC συμμετέχει στη διαδικασία αυτή όταν εξετάζονται ζητήματα κανονιστικής ρύθμισης και ανταγωνισμού.

4. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της RSPG, δύναται να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την καθιέρωση πολυετών προγραμμάτων στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος, καθώς και για τη διάθεση ραδιοφάσματος για μεριζόμενες και μη αδειοδοτημένες χρήσεις. Αυτά τα προγράμματα καθορίζουν τους πολιτικούς προσανατολισμούς και στόχους για τον στρατηγικό προγραμματισμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Τίτλος II: Θεσμικό πλαίσιο και διακυβέρνηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές

Άρθρο 5

Εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καθένα από τα καθήκοντα που καθορίζεται στην παρούσα οδηγία αναλαμβάνεται από αρμόδια αρχή.

Σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, η εθνική ρυθμιστική αρχή είναι υπεύθυνη τουλάχιστον για τα ακόλουθα καθήκοντα:

–  την εφαρμογή εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης·

–  τη διεξαγωγή της γεωγραφικής έρευνας που αναφέρεται στο άρθρο 22·

–  τη μέριμνα για την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων ▌·

–  τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα στοιχεία διαμόρφωσης της αγοράς, τα στοιχεία ανταγωνισμού και τα ρυθμιστικά στοιχεία των εθνικών διαδικασιών για τη χορήγηση, την τροποποίηση ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία·

–  τη χορήγηση γενικής άδειας·

–  τη μέριμνα για την προστασία των καταναλωτών και τα δικαιώματα των τελικών χρηστών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο πεδίο αρμοδιότητάς τους δυνάμει του τομεακού κανονισμού, και τη συνεργασία με τις οικείες αρμόδιες αρχές, κατά περίπτωση·

–  τη στενή παρακολούθηση της ανάπτυξης του διαδικτύου των πραγμάτων προκειμένου να διασφαλίζονται ο ανταγωνισμός, η προστασία των καταναλωτών και η κυβερνοασφάλεια·

–  τον καθορισμό των μηχανισμών για το καθεστώς χρηματοδότησης, καθώς και την αξιολόγηση της αθέμιτης επιβάρυνσης και τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της παροχής της καθολικής υπηρεσίας·

–  την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με κανόνες που σχετίζονται με την ανοικτή πρόσβαση στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120·

–  τη χορήγηση πόρων αριθμοδότησης και τη διαχείριση σχεδίων αριθμοδότησης·

–  τη διασφάλιση της φορητότητας αριθμού·

–  την εκτέλεση οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος που αναθέτει η παρούσα οδηγία αποκλειστικά στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν άλλα καθήκοντα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία σε εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές του ίδιου κράτους μέλους ή διαφορετικών κρατών μελών ▌συνάπτουν ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ τους για την ενίσχυση της κανονιστικής συνεργασίας, όπου κρίνεται απαραίτητο.

3. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα καθήκοντα που ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και σε λοιπές αρμόδιες αρχές κατά τρόπον ώστε να είναι εύκολα προσιτά, ιδίως στην περίπτωση που τα καθήκοντα αυτά ανατίθενται σε δύο ή περισσότερους φορείς. Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαβούλευση και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών αυτών, καθώς και μεταξύ αυτών και των εθνικών αρχών στις οποίες ανατίθεται η εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού και των εθνικών αρχών στις οποίες ανατίθεται η εφαρμογή του δικαίου του καταναλωτή, σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Όταν περισσότερες της μιας αρχές έχουν αρμοδιότητα να χειρίζονται τα θέματα αυτά, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα αντίστοιχα καθήκοντα κάθε αρχής δημοσιεύονται σε εύκολα προσιτή μορφή.

4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή όλες τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και τις λοιπές αρμόδιες αρχές στις οποίες ανατίθενται καθήκοντα βάσει της παρούσας οδηγίας, τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, καθώς και τυχόν σχετικές μεταβολές.

Άρθρο 6

Ανεξαρτησία εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών

1. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λοιπών αρμόδιων αρχών εξασφαλίζοντας ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από όλους τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμού ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο παρόχων δικτύων και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την έγκαιρη δράση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λοιπών αρμόδιων αρχών κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές αυτές να διαθέτουν επαρκείς τεχνικούς, χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.

Άρθρο 7

Διορισμός και παύση των μελών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών

1. Ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ή, κατά περίπτωση, τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκεί αυτό το καθήκον στο πλαίσιο εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή οι αντικαταστάτες τους, διορίζονται για θητεία τουλάχιστον τεσσάρων ετών και επιλέγονται μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής πείρας, με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις και την πείρα τους και κατόπιν ανοικτής και διαφανούς διαδικασίας επιλογής. Τα πρόσωπα αυτά δεν δικαιούνται να υπηρετήσουν περισσότερες από δύο θητείες, συνεχείς ή μη. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνέχεια της λήψης αποφάσεων με πρόβλεψη κατάλληλου συστήματος περιτροπής για τα μέλη του συλλογικού οργάνου ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, όπως με τον διορισμό των πρώτων μελών του συλλογικού οργάνου για διαφορετικές χρονικές περιόδους, προκειμένου να μην συμπίπτουν οι θητείες τους, καθώς και εκείνες των διαδόχων τους, την ίδια χρονική στιγμή.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν το καθήκον αυτό ή ο αντικαταστάτης του μπορούν να απολυθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους μόνον εφόσον δεν καλύπτουν πλέον τους απαιτούμενους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

3. Η απόφαση απόλυσης του επικεφαλής της εν λόγω εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως των μελών του συλλογικού οργάνου που ασκούν τη λειτουργία αυτή, λαμβάνει δημοσιότητα κατά τη χρονική στιγμή της απόλυσης. Ο απολυθείς επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν τη λειτουργία αυτή λαμβάνουν δήλωση των λόγων απόλυσής τους και δικαιούνται να ζητήσουν και να επιτύχουν τη δημοσίευσή της, σε περίπτωση που αυτό δεν θα συνέβαινε διαφορετικά. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, τόσο επί πραγματικών όσο και επί νομικών ζητημάτων.

Άρθρο 8

Πολιτική ανεξαρτησία και λογοδοσία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών

1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, λειτουργούν με διαφάνεια και λογοδοσία σύμφωνα με την ενωσιακή και την εθνική νομοθεσία, διαθέτουν επαρκείς εξουσίες και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που υλοποιούν την ενωσιακή νομοθεσία. Αυτό δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Εξουσία αναστολής ή ακύρωσης αποφάσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών διαθέτουν αποκλειστικά τα όργανα προσφυγής που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 31.

2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλλουν ετήσια έκθεση, μεταξύ άλλων, σχετικά με την κατάσταση της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τις αποφάσεις που εκδίδουν, τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους τους και την κατανομή αυτών, καθώς και σχετικά με μελλοντικά σχέδια. Οι εκθέσεις τους δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 9

Ρυθμιστική ικανότητα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν χωριστούς ετήσιους προϋπολογισμούς με αυτονομία κατά την εκτέλεση του διατεθέντος προϋπολογισμού. Οι προϋπολογισμοί δημοσιοποιούνται.

2. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης να εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, η οικονομική αυτονομία δεν εμποδίζει την εποπτεία ή τον έλεγχο σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Κάθε έλεγχος που ασκείται στον προϋπολογισμό των εθνικών ρυθμιστικών αρχών πραγματοποιείται με διαφάνεια και δημοσιοποιείται.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε να διαθέτουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που θα τους επιτρέπουν να συμμετέχουν ενεργά και να συνεισφέρουν στον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC)(37).

Άρθρο 10

Συμμετοχή των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στον BEREC

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποστηρίζουν ενεργά τους στόχους του BEREC όσον αφορά την προώθηση μεγαλύτερου ρυθμιστικού συντονισμού και συνέπειας.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις γνώμες, τις κοινές θέσεις και τις αποφάσεις που εκδίδει ο BEREC κατά τη λήψη των αποφάσεών τους για τις εθνικές τους αγορές.

2α. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εφαρμόζουν τον κανονισμό 2015/2120 και τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 3 του ανωτέρω κανονισμού, και να συντονίζονται στο πλαίσιο του BEREC με άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές κατά την εφαρμογή του κανονισμού.

Άρθρο 11

Συνεργασία με εθνικές αρχές

1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι λοιπές αρμόδιες αρχές βάσει της παρούσας οδηγίας και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Σε σχέση με τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, εφαρμόζονται οι κανόνες της Ένωσης περί προστασίας των δεδομένων και η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας με τη διαβιβάζουσα αρχή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Γενική άδεια

Ενότητα 1 γενικό τμήμα

Άρθρο 12

Γενική άδεια δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με την επιφύλαξη των όρων που θέτει η παρούσα οδηγία. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 της συνθήκης. Κάθε τέτοιος περιορισμός στην ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών αιτιολογείται δεόντως, συνάδει με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κοινοποιείται στην Επιτροπή.

2. Η παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ▌επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 ή των δικαιωμάτων χρήσης που αναφέρονται στα άρθρα 46 και 88, μόνον έπειτα από χορήγηση γενικής άδειας. Η επιχείρηση δεν επιτρέπεται να υπόκειται στην απαίτηση για εκ των προτέρων έγκριση ή σε οποιαδήποτε άλλη διοικητική πράξη.

2α. Όταν μια επιχείρηση που παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη διαθέτει μια κύρια εγκατάσταση στην Ένωση, υπόκειται στη γενική άδεια του εν λόγω κράτους μέλους και έχει το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε όλα τα κράτη μέλη.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η κύρια εγκατάσταση αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο η επιχείρηση πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) ασκεί τις ουσιαστικές δραστηριότητές της, εκτός των αμιγώς διοικητικών όπως είναι τα τμήματα επιχειρηματικής ανάπτυξης, λογιστικής και προσωπικού·

β) λαμβάνει τις στρατηγικές επιχειρηματικές αποφάσεις της σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ένωση· και

  γ) παράγει σημαντικό μέρος του κύκλου εργασιών της.

2β. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της κύριας εγκατάστασης, ενεργώντας, μεταξύ άλλων, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών άλλου κράτους μέλους, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την παρακολούθηση και την εποπτεία της συμμόρφωσης με τους όρους της γενικής άδειας, και παρέχει πληροφορίες βάσει του άρθρου 21. Στις περιπτώσεις που απαιτείται, ο BEREC διευκολύνει και συντονίζει την εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών.

Σε περίπτωση αποδεδειγμένης παραβίασης των σχετικών κανόνων σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο της κύριας εγκατάστασης, η απόφαση σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 30, λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της κύριας εγκατάστασης.

Σε περίπτωση διαφωνίας η οποία αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρχές του κράτους μέλους της κύριας εγκατάστασης ή προκύπτει από διαφορά απόψεων όσον αφορά τον κύριο τόπο εγκατάστασης, ο BEREC μπορεί να αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο και, εάν κριθεί απαραίτητο στην περίπτωση μιας ανεπίλυτης διαφοράς, να εκδώσει απόφαση για την οποία απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του ρυθμιστικού συμβουλίου.

3. Όταν κράτος μέλος θεωρεί ότι δικαιολογείται απαίτηση κοινοποίησης, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει από τις επιχειρήσεις την υποβολή κοινοποίησης προς τον BEREC, αλλά δεν μπορεί να απαιτήσει από αυτές την έκδοση ρητής απόφασης ή άλλης διοικητικής πράξης από την εθνική ρυθμιστική αρχή ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή πριν από την άσκηση των εκ της αδείας δικαιωμάτων. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη αιτιολογημένη κοινοποίηση εντός 12 μηνών από την ... [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], αν θεωρούν ότι δικαιολογείται η ύπαρξη απαίτησης κοινοποίησης. Η Επιτροπή εξετάζει την κοινοποίηση και, κατά περίπτωση, λαμβάνει απόφαση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης, με την οποία καλεί το συγκεκριμένο κράτος μέλος να άρει την απαίτηση κοινοποίησης.

Τα κράτη μέλη που απαιτούν κοινοποίηση επιτρέπουν την υποβολή κοινοποίησης από παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχουν υπηρεσίες σε λιγότερα από [τρία] κράτη μέλη της Ένωσης και έχουν συνολικό κύκλο εργασιών ομίλου στην Ένωση μικρότερο από [100] εκατομμύρια EUR, χωρίς όμως να καθιστούν υποχρεωτική την υποβολή αυτή.

Μετά την κοινοποίηση προς τον BEREC, εφόσον απαιτείται, μια επιχείρηση δύναται να εκκινήσει δραστηριότητα, ενδεχομένως με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας σχετικά με τα δικαιώματα χρήσης. Εάν μια κοινοποίηση δεν προσδιορίζει ένα ή περισσότερα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, θεωρείται ότι καλύπτει όλα τα κράτη μέλη. Ο BEREC προωθεί με ηλεκτρονικά μέσα και χωρίς καθυστέρηση κάθε κοινοποίηση προς την εθνική ρυθμιστική αρχή σε όλα τα κράτη μέλη τα οποία αφορά η παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Το αργότερο κατά την [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο] παρέχονται στον BEREC πληροφορίες, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, σχετικά με τις υφιστάμενες κοινοποιήσεις που έχουν ήδη γίνει προς την εθνική ρυθμιστική αρχή κατά την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

4. Η κοινοποίηση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3 περιορίζεται στην απλή υποβολή δήλωσης νομικού ή φυσικού προσώπου προς τον BEREC με την οποία γνωστοποιεί την πρόθεσή του να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες ή δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και στην υποβολή των ελάχιστων πληροφοριών οι οποίες απαιτούνται ώστε ο BEREC και η εθνική ρυθμιστική αρχή να έχουν τη δυνατότητα τήρησης μητρώου ή καταλόγου φορέων παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να περιορίζονται:

(1)  στο όνομα του παρόχου·

(2)  στο νομικό καθεστώς, τη μορφή και τον αριθμό μητρώου του παρόχου, στην περίπτωση που ο πάροχος είναι εγγεγραμμένος σε εμπορικό μητρώο ή άλλο παρεμφερές δημόσιο μητρώο στην ΕΕ·

(3)  στη γεωγραφική διεύθυνση της κύριας εγκατάστασης του παρόχου ▌και, κατά περίπτωση, του τυχόν δευτερεύοντος υποκαταστήματος σε κράτος μέλος ▌·(38)

(3α)  στον ιστότοπο του παρόχου, εφόσον υπάρχει, ο οποίος σχετίζεται με την παροχή δικτύων και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

(4)  στον υπεύθυνο επικοινωνίας και στα στοιχεία επικοινωνίας·

(5)  σε σύντομη περιγραφή των δικτύων ή των υπηρεσιών που πρόκειται να παρέχονται·

(6)  στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, και

(7)  στην προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης της δραστηριότητας.

Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επιβάλλουν τυχόν πρόσθετες ή χωριστές απαιτήσεις κοινοποίησης.

Άρθρο 13

Όροι που συνοδεύουν τη γενική άδεια και τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και αριθμών, και ειδικές υποχρεώσεις

-1. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία, οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διαθέτουν κύρια εγκατάσταση σε ένα κράτος μέλος και δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, υπόκεινται μόνο στους όρους που συνοδεύουν τη γενική άδεια που ισχύει στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν την κύρια εγκατάστασή τους. Η εθνική ρυθμιστική αρχή του εν λόγω κράτους μέλους είναι υπεύθυνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων επιβολής που σχετίζονται με τους όρους της γενικής άδειας, με την επιφύλαξη άλλων υποχρεώσεων που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και της υποχρέωσης του παρόχου να τηρεί τους νόμους των κρατών μελών στα οποία παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

1. Η γενική αδειοδότηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και δικαιώματα χρήσης αριθμών μπορούν να υπάγονται μόνον στους όρους που απαριθμούνται στο παράρτημα I. Οι εν λόγω όροι είναι αμερόληπτοι, προσαρμοσμένοι στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικτύου ή της υπηρεσίας, αναλογικοί και διαφανείς και, στην περίπτωση των δικαιωμάτων χρήσης για ραδιοφάσμα, είναι σύμφωνοι με τα άρθρα 45 και 51. Στην περίπτωση των δικαιωμάτων χρήσης για αριθμούς, είναι σύμφωνοι με το άρθρο 88.

2. Οι ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες ενδεχομένως επιβάλλονται στους φορείς παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δυνάμει του άρθρου 36, του άρθρου 46 παράγραφος 1, του άρθρου 48 παράγραφος 2 και του άρθρου 59 παράγραφος 1, ή στους εντεταλμένους να παρέχουν καθολική υπηρεσία βάσει της παρούσας οδηγίας, είναι νομικά διακριτές από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις βάσει της γενικής άδειας. Για να επιτυγχάνεται διαφάνεια για τις επιχειρήσεις, τα κριτήρια και οι διαδικασίες για την επιβολή των εν λόγω ειδικών υποχρεώσεων σε επιμέρους επιχειρήσεις, αναφέρονται στη γενική άδεια.

3. Η γενική άδεια περιλαμβάνει μόνον ειδικούς για τον εν λόγω τομέα όρους, οι οποίοι ορίζονται στα μέρη A, Β και Γ του παραρτήματος I και δεν επαναλαμβάνει όρους που ισχύουν για τις επιχειρήσεις βάσει άλλης εθνικής νομοθεσίας.

4. Τα κράτη μέλη δεν επαναλαμβάνουν τους όρους της γενικής άδειας, όταν παρέχουν το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών.

Άρθρο 14

Δηλώσεις για τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων και των δικαιωμάτων διασύνδεσης

▌Ο BEREC εκδίδει ▌τυποποιημένες δηλώσεις με τις οποίες επιβεβαιώνεται, ανάλογα με την περίπτωση, ότι η επιχείρηση έχει υποβάλει κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3, και στις οποίες διευκρινίζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες οποιαδήποτε επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τη γενική άδεια, δικαιούται να υποβάλλει αίτηση παροχής δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων, να διαπραγματεύεται διασύνδεση, και/ή να αποκτά πρόσβαση ή διασύνδεση, προκειμένου να διευκολύνεται η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, π.χ. σε άλλα επίπεδα διακυβέρνησης ή σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις. Οι εν λόγω δηλώσεις ▌εκδίδονται επίσης ως αυτόματη απάντηση κατόπιν της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 3.

Ενότητα 2 δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη γενική άδεια

Άρθρο 15

Στοιχειώδης κατάλογος δικαιωμάτων που προκύπτουν από τη γενική άδεια

1. Οι επιχειρήσεις με άδεια δυνάμει του άρθρου 12, έχουν το δικαίωμα:

α) να παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

β) να εξετάζεται η αίτησή τους για τα απαιτούμενα δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 43 της παρούσας οδηγίας·

γ) να χρησιμοποιούν ραδιοφάσμα για υπηρεσίες και δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13, 46 και 54·

δ) να εξετάζεται η αίτησή τους για τα απαιτούμενα δικαιώματα χρήσης αριθμών σύμφωνα με το άρθρο 88.

2. Όταν οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, η γενική άδεια τους δίδει επίσης το δικαίωμα:

α) να διαπραγματεύονται διασύνδεση με, και, ενδεχομένως, να αποκτούν, πρόσβαση προς ή διασύνδεση με άλλους φορείς παροχής διαθέσιμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών επικοινωνιών, που καλύπτονται από γενική άδεια, οπουδήποτε εντός της Ένωσης, υπό τους όρους της παρούσας οδηγίας και σύμφωνα με αυτήν·

β) να έχουν την ευκαιρία να τους ανατίθεται η παροχή διάφορων στοιχείων καθολικής υπηρεσίας και/ή να καλύπτουν διάφορα τμήματα της εθνικής επικράτειας, σύμφωνα με τα άρθρα 81 ή 82.

Άρθρο 16

Διοικητικές επιβαρύνσεις

1. Κάθε διοικητική επιβάρυνση που επιβάλλεται σε παρόχους οι οποίοι παρέχουν υπηρεσία ή δίκτυο βάσει γενικής άδειας ή στους οποίους έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης:

  α) συνολικά, καλύπτει μόνον τις διοικητικές δαπάνες που θα προκύψουν από τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών αδειών και των δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν δαπάνες για διεθνή συνεργασία, εναρμόνιση και τυποποίηση, ανάλυση αγοράς, παρακολούθηση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους της αγοράς, καθώς και κανονιστικές εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και την επιβολή παράγωγου δικαίου και διοικητικών αποφάσεων, όπως αποφάσεων για την πρόσβαση και τη διασύνδεση και

  β) επιβάλλεται στις επιμέρους επιχειρήσεις κατά αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι πρόσθετες διοικητικές δαπάνες και οι συναφείς δαπάνες. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιλέξουν να μην εφαρμόζουν διοικητικές επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει ορισμένο κατώτατο όριο ή των οποίων οι δραστηριότητες δεν ανέρχονται σε ορισμένο ελάχιστο μερίδιο αγοράς ή είναι πολύ περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας. Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να εφαρμόζουν καμία διοικητική επιβάρυνση σε παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με παρουσία σε λιγότερα από [τρία] κράτη μέλη και με συνολικό ενωσιακό κύκλο εργασιών κάτω των [100] εκατομμυρίων EUR, πέραν μίας εφάπαξ επιβάρυνσης που δεν υπερβαίνει το μέγιστο ποσό των [10] EUR.

2. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή οι λοιπές αρμόδιες αρχές επιβάλλουν διοικητικές επιβαρύνσεις, δημοσιεύουν ετήσια ανασκόπηση των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται. Ανάλογα με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων και των διοικητικών δαπανών, γίνονται κατάλληλες αναπροσαρμογές.

Άρθρο 17

Λογιστικός διαχωρισμός και οικονομικές εκθέσεις

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι έχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα παροχής υπηρεσιών σε άλλους τομείς, στο ίδιο ή σε άλλο κράτος μέλος:

  α) να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς για τις δραστηριότητες που συνδέονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στον βαθμό που θα απαιτείτο εάν οι εν λόγω δραστηριότητες διεξάγοντο από νομικά ανεξάρτητες εταιρείες, ώστε να εντοπίζονται όλα τα στοιχεία κόστους και εσόδων, με τη βάση του υπολογισμού τους και τις λεπτομερείς χρησιμοποιούμενες μεθόδους απονομής, που έχουν σχέση με τις δραστηριότητές τους που συνδέονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της αναλυτικής κατάστασης των παγίων στοιχείων του ενεργητικού και των διαρθρωτικών δαπανών· ή

  β) να υπάρχει διαρθρωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σε επιχειρήσεις των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών, όσον αφορά τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα κράτη μέλη, δεν υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια EUR.

2. Όταν οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις του εταιρικού δικαίου και δεν πληρούν τα κριτήρια μικρομεσαίων επιχειρήσεων των λογιστικών κανόνων του ενωσιακού δικαίου, οι οικονομικές τους εκθέσεις καταρτίζονται, υποβάλλονται σε ανεξάρτητο έλεγχο και δημοσιεύονται. Ο έλεγχος διεξάγεται σύμφωνα με τους σχετικούς ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες.

Η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται και στους χωριστούς λογαριασμούς που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

Ενότητα 3 τροποποίηση και ανάκληση

Άρθρο 18

Τροποποίηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή αριθμών ή δικαιώματα για δημιουργία εγκαταστάσεων μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, συνεκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες που ισχύουν για μεταβιβάσιμα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και αριθμών.

2. Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας, και με την επιφύλαξη του άρθρου 35 η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων.

Κάθε τροποποίηση δημοσιοποιείται και αναφέρει τους σχετικούς λόγους.

Άρθρο 19

Περιορισμός ή ανάκληση δικαιωμάτων

1. Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων ή δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή αριθμών πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων δυνάμει της παραγράφου 2 και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα I και τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος.

2. Σύμφωνα με την ανάγκη να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή η εφαρμογή των εναρμονισμένων προϋποθέσεων που θεσπίζονται δυνάμει της απόφασης 676/2002/ΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τον περιορισμό ή την ανάκληση, εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής, δικαιωμάτων που εκχωρήθηκαν μετά την ... [ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 115], βάσει λεπτομερών και εκ των προτέρων καθορισμένων διαδικασιών, και με όρους χρήσης και όρια που καθορίζονται σαφώς κατά την εκχώρηση ή την ανανέωση, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της μη διακριτικής μεταχείρισης.

3. Η τροποποίηση της χρήσης του ραδιοφάσματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του άρθρου 45 παράγραφοι 4 ή 5 δεν μπορεί να δικαιολογήσει από μόνη της την ανάκληση δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος.

4. Τυχόν πρόθεση για περιορισμό ή ανάκληση αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή αριθμών χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου των δικαιωμάτων υπόκειται σε δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 23.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Παροχή πληροφοριών, έρευνες και μηχανισμός διαβούλευσης

Άρθρο 20

Αίτημα παροχής πληροφοριών προς τις επιχειρήσεις

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών εγκαταστάσεων ή συναφών υπηρεσιών να διαβιβάζουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, τις λοιπές αρμόδιες αρχές και τον BEREC όλες τις πληροφορίες, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, που απαιτούνται για να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και προς τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή τους. Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τις επιχειρήσεις αυτές να υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διαθέτουν σε ανταγωνιστές. Δύνανται επίσης να απαιτούν πληροφορίες σχετικά με δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς εγκαταστάσεις, με ανάλυση σε τοπικό επίπεδο και με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε η εθνική ρυθμιστική αρχή να είναι σε θέση να διεξάγει τη γεωγραφική έρευνα και να ορίζει περιοχές ψηφιακού αποκλεισμού σύμφωνα με το άρθρο 22. ▌

Από τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στις αγορές χονδρικής μπορεί επίσης να απαιτείται να υποβάλλουν λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αυτές τις αγορές χονδρικής.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν πληροφορίες από τα ενιαία σημεία πληροφόρησης που δημιουργήθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2014/61/ΕΕ σχετικά με μέτρα μείωσης του κόστους των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών υψηλής ταχύτητας.

Οι επιχειρήσεις παρέχουν τις πληροφορίες αυτές αμέσως, κατόπιν αιτήσεως και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και τον βαθμό λεπτομέρειας που απαιτείται. Οι πληροφορίες που ζητούνται θα πρέπει να είναι ανάλογες προς την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Η αρμόδια αρχή αιτιολογεί την αίτησή της για παροχή πληροφοριών και μεταχειρίζεται τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 3.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και λοιπές αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, τις απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της πληροφορίες βάσει της συνθήκης. Οι ζητούμενες από την Επιτροπή πληροφορίες είναι ανάλογες προς την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών. Στις περιπτώσεις που οι παρεχόμενες πληροφορίες αναφέρονται σε πληροφορίες οι οποίες είχαν προηγουμένως παρασχεθεί από επιχειρήσεις, κατόπιν αιτήματος της αρχής, οι επιχειρήσεις αυτές ενημερώνονται σχετικά. Στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο, και πλην ρητού και αιτιολογημένου αιτήματος της παρέχουσας τις πληροφορίες αρχής περί του αντιθέτου, η Επιτροπή θέτει τις παρασχεθείσες πληροφορίες στη διάθεση μιας άλλης τέτοιας αρχής άλλου κράτους μέλους.

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σε μία αρχή μπορούν να διατίθενται σε άλλη τέτοια αρχή στο ίδιο ή σε διαφορετικό κράτος μέλος και στον BEREC, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να μπορεί η μία ή η άλλη αρχή, ή ο BEREC, να τηρήσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει του ενωσιακού δικαίου.

3. Εάν οι πληροφορίες θεωρούνται εμπιστευτικές από μια εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τους ενωσιακούς και τους εθνικούς κανόνες περί επιχειρηματικού απορρήτου, εθνικής ασφάλειας, ή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Επιτροπή, ο BEREC και οι ενδιαφερόμενες αρχές εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα αυτή. Σύμφωνα με την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές δεν αρνούνται την παροχή των ζητούμενων πληροφοριών στην Επιτροπή, τον BEREC ή σε άλλη αρχή επικαλούμενες λόγους απορρήτου ή την ανάγκη διαβούλευσης με τα μέρη που παρείχαν τις πληροφορίες. Όταν η Επιτροπή, ο BEREC ή μια αρμόδια αρχή αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τηρούν το απόρρητο των πληροφοριών που έχουν χαρακτηριστεί ως απόρρητες από την αρχή που τις κατέχει, η τελευταία διαβιβάζει τις πληροφορίες κατόπιν αιτήματος για τον καθορισμένο σκοπό χωρίς να χρειάζεται να προβεί σε περαιτέρω διαβούλευση με τα μέρη που παρείχαν τις πληροφορίες.

4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και με την επιφύλαξη των ενωσιακών και των εθνικών κανόνων περί επιχειρηματικού απορρήτου και περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τις πληροφορίες που συμβάλλουν στη δημιουργία ανοικτής και ανταγωνιστικής αγοράς.

5. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τους όρους πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών για την παροχή της εν λόγω πρόσβασης.

Άρθρο 21

Απαιτούμενες πληροφορίες βάσει της γενικής άδειας, για τα δικαιώματα χρήσης και για τις ειδικές υποχρεώσεις

1. Με την επιφύλαξη τυχόν πληροφοριών που ζητούνται δυνάμει του άρθρου 20 και των υποχρεώσεων υποβολής πληροφοριών και εκθέσεων βάσει εθνικής νομοθεσίας πλην της σχετικής με τη γενική άδεια, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν ▌πληροφορίες δυνάμει της γενικής άδειας, για δικαιώματα χρήσης ή για τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2, οι οποίες είναι αναλογικές και δικαιολογούνται αντικειμενικά ιδίως για τα εξής:

  α) τον συστηματικό ή κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με τον όρο 1 του μέρους Α, με τους όρους 2 και 6 του μέρους Δ και με τους όρους 2 και 7 του μέρους E του παραρτήματος I και της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2·

  β) τον κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με όρους όπως καθορίζονται στο παράρτημα I, σε περίπτωση κατάθεσης μιας καταγγελίας ή όταν η αρμόδια αρχή έχει άλλους λόγους να αμφισβητεί τη συμμόρφωση με έναν όρο ή σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή διεξάγει αυτοβούλως έρευνα·

  γ) τις διαδικασίες και την αξιολόγηση αιτήσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης·

  δ) τη δημοσίευση συγκριτικών επισκοπήσεων της ποιότητας και της τιμής των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών·

  ε) σαφώς καθορισμένους στατιστικούς σκοπούς ή σκοπούς σύνταξης εκθέσεων ή μελετών·

  στ) την ανάλυση της αγοράς για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με τις κατάντη αγορές ή αγορές λιανικής που συνδέονται ή σχετίζονται με τις αγορές που υπόκεινται σε ανάλυση αγοράς·

  ζ) τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης του ραδιοφάσματος και των πόρων αριθμοδότησης·

  η) την αξιολόγηση των μελλοντικών εξελίξεων στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διατίθενται σε ανταγωνιστές, στην εδαφική κάλυψη, στη διαθέσιμη για τους τελικούς χρήστες συνδεσιμότητα ή στον ορισμό περιοχών ψηφιακού αποκλεισμού·

η α) τη διεξαγωγή γεωγραφικών μελετών·

η β) την ανταπόκριση σε αιτιολογημένα αιτήματα παροχής πληροφοριών που υποβάλλονται από τον BEREC.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), δ), ε), στ), ζ) και η) του πρώτου εδαφίου, δεν μπορούν να απαιτούνται εκ των προτέρων ή ως όρος για την είσοδο στην αγορά.

Ο BEREC καταρτίζει, έως τις [ημερομηνία], τυποποιημένους μορφότυπους για τα αιτήματα παροχής πληροφοριών.

2. Όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν ιδίως την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και τον έλεγχό τους.

3. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές ή λοιπές αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, τις ενημερώνουν σχετικά με τον ειδικό σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι εν λόγω πληροφορίες.

4. Οι εθνικές ρυθμιστικές ή οι λοιπές αρμόδιες αρχές δεν δύνανται να επαναλαμβάνουν αιτήματα παροχής πληροφοριών που έχουν ήδη υποβληθεί από τον BEREC δυνάμει του άρθρου 30 του κανονισμού [xxxx/xxxx/ΕΚ (κανονισμός για τον BEREC](39).

4α. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής πληροφοριών και εκθέσεων όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσης και τις ειδικές υποχρεώσεις, όταν μια επιχείρηση παρέχει υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη και διαθέτει μια κύρια εγκατάσταση στην Ένωση, μόνο η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους της κύριας εγκατάστασης δύναται να ζητεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών δύνανται να ζητούν πληροφορίες από την πρώτη εθνική ρυθμιστική αρχή ή από τον BEREC. Ο BEREC διευκολύνει τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερόμενων εθνικών ρυθμιστικών αρχών, μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 30 του κανονισμού [xxxx/xxxx/ΕΚ (κανονισμός για τον BEREC)].

Άρθρο 22

Γεωγραφικές έρευνες αναπτύξεων δικτύου

1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διεξάγουν γεωγραφική έρευνα σχετικά με την εμβέλεια των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι ικανά τουλάχιστον να παρέχουν ευρυζωνικές υπηρεσίες («ευρυζωνικά δίκτυα») εντός τριών ετών από τη [λήξη της προθεσμίας για μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] και την επικαιροποιούν τουλάχιστον ανά τρία έτη.

Αυτή η γεωγραφική έρευνα συνίσταται σε έρευνα σχετικά με την τρέχουσα γεωγραφική εμβέλεια των εν λόγω δικτύων στο έδαφός τους, όπως απαιτείται για τα καθήκοντα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και για έρευνες σε σχέση με την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

Οι πληροφορίες που συλλέγονται κατά την έρευνα διαθέτουν το κατάλληλο επίπεδο τοπικής λεπτομέρειας και περιλαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες για την ποιότητα και τις παραμέτρους των υπηρεσιών.

5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την κατανομή των δημόσιων κονδυλίων για την ανάπτυξη δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τον σχεδιασμό εθνικών σχεδίων ευρυζωνικότητας, για τον καθορισμό υποχρεώσεων κάλυψης που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και για τον έλεγχο της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών που εμπίπτουν στην υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας στην επικράτειά τους λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν τα αποτελέσματα αυτά με την προϋπόθεση ότι η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας και προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου με τη διαβιβάζουσα αρχή και ενημερώνουν τα μέρη που παρείχαν τις πληροφορίες. Τα αποτελέσματα αυτά διατίθενται επίσης στον BEREC και στην Επιτροπή κατόπιν αιτήματός τους και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

6. Εάν οι σχετικές πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθιστούν τα δεδομένα από τις γεωγραφικές έρευνες που δεν υπόκεινται σε όρους εμπιστευτικότητας άμεσα διαθέσιμα στο διαδίκτυο, σε ανοιχτό και μηχαναγνώσιμο μορφότυπο, ώστε να καθίσταται δυνατή η επαναχρησιμοποίησή τους. Επίσης, σε περίπτωση που δεν διατίθενται στην αγορά εργαλεία αυτού του είδους, καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες ▌να προσδιορίσουν τη διαθεσιμότητα συνδεσιμότητας σε διάφορες περιοχές, με επίπεδο λεπτομέρειας που είναι χρήσιμο προς υποστήριξη της επιλογής φορέα εκμετάλλευσης ή παρόχου υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων της εθνικής ρυθμιστικής αρχής όσον αφορά την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και του επιχειρηματικού απορρήτου.

7. Έως την [ημερομηνία], και για να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή των γεωγραφικών ερευνών και προβλέψεων, ο BEREC, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για να επικουρεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές στη συνεκτική εφαρμογή των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 22α

Γεωγραφικές προβλέψεις

1. Κατά τη διεξαγωγή γεωγραφικής έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 22, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να συμπεριλαμβάνουν τριετή πρόβλεψη όσον αφορά την εμβέλεια των δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας στην επικράτειά τους.

Η πρόβλεψη αυτή μπορεί επίσης να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με σχεδιαζόμενες αναπτύξεις από οποιαδήποτε επιχείρηση ή δημόσια αρχή, ιδίως με σκοπό να συμπεριληφθούν δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας και σημαντικές αναβαθμίσεις ή επεκτάσεις των παραδοσιακών ευρυζωνικών δικτύων ώστε να φτάνουν τουλάχιστον τις επιδόσεις των δικτύων πρόσβασης επόμενης γενιάς.

Οι πληροφορίες που συλλέγονται διαθέτουν το κατάλληλο επίπεδο τοπικής λεπτομέρειας και περιλαμβάνουν επαρκή στοιχεία σχετικά με την ποιότητα και τις παραμέτρους των υπηρεσιών.

2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να ορίσουν «περιοχή ψηφιακού αποκλεισμού» που αντιστοιχεί σε περιοχή με σαφή εδαφικά όρια όπου, βάσει των πληροφοριών που συλλέχθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, προσδιορίζεται ότι, κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου πρόβλεψης, καμία επιχείρηση ή δημόσια αρχή δεν έχει αναπτύξει δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας ούτε σχεδιάζει την ανάπτυξή του, ούτε έχει αναβαθμίσει ή επεκτείνει σημαντικά το δίκτυό της ώστε να φτάνει σε επιδόσεις ταχύτητας καταφόρτωσης τουλάχιστον 100 Mbps, ούτε σχεδιάζει να το πράξει. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τις ορισθείσες περιοχές ψηφιακού αποκλεισμού.

3. Εντός της ορισθείσας περιοχής ψηφιακού αποκλεισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να δημοσιεύσουν πρόσκληση ανοικτή σε οποιαδήποτε επιχείρηση για να δηλώσει την πρόθεσή της να αναπτύξει δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου πρόβλεψης. Η εθνική ρυθμιστική αρχή διευκρινίζει τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εν λόγω δηλώσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται τουλάχιστον παρόμοιο επίπεδο λεπτομέρειας με εκείνο που λαμβάνεται υπόψη στην πρόβλεψη. Ενημερώνει επίσης κάθε επιχείρηση που εκδηλώνει το ενδιαφέρον της κατά πόσον η ορισθείσα περιοχή ψηφιακού αποκλεισμού καλύπτεται ή ενδέχεται να καλύπτεται από δίκτυο πρόσβασης επόμενης γενιάς (NGA) που προσφέρει ταχύτητες καταφόρτωσης κάτω των 100 Mbps, βάσει των πληροφοριών που συλλέγονται.

4. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν μέτρα δυνάμει της παραγράφου 3, το πράττουν σύμφωνα με διαδικασία αποδοτική, αντικειμενική, διαφανή και χωρίς διακρίσεις, κατά την οποία καμία επιχείρηση δεν αποκλείεται εκ των προτέρων.

Άρθρο 23

Μηχανισμός διαβούλευσης και διαφάνειας

Εκτός περιπτώσεων που εμπίπτουν στο άρθρο 32 παράγραφος 9, στο άρθρο 26 ή στο άρθρο 27, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή λοιπές αρμόδιες αρχές προτίθενται να λάβουν μέτρα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή προτίθενται να προβλέψουν περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 4 και 5, και εφόσον τα εν λόγω μέτρα ή περιορισμοί έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη σχετική αγορά, παρέχουν στα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα σχολιασμού του σχεδίου μέτρου εντός εύλογης χρονικής περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη την περιπλοκότητα του ζητήματος και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 30 ημερών, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων.

Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις εθνικές τους διαδικασίες διαβούλευσης.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη δημιουργία ενιαίου σημείου ενημέρωσης όπου παρατίθενται όλες οι τρέχουσες διαβουλεύσεις.

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας διαβούλευσης δημοσιοποιούνται, με εξαίρεση τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την ενωσιακή και την εθνική νομοθεσία σχετικά με το επιχειρηματικό απόρρητο.

Άρθρο 24

Διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των τελικών χρηστών και των καταναλωτών (συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των καταναλωτών με αναπηρίες), των κατασκευαστών και των επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων του συνόλου των τελικών χρηστών και των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της ισοδύναμης πρόσβασης και της επιλογής για τους τελικούς χρήστες με αναπηρίες, όσον αφορά τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ιδίως όταν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αγορά.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θεσπίζουν μηχανισμό διαβούλευσης, προσβάσιμο σε άτομα με αναπηρίες, ώστε στις αποφάσεις τους για θέματα που αφορούν τον τελικό χρήστη και τα δικαιώματα του καταναλωτή όσον αφορά διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

2. Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν, οσάκις ενδείκνυται να αναπτύσσουν, υπό την καθοδήγηση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, μηχανισμούς οι οποίοι προβλέπουν τη συμμετοχή των καταναλωτών, των οργανώσεων χρηστών και των φορέων παροχής υπηρεσιών και αποβλέπουν στη βελτίωση της γενικής ποιότητας της παροχής υπηρεσιών, μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη και την εφαρμογή κωδίκων συμπεριφοράς και προτύπων λειτουργίας.

3. Με την επιφύλαξη εθνικών κανόνων που είναι σύμφωνοι με το ενωσιακό δίκαιο για την προαγωγή των στόχων πολιτικής για τον πολιτισμό και τα μέσα επικοινωνίας, όπως η πολιτιστική και γλωσσική ποικιλομορφία και η πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές μπορούν να προωθούν τη συνεργασία μεταξύ παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσιών και των τομέων που ενδιαφέρονται για την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου στα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στη συνεργασία αυτή ενδέχεται να περιληφθεί επίσης και ο συντονισμός των στοιχείων δημοσίου ενδιαφέροντος τα οποία διατίθεται στο κοινό δυνάμει του άρθρου 96 παράγραφος 3 και του άρθρου 95 παράγραφος 1.

Άρθρο 25

Εξώδικη επίλυση διαφορών

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες, έχουν πρόσβαση σε διαφανείς, αμερόληπτες, απλές, ταχείες, δίκαιες και μη δαπανηρές εξώδικες διαδικασίες για την αντιμετώπιση των ανεπίλυτων διαφορών τους με παρόχους δημοσίως διαθέσιμων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες προκύπτουν από την παρούσα οδηγία και αφορούν τους συμβατικούς όρους και/ή την εκτέλεση συμβάσεων παροχής των εν λόγω δικτύων και/ή υπηρεσιών. Οι πάροχοι δημοσίως διαθέσιμων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν απορρίπτουν το αίτημα του καταναλωτή για επίλυση διαφοράς με τον καταναλωτή μέσω εξώδικης επίλυσης διαφορών βάσει σαφών και αποτελεσματικών διαδικασιών και κατευθυντήριων γραμμών. Οι διαδικασίες αυτές πληρούν τις απαιτήσεις ποιότητας που καθορίζονται στο κεφάλαιο II της οδηγίας 2013/11/ΕΕ. Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν πρόσβαση σε αυτές τις διαδικασίες σε άλλους τελικούς χρήστες, ιδίως σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομοθεσία τους δεν παρακωλύει τη λειτουργία γραφείων παραπόνων και την παροχή υπηρεσιών ανοικτής γραμμής, κατάλληλα κατανεμημένων γεωγραφικά, που θα διευκολύνουν την πρόσβαση των καταναλωτών και των άλλων τελικών χρηστών στην επίλυση των διαφορών. Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει περιληφθεί στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/11/ΕΕ, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 524/2013 εφαρμόζονται στις διαφορές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου που απορρέουν από διαδικτυακές συμβάσεις.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2013/11/ΕΕ, όταν στις διαφορές αυτές εμπλέκονται μέρη από διάφορα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη συντονίζουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να επιτύχουν την επίλυση της διαφοράς.

4. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις εθνικές δικαστικές διαδικασίες.

Άρθρο 26

Επίλυση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων

1. Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει σε σχέση με υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία μεταξύ παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, ή μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και άλλων επιχειρήσεων στο κράτος μέλος που επωφελούνται από τις υποχρεώσεις πρόσβασης και/ή διασύνδεσης ή μεταξύ παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε κράτος μέλος και παρόχων συναφών εγκαταστάσεων, η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς, το ταχύτερο δυνατό βάσει σαφών και αποτελεσματικών διαδικασιών και κατευθυντήριων γραμμών, και, πάντως, εντός τεσσάρων μηνών, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Το οικείο κράτος μέλος απαιτεί την πλήρη συνεργασία όλων των μερών με την εθνική ρυθμιστική αρχή.

2. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να αρνούνται την επίλυση διαφοράς με δεσμευτική απόφαση, εάν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλλουν καλύτερα στην έγκαιρη επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3. Τα μέρη ενημερώνονται σχετικά αμελλητί από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Εάν η διαφορά δεν έχει επιλυθεί μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών και το μέρος το οποίο επιζητεί την επανόρθωση δεν την έχει φέρει ενώπιον δικαστηρίου, η εθνική ρυθμιστική αρχή εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς, το συντομότερο δυνατό, και, εν πάση περιπτώσει, εντός τεσσάρων μηνών.

3. Κατά την επίλυση μιας διαφοράς, η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει αποφάσεις που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων τους οποίους θέτει το άρθρο 3. Οι υποχρεώσεις που μπορεί να επιβάλει η εθνική ρυθμιστική αρχή σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς, πρέπει να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

4. Η απόφαση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής δημοσιοποιείται, τηρουμένων των απαιτήσεων περί επιχειρηματικού απορρήτου. Στα ενδιαφερόμενα μέρη παρέχεται πλήρης έκθεση των λόγων επί των οποίων βασίζεται.

5. Η διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 3 και 4 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων.

Άρθρο 27

Επίλυση διασυνοριακών διαφορών

1. Σε περίπτωση διαφοράς στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας μεταξύ επιχειρήσεων από διαφορετικά κράτη μέλη εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται σε διαφορές σχετικά με τον συντονισμό ραδιοφάσματος που καλύπτεται από το άρθρο 28.

2. Κάθε μέρος μπορεί να παραπέμψει τη διαφορά στην οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή στις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή ή οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τη συνεκτική επίλυση της διαφοράς κοινοποιούν τη διαφορά στον BEREC, σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 3.

3. Ο BEREC εκδίδει γνώμη με την οποία επισημαίνει στην οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή στις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση της διαφοράς ή να μην προβούν σε ενέργειες, στο συντομότερο δυνατό χρονικό πλαίσιο και, σε κάθε περίπτωση, εντός τεσσάρων μηνών, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.

4. Η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή οι οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές αναμένουν τη γνώμη του BEREC προτού προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την επίλυση της διαφοράς. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, εφόσον υπάρχει επείγουσα ανάγκη ανάληψης δράσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός ή να προστατευτούν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορεί, είτε κατόπιν αιτήματος των μερών είτε με δική της πρωτοβουλία, να λάβει προσωρινά μέτρα.

4a. Σε περιπτώσεις διασυνοριακών διαφορών στην επίλυση των οποίων εμπλέκονται περισσότερες από μία εθνικές ρυθμιστικές αρχές και κατά τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν κατόρθωσαν να καταλήξουν σε συμφωνία εντός χρονικής περιόδου 3 μηνών αφότου η συγκεκριμένη υπόθεση παραπέμφθηκε στην τελευταία από τις εν λόγω ρυθμιστικές αρχές, εξουσιοδοτείται ο BEREC να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής επίλυση της διαφοράς.

5. Οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλει η εθνική ρυθμιστική αρχή σε επιχείρηση στο πλαίσιο της επίλυσης της διαφοράς είναι σύμφωνη με την παρούσα οδηγία, λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη που εκδίδει ο BEREC, και εγκρίνεται εντός ενός μηνός από την έκδοση της εν λόγω γνώμης.

6. Η διαδικασία της παραγράφου 2 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια.

Άρθρο 28

Συντονισμός ραδιοφάσματος μεταξύ κρατών μελών

1. Τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές τους διασφαλίζουν ότι η χρήση του ραδιοφάσματος είναι οργανωμένη στην επικράτειά τους κατά τρόπο ώστε να μην εμποδίζεται κανένα άλλο κράτος μέλος ▌να επιτρέπει στην επικράτειά του τη χρήση ▌ραδιοφάσματος, ειδικότερα εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, ιδίως λόγω επιβλαβών διασυνοριακών παρεμβολών μεταξύ κρατών μελών.

Προς τον σκοπό αυτό λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει του διεθνούς δικαίου και των σχετικών διεθνών συμφωνιών, όπως βάσει των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU).

2. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους, μεταξύ άλλων μέσω της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος που συγκροτείται σύμφωνα με την παράγραφο 4α, κατά τον διασυνοριακό συντονισμό της χρήσης ραδιοφάσματος προκειμένου:

α)  να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1·

β)  να επιλύουν τυχόν προβλήματα ή διαφορές σε σχέση με τον διασυνοριακό συντονισμό ή τις επιβλαβείς διασυνοριακές παρεμβολές·

β α)  να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

2α. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται επίσης μεταξύ τους, μεταξύ άλλων μέσω της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, για την ευθυγράμμιση των προσεγγίσεών τους όσον αφορά την εκχώρηση και τις άδειες χρήσης ραδιοφάσματος.

3. Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθώς και η Επιτροπή μπορεί να ζητά από την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος να αξιοποιήσει τις καλές της υπηρεσίες και, κατά περίπτωση, να προτείνει συντονισμένη λύση με γνώμη, ώστε να βοηθήσει τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με τις παραγράφους 1 και 2, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις που εμπλέκονται τρίτες χώρες στο πρόβλημα ή στη διαφορά. Τα κράτη μέλη παραπέμπουν κάθε ανεπίλυτη διαφορά μεταξύ τους στην ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος, κατά προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης διαθέσιμης διαδικασίας διευθέτησης διαφορών που προβλέπεται δυνάμει του διεθνούς δικαίου.

4. Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, να εγκρίνει μέτρα εφαρμογής για την επίλυση επιβλαβών διασυνοριακών παρεμβολών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών οι οποίες τα αποτρέπουν από τη χρήση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος στην επικράτειά τους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 110 παράγραφος 4.

4a. Με το παρόν συγκροτείται συμβουλευτική ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος, η οποία ονομάζεται «ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος» και αποτελείται από έναν υψηλόβαθμο κυβερνητικό εμπειρογνώμονα από κάθε κράτος μέλος, καθώς και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο της Επιτροπής.

Η ομάδα επικουρεί και συμβουλεύει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικά με τον διασυνοριακό συντονισμό της χρήσης του ραδιοφάσματος, την ευθυγράμμιση των προσεγγίσεών τους όσον αφορά την εκχώρηση και τις άδειες χρήσης ραδιοφάσματος και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την πολιτική για το ραδιοφάσμα και τον συντονισμό.

Οι υπηρεσίες γραμματείας παρέχονται από [την Υπηρεσία του BEREC / τον BEREC].

Τίτλος III: Εφαρμογή

Άρθρο 29

Κυρώσεις και αποζημιώσεις

1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων των προστίμων και περιοδικών κυρώσεων, κατά περίπτωση, με στόχο να αποτρέπονται παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Με την επιφύλαξη του άρθρου 30, οι εν λόγω κανόνες διασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία, εάν κρίνεται σκόπιμο κατά την επιβολή μιας υποχρέωσης, να επιβάλλουν προκαθορισμένες οικονομικές κυρώσεις για παράβαση της σχετικής υποχρέωσης, το ποσό των οποίων καταβάλλεται στην αρμόδια αρχή, σε τελικούς χρήστες και/ή σε άλλες επιχειρήσεις. Οι προβλεπόμενες ποινές πρέπει να είναι κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. ▌

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε χρήστης ο οποίος υπέστη υλική ζημία ή ηθική βλάβη λόγω παράβασης των διατάξεων της παρούσας οδηγίας έχει το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση από τον παραβάτη για τη ζημία που υπέστη, εκτός εάν ο παραβάτης αποδείξει ότι ουδόλως ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός. Οι τυχόν προκαθορισμένες οικονομικές κυρώσεις που καταβάλλονται στον χρήστη δυνάμει της παραγράφου 1 αφαιρούνται από την αποζημίωση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο.

3. Ο κάτοχος δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος λαμβάνει αποζημίωση όσον αφορά επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, ύστερα από κάθε τροποποίηση, περιορισμό ή ανάκληση των εν λόγω δικαιωμάτων κατά παράβαση του άρθρου 18 ή του άρθρου 19.

Άρθρο 30

Συμμόρφωση προς τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης και προς τις ειδικές υποχρεώσεις

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές τους να παρακολουθούν και επιβλέπουν τη συμμόρφωση με τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και αριθμών με τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 και με την υποχρέωση αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 45 και το άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2.

Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν από τις επιχειρήσεις που καλύπτονται από τη γενική άδεια, ή απολαύουν δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή αριθμών να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή προς τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2, σύμφωνα με το άρθρο 21.

2. Εάν η εθνική αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση δεν τηρεί έναν ή περισσότερους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης, ή τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2, κοινοποιεί στην επιχείρηση την εν λόγω διαπίστωση και παρέχει στην επιχείρηση τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

3. Η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παύση της παράβασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2, είτε αμέσως είτε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και λαμβάνει κατάλληλα και αναλογικά μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης.

Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν:

  α) κατά περίπτωση αποτρεπτικές οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν περιοδικές ποινές με αναδρομικό αποτέλεσμα· και

  β) διαταγή να διακοπεί ή να καθυστερήσει η παροχή υπηρεσίας ή δέσμης υπηρεσιών η οποία, εάν συνεχιζόταν, θα κατέληγε σε σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενώ εκκρεμεί η συμμόρφωση με υποχρεώσεις πρόσβασης που έχουν επιβληθεί μετά από ανάλυση αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 65.

  Τα μέτρα και οι λόγοι στους οποίους βασίζονται, ανακοινώνονται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση χωρίς καθυστέρηση και προβλέπουν εύλογο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση της επιχείρησης προς το μέτρο.

4. Παρά τις παραγράφους 2 και 3, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις, ανάλογα με την περίπτωση, στις επιχειρήσεις που δεν παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχεία α) ή β) και το άρθρο 67, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από την εθνική αρμόδια αρχή.

5. Σε περιπτώσεις σοβαρής παράβασης ή επανειλημμένων παραβάσεων των όρων της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 ή 2, εάν τα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν φέρουν αποτέλεσμα, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές να μπορούν να εμποδίζουν την περαιτέρω παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από μια επιχείρηση ή να αναστέλλουν ή να αποσύρουν τα δικαιώματα χρήσης. Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή να επιβάλλει αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις και ποινές. Αυτές οι κυρώσεις και ποινές μπορούν να επιβληθούν ώστε να καλύπτουν τη χρονική περίοδο κάθε παράβασης, ακόμη και εάν η παράβαση έχει στη συνέχεια διορθωθεί.

6. Ανεξάρτητα από τις παραγράφους 2, 3 και 5 του παρόντος άρθρου, εάν η αρμόδια αρχή έχει αποδείξεις ότι η παράβαση των όρων της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2 συνιστά άμεση και σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία ή ότι θα προξενήσει σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα σε άλλους παρόχους ή σε χρήστες δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλους χρήστες του ραδιοφάσματος, μπορεί να λαμβάνει έκτακτα προσωρινά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης, πριν από τη λήψη τελικής απόφασης. Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρέχεται εν συνεχεία εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της και να προτείνει επανορθωτικά μέτρα. Εφόσον απαιτείται, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβεβαιώνει τα προσωρινά μέτρα, τα οποία έχουν μέγιστη ισχύ τριών μηνών, αλλά μπορούν, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκτέλεσης, να παραταθούν για περαιτέρω χρονική περίοδο έως και τριών μηνών.

7. Οι επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα να προσφεύγουν κατά των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου, με τη διαδικασία του άρθρου 31 της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 31

Δικαίωμα προσφυγής

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση αρμόδιας αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής πλήρως ανεξάρτητου από τους διαδίκους και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή του στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Το εν λόγω όργανο προσφυγής, το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής.

Έως την ολοκλήρωση της προσφυγής ισχύει η απόφαση της αρμόδιας αρχής, εκτός εάν ληφθούν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

2. Εάν το όργανο προσφυγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αιτιολογεί πάντοτε εγγράφως τις αποφάσεις του. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του υπόκειται σε αναθεώρηση από δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 267 της συνθήκης.

3. Τα κράτη μέλη συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με το εν γένει θέμα των προσφυγών, τη διάρκεια των διαδικασιών προσφυγής και τον αριθμό των αποφάσεων για λήψη προσωρινών μέτρων. Τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες αυτές, καθώς και τις αποφάσεις στην Επιτροπή και στον BEREC κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως είτε της πρώτης είτε του δευτέρου.

Τίτλος IV: Διαδικασίες εσωτερικής αγοράς

Άρθρο 32

Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών

1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους όλους τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 3, στον βαθμό που αυτοί σχετίζονται με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς εργαζόμενες από κοινού αλλά και με την Επιτροπή καθώς και με τον BEREC, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας σε όλα τα κράτη μέλη. Προς τον σκοπό αυτό, εργάζονται από κοινού ιδίως με την Επιτροπή και τον BEREC για τον προσδιορισμό των τύπων των μέσων και των επανορθωτικών μέτρων που ενδείκνυνται για συγκεκριμένες καταστάσεις που επικρατούν στην αγορά.

3. Εάν δεν προβλέπεται άλλως σε συστάσεις ή/και κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34, μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης του άρθρου 23, εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο:

  α) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59, 62, 65 ή 66 της παρούσας οδηγίας, και

  β) είναι πιθανόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών,

δημοσιεύει το σχέδιο μέτρου και το καθιστά προσβάσιμο στην Επιτροπή, στον BEREC και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών, ταυτοχρόνως, μαζί με την αιτιολόγηση και τη λεπτομερή ανάλυση στην οποία στηρίζεται το μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 3, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, τον BEREC και τις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC και η Επιτροπή μπορούν εντός μηνός να διαβιβάσουν τα σχόλιά τους στην ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή. Η μηνιαία προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί.

4. Εάν το σχεδιαζόμενο μέτρο που διέπεται από την παράγραφο 3 αποσκοπεί:

  α) στον καθορισμό σχετικής αγοράς που διαφέρει από εκείνες που ορίζονται στη σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1, ή

  β) στην απόφαση καθορισμού ή όχι επιχείρησης ως διαθέτουσας, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλους, σημαντική ισχύ στην αγορά, βάσει του άρθρου 65 παράγραφοι 3 ή 4,

και είναι πιθανόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, ενώ η Επιτροπή έχει γνωστοποιήσει στην εθνική ρυθμιστική αρχή ότι θεωρεί πως το σχέδιο μέτρου θα δημιουργούσε φραγμό στην εσωτερική αγορά ή εάν έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με την ενωσιακή νομοθεσία και ιδίως με τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 3, αναβάλλεται η θέσπιση του σχεδίου μέτρου επί δύο περαιτέρω μήνες. Η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί. Η Επιτροπή ενημερώνει τον BEREC και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις επιφυλάξεις της στην περίπτωση αυτή και ταυτοχρόνως τις δημοσιοποιεί.

4a. Εντός έξι εβδομάδων από την έναρξη της αναφερόμενης στην παράγραφο 4 δίμηνης περιόδου, ο BEREC γνωμοδοτεί σχετικά με την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 κοινοποίηση της Επιτροπής, αποφαινόμενος σχετικά με το κατά πόσο το σχέδιο μέτρου πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, εφόσον απαιτείται, καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις προς τον σκοπό αυτό. Η γνώμη αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.

5. Εντός της δίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 4, η Επιτροπή μπορεί:

  α) να αποφασίσει να καλέσει την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, και/ή

  β) να αποφασίσει να άρει τις επιφυλάξεις της σε σχέση με το σχέδιο μέτρου κατά την παράγραφο 4.

Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC πριν από τη λήψη απόφασης. Η απόφαση συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δεν πρέπει να θεσπιστεί, καθώς και από συγκεκριμένες προτάσεις για την τροποποίηση του σχεδίου μέτρου.

6. Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 5 ζητώντας από την εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου, η εθνική ρυθμιστική αρχή τροποποιεί ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής. Σε περίπτωση που το σχέδιο μέτρου τροποποιείται, η εθνική ρυθμιστική αρχή διοργανώνει δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 και επανακοινοποιεί το τροποποιημένο σχέδιο μέτρου στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3.

7. Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τα σχόλια των άλλων εθνικών ρυθμιστικών αρχών, του BEREC και της Επιτροπής και, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στην παράγραφο 5 στοιχείο α), μπορεί να θεσπίζει το προκύπτον σχέδιο μέτρου και, εφόσον το πράξει, το κοινοποιεί στην Επιτροπή.

8. Η εθνική ρυθμιστική αρχή ανακοινώνει στην Επιτροπή και στον BEREC όλα τα εγκεκριμένα τελικά μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου.

9. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι πρέπει να αναληφθεί δράση επειγόντως προκειμένου να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός και να προστατευθούν τα συμφέροντα των χρηστών, κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία των παραγράφων 3 και 4, μπορεί να λαμβάνει αμέσως αναλογικά και προσωρινά μέτρα. Ανακοινώνει αμελλητί στην Επιτροπή, στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στον BEREC τα μέτρα αυτά, πλήρως αιτιολογημένα. Η λήψη αποφάσεως εκ μέρους εθνικής ρυθμιστικής αρχής για τη μονιμοποίηση των μέτρων ή την παράταση της ισχύος τους υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4.

9a.  Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει ένα σχέδιο μέτρου ανά πάσα στιγμή.

Άρθρο 33

Διαδικασία για τη συνεκτική εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων

1. Όταν σχεδιαζόμενο μέτρο που εμπίπτει στο άρθρο 32 παράγραφος 3 αποσκοπεί στην επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρέωσης φορέα εκμετάλλευσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 65 σε συνδυασμό με το άρθρο 59 και τα άρθρα 67 έως 74, η Επιτροπή δύναται, εντός της περιόδου του ενός μηνός που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 3, να γνωστοποιήσει στην αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή και στον BEREC τους λόγους για τους οποίους είτε θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δημιουργεί φραγμούς στην ενιαία αγορά είτε αμφισβητεί σοβαρά τη συμβατότητά του με την ενωσιακή νομοθεσία. Σε αυτή την περίπτωση, το σχέδιο μέτρου δεν εγκρίνεται για τρεις ακόμη μήνες μετά την κοινοποίηση της Επιτροπής.

Εάν δεν υπάρξει κοινοποίηση, η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να εγκρίνει το σχέδιο μέτρου, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη οιαδήποτε σχόλια της Επιτροπής, του BEREC ή οιασδήποτε άλλης εθνικής ρυθμιστικής αρχής.

2. Κατά την τρίμηνη περίοδο στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1, η Επιτροπή, ο BEREC και η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή συνεργάζονται στενά με στόχο την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δεόντως υπόψη τις απόψεις των φορέων της αγοράς και την ανάγκη να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής.

3. Εντός έξι εβδομάδων από την έναρξη της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, ο BEREC γνωμοδοτεί, αποφασίζοντας με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του ρυθμιστικού συμβουλίου, σχετικά με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση της Επιτροπής, αποφαινόμενος σχετικά με το κατά πόσο το σχέδιο μέτρου πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, εφόσον απαιτείται, καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις προς τον σκοπό αυτό. Η γνώμη αυτή αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.

4. Εάν στη γνωμοδότησή του ο BEREC συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής, συνεργάζεται στενά με την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή για την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου. Πριν την εκπνοή της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται:

  α) να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου της έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση της Επιτροπής καθώς και τη γνώμη και τις συστάσεις του BEREC·

  β) να διατηρήσει το σχέδιο μέτρου της.

5. Η Επιτροπή δύναται, εντός μηνός από την εκπνοή της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, και έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, εφόσον έχει αυτός γνωμοδοτήσει:

  α) να εκδώσει σύσταση απαιτώντας από την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, περιλαμβανομένων κατά περίπτωση, συγκεκριμένων προτάσεων για την τροποποίηση του σχεδίου μέτρου, και εκθέτοντας τους λόγους με τους οποίους αιτιολογείται η σύστασή της, ιδίως σε περίπτωση που ο BEREC δεν συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής·

  β) να λάβει απόφαση με την οποία αίρει τις αναφερθείσες σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιφυλάξεις της.

γ) να λάβει απόφαση με την οποία η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή υποχρεούται να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, σε περίπτωση που ο BEREC συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής. Η απόφαση συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δεν πρέπει να θεσπιστεί, καθώς και από συγκεκριμένες προτάσεις για την τροποποίηση του σχεδίου μέτρου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6.

6. Εντός ενός μηνός από την έκδοση της σύστασης της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο α) ή από την άρση των επιφυλάξεων της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή αποσύρει το σχέδιο μέτρου ή εγκρίνει, δημοσιεύει και κοινοποιεί στην Επιτροπή και στον BEREC το εγκριθέν τελικό μέτρο.

Η εν λόγω χρονική περίοδος δύναται να παραταθεί προκειμένου να δοθεί στην εθνική ρυθμιστική αρχή η ευχέρεια να διοργανώσει δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 23.

7. Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει να μην τροποποιήσει ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου βάσει της εκδοθείσας σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο α) σύστασης, παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.

8. Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει το προτεινόμενο σχέδιο μέτρου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

Άρθρο 34

Διατάξεις εφαρμογής

Η Επιτροπή, μετά τη δημόσια διαβούλευση και τη διαβούλευση με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, μπορεί να εκδώσει συστάσεις ή/και κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με το άρθρο 32, που θα καθορίζουν τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο λεπτομέρειας των ανακοινώσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 παράγραφος 3, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν απαιτούνται κοινοποιήσεις καθώς και τον υπολογισμό των προθεσμιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

συνεκτική εκχώρηση ραδιοφάσματος

Άρθρο 35

Διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους

1. Όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές οι εξουσίες να θεσπίζουν τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα:

α)  στην περίπτωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, τη διαδικασία επιλογής, σε σχέση με το άρθρο 54·

β)  τα κριτήρια που αφορούν την επιλεξιμότητα του προσφέροντος, κατά περίπτωση, σε σχέση με το άρθρο 48 παράγραφος 4·

γ)  τις παραμέτρους των μέτρων οικονομικής αποτίμησης του ραδιοφάσματος, όπως την τιμή πρώτης προσφοράς, σε σχέση με το άρθρο 42·

δ)  τη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης και τους όρους ανανέωσης σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50·

ε)  τυχόν μέτρα για την προώθηση του ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 52, κατά περίπτωση·

στ)  τους όρους που αφορούν την εκχώρηση, τη μεταβίβαση, συμπεριλαμβανομένης της εμπορίας και της χρονομίσθωσης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, σε σχέση με το άρθρο 51, την από κοινού χρήση (μερισμό) ραδιοφάσματος ή ασύρματων υποδομών, σε σχέση με το άρθρο 59 παράγραφος 3, ή τη συσσώρευση δικαιωμάτων χρήσης, σε σχέση με το άρθρο 52 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και ε)· και

ζ)  τις παραμέτρους των όρων κάλυψης σύμφωνα με τους συνολικούς στόχους πολιτικής του κράτους μέλους στον τομέα αυτό, σε σχέση με το άρθρο 47.

Κατά τη θέσπιση των μέτρων αυτών, η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει υπόψη την ανάγκη συνεργασίας με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών, την Επιτροπή και τον BEREC προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνοχή σε ολόκληρη την Ένωση, τους σχετικούς εθνικούς στόχους πολιτικής που καθορίζονται από το κράτος μέλος, καθώς και άλλα συναφή εθνικά μέτρα όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, και βασίζει το μέτρο της σε διεξοδική και αντικειμενική αξιολόγηση της κατάστασης του ανταγωνισμού, της τεχνικής και της οικονομικής κατάστασης της αγοράς.

2. Για τη διευκόλυνση του διασυνοριακού συντονισμού και της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, στην περίπτωση που εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία α) έως ζ), δημοσιοποιεί το σχέδιο μέτρου και το καθιστά προσβάσιμο, μαζί με το σκεπτικό στο οποίο αυτό βασίζεται, και ενημερώνει σχετικά τον BEREC, την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος, την Επιτροπή και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε άλλα κράτη μέλη, συγχρόνως.

3. Εντός τριών μηνών από τη δημοσιοποίηση του σχεδίου μέτρου, ο BEREC εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη επί του σχεδίου μέτρου, με την οποία αναλύεται κατά πόσον το εν λόγω μέτρο θα ήταν το πλέον κατάλληλο προκειμένου:

α)  να προαχθεί η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, καθώς και ο ανταγωνισμός, να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη για τον καταναλωτή και να επιτευχθούν, σε γενικές γραμμές, οι στόχοι ▌που καθορίζονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 45 παράγραφος 2,

β)  να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος· και

γ)  να διασφαλιστούν σταθερές και προβλέψιμες επενδυτικές συνθήκες για τους υφιστάμενους και μελλοντικούς χρήστες του ραδιοφάσματος κατά την ανάπτυξη δικτύων για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που εξαρτώνται από το ραδιοφάσμα.

Στην αιτιολογημένη γνώμη αναφέρεται κατά πόσον το σχέδιο μέτρου θα πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί. Ο BEREC διατυπώνει συγκεκριμένες συστάσεις προς τον σκοπό αυτό, κατά περίπτωση. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και η Επιτροπή μπορούν επίσης να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του σχεδίου απόφασης στην ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή.

Ο BEREC εγκρίνει και δημοσιοποιεί τα κριτήρια που θα εφαρμόζει κατά την αξιολόγηση κάθε σχεδίου μέτρου.

4. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ο BEREC και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδίως υπόψη:

α)  τους στόχους και τις αρχές που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία· καθώς και κάθε σχετική εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής που εκδίδεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, καθώς και τις αποφάσεις 676/2002/ΕΚ και 243/2012/ΕΕ·

β)  τυχόν συγκεκριμένους εθνικούς στόχους που καθορίστηκαν από το κράτος μέλος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο·

γ)  την ανάγκη να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού κατά τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων·

γ α)  τις αρχές της ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες και την τεχνολογία·

δ)  τα αποτελέσματα της πλέον πρόσφατης γεωγραφικής έρευνας των δικτύων σύμφωνα με το άρθρο 22·

ε)  την ανάγκη διασφάλισης της συνοχής με τις πρόσφατες και εκκρεμείς διαδικασίες εκχώρησης σε άλλα κράτη μέλη και τις πιθανές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών· και

στ)  κάθε σχετική γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, και ειδικότερα όσον αφορά την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος.

5. Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC και παρατηρήσεις που υποβάλλονται από την Επιτροπή και άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές πριν από την έκδοση της τελικής της απόφασης και κοινοποιεί την εκδοθείσα τελική απόφαση στον BEREC και την Επιτροπή.

Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει να μην τροποποιήσει ή να μην αποσύρει το σχέδιο μέτρου βάσει της εκδοθείσας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αιτιολογημένης γνώμης, παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.

Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει το σχέδιο μέτρου της σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

6. Κατά την κατάρτιση του σχεδίου μέτρου τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ζητούν στήριξη από τον BEREC και την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος.

7. Ο BEREC, η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος, η Επιτροπή και η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή συνεργάζονται στενά με στόχο την εξεύρεση της πλέον κατάλληλης και αποτελεσματικής λύσης υπό το πρίσμα των ρυθμιστικών στόχων και αρχών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δεόντως υπόψη τις απόψεις των φορέων της αγοράς και την ανάγκη να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής.

8. Η τελική απόφαση που εκδίδεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιεύεται.

Άρθρο 36

Εναρμονισμένη παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων

Εάν έχει εναρμονισθεί η χρήση ραδιοσυχνοτήτων, έχουν συμφωνηθεί όροι και διαδικασίες πρόσβασης και έχουν επιλεγεί οι επιχειρήσεις στις οποίες παραχωρούνται οι ραδιοσυχνότητες σύμφωνα με διεθνείς συμφωνίες και ενωσιακούς κανόνες, τα κράτη μέλη παρέχουν το δικαίωμα χρήσης των εν λόγω ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με αυτά. Υπό την προϋπόθεση ότι, όλοι οι εθνικοί όροι που συνοδεύουν το δικαίωμα χρήσης των συγκεκριμένων ραδιοσυχνοτήτων έχουν τηρηθεί στην περίπτωση κοινής διαδικασίας επιλογής, τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν περαιτέρω όρους, πρόσθετα κριτήρια ή διαδικασίες που θα μπορούσαν να περιορίσουν, να τροποποιήσουν ή να καθυστερήσουν την ορθή εφαρμογή της από κοινού παραχώρησης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών.

Άρθρο 37

Κοινή διαδικασία αδειοδότησης για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος

1. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος σημαντικής διασυνοριακής επιβλαβούς παρεμβολής, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη συνεργάζονται υποχρεωτικά, και σε άλλες περιπτώσεις προαιρετικά, μεταξύ τους, καθώς και με την Επιτροπή, την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος και τον BEREC, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τα άρθρα 13, 46 και 54, καθορίζοντας από κοινού τις κοινές πτυχές μιας διαδικασίας αδειοδότησης και διεξάγοντας επίσης από κοινού τη διαδικασία επιλογής για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε συμφωνία, κατά περίπτωση, με τυχόν κοινό χρονοδιάγραμμα που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 53.

Οποιοσδήποτε συμμετέχων στην αγορά δύναται να ζητήσει τη διεξαγωγή κοινής διαδικασίας επιλογής παρέχοντας επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η έλλειψη συντονισμού δημιουργεί σημαντικό φραγμό στην εσωτερική αγορά.

Η κοινή διαδικασία αδειοδότησης πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  οι επιμέρους εθνικές διαδικασίες αδειοδότησης κινούνται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με από κοινού συμφωνημένο πρόγραμμα·

β)  προβλέπονται, κατά περίπτωση, κοινές προϋποθέσεις και διαδικασίες για την επιλογή και τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών·

γ)  προβλέπονται, κατά περίπτωση, κοινές ή συγκρίσιμες προϋποθέσεις που θα συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, να παρέχεται στους χρήστες η δυνατότητα εκχώρησης παρόμοιων τμημάτων ραδιοφάσματος·

δ)  είναι ανοικτή ανά πάσα στιγμή μέχρις ότου διεξαχθεί η διαδικασία αδειοδότησης σε άλλα κράτη μέλη.

2. Όταν τα μέτρα που λαμβάνονται για τους σκοπούς της παραγράφου 1 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 35 παράγραφος 1, η διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο ακολουθείται ταυτοχρόνως από τις ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

διαδικασίες εναρμόνισης

Άρθρο 38

Διαδικασίες εναρμόνισης

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 37 και 45, του άρθρου 46 παράγραφος 3, του άρθρου 47 παράγραφος 3 και του άρθρου 53, εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ύπαρξη αποκλίσεων κατά την υλοποίηση, εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ή άλλων αρμόδιων αρχών, των κανονιστικών καθηκόντων που προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία ενδέχεται να αποτελέσει φραγμό στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, μπορεί να εκδώσει σύσταση ή απόφαση για την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και με σκοπό την προαγωγή της επίτευξης των στόχων του άρθρου 3.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους τις συστάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Εφόσον μια εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλη αρμόδια αρχή επιλέγει να μην ακολουθήσει μια σύσταση, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, αιτιολογώντας τη θέση της.

3. Οι αποφάσεις που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 μπορούν αποκλειστικά να περιλαμβάνουν προσδιορισμό εναρμονισμένης ή συντονισμένης μεθόδου για την αντιμετώπιση των ακόλουθων θεμάτων:

α)  μη συνεκτική εφαρμογή των γενικών κανονιστικών μεθόδων εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατ’ εφαρμογή των άρθρων 62 και 65, όπου δημιουργεί φραγμό στην εσωτερική αγορά. Αυτές οι αποφάσεις δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένες γνωστοποιήσεις εκδιδόμενες από εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 33·

  Σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει σχέδιο απόφασης μόνον αφού:

–  έχουν παρέλθει δύο τουλάχιστον έτη από την έγκριση σύστασης της Επιτροπής με το ίδιο θέμα, και

–  έχει λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC όσον αφορά την επιχειρηματολογία υπέρ της έγκρισης παρόμοιας απόφασης, την οποία οφείλει να εκδώσει ο BEREC εντός τριών μηνών από το σχετικό αίτημα της Επιτροπής·

β)  θέματα σχετικά με την αριθμοδότηση, συμπεριλαμβανομένων των πεδίων αριθμών, της φορητότητας αριθμών και των αναγνωριστικών και θέματα σχετικά με τα συστήματα μετατροπής αριθμών και διευθύνσεων και την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (αριθμός 112).

4. Η κατά την παράγραφο 1 απόφαση εγκρίνεται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 110 παράγραφος 4 διαδικασία εξέτασης.

5. Ο BEREC μπορεί με δική του πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους επιχείρησης παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να συμβουλεύσει την Επιτροπή σχετικά με την έγκριση μέτρου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.

5a. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3 και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση που ο BEREC εκδώσει γνωμοδότηση με την οποία επισημαίνει την ύπαρξη αποκλίσεων κατά την εφαρμογή, εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ή άλλων αρμόδιων αρχών, των κανονιστικών καθηκόντων που προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία, και οι αποκλίσεις αυτές ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμό στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή είτε εκδίδει σύσταση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή, εάν έχει εκδώσει σύσταση σχετικά με το ίδιο θέμα δύο και πλέον έτη νωρίτερα, εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3, χωρίς να ζητήσει νέα γνωμοδότηση του BEREC.

Εάν η Επιτροπή δεν έχει, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, εκδώσει σύσταση ή απόφαση εντός ενός έτους από την ημερομηνία έκδοσης της γνωμοδότησης από τον BEREC, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε, και δημοσιοποιεί την αιτιολόγηση αυτή.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή έχει εκδώσει σύσταση, αλλά η μη συνεκτική εφαρμογή που δημιουργεί φραγμούς στην εσωτερική αγορά συνεχιστεί τα επόμενα δύο έτη, η Επιτροπή, εντός ενός επιπλέον έτους, είτε εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή, εάν η Επιτροπή αποφασίσει να μην εκδώσει απόφαση, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε, και δημοσιοποιεί την αιτιολόγηση αυτή.

Άρθρο 39

Τυποποίηση

1. Η Επιτροπή καταρτίζει και δημοσιεύει, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατάλογο μη υποχρεωτικών προτύπων και/ή προδιαγραφών που χρησιμεύει ως βάση για την ενθάρρυνση της εναρμονισμένης παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών. Οσάκις χρειάζεται, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή που θεσπίζεται με την οδηγία 2015/1535/ΕΕ, να ζητάει την εκπόνηση προτύπων από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (CENELEC) και Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης των Τηλεπικοινωνιών (ETSI)).

2. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση των προτύπων και/ή προδιαγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, για την παροχή υπηρεσιών, τεχνικών διεπαφών και/ή λειτουργιών δικτύων, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο προκειμένου να εξασφαλιστούν η διαλειτουργικότητα και η διασυνδεσιμότητα των υπηρεσιών, η διατερματική συνδεσιμότητα, και η διευκόλυνση της αλλαγής παρόχου με στόχο τη βελτίωση της ελευθερίας επιλογής του χρήστη.

Εφόσον πρότυπα και/ή προδιαγραφές δεν έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή των προτύπων και/ή προδιαγραφών που θεσπίζονται από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης.

Ελλείψει αυτών των προτύπων και/ή προδιαγραφών, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή διεθνών προτύπων ή συστάσεων που εγκρίνουν η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU), η Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (CEPT), ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO) ή η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC).

Εφόσον υφίστανται διεθνή πρότυπα, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης να χρησιμοποιούν τα εν λόγω πρότυπα ή τα σχετικά στοιχεία τους, ως βάση για τα πρότυπα που καταρτίζουν, εκτός εάν τα διεθνή πρότυπα ή τα σχετικά τους στοιχεία είναι αναποτελεσματικά.

Τυχόν πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή στην παρούσα παράγραφο διευκολύνουν την πρόσβαση, όπως ενδέχεται να απαιτείται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, όπου αυτό είναι εφικτό.

3. Εάν η εφαρμογή των πρότυπων και/ή προδιαγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεν είναι ορθή και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η εφαρμογή των προτύπων ή/και προδιαγραφών αυτών μπορεί να καθίσταται υποχρεωτική, σύμφωνα με την παράγραφο 4, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την εξασφάλιση της εν λόγω διαλειτουργικότητας και για τη βελτίωση της ελευθερίας επιλογής του χρήστη.

4. Εάν η Επιτροπή προτίθεται να καταστήσει υποχρεωτική την εφαρμογή ορισμένων προτύπων ή/και προδιαγραφών, δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα και καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των σχετικών προτύπων, αναφέροντάς τα ως υποχρεωτικά πρότυπα στον κατάλογο προτύπων και/ή προδιαγραφών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα ή/και οι προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ότι δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή ότι παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, τα αποσύρει από τον κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών κατά την παράγραφο 1.

6. Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα και/ή προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ότι δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή ότι παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, λαμβάνει τα κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα και αποσύρει τα εν λόγω πρότυπα ή/και προδιαγραφές από τον κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1.

7. Τα αναφερόμενα στις παραγράφους 4 και 6 εκτελεστικά μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 110 παράγραφος 4.

8. Το παρόν άρθρο δεν ισχύει για καμία από τις στοιχειώδεις απαιτήσεις, τις προδιαγραφές διεπαφής ή τα εναρμονισμένα πρότυπα, στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της οδηγίας 2014/53/ΕΕ.

Τίτλος V: Ασφάλεια και ακεραιότητα

Άρθρο 40

Ασφάλεια δικτύων και υπηρεσιών

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό να λαμβάνουν πρόσφορα και αναλογικά τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την κατάλληλη διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών. Λαμβανομένων υπόψη των πλέον πρόσφατων τεχνικών δυνατοτήτων, τα μέτρα αυτά πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον υπάρχοντα κίνδυνο. Λαμβάνονται ιδίως μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται, στις περιπτώσεις που είναι απαραίτητο για λόγους εμπιστευτικότητας, η εκ προεπιλογής διατερματική κρυπτογράφηση του περιεχομένου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με στόχο την αποτροπή και ελαχιστοποίηση του αντικτύπου συμβάντων που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια χρηστών, άλλων δικτύων ή υπηρεσιών.

1a. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν καμία υποχρέωση σε παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της ασφάλειας των δικτύων ή υπηρεσιών τους.

Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις ασφάλειας σε παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, γνωστοποιούν τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή και στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA). Ο ENISA συνδράμει τα κράτη μέλη στον συντονισμό των μέτρων που λαμβάνονται, προς αποφυγή των επικαλύψεων ή διαφορετικών απαιτήσεων που ενδέχεται να δημιουργήσουν κινδύνους ασφάλειας και φραγμούς στην εσωτερική αγορά.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της ακεραιότητας των δικτύων τους και κατά τον τρόπο αυτό να εξασφαλίζουν τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών που διανέμονται μέσω των δικτύων αυτών.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό να κοινοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή κάθε συμβάν ασφαλείας ή απώλεια ακεραιότητας που είχε σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών.

Για να προσδιοριστεί η σοβαρότητα του αντίκτυπου ενός συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι ακόλουθες παράμετροι:

α)  ο αριθμός των χρηστών που επηρεάζονται από το συμβάν·

β)  η διάρκεια του συμβάντος·

γ)  το γεωγραφικό εύρος της περιοχής που επηρεάζεται από το συμβάν·

δ)  ο βαθμός στον οποίο επηρεάζεται η λειτουργία του δικτύου ή της υπηρεσίας·

ε)  ο αντίκτυπος στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές στα άλλα κράτη μέλη, καθώς και τον ▌ENISA. Η οικεία αρμόδια αρχή μπορεί να ενημερώσει το κοινό ή να απαιτήσει την ενημέρωση αυτή από τους παρόχους, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη του συμβάντος είναι προς το δημόσιο συμφέρον.

Η οικεία αρμόδια αρχή υποβάλλει κατ’ έτος στην Επιτροπή και στον ENISA συνοπτική έκθεση σχετικά με τις κοινοποιήσεις που έχει παραλάβει και τη δράση που έχει αναλάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση ιδιαίτερου κινδύνου στο πλαίσιο ενός συμβάντος ασφαλείας σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι πάροχοι των εν λόγω δικτύων ή υπηρεσιών να ενημερώνουν τους χρήστες τους όσον αφορά τον εν λόγω κίνδυνο και σχετικά με τυχόν πιθανά προστατευτικά ή διορθωτικά μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν από τους χρήστες.

4. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη του κανονισμού (EΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

5. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 109 με στόχο τον προσδιορισμό των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, περιλαμβανομένων μέτρων που ορίζουν τις περιστάσεις, τη μορφή και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις απαιτήσεις κοινοποίησης. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βασίζονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό στα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα και δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εγκρίνουν πρόσθετες απαιτήσεις προς επίτευξη των στόχων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2. Οι πρώτες τέτοιες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εκδίδονται έως [να εισαχθεί η ημερομηνία].

5a. Προκειμένου να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή των μέτρων για την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών, ο ENISA, έως τις … [ημερομηνία] και κατόπιν διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και τον BEREC, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα ελάχιστα κριτήρια και τις κοινές προσεγγίσεις για την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών και για την προώθηση της χρήσης της διατερματικής κρυπτογράφησης.

Άρθρο 41

Εφαρμογή και επιβολή

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 40, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εξουσία έκδοσης δεσμευτικών οδηγιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τα μέτρα που απαιτούνται για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση συμβάντος και τις προθεσμίες εφαρμογής, προς τους παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τους παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό:

  α) να παρέχουν πληροφορίες απαραίτητες για την εκτίμηση της ασφάλειας και/ή της ακεραιότητας των υπηρεσιών και δικτύων τους, περιλαμβανομένων τεκμηριωμένων πολιτικών ασφάλειας, και

  β) να υποβάλλονται σε έλεγχο ασφάλειας που διενεργείται από ειδικευμένο ανεξάρτητο φορέα ή αρμόδια αρχή και να θέτουν τα σχετικά πορίσματα στη διάθεση της αρμόδιας αρχής. Το κόστος του ελέγχου επιβαρύνει την επιχείρηση.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εξουσίες για τη διερεύνηση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, και των επιπτώσεών τους στην ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών.

4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, για την εφαρμογή του άρθρου 40, οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν την εξουσία να επικουρούνται από ομάδες παρέμβασης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια των υπολογιστών («CSIRT»), σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148/ΕΕ αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στα καθήκοντα των CSIRT δυνάμει του παραρτήματος I σημείο 2 της εν λόγω οδηγίας.

5. Κατά περίπτωση και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται και συνεργάζονται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, τις αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 και τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.

Μέρος II. ΔΙΚΤΥΑ

Τίτλος I: Είσοδος στην αγορά και ανάπτυξη

Άρθρο 42

Τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να επιβάλει τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων υπεράνω ή υποκάτω δημοσίου ή ιδιωτικού ακινήτου, που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών εγκαταστάσεων, τα οποία διασφαλίζουν τη βέλτιστη χρήση των πόρων αυτών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους στόχους των άρθρων 3 και 4 και του άρθρου 45 παράγραφος 2, καθώς και ότι:

α)  είναι ουδέτερα από άποψη υπηρεσιών και τεχνολογίας, υπόκεινται μόνο σε περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 4 και 5, ενώ παράλληλα προάγουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και μεγιστοποιούν την κοινωνική και οικονομική χρησιμότητα του ραδιοφάσματος·

β)  λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη προώθησης της ανάπτυξης καινοτόμων υπηρεσιών· και

γ)  λαμβάνουν υπόψη πιθανές εναλλακτικές χρήσεις των πόρων.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τιμές πρώτης προσφοράς που καθορίζονται ως ελάχιστα τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος λαμβάνουν υπόψη τους την αξία των δικαιωμάτων στην πιθανή εναλλακτική τους χρήση και αντανακλούν το πρόσθετο κόστος που συνεπάγονται οι όροι που συνοδεύουν τα δικαιώματα αυτά για την επίτευξη των στόχων των άρθρων 3 και 4 και του άρθρου 45 παράγραφος 2, όπως υποχρεώσεις κάλυψης που δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα ▌.

3. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τρόπους πληρωμής που συνδέονται με την πραγματική διαθεσιμότητα του εκάστοτε ραδιοφάσματος και οι οποίοι δεν επιβαρύνουν αδικαιολόγητα τυχόν πρόσθετες επενδύσεις σε δίκτυα και συναφείς εγκαταστάσεις απαραίτητες για την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την παροχή συναφών υπηρεσιών.

4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν τέλη, λαμβάνουν υπόψη άλλα τέλη ή διοικητικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη γενική άδεια ή με δικαιώματα χρήσης που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να μη δημιουργείται περιττή οικονομική επιβάρυνση για τους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να παρέχονται κίνητρα για τη βέλτιστη χρήση των εκχωρούμενων πόρων.

5. Η επιβολή τελών δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 23 και, κατά περίπτωση, του άρθρου 35, του άρθρου 48 παράγραφος 6 και του άρθρου 54.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΓΗ

Άρθρο 43

Δικαιώματα διέλευσης

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν μια αρμόδια αρχή εξετάζει:

–  αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, ή

–  αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ακινήτου, σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δίκτυα επικοινωνιών, εκτός των δημοσίων δικτύων,

η αρμόδια αρχή:

–  ενεργεί βάσει απλών, αποτελεσματικών, διαφανών και προσιτών στο κοινό διαδικασιών που εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση λαμβάνει την απόφασή της εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων απαλλοτρίωσης, και

–  ακολουθεί τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τα δικαιώματα αυτά.

Οι προαναφερθείσες διαδικασίες είναι δυνατό να διαφέρουν αναλόγως του εάν ο αιτών παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή όχι.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν οι δημόσιες ή οι τοπικές αρχές διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται δημόσια δίκτυα ή/και προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπάρχει ουσιαστικός διαρθρωτικός διαχωρισμός της αρμοδιότητας σχετικά με την παροχή των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.

2α. Τα κράτη μέλη ορίζουν ή θεσπίζουν αποτελεσματικό μηχανισμό που παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα προσφυγής κατά αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων δημιουργίας εγκαταστάσεων ενώπιον οργάνου το οποίο είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη. Το εν λόγω όργανο λαμβάνει την απόφασή του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Άρθρο 44

Συνεγκατάσταση και μερισμός στοιχείων των δικτύων και συναφών εγκαταστάσεων για παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών

1. Στην περίπτωση που φορέας εκμετάλλευσης έχει ασκήσει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να δημιουργεί εγκαταστάσεις επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή έκανε χρήση διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιβάλλουν τη συνεγκατάσταση και τον μερισμό των στοιχείων του δικτύου και των συναφών εγκαταστάσεων που δημιουργήθηκαν, με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ασφάλειας ή την επίτευξη πολεοδομικών και χωροταξικών στόχων. Η συνεγκατάσταση ή ο μερισμός στοιχείων του δικτύου και εγκαταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί και ο μερισμός ακινήτου είναι δυνατό να επιβάλλονται μόνο μετά από επαρκές χρονικό διάστημα δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους και μόνο στις συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες κρίνεται αναγκαίος αυτός ο μερισμός με σκοπό την επίτευξη των στόχων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μερισμό των εν λόγω εγκαταστάσεων ή του ακινήτου, περιλαμβανομένων της γης, κτιρίων, εισόδων σε κτίρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, ή μέτρα που διευκολύνουν τον συντονισμό των δημόσιων έργων. Όπου κρίνεται σκόπιμο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προβλέπουν κανόνες για την κατανομή του κόστους του μερισμού εγκαταστάσεων ή ακινήτου και του συντονισμού τεχνικών έργων.

2. Τα μέτρα που λαμβάνονται από αρμόδια αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά. Κατά περίπτωση, τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται σε συντονισμό με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΡΑΔΙΟΦΑΣΜΑ

Ενότητα 1 Άδειες

Άρθρο 45

Διαχείριση ραδιοφάσματος

1. Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους το γεγονός ότι το ραδιοφάσμα αποτελεί δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση του ραδιοφάσματος για τις υπηρεσίες και τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4. Εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες και δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος αυτού από τις αρμόδιες αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.

Εφαρμόζοντας το παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της ITU και άλλων συμφωνιών που εγκρίνονται στο πλαίσιο της ITU, και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους δημόσιας ασφάλειας.

2. Τα κράτη μέλη προάγουν την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Ένωση, σύμφωνα με την ανάγκη εξασφάλισης της αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του και επιδιώκοντας τον ανταγωνισμό και άλλα οφέλη για τον καταναλωτή, π.χ. οικονομίες κλίμακας και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και δικτύων. Εν προκειμένω ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 4 και με την απόφαση 676/2002/ΕΚ, μεταξύ άλλων:

α)  μεριμνώντας για την κάλυψη της εθνικής επικράτειας και του πληθυσμού τους σε υψηλή ποιότητα και ταχύτητα, τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς χώρους, καθώς και για την κάλυψη βασικών εθνικών και ευρωπαϊκών διαδρομών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένου του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών, όπως ορίζεται στον κανονισμό 1315/2013·

β)  μεριμνώντας ώστε περιοχές με παρόμοια χαρακτηριστικά, ιδίως όσον αφορά την ανάπτυξη του δικτύου ή την πυκνότητα του πληθυσμού, να υπόκεινται σε συνεκτικές συνθήκες κάλυψης·

γ)  διευκολύνοντας την ταχεία ανάπτυξη στην Ένωση νέων ασύρματων τεχνολογιών και εφαρμογών επικοινωνιών, καθώς και με διατομεακή προσέγγιση, κατά περίπτωση·

γ α)   διασφαλίζοντας την προβλεψιμότητα και τη συνέπεια όσον αφορά τη χορήγηση, την ανανέωση, την τροποποίηση, τον περιορισμό και την ανάκληση δικαιωμάτων προκειμένου να προωθηθούν μακρόπνοες επενδύσεις·

δ)  μεριμνώντας για την πρόληψη διασυνοριακών ή εθνικών επιβλαβών παρεμβολών σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 46, αντίστοιχα, και λαμβάνοντας κατάλληλα προληπτικά και διορθωτικά μέτρα προς τον σκοπό αυτό·

ε)  προάγοντας την από κοινού (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος μεταξύ παρόμοιων και/ή διαφορετικών χρήσεων του ραδιοφάσματος μέσω κατάλληλων καθιερωμένων κανόνων και όρων μερισμού, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο·

στ)  εφαρμόζοντας το πλέον κατάλληλο και λιγότερο επαχθές δυνατό σύστημα αδειοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 46, κατά τρόπο ώστε να μεγιστοποιούνται η ευελιξία, ο μερισμός και η αποδοτικότητα στη χρήση του ραδιοφάσματος·

ζ)  μεριμνώντας για τον καθορισμό και την εφαρμογή, με σαφήνεια και διαφάνεια, κανόνων για τη χορήγηση, τη μεταβίβαση, την ανανέωση, την τροποποίηση και την ανάκληση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, ώστε να διασφαλίζεται η κανονιστική ασφάλεια, συνοχή και προβλεψιμότητα·

η)  μεριμνώντας για τη συνοχή και προβλεψιμότητα σε ολόκληρη την Ένωση όσον αφορά τον τρόπο αδειοδότησης της χρήσης του ραδιοφάσματος όσον αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι επιβλαβών ηλεκτρομαγνητικών πεδίων.

Κατά τη λήψη τεχνικών μέτρων εναρμόνισης δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, η Επιτροπή ▌, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, ▌εγκρίνει εκτελεστικό μέτρο καθορίζοντας κατά πόσο, σύμφωνα με το άρθρο 46 της παρούσας οδηγίας, τα δικαιώματα στην εναρμονισμένη ζώνη υπόκεινται σε γενική άδεια ή σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης. Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4.

Όταν η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να ενεργήσει για την πρόβλεψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 39, ▌ζητεί τη γνωμοδότηση της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος όσον αφορά τις επιπτώσεις οποιουδήποτε τέτοιου προτύπου ή προδιαγραφής για τον συντονισμό, την εναρμόνιση και τη διαθεσιμότητα του ραδιοφάσματος. Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος κατά τη λήψη τυχόν επακόλουθων μέτρων.

3. Σε περίπτωση εθνικής ή περιφερειακής έλλειψης ζήτησης της αγοράς για τη χρήση εναρμονισμένης ζώνης, όταν αυτή καθίσταται διαθέσιμη για χρήση δυνάμει και με την επιφύλαξη μέτρου εναρμόνισης που εγκρίνεται δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν την εναλλακτική χρήση του συνόλου ή μέρους της εν λόγω ζώνης, συμπεριλαμβανομένης της υφιστάμενης χρήσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)  η διαπίστωση της έλλειψης ζήτησης της αγοράς για τη χρήση της εναρμονισμένης ζώνης βασίζεται σε δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 23, η οποία περιλαμβάνει μακρόπνοη αξιολόγηση της ζήτησης της αγοράς·

β)  η εν λόγω εναλλακτική χρήση δεν αποτρέπει ούτε εμποδίζει τη διαθεσιμότητα ή τη χρήση της εναρμονισμένης ζώνης σε άλλα κράτη μέλη· και

γ)  το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος λαμβάνει δεόντως υπόψη τη μακροπρόθεσμη διαθεσιμότητα ή χρήση της εναρμονισμένης ζώνης στην Ένωση και τις οικονομίες κλίμακας για τον εξοπλισμό που προκύπτουν από τη χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος στην Ένωση.

Η εναλλακτική χρήση επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση που δεν υπάρχει ζήτηση στην αγορά για τη ζώνη όταν αυτή καθίσταται για πρώτη φορά διαθέσιμη για χρήση. Κάθε απόφαση με την οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η εναλλακτική χρήση υπόκειται σε επανεξέταση ανά τριετία, ή αμέσως μετά την υποβολή αιτήματος προς την αρμόδια αρχή για χρήση της ζώνης σύμφωνα με το μέτρο εναρμόνισης από υποψήφιο χρήστη. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την απόφαση που λαμβάνεται, καθώς και με τα αποτελέσματα της τυχόν επανεξέτασης, μαζί με την αιτιολόγησή της.

4. Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι τεχνολογίας που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες ή δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο ραδιοφάσμα που δηλώνεται διαθέσιμο για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοδικτυακή ή ασύρματη τεχνολογία πρόσβασης, μόνο εφόσον αυτό απαιτείται:

α) προς αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών·

  β) για την προστασία της δημόσιας υγείας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου αριθ. 1999/519/EΚ(40)·

  γ) για την εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας·

  δ) για την εξασφάλιση της μεγιστοποίησης της κοινής χρήσης ▌ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο·

  ε) για να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος· ή

  στ) για την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την παράγραφο 5.

5. Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να παρασχεθούν στο ραδιοφάσμα που δηλώνεται διαθέσιμο για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης δυνάμει των περί ραδιοεπικοινωνιών κανονισμών της ITU.

Τα μέτρα που απαιτούν να παρέχεται υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ειδική ζώνη διαθέσιμη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αιτιολογούνται με βάση την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, όπως ενδεικτικά:

α) της ασφάλειας της ζωής·

  β) της προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής ή εδαφικής συνοχής·

  γ) της αποφυγής αναποτελεσματικής χρήσης ραδιοφάσματος· ▌

  δ) της προαγωγής της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας, π.χ. με την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

δ α) της προαγωγής της συνδεσιμότητας πολύ υψηλής ποιότητας κατά μήκος σημαντικών διαδρομών μεταφορών.

Μέτρο που απαγορεύει την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη ζώνη μπορεί να προβλέπεται μόνον όπου αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας υπηρεσιών για την ασφάλεια της ζωής. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης κατ’ εξαίρεση να επεκτείνουν το μέτρο αυτό ώστε να διέπει υπηρεσίες για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται από την Ένωση ή τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.

6. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την ανάγκη ύπαρξης των περιορισμών που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής.

7. Περιορισμοί που επιβλήθηκαν πριν από την 25η Μαΐου 2011 είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 κατά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 46

Άδεια για τη χρήση ραδιοφάσματος

1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν το καταλληλότερο καθεστώς αδειών για τη χρήση του ραδιοφάσματος, προκειμένου να διευκολύνουν τη χρήση ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης, βάσει γενικών αδειών και περιορίζουν τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται για:

α)  ▌

β)  την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών ή την προστασία έναντι αυτών·

γ)  ▌

δ)  την εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας των επικοινωνιών ή υπηρεσιών·

ε)  την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.

ε α)  τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης του φάσματος.

Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη εξετάζουν το ενδεχόμενο να επιτρέπουν τη χρήση του ραδιοφάσματος βάσει ενός συνδυασμού γενικών αδειών και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες που ενδέχεται να έχουν οι διάφοροι συνδυασμοί και οι σταδιακές μεταφορές από τη μία κατηγορία στην άλλη, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, την καινοτομία και την είσοδο στην αγορά.

–  ▌

–  ▌

–  ▌

–  ▌

Τα κράτη μέλη ελαχιστοποιούν τους περιορισμούς όσον αφορά τη χρήση του ραδιοφάσματος λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τεχνολογικές λύσεις για τη διαχείριση επιβλαβών παρεμβολών, ώστε να επιβάλλουν το λιγότερο επαχθές καθεστώς αδειοδότησης.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κανόνες και οι όροι για την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος, όπου αυτή εφαρμόζεται, καθορίζονται σαφώς και διευκρινίζονται στις πράξεις χορήγησης άδειας. Οι εν λόγω κανόνες και όροι διευκολύνουν την αποδοτική χρήση, τον ανταγωνισμό και την καινοτομία και περιλαμβάνουν δίκαιες συνθήκες πρόσβασης χονδρικής που δεν εισάγουν διακρίσεις.

3. Η Επιτροπή ▌, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, ▌εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα σχετικά με τους τρόπους εφαρμογής των κριτηρίων, κανόνων και όρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 όσον αφορά το εναρμονισμένο ραδιοφάσμα. Η Επιτροπή εγκρίνει τα μέτρα αυτά σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4. Τα εν λόγω μέτρα εγκρίνονται μέχρι τις [να εισαχθεί η ημερομηνία].

Άρθρο 47

Όροι που συνοδεύουν τις γενικές άδειες και τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος

1. Οι αρμόδιες αρχές θέτουν όρους για τα μεμονωμένα δικαιώματα και τις γενικές άδειες χρήσης ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η βέλτιστη και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος από τους δικαιούχους της γενικής άδειας ή τους κατόχους μεμονωμένων δικαιωμάτων ή οποιονδήποτε τρίτο στον οποίο έχει μεταβιβαστεί με εμπορική συναλλαγή ή χρονομίσθωση μεμονωμένο δικαίωμα ή μέρος αυτού. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν με σαφήνεια τους όρους αυτούς, μεταξύ άλλων το απαιτούμενο επίπεδο χρήσης και τη δυνατότητα εμπορίας και χρονομίσθωσης σε σχέση με την υποχρέωση αυτή, προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή των όρων αυτών σύμφωνα με το άρθρο 30. Στην περίπτωση των μεμονωμένων δικαιωμάτων οποιοιδήποτε τέτοιοι όροι πρέπει να καθορίζονται σαφώς πριν από τη χορήγηση, την εκχώρηση ή την ανανέωση. Οι όροι μπορούν να τροποποιούνται από την αρμόδια αρχή κατά την ενδιάμεση επανεξέταση, εφόσον αυτό απαιτείται για την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 3. Με τους όρους που συνοδεύουν ανανεώσεις δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος δεν επιτρέπεται να παρέχονται αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα στους υπάρχοντες κατόχους των εν λόγω δικαιωμάτων.

Στο πλαίσιο των εν λόγω όρων προσδιορίζονται τυχόν ισχύουσες παράμετροι, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου εντός της οποίας πρέπει να τεθεί ένα δικαίωμα σε χρήση, η μη τήρηση των οποίων θα επέτρεπε στην αρμόδια αρχή να ανακαλέσει το δικαίωμα χρήσης ή να επιβάλει άλλα μέτρα, όπως την κοινή χρήση.

Προκειμένου να μεγιστοποιείται η αποδοτικότητα του ραδιοφάσματος, κατά τον καθορισμό της ποσότητας και του είδους του ραδιοφάσματος που πρόκειται να εκχωρηθεί, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη ιδίως τα εξής:

α. τη δυνατότητα συνδυασμού συμπληρωματικών ζωνών σε ενιαία διαδικασία εκχώρησης· και

β. τη συνάφεια του μεγέθους των τμημάτων ραδιοφάσματος ή της δυνατότητας συνδυασμού αυτών των τμημάτων σε σχέση με τις πιθανές χρήσεις τους, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών νέων αναδυόμενων συστημάτων επικοινωνίας.

Οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται εγκαίρως με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ενημερώνουν σχετικά με τους όρους που συνοδεύουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και γενικές άδειες, πριν από την επιβολή τους. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν εκ των προτέρων τα κριτήρια για την αξιολόγηση της εκπλήρωσης των όρων αυτών και ενημερώνουν σχετικά τα ενδιαφερόμενα μέρη με διαφάνεια.

2. Όταν οι αρμόδιες αρχές θέτουν όρους για μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, δύνανται να χορηγούν άδεια για μερισμό παθητικών ή ενεργητικών υποδομών ή του ραδιοφάσματος, καθώς και εμπορικών συμφωνιών πρόσβασης σε περιαγωγή, ή για την από κοινού ανάπτυξη υποδομών για την παροχή υπηρεσιών ή δικτύων που στηρίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος, ιδίως με σκοπό να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή να προωθείται η κάλυψη. Με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης δεν εμποδίζεται ο μερισμός ραδιοφάσματος. Η εφαρμογή των συνοδευτικών όρων δυνάμει της παρούσας παραγράφου από τις επιχειρήσεις εξακολουθεί να υπόκειται στο δίκαιο περί ανταγωνισμού.

3. Η Επιτροπή ▌εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα για να διευκρινίζει τους τρόπους εφαρμογής των όρων τους οποίους τα κράτη μέλη ενδέχεται να θέτουν για άδειες χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την εξαίρεση των τελών σύμφωνα με το άρθρο 42.

Όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης βάσει του παραρτήματος I μέρος Δ, οποιοδήποτε εκτελεστικό μέτρο περιορίζεται στη διευκρίνιση των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται από την αρμόδια αρχή για τον καθορισμό και τη μέτρηση των υποχρεώσεων κάλυψης, λαμβανομένων υπόψη ομοιοτήτων των περιφερειακών γεωγραφικών χαρακτηριστικών, της πυκνότητας του πληθυσμού, της οικονομικής ανάπτυξης ή της ανάπτυξης του δικτύου για συγκεκριμένους τύπους ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της εξέλιξης της ζήτησης. Τα εκτελεστικά μέτρα δεν επεκτείνονται στον καθορισμό συγκεκριμένων υποχρεώσεων κάλυψης.

Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4, λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Τα εν λόγω μέτρα εγκρίνονται μέχρι τις [να εισαχθεί η ημερομηνία].

Ενότητα 2 δικαιώματα χρήσης

Άρθρο 48

Χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος

1. Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών βάσει της γενικής άδειας κατά το άρθρο 12, με την επιφύλαξη των άρθρων 13 και 54 και του άρθρου 21 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και των άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2. Με την επιφύλαξη ειδικών κριτηρίων που ορίζονται εκ των προτέρων από τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών προς επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών και, στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45.

3. Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες θα μπορούσε να ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από την Ένωση ή τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.

4. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις αιτήσεις για χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος στο πλαίσιο διαδικασιών επιλογής σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή, αναλογικά κριτήρια επιλεξιμότητας, που δεν εισάγουν διακρίσεις και καθορίζονται εκ των προτέρων και ανταποκρίνονται στους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τους αιτούντες ώστε να αξιολογήσουν, με βάση τα εν λόγω κριτήρια, την ικανότητα των αιτούντων να συμμορφωθούν με τους όρους. Σε περίπτωση που, βάσει της αξιολόγησης, η αρχή συμπεραίνει ότι ο αιτών δεν διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα, εκδίδει δεόντως αιτιολογημένη σχετική απόφαση.

5. Κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν κατά πόσον τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν ή να χρονομισθωθούν από τον κάτοχο των δικαιωμάτων καθώς και υπό ποιους όρους. Στην περίπτωση του ραδιοφάσματος, η εν λόγω διάταξη είναι σύμφωνη με τα άρθρα 45 και 51 της παρούσας οδηγίας.

6. Οι αποφάσεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης λαμβάνονται, ανακοινώνονται και δημοσιοποιούνται το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την εθνική ρυθμιστική αρχή, εντός έξι εβδομάδων στην περίπτωση ραδιοφάσματος που έχει δηλωθεί διαθέσιμο για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο οικείο εθνικό πρόγραμμα συχνοτήτων. Η εν λόγω προθεσμία ισχύει με την επιφύλαξη ισχυουσών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση του ραδιοφάσματος ή των τροχιακών θέσεων.

Άρθρο 49

Διάρκεια ισχύος δικαιωμάτων

1. Σε περίπτωση που κράτη μέλη χορηγούν άδεια για τη χρήση ραδιοφάσματος μέσω μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης για περιορισμένη χρονική περίοδο, διασφαλίζουν ότι η άδεια χορηγείται για περίοδο κατάλληλη λόγω του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης να διασφαλίζεται ο ανταγωνισμός καθώς και η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση και να προάγονται οι αποδοτικές επενδύσεις, μεταξύ άλλων με την πρόβλεψη κατάλληλης περιόδου για την απόσβεση της επένδυσης, καθώς και η καινοτομία.

2. Σε περίπτωση που κράτη μέλη χορηγούν δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος ισχύουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 47, για διάστημα τουλάχιστον 25 ετών, με την επιφύλαξη ενδιάμεσης επανεξέτασης το αργότερο 10 έτη μετά τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης, εκτός από την περίπτωση προσωρινών δικαιωμάτων, προσωρινής παράτασης των δικαιωμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 3 και δικαιωμάτων δευτερεύουσας χρήσης σε εναρμονισμένες ζώνες.

Τα δικαιώματα χρήσης μπορούν να ανακληθούν ή να αναπροσαρμοστούν από τα κράτη μέλη μετά την ενδιάμεση αξιολόγηση, εάν αποτρέπουν:

α)  την εξασφάλιση της αποδοτικής και αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος, ιδίως υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην τεχνολογία ή την αγορά,

β)  την επιδίωξη στόχου γενικού συμφέροντος, όπως είναι η επίτευξη των στόχων συνδεσιμότητας της Ένωσης, ή

γ)  την οργάνωση και τη χρήση ραδιοφάσματος για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή άμυνας.

Τα δικαιώματα χρήσης ανακαλούνται μόνο μετά από μεταβατική περίοδο.

3. Τα κράτη μέλη δύνανται να παρατείνουν τη διάρκεια ισχύος των δικαιωμάτων χρήσης για σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε να διασφαλίζεται η ταυτόχρονη λήξη ισχύος των δικαιωμάτων σε μία ή περισσότερες ζώνες.

Άρθρο 50

Ανανέωση δικαιωμάτων

1. Με την επιφύλαξη των ρητρών ανανέωσης που ισχύουν για τα υφιστάμενα δικαιώματα, οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν την ανανέωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του κατόχου των δικαιωμάτων.

2. ▌

3. Όταν οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν πιθανή ανανέωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος:

α) παρέχουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσω δημόσιας διαβούλευσης σύμφωνα με το άρθρο 23· και

β) λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα:

i.  την εκπλήρωση των στόχων του άρθρου 3, του άρθρου 45 παράγραφος 2 και του άρθρου 48 παράγραφος 2, καθώς και των στόχων δημόσιας πολιτικής δυνάμει της εθνικής ή της ενωσιακής νομοθεσίας·

ii.  την εφαρμογή μέτρου που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ·

iii.  την επανεξέταση της κατάλληλης εφαρμογής των όρων που συνοδεύουν το σχετικό δικαίωμα·

iv.  την ανάγκη προώθησης του ανταγωνισμού, ή αποφυγής τυχόν στρέβλωσής του, σύμφωνα με το άρθρο 52·

v.  τη βελτίωση της αποδοτικότητας της χρήσης του ραδιοφάσματος υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην τεχνολογία ή την αγορά·

vi.  την ανάγκη να αποφεύγονται σοβαρές διαταραχές της υπηρεσίας·

vii.  την ύπαρξη ζήτησης στην αγορά από επιχειρήσεις εκτός από εκείνες που κατέχουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος στη σχετική ζώνη·

viii.  την ανάγκη περιορισμού του αριθμού δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 46.

Τουλάχιστον 3 έτη πριν από τη λήξη της ισχύος των σχετικών δικαιωμάτων, η αρμόδια αρχή αποφασίζει εάν θα ανανεώσει τα υφιστάμενα δικαιώματα βάσει του αποτελέσματος της δημόσιας διαβούλευσης και της επανεξέτασης των συνεκτιμώμενων στοιχείων του εδαφίου 3β, και αιτιολογεί αντίστοιχα την απόφασή της.

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αποφασίσει ότι δεν θα ανανεωθούν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, και ότι ο αριθμός των δικαιωμάτων πρέπει να περιοριστεί, τότε χορηγεί τα δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 54.

Άρθρο 51

Μεταβίβαση ή χρονομίσθωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να έχουν οι επιχειρήσεις τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν σε άλλες επιχειρήσεις ▌μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ▌.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η πρόθεση μιας επιχείρησης να μεταβιβάσει δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, καθώς και η ίδια η μεταβίβαση κοινοποιούνται σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες στην εθνική ρυθμιστική αρχή και στην αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, αν είναι διαφορετική, και δημοσιοποιούνται μέσω καταχώρισης στο μητρώο που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 3. Σε περίπτωση που η χρήση ραδιοφάσματος έχει εναρμονισθεί με εφαρμογή της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα) ή άλλων ενωσιακών μέτρων, κάθε τέτοια μεταβίβαση συμμορφώνεται με την εν λόγω εναρμονισμένη χρήση.

3. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, εφόσον διατηρούνται οι αρχικοί όροι που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης. Με την επιφύλαξη της ανάγκης να εξασφαλίζεται η απουσία στρέβλωσης του ανταγωνισμού, ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 52 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη:

α)  υποβάλλουν τις μεταβιβάσεις και τις χρονομισθώσεις στην κατά το δυνατό λιγότερο επαχθή διαδικασία·

β)  ▌δεν αρνούνται τη χρονομίσθωση των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος όταν ο εκμισθωτής ▌αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραμείνει υπεύθυνος για την τήρηση των αρχικών όρων που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης·

γ)  δεν αρνούνται τη μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, εκτός εάν υπάρχει σαφής κίνδυνος ο νέος κάτοχος να μην είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους για το δικαίωμα χρήσης·

γ α)  δεν αρνούνται τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε υφιστάμενο κάτοχο δικαιωμάτων.

Οποιοδήποτε διοικητικό τέλος επιβάλλεται σε επιχειρήσεις στο πλαίσιο της επεξεργασίας αίτησης για μεταβίβαση ή χρονομίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος καλύπτει, στο σύνολό του, μόνο τις διοικητικές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε επικουρικών μέτρων, που σημειώθηκαν στο πλαίσιο της επεξεργασίας της αίτησης, και συνάδει με το άρθρο 16.

Τα στοιχεία α) έως γ α) δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ανά πάσα στιγμή, έναντι τόσο του εκμισθωτή όσο και του μισθωτή, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.

Οι αρμόδιες αρχές διευκολύνουν τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, εξετάζοντας εγκαίρως κάθε αίτημα προσαρμογής των όρων που συνοδεύουν το δικαίωμα και μεριμνώντας ώστε τα δικαιώματα ή το ραδιοφάσμα που συνοδεύονται από αυτούς τους όρους να μπορούν, κατά το δυνατό, να διαχωρίζονται ή να επιμερίζονται.

Ενόψει οποιασδήποτε μεταβίβασης ή χρονομίσθωσης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν σε τυποποιημένη ηλεκτρονική μορφή όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν εμπορεύσιμα μεμονωμένα δικαιώματα κατά τη δημιουργία των δικαιωμάτων και τηρούν τις λεπτομέρειες αυτές επίκαιρες όσο υφίστανται τα δικαιώματα.

4. Η Επιτροπή ▌θεσπίζει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα για τον προσδιορισμό των ζωνών στις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεταξύ τους δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Τα μέτρα αυτά δεν καλύπτουν ραδιοσυχνότητες που χρησιμοποιούνται για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.

Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 110 παράγραφος 4. Τα εν λόγω μέτρα εγκρίνονται μέχρι τις [να εισαχθεί η ημερομηνία].

Άρθρο 52

Ανταγωνισμός

1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προωθούν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και αποφεύγουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση, τροποποίηση ή ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2. Όταν τα κράτη μέλη χορηγούν, τροποποιούν ή ανανεώνουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά, τις οποίες δημοσιεύει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 2, διεξάγουν αντικειμενική και μακρόπνοη αξιολόγηση των συνθηκών του ανταγωνισμού στην αγορά, και λαμβάνουν ένα από τα μέτρα που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως ε) μόνον όταν το εν λόγω μέτρο είναι απαραίτητο για τη διατήρηση ή την επίτευξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού:

α)  ▌περιορίζουν την ποσότητα του ραδιοφάσματος για το οποίο χορηγούνται δικαιώματα χρήσης σε οποιαδήποτε επιχείρηση, ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, θέτουν όρους για τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης, όπως είναι η παροχή χονδρικής πρόσβασης, περιαγωγής σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, σε ορισμένες ζώνες ή σε ορισμένα σύνολα ζωνών με παρόμοια χαρακτηριστικά·

β)  ▌δεσμεύουν, εάν είναι σκόπιμο λαμβανομένης υπόψη εξαιρετικής κατάστασης στην εθνική αγορά, ορισμένο μέρος ζώνης συχνοτήτων ή συνόλου ζωνών για παραχώρηση σε νεοεισερχομένους·

γ)  ▌αρνούνται να χορηγήσουν νέα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή να εγκρίνουν νέες χρήσεις ραδιοφάσματος σε ορισμένες ζώνες, ή ▌θέτουν όρους για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή για την αδειοδότηση νέων χρήσεων ραδιοφάσματος, προκειμένου να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω οποιασδήποτε εκχώρησης, μεταβίβασης ή συσσώρευσης δικαιωμάτων χρήσης·

δ)  ▌απαγορεύουν ή ▌επιβάλλουν όρους στις μεταβιβάσεις δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, που δεν υπόκεινται σε εθνικό ή ενωσιακό έλεγχο των συγκεντρώσεων, εφόσον αυτές οι μεταβιβάσεις ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού·

ε)  ▌τροποποιούν τα ισχύοντα δικαιώματα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διορθωθεί εκ των υστέρων η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω οποιασδήποτε μεταβίβασης ή συσσώρευσης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος.

3. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενεργούν σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 18, 19, 23 και 35 της παρούσας οδηγίας.

Τμήμα 3 διαδικασίες

Άρθρο 53

Συγχρονισμός των εκχωρήσεων

Προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποδοτική και συντονισμένη χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος στην Ένωση και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των διαφορετικών καταστάσεων των εθνικών αγορών, η Επιτροπή ▌, με εκτελεστικό μέτρο:

α)  ▌καθορίζει μία ή, κατά περίπτωση, περισσότερες κοινές τελικές ημερομηνίες έως τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση συγκεκριμένων εναρμονισμένων ζωνών ραδιοφάσματος·

β)  εφόσον απαιτείται για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του συντονισμού, ▌θεσπίζει τυχόν μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος των δικαιωμάτων δυνάμει του άρθρου 49, όπως παράταση ή μείωση της διάρκειας ισχύος τους, προκειμένου να προσαρμόζονται τα ισχύοντα δικαιώματα ή οι ισχύουσες άδειες στην εν λόγω εναρμονισμένη ημερομηνία.

Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4, λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Τα εν λόγω μέτρα εγκρίνονται μέχρι τις [να εισαχθεί η ημερομηνία].

Άρθρο 54

Διαδικασία για τον περιορισμό του αριθμού των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος

1. Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε εκτελεστικής πράξης εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 53, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος συμπεραίνει ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος δυνάμει του άρθρου 46 και εφόσον εξετάζει εάν πρέπει να περιορίσει τον αριθμό των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, μεταξύ άλλων:

  α) αναφέρει σαφώς τους λόγους για τον περιορισμό των δικαιωμάτων χρήσης, ιδίως αποδίδοντας τη δέουσα σημασία στην ανάγκη μεγιστοποίησης των οφελών για τους χρήστες και στη διευκόλυνση της ανάπτυξης ανταγωνισμού, και επανεξετάζει τον περιορισμό όπως κρίνει κατάλληλο ή κατόπιν εύλογου αιτήματος από επηρεαζόμενες επιχειρήσεις·

  β) παρέχει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, την ευκαιρία να διατυπώνουν τις απόψεις τους σχετικά με οποιονδήποτε περιορισμό μέσω δημόσιας διαβούλευσης σύμφωνα με το άρθρο 23. Στην περίπτωση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, αυτή η δημόσια διαβούλευση αρχίζει εντός έξι μηνών από την έγκριση του εκτελεστικού μέτρου δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, εκτός εάν για τεχνικούς λόγους απαιτείται μεγαλύτερη προθεσμία·

2. Όταν ένα κράτος μέλος συμπεραίνει ότι πρέπει να περιοριστεί ο αριθμός των δικαιωμάτων χρήσης, καθορίζει και αιτιολογεί σαφώς τους στόχους που επιδιώκονται με τη διαδικασία επιλογής και, όπου είναι δυνατό, τους καθορίζει ποσοτικά, δίνοντας τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη εκπλήρωσης των εθνικών στόχων και των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Οι στόχοι που μπορεί να καθορίσει το κράτος μέλος με σκοπό να σχεδιάσει τη συγκεκριμένη διαδικασία επιλογής περιορίζονται σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους:

α) την προώθηση της κάλυψης·

β) την απαιτούμενη ποιότητα υπηρεσιών·

γ) την προώθηση του ανταγωνισμού·

δ) την προώθηση της καινοτομίας και της ανάπτυξης των επιχειρήσεων· και

ε) τη διασφάλιση ότι τα τέλη προωθούν τη βέλτιστη χρήση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 42·

Η εθνική ρυθμιστική αρχή καθορίζει και αιτιολογεί σαφώς την πρόκριση της διαδικασίας επιλογής, καθώς και τυχόν προκαταρκτικού σταδίου για την πρόσβαση στη διαδικασία επιλογής. Αναφέρει επίσης με σαφήνεια το αποτέλεσμα οποιασδήποτε σχετικής αξιολόγησης της κατάστασης του ανταγωνισμού, της τεχνικής και της οικονομικής κατάστασης της αγοράς και εκθέτει τους λόγους για την πιθανή χρήση και επιλογή των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 35.

3. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν οποιαδήποτε απόφασή τους όσον αφορά την προκριθείσα διαδικασία επιλογής και τα σχετικά στοιχεία, δηλώνοντας σαφώς τους σχετικούς λόγους και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη το μέτρο που εγκρίθηκε από την εθνική ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35. Επίσης, δημοσιεύουν τους όρους που θα συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης.

4. Αφού καθορίσει τη διαδικασία, το κράτος μέλος απευθύνει πρόσκληση υποβολής αιτήσεων για δικαιώματα χρήσης.

5. Εάν ένα κράτος μέλος συμπεράνει ότι μπορούν να χορηγηθούν περαιτέρω δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή συνδυασμός διαφορετικών τύπων δικαιωμάτων, λαμβανομένων υπόψη των προηγμένων μεθόδων για την προστασία έναντι επιβλαβών παρεμβολών, προβαίνει σε δημοσίευση του σχετικού συμπεράσματος και κινεί τη διαδικασία χορήγησης των εν λόγω δικαιωμάτων.

6. Εάν απαιτείται περιορισμός της παροχής δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη παρέχουν τα εν λόγω δικαιώματα βάσει κριτηρίων επιλογής και διαδικασίας που καθορίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τους σύμφωνα με το άρθρο 35, τα οποία πρέπει να είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά. Όλα τα εν λόγω κριτήρια επιλογής πρέπει να σταθμίζουν δεόντως την επίτευξη των στόχων και απαιτήσεων των άρθρων 3, 4, 28 και 45.

7. Η Επιτροπή ▌εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα για τον καθορισμό κριτηρίων προκειμένου να συντονίζει την εφαρμογή των υποχρεώσεων δυνάμει των παραγράφων 1 έως 3 από τα κράτη μέλη. Τα εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4 και λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Τα εν λόγω μέτρα εγκρίνονται μέχρι τις [να εισαχθεί η ημερομηνία].

8. Εάν χρησιμοποιούνται διαδικασίες συγκριτικής ή ανταγωνιστικής επιλογής, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη περίοδο των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 6, για το χρονικό διάστημα που κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι δίκαιες, εύλογες, ανοικτές και διαφανείς για όλους τους ενδιαφερόμενους, αλλά όχι περισσότερο από οκτώ μήνες, με την επιφύλαξη τυχόν συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 53 .

Οι εν λόγω προθεσμίες ισχύουν με την επιφύλαξη των ισχυουσών διεθνών συμφωνιών, που αφορούν τη χρήση ραδιοφάσματος και τον συντονισμό των δορυφόρων.

9. Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη της μεταβίβασης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το άρθρο 51 της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΣΥΡΜΑΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ

Άρθρο 55

Πρόσβαση σε ασύρματα τοπικά δίκτυα

1. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την παροχή πρόσβασης μέσω ασύρματων τοπικών δικτύων σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, καθώς και τη χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για την εν λόγω παροχή, μόνο με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων όρων για τη γενική άδεια.

Όταν η εν λόγω παροχή δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα ή είναι βοηθητική για άλλη εμπορική δραστηριότητα ή δημόσια υπηρεσία η οποία δεν εξαρτάται από τη μεταφορά σημάτων στα δίκτυα αυτά, κάθε επιχείρηση, δημόσια αρχή ή τελικός χρήστης που παρέχει την εν λόγω πρόσβαση δεν υπόκειται σε καμία γενική άδεια για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 12, σε υποχρεώσεις όσον αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών σύμφωνα με το μέρος III τίτλος III της παρούσας οδηγίας ούτε σε υποχρεώσεις διασύνδεσης των δικτύων τους σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1.

1a. Σε κάθε περίπτωση, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ.

2. Οι αρμόδιες αρχές δεν εμποδίζουν τους παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να επιτρέπουν την πρόσβαση στα δίκτυά τους για το κοινό, μέσω ασύρματων τοπικών δικτύων, τα οποία είναι δυνατό να είναι εγκατεστημένα σε χώρους τελικού χρήστη, με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τους εφαρμοστέους όρους γενικής άδειας και της συναίνεσης του τελικού χρήστη κατόπιν ενημέρωσης.

3. Σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(41), οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν περιορίζουν μονομερώς:

α) το δικαίωμα των τελικών χρηστών για πρόσβαση σε τοπικά ασύρματα δίκτυα της επιλογής τους, τα οποία παρέχονται από τρίτους·

β) το δικαίωμα των τελικών χρηστών να επιτρέπουν αμοιβαία ή γενικότερα την πρόσβαση στα δίκτυα των εν λόγω παρόχων από άλλους τελικούς χρήστες μέσω ασύρματων τοπικών δικτύων, καθώς και βάσει πρωτοβουλιών τρίτων που συγκεντρώνουν και καθιστούν διαθέσιμα στο κοινό ασύρματα τοπικά δίκτυα διαφορετικών τελικών χρηστών.

Για τον σκοπό αυτό, οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέτουν και προσφέρουν ενεργά, με σαφήνεια και διαφάνεια, προϊόντα ή συγκεκριμένες προσφορές που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες τους να παρέχουν πρόσβαση σε τρίτους μέσω ασύρματου τοπικού δικτύου.

4. Οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν το δικαίωμα των τελικών χρηστών να επιτρέπουν αμοιβαία ή γενικότερα την πρόσβαση στα τοπικά ασύρματα δίκτυά τους από άλλους τελικούς χρήστες, καθώς και βάσει πρωτοβουλιών τρίτων που συνενώνονται και καθιστούν τα ασύρματα τοπικά δίκτυα διαφόρων τελικών χρηστών διαθέσιμα στο κοινό.

5. Οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν την παροχή πρόσβασης σε ασύρματα τοπικά δίκτυα στο κοινό:

α) από δημόσιες αρχές ή σε χώρους άμεσης γειτνίασης με τους χώρους στους οποίους στεγάζονται, εφόσον η παροχή αυτή είναι βοηθητική για τις δημόσιες υπηρεσίες που παρέχονται στους εν λόγω χώρους·

β) από πρωτοβουλίες μη κυβερνητικών οργανώσεων ή δημόσιων αρχών που συνενώνονται και καθιστούν αμοιβαία ή γενικότερα διαθέσιμη την πρόσβαση στα ασύρματα τοπικά δίκτυα διαφόρων τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των ασυρμάτων τοπικών δικτύων στα οποία παρέχεται δημόσια πρόσβαση σύμφωνα με το στοιχείο α).

Άρθρο 56

Ανάπτυξη και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας

1. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία διακριτικών σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας βάσει του καθεστώτος γενικής αδειοδότησης και δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα την εν λόγω ανάπτυξη, σύνδεση ή λειτουργία μέσω μεμονωμένων πολεοδομικών αδειών ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, όποτε η εν λόγω χρήση συνάδει με τα εκτελεστικά μέτρα που εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Τα σημεία ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας δεν υπόκεινται σε άλλα τέλη ή επιβαρύνσεις πέραν της διοικητικής επιβάρυνσης που μπορεί να συνδέεται με τη γενική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 16.

Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει το καθεστώς αδειοδότησης για το ραδιοφάσμα που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας.

2. Για να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του καθεστώτος γενικής άδειας για την ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, η Επιτροπή δύναται, με εκτελεστική πράξη, να καθορίζει τα τεχνικά χαρακτηριστικά για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, που συμμορφώνονται κατ’ ελάχιστον με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2013/35/ΕΕ(42) και λαμβανομένων υπόψη των οριακών τιμών που καθορίζονται στη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου(43). Η Επιτροπή καθορίζει τα εν λόγω τεχνικά χαρακτηριστικά ως προς το μέγιστο μέγεθος, την ισχύ και τις ηλεκτρομαγνητικές ιδιότητες, καθώς και ως προς τις οπτικές επιπτώσεις, των ανεπτυγμένων σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας. Η συμμόρφωση με τα καθορισμένα χαρακτηριστικά εξασφαλίζει τη διακριτικότητα των σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας κατά τη χρήση τους στα διαφορετικά τοπικά πλαίσια.

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται προκειμένου η ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας να επωφελούνται από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 δεν θίγουν τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας 2014/53/ΕΕ(44).

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 110 παράγραφος 4.

2α. Τα κράτη μέλη, εφαρμόζοντας κατά περίπτωση τις διαδικασίες που εγκρίνονται σύμφωνα με την οδηγία 2014/61, διασφαλίζουν ότι οι φορείς εκμετάλλευσης έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε υλική υποδομή ελέγχεται από δημόσιες εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές και πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές για να φιλοξενήσει σημεία ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας ή είναι απαραίτητη για τη σύνδεση τέτοιων σημείων πρόσβασης με ένα κεντρικό δίκτυο, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού οδών, όπως είναι οι στύλοι φωτισμού, οι πινακίδες των δρόμων, οι φωτεινοί σηματοδότες, οι διαφημιστικές πινακίδες, οι στάσεις λεωφορείων και τραμ και οι σταθμοί του μετρό. Οι δημόσιες αρχές ανταποκρίνονται σε όλα τα εύλογα αιτήματα χορήγησης πρόσβασης, υπό δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους και προϋποθέσεις, των οποίων η διαφάνεια εξασφαλίζεται μέσω κεντρικού σημείου πρόσβασης. Οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση αντικατοπτρίζει μόνο το κόστος που προκύπτει για τη δημόσια αρχή από τη χορήγηση της εν λόγω πρόσβασης.

Άρθρο 56a

Τεχνικοί κανόνες σχετικά με τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία

Οι διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 εφαρμόζονται για κάθε σχέδιο μέτρου κράτους μέλους με το οποίο θα επιβάλλονταν πιο αυστηρές προδιαγραφές όσον αφορά τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, σε σύγκριση με εκείνες που προβλέπονται στη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου.

Τίτλος II: Πρόσβαση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ

Άρθρο 57

Γενικό πλαίσιο για την πρόσβαση και τη διασύνδεση

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί που να εμποδίζουν τις επιχειρήσεις στο ίδιο κράτος μέλος ή σε διαφορετικά κράτη μέλη να διαπραγματεύονται μεταξύ τους συμφωνίες για τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις πρόσβασης και/ή διασύνδεσης, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Η επιχείρηση που ζητά πρόσβαση ή διασύνδεση δεν απαιτείται να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου ζητείται η πρόσβαση ή η διασύνδεση, όταν δεν παρέχει υπηρεσίες και δεν εκμεταλλεύεται δίκτυο στο εν λόγω κράτος μέλος.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 106, τα κράτη μέλη παύουν να εφαρμόζουν νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα, σύμφωνα με τα οποία οι φορείς εκμετάλλευσης υποχρεούνται, όταν χορηγούν πρόσβαση ή διασύνδεση, να παρέχουν, σε διαφορετικές επιχειρήσεις, διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις για ισοδύναμες υπηρεσίες ή/και να επιβάλλουν υποχρεώσεις που δεν έχουν σχέση με τις όντως παρεχόμενες υπηρεσίες πρόσβασης και διασύνδεσης, υπό την επιφύλαξη των όρων που ορίζονται στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 58

Δικαιώματα και υποχρεώσεις επιχειρήσεων

1. Οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων επικοινωνιών έχουν το δικαίωμα και, όταν ζητείται από άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 της παρούσας οδηγίας, την υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή και η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση. Οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν πρόσβαση και διασύνδεση σε άλλες επιχειρήσεις υπό όρους και προϋποθέσεις συμβατές με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 59, 60 και 66.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 21 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που συλλέγουν πληροφορίες από άλλη επιχείρηση πριν, κατά ή μετά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης ρυθμίσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν και να τηρούν πάντοτε την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που μεταδόθηκαν ή αποθηκεύτηκαν. Οι λαμβανόμενες πληροφορίες δεν γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο μέρος, ιδίως σε άλλες υπηρεσίες, θυγατρικές ή εταίρους, στους οποίους θα μπορούσαν να παράσχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

2α. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται μέσω ουδέτερων διαμεσολαβητών όταν κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο λόγω των συνθηκών ανταγωνισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ

Άρθρο 59

Εξουσίες και καθήκοντα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση

1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3, συμπεριλαμβανομένων της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης και της πολιτιστικής ποικιλομορφίας, ενθαρρύνουν και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό, την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, αποδοτική επένδυση και καινοτομία, και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν καθοδήγηση και δημοσιοποιούν τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την απόκτηση πρόσβασης και διασύνδεσης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και οι φορείς εκμετάλλευσης με περιορισμένη γεωγραφική εμβέλεια μπορούν να επωφελούνται από τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις.

Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 66, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν, χωρίς να υπονομεύονται τα πρότυπα ασφαλείας:

  α) στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα τελικής διασύνδεσης, υποχρεώσεις σε εκείνες τις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια, εκτός από τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, και που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη·

  β) σε δικαιολογημένες περιπτώσεις και στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο, υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια, εκτός από τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, και ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές·

γ) σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, στις οποίες η εμβέλεια, η κάλυψη, η ποιότητα υπηρεσίας και η αξιοποίηση από τους χρήστες αντιστοιχούν σε αυτές των υπηρεσιών που βασίζονται σε αριθμούς, και στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί η διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών, υποχρεώσεις σε σχετικές κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές·

δ) στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και συναφείς συμπληρωματικές υπηρεσίες που προσδιορίζει το κράτος μέλος, υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν πρόσβαση στις λοιπές ευκολίες οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα ΙI, μέρος ΙΙ, υπό δίκαιες, εύλογες και αμερόληπτες προϋποθέσεις.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) είναι δυνατό να επιβάλλονται μόνο:

(i) στον βαθμό που απαιτείται για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και είναι δυνατό να περιλαμβάνουν αναλογικές υποχρεώσεις, εκ μέρους του παρόχου της υπηρεσίας διαπροσωπικών επικοινωνιών, όσον αφορά τη δημοσίευση και την έγκριση της χρήσης, της τροποποίησης και της αναδιανομής τυχόν σχετικών πληροφοριών, ή την υποχρέωση χρήσης ή εφαρμογής προτύπων ή προδιαγραφών που απαριθμούνται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 ή οποιωνδήποτε άλλων συναφών ευρωπαϊκών ή διεθνών προτύπων· και

(ii) όταν η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τον BEREC και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του, έχει διαπιστώσει σημαντική απειλή ▌για τη διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών ▌σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα που καθορίζουν τη φύση και το περιεχόμενο τυχόν υποχρέωσης που είναι δυνατό να επιβληθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά τη φύση και το περιεχόμενο των τυχόν υποχρεώσεων, πέραν των εν λόγω εκτελεστικών μέτρων.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 59 παράγραφος 1, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά την εκπλήρωση εύλογων αιτημάτων για πρόσβαση σε σύρματα και καλώδια στο εσωτερικό κτιρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όταν αυτό το σημείο βρίσκεται εκτός του κτιρίου, στους ιδιοκτήτες των εν λόγω συρμάτων και καλωδίων ή σε επιχειρήσεις που έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα εν λόγω σύρματα και καλώδια, όταν αυτό δικαιολογείται επειδή η αναπαραγωγή των εν λόγω στοιχείων δικτύου θα ήταν οικονομικώς μη αποδοτική ή πρακτικώς ανέφικτη και η πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία είναι απαραίτητη για την προώθηση του βιώσιμου ανταγωνισμού. Οι επιβαλλόμενοι όροι πρόσβασης είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, αμερόληπτοι, αναλογικοί και σύμφωνοι με την οδηγία 2014/61/ΕΕ, και είναι δυνατό να περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες για την πρόσβαση, τη διαφάνεια και τη μη διακριτική μεταχείριση και για την κατανομή του κόστους πρόσβασης, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες επικινδυνότητας.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επεκτείνουν την επιβολή αυτών των υποχρεώσεων πρόσβασης στους εν λόγω ιδιοκτήτες ή επιχειρήσεις, υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις, πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής έως ένα σημείο συγκέντρωσης όσο το δυνατόν πλησιέστερο στους τελικούς χρήστες, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την αντιμετώπιση ανυπέρβλητων οικονομικών ή φυσικών φραγμών για την αναπαραγωγή σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, όταν είτε:

α) ένα εναλλακτικό μέσο πρόσβασης για τους τελικούς χρήστες, κατάλληλο για την παροχή δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, παρέχεται από τον φορέα εκμετάλλευσης δικτύου, εφόσον η εν λόγω πρόσβαση προσφέρεται υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις· ή

β) στην περίπτωση προσφάτως ανεπτυγμένων στοιχείων δικτύου, ιδίως από μικρότερα τοπικά σχέδια, η χορήγηση της εν λόγω πρόσβασης θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική ή χρηματοοικονομική βιωσιμότητα της ανάπτυξής τους.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρεώσεις σχετικά με τον μερισμό παθητικών ▌υποδομών ή υποχρεώσεις για σύναψη συμφωνιών τοπικής πρόσβασης σε περιαγωγή για την παροχή δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, και στις δύο περιπτώσεις εφόσον αυτό είναι άμεσα αναγκαίο για την τοπική παροχή υπηρεσιών που στηρίζονται στη χρήση του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και εφόσον δεν διατίθενται για καμία επιχείρηση βιώσιμα και παρόμοια εναλλακτικά μέσα πρόσβασης σε τελικούς χρήστες βάσει δίκαιων και εύλογων όρων και προϋποθέσεων.Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν τις εν λόγω υποχρεώσεις υπό τον όρο ότι η δυνατότητα είχε προβλεφθεί με σαφήνεια κατά τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, και μόνο εφόσον αυτό δικαιολογείται από την ύπαρξη, στην περιοχή που υπόκειται στις εν λόγω υποχρεώσεις, ανυπέρβλητων οικονομικών ή φυσικών εμποδίων για την καθοδηγούμενη από την αγορά ανάπτυξη υποδομών παροχής υπηρεσιών ή δικτύων που βασίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος, με αποτέλεσμα η πρόσβαση των τελικών χρηστών σε δίκτυα ή υπηρεσίες να είναι ιδιαιτέρως προβληματική ή απούσα. Στις περιπτώσεις που η πρόσβαση και ο μερισμός παθητικών υποδομών δεν αρκούν από μόνα του για την αντιμετώπιση της κατάστασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά τον μερισμό ενεργών υποδομών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη:

α) την ανάγκη να μεγιστοποιηθεί η συνδεσιμότητα σε όλη την Ένωση, κατά μήκος σημαντικών διαδρομών μεταφοράς και σε συγκεκριμένες εδαφικές περιοχές, και τη δυνατότητα να αυξηθούν σημαντικά οι επιλογές και να βελτιωθεί η ποιότητα υπηρεσιών για τους τελικούς χρήστες·

β) την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος·

γ) τη δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής του μερισμού και τους συναφείς όρους·

δ) την κατάσταση του ανταγωνισμού με βάση τις υποδομές, καθώς και του ανταγωνισμού με βάση τις υπηρεσίες·

στ) την τεχνολογική καινοτομία·

ζ) την επιτακτική ανάγκη για στήριξη των κινήτρων του φορέα υποδοχής για ανάπτυξη των υποδομών εξαρχής.

Τέτοιου είδους υποχρεώσεις μερισμού, πρόσβασης ή συντονισμού διέπονται από συμφωνίες που συνάπτονται βάσει δίκαιων και εύλογων όρων και προϋποθέσεων. Στην περίπτωση επίλυσης διαφορών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται, μεταξύ άλλων, να επιβάλλουν στον δικαιούχο της υποχρέωσης μερισμού ή πρόσβασης την υποχρέωση να μοιράζεται το ραδιοφάσμα του με τον φορέα υποδομών υποδοχής στην αντίστοιχη περιοχή.

4. Οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 είναι αντικειμενικές, διαφανείς, αναλογικές και αμερόληπτες, και εφαρμόζονται με τις διαδικασίες των άρθρων 23, 32 και 33. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν τα αποτελέσματα των εν λόγω υποχρεώσεων και όρων εντός πέντε ετών από την έγκριση του προηγούμενου μέτρου που εγκρίθηκε σε σχέση με τους ίδιους φορείς εκμετάλλευσης, καθώς και το κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν τις αποφάσεις αυτές υπό το πρίσμα των εξελισσόμενων συνθηκών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους σύμφωνα με τις ίδιες διαδικασίες.

5. Όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εξουσιοδοτηθούν να παρεμβαίνουν αυτοβούλως εφόσον δικαιολογείται προκειμένου να διασφαλίσουν τους στόχους πολιτικής του άρθρου 3, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και τις διαδικασίες οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 23, 32, 26 και 27.

6. Έως την [έναρξη ισχύος συν 18 μήνες], και για να συμβάλει στον συνεκτικό καθορισμό της τοποθεσίας του σημείου τερματισμού δικτύου από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με κοινές προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό του σημείου τερματισμού δικτύου σε διαφορετικές τοπολογίες δικτύου. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές κατά τον καθορισμό της τοποθεσίας των σημείων τερματισμού δικτύου.

Άρθρο 60

Συστήματα υπό όρους πρόσβασης και λοιπές ευκολίες

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι όροι που καθορίζονται στο παράρτημα II μέρος I εφαρμόζονται όσον αφορά την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες που μεταδίδονται σε θεατές και ακροατές στην Ένωση, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης.

2. Υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά και την τεχνολογία, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 109 για την τροποποίηση του παραρτήματος II.

3. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην εθνική τους ρυθμιστική αρχή, το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, και εν συνεχεία, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να επανεξετάζει τους όρους που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διεξάγοντας ανάλυση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 65, για να αποφασίσουν εάν θα διατηρηθούν, θα τροποποιηθούν ή θα ανακληθούν οι ισχύοντες όροι.

Όταν, ως επακόλουθο αυτής της ανάλυσης της αγοράς, εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι, ένας ή περισσότεροι φορείς εκμετάλλευσης δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, δύνανται να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει τους όρους σε ό,τι αφορά τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης, με τη διαδικασία των άρθρων 23 και 32, μόνον εφόσον:

  α) η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών στις συγκεκριμένες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και τους διαύλους και υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 106, δεν επηρεάζεται δυσμενώς από την εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση και

  β) οι προοπτικές πραγματικού ανταγωνισμού στην αγορά για:

  i) τη λιανική πώληση ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών και

  ii) τα συστήματα υπό όρους πρόσβασης και άλλες συναφείς ευκολίες,

δεν επηρεάζονται δυσμενώς από την εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση.

Στα μέρη που επηρεάζονται από την εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση όρων, παρέχεται ενδεδειγμένη χρονική περίοδος προειδοποίησης.

4. Οι προϋποθέσεις που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν υποχρεώσεις σε σχέση με τον τρόπο παρουσίασης οδηγών ηλεκτρονικών προγραμμάτων και παρόμοιων ευκολιών απαρίθμησης και πλοήγησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ

Άρθρο 61

Επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά

1. Εφόσον η παρούσα οδηγία απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαπιστώνουν κατά πόσον οι φορείς εκμετάλλευσης κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 65, εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου.

2. Μια επιχείρηση θεωρείται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά εφόσον, είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με άλλες επιχειρήσεις, ευρίσκεται σε θέση ισοδύναμη προς δεσπόζουσα θέση, ήτοι σε θέση οικονομικής ισχύος που της επιτρέπει να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και, τελικά, τους καταναλωτές.

Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όταν εκτιμούν κατά πόσον δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις κατέχουν κοινή δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, ενεργούν σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά, τις οποίες δημοσιεύει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 62.

Δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν να βρίσκονται σε κοινή δεσπόζουσα θέση, ακόμη και αν δεν υπάρχουν διαρθρωτικοί ή άλλοι δεσμοί μεταξύ τους, όταν η δομή της αγοράς τούς επιτρέπει να συμπεριφέρονται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και, τελικά, τους καταναλωτές. Αυτό είναι πιθανόν να συμβαίνει όταν η αγορά παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά όπως τα εξής:

α)  υψηλό βαθμό συγκέντρωσης,

β)  υψηλό βαθμό διαφάνειας της αγοράς, που παρέχει κίνητρα για παράλληλη ή ευθυγραμμισμένη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά,

γ)  ύπαρξη υψηλών φραγμών για την είσοδο στην αγορά,

δ)  η προβλέψιμη αντίδραση των ανταγωνιστών και των καταναλωτών δεν θα έθετε σε κίνδυνο την παράλληλη ή ευθυγραμμισμένη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν τα εν λόγω χαρακτηριστικά της αγοράς υπό το πρίσμα των σχετικών αρχών του δικαίου περί ανταγωνισμού, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο της εκ των προτέρων ρύθμισης και τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3.

3. Εάν μια επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά (την πρώτη αγορά), είναι δυνατόν να οριστεί επίσης ως έχουσα σημαντική ισχύ και σε μια στενά συνδεδεμένη με αυτήν αγορά (τη δεύτερη αγορά), εάν οι δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών είναι τέτοιοι ώστε να μπορεί η επιχείρηση να αξιοποιήσει στο πλαίσιο της δεύτερης αγοράς την ισχύ που διαθέτει στην πρώτη αγορά, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την ισχύ της στην αγορά. Κατά συνέπεια, δυνάμει της παρούσας οδηγίας μπορούν να εφαρμοστούν στη δεύτερη αγορά διορθωτικά μέτρα που έχουν ως στόχο να αποτρέψουν αυτήν την αξιοποίηση της ισχύος.

Άρθρο 62

Διαδικασία ταυτοποίησης και ορισμού αγορών

1. Μετά τη δημόσια διαβούλευση, συμπεριλαμβανομένης της διαβούλευσης με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, η Επιτροπή εκδίδει σύσταση σχετικά με συναφείς αγορές προϊόντων και υπηρεσιών («σύσταση»). Η σύσταση καθορίζει ποιες είναι οι εν λόγω αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα χαρακτηριστικά των οποίων δύναται να αιτιολογούν την επιβολή κανονιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη αγορών που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να ορίζονται βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η Επιτροπή καθορίζει τις αγορές σύμφωνα με τις αρχές του δίκαιου περί ανταγωνισμού.

Η Επιτροπή περιλαμβάνει τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στη σύσταση, όταν, κατόπιν παρακολούθησης των συνολικών τάσεων στην Ένωση, διαπιστώνει ότι πληρούται καθένα από τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 65 παράγραφος 1.

Η σύσταση επανεξετάζεται το αργότερο μέχρι τις [ημερομηνία μεταφοράς]. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά τη σύσταση.

2. Κατόπιν διαβούλευσης με τον BEREC, και το αργότερο κατά τη ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά (στο εξής αποκαλούμενες «κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ»), οι οποίες είναι σύμφωνες με τις σχετικές αρχές τ