ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τη σύσταση του Συμβουλίου που αφορά τον διορισμό του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
6.3.2018 - (N8-0053/2018 – C8‑0040/2018 – 2018/0804(NLE))
Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής
Εισηγητής: Roberto Gualtieri
PR_NLE_Members
ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τη σύσταση του Συμβουλίου που αφορά τον διορισμό του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
(N8-0053/2018 – C8‑0040/2018 – 2018/0804(NLE))
(Διαβούλευση)
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου της 20ής Φεβρουαρίου 2018 (N8-0053/2018)[1],
– έχοντας υπόψη το άρθρο 283 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8‑0040/2018),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 122 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A8-0056/2018),
A. λαμβάνοντας υπόψη ότι, με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2018, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον διορισμό του Luis de Guindos ως Αντιπροέδρου‑ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για θητεία οκτώ ετών, η οποία άρχεται την 1η Ιουνίου 2018·
B. λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής προέβη στην αξιολόγηση των προσόντων του υποψηφίου, ιδίως από την άποψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 283 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ανάγκης για πλήρη ανεξαρτησία της ΕΚΤ όπως προκύπτει από το άρθρο 130 της Συνθήκης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, η επιτροπή έλαβε βιογραφικό σημείωμα του υποψηφίου καθώς και τις απαντήσεις του στο γραπτό ερωτηματολόγιο που του εστάλη·
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω επιτροπή πραγματοποίησε εν συνεχεία, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, ακρόαση του υποψηφίου, διάρκειας μιας ώρας και 15 λεπτών, κατά την οποία ο υποψήφιος προέβη σε εναρκτήρια δήλωση και κατόπιν απάντησε σε ερωτήσεις των μελών της επιτροπής·
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο εκφράζει ανησυχίες σχετικά με την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων, τη διαδικασία επιλογής, το χρονοδιάγραμμα του διορισμού και την πολιτική ανεξαρτησία, και ζητεί από το Συμβούλιο να συμμετάσχει σε διάλογο με το Κοινοβούλιο όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να βελτιωθεί η διαδικασία για μελλοντικούς διορισμούς·
1. εκδίδει ευνοϊκή γνώμη ως προς τη σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με τον διορισμό του Luis de Guindos ως Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·
2. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.
- [1] ΕΕ C 67 της 22.2.2018, σ. 1.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ Luis de Guindos
Ο κ. Luis de Guindos Jurado,
Υπουργός Οικονομίας, Βιομηχανίας και Ανταγωνιστικότητας
Ημερομηνία γέννησης: 16 Ιανουαρίου 1960
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
- BSc στα Οικονομικά από το Πανεπιστημιακό Κολέγιο Οικονομικών Σπουδών (CUNEF) - αποφοίτησε με έπαινο.
- Tecnico Comercial y Economista del Estado (Δημόσιος λειτουργός οικονομολόγος, πρώτος επιτυχών σε δημόσιο διαγωνισμό, με βαθμό “A”)
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ
Δημόσιος τομέας
- Υπουργείο Οικονομίας, Βιομηχανίας και Ανταγωνιστικότητας (από τον Νοέμβριο 2016) Υπεύθυνος για τους τομείς της Οικονομίας και Στήριξης στις Επιχειρήσεις· Εξωτερικές οικονομικές σχέσεις· Μακροοικονομική ανάλυση· ισπανικό δημόσιο ταμείο· Διεθνές εμπόριο και επενδύσεις· Έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία· και βιομηχανία.
- Υπουργός Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας (Δεκέμβριος 2011 - Νοέμβριος 2016)
- Υφυπουργός Οικονομικών (2002-2004)
- Γραμματέας της Επιτροπής Οικονομικών της κυβέρνησης (2002-2004)
- Γενικός Γραμματέας οικονομικής πολιτικής και πολιτικής ανταγωνισμού (2000-2002)
- Γενικός Διευθυντής οικονομικής πολιτικής και πολιτικής ανταγωνισμού (1996-2000)
Ειδικές θέσεις:
- Μέλος του Συμβουλίου Ecofin, της Ευρωομάδας και μόνιμος προσκεκλημένος της G20
- Μέλος του Συμβουλίου Διοικητών του ΕΜΣ (από το 2012), του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης, της Αφρικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης, της Κεντροαμερικανικής Τράπεζας Οικονομικής Ολοκλήρωσης, της Ασιατικής Τράπεζας Ανάπτυξης (από το 2011), και της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων σε έργα υποδομής (από το 2017)
- μέλος της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής της ΕΕ (2002-2004)
- αντιπρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής της ΕΕ (1996-2000)
- επικεφαλής της ισπανικής αντιπροσωπείας στο ECOFlN κατά τη διάρκεια της ισπανικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ (2002)
Ιδιωτικός τομέας
- Διευθυντής της σχολής ΙE Business School and PwC Center for the Finance Sector (Μάρτιος 2010 - Δεκέμβριος 2011)
- PricewaterhouseCooper, αρμόδιος για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (Δεκέμβριος 2008 - Δεκέμβριος 2009)
- Nomura Securities, Διευθύνων Σύμβουλος (Σεπτέμβριος 2008 - Δεκέμβριος 2008)
- Lehman Brothers, Διευθύνων Σύμβουλος Ιβηρικής (Απρίλιος 2006 - Σεπτέμβριος 2008)
- AB Asesores, Διευθύνων Σύμβουλος (1988-1996)
- Μέλος του διοικητικού συμβουλίου των Endesa, S.A., Endesa Chile, Unedisa, Logista και BMN.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2: ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Luis de Guindos ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
A. Προσωπική και επαγγελματική διαδρομή
1. Παρακαλούμε να επισημάνετε τις κύριες πτυχές των επαγγελματικών σας δεξιοτήτων σε νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και επιχειρηματικά θέματα και τις κύριες πτυχές της ευρωπαϊκής και διεθνούς πείρας σας.
Έχω πτυχίο BSc στα Οικονομικά από το CUNEF, έχοντας αποφοιτήσει με έπαινο. Επίσης, ήμουν πρώτος επιτυχών στις κρατικές εξετάσεις οικονομολόγων και εμπορικών ειδικών. Το πανεπιστημιακό υπόβαθρό μου εστιάζεται κυρίως σε νομισματικά, χρηματοπιστωτικά, οικονομικά και επιχειρηματικά θέματα.
Εξάλλου, έχω αναλάβει διάφορα καθήκοντα ως δημόσιος λειτουργός, ανάμεσα στ’ άλλα Υφυπουργός Οικονομικών και Γενικός Γραμματέας αρμόδιος για την οικονομική πολιτική και την πολιτική ανταγωνισμού. Οι ρόλοι αυτοί μου έδωσαν την ευκαιρία να συμμετάσχω στον σχεδιασμό των οικονομικών πολιτικών που οδήγησαν την Ισπανία να ενταχθεί στη Νομισματική Ένωση εκπληρώνοντας όλες τις απαιτήσεις.
Από το 2011, ήμουν Υπουργός Οικονομίας, Βιομηχανίας και Ανταγωνιστικότητας της Ισπανίας. Από τη θέση μου αυτή, ήμουν υπεύθυνος για το δημόσιο ταμείο, καθώς και για τους τομείς της οικονομίας και της στήριξης στις επιχειρήσεις, των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων, της μακροοικονομικής ανάλυσης, του διεθνούς εμπορίου και των επενδύσεων, της έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας και της βιομηχανίας.
Από τη θέση αυτή, προώθησα μια βαθιά μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ισπανίας, η οποία περιλάμβανε την ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση του συστήματος καθώς και άλλα μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι κάθε εξυγίανση των τραπεζών στο μέλλον θα υλοποιείται χωρίς να χρησιμοποιούνται χρήματα των φορολογουμένων. Πολλά από τα μέτρα αυτά τέθηκαν σε ισχύ μέσω του προγράμματος χρηματοδοτικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε στην Ισπανία από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ). Όλες αυτές οι ενέργειες επέτρεψαν την αποκατάσταση της ορθής λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που αποτελεί τον βασικό ιμάντα της νομισματικής πολιτικής.
Ως υπουργός Οικονομίας, έχω επίσης εκπροσωπήσει την Ισπανία στο Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων της ΕΕ και στην Ευρωομάδα. Μέσα από τα εν λόγω φόρουμ, συνέβαλα στη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
Υπήρξα επίσης μόνιμος προσκεκλημένος της G20 και μέλος του Συμβουλίου Διοικητών του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης, της Αφρικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης, της Κεντροαμερικανικής Τράπεζας Οικονομικής Ολοκλήρωσης, της Ασιατικής Τράπεζας Ανάπτυξης και της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων σε έργα υποδομής
Τέλος, έχω εργαστεί για πολλές ιδιωτικές εταιρείες που έχουν σχέση με τον χρηματοπιστωτικό τομέα (Υπεύθυνος για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην PricewaterhouseCoopers, διευθύνων σύμβουλος Ιβηρικής στη Lehman Brothers και τη Nomura Securities, διευθύνων σύμβουλος της AB Asesores) και στον ακαδημαϊκό τομέα (Διευθυντής της σχολής ΙE Business School and PwC Center for the Finance Sector).
Έχω επίσης διατελέσει μέλος του διοικητικού συμβουλίου των Endesa, S.A., Endesa Chile, Unedisa, Logista και BMN.
2. Έχετε επιχειρηματικές ή χρηματοοικονομικές συμμετοχές ή οποιεσδήποτε άλλες δεσμεύσεις που ενδεχομένως θα συγκρούονταν με τα μελλοντικά σας καθήκοντα και υπάρχουν κάποιοι άλλοι σημαντικοί προσωπικοί ή άλλης φύσεως παράγοντες που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Κοινοβούλιο σε σχέση με το διορισμό σας;
Όχι. Δεν έχω επιχειρηματικά συμφέροντα ή δεσμεύσεις που θα συγκρούονταν ενδεχομένως με τα μελλοντικά μου καθήκοντα. Κατέχω μόνο ένα προσωπικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα και ένα μερίδιο σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο ανοικτού τύπου. Και στις δύο περιπτώσεις, η εταιρεία διαχείρισης, είναι η Mutuactivos, το επενδυτικό σκέλος μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Δεν κατέχω, άμεσα ή έμμεσα, οποιαδήποτε άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Έχω επίσης στην ιδιοκτησία μου ένα σπίτι στη νότια Ισπανία και το 50 % διαμερίσματος στη Μαδρίτη, καθώς και άλλη ακίνητη περιουσία που κληρονόμησα από τους γονείς μου.
Όσον αφορά τις λοιπές πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα που θα μπορούσαν να συνδέονται με τη θέση στην ΕΚΤ, η κόρη μου, η οποία είναι 30 ετών, εργάζεται ως χαμηλόβαθμη αναλύτρια κινδύνου σε μια ισπανική τράπεζα λιανικής. Από την άλλη πλευρά, ο γιος μου, ο οποίος είναι 26 ετών, εργάζεται στο τμήμα επενδύσεων μιας ασφαλιστικής εταιρείας.
3. Ποιοι θα είναι οι κατευθυντήριοι στόχοι που θα επιδιώξετε κατά τη διάρκεια της θητείας σας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα;
Θα τηρώ την εντολή την οποία η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναθέτει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, καθώς και να στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση. Η συνεισφορά μου στην ΕΚΤ θα περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη και ολιστική προσέγγιση κατά τη λήψη αποφάσεων, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις όλων των αλληλεξαρτώμενων οικονομικών πολιτικών.
Για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, θα παρακολουθώ εκ του σύνεγγυς τις κύριες κατευθυντήριες αρχές, την ανεξαρτησία και τη διαφάνεια της ΕΚΤ, διότι χωρίς αυτά δεν θα ήταν δυνατό να επιβληθεί πλήρως μια αποτελεσματική νομισματική πολιτική.
B. Νομισματική πολιτική της ΕΚΤ
4. Πώς πρέπει να ασκεί τη νομισματική της πολιτική η ΕΚΤ κατά τις τρέχουσες μακροοικονομικές συνθήκες;
Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι η εντολή της ΕΚΤ είναι να διασφαλίζει ότι ο μεσοπρόθεσμος πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα βρίσκεται κάτω αλλά πλησίον του 2 %.
Παρά τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας σε ολόκληρη τη ζώνη, αυτή δεν έχει ακόμη μετουσιωθεί σε σταθερή ανοδική πορεία στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του πληθωρισμού, ο οποίος παραμένει σε χαμηλά επίπεδα (η ΕΚΤ προβλέπει μέσο πληθωρισμό 1,4 % για το 2018 και 1,5 % για το 2019). Οι υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν υποτονικές δεδομένου ότι η υποχρησιμοποίηση της αγοράς εργασίας εξακολουθεί να είναι σημαντική. Οι βελτιώσεις που έχουμε παρατηρήσει στις αγορές εργασίας χρειάζονται ακόμη χρόνο για να μετουσιωθούν σε πιο δυναμική αύξηση των μισθών. Επιπλέον, η σημερινή προοπτική του πληθωρισμού εξακολουθεί να εξαρτάται σε κάποιο βαθμό από τα ερεθίσματα που παρέχονται από τα έκτακτα μέτρα της ΕΚΤ. Για τον λόγο αυτό, επιβάλλεται συνεχής επαναξιολόγηση των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών στην ευρωζώνη και των αποτελεσμάτων των μέτρων που αναπτύχθηκαν μέχρι στιγμής. Η ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει τον τρέχοντα προσανατολισμό της νομισματικής πολιτικής, έως ότου αναπτυχθούν υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις και παρατηρηθούν επαρκείς ενδείξεις για σύντονη προσαρμογή του πληθωρισμού. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ θα πρέπει να είναι έτοιμη να προσαρμόσει τη στάση της ανάλογα με τις ανάγκες προκειμένου να εκπληρώσει την εντολή της.
Η ΕΚΤ πρέπει να επίσης να βρίσκεται σε επαγρύπνηση όσον αφορά τυχόν αδικαιολόγητη συσσώρευση χρηματοοικονομικών κινδύνων στο σημερινό περιβάλλον των πολύ χαμηλών επιτοκίων και των χαλαρών νομισματικών και χρηματοοικονομικών συνθηκών.
5. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ανομοιογένεια των νομισματικών συνθηκών και της πρόσβασης στην πίστη στην ευρωζώνη και τον αντίκτυπο που αυτή έχει στην ενιαία νομισματική πολιτική της ΕΚΤ;
Κάθε νομισματική ζώνη που είναι αρκετά μεγάλη σε μέγεθος από τη φύση της θα παρουσιάζει κάποια ανομοιογένεια στις οικονομικές δομές ανάμεσα στις χώρες ή τις περιφέρειές της. Η ευρωζώνη δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ΕΚΤ χαράσσει την πολιτική της έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στο σύνολο της ζώνης του ευρώ. Η οικονομική ανομοιογένεια περιπλέκει την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Όσο πιο έντονη είναι η διαρθρωτική και κυκλική σύγκλιση, τόσο πιθανότερο είναι η νομισματική πολιτική να είναι κατάλληλη για κάθε κράτος μέλος. Μερικές φορές η πολιτική της ΕΚΤ είναι υπερβολικά χαλαρή για ορισμένα κράτη μέλη και υπερβολικά αυστηρή για άλλα. Αυτό συνέβη κατά την περίοδο πριν από την κρίση. Οι μεγάλες μειώσεις των επιτοκίων σε ορισμένες χώρες μετά την εισαγωγή του ευρώ οδήγησαν σε μη βιώσιμη επέκταση που συνδέθηκε με αυξανόμενες ανισορροπίες οι οποίες αργότερα επιδείνωσαν την κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, η απόκλιση των ρυθμών ανάπτυξης και πληθωρισμού τροφοδοτήθηκε από μια νομισματική πολιτική που δεν μπορούσε να ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις.
Η ανομοιογένεια των νομισματικών συνθηκών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ο κυριότερος από τους οποίους εξακολουθεί να είναι η διαφορετική κυκλική θέση λόγω των διαφόρων επιπτώσεων της χρηματοπιστωτικής κρίσης σε κάθε οικονομία και του διαφορετικού ρυθμού ανάκαμψης. Επιπλέον, συγκεκριμένοι διαρθρωτικοί παράγοντες ασκούν επίσης επιρροή.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, μια επιπλέον δυσκολία ήταν η αλληλεπίδραση μεταξύ (α) αποκλίσεων μεταξύ χωρών όσον αφορά τη δημοσιονομική κατάσταση και την αξιοπιστία των εθνικών τραπεζικών τομέων και (β) την απουσία μιας πραγματικής δημοσιονομικής και τραπεζικής ένωσης. Όλα αυτά οδήγησαν σε έναν ορισμένο βαθμό χρηματοπιστωτικού κατακερματισμού μεταξύ περιοχών δικαιοδοσίας, στοιχείο το οποίο πράγματι παρεμπόδισε τη μετάδοση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής. Από την άποψη αυτή, ορισμένα από τα έκτακτα μέτρα της ΕΚΤ στο πλαίσιο της κρίσης (όπως το Πρόγραμμα Αγορών Κινητών Αξιών, το πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών και το πρόγραμμα πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης) έχουν συμβάλει καθοριστικά στο να αρθεί σε κάποιο βαθμό αυτός ο κατακερματισμός, ο οποίος έχει υποχωρήσει σημαντικά, όπως αντικατοπτρίζεται, για παράδειγμα, στη σύγκλιση που παρατηρήθηκε στο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών και σε άλλους χρηματοδοτικούς όρους. Ως εκ τούτου, η νομισματική πολιτική έχει συμβάλει στον μετριασμό της ανομοιογένειας βοηθώντας όλες τις οικονομίες να αφήσουν πίσω τους την ύφεση και τις αποπληθωριστικές πιέσεις. Η επίτευξη προόδου στην πορεία προς μια τραπεζική ένωση συνέβαλε επίσης στο να χαλαρώσει ο δεσμός μεταξύ τραπεζών και δημοσίου χρέους.
Πιο μακροπρόθεσμα, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για να πλησιάσει η ευρωζώνη περισσότερο σε μια βέλτιστη νομισματική ζώνη, και συγκεκριμένα η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και η δημιουργία δημοσιονομικών περιθωρίων για την αύξηση της ικανότητας κάθε οικονομίας να προσαρμόζεται σε ασύμμετρους κλυδωνισμούς και στις εξελισσόμενες νομισματικές συνθήκες. Η εμβάθυνση της ολοκλήρωσης, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, θα συμβάλει στη μείωση της ανομοιογένειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οικονομίες θα είναι πιο συγχρονισμένες και ταυτόχρονα θα είναι καλύτερα προετοιμασμένες για την αντιμετώπιση δυσμενών κλυδωνισμών, μειώνοντας έτσι τον συνολικό φόρτο για τη νομισματική πολιτική.
6. Ποια είναι η άποψή σας για την αύξηση του μεγέθους του ισολογισμού του ΕΣΚΤ λόγω του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων (APP);
Στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, η ΕΚΤ μείωσε τα βασικά ονομαστικά επιτόκιά της σε επίπεδα κοντά στο πραγματικό κατώτατο όριό τους, αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να έρθει ο πληθωρισμός πιο κοντά στον στόχο. Κατά συνέπεια, χρειάστηκε να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής.
Ένα από αυτά ήταν το πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων (APP) που σχεδιάστηκε για την αύξηση του ισολογισμού του Ευρωσυστήματος, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αποπληθωριστικές προσδοκίες στο πλαίσιο ήδη χαμηλών επιτοκίων. Η APP έπαιξε κεφαλαιώδη ρόλο στη σταθεροποίηση των οικονομικών συνθηκών σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Βελτίωσε τις οικονομικές συνθήκες που έχουν σημασία για την πραγματική οικονομία, μέσω δύο διαύλων. Πρώτον, οι εν λόγω αγορές αύξησαν τις τιμές και, επομένως, μείωσαν τις αποδόσεις των αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων. Αυτό οδήγησε τους επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, να επιδιώκουν υψηλότερες αποδόσεις, για παράδειγμα μέσω μεγαλύτερου δανεισμού προς την πραγματική οικονομία. Δεύτερον, στον βαθμό που οι εν λόγω αγορές σηματοδότησαν τη δέσμευση της ΕΚΤ σε μια διευκολυντική νομισματική πολιτική, τούτο οδήγησε επίσης σε προσδοκίες για χαμηλότερα επιτόκια πολιτικής στο μέλλον. Αυτό άσκησε περαιτέρω πτωτική πίεση επί των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, που αποτελούν βασικό παράγοντα για τις επενδυτικές αποφάσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Ο μεγάλος ισολογισμός του Ευρωσυστήματος είναι απλώς φυσική συνέπεια του εν λόγω προγράμματος. Ο ισολογισμός της ΕΚΤ έχει περίπου τετραπλασιαστεί κατά την τελευταία δεκαετία.
Καθώς ο πληθωρισμός προσαρμόζεται σε επίπεδα συμβατά με την εντολή της για σταθερότητα των τιμών, η ΕΚΤ θα πρέπει να εξετάσει πόσο μεγάλος πρέπει να είναι στο μέλλον ο ισολογισμός της, πόσο γρήγορα να συγκλίνει προς το επιθυμητό μέγεθος και ποια είναι η βέλτιστη σύνθεσή του.
7. Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο κατάλληλος χρονικός ορίζοντας για τον τερματισμό του APP;
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το APP θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστάσεων, αλλά δεδομένου ότι αυτές έχουν πλέον αρχίσει να υποχωρούν η ΕΚΤ θα πρέπει να επανέλθει σταδιακά σε πιο συμβατικές μορφές πολιτικής. Είναι δύσκολο, ωστόσο, να οριστεί και ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη λήξη του παρόντος προγράμματος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ήταν σαφές στην ανακοίνωσή του σχετικά με το γεγονός ότι οι καθαρές αγορές περιουσιακών στοιχείων θα συνεχιστούν με τον σημερινό μηνιαίο ρυθμό 30 δισεκατ. ευρώ έως το τέλος Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους, ή και αργότερα εάν είναι απαραίτητο. Η πορεία του προγράμματος αγορών μετά την εν λόγω περίοδο είναι κάτι που η ΕΚΤ θα αποφασίσει, εν ευθέτω χρόνω, με βάση την επικρατούσα προοπτική για τον πληθωρισμό εκείνη τη στιγμή και την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με τον ενδεδειγμένο βαθμό των νομισματικών μέτρων τόνωσης που θα απαιτηθούν στη συνέχεια. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τη στιγμή που περατωθούν οι καθαρές αγορές, η ΕΚΤ αναμένεται να συνεχίσει την επανεπένδυση πληρωμών κεφαλαίου από περιουσιακά στοιχεία που λήγουν, για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο. Πιο μακροπρόθεσμα, η διαδικασία εξομάλυνσης της νομισματικής πολιτικής πρέπει να καθοδηγείται από την αξιολόγηση της κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής που απαιτείται για την εκπλήρωση της εντολής της ΕΚΤ για σταθερότητα των τιμών.
8. Με ποιον τρόπο θα εξασφαλίσετε τη διαφάνεια σε σχέση με την εφαρμογή του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων;
Η διαφάνεια αποτέλεσε βασικό μέλημα της ΕΚΤ από την έναρξη του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων. Η εξωτερική επικοινωνία αποτελεί καθοριστική στήριξη για τη συνεχιζόμενη ομαλή εφαρμογή της αγοράς περιουσιακών στοιχείων. Παρά την πολύπλοκη αποκεντρωμένη εφαρμογή, οι προσπάθειες για τη διασφάλιση της διαφάνειας πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα. Πράγματι, η διαφάνεια είναι επιθυμητή ιδιότητα κάθε πτυχής της κυβερνητικής πολιτικής. Κατά την άποψή μου, η ΕΚΤ έχει επιδείξει ιδιαίτερη διαφάνεια ως προς την εφαρμογή του APP. Οι παράμετροι του προγράμματος έχουν καθορισθεί σαφώς, όπως για παράδειγμα η απαίτηση κατανομής των αγορών στις περιοχές δικαιοδοσίας σύμφωνα με την κλείδα κατανομής. Επιπλέον, η ΕΚΤ παρέχει έγκαιρη και λεπτομερή πληροφόρηση σχετικά με διάφορες πτυχές του προγράμματος (δηλαδή έναν εβδομαδιαίο ενοποιημένο χρηματοπιστωτικό ισολογισμό, μια μηνιαία κατάσταση των συμμετοχών της σε καθένα από τα τέσσερα προγράμματα του APP, μηνιαίες και αθροιστικές αγορές επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων ανά χώρα στο πλαίσιο του προγράμματος PSPP, κ.λπ.).
Συνολικά, αυτό το επίπεδο διαφάνειας είναι τουλάχιστον συγκρίσιμο με εκείνο των άλλων μεγάλων κεντρικών τραπεζών όσον αφορά τα μεγάλης κλίμακας προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων τους. Επιπλέον, το ισχύον καθεστώς επιτυγχάνει τη σωστή ισορροπία, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και καθιστώντας τη συμβατή με την απαιτούμενη ευελιξία κατά την υλοποίηση του προγράμματος ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητά της και να αποθαρρυνθεί το αρμπιτράζ αγορών. Για παράδειγμα, οι αγορές δεν χρειάζεται να ακολουθούν την κλείδα κατανομής σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά το συνολικό απόθεμα των συμμετοχών κεφαλαίου βασίζεται πράγματι σε κλείδες κατανομής.
Σε κάθε περίπτωση, η εξωτερική επικοινωνία της πολιτικής αποτελεί ουσιαστικό μέρος του σχεδιασμού του μέσου. Για τον λόγο αυτό, κάθε πτυχή του προς δημοσίευση υλικού και η σχετική συχνότητα θα πρέπει να συζητείται και να συμφωνείται μέσα στο Διοικητικό Συμβούλιο.
9. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συγκεντρώνονται για τη διαχείριση μιας αύξησης των επιτοκίων χωρίς να υπάρξουν διαταραχές στο δημόσιο χρέος και τις αγορές;
Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η ΕΚΤ είναι απολύτως ανεξάρτητη, όσον αφορά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των πολιτικών και των μέσων της, προκειμένου να εκπληρώσει την εντολή της. Όπως τονίστηκε κατά την πρόσφατη περίοδο από ορισμένα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, από τη στιγμή που αρχίσει η διαδικασία εξομάλυνσης της νομισματικής πολιτικής -η οποία περιλαμβάνει την αύξηση των επιτοκίων- θα πρέπει να ικανοποιεί δύο βασικές αρχές. Πρώτον, θα πρέπει να είναι προβλέψιμη και διαφανής, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή επικοινωνία με τους συμμετέχοντες στην αγορά. Δεύτερον, θα πρέπει να γίνει σταδιακά και ανάλογα με την επικρατούσα προοπτική για τον πληθωρισμό.
Τα κράτη, κατ’ αρχήν, δεν διαφέρουν από άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Είναι καθήκον τους να προετοιμάζονται και να προσαρμόζονται σε πιθανές αλλαγές της νομισματικής πολιτικής· δεν είναι καθήκον της ΕΚΤ να σχεδιάζει πολιτικές για τη διευκόλυνση της έκδοσης τίτλων δημόσιου χρέους. Κρατικοί εκδότες μειώνουν τις ανάγκες έκδοσής τους και αυξάνουν τη μέση διάρκεια ζωής των εκδόσεων, εδώ και αρκετά χρόνια, πράγμα που θα βελτιώσει την ανθεκτικότητα της επιβάρυνσής τους από τόκους στην περίπτωση αυτή. Οι κυβερνήσεις πρέπει επίσης να επωφεληθούν από την ευνοϊκή οικονομική συγκυρία για να δημιουργήσουν ξανά δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας και να προετοιμάσουν τις οικονομίες τους ώστε να ανταποκριθούν καλύτερα σε μελλοντικούς κλυδωνισμούς, όπως θα είναι μια αύξηση των επιτοκίων. Εν τέλει, τα επιτόκια δεν θα παραμένουν τόσο χαμηλά για πάντα.
Ο προσανατολισμός των προσδοκιών (forward guidance), όπως εφαρμόζεται σήμερα στη ζώνη του ευρώ, τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία, αποτελεί σημαντική συμβολή για την προετοιμασία των αγορών για αύξηση των επιτοκίων. Η προθεσμιακή αγορά είναι αρκετά ρευστή, κάτι που δίνει στους παράγοντες της αγοράς τη δυνατότητα να εκφράσουν τις προσδοκίες τους με επαρκή ακρίβεια. Οποιαδήποτε αύξηση θα πρέπει, στην ιδανική περίπτωση, να είναι σταδιακή και να έχει προεξοφληθεί από την αγορά.
Εν κατακλείδι, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζονται σήμερα και μεταδίδονται οι αποφάσεις προετοιμάζει καλά την αγορά και για μια εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής.
10. Πώς μπορεί κατά την άποψή σας η ΕΚΤ να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση, σε πλήρη συμμόρφωση με τον πρωταρχικό στόχο της να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών; Ποια είναι, κατά την άποψή σας, πρόσθετα μέτρα νομισματικής πολιτικής που θα βελτίωναν τον θετικό αντίκτυπο της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία;
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η επίτευξη της σταθερότητας των τιμών είναι η ρητή εντολή της ΕΚΤ. Το να εξασφαλίζει σχετικά χαμηλά και σταθερά επίπεδα πληθωρισμού αποτελεί την καλύτερη συμβολή που μπορεί να έχει η νομισματική αρχή στην οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, το να εξασφαλίζεται ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν απέχει πολύ από το δυνητικό ποσοστό της είναι ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη σταθερού πληθωρισμού. Αλλά και πάλι, αυτό θα πρέπει να απασχολεί τους κεντρικούς τραπεζίτες μόνο ως μέσο για την επίτευξη της σταθερότητας των τιμών.
Υπάρχουν άφθονα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, μακροπρόθεσμα, δεν υπάρχει αντιστάθμιση μεταξύ πληθωρισμού και ανάπτυξης. Όπως προαναφέρθηκε, η σταθερότητα των τιμών αποτελεί προϋπόθεση για διαρκή ανάπτυξη. Ωστόσο, μια τέτοια αντιστάθμιση μπορεί πράγματι να παρουσιαστεί βραχυπρόθεσμα, ιδίως σε καιρούς ύφεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ εστιάζεται στη σταθερότητα των τιμών και, με τον τρόπο αυτό, καθώς και με τη χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας, εισάγοντας μια ολόκληρη δέσμη μη συμβατικών μέτρων πολιτικής για να αντιμετωπιστεί η πρόσφατη κρίση, έχει συμβάλει στο να αποτραπεί η είσοδος της οικονομίας σε φάση αποπληθωρισμού. Η δέσμη μέτρων που εφαρμόζει η ΕΚΤ μετά το 2012 φαίνεται να έχει επαρκέσει για τη στήριξη τόσο της σταθερότητας των τιμών όσο και της οικονομικής ανάκαμψης. Συγκεκριμένα στοιχεία που στηρίζουν αυτή την άποψη είναι η συμπίεση των περιθωρίων (spreads) του δημόσιου χρέους, καθώς και η σύγκλιση των επιτοκίων που χρεώνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή δεν θα είχε καταστεί δυνατή χωρίς τις βελτιώσεις στη χρηματοπιστωτική εποπτεία, την ενίσχυση της ρευστότητας και της κεφαλαιακής θέσης των τραπεζών και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν σε πολλές χώρες της ζώνης του ευρώ κατά τα τελευταία έτη. Επιπλέον, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Η αποτελεσματική εποπτεία της ΕΚΤ, εφόσον απέτρεψε την περαιτέρω χρηματοπιστωτική αστάθεια, έχει επίσης στηρίξει την ανάπτυξη και την απασχόληση. Με τον τρόπο αυτό, η ΕΚΤ έχει επίσης μεγάλη συνεισφορά στους δευτερεύοντες στόχους της.
Τα μέτρα πολιτικής της ΕΚΤ, τα οποία έχουν θεσπιστεί αυτή τη στιγμή, φαίνονται κατάλληλα από την άποψη της προοπτικής του πληθωρισμού και της επιθυμητής κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Όσον αφορά μελλοντικά μέτρα, αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση τις επικρατούσες προοπτικές για τον πληθωρισμό και τις συνολικές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες στη ζώνη του ευρώ.
11. Ποια είναι η άποψή σας για τους κινδύνους που συνδέονται με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα (CSPP); Θα βλέπατε κάποιες στρεβλωτικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό εντός της Ενιαίας Αγοράς; Πώς πιστεύετε ότι μπορούν να ελαχιστοποιηθούν οι ενδεχόμενες στρεβλωτικές συνέπειες του CSPP; Πιστεύετε ότι θα πρέπει να ενσωματώσει τους στόχους του Παρισιού και τους ΣΒΑ;
Κατά την άποψή μου, το πρόγραμμα CSPP υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχές σε σχέση με τη βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση, από εταιρείες, όχι μόνο απευθείας για τις μεγάλες εταιρείες, των οποίων τα ομόλογα, κατά κανόνα, είναι επιλέξιμα για αγορά στο πλαίσιο του προγράμματος, αλλά και έμμεσα για όλες τις επιχειρήσεις και τα άλλα τμήματα της αγοράς, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) που δεν έχουν πρόσβαση σε αγορές ομολόγων. Οι ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς ομολόγων έχουν θετικές δευτερογενείς επιπτώσεις στις ΜΜΕ, για παράδειγμα επειδή ωθούν τις μεγάλες εταιρείες να βασίζονται περισσότερο σε χρηματοδότηση μέσω ομολόγων, αφήνοντας έτσι περισσότερα περιθώρια στον ισολογισμό των τραπεζών να χορηγούν δάνεια σε ΜΜΕ. Κατά συνέπεια το CSPP έχει αυξήσει την αποτελεσματικότητα της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής μέσω του τραπεζικού συστήματος, εφόσον μείωσε άμεσα το κόστος χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων από τις αγορές.
Τούτου λεχθέντος, η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να επαγρυπνεί όσον αφορά μια πιθανή συσσώρευση ανισορροπιών και κινδύνων σε ορισμένα τμήματα της αγοράς εταιρικών ομολόγων, ως αποτέλεσμα των πολύ χαλαρών χρηματοδοτικών όρων.
Προκειμένου να αποφευχθούν οι δυνητικές στρεβλωτικές επιπτώσεις του προγράμματος CSPP στον ανταγωνισμό εντός της ενιαίας αγοράς, η ΕΚΤ εφαρμόζει ορισμένα μέτρα άμβλυνσης των κινδύνων για την πρωτογενή και δευτερογενή ρευστότητα της αγοράς. Η συμμετοχή της σε αγορές στην πρωτογενή αγορά διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ του στόχου του προγράμματος και της ανάγκης να εξασφαλιστεί ικανοποιητική λειτουργία της αγοράς. Παρομοίως, όταν αγοράζει στη δευτερογενή αγορά, η ΕΚΤ λαμβάνει υπόψη τη στενότητα συγκεκριμένων χρεογράφων και τις γενικές συνθήκες της αγοράς προκειμένου να μην προκαλείται στρέβλωση των τιμών και της ρευστότητας. Επιπλέον, οι αγορές που γίνονται αντικατοπτρίζουν αναλογικά όλα τα επιλέξιμα εναπομένοντα τμήματα έκδοσης, η δε χρηματιστηριακή αξία παρέχει μια στάθμιση για καθεμία από τις διαφορετικές δικαιοδοσίες έκδοσης.
Όσον αφορά τους στόχους του Παρισιού και τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ), θα πρέπει να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε ότι η βιώσιμη ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος αποτελούν στόχους της ΕΕ που έχουν θεσπιστεί στο πρωτογενές δίκαιο. Ως εκ τούτου, η υποστήριξη από το Ευρωσύστημα είναι δικαιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι γίνεται πλήρως σεβαστός ο πρωταρχικός στόχος της ΕΚΤ, δηλαδή η σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα. Στον τομέα αυτό, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι υπό εξέλιξη εργασίες για τη βιώσιμη χρηματοδότηση σε διάφορα ευρωπαϊκά και διεθνή βήματα. Για παράδειγμα, η ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου της ΕΕ για τη Βιώσιμη Χρηματοδότηση δημοσίευσε πρόσφατα έκθεση που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο ECOFIN τον Φεβρουάριο 2017, στην οποία διατυπώνονται συστάσεις που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη ταξινομίας και ένα σύστημα επισήμανσης για τα πράσινα ομόλογα και τα πράσινα περιουσιακά στοιχεία, θέματα που θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του επικείμενου σχεδίου δράσης από την Επιτροπή. Πρωτοβουλίες αναπτύσσονται επίσης από τη G20 στο πλαίσιο της Ομάδας Μελέτης για την πράσινη χρηματοδότηση και από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) στο πλαίσιο της ειδικής ομάδας για τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που σχετίζονται με το κλίμα ώστε να ενισχυθεί η γνωστοποίηση των κινδύνων που συνδέονται με το κλίμα και να προωθηθεί καλύτερη κατανόηση του κατά πόσο οι κίνδυνοι αυτοί μπορούν να ενσωματωθούν καλύτερα στο κανονιστικό πλαίσιο και το πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων. Οι πρωτοβουλίες αυτές χρήζουν περαιτέρω ανάπτυξης και η στήριξη από την ΕΚΤ θα είναι σημαντικός παράγοντας. Εν αναμονή περαιτέρω ανάπτυξης, οι εν λόγω πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να παράσχουν στην ΕΚΤ μέσα για να λαμβάνονται υπόψη περιβαλλοντικές ανησυχίες όταν πραγματοποιούνται αγορές (για παράδειγμα, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα ταξινομία). Ωστόσο, προτού ενσωματώσει πράσινους παράγοντες στο πλαίσιο νομισματικής πολιτικής της, η ΕΚΤ πρέπει να αντιμετωπίσει προσεκτικά τυχόν κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα που θα απέρρεαν από τη συνεκτίμηση κριτηρίων πέρα από τον πιστωτικό κίνδυνο, τα οποία ενδεχομένως να μην μπορούν να δικαιολογηθούν από την σκοπιά της προληπτικής εποπτείας.
12. Πώς αξιολογείτε το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή το μερίδιο του προγράμματος αγοράς ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα στην πρωτογενή αγορά αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται το μερίδιο του προγράμματος αγοράς τίτλων του δημόσιου τομέα στη δευτερογενή αγορά;
Καταρχάς, πρόκειται για δύο προγράμματα που αναλαμβάνονται υπό διαφορετικούς όρους. Ως εκ τούτου, παρόλο που οι αγορές του προγράμματος CSPP εκτελούνται τόσο στις πρωτογενείς όσο και στις δευτερογενείς αγορές, οι αγορές του προγράμματος PSPP εκτελούνται μόνο στη δευτερογενή αγορά, δεδομένου ότι η ΕΚΤ δεν επιτρέπεται να αγοράζει κρατικά ομόλογα στην πρωτογενή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 123 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το σχετικά μεγάλο μερίδιο του προγράμματος CSPP στην πρωτογενή αγορά αποτελεί φυσική συνέπεια του σχεδιασμού του προγράμματος, δεδομένου ότι το πρόγραμμα CSPP αποτελεί κίνητρο για νέες εκδόσεις. Ωστόσο, το πρόγραμμα επιδιώκει επίσης να εξασφαλίσει ότι το Ευρωσύστημα αγοράζει ένα σχετικά μικρό ποσοστό των νέων εκδόσεων (συγκεκριμένα, το πολύ 30 % ανά έκδοση), με σκοπό τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
Όσον αφορά το πρόγραμμα PSPP, το μειούμενο μερίδιό του στη δραστηριότητα της δευτερογενούς αγοράς αποτελεί συνέπεια της πρόσφατης μείωσης του μηνιαίου στόχου για καθαρές αγορές του APP από 60 σε 30 δισεκατομμύρια ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης αυτής επικεντρώθηκε στο σκέλος PSPP του APP, γεγονός που αντανακλά την πρόσφατη εξέλιξη της σχετικής προσφοράς ομολόγων του δημόσιου τομέα έναντι των άλλων επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων.
13. Ποια είναι η άποψή σας όσον αφορά την εφαρμογή του προγράμματος Επείγουσας Στήριξης της Ρευστότητας (ELA); Τι θα μπορούσε να βελτιωθεί στην διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση ELA;
Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ικανοποιητική μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) μπορούν να αποφασίζουν να παρέχουν ELA σε φερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αντιμετωπίζουν προσωρινά προβλήματα ρευστότητας, εκτός των κανονικών πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος.
Η ELA παρέχεται υπό την ευθύνη των ΕθνΚΤ, με δικό τους κόστος και κίνδυνο, και πάντοτε σε φερέγγυα ιδρύματα. Οι ΕθνΚΤ μπορούν να αποφασίζουν σχετικά με τη χορήγηση ELA σε ένα συγκεκριμένο ίδρυμα, την εγγύηση που θα ζητηθεί και άλλα μέτρα ελέγχου του κινδύνου που θα τεθούν σε εφαρμογή.
Ωστόσο, η διακριτική ευχέρεια των ΕθνΚΤ περιορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, το οποίο μπορεί να απαγορεύει, να περιορίζει ή να θεσπίζει προϋποθέσεις για πράξεις ELA εάν διαπιστώσει ότι έρχονται σε αντίθεση με τους στόχους και τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ. Η παρακολούθηση από το Διοικητικό Συμβούλιο αυξάνεται ανάλογα με το μέγεθος της ELA που ζητείται. Το πλαίσιο για την ELA παρέχει επίσης ευελιξία για ανταπόκριση σε συγκεκριμένες επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποφεύγονται ενδεχόμενες συστημικές επιπτώσεις: το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να μην προβάλλει αντιρρήσεις για τη χορήγηση της ELA σε συγκεκριμένες τράπεζες έως ένα ορισμένο κατώφλι και μέσα σε ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα.
H παροχή ELA έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αυτό συνέβαλε στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και εξουδετέρωσε αρνητικές επιπτώσεις στο κλίμα εμπιστοσύνης, στηρίζοντας έτσι τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, στο πλαίσιο της εντολής της ΕΚΤ.
Οι κανόνες είναι σαφείς ως προς το σημείο αυτό΄. Ένα πιστωτικό ίδρυμα θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας εφόσον είναι φερέγγυο και διαθέτει επαρκή στοιχεία ενεργητικού προκειμένου να διασφαλίζεται η επιστροφή των χρημάτων που θα προσφερθούν, έτσι ώστε να μην υπάρξει καμία ζημία για την κεντρική τράπεζα και, τελικά, για τους πολίτες.
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι διαφανής. Η «Συμφωνία ELA» (Συμφωνία για την επείγουσα στήριξη της ρευστότητας) δημοσιεύθηκε από την ΕΚΤ πέρυσι. Περιέχει όλες τις λεπτομέρειες της διαδικασίας: από τον ορισμό της φερεγγυότητας της τράπεζας στον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ της εθνικής κεντρικής τράπεζας που χορηγεί το δάνειο και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δεν αντιτίθεται σε αυτό.
14. Πρέπει μήπως να ανησυχούμε για τα σημερινά επίπεδα ανισορροπιών του Target2;
Οι ανισορροπίες του TARGET2 σήμερα έχουν πολύ διαφορετική σημασία απ’ ό,τι το 2011 και το 2012. Τότε, η συνέχεια της ΟΝΕ είχε τεθεί -εσφαλμένα, όπως αποδείχθηκε- υπό αμφισβήτηση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι χώρες με ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών ήταν πολύ πιθανό να κινδυνεύσουν με υποτίμηση, ενώ χώρες με υψηλά πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θεωρήθηκε πιθανό να γνωρίσουν ανατίμηση, οπότε η ορθολογική αντίδραση της αγοράς ήταν η φυγή κεφαλαίων από την αποκαλούμενη περιφέρεια προς τη Γερμανία.
Η αύξηση των υπολοίπων του TARGET2 από τα τέλη του 2014 διαφέρει από το προηγούμενο επεισόδιο ανόδου των υπολοίπων. Η εφαρμογή του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων στρεβλώνει τα σήματα που εκπέμπονται από τις ανισορροπίες του TARGET2 και μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες. Είναι γνωστό ότι ορισμένες από τις εν λόγω ανισορροπίες έχουν μηχανική προέλευση και συνδέονται με τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι αγορές ΑΡΡ. Ο ρόλος της Φρανκφούρτης ως χρηματοοικονομικού κέντρου και της Bundesbank ως αντισυμβαλλομένου του Target2 για τις περισσότερες διεθνείς τράπεζες βρίσκονται πίσω από την αύξηση της πιστωτικής θέσης της Bundesbank. Με δυο λόγια, θεωρώ ότι οι τρέχουσες ανισορροπίες δεν θα πρέπει να μας ανησυχούν. Προς επίρρωση αυτής της θεώρησης, αναφέρω το γεγονός ότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων δεν αντικατοπτρίζουν κάποια δυσφορία, όπως συνέβαινε πράγματι κατά τη διάρκεια της κρίσης δημόσιου χρέους της περιόδου 2011-2012.
Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό η ΕΚΤ να συνεχίσει τη στενή παρακολούθηση των υπολοίπων του TARGET2 και ενός ευρέος φάσματος δεικτών που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα των πιέσεων στην αγορά, όπως πράττει σήμερα.
15. Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τη νομισματική σταθερότητα που σχετίζονται με την ανάπτυξη εικονικών νομισμάτων όπως το Bitcoin; Ποιο ρόλο νομίζετε ότι θα πρέπει να διαδραματίσει η ΕΚΤ στην αντιμετώπιση των εικονικών νομισμάτων;
Επιτρέψτε μου να αρχίσω διαπιστώνοντας το αυτονόητο: Το Bitcoin και τα άλλα κρυπτονομίσματα κάθε άλλο παρά μπορούν να παρουσιάζονται σήμερα ως υποκατάστατα του χρήματος που εκδίδεται από κεντρικές τράπεζες. Πλήττονται από πολλά προβλήματα, κυρίως σε σχέση με τα αρχικά στάδια της εφαρμογής της τεχνολογίας DLT. Η τεχνολογία DLT είναι ακόμη σχετικά αναποτελεσματική, η ταχύτητα των συναλλαγών είναι περιορισμένη, ενώ οι συνεχείς βελτιώσεις στις τεχνολογικές διευθετήσεις έχουν δημιουργήσει περίπου 900 διαφορετικά νομίσματα μέχρι σήμερα. Εξάλλου, το Bitcoin και τα κυριότερα άλλα λεγόμενα alt-coins συγκεντρώνονται σε λίγα χέρια, και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ρευστότητα, δημιουργεί ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον, επιρρεπές σε κερδοσκοπικές φούσκες και επεισόδια σκασίματος της φούσκας. Ως εκ τούτου, τα κρυπτονομίσματα δεν είναι σήμερα σε θέση να εκτελέσουν με βιώσιμο τρόπο τις βασικές λειτουργίες του χρήματος (μέσο πληρωμής, λογιστική μονάδα και αποθήκευση αξίας).
Τα ψηφιακά νομίσματα ιδιωτικής έκδοσης μπορεί τελικά να αποτελέσουν προκλήσεις για τις κεντρικές τράπεζες. Κατ’ αρχήν, για μια κεντρική τράπεζα, οι προκλήσεις που θέτει ένα ψηφιακό νόμισμα θα είναι κατά βάση οι ίδιες με εκείνες που τίθενται από ένα ανταγωνιστικό ξένο νόμισμα. Για την παγκόσμια οικονομία, ο ανταγωνισμός μεταξύ νομισμάτων ωθεί την προσφορά και τη ζήτηση να καθορίσουν μια τιμή ισορροπίας, τη συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία αντικατοπτρίζει τη σχετική χρησιμότητα των νομισμάτων.
Σε γενικές γραμμές, εάν η κυκλοφορία ενός ή περισσοτέρων ψηφιακών νομισμάτων ιδιωτικής έκδοσης αυξανόταν σε σημαντικά επίπεδα, η νομισματική πολιτική θα επηρεαζόταν με τον ίδιο τρόπο όπως και από οποιοδήποτε άλλο νόμισμα. Η Κεντρική Τράπεζα (και οι ρυθμιστικές αρχές και οι οργανισμοί εποπτείας) θα έπρεπε σε μια τέτοια περίπτωση να παρακολουθούν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα συστήματα πληρωμών των νομισμάτων αυτών, τις χρηματοπιστωτικές αγορές περιουσιακών στοιχείων εκφρασμένων στα νέα νομίσματα, και τις διασυνδέσεις μεταξύ των αγορών και των συμμετεχόντων στις αγορές και του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η παρακολούθηση αυτή θα είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των νομισματικών ωθήσεων, καθώς και η ακεραιότητα των συστημάτων πληρωμών και των χρηματοπιστωτικών αγορών, να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να μονωθεί το σύστημα από κραδασμούς. Επιπλέον, οι νέες ψηφιακές αγορές συναλλάγματος και οι πληρωμές πρέπει να υπόκεινται σε όλους τους κανονισμούς σχετικά με την ΚΝΕΠΔ/ΚΧΤ και την προστασία των επενδυτών.
Μέχρι στιγμής, τα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία δεν συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως τονίστηκε από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB), δεδομένου του περιορισμένου όγκου και διασύνδεσής τους. Στο μέλλον, τα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία ενδέχεται να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εάν γνωρίσουν αύξηση του όγκου τους και της διασύνδεσής τους με τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Εν τέλει, οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να οικειοποιηθούν την τεχνολογία DLT, στην οποία βασίζεται το Bitcoin, για την έκδοση κρατικού ψηφιακού νομίσματος. Το χρήμα ψηφιακής βάσης θα μπορούσε να βοηθήσει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τον έλεγχο επί των νομισματικών μηχανισμών, αλλά μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο κατακερματισμένο τραπεζικό σύστημα, οι οποίες θα πρέπει να μελετηθούν περαιτέρω.
Η ρύθμιση των ψηφιακών νομισμάτων είναι ευθύνη των χρηματοπιστωτικών ρυθμιστικών αρχών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πέρα από αυτές τις μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις σχετικά με τη νομισματική πολιτική, η ΕΚΤ θα πρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις στον τομέα των κρυπτονομισμάτων και τη διασύνδεση ανάμεσα στο παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις αγορές αυτές. Εφόσον ο όγκος της αγοράς παραμένει σχετικά μικρός και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μένουν μακριά από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου, η ΕΚΤ δεν χρειάζεται να παρέμβει, αλλά πρέπει να παραμένει σε εγρήγορση όσον αφορά τις δυνητικές επιπτώσεις επί της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και να προειδοποιεί όλους τους ενδιαφερόμενους για τους κινδύνους που παρουσιάζονται.
16. Πώς εκτιμάτε τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστημάτων πληρωμών και της νομισματικής πολιτικής; Ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της ΕΚΤ, ως κεντρικής τράπεζας έκδοσης, σχετικά με την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων (CCP);
Τα συστήματα πληρωμών έχουν ζωτική σημασία για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής. Η κεντρική τράπεζα εξαρτάται από ένα ασφαλές και αποτελεσματικό σύστημα πληρωμών, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ως εκ τούτου, ένα από τα βασικά καθήκοντα του Ευρωσυστήματος είναι η προώθηση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών (άρθρο 127.2 της Συνθήκης για την Λειτουργία της ΕΕ) ενώ η εποπτεία της ΕΚΤ αποσκοπεί στην προστασία του διαύλου μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Εάν δεν υπάρχει ομαλή ροή κεφαλαίων μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά, μπορεί να παρουσιαστεί άτακτη συμπεριφορά των επιτοκίων η οποία θα μπορούσε τελικά να επηρεάσει τη διαμόρφωσή τους. Από την άποψη αυτή, όταν το σύστημα πληρωμής είναι δυσλειτουργικό, παρεμποδίζεται η νομισματική πολιτική. Επιπλέον, η δημιουργία του συστήματος TARGET από το Ευρωσύστημα έχει προσφέρει ένα ενωσιακής κλίμακας σύστημα πληρωμών που χρησιμοποιείται για το διακανονισμό πράξεων των κεντρικών τραπεζών. Το TARGET έχει καταστεί κεφαλαιώδες μέσο για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, και έχει συμβάλει στη δημιουργία ενιαίας χρηματαγοράς στη ζώνη του ευρώ.
Όσον αφορά τον ρόλο της ΕΚΤ, ως κεντρικής τράπεζας έκδοσης, σχετικά με την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων (CCP), προβλέπεται ότι η εν εξελίξει επανεξέταση του κανονισμού EMIR θα αντιμετωπίσει την ανάγκη να διαθέτει η ΕΚΤ επαρκείς εξουσίες για να διασφαλίζει ότι παρακολουθεί επαρκώς τους πιθανούς κινδύνους που απορρέουν από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όσον αφορά την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και τη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών. Η πρόταση συνεπάγεται μεταξύ άλλων την ενίσχυση του ρόλου που διαδραματίζουν οι κεντρικές τράπεζες της ΕΕ στο κανονιστικό πλαίσιο. Αυτή η ενίσχυση είναι απαραίτητη αφενός εξαιτίας της συνεχιζόμενης αύξησης της κεντρικής εκκαθάρισης και της συγκέντρωσης χρηματοοικονομικού κινδύνου σε CCP, στοιχείο που αυξάνει τις δυνητικές επιβλαβείς συνέπειες που μπορεί να έχουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην υλοποίηση της νομισματικής πολιτικής. Και αφετέρου, η αποχώρηση του ΗΒ από την ΕΕ συνεπάγεται ότι πολύ μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης σε ευρώ μπορούν να εκτελούνται εκτός της ΕΕ στο μέλλον.
17. Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τη νομισματική σταθερότητα που σχετίζονται με το Μπρέξιτ;
Ο αντίκτυπος του Μπρέξιτ θα εξαρτηθεί από τα χαρακτηριστικά της μελλοντικής σχέσης μεταξύ του ΗΒ και της ΕΕ. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει σαφήνεια σχετικά με την τελική έκβαση των διαπραγματεύσεων, πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, συμπεριλαμβανομένου ενός ακροσφαλούς σεναρίου. Μια μεταβατική ρύθμιση σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου, θα εξομάλυνε προφανώς τη μετάβαση. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με την όλη διαδικασία.
Από την άποψη της ευρωπαϊκής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, εάν ο όγκος των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης στο Λονδίνο επρόκειτο να κατακερματισθεί και μεταφερθεί σε μία ή περισσότερες ευρωπαϊκές ή διεθνείς αγορές, θα υπήρχαν διάφορες συνέπειες:
Ο κατακερματισμός της αγοράς θα επέφερε προσωρινές διαρθρωτικές δαπάνες στην κεφαλαιαγορά της ΕΕ, λόγω της απώλειας των οικονομιών κλίμακας και δικτύου, και της μείωσης της ρευστότητας και του βάθους της αγοράς. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, το κόστος αυτό θα μειωθεί καθώς οι αγορές που θα έχουν αντικαταστήσει το City θα γίνουν βαθύτερες.
Η ισχυροί διασυνοριακοί σύνδεσμοι μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ ως προς την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σημαίνουν ότι μια ακραία περίπτωση άτακτου Μπρέξιτ θα μπορούσε να εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Ένας τομέας ανησυχίας είναι οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και οι συμβάσεις ασφάλισης. Ειδικότερα, όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, η μετάβαση δημιουργεί αβεβαιότητα, διότι δεν είναι δυνατό να υποτεθεί ότι τα μέλη των νέων γραφείων εκκαθάρισης θα είναι σε θέση να εξισορροπήσουν την προσφορά και τη ζήτηση χωρίς διακοπή. Το απόθεμα των συναλλαγών και οι νέες συναλλαγές των αγορών του ευρώ πρέπει να εκτελεσθούν ή να μεταφερθούν σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν αναγνωριστεί από την ΕΕ, και που αντικαταστήσουν τους προηγούμενους. Πρόκειται για μια περίπλοκη διαδικασία που απαιτεί χρόνο. Γενικότερα, υπάρχουν επίσης ανησυχίες σχετικά με τη μετάβαση σε νέους κανόνες/νομικά πρότυπα.
Ωστόσο, ορισμένα μέτρα μπορούν να μετριάσουν την αβεβαιότητα που περιβάλλει τη μετάβαση: ταχείες ανακοινώσεις σχετικά με το μελλοντικό πλαίσιο, προσωρινές άδειες, μηχανισμοί για την κατοχύρωση κεκτημένων δικαιωμάτων και/ή χρόνος για την ανανέωση του συνόλου των συμβάσεων, αυτά είναι μέτρα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ομαλή μετάβαση.
Πολλά εξαρτώνται από τις στρατηγικές αποφάσεις των τραπεζών που δραστηριοποιούνται περισσότερο σε αυτές τις αγορές. Είναι σημαντικό οι ενδιαφερόμενες οντότητες να προετοιμαστούν έγκαιρα για την αντιμετώπιση τριβών κατά τη διάρκεια της μετάβασης και να προσαρμοστούν σε οποιαδήποτε μελλοντικά σενάρια.
Τόσο η ΕΚΤ όσο και οι ΕθνΚΤ θα πρέπει να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τη μετάβαση και τη μετεγκατάσταση χρηματοπιστωτικών οντοτήτων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Απαιτούνται σαφή κριτήρια σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των εν λόγω οντοτήτων (π.χ. επικύρωση των εσωτερικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο), ενώ οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω μετεγκατεστημένοι φορείς δεν αποτελούν απλώς κενά κελύφη που διατηρούν όλες τις δραστηριότητες και τους πόρους τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Εάν γίνει η κατάλληλη προετοιμασία για τη μετάβαση, δεν πρέπει να αναμένονται σημαντικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την οικονομία της ζώνης του ευρώ.
18. Πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης και ειδικότερα η εφαρμογή του; ΕΕ
Στο πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης, τα κράτη μέλη παραιτούνται από σημαντικά εργαλεία σταθεροποίησης. Αυτό πρέπει να αντισταθμίζεται από την ενίσχυση άλλων μηχανισμών για την πρόληψη και την απορρόφηση των κραδασμών.
• Καταρχάς, οι χρηματοοικονομικές αγορές ανακατανέμουν κινδύνους σε μια νομισματική ένωση και αυξάνουν τον επιμερισμό του κινδύνου του ιδιωτικού τομέα. Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών έχει στόχο την πραγμάτωση ολοκληρωμένων χρηματοπιστωτικών αγορών που θα εξασφαλίζουν αποτελεσματική διάθεση των πόρων σε ολόκληρη την ΟΝΕ. Αυτές θα πρέπει να ολοκληρωθούν κατά προτεραιότητα.
• Δεύτερον, είναι αναγκαίο να αυξηθεί η ανθεκτικότητα των μεμονωμένων οικονομιών και να προλαμβάνονται αποκλίσεις ανταγωνιστικότητας μεταξύ μελών της ΟΝΕ που οδηγούν σε μη βιώσιμες ανισορροπίες. Αυτό απαιτεί ισχυρό, λειτουργικό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης που εξασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι σημαντικές για την εξασφάλιση σύγκλισης στην ΕΕ, αλλά ακόμη πιο σημαντικές για χώρες με κοινό νόμισμα και για την ομαλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
• Τα κράτη μέλη πρέπει να γνωρίζουν ότι η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση απαιτεί βαθύτερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών, σύμφωνα με το βαθύτερο επίπεδο ολοκλήρωσης.
Η κρίση κατέδειξε ότι η σταθερότητα των τιμών την οποία πέτυχε η ΕΚΤ, μαζί με τον συντονισμό των δημόσιων οικονομικών μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), δεν ήταν επαρκή για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ. Η συσσώρευση ανισορροπιών μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να επηρεάσει αρνητικά τους μηχανισμούς μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Για το λόγο αυτό δρομολογήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις της οικονομικής διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ: εκτός από την ενίσχυση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τον μεγαλύτερο δημοσιονομικό συντονισμό, συγκροτήθηκε ένα πλαίσιο για την εποπτεία και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΔΜΑ) αποσκοπεί στην παρακολούθηση της συσσώρευσης ανισορροπιών και στην ενεργοποίηση διορθωτικών μέτρων όταν χρειάζεται. Επιπλέον, το ευρωπαϊκό εξάμηνο απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση των κύριων προκλήσεων και αποσκοπεί στον συντονισμό της εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Όλα αυτά ήταν απαραίτητες και χρήσιμες μεταρρυθμίσεις της οικονομικής διακυβέρνησης, αλλά πολλά μένουν ακόμη να γίνουν.
• Στις δημοσιονομικές πολιτικές, αυξάνονται διαρκώς οι εκκλήσεις για απλούστευση των δημοσιονομικών κανόνων ώστε να διασφαλιστεί μεγαλύτερος ενστερνισμός και διαφανής και συνεπής εφαρμογή των συμφωνηθέντων κανόνων. Αυτό που έχει σημασία είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης να εξασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη θα δημιουργούν δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Στη συνέχεια οι συμφωνηθέντες δημοσιονομικοί κανόνες πρέπει να επιβάλλονται αποφασιστικά, διότι σε αντίθετη περίπτωση τα κράτη μέλη θα παραμένουν ευάλωτα κατά την επόμενη κρίση λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια που είναι διαθέσιμα σήμερα.
• Επιπλέον, υπάρχει περιθώριο βελτίωσης της ΔΜΑ, ώστε να καταστεί ένα πραγματικό εργαλείο έγκαιρης προειδοποίησης για τη συσσώρευση ανισορροπιών, που θα ενεργοποιεί διορθωτικά μέτρα.
• Η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων πρέπει επίσης να βελτιωθεί. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενστερνιστούν πλήρως τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών τους και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
• Τα κράτη μέλη θα πρέπει να τιμούν τις δεσμεύσεις τους, το δε ευρωπαϊκό εξάμηνο πρέπει να προσφέρει το πλαίσιο για τον κατάλληλο συντονισμό και την ιεράρχηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έτσι ώστε να εσωτερικεύονται ενδεχόμενες δευτερογενείς επιπτώσεις. Από την άποψη αυτή, η εξασφάλιση της συνέπειας μεταξύ μεμονωμένων συστάσεων και συστάσεων της ζώνης του ευρώ μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της νομισματικής ένωσης.
Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες για να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της νομισματικής ένωσης και να διατηρηθούν υψηλά επίπεδα μακροπρόθεσμης βιώσιμης ανάπτυξης και απασχόλησης. Οι μεταρρυθμίσεις απελευθερώνουν αναπτυξιακό δυναμικό και, με την αντιμετώπιση των σημείων συμφόρησης για τις επενδύσεις, δημιουργούν ένα περιβάλλον που ευνοεί τις επενδύσεις. Επιπλέον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι ο κύριος μηχανισμός μείωσης των κινδύνων σε μια νομισματική ένωση και θα συμβάλουν στην οικοδόμηση της πολιτικής εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητη για την επίτευξη περαιτέρω προόδου σε άλλες μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την εμβάθυνση της ΟΝΕ.
Όλες αυτές οι δράσεις θα συμβάλουν στο να καταστήσουν τις επιμέρους οικονομίες και τη ζώνη του ευρώ συνολικά πιο ανθεκτικές σε κλυδωνισμούς. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο ευέλικτες και αποτελεσματικές αγορές δεν έχουν την ικανότητα να απορροφούν πλήρως τους πολύ μεγάλους κλυδωνισμούς. Η ζώνη του ευρώ χρειάζεται ένα κατάλληλο δίχτυ ασφαλείας και αυτό ακριβώς σκοπεύει να επιτύχει η τρέχουσα συζήτηση σχετικά με την ενίσχυση του ΕΜΣ (βλ. την ερώτηση σχετικά με τον ΕΜΣ).
Με μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, η ζώνη του ευρώ θα είχε όφελος από τον καλύτερο συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών και την ικανότητα εφαρμογής ενός κατάλληλου μείγματος πολιτικών στη ζώνη του ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, η δημοσιονομική σταθεροποίηση θα μπορούσε να είναι χρήσιμο εργαλείο που θα βοηθούσε να αντεπεξερχόμαστε σε μεγάλους κλυδωνισμούς χωρίς να βασιζόμαστε υπερβολικά στην ΕΚΤ για σταθεροποίηση. Ο σχεδιασμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες για ηθικό κίνδυνο και, ως εκ τούτου, αν η πρόσβαση σε αυτή τη δυνατότητα εξαρτηθεί από την εκπλήρωση δεσμεύσεων για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και από τη συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες, θα μπορούσαν να δοθούν ικανοποιητικά κίνητρα για υγιείς οικονομικές πολιτικές.
Κατά τη σύνοδο κορυφής της ζώνης του ευρώ του Δεκεμβρίου 2017, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων αποφάσισαν να δώσουν προτεραιότητα σε συζητήσεις σχετικά με την Τραπεζική Ένωση και το μέλλον του ΕΜΣ, με σκοπό τη λήψη μιας πρώτης σειράς αποφάσεων τον Ιούνιο. Ταυτόχρονα, αναμένεται να συνεχιστούν οι συζητήσεις και σχετικά με άλλα θέματα με πιο μακροπρόθεσμη προοπτική. Τώρα που η οικονομική προοπτική βελτιώνεται, είναι η στιγμή να προβληματιστούμε σχετικά με την οικονομική διακυβέρνηση της ΟΝΕ ώστε διασφαλίσουμε την ανθεκτικότητά της ενόψει των κρίσεων που θα έρθουν στο μέλλον.
19. Ποια είναι η άποψή σας όσον αφορά σχετικά με τη συνεχιζόμενη συζήτηση για τα επίμονα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους στη ζώνη του ευρώ;
Η κρίση οδήγησε σε σημαντική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών στην ΕΕ και στη ζώνη του ευρώ, δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις επέτρεψαν την επέκταση των ελλειμμάτων, έτσι ώστε να στηρίξουν την οικονομία, αλλά και επειδή οι έμμεσες υποχρεώσεις του τραπεζικό τομέα ορισμένων κρατών μελών εκδηλώθηκαν στον ισολογισμό του δημόσιου τομέα. Οι επενδυτές εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους σε ορισμένες χώρες και, κατά συνέπεια, οι χρηματοπιστωτικές αγορές στη ζώνη του ευρώ κατακερματίστηκαν με βάση τα εθνικά σύνορα.
Ελήφθησαν μέτρα για να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο στο μέλλον, μεταξύ των οποίων η δημιουργία της Τραπεζικής Ένωσης (όπως αναφέρθηκε παραπάνω) και σημαντικές μεταρρυθμίσεις που απέβλεπαν στην ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την αύξηση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών. Ως αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών, η ΕΕ είναι πλέον μία από τις περιοχές όπου επιτεύχθηκε σημαντική δημοσιονομική εξυγίανση παρά την εύθραυστη ανάκαμψη και τα κράτη μέλη εξέρχονται επιτυχώς από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Κατά τα επόμενα έτη, όλα τα κράτη μέλη αναμένεται να υπάγονται στο προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η προσπάθεια εξυγίανσης έχει θέσει τον δείκτη του χρέους προς το ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ σε σταθερά πτωτική τάση.
Ωστόσο, αυτή η θετική συνολική τάση υποκρύπτει σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι εξαιρετικά σημαντικό να χρησιμοποιηθεί το τρέχον θετικό οικονομικό περιβάλλον για τη δημιουργία δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας. Τούτο ισχύει ιδίως για τα υπερχρεωμένα κράτη μέλη, τα οποία πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλη πορεία εξυγίανσης σύμφωνα με την οικονομική συγκυρία. Πράγματι, οι δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει να δημιουργήσουν επαρκή δημοσιονομικά περιθώρια κατά τις ευνοϊκές περιόδους ώστε να αντιμετωπιστούν οι αρνητικοί κλυδωνισμοί, όταν έρθουν. Διαφορετικά, η ζώνη του ευρώ θα παραμένει ευάλωτη σε μελλοντικές περιόδους ύφεσης. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους βάσει του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για τη βελτίωση του δημοσιονομικού πλαισίου στη ζώνη του ευρώ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Διαρκώς αυξάνονται οι εκκλήσεις για απλούστευση των δημοσιονομικών κανόνων και προκειμένου οι συστάσεις δημοσιονομικής πολιτικής να βασίζονται σε παρατηρήσιμους δείκτες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης και που αντικατοπτρίζουν μια κοινή αντίληψη για την κατάσταση του οικονομικού κύκλου. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθεί ο ενστερνισμός των δημοσιονομικών κανόνων και θα διευκολυνθεί η συνεπής επιβολή τους.
Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι ζωτικής σημασίας για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Στο πλαίσιο αυτό, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απελευθερώνουν το δυναμικό ανάπτυξης και αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της ζώνης του ευρώ θα βοηθήσουν στη διαχείριση του τρέχοντος χρέους που έχει συσσωρευθεί μετά την κρίση, προσφέροντας μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση.
20. Πώς αποτιμάτε την πρόσφατη εξέλιξη στη συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου/ευρώ;
Ενώ η ισοτιμία αυτή καθαυτή δεν αποτελεί μέρος της εντολής της ΕΚΤ (η οποία εστιάζεται στη σταθεροποίηση του πληθωρισμού των τιμών καταναλωτή), είναι αναμφίβολα μια από τις οικονομικές τιμές, τις οποίες η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά κατά την αξιολόγηση των μακροοικονομικών προοπτικών, οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν βασικό στοιχείο των αποφάσεών της στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.
Η πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ (18% κατά το τελευταίο έτος) δεν είναι ασυνήθιστη με ιστορικά κριτήρια: υπήρξαν αρκετές περίοδοι με παρόμοια ή ακόμη μεγαλύτερα κέρδη από την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος έως σήμερα. Η ανατίμηση του ευρώ συνδέεται με την εκ νέου αξιολόγηση των προοπτικών της νομισματικής πολιτικής από τους συμμετέχοντες στην αγορά, λαμβανομένων υπόψη των θετικών μακροοικονομικών εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ, καθώς και της αναμενόμενης μείωσης των αγορών στοιχείων ενεργητικού από την ΕΚΤ. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η πρόσφατη ανατίμηση της ονομαστικής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της ζώνης του ευρώ αντανακλά θετικές εξελίξεις, όπως η βελτίωση των οικονομικών προοπτικών και η αύξηση της εμπιστοσύνης της αγοράς, σε πλαίσιο πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και, ως εκ τούτου, η κίνηση αυτή συνδέεται με την βελτίωση των θεμελιωδών στοιχείων. Προφανώς, η ανατίμηση αυτή αναμένεται να έχει μια ορισμένη ανασχετική επίδραση στις εξαγωγές και τον πληθωρισμό. Ωστόσο, εάν η τάση ανατίμησης συνεχιστεί ή είναι ιδιαίτερα έντονη, θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη επίδραση στον ανάπτυξης και πληθωρισμού, δυσχεραίνοντας έτσι την επίτευξη του στόχου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ πρέπει να επαγρυπνεί για τις εξελίξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και να αξιολογεί σε συνεχή βάση τις προκλήσεις που ενδέχεται να εγκυμονούνται για τη σταθερότητα των τιμών.
21. Πώς αξιολογείτε τα επιτεύγματα της G20; Ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με το τρέχον επίπεδο συντονισμού μεταξύ των κυριότερων κεντρικών τραπεζών;
Η Ομάδα των 20 αποδείχτηκε καίριο φόρουμ για την ενίσχυση της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας και την προώθηση μιας ανοικτής και ολοκληρωμένης παγκόσμια οικονομία. Υπάρχουν δύο τομείς στους οποίους η G20 στάθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική. Από τη μία πλευρά, η G20 έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, αναθέτοντας στο Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) την εντολή να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη δέσμη μεταρρυθμίσεων, ιδίως όσον αφορά την αντιμετώπιση του ηθικού κινδύνου από παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα. Από την άλλη πλευρά, και με τη συνεργασία του ΟΟΣΑ, η G20 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με τη θέσπιση μιας δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μετατόπισης των κερδών και με προώθηση της αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών. Αυτή τη στιγμή, η G20 αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις, όπως η αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας τόσο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (FinTech) όσο και στη φορολογία, κάτι που αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να είναι πλήρως επίκαιρη στο πλαίσιο του ρόλου της όσον αφορά τον παγκόσμιο συντονισμό.
Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να συμβάλουν στη σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας, γνωστοποιώντας προσεκτικά και εκ των προτέρων τη στάση τους σχετικά με τη νομισματική πολιτική, κάτι που έχει βελτιωθεί κατά τα τελευταία έτη μέσω του «προσανατολισμού των προσδοκιών» (forward guidance). Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι τα ανακοινωθέντα της ΔΝΧΕ, της G7 και της G20 εξακολουθούν να αντικατοπτρίζουν τις δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχουν η υπερβολική αστάθεια και οι ανεξέλεγκτες κινήσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη δέσμευση των αρχών των χωρών να απέχουν από ανταγωνιστικές υποτιμήσεις και από τη στόχευση των συναλλαγματικών ισοτιμιών για ανταγωνιστικούς σκοπούς. Η ΕΚΤ πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τις κεντρικές τράπεζες άλλων νομισμάτων. Ωστόσο, υπάρχει περιορισμένο περιθώριο για περισσότερο ριζικό συντονισμό της νομισματικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο, δεδομένου ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν εγχώριες εντολές. Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε δει αρκετά ικανοποιητικό βαθμό συνεργασίας μεταξύ των μεγάλων κεντρικών τραπεζών στις προηγμένες οικονομίες, κάτι που αντικατοπτρίζεται, για παράδειγμα, στην ομαλή επικοινωνία σχετικά με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, στον προσανατολισμό τους υπέρ της παγκόσμιας σταθερότητας, και στην εκ μέρους τους παροχή ρευστότητας σε ξένο νόμισμα. Πιστεύω ότι αυτός ο συντονισμός είναι ευπρόσδεκτος και θα πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω στο μέλλον.
Γ. Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και εποπτεία
22. Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κληρονομιά που μας άφησε η κρίση, με το συσσωρευμένο υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς και τους κινδύνους στη ροή των μη εξυπηρετούμενων δανείων;
Αν και επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες τράπεζες, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ευρωζώνης, δεδομένου ότι πλήττουν την εμπιστοσύνη στις ευρωπαϊκές τράπεζες. Τα ΜΕΔ επιβαρύνουν τους ισολογισμούς των τραπεζών, όχι μόνο επειδή παρεμποδίζουν τη δυνητική κερδοφορία τους αλλά και επειδή περιορίζουν την ικανότητά τους να χορηγούν δάνεια. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), τα ΜΕΔ έχουν μειωθεί από το 2014, αλλά και τόσο ο λόγος και όσο το απόθεμα παραμένουν υψηλά (περίπου 800 δισεκατομμύρια ευρώ).
Οι τρεις πιο σημαντικές πτυχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αντιμετώπιση των ΜΕΔ είναι η διαφάνεια, η σωστή αποτίμηση και η δημιουργία επαρκών αποθεματικών. Σε αυτό το πνεύμα, τα μέτρα που πρότειναν πρόσφατα η ΕΚΤ και η Επιτροπή κινούνται στη σωστή κατεύθυνση.
Απαιτείται μια βήμα προς βήμα προσέγγιση, η οποία συνδυάζει την άσκηση συνεχούς πίεσης εκ μέρους των εποπτικών αρχών (π.χ. τον ΕΕΜ), ώστε να αυξάνονται τα αποθεματικά και να πωλούνται μη αποδοτικά στοιχεία ενεργητικού, και τη βελτίωση του κανονιστικού πλαισίου σε ορισμένες χώρες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η κατάσχεση και να είναι πιο αποδοτική η πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των υποθηκευμένων περιουσιακών στοιχείων. Η ταχύτητα αυτής της διαδικασίας θα πρέπει επίσης, ενδεχομένως, να λαμβάνει υπόψη τα κεφαλαιακά επίπεδα των τραπεζών, καθώς και την ικανότητά τους να αντλούν κεφάλαια από τις αγορές.
Η αντιμετώπιση των ΜΕΔ απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση, όπως ορίζεται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN του Ιουλίου 2017 σχετικά με ένα σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των ΜΕΔ στην Ευρώπη. Αυτό περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μέτρων, από προληπτικούς μηχανισμούς ασφαλείας έως πλαίσια για την αφερεγγυότητα ή την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών.
23. Πώς εκτιμάτε το υψηλό ποσοστό στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2 και επιπέδου 3 στους ισολογισμούς πολλών τραπεζών; Τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού λαμβάνονται δεόντως υπόψη από το ισχύον εποπτικό πλαίσιο;
Το κλειδί για τη χρηστή διαχείριση και εποπτεία μιας τράπεζας βρίσκεται στο να υπάρχει σωστή πληροφόρηση σχετικά με την πραγματική αξία των στοιχείων του ενεργητικού της. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη ακρίβειας σε αυτό, τόσο πιο πολύπλοκη και λιγότερο αξιόπιστη είναι κάθε εκτίμηση σχετικά με τη φερεγγυότητά της.
Ως εκ τούτου, τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2 και επιπέδου 3, που δεν έχουν τακτική τιμολόγηση στην αγορά και των οποίων η αξία έχει εκτιμηθεί με βάση άλλα στοιχεία αναφοράς ή σύνθετα μαθηματικά μοντέλα, αποτελούν πρόκληση το έργο λογιστών, εποπτών και τραπεζικών στελεχών.
Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το πλαίσιο που καθορίστηκε από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) προκειμένου να αποφασισθεί ποιες τράπεζες θα πρέπει να θεωρούνται συστημικές σε παγκόσμιο επίπεδο (Global Systemically Important Banks — G-SIB) λαμβάνει υπόψη τον όγκο των στοιχείων ενεργητικού αυτού του είδους ως ένα από τα βασικά στοιχεία για να προσδιοριστεί ο βαθμός πολυπλοκότητας μιας τράπεζας. Με βάση την ταξινόμηση αυτή, οι G-SIB υπόκεινται σε αυστηρότερες απαιτήσεις φερεγγυότητας και εξυγίανσης.
Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να υπάρχει μια αμφισβητήσιμη τάση να στιγματίζονται αυτομάτως τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού και θεωρούνται «προβληματικά στοιχεία ενεργητικού», όπως είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα δάνεια με ανοχή ή τα υποθηκευμένα περιουσιακά στοιχεία.
Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία ενεργητικού πρέπει να αντιμετωπίζονται δεόντως από τις εποπτικές αρχές. Καταρχάς, πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2 και 3 έχουν εντοπισθεί και καταταγεί σωστά στους ισολογισμούς των τραπεζών. Δεύτερον, η κατάλληλη αποτίμηση της αξίας των δύο τύπων στοιχείων ενεργητικού πρέπει να παρακολουθούνται από τις εποπτικές αρχές. Τούτο ισχύει ιδίως για μεγάλες και περίπλοκες τράπεζες. Όπως και με την προσέγγιση σχετικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι αρχές τραπεζικής εποπτείας πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες αποτιμούν σωστά την αξία των στοιχείων ενεργητικού ή, αλλιώς, αντικατοπτρίζουν το ταχύτερο δυνατό την υποτίμηση στον λογαριασμό κερδών και ζημιών.
24. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τη ρύθμιση των οντοτήτων σκιώδους τραπεζικής;
Η μη τραπεζική χρηματοδότηση αποτελεί μια εναλλακτική λύση αντί της τραπεζικής χρηματοδότησης και συμβάλλει στην παροχή στήριξης προς την πραγματική οικονομία. Το σκιώδες τραπεζικό σύστημα είναι πηγή διαφοροποίησης της προσφοράς πίστης, αλλά μπορεί επίσης να αποτελέσει πηγή συστημικού κινδύνου, άμεσα ή έμμεσα μέσω της διασύνδεσής του με τις τράπεζες. Είναι σημαντικό, επομένως, να αντιμετωπίζονται αυτοί οι κίνδυνοι και να εντοπιστούν κατάλληλα μέτρα πολιτικής για την αποτροπή τους αλλά και να διασφαλίζεται η διαφάνεια των οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος. Όσο πιο διαφανείς είναι αυτοί οι κίνδυνοι, τόσο πιο ακριβής θα είναι η τιμολόγησή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει επιτευχθεί μεγάλη πρόοδος. Το FSB εργάζεται από την ίδρυσή του το 2009 για τον μετασχηματισμό του σκιώδους τραπεζικού συστήματος σε ανθεκτικό χρηματοπιστωτικό μηχανισμό που βασίζεται στην αγορά. Εκτός αυτού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση το 2013 στην οποία σκιαγραφεί μια σειρά προτεραιοτήτων, όπως η διαφάνεια του σκιώδους τραπεζικού τομέα και η δημιουργία ενός πλαισίου για τα αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς (ΑΚΧΑ). Τα αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς παρέχουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Στις 20 Ιουλίου 2017 τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1131 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για τα ΑΚΧΑ, ισχύ με ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση της ευπάθειας σε μαζικές εκροές των εν λόγω κεφαλαίων.
Σε κάθε περίπτωση, δεδομένης της σημασίας του σκιώδους τραπεζικού συστήματος για την μακροοικονομική σταθερότητα, θα πρέπει να εξακολουθήσει να παρακολουθείται εκ του σύνεγγυς.
25. Πιστεύετε ότι το πλαίσιο εξυγίανσης λειτουργεί αποτελεσματικά, υπό το πρίσμα των υποθέσεων της Banco Popular, Banca Popolare di Vicenza και Veneto Banca;
Οι πρόσφατες υποθέσεις έδειξαν ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο εξυγίανσης, το οποίο θεσπίστηκε το 2014 με την έκδοση της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών (BRRD) και με τον κανονισμό για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (SRMR), έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό.
Αξιοσημείωτη περίπτωση αποτελεί η πρόσφατη εξυγίανση της Banco Popular τον περασμένο Ιούνιο. Στις 6 Ιουνίου 2017, μετά την απόφαση της ΕΚΤ ότι η έκτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ισπανίας βρισκόταν σε σημείο πτώχευσης ή ήταν πιθανό να πτωχεύσει, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) κατόρθωσε να εγκρίνει καθεστώς εξυγίανσης (το οποίο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και υλοποιήθηκε από τη FROB, την ισπανική εκτελεστική αρχή εξυγίανσης) και έφερε σε πέρας την πώληση του ομίλου σε βιώσιμο αγοραστή. Με τον τρόπο αυτόν, εκπλήρωσε την αποστολή του για προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τη διασφάλιση των κρίσιμων λειτουργιών και την αποφυγή της χρήσης χρημάτων των φορολογουμένων. Το πρωί της 7ης Ιουνίου, τα γραφεία της Banco Popular άνοιξαν και λειτούργησαν κανονικά, χωρίς να έχει δαπανηθεί ούτε ένα λεπτό του ευρώ δημόσιων πόρων και χωρίς επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και το ευρύ κοινό, παρά το γεγονός ότι η αρχή εξυγίανσης χρησιμοποίησε έκτακτες εξουσίες απομείωσης και μετατροπής μετοχών, μέσων ΑΤ1 και Τ2.
Αυτή η πρώτη εμπειρία εξυγίανσης στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης ακολουθήθηκε από άλλες περιπτώσεις στην Ιταλία, όπου αρχές σε ολόκληρη την Ευρώπη εργάστηκαν επίσης και συνεργάστηκαν στενά για την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ.
Στις 23 Ιουνίου 2017, η ΕΚΤ δήλωσε ότι οι Banca Popolare di Vicenza και Veneto Banca βρίσκονταν σε σημείο πτώχευσης ή ήταν πιθανό να πτωχεύσουν και το ΕΣΕ αποφάσισε ότι δεν δικαιολογούνταν μέτρα εξυγίανσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος για τις τράπεζες αυτές. Ως εκ τούτου, οι τράπεζες εκκαθαρίστηκαν με βάση την ιταλική πτωχευτική διαδικασία.
Τέλος, θα μπορούσαν επίσης να αναφερθούν οι πιο πρόσφατες υποθέσεις της ABLV στη Λετονία και της θυγατρικής της στο Λουξεμβούργο. Κηρύχθηκαν σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης στις 23 Φεβρουαρίου και θα τεθούν υπό εκκαθάριση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Παρά την τεράστια πρόοδο που έχει σημειωθεί στην οικοδόμηση της Τραπεζικής Ένωσης, υπάρχουν διδάγματα που πρέπει να αντληθούν από τις υποθέσεις αυτές. Καταρχάς, τα πλαίσια αφερεγγυότητας μπορούν να εναρμονιστούν περαιτέρω, δεδομένου ότι αποτελούν την εναλλακτική λύση στην εξυγίανση, η οποία αντιθέτως πραγματοποιείται κάτω από ένα κοινό ενωσιακό πλαίσιο. Δεύτερον, υπάρχει επίσης ανάγκη ενίσχυσης του πλαισίου εξυγίανσης ώστε να χειρίζεται κρίσεις που οφείλονται σε πρόβλημα ρευστότητας, στην ιδανική περίπτωση μέσω οργάνων και διαδικασιών που θα πρέπει να είναι απλά, ταχέα και επαρκώς αξιόπιστα. Πρέπει επίσης να συνεχιστούν οι εργασίες για την ενίσχυση της διαδικασίας σχεδιασμού της εξυγίανσης, κυρίως μέσω του καθορισμού και της παρακολούθησης των MREL για όλες τις οντότητες (λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε ομάδας), τον σχεδιασμό στρατηγικών εξυγίανσης ή τη μεγαλύτερη έμφαση στη συλλογή έγκαιρων και επικαιροποιημένων πληροφοριών. Η υπό εξέλιξη μεταρρύθμιση της οδηγίας BRRD προσφέρει την ευκαιρία να συμπεριληφθούν ορισμένα βασικά στοιχεία του ισχύοντος συστήματος και, εντέλει, να γίνει το ευρωπαϊκό πλαίσιο εξυγίανσης ακόμη πιο ενισχυμένο και ανθεκτικό.
25. Ποιες είναι οι απόψεις σας για τα πιθανά βήματα προς την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, με ένα ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης των καταθέσεων και με δημοσιονομικό μηχανισμό προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της απαραίτητης εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας περί τραπεζικής ένωσης και των εν εξελίξει εργασιών σχετικά με τον επιμερισμό του κινδύνου και τη μείωση των κινδύνων;
Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, μαζί με την Ένωση των Κεφαλαιαγορών, αποτελεί προτεραιότητα για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Ελλείψει επιμερισμού του δημοσιονομικού κινδύνου, η χρηματοπιστωτική ένωση καθίσταται ακόμη πιο σημαντική για την απορρόφηση των κραδασμών. Επιπλέον, η δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού για όλες τις τράπεζες στην Τραπεζική Ένωση θα συμβάλει στην οικονομική σταθερότητα και την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
Όπως προαναφέρθηκε, από την έναρξη της κρίσης, έχουν ήδη εφαρμοστεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις, με ριζικό μετασχηματισμό της τραπεζικής νομοθεσίας και θέσπιση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού και του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, οι τράπεζες έχουν σήμερα καλύτερη κεφαλαιοποίηση και είναι πολύ πιο ανθεκτικές, με βελτιωμένους λόγους φερεγγυότητας, ρευστότητας και μόχλευσης.
Τον Ιούνιο του 2016, το Συμβούλιο της ΕΕ συμφώνησε σχετικά με οδικό χάρτη για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, Αυτός ο οδικός χάρτης περιλαμβάνει μέτρα μείωσης και επιμερισμού των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα. Προς το παρόν συνεχίζονται οι εργασίες για να διερευνηθεί η καταλληλότερη ιεράρχηση για τα εν λόγω μέτρα και για να καταστεί λειτουργικός αυτός ο χάρτης πορείας, όπως είχε ζητηθεί από τη σύνοδο κορυφής της ζώνης του ευρώ το 2017. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν σε ποιο βαθμό τα μέτρα μείωσης του κινδύνου και επιμερισμού του κινδύνου θα πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα ή θα πρέπει να ιεραρχηθούν.
Σημειώνεται ουσιαστική πρόοδος σχετικά με τα μέτρα μείωσης του κινδύνου που προβλέπει ο οδικός χάρτης με τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής του Νοεμβρίου 2016, εκ των οποίων δύο στοιχεία (ιεράρχηση των πιστωτών και ΔΠΧΑ 9) έχουν ήδη ενταχθεί στην ταχεία διαδικασία. Συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για τα άλλα στοιχεία αυτής της δέσμης. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) παραμένουν η κύρια πρόκληση στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ. Πρέπει να αντιμετωπιστεί η κληρονομιά της κρίσης και να αποτραπεί η μελλοντική συσσώρευση μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που τη συμμερίζονται άλλα θεσμικά όργανα, είναι ότι οι κίνδυνοι στον τραπεζικό τομέα έχουν μειωθεί σημαντικά και ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσουμε στην εφαρμογή δύο ελλειπόντων στοιχείων της Τραπεζικής Ένωσης: του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (ΕΣΑΚ) και του κοινού μηχανισμού ασφαλείας για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ).
Το ΕΣΑΚ αποτελεί τον τρίτο πυλώνα της τραπεζικής ένωσης και, ως εκ τούτου, είναι το πιο σημαντικό κενό στην αρχιτεκτονική της. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα ασφάλισης των καταθέσεων θα διασφάλιζε ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην Τραπεζική Ένωση και θα προωθούσε τη βαθύτερη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση. Τώρα που η εποπτεία και η εξυγίανση των τραπεζών έχουν συγκεντροποιηθεί, το να παρασχεθεί στους καταθέτες η ίδια εγγύηση ανεξάρτητα από την τοποθεσία τους θα εξισορροπούσε την ευθύνη και την υπαιτιότητα στο πλαίσιο της Τραπεζικής Ένωσης. Σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συναίνεση, η Επιτροπή έχει προτείνει μια πραγματιστική πορεία, με σταδιακή καθιέρωση του ΕΣΑΚ. Σε αυτή την αναθεωρημένη πρόταση, η πρώτη φάση της αντασφάλισης δεν συνεπάγεται κανέναν επιμερισμό κινδύνου, κάτι που αναμένεται να διευκολύνει την ταχεία εισαγωγή του μέτρου.
Όσον αφορά τον κοινό μηχανισμό ασφαλείας για το SRF, υπάρχει ήδη πολιτική συμφωνία να θεσπιστεί το αργότερο μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου. Ο χάρτης πορείας προβλέπει τη δυνατότητα να καταστεί λειτουργικός νωρίτερα, υπό την προϋπόθεση ότι θα σημειωθεί πρόοδος σχετικά με μέτρα μείωσης του κινδύνου. Υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα ήταν κατάλληλος πάροχος. Η ταχεία πρόοδος όσον αφορά τον κοινό μηχανισμό ασφαλείας είναι σημαντική για την αξιοπιστία του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης.
Επί του παρόντος υπάρχει μια εξαιρετική ευκαιρία για τη δημιουργία μιας πλήρως ανεπτυγμένης Τραπεζικής Ένωσης, που να διασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και να αυξάνει την ανθεκτικότητά τους πριν από τις μελλοντικές κρίσεις που θα έρθουν. Τα μέτρα περιορισμού των κινδύνων θα συμβάλουν στην οικοδόμηση της αναγκαίας συναίνεσης προκειμένου να σημειωθεί πρόοδος στον επιμερισμό του κινδύνου. Παράλληλα, τα μέτρα επιμερισμού του κινδύνου συμβάλλουν επίσης στη μείωσή του. Τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν την πρόκληση να αποφασίσουν σχετικά με την πλέον κατάλληλη αλληλουχία των μέτρων. Στο τέλος της διαδικασίας, μια πλήρως ανεπτυγμένη Τραπεζική Ένωση θα συμβάλει στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και, κατά συνέπεια, θα συνεισφέρει στην ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
26. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να λείπει για την εμβάθυνση της ΟΝΕ;
Όταν δημιουργήθηκε η ζώνη του ευρώ, η παραδοχή ήταν ότι η σταθερότητα των τιμών σε συνδυασμό με συνετές δημοσιονομικές πολιτικές που θα συντονίζονταν μέσω του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης θα εξασφάλιζαν μακροοικονομική σταθερότητα στη νομισματική ένωση. Δεν υπήρχαν επαρκείς μηχανισμοί για την πρόληψη των αποκλίσεων στον τομέα της ανταγωνιστικότητας, οι οποίες οδήγησαν στη συσσώρευση μη βιώσιμων ανισορροπιών στη ζώνη του ευρώ, που χρηματοδοτούνταν κυρίως με βραχυπρόθεσμο χρέος.
Όταν οι ανισορροπίες αυτές οξύνθηκαν, τα επιμέρους μέλη της ζώνης ευρώ δεν διέθεταν τη συναλλαγματική ισοτιμία ως μηχανισμό προσαρμογής. Οι αγκυλώσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων οδήγησαν σε σημαντικό κόστος από πλευράς απασχόλησης και παραγωγής. Επιπλέον, ο δημοσιονομικός κατακερματισμός στη ζώνη του ευρώ και οι φόβοι αλλαγής νομίσματος παρεμπόδιζαν τον μηχανισμό μετάδοσης της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, έτσι ώστε οι χρηματοδοτικοί όροι για τους οικονομικούς παράγοντες καθορίζονταν από τη χώρα στην οποία είχαν την έδρα τους.
Αν και οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης έχουν βελτιώσει αισθητά την ανθεκτικότητα της ΟΝΕ, πρέπει να γίνουν περισσότερα εάν θέλουμε να είναι η ΟΝΕ επαρκώς προετοιμασμένοι για την επόμενη κρίση. Η εμβάθυνση της ΟΝΕ απαιτεί τη μεταρρύθμιση της αρχιτεκτονικής της για την αύξηση της ανθεκτικότητας και τον εξοπλισμό της με τους αναγκαίους μηχανισμούς ώστε, σε πρώτο βαθμό, να προλαμβάνει τις κρίσεις και στη συνέχεια, σε δεύτερο βαθμό, να προσαρμόζεται σε αυτές όταν προκύπτουν.
Η πρόληψη των κρίσεων συνεπάγεται τη μείωση των κινδύνων στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης. Πρώτον, στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν ήδη υλοποιηθεί. Δεύτερον, στις οικονομίες των κρατών μελών, όπου υπάρχει ανάγκη να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητά τους μέσω των κατάλληλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αποτρέπουν τις αποκλίσεις ανταγωνιστικότητας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν τον κύριο μηχανισμό μείωσης των κινδύνων στο πλαίσιο της ΟΝΕ. Εκτός από την προώθηση της πραγματικής σύγκλισης, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα απελευθερώσουν το δυναμικό ανάπτυξης και θα στηρίξουν τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας και την οικονομική μεγέθυνση.
Ωστόσο, ακόμη και αν επιτευχθεί πλήρης σύγκλιση, η ζώνη του ευρώ θα πρέπει να είναι σε θέση να προλαμβάνει όλους τους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Ως εκ τούτου, απαιτούνται επίσης εργαλεία διαχείρισης κρίσεων.
Η χρηματοπιστωτική ένωση μπορεί να προωθήσει τον επιμερισμό του κινδύνου στον ιδιωτικό τομέα. Προκειμένου να ενισχυθεί η οικονομική ολοκλήρωση, τόσο η Ένωση Κεφαλαιαγορών όσο και η Τραπεζική Ένωση είναι αναγκαίες. Απαιτείται ένα κοινό σύστημα προστασίας για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης, καθώς και ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης των Καταθέσεων προκειμένου να αντληθούν τα οφέλη από μια πλήρως ανεπτυγμένη Τραπεζική Ένωση (βλ. προηγούμενη ερώτηση).
Επιπλέον, αυξάνονται οι εκκλήσεις για δημιουργία μιας ικανότητας μακροοικονομικής σταθεροποίησης για τη ζώνη του ευρώ, ώστε να αντιμετωπίζονται οι σοβαροί κλυδωνισμοί που ξεπερνούν τις δυνατότητες των εθνικών αυτόματων σταθεροποιητών. Οι υπέρμαχοι της ιδέας αυτής τη θεωρούν συμπλήρωμα των εθνικών δημοσιονομικών σταθεροποιητών σε περίπτωση σοβαρού αρνητικού κραδασμού. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επίσης για τη στήριξη της εφαρμογής του κατάλληλου δημοσιονομικού προσανατολισμού, συμβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο σε ένα κατάλληλο μείγμα πολιτικής στη ζώνη του ευρώ και στη μείωση της υπέρμετρης στήριξης στη νομισματική πολιτική για σταθεροποίηση. Εάν υλοποιηθεί αυτή η ικανότητα σταθεροποίησης, ο σχεδιασμός της θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τους προβληματισμούς περί ηθικού κινδύνου και να παρέχει κίνητρα για υγιείς οικονομικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών ή της υλοποίησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα εξασφαλίζουν μεγαλύτερη πραγματική σύγκλιση και θα αυξάνουν την ανθεκτικότητα των επιμέρους οικονομιών.
Τέλος, η ενίσχυση του ΕΜΣ, όπως περιγράφεται κατωτέρω, θα ενισχύσει την ικανότητα της ΟΝΕ να διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Το σύνολο των μεταρρυθμίσεων αυτών θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ολοκλήρωση των οικονομιών της ζώνης του ευρώ, κάτι που θα απαιτήσει μεταβιβάσεις κυριαρχίας. Οι εν λόγω μεταβιβάσεις κυριαρχίας πρέπει να συνοδεύονται από επαρκή δημοκρατική λογοδοσία, με ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
27. Πώς αντιλαμβάνεστε την πρόκληση για την ΕΚΤ εάν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) μετατραπεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ);
Από τη δημιουργία του το 2012, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Μαζί με τον προκάτοχό του, το ΕΤΧΣ (που ιδρύθηκε το 2010), έχει παράσχει χρηματοδοτική συνδρομή σε πέντε κράτη μέλη. Πέντε έτη αργότερα, οι ηγέτες έδωσαν σαφή εντολή να συζητηθεί το μέλλον του θεσμού. Υπάρχει η ευκαιρία να αναπτυχθεί ένα πλήρες δίχτυ ασφαλείας για τη ζώνη του ευρώ. Η Ευρώπη πρέπει να έχει την ικανότητα και τα μέσα που απαιτούνται για τη διαχείριση των κρίσεών της, παραμένοντας παράλληλα ανοιχτή στη συμμετοχή του ΔΝΤ.
Από καθαρά θεσμική σκοπιά, ο ΕΜΣ ανήκει στο πλαίσιο της ΕΕ. Αυτό θα αύξανε τη δημοκρατική του λογοδοσία. Ωστόσο, εάν αυτό απαιτεί αλλαγή των Συνθηκών, οι διαπραγματεύσεις μπορεί να είναι παρατεταμένες. Εν τω μεταξύ, δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία να ενισχυθεί και να ισχυροποιηθεί ο θεσμός, με σκοπό την ενσωμάτωσή του στο κοινοτικό πλαίσιο σε εύθετο χρόνο. Ο ΕΜΣ, ως θεσμικό όργανο διαχείρισης κρίσεων, πρέπει να είναι επαρκώς εξοπλισμένος για να εκπληρώσει τον ρόλο του.
Φαίνεται να υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο ΕΜΣ θα μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλο πάροχο του κοινού μηχανισμού ασφαλείας για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης.
Ο ΕΜΣ αναμένεται επίσης να διαδραματίσει ισχυρότερο ρόλο στο πλαίσιο προγραμμάτων οικονομικής βοήθειας στο μέλλον, ιδίως στο σχεδιασμό των προγραμμάτων και την παρακολούθηση σε συνεργασία με την Επιτροπή.
Όσον αφορά την αλληλεπίδραση με την ΕΚΤ, θα πρέπει καταρχάς να έχουμε κατά νου ότι η ΕΚΤ και ο ΕΜΣ έχουν διαφορετικές εντολές. Κύριος στόχος της ΕΚΤ είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ, ενώ ο ΕΜΣ αποτελεί όργανο υπεύθυνο για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ με την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης βάσει όρων σε χώρες της ζώνης του ευρώ. Οι εντολές αυτές είναι συμπληρωματικές: ενώ η σταθερότητα των τιμών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ταυτόχρονα η χρηματοπιστωτική σταθερότητα συμβάλλει στην ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Ένας ενισχυμένος ΕΜΣ, καλύτερα εξοπλισμένος προκειμένου να διαφυλάσσει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα θα ήταν, ως εκ τούτου, ένα στήριγμα που θα βοηθούσε την ΕΚΤ να εκπληρώνει αποτελεσματικά την εντολή της.
Τέλος, ο ΕΜΣ δεν αναμένεται να μετατραπεί σε νομισματικό όργανο. Παρόλο που οι ομοιότητές του με το ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου μπορεί να είναι κατανοητές, θα ήταν ίσως σκόπιμο να αποφευχθεί κάθε σύγχυση που θα μπορούσε να προκύψει στο μέλλον αν μετονομαστεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Υπάρχουν πολλές εναλλακτικές ονομασίες που θα περιγράφουν καταλλήλως τη φύση του οργάνου, αλλά εναπόκειται στα κράτη μέλη να λάβουν την τελική απόφαση.
28. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ανάγκη να εξασφαλιστεί ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ νομισματικής πολιτικής και εποπτείας των τραπεζών και ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα ενισχύσουν και θα προωθήσουν αυτή την διάσταση; Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την τρέχουσα θεσμική διάρθρωση του ΕΣΣΚ υπό τη σκέπη της ΕΚΤ όσον αφορά τα συγκεκριμένα επιτεύγματά του στη μακροπροληπτική εποπτεία;
Το υπάρχον καθεστώς φαίνεται να λειτουργεί καλά. Η ανάληψη αρμοδιοτήτων από την ΕΚΤ όσον αφορά την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο που σέβεται πλήρως την ανεξαρτησία της κατά την εκτέλεση καθηκόντων νομισματικής πολιτικής. Όταν ανατέθηκε στην ΕΚΤ η προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων το 2014, θεωρήθηκε ότι η ΕΚΤ, ως κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης, ήταν στην κατάλληλη θέση να εκτελέσει αυτά τα νέα καθήκοντα λόγω της εκτενούς εμπειρογνωμοσύνης της σε ζητήματα μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Πράγματι, σε πολλά κράτη μέλη οι Κεντρικές Τράπεζες είναι επίσης αρμόδιες για την εποπτεία των τραπεζών.
Προκειμένου να διασφαλιστεί ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ των δύο αρμοδιοτήτων, θεσπίστηκε ενδελεχές νομικό πλαίσιο (κανονισμός για τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό, απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με τον διαχωρισμό μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας, δημιουργία της επιτροπής μεσολάβησης, τροποποιήσεις στον εσωτερικό κανονισμό, κανόνες εμπιστευτικότητας για την ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο), έτσι ώστε κάθε κατηγορία καθηκόντων να ασκείται σε συνάρτηση με τους ειδικούς στόχους της. Επιπλέον, η εσωτερική οργάνωση της ΕΚΤ διασφαλίζει ότι τα μέλη του προσωπικού που συμμετέχουν στην εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων είναι οργανωτικά διαχωρισμένα από τα μέλη που συμμετέχουν στα λοιπά καθήκοντα και υπόκειται σε διαφορετικές γραμμές αναφοράς. Έχουν επίσης θεσπιστεί, όσον αφορά τα θέματα ΕΕΜ, νέες διαδικασίες για να εξασφαλίζεται μια ευέλικτη και ανεξάρτητη διαδικασία κατά τη λήψη αποφάσεων εποπτείας (δηλαδή, διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων). Και τέλος, όσον αφορά τη λογοδοσία, η ΕΚΤ υποχρεούται να λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνεται με τον διαχωρισμό των δύο λειτουργιών. Ενδέχεται να υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση σε ορισμένους τομείς, όπως η λειτουργία των κοινών υπηρεσιών εντός της ΕΚΤ ή η διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά συνολικά το σύστημα λειτουργεί ικανοποιητικά μέσα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, ο αποτελεσματικός διαχωρισμός μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αξιοποίηση, όπου αυτό είναι δυνατό και σκόπιμο, όλων των πλεονεκτημάτων που αναμένονται ως αποτέλεσμα του συνδυασμού αυτών των δύο λειτουργιών πολιτικής στο ίδιο όργανο.
Όσον αφορά την ΕΕΣΚ, αυτή λειτουργεί ομαλά από τη θέσπισή της. Ένα σημαντικό μέρος της επιτυχίας της ήταν αποτέλεσμα της στήριξης της ΕΚΤ σε όλα τα επίπεδα. Η μακροπροληπτική πολιτική αποτελεί καίριο ζήτημα για μια κεντρική τράπεζα και, ως εκ τούτου, η ΕΚΤ πρέπει να προχωρήσει με τον ηγετικό της ρόλο στην ΕΕΣΚ. Η ΕΕΣΚ είναι όργανο που λειτουργεί σε γενικές γραμμές καλά και δεν χρειάζεται σημαντικές αλλαγές πολιτικής αλλά στοχευμένες βελτιώσεις της δομής της. Ωστόσο, η σημερινή δομή και σύνθεσή της αντικατοπτρίζουν το θεσμικό πλαίσιο που υπήρχε κατά τον χρόνο συγκρότησής της, το οποίο έχει εξελιχθεί σημαντικά από τότε. Μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις υπήρξε η δημιουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού και του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης. Συνεργασία μεταξύ της ΕΕΣΚ και των εν λόγω οργάνων πρέπει να ενισχυθεί, δεδομένης της δυνητικής σημασίας των καθηκόντων τους για τη μακροπροληπτική πολιτική.
29. Ποια είναι η άποψή σας όσον αφορά τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα σε σχέση με τους «πολύ μεγάλους ή πολύ διασυνδεδεμένους για να πτωχεύσουν» οργανισμούς;
Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή Εποπτείας Τραπεζών της Βασιλείας, έχει ήδη καταρτίσει ένα σύνολο κριτηρίων για τον προσδιορισμό της παγκόσμιας συστημικής σημασίας των τραπεζών. Με βάση τα κριτήρια αυτά, σήμερα υπάρχουν τριάντα πιστωτικά ιδρύματα, που κατατάσσονται σε πέντε κατηγορίες (μολονότι το πέμπτο κλιμάκιο είναι επί του παρόντος κενό), σύμφωνα με τον ειδικό βαθμό παγκόσμιας συστημικής σημασίας, με αυξανόμενες απαιτήσεις συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC). Επιπλέον, η οδηγία της ΕΕ για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις περιλαμβάνει μια δέσμη κριτηρίων ώστε να καθορίζονται άλλα συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (δηλ. τράπεζες των οποίων η αστοχία μπορεί να έχει συστημικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στην πραγματική οικονομία ενός ή περισσότερων κρατών μελών), τα οποία επίσης υπόκεινται σε κεφαλαιακή επιβάρυνση. Τέλος, στο πλαίσιο της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση, οι ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και αποδεκτών υποχρεώσεων (MREL) εννοείται ότι καθορίζονται λαμβάνοντας επίσης υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της τράπεζας.
Οι απαιτήσεις TLAC και MREL αποτελούν σημαντικό βήμα προόδου προκειμένου να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε προβλήματα οργανισμών «πολύ μεγάλων για να πτωχεύσουν». Στόχος είναι να εξασφαλιστεί αποτελεσματική και αξιόπιστη εφαρμογή της διάσωσης με ίδια μέσα, αποφεύγοντας τη χρήση των χρημάτων των φορολογουμένων.
Δ. Λειτουργία της ΕΚΤ και δημοκρατική λογοδοσία και διαφάνεια
30. Ποια θα είναι η προσωπική σας προσέγγιση σε σχέση με τον κοινωνικό διάλογο στην ΕΚΤ;
Τα θέματα προσωπικού της ΕΚΤ και της πολιτικής της για την απασχόληση προβάλλονται ολοένα και περισσότερο τον τελευταίο καιρό. Καθώς διευρύνεται ο ρόλος της ΕΚΤ, ορισμένα θέματα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου στην ΕΚΤ. Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πολύ θετικό να ενισχυθεί περαιτέρω η συνεργασία με τους εκπροσώπους του προσωπικού και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ώστε να συνεργαστούμε για να συνεχιστούν οι βελτιώσεις σε θέματα όπως: το μοντέλο στελέχωσης, με διατήρηση υψηλών ποιοτικών προτύπων εργασίας και των παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία. Με βάση τις αρχές της διαφάνειας, της εταιρικής σχέσης και του αμοιβαίου σεβασμού, ο κοινωνικός διάλογος θα μπορούσε να αποφέρει απτές βελτιώσεις για όλους. Οι εκπρόσωποι του προσωπικού πρέπει να ενημερώνονται εγκαίρως και να ζητείται η γνώμη τους σχετικά με όλα τα ζητήματα που τους αφορούν. Εξάλλου, σε επίπεδο ΕΣΚΤ/Ευρωσυστήματος, η ΕΚΤ διατηρεί γόνιμο διάλογο με τους εκπροσώπους του προσωπικού, ο οποίος πρέπει να διατηρηθεί σε εκείνους τους τομείς όπου οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ μπορεί να έχουν αντίκτυπο στους όρους απασχόλησης στις κεντρικές τράπεζες.
31. Ποια συμπεράσματα συνάγετε από τη σύγκριση μεταξύ των πολιτικών διαφάνειας τις οποίες ακολουθούν η ΕΚΤ και άλλες κεντρικές τράπεζες (Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, Τράπεζα της Αγγλίας, ...);
Η διαφάνεια και η καλή επικοινωνία είναι σήμερα ζωτικής σημασίας για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής, τη μετάδοση χρήσιμων πληροφοριών στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στο κοινό, έτσι ώστε να κατανοείται καλά και να προεξοφλείται η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής. Η καλύτερη κατανόηση από το κοινό καθιστά τη νομισματική πολιτική πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, η διαφάνεια είναι ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της καλής διακυβέρνησης.
Οι πολιτικές διαφάνειας τις οποίες ακολουθούν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα της Αγγλίας, αφενός, και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αφετέρου, είναι κατ’ ανάγκη διαφορετικές, λόγω της διαφορετικής φύσης των εν λόγω ιδρυμάτων, καθώς και με των διαφορετικών συνθηκών, των προκλήσεων και των παραμέτρων που αντιμετωπίζουν. Μία από τις σημαντικές πτυχές είναι η πολυπλοκότητα του πολυεθνικού χαρακτήρα του Ευρωσυστήματος σε σύγκριση με άλλες αρχές νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα πρότυπα διαφάνειας της ΕΚΤ είναι χαμηλότερα από ό,τι των ομολόγων της. Αντιθέτως, τα πρότυπα διαφάνειας της ΕΚΤ αυξήθηκαν αυξηθεί έντονα και γρήγορα τον τελευταίο καιρό. Οι ουσιαστικές προσπάθειες που κατέβαλε η ΕΚΤ κατά τα τελευταία έτη για να ενισχύσει τη διαφάνειά της πρέπει να αναγνωριστούν. Η δημοσίευση των πεπραγμένων των συνεδριάσεων νομισματικής πολιτικής και η δημοσιοποίηση των ημερήσιων διατάξεων αποτελούν απλώς μερικά παραδείγματα. Υπό την έννοια αυτή, η επανειλημμένη και σταθερή δέσμευση της ΕΚΤ για την επανεξέταση, αναπροσαρμογή και επικαιροποίηση του πλαισίου διαφάνειας είναι υψίστης σημασίας και θα πρέπει να υποστηριχθεί.
32. Ποια είναι η άποψή σας για τη λογοδοσία της ΕΚΤ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και τα αναγκαία μέτρα για την ενίσχυσή της, ιδίως στο πλαίσιο των τριμηνιαίων νομισματικών διαλόγων με την επιτροπή ECON; Ποια μέτρα και ποιες μελλοντικές μεταρρυθμίσεις θα ενίσχυαν, κατά τη γνώμη σας, τη δημοκρατική λογοδοσία της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου;
Η λογοδοσία εξασφαλίζει ότι η ΕΚΤ ενεργεί σύμφωνα με την εντολή της. Είναι το απαραίτητο αντίβαρο της ανεξαρτησίας, η οποία είναι ουσιαστικής σημασίας προκειμένου η ΕΚΤ να είναι σε θέση να ασκεί την εν λόγω εντολή χωρίς καμία παρέμβαση. Η εντολή αυτή δόθηκε στην ΕΚΤ απευθείας από τους πολίτες της ΕΕ με την ευκαιρία της κύρωσης των Συνθηκών και, ως εκ τούτου, από δημοκρατική άποψη, η ΕΚΤ είναι υπόλογη για τις ενέργειές της έναντι των πολιτών της ΕΕ και των άμεσα εκλεγμένων αντιπροσώπων τους, οι οποίοι είναι παρόντες εδώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η ΕΚΤ έχει καταρτίσει ένα στέρεο και περιεκτικό πλαίσιο λογοδοσίας με την πάροδο των ετών. Οι τριμηνιαίες ακροάσεις του Προέδρου εδώ ενώπιον της επιτροπής ECON, οι πολλές και ποικίλες ερωτήσεις που τίθενται από βουλευτές του ΕΚ στην ΕΚΤ όσον αφορά βασικές πολιτικές και δραστηριότητές της, οι ακροάσεις των άλλων μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής σχετικά με συγκεκριμένα θέματα, η δημοσίευση και παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης της ΕΚΤ καθώς και η επακολούθηση του σχετικού ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η συχνή ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Προέδρου της ΕΚΤ και οι πολλαπλές απαιτήσεις λογοδοσίας που περιέχονται στον κανονισμό ΕΕΜ αποτελούν απλώς παραδείγματα που αποδεικνύουν το βάθος και τη σημασία της σχέσης λογοδοσίας της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο τριμηνιαίος νομισματικός διάλογος αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τη διαφάνεια των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής που λαμβάνει η ΕΚΤ απέναντι στους πολίτες της ΕΕ και τους αντιπροσώπους τους, ιδιαίτερα σε καιρούς κατά τους οποίους οι αποφάσεις, όπως ο προσανατολισμός των προσδοκιών ή η στρατηγική εξόδου από τη μη συμβατική νομισματική πολιτική, αντιμετωπίζουν αυξημένο έλεγχο. Πιστεύω ότι το υψηλό σημερινό επίπεδο αλληλεπίδρασης αποδεικνύει ότι πρόκειται για μια πολύ χρήσιμη άσκηση στην οποία ούτε οι βουλευτές διστάζουν να θέτουν κρίσιμα ερωτήματα, ούτε οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ αποφεύγουν να παρέχουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες και αιτιολόγηση. Επιπλέον, τα θέματα που επιλέγονται από την Επιτροπή ECON, και η ανάλυση υποβάθρου σχετικά με τα θέματα χάρη στα ενημερωτικά σημειώματα που καταρτίζονται εκ των προτέρων εμπειρογνώμονες στα νομισματικά παρέχουν ένα εστιακό σημείο για τις ακροάσεις που επιτρέπουν στους βουλευτές να αποδύονται σε πολύ ευρύτερες συζητήσεις με την ΕΚΤ σχετικά με την οικονομική πολιτική της ΕΕ εν γένει.
Όπως και με άλλες πολιτικές της ΕΕ, το ΕΚ προσφέρει βασικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις που πρέπει να προστατευθούν και να διασφαλιστούν. Στο μέλλον, το πλαίσιο λογοδοσίας πρέπει να παραμείνει αποτελεσματικό και να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες και προκλήσεις, με επέκταση των αλληλεπιδράσεων ανάλογα με τις ανάγκες. Στην περίπτωση του νομισματικού διαλόγου, αυτές οι αλληλεπιδράσεις πρέπει να αποσκοπούν στη διασφάλιση ότι η στρατηγική της ΕΚΤ γίνεται καλά κατανοητή, είναι κατάλληλα στοχευμένη και εφαρμόζεται αποτελεσματικά και επιτυχώς. Αυτό θα μπορούσε να συμπληρώνεται με ειδικές θεματικές επιμέρους συνεδρίες επί συγκεκριμένων θεμάτων, επιτρέποντας μια βαθύτερη ανάλυση και συζήτηση σε τομείς που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εν ολίγοις, η σχέση μεταξύ της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που είναι ο βασικός της συνομιλητής όσον αφορά τη λογοδοσία, πρέπει να παραμείνει στενή και συμπαγής.
33. Ποιοι είναι, κατά την εκτίμησή σας, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι και προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ κατά την τρέχουσα συγκυρία;
Παρά τα έκτακτα μη τυποποιημένα μέτρα που αναπτύχθηκαν κατά τα τελευταία έτη, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αναμένεται και πάλι να υπολείπεται από το επιτόκιο αναφοράς του 2 % για πολλά χρόνια ακόμη. Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων δικαιολογεί τη συνεχή επαναξιολόγηση των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών στην ευρωζώνη και των αποτελεσμάτων των μέτρων που αναπτύχθηκαν μέχρι στιγμής. Στο μεταξύ, η ΕΚΤ πρέπει να επίσης να βρίσκεται σε επαγρύπνηση όσον αφορά τυχόν αδικαιολόγητη συσσώρευση χρηματοοικονομικών κινδύνων στο σημερινό περιβάλλον πολύ χαμηλών επιτοκίων και χαλαρών νομισματικών και χρηματοοικονομικών συνθηκών.
Ατενίζοντας το μέλλον, μένει ακόμη να αντιμετωπιστούν ορισμένες σημαντικές προκλήσεις για τη νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ. Ορισμένες θα τις αντιμετωπίσουμε σχετικά σύντομα, ενώ άλλες έχουν πιο μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Βραχυπρόθεσμα, και στον βαθμό που ο πληθωρισμός παρουσιάζει συνεχή προσαρμογή στην κατεύθυνση του στόχου, η ΕΚΤ θα πρέπει να αξιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο θα εξομαλύνει τη νομισματική πολιτική της. Αυτό περιλαμβάνει τόσο τις αγορές περιουσιακών στοιχείων βάσει του προγράμματος APP όσο και το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, που επί του παρόντος βρίσκεται σε αρνητικά επίπεδα. Στο μέλλον, οι προσαρμογές που θα γίνονται σε σχέση με τις καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει να συνδέονται με την πρόοδο που θα έχει επιτευχθεί όσον αφορά τη σύγκλιση του πληθωρισμού προς τον στόχο του. Όταν τερματιστούν οι καθαρές αγορές, η εξομάλυνση μπορεί να προχωρήσει με αύξηση του επιτοκίου της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και των άλλων επιτοκίων.
Εκτός από τις προκλήσεις που ενέχει το σημερινό περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού και την ανάγκη να εξομαλυνθεί τελικά η νομισματική πολιτική, μακροπρόθεσμα η νομισματική πολιτική βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τεράστια πρόκληση, που συνδέεται με το γεγονός ότι τα επιτόκια είναι πιθανόν να παραμείνουν πολύ χαμηλά στο μέλλον. Ειδικότερα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το λεγόμενο φυσικό επιτόκιο έχει μειωθεί κατά τα τελευταία έτη στις προηγμένες οικονομίες, και θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα κοντά στο μηδέν ή ακόμη και να είναι αρνητικό. Ανεξάρτητα από τους λόγους στους οποίους οφείλεται αυτό (δημογραφικούς, τεχνολογικούς, κλπ.), τόσο χαμηλά φυσικά επιτόκια δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες για τη συμβατική πολιτική επιτοκίων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, φαίνεται ότι ορισμένα από τα πρόσφατα μέτρα, όπως τα προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων ή ο προσανατολισμός των προσδοκιών σχετικά με τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια θα παραμείνουν στην εργαλειοθήκη των κεντρικών τραπεζών, δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί ότι είναι χρήσιμα για τη μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων όταν τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια είναι καθηλωμένα στο πραγματικό κατώτατο όριό τους. Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές έχουν τα όριά τους. Επομένως, μπορεί να απαιτείται ένας βαθύτερος προβληματισμός σχετικά με πιθανές προσαρμογές στη στρατηγική νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, ενώ οποιαδήποτε αλλαγή στη στρατηγική νομισματικής πολιτικής αποτελεί αρμοδιότητα των κεντρικών τραπεζών, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η νομισματική πολιτική είναι ως επί το πλείστον ανίσχυρη σε σχέση με την αύξηση των φυσικών πραγματικών επιτοκίων. Τα τελευταία καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από πραγματικούς παράγοντες, όπως, για παράδειγμα, η δημογραφία και η τεχνολογική πρόοδος. Ως εκ τούτου, η ευθύνη της αύξησης των φυσικών επιτοκίων απόκειται σε άλλους τομείς πολιτικής, όπως η φορολογική πολιτική και, ιδίως, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι, ενώ η νομισματική πολιτική έχει καταφέρει πολλά τα τελευταία χρόνια, μόνον μέσα από μια συντονισμένη προσπάθεια όλων των οικονομικών φορέων χάραξης πολιτικής θα είμαστε σε θέση να εγγυηθούμε μια περίοδο υψηλής και σταθερής οικονομικής μεγέθυνσης με σταθερότητα των τιμών στη ζώνη του ευρώ.
34. Σε συνέχεια της πρόσφατης έκθεσης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και των συστάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που περιλαμβάνονται στην τελευταία έκθεση για την ΕΚΤ που εγκρίθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου 2018, ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με:
1) την ανάγκη να δημοσιοποιούνται οι δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, προκειμένου να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων,
2) την ανάγκη να διασφαλίζεται διετής επαγγελματική αποχή για τα απερχόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ,
3) την άποψη ότι τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ θα πρέπει καταρχήν να αποφεύγουν να είναι μέλη φόρουμ ή άλλων οργανισμών που περιλαμβάνουν στελέχη τραπεζών εποπτευόμενων από την ΕΚΤ;
Η ΕΚΤ είναι θεσμικό όργανο στο οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και συνεπώς έχει ύψιστη σημασία να απαιτούνται τα υψηλότερα δυνατά δεοντολογικά πρότυπα για όλο το προσωπικό της, αλλά ιδιαίτερα για τα μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων της, ούτως ώστε να αποφεύγεται οιαδήποτε δυνητική σύγκρουση συμφερόντων και να εξασφαλίζεται το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ακεραιότητας, επάρκειας, αποτελεσματικότητας και διαφάνειας.
Όσον αφορά την αίτηση δημοσίευσης των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων, συμφωνώ με κάθε μέτρο που ενισχύει τη διαφάνεια και λογοδοσία στα δημόσια θεσμικά όργανα όπως η ΕΚΤ, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανεξαρτησία της. Πράγματι, υπόκειμαι ήδη σε αυτόν τον όρο ως μέλος της ισπανικής κυβέρνησης, και είμαι υποχρεωμένος να γνωστοποιώ οποιαδήποτε οικονομικά ή προσωπικά συμφέροντα τόσο πριν από την ανάληψη του Υπουργείου όσο και μετά την αποχώρησή μου.
Σε σχέση με τις περιόδους αποχής, δεν είμαι προσωπικά αντίθετος με αυτό το είδος ανάπαυλας, έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων. Πράγματι, η ισπανική νομοθεσία (Ley 3/2015, de 30 de marzo, reguladora del ejercicio del alto cargo de la Administración General del Estado), την οποία οφείλω να τηρώ, ρυθμίζει διεξοδικά τις επαγγελματικές και μισθολογικές ασυμβατότητες κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο της δημόσιας υπηρεσίας με την ιδιότητα του ανώτερου λειτουργού.
Όσον αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ πρέπει να είναι σε επαφή με την πραγματικότητα και με την πραγματική οικονομία προκειμένου να έχουν πλήρη γνώση των γνωμών, των αμφιβολιών και των ανησυχιών των παραγόντων του συστήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους, αν και δεν είναι όλοι πρόσφοροι για να αποφευχθούν τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων.
35. Ποια είναι η εκτίμησή σας για τη συμμετοχή της ΕΚΤ στο πλαίσιο των προγραμμάτων χρηματοδοτικής συνδρομής; Πώς βλέπετε να εξελίσσεται στο μέλλον μια ενδεχόμενη συμμετοχή της ΕΚΤ στα προγράμματα χρηματοδοτικής συνδρομής;
Η συμμετοχή της ΕΚΤ στα προγράμματα χρηματοδοτικής βοήθειας, όπως ορίζεται στο εξής από τον κανονισμό του «Δίπτυχου» και από τη συνθήκη του ΕΜΣ, έχει ενίοτε αμφισβητηθεί, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήταν αναγκαία σε κρίσιμες στιγμές. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω συμμετοχή πρέπει να νοηθεί σε πλαίσιο χρονικής πίεσης, πίεσης στην αγορά, ελλιπών πληροφοριών, πολύ μικρής πείρας με μεγάλες προσαρμογές σε μια νομισματική ένωση και έλλειψης κατάλληλου και ακριβού νομικού πλαισίου για αντιμετώπιση κρίσεων.
Σε αυτή την περίπτωση, η συμμετοχή της ΕΚΤ, όπως προβλέπεται στο ισχύον παράγωγο δίκαιο, περιορίστηκε, κατ’ ουσίαν, στο να παρέχει συμβουλές και εμπειρογνωμοσύνη σχετικά με ένα φάσμα θεμάτων που αφορούν την ορθή λειτουργία της νομισματικής πολιτικής, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τη στήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών της Ένωσης. Η ΕΚΤ (σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ) είχε συμβολή στην Ευρωομάδα και στο Συμβούλιο των Διοικητών του ΕΜΣ, που ήταν το μόνο όργανο λήψης αποφάσεων.
Παρά τον ρόλο αυτό, και ενώ η πλήρης ανεξαρτησία της ΕΚΤ διατηρήθηκε, υπήρξαν ορισμένες ανησυχίες και επιφυλάξεις σχετικά με ενδεχόμενη παρέμβαση της ΕΚΤ σε θέματα εθνικής κυριαρχίας και/ή σχετικά με τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο φρονώ ότι ο μελλοντικός ρόλος της ΕΚΤ όσον αφορά τα προγράμματα χρηματοδοτικής συνδρομής θα παραμείνει, ουσιαστικά, ένας απλώς συμβουλευτικός ρόλος στον τομέα της παρακολούθησης και αξιολόγησης του προγράμματος..
Στο εξής, η αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων θα είναι πολύ πιο ευνοϊκή χάρη σε ένα πιο ισχυρό και ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, που περιλαμβάνει την οδηγία περί ανάκαμψης και εξυγίανσης των τραπεζών (BRRD), καθώς και την ακόμη ατελή Τραπεζική Ένωση, η οποία αναμφίβολα θα συμβάλει στην ελαχιστοποίηση της ανάγκης για συμμετοχή της ΕΚΤ.
36. Τι θα μπορούσε να κάνει συγκεκριμένα η ΕΚΤ ώστε να έχει γυναίκες υποψήφιες για ανώτερες θέσεις της ΕΚΤ στο μέλλον και να βελτιώσει τη συνολική πολυμορφία ως προς το φύλο στην ΕΚΤ;
Η πολυμορφία ως προς το φύλο αποτελεί ζήτημα υψίστης σημασίας, και τα κύρια θεσμικά μας όργανα θα πρέπει να δίνουν το παράδειγμα για την υπόλοιπη κοινωνία. Είναι, συνεπώς, σημαντικό η ΕΚΤ, καθώς και άλλοι ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς, να προωθούν γυναίκες στις υψηλότερες θέσεις τους. Υπό την έννοια αυτή, η ΕΚΤ θα πρέπει να εκλέξει τέσσερα νέα μέλη του διοικητικού συμβουλίου κατά τα επόμενα δύο έτη. Όλα τα μέλη που ολοκληρώνουν τη θητεία τους είναι άνδρες και, ως εκ τούτου, έχουμε μια εξαιρετική ευκαιρία να προχωρήσουμε σε μια πιο ισόρροπη συμμετοχή των δυο φύλων στο Διοικητικό Συμβούλιο και να σημειώσουμε πρόοδο στην κατεύθυνση της ισότητας των φύλων.
Η ΕΚΤ έχει ήδη ξεκινήσει τις προσπάθειες για να διασφαλίσει την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων υποστηρίζοντας μια πολύμορφη και χωρίς αποκλεισμούς εργασιακό περιβάλλον, καθώς και με τον καθορισμό συγκεκριμένων στόχων που αφορούν τη συμμετοχή των γυναικών σε διευθυντικές θέσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος, ιδίως σε διοικητικές θέσεις, και η αντιμετώπιση της γυάλινης οροφής θα εξακολουθήσει να είναι σημαντικό θέμα κατά τα προσεχή έτη.
37. Πώς βλέπετε τις πιθανές βελτιώσεις για τη λογοδοσία της ΕΚΤ έναντι του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά της;
Λόγω της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, η εντολή του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιορίζεται στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της ΕΚΤ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 287 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός είναι η διατήρηση ισορροπίας ανάμεσα στη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των δημόσιων πόρων και την κατάλληλη υποβολή εκθέσεων προς τους πολίτες, αφενός, και στη θωράκιση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ από βραχυπρόθεσμες πολιτικές πιέσεις, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η ΕΚΤ να διεκπεραιώσει αποτελεσματικά την εντολή της. Σε κάθε περίπτωση, η προθυμία της ΕΚΤ να συνεργαστεί και να ανταποκριθεί στις συστάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το πρόσφατο παρελθόν αποτελεί θετικό βήμα, όπως και η δέσμευσή της να προσαρμόσει το πλαίσιο λογοδοσίας της στις μελλοντικές προκλήσεις.
38. Ποια είναι η άποψή σας για το γεγονός ότι το Συμβούλιο κατά το παρελθόν αγνόησε μία φορά τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον διορισμό μέλους του διοικητικού συμβουλίου;
Σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 283), ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τέσσερα άλλα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη για την επιλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου απόκειται αποκλειστικά στο Συμβούλιο.
Συνεπώς, όταν το Συμβούλιο λαμβάνει απόφαση που δεν συμπίπτει με τη γνώμη που εξέφρασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει λάβει υπόψη τη γνώμη αυτή. Σημαίνει ότι, αφού την ανέλυσε και την αξιολόγησε, το Συμβούλιο τελικά αποφάσισε διαφορετικά.
Όσον αφορά την ειδική περίπτωση στην οποία γίνεται αναφορά στην ερώτηση, η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν έθετε υπό αμφισβήτηση τα διαπιστευτήρια του υποψηφίου αλλά μόνον επισήμαινε ότι δεν ήταν γυναίκα.
39. Πώς προτίθεστε προσωπικά για τη βελτιώσετε την ισορροπία των φύλων στην ΕΚΤ;
Όπως ανέφερα στην ερώτηση αριθ. 36, η ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων αποτελεί προτεραιότητα για μένα, όχι μόνο για λόγους ισότητας, αλλά και ως προϋπόθεση για την οικονομική αποτελεσματικότητα. Υπάρχουν άφθονα στοιχεία που δείχνουν ότι η πολυμορφία και η αποφυγή αποκλεισμών αποτελούν κινητήρια δύναμη για την καλή απόδοση και η ισορροπία των φύλων είναι ένας τρόπος να προωθηθεί η πολυμορφία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όλοι μας θα πρέπει να προσπαθούμε στο μέτρο των ικανοτήτων και αρμοδιοτήτων μας για την άρση όλων των φραγμών που εμποδίζουν τις γυναίκες να προοδεύσουν στον επαγγελματικό κόσμο.
Εάν εκλεγώ αντιπρόεδρος θα συνεχίσω να τηρώ την αρχή αυτή όπως έπραξα στο παρελθόν, όπως φαίνεται από τους διορισμούς για τους οποίους ήμουν υπεύθυνος: Έξι από τις οκτώ υψηλόβαθμες θέσεις στο Υπουργείο Οικονομίας κατέχονται από γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των τριών υφυπουργών, της Γενικής Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, και της Γενικής Γραμματέα για τη βιομηχανία και τις ΜΜΕ.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
|
Τίτλος |
Διορισμός του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας |
||||
|
Έγγραφα αναφοράς |
N8-0053/2018 – C8-0040/2018 – 2018/0804(NLE) |
||||
|
Ημερομηνία διαβούλευσης / αίτησης έγκρισης |
20.2.2018 |
|
|
|
|
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια |
ECON
|
|
|
|
|
|
Εισηγητές Ημερομηνία ορισμού |
Roberto Gualtieri 23.1.2018 |
|
|
|
|
|
Εξέταση στην επιτροπή |
26.2.2018 |
|
|
|
|
|
Ημερομηνία έγκρισης |
27.2.2018 |
|
|
|
|
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: –: 0: |
27 14 13 |
|||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, Udo Bullmann, David Coburn, Esther de Lange, Markus Ferber, Jonás Fernández, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Cătălin Sorin Ivan, Petr Ježek, Wolf Klinz, Philippe Lamberts, Werner Langen, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Gabriel Mato, Bernard Monot, Caroline Nagtegaal, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Dariusz Rosati, Pirkko Ruohonen-Lerner, Anne Sander, Alfred Sant, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Tom Vandenkendelaere, Jakob von Weizsäcker, Γεώργιος Κύρτσος, Κώστας Μαυρίδης, Δημήτριος Παπαδημούλης |
||||
|
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Enrique Calvet Chambon, Jan Keller, Verónica Lope Fontagné, Paloma López Bermejo, Thomas Mann, Michel Reimon, Tibor Szanyi, Romana Tomc, Miguel Urbán Crespo, Roberts Zīle |
||||
|
Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Zbigniew Kuźmiuk, Edouard Martin, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra |
||||
|
Ημερομηνία κατάθεσης |
6.3.2018 |
||||