Διαδικασία : 2017/0063(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0057/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0057/2018

Συζήτηση :

PV 13/11/2018 - 13
CRE 13/11/2018 - 13

Ψηφοφορία :

PV 14/11/2018 - 14.4
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0452

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1044kWORD 152k
6.3.2018
PE 610.704v03-00 A8-0057/2018

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

(COM(2017)0142 – C8-0119/2017 – 2017/0063(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Andreas Schwab

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

(COM(2017)0142 – C8-0119/2017 – 2017/0063(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0142),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 103 και 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0119/2017),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από τη Γερουσία της Τσεχικής Δημοκρατίας, τη Βουλή του Βασιλείου της Ισπανίας, το Κοινοβούλιο της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και τη Γερουσία της Δημοκρατίας της Ρουμανίας στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A8-0057/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(1)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

2017/0063 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τα άρθρα 103 και 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε ολόκληρη την Ένωση για να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστούν περισσότερο ανοικτές και δίκαιες ανταγωνιστικές αγορές στην Ευρώπη, στις οποίες οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται περισσότερο σε αξιοκρατική βάση και χωρίς εμπόδια που θέτουν οι επιχειρήσεις για την είσοδο στην αγορά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να παράγουν πλούτο και να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Προστατεύει τους καταναλωτές, καθώς και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, από εμπορικές πρακτικές που διατηρούν τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών τεχνητά υψηλές και ενισχύει την επιλογή καινοτόμων αγαθών και υπηρεσιών από αυτούς.

(2)  Η δημόσια επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ διενεργείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (EΑΑ) των κρατών μελών παράλληλα με την Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου(3). Οι ΕΑΑ και η Επιτροπή συγκροτούν ένα δίκτυο δημόσιων αρχών που εφαρμόζει τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ σε στενή συνεργασία (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού).

(2α)  Προκειμένου να αποφευχθεί η καθιέρωση άσκοπων νέων διαδικασιών στα κράτη μέλη, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την αποδεδειγμένα αποτελεσματική διάκριση των αρμοδιοτήτων λήψης αποφάσεων και διεξαγωγής έρευνας που υφίσταται μεταξύ των διαφόρων ΕΑΑ στα κράτη μέλη.

(3)  Το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 επιβάλλει στις ΕΑΑ και τα εθνικά δικαστήρια υποχρέωση να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ σε συμφωνίες ή συμπεριφορά ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Στην πράξη, οι περισσότερες ΕΑΑ εφαρμόζουν τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία, σκοπός της οποίας είναι να εξασφαλίσει ότι οι ΕΑΑ διαθέτουν τις απαραίτητες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, θα έχει αναπόφευκτα αντίκτυπο στις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται παράλληλα από τις ΕΑΑ.

(4)  Επιπλέον, η παροχή στις ΕΑΑ της αρμοδιότητας να αποκτούν όλες τις πληροφορίες που συνδέονται με την επιχείρηση που υπόκειται στην έρευνα σε ψηφιακή μορφή, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, αναμένεται επίσης να επηρεάσει το πεδίο εφαρμογής των αρμοδιοτήτων των ΕΑΑ, όταν, στα πρώτα στάδια της διαδικασίας, λαμβάνουν το σχετικό μέτρο έρευνας, επίσης με βάση τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Η παροχή στις ΕΑΑ αρμοδιοτήτων έρευνας με διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, ανάλογα με το αν τελικά θα εφαρμόσουν μόνο τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ή και τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ παράλληλα, θα παρεμπόδιζε την αποτελεσματικότητα της επιβολής του δικαίου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να καλύπτει αφενός την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σε μεμονωμένη βάση και αφετέρου την εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού που εφαρμόζεται παράλληλα στην ίδια υπόθεση. Τούτο με εξαίρεση την προστασία των δηλώσεων περί επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό η οποία επεκτείνεται και στο εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού που εφαρμόζεται σε μεμονωμένη βάση.

(5)  Το εθνικό δίκαιο εμποδίζει πολλές ΕΑΑ να διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, καθώς και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και επιβολής προστίμων, ώστε να είναι σε θέση να επιβάλλουν αποτελεσματικά τους εν λόγω κανόνες. Αυτό υπονομεύει την ικανότητά τους να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για τον εντοπισμό αποδεικτικών στοιχείων παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, την επιβολή προστίμων σε εταιρείες που παραβιάζουν τη νομοθεσία ή δεν διαθέτουν επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους και τη δημοσιονομική ανεξαρτησία που απαιτείται για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Αυτό μπορεί να τις εμποδίζει να αναλάβουν δράση ή να έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η δράση επιβολής τους. Το γεγονός ότι πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν επιχειρησιακά εργαλεία και εγγυήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που υιοθετούν αντιανταγωνιστικές πρακτικές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πολύ διαφορετική έκβαση της διαδικασίας ανάλογα με το κράτος στο οποίο δραστηριοποιούνται: μπορεί να μην υπόκεινται σε επιβολή δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ ή σε αναποτελεσματική επιβολή. Για παράδειγμα σε ορισμένα κράτη μέλη, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν την υποχρέωση καταβολής προστίμων προβαίνοντας απλώς σε αναδιάρθρωση. Η ανομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ οδηγεί σε χαμένες ευκαιρίες για την άρση των εμποδίων όσον αφορά την είσοδο στην αγορά και για τη δημιουργία πιο δίκαιων ανταγωνιστικών αγορών σε ολόκληρη την ▌Ένωση στις οποίες οι επιχειρήσεις θα ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές πλήττονται ιδιαιτέρως στα κράτη μέλη στα οποία οι ΕΕΑ είναι λιγότερο εξοπλισμένες για να επιβάλλουν αποτελεσματικά τους κανόνες. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση όπου υπάρχουν ασφαλή καταφύγια για τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές, π.χ. επειδή δεν είναι δυνατή η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για αντιανταγωνιστικές πρακτικές ή επειδή οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν την ευθύνη για την καταβολή των προστίμων. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν κίνητρο να εισέλθουν σε αυτές τις αγορές και να ασκήσουν εκεί τα δικαιώματα εγκατάστασης και παροχής των αγαθών και των υπηρεσιών τους. Οι καταναλωτές που κατοικούν στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχει λιγότερο επιβολή δεν αξιοποιούν τα οφέλη από την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η ανομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σε όλη την Ένωση στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία της.

(6)  Τα κενά και οι περιορισμοί στα εργαλεία και τις εγγυήσεις των ΕΑΑ υπονομεύουν το σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ το οποίο έχει σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί ως συνεκτικό σύνολο με βάση τη στενή συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού. Το εν λόγω σύστημα εξαρτάται από την ικανότητα των αρχών να βασίζονται η μία στην άλλη για την εφαρμογή μέτρων εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών για λογαριασμό η μία της άλλης, προκειμένου να ενισχυθούν η συνεργασία και η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, δεν λειτουργεί ικανοποιητικά από τη στιγμή που υπάρχουν ακόμη ΕΑΑ που δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών. Σε άλλες βασικές πτυχές, οι ΕΑΑ δεν είναι σε θέση να παράσχουν η μία στην άλλη αμοιβαία συνδρομή. Για παράδειγμα στην πλειονότητα των κρατών μελών οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο μπορούν να αποφεύγουν την πληρωμή προστίμων απλώς και μόνον μην έχοντας νομική παρουσία σε ορισμένες από τις επικράτειες των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιούνται. Αυτό μειώνει τα κίνητρα για συμμόρφωση με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η μη αποτελεσματική επιβολή προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού για τις νομοταγείς επιχειρήσεις και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά, και ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον.

(7)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ένας πραγματικά ενιαίος χώρος επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού στην Ευρώπη ο οποίος παρέχει ακόμα περισσότερο ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ενιαία αγορά και μειώνει τις ανισότητες για τους καταναλωτές, είναι ανάγκη να θεσπιστούν ελάχιστες εγγυήσεις όσον αφορά την ανεξαρτησία και τους κατάλληλους οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους, καθώς και βασικές αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, ώστε οι ΕΑΑ να μπορούν είναι πλήρως αποτελεσματικές.

(8)  Είναι σκόπιμο να βασιστεί η παρούσα οδηγία στη διπλή νομική βάση των άρθρων 103 και 114 της ΣΛΕΕ. Κι αυτό διότι η παρούσα οδηγία καλύπτει όχι μόνον την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και την εφαρμογή των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα εν λόγω άρθρα, αλλά και τα κενά και τους περιορισμούς που υπάρχουν στα εργαλεία και τις εγγυήσεις των ΕΑΑ για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά τόσο τον ανταγωνισμό όσο και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(9)  Η θέσπιση ελάχιστων εγγυήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ εφαρμόζουν ομοιόμορφα και αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ δεν θίγει την ικανότητα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο εκτεταμένες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και περισσότερους πόρους για τις ΕΑΑ, καθώς και πιο λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων των εν λόγω αρχών. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν στις ΕΑΑ πρόσθετες αρμοδιότητες, πέραν της βασικής δέσμης η οποία προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, για την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους.

(10)  Αντιστρόφως, απαιτούνται λεπτομερείς κανόνες στον τομέα που αφορά τις προϋποθέσεις επιεικούς μεταχείρισης των μυστικών συμπράξεων. Οι εταιρείες θα είναι διατεθειμένες να αποκαλύψουν μυστικές συμπράξεις στις οποίες έχουν συμμετάσχει, μόνον αν τους προσφέρεται επαρκής ασφάλεια δικαίου αν θα τύχουν απαλλαγής από την επιβολή προστίμων. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου για τους δυνητικούς αιτούντες επιείκεια, γεγονός που μπορεί να τους αποθαρρύνει να υποβάλλουν αίτηση για επιεική μεταχείριση. Η ύπαρξη των εν λόγω διαφορών μπορεί επίσης να έχει ως αποτέλεσμα πολλά μέλη μυστικών συμπράξεων να προσπαθήσουν να επωφεληθούν από προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης σε διαφορετικά κράτη μέλη. Αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να υλοποιούν ή να εφαρμόζουν σαφέστερους και εναρμονισμένους κανόνες όσον αφορά την επιεική μεταχείριση στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, αυτό όχι μόνο θα συνέβαλλε στον στόχο της διατήρησης των κινήτρων για τους αιτούντες με στόχο την αποτελεσματικότερη δυνατή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, αλλά και θα διασφάλιζε ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θέτουν σε εφαρμογή προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία δεν καλύπτουν μόνο τις μυστικές συμπράξεις, αλλά και άλλες παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών διατάξεων.

(11)  Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις εθνικές νομοθετικές διατάξεις, στον βαθμό που προβλέπουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα, με την εξαίρεση των κανόνων που διέπουν την αλληλεπίδραση μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης με την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα.

(12)  Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που εκχωρούνται στις ΕΑΑ θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλες διασφαλίσεις οι οποίες θα πληρούν τουλάχιστον τα πρότυπα των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στο πλαίσιο διαδικασιών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιβολή κυρώσεων. Οι εν λόγω διασφαλίσεις περιλαμβάνουν το δικαίωμα χρηστής διοίκησης και τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης των επιχειρήσεων, βασικό στοιχείο των οποίων είναι το δικαίωμα ακρόασης. Συγκεκριμένα, οι ΕΑΑ θα πρέπει να ενημερώνουν τα υπό έρευνα μέρη σχετικά με τις προκαταρκτικές αιτιάσεις εναντίον τους δυνάμει του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ πριν από τη λήψη μιας απόφασης η οποία επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντά τους και τα εν λόγω μέρη θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκθέσουν λυσιτελώς τις απόψεις τους επί των εν λόγω αιτιάσεων πριν από τη λήψη της εν λόγω απόφασης. Είναι, επομένως, απαραίτητο να διαβιβάζεται στα υπό έρευνα μέρη τουλάχιστον μια κοινοποίηση αιτιάσεων στην οποία θα εκτίθενται όλες οι αιτιάσεις τις οποίες προτίθεται να χρησιμοποιήσει ως βάση η ΕΑΑ προκειμένου να εκδώσει μια τελεσίδικη απόφαση παράβασης που θίγει τα συμφέροντα της οικείας επιχείρησης. Τα μέρη στα οποία κοινοποιήθηκαν προκαταρκτικές αιτιάσεις για εικαζόμενη παράβαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης της οικείας ΕΑΑ, προκειμένου να είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους. Τούτο με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία των επιχειρηματικών τους απορρήτων και δεν εκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες και στα εσωτερικά έγγραφα, ούτε στην αλληλογραφία μεταξύ των ΕΑΑ και της Επιτροπής. Επιπρόσθετα, οι αποδέκτες ▌αποφάσεων των ΕΑΑ με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ή 102 της ΣΛΕΕ, ή επιβάλλονται διορθωτικά μέτρα ή πρόστιμα, ή καθίστανται υποχρεωτικές οι δεσμεύσεις, θα πρέπει να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Οι εν λόγω οριστικές αποφάσεις των ΕΑΑ θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες, ώστε να μπορούν οι αποδέκτες αυτών των αποφάσεων να επαληθεύουν τους λόγους μιας απόφασης και να ασκούν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Επιπλέον, σύμφωνα με το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, οι ΕΑΑ διεξάγουν τις διαδικασίες εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο σχεδιασμός αυτών των διασφαλίσεων πρέπει να επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των επιχειρήσεων και στο καθήκον για αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

(13)  Η παροχή αρμοδιοτήτων στις ΕΑΑ ώστε να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ με αμεροληψία και προς το κοινό συμφέρον της αποτελεσματικής επιβολής των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού αποτελεί ουσιώδη συνιστώσα της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.

(14)  Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ θα πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Προς τούτο, θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίζει ότι κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, οι ΕΑΑ προστατεύονται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή τους στα θέματα των οποίων επιλαμβάνονται. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει εκ των προτέρων να θεσπιστούν σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες σχετικά με τον διορισμό και τους λόγους αποπομπής των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων των ΕΑΑ, ώστε να αρθούν τυχόν εύλογες υπόνοιες όσον αφορά την αμεροληψία του εν λόγω οργάνου και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων. Επιπλέον, προς επιβεβαίωση της αμεροληψίας των ΕΑΑ, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την άμεση χρηματοδότησή τους τα πρόστιμα που αυτές επιβάλλουν.

(15)  Για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των ΕΑΑ, οι προϊστάμενοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και οι υπάλληλοί τους θα πρέπει να ενεργούν με ακεραιότητα και να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση των καθηκόντων τους. Για τον σκοπό αυτό, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους και για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν, θα πρέπει να απέχουν από κάθε ασυμβίβαστη επαγγελματική δραστηριότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον αυτό συνεπάγεται ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους, δεν θα πρέπει να έχουν συμφέρον σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που υπάγονται σε διαδικασίες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ στις οποίες συμμετέχουν, στον βαθμό που αυτό μπορεί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία τους στον χειρισμό της σχετικής υπόθεσης. Οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων θα πρέπει να δηλώνουν τυχόν συμφέροντα ή περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Θα πρέπει να είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν το όργανο λήψης αποφάσεων, τα υπόλοιπα μέλη του ή, στην περίπτωση των ΕΑΑ στις οποίες η αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο, την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τους, αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κληθούν να αποφασίσουν για θέμα επί του οποίου έχουν συμφέρον το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία τους.

(15α)  Κάθε ΕΑΑ θα πρέπει να δημοσιεύει κώδικα δεοντολογίας ο οποίος, με την επιφύλαξη της εφαρμογής αυστηρότερων εθνικών κανόνων, θα καλύπτει τουλάχιστον τους κανόνες για την αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων για την καθιέρωση περιόδων αναμονής και την αποδοχή προσκλήσεων, καθώς και κανόνες σχετικά με δραστηριότητες που αναλαμβάνονται σε προσωπική βάση.

(16)  Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ δεν αποκλείει ούτε τον δικαστικό έλεγχο ούτε την κοινοβουλευτική εποπτεία σύμφωνα με τη νομοθεσία των κρατών μελών. Οι απαιτήσεις λογοδοσίας συμβάλλουν επίσης στη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της νομιμότητας των ενεργειών των ΕΑΑ. Στις αναλογικές απαιτήσεις λογοδοσίας των ΕΑΑ περιλαμβάνεται η υποβολή από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού περιοδικών εκθέσεων σχετικά με τις δραστηριότητές τους σε κρατικό ή κοινοβουλευτικό όργανο. Οι ΕΑΑ μπορεί επίσης να υπόκεινται σε έλεγχο ή σε παρακολούθηση των οικονομικών δαπανών τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν επηρεάζει την ανεξαρτησία τους.

(17)  Οι ΕΑΑ ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να ιεραρχούν κατά προτεραιότητα τις διαδικασίες τους για την επιβολή του άρθρου 101 και 102 της ΣΛΕΕ, ώστε να επιτυγχάνουν αποτελεσματική χρήση των πόρων τους, και να μπορούν να εστιάζουν στην πρόληψη και στον τερματισμό της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς που προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Προς τούτο, θα πρέπει να μπορούν να απορρίπτουν καταγγελίες με το αιτιολογικό ότι δεν αποτελούν προτεραιότητα, εκτός από εκείνες που προέρχονται από οικείες εθνικές δημόσιες αρχές, εφόσον αυτό δεν επηρεάζει τους πόρους των ΕΑΑ. Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να θίγει την αρμοδιότητα των ΕΑΑ να απορρίπτουν καταγγελίες για άλλους λόγους, όπως η αναρμοδιότητα, ή να αποφασίζουν ότι δεν συντρέχουν λόγοι να αναλάβουν δράση από την πλευρά τους. Σε περίπτωση απόρριψης, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να ενημερώνονται εν ευθέτω χρόνω και με σχετική αιτιολόγηση. Επιπλέον, σε περίπτωση που η καταγγελία έχει υποβληθεί επισήμως, η εν λόγω απόρριψη θα πρέπει να υπόκειται σε πραγματική προσφυγή. Η αρμοδιότητα των ΕΑΑ να ιεραρχούν κατά προτεραιότητα τις διαδικασίες επιβολής τους δεν θίγει το δικαίωμα μιας κυβέρνησης κράτους μέλους να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές γενικής πολιτικής ή προτεραιότητας που απευθύνονται στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, οι οποίες δεν σχετίζονται με συγκεκριμένες διαδικασίες για την επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

(18)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς πόρους, σε επίπεδο ειδικευμένου προσωπικού, νομικής και οικονομικής εμπειρογνωσίας, οικονομικών μέσων και τεχνικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση διεύρυνσης των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, θα πρέπει να συνεχίζουν να διαθέτουν σε επαρκή βαθμό τους αναγκαίους πόρους για την άσκηση αυτών των καθηκόντων. Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ θα πρέπει να ενισχυθεί με την εξασφάλιση της δυνατότητάς τους να αποφασίζουν ανεξάρτητα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιούν τα κονδύλια από τον προϋπολογισμό για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, με την επιφύλαξη των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων και διαδικασιών.

(18α)   Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ΕΑΑ υποβάλλουν διαθέσιμες στο κοινό περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες και τους πόρους τους σε κρατικό ή κοινοβουλευτικό όργανο. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τους διορισμούς και τις αποπομπές μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων, το ύψος των πόρων που διατέθηκαν το συγκεκριμένο έτος και τυχόν τροποποιήσεις του εν λόγω ποσού σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Οι εκθέσεις αυτές πρέπει να διαβιβάζονται σε επίπεδο Ένωσης.

(19)  Οι ΕΑΑ χρειάζονται μια ελάχιστη δέσμη κοινών αρμοδιοτήτων έρευνας και λήψης αποφάσεων ώστε να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

(20)  Θα πρέπει να δοθούν αρμοδιότητες στις ΕΑΑ ώστε να διαθέτουν πραγματικές αρμοδιότητες έρευνας για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, καθώς και περιπτώσεων κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, σε όλα τα στάδια των διαδικασιών που διεξάγονται ενώπιόν τους.

(21)  Οι αρμοδιότητες έρευνας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού πρέπει να είναι επαρκείς, ώστε να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις που ενέχει το ψηφιακό περιβάλλον όσον αφορά την επιβολή και θα πρέπει να επιτρέπουν στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να παραλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες σε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που προκύπτουν με εγκληματολογικές μεθόδους, σε σχέση με την επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων που αποτελεί αντικείμενο έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, π.χ. σε φορητό υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο, άλλες ψηφιακές συσκευές και αποθήκευση στο υπολογιστικό νέφος.

(22)  Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να έχουν την αρμοδιότητα να ελέγχουν τους χώρους επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων κατά των οποίων έχει κινηθεί διαδικασία για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, καθώς και άλλων φορέων της αγοράς οι οποίοι μπορεί να κατέχουν πληροφορίες συναφείς με την εν λόγω διαδικασία. Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν αυτούς τους ελέγχους όταν υπάρχουν τουλάχιστον εύλογες υπόνοιες για παράβαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ. Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν προηγούμενη άδεια εθνικής δικαστικής αρχής για τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων.

(23)  Για να είναι αποτελεσματική, η αρμοδιότητα διενέργειας ελέγχων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού θα πρέπει να τους παρέχει δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες που είναι προσβάσιμες στην επιχείρηση ή στην ένωση επιχειρήσεων ή στο πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου και σχετίζεται με την υπό έρευνα επιχείρηση.

(24)  Για να ελαχιστοποιηθεί η άσκοπη παράταση των ελέγχων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να διαθέτουν την αρμοδιότητα να συνεχίζουν την αναζήτηση αντιγράφων ή αποσπασμάτων βιβλίων και εγγράφων που σχετίζονται με την επαγγελματική δραστηριότητα της υπό έλεγχο επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων στους χώρους της αρχής ή σε άλλους καθορισμένους χώρους.

(25)  Η πείρα δείχνει ότι αρχεία επιχειρήσεων μπορεί να φυλάσσονται στις κατοικίες των διευθυντών ή άλλων προσώπων που εργάζονται για μια επιχείρηση, ιδίως με την αυξημένη χρήση των πιο ευέλικτων μορφών εργασίας. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να έχουν την αρμοδιότητα να εισέρχονται σε χώρους, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών οικιών, όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται επιχειρηματικά αρχεία τα οποία ενδέχεται να συμβάλουν στη στοιχειοθέτηση ▌παράβασης του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ. Η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής θα πρέπει να γίνεται ύστερα από προηγούμενη άδεια δικαστικής αρχής. Τούτο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να αναθέτουν τα καθήκοντα εθνικής δικαστικής αρχής σε εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού η οποία ενεργεί ως δικαστική αρχή, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις.

(26)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικές αρμοδιότητες να ζητούν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, καθώς και περιπτώσεων κατάχρησης, που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ. Εδώ περιλαμβάνεται το δικαίωμα να απαιτούνται πληροφορίες που αποθηκεύονται σε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των μηνυμάτων που αποστέλλονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή συστημάτων άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων, και ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, μεταξύ άλλων στο υπολογιστικό νέφος και σε διακομιστές, υπό την προϋπόθεση ότι είναι προσβάσιμες στον αποδέκτη του αιτήματος παροχής πληροφοριών. Το εν λόγω δικαίωμα δεν θα πρέπει να οδηγεί σε υποχρεώσεις της επιχείρησης που είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας, για παράδειγμα η επιχείρηση δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται με υπερβολικές δαπάνες ούτε να υποχρεώνεται να καταβάλλει υπερβολικές προσπάθειες. Ενώ το δικαίωμα να απαιτούνται πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό παραβάσεων, τα εν λόγω αιτήματα θα πρέπει να είναι αναλογικά. Τα εν λόγω αιτήματα δεν θα πρέπει να υποχρεώνουν μια επιχείρηση να παραδεχθεί ότι έχει διαπράξει μια παράβαση, δεδομένου ότι το βάρος της απόδειξης το φέρουν οι ΕΑΑ. Η πείρα δείχνει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σε οικειοθελή βάση από τρίτους, όπως από ανταγωνιστές, πελάτες και καταναλωτές στην αγορά, μπορεί επίσης να αποτελέσουν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τεκμηριωμένη και ισχυρή επιβολή και οι ΕΑΑ πρέπει να ενθαρρύνουν την τάση αυτή.

(27)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέσα για την αποκατάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά με την επιβολή αναλογικών διορθωτικών μέτρων συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, τα οποία είναι ανάλογα προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαία για την παύση της.

(27α)  Η λήψη προσωρινών μέτρων μπορεί να είναι ένα σημαντικό μέσο προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, ενόσω μια έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, η υπό έρευνα παράβαση δεν προκαλεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στον ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα να προκύπτουν εξελίξεις στην αγορά που θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιστραφούν με οποιαδήποτε απόφαση μιας ΕΑΑ στο τέλος της διαδικασίας. Προκειμένου να αποφεύγεται η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας στον ανταγωνισμό, οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν προσωρινά μέτρα. Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει, ωστόσο, τις ΕΑΑ να επιβάλλουν προσωρινά μέτρα σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Μια απόφαση για τη λήψη προσωρινών μέτρων θα πρέπει να είναι ισχύει μόνο για μια συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είτε μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας από μια ΕΑΑ, είτε για καθορισμένη χρονική περίοδο η οποία μπορεί να ανανεωθεί εφόσον αυτό είναι απαραίτητο και ενδεδειγμένο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η καταλληλότητα των μέτρων αυτών μπορεί να επανεξετάζεται με ταχείες διαδικασίες προσφυγής. Προκειμένου να δοθεί στις αρχές ανταγωνισμού η δυνατότητα να ανταποκρίνονται σε εξελίξεις σε ταχέως μεταβαλλόμενες αγορές, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τις επιλογές που έχει στη διάθεσή της, δηλαδή είτε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ενώπιον των αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 είτε να απλουστευθεί η λήψη προσωρινών μέτρων. Θα πρέπει να διενεργήσει μελέτη και να υποβάλει τα αποτελέσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, έως τα τέλη του 2020, και, εάν κριθεί σκόπιμο, να υποβάλει σχετική νομοθετική πρόταση. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν τις συνθήκες που απαιτούνται προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ μπορούν να χρησιμοποιούν στην πράξη τα προσωρινά μέτρα.

(28)  Όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει στην απαγόρευση συμφωνίας ή πρακτικής, επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων προτείνουν στις ΕΑΑ να αναλάβουν δεσμεύσεις ικανές να παραμερίσουν τις αντιρρήσεις τους, οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να μπορούν να εκδίδουν αποφάσεις που καθιστούν υποχρεωτικές και εκτελεστές τις εν λόγω δεσμεύσεις για τις επιχειρήσεις. Κατ’ αρχήν, οι εν λόγω αποφάσεις δέσμευσης δεν ενδείκνυνται στην περίπτωση των μυστικών συμπράξεων, όπου οι ΕΑΑ θα πρέπει να επιβάλλουν πρόστιμο. Οι ▌αποφάσεις δέσμευσης θα πρέπει να διαπιστώνουν ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι ανάληψης δράσης εκ μέρους των ΕΑΑ, δίχως να καταλήγουν σε συμπέρασμα αν υπήρξε ή όχι παράβαση του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ. Οι αποφάσεις δέσμευσης δεν θίγουν την αρμοδιότητα των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών να προβαίνουν στη σχετική διαπίστωση παράβασης και να αποφασίζουν ως προς μια υπόθεση. Επιπλέον, τα αποτελεσματικά μέσα για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων με τις δεσμεύσεις και για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης έχουν αποδειχθεί κατάλληλα για τις αρχές ανταγωνισμού. Στις περιπτώσεις που έχουν υπάρξει ουσιώδεις μεταβολές σε οποιοδήποτε από τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η απόφαση, ή η επιχείρηση ενεργεί κατά παράβαση των δεσμεύσεών της, ή η απόφαση έχει βασιστεί σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες των εμπλεκόμενων μερών, οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να κινήσουν εκ νέου τη διαδικασία.

(29)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να έχουν την αρμοδιότητα να επιβάλλουν αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, είτε απευθείας οι ίδιες σε διοικητικές διαδικασίες ή να ζητούν την επιβολή προστίμων σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων από τα δικαστήρια σε ποινικές διώξεις για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

(30)  Για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων με τις αρμοδιότητες έρευνας και λήψης αποφάσεων των ΕΑΑ, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά πρόστιμα για τη μη συμμόρφωση, καθώς και περιοδικές χρηματικές ποινές ώστε να επιτυγχάνουν συμμόρφωση με τις εν λόγω αρμοδιότητες είτε απευθείας οι ίδιες σε διοικητικές διαδικασίες είτε να ζητούν την επιβολή προστίμων σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες. Αυτό δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών οι οποίες προβλέπουν την επιβολή τέτοιων προστίμων από δικαστήρια σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν θίγει ούτε τους εθνικούς κανόνες για τον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης ούτε την υποχρέωση των ΕΑΑ να εξακριβώνουν τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω κανόνες και υποχρεώσεις συνάδουν προς τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τον συνολικό κύκλο εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων.

(31)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, η έννοια της επιχείρησης, όπως περιέχεται στα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή οριζόμενη ως οικονομική μονάδα, ακόμη και αν αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν την έννοια της επιχείρησης ώστε να καθιστούν μια μητρική εταιρεία υπεύθυνη, και να της επιβάλλουν πρόστιμα, για τη συμπεριφορά μίας από τις θυγατρικές της, όταν η εν λόγω μητρική εταιρεία και η θυγατρική της αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα. Προκειμένου να αποτρέπεται η αποφυγή της ευθύνης για την καταβολή προστίμων τα οποία επιβάλλονται για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ μέσω νομικών ή οργανωτικών αλλαγών, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να εντοπίζουν τους νόμιμους ή οικονομικούς διαδόχους των υπόχρεων επιχειρήσεων και να τους επιβάλλουν πρόστιμα για παράβαση των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(32)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ αντικατοπτρίζουν την οικονομική σημασία της παράβασης, οι ΕΑΑ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα της παράβασης. Οι ΕΑΑ θα πρέπει επίσης να μπορούν να καθορίζουν πρόστιμα τα οποία είναι αναλογικά προς τη διάρκεια της παράβασης. Οι παράγοντες αυτοί θα πρέπει να εκτιμώνται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας μιας παράβασης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποφανθεί ότι πρέπει να εξετάζονται οι συνθήκες της υπόθεσης, το πλαίσιο στο οποίο διαπράχθηκε η παράβαση και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων. Παράγοντες που μπορεί να λαμβάνονται υπόψη στην εν λόγω εκτίμηση είναι ο κύκλος εργασιών για τα αγαθά και τις υπηρεσίες σε σχέση με τα οποία διαπράχθηκε η παράβαση και το μέγεθος και η οικονομική ισχύς της επιχείρησης, μεταξύ άλλων εάν πρόκειται για μικρή ή μεσαία επιχείρηση με περιορισμένο χαρτοφυλάκιο προϊόντων, καθώς αντικατοπτρίζουν την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει η επιχείρηση στην αγορά. Επιπροσθέτως, η ύπαρξη επαναλαμβανόμενων παραβάσεων από την ίδια επιχείρηση δείχνει ότι η τελευταία είναι επιρρεπής σε τέτοιου είδους παραβάσεις και αποτελεί, συνεπώς, σημαντική ένδειξη για τη σοβαρότητα της εν λόγω συμπεριφοράς και, ως εκ τούτου, για την ανάγκη αύξησης του επιπέδου της ποινής, προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Κατά τον καθορισμό του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί, οι ΕΑΑ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αξία των πωλήσεων των αγαθών και υπηρεσιών της επιχείρησης που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την παράβαση. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ΕΑΑ θα πρέπει να έχουν δικαίωμα να αυξάνουν το πρόστιμο που επιβάλλεται σε μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συνεχίζει την ίδια, ή διαπράττει παρεμφερή, παράβαση, εφόσον έχει ληφθεί απόφαση από την Επιτροπή ή από εθνική αρχή ανταγωνισμού, με την οποία διαπιστώνεται ότι η εν λόγω επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων παραβίασε τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Επιπλέον, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική βιωσιμότητα της οικείας επιχείρησης και, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4), τυχόν αποζημιώσεις που καταβάλλονται ως αποτέλεσμα συναινετικού διακανονισμού.

(33)  Η πείρα έχει δείξει ότι οι ενώσεις επιχειρήσεων διαδραματίζουν συχνά ρόλο σε παραβάσεις που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό και οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά πρόστιμα σε τέτοιου είδους ενώσεις. Κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης προκειμένου να καθοριστεί το ύψος του προστίμου σε διαδικασίες κατά ενώσεων επιχειρήσεων στις οποίες η παράβαση σχετίζεται με τις δραστηριότητες των μελών τους, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των πωλήσεων, από τις επιχειρήσεις που είναι μέλη της ένωσης, των αγαθών και υπηρεσιών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την παράβαση. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική είσπραξη των προστίμων που επιβάλλονται στις ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις που έχουν διαπράξει, είναι ανάγκη να καθορισθούν οι όροι υπό τους οποίους οι ΕΑΑ μπορούν να ζητούν την πληρωμή του προστίμου από τα μέλη της ένωσης όταν η ένωση δεν είναι αξιόχρεη. Στην περίπτωση αυτή, οι ΕΑΑ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το σχετικό μέγεθος των επιχειρήσεων που ανήκουν στην ένωση και ιδίως την κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Η πληρωμή του προστίμου από ένα ή περισσότερα μέλη μιας ένωσης πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων περί ανάκτησης του καταβληθέντος ποσού από τα λοιπά μέλη της ένωσης.

(34)  Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων διαφέρει σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη και σε ορισμένα κράτη μέλη το ανώτατο ύψος του προστίμου που μπορεί να καθοριστεί είναι πολύ χαμηλό. Για να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ μπορούν να ορίσουν αποτρεπτικά πρόστιμα, το ανώτατο ύψος του προστίμου θα πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο όχι κατώτερο από 10 % του παγκόσμιου κύκλου εργασιών της οικείας επιχείρησης. Αυτό το άρθρο δεν θα πρέπει εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν υψηλότερο ανώτατο ύψος του προστίμου.

(35)  Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τον εντοπισμό μυστικών συμπράξεων και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην αποτελεσματική δίωξη και την επιβολή κυρώσεων για τις σοβαρότερες παραβάσεις του δικαίου ανταγωνισμού. Ωστόσο, σήμερα παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Οι εν λόγω διαφορές δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου στις παραβάτριες επιχειρήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας καθώς και σχετικά με το καθεστώς απαλλαγής τους στο πλαίσιο του αντίστοιχου προγράμματος(-ων) επιεικούς μεταχείρισης. Η εν λόγω ανασφάλεια μπορεί να αποθαρρύνει δυνητικούς αιτούντες επιείκεια από το να υποβάλουν αίτηση επιείκειας. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερο αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, καθώς αποκαλύπτονται λιγότερες μυστικές συμπράξεις.

(36)  Οι διαφορές μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης σε επίπεδο κρατών μελών θέτουν επίσης σε κίνδυνο τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Πρέπει, συνεπώς, να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου με την άμβλυνση αυτών των διαφορών, μέσω της εξασφάλισης της δυνατότητας όλων των ΕΑΑ να χορηγούν απαλλαγή από την επιβολή προστίμων και να μειώνουν τα πρόστιμα, καθώς και να δέχονται συνοπτικές αιτήσεις υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ακόμα μεγαλύτερος βαθμός ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά και να ενισχυθεί η ελκυστικότητα των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης σε ολόκληρη την Ένωση, τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για την ευθυγράμμιση των όρων επιείκειας που εφαρμόζουν.

(37)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να χορηγούν στις επιχειρήσεις απαλλαγή από την επιβολή προστίμων, και μειώσεις των εν λόγω προστίμων, αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Μια επιχείρηση θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει παράσχει σε μια εθνική αρχή ανταγωνισμού αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με μια μυστική σύμπραξη τα οποία επιτρέπουν τη διαπίστωση παράβασης του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, αν η εν λόγω εθνική αρχή ανταγωνισμού δεν διέθετε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για διαπίστωση παράβασης του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την εν λόγω σύμπραξη κατά τον χρόνο υποβολής των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων από την επιχείρηση.

(38)  Οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας εγγράφως ή, κατά περίπτωση, με άλλα μέσα τα οποία δεν συνεπάγονται υποβολή εγγράφων, πληροφοριών, ή άλλου υλικού που βρίσκεται υπό την κατοχή, την επίβλεψη ή τον έλεγχο του αιτούντος. Για τον σκοπό αυτό, οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν ένα σύστημα που θα τους επιτρέπει να αποδέχονται δηλώσεις επιείκειας είτε προφορικά είτε με άλλα μέσα, μεταξύ άλλων σε ψηφιακή μορφή. Επιπλέον, προκειμένου να μειωθούν οι διοικητικές και άλλες σημαντικές επιβαρύνσεις από πλευράς χρόνου που σχετίζονται με την υποβολή πολλαπλών αιτήσεων, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στους αιτούντες να υποβάλλουν αιτήσεις επιεικούς μεταχείρισης όχι μόνο σε μία από τις επίσημες γλώσσες της οικείας ΕΑΑ, αλλά και σε κάποια από τις υπόλοιπες γλώσσες εργασίας της Ένωσης.

(39)  Με δεδομένη την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των ΕΑΑ όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχει ένα σύστημα συνοπτικών αιτήσεων που θα λειτουργεί ομαλά. Αιτούντες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση επιείκειας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά εικαζόμενη μυστική σύμπραξη θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν συνοπτικές αιτήσεις σε σχέση με την εν λόγω σύμπραξη στις ΕΑΑ που κρίνουν κατάλληλες. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να κάνουν δεκτές συνοπτικές αιτήσεις οι οποίες περιέχουν ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών όσον αφορά την εικαζόμενη σύμπραξη και να μην ζητούν πρόσθετες πληροφορίες πέραν αυτής της ελάχιστης δέσμης πληροφοριών, πριν αποφασίσουν να αναλάβουν δράση στην υπόθεση. Ωστόσο, αποτελεί ευθύνη των αιτούντων να ενημερώνουν τις ΕΑΑ στις οποίες έχουν υποβάλει συνοπτικές αιτήσεις σε περίπτωση μεταβολής της έκτασης της αίτησης επιεικούς μεταχείρισής τους προς την Επιτροπή. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να παρέχουν στους αιτούντες απόδειξη στην οποία δηλώνεται η ημερομηνία και η ώρα παραλαβής, και να ενημερώνουν τον αιτούντα αν έχουν ήδη παραλάβει προηγούμενη συνοπτική αίτηση ή αίτηση επιείκειας όσον αφορά την ίδια σύμπραξη, εκτός αν αυτό ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ακεραιότητα μιας έρευνας. Όταν η Επιτροπή αποφασίσει να μην επιληφθεί συνολικά ή μερικώς της υπόθεσης, οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να υποβάλλουν πλήρεις αιτήσεις επιείκειας στις ΕΑΑ στις οποίες έχουν υποβάλει συνοπτικές αιτήσεις.

(40)  Η ανασφάλεια δικαίου όσον αφορά την προστασία ή μη των υπαλλήλων των επιχειρήσεων από την επιβολή ατομικών κυρώσεων μπορεί να αποτρέψει τους δυνητικούς αιτούντες από την υποβολή αίτησης επιείκειας. Οι υφιστάμενοι και οι παλαιότεροι υπάλληλοι και διευθυντές επιχειρήσεων οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμων σε εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει, συνεπώς, να προστατεύονται από κυρώσεις που επιβάλλονται από δημόσιες αρχές για τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη που καλύπτεται από την αίτηση. Η προστασία αυτή θα πρέπει να εξαρτάται από την αποτελεσματική συνεργασία των εν λόγω υπαλλήλων και διευθυντών με τις οικείες ΕΑΑ και η αίτηση απαλλαγής να προηγείται χρονικά της έναρξης της ποινικής διαδικασίας.

(41)  Σε ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ των ΕΑΑ και μεταξύ των ΕΑΑ και της Επιτροπής. Ειδικότερα, όταν μια ΕΑΑ διενεργεί έλεγχο επ’ ονόματι άλλης ΕΑΑ, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, θα πρέπει να καθίσταται δυνατή η παρουσία και η συνδρομή των υπαλλήλων της αιτούσας αρχής, ώστε να αυξάνεται η αποτελεσματικότητα αυτών των ελέγχων με την παροχή πρόσθετων πόρων, γνώσεων και τεχνογνωσίας.

(42)  Ομοίως, θα πρέπει να θεσπιστούν ρυθμίσεις ώστε να μπορούν οι ΕΑΑ να ζητούν αμοιβαία συνδρομή για την κοινοποίηση προκαταρκτικών αιτιάσεων και αποφάσεων και για την εφαρμογή αποφάσεων επιβολής προστίμων ή περιοδικών ποινών, όταν η επιχείρηση δεν έχει νομική παρουσία στην επικράτειά τους. Αυτό θα διασφαλίσει την αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και θα συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ καταβάλλουν εύλογες προσπάθειες για την εκτέλεση αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές πριν ζητήσουν αμοιβαία συνδρομή, οι αρχές στις οποίες υποβάλλονται οι αιτήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται να εκτελούν τις εν λόγω αποφάσεις μόνο εφόσον η οικεία επιχείρηση δεν έχει νομική παρουσία, ή είναι προφανές ότι δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία, στο κράτος μέλος της ΕΑΑ που ζητεί αμοιβαία συνδρομή. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ αφιερώνουν επαρκείς πόρους στις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής και προκειμένου να δοθούν κίνητρα για την εν λόγω συνδρομή, οι αρχές στις οποίες υποβάλλονται οι αιτήσεις θα πρέπει να μπορούν να ανακτούν τις σχετικές δαπάνες.

(43)  Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ από τις ΕΑΑ, θα πρέπει να προβλεφθούν εφαρμόσιμοι κανόνες σχετικά με την αναστολή της παραγραφής. Ειδικότερα, σε ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων, οι εθνικές προθεσμίες παραγραφής θα πρέπει να αναστέλλονται κατά τη διάρκεια διαδικασιών ενώπιον ΕΑΑ άλλου κράτους μέλους ή της Επιτροπής. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν απόλυτες προθεσμίες παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια αυτών των απόλυτων χρονικών ορίων δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη, ούτε δυσχεραίνει υπερβολικά, την αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

(44)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και ουσιαστική αντιμετώπιση των υποθέσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, στα κράτη μέλη στα οποία μια εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού είναι αρμόδια για τη διερεύνηση παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και μια εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού είναι αρμόδια για την έκδοση αποφάσεων διαπίστωσης της παράβασης και/ή επιβολής του προστίμου, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι σε θέση να προσφεύγουν απευθείας ενώπιον της εθνικής δικαστικής αρχής ανταγωνισμού. Επίσης, στον βαθμό που τα εθνικά δικαστήρια ενεργούν ως αναθεωρητικά δικαστήρια σε διαδικασίες με τις οποίες προσβάλλονται αποφάσεις επιβολής των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει αυτοτελώς να έχουν πλήρες δικαίωμα να συμμετέχουν, ως ενάγουσες, εναγόμενες ή αντίδικοι, στις εν λόγω διαδικασίες και να απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων με τους διαδίκους στις εν λόγω διαδικασίες.

(45)  Ο κίνδυνος δημοσιοποίησης αυτοενοχοποιητικού υλικού εκτός του πλαισίου της έρευνας για τους σκοπούς της οποίας προσκομίζεται μπορεί να αποθαρρύνει δυνητικούς αιτούντες επιείκεια από τη συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού. Ως αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της μορφής στην οποία υποβάλλονται οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης, οι πληροφορίες που προέρχονται από την πρόσβαση σε φακέλους δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον όπου είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών σε ορισμένες πολύ περιορισμένες υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση στην οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρχές ανταγωνισμού να δημοσιεύουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.

(46)  Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο κατά την επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζουν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ανεξαρτήτως αν είναι σε γραπτή, προφορική ή εγγεγραμμένη μορφή, συμπεριλαμβανομένων των κρυφών εγγραφών από νομικά ή φυσικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποτελούν τη μοναδική πηγή αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό δεν θίγει το δικαίωμα ακρόασης.

(47)  Για να υποστηριχθεί η στενή συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει τη διατήρηση, ανάπτυξη, φιλοξενία, λειτουργία και υποστήριξη ενός κεντρικού πληροφοριακού συστήματος (σύστημα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού) σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα εμπιστευτικότητας, προστασίας και ασφάλειας των δεδομένων. Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού βασίζεται στη διαλειτουργικότητα για την ουσιαστική και αποτελεσματική λειτουργία του. Ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος διατήρησης, ανάπτυξης, φιλοξενίας, λειτουργίας και υποστήριξης του κεντρικού πληροφοριακού συστήματος, καθώς και τις λοιπές διοικητικές δαπάνες οι οποίες προκύπτουν σε σχέση με τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, και ειδικά τις δαπάνες που σχετίζονται με τη διοργάνωση των συναντήσεων. Έως το 2020, οι δαπάνες του συστήματος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού προβλέπεται να καλυφθούν από το πρόγραμμα σχετικά με λύσεις και κοινά πλαίσια διαλειτουργικότητας για τις ευρωπαϊκές δημόσιες διοικήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες (πρόγραμμα ISA2), με την επιφύλαξη των διαθέσιμων πόρων και των κριτηρίων επιλεξιμότητας και ιεράρχησης του προγράμματος.

(48)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, συγκεκριμένα να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και τους πόρους, καθώς και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς μόνον από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της απαιτούμενης αποτελεσματικότητας και συνέπειας στην εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης και μόνο, κυρίως λόγω του γεωγραφικού εύρους της, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(49)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(5), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να επισυνάπτουν στην κοινοποίηση των εθνικών μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, όταν δικαιολογείται, και ένα ή περισσότερα έγγραφα που διευκρινίζουν τον δεσμό ανάμεσα στα στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα τμήματα των εθνικών πράξεων μεταφοράς. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και τους πόρους, καθώς και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, ώστε να μην υφίστανται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και να μην περιέρχονται οι επιχειρήσεις, ιδίως οι μικρές και μεσαίες, και οι καταναλωτές σε μειονεκτική θέση ως αποτέλεσμα εθνικών διατάξεων και μέτρων που εμποδίζουν τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να επιβάλλουν αποτελεσματικά την εφαρμογή των κανόνων. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καλύπτει την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και τις διατάξεις του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού που εφαρμόζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ στην ίδια υπόθεση, με εξαίρεση το άρθρο 29 παράγραφος 2 το οποίο επεκτείνεται και στο εθνικό δίκαιο ανταγωνισμού, όταν εφαρμόζεται μόνον αυτό.

2.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και του συστήματος στενής συνεργασίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)  «εθνική αρχή ανταγωνισμού»: αρχή που έχει οριστεί από κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ως αρμόδια για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν μία ή περισσότερες διοικητικές αρχές (εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού), καθώς και δικαστικές αρχές (εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού) για την άσκηση των εν λόγω λειτουργιών·

(2)  «αρχή ανταγωνισμού»: η εθνική αρχή ανταγωνισμού ή η Επιτροπή ή και οι δύο, ανάλογα με το πλαίσιο·

(3)  «Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού»: το δίκτυο δημόσιων αρχών που αποτελείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και την Επιτροπή με σκοπό να αποτελέσει δημόσιο χώρο συζήτησης και συνεργασίας για την εφαρμογή και επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ·

(4)  «διατάξεις εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού»: οι διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με την ενωσιακή αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, με εξαίρεση τη χρήση πληροφοριών που έχουν ληφθεί από δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή από υπομνήματα για διακανονισμό, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2, και οι οποίες δεν περιλαμβάνουν διατάξεις εθνικού δικαίου που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα·

(5)  «εθνικό δικαστήριο»: εθνικό δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ·

(6)  «αναθεωρητικό δικαστήριο»: εθνικό δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα να αναθεωρεί, μέσω τακτικών ένδικων μέσων, αποφάσεις εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή δικαστικές αποφάσεις που αποφαίνονται επ’ αυτών των αποφάσεων, ασχέτως αν αυτό το ίδιο το δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα διαπίστωσης παραβάσεων του δικαίου ανταγωνισμού·

(7)  «διαδικασία»: διαδικασία ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, η οποία διαρκεί έως ότου η εν λόγω αρχή περατώσει την εν λόγω διαδικασία λαμβάνοντας απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 ή στο άρθρο 11, ή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους της, ή, στην περίπτωση της Επιτροπής, η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, η οποία διαρκεί έως ότου η τελευταία περατώσει τη διαδικασία λαμβάνοντας απόφαση κατ’ εφαρμογή των άρθρων 7, 9 ή 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους της·

(8)  «επιχείρηση»: κατά την έννοια των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, οποιαδήποτε οντότητα ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος της και του τρόπου με τον οποίο χρηματοδοτείται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

(9)  «μυστικές συμπράξεις (καρτέλ)»: συμφωνίες και/ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανταγωνιστών που αποσκοπούν στον συντονισμό της ανταγωνιστικής τους συμπεριφοράς στην αγορά και/ή στον επηρεασμό των σχετικών παραμέτρων ανταγωνισμού μέσω πρακτικών, όπως ο καθορισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, η παροχή ποσοστώσεων παραγωγής ή πωλήσεων, η κατανομή των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, ο περιορισμός των εισαγωγών ή εξαγωγών και/ή αντιανταγωνιστικές ενέργειες σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, οι οποίες δεν είναι, εν μέρει ή απολύτως, γνωστές σε άλλους εκτός των συμμετεχόντων·

(10)  «απαλλαγή από την επιβολή προστίμων»: μη επιβολή προστίμου σε επιχείρηση για τη συμμετοχή της σε μυστική σύμπραξη, ως επιβράβευση για τη συνεργασία της με αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·

(11)  «μείωση προστίμων»: επιβολή μειωμένου προστίμου σε σύγκριση με τα πρόστιμα που θα επιβάλλονταν διαφορετικά σε μια επιχείρηση για τη συμμετοχή της σε μυστική σύμπραξη, ως επιβράβευση για τη συνεργασία της με αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·

(12)  «επιεικής μεταχείριση»: αφενός η απαλλαγή από την επιβολή προστίμων και αφετέρου η μείωση των προστίμων·

(13)  «πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης»: πρόγραμμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού, βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε μυστική σύμπραξη, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία όσον αφορά τη σύμπραξη και τον ρόλο του σε αυτή, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει, με απόφαση ή με διακοπή της διαδικασίας, απαλλαγή από την επιβολή προστίμων για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη ή μείωση των εν λόγω προστίμων·

(14)  «δήλωση επιεικούς μεταχείρισης»: η προφορική ή γραπτή αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο, ή για λογαριασμό τους, σε αρχή ανταγωνισμού, ή αντίγραφό της, στην οποία περιγράφονται τα στοιχεία που γνωρίζουν για τη μυστική σύμπραξη (καρτέλ) η επιχείρηση ή το φυσικό πρόσωπο και ο ρόλος τους σε αυτή, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό την υποβολή της στην αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθεί απαλλαγή από την επιβολή προστίμων ή μείωσή τους κατ’ εφαρμογή προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, εξαιρουμένων προϋπαρχουσών πληροφοριών·

(15)  «προϋπάρχουσες πληροφορίες»: αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία αρχής ανταγωνισμού, ασχέτως αν περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού·

(16)  «υπόμνημα για διακανονισμό»: η αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση, ή για λογαριασμό της, σε αρχή ανταγωνισμού, στην οποία η εν λόγω επιχείρηση παραδέχεται ή δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε παράβαση του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και την ευθύνη της για την εν λόγω παράβαση, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό να μπορέσει η αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει απλουστευμένη ή ταχεία διαδικασία·

(17)  «αιτών»: επιχείρηση που υποβάλλει αίτηση για απαλλαγή ή μείωση των προστίμων στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·

(18)  «αιτούσα αρχή»: εθνική αρχή ανταγωνισμού η οποία υποβάλλει αίτημα αμοιβαίας συνδρομής κατ’ εφαρμογή των άρθρων 23, 24 ή 25·

(19)  «αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση»: εθνική αρχή ανταγωνισμού η οποία παραλαμβάνει αίτημα αμοιβαίας συνδρομής και, στην περίπτωση αιτήματος αμοιβαίας συνδρομής που αναφέρεται στα άρθρα 24 και 25, ενδεχομένως η αρμόδια δημόσια υπηρεσία, αρχή ή τμήμα που έχει την κύρια αρμοδιότητα για την επιβολή αυτών των αποφάσεων βάσει των εθνικών διατάξεων, κανονισμών και διοικητικών πρακτικών.

Όλες οι αναφορές στην εφαρμογή, και τις παραβάσεις, των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ θεωρείται ότι περιλαμβάνουν την παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 3

Διασφαλίσεις

1.  Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού συνάδει με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Ειδικότερα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών υπόκειται στις κατάλληλες διασφαλίσεις όσον αφορά τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ διεξάγονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, πριν από τη λήψη απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού εκδίδουν κοινοποίηση αιτιάσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΡΟΙ

Άρθρο 4

Ανεξαρτησία

1.  Προκειμένου να κατοχυρωθεί η ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω αρχές εκτελούν τα καθήκοντα και ασκούν τις αρμοδιότητές τους με αμεροληψία και προς το συμφέρον της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης επιβολής των εν λόγω διατάξεων, υποκείμενες σε αναλογικές απαιτήσεις λογοδοσίας και με την επιφύλαξη της στενής συνεργασίας μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

2.  Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντα και να ασκούν τις αρμοδιότητές τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις·

β)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από οποιονδήποτε κρατικό ή άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ·

γ)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού απέχουν από κάθε πράξη η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων, για εύλογο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, απέχουν από οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με συγκεκριμένη υπόθεση με την οποία είχαν ασχοληθεί όταν εργάζονταν στην εθνική αρχή ανταγωνισμού·

δ)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να αποπεμφθούν, μόνον αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ή αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι λόγοι αποπομπής θα πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία. Δεν αποπέμπονται για λόγους που συνδέονται με την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2·

ε)  οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την αρμοδιότητα να καθορίζουν τις προτεραιότητές τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2. Στον βαθμό που οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού υποχρεούνται να εξετάζουν τις καταγγελίες που υποβάλλονται επισήμως, αυτό περιλαμβάνει την αρμοδιότητα των εν λόγω αρχών να απορρίπτουν καταγγελίες με την αιτιολογία ότι δεν τις θεωρούν προτεραιότητα, εξαιρουμένων των καταγγελιών που προέρχονται από οικείες εθνικές δημόσιες αρχές, εφόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο. Τούτο δεν θίγει την αρμοδιότητα των εθνικών αρχών ανταγωνισμού να απορρίπτουν καταγγελίες για άλλους λόγους που ορίζονται από την εθνική νομοθεσία. Η απόρριψη μιας καταγγελίας που έχει υποβληθεί επισήμως υπόκειται σε πραγματική προσφυγή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

ε α)  Τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού επιλέγονται και διορίζονται σύμφωνα με σαφείς και διαφανείς διαδικασίες επιλογής και πρόσληψης που καθορίζονται εκ των προτέρων.

Άρθρο 5

Πόροι

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν επαρκές ειδικευμένο προσωπικό και επαρκείς οικονομικούς, τεχνικούς και τεχνολογικούς πόρους για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.  Η εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού περιλαμβάνει: τη διενέργεια ερευνών με σκοπό την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ· τη λήψη αποφάσεων που εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού αριθ. 1/2003· την παροχή συμβουλών· και τη στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

2α.  Με την επιφύλαξη των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων και διαδικασιών, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν ανεξαρτησία ως προς τη χρήση του χορηγούμενου προϋπολογισμού για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους όπως ορίζονται στο άρθρο 2.

2β.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού υποβάλλουν διαθέσιμες στο κοινό περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες και τους πόρους τους σε κρατικό ή κοινοβουλευτικό όργανο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω εκθέσεις περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τους διορισμούς και τις αποπομπές μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων, το ύψος των πόρων που διατέθηκαν το συγκεκριμένο έτος και τυχόν τροποποιήσεις του εν λόγω ποσού σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, και διαβιβάζονται σε επίπεδο Ένωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 6

Αρμοδιότητα διενέργειας ελέγχων σε χώρους επιχειρήσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να διενεργούν όλους τους αναγκαίους αιφνιδιαστικούς ελέγχους σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν προηγούμενη άδεια εθνικής δικαστικής αρχής για τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για τη διενέργεια ελέγχου έχουν κατ’ ελάχιστο την αρμοδιότητα:

α)  να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·

β)  να ελέγχουν τα βιβλία, καθώς και άλλα αρχεία που σχετίζονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πρόσβασης σε πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η υπό έλεγχο οντότητα·

γ)  να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων και αρχείων και, όταν το κρίνουν αναγκαίο, να συνεχίζουν την έρευνα των εν λόγω αντιγράφων ή αποσπασμάτων στους χώρους τους ή σε άλλους καθορισμένους χώρους·

δ)  να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο και στον βαθμό που απαιτούνται για τον έλεγχο·

ε)  να ζητούν από οποιονδήποτε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων εξηγήσεις για τα πραγματικά περιστατικά ή τα έγγραφα που συνδέονται με το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν την απάντηση.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται να υποβάλλονται στους ελέγχους που διενεργούνται από τις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού. Όταν μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων αντιτίθεται σε έλεγχο ο οποίος διατάσσεται από εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού ή για τον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από εθνική δικαστική αρχή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να προσφεύγουν στην αναγκαία συνδρομή της αστυνομίας ή ισοδύναμης υπηρεσίας επιβολής του νόμου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διενέργεια του ελέγχου. Η εν λόγω συνδρομή μπορεί επίσης να ληφθεί ως προληπτικό μέτρο.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητα ελέγχου άλλων χώρων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι βιβλία ή άλλα αρχεία που συνδέονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα και το αντικείμενο του ελέγχου τα οποία ενδέχεται να είναι σημαντικά για την απόδειξη ▌παράβασης του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ φυλάσσονται σε χώρους εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 6, σε γήπεδα ή σε μεταφορικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των διευθυντών, διοικητικών στελεχών και λοιπών μελών του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να διενεργούν αιφνιδιαστικούς ελέγχους στους εν λόγω χώρους, γήπεδα και μεταφορικά μέσα.

2.  Οι εν λόγω έλεγχοι δεν ▌διενεργούνται χωρίς προηγούμενη άδεια εθνικής δικαστικής αρχής, η οποία παραθέτει ρητώς τα αποδεικτικά στοιχεία για τις εύλογες υπόνοιες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από τα εθνικά δικαστήρια για τη διενέργεια ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαθέτουν τουλάχιστον τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) και στο άρθρο 6 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Αιτήματα παροχής πληροφοριών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται ▌να ζητούν από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ εντός συγκεκριμένης και εύλογης προθεσμίας. Τα εν λόγω αιτήματα παροχής πληροφοριών είναι συγκεκριμένα και αναλογικά και δεν υποχρεώνουν τον αποδέκτη του αιτήματος να παραδεχθεί την ύπαρξη παράβασης των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Η υποχρέωση αυτή καλύπτει τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων.

Άρθρο 9

Διαπίστωση και παύση της παράβασης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαπιστώνουν παράβαση του άρθρου 101 ή 102 της ΣΛΕΕ, δύνανται να επιβάλλουν με απόφασή τους στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την υποχρέωση να θέσουν τέλος στην εν λόγω παράβαση. Για τον σκοπό αυτό, δύνανται να επιβάλλουν τυχόν μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, τα οποία είναι αναλογικά προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαία για την αποτελεσματική παύση της.Εάν δύο διορθωτικά μέτρα είναι εξίσου αποτελεσματικά, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να προτιμούν αυτό που συνεπάγεται μικρότερη επιβάρυνση για την επιχείρηση. Εφόσον έχουν σχετικό έννομο συμφέρον, μπορούν επίσης να προβαίνουν στη διαπίστωση ότι μια παράβαση έχει διαπραχθεί στο παρελθόν.

1α.  Στις περιπτώσεις που οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού αποφασίζουν ότι δεν υπάρχει λόγος να συνεχιστεί η διαδικασία για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, περατώνουν τη διαδικασία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 10

Προσωρινά μέτρα

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, μπορούν να διατάξουν με απόφασή τους τη λήψη προσωρινών μέτρων, τουλάχιστον σε περίπτωση κατεπείγοντος λόγω κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού και με βάση την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παράβασης του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ. Η εν λόγω απόφαση είναι αναλογική και εφαρμόζεται είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο είναι δυνατό να παραταθεί εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο και ενδεδειγμένο, είτε έως ότου ληφθεί τελική απόφαση. Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού ενημερώνεται σχετικά με τα μέτρα αυτά και την εφαρμογή τους.

1α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η καταλληλότητα των προσωρινών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορεί να επανεξετάζεται με ταχείες διαδικασίες προσφυγής.

Άρθρο 11

Δεσμεύσεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στο πλαίσιο διαδικασιών που έχουν κινηθεί με σκοπό την έκδοση απόφασης με την οποία απαιτείται η παύση μιας παράβασης του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται με απόφασή τους, αφού ζητήσουν τη γνώμη των συμμετεχόντων στην αγορά, να καθιστούν υποχρεωτικές τις δεσμεύσεις που προσφέρονται να αναλάβουν οι επιχειρήσεις προκειμένου να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις των εν λόγω αρχών. Η εν λόγω απόφαση δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να διαπιστώνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι ανάληψης δράσης από την οικεία εθνική αρχή ανταγωνισμού.

1α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν πραγματικές αρμοδιότητες για την παρακολούθηση της εφαρμογής των δεσμεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

1β.  Στις περιπτώσεις που η οικεία επιχείρηση ενεργεί αντίθετα προς την απόφαση δέσμευσης, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να κινούν εκ νέου τη διαδικασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΠΡΟΣΤΙΜΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 12

Πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων

1.  Με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται είτε να επιβάλλουν με απόφασή τους στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας είτε να ζητούν σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες, να επιβάλλονται αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά χρηματικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων, όταν αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραβιάζουν τα άρθρα 101 ή 102 της ΣΛΕΕ.

2.  Με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται είτε να επιβάλλουν με απόφασή τους στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας είτε να ζητούν σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες, να επιβληθούν αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά χρηματικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, τα οποία καθορίζονται αναλογικά προς τον συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών τους, όταν αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α)  δεν συμμορφώνονται με έλεγχο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 2·

β)  διαρρηγνύονται σφραγίδες οι οποίες τοποθετήθηκαν από υπαλλήλους ή λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

γ)  σε ερώτηση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε) δίνουν ανακριβή ή παραπλανητική απάντηση, παραλείπουν ή αρνούνται να δώσουν πλήρη απάντηση ή παραλείπουν να διορθώσουν εντός της προθεσμίας που έθεσε η εθνική αρχή ανταγωνισμού ανακριβή, ελλιπή ή παραπλανητική απάντηση που έδωσε μέλος του προσωπικού τους·

δ)  παρέχουν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, απαντώντας σε αίτημα ▌που αναφέρεται στο άρθρο 8, ή δεν παρέχουν πληροφορίες εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας·

ε)  δεν συμμορφώνονται με απόφαση που αναφέρεται στα άρθρα 9, 10 και 11.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η έννοια της επιχείρησης εφαρμόζεται για τον σκοπό της επιβολής προστίμων τόσο στις μητρικές εταιρείες όσο και στους νόμιμους και οικονομικούς διαδόχους των επιχειρήσεων.

Άρθρο 13

Υπολογισμός του ύψους των προστίμων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τον καθορισμό του ύψος του προστίμου από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για παράβαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει παράγοντες όπως το μέγεθος της επιχείρησης και η ισχύς της στην αγορά, καθώς και το αν πρόκειται για επαναλαμβανόμενη παράβαση.

1α.  Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου που πρέπει να επιβληθεί ως αποτέλεσμα της παράβασης των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/104/ΕΕ, να λαμβάνουν υπόψη τυχόν αποζημιώσεις που καταβάλλονται ως αποτέλεσμα συναινετικού διακανονισμού.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που επιβάλλεται πρόστιμο σε ένωση επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου εργασιών των μελών της και η ένωση δεν είναι αξιόχρεη, η ένωση υποχρεούται να ζητήσει συνεισφορές από τα μέλη της προκειμένου να καλύψει το ποσό του προστίμου.

Όταν κρίνεται αναγκαίο για τη διασφάλιση της ολοσχερούς καταβολής του προστίμου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν δικαίωμα να απαιτούν την πληρωμή του εκκρεμούντος ποσού του προστίμου από οποιαδήποτε επιχείρηση εκπρόσωποι της οποίας συμμετείχαν στα όργανα λήψης αποφάσεων της ένωσης. Στον βαθμό που εξακολουθεί να είναι αναγκαίο, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν επίσης δικαίωμα να απαιτούν την πληρωμή του εκκρεμούντος ποσού του προστίμου από οποιοδήποτε μέλος της ένωσης δραστηριοποιούνταν στην αγορά στην οποία διαπιστώθηκε η παράβαση. Ωστόσο, δυνάμει της παρούσας παραγράφου δεν απαιτείται πληρωμή από τις επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι δεν εφάρμοσαν την παράνομη απόφαση της ένωσης και είτε δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξή της είτε αποστασιοποιήθηκαν ενεργά από αυτήν πριν αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης.

Άρθρο 14

Ανώτατο ύψος του προστίμου

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ανώτατο ύψος του προστίμου που μπορεί να επιβάλλει εθνική αρχή ανταγωνισμού σε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε παράβαση των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο χαμηλότερο από το 10% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της κατά το οικονομικό έτος που προηγείται της απόφασης.

2.  Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το ανώτατο ύψος του προστίμου δεν καθορίζεται σε επίπεδο χαμηλότερο από το 10 % του αθροίσματος του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών κάθε μέλους που δραστηριοποιείται στην αγορά που επηρεάζεται από την παράβαση που διέπραξε η ένωση. Ωστόσο, η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης όσον αφορά την καταβολή του προστίμου δεν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που ορίζεται βάσει της παραγράφου 1.

Άρθρο 15

Περιοδικές χρηματικές ποινές

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται με απόφασή τους να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές περιοδικές χρηματικές ποινές σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων, οι οποίες καθορίζονται αναλογικά προς τον καθημερινό συνολικό κύκλο εργασιών τους, προκειμένου να τις υποχρεώσουν:

α)  να υποβληθούν σε έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2,

β)   να παράσχουν πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8,

γ)   να συμμορφωθούν με απόφαση που αναφέρεται στα άρθρα 9, 10 και 11.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΠΙΕΙΚΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Άρθρο 16

Απαλλαγή από την επιβολή προστίμων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία τους επιτρέπουν να χορηγούν απαλλαγή από την επιβολή προστίμων σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη συμμετοχή σε μυστική σύμπραξη.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εν λόγω απαλλαγή όσον αφορά τη συμμετοχή σε μυστική σύμπραξη χορηγείται μόνον αν η επιχείρηση

α)  πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 18·

β)  αποκαλύπτει τη συμμετοχή της σε μυστική σύμπραξη και

γ)  είναι η πρώτη που προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία:

i.  κατά τον χρόνο παραλαβής της αίτησης από την εθνική αρχή ανταγωνισμού επιτρέπουν στην εθνική αρχή ανταγωνισμού να διενεργήσει στοχευμένο έλεγχο αναφορικά με τη μυστική σύμπραξη, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρχή δεν είχε έως τότε στην κατοχή της αποδεικτικά στοιχεία για διενέργεια ελέγχου αναφορικά με τη μυστική σύμπραξη ή δεν είχε ήδη διενεργήσει τέτοιο έλεγχο· ή

ii.  κατά την άποψη της εθνικής αρχής ανταγωνισμού καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση παράβασης του δικαίου ανταγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η εθνική αρχή ανταγωνισμού δεν είχε έως τότε στην κατοχή της αποδεικτικά στοιχεία για τη διαπίστωση της εν λόγω παράβασης και ότι καμία άλλη επιχείρηση δεν πληρούσε στο παρελθόν τις προϋποθέσεις για χορήγηση απαλλαγής δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο γ) περίπτωση i. όσον αφορά την ίδια σύμπραξη.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι επιχειρήσεις είναι επιλέξιμες για απαλλαγή από την επιβολή προστίμου, με εξαίρεση τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει μέτρα για να αναγκάσουν άλλες επιχειρήσεις να συμμετάσχουν σε μυστική σύμπραξη.

3α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ενημερώνουν τον αιτούντα απαλλαγή εάν του έχει χορηγηθεί απαλλαγή υπό όρους. Ο αιτών απαλλαγή μπορεί να ζητήσει να ενημερωθεί εγγράφως από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού σχετικά με την έκβαση της αίτησής του. Σε περίπτωση απόρριψης, ο αιτών μπορεί να ζητήσει από την εθνική αρχή ανταγωνισμού να εξετάσει το αίτημά του για μείωση του προστίμου.

Άρθρο 17

Μείωση προστίμων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία τους επιτρέπουν να χορηγούν μείωση προστίμων σε επιχειρήσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για απαλλαγή.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι χορηγείται μείωση προστίμων μόνον αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 και αν ο αιτών αποκαλύψει τη συμμετοχή του σε μυστική σύμπραξη και παράσχει στην εθνική αρχή ανταγωνισμού αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη τα οποία αντιπροσωπεύουν σημαντική προστιθέμενη αξία όσον αφορά την απόδειξη παράβασης του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή αντίστοιχης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της εθνικής αρχής ανταγωνισμού όταν υποβάλλεται η αίτηση.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται να χορηγούν πρόσθετη μείωση προστίμων αν ο αιτών υποβάλει στοιχεία τα οποία χρησιμοποιεί η εθνική αρχή ανταγωνισμού, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω επιβεβαίωσή τους, για την απόδειξη περαιτέρω πραγματικών περιστατικών τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα αύξηση των προστίμων σε σύγκριση με τα πρόστιμα που θα είχαν επιβληθεί σε άλλη περίπτωση στους συμμετέχοντες στη μυστική σύμπραξη. Η μείωση των προστίμων για τον αιτούντα είναι αναλογική προς την εν λόγω αύξηση των προστίμων.

Άρθρο 18

Γενικές προϋποθέσεις για την επιεική μεταχείριση

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για να είναι επιλέξιμος για επιεική μεταχείριση, ο αιτών πρέπει να πληροί τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:

α)  διέκοψε τη συμμετοχή του στην εικαζόμενη σύμπραξη αμέσως μετά την υποβολή της αίτησής του, με εξαίρεση ό,τι, κατά την κρίση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού, θα ήταν ευλόγως αναγκαίο προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της έρευνάς της·

β)  συνεργάζεται ειλικρινά, πλήρως, σε διαρκή βάση και ταχέως με την εθνική αρχή ανταγωνισμού από την υποβολή της αίτησής του και έως την περάτωση της διαδικασίας όσον αφορά όλα τα υπό έρευνα μέρη με την έκδοση απόφασης ή έως την περάτωση της διαδικασίας με άλλο τρόπο από την εν λόγω αρχή. Η εν λόγω συνεργασία περιλαμβάνει τα εξής:

i.  παρέχει πάραυτα στην εθνική αρχή ανταγωνισμού όλες τις σχετικές πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή ή στη διάθεσή του σχετικά με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη, και ειδικότερα:

- το όνομα και τη διεύθυνση της νομικής οντότητας που υποβάλλει την αίτηση απαλλαγής·

- τα ονόματα όλων των άλλων επιχειρήσεων που συμμετέχουν ή έχουν συμμετάσχει στην εικαζόμενη μυστική σύμπραξη·

- λεπτομερή περιγραφή της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων και των περιοχών που επηρεάζονται, της διάρκειας και της φύσης της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης·

- αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη που είναι διαθέσιμα στον αιτούντα·

- πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε αίτηση επιείκειας που έχει υποβληθεί στο παρελθόν ή ενδέχεται να υποβληθεί στο μέλλον σε οποιαδήποτε άλλη εθνική αρχή ανταγωνισμού ή στην Επιτροπή σε σχέση με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη.

ii.  παραμένει στη διάθεση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού προκειμένου να απαντήσει σε οποιοδήποτε αίτημα που μπορεί να συμβάλλει στην τεκμηρίωση των πραγματικών περιστατικών·

iii.  θέτει υφιστάμενους (και, ει δυνατόν, πρώην) υπαλλήλους και διευθυντικά στελέχη στη διάθεση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού για συνεντεύξεις·

iv.  δεν καταστρέφει, παραποιεί ή αποκρύπτει συναφείς πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία· και

v.  δεν αποκαλύπτει την υποβολή, ή το περιεχόμενο, της αίτησης προς την εθνική αρχή ανταγωνισμού προτού η εθνική αρχή ανταγωνισμού εκδώσει αιτιάσεις στο πλαίσιο της κινηθείσας διαδικασίας, εκτός αν υπάρξει διαφορετική συμφωνία· και

γ)  όταν εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης προς την εθνική αρχή ανταγωνισμού, δεν πρέπει:

i.  να έχει καταστρέψει, παραποιήσει ή αποκρύψει αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη· ή

ii.  να έχει αποκαλύψει το γεγονός ή οτιδήποτε από το περιεχόμενο της σκοπούμενης αίτησής του, παρά μόνο σε άλλες αρχές ανταγωνισμού.

Άρθρο 19

Μορφή των αιτήσεων επιείκειας

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αιτούντες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας εγγράφως, και ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν σύστημα που καθιστά δυνατή την παραλαβή δηλώσεων επιείκειας προφορικά ή με άλλα μέσα που δεν συνεπάγονται την υποβολή εγγράφων, πληροφοριών ή άλλου υλικού που βρίσκεται υπό την κατοχή, την επίβλεψη ή τον έλεγχο του αιτούντος. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, η παραλαβή της αίτησης επιείκειας βεβαιώνεται εγγράφως από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

1α.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αιτήσεις επιείκειας μπορούν να υποβληθούν σε μία από τις αντίστοιχες επίσημες γλώσσες της οικείας εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή σε μία από τις γλώσσες εργασίας της Ένωσης.

Άρθρο 20

Αριθμός προτεραιότητας για επίσημη αίτηση απαλλαγής

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για απαλλαγή μπορούν αρχικώς να υποβάλουν αίτηση για αριθμό προτεραιότητας στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Ο αριθμός προτεραιότητας κατοχυρώνει τη θέση του αιτούντα στη σειρά για ένα διάστημα που καθορίζεται κατά περίπτωση από την εθνική αρχή ανταγωνισμού που παραλαμβάνει την αίτηση για αριθμό προτεραιότητας. Αυτό επιτρέπει στον αιτούντα να συγκεντρώσει τις αναγκαίες πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να συμμορφωθεί με τις σχετικές ελάχιστες προϋποθέσεις όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία για τη χορήγηση απαλλαγής.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αιτήσεις για αριθμό προτεραιότητας μπορούν να υποβληθούν σε μία από τις αντίστοιχες επίσημες γλώσσες της οικείας εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή σε μία από τις γλώσσες εργασίας της Ένωσης.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη χορήγηση ή μη αριθμού προτεραιότητας. Η χορήγηση αριθμού προτεραιότητας είναι δυνατή μόνο εφόσον η επιχείρηση παράσχει στην εθνική αρχή ανταγωνισμού όλες τις παρακάτω πληροφορίες:

α) το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος·

β) τη βάση του προβληματισμού που οδήγησε στην υποβολή αίτησης επιείκειας·

γ) τα ονόματα όλων των άλλων επιχειρήσεων που συμμετέχουν ή έχουν συμμετάσχει στην εικαζόμενη μυστική σύμπραξη·

δ) τα θιγόμενα προϊόντα και περιοχές·

ε) τη διάρκεια και τη φύση της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης·

στ) πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε αίτηση επιείκειας που έχει υποβληθεί στο παρελθόν ή ενδέχεται να υποβληθεί στο μέλλον σε οποιαδήποτε άλλη αρχή ανταγωνισμού σε σχέση με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, αν ο αιτών ολοκληρώσει τη διαδικασία εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, οι πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται θεωρείται ότι υποβλήθηκαν κατά τον χρόνο χορήγησης του αριθμού προτεραιότητας.

3α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για μείωση προστίμων δύνανται αρχικώς να υποβάλουν αίτηση για αριθμό προτεραιότητας στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Όσον αφορά τον εν λόγω αριθμό προτεραιότητας, οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 21

Συνοπτικές αιτήσεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι αιτούντες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση επιείκειας, είτε αιτούμενοι αριθμό προτεραιότητας είτε υποβάλλοντας πλήρη αίτηση, στην Επιτροπή όσον αφορά εικαζόμενη μυστική σύμπραξη μπορούν να καταθέτουν συνοπτική αίτηση όσον αφορά την εν λόγω σύμπραξη στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού τις οποίες ο αιτών κρίνει κατάλληλες να επιληφθούν της υπόθεσης.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συνοπτικές αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν σε μία από τις αντίστοιχες επίσημες γλώσσες της οικείας εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή σε κάποια άλλη γλώσσα εργασίας της Ένωσης.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού κάνουν δεκτές συνοπτικές αιτήσεις υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε μία από τις μορφές που ορίζονται στο άρθρο 19, αφορούν το ίδιο προϊόν, την ίδια γεωγραφική περιοχή και την ίδια χρονική διάρκεια με την αίτηση επιείκειας που έχει υποβληθεί στην Επιτροπή και περιλαμβάνουν σύντομη περιγραφή των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο α) και στοιχεία γ) έως στ), καθώς και πληροφοριών σχετικά με το κράτος μέλος στο οποίο είναι πιθανόν να βρίσκονται τα αποδεικτικά στοιχεία, εφόσον αυτές είναι γνωστές στον αιτούντα κατά την υποβολή ▌.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν ζητούν από τον αιτούντα πληροφορίες ▌πριν ζητήσουν την υποβολή πλήρους αίτησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού που παραλαμβάνουν συνοπτική αίτηση παρέχουν στον αιτούντα απόδειξη στην οποία αναφέρεται η ημερομηνία και η ώρα παραλαβής. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, η παραλαβή της συνοπτικής αίτησης βεβαιώνεται εγγράφως από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού που παραλαμβάνουν συνοπτική αίτηση εξακριβώνουν αν έχουν ήδη παραλάβει προηγούμενη συνοπτική αίτηση ή αίτηση επιείκειας όσον αφορά την ίδια εικαζόμενη μυστική σύμπραξη κατά τον χρόνο παραλαβής της και, αν κάτι τέτοιο δεν ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ακεραιότητα της έρευνας, ενημερώνουν σχετικά τον αιτούντα.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αιτούντες έχουν την ευκαιρία να υποβάλλουν πλήρεις αιτήσεις επιείκειας, ολοκληρώνοντας τις συνοπτικές αιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προς τις συναφείς εθνικές αρχές ανταγωνισμού, μόνον αφότου η Επιτροπή ενημερώσει τις εν λόγω αρχές ότι δεν προτίθεται να επιληφθεί της υπόθεσης, συνολικά ή εν μέρει. Η Επιτροπή ενημερώνει τις συναφείς εθνικές αρχές ανταγωνισμού ανά τακτά διαστήματα σχετικά με την κατάσταση, και λαμβάνει την εν λόγω απόφαση χωρίς άσκοπη καθυστέρηση. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την αρμοδιότητα να τάσσουν εύλογη προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών πρέπει να υποβάλει την πλήρη αίτηση συνοδευόμενη από τα αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες.

7.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι αν ο αιτών υποβάλει την πλήρη αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 6, εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή ανταγωνισμού, οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτή θεωρείται ότι έχουν υποβληθεί κατά την ημέρα και ώρα υποβολής της συνοπτικής αίτησης. Αν ο αιτών είχε υποβάλει τη συνοπτική αίτηση έως 5 εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης επιείκειας προς την Επιτροπή, η συνοπτική αίτηση θεωρείται ότι έχει υποβληθεί κατά την ημέρα και ώρα υποβολής της αίτησης επιείκειας που υποβλήθηκε στην Επιτροπή.

Άρθρο 22

Αλληλεπίδραση μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης και των κυρώσεων που επιβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υφιστάμενοι και πρώην υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη των αιτούντων απαλλαγή από την επιβολή προστίμων σε εθνικές αρχές ανταγωνισμού προστατεύονται πλήρως και αμέσως από τυχόν ποινικές και διοικητικές κυρώσεις και από κυρώσεις που επιβάλλονται σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες για τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη η οποία καλύπτεται από την αίτηση, μεταξύ άλλων και σε διασυνοριακές υποθέσεις, με μόνη προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη συνεργάζονται ενεργά με τις οικείες αρχές ανταγωνισμού και η αίτηση απαλλαγής προηγείται της χρονικής στιγμής κατά την οποία οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη έλαβαν γνώση της ποινικής διαδικασίας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Άρθρο 23

Συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού διενεργούν ελέγχους επ’ ονόματι και για λογαριασμό άλλων εθνικών αρχών ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την αιτούσα εθνική αρχή ανταγωνισμού δικαιούνται να παρίστανται και να συνδράμουν ενεργά την αιτούσα εθνική αρχή ανταγωνισμού στον έλεγχο ασκώντας τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στα άρθρα 6 και 7.

Άρθρο 24

Αιτήσεις για την κοινοποίηση προκαταρκτικών αιτιάσεων και αποφάσεων

1.  Με την επιφύλαξη άλλων μορφών κοινοποίησης από εθνική αρχή ανταγωνισμού του αιτούντος κράτους μέλους σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση κοινοποιεί στον αποδέκτη για λογαριασμό της αιτούσας αρχής τις προκαταρκτικές αιτιάσεις σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ και τις αποφάσεις για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων, καθώς και έγγραφα που συνδέονται με την εφαρμογή αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές.

2.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση εξασφαλίζει ότι η κοινοποίηση στο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και με τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος.

Άρθρο 25

Αιτήσεις για την επιβολή αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατόπιν αίτησης της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιβάλλει αποφάσεις για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 12 και 15 από την αιτούσα αρχή. Αυτό ισχύει μόνο στον βαθμό που:

α)  η επιχείρηση έναντι της οποίας είναι εκτελεστό το πρόστιμο ή η περιοδική χρηματική ποινή δεν έχει νομική παρουσία στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής· ή

β)  είναι προφανές ότι η επιχείρηση σε βάρος της οποίας μπορεί να εκτελεστεί το πρόστιμο ή η περιοδική χρηματική ποινή δεν διαθέτει επαρκείς πόρους στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής.

2.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση εξασφαλίζει ότι η επιβολή στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και με τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος.

3.  Η αιτούσα αρχή μπορεί να υποβάλλει αίτηση για επιβολή, μόνον όταν η απόφαση που επιτρέπει την επιβολή της στο αιτούν κράτος μέλος είναι οριστική και δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με τακτικά ένδικα μέσα, και εφόσον έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες για την επιβολή των αποφάσεων στη δική της επικράτεια.

4.  Θέματα που αφορούν τις προθεσμίες παραγραφής διέπονται από το δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους.

5.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δεν υποχρεούται να επιβάλλει αποφάσεις δυνάμει της παραγράφου 1, εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ευλόγως στην αιτούσα αρχή με ποιον τρόπο αυτό θα αντέβαινε προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο επιδιώκεται η επιβολή.

Άρθρο 26

Διαφωνίες όσον αφορά αιτήσεις για κοινοποίηση και για επιβολή αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές

1.  Διαφωνίες ως προς τη νομιμότητα ενός μέτρου προς κοινοποίηση ή μιας απόφασης που επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές πληρωμές κατ’ εφαρμογή των άρθρων 12 και 15 οι οποίες διατυπώνονται από αιτούσα αρχή εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των αρμόδιων οργάνων του αιτούντος κράτους μέλους και διέπονται από τις εθνικές διατάξεις του εν λόγω κράτους.

2.  Διαφωνίες όσον αφορά τα μέτρα επιβολής που έλαβε το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ή όσον αφορά την εγκυρότητα κοινοποίησης οι οποίες διατυπώνονται από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των αρμόδιων οργάνων του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση και διέπονται από τις ισχύουσες σε αυτό διατάξεις.

Άρθρο 26α

Επιμερισμός του κόστους μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού που ζητούν συνδρομή, κατόπιν αιτήματος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση:

α)  αναλαμβάνουν όλες τις εύλογες πρόσθετες δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών μετάφρασης και των διοικητικών δαπανών, σε σχέση με μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24·

β)  επιτρέπουν στην αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση να ανακτήσει όλες τις εύλογες διοικητικές δαπάνες από εισπραχθέν πρόστιμο ή χρηματική ποινή σε σχέση με μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 25.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Άρθρο 27

Αναστολή παραγραφής για την επιβολή κυρώσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παραγραφή για την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού κατ’ εφαρμογή των άρθρων 12 και 15 αναστέλλεται για όσο διάστημα εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον εθνικών αρχών ανταγωνισμού άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής σχετικά με παράβαση που αφορά την ίδια συμφωνία, απόφαση ένωσης ή εναρμονισμένη πρακτική. Η αναστολή αρχίζει να υπολογίζεται από την κοινοποίηση του πρώτου τυπικού μέτρου έρευνας προς την επιχείρηση που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας. Παύει την ημέρα που η οικεία αρχή περατώνει τη διαδικασία και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση. Η διάρκεια αυτής της περιόδου αναστολής δεν θίγει τις απόλυτες προθεσμίες παραγραφής βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

2.  Η παραγραφή για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο διάστημα η απόφαση μιας αρχής ανταγωνισμού αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον αναθεωρητικού δικαστηρίου.

2α.  Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι η κοινοποίηση της έναρξης ισχύος ενός τυπικού μέτρου έρευνας η οποία παραλαμβάνεται από εθνική αρχή ανταγωνισμού δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, τίθεται στη διάθεση των εθνικών αρχών ανταγωνισμού των άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο του συστήματος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 28

Ρόλος των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

1.  Τα κράτη μέλη που ορίζουν αφενός μια εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού, η οποία είναι αρμόδια για τη διερεύνηση παραβάσεων των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ, και αφετέρου μια εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού, η οποία είναι αρμόδια για την έκδοση απόφασης διαπίστωσης της παράβασης και/ή επιβολής του προστίμου, διασφαλίζουν ότι η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού μπορεί να προσφεύγει απευθείας ενώπιον της εθνικής δικαστικής αρχής ανταγωνισμού.

2.  Στον βαθμό που τα εθνικά δικαστήρια δικαιοδοτούν σε διαδικασίες με τις οποίες προσβάλλονται αποφάσεις επιβολής των εθνικών αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού έχει αυτοτελώς πλήρες δικαίωμα να συμμετέχει ως ενάγουσα, εναγόμενη ή αντίδικος στις εν λόγω διαδικασίες, και να απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων με τους διαδίκους στις εν λόγω διαδικασίες.

Άρθρο 29

Περιορισμοί στη χρήση πληροφοριών

1.  Πληροφορίες που συλλέγονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο αποκτήθηκαν. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα. Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το εθνικό ποινικό δίκαιο.

1α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, οι υπάλληλοί τους, το προσωπικό τους και άλλα άτομα που εργάζονται υπό την εποπτεία των εν λόγω αρχών, δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες που λαμβάνουν δυνάμει της παρούσας οδηγίας και οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι πρόσβαση σε δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή σε υπομνήματα για διακανονισμό χορηγείται μόνο για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε διαδικασίες ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από τις εν λόγω δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή από υπομνήματα για διακανονισμό μπορούν να χρησιμοποιούνται από το μέρος που εξασφάλισε πρόσβαση στον φάκελο μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του σε διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών σε υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση για την οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση, και οι οποίες αφορούν:

α)  τον επιμερισμό μεταξύ των συμμετεχόντων στη σύμπραξη προστίμου το οποίο τους επιβλήθηκε από κοινού και αλληλεγγύως από εθνική αρχή ανταγωνισμού· ή

β)  την επανεξέταση απόφασης με την οποία η εθνική αρχή ανταγωνισμού διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ ή των εθνικών διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες κατηγορίες πληροφοριών οι οποίες λαμβάνονται στη διάρκεια διαδικασιών ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού δεν χρησιμοποιούνται σε διαδικασίες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων έως ότου η εθνική αρχή ανταγωνισμού περατώσει τη διαδικασία της σε σχέση με όλα τα υπό έρευνα μέρη με την έκδοση απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 9 ή στο άρθρο 11 ή περατώσει με άλλο τρόπο τη διαδικασία της:

α)  πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ειδικά για τη διαδικασία της εθνικής αρχής ανταγωνισμού και

β)  πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από την εθνική αρχή ανταγωνισμού και διαβιβάστηκαν στα μέρη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ανταλλάσσουν δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, μόνον:

α)  με τη συγκατάθεση του αιτούντος· ή

β)  όταν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση έχει επίσης παραλάβει αίτηση επιείκειας η οποία αφορά την ίδια παράβαση και προέρχεται από τον ίδιο αιτούντα ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση και στη διαβιβάζουσα αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο διαβίβασης των πληροφοριών, ο αιτών δεν έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τις πληροφορίες που έχει υποβάλει στην παραλήπτρια αρχή· ή

γ)  όταν η παραλήπτρια αρχή έχει δεσμευθεί γραπτώς ότι ούτε οι πληροφορίες που της έχουν διαβιβασθεί ούτε οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ενδέχεται να λάβει ύστερα από την ημερομηνία και ώρα της διαβίβασης όπως αναφέρει η διαβιβάζουσα αρχή, θα χρησιμοποιηθούν από αυτήν ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή στην οποία διαβιβάζονται ακολούθως οι πληροφορίες για την επιβολή κυρώσεων στον αιτούντα, σε οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο που καλύπτεται από την ευνοϊκή μεταχείριση που προσφέρει η διαβιβάζουσα αρχή ως αποτέλεσμα της αίτησης που υπέβαλε ο αιτών στο πλαίσιο του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης της αρχής αυτής, ή σε οποιονδήποτε υπάλληλο ή πρώην υπάλληλο οποιουδήποτε από τα προαναφερόμενα πρόσωπα·

και υπό την προϋπόθεση ότι η προστασία κατά της γνωστοποίησης που χορηγείται από την παραλήπτρια εθνική αρχή ανταγωνισμού είναι ισοδύναμη με την προστασία που χορηγείται από τη διαβιβάζουσα εθνική αρχή ανταγωνισμού.

5.  Όταν εθνική αρχή ανταγωνισμού διαβιβάζει πληροφορίες τις οποίες παρέχει αυτοβούλως ο αιτών σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 χωρίς τη συγκατάθεση του αιτούντος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι παραλήπτριες εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να εκπληρώσουν τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ).

6.  Οι παράγραφοι 2 έως 5 εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της μορφής με την οποία υποβάλλονται οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 19.

Άρθρο 30

Παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που γίνονται δεκτά ως τέτοια ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού περιλαμβάνουν έγγραφα, προφορικές δηλώσεις, εγγραφές και κάθε άλλο αντικείμενο το οποίο περιέχει πληροφορίες, ανεξάρτητα από το μέσο στο οποίο είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες.

Άρθρο 31

Το σύστημα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού

1.  Οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται η Επιτροπή για τη συντήρηση και την ανάπτυξη του συστήματος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού και για τη συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης εντός του ορίου των διαθέσιμων πιστώσεων.

2.  Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού δημοσιεύει, όσο συχνά κρίνεται αναγκαίο, χρήσιμες συστάσεις και βέλτιστες πρακτικές διαφόρων εθνικών αρχών ανταγωνισμού όσον αφορά την ανεξαρτησία, τους πόρους, τις αρμοδιότητες, τα πρόστιμα και την αμοιβαία συνδρομή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 32

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως [περίοδος δύο ετών για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 32α

Επανεξέταση

Έως … [επτά έτη από την ημερομηνία έκδοσης της οδηγίας], η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας συνοδευόμενη, εάν είναι απαραίτητο, από κατάλληλη νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 33

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 34

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος  Ο Πρόεδρος

(1)

* Τροπολογίες: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▌.

(2)

  ΕΕ C της , σ. .

(3)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1).

(4)

Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 349 της 5.12.2014, σ. 1).

(5)

  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ.14.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (21.11.2017)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

(COM(2017)0142 – C8-0119/2017 – (2017/0063(COD))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Eva Maydell

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ περί ανταγωνισμού (άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ) και με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν σημαντικά σε μια εύρυθμα λειτουργούσα, ανταγωνιστική και προσανατολισμένη προς τον καταναλωτή εσωτερική αγορά. Η συντάκτρια της γνωμοδότησης αναγνωρίζει ότι για να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι εν λόγω λειτουργίες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού (ΕΑΑ), οι εξουσίες επιβολής που δημιουργήθηκαν με τον κανονισμό 1/2003 πρέπει να υποστηρίζονται από τους αναγκαίους μηχανισμούς, τα μέσα και τις διαδικασίες για όλες τις ΕΑΑ. Με παρόμοια εργαλειοθήκη και κατευθυντήριες αρχές για όλες τις ΕΑΑ θα εξασφαλιστεί πιο ομοιόμορφη, αποτελεσματική και συνεπής επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού σε όλη την ΕΕ. Η συντάκτρια της γνωμοδότησης αναγνωρίζει, επομένως, ότι η πρόταση της Επιτροπής θα μπορούσε να αποφέρει πρακτικά οφέλη για την καταπολέμηση της στρέβλωσης του ανταγωνισμού και αποτελεί σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη του πλήρους δυναμικού της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ.

Η συντάκτρια της γνωμοδότησης θα ήθελε να τονίσει ότι, λόγω της έλλειψης επαρκών οικονομικών πόρων σε ορισμένες ΕΑΑ, η ιεράρχηση των διαδικασιών και, ως εκ τούτου, οι ικανότητες επιβολής των εν λόγω ΕΑΑ θα μπορούσαν να επηρεαστούν αρνητικά. Μολονότι δεν είναι εφικτό να προσδιορίσουν όλα τα κράτη μέλη τι θεωρούν επαρκείς πόρους για τις ΕΑΑ, η πρόταση θα μπορούσε να ενισχυθεί με την παροχή μεγαλύτερης δημοσιονομικής αυτονομίας στις ΕΑΑ κατά την εκτέλεση των προϋπολογισμών τους. Μια τέτοια διάταξη θα δώσει τη δυνατότητα στις ΕΑΑ να ιεραρχούν τις υποθέσεις τους, να διενεργούν πολλαπλές επιθεωρήσεις ταυτόχρονα, και να αυξήσουν τον βαθμό ανεξαρτησίας τους. Ως εκ τούτου, οι τροπολογίες που προτείνει η συντάκτρια της γνωμοδότησης εισηγούνται περισσότερη δημοσιονομική αυτονομία των ΕΑΑ με ταυτόχρονη τήρηση όλων των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων.

Η συντάκτρια της γνωμοδότησης θεωρεί ότι η αμεροληψία των ΕΑΑ και η προστασία τους από πολιτική και επιχειρηματική επιρροή θα πρέπει να αποτελέσει βασικό στοιχείο, ακόμη περισσότερο δε στο πλαίσιο της ενίσχυσής τους με πρόσθετους μηχανισμούς, μέσα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με νέες αρμοδιότητες. Συνεπώς, οι εγγυήσεις κατά των συγκρούσεων συμφερόντων, και οι δεσμεύεις για διαφανείς επιλογές και αποπομπές από τις ΕΑΑ και τη διοίκησή τους θα μπορούσαν να ενισχύσουν την τρέχουσα πρόταση. Διατάξεις αυτού του είδους μπορεί να έχουν ευεργετική επίπτωση στην αύξηση της ευαισθητοποίησης και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ΕΑΑ.

Όσον αφορά το επίπεδο των προστίμων που εφαρμόζονται από τις ΕΑΑ, η συντάκτρια της γνωμοδότησης αναγνωρίζει ότι, επί του παρόντος, οι επιχειρήσεις μπορεί να δέχονται πολύ διαφορετικά πρόστιμα για παρόμοιες παραβάσεις σε διαφορετικά κράτη μέλη. Η κατάσταση αυτή συνιστά κίνδυνο για την ομοιόμορφη επιβολή του δικαίου του ανταγωνισμού. Η συντάκτρια της γνωμοδότησης επικροτεί τις προσπάθειες που καταβάλλονται στην πρόταση για να αντιμετωπιστούν τα εν λόγω ζητήματα και πιστεύει ότι ένα κοινό ανώτατο όριο για τα πρόστιμα μπορεί να προσφέρει τα σωστά κίνητρα για βελτίωση.

Επίσης, η συντάκτρια της γνωμοδότησης είναι της γνώμης ότι οι αρμοδιότητες των ΕΑΑ όσον αφορά τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων θα μπορούσε να βελτιωθεί με την ελαχιστοποίηση ορισμένων διοικητικών διαδικασιών και με την καλύτερη προσαρμογή των αρμοδιοτήτων έρευνας στην ψηφιακή πραγματικότητα των επιχειρήσεων σήμερα. Ως εκ τούτου, η συντάκτρια της γνωμοδότησης εισηγείται, στο πλαίσιο αυτό, ορισμένες προσθήκες στην πρόταση.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να λάβει υπόψη της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία    1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1)  Τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε ολόκληρη την Ένωση για να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστούν περισσότερο ανοικτές ανταγωνιστικές αγορές στην Ευρώπη, στις οποίες οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται περισσότερο σε αξιοκρατική βάση και χωρίς εμπόδια που θέτουν οι επιχειρήσεις για την είσοδο στην αγορά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να παράγουν πλούτο και να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Προστατεύει τους καταναλωτές από εμπορικές πρακτικές που διατηρούν τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών τεχνητά υψηλές και ενισχύει την επιλογή καινοτόμων αγαθών και υπηρεσιών από αυτούς.

(1)  Τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε ολόκληρη την Ένωση για να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστούν περισσότερο ανοικτές και ανταγωνιστικές αγορές στην Ευρώπη, χωρίς εμπόδια για την είσοδο στην αγορά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση και να παράγουν πλούτο και να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Προστατεύει τους καταναλωτές από εμπορικές πρακτικές που διατηρούν τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών τεχνητά υψηλές και ενισχύει την επιλογή καινοτόμων αγαθών και υπηρεσιών από αυτούς.

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να καταστήσει το κείμενο σαφέστερο και πιο συνοπτικό.

Τροπολογία    2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(5)  Το εθνικό δίκαιο εμποδίζει πολλές ΕΑΑ να διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, καθώς και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και επιβολής προστίμων, ώστε να είναι σε θέση να επιβάλλουν αποτελεσματικά τους εν λόγω κανόνες. Αυτό υπονομεύει την ικανότητά τους να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για τον εντοπισμό αποδεικτικών στοιχείων παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, την επιβολή προστίμων σε εταιρείες που παραβιάζουν τη νομοθεσία ή δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Αυτό μπορεί να τις εμποδίζει να αναλάβουν δράση ή να έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η δράση επιβολής τους. Το γεγονός ότι πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν επιχειρησιακά εργαλεία και εγγυήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που υιοθετούν αντιανταγωνιστικές πρακτικές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πολύ διαφορετική έκβαση της διαδικασίας ανάλογα με το κράτος στο οποίο δραστηριοποιούνται: μπορεί να μην υπόκεινται σε επιβολή δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ ή σε αναποτελεσματική επιβολή. Για παράδειγμα σε ορισμένα κράτη μέλη, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν την υποχρέωση καταβολής προστίμων προβαίνοντας απλώς σε αναδιάρθρωση. Η ανομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ οδηγεί σε χαμένες ευκαιρίες για την άρση των εμποδίων όσον αφορά την είσοδο στην αγορά και για τη δημιουργία πιο ανοικτών ανταγωνιστικών αγορών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση στις οποίες οι επιχειρήσεις θα ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές πλήττονται ιδιαιτέρως στα κράτη μέλη στα οποία οι ΕΕΑ είναι λιγότερο εξοπλισμένες για να επιβάλλουν αποτελεσματικά τους κανόνες. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση όπου υπάρχουν ασφαλή καταφύγια για τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές, π.χ. επειδή δεν είναι δυνατή η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για αντιανταγωνιστικές πρακτικές ή επειδή οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν την ευθύνη για την καταβολή των προστίμων. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν κίνητρο να εισέλθουν σε αυτές τις αγορές και να ασκήσουν εκεί τα δικαιώματα εγκατάστασης και παροχής των αγαθών και των υπηρεσιών τους. Οι καταναλωτές που κατοικούν στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχει λιγότερο επιβολή δεν αξιοποιούν τα οφέλη από την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η ανομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σε όλη την Ευρώπη στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία της.

(5)  Το εθνικό δίκαιο εμποδίζει πολλές ΕΑΑ να διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, καθώς και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και επιβολής προστίμων, ώστε να είναι σε θέση να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού παράλληλα. Για παράδειγμα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για τον εντοπισμό αποδεικτικών στοιχείων παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, την επιβολή προστίμων σε εταιρείες που παραβιάζουν τη νομοθεσία ή δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Αυτό μπορεί να τις εμποδίζει να αναλάβουν δράση ή να έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η δράση επιβολής τους. Το γεγονός ότι πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν επιχειρησιακά εργαλεία και εγγυήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που υιοθετούν αντιανταγωνιστικές πρακτικές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πολύ διαφορετική έκβαση της διαδικασίας ανάλογα με το κράτος στο οποίο δραστηριοποιούνται ή είναι εγκατεστημένες: μπορεί να μην υπόκεινται σε επιβολή δυνάμει των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ ή σε αναποτελεσματική επιβολή. Για παράδειγμα σε ορισμένα κράτη μέλη, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν την υποχρέωση καταβολής προστίμων προβαίνοντας απλώς σε αναδιάρθρωση. Η ανομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ οδηγεί σε χαμένες ευκαιρίες για την άρση των εμποδίων όσον αφορά την είσοδο στην αγορά και για τη δημιουργία πιο ανοικτών ανταγωνιστικών αγορών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση στις οποίες οι επιχειρήσεις θα ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές πλήττονται ιδιαιτέρως στα κράτη μέλη στα οποία οι ΕΕΑ είναι λιγότερο εξοπλισμένες για να επιβάλλουν αποτελεσματικά τους κανόνες. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση όπου υπάρχουν ασφαλή καταφύγια για τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές, π.χ. επειδή δεν είναι δυνατή η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για αντιανταγωνιστικές πρακτικές ή επειδή οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν την ευθύνη για την καταβολή των προστίμων. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν κίνητρο να εισέλθουν σε αυτές τις αγορές και να ασκήσουν εκεί τα δικαιώματα εγκατάστασης και παροχής των αγαθών και των υπηρεσιών τους. Οι καταναλωτές που κατοικούν στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχει λιγότερο επιβολή δεν αξιοποιούν τα οφέλη από την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η ανομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των εθνικών νομοθετικών διατάξεων περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται παράλληλα με τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ σε όλη την Ευρώπη στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία της.

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να καταστήσει το κείμενο σαφέστερο και πιο συνοπτικό. Οι επιχειρήσεις είναι δυνατόν να ασκούν δραστηριότητα σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη της ΕΕ, ωστόσο η διαφορετική έκβαση της διαδικασίας μπορεί να εξαρτάται και από τον τόπο εγκατάστασής τους, δηλαδή την οικεία ΕΑΑ που ασχολείται με την υπόθεση.

Τροπολογία    3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(6)  Τα κενά και οι περιορισμοί στα εργαλεία και τις εγγυήσεις των ΕΑΑ υπονομεύουν το σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ το οποίο έχει σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί ως συνεκτικό σύνολο με βάση τη στενή συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού. Το εν λόγω σύστημα εξαρτάται από την ικανότητα των αρχών να βασίζονται η μία στην άλλη για την εφαρμογή μέτρων εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών για λογαριασμό η μία της άλλης. Ωστόσο, δεν λειτουργεί ικανοποιητικά από τη στιγμή που υπάρχουν ακόμη ΕΑΑ που δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών. Σε άλλες βασικές πτυχές, οι ΕΑΑ δεν είναι σε θέση να παράσχουν η μία στην άλλη αμοιβαία συνδρομή. Για παράδειγμα στην πλειονότητα των κρατών μελών οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο μπορούν να αποφεύγουν την πληρωμή προστίμων απλώς και μόνον μην έχοντας νομική παρουσία σε ορισμένες από τις επικράτειες των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιούνται. Αυτό μειώνει τα κίνητρα για συμμόρφωση με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η μη αποτελεσματική επιβολή προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού για τις νομοταγείς επιχειρήσεις και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά, και ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον.

(6)  Τα κενά και οι περιορισμοί στα εργαλεία και τις εγγυήσεις των ΕΑΑ υπονομεύουν το σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ το οποίο έχει σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί ως συνεκτικό σύνολο με βάση τη στενή συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού. Το εν λόγω σύστημα εξαρτάται από την ικανότητα των αρχών να βασίζονται η μία στην άλλη για την εφαρμογή μέτρων εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών κατόπιν αιτήσεως εκάστης εξ αυτών. Ωστόσο, δεν λειτουργεί ικανοποιητικά από τη στιγμή που υπάρχουν ακόμη ΕΑΑ που δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών. Σε άλλες βασικές πτυχές, οι ΕΑΑ δεν είναι σε θέση να παράσχουν η μία στην άλλη αμοιβαία συνδρομή. Για παράδειγμα στην πλειονότητα των κρατών μελών οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο μπορούν να αποφεύγουν την πληρωμή προστίμων απλώς και μόνον μην έχοντας νομική παρουσία σε ορισμένες από τις επικράτειες των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιούνται. Αυτό μειώνει τα κίνητρα για συμμόρφωση με τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η μη αποτελεσματική επιβολή προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού για τις νομοταγείς επιχειρήσεις και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά, και ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον.

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να διατηρήσει τη συνέπεια του κειμένου με τους ορισμούς: «αιτούσα αρχή» και «αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση». Μια ΕΑΑ ενός κράτους μέλους μπορεί να διενεργήσει εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών κατόπιν αιτήσεως μιας ΕΑΑ άλλου κράτους μέλους.

Τροπολογία    4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(9)  Η θέσπιση ελάχιστων εγγυήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ δεν θίγει την ικανότητα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο εκτεταμένες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και περισσότερους πόρους για τις ΕΑΑ, καθώς και πιο λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων των εν λόγω αρχών. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν στις ΕΑΑ πρόσθετες αρμοδιότητες, πέραν της βασικής δέσμης η οποία προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, για την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους.

(9)  Η θέσπιση ελάχιστων εγγυήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ εφαρμόζουν ομοιόμορφα και αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ δεν θίγει την ικανότητα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο εκτεταμένες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και περισσότερους πόρους για τις ΕΑΑ, καθώς και πιο λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων των εν λόγω αρχών. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν στις ΕΑΑ πρόσθετες αρμοδιότητες, πέραν της βασικής δέσμης η οποία προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, για την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους.

Τροπολογία    5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(10)  Αντιστρόφως, απαιτούνται λεπτομερείς κανόνες στον τομέα που αφορά τις προϋποθέσεις επιεικούς μεταχείρισης των μυστικών συμπράξεων. Οι εταιρείες θα είναι διατεθειμένες να αποκαλύψουν μυστικές συμπράξεις στις οποίες έχουν συμμετάσχει, μόνον αν τους προσφέρεται επαρκής ασφάλεια δικαίου αν θα τύχουν απαλλαγής από την επιβολή προστίμων. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου για τους δυνητικούς αιτούντες επιείκεια, γεγονός που μπορεί να τους αποθαρρύνει να υποβάλλουν αίτηση για επιεική μεταχείριση. Αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να υλοποιούν ή να εφαρμόζουν λιγότερο ή περισσότερο περιοριστικούς κανόνες όσον αφορά την επιεική μεταχείριση στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, αυτό όχι μόνο θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο της διατήρησης των κινήτρων για τους αιτούντες με στόχο την αποτελεσματικότερη δυνατή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, αλλά θα έθετε και σε κίνδυνο τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θέτουν σε εφαρμογή προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία δεν καλύπτουν μόνο τις μυστικές συμπράξεις, αλλά και άλλες παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών διατάξεων.

(10)  Αντιστρόφως, απαιτούνται λεπτομερείς κανόνες στον τομέα που αφορά τις προϋποθέσεις επιεικούς μεταχείρισης όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των συμπράξεων. Οι εταιρείες θα είναι διατεθειμένες να αποκαλύψουν συμπράξεις στις οποίες έχουν συμμετάσχει, μόνον αν τους προσφέρεται επαρκής ασφάλεια δικαίου αν θα τύχουν απαλλαγής από την επιβολή προστίμων. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου για τους δυνητικούς αιτούντες επιείκεια, γεγονός που μπορεί να τους αποθαρρύνει να υποβάλλουν αίτηση για επιεική μεταχείριση. Αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να υλοποιούν ή να εφαρμόζουν λιγότερο ή περισσότερο περιοριστικούς κανόνες όσον αφορά την επιεική μεταχείριση στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, αυτό όχι μόνο θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο της διατήρησης των κινήτρων για τους αιτούντες με στόχο την αποτελεσματικότερη δυνατή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, αλλά θα έθετε και σε κίνδυνο τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θέτουν σε εφαρμογή προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία δεν καλύπτουν μόνο τις συμπράξεις, αλλά και άλλες παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών διατάξεων.

Αιτιολόγηση

Η επιεικής μεταχείριση στην πράξη χορηγείται στον πρώτο συμμετέχοντα στη σύμπραξη που αποκαλύπτει πληροφορίες σχετικά με τη σύμπραξη και όχι σε ολόκληρη τη σύμπραξη. Οι συμπράξεις είναι μυστικές από τη φύση τους και, ως εκ τούτου, η διατύπωση «μυστική σύμπραξη» είναι πλεονασμός σε ολόκληρο το κείμενο. Η διαγραφή της λέξης «μυστικές» θα ευθυγραμμίσει το κείμενο με την ορολογία που χρησιμοποιείται στην οδηγία 2014/104. Βλ. επίσης τροπολογία 10.

Τροπολογία    6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 14

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14)  Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ θα πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Προς τούτο, θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίζει ότι κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, οι ΕΑΑ προστατεύονται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή τους στα θέματα των οποίων επιλαμβάνονται. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει εκ των προτέρων να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τους λόγους αποπομπής των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων των ΕΑΑ, ώστε να αρθούν τυχόν εύλογες υπόνοιες όσον αφορά την αμεροληψία του εν λόγω οργάνου και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων.

(14)  Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ θα πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ. Προς τούτο, θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίζει ότι κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, οι ΕΑΑ προστατεύονται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή τους στα θέματα των οποίων επιλαμβάνονται. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει εκ των προτέρων να θεσπιστούν σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες σχετικά με τον διορισμό και τους λόγους αποπομπής των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων των ΕΑΑ, ώστε να αρθούν τυχόν εύλογες υπόνοιες όσον αφορά την αμεροληψία του εν λόγω οργάνου και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων.

Αιτιολόγηση

Το σκεπτικό της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι το εξής: καθώς η πρόταση θα αυξήσει τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες για ορισμένες ΕΑΑ, τούτο θα πρέπει να συμβαδίζει με παράλληλη αύξηση της ανεξαρτησίας και της εμπειρογνωμοσύνης τους όταν πρόκειται για το προσωπικό των ΕΑΑ. Αξιοκρατικοί και διαφανείς διορισμοί και αντικειμενικές αποπομπές είναι πιθανόν να προωθήσουν την ανεξαρτησία στη λήψη αποφάσεων και να αυξήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στις ΕΑΑ.

Τροπολογία    7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 15

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(15)  Για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των ΕΑΑ, οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεών τους θα πρέπει να ενεργούν με ακεραιότητα και να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ανάγκη να αποτραπεί το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η ανεξάρτητη αξιολόγηση των υπαλλήλων ή των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων συνεπάγεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους και για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν, θα πρέπει να απέχουν από κάθε ασυμβίβαστη επαγγελματική δραστηριότητα, επικερδή ή όχι. Επιπλέον αυτό συνεπάγεται ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους, δεν θα πρέπει να έχουν συμφέρον σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που συναλλάσσονται με εθνική αρχή ανταγωνισμού στον βαθμό που αυτό μπορεί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία τους. Οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων θα πρέπει να δηλώνουν τυχόν συμφέροντα ή περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Θα πρέπει να είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν το όργανο λήψης αποφάσεων, τα υπόλοιπα μέλη του ή, στην περίπτωση των ΕΑΑ στις οποίες η αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο, την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τους, αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κληθούν να αποφασίσουν για θέμα επί του οποίου έχουν συμφέρον το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία τους.

(15)  Για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των ΕΑΑ, οι υπάλληλοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκησή τους θα πρέπει να ενεργούν με ακεραιότητα και να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ανάγκη να αποτραπεί το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η ανεξάρτητη αξιολόγηση των υπαλλήλων, των μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκηση των ΕΑΑ συνεπάγεται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους και για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν, θα πρέπει να απέχουν από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, επικερδή ή όχι, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγκρουση συμφερόντων ή να είναι με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασυμβίβαστη. Επιπλέον αυτό συνεπάγεται ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους, δεν θα πρέπει να έχουν συμφέρον σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που συναλλάσσονται με εθνική αρχή ανταγωνισμού στον βαθμό που αυτό μπορεί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία τους. Οι υπάλληλοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκηση των ΕΑΑ θα πρέπει να δηλώνουν τυχόν συμφέροντα ή περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Για τον σκοπό αυτό, οι υπάλληλοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκηση των ΕΑΑ θα πρέπει να προβαίνουν ετησίως σε δήλωση δέσμευσης και δήλωση συμφερόντων όπου θα δηλώνουν τα άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπονομεύουν την ανεξαρτησία τους και ότι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την άσκηση των καθηκόντων τους. Θα πρέπει να είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν το όργανο λήψης αποφάσεων, τα υπόλοιπα μέλη του ή, στην περίπτωση των ΕΑΑ στις οποίες η αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο, την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τους, αν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κληθούν να αποφασίσουν για θέμα επί του οποίου έχουν συμφέρον το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία τους.

Τροπολογία    8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 18 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(18α)  Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ θα αυξηθεί εάν μπορούν να διαχειρίζονται ανεξάρτητα τα κονδύλια που τους διατίθενται. Η εν λόγω ελευθερία διαχείρισης των κονδυλίων που έχουν στη διάθεσή τους θα πρέπει να εφαρμόζεται στο πλαίσιο των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων και διαδικασιών.

Τροπολογία    9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 21

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(21)  Οι αρμοδιότητες έρευνας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού πρέπει να είναι επαρκείς, ώστε να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις που ενέχει το ψηφιακό περιβάλλον όσον αφορά την επιβολή και θα πρέπει να επιτρέπουν στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να παραλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες σε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που προκύπτουν με εγκληματολογικές μεθόδους, σε σχέση με την επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων που αποτελεί αντικείμενο έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, π.χ. σε φορητό υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο ή άλλες ψηφιακές συσκευές.

(21)  Οι αρμοδιότητες έρευνας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού πρέπει να είναι επαρκείς, ώστε να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις που ενέχει το ψηφιακό περιβάλλον όσον αφορά την επιβολή και θα πρέπει να επιτρέπουν στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να παραλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες σε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που προκύπτουν με εγκληματολογικές μεθόδους, σε σχέση με την επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων που αποτελεί αντικείμενο έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, π.χ. σε φορητό υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο, άλλες ψηφιακές συσκευές και αποθήκευση στο υπολογιστικό νέφος.

Τροπολογία    10

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – σημείο 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(9)  «μυστικές συμπράξεις (καρτέλ)»: συμφωνίες και/ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανταγωνιστών που αποσκοπούν στον συντονισμό της ανταγωνιστικής τους συμπεριφοράς στην αγορά και/ή στον επηρεασμό των σχετικών παραμέτρων ανταγωνισμού μέσω πρακτικών, όπως ο καθορισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, η παροχή ποσοστώσεων παραγωγής ή πωλήσεων, η κατανομή των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, ο περιορισμός των εισαγωγών ή εξαγωγών και/ή αντιανταγωνιστικές ενέργειες σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, οι οποίες δεν είναι, εν μέρει ή απολύτως, γνωστές σε άλλους εκτός των συμμετεχόντων·

(9)  «συμπράξεις (καρτέλ)»: συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανταγωνιστών που αποσκοπούν στον συντονισμό της ανταγωνιστικής τους συμπεριφοράς στην αγορά ή στον επηρεασμό των σχετικών παραμέτρων του ανταγωνισμού μέσω πρακτικών, όπως, μεταξύ άλλων, ο καθορισμός ή ο συντονισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, μεταξύ άλλων σε σχέση με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, η παροχή ποσοστώσεων παραγωγής ή πωλήσεων, η κατανομή των αγορών και των πελατών, συμπεριλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, ο περιορισμός των εισαγωγών ή εξαγωγών ή αντιανταγωνιστικές ενέργειες σε βάρος άλλων ανταγωνιστών·

(Η τροποποίηση στον συγκεκριμένο όρο θα πρέπει να γίνει σε ολόκληρο το κείμενο.)

Τροπολογία    11

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 3 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού υπόκειται στις κατάλληλες διασφαλίσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης των επιχειρήσεων και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού υπόκειται στις κατάλληλες διασφαλίσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπεράσπισης των επιχειρήσεων, το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, το δικαίωμα σε δίκαια δίκη και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία    12

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντα και να ασκούν τις αρμοδιότητές τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις·

α)  ο διευθυντής, οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντα και να ασκούν τις αρμοδιότητές τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις·

Τροπολογία    13

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

β)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από οποιονδήποτε κρατικό ή άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ·

β)  ο διευθυντής, οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από οποιονδήποτε κρατικό ή άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ·

Τροπολογία    14

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού απέχουν από κάθε πράξη η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ·

γ)  ο διευθυντής, οι υπάλληλοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκηση των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού απέχουν από κάθε πράξη η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ· ειδικότερα, η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους και της θητείας τους, δεν έχουν συμφέρον σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που συναλλάσσονται με εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού στον βαθμό που το συμφέρον αυτό μπορεί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία τους·

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να ενισχυθεί η αμεροληψία του προσωπικού και των μελών των ΕΑΑ.

Τροπολογία    15

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο γ α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

γ α)  οι υπάλληλοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκηση των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού δηλώνουν τυχόν συμφέροντα ή περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους· για τον σκοπό αυτό, οι υπάλληλοι, τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων και η διοίκηση των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού προβαίνουν ετησίως σε δήλωση δέσμευσης και δήλωση συμφερόντων όπου δηλώνουν τα άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θίγουν την ανεξαρτησία τους και ότι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την άσκηση των καθηκόντων τους·

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των ΕΑΑ από πολιτική ή επιχειρηματική επιρροή. Παρόμοιες διατάξεις υπάρχουν ήδη σε τομεακούς κανονισμούς, όπως στην περίπτωση των ρυθμιστικών φορέων στον τομέα των σιδηροδρόμων (οδηγία 2012/34, άρθρο 55).

Τροπολογία    16

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

δ)  οι υπάλληλοι και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να αποπεμφθούν, μόνον αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ή αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι λόγοι αποπομπής θα πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία. Δεν αποπέμπονται για λόγους που συνδέονται με την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2·

δ)  ο διευθυντής και τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να αποπεμφθούν, μόνον αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους ή αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι λόγοι αποπομπής θα πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία. Δεν αποπέμπονται για λόγους που συνδέονται με την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας·

Τροπολογία    17

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

ε α)  Τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού επιλέγονται και διορίζονται σύμφωνα με σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες που καθορίζονται εκ των προτέρων.

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των ΕΑΑ από πολιτική ή επιχειρηματική επιρροή. Παρόμοιες διατάξεις υπάρχουν ήδη σε τομεακούς κανονισμούς, όπως στην περίπτωση των ρυθμιστικών φορέων στον τομέα των σιδηροδρόμων (οδηγία 2012/34, άρθρο 55).

Τροπολογία    18

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 5 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τους ανθρώπινους, οικονομικούς και τεχνικούς πόρους που απαιτούνται για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2.

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τους ανθρώπινους, οικονομικούς και τεχνικούς πόρους που απαιτούνται για την αποτελεσματική και ανεξάρτητη εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2.

Τροπολογία    19

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 5 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

1α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν χωριστά κονδύλια από τον προϋπολογισμό και ότι, σεβόμενες τις εθνικές δημοσιονομικές διατάξεις, μπορούν να διαχειριστούν ανεξάρτητα τα διατιθέμενα κονδύλια με σκοπό την ιεράρχηση των ερευνών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Αιτιολόγηση

Το να έχουν οι ΕΑΑ το δικαίωμα να κατανέμουν αυτόνομα τους χρηματοδοτικούς πόρους τους μεταξύ διαφόρων υποθέσεων θα τους επιτρέπει να επιλέγουν με ευελιξία και ανεξαρτησία ποιες υποθέσεις αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή. Για ορισμένες ΕΑΑ αυτό μπορεί να αποτελέσει σημαντική βελτίωση όσον αφορά την ανεξαρτησία.

Τροπολογία    20

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

β)  να ελέγχουν τα βιβλία, καθώς και άλλα αρχεία που σχετίζονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πρόσβασης σε πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η υπό έλεγχο οντότητα·

β)  να ελέγχουν τα βιβλία, καθώς και άλλα αρχεία που σχετίζονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους, όπως φορητός υπολογιστής, κινητό τηλέφωνο και υπολογιστικό νέφος, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πρόσβασης σε πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η υπό έλεγχο οντότητα·

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να καταστήσει την πρόταση κατάλληλη για την ψηφιακή εποχή, και να δώσει τη δυνατότητα στις ΕΑΑ να έχουν καλύτερη πρόσβαση στα σχετικά μέσα. Οι πληροφορίες για τις συμπράξεις σπάνια τεκμηριώνονται γραπτώς αλλά μπορεί κανείς να βρει τέτοιες πληροφορίες σε ηλεκτρονική αλληλογραφία.

Τροπολογία    21

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται με απόφασή τους να ζητούν από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Η υποχρέωση αυτή καλύπτει τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται να ζητούν από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Η υποχρέωση αυτή καλύπτει τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων.

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να διευκολύνει τις ΕΑΑ όταν ζητούν πληροφορίες, να τους εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευελιξία και να επιταχύνει τις διαδικασίες.

Τροπολογία    22

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 12 – παράγραφος 2 – στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

δ)  παρέχουν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, απαντώντας σε αίτημα που έχει υποβληθεί με απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 8, ή δεν παρέχουν πληροφορίες εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας·

δ)  παρέχουν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, απαντώντας σε αίτημα που αναφέρεται στο άρθρο 8, ή δεν παρέχουν πληροφορίες εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας·

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να διευκολύνει τις ΕΑΑ όταν ζητούν πληροφορίες, να τους εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευελιξία και να επιταχύνει τις διαδικασίες.

Τροπολογία    23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 14 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ανώτατο ύψος του προστίμου που μπορεί να επιβάλλει εθνική αρχή ανταγωνισμού σε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε παράβαση των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο χαμηλότερο από το 10% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της κατά το οικονομικό έτος που προηγείται της απόφασης.

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μια εθνική αρχή ανταγωνισμού μπορεί να επιβάλλει σε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε παράβαση των άρθρων 101 ή 102 της ΣΛΕΕ πρόστιμο με ανώτατο ύψος που δεν είναι χαμηλότερο από το 10% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της κατά το οικονομικό έτος που προηγείται της απόφασης.

Αιτιολόγηση

Τα μέτρα που καθορίζουν τις μέγιστες ελάχιστες κυρώσεις συνηθίζονται στη νομοθεσία της ΕΕ που σχετίζεται με τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις. Η διατύπωση αυτή αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του άρθρου 5 της απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Τροπολογία    24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 14 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2.  Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το ανώτατο ύψος του προστίμου δεν καθορίζεται σε επίπεδο χαμηλότερο από το 10 % του αθροίσματος του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών κάθε μέλους που δραστηριοποιείται στην αγορά που επηρεάζεται από την παράβαση που διέπραξε η ένωση. Ωστόσο, η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης όσον αφορά την καταβολή του προστίμου δεν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που ορίζεται βάσει της παραγράφου 1.

2.  Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το ανώτατο ύψος του προστίμου δεν είναι χαμηλότερο από το 10 % του αθροίσματος του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών κάθε μέλους που δραστηριοποιείται στην αγορά που επηρεάζεται από την παράβαση που διέπραξε η ένωση. Ωστόσο, η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης όσον αφορά την καταβολή του προστίμου δεν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που ορίζεται βάσει της παραγράφου 1.

Αιτιολόγηση

Τα μέτρα που καθορίζουν τις μέγιστες ελάχιστες κυρώσεις συνηθίζονται στη νομοθεσία της ΕΕ που σχετίζεται με τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις. Η διατύπωση αυτή αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του άρθρου 5 της απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Τροπολογία    25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 19 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αιτούντες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας εγγράφως, και ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν σύστημα που καθιστά δυνατή την παραλαβή δηλώσεων επιείκειας προφορικά ή με άλλα μέσα που δεν συνεπάγονται την υποβολή εγγράφων, πληροφοριών ή άλλου υλικού που βρίσκεται υπό την κατοχή, την επίβλεψη ή τον έλεγχο του αιτούντος.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αιτούντες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας εγγράφως, και ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν σύστημα που καθιστά δυνατή την παραλαβή δηλώσεων επιείκειας προφορικά ή με άλλα μέσα που δεν συνεπάγονται την υποβολή εγγράφων, πληροφοριών ή άλλου υλικού που βρίσκεται υπό την κατοχή, την επίβλεψη ή τον έλεγχο του αιτούντος. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να αποδέχονται πλήρεις αιτήσεις επιείκειας και συνοπτικές αιτήσεις σε άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης εκτός από την επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους της εθνικής αρχής ανταγωνισμού.

Αιτιολόγηση

Πρόθεση της συντάκτριας γνωμοδότησης είναι να δώσει πρόσθετο κίνητρο στις επιχειρήσεις να υποβάλλουν αιτήσεις επιείκειας χάρη στη μείωση του κόστους μετάφρασης των αιτήσεων επιείκειας, όπου είναι δυνατόν.

Τροπολογία    26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 21 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι αιτούντες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση επιείκειας, είτε αιτούμενοι αριθμό προτεραιότητας είτε υποβάλλοντας πλήρη αίτηση, στην Επιτροπή όσον αφορά εικαζόμενη μυστική σύμπραξη μπορούν να καταθέτουν συνοπτική αίτηση όσον αφορά την εν λόγω σύμπραξη στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού τις οποίες ο αιτών κρίνει κατάλληλες να επιληφθούν της υπόθεσης.

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι αιτούντες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση επιείκειας, είτε αιτούμενοι αριθμό προτεραιότητας είτε υποβάλλοντας πλήρη αίτηση, στην Επιτροπή όσον αφορά εικαζόμενη σύμπραξη μπορούν να καταθέτουν συνοπτική αίτηση όσον αφορά την εν λόγω σύμπραξη στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού τις οποίες ο αιτών κρίνει κατάλληλες να επιληφθούν της υπόθεσης.

Τροπολογία    27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 22 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υφιστάμενοι και πρώην υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη των αιτούντων απαλλαγή από την επιβολή προστίμων σε εθνικές αρχές ανταγωνισμού προστατεύονται από τυχόν ποινικές και διοικητικές κυρώσεις και από κυρώσεις που επιβάλλονται σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες για τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη η οποία καλύπτεται από την αίτηση, αν οι εν λόγω υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη συνεργάζονται ενεργά με τις οικείες αρχές ανταγωνισμού και η αίτηση απαλλαγής προηγείται της έναρξης της ποινικής διαδικασίας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υφιστάμενοι και πρώην υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη των αιτούντων απαλλαγή από την επιβολή προστίμων σε εθνικές αρχές ανταγωνισμού προστατεύονται από τυχόν ποινικές και διοικητικές κυρώσεις και από κυρώσεις που επιβάλλονται σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες για τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη η οποία καλύπτεται από την αίτηση, αν οι εν λόγω υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη συνεργάζονται ενεργά με τις οικείες αρχές ανταγωνισμού και η αίτηση απαλλαγής προηγείται της χρονικής στιγμής κατά την οποία οι υπάλληλοι και οι διευθυντές έλαβαν γνώση της ποινικής διαδικασίας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

Αιτιολόγηση

Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των κυρώσεων ενδέχεται να ακυρωθεί σε περίπτωση που η διάταξη περί επιείκειας είναι πολύ αόριστη.

Τροπολογία    28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 25 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δεν υποχρεούται να επιβάλλει αποφάσεις δυνάμει της παραγράφου 1, αν αυτό θα αντέβαινε προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο επιδιώκεται η επιβολή.

5.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιβάλλει αποφάσεις δυνάμει της παραγράφου 1, εκτός αν είναι σε θέση να αποδείξει ευλόγως στην αιτούσα αρχή με ποιον τρόπο αυτό θα αντέβαινε προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο επιδιώκεται η επιβολή.

Τροπολογία    29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 26 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 26α

 

Επιμερισμός του κόστους μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού

 

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατόπιν αιτήματος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, η αιτούσα αρχή:

 

α)  σε σχέση με τη δράση που λαμβάνεται σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, αναλαμβάνει όλες τις εύλογες πρόσθετες δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών μετάφρασης και των διοικητικών δαπανών·

 

β)  σε σχέση με τη δράση που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 25, επιτρέπει στην αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση να ανακτήσει όλες τις εύλογες διοικητικές δαπάνες από εισπραχθέν πρόστιμο ή χρηματική ποινή.

Τροπολογία    30

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 27 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2α.  Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι η κοινοποίηση της έναρξης ισχύος του πρώτου τυπικού μέτρου έρευνας η οποία παραλαμβάνεται από εθνική αρχή ανταγωνισμού δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 γίνεται διαθέσιμη στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού των άλλων κρατών μελών εντός του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

Τροπολογία    31

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 29 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Πληροφορίες που συλλέγονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο αποκτήθηκαν. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα.

1.  Πληροφορίες που συλλέγονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο αποκτήθηκαν. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη ατόμου, η αρχή ανταγωνισμού μπορεί να διαβιβάσει δεδομένα από τον σχετικό φάκελο στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

Έγγραφα αναφοράς

COM(2017)0142 – C8-0119/2017 – 2017/0063(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

26.4.2017

 

 

 

Γνωμοδότηση της

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

IMCO

26.4.2017

Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Eva Maydell

25.4.2017

Εξέταση στην επιτροπή

4.9.2017

11.10.2017

20.11.2017

 

Ημερομηνία έγκρισης

21.11.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

34

0

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pascal Arimont, Dita Charanzová, Carlos Coelho, Sergio Gaetano Cofferati, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, Daniel Dalton, Nicola Danti, Dennis de Jong, Maria Grapini, Sergio Gutiérrez Prieto, Liisa Jaakonsaari, Philippe Juvin, Antonio López-Istúriz White, Eva Maydell, Marlene Mizzi, Nosheena Mobarik, Virginie Rozière, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Olga Sehnalová, Jasenko Selimovic, Igor Šoltes, Ivan Štefanec, Catherine Stihler, Richard Sulík, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mylène Troszczynski, Mihai Ţurcanu, Anneleen Van Bossuyt, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Kaja Kallas, Arndt Kohn

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Heidi Hautala, Jaromír Štětina

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛHΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

34

+

ALDE

ECR

ENF

GUE/NGL

PPE

 

 

S&D

 

 

Verts/ALE

Dita Charanzová, Kaja Kallas, Jasenko Selimovic

Daniel Dalton, Nosheena Mobarik, Richard Sulík, Anneleen Van Bossuyt

Mylène Troszczynski

Dennis de Jong

Pascal Arimont, Carlos Coelho, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, Philippe Juvin, Antonio López-Istúriz White, Eva Maydell, Andreas Schwab, Ivan Štefanec, Jaromír Štětina, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mihai Ţurcanu

Sergio Gaetano Cofferati, Nicola Danti, Maria Grapini, Sergio Gutiérrez Prieto, Liisa Jaakonsaari, Arndt Kohn, Marlene Mizzi, Virginie Rozière, Christel Schaldemose, Olga Sehnalová, Catherine Stihler

Heidi Hautala, Igor Šoltes

0

-

 

 

1

0

EFDD

Marco Zullo

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

Έγγραφα αναφοράς

COM(2017)0142 – C8-0119/2017 – 2017/0063(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

23.3.2017

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

26.4.2017

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ITRE

26.4.2017

IMCO

26.4.2017

JURI

26.4.2017

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

ITRE

25.4.2017

JURI

12.4.2017

 

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Andreas Schwab

21.3.2017

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.7.2017

9.10.2017

21.11.2017

 

Ημερομηνία έγκρισης

27.2.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

48

5

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, Udo Bullmann, David Coburn, Esther de Lange, Markus Ferber, Jonás Fernández, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Cătălin Sorin Ivan, Petr Ježek, Wolf Klinz, Philippe Lamberts, Werner Langen, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Gabriel Mato, Bernard Monot, Caroline Nagtegaal, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Dariusz Rosati, Pirkko Ruohonen-Lerner, Anne Sander, Alfred Sant, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Tibor Szanyi, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Tom Vandenkendelaere, Jakob von Weizsäcker, Γεώργιος Κύρτσος, Κώστας Μαυρίδης, Δημήτριος Παπαδημούλης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Enrique Calvet Chambon, Jan Keller, Verónica Lope Fontagné, Paloma López Bermejo, Thomas Mann, Michel Reimon, Andreas Schwab, Romana Tomc, Miguel Urbán Crespo, Roberts Zīle

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Zbigniew Kuźmiuk, Edouard Martin

Ημερομηνία κατάθεσης

6.3.2018


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

48

+

ALDE

Enrique Calvet Chambon, Petr Ježek, Wolf Klinz, Caroline Nagtegaal, Ramon Tremosa i Balcells

ECR

Zbigniew Kuźmiuk, Bernd Lucke, Stanisław Ożóg, Pirkko Ruohonen-Lerner, Kay Swinburne, Roberts Zīle

PPE

Burkhard Balz, Markus Ferber, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Georgios Kyrtsos, Werner Langen, Verónica Lope Fontagné, Thomas Mann, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Dariusz Rosati, Anne Sander, Andreas Schwab, Theodor Dumitru Stolojan, Romana Tomc, Tom Vandenkendelaere, Esther de Lange

S&D

Hugues Bayet, Pervenche Berès, Udo Bullmann, Jonás Fernández, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Cătălin Sorin Ivan, Jan Keller, Olle Ludvigsson, Edouard Martin, Costas Mavrides, Alfred Sant, Pedro Silva Pereira, Tibor Szanyi, Jakob von Weizsäcker

Verts/ALE

Philippe Lamberts, Michel Reimon, Molly Scott Cato, Ernest Urtasun

5

-

EFDD

David Coburn

ENF

Bernard Monot

GUE/ NGL

Paloma López Bermejo, Dimitrios Papadimoulis, Miguel Urbán Crespo

1

0

EFDD

Marco Valli

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 19 Μαρτίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου