Διαδικασία : 2017/2273(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0197/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0197/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 14/06/2018 - 7.13
CRE 14/06/2018 - 7.13

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0268

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 953kWORD 121k
4.6.2018
PE 617.980v02-00 A8-0197/2018

σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2016

(2017/2273(INI))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Εισηγητής: Κώστας Χρυσόγονος

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ/ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Αναφορών
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2016

(2017/2273(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 1, 2 και 3,

–   έχοντας υπόψη την 33η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2015) (COM(2016)0463),

–  έχοντας υπόψη την 34η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2016) (COM(2017)0370),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας “EU PILOT”» (COM(2010)0070),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας “EU PILOT”» (COM(2011)0930),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Οκτωβρίου 2016 με τίτλο «Έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης: Ετήσια έκθεση για το 2014»(1),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 2016 με τίτλο «Δίκαιο της ΕΕ: καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα» (C(2016)8600),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαρτίου 2002 όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (COM(2002)0141),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 2012 σχετικά με την επικαιροποίηση του χειρισμού των σχέσεων με τους καταγγέλλοντες όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης (COM(2012)0154),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2014 σχετικά με ένα νέο πλαίσιο της EE για την ενίσχυση του κράτους δικαίου (COM(2014)0158),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Μαΐου 2015 με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα – ένα θεματολόγιο της ΕΕ» (COM(2015)0215),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(2),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2001/470/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις(3),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με την 30ή και την 31η έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2012-2013)(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2016 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Ιουνίου 2016 σχετικά με μια ανοικτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης(7) και το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2013 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με το διοικητικό δικονομικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(8),

–  έχοντας υπόψη τις ανακοινώσεις της Επιτροπής της 27ης Μαΐου 2016 σχετικά με την επίτευξη των οφελών των περιβαλλοντικών πολιτικών της ΕΕ μέσω της τακτικής επισκόπησης της εφαρμογής τους (COM(2016)0316) και της 3ης Φεβρουαρίου με τίτλο «Η Επισκόπηση της Περιβαλλοντικής Εφαρμογής της ΕΕ: Κοινές προκλήσεις και πώς να συνδυαστούν οι προσπάθειες με σκοπό να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα» (COM(2017)0063),

–  έχοντας υπόψη τον ευρωπαϊκό πυλώνα για τα κοινωνικά δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 και το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων και της Επιτροπής Αναφορών (A8-0197/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 17 της ΣΕΕ ορίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα των Συνθηκών»·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2 της ΣΕΕ ορίζει ότι η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ είναι, συνεπώς, θεμελιώδους σημασίας για την επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ που ορίζονται στις Συνθήκες και στο παράγωγο δίκαιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 8 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αναθέτει στην Ένωση το καθήκον της εξάλειψης των ανισοτήτων και της προώθησης της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλες τις δραστηριότητές της·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΣΕΕ και το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών είναι μία από τις θεμελιώδεις αξίες στις οποίες βασίζεται η ΕΕ και ότι, σε όλες τις δράσεις της, η Ένωση επιδιώκει να καταπολεμήσει όλες τις μορφές διακρίσεων, να εξαλείψει τις ανισότητες και να προωθήσει τις ίσες ευκαιρίες και την ίση μεταχείριση·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 3 της ΣΕΕ ορίζει ότι η Ένωση έχει, μεταξύ άλλων, σκοπό να προάγει την ειρήνη, τις αξίες της και την ευημερία των λαών της και να εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο, και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος, και ότι η Ένωση καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία, την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή σαφείς και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρουν τις οδηγίες της ΕΕ στο εθνικό τους δίκαιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών και την κοινή πολιτική δήλωση της 27ης Οκτωβρίου 2011 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά την κοινοποίηση στην Επιτροπή των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη ενδέχεται επίσης να πρέπει να παρέχουν έγγραφα στα οποία επεξηγείται ο τρόπος μεταφοράς των οδηγιών στο εθνικό τους δίκαιο·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ και τα άρθρα 288 παράγραφος 3 και 291 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη έχουν την πρωταρχική ευθύνη για τη μεταφορά, εφαρμογή και υλοποίηση του δικαίου της ΕΕ, με τρόπο ορθό και εντός καθορισμένων προθεσμιών, καθώς και για την παροχή κατάλληλων ένδικων βοηθημάτων για τη διασφάλιση αποτελεσματικής έννομης προστασίας στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της ΕΕ·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ εγγυάται τα οφέλη των πολιτικών της Ένωσης σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες και ίσους όρους ανταγωνισμού στις επιχειρήσεις·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την έγκριση, τον Δεκέμβριο του 2016, της ανακοίνωσής της με τίτλο «Δίκαιο της ΕΕ: Καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα», η Επιτροπή αποφάσισε να επικεντρωθεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη δεν κοινοποιούν τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο ή τα εν λόγω μέτρα δεν επιτυγχάνουν την ορθή μεταφορά των οδηγιών, δεν συμμορφώνονται με απόφαση του ΔΕΕ (όπως προβλέπεται στο άρθρο 260 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ), ζημιώνουν σοβαρά τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ ή παραβιάζουν τις αποκλειστικές αρμοδιότητες της ΕΕ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, ο ΧΘΔΕΕ έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, απευθύνεται δε στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 51 παράγραφος 1 του ΧΘΔΕΕ)·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη διαδικασία EU Pilot επιδιώκεται στενότερη και συνεκτικότερη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών προκειμένου να αντιμετωπίζονται εγκαίρως με διμερή διάλογο οι παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου και να αποτρέπεται, κατά το δυνατόν, η ανάγκη προσφυγής στη διαδικασία επί παραβάσει·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο – για την αντιμετώπιση του τρέχοντος δημοκρατικού ελλείμματος και σε σχέση με το ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2016 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα – να θεσπιστεί ένας νέος μηχανισμός που θα παρέχει ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο και θα βασίζεται σε υφιστάμενα μέσα και μηχανισμούς, ο οποίος θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και σε όλα τα κράτη μέλη·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ωστόσο, σύμφωνα με τις νέες πολιτικές για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με την ενωσιακή νομοθεσία που ενέκρινε η Επιτροπή, στόχος του EU Pilot δεν είναι να παρατείνεται η διαδικασία επί παραβάσει, η οποία αποτελεί αφ’ εαυτής μέσο εκκίνησης διαλόγου για την επίλυση προβλημάτων με ένα κράτος μέλος·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, προκειμένου να διασφαλίσει μια περισσότερο στρατηγική και αποτελεσματική προσέγγιση στη διαδικασία επιβολής της νομοθεσίας σε σχέση με τη διαχείριση παραβάσεων, η Επιτροπή έχει αποφασίσει, όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Δίκαιο της ΕΕ: Καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα», να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει χωρίς να βασίζεται στον μηχανισμό EU Pilot, εκτός εάν η προσφυγή στον μηχανισμό αυτό κριθεί σκόπιμη σε μια συγκεκριμένη περίπτωση·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2016, η Επιτροπή έλαβε 3 783 νέες καταγγελίες για πιθανές παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου και ότι τα κράτη μέλη κατά των οποίων υποβλήθηκαν οι περισσότερες από αυτές ήταν η Ιταλία (753), η Ισπανία (424) και η Γαλλία (325)·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφοι 1 και 2 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη προς ένα κράτος μέλος αν κρίνει ότι έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, και δύναται να προσφύγει στο ΔΕΕ, αν το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2016, η Επιτροπή κίνησε 847 νέες διαδικασίες επί παραβάσει για καθυστερημένη μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2016, εξακολουθούσαν να εκκρεμούν 95 υποθέσεις παράβασης, ως προς τις οποίες το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη δεν είχαν συμμορφωθεί·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, το Κοινοβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει έως τον Σεπτέμβριο του 2017, με βάση το άρθρο 295 της ΣΛΕΕ, πρόταση για τη σύναψη Συμφώνου της Ένωσης για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ) με τη μορφή διοργανικής συμφωνίας που θα καθορίζει ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση της συνεργασίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών της στο πλαίσιο του άρθρου 7 της ΣΕΕ·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει με βάση προειδοποιητικές επιστολές, αλλά δεν καλύπτει την άτυπη διαδικασία «EU Pilot» που προηγείται της κίνησης επίσημης διαδικασίας επί παραβάσει·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 41 του ΧΘΔΕΕ ορίζει το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση ως το δικαίωμα κάθε προσώπου στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και ότι το άρθρο 298 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ανακοίνωσή της της 3ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με την επισκόπηση της περιβαλλοντικής εφαρμογής της ΕΕ (EIR), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει θεσπίσει δομημένο και ολοκληρωμένο διάλογο με τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ και, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων επιβολής της νομοθεσίας που διαθέτει δυνάμει των Συνθηκών της ΕΕ, προτίθεται να διευκολύνει τις προσπάθειες των κρατών μελών μέσα από ένα νέο ειδικό πλαίσιο·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 157 της ΣΛΕΕ επιτρέπει, και το άρθρο 19 ΣΛΕΕ δίνει τη δυνατότητα, να θεσπιστεί νομοθεσία για την καταπολέμηση των πάσης φύσεως διακρίσεων, περιλαμβανομένων των διακρίσεων λόγω φύλου·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη έχουν δεσμευθεί, στη δήλωση αριθ. 19 που προσαρτάται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης η οποία ενέκρινε τη Συνθήκη της Λισαβόνας, να καταπολεμήσουν «όλες τις μορφές οικογενειακής βίας […], για την πρόληψη και τιμωρία αυτών των εγκληματικών πράξεων και για την υποστήριξη και προστασία των θυμάτων»·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία της ΕΕ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, έχει εγκριθεί βάσει των άρθρων 79 και 83 της ΣΛΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόγραμμα «Δικαιώματα, Ισότητα και Ιθαγένεια» χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, μέτρα που συμβάλλουν στην εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια σειρά οδηγιών της ΕΕ, κυρίως οι οδηγίες που εστιάζουν στην ισότητα των φύλων, δεν εφαρμόζονται ορθά σε διάφορα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα άτομα διαφορετικών φύλων να μένουν απροστάτευτα απέναντι στις διακρίσεις ως προς την πρόσβαση στην απασχόληση και σε προϊόντα και υπηρεσίες·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη οι έμφυλες διακρίσεις διασταυρώνονται με άλλες μορφές διακρίσεων, περιλαμβανομένων διακρίσεων λόγω φυλετικής και εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας, αναπηρίας, υγείας, ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας και/ή κοινωνικοοικονομικών συνθηκών·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 33 % των γυναικών στην ΕΕ έχει υποστεί σωματική και/ή σεξουαλική βία και το 55 % έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, από το οποίο το 32 % στον χώρο εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στη σεξουαλική, σωματική και διαδικτυακή βία, στον κυβερνοεκφοβισμό και στην επίμονη παρακολούθηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι περισσότερες από τις μισές γυναίκες που έχουν πέσει θύματα φόνου έχουν δολοφονηθεί από σύντροφο ή συγγενή· λαμβάνοντας υπόψη ότι η βία κατά των γυναικών είναι μία από τις πλέον διαδεδομένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως ηλικίας, ιθαγένειας, θρησκείας, εκπαίδευσης, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του θύματος, και αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το φαινόμενο της γυναικοκτονίας παραμένει αμείωτο στα κράτη μέλη·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με έρευνα για τα άτομα ΛΟΑΔ στην ΕΕ, οι λεσβίες, οι αμφιφυλόφιλες και οι διεμφυλικές γυναίκες αντιμετωπίζουν τεράστιο κίνδυνο διακρίσεων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 23 % των λεσβιών και το 35 % των διεμφυλικών ατόμων έχουν πέσει θύματα σωματικής ή σεξουαλικής επίθεσης ή έχουν δεχθεί απειλές βίας στο σπίτι ή αλλού (στον δρόμο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στον χώρο εργασίας, κ.λπ.) τουλάχιστον μία φορά την τελευταία πενταετία·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή και η επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας για την ισότητα των φύλων στα κράτη μέλη έχει διαπιστωθεί ότι ενέχει συγκεκριμένα προβλήματα που συνδέονται με τη μεταφορά και την εφαρμογή των συναφών οδηγιών, όπως σημαντικές νομοθετικές ανεπάρκειες και ασυνεπή εφαρμογή της νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις εθνικές κυβερνητικές δομές, οι φορείς και οι μηχανισμοί ισότητας των φύλων συχνά είναι περιθωριοποιημένοι, δεδομένου ότι είναι διαχωρισμένοι σε διαφορετικούς τομείς πολιτικής, το έργο τους παρεμποδίζεται από περίπλοκες εντολές και δεν διαθέτουν κατάλληλο προσωπικό, κατάρτιση και στοιχεία και επαρκείς πόρους και η στήριξη που τους παρέχεται από την πολιτική ηγεσία είναι ανεπαρκής·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων στην Ευρώπη που δημοσιεύτηκε από το ευρωπαϊκό δίκτυο νομικών εμπειρογνωμόνων στον τομέα της ισότητας των φύλων και της εξάλειψης των διακρίσεων το 2017, στη συντριπτική πλειονότητα των χωρών εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά την αντίληψη και την επίγνωση, καθώς τα άτομα συχνά δεν ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους στην προστασία απέναντι στις διακρίσεις ή για την ύπαρξη μηχανισμών προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, όσον αφορά την εφαρμογή των ενωσιακών οδηγιών κατά των διακρίσεων, έχουν ανακύψει περαιτέρω θέματα που γεννούν ανησυχία, όπως το γεγονός ότι οργανώσεις και ενώσεις δεν διαθέτουν (ή διαθέτουν πολύ περιοριστικό) νομικό καθεστώς που να τους επιτρέπει να κινούν διαδικασίες εξ ονόματος ή προς υποστήριξη θυμάτων διακρίσεων, και η περιοριστική εφαρμογή της μετατόπισης του βάρους της απόδειξης, καθώς και διάφορα εμπόδια στην αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ζητήματα που παρεμποδίζουν ενεργά τους πολίτες να απολαμβάνουν πλήρως και να διασφαλίζουν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τις διατάξεις της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δείκτης του 2017 για την Ισότητα των Φύλων που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) δείχνει οριακές μόνο βελτιώσεις, γεγονός που καθιστά σαφές ότι η ΕΕ εξακολουθεί να απέχει πολύ από την επίτευξη της ισότητας των φύλων, με τη συνολική βαθμολογία να είναι πλέον 66,2 με όριο το 100, τέσσερις μόνο μονάδες υψηλότερη από ό,τι πριν από δέκα χρόνια·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, όσον αφορά τον τομέα της λήψης αποφάσεων, τα προαναφερθέντα στοιχεία στον τομέα της ισότητας των φύλων δείχνουν βελτίωση κατά σχεδόν δέκα ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία, με αποτέλεσμα η βαθμολογία να ανέρχεται σήμερα σε 48,5, αλλά ο τομέας αυτός εξακολουθεί να έχει τη χαμηλότερη βαθμολογία από όλους· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αρνητικά αυτά στοιχεία αντανακλούν κυρίως την άνιση εκπροσώπηση γυναικών και ανδρών στην πολιτική ζωή και καταδεικνύουν δημοκρατικό έλλειμμα στην ενωσιακή διακυβέρνηση·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην έκθεση του Eurofound σχετικά με το χάσμα απασχόλησης μεταξύ των φύλων εκτιμάται ότι το χάσμα αυτό κοστίζει στην ΕΕ περίπου 370 δισεκατομμύρια EUR ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,8 % του ΑΕΠ της ΕΕ·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με έρευνα του Eurofound για τις συνθήκες εργασίας, ο συνδυαστικός δείκτης αμειβόμενου και μη αμειβόμενου χρόνου εργασίας καταδεικνύει ότι, εάν συνυπολογιστούν οι ώρες αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας, οι γυναίκες εργάζονται περισσότερες ώρες·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τη δέσμευση της ΕΕ για ισότητα των φύλων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τα διοικητικά συμβούλια των οργανισμών της ΕΕ παρουσιάζουν σοβαρή υστέρηση όσον αφορά την ισορροπία των φύλων και εμφανίζουν επίμονες μορφές διαχωρισμού των φύλων·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση του ποσοστού γυναικών μεταξύ των πτωχών αποτελεί γεγονός στην ΕΕ και ότι η ορθή και πλήρης εφαρμογή και επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας για την ισότητα και την ισότητα των φύλων θα πρέπει να συμβαδίζει με πολιτικές οι οποίες θέτουν στο στόχαστρο τα πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μεταξύ των γυναικών, φαινόμενα που συνδέονται στενά με περικοπές στον προϋπολογισμό που επηρεάζουν τις δημόσιες υπηρεσίες σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι κοινωνικές παροχές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία πολιτικών για την ισότητα και η πλημμελής εφαρμογή της νομοθεσίας για τα φύλα και την ισότητα θέτουν ακόμη περισσότερο τις γυναίκες σε κίνδυνο και επιτείνουν την απειλή της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης, αποκλείοντας τις γυναίκες από την αγορά εργασίας·

ΛΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ορθή εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας έχει καίρια σημασία για την προώθηση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και η αναδιατυπωμένη οδηγία 2006/54/ΕΚ απαγορεύει ρητά τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες διακρίσεις, και παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν κατά μέσο όρο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, το 2015 το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων εξακολουθούσε να ανέρχεται σε 16,3 %·

ΛΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της ισότητας μεταξύ των φύλων θα πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο του ελέγχου της εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ·

Μ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συλλογή δεδομένων, ει δυνατόν χωριστά ανά φύλο, έχει καίρια σημασία προκειμένου να ελέγχεται η πρόοδος που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

1.  επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής(9) να αντιμετωπίζει αμέσως τις παραβάσεις και στηρίζει τις προσπάθειές της να επιλύει άτυπα τα προβλήματα εφαρμογής· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει τον μηχανισμό επίλυσης προβλημάτων EU Pilot·

2.  εκφράζει την ανησυχία του για την αύξηση του συνολικού αριθμού των διαδικασιών επί παραβάσει το 2016, ο οποίος ήταν ο υψηλότερος που έχει καταγραφεί για παρόμοιες υποθέσεις την τελευταία πενταετία·

3.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ετήσια έκθεση της Επιτροπής του 2016 σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, τα τέσσερα πεδία στα οποία είχαν κινηθεί το 2016 διαδικασίες επί παραβάσει κατά κρατών μελών για θέματα μεταφοράς του δικαίου ήταν το περιβάλλον, η δικαιοσύνη και οι καταναλωτές, η φορολογία και η εσωτερική αγορά·

4.  υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα υποβολής αναφορών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 και 227 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 44 του ΧΘΔΕΕ, και κατατάσσεται δεύτερο σε σημασία για τους πολίτες, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες· υπογραμμίζει πόσο σημαντικές είναι οι αναφορές ως μέσο που έχουν στη διάθεσή τους οι πολίτες και οι κάτοικοι της Ένωσης για να αισθάνονται ότι συμμετέχουν στις δραστηριότητές της και για να εκφράζουν τις ανησυχίες τους σχετικά με περιστατικά πλημμελούς εφαρμογής ή παραβίασης του δικαίου της ΕΕ και ενδεχόμενα κενά, και ταυτόχρονα για να επισημαίνουν τις ανεπάρκειες αυτές με την ελπίδα ότι τα προβλήματα που θίγουν θα επιλυθούν γρήγορα και αποτελεσματικά· συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ πρέπει να αναγνωριστούν ως ισοδύναμης σημασίας με το έργο που επιτελείται για την εκπόνηση νέας νομοθεσίας· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει, εν προκειμένω, την εκ μέρους της διεκπεραίωση των υποβαλλόμενων αναφορών, δίνοντας έγκαιρες και εμπεριστατωμένες απαντήσεις·

5.  εφιστά την προσοχή στη μελέτη που ανέθεσε η Επιτροπή Αναφορών στο Θεματικό Τμήμα Γ με τίτλο «Έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ: εργαλεία και προκλήσεις», και εκφράζει την ικανοποίησή του για τις συγκεκριμένες συστάσεις που περιλαμβάνει προς το Κοινοβούλιο σχετικά με τη λήψη μέτρων· εφιστά την προσοχή στην πρόσφατα δημοσιευθείσα μελέτη που ανατέθηκε στο Θεματικό Τμήμα Γ με τίτλο «Αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη», σε συνέχεια των επαναλαμβανόμενων καταγγελιών που έχουν προκύψει από την εξέταση πολλών αναφορών· επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής να ενισχυθεί η κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών όσον αφορά το δίκαιο της ΕΕ στα διάφορα κράτη μέλη, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, η ισότιμη πραγμάτωση των δικαιωμάτων σε όλη την Ένωση·

6.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ενίσχυση της διαφάνειας και την παροχή περισσότερων στατιστικών στοιχείων στην έκθεση της Επιτροπής για το 2016, σε σύγκριση με προηγούμενες εκθέσεις· εκφράζει, ωστόσο, τη δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι δεν περιέχει ακριβή πληροφόρηση για τον αριθμό των αναφορών που οδήγησαν σε κίνηση διαδικασιών EU Pilot ή διαδικασιών επί παραβάσει, και ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες επ’ αυτού· επισημαίνει με λύπη ότι στις διαδικασίες αυτές δεν υπάρχει συμμετοχή ούτε του Κοινοβουλίου ούτε των αναφερόντων· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να προβαίνει σε ανταλλαγή πληροφοριών με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με όλες τις διαδικασίες EU Pilot και τις διαδικασίες επί παραβάσει που έχουν κινηθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια, να μειωθεί το χρονικό πλαίσιο επίλυσης διαφορών μέσω της Επιτροπής Αναφορών, να καλλιεργηθεί η εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και, εντέλει, να ενισχυθεί η νομιμότητα της διαδικασίας EU Pilot, ιδίως σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες επί παραβάσει· καλεί την Επιτροπή να κοινοποιεί συστηματικά τις αποφάσεις της και τα διάφορα μέτρα που λαμβάνει το Σώμα των Επιτρόπων και να δημοσιεύει την ημερήσια διάταξη και τα κύρια πορίσματα των συνεδριάσεων δέσμης μέτρων· λαμβάνει υπόψη την απόφαση του ΔΕΕ, του Μαΐου 2017, στις υποθέσεις C-39/05 P, C-52/05 P και C-562/14 P, σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα στο πλαίσιο της διαδικασίας EU Pilot δεν πρέπει να δημοσιοποιούνται εάν υπάρχει κίνδυνος η εν λόγω δημοσιοποίηση να επηρεάσει τη φύση της διαδικασίας επί παραβάσει, να μεταβάλει την πρόοδό της ή να υπονομεύσει τους στόχους της διαδικασίας αυτής· καλεί την Επιτροπή να δημοσιοποιεί τα έγγραφα που ανταλλάσσει με τα κράτη μέλη όταν παύει να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτός, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών EU Pilot· τάσσεται, εν προκειμένω, υπέρ της πρότασης της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την έγκαιρη και διαφανή διεκπεραίωση των διαδικασιών EU Pilot που βρίσκονται σε στάδιο πριν από τη διαδικασία επί παραβάσει· τονίζει ότι είναι σημαντικό να τηρούνται ενήμεροι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς και να αυξηθεί η διαφάνεια των διαδικασιών EU Pilot· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την ελλιπή ανταπόκριση από πλευράς της Επιτροπής όσον αφορά την αντιμετώπιση των επιφυλάξεων που διατυπώνουν βουλευτές του ΕΚ στο πλαίσιο διαδικασιών EU Pilot και καλεί την Επιτροπή να ενημερώνει την Επιτροπή Αναφορών για κάθε σημαντικό νέο βήμα στο πλαίσιο της έρευνας και του συνεχούς διαλόγου με τα κράτη μέλη σε ό,τι αφορά εκκρεμείς αναφορές· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να συμπεριλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή της στοιχεία για τον βαθμό υλοποίησης τόσο των κανονισμών όσο και των οδηγιών της ΕΕ·

7.  θεωρεί ότι ο μεγάλος αριθμός διαδικασιών επί παραβάσει καταδεικνύει ότι η διασφάλιση της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στα κράτη μέλη εξακολουθεί να συνιστά σοβαρή πρόκληση και να αποτελεί προτεραιότητα, ενόψει της νέας, περισσότερο στρατηγικής και αποτελεσματικής προσέγγισης της διαδικασίας επιβολής της νομοθεσίας που εγκρίθηκε από την Επιτροπή για το 2016· εκτιμά ότι ορισμένες από τις παραβάσεις αυτές ενδέχεται να είναι απόρροια της έλλειψης πόρων στη δημόσια διοίκηση σε ορισμένα κράτη μέλη·

8.  επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής να αντιμετωπίζει αμέσως τις παραβάσεις και στηρίζει τις προσπάθειές της για την άτυπη επίλυση των προβλημάτων εφαρμογής· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει το σύστημα επίλυσης προβλημάτων EU Pilot·

9.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο αριθμός νέων καταγγελιών είναι στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, αντιπροσωπεύοντας αύξηση κατά 67,5 % σε σχέση με το προηγούμενο έτος, με τον πρωτοφανή αριθμό των 3 783 νέων καταγγελιών και μείωση των ποσοστών επίλυσης, ότι, επιπλέον, 1 657 υποθέσεις παράβασης συνέχιζαν να εκκρεμούν στο τέλος του 2016, ενώ 986 διαδικασίες επί παραβάσει κινήθηκαν το 2016, εκ των οποίων 847 για καθυστερημένη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο· σημειώνει με ανησυχία ότι εξακολουθούν να εκκρεμούν 95 διαδικασίες επί παραβάσει μετά την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου διότι η Επιτροπή έκρινε ότι τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη δεν είχαν συμμορφωθεί ακόμη με τις αποφάσεις βάσει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, και ότι, γενικά, οι τομείς «απασχόληση» και «δικαιοσύνη και καταναλωτές» είναι αυτοί με τα περισσότερα προβλήματα και έπονται η εσωτερική αγορά, η βιομηχανία, η επιχειρηματικότητα και οι ΜΜΕ, η φορολογία και τα τελωνεία, και το περιβάλλον·

10.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη μείωση του αριθμού νέων διαδικασιών EU Pilot που κινήθηκαν το 2016 (από 881 το 2014 σε 790) και για το γεγονός ότι ο αριθμός αυτός έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2011, μολονότι η Επιτροπή δεν κινεί διαδικασίες EU Pilot για την καθυστερημένη μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο· σημειώνει, ωστόσο, ότι το ποσοστό επίλυσης μειώθηκε κατά τι σε σχέση με το 2015 (από 75 % σε 72 %)· καλεί την Επιτροπή να δώσει διευκρινίσεις σχετικά με τον καθορισμό των προτεραιοτήτων της όσον αφορά την πολιτική της για την επιβολή της νομοθεσίας, όπου δηλώνει ότι θα εστιάσει τα μέτρα επιβολής της εκεί όπου μπορούν να έχουν θεαματικά αποτελέσματα και σε προτεραιότητες πολιτικής οι οποίες προωθούν υποθέσεις που αποκαλύπτουν συστημικές αδυναμίες στο νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους·

11.  επισημαίνει ότι η δέσμευση της Επιτροπής να ακολουθήσει μια περισσότερο στρατηγική πολιτική στην επιβολή του δικαίου της ΕΕ οδήγησε πρόσφατα στον τερματισμό διαδικασιών επί παραβάσει για πολιτικούς λόγους· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να αναφέρει στις μελλοντικές εκθέσεις ελέγχου τους λόγους που οδηγούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων·

12.  τονίζει ότι η πλειονότητα των υποθέσεων EU Pilot που οδήγησαν σε επίσημες διαδικασίες επί παραβάσει αφορούσαν κυρίως τομείς πολιτικής σχετικούς με το περιβάλλον, την εσωτερική αγορά, τη βιομηχανία, την επιχειρηματικότητα και τις ΜΜΕ, την ενέργεια και τη φορολογία και τα τελωνεία· σημειώνει επίσης ότι οι χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων EU Pilot για τις οποίες κινήθηκε διαδικασία επί παραβάσει ήταν η Ουγγαρία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Πολωνία·

13.  αναγνωρίζει ότι την ευθύνη για την κατάλληλη μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ φέρουν πρωτίστως τα κράτη μέλη, επισημαίνει ωστόσο ότι αυτό δεν απαλλάσσει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ από το καθήκον τους να τηρούν το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ όταν καταρτίζουν το παράγωγο δίκαιο της ΕΕ, ιδίως σε θέματα που άπτονται του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε συνάρτηση με τον ΧΘΔΕΕ·

14.  επισημαίνει ότι η ορθή μεταφορά και εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ είναι αναγκαία για την υλοποίηση των πολιτικών της ΕΕ από την άποψη της αρχής της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών όπως κατοχυρώνεται στις Συνθήκες, και για την ενθάρρυνση και την προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δημόσιων φορέων, τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο, και μεταξύ των φορέων και των πολιτών, υπενθυμίζοντας επίσης ότι η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια δικαίου λειτουργούν ως βάση για καλή συνεργασία και για την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

15.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ανεπάρκειες στην εφαρμογή και την επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως στους τομείς της διαχείρισης των αποβλήτων, των υποδομών επεξεργασίας λυμάτων και της συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές για την ποιότητα του αέρα·

16.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι ευρωπαίοι πολίτες και άλλοι ενδιαφερόμενοι φορείς στην παρακολούθηση και την αναφορά ελλείψεων κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη· επικροτεί, ως εκ τούτου, την αυξημένη ευαισθητοποίηση των πολιτών σε σχέση με την αναθεώρηση της νομοθεσίας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του κρίσιμου ρόλο των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα· υπογραμμίζει ότι οι πολίτες της ΕΕ πρέπει, δικαιωματικά, να είναι οι πρώτοι που πληροφορούνται, κατά τρόπο σαφή, πραγματικά προσβάσιμο, διαφανή και έγκαιρο, κατά πόσον και ποιες εθνικές νομοθετικές διατάξεις έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της μεταφοράς του δικαίου της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη και ποιες εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής τους·

17.  υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδει η Επιτροπή στην έγκαιρη και ορθή μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο και στην ύπαρξη σαφούς εσωτερικού νομοθετικού πλαισίου και προτρέπει τα κράτη μέλη να εξετάζουν τα θέματα αυτά ως προτεραιότητα προκειμένου να αποφευχθούν περιπτώσεις παραβίασης της νομοθεσίας της ΕΕ, εξασφαλίζοντας στους πολίτες και τις επιχειρήσεις τα οφέλη της αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής της·

18.  επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι μη ρεαλιστικές προθεσμίες για την εφαρμογή της νομοθεσίας μπορούν να καταστήσουν αδύνατη τη συμμόρφωση των κρατών μελών, γεγονός που ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή των καθυστερήσεων στην εφαρμογή· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να συμφωνήσουν σε ένα πιο ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή κανονισμών και οδηγιών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον χρόνο που απαιτείται για έλεγχο και διαβούλευση· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις, αξιολογήσεις και νομοθετικές αναθεωρήσεις στις προθεσμίες που έχουν συμφωνηθεί από τους συννομοθέτες και όπως ορίζεται στη σχετική νομοθεσία·

19.  τονίζει ότι το 2016 έπρεπε να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο 70 οδηγίες, έναντι 56 οδηγιών το 2015· εκφράζει την ανησυχία του για τη ραγδαία αύξηση του αριθμού διαδικασιών επί παραβάσει λόγω καθυστερημένης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, από 543 σε 847· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι, στο τέλος του 2016, εκκρεμούσαν 868 διαδικασίες επί παραβάσει λόγω καθυστερημένης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, αριθμός που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 67,5 % σε σύγκριση με τις 518 υποθέσεις που εκκρεμούσαν στο τέλος του 2015·

20.  εκφράζει την ανησυχία για το γεγονός ότι, όπως και το 2015, τα κράτη μέλη δεν τήρησαν σε όλες τις περιπτώσεις τη δέσμευσή τους να υποβάλουν επεξηγηματικά έγγραφα μαζί με τα εθνικά μέτρα μεταφοράς των οδηγιών στην οικεία έννομη τάξη· θεωρεί, δεδομένου ότι πολλά από τα υποβληθέντα επεξηγηματικά έγγραφα ήταν ποιοτικά άνισα, ότι απαιτείται μεγαλύτερη υποστήριξη των κρατών μελών από την Επιτροπή κατά την προετοιμασία αυτών των επεξηγηματικών εγγράφων και των πινάκων αντιστοιχίας·

21.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η αδυναμία να εξασφαλισθεί η έγκαιρη και ορθή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ – που αφορά τις αρχές των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εκπαίδευσης, εργασίας και απασχόλησης, της ίσης αμοιβής για ίση εργασία και της ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών όσον αφορά την πρόσβαση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών – καθώς και των υφιστάμενων μέτρων για τη βελτίωση της ισορροπίας επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και την πάταξη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών, εντέλει στερεί από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τα οφέλη που δικαιούνται σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ·

22.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ΕΕ ιδρύθηκε ως Ένωση που βασίζεται στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 2 της ΣΕΕ)· σημειώνει ότι, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, τα κράτη μέλη πρέπει να σέβονται πλήρως τις αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον ΧΘΔΕΕ· επαναλαμβάνει ότι η προσεκτική παρακολούθηση των πράξεων και των παραλείψεων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ έχει ύψιστη σημασία·

23.  επαναλαμβάνει την ανησυχία του για τον αριθμό των αναφορών προς το Κοινοβούλιο και των καταγγελιών προς την Επιτροπή σχετικά με ζητήματα τα οποία υποτίθεται ότι η Επιτροπή έχει επιλύσει·

24.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της έννομης τάξης της ΕΕ, η οποία περιλαμβάνει το πρωτογενές και το παράγωγο δίκαιο, καθώς και διατάξεις περιορισμένης δεσμευτικότητας· ζητεί, για τον λόγο αυτό, την έγκαιρη έγκριση των νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών που είναι απαραίτητες προκειμένου ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων να καταστεί πραγματικότητα για τους πολίτες· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια και συνοχή στις προσπάθειές της να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο ειδικά για την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, όπως η Επισκόπηση της Περιβαλλοντικής Εφαρμογής (EIR)· καλεί την Επιτροπή να μελετήσει το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός τέτοιου πλαισίου ειδικά για τη δίκαιη και ισόρροπη ανάπτυξη, την απασχόληση, τις κοινωνικές υποθέσεις και τις υποθέσεις ένταξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων·

25.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή, σε συνέχεια του ψηφίσματός του της 25ης Οκτωβρίου 2016, να υποβάλει πρόταση για τη σύναψη συμφώνου της Ένωσης για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ), ούτως ώστε να εξασφαλίσει την αποτελεσματική σύνδεση των συναφών ετήσιων θεματικών της εκθέσεων με τα αποτελέσματα των υφιστάμενων μηχανισμών παρακολούθησης και των μέσων περιοδικής αξιολόγησης, που θα πρέπει να υποβάλλονται σε εύθετο χρόνο· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών και σε πλαίσιο πλήρους σεβασμού των αρχών της χρηστής και αποτελεσματικής διοίκησης που ορίζονται στο άρθρο 298 της ΣΛΕΕ και στα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει καθήκον να παρακολουθεί και να αξιολογεί την ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και τον σεβασμό των αρχών και των στόχων που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, από τα κράτη μέλη και από όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, και να τηρεί τη δέσμευσή της για ενεργό συνδρομή προς τα κράτη μέλη στη μεταφορά και την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών και κανονισμών· συνιστά, ως εκ τούτου, το καθήκον αυτό να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του προαναφερθέντος κύκλου πολιτικής ΔΚΘ από το 2018 και στο εξής, και να υποβάλλονται εγκαίρως οι συναφείς ετήσιες θεματικές εκθέσεις – με τα αποτελέσματα των υφιστάμενων μηχανισμών παρακολούθησης και των μέσων περιοδικής αξιολόγησης·

26.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα από την Επιτροπή να παρακολουθεί, να διευθύνει και να υποστηρίζει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής με πιο προορατικό τρόπο·

27.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δέσμευση της Επιτροπής να συνδράμει ενεργά τα κράτη μέλη στη μεταφορά της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο εθνικό δίκαιο και στην εφαρμογή της, με την κατάρτιση σχεδίων υλοποίησης για ορισμένες οδηγίες και κανονισμούς·

28.  θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο, ως συνυπεύθυνο για τη διασφάλιση της εφαρμογής και της επιβολής της νομοθεσίας της ΕΕ με βάση τη διοργανική συμφωνία και δεδομένου ότι διαθέτει εξουσία πολιτικού ελέγχου επί της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 14 της ΣΕΕ, θα πρέπει να ενημερώνεται αυτομάτως για κάθε διαδικασία EU Pilot και για την κίνηση κάθε διαδικασίας επί παραβάσει και ότι θα πρέπει να του παρέχεται κατάλληλη πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τα δύο αυτά είδη διαδικασιών, ιδίως όταν σχετίζονται με αναφορές, με παράλληλο σεβασμό των αναγκαίων διατάξεων εμπιστευτικότητας για την επιτυχή διεκπεραίωση των υποθέσεων·

29.  προτείνει να συμμετέχουν περισσότερο οι εκπρόσωποι των κρατών μελών σε συζητήσεις σχετικά με αναφορές στην Επιτροπή Αναφορών·

30.  σημειώνει το μη ικανοποιητικό επίπεδο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη, όπως προκύπτει από τον υψηλό αριθμό καταγγελιών που υποβάλλονται στην Επιτροπή και τη σημαντική ροή αναφορών που απευθύνονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής, όπως εκφράζεται στην ανακοίνωσή της του Δεκεμβρίου 2016, για αύξηση της χρήσης προληπτικών εργαλείων όπως συνεδριάσεις δέσμης μέτρων, κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής, ομάδες εμπειρογνωμόνων, ειδικευμένα δίκτυα, (συμπεριλαμβανομένου του δικτύου SOLVIT), και για στήριξη της ανάπτυξης ικανοτήτων των κρατών μελών στον τομέα της επιβολής του δικαίου της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 197 της ΣΛΕΕ για την εφαρμογή αυτής της ανανεωμένης πολιτικής για την επιβολή, σε πλήρη συνεργασία με τα κράτη μέλη και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα· καλεί την Επιτροπή να βελτιωθεί στο θέμα της διεκπεραίωσης των υποβαλλόμενων αναφορών δίνοντας έγκαιρες και εμπεριστατωμένες απαντήσεις·

31.  επισημαίνει ότι, παρόλο που εξακολουθούν να εκκρεμούν 95 διαδικασίες επί παραβάσει και παρά το γεγονός ότι το ΔΕΕ έχει αποφανθεί σχετικά με τη μη συμμόρφωση κρατών μελών, η Επιτροπή παρέπεμψε μόνο τρεις από τις υποθέσεις αυτές στο ΔΕΕ βάσει του άρθρου 260 της ΣΛΕΕ· θεωρεί ότι προέχει να διασφαλιστεί η πλήρης και έγκαιρη εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου και, όποτε είναι αναγκαίο, η πλήρης χρήση των διατάξεων του άρθρου 279 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να αποτραπεί τυχόν υπονόμευση του δικαίου της ΕΕ και της εξουσίας του Δικαστηρίου· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την επιτευχθείσα πρόοδο·

32.  τονίζει το γεγονός ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεσμεύονται από τις Συνθήκες της ΕΕ και τον ΧΘΔΕΕ(10)·

33.  συνιστά, οιαδήποτε διακοινοβουλευτική συζήτηση σχετικά με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, να περιλαμβάνει τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και τη συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, π.χ. μέσω αναφορών που διαβιβάζονται στο Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών·

34.  τονίζει ότι τα μνημόνια συνεννόησης που συνάπτονται μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών δεν θεωρούνται πράξεις της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ·

35.  τονίζει πόσο ζωτική σημασία έχουν η αποτελεσματικότητα, η διαφάνεια και η λογοδοσία κατά την εκπόνηση και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· υπογραμμίζει ειδικότερα την αρχή της δημοκρατικής λογοδοσίας – και τον ρόλο του Κοινοβουλίου στη διασφάλισή της – καθώς και το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ σε δικαιοσύνη και χρηστή διοίκηση, όπως ορίζεται στα άρθρα 41 και 47 του ΧΘΔΕΕ· επισημαίνει ότι, με βάση τα δικαιώματα και τις αρχές αυτές, πρέπει να παρέχεται στους πολίτες κατάλληλη και εύκολη πρόσβαση στα σχέδια νομοθετικών πράξεων που τους αφορούν· υπενθυμίζει ότι τα ίδια αυτά δικαιώματα και αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν πρωταρχική σημασία για τα κράτη μέλη όταν προτείνουν σχέδια νομοθετικών πράξεων για την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· ζητεί, ως εκ τούτου, στις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την ΕΕ, τα κράτη μέλη και τους πολίτες της, όπως είναι οι αποφάσεις για τους εθνικούς προϋπολογισμούς και τις μεταρρυθμίσεις, να έχει το Κοινοβούλιο τον βασικό έλεγχο·

36.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής (συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων των δαπανών για τις συντάξεις, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και τη δημόσια διοίκηση) και οι μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής δεν απέφεραν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα·

37.  καλεί την Επιτροπή να αυξήσει, όπου αυτό είναι δυνατόν και αναγκαίο, τους χρηματοδοτικούς πόρους της ΕΕ, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, που προορίζονται για την «ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας των δημόσιων αρχών και των ενδιαφερόμενων φορέων και για μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση», προκειμένου να προωθηθούν η κοινωνική πρόνοια και η οικονομική ανάπτυξη και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των συναφών επωφελών νομοθετικών διατάξεων· καλεί την Επιτροπή να κάνει πλήρη χρήση του άρθρου 197 της ΣΛΕΕ για να συμβάλει στην ενίσχυση της ικανότητας των κρατών μελών στον τομέα της εφαρμογής και της επιβολής του δικαίου της ΕΕ·

38.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει μέσα σχεδιασμένα να βοηθούν τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν τα προβλήματα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, να τα αντιμετωπίζουν σε ένα πρώτο στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει και να βρίσκουν κοινές λύσεις·

39.  επισημαίνει ότι οι πλέον κατάφωρες διαδικασίες επί παραβάσει αφορούν νομοθεσία που απορρέει από οδηγίες· υπενθυμίζει ότι οι κανονισμοί έχουν άμεση και υποχρεωτική εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να χρησιμοποιεί, στο μέτρο του δυνατού, κανονισμούς για τις νομοθετικές προτάσεις της· εκτιμά ότι μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο υπέρμετρης ρύθμισης·

40.  υπενθυμίζει ότι οι προδικαστικές αποφάσεις συμβάλλουν στην αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· θεωρεί ότι η εφαρμογή αυτής της διαδικασίας επιτρέπει μια ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας· παροτρύνει, ως εκ τούτου, τα εθνικά δικαστήρια, σε περίπτωση αμφιβολίας, να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ ούτως ώστε να αποφεύγονται οι διαδικασίες επί παραβάσει·

41.  καλεί την Επιτροπή να ελέγξει με ιδιαίτερη προσοχή την εφαρμογή της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1164 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2016, για τη θέσπιση κανόνων κατά πρακτικών φοροαποφυγής που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς(11), και να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει, όπου κρίνεται αναγκαίο, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη επαγρύπνηση όσον αφορά την εσφαλμένη ή κακή εφαρμογή της·

42.  επικροτεί τις συνεχείς προσπάθειες της Επιτροπής να επιβάλλει τους περιβαλλοντικούς κανόνες της ΕΕ προκειμένου να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού για όλα τα κράτη μέλη και τους οικονομικούς φορείς και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις κατά την εφαρμογή και επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής διαδικασιών επί παραβάσει αν κρίνεται απαραίτητο· υπογραμμίζει, ωστόσο, τους γνωστούς περιορισμούς ως προς την αποτελεσματικότητα των περιβαλλοντικών κανόνων της ΕΕ και, ειδικότερα, την οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη (ΟΠΕ)· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη το ψήφισμα του Κοινοβουλίου σχετικά με την εφαρμογή της ΟΠΕ· επισημαίνει ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, το δικαίωμα των πολιτών σε ένα υγιές περιβάλλον υπονομεύεται λόγω των ελλείψεων στην εφαρμογή και την επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την πρόληψη των βλαβών στον αέρα και τα ύδατα, τη διαχείριση των αποβλήτων και τις υποδομές επεξεργασίας των λυμάτων· επισημαίνει ότι η πλήρης εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ θα μπορούσε να επιφέρει για την οικονομία της ΕΕ εξοικονομήσεις, κατά κύριο λόγο σε δαπάνες για την υγεία και το περιβάλλον, ύψους 50 δισεκατομμυρίων EUR ετησίως·

43.  επισημαίνει ότι το κεκτημένο της ΕΕ περιλαμβάνει επίσης διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την ΕΕ· σημειώνει με μεγάλη ανησυχία ότι οι περιβαλλοντικοί κανόνες της ΕΕ ενδέχεται να μη συμμορφώνονται προς τη σύμβαση του Aarhus για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη των αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα («σύμβαση του Aarhus»)(12), καθώς δεν παρέχουν σε περιβαλλοντικές οργανώσεις και μέλη του κοινού επαρκή πρόσβαση στη δικαιοσύνη· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να δώσει προσοχή στα πορίσματα και τις συστάσεις της επιτροπής συμμόρφωσης της σύμβασης του Aarhus(13) και στη θέση του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2017(14) και να διερευνήσει τρόπους και μέσα για τη συμμόρφωση προς τη σύμβαση του Aarhus κατά τρόπο συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξης της Ένωσης και το σύστημα δικαστικού ελέγχου που εφαρμόζει·

44.  καλεί την Επιτροπή να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή των μέτρων που εγκρίνονται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, ώστε να εξασφαλίσει τη συμβατότητά τους με τις αρχές που κατοχυρώνονται στον ΧΘΔΕΕ, να συνεργάζεται με τα κράτη μέλη για την επίλυση των δυσκολιών που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κατά την εφαρμογή τους και να κινεί τις δέουσες διαδικασίες επί παραβάσει, κατά περίπτωση· σημειώνει με ανησυχία ότι ορισμένα κράτη μέλη αμελούν τις υποχρεώσεις τους στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο· υπογραμμίζει ότι είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά το άσυλο και τη μετανάστευση, ούτως ώστε όλα τα κράτη μέλη να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την αύξηση της εμπορίας ανθρώπων για σκοπούς εκμετάλλευσης της εργασίας ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης·

45.  καλεί την Επιτροπή να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην κατάσταση όπως εξελίσσεται στον τομέα της μετανάστευσης και της ασφάλειας και να εφαρμόζει με αποδοτικό τρόπο το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης για τη μετανάστευση και τις συναφείς δέσμες μέτρων υλοποίησης· ζητεί από τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ορθά την οδηγία για την επιστροφή (2008/115/ΕΚ)(15) και να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για τη μετανάστευση·

46.  καλεί την Επιτροπή να ελέγξει τη συμβατότητα των συμβάσεων μηδενικών ωρών εργασίας με τη νομοθεσία της ΕΕ για την απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας για τους εργαζομένους μερικής απασχόλησης, καθώς το 2016 υποβλήθηκαν πολλές αναφορές σχετικά με την επισφαλή εργασία·

47.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι στην έκθεση αναγνωρίζεται ο ρόλος του Κοινοβουλίου στο να εφιστά, μέσω της υποβολής ερωτήσεων και αναφορών, την προσοχή της Επιτροπής σε αδυναμίες σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι με έναν αυστηρότερο έλεγχο των εθνικών κοινοβουλίων επί των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, όταν αυτές συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία, θα προωθηθεί μια αποτελεσματικότερη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες·

48.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, λόγω διαφορών στις μεταφράσεις πολλών οδηγιών στις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, ενδέχεται αποκλίνουσες γλωσσικές αποδόσεις να οδηγούν σε ασύμφωνες ερμηνείες των αντίστοιχων κειμένων και σε διαφορές όσον αφορά τη μεταφορά τους στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι οι εν λόγω διαφορές στη μεταφορά και τη νομική ερμηνεία των οδηγιών δεν αποκαλύπτονται συστηματικά, αλλά μόνο όταν αποσαφηνίζονται με αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

49.  υπενθυμίζει ότι τα εθνικά κοινοβούλια οφείλουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τόσο κατά τον προνομοθετικό έλεγχο των σχεδίων νομοθετικών πράξεων της ΕΕ όσο και μετά την έκδοση του δικαίου της ΕΕ κατά τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του από τα κράτη μέλη· καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να συνεχίσουν να επιτελούν προορατικά το καθήκον αυτό·

50.  φρονεί ότι, στο πλαίσιο των προσπαθειών της Επιτροπής για την παραγωγή καλύτερης και πιο αποτελεσματικής ενωσιακής νομοθεσίας, θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπόψη η εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

51.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του για τη δημιουργία, στο πλαίσιο των αρμόδιων Γενικών Διευθύνσεων (ΓΔ IPOL, ΓΔ EXPO και ΓΔ EPRS), αυτόματου συστήματος εκ των υστέρων αξιολόγησης του αντικτύπου των κύριων νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ που έχουν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης και σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

52.  καλεί την Επιτροπή να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στον έλεγχο που ασκεί στην εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ με την οποία θεσπίζονται κανόνες για την αντιμετώπιση πρακτικών διαφθοράς που πλήττουν άμεσα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, και να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού·

53.  υπενθυμίζει στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της ΕΕ ότι η διασφάλιση της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας στα κράτη μέλη εξακολουθεί να συνιστά προτεραιότητα για την ΕΕ· τονίζει τη σημασία που έχει η τήρηση των αρχών της δοτής αρμοδιότητας, της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΣΕΕ, καθώς και της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου με σκοπό τον καλύτερο έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ· υπενθυμίζει τη σημασία της ευαισθητοποίησης όσον αφορά τις διατάξεις υφιστάμενων οδηγιών που πραγματεύονται διάφορες πτυχές της αρχής της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και που μετατρέπουν την ισότητα σε πράξη·

54.  προτρέπει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ανταποκρίνονται ανελλιπώς στην υποχρέωσή τους να τηρούν το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ όταν θεσπίζουν κανόνες παραγώγου δικαίου της ΕΕ και διατάξεις περιορισμένης δεσμευτικότητας, αναπτύσσουν πολιτικές και υπογράφουν συμφωνίες ή συνθήκες με θεσμικά όργανα εκτός ΕΕ, να επικουρούν με όσα μέσα διαθέτουν τα κράτη μέλη της ΕΕ στις προσπάθειές τους να μεταφέρουν το ενωσιακό δίκαιο σε όλους τους τομείς και να σέβονται τις αξίες και τις αρχές της Ένωσης, ιδίως σε συνάρτηση με τις πρόσφατες εξελίξεις στα κράτη μέλη·

55.  συντάσσεται με την άποψη της Επιτροπής ότι οι μεμονωμένοι καταγγέλλοντες διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στον προσδιορισμό ευρύτερων προβλημάτων που σχετίζονται με την επιβολή και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ και επηρεάζουν τα συμφέροντα των πολιτών και των επιχειρήσεων·

56.  τονίζει ότι η έλλειψη συνεκτικού και ολοκληρωμένου συνόλου κωδικοποιημένων κανόνων χρηστής διοίκησης σε ολόκληρη την Ένωση καθιστά δύσκολη για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις την ευχερή και πλήρη κατανόηση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με ενωσιακό δίκαιο· επισημαίνει, ως εκ τούτου, ότι η κωδικοποίηση των κανόνων χρηστής διοίκησης υπό μορφή κανονισμού που θα καθορίζει τις διάφορες πτυχές της διοικητικής διαδικασίας – συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων, των δεσμευτικών προθεσμιών, του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του – είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των πολιτών και της διαφάνειας· πιστεύει ότι ο κανονισμός αυτός θα εξασφάλιζε μεγαλύτερη προσβασιμότητα, διαφάνεια και συνοχή στην ερμηνεία των ισχυόντων κανόνων, προς όφελος των πολιτών και των επιχειρήσεων, καθώς και της διοίκησης και των υπαλλήλων της·

57.  υπενθυμίζει ότι, στα ψηφίσματά του της 15ης Ιανουαρίου 2013 και της 9ης Ιουνίου 2016, το Κοινοβούλιο ζήτησε την έγκριση κανονισμού σχετικά με μια ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη διοίκηση της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 298 της ΣΛΕΕ, και σημειώνει ότι δεν υπήρξε πρόταση της Επιτροπής με την οποία να δίνεται συνέχεια στο αίτημα αυτό του Κοινοβουλίου· καλεί, ως εκ τούτου, για μια ακόμη φορά την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση σχετικά με ένα ευρωπαϊκό διοικητικό δικονομικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τα βήματα που έχει κάνει μέχρις στιγμής το Κοινοβούλιο προς αυτή την κατεύθυνση·

58.  υπογραμμίζει ότι η ελλιπής ενσωμάτωση περιβαλλοντικών παραμέτρων σε άλλους τομείς πολιτικής αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της ανεπαρκούς εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής·

59.  υπογραμμίζει ότι πρέπει να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο τόσο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος όσο και στους τομείς της υγείας και της ασφάλειας των τροφίμων·

60.  τονίζει ότι η αποτελεσματική επιβολή των κανόνων της ΕΕ στον χώρο της υγείας, της ασφάλειας των τροφίμων και του περιβάλλοντος είναι σημαντική για τους ευρωπαίους πολίτες, δεδομένου ότι επηρεάζει την καθημερινή τους ζωή και υπηρετεί το γενικό συμφέρον·

61.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί στενά υποθέσεις που αφορούν περιβαλλοντικές παραβάσεις με διασυνοριακή διάσταση, ιδίως στον τομέα της νομοθεσίας για τον καθαρό αέρα, καθώς και την ορθή μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στα μελλοντικά κράτη μέλη· καλεί, ακόμη, την Επιτροπή να ενημερώνει εγκαίρως τους καταγγέλλοντες με κατάλληλο και διαφανή τρόπο όσον αφορά τα επιχειρήματα που επικαλούνται τα ενδιαφερόμενα κράτη ως απάντηση στην καταγγελία·

62.  επισημαίνει ότι ο αριθμός των διαδικασιών επί παραβάσει που αφορούν το περιβάλλον μειώθηκε το 2016 σε σύγκριση με το 2015, αλλά ανησυχεί για τον λόγο ότι αυξήθηκε ο αριθμός των διαδικασιών στον χώρο της υγείας και της ασφάλειας τροφίμων, και καλεί την Επιτροπή να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα αυτό·

63.  τονίζει ότι η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ΕΕ που θα πρέπει να ενσωματώνεται σε όλες τις πολιτικές·

64.  υπογραμμίζει τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει το κράτος δικαίου όσον αφορά τη νομιμοποίηση κάθε μορφής δημοκρατικής διακυβέρνησης· τονίζει ότι αυτό αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ενωσιακής έννομης τάξης και ότι, ως εκ τούτου, συνάδει με την ιδέα μιας Ένωσης που βασίζεται στο κράτος δικαίου·

65.  υπενθυμίζει ότι η αρχή της ισότητας – από τη σκοπιά της ίσης αμοιβής για ίση εργασία – κατοχυρώθηκε στις ευρωπαϊκές Συνθήκες το 1957 (βλ. άρθρο 157 της ΣΛΕΕ) και τονίζει το γεγονός ότι το άρθρο 153 της ΣΛΕΕ επιτρέπει στην ΕΕ να δρα στον ευρύτερο τομέα των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης σε θέματα απασχόλησης και εργασίας·

66.  σημειώνει με ικανοποίηση ότι η ευρεία ερμηνεία που δίνει το ΔΕΕ στην έννοια της ίσης αμοιβής για ίση εργασία, όπως διαρθρώνεται στις αποφάσεις του και στην εκτενή νομολογία του για το σχετικό άρθρο, έχει σαφώς διευρύνει τις δυνατότητες καταπολέμησης τόσο των άμεσων όσο και των έμμεσων έμφυλων μισθολογικών διακρίσεων και έχει μειώσει το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων· τονίζει, ωστόσο, ότι θα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά για να εξαλειφθεί το διατηρούμενο μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων στην ΕΕ·

67.  εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για το γεγονός ότι η εισαγωγή αρχών του δικαίου που απαγορεύουν τις μισθολογικές ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών αποδείχτηκε από μόνη της ανεπαρκής για την εξάλειψη των μισθολογικών διαφορών μεταξύ των φύλων· τονίζει ότι η αναδιατυπωμένη οδηγία 2006/54/ΕΚ απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι όλες οι διατάξεις όσον αφορά συλλογικές συμφωνίες, μισθολογικές κλίμακες, μισθολογικές συμφωνίες και ατομικές συμβάσεις εργασίας οι οποίες αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης αμοιβής, είναι ή μπορούν να κηρυχθούν άκυρες ή να τροποποιηθούν·

68.  τονίζει ότι τόσο τα κράτη μέλη όσο και η Επιτροπή θα πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή σε εναλλακτικά μέσα, πέρα από τα υφιστάμενα εργαλεία για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, ώστε να καταστεί δυνατή μια ευρύτερη εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως των διατάξεων που αφορούν τη μισθολογική ισότητα· τονίζει, ως εκ τούτου, τη σημασία που έχει η επίτευξη συλλογικών συμφωνιών για τη διασφάλιση ίσης αμοιβής, γονικής άδειας και άλλων συναφών με την απασχόληση δικαιωμάτων μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων·

69.  υπενθυμίζει το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2013, με το οποίο ζητεί την έγκριση κανονισμού της ΕΕ σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού διοικητικού δικονομικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 298 της ΣΛΕΕ· σημειώνει με απογοήτευση ότι η Επιτροπή δεν ικανοποίησε το αίτημα του Κοινοβουλίου να υποβάλει πρόταση νομοθετικής πράξης σχετικά με το διοικητικό δικονομικό δίκαιο·

70.  αναγνωρίζει τη σημασία που έχει η συλλογή δεδομένων, ει δυνατόν χωριστά ανά φύλο, για την αξιολόγηση της προόδου που επιτυγχάνεται όσον αφορά την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών·

71.  εκφράζει τη λύπη του για την ανεπαρκή προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων, η οποία αγνοεί τις σοβαρές ασυνέπειες που επισημάνθηκαν από μεγάλο αριθμό πολιτών οι οποίοι έκαναν χρήση του δικαιώματος υποβολής αναφοράς· ζητεί εκ νέου να δρομολογηθεί μια νέα στρατηγική σε επίπεδο ΕΕ για να καλυφθούν οι υφιστάμενες ελλείψεις και να διασφαλιστεί η πλήρης και αποτελεσματική προστασία της καλής μεταχείρισης των ζώων μέσω ενός σαφούς και ολοκληρωμένου νομοθετικού πλαισίου το οποίο θα συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 της ΣΛΕΕ·

72.  καλεί την Επιτροπή να εξετάζει διεξοδικά τις αναφορές με θέμα τις αποκλίσεις στην ποιότητα τροφίμων με την ίδια εμπορική ονομασία στα διάφορα κράτη μέλη· ζητεί επιτακτικά από την Επιτροπή να θέσει τέρμα στις αθέμιτες πρακτικές και να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των καταναλωτών·

73.  επισημαίνει ότι οι διακρίσεις επί τη βάσει της επίσημης γλώσσας ενός κράτους μέλους στα σχολεία και τη δημόσια διοίκηση παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία, όπως ορίζεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την παραβίαση αυτή της εσωτερικής αγοράς·

74.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί αποτελεσματικά την εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων τήρηση της υποχρέωσής τους να ζητούν προδικαστική απόφαση από το ΔΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός μητρώου που θα περιλαμβάνει όλες τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου στις περιπτώσεις που δεν έχει ζητηθεί η έκδοση προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ·

75.  εκφράζει τη λύπη του για την αδυναμία έγκρισης και εφαρμογής κατάλληλης και αποτελεσματικής νομοθεσίας της ΕΕ για τις συνθήκες και τα ωράρια εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας στις επίσημες αργίες και τις Κυριακές και της εργασίας χωρίς διάλειμμα και περιόδους ανάπαυσης· επισημαίνει ότι η έλλειψη ενιαίας νομοθεσίας συνιστά εμπόδιο στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, πράγμα που έχει επιπτώσεις, ιδιαίτερα στις γυναίκες και στη θέση τους στην αγορά εργασίας·

76.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0385.

(2)

ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47.

(3)

ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 25.

(4)

ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(5)

ΕΕ C 316 της 22.9.2017, σ. 246.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0409.

(7)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0279.

(8)

ΕΕ C 440 της 30.12.2015, σ. 17.

(9)

ΕΕ C 18 της 19.1.2017, σ. 10.

(10)

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-8/15 P έως C-10/15 P Ledra Advertising Ltd (C-8/15 P), Ανδρέας Ελευθερίου (C-9/15 P), Ελένη Ελευθερίου (C-9/15 P), Λίλια Παπαχριστοφή (C-9/15 P), Χρήστος Θεοφίλου (C-10/15 P), Ελένη Θεοφίλου (C-10/15 P) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

(11)

ΕΕ L 193 της 19.7.2016, σ. 1.

(12)

ΕΕ L 124 της 17.5.2005, σ. 4.

(13)

ACCC/C/2008/32 (ΕΕ), Μέρος II, που εγκρίθηκε στις 17 Μαρτίου 2017.

(14)

11150/17· Διοργανικός φάκελος: 2017/0151 (NLE).

(15)

ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (28.3.2018)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2016

(2017/2273(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Marijana Petir

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υποστηρίζει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ σε όλους τους τομείς και από τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ΕΕ είναι αναγκαία για να μπορέσουν πράγματι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να επωφεληθούν από τις ενωσιακές πολιτικές, και ότι η ενιαία εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη είναι κομβικής σημασίας για την επιτυχία της ΕΕ· τονίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ανεπαρκής εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ προκαλεί αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών·

2.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ευθύνη για τη μεταφορά, την εφαρμογή και την αποτελεσματική επιβολή των νομοθετικών διατάξεων εναπόκειται στην Επιτροπή, ενώ τα κράτη μέλη έχουν πρωτίστως την ευθύνη για την ορθή μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ·

3.  επισημαίνει ότι η πλήρης εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ θα μπορούσε να επιφέρει για την οικονομία της ΕΕ εξοικονομήσεις σε δαπάνες για την υγεία και το περιβάλλον ύψους 50 δισεκατομμυρίων EUR ετησίως·

4.  υπογραμμίζει ότι η απλότητα, η σαφήνεια και η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου είναι θεμελιώδους σημασίας για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

5.  υπογραμμίζει ότι η ελλιπής ενσωμάτωση περιβαλλοντικών παραμέτρων σε άλλους τομείς πολιτικής αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της ανεπαρκούς εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής·

6.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένως από την Επιτροπή να παρακολουθεί προορατικά, να διευθύνει και να υποστηρίζει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής·

7.  τονίζει ότι η Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα και το καθήκον να επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ και να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει κατά των κρατών μελών που δεν πληρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συνθήκες·

8.  εκφράζει την ανησυχία για το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ελλείψεις στην εφαρμογή και την επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τη διαχείριση των αποβλήτων, τις υποδομές επεξεργασίας λυμάτων και τη συμμόρφωση με τις οριακές τιμές όσον αφορά την ποιότητα του αέρα·

9.  φρονεί ότι, πριν από τη θέσπιση νέων νομοθετικών διατάξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του ισχύοντος ενωσιακού δικαίου σε ολόκληρη την ΕΕ·

10.  επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής(1) να αντιμετωπίζει άμεσα τις παραβάσεις και στηρίζει τις προσπάθειές της να επιλύει άτυπα τα προβλήματα εφαρμογής· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει το σύστημα επίλυσης προβλημάτων EU Pilot·

11.  εκφράζει την ανησυχία του για την αύξηση του συνολικού αριθμού των διαδικασιών επί παραβάσει το 2016, ο οποίος ήταν ο υψηλότερος που έχει καταγραφεί για παρόμοιες υποθέσεις τα τελευταία πέντε έτη·

12.  υπογραμμίζει ότι πρέπει να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο τόσο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος όσο και στους τομείς της υγείας και της ασφάλειας των τροφίμων·

13.  τονίζει ότι η αποτελεσματική επιβολή των κανόνων της ΕΕ στους τομείς της υγείας, της ασφάλειας των τροφίμων και του περιβάλλοντος είναι σημαντική για τους ευρωπαίους πολίτες, δεδομένου ότι επηρεάζει την καθημερινή τους ζωή και εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον·

14.  επισημαίνει ότι έχει αυξηθεί ο αριθμός των καταγγελιών κατά την περίοδο 2012-2016· τονίζει ότι το ευρύ κοινό, οι επιχειρήσεις και η κοινωνία πολιτών, μέσω των πληροφοριών που διαβιβάζονται στην Επιτροπή σχετικά με τις δυσκολίες που προκύπτουν από την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ από τα κράτη μέλη, συμβάλλουν αποφασιστικά στην παρακολούθηση της μεταφοράς και της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ· τονίζει ότι η αύξηση του αριθμού των καταγγελιών σχετικά με τη μη αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ δεν σημαίνει απαραίτητα κακή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη, αλλά αποτελεί ενδεχομένως και ένδειξη ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις είναι καλύτερα ενημερωμένοι όσον αφορά τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τη νομοθεσία της ΕΕ· υπογραμμίζει συνεπώς ότι η πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, βάσει της Σύμβασης του Aarhus, είναι αναγκαία ώστε να παρέχεται στο κοινό και την κοινωνία πολιτών η δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής κατά κρατών μελών·

15.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί στενά υποθέσεις που αφορούν περιβαλλοντικές παραβάσεις που έχουν διασυνοριακή διάσταση, ιδίως στον τομέα της νομοθεσίας για τον καθαρό αέρα, καθώς και την ορθή μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ από τα μελλοντικά κράτη μέλη· καλεί επίσης την Επιτροπή να ενημερώνει εγκαίρως τους καταγγέλλοντες κατά τρόπο κατάλληλο και διαφανή όσον αφορά τα επιχειρήματα που επικαλούνται τα ενδιαφερόμενα κράτη ως απάντηση σε καταγγελίες·

16.  επισημαίνει ότι ο αριθμός των διαδικασιών επί παραβάσει που αφορούν το περιβάλλον μειώθηκε το 2016 σε σύγκριση με το 2015, ανησυχεί ωστόσο για το γεγονός ότι αυξήθηκε ο αριθμός των διαδικασιών στους τομείς της υγείας και της ασφάλειας τροφίμων, και καλεί την Επιτροπή να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα αυτό·

17.  τονίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το Κοινοβούλιο όταν, μέσω αναφορών και ερωτήσεων, επισημαίνονται ελλείψεις κατά την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ από τα κράτη μέλη·

18.  καλεί την Επιτροπή, κατά την εκπόνηση και αξιολόγηση νομοθετικών διατάξεων, να λαμβάνει περισσότερο υπόψη της την ανάγκη να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· τονίζει ότι, όσον αφορά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων της ΕΕ για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και παραχωρήσεων, θα πρέπει να παρέχεται στις ΜΜΕ η δυνατότητα να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς κατά τρόπο πιο απλό και οικονομικό, τηρουμένων πλήρως των αρχών της ΕΕ στον τομέα της διαφάνειας και του ανταγωνισμού·

19.  επικροτεί τον έλεγχο εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ (EIR) ως εργαλείο το οποίο συμβάλλει στο να γίνουν αντιληπτά, μέσω μιας καλύτερης εφαρμογής της, τα οφέλη της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής της ΕΕ για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες·

20.  πιστεύει ότι, στο πλαίσιο των προσπαθειών της Επιτροπής για την παραγωγή καλύτερης και πιο αποτελεσματικής ενωσιακής νομοθεσίας(2), θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπόψη η εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

27.3.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

50

10

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marco Affronte, Pilar Ayuso, Zoltán Balczó, Catherine Bearder, Ivo Belet, Biljana Borzan, Paul Brannen, Soledad Cabezón Ruiz, Nessa Childers, Alberto Cirio, Miriam Dalli, Seb Dance, Angélique Delahaye, Mark Demesmaeker, Stefan Eck, Bas Eickhout, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Gerben-Jan Gerbrandy, Arne Gericke, Jens Gieseke, Julie Girling, Sylvie Goddyn, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, György Hölvényi, Anneli Jäätteenmäki, Jean-François Jalkh, Benedek Jávor, Kateřina Konečná, Urszula Krupa, Giovanni La Via, Peter Liese, Lukas Mandl, Valentinas Mazuronis, Bolesław G. Piecha, Pavel Poc, John Procter, Julia Reid, Frédérique Ries, Michèle Rivasi, Daciana Octavia Sârbu, Annie Schreijer-Pierik, Davor Škrlec, Ivica Tolić, Adina-Ioana Vălean, Jadwiga Wiśniewska, Damiano Zoffoli

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Cristian-Silviu Buşoi, Nicola Caputo, Albert Deß, Eleonora Evi, Christofer Fjellner, Elena Gentile, Norbert Lins, Gabriele Preuß, Christel Schaldemose, Dubravka Šuica, Keith Taylor, Carlos Zorrinho

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

50

+

ALDE

Catherine Bearder, Gerben-Jan Gerbrandy, Anneli Jäätteenmäki, Valentinas Mazuronis, Frédérique Ries

ECR

Mark Demesmaeker, Arne Gericke, Urszula Krupa, Bolesław G. Piecha, John Procter, Jadwiga Wiśniewska

EFDD

Eleonora Evi

GUE/NGL

Stefan Eck, Kateřina Konečná

PPE

Pilar Ayuso, Ivo Belet, Cristian-Silviu Buşoi, Alberto Cirio, Angélique Delahaye, Albert Deß, Christofer Fjellner, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Jens Gieseke, Julie Girling, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, György Hölvényi, Giovanni La Via, Peter Liese, Norbert Lins, Lukas Mandl, Annie Schreijer-Pierik, Dubravka Šuica, Ivica Tolić, Adina-Ioana Vălean

S&D

Biljana Borzan, Paul Brannen, Soledad Cabezón Ruiz, Nicola Caputo, Nessa Childers, Miriam Dalli, Seb Dance, Elena Gentile, Pavel Poc, Gabriele Preuß, Christel Schaldemose, Daciana Octavia Sârbu, Damiano Zoffoli, Carlos Zorrinho

10

-

EFDD

Julia Reid

ENF

Sylvie Goddyn, Jean-François Jalkh

NI

Zoltán Balczó

VERTS/ALE

Marco Affronte, Bas Eickhout, Benedek Jávor, Michèle Rivasi, Davor Škrlec, Keith Taylor

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

ΕΕ C 18 της 19.1.2017, σ. 10.

(2)

COM(2017)0651 της 24ης Οκτωβρίου 2017.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (21.3.2018)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2016

(2017/2273(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Kazimierz Michał Ujazdowski

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ ιδρύθηκε ως Ένωση που εδράζεται στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 2 της ΣΕΕ)· τονίζει ότι η στενή παρακολούθηση των πράξεων και των παραλείψεων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ είναι υψίστης σημασίας·

2.  τονίζει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στις πολιτικές και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό το άρθρο 197 της ΣΛΕΕ το οποίο ορίζει ότι «η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη, που είναι ουσιώδους σημασίας για την καλή λειτουργία της Ένωσης, θεωρείται ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος». υποστηρίζει ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο δίκαιο της Ένωσης όταν αυτό εφαρμόζεται στα κράτη μέλη με αποτελεσματικό τρόπο·

3.  αναγνωρίζει ότι η ευθύνη για την ορθή εφαρμογή και επιβολή του δικαίου της ΕΕ βαρύνει πρωτίστως τα κράτη μέλη· σημειώνει, ωστόσο, ότι αυτό δεν απαλλάσσει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ από την υποχρέωσή τους να τηρούν το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ κατά τη θέσπιση του παραγώγου δικαίου της ΕΕ·

4.  επιδοκιμάζει την πρώτη αυτή έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ μετά τη θέση σε εφαρμογή του στόχου για τη βελτίωση της νομοθέτησης το 2015· επισημαίνει ότι με την αρχή της βελτίωσης του νομοθετικού έργου πρέπει να καθίσταται φανερό ότι η νομοθέτηση σε επίπεδο ΕΕ, τελεί σε απόλυτη αναλογία προς τους στόχους της νομοθετικής δράσης, και να διασφαλίζει ότι οι νομοθετικές διατάξεις εφαρμόζονται ορθώς στο κατάλληλο επίπεδο· τονίζει τη σημασία που έχει η τήρηση των αρχών της δοτής αρμοδιότητας, της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΣΕΕ, καθώς και η ασφάλεια δικαίου και η ισότητα ενώπιον του νόμου με σκοπό τον καλύτερο έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ·

5.  αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η έγκαιρη και ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ στα κράτη μέλη εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα που προκαλεί σοβαρές ανησυχίες, όπως προκύπτει από τον μεγάλο αριθμό των διαδικασιών επί παραβάσει· εκφράζει τη λύπη του τόσο για το μεγάλο αριθμό αρνητικών τάσεων που αναδεικνύονται στην τρέχουσα έκθεση, και ιδίως για τη σημαντική αύξηση όσον αφορά την έναρξη διαδικασιών επί παραβάσει, η οποία συνιστά αύξηση κατά 67,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και μέγιστο ποσοστό πενταετίας, όσο και για την καταγεγραμμένη αύξηση των καταγγελιών και την μείωση του αριθμού των διευθετήσεων· επισημαίνει ότι, από την ανάλυση των διαδικασιών επί παραβάσει που εκκρεμούσαν στα τέλη του 2016 προκύπτει ότι οι τέσσερις τομείς πολιτικής για τους οποίους είχαν κινηθεί κατά κρατών μελών οι περισσότερες διαδικασίες επί παραβάσει λόγω καθυστερημένης μεταφοράς αφορούσαν την εσωτερική αγορά, το περιβάλλον, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες καθώς και την ένωση κεφαλαιαγορών, την κινητικότητα και τις μεταφορές·

6.  επισημαίνει ότι η δέσμευση της Επιτροπής να ακολουθήσει μια αυστηρότερη πολιτική όσον αφορά την επιβολή του δικαίου της ΕΕ οδήγησε πρόσφατα στον τερματισμό διαδικασιών επί παραβάσει για πολιτικούς λόγους· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να αναφέρει σε μελλοντικές εκθέσεις ελέγχου τους λόγους που οδηγούν στη λήψη τέτοιων αποφάσεων·

7.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη μείωση του συνολικού αριθμού των νέων υποθέσεων «EU Pilot», οι οποίες έφτασαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2011· επισημαίνει ότι η Επιτροπή στοχεύει, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της με τίτλο «Δίκαιο της ΕΕ: καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα»(1), να κάνει χρήση του μηχανισμού EU Pilot μόνον όταν αυτός συμβάλει αποτελεσματικά στη διαδικασία αντιμετώπισης των παραβάσεων· τονίζει ωστόσο ότι η διαδικασία EU Pilot είναι ένα μέσο εργασίας χωρίς νομικό καθεστώς που παρέχει στην Επιτροπή διακριτική ευχέρεια, η οποία δεν συνάδει με τα ενδεδειγμένα πρότυπα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας· εκτιμά ότι οι ελλείψεις αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της έκδοσης ενός κανονισμού που θα διευκρινίζει τα νομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεμονωμένων προσφευγόντων και της Επιτροπής·

8.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι στην έκθεση αναγνωρίζεται ο ρόλος του Κοινοβουλίου στο να εφιστά, μέσω της υποβολής ερωτήσεων και αναφορών, την προσοχή της Επιτροπής σε αδυναμίες σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι με έναν αυστηρότερο έλεγχο από τα εθνικά κοινοβούλια των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, όταν αυτές συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία, θα προωθηθεί μια αποτελεσματικότερη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες·

9.  τονίζει τη μεγάλη σπουδαιότητα, πέραν της αποτελεσματικότητας, που έχει η διαφάνεια και η λογοδοσία στο πλαίσιο της εκπόνησης και εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι οι νομοθετικές διατάξεις της ΕΕ πρέπει να είναι σαφείς, κατανοητές, συνεπείς, ακριβείς και άμεσα διαθέσιμες στους πολίτες, λαμβανομένης επίσης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία τονίζει την ανάγκη εκτελεστότητας και προβλεψιμότητας των νομοθετικών κανόνων της ΕΕ(2)·

10.  υπογραμμίζει ότι οι πολίτες της ΕΕ πρέπει δικαιωματικά να είναι οι πρώτοι που πληροφορούνται κατά τρόπο σαφή, πραγματικά προσβάσιμο, διαφανή και έγκαιρο, εάν και ποιες εθνικές νομοθετικές διατάξεις έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της μεταφοράς του δικαίου της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη, και ποιες εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή τους· αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι και οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών στον έλεγχο και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της παρεχόμενης από το δίκαιο της ΕΕ έννομης προστασίας·

11.  επαναλαμβάνει τη διάταξη της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, σύμφωνα με την οποία, όταν τα κράτη μέλη μεταφέρουν οδηγίες της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο, και επιλέγουν να προσθέσουν στοιχεία που ουδόλως συνδέονται με την εν λόγω νομοθεσία της Ένωσης, πρέπει να καθιστούν τις προσθήκες αυτές αναγνωρίσιμες, είτε μέσω της πράξης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο είτε μέσω συναφών εγγράφων·

12.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, λόγω διαφορών στις μεταφράσεις πολλών οδηγιών στις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, ενδέχεται οι αποκλίνουσες γλωσσικές αποδόσεις να προκαλούν διαφορετικές ερμηνείες των αντίστοιχων κειμένων και διαφορές όσον αφορά τη μεταφορά τους στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών· αποδοκιμάζει, συνεπώς, το γεγονός ότι οι εν λόγω διαφορές στη μεταφορά και τη νομική ερμηνεία των οδηγιών δεν αποκαλύπτονται συστηματικά, αλλά μόνο όταν αυτές αποσαφηνίζονται με αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

13.  επισημαίνει ότι τα εθνικά κοινοβούλια οφείλουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τόσο κατά τον προνομοθετικό έλεγχο των σχεδίων νομοθετικών πράξεων της ΕΕ όσο και μετά την έκδοση του δικαίου της ΕΕ κατά τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του από τα κράτη μέλη· καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να συνεχίσουν να επιτελούν προορατικά το καθήκον αυτό·

14.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί αποτελεσματικά την εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων τήρηση της υποχρέωσής τους να ζητούν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός μητρώου που θα περιλαμβάνει όλες τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου, όταν δεν έχει ζητηθεί η έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

15.  υπογραμμίζει την αρχή της διαφάνειας που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ, καθώς και το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ σε δικαιοσύνη και χρηστή διοίκηση, που ορίζεται στα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· επισημαίνει ότι, με βάση τα δικαιώματα και τις αρχές αυτές, πρέπει να παρέχεται στους πολίτες κατάλληλη και εύκολη πρόσβαση στα σχέδια νομοθετικών πράξεων που τους αφορούν· επισημαίνει ότι τα εν λόγω δικαιώματα και οι αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν πρωταρχική σημασία στα κράτη μέλη, όταν αυτά προτείνουν σχέδια νομοθετικών πράξεων για την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

16.  καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ που συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία να μεριμνήσουν για την ενίσχυση της ποιότητας της διατύπωσης των νομοθετικών κειμένων, σύμφωνα με τη δέσμευση που έχει αναληφθεί στο πλαίσιο του στόχου για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου· επισημαίνει ότι η διοργανική συμφωνία του 1998 για τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας θα πρέπει να προσαρμοστεί προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός·

17.  επικροτεί τη δέσμευση της Επιτροπής να συνδράμει ενεργά τα κράτη μέλη στη μεταφορά της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο εθνικό δίκαιο και στην εφαρμογή της με την κατάρτιση σχεδίων εφαρμογής για ορισμένες οδηγίες και κανονισμούς· καλεί την Επιτροπή να παράσχει ενισχυμένη καθοδήγηση και συνδρομή στα κράτη μέλη, μέσω συγκεκριμένων εργαλείων, προκειμένου να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· προτρέπει την Επιτροπή να βοηθήσει τα κράτη μέλη τα οποία ενδέχεται να αντιμετωπίζουν εκ των προτέρων δυσκολίες κατά την εφαρμογή και μεταφορά και τις αντιμετωπίσει αναλόγως, ενισχύοντας τη θεσμική ικανότητα των δημόσιων αρχών σε τεχνικό επίπεδο·

18.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο των κοινωνικών εταίρων, των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών και άλλων ενδιαφερόμενων φορέων όσον αφορά τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, τον έλεγχο και την επισήμανση ελλείψεων κατά τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι οι εθνικές αρχές και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα πρέπει να ενθαρρύνουν το ρόλο αυτό·

19.  επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει επιπλέον να είναι σε θέση να ελέγχει την επιβολή των κανονισμών από την Επιτροπή, όπως πράττει και στην περίπτωση των οδηγιών· καλεί συνεπώς μετ’ επιτάσεως τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να συνεργάζονται πιο αποτελεσματικά και αποδοτικά σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 της ΣΕΕ· ζητεί εκ νέου από την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε, στις μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις της σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, να παρέχονται στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή των κανονισμών· υπενθυμίζει στα κράτη μέλη την υποχρέωσή τους να υποβάλουν την εθνική τους νομοθεσία για τη μεταφορά ή την εφαρμογή των κανονισμών στην Επιτροπή, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ·

20.  επαναλαμβάνει το αίτημά του για την δημιουργία, στο πλαίσιο των αρμόδιων Γενικών Διευθύνσεων (ΓΔ IPOL, ΓΔ EXPO και ΓΔ EPRS), ενός αυτόματου συστήματος εκ των υστέρων αξιολόγησης του αντικτύπου των κύριων νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ που έχουν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης και σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

21.  τονίζει ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ακόμη και όταν ενεργούν ως μέλη ομάδων διεθνών δανειστών, δεσμεύονται από τις Συνθήκες και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·

22.  καλεί την Επιτροπή να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά τον έλεγχο που ασκεί σχετικά με την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ με την οποία θεσπίζονται κανόνες κατά των πρακτικών διαφθοράς που πλήττουν άμεσα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, και να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

21.3.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

23

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gerolf Annemans, Michał Boni, Mercedes Bresso, Elmar Brok, Fabio Massimo Castaldo, Pascal Durand, Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Alain Lamassoure, Jo Leinen, Morten Messerschmidt, Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Markus Pieper, Paulo Rangel, Helmut Scholz, György Schöpflin, Pedro Silva Pereira, Barbara Spinelli, Claudia Țapardel, Kazimierz Michał Ujazdowski

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Pervenche Berès, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Jérôme Lavrilleux, Cristian Dan Preda, Jasenko Selimovic, Rainer Wieland

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

23

+

ALDE

Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Jasenko Selimovic

ECR

Morten Messerschmidt, Kazimierz Michał Ujazdowski

EFDD

Fabio Massimo Castaldo

GUE/NGL

Helmut Scholz, Barbara Spinelli

PPE

Michał Boni, Elmar Brok, Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Alain Lamassoure, Markus Pieper, Paulo Rangel, György Schöpflin

S&D

Pervenche Berès, Mercedes Bresso, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Jo Leinen, Pedro Silva Pereira, Claudia Țapardel

VERTS/ALE

Max Andersson, Pascal Durand

1

-

ENF

Gerolf Annemans

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

C/2016/8600, ΕΕ C 18 της 19.1.2017, σ. 10.

(2)

Απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Darmstadt, C-201/08, ECLI:EU:C:2009:539, σκέψη 46.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (12.4.2018)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2016

(2017/2273(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Marijana Petir

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 79/7/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν προοδευτικά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 92/85/ΕΟΚ, της 19ης Οκτωβρίου 1992, που εισάγει μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/113/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και με την κατάργηση της οδηγίας 96/34/EK,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2010/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα και για την κατάργηση της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/36/ΕΕ, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/99/ΕΕ, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, περί της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας με σκοπό την προστασία ενός ατόμου «έναντι αξιόποινης πράξης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια, την προσωπική ελευθερία ή τη γενετήσια ακεραιότητά του», η οποία επιτρέπει στην αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους να συνεχίσει να προστατεύει τον ενδιαφερόμενο στο άλλο κράτος μέλος· η οδηγία αυτή ενισχύεται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 606/2013 της 12ης Ιουνίου 2013 για την αμοιβαία αναγνώριση μέτρων προστασίας σε αστικές υποθέσεις, η οποία διασφαλίζει την αναγνώριση των μέτρων πολιτικής προστασίας οπουδήποτε στην ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/29/ΕΕ, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 8 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αναθέτει στην Ένωση το καθήκον της εξάλειψης των ανισοτήτων και της προώθησης της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλες τις δραστηριότητές της·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΣΕΕ και το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών είναι μία από τις θεμελιώδεις αξίες στις οποίες βασίζεται η ΕΕ και ότι, σε όλες τις δράσεις της, η Ένωση επιδιώκει να καταπολεμήσει όλες τις μορφές διακρίσεων, να εξαλείψει τις ανισότητες και να προωθήσει τις ίσες ευκαιρίες και την ίση μεταχείριση·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 157 της ΣΛΕΕ επιτρέπει, και το άρθρο 19 ΣΛΕΕ δίνει τη δυνατότητα, να θεσπιστεί νομοθεσία για την καταπολέμηση των πάσης φύσεως διακρίσεων, περιλαμβανομένων των διακρίσεων λόγω φύλου·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη έχουν δεσμευθεί, στη δήλωση αριθ. 19 που προσαρτάται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης η οποία ενέκρινε τη Συνθήκη της Λισαβόνας, να καταπολεμήσουν «όλες τις μορφές οικογενειακής βίας …, για την πρόληψη και τιμωρία αυτών των εγκληματικών πράξεων και για την υποστήριξη και προστασία των θυμάτων»·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία της ΕΕ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, έχει εγκριθεί βάσει των άρθρων 79 και 83 της ΣΛΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόγραμμα «Δικαιώματα, Ισότητα και Ιθαγένεια» χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, μέτρα που συμβάλλουν στην εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ενωσιακές οδηγίες που εστιάζουν ιδίως στην ισότητα των φύλων δεν εφαρμόζονται ορθά σε διάφορα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα άτομα διαφορετικών φύλων να μένουν απροστάτευτα απέναντι στις διακρίσεις στους τομείς της πρόσβασης στην απασχόληση και σε προϊόντα και υπηρεσίες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη οι έμφυλες διακρίσεις διασταυρώνονται με άλλες μορφές διακρίσεων, περιλαμβανομένων διακρίσεων λόγω φυλετικής και εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας, αναπηρίας, υγείας, ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας ή/και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 33 % των γυναικών στην ΕΕ έχει υποστεί σωματική και/ή σεξουαλική βία και το 55 % έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, από το οποίο το 32 % στον χώρο εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στη σεξουαλική, σωματική και διαδικτυακή βία, στον κυβερνοεκφοβισμό και στην επίμονη παρακολούθηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι περισσότερες από τις μισές γυναίκες που έχουν πέσει θύματα φόνου έχουν δολοφονηθεί από σύντροφο ή συγγενή· λαμβάνοντας υπόψη ότι η βία κατά των γυναικών είναι μία από τις πλέον διαδεδομένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως ηλικίας, ιθαγένειας, θρησκείας, εκπαίδευσης, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, και αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το φαινόμενο της γυναικοκτονίας παραμένει αμείωτο στα κράτη μέλη·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με έρευνα για τα άτομα ΛΟΑΔ στην ΕΕ, οι λεσβίες, οι αμφιφυλόφιλες και οι διεμφυλικές γυναίκες αντιμετωπίζουν τεράστιο κίνδυνο διακρίσεων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 23 % των λεσβιών και το 35 % των διεμφυλικών ατόμων έχουν πέσει θύματα σωματικής ή σεξουαλικής επίθεσης ή έχουν δεχθεί απειλές βίας στο σπίτι ή αλλού (στον δρόμο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στον χώρο εργασίας, κ.λπ.) τουλάχιστον μία φορά την τελευταία πενταετία·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή και η επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας για την ισότητα των φύλων στα κράτη μέλη έχει διαπιστωθεί ότι ενέχει συγκεκριμένα προβλήματα που συνδέονται με τη μεταφορά και την εφαρμογή των συναφών οδηγιών, όπως σημαντικές νομοθετικές ανεπάρκειες και ασυνεπή εφαρμογή της νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις εθνικές κυβερνητικές δομές, οι φορείς και οι μηχανισμοί ισότητας των φύλων συχνά είναι περιθωριοποιημένοι, δεδομένου ότι είναι διαχωρισμένοι σε διαφορετικούς τομείς πολιτικής, το έργο τους παρεμποδίζεται από περίπλοκες εντολές και δεν διαθέτουν κατάλληλο προσωπικό, κατάρτιση και στοιχεία και επαρκείς πόρους και η στήριξη που τους παρέχεται από την πολιτική ηγεσία είναι ανεπαρκής·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων στην Ευρώπη που δημοσιεύτηκε από το ευρωπαϊκό δίκτυο νομικών εμπειρογνωμόνων στον τομέα της ισότητας των φύλων και της εξάλειψης των διακρίσεων το 2017, στη συντριπτική πλειονότητα των χωρών εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά την αντίληψη και την επίγνωση, καθώς τα άτομα συχνά δεν ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους στην προστασία ενάντια στις διακρίσεις ή για την ύπαρξη μηχανισμών προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, όσον αφορά την εφαρμογή των ενωσιακών οδηγιών κατά των διακρίσεων, έχουν ανακύψει περαιτέρω θέματα που γεννούν ανησυχία, όπως το γεγονός ότι οργανώσεις και ενώσεις δεν διαθέτουν (ή διαθέτουν πολύ περιοριστικό) νομικό καθεστώς που να τους επιτρέπει να κινήσουν διαδικασίες εξ ονόματος ή προς υποστήριξη των θυμάτων διακρίσεων και η περιοριστική εφαρμογή της μετατόπισης του βάρους της απόδειξης, καθώς και διάφορα εμπόδια στην αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ζητήματα που παρεμποδίζουν τους πολίτες να απολαμβάνουν πλήρως και να διασφαλίζουν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τις διατάξεις της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δείκτης του 2017 για την Ισότητα των Φύλων που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) δείχνει οριακές μόνο βελτιώσεις, γεγονός που καθιστά σαφές ότι η ΕΕ εξακολουθεί να απέχει πολύ από την επίτευξη της ισότητας των φύλων, με τη συνολική βαθμολογία να είναι πλέον 66,2 με όριο το 100, τέσσερις μόνο μονάδες υψηλότερη από ό,τι πριν από δέκα χρόνια·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, όσον αφορά τον τομέα της λήψης αποφάσεων, τα προαναφερθέντα στοιχεία στον τομέα της ισότητας των φύλων δείχνουν βελτίωση κατά σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία, με αποτέλεσμα η βαθμολογία να ανέρχεται σήμερα σε 48,5, αλλά ο τομέας αυτός εξακολουθεί να έχει τη χαμηλότερη βαθμολογία από όλους· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αρνητικά αυτά στοιχεία αντανακλούν κυρίως την άνιση εκπροσώπηση γυναικών και ανδρών στην πολιτική ζωή και καταδεικνύουν δημοκρατικό έλλειμμα στην ενωσιακή διακυβέρνηση·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην έκθεση του Eurofound σχετικά με το χάσμα απασχόλησης μεταξύ των φύλων εκτιμάται ότι το χάσμα αυτό κοστίζει στην ΕΕ περίπου 370 δισεκατομμύρια EUR ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,8 % του ΑΕΠ της ΕΕ·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την έρευνα για τις συνθήκες εργασίας του Eurofound, ο συνδυαστικός δείκτης αμειβόμενου και μη αμειβόμενου χρόνου εργασίας καταδεικνύει ότι, εάν συνυπολογιστούν οι ώρες αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας, οι γυναίκες εργάζονται περισσότερες ώρες·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τη δέσμευση της ΕΕ για ισότητα των φύλων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τα διοικητικά συμβούλια των οργανισμών της ΕΕ παρουσιάζουν σοβαρή υστέρηση όσον αφορά την ισορροπία των φύλων και εμφανίζουν επίμονες μορφές διαχωρισμού των φύλων·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση του ποσοστού γυναικών μεταξύ των πτωχών αποτελεί γεγονός στην ΕΕ και ότι η ορθή και πλήρης εφαρμογή και επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας για την ισότητα και την ισότητα των φύλων θα πρέπει να συμβαδίζει με πολιτικές οι οποίες θέτουν στο στόχαστρο τα πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μεταξύ των γυναικών, φαινόμενα που συνδέονται στενά με περικοπές στον προϋπολογισμό που επηρεάζουν τις δημόσιες υπηρεσίες σε τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι κοινωνικές παροχές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη πολιτικών για την ισότητα και η ελλιπής εφαρμογή της νομοθεσίας για τα φύλα και την ισότητα θέτουν ακόμη περισσότερο τις γυναίκες σε κίνδυνο και επιτείνουν την απειλή της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης, αποκλείοντας τις γυναίκες από την αγορά εργασίας·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ορθή εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας έχει καίρια σημασία για την προώθηση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και η αναδιατυπωμένη οδηγία 2006/54/ΕΚ απαγορεύει ρητά τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες διακρίσεις, και παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν κατά μέσο όρο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, με βάση στοιχεία του 2015 το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων εξακολουθούσε να ανέρχεται σε 16,3 %·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της ισότητας μεταξύ των φύλων θα πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο του ελέγχου της εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συλλογή δεδομένων, ει δυνατόν ανά φύλο, έχει καίρια σημασία προκειμένου να ελέγχεται η πρόοδος που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

1.  τονίζει ότι η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ΕΕ που θα πρέπει να ενσωματώνεται σε όλες τις πολιτικές·

2.  υπογραμμίζει τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει το κράτος δικαίου όσον αφορά τη νομιμοποίηση κάθε μορφής δημοκρατικής διακυβέρνησης· τονίζει ότι αυτό αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ενωσιακής έννομης τάξης και ότι, ως εκ τούτου, συνάδει με την ιδέα μιας Ένωσης που βασίζεται στο κράτος δικαίου·

3.  υπενθυμίζει ότι η αρχή της ισότητας –από τη σκοπιά της ίσης αμοιβής για ίση εργασία– κατοχυρώθηκε στις ευρωπαϊκές Συνθήκες το 1957 (βλ. άρθρο 157 της ΣΛΕΕ) και τονίζει ότι το άρθρο 153 της ΣΛΕΕ επιτρέπει στην ΕΕ να δρα στον ευρύτερο τομέα των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης σε θέματα απασχόλησης και εργασίας·

4.  επισημαίνει ότι η ορθή μεταφορά και εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ είναι αναγκαία για την υλοποίηση των πολιτικών της ΕΕ από την άποψη της αρχής της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών όπως κατοχυρώνεται στις Συνθήκες, και για την ενθάρρυνση και την προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δημόσιων φορέων τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο και μεταξύ των φορέων και των πολιτών, υπενθυμίζοντας επίσης ότι η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια δικαίου λειτουργούν ως βάση για την καλή συνεργασία και την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

5.  τονίζει τον ρόλο της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα των Συνθηκών» και το καθήκον της να παρακολουθεί την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, και υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν την πρωταρχική ευθύνη για τη διασφάλιση της εφαρμογής και της επιβολής της· επισημαίνει ότι η μη τήρηση, η εσφαλμένη εφαρμογή ή η μη επιβολή της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών πλήττουν την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της Ένωσης·

6.  υπενθυμίζει στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της ΕΕ ότι η διασφάλιση της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας στα κράτη μέλη εξακολουθεί να συνιστά προτεραιότητα για την ΕΕ· τονίζει τη σημασία που έχει η τήρηση των αρχών της δοτής αρμοδιότητας, της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΣΕΕ, καθώς και η ισότητα ενώπιον του νόμου με σκοπό τον καλύτερο έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ· υπενθυμίζει τη σημασία της ευαισθητοποίησης όσον αφορά τις διατάξεις των υφιστάμενων οδηγιών που πραγματεύονται διάφορες πτυχές της αρχής της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και που μετατρέπουν την ισότητα σε πράξη·

7.  καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειες για την έγκαιρη μεταφορά και εφαρμογή της νομοθεσίας, με στόχο την έμπρακτη εφαρμογή της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών·

8.  υπογραμμίζει ότι η αδυναμία να εξασφαλισθεί η έγκαιρη και ορθή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ που αφορά τις αρχές των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εκπαίδευσης, εργασίας και απασχόλησης, ίσης αμοιβής για ίση εργασία και ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών όσον αφορά την πρόσβαση και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και των υφιστάμενων μέτρων για τη βελτίωση της ισορροπίας επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και την πάταξη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών, εντέλει στερούν από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τα οφέλη που δικαιούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ·

9.  αναγνωρίζει τον αντίκτυπο που έχει η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στην ενίσχυση της αξιοπιστίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η ετήσια έκθεση που δημοσίευσε η Επιτροπή, το δικαίωμα αναφοράς και η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών συνιστούν σημαντικά εργαλεία για να εντοπίζουν οι ενωσιακοί νομοθέτες πιθανά κενά·

10.  αναγνωρίζει τη σημασία που έχει η συλλογή δεδομένων, ει δυνατόν ανά φύλο, για την αξιολόγηση της προόδου που επιτυγχάνεται όσον αφορά την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών·

11.  τονίζει ότι οι διαδικασίες επί παραβάσει συνιστούν πολύτιμο εργαλείο για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας·

12.  επαναλαμβάνει ότι, με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πλέον δεσμευτικό σύνολο ενωσιακών θεμελιωδών δικαιωμάτων και ότι ο Χάρτης απαγορεύει τις διακρίσεις για οιονδήποτε λόγο, χωρίς να περιορίζει την εν λόγω απαγόρευση σε συγκεκριμένους τομείς, και απευθύνεται στα θεσμικά όργανα, στους φορείς, στις υπηρεσίες και στους οργανισμούς της ΕΕ και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ·

13.  καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την αύξηση της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας και την εμπορία με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, η οποία εξακολουθεί να συνιστά την πιο διαδεδομένη μορφή εμπορίας ανθρώπων·

14.  σημειώνει με ικανοποίηση όσον αφορά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι η ευρεία ερμηνεία που δίδεται στην έννοια της ίσης αμοιβής για ίση εργασία από το Δικαστήριο και η εκτεταμένη νομολογία του επί του σχετικού άρθρου έχουν σαφώς διευρύνει τις δυνατότητες καταπολέμησης τόσο των άμεσων όσο και των έμμεσων έμφυλων μισθολογικών διακρίσεων και έχουν μειώσει το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων· τονίζει, ωστόσο, ότι θα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά για να εξαλειφθεί το διατηρούμενο μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων στην ΕΕ·

15.  εκφράζει τη λύπη του για την αδυναμία έγκρισης και εφαρμογής ενωσιακής νομοθεσίας για την ορθή αντιμετώπιση των συνθηκών και των ωραρίων εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας στις επίσημες αργίες και τις Κυριακές και της εργασίας χωρίς διάλειμμα και περιόδους ανάπαυσης· επισημαίνει ότι η έλλειψη ενιαίας νομοθεσίας συνιστά εμπόδιο στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, πράγμα που έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις στις γυναίκες και στη θέση τους στην αγορά εργασίας·

16.  εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για το γεγονός ότι η εισαγωγή αρχών του δικαίου που απαγορεύουν τις μισθολογικές ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών αποδείχτηκε από μόνη της ανεπαρκής για την εξάλειψη των μισθολογικών διαφορών μεταξύ των φύλων· τονίζει ότι η αναδιατυπωμένη οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι όλες οι διατάξεις όσον αφορά συλλογικές συμφωνίες, μισθολογικές κλίμακες, μισθολογικές συμφωνίες και ατομικές συμβάσεις εργασίας οι οποίες αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης αμοιβής είναι ή μπορούν να κηρυχθούν άκυρες ή να τροποποιηθούν·

17.  υπογραμμίζει ότι, πέρα από τα υφιστάμενα εργαλεία για την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, τόσο τα κράτη μέλη όσο και η Επιτροπή θα πρέπει να επιδείξουν περαιτέρω προσοχή σε εναλλακτικά μέσα που θα καταστήσουν δυνατή την ευρύτερη εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως των διατάξεων που αφορούν τη μισθολογική ισότητα· τονίζει, ως εκ τούτου, τη σημασία που έχει η επίτευξη συλλογικών συμφωνιών για τη διασφάλιση ίσης αμοιβής, γονικής άδειας και άλλων συναφών με την απασχόληση δικαιωμάτων μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων·

18.  υπενθυμίζει το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2013, με το οποίο ζητεί την έγκριση κανονισμού της ΕΕ σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού διοικητικού δικονομικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 298 της ΣΛΕΕ(1)· σημειώνει με απογοήτευση ότι η Επιτροπή δεν ικανοποίησε το αίτημα του Κοινοβουλίου να υποβάλει πρόταση νομοθετικής πράξης σχετικά με το διοικητικό δικονομικό δίκαιο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

12.4.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

17

1

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Daniela Aiuto, Beatriz Becerra Basterrechea, Vilija Blinkevičiūtė, Anna Maria Corazza Bildt, Iratxe García Pérez, Anna Hedh, Teresa Jiménez-Becerril Barrio, Florent Marcellesi, Angelika Mlinar, Marijana Petir, João Pimenta Lopes, Ángela Vallina, Jadwiga Wiśniewska, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Lívia Járóka, Urszula Krupa, Nosheena Mobarik, Jordi Solé, Marc Tarabella, Mylène Troszczynski, Julie Ward, Κωνσταντίνα Κούνεβα

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Margrete Auken

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

17

+

ALDE

Beatriz Becerra Basterrechea, Angelika Mlinar

ECR

Nosheena Mobarik

EFDD

Daniela Aiuto

GUE/NGL

Kostadinka Kuneva, Ángela Vallina

PPE

Anna Maria Corazza Bildt, Marijana Petir, Elissavet Vozemberg-Vrionidi

S&D

Vilija Blinkevičiūtė, Iratxe García Pérez, Anna Hedh, Julie Ward, Marc Tarabella

VERTS/ALE

Margrete Auken, Florent Marcellesi, Jordi Solé

1

-

ENF

Mylène Troszczynski

5

0

ECR

Urszula Krupa, Jadwiga Wiśniewska

GUE/NGL

João Pimenta Lopes

PPE

Teresa Jiménez-Becerril Barrio, Lívia Járóka

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

ΕΕ C 440 της 30.12.2015, σ. 17.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Αναφορών (23.3.2018)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2016

(2017/2273(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Cecilia Wikström

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Αναφορών καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα υποβολής αναφορών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, όπως θεσπίζεται στα άρθρα 20 και 227 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) καθώς και στο άρθρο 44 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, κατατάσσεται δεύτερο σε σημασία για τους πολίτες· υπογραμμίζει πόσο σημαντικές είναι οι αναφορές ως μέσο που έχουν στη διάθεσή τους οι πολίτες και οι κάτοικοι της Ένωσης για να αισθάνονται ότι συμμετέχουν στις δραστηριότητές της και για να εκφράζουν τις ανησυχίες τους σχετικά με περιστατικά πλημμελούς εφαρμογής ή παραβίασης του δικαίου της ΕΕ και σχετικά με ενδεχόμενα νομικά κενά, και ταυτόχρονα για να επισημαίνουν τις αδυναμίες αυτές με την ελπίδα ότι τα προβλήματα που θίγονται θα επιλυθούν γρήγορα και αποτελεσματικά· συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ πρέπει να αναγνωριστούν ως ισοδύναμης σημασίας με τις εργασίες που επιτελούνται για να εκπονηθούν νέες νομοθετικές ρυθμίσεις· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει, εν προκειμένω, την εκ μέρους της διεκπεραίωση των υποβαλλόμενων αναφορών δίνοντας έγκαιρες και εμπεριστατωμένες απαντήσεις·

2.  εφιστά την προσοχή στη μελέτη που ανέθεσε η Επιτροπή Αναφορών στο Θεματικό Τμήμα Γ με τίτλο «Έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ: εργαλεία και προκλήσεις»(1), και εκφράζει την ικανοποίησή του για τις συγκεκριμένες συστάσεις προς το Κοινοβούλιο λήψη μέτρων· εφιστά την προσοχή στην πρόσφατα δημοσιευθείσα μελέτη που ανατέθηκε στο Θεματικό Τμήμα Γ με τίτλο «Αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη»(2), σε συνέχεια των επαναλαμβανόμενων καταγγελιών που έχουν προκύψει από την εξέταση πολλών αναφορών· επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής να ενισχυθεί η κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών όσον αφορά το δίκαιο της ΕΕ στα διάφορα κράτη μέλη, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, η ισότιμη πραγμάτωση των δικαιωμάτων σε όλη την Ένωση·

3.  επισημαίνει ότι πολύ συχνά οι αναφορές έχουν ως θέμα παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ και εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το 2016 υποβλήθηκαν πολλές αναφορές στους τομείς της εσωτερικής αγοράς, της δικαιοσύνης, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος·

4.  τονίζει ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ είναι θεμελιώδους σημασίας για την επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ που ορίζονται στις Συνθήκες και το παράγωγο δίκαιο, όπως το κράτος δικαίου, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)· τονίζει ότι η πλημμελής επιβολή δεν υπονομεύει απλώς την αποδοτικότητα της εσωτερικής αγοράς προκαλώντας δαπανηρές συνέπειες, όπως ανεπανόρθωτες περιβαλλοντικές ζημίες, αλλά επιδρά άμεσα και στα ατομικά δικαιώματα και, συνεπώς, πλήττει την αξιοπιστία και το κύρος της Ένωσης· υπογραμμίζει, εν προκειμένω, ότι η εφαρμογή και η επιβολή θεμελιώνονται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπεται από τις Συνθήκες, και ότι, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή έχουν από κοινού την ευθύνη για την εφαρμογή και επιβολή του ευρωπαϊκού δικαίου, με την Επιτροπή ως ύπατο θεματοφύλακα των συνθηκών· επισημαίνει, ταυτόχρονα, ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ φέρουν από κοινού την ευθύνη για τη διασφάλιση της εφαρμογής και επιβολής του δικαίου της ΕΕ, όπως προβλέπεται στη διοργανική συμφωνία του 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου·

5.  εκφράζει την ικανοποίηση του για την ενίσχυση της διαφάνειας και την παροχή περισσότερων στατιστικών στοιχείων στην έκθεση της Επιτροπής για το 2016 σε σύγκριση με προηγούμενες εκθέσεις· εκφράζει, ωστόσο, τη δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι δεν περιέχει ακριβή πληροφόρηση για τον αριθμό των αναφορών που οδήγησαν σε κίνηση διαδικασιών EU Pilot ή διαδικασιών επί παραβάσει και ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες επ’ αυτού· επισημαίνει με λύπη ότι δεν εξασφαλίζεται η συμμετοχή ούτε του Κοινοβουλίου ούτε των αναφερόντων στις διαδικασίες αυτές· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να προβαίνει σε ανταλλαγή πληροφοριών με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με όλες τις διαδικασίες EU Pilot και τις διαδικασίες επί παραβάσει που έχουν κινηθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια, να μειωθεί η απαιτούμενη για την επίλυση διαφορών διάρκεια μέσω της Επιτροπής Αναφορών, να καλλιεργηθεί η εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και, εν τέλει, να ενισχυθεί η νομιμότητα της διαδικασίας EU Pilot, ιδίως σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες επί παραβάσει· καλεί την Επιτροπή να κοινοποιεί συστηματικά τις αποφάσεις της και τα διάφορα μέτρα που λαμβάνει το Σώμα των Επιτρόπων και να δημοσιεύει την ημερήσια διάταξη και τα κύρια πορίσματα των συνεδριάσεων «πακέτο»· λαμβάνει υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) τον Μάιο 2017 στις υποθέσεις C-39/05 P, C-52/05 P και C-562/14 P, σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα στο πλαίσιο της διαδικασίας EU Pilot δεν πρέπει να δημοσιοποιούνται, εάν υπάρχει κίνδυνος η εν λόγω δημοσιοποίηση να επηρεάσει τη φύση της διαδικασίας επί παραβάσει, να μεταβάλει την πρόοδό της ή να υπονομεύσει τους στόχους της διαδικασίας αυτής· καλεί την Επιτροπή να δημοσιοποιεί τα έγγραφα που ανταλλάσσει με τα κράτη μέλη όταν παύει να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτός, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών EU Pilot· τάσσεται, εν προκειμένω, υπέρ της πρότασης του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την έγκαιρη και διαφανή διεκπεραίωση των διαδικασιών «EU Pilot» που βρίσκονται σε στάδιο πριν από τη διαδικασία επί παραβάσει· τονίζει ότι είναι σημαντικό να τηρούνται ενήμεροι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς και να αυξηθεί η διαφάνεια των διαδικασιών EU Pilot· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την ελλιπή ανταπόκριση από πλευράς της Επιτροπής κατά την αντιμετώπιση των επιφυλάξεων που εκφράζουν βουλευτές του ΕΚ στο πλαίσιο των διαδικασιών EU Pilot και καλεί την Επιτροπή να ενημερώνει την Επιτροπή Αναφορών για κάθε σημαντικό νέο βήμα στο πλαίσιο της έρευνας και του συνεχούς διαλόγου με τα κράτη μέλη σε ό,τι αφορά εκκρεμείς αναφορές· επαναλαμβάνει το αίτημά του προς την Επιτροπή να συμπεριλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή της στοιχεία για τον βαθμό υλοποίησης τόσο κανονισμών όσο και οδηγιών της ΕΕ·

6.  θεωρεί ότι, ως συνυπεύθυνο για τη διασφάλιση της εφαρμογής και της επιβολής της νομοθεσίας της ΕΕ, σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία, και δεδομένου ότι διαθέτει εξουσία πολιτικού ελέγχου επί της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 14 της ΣΕΕ, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται αυτομάτως για κάθε διαδικασία EU Pilot και για κάθε διαδικασία επί παραβάσει που κινείται και θα πρέπει να του παρέχεται κατάλληλη πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τα δύο αυτά είδη διαδικασιών, ιδίως όταν σχετίζονται με αναφορές, με παράλληλο σεβασμό των αναγκαίων διατάξεων εμπιστευτικότητας για την επιτυχή διεκπεραίωση των υποθέσεων·

7.  υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώνεται στο κράτος δικαίου και ότι η εφαρμογή και η επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ αποτελεί τον πυρήνα της αρχής αυτής· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν αυστηρότερα μέτρα κατά της καθυστερημένης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, για να εξασφαλιστεί η ορθή και έγκαιρη μεταφορά των οδηγιών και ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της ΕΕ· δεσμεύεται, εν προκειμένω, να ενθαρρύνει την στενότερη συνεργασία και να ενδυναμώσει τους δεσμούς με τα εθνικά κοινοβούλια στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, συμβάλλοντας, ειδικότερα, στην έγκριση νομοθεσίας που μεταφέρει ορθά το δίκαιο της ΕΕ· υπογραμμίζει, επιπλέον, τη σημασία των διερευνητικών αποστολών στα κράτη μέλη βάσει των αναφορών, ώστε να βελτιωθεί η έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς των αναφερόντων, καθώς τούτες αποτελούν θεμελιώδους σημασίας εργαλείο για το Κοινοβούλιο, όχι μόνο για να συγκεντρώνει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το κατά πόσο το δίκαιο της Ένωσης τηρείται πλήρως σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και ως μοναδικό μέσο για να έρχεται σε στενότερη επαφή με τους πολίτες και για να αποδεικνύει ότι οι ανησυχίες τους λαμβάνονται σοβαρά υπόψη· παροτρύνει, συνεπώς, την Επιτροπή, να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις εκθέσεις του Κοινοβουλίου για τις διερευνητικές αποστολές, καθώς και τα ψηφίσματα που βασίζονται σε αναφορές· τονίζει την ανάγκη να λαμβάνονται παρεπόμενα μέτρα ώστε να αποκατασταθίστανται αυτές οι συγκεκριμένες αδυναμίες στην εφαρμογή και την υλοποίηση του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη·

8.  προτείνει να συμμετέχουν περισσότερο οι εκπρόσωποι των κρατών μελών σε συζητήσεις σχετικά με αναφορές στην Επιτροπή Αναφορών·

9.  χαιρετίζει το γεγονός ότι στην έκθεση εκτίθεται η αναθεωρημένη στρατηγική της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, καθώς η πολιτική αυτή αποτελεί πτυχή που περιγράφεται στην ανακοίνωση του 2016 με τίτλο «Καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα», και λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενό της· εκφράζει την ανησυχία του για τις προσπάθειες της Επιτροπής να κατευθύνει τους αναφέροντες έτσι ώστε εκείνοι να απευθύνονται στις εθνικές αρχές όταν οι καταγγελίες δεν θέτουν γενικότερα ζητήματα αρχής, δεν θίγουν συστημικά ζητήματα και μπορούν να αντιμετωπιστούν ικανοποιητικά μέσω άλλων μηχανισμών σε επίπεδο ΕΕ ή σε εθνικό επίπεδο· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η προαναφερθείσα λογική, που ακολουθεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της πολιτικής της για την επιβολή της νομοθεσίας, μπορεί να απογοητεύσει τους πολίτες που εναποθέτουν τις ελπίδες για την προστασία των δικαιωμάτων τους στην ΕΕ και, πιο συγκεκριμένα, στην Επιτροπή, ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, δυνάμει του άρθρου 17 της ΣΕΕ· ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τις προτεραιότητές της όσον αφορά την πολιτική αυτή και σχετικά με την έννοια «γενικότερα ζητήματα αρχής»· ζητεί να επανεξεταστεί η πολιτική επιβολής, έτσι ώστε να διασφαλιστεί πως δεν θέτει σε καμία περίπτωση σε κίνδυνο τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να επιλυθούν αποτελεσματικότερα σε επίπεδο ΕΕ· σημειώνει τις προσπάθειες της Επιτροπής να κινεί διαδικασίες EU Pilot μόνον όταν θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμες σε μια υπόθεση, καθώς και να προβαίνει σε κίνηση διαδικασιών επί παραβάσει χωρίς να στηρίζεται σε διαδικασίες EU Pilot, προκειμένου να επιταχύνεται η διερεύνηση παραβιάσεων του δικαίου της ΕΕ· εκφράζει, ωστόσο, την ανησυχία του ότι η προσέγγιση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε αναποτελεσματική διερεύνηση καταγγελιών που υποβάλλονται μέσω αναφορών, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η δράση σε επίπεδο ΕΕ θα μπορούσε να αποδειχθεί καταλληλότερη λόγω των ιδιαίτερων εθνικών συνθηκών ή των εμπλεκόμενων συμφερόντων· σημειώνει τη σαφώς πτωτική τάση που σημειώθηκε στον αριθμό των διαδικασιών EU Pilot που κινήθηκαν κατά το ίδιο έτος·

10.  σημειώνει τη συνεχιζόμενη και επιδεινούμενη κατάσταση της καθυστερημένης μεταφοράς των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, με την κίνηση 847 νέων διαδικασιών επί παραβάσει το 2016 λόγω καθυστερημένης μεταφοράς, η οποία αντιπροσωπεύει ετήσια αύξηση άνω του 60 % και οδήγησε σε 868 εκκρεμείς υποθέσεις λόγω καθυστερημένης μεταφοράς στα τέλη του 2016· εκφράζει την ανησυχία του όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις του ΔΕΕ· επισημαίνει ότι εξακολουθούν να εκκρεμούν 95 διαδικασίες επί παραβάσει, παρά το γεγονός ότι το ΔΕΕ έχει αποφανθεί σχετικά με την παράλειψη κράτους να συμμορφωθεί, και μόνον τρεις από τις υποθέσεις αυτές παραπέμφθηκαν από την Επιτροπή στο ΔΕΕ βάσει του άρθρου 260 της ΣΛΕΕ· εκφράζει τη βαθιά του δυσαρέσκεια για τον αμελητέο αυτό αριθμό υποθέσεων που παρέπεμψε η Επιτροπή στο ΔΕΕ βάσει του άρθρου 260· ζητεί την πλήρη και αυστηρή εφαρμογή της διαδικασίας που ορίζει το άρθρο 260 παράγραφος 3 για υποθέσεις μη κοινοποίησης, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ένας έγκαιρος και αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής· θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλίζεται η πλήρης και έγκαιρη εκτέλεση των αποφάσεων του ΔΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης του άρθρου 279 της ΣΛΕΕ, όταν κρίνεται απαραίτητο· καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει τακτικά εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά τη συμμόρφωση των κρατών μελών με τις αποφάσεις του ΔΕΕ·

11.  σημειώνει ότι ο αριθμός καταγγελιών που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή (3783) έχει αυξηθεί, ότι έχουν κινηθεί 986 νέες διαδικασίες επί παραβάσει το 2016, καθώς και ότι εκκρεμούν 1657 διαδικασίες επί παραβάσει· εκφράζει τη λύπη του για τις τρέχουσες ανησυχητικές τάσεις όσον αφορά τις επιδόσεις των κρατών μελών ως προς τη μεταφορά της νομοθεσίας στο εθνικό δίκαιο και για τον αυξανόμενο αριθμό περιπτώσεων πλημμελούς εφαρμογής ή μη εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, που καταδεικνύει ότι η έγκαιρη και ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη διαθέσιμων στο κοινό πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώθηκαν οι 3783 καταγγελίες που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή το 2016 και σχετικά με τη διάρκεια των διαδικασιών επί παραβάσει σε επιμέρους στάδια, σε διάφορα κράτη μέλη και σε διάφορους τομείς πολιτικής· ζητεί να υλοποιείται με μεγαλύτερη διαφάνεια η πολιτική για την επιβολή της νομοθεσίας· ενθαρρύνει την Επιτροπή να υιοθετήσει μια πιο ενεργό προσέγγιση όταν συγκεντρώνει πληροφορίες και απαντά στις ανησυχίες των πολιτών·

12.  επισημαίνει ότι ο αριθμός των καταγγελιών που έλαβε η Επιτροπή έφτασε σε ιστορικό ρεκόρ το 2016, ξεπερνώντας το επίπεδο του 2014, μετά τη σημαντική μείωση που καταγράφηκε το 2015· εκφράζει τη λύπη του για τη μεγάλη αύξηση των διαδικασιών επί παραβάσει λόγω της καθυστερημένης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη (άνω του 50 %)· υπογραμμίζει το γεγονός ότι το περιβάλλον εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των κύριων τομέων πολιτικής όσον αφορά τις εκκρεμείς διαδικασίες επί παραβάσει, με κυριότερα ζητήματα την ποιότητα των υδάτων, τη διαχείριση των αποβλήτων, την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και τη βιοποικιλότητα·

13.  σημειώνει το μη ικανοποιητικό επίπεδο εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη, όπως προκύπτει από τον υψηλό αριθμό των καταγγελιών που υποβάλλονται στην Επιτροπή και τη σημαντική ροή αναφορών που απευθύνονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής, όπως εκφράζεται στην ανακοίνωσή της του Δεκεμβρίου 2016, να αυξήσει τη χρήση προληπτικών εργαλείων όπως συνεδριάσεις «πακέτο», κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής, ομάδες εμπειρογνωμόνων, ειδικευμένα δίκτυα, συμπεριλαμβανομένου του δικτύου SOLVIT, καθώς και να στηρίξει την ανάπτυξη των ικανοτήτων των κρατών μελών στον τομέα της επιβολής του δικαίου της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιεί τα εργαλεία αυτά με πλήρη σεβασμό της αρχής της χρηστής και αποτελεσματικής διοίκησης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 298 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 197 της ΣΛΕΕ για να εφαρμόσει τη νέα αυτή πολιτική για την επιβολή της νομοθεσίας σε πλήρη συνεργασία με τα κράτη μέλη και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να θέσουν πλήρως σε εφαρμογή τη διοργανική συμφωνία του 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου(3) και την κοινή πολιτική δήλωση του 2011 σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(4)·

14.  συνιστά να καθιερωθούν ταχείες διαδικασίες βραχύτερης διάρκειας για υποθέσεις πιθανών παραβιάσεων της νομοθεσίας της ΕΕ που κρίνονται επείγουσες και στις οποίες η Επιτροπή μπορεί να απαιτηθεί να δράσει γρήγορα·

15.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της έννομης τάξης της ΕΕ, η οποία περιλαμβάνει το πρωτογενές και το παράγωγο δίκαιο, καθώς και διατάξεις περιορισμένης δεσμευτικότητας· ζητεί, για τον λόγο αυτόν, την έγκαιρη έγκριση των νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών που είναι απαραίτητες προκειμένου να καταστεί ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων πραγματικότητα για τους πολίτες· τονίζει ότι η έγκαιρη έγκριση νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών αποτελεί αναγκαιότητα, γεγονός που αναγνωρίζεται τόσο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

16.  σημειώνει ότι, σύμφωνα με το τακτικό Ευρωβαρόμετρο 86, η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της ΕΕ, στο πλαίσιο της οποίας οι πολίτες μπορούν να διαμένουν, να εργάζονται, να σπουδάζουν και να αναπτύσσουν επιχειρηματική δραστηριότητα οπουδήποτε στην ΕΕ, είναι το πιο θετικό επίτευγμα της ΕΕ και ότι η πλειονότητα των πολιτών της ΕΕ τάσσεται υπέρ μιας κοινής πολιτικής της ΕΕ σε τομείς όπως η άμυνα, η μετανάστευση και η τρομοκρατία· υπενθυμίζει ότι, προκειμένου οι πολιτικές αυτές να είναι επιτυχείς, είναι πρωταρχικής σημασίας η έγκαιρη και ομοιόμορφη εφαρμογή τους σε όλα τα κράτη μέλη· σημειώνει με ανησυχία ότι ορισμένα κράτη μέλη παραμελούν τις υποχρεώσεις τους στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τη μετεγκατάσταση αιτούντων άσυλο και μεταναστών· υπογραμμίζει ότι είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά το άσυλο και τη μετανάστευση, ούτως ώστε όλα τα κράτη μέλη να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους·

17.  σημειώνει το προορατικό έργο της Επιτροπής σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, καθώς και τη στήριξη που προσέφερε στα κράτη μέλη μέσω σχεδίων εφαρμογής για νέες οδηγίες· επισημαίνει, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανταποκριθούν στην ευθύνη που υπέχουν για την επιβολή των κανόνων που έχουν θεσπίσει από κοινού και να αποφεύγουν την πρακτική του κανονιστικού υπερθεματισμού κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση των πολιτών ως προς τη διάκριση μεταξύ ενωσιακού και εθνικού δικαίου και μην δημιουργείται στους πολίτες η εντύπωση ότι η ΕΕ νομοθετεί υπέρμετρα·

18.  εκφράζει τη λύπη του για την ατελή προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων, αγνοώντας τις σοβαρές ασυνέπειες που επισημάνθηκαν από μεγάλο αριθμό πολιτών, οι οποίοι άσκησαν το δικαίωμα της υποβολής αναφορών· ζητεί εκ νέου να δρομολογηθεί μια νέα στρατηγική σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να καλυφθούν οι υφιστάμενες ελλείψεις και να διασφαλιστεί η πλήρης και αποτελεσματική προστασία της καλής μεταχείρισης των ζώων μέσω ενός σαφούς και εξαντλητικού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο θα συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 της ΣΛΕΕ·

19.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει διεξοδικά τις αναφορές με θέμα τις αποκλίσεις στην ποιότητα τροφίμων με την ίδια εμπορική ονομασία στα διάφορα κράτη μέλη· ζητεί επιτακτικά από την Επιτροπή να θέσει τέρμα στις αθέμιτες πρακτικές και να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των καταναλωτών·

20.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, το δικαίωμα των πολιτών στην υγεία υπονομεύεται λόγω του ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις στην εφαρμογή και επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την τήρηση των οριακών τιμών για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, τη διαχείριση των αποβλήτων και τις υποδομές επεξεργασίας των λυμάτων·

21.  επισημαίνει ότι οι διακρίσεις βάσει της επίσημης γλώσσας ενός κράτους μέλους στα σχολεία και τη δημόσια διοίκηση παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία, όπως ορίζεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το πλήγμα που προκαλείται με τον τρόπο αυτό στην εσωτερική αγορά.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

21.3.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

19

1

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Margrete Auken, Beatriz Becerra Basterrechea, Soledad Cabezón Ruiz, Eleonora Evi, Τάκης Χατζηγεωργίου, Peter Jahr, Svetoslav Hristov Malinov, Lukas Mandl, Νότης Μαριάς, Ana Miranda, Marlene Mizzi, Cristian Dan Preda, Gabriele Preuß, Σοφία Σακοράφα, Yana Toom, Jarosław Wałęsa, Cecilia Wikström

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Michela Giuffrida, Carlos Iturgaiz, Peter Kouroumbashev, Κωνσταντίνα Κούνεβα, Julia Pitera, László Tőkés

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Emil Radev

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

19

+

ALDE

ECR

EFDD

GUE/NGL

PPE

 

S&D

 

VERTS/ALE

Beatriz Becerra Basterrechea, Yana Toom, Cecilia Wikström

 

 

 

Carlos Iturgaiz, Peter Jahr, Svetoslav Hristov Malinov, Lukas Mandl, Julia Pitera, Cristian Dan Preda, Emil Radev, László Tőkés, Jarosław Wałęsa

Soledad Cabezón Ruiz, Michela Giuffrida, Peter Kouroumbashev, Marlene Mizzi, Gabriele Preuß

Margrete Auken, Ana Miranda

1

-

ECR

Notis Marias

4

0

EFDD

GUE/NGL

Eleonora Evi

Takis Hadjigeorgiou, Kostadinka Kuneva, Sofia Sakorafa

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2017/596799/IPOL_STU(2017)596799_EN.pdf

(2)

http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2017/596818/IPOL_STU(2017)596818_EN.pdf

(3)

ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(4)

ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

15.5.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

19

2

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Mady Delvaux, Rosa Estaràs Ferragut, Enrico Gasbarra, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Heidi Hautala, Sylvia-Yvonne Kaufmann, António Marinho e Pinto, Emil Radev, Pavel Svoboda, Axel Voss, Francis Zammit Dimech, Κώστας Χρυσόγονος

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Geoffroy Didier, Pascal Durand, Jytte Guteland, Virginie Rozière

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Dominique Bilde


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

19

+

ALDE

Jean-Marie Cavada, António Marinho e Pinto

EFDD

Joëlle Bergeron

GUE/NGL

Kostas Chrysogonos

PPE

Geoffroy Didier, Rosa Estaràs Ferragut, Emil Radev, Pavel Svoboda, Axel Voss, Francis Zammit Dimech

S&D

Mady Delvaux, Enrico Gasbarra, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Jytte Guteland, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Virginie Rozière

VERTS/ALE

Max Andersson, Pascal Durand, Heidi Hautala

2

-

ENF

Dominique Bilde, Marie-Christine Boutonnet

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 7 Ιουνίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου