ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 880kWORD 91k
12.9.2018
PE 612.279v02-00 A8-0286/2018

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων και της διαδικασίας μέσω της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με την εσωτερική αγορά και άλλους συναφείς τομείς

(COM(2017)0257 – C8‑0140/2017 – 2017/0087(COD))

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

Εισηγήτρια: Eva Maydell

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων και της διαδικασίας μέσω της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με την εσωτερική αγορά και άλλους συναφείς τομείς

(COM(2017)0257 – C8‑0140/2017 – 2017/0087(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0257),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 43 παράγραφος 2, τα άρθρα 91, 100, 114, 192, το άρθρο 194 παράγραφος 2 και το άρθρο 337 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8‑0140/2017),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 59 και 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A8-0286/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

Πρόταση κανονισμού

Αιτιολογική αναφορά 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2, τα άρθρα 91, 100, 114, 192, το άρθρο 194 παράγραφος 2 και το άρθρο 337,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 337,

Αιτιολόγηση

Έπειτα από τη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και εν αναμονή της γνωμοδότησης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων σχετικά με τη νομική βάση του προτεινόμενου κανονισμού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κρίνεται σκόπιμο να περιοριστεί η νομική βάση στο άρθρο 337 ΣΛΕΕ, όπως συνέστησε η Νομική Υπηρεσία.

(1)

ΕΕ C 81 της 2.3.2018, σ. 88.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Κυρία Anneleen Van Bossuyt

Πρόεδρο

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

Θέμα:  Γνωμοδότηση σχετικά με τη νομική βάση της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων και της διαδικασίας μέσω της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με την εσωτερική αγορά και άλλους συναφείς τομείς (COM(2017)0257 – C8‑0140/2017– 2017/0087(COD))

Κυρία πρόεδρε,

Με επιστολή της 3ης Απριλίου 2018, ζητήσατε, εξ ονόματος της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (IMCO), από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων (JURI), σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη νομική βάση της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων και της διαδικασίας μέσω της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με την εσωτερική αγορά και άλλους συναφείς τομείς(1)· πρόκειται για το εργαλείο πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (SMIT).

Η αρχική πρόταση της Επιτροπής βασίζεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, στα άρθρα 91, 100, 114 και 192, στο άρθρο 194 παράγραφος 2 και στο άρθρο 337 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η μοναδική τροποποίηση που εγκρίθηκε κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας επί της έκθεσης της IMCO αποσκοπεί στην αντικατάσταση της ανωτέρω νομικής βάσης από το άρθρο 337 ΣΛΕΕ και μόνο.

Αυτό θα συνεπαγόταν μετάβαση από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία σε μη νομοθετική, όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του σημείου 25 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας της 13 Απριλίου 2016 και θα απαιτούσε ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής. Το άρθρο 63 εφαρμόζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του Κανονισμού.

I - Ιστορικό

Στις 28 Οκτωβρίου 2015, ανακοινώνοντας τη στρατηγική για την ενιαία αγορά, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι «θα προτείνει νομοθετική πρωτοβουλία που θα της επιτρέπει να συλλέγει αξιόπιστες πληροφορίες απευθείας από επιλεγμένους παράγοντες της αγοράς, με στόχο τη διασφάλιση και τη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς»(2). Αυτό το εργαλείο πληροφόρησης για την ενιαία αγορά θα αποτελέσει μέρος μιας γενικής στρατηγικής για «την εφαρμογή ολιστικής προσέγγισης που να καλύπτει όλα τα στάδια της χάραξης πολιτικής, από τον σχεδιασμό και την επιβολή πολιτικής μέχρι την πληροφόρηση, στο πλαίσιο της βελτίωσης της νομοθεσίας. Αυτό περιλαμβάνει την καλύτερη ενσωμάτωση των πτυχών της αξιολόγησης και της επιβολής στον σχεδιασμό πολιτικών, την καλύτερη υποστήριξη και καθοδήγηση των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των κανόνων της ενιαίας αγοράς, καθώς και μια περισσότερο συνεκτική και αποτελεσματική πολιτική επιβολής, η οποία θα στοχεύει στη βελτίωση της συνολικής συμμόρφωσης με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς και το ενωσιακό δίκαιο εν γένει».

Στις 2 Μαΐου 2017, η Επιτροπή υπέβαλε μια «δέσμη μέτρων συμμόρφωσης» με τρεις προτάσεις για την ενίσχυση στην πράξη της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της πρότασης κανονισμού για τον καθορισμό των όρων και της διαδικασίας μέσω της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με την εσωτερική αγορά και άλλους συναφείς τομείς, με την οποία δημιουργήθηκε το εργαλείο πληροφόρησης για την ενιαία αγορά.

Η πρόταση της Επιτροπής βασίζεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, στα άρθρα 91, 100, 114, 192, στο άρθρο 194 παράγραφος 2 και στο άρθρο 337 της ΣΛΕΕ.

ΙΙ - Σχετικά άρθρα της Συνθήκης

Τα ακόλουθα άρθρα της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν τη νομική βάση της πρότασης της Επιτροπής:

Τίτλος III «Η Γεωργία και η Αλιεία» στο τρίτο μέρος της ΣΛΕΕ «Οι εσωτερικές πολιτικές και δράσεις της Ένωσης»:

Άρθρο 43 παράγραφος 2

(πρώην άρθρο 37 της ΣΕΚ)

2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, ορίζουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 1, καθώς και τις άλλες διατάξεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής και αλιευτικής πολιτικής.

Τίτλος VI «Οι Μεταφορές»:

Άρθρο 91

(πρώην άρθρο 71 της ΣΕΚ)

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 90 και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιομορφία των μεταφορών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, θεσπίζουν:

α) κοινούς κανόνες εφαρμοστέους στις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς την επικράτεια ενός κράτους μέλους ή που διέρχονται από την επικράτεια ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών,

β) τους όρους υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές μεταφορές ενός κράτους μέλους μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ’ αυτό,

γ) μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας των μεταφορών,

δ) κάθε άλλη χρήσιμη διάταξη.

[...]

Άρθρο 100

(πρώην άρθρο 80 της ΣΕΚ)

1. Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές.

2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μπορούν να θεσπίζουν κατάλληλες διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές. Αποφασίζουν μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών.

Κεφάλαιο 3 «Προσέγγιση των νομοθεσιών»:

Άρθρο 114

(πρώην άρθρο 95 της ΣΕΚ)

1. Εκτός αν ορίζουν άλλως οι Συνθήκες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 26. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδουν τα μέτρα τα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

[...]

Τίτλος XX «Περιβάλλον»:

Άρθρο 192

(πρώην άρθρο 175 της ΣΕΚ)

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζουν, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει η Ένωση για την υλοποίηση των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 191.

2. Κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως της παραγράφου 1 και με την επιφύλαξη του άρθρου 114, το Συμβούλιο, αποφασίζονταςομόφωνα σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, θεσπίζει:

α) διατάξεις κυρίως φορολογικού χαρακτήρα·

β) τα μέτρα που επηρεάζουν:

– τη χωροταξία,

– την ποσοτική διαχείριση των υδάτινων πόρων ή εκείνα που επιδρούν αμέσως ή εμμέσως στη διαθεσιμότητα των εν λόγω πόρων,

– τις χρήσεις της γης, εξαιρουμένης της διαχείρισης των αποβλήτων·

γ) τα μέτρα που επηρεάζουν αισθητά την επιλογή ενός κράτους μέλους μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού.

Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομοφώνως προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, μπορεί να καταστήσει τη συνήθη νομοθετική διαδικασία εφαρμοστέα στους τομείς του πρώτου εδαφίου.

3. Τα προγράμματα γενικών δράσεων που θέτουν τους επιδιωκόμενους πρωταρχικούς στόχους θεσπίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, που αποφασίζουν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών.

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω προγραμμάτων θεσπίζονται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 2, ανάλογα με την περίπτωση.

[...]

Τίτλος XXΙ «Ενέγεια»:

Άρθρο 194 παράγραφος 2

2. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των λοιπών διατάξεων των Συνθηκών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 1. Τα εν λόγω μέτρα θεσπίζονται μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών. Τα μέτρα αυτά δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κράτους μέλους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού, με την επιφύλαξη του άρθρου 192, παράγραφος 2, στοιχείο γ).

Έβδομο μέρος της ΣΛΕΕ με τίτλο «Γενικές και τελικές διατάξεις»:

Άρθρο 337

(πρώην άρθρο 284 της ΣΕΚ)

Για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί, η Επιτροπή δύναται να συλλέγει κάθε πληροφορία και να προβαίνει σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει το Συμβούλιο, με απλή πλειοψηφία, κατά τις διατάξεις των Συνθηκών.

Επιπλέον, με βάση τις σχετικές αναφορές, θα πρέπει να εξετασθούν τα ακόλουθα άρθρα:

Άρθρο 26

(πρώην άρθρο 14 της ΣΕΚ)

1. Η Ένωση θεσπίζει τα μέτρα για την εγκαθίδρυση ή τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των Συνθηκών.

2. Η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις των Συνθηκών.

3. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, προσδιορίζει τους προσανατολισμούς και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εξασφάλιση ισόρροπης προόδου σε όλους τους σχετικούς τομείς.

Άρθρο 90

(πρώην άρθρο 70 της ΣΕΚ)

Οι στόχοι των Συνθηκών επιδιώκονται όσον αφορά το αντικείμενο του παρόντος τίτλου στο πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών.

Άρθρο 191 παράγραφος 1

(πρώην άρθρο 174 της ΣΕΚ)

1. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη των ακόλουθων στόχων:

– τη διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος,

– την προστασία της υγείας του ανθρώπου,

– τη συνετή και ορθολογική χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων,

– την προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, και ιδίως την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος.

Άρθρο 194 παράγραφος 1

1. Στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης ή της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης να προστατευθεί και να βελτιωθεί το περιβάλλον, η πολιτική της Ένωσης στον τομέα της ενέργειας, σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών, έχει ως στόχο:

α) να διασφαλίζει τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας,

β) να διασφαλίζει τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ένωσης,

γ) να προωθεί την ενεργειακή αποδοτικότητα και την εξοικονόμηση ενέργειας καθώς και την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών

ενέργειας, και

δ) να προωθεί τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων.

ΙΙΙ – Η νομολογία του ΔΕΕ όσον αφορά την επιλογή της νομικής βάσης

Το Δικαστήριο ανέκαθεν θεωρούσε ότι το ζήτημα της κατάλληλης νομικής βάσης αποτελεί ζήτημα συνταγματικής σημασίας που διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5 της ΣΕΕ) και καθορίζει τη φύση και την έκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης(3). Ως εκ τούτου, η επιλογή της νομικής βάσης δεν είναι θέμα ελεύθερης κρίσης. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η επιλογή της νομικής βάσης μιας κοινοτικής πράξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται κυρίως ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξης»(4). Κατά συνέπεια, η επιλογή μη ορθής νομικής βάσης θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία για την ακύρωση της σχετικής πράξης. Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή της νομικής βάσης δεν μπορεί να εξαρτάται απλώς από την πεποίθηση ενός οργάνου ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο. Η βούληση ενός οργάνου να συμμετάσχει κατά τρόπο πιο ενεργό στην έκδοση μιας συγκεκριμένης πράξης, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε μια πράξη καθώς και το έργο που έχει επιτελεστεί σε συνάρτηση με άλλες πτυχές στο πλαίσιο των μέτρων που καλύπτονται από μια συγκεκριμένη πράξη είναι επίσης άνευ σημασίας για τον προσδιορισμό της ορθής νομικής βάσης(5).

Εάν από την εξέταση μιας πράξης προκύπτει ότι αυτή επιδιώκει διττή στόχευση ή ότι απαρτίζεται από δύο συνιστώσες, από τις οποίες η μία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύρια ή δεσπόζουσα, ενώ η άλλη είναι απλώς παρεμπίπτουσα, η πράξη πρέπει να βασίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, και συγκεκριμένα σε αυτή που υπαγορεύεται από την κύρια ή δεσπόζουσα στόχευση ή συνιστώσα(6). Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου μια πράξη εξυπηρετεί συγχρόνως πολλές στοχεύσεις ή έχει πολλές συνιστώσες, οι οποίες συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους χωρίς η μία να είναι δευτερεύουσα και έμμεση σε σχέση με την άλλη/τις άλλες, η πράξη αυτή πρέπει να στηρίζεται στις διάφορες αντίστοιχες νομικές βάσεις(7), εφόσον οι διαδικασίες που προβλέπονται για αυτές τις νομικές βάσεις δεν αντιβαίνουν στα δικαιώματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δεν τα υπονομεύουν(8).

IV - Σκοπός και περιεχόμενο της πρότασης

Ο στόχος της πρότασης, όπως αναφέρεται από την Επιτροπή στην αιτιολογική έκθεσή της, είναι «να διευκολυνθεί η Επιτροπή στην παρακολούθηση και εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς, δίνοντάς της τη δυνατότητα να συλλέγει εγκαίρως ολοκληρωμένες και αξιόπιστες ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες από επιλεγμένους παράγοντες της αγοράς μέσω αυστηρά στοχοθετημένων αιτημάτων για πληροφορίες.»Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι «[η] παρούσα πρωτοβουλία έχει σκοπό να βελτιώσει την πρόσβαση της Επιτροπής σε πληροφορίες της αγοράς που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του άρθρου 17 της ΣΕΕ, προκειμένου να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς

Στην αιτιολογική σκέψη 23 αναφέρεται ότι στόχος της πρότασης είναι «η διευκόλυνση της πρόσβασης της Επιτροπής σε πληροφορίες σχετικά με την αγορά που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων της ώστε να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

Η Επιτροπή επισημαίνει στην αιτιολογική σκέψη 1 ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις, ανεπαρκείς πληροφορίες που επηρεάζουν τη δράση της Επιτροπής για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στον τομέα της εσωτερικής αγοράς αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων στις εμπορικές συναλλαγές εντός της εσωτερικής αγοράς λόγω μη συντονισμένων εθνικών δραστηριοτήτων επιβολής ή της πολυσχιδούς ανάπτυξης εθνικών κανονιστικών λύσεων στα προβλήματα αυτά.»Η αιτιολογική σκέψη 3 αναφέρει: «ο εντοπισμός και, ανάλογα με την περίπτωση, η αντιμετώπιση των εν λόγω δυσκολιών με αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο απαιτεί έγκαιρη πρόσβαση σε πλήρεις, ακριβείς και αξιόπιστες ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες για την αγορά.»

Ειδικότερα, υπό την ιδιότητά της ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά αντικειμενικά δεδομένα. Ωστόσο, η Επιτροπή ενδέχεται να μην μπορεί πάντα να βασίζεται στις πληροφορίες που παρέχουν οι καταγγέλλοντες ή τα κράτη μέλη (αιτιολογική σκέψη 5). Η αιτιολογική σκέψη 4 υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει δική της ερευνητική εξουσία για να τη βοηθήσει να επιβάλει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της εσωτερικής αγοράς και ότι οι υφιστάμενες εξουσίες έρευνας που σχετίζονται με το δίκαιο του ανταγωνισμού «περιορίζονται από τη νομική τους βάση σε καθορισμένους τομείς και δεν επιτρέπουν τη συλλογή και χρήση των συγκεντρωθεισών πληροφοριών για άλλους σκοπούς πολιτικής που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά

Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 8, η Επιτροπή θα πρέπει, ως έσχατη λύση, να εξουσιοδοτηθεί να ζητεί από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παρέχουν απευθείας έγκαιρες, πλήρεις, ακριβείς και αξιόπιστες ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες της αγοράς εκεί όπου άλλες πηγές πληροφοριών έχουν αποδειχθεί ανέφικτες, ανεπαρκείς ή ακατάλληλες και, συνεπώς, αναποτελεσματικές.

Σκοπός μιας τέτοιας εξουσιοδότησης είναι «να παράσχει στην Επιτροπή συμπληρωματικές διερευνητικές ικανότητες, όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή βάσει της ΣΛΕΕ, ώστε να διασφαλίσει την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου σε σχέση με τον στόχο της εγκαθίδρυσης και της διασφάλισης της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.» (αιτιολογική σκέψη 10). Στην αιτιολογική σκέψη 10 διευκρινίζεται ότι «[μ]ια τέτοια εξουσιοδότηση δεν στοχεύει στη δημιουργία νέων εξουσιών επιβολής για την Επιτροπή, όπως, συγκεκριμένα, η εξουσία να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της εσωτερικής αγοράς κατά μεμονωμένων συμμετεχόντων στην αγορά

Στην αιτιολογική σκέψη 10 διευκρινίζεται επίσης ότι «προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια πλήρως λειτουργική εσωτερική αγορά» το πεδίο εφαρμογής του SMIT καλύπτει οικονομικούς τομείς εντός της εσωτερικής αγοράς, για τους οποίους η ΣΛΕΕ προβλέπει κοινές πολιτικές, και συγκεκριμένα τη γεωργία και την αλιεία (με εξαίρεση τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων), τις μεταφορές, το περιβάλλον και την ενέργεια.

Η αιτιολογική σκέψη 12 ορίζει ότι «αιτήματα για πληροφορίες έχουν ως στόχο την επίλυση ενός εικαζόμενου (...) σοβαρού προβλήματος στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στους τομείς της εσωτερικής αγοράς, της γεωργίας και της αλιείας (με την εξαίρεση της διατήρησης των θαλάσσιων βιολογικών πόρων), των μεταφορών, του περιβάλλοντος και της ενέργειας».

Στην αιτιολογική σκέψη 14 η Επιτροπή αναφέρει ότι «[τ]ο iεργαλείο έρευνας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τη διασφάλιση της εφαρμογής από την Επιτροπή του ενωσιακού δικαίου στον τομέα της εσωτερικής αγοράς» και «είναι επίσης χρήσιμο για κάθε μεταγενέστερη δράση επιβολής κυρώσεων από τα οικεία κράτη μέλη που απαιτούν τη χρήση των σχετικών πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν με τη χρήση αυτής της εξουσίας και γνωστοποιήθηκαν από την Επιτροπή στα οικεία κράτη μέλη» και «θα μπορούσε επίσης να φανεί χρήσιμο [...] στο να συμβάλει στη σύλληψη ή τον σχεδιασμό ρυθμιστικών λύσεων» Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 15 «η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλει τη συμμόρφωση με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών [...] με την επιβολή αναλογικών προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών που επιβάλλονται μέσω απόφασης». Τέλος, στην αιτιολογική σκέψη 20 η Επιτροπή αναγνωρίζει «τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του εργαλείου έρευνας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό».

Όσον αφορά το διατακτικό, το άρθρο 1 ορίζει ότι ο κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να της παράσχουν πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Επιτροπή σε σχέση με τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 2·και τη διαδικασία υποβολής αίτησης για την παροχή των πληροφοριών αυτών. Οι τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 2 είναι η εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η γεωργία και η αλιεία (με εξαίρεση τη διατήρηση των θαλάσσιων βιολογικών πόρων), οι μεταφορές, το περιβάλλον και η ενέργεια. Το άρθρο 3 παρέχει τους ορισμούς της πολύ μικρής επιχείρησης, της μικρής επιχείρησης και της μεσαίας επιχείρησης. Το άρθρο 4 αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να ζητεί πληροφορίες απευθείας από τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση μιας σοβαρής δυσκολίας που αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου που απειλεί να υπονομεύσει την επίτευξη ενός σημαντικού στόχου πολιτικής της Ένωσης. Το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α) αναφέρεται στην εικαζόμενη σοβαρή δυσκολία διασυνοριακής διάστασης.

Η πρόταση καθορίζει στο κεφάλαιο II τους όρους και τη διαδικασία για την αναζήτηση πληροφοριών. Η Επιτροπή θα κάνει χρήση του SMIT μόνο ως έσχατη λύση, εφόσον οι πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της δεν επαρκούν ή δεν είναι κατάλληλες και δεν είναι δυνατόν να ληφθούν εγκαίρως για εξαντλητικά αναφερόμενους λόγους. Στο κεφάλαιο III, η πρόταση προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει μόνο ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες και εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να επιβάλλει πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές

V - Ανάλυση και καθορισμός της κατάλληλης νομικής βάσης

Η πρόταση της Επιτροπής βασίζεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, στα άρθρα 91, 100, 114, 192, στο άρθρο 194 παράγραφος 2 και στο άρθρο 337 της ΣΛΕΕ.

Σε ανεπίσημο σημείωμα συνταχθέν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με την επιλογή των νομικών βάσεων επί των οποίων στηρίζεται η πρόταση, γίνεται διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών νομικών βάσεων: αφενός του άρθρου 337 της ΣΛΕΕ και, αφετέρου, του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 43 παράγραφος 2, και των άρθρων 91, 100, 192 και 194 παράγραφος 2.

Δυνάμει του άρθρου 337 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή, για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί, δύναται να συλλέγει κάθε πληροφορία και να προβαίνει σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει το Συμβούλιο, με απλή πλειοψηφία, κατά τις διατάξεις των Συνθηκών.

Σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για μέτρα εναρμόνισης που αποσκοπούν πράγματι στη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την άρση ή την παρεμπόδιση της εμφάνισης εμποδίων στις θεμελιώδεις ελευθερίες ή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού(9).

Βάσει του άρθρου 43 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ορίζουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 1, καθώς και τις άλλες διατάξεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής και αλιευτικής πολιτικής.

Σύμφωνα με το άρθρο 91 της ΣΛΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τις κατάλληλες διατάξεις για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών στο πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών. Το άρθρο 91 της ΣΛΕΕ εφαρμόζεται στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές (άρθρο 100 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μπορούν να θεσπίζουν κατάλληλες διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές.

Στο άρθρο 192 προβλέπεται η θέσπιση μέτρων στον τομέα του περιβάλλοντος. Το άρθρο 192 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, αποφασίζουν τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν από την Ένωση για την επίτευξη των στόχων της ενωσιακής πολιτικής για το περιβάλλον. Ορισμένα μέτρα που εμπίπτουν στην πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος εγκρίνονται ομόφωνα από το Συμβούλιο σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθρο 192 παράγραφος 2). Σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 3, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν προγράμματα γενικών δράσεων που θέτουν τους επιδιωκόμενους πρωταρχικούς στόχους.

Δυνάμει του άρθρου 194 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων της ενωσιακής πολιτικής στον τομέα της ενέργειας.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η νομική βάση μιας πράξης πρέπει να καθορίζεται με γνώμονα τον σκοπό και το περιεχόμενό της.

Όπως προαναφέρθηκε, δεδηλωμένος στόχος της πρότασης είναι να επιτρέψει στην Επιτροπή να εκτελέσει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί βάσει της ΣΛΕΕ, ώστε να διασφαλίσει την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου σε σχέση με τον στόχο της εγκαθίδρυσης και της διασφάλισης της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Ειδικότερα, κύριος στόχος του SMIT είναι να εξοπλίσει την Επιτροπή με ένα εργαλείο για τη συλλογή των πληροφοριών που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί βάσει της Συνθήκης σε σχέση με ορισμένους τομείς.

Σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 337 της ΣΛΕΕ παρέχει στην Επιτροπή τη γενική αρμοδιότητα να συλλέγει κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες, υπό τους όρους και τους περιορισμούς που καθορίζονται από το Συμβούλιο. Η διάταξη αυτή αποτελεί τη νομική βάση για τις πράξεις που αφορούν τη γενική δραστηριότητα της συλλογής πληροφοριών από την Επιτροπή, έτσι ώστε οι πράξεις αυτές να μην χρειάζεται να βασίζονται στις διάφορες διατάξεις της Συνθήκης που αναθέτουν συγκεκριμένα καθήκοντα στην Επιτροπή και χωρίς να απαιτείται η συλλογή αυτή να είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων μιας δεδομένης πολιτικής της ΕΕ(10).

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, για να καθοριστεί κατά πόσον η νομική βάση μιας πράξης της Ένωσης που αποσκοπεί στη συλλογή πληροφοριών σε συγκεκριμένο τομέα είναι το άρθρο 337 της ΣΛΕΕ ή μια ειδική νομική βάση, πρέπει να εξεταστεί αν η πράξη αυτή, ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενό της, μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί ειδικά στο πλαίσιο της εν λόγω πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 2 της πρότασης ορίζει ότι το SMIT εφαρμόζεται σε συγκεκριμένους τομείς. Ως εκ τούτου, συνδέεται στενά με τους στόχους των πολιτικών της Ένωσης που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο. Ωστόσο, το εργαλείο πληροφόρησης εντάσσεται σε μια γενική στρατηγική επιβολής που αποσκοπεί στη βελτίωση της συνολικής συμμόρφωσης με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς και γενικότερα με το δίκαιο της ΕΕ. Η συλλογή πληροφοριών την οποία μπορεί να διενεργήσει η Επιτροπή είναι μόνο αυτή που γίνεται με σκοπό να βοηθηθεί η Επιτροπή στην εκτέλεση των καθηκόντων της όσον αφορά την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου της Ένωσης. Η πρόταση δεν φαίνεται να προβλέπει κανόνες για την ενσωμάτωση του SMIT στο πλαίσιο των κανόνων της Ένωσης για την εσωτερική αγορά ή σε κάποιον από τους ειδικούς τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 2 της πρότασης. Φαίνεται ότι ο σκοπός του SMIT δεν είναι η επίτευξη των στόχων που απορρέουν από μία ή περισσότερες ειδικές πολιτικές της Ένωσης, αλλά αντιθέτως η επίλυση προβλημάτων κατά την πραγμάτωση και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένους τομείς.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και δεδομένου ότι το SMIT έχει οριζόντιο χαρακτήρα και ότι η σύνδεση με τους τομείς πολιτικής που απαριθμούνται στο άρθρο 2 φαίνεται να είναι απλώς συγκυριακός, το άρθρο 43 παράγραφος 2 και τα άρθρα 91, 114, 100, 192 και 194 παράγραφος 2 δεν αποτελούν κατάλληλες νομικές βάσεις για την πρόταση.

Σε συνάρτηση με το άρθρο 337 της ΣΛΕΕ πρέπει να επισημανθεί ότι η πρόταση δεν εξουσιοδοτεί την Επιτροπή απλά και μόνο να ζητεί πληροφορίες από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Στην πραγματικότητα, η πρόταση αναφέρει ότι θεσπίζει ένα εξαιρετικό εργαλείο έρευνας για την Επιτροπή και ένα μέτρο επιβολής της νομοθεσίας. Ειδικότερα, το κεφάλαιο III σχετικά με τα πρόστιμα και τις περιοδικές χρηματικές ποινές παρουσιάζει έντονη ομοιότητα με τις διατάξεις που αφορούν τις κυρώσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου. Ωστόσο, η νομική βάση για τις πράξεις αυτές, η οποία προβλέπει την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών, περιορίζεται αυστηρά σε υποθέσεις ανταγωνισμού, προβλέπεται ρητά στη Συνθήκη, δεν απαιτεί προσφυγή στο άρθρο 339 της ΣΛΕΕ και δεν εφαρμόζεται σε άλλες πολιτικές σχετικά με την εσωτερική αγορά. Στην περίπτωση του SMIT, η νομική βάση που προβλέπεται από την Επιτροπή, δηλαδή το άρθρο 337 της ΣΛΕΕ, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να συλλέγει πληροφορίες και να προβαίνει στους ελέγχους που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί, χωρίς να της παρέχει συναφώς πρόσθετες εξουσίες.

VI – Συμπέρασμα και σύσταση

Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 43 παράγραφος 2, τα άρθρα 91, 114, 100, 192 και το άρθρο194 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ δεν αποτελούν τις κατάλληλες νομικές βάσεις για το SMIT, όπως προτείνεται από την Επιτροπή, και ότι ο ισχύων στόχος και το ισχύον περιεχόμενο της πρότασης υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο άρθρο 337 της ΣΛΕΕ.

Κατά τη συνεδρίασή της στις 10 Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αποφάσισε με 12 ψήφους υπέρ, καμία κατά και 2 αποχές(11), να συστήσει ότι το άρθρο 43 παράγραφος 2, τα άρθρα 91, 114, 100, 192 και το άρθρο 194 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ δεν αποτελούν κατάλληλες νομικές βάσεις για το SMIT, όπως προτείνεται από την Επιτροπή, και ότι ο ισχύων στόχος και το ισχύον περιεχόμενο της πρότασης υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο άρθρο 337 της ΣΛΕΕ.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Pavel Svoboda

(1)

COM(2017) 257 final.

(2)

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Αναβάθμιση της ενιαίας αγοράς: περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις - 28.10.2015, COM(2015) 550 final, σ. 17.

(3)

Γνωμοδότηση 2/00, Συλλογή 2001, σ. I-9713, σκέψη 5.

(4)

Υπόθεση C-411/06, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σ. I-7585, σκέψη 45·

(5)

Υπόθεση C-269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I-2257, σκέψη 44.

(6)

Υπόθεση C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, EU:C:2002:741, σκέψη 94· υπόθεση T-526/10, Inuit Tapiriit Kanatami, EU:Τ:2013:215, σκέψη 66.

(7)

Υπόθεση C-211/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-08913, σκέψη 40· υπόθεση C-178/03, Επιτροπή κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I-107, σκέψεις 43-56.

(8)

Υπόθεση C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, («διοξείδιο του τιτανίου»), Συλλογή 1991, σ. I-2867, σκέψεις 17-25· υπόθεση C-268/94, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-6177.

(9)

Βλέπε π.χ. υπόθεση C-217/04, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου («ENISA»), Συλλογή 2006, σ. I-3771, σκέψη 42.

(10)

Υπόθεση C-490/10, Αυστρία κατά Συμβουλίου, EU:C:2012:525, σκέψεις 63-64.

(11)

Ήσαν παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία οι βουλευτές: Pavel Svoboda (πρόεδρος), Mady Delvaux, Laura Ferrara (αντιπρόεδρος), Axel Voss (συντάκτης γνωμοδότησης), Alex Mayer (αναπλ. Mary Honeyball σύμφωνα με το άρθρο 200 παράγραφος 2 του Κανονισμού), Joëlle Bergeron, Geoffroy Didier, Pascal Durand, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Julia Reda, Evelyn Regner, Virginie Rozière, Francis Zammit Dimech, Tadeusz Zwiefka.


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Καθορισμός των προϋποθέσεων και της διαδικασίας βάσει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με την εσωτερική αγορά και άλλους συναφείς τομείς

Έγγραφα αναφοράς

COM(2017)0257 – C8-0140/2017 – 2017/0087(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

2.5.2017

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

IMCO

31.5.2017

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

31.5.2017

JURI

31.5.2017

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

ECON

29.5.2017

JURI

29.5.2017

 

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Eva Maydell

30.5.2017

 

 

 

Αμφισβήτηση της νομικής βάσης

       Ημερομ. γνωμοδότησης JURI

JURI

10.9.2018

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.10.2017

21.11.2017

11.7.2018

 

Ημερομηνία έγκρισης

12.7.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

31

4

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

John Stuart Agnew, Pascal Arimont, Dita Charanzová, Carlos Coelho, Sergio Gaetano Cofferati, Anna Maria Corazza Bildt, Daniel Dalton, Nicola Danti, Dennis de Jong, Pascal Durand, Maria Grapini, Liisa Jaakonsaari, Eva Maydell, Marlene Mizzi, Nosheena Mobarik, Jiří Pospíšil, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Olga Sehnalová, Jasenko Selimovic, Ivan Štefanec, Catherine Stihler, Richard Sulík, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mylène Troszczynski, Mihai Ţurcanu, Anneleen Van Bossuyt, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Biljana Borzan, Birgit Collin-Langen, Julia Reda, Marc Tarabella, Matthijs van Miltenburg, Sabine Verheyen

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παράγραφος 2 του Κανονισμού) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Asim Ademov, Isabella De Monte, Sylvie Goddyn

Ημερομηνία κατάθεσης

12.9.2018


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

31

+

ALDE

Dita Charanzová, Matthijs van Miltenburg, Jasenko Selimovic

ECR

Daniel Dalton, Nosheena Mobarik, Richard Sulík, Anneleen Van Bossuyt

EFDD

Marco Zullo

GUE/NGL

Dennis de Jong

PPE

Asim Ademov, Pascal Arimont, Carlos Coelho, Birgit Collin-Langen, Anna Maria Corazza Bildt, Eva Maydell, Jiří Pospíšil, Andreas Schwab, Ivan Štefanec, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mihai Ţurcanu, Sabine Verheyen

S&D

Biljana Borzan, Sergio Gaetano Cofferati, Nicola Danti, Isabella De Monte, Maria Grapini, Liisa Jaakonsaari, Marlene Mizzi, Christel Schaldemose, Olga Sehnalová, Catherine Stihler

4

-

EFDD

John Stuart Agnew

S&D

Marc Tarabella

VERTS/ALE

Pascal Durand, Julia Reda

2

0

ENF

Sylvie Goddyn, Mylène Troszczynski

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 21 Σεπτεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου