ΣΥΣΤΑΣΗ σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

15.10.2018 - (14463/2017 – C8-0412/2018 – 2017/0039(APP)) - ***

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
Εισηγητής: Pavel Svoboda

Διαδικασία : 2017/0039(APP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A8-0323/2018
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A8-0323/2018
Συζήτηση :
Ψηφοφορία :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(14463/2017 – C8-0412/2018 – 2017/0039(APP))

(Ειδική νομοθετική διαδικασία – έγκριση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου (14463/2017),

–  έχοντας υπόψη την αίτηση για έγκριση που υπέβαλε το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 352 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C8-0412/2018),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφοι 1 και 4 και το άρθρο 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0323/2018),

1.  εγκρίνει το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

11.9.2017

Κύριο Pavel Svoboda

Πρόεδρο

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Θέμα:  Γνώμη επί της νομικής βάσης της πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2017)00872017/0039(APP))

Κύριε Πρόεδρε,

Κατά τη συνεδρίασή της στις 19 και 20 Ιουλίου 2017, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αποφάσισε εξ ιδίας πρωτοβουλίας να εξετάσει, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 3 του Κανονισμού, την ισχύ και την καταλληλότητα της νομικής βάσης της ανωτέρω πρότασης της Επιτροπής.

Η επιτροπή εξέτασε το ζήτημα που μνημονεύεται ανωτέρω κατά τη συνεδρίασή της στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.

I – Ιστορικό

Η Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΕΕ») εξασφαλίζει την επίσημη δημοσίευση της νομοθεσίας και άλλων πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι το 2014, μόνο η έντυπη έκδοση της ΕΕ θεωρείτο έγκυρη και νομικώς δεσμευτική μορφή δημοσίευσης. Η ηλεκτρονική μορφή, η οποία ήταν διαθέσιμη στο Διαδίκτυο από το 1998, εθεωρείτο απλώς και μόνο μέσο πληροφόρησης, το οποίο εστερείτο κάθε νομικής αξίας.

Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Skoma-Lux[1] ότι οι νομοθετικές πράξεις της Ένωσης δεν ισχύουν έναντι ιδιωτών, εφόσον δεν έχουν δημοσιευθεί προσηκόντως στην Επίσημη Εφημερίδα και ότι η διάθεσή τους στο Διαδίκτυο δεν ισοδυναμεί με νομότυπη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα ελλείψει σχετικής ρύθμισης στο δίκαιο της Ένωσης.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή και να μπορούν όλοι να βασίζονται στην ηλεκτρονική έκδοση, ως την επίσημη, αυθεντική, ενημερωμένη και πλήρη εκδοχή της ΕΕ, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 216/2013[2] από το 2014 τερμάτισε την προηγούμενη πρακτική, ούτως ώστε η ηλεκτρονική έκδοση να είναι αυθεντική και να παράγει έννομα αποτελέσματα, ενώ η έντυπη έκδοση θα δημοσιεύεται και θα παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον όταν το σύστημα πληροφορικής της Υπηρεσίας Εκδόσεων της ΕΕ δεν θα λειτουργεί λόγω βλάβης.

Δεν υπάρχει ρητή νομική βάση στις Συνθήκες, η οποία να προβλέπει τη νομοθετική διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για θέματα σχετικά με τη δημοσίευση των πράξεων στην ΕΕ. Ωστόσο, στα άρθρα 287 και 297 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπεται υποχρέωση δημοσίευσης των πράξεων στην ΕΕ. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 216/2013 βασίστηκε στο άρθρο 352 της ΣΛΕΕ, την αποκαλούμενη ρήτρα ευελιξίας, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον εάν, στο πλαίσιο των πολιτικών που καθορίζονται από τις Συνθήκες, η δράση της Ένωσης θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ενός από τους στόχους που τίθενται με τις Συνθήκες, χωρίς αυτές να προβλέπουν τις εξουσίες δράσης που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό.

Από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2009, απαιτείται για τη χρήση της ρήτρας ευελιξίας του άρθρου 352 της ΣΛΕΕ η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η έγκριση αυτή δόθηκε κατά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013, δεδομένου ότι η αλλαγή από έντυπη σε ηλεκτρονική μορφή θεωρήθηκε αμιγώς τεχνικού χαρακτήρα, δεν περιελάμβανε δυνητικές επιλογές πολιτικής επί των οποίων το Κοινοβούλιο, ως συν-νομοθέτης, θα έπρεπε να λάβει θέση και επειδή υπήρχε βούληση ο κανονισμός να αρχίσει να ισχύει το συντομότερο δυνατόν[3].

Με την παρούσα πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 επιδιώκεται να επικαιροποιηθεί η διαδικασία με την οποία πιστοποιείται η γνησιότητα της ηλεκτρονικής έκδοσης της ΕΕ, δεδομένου ότι η σχετική νομοθεσία της ΕΕ για τις ηλεκτρονικές υπογραφές είχε επικαιροποιηθεί εν τω μεταξύ. Η νομοθεσία αυτή θεσπίστηκε με την εφαρμογή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας βάσει του άρθρο 114 της ΣΛΕΕ σχετικά με τα μέτρα εναρμόνισης στην εσωτερική αγορά.

Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα εάν η υπό εξέταση τροποποιητική πρόταση θα πρέπει να βασίζεται στη ρήτρα ευελιξίας του άρθρου  352 της ΣΛΕΕ ή στη νομική βάση σχετικά με την εναρμόνιση του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ ή και στα δύο αυτά άρθρα.

ΙΙ - Σχετικά άρθρα της Συνθήκης

Τα ακόλουθο άρθρο της ΣΛΕΕ προτάθηκε από την Επιτροπή ως νομική βάση της πρότασης κανονισμού (υπογραμμίσεις του συντάκτη):

Άρθρο 352

(πρώην άρθρο 308 της ΣΕΚ)

1. Εάν, στο πλαίσιο των πολιτικών που καθορίζονται από τις Συνθήκες, η δράση της Ένωσης θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ενός από τους στόχους που τίθενται με τις Συνθήκες, χωρίς αυτές να προβλέπουν τις εξουσίες δράσης που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θεσπίζει τις κατάλληλες διατάξεις. Όταν το Συμβούλιο θεσπίζει τις διατάξεις αυτές σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, αποφαίνεται επίσης ομόφωνα προτάσει της Επιτροπής και μετά από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

2. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της αρχής της επικουρικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφιστά την προσοχή των εθνικών κοινοβουλίων στις προτάσεις που βασίζονται στο παρόν άρθρο.

3. Τα μέτρα που βασίζονται στο παρόν άρθρο δεν μπορούν να περιλαμβάνουν εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών στις περιπτώσεις στις οποίες οι Συνθήκες αποκλείουν την εναρμόνιση αυτή.

4. Το παρόν άρθρο δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την επίτευξη στόχου που εμπίπτει στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας και κάθε πράξη θεσπιζόμενη σύμφωνα με το παρόν άρθρο σέβεται τα όρια που θέτει το άρθρο 40, εδάφιο δεύτερο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής (υπογραμμίσεις του συντάκτη):

Άρθρο 114

(πρώην άρθρο 95 της ΣΕΚ)

1.  Εκτός αν ορίζουν άλλως οι Συνθήκες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 26. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδουν τα μέτρα τα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

[...]

Τα άρθρα 287 και 297 της ΣΛΕΕ διαλαμβάνουν τα εξής (υπογραμμίσεις του συντάκτη):

Άρθρο 287

(πρώην άρθρο 248 της ΣΕΚ)

1.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει τους λογαριασμούς του συνόλου των εσόδων και των εξόδων της Ένωσης. Ελέγχει επίσης τους λογαριασμούς του συνόλου των εσόδων και εξόδων κάθε λοιπού οργάνου ή οργανισμού ιδρυομένου από την Ένωση, στο βαθμό που η ιδρυτική πράξη δεν αποκλείει τον έλεγχο αυτό.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο εγχειρίζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δήλωση που βεβαιώνει την ακρίβεια των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών πράξεων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δήλωση αυτή είναι δυνατόν να συμπληρώνεται από ειδικές εκτιμήσεις για κάθε σημαντικό τομέα της δραστηριότητας της Ένωσης

[...]

4. Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταρτίζει ετήσια έκθεση μετά το κλείσιμο κάθε οικονομικού έτους. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις αυτών των θεσμικών οργάνων στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

[...]

Άρθρο 297

(πρώην άρθρο 254 της ΣΕΚ)

1.  Οι νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία υπογράφονται από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τον πρόεδρο του Συμβουλίου.

Οι νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία υπογράφονται από τον πρόεδρο του θεσμικού οργάνου που τις εξέδωσε.

Οι νομοθετικές πράξεις δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζουν ή, άλλως, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους.

2. Οι μη νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται υπό μορφή κανονισμών, οδηγιών και αποφάσεων, όταν δεν καθορίζουν τους αποδέκτες τους, υπογράφονται από τον πρόεδρο του θεσμικού οργάνου που τις εξέδωσε.

Οι κανονισμοί, οι οδηγίες που απευθύνονται σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και οι αποφάσεις, όταν δεν καθορίζουν τους αποδέκτες τους, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζουν ή, άλλως, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους.

Οι άλλες οδηγίες καθώς και οι αποφάσεις που καθορίζουν τον αποδέκτη τους, κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα από την κοινοποίησή τους.

IΙΙ - Νομολογία σχετικά με τη νομική βάση

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου «η επιλογή της νομικής βάσης μιας κοινοτικής πράξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, όπως είναι, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξης»[4]. Κατά συνέπεια, η επιλογή μη ορθής νομικής βάσης θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία για την ακύρωση της σχετικής πράξης.

Στο πλαίσιο αυτό, η βούληση ενός οργάνου να συμμετάσχει κατά τρόπο πιο ενεργό στην έκδοση μιας συγκεκριμένης πράξης, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε μια πράξη καθώς και το έργο που έχει επιτελεστεί σε συνάρτηση με άλλες πτυχές στο πλαίσιο των μέτρων που καλύπτονται από μια συγκεκριμένη πράξη είναι άνευ σημασίας για τον προσδιορισμό της ορθής νομικής βάσης[5].

Όσον αφορά την διπλή βάση, πρέπει να διαπιστωθεί εάν η πρόταση:

1.  έχει διττή στόχευση ή αποτελείται από δύο συνιστώσες εκ των οποίων η μία στόχευση ή συνιστώσα μπορεί να θεωρηθεί ως κύρια ή δεσπόζουσα ενώ η δεύτερη έχει απλώς παρεμπίπτουσα σημασία· ή

2.  επιδιώκει συγχρόνως περισσότερες στοχεύσεις ή αποτελείται από διάφορες συνιστώσες, άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, χωρίς η μία εξ αυτών να είναι δευτερεύουσα και έμμεση σε σχέση με την άλλη.

Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει στην πρώτη περίπτωση η πράξη να βασίζεται σε μία νομική βάση και δη σε εκείνη που επιβάλλει η κύρια ή δεσπόζουσα στόχευση ή συνιστώσα, ενώ στην δεύτερη πρέπει η πράξη να βασιστεί στις αντίστοιχες διαφορετικές νομικές βάσεις.[6]

IV. Στόχος και περιεχόμενο της πρότασης κανονισμού

Στόχος της πρότασης είναι να επικαιροποιηθεί η διαδικασία με την οποία πιστοποιείται η γνησιότητα της ηλεκτρονικής έκδοσης της ΕΕ με ηλεκτρονική υπογραφή. Η οδηγία 1999/93/ΕΚ σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές υπογραφές[7] προέβλεπε τη χρήση αναγνωρισμένου πιστοποιητικού για τις εν λόγω υπογραφές. Η εν λόγω οδηγία έχει έκτοτε καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά[8], με τον οποίο θεσπίστηκε η δυνατότητα πιστοποίησης της γνησιότητας ενός εγγράφου με προηγμένη ηλεκτρονική σφραγίδα.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η χρήση της εν λόγω προηγμένης ηλεκτρονικής σφραγίδας θα καθιστούσε δυνατή την αυτοματοποίηση της ηλεκτρονικής υπογραφής και θα επιτάχυνε τη διαδικασία δημοσίευσης της ΕΕ στη βάση δεδομένων EUR-Lex, δεδομένου ότι η χρήση ηλεκτρονικής σφραγίδας αντί ηλεκτρονικής υπογραφής θα είχε διαφορετικές νομικές συνέπειες, επειδή η μέθοδος πιστοποίησης της γνησιότητας μιας υπογραφής προϋποθέτει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, ενώ, όταν χρησιμοποιείται σφραγίδα, αυτή έχει δημιουργηθεί από νομικό πρόσωπο χωρίς να αναφέρεται ποιο άτομο σε αυτό το νομικό πρόσωπο ήταν υπεύθυνο για την πιστοποίηση της γνησιότητας του εγγράφου.

Η πρόταση αποτελείται από δύο μόνον άρθρα· το πρώτο τροποποιεί το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και το δεύτερο είναι ένα τυποποιημένο άρθρο σχετικά με την ημερομηνία έναρξης ισχύος.

V - Καθορισμός της κατάλληλης νομικής βάσης

Πρέπει, πρώτον, να τονισθεί ότι, δεδομένου ότι στόχος της πρότασης είναι η επικαιροποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 ώστε να ενσωματωθούν οι τεχνολογικές και νομοθετικές εξελίξεις που σημειώθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του το 2014, προκειμένου να καταστεί η δημοσίευση της ΕΕ πιο αποτελεσματική, ο φάκελος αυτός δεν περιλαμβάνει δυνητικές επιλογές πολιτικής. Συνεπώς, η πρόταση είναι αμιγώς τεχνικής φύσεως.

Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, και λαμβανομένου υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έδωσε την έγκρισή του για την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013, κάνοντας χρήση της ρήτρας ευελιξίας του άρθρου 352 της ΣΛΕΕ, το γεγονός ότι η υπό εξέταση τροποποιητική πρόταση είχε ως αφορμή τις τεχνολογικές αλλαγές σχετικά με τις ηλεκτρονικές υπογραφές, που ανέδειξε ο κανονισμός αριθ. 910/2014, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ, δεν έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να μεταβληθεί η νομική βάση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013.

Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το Κοινοβούλιο, όταν έδωσε την έγκρισή του για την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013, απέρριψε την ιδέα ότι αυτός θα μπορούσε να είχε θεσπιστεί με τη χρήση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, βάσει της θεωρίας της «σιωπηρώς συναγόμενης αρμοδιότητας», με το σκεπτικό ότι η θεωρία αυτή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου εξαιτίας των πολυάριθμων αναθεωρήσεων των Συνθηκών και των αλλαγών που έχουν επέλθει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα 60 έτη που έχουν παρέλθει αφότου εκδόθηκε βάσει της θεωρίας αυτής η απόφαση του Συμβουλίου του 1958 για τη δημιουργία της Επίσημης Εφημερίδας[9].

Εξάλλου, η ρήτρα ευελιξίας θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον εάν, στο πλαίσιο των πολιτικών που καθορίζονται από τις Συνθήκες, η δράση της Ένωσης θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ενός από τους στόχους που τίθενται με τις Συνθήκες, χωρίς αυτές να προβλέπουν τις εξουσίες δράσης που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό. Ενώ η υποχρέωση δημοσίευσης των πράξεων στην Επίσημη Εφημερίδα προκύπτει σαφώς από τα άρθρα 287 και 297 ΣΛΕΕ, το γεγονός ότι το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ προβλέπει την προσφυγή στη συνήθη νομοθετική διαδικασία είναι, συνεπώς, άνευ σημασίας για το σκοπό αυτό, καθόσον δεν αφορά μια τέτοια δημοσίευση αλλά την εναρμόνιση στην εσωτερική αγορά, η δε χρήση του έχει σημασία για τον κανονισμό αριθ. 910/2014 σχετικά με τις ηλεκτρονικές υπογραφές όχι όμως για τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 216/2013 σχετικά με τη δημοσίευση της ΕΕ.

Η πρόταση, επομένως, δεν μπορεί να εκδοθεί βάσει του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ και μόνο, αλλά πρέπει να θεσπιστεί βάσει της ρήτρας ευελιξίας του άρθρου 352 της ΣΛΕΕ.

Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσον το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ θα πρέπει να συμπεριληφθεί στη νομική βάση της πρότασης, μαζί με το άρθρο 352 της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, χρησιμοποιείται μία και μόνο νομική βάση όταν μια πρόταση έχει διττή στόχευση ή αποτελείται από δύο συνιστώσες εκ των οποίων η μία μπορεί να θεωρηθεί ως κύρια ή δεσπόζουσα στόχευση ή συνιστώσα ενώ η δεύτερη έχει απλώς παρεμπίπτουσα σημασία· Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι κύριος στόχος της πρότασης είναι η δημοσίευση της ΕΕ, και ότι οι διατάξεις σχετικά με την ηλεκτρονική υπογραφή, όπως αυτές προκύπτουν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014, έχουν, σε κάθε περίπτωση, απλώς παρεμπίπτοντα χαρακτήρα.

Η πρόταση θα πρέπει, συνεπώς, να βασιστεί στο άρθρο 352 της ΣΛΕΕ.

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση της ρήτρας ευελιξίας είναι επαχθής και ενδεχομένως χρονοβόρα – αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι αυτή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται παρά μόνον σπάνια και κατ’ εξαίρεση, ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορεί παρά να εγκρίνει ή να απορρίψει το κείμενο χωρίς να συμμετέχει άμεσα στην εκπόνηση του τελικού κειμένου και ότι σε ορισμένα κράτη μέλη απαιτείται για τη χρήση της έλεγχος εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων – και ότι οι μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ρομποτικής και του αυτοματισμού μπορεί να επιβάλλουν την έκδοση διατάξεων σχετικά με τη δημοσίευση της ΕΕ και τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας Εκδόσεων, οι οποίες συνεπάγονται θεμελιώδεις επιλογές πολιτικής. Θα πρέπει συνεπώς να προβλεφθεί η δυνατότητα να συμπεριληφθεί σε μελλοντικές αναθεωρήσεις των Συνθηκών η προσθήκη ρητής νομικής βάσης που θα καθιστά δυνατή τη θέσπιση μέτρων σχετικών με τις εν λόγω δημοσιεύσεις και δραστηριότητες με τη χρήση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.

VI - Συμπέρασμα

Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση, το άρθρο 352 της ΣΛΕΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση της υπό εξέταση πρότασης.

VII - Σύσταση

Κατά τη συνεδρίασή της στις 7 Σεπτεμβρίου 2017, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αποφάσισε, ομόφωνα[10], να προτείνει να αποσταλεί επιστολή στον Πρόεδρο με τη σύσταση να ενημερώσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τα δυνητικά προβλήματα που θα μπορούσαν να ανακύψουν σε περίπτωση που προτείνονταν γενικότερες τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013 προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις και να θέσει το ερώτημα κατά πόσον αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη δημιουργία, στο πλαίσιο των επικείμενων διακυβερνητικών διασκέψεων για την τροποποίηση των Συνθηκών, μιας νέας, ρητής νομικής βάσης η οποία θα παραπέμπει στη συνήθη νομοθετική διαδικασία για θέματα που αφορούν τη δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας και τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας Εκδόσεων.

Με εξαιρετική εκτίμηση,

Pavel Svoboda

  • [1]  Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007 στην υπόθεση C-161/06, Skoma-Lux, ECLI:EU:C:2007:773, σκέψη 48.
  • [2]  Κανονισμός (EE) αριθ. 216/2013, για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 69 της 13.3.2013, σ. 1).
  • [3]  Βλέπε την αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο σύστασης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων της 14ης Μαρτίου 2012 στη διαδικασία 2011/0070 (APP).
  • [4]  Υπόθεση C-45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Γενικευμένες Δασμολογικές Προτιμήσεις), Συλλογή 1987, σελ. 1439, σκέψη 5· υπόθεση C-440/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σελ. I-9097· υπόθεση C-411/06, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σελ. I-7585.
  • [5]  Υπόθεση C-269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I-2257, σκέψη 44.
  • [6]  Βλέπε την υπόθεση C-411/06 που παρατέθηκε προηγουμένως, σκέψεις 46-47.
  • [7]  ΕΕ L 13 της 19.1.2000, σ. 12.
  • [8]  ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 73.
  • [9]  Βλέπε την αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο σύστασης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων της 14ης Μαρτίου 2012 στη διαδικασία 2011/0070 (APP).
  • [10]  Ήσαν παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία οι βουλευτές: Jean-Marie Cavada (ασκών χρέη προέδρου και εισηγητής), Lidia Joanna Geringer de Oedenberg (αντιπρόεδρος), Isabella Adinolfi, Max Andersson, Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Κώστας Χρυσόγονος, Sergio Gaetano Cofferati, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Mary Honeyball, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Gilles Lebreton, António Marinho e Pinto, Julia Reda, Evelyn Regner, Axel Voss, Rainer Wieland, Tadeusz Zwiefka, Tiemo Wölken, Gabriel Mato, Andrey Novakov (σε αναπλήρωση της Rosa Estaràs Ferragut, Emil Radev, σύμφωνα με το άρθρο 200 παράγραφος 2 του Κανονισμού).

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έγγραφα αναφοράς

14463/2017 – C8-0412/2018 – COM(2017)00872017/0039(APP)

Ημερομηνία διαβούλευσης / αίτησης έγκρισης

18.9.2018

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

1.10.2018

 

 

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Pavel Svoboda

28.2.2017

 

 

 

Αμφισβήτηση της νομικής βάσης

       Ημερομ. γνωμοδότησης JURI

JURI

7.9.2017

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

19.6.2017

10.10.2018

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

10.10.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

21

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Joëlle Bergeron, Jean-Marie Cavada, Κώστας Χρυσόγονος, Mady Delvaux, Rosa Estaràs Ferragut, Enrico Gasbarra, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Heidi Hautala, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Gilles Lebreton, António Marinho e Pinto, Pavel Svoboda, József Szájer, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Geoffroy Didier, Pascal Durand, Angel Dzhambazki, Angelika Niebler, Virginie Rozière, Tiemo Wölken

Ημερομηνία κατάθεσης

15.10.2018

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

21

+

ALDE

Jean-Marie Cavada, António Marinho e Pinto

ECR

Angel Dzhambazki

EFDD

Joëlle Bergeron

ENF

Gilles Lebreton

GUE/NGL

Kostas Chrysogonos

PPE

Geoffroy Didier, Angelika Niebler, Pavel Svoboda, József Szájer, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka

S&D

Mady Delvaux, Enrico Gasbarra, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Virginie Rozière, Tiemo Wölken

VERTS/ALE

Max Andersson, Pascal Durand, Heidi Hautala

0

-

 

 

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 19 Οκτωβρίου 2018
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου