Διαδικασία : 2020/2018(INL)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A9-0181/2020

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A9-0181/2020

Συζήτηση :

PV 19/10/2020 - 18
CRE 19/10/2020 - 15
CRE 19/10/2020 - 18

Ψηφοφορία :

PV 20/10/2020 - 17
PV 20/10/2020 - 21

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P9_TA(2020)0272

<Date>{07/10/2020}7.10.2020</Date>
<NoDocSe>A9-0181/2020</NoDocSe>
PDF 515kWORD 179k

<TitreType>ΕΚΘΕΣΗ</TitreType>

<Titre>που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες: βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς</Titre>

<DocRef>(2020/2018(INL))</DocRef>


<Commission>{IMCO}Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών</Commission>

Εισηγητής: <Depute>Alex Agius Saliba</Depute>

(Πρωτοβουλία – Άρθρο 47 του Κανονισμού)

Συντάκτες γνωμοδότησης (*):
Josianne Cutajar, Επιτροπή Μεταφορών και Τουρισμού
Petra Kammerevert, Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας
Patrick Breyer, Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
Paul Tang, Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

(*) Συνδεδεμένες επιτροπές – Άρθρο 57 του Κανονισμού

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ:  ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες: βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς

(2020/2018(INL))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 225 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

 έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»)[1],

 έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1150 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης[2],

 έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2019/770 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών[3],

 έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ[4],

 έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές»)[5],

 έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011[6],

 έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά[7],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Σεπτεμβρίου 2010 σχετικά με την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικού εμπορίου[8],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιουνίου 2017 σχετικά με τις επιγραμμικές πλατφόρμες και την ψηφιακή ενιαία αγορά,[9]

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 11ης Ιανουαρίου 2012, με τίτλο «Ένα συνεκτικό πλαίσιο για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην ενιαία ψηφιακή αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου και διαδικτυακών υπηρεσιών» (COM(2011)0942),

 έχοντας υπόψη τη σύσταση (ΕΕ) 2018/334 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2018, σχετικά με μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο[10] και την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2017, με τίτλο «Αντιμετώπιση του παράνομου επιγραμμικού περιεχομένου: Προς την ενίσχυση της ευθύνης των επιγραμμικών πλατφορμών» (COM(2017)555),

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 26ης Απριλίου 2018, με τίτλο «Αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο: μια Ευρωπαϊκή Προσέγγιση» που καλύπτει τις ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες που δημιουργούνται, παρουσιάζονται και διαδίδονται για οικονομικό όφελος ή για την εσκεμμένη εξαπάτηση του κοινού και μπορούν να προκαλέσουν δημόσια ζημία,

 έχοντας υπόψη το μνημόνιο συμφωνίας της 21ης Ιουνίου 2016 σχετικά με την πώληση προϊόντων παραποίησης/απομίμησης στο διαδίκτυο, καθώς και την επανεξέτασή του στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, της 29ης Νοεμβρίου 2017, με τίτλο «Ένα ισορροπημένο σύστημα επιβολής των ΔΔΙ που ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές προκλήσεις» (COM(2017)0707),

 έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών (ECON-VI/048), της 5ης Δεκεμβρίου 2019, σχετικά με ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ρυθμιστικών μέτρων για τη συνεργατική οικονομία,

 έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)[11],

 έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2019/790 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα στην ψηφιακή ενιαία αγορά και την τροποποίηση των οδηγιών 96/9/ΕΚ και 2001/29/ΕΚ[12],

 έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες)[13],

 έχοντας υπόψη την οδηγία 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων[14], την οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας[15] και την οδηγία 2010/13/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων)[16],

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 2020, με τίτλο «Στρατηγική για τις ΜΜΕ με στόχο μια βιώσιμη και ψηφιακή Ευρώπη» (COM(2020)0103),

 έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2020, με τίτλο «Τεχνητή νοημοσύνη – Η ευρωπαϊκή προσέγγιση της αριστείας και της εμπιστοσύνης» (COM(2020)0065),

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2020, με τίτλο «Διαμόρφωση του ψηφιακού μέλλοντος της Ευρώπης» (COM(2020)0067),

 έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή στις οικείες «Πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές για την επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2019-2024»,

 έχοντας υπόψη τη μελέτη της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «Mapping the cost of Non-Europe 2019-2024» (Χαρτογράφηση του κόστους της μη Ευρώπης 2019-2024), σύμφωνα με την οποία το δυνητικό όφελος από την ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς υπηρεσιών θα μπορούσε να ανέλθει σε 100 δισεκατομμύρια ευρώ,

 έχοντας υπόψη τη μελέτη του Θεματικού Τμήματος Οικονομίας, Επιστημών και Ποιότητας Ζωής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «The e-commerce Directive as the cornerstone of the Internal Market» (Η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο ως ακρογωνιαίος λίθος της εσωτερικής αγοράς), στην οποία επισημαίνονται τέσσερις προτεραιότητες για τη βελτίωση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο,

 έχοντας υπόψη τις μελέτες που παρασχέθηκαν από το Θεματικό Τμήμα Οικονομίας, Επιστημών και Ποιότητας Ζωής για το εργαστήριο σχετικά με τους κανόνες για το ηλεκτρονικό εμπόριο στην ψηφιακή εποχή, που διοργανώθηκε από την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (IMCO),

 έχοντας υπόψη τη μελέτη εκτίμησης της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας που εκπόνησε η Μονάδα Ευρωπαϊκής Προστιθέμενης Αξίας της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «Digital Services Act: European Added Value Assessment» (Νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες: εκτίμηση της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας),

 έχοντας υπόψη τον οδηγό σχετικά με την οδηγία 98/48/ΕΚ, ο οποίος θεσπίζει μηχανισμό για τη διαφάνεια των κανονισμών σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας,

 έχοντας υπόψη τα άρθρα 47 και 54 του Κανονισμού του,

 έχοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων,

 έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A9-0181/2020),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο επηρεάζει την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών στην Ένωση, και όταν λειτουργεί υπό δίκαιους και ρυθμιζόμενους ισότιμους όρους ανταγωνισμού, μπορεί να συμβάλει θετικά στην απελευθέρωση του δυναμικού της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και να προσφέρει στους νεοεισερχόμενους, συμπεριλαμβανομένων των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, νέες ευκαιρίες στην αγορά για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση·

Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2000/31/ΕΚ («η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») αποτελεί ένα από τα πλέον επιτυχημένα νομοθετήματα της Ένωσης και έχει διαμορφώσει την ψηφιακή ενιαία αγορά όπως τη γνωρίζουμε σήμερα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο εγκρίθηκε πριν από 20 έτη, η δέσμη μέτρων για τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ταχύ μετασχηματισμό και την επέκταση του ηλεκτρονικού εμπορίου σε όλες τις μορφές του, με την πληθώρα των διάφορων αναδυόμενων υπηρεσιών, προϊόντων, παρόχων, προκλήσεων και διαφόρων τομεακών νομοθετημάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την έκδοση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Δικαστήριο») έχει εκδώσει σειρά σχετικών αποφάσεων·

Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι επί του παρόντος τα κράτη μέλη ακολουθούν μια κατακερματισμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο· λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά συνέπεια, για τους οικείους παρόχους υπηρεσιών μπορεί να ισχύει μια σειρά διαφορετικών νομικών απαιτήσεων που αποκλίνουν τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το πεδίο εφαρμογής· λαμβάνοντας υπόψη ότι φαίνεται να υπάρχουν κενά όσον αφορά την επιβολή και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και προκλήσεις όσον αφορά το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο·

Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ψηφιακές υπηρεσίες πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τους κανόνες που αφορούν τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως την ιδιωτική ζωή, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, την πολιτιστική πολυμορφία και τα δικαιώματα του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»)·

Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Διαμόρφωση του ψηφιακού μέλλοντος της Ευρώπης» (COM(2020)0067), η Επιτροπή δεσμεύτηκε να θεσπίσει, στο πλαίσιο του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, νέους και αναθεωρημένους κανόνες για τις διαδικτυακές πλατφόρμες και τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών, να ενισχύσει την εποπτεία των πολιτικών περιεχομένου των πλατφορμών στην Ένωση και να διερευνήσει εκ των προτέρων κανόνες·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πανδημία COVID-19 έχει οδηγήσει σε νέες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις που επηρεάζουν σοβαρά τους πολίτες και την οικονομία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, παράλληλα, η πανδημία COVID-19 καταδεικνύει την ανθεκτικότητα του τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου και τις δυνατότητές του ως κινητήριας δύναμης για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πανδημία έχει επίσης αποκαλύψει ελλείψεις του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου, ιδίως όσον αφορά το κεκτημένο για την προστασία των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι εν προκειμένω πρέπει να ληφθούν μέτρα σε επίπεδο Ένωσης, για μια πιο συνεκτική και συντονισμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των εντοπιζόμενων δυσκολιών και για την αποτροπή της επανεμφάνισής τους στο μέλλον·

Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πανδημία COVID-19 κατέδειξε επίσης πόσο ευάλωτοι είναι οι καταναλωτές της ΕΕ σε παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές από ανέντιμους εμπόρους που πωλούν παράνομα προϊόντα στο διαδίκτυο τα οποία δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες ασφάλειας της Ένωσης, ή επιβάλλουν άλλους αθέμιτους όρους στους καταναλωτές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πανδημία COVID-19 κατέδειξε ιδίως ότι οι πλατφόρμες και οι διαδικτυακές υπηρεσίες διαμεσολάβησης πρέπει να βελτιώσουν τις προσπάθειές τους ώστε να εντοπίζουν και να αφαιρούν ψευδείς ισχυρισμούς και να αντιμετωπίζουν τις παραπλανητικές πρακτικές κακόβουλων εμπόρων κατά τρόπο συνεπή και συντονισμένο, ιδίως όσον αφορά εκείνους που πωλούν πλαστό ιατρικό εξοπλισμό ή επικίνδυνα προϊόντα στο διαδίκτυο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή επικρότησε την προσέγγιση που ακολουθούν οι πλατφόρμες αφότου τους απέστειλε τις επιστολές στις 23 Μαρτίου 2020· λαμβάνοντας υπόψη ότι χρειάζεται να ληφθούν μέτρα σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να επιτευχθεί μια πιο συνεκτική και συντονισμένη προσέγγιση για την καταπολέμηση αυτών των παραπλανητικών πρακτικών και την προστασία των καταναλωτών·

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζει την ολοκληρωμένη προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών και των χρηστών στην Ένωση και, ως εκ τούτου, το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να καλύπτει τις δραστηριότητες παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες, όταν οι υπηρεσίες τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, απευθύνονται σε καταναλωτές ή χρήστες στην Ένωση·

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αποσαφηνίσει τη φύση των ψηφιακών υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, διατηρώντας παράλληλα τον οριζόντιο χαρακτήρα της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, ώστε να ισχύει όχι μόνο για τις διαδικτυακές πλατφόρμες, αλλά και για όλους τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης·

Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 («ΓΚΠΔ») για τον καθορισμό νομικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/790 για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα στην ψηφιακή ενιαία αγορά, και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα πρέπει να επηρεάζει την οδηγία (ΕΕ) 2019/790 σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων·

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα πρέπει να επηρεάζει την οδηγία 2005/29/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161, καθώς και τις οδηγίες (ΕΕ) 2019/770 και (ΕΕ) 2019/771 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών και τις συμβάσεις πώλησης αγαθών, και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1150 για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης·

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του πλαισίου που ορίζεται στην οδηγία 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά·

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα είδη παράνομου περιεχομένου, τα οποία αποτελούν σημαντική αιτία ανησυχίας, έχουν ήδη οριστεί στο εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο, όπως η παράνομη ρητορική μίσους, και δεν θα πρέπει να οριστούν εκ νέου στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες·

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενίσχυση της διαφάνειας και η παροχή βοήθειας στους πολίτες ώστε να αποκτήσουν παιδεία στα μέσα ενημέρωσης και στα ψηφιακά μέσα όσον αφορά τη διάδοση επιβλαβούς περιεχομένου, τη ρητορική μίσους και την παραπληροφόρηση, καθώς και να αναπτύξουν κριτική σκέψη, και η ενίσχυση της ανεξάρτητης επαγγελματικής δημοσιογραφίας και των ποιοτικών μέσων ενημέρωσης θα συμβάλουν στην προώθηση ποικιλόμορφου και ποιοτικού περιεχομένου·

ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η βάση δεδομένων WHOIS είναι μια δημοσίως προσβάσιμη βάση δεδομένων που αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την εξεύρεση του ιδιοκτήτη ενός συγκεκριμένου ονόματος χώρου στο διαδίκτυο, καθώς και των στοιχείων και του υπεύθυνου επικοινωνίας για κάθε όνομα χώρου·

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας, μεταξύ άλλων στις υπηρεσίες της αγοράς βραχυπρόθεσμης ενοικίασης και κινητικότητας, με την προώθηση της διαφάνειας και σαφέστερων υποχρεώσεων ενημέρωσης·

ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία της Επιτροπής με ορισμένες πλατφόρμες του τομέα της βραχυπρόθεσμης ενοικίασης σχετικά με την κοινοχρησία δεδομένων, η οποία επετεύχθη τον Μάρτιο του 2020, η οποία θα επιτρέψει στις τοπικές αρχές να κατανοήσουν καλύτερα την ανάπτυξη της συνεργατικής οικονομίας και θα επιτρέψει την αξιόπιστη και συνεχή ανταλλαγή δεδομένων και τη χάραξη τεκμηριωμένης πολιτικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτούνται περαιτέρω μέτρα για τη δρομολόγηση ενός πιο ολοκληρωμένου πλαισίου ανταλλαγής δεδομένων για τις διαδικτυακές πλατφόρμες βραχυπρόθεσμης ενοικίασης·

ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πανδημία COVID-19 είχε σοβαρό αντίκτυπο στον τομέα του τουρισμού στην Ένωση και κατέδειξε την ανάγκη να συνεχιστεί η στήριξη της συνεργασίας για τους πράσινους διαδρόμους, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού της Ένωσης και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο δίκτυο μεταφορών της Ένωσης·

Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξελισσόμενη ανάπτυξη και χρήση των διαδικτυακών πλατφορμών για ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών δραστηριοτήτων, των μεταφορών και του τουρισμού, και της ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών, έχουν αλλάξει τους τρόπους με τους οποίους οι χρήστες και οι εταιρείες αλληλεπιδρούν με παρόχους περιεχομένου, εμπόρους και άλλα άτομα που προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ψηφιακή ενιαία αγορά δεν μπορεί να είναι επιτυχημένη, αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη των χρηστών σε διαδικτυακές πλατφόρμες που τηρούν το σύνολο της ισχύουσας νομοθεσίας και σέβονται τα έννομα συμφέροντά τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει τα παρεμβατικά επιχειρηματικά μοντέλα, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων χειραγώγησης συμπεριφορών και πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις, οι οποίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών·

ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν προσπάθειες για να βελτιώσουν την προσβασιμότητα και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων τους δικαιοσύνης και επιβολής του νόμου σε σχέση με τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα διαδικτυακού περιεχομένου και σε σχέση με την επίλυση διαφορών όσον αφορά την αφαίρεση περιεχομένου ή τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε αυτό·

ΚΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι απαιτήσεις του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να μπορούν να εφαρμοστούν εύκολα στην πράξη από τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαδικτυακοί μεσάζοντες ενδέχεται να κρυπτογραφούν ή να αποτρέπουν με άλλον τρόπο την πρόσβαση στο περιεχόμενό τους από τρίτα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μεσαζόντων φιλοξενίας που αποθηκεύουν το ίδιο το περιεχόμενο·

ΚΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αποτελεσματικός τρόπος για τη μείωση των παράνομων δραστηριοτήτων είναι να επιτραπεί η ανάπτυξη νέων καινοτόμων επιχειρηματικών μοντέλων και να ενισχυθεί η ψηφιακή ενιαία αγορά με την άρση των αδικαιολόγητων φραγμών στην ελεύθερη κυκλοφορία ψηφιακού περιεχομένου· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι φραγμοί, που δημιουργούν εθνικές κατακερματισμένες αγορές, συμβάλλουν στη δημιουργία ζήτησης για παράνομο περιεχόμενο·

ΚΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχουν στους καταναλωτές άμεσα και αποτελεσματικά μέσα επικοινωνίας φιλικής προς τον χρήστη, εύκολα αναγνωρίσιμης και προσβάσιμης, όπως διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ηλεκτρονικά έντυπα επικοινωνίας, διαλογικά ρομπότ (chatbot), υπηρεσίες άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων ή τηλεφωνικής επανάκλησης, και να μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που σχετίζονται με τα εν λόγω μέσα επικοινωνίας να είναι προσβάσιμες στους καταναλωτές με σαφή, κατανοητό και, ει δυνατόν, ομοιόμορφο τρόπο, και τα αιτήματα των καταναλωτών να διαβιβάζονται μεταξύ των διαφόρων υποκείμενων ψηφιακών υπηρεσιών του παρόχου ψηφιακών υπηρεσιών·

ΚΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εγγυάται το δικαίωμα των καταναλωτών να ενημερώνονται εάν μια υπηρεσία βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, κάνει χρήση εργαλείων αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων ή μηχανικής μάθησης ή εργαλείων αυτοματοποιημένης αναγνώρισης περιεχομένου· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να προσφέρει τη δυνατότητα αυτοεξαίρεσης, περιορισμού ή εξατομίκευσης της χρήσης τυχόν χαρακτηριστικών αυτοματοποιημένης εξατομίκευσης ιδίως σε σχέση με τις κατατάξεις και, πιο συγκεκριμένα, να προσφέρει τη δυνατότητα προβολής του περιεχομένου χωρίς να μεσολαβεί επιμέλεια ως προς την κατάταξή του, και να παρέχει μεγαλύτερο έλεγχο στους χρήστες σχετικά με τον τρόπο κατάταξης του περιεχομένου·

ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται σε διαδικασίες αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων καλύπτεται ήδη, μεταξύ άλλων, από τον ΓΚΠΔ, και ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα πρέπει να επιδιώκει την επανάληψη ή τροποποίηση αυτών των μέτρων·

ΚΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες διατηρεί μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση της τεχνητής νοημοσύνης, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, με παράλληλο σεβασμό των θεμελιωδών αξιών και δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες·

ΚΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές, όπου αυτό επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης, θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην τεκμηρίωση λογισμικού και στα σύνολα δεδομένων των υπό εξέταση αλγορίθμων·

ΚΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι έννοιες της διαφάνειας και της εξηγησιμότητας των αλγορίθμων θα πρέπει να συνεπάγονται την απαίτηση οι πληροφορίες που παρέχονται για τον χρήστη να παρουσιάζονται σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, καθώς και να χρησιμοποιούν σαφή και απλή διατύπωση·

Λ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να θεσπιστούν μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής και εποπτείας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμμόρφωση των διατάξεων θα πρέπει να ενισχυθεί με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής αναλογικών προστίμων·

ΛΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχει ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων όλων των χρηστών, να διασφαλίζει ότι τα οικεία μέτρα δεν θα σχεδιάζονται κατά τρόπο που να ευνοεί ένα έννομο συμφέρον έναντι άλλου, και να αποτρέπει τη χρήση των μέτρων ως επιθετικών μέσων σε τυχόν διαφορές μεταξύ επιχειρήσεων ή τομέων·

ΛΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μηχανισμός εκ των προτέρων ρύθμισης της εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν αρκεί από μόνο του το δίκαιο του ανταγωνισμού για την κατάλληλη αντιμετώπιση διαπιστωμένων ανεπαρκειών της αγοράς·

ΛΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα νομοθετικά μέτρα που προτείνονται στο πλαίσιο του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να βασίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει διεξοδική εκτίμηση επιπτώσεων, βάσει σχετικών δεδομένων, στατιστικών, αναλύσεων και μελετών σχετικά με τις διάφορες διαθέσιμες επιλογές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκτίμηση επιπτώσεων θα πρέπει επίσης να αξιολογεί και να αναλύει τα μη ασφαλή και επικίνδυνα προϊόντα που πωλούνται μέσω των διαδικτυακών αγορών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκτίμηση επιπτώσεων θα πρέπει επίσης να συνεκτιμά τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την πανδημία COVID-19 και να λαμβάνει υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να συνοδεύεται από κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής·

Γενικές αρχές

1. χαιρετίζει τη δέσμευση της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση για δέσμη μέτρων για νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η οποία θα πρέπει να αποτελείται από μια πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και μια πρόταση για την επιβολή εκ των προτέρων κανόνων στους συστημικούς φορείς με ρόλο «φύλακα», βάσει του άρθρου 225 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει αυτή τη δέσμη βάσει του άρθρου 53 παράγραφος 1, του άρθρου 62 και του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τις συστάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα του παρόντος ψηφίσματος, βάσει ενδελεχούς εκτίμησης επιπτώσεων που θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των προτάσεων και να βασίζεται σε σχετικά δεδομένα, στατιστικές και αναλύσεις·

2. αναγνωρίζει τη σημασία του νομικού πλαισίου που ορίζεται στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο για την ανάπτυξη των διαδικτυακών υπηρεσιών στην Ένωση και πιστεύει ότι οι αρχές που ακολούθησαν οι νομοθέτες κατά τη ρύθμιση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90 εξακολουθούν να ισχύουν και θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως βάση κατά τη σύνταξη τυχόν μελλοντικών προτάσεων· τονίζει ότι η ασφάλεια δικαίου που επιτυγχάνεται με την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει προσφέρει στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) την ευκαιρία να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και να δραστηριοποιούνται πιο εύκολα σε διασυνοριακό επίπεδο·

3. είναι της γνώμης ότι όλοι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης πρέπει να τηρούν τους κανόνες του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες όταν κατευθύνουν υπηρεσίες προς την Ένωση, προκειμένου να διασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών της ΕΕ και τρίτων χωρών· ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει επιπλέον κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος επιβολής αντιποίνων από τρίτες χώρες, παρέχοντας παράλληλα ενημέρωση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης σε παρόχους υπηρεσιών από τρίτες χώρες που στοχεύουν στην αγορά της Ένωσης·

4. υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε στην ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς η ρήτρα για την εσωτερική αγορά, η οποία θεσπίζει τον έλεγχο της χώρας καταγωγής και την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας· τονίζει την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι εναπομένοντες αδικαιολόγητοι και δυσανάλογοι φραγμοί στην παροχή ψηφιακών υπηρεσιών, όπως οι πολύπλοκες διοικητικές διαδικασίες, η δαπανηρή επίλυση διασυνοριακών διαφορών, η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις οικείες κανονιστικές απαιτήσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη φορολογία, καθώς και να διασφαλιστεί ότι δεν θα δημιουργηθούν νέοι αδικαιολόγητοι και δυσανάλογοι φραγμοί·

5. σημειώνει ότι, σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης για την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία θεμιτών στόχων δημόσιου συμφέροντος, όπως η προστασία της δημόσιας τάξης, η δημόσια υγεία, η δημόσια ασφάλεια, η προστασία των καταναλωτών, η καταπολέμηση της έλλειψης ενοικιαζόμενων κατοικιών και η πρόληψη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα συνάδουν με τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας·

6. θεωρεί ότι θα πρέπει να διατηρηθούν οι βασικές αρχές της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, όπως η ρήτρα για την εσωτερική αγορά, η ελευθερία εγκατάστασης, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών και η απαγόρευση επιβολής υποχρέωσης γενικής παρακολούθησης· υπογραμμίζει ότι η αρχή «ό,τι είναι παράνομο εκτός διαδικτύου είναι παράνομο και στο διαδίκτυο», καθώς και οι αρχές της προστασίας των καταναλωτών και της ασφάλειας των χρηστών, θα πρέπει επίσης να καταστούν κατευθυντήριες αρχές του μελλοντικού κανονιστικού πλαισίου·

7. τονίζει τη σημασία των πλατφορμών συνεργατικής οικονομίας, μεταξύ άλλων στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού, στις οποίες παρέχονται υπηρεσίες τόσο από ιδιώτες όσο και από επαγγελματίες· καλεί την Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, να δρομολογήσει μια πιο κατανοητή ανταλλαγή δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα και ένα πλαίσιο συντονισμού μεταξύ πλατφορμών και εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών, με στόχο ιδίως την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη θέσπιση ενός συνόλου υποχρεώσεων ενημέρωσης, σύμφωνα με τη στρατηγική της ΕΕ για τα δεδομένα·

8. σημειώνει ότι το καθεστώς προστασίας των δεδομένων έχει επικαιροποιηθεί σημαντικά μετά την έγκριση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τονίζει ότι για την ταχεία ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών χρειάζεται ένα ισχυρό και ανθεκτικό στον χρόνο νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων, και συγκεκριμένα με τον ΓΚΠΔ και την οδηγία 2002/58/ΕΚ («οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες»), που επί του παρόντος βρίσκονται υπό αναθεώρηση, με το ευρύ πλαίσιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων της ελευθερίας της έκφρασης, της αξιοπρέπειας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, και του δικαιώματος πραγματικής δικαστικής προσφυγής, και να διασφαλίζουν την ασφάλεια και την προστασία των συστημάτων και των υπηρεσιών τους·

9. πιστεύει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και να ορίζει σαφώς ότι πρέπει να τηρούνται η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και οι απαιτήσεις ασφάλειας των προϊόντων, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου· επισημαίνει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στους χρήστες με αναπηρίες και να εγγυάται την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας· ζητεί από την Επιτροπή να ενθαρρύνει τους παρόχους υπηρεσιών να αναπτύξουν τεχνικά εργαλεία τα οποία θα επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρίες να έχουν ουσιαστική πρόσβαση στις διαδικτυακές υπηρεσίες και να τις χρησιμοποιούν και να επωφελούνται από αυτές με αποτελεσματικό τρόπο·

10. τονίζει τη σημασία της διατήρησης της οριζόντιας προσέγγισης της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο· τονίζει ότι η υιοθέτηση ενιαίας προσέγγισης για όλες τις περιπτώσεις δεν είναι κατάλληλη για την αντιμετώπιση όλων των νέων προκλήσεων στο σημερινό ψηφιακό τοπίο και ότι η πολυμορφία των φορέων και των υπηρεσιών που προσφέρονται διαδικτυακά καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση προσαρμοσμένης κανονιστικής προσέγγισης· συνιστά τη διάκριση μεταξύ οικονομικών και μη οικονομικών δραστηριοτήτων, καθώς και μεταξύ διαφόρων τύπων ψηφιακών υπηρεσιών που φιλοξενούνται από πλατφόρμες έναντι της εστίασης στον τύπο της πλατφόρμας· θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι οποιεσδήποτε μελλοντικές νομοθετικές προτάσεις θα πρέπει να επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι οι νέες υποχρεώσεις σε επίπεδο Ένωσης για τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας θα είναι αναλογικές και σαφείς·

11. υπενθυμίζει ότι ένας μεγάλος αριθμός νομοθετικών και διοικητικών αποφάσεων και συμβατικών σχέσεων χρησιμοποιεί τους ορισμούς και τους κανόνες της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και ότι, ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτούς θα έχει σημαντικές συνέπειες·

12. τονίζει ότι ένα προβλέψιμο, ανθεκτικό στον χρόνο, σαφές και ολοκληρωμένο σε επίπεδο Ένωσης πλαίσιο και ο θεμιτός ανταγωνισμός είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση της ανάπτυξης όλων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων οι πλατφόρμες μικρής κλίμακας και οι ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των πολύ μικρών επιχειρήσεων, των επιχειρηματιών και των νεοφυών επιχειρήσεων, για την ενίσχυση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, για την άρση του κατακερματισμού της αγοράς και για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, που θα τους επιτρέψουν να αξιοποιήσουν πλήρως την αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και να είναι συνολικά ανταγωνιστικές σε παγκόσμιο επίπεδο·

13. υπογραμμίζει ότι το μελλοντικό μέσο της εσωτερικής αγοράς σχετικά με τους εκ των προτέρων κανόνες για τις συστημικές πλατφόρμες και το εξαγγελθέν νέο εργαλείο ανταγωνισμού που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των κενών στο δίκαιο του ανταγωνισμού θα πρέπει να διατηρηθούν ως χωριστά νομικά μέσα·

14. υπενθυμίζει ότι η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο καταρτίστηκε με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα καταστεί παρωχημένη λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων που προκύπτουν από τον ταχύ ρυθμό της καινοτομίας στον τομέα της ΤΠ, και τονίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει επίσης να είναι ανθεκτικός στον χρόνο και να έχει εφαρμογή και όταν θα εμφανίζονται νέες τεχνολογίες με αντίκτυπο στην ψηφιακή ενιαία αγορά· ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι τυχόν αναθεωρήσεις θα να είναι επίσης τεχνολογικά ουδέτερες, ούτως ώστε να διασφαλίζονται μακροπρόθεσμα οφέλη για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές·

15. είναι της άποψης ότι απαιτούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά μεταξύ της οικονομίας πλατφορμών και της μη διαδικτυακής οικονομίας, με βάση τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη — καταναλωτές και επιχειρήσεις· θεωρεί ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζει το ζήτημα των εργαζομένων σε πλατφόρμες· πιστεύει, ως εκ τούτου, ότι η κοινωνική προστασία και τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων σε πλατφόρμες ή στον τομέα της συνεργατικής οικονομίας, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται δεόντως σε χωριστό μέσο, προκειμένου να παρέχεται κατάλληλη και ολοκληρωμένη απάντηση στις προκλήσεις της σημερινής ψηφιακής οικονομίας·

16. θεωρεί ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να βασίζεται στις κοινές αξίες της Ένωσης που προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών, και θα πρέπει να προωθεί τη δημιουργία ενός πλούσιου και ποικιλόμορφου διαδικτυακού οικοσυστήματος με ευρύ φάσμα διαδικτυακών υπηρεσιών, ανταγωνιστικό ψηφιακό περιβάλλον, διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου για την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της ψηφιακής ενιαίας αγοράς·

17. θεωρεί ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες παρέχει την ευκαιρία στην Ένωση να διαμορφώσει την ψηφιακή οικονομία όχι μόνο σε ενωσιακό επίπεδο, αλλά και ως πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο·

Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες

18. σημειώνει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, και ιδίως οι διαδικτυακές πλατφόρμες, συμπεριλαμβανομένων των ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης, έχουν ευρεία ικανότητα να προσεγγίζουν και να επηρεάζουν το ευρύτερο κοινό, τη συμπεριφορά, τις απόψεις και τις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων ευάλωτων ομάδων όπως οι ανήλικοι, και θα πρέπει να συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των χρηστών, των δεδομένων τους και της κοινωνίας γενικότερα·

19. υπενθυμίζει ότι τα πρόσφατα σκάνδαλα σχετικά με τη συλλογή και την πώληση δεδομένων, όπως στην περίπτωση της Cambridge Analytica, οι ψευδείς ειδήσεις, η παραπληροφόρηση, η χειραγώγηση των ψηφοφόρων, καθώς και μια σειρά άλλων διαδικτυακών δεινών (από τη ρητορική μίσους έως τη διάδοση περιεχομένου που σχετίζεται με την τρομοκρατία) κατέδειξαν την ανάγκη να επιδιωχθεί η καλύτερη επιβολή του νόμου και η στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών ώστε να γίνουν κατανοητά τα πλεονεκτήματα και οι ελλείψεις των υφιστάμενων κανόνων και να ενισχυθεί η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο διαδίκτυο·

20. υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ορισμένα καθιερωμένα συστήματα αυτορρύθμισης και συρρύθμισης, όπως ο ενωσιακός κώδικας δεοντολογίας για την παραπληροφόρηση, έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση ενός διαλόγου με τις πλατφόρμες και τις ρυθμιστικές αρχές· προτείνει οι διαδικτυακές πλατφόρμες να περιλαμβάνουν ουσιαστικές και κατάλληλες διασφαλίσεις, ιδίως προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια, αναλογικότητα και αμεροληψία, και να αποφεύγεται η ακούσια απομάκρυνση περιεχομένου το οποίο δεν είναι παράνομο· τα μέτρα αυτά δεν θα πρέπει να οδηγούν σε ένα υποχρεωτικό φιλτράρισμα του περιεχομένου κατά την αναφόρτωση που δεν θα συμμορφώνεται με την απαγόρευση των υποχρεώσεων γενικής παρακολούθησης· προτείνει να αξιολογούνται τακτικά και να αναπτύσσονται περαιτέρω μέτρα για την καταπολέμηση του επιβλαβούς περιεχομένου, της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης·

21. τονίζει εκ νέου τη σημασία της διασφάλισης της ελευθερίας της έκφρασης, της πληροφόρησης και της γνώμης, και ενός ελεύθερου και ποικιλόμορφου τοπίου Τύπου και μέσων ενημέρωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την προστασία της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας· επιμένει στην προστασία και την προώθηση της ελευθερίας της έκφρασης και της πολυμορφίας των απόψεων, της πληροφόρησης, του Τύπου, των μέσων ενημέρωσης και της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής έκφρασης·

22. τονίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να ενισχύει τις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς και να εγγυάται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που ορίζονται στον Χάρτη· τονίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα των καταναλωτών και των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ανηλίκων, θα πρέπει να προστατεύονται από επιβλαβή διαδικτυακά επιχειρηματικά μοντέλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πραγματοποιούν ψηφιακή διαφήμιση, καθώς και από πρακτικές χειραγώγησης συμπεριφορών και εισαγωγής διακρίσεων·

23. τονίζει ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η θέση των χρηστών όσον αφορά την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους στο διαδίκτυο· επισημαίνει ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών πρέπει να σέβονται το δικαίωμα των χρηστών τους για φορητότητα των δεδομένων, όπως κατοχυρώνεται στη νομοθεσία της Ένωσης, και να διευκολύνουν την άσκησή του·

24. επισημαίνει ότι τα βιομετρικά δεδομένα θεωρούνται ειδική κατηγορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες επεξεργασίας· σημειώνει ότι τα βιομετρικά στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας ατόμων, κάτι που όντως συμβαίνει σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό και, ανεξάρτητα από τα πιθανά πλεονεκτήματα, συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους και σοβαρές παρεμβάσεις όσον αφορά το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων, ιδίως όταν πραγματοποιείται χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ επίσης καθιστά δυνατή την υποκλοπή ταυτότητας· ζητεί να εξασφαλίζεται στο πλαίσιο του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών θα αποθηκεύουν βιομετρικά δεδομένα μόνο στην ίδια τη συσκευή, εκτός εάν η κεντρική αποθήκευση επιτρέπεται από τη νομοθεσία, θα παρέχουν πάντοτε στους χρήστες ψηφιακών υπηρεσιών, ως προεπιλογή, μια εναλλακτική δυνατότητα έναντι της χρήσης βιομετρικών δεδομένων για τη λειτουργία μιας υπηρεσίας, και θα υποχρεούνται να ενημερώνουν με σαφήνεια τους πελάτες σχετικά με τους κινδύνους που ενέχει η χρήση βιομετρικών δεδομένων·

25. τονίζει ότι, υπό το πνεύμα της νομολογίας για τα μεταδεδομένα των επικοινωνιών, οι δημόσιες αρχές θα έχουν πρόσβαση στα δεδομένα συνδρομητή και στα μεταδεδομένα ενός χρήστη μόνον για τον σκοπό της διεξαγωγής έρευνας για υπόπτους σοβαρών αδικημάτων και εφόσον έχουν λάβει προηγούμενη δικαστική άδεια· είναι πεπεισμένο, ωστόσο, ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών δεν πρέπει να διατηρούν δεδομένα για σκοπούς επιβολής του νόμου, εκτός εάν μια ανεξάρτητη αρμόδια δημόσια αρχή έχει εκδώσει απευθείας εντολή για στοχευμένη διατήρηση των δεδομένων ενός μεμονωμένου χρήστη σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης·

26. τονίζει ότι η εφαρμογή αποτελεσματικής διατερματικής κρυπτογράφησης δεδομένων έχει καίρια σημασία για την εμπιστοσύνη προς το διαδίκτυο και την ασφάλεια σε αυτό, αποτρέπει δε αποτελεσματικά τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση τρίτων·

Διαφάνεια και προστασία των καταναλωτών

27. σημειώνει ότι η πανδημία COVID-19 κατέδειξε τη σημασία και την ανθεκτικότητα του τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου και τις δυνατότητές του ως κινητήριας δύναμης για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και παράλληλα πόσο ευάλωτοι είναι οι καταναλωτές της ΕΕ σε παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές από ανέντιμους εμπόρους που πωλούν προϊόντα παραποίησης/απομίμησης και παράνομα ή μη ασφαλή προϊόντα και παρέχουν υπηρεσίες στο διαδίκτυο που δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες ασφάλειας της Ένωσης, ή επιβάλλουν αδικαιολόγητες και καταχρηστικές αυξήσεις των τιμών ή άλλους αθέμιτους όρους στους καταναλωτές· τονίζει την επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων της Ένωσης και η προστασία των καταναλωτών·

28. τονίζει ότι το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται από τις δυσκολίες στην εξακρίβωση της ταυτότητας των δόλιων επιχειρηματικών χρηστών, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η αξίωση αποζημίωσης εκ μέρους των καταναλωτών για τις ζημίες και απώλειες που υπέστησαν·

29. θεωρεί ότι οι ισχύουσες απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης που ορίζονται στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο σχετικά με τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και τους επιχειρηματικούς τους πελάτες, καθώς και οι ελάχιστες απαιτήσεις πληροφοριών για τις εμπορικές επικοινωνίες, θα πρέπει να ενισχυθούν παράλληλα με μέτρα ενίσχυσης της συμμόρφωσης με τους ισχύοντες κανόνες, χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ·

30. καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει τις απαιτήσεις πληροφόρησης που ορίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και να απαιτήσει από τους παρόχους φιλοξενίας να συγκρίνουν τις πληροφορίες και την ταυτότητα των επιχειρηματικών χρηστών με τους οποίους έχουν άμεση εμπορική σχέση, με τα δεδομένα ταυτοποίησης από τις σχετικές υφιστάμενες και διαθέσιμες βάσεις δεδομένων της Ένωσης σύμφωνα με τη νομοθεσία περί πρωτοκόλλου δεδομένων· οι πάροχοι φιλοξενίας θα πρέπει να ζητούν από τους επιχειρηματικούς τους χρήστες να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που παρέχουν είναι ακριβείς, πλήρεις και επικαιροποιημένες και θα πρέπει να δικαιούνται και να υποχρεούνται να αρνούνται ή να διακόπτουν την παροχή υπηρεσιών σε αυτούς, εάν οι πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των επιχειρηματικών τους χρηστών είναι ψευδείς ή παραπλανητικές· οι επιχειρηματικοί χρήστες θα πρέπει να είναι οι υπεύθυνοι για την ενημέρωση του παρόχου υπηρεσιών σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα (για παράδειγμα, παύση επιχειρηματικής δραστηριότητας)·

31. καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει εκτελεστές υποχρεώσεις για τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που θα αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαφάνειας, της ενημέρωσης και της λογοδοσίας· ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι τα μέτρα επιβολής είναι στοχευμένα κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες υπηρεσίες και να μην προκύπτει αναπόφευκτα παραβίαση του απορρήτου και της νομικής διαδικασίας· θεωρεί ότι οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να είναι αναλογικές και να επιβάλλονται με κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις·

32. τονίζει ότι θα πρέπει να ενισχυθούν οι υφιστάμενες υποχρεώσεις, όπως ορίζονται στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο και την οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές σχετικά με τη διαφάνεια των εμπορικών επικοινωνιών και την ψηφιακή διαφήμιση· επισημαίνει ότι οι πιεστικές ανησυχίες για την προστασία των καταναλωτών σχετικά με την κατάρτιση προφίλ, τη στόχευση και την εξατομικευμένη τιμολόγηση θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, μεταξύ άλλων, με σαφείς υποχρεώσεις περί διαφάνειας και με απαιτήσεις για ενημέρωση·

33. τονίζει ότι οι διαδικτυακοί καταναλωτές βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι των παρόχων υπηρεσιών και εμπόρων που προσφέρουν υπηρεσίες οι οποίες βασίζονται σε διαφημιστικά έσοδα και διαφημίσεις που στοχεύουν απευθείας μεμονωμένους καταναλωτές, βάσει των πληροφοριών που συλλέγονται μέσω μηχανισμών μαζικών δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης· επισημαίνει τον πιθανό αρνητικό αντίκτυπο της εξατομικευμένης διαφήμισης, ιδίως της μικροστοχευμένης και συμπεριφορικής διαφήμισης· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να θεσπίσει πρόσθετους κανόνες για τη στοχευμένη διαφήμιση και τη μικροστόχευση με βάση τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να εξετάσει το ενδεχόμενο αυστηρότερης ρύθμισης της μικροστοχευμένης και συμπεριφορικά στοχευμένης διαφήμισης, προς όφελος λιγότερο παρεμβατικών μορφών διαφήμισης που δεν απαιτούν εκτεταμένη παρακολούθηση της αλληλεπίδρασης των χρηστών με το περιεχόμενο· παροτρύνει την Επιτροπή να εξετάσει επίσης το ενδεχόμενο θέσπισης νομοθετικών μέτρων για τη βελτίωση της διαφάνειας της διαδικτυακής διαφήμισης·

34. υπογραμμίζει, στο πλαίσιο της ανάπτυξης ψηφιακών υπηρεσιών, τη σημασία της υποχρέωσης των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι το νομικό τους σύστημα επιτρέπει τη σύναψη συμβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα, εξασφαλίζοντας παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών· καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει τις υφιστάμενες απαιτήσεις σχετικά με τις συμβάσεις που συνάπτονται με ηλεκτρονικά μέσα, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις κοινοποιήσεις από τα κράτη μέλη, και να τις επικαιροποιήσει, εάν είναι απαραίτητο· σημειώνει, στο πλαίσιο αυτό, την αύξηση των «έξυπνων συμβάσεων», όπως εκείνων που βασίζονται σε τεχνολογίες κατανεμημένου καθολικού, και ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει την ανάπτυξη και τη χρήση τεχνολογιών κατανεμημένου καθολικού, συμπεριλαμβανομένων των «έξυπνων συμβάσεων», μεταξύ άλλων σε σχέση με τα ζητήματα της εγκυρότητας και της επιβολής των έξυπνων συμβάσεων σε διασυνοριακές καταστάσεις, να παράσχει σχετική καθοδήγηση για τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, και να αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες μόνο εάν διαπιστωθούν συγκεκριμένα κενά έπειτα από την εν λόγω αξιολόγηση·

35. καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ελάχιστα πρότυπα για τους συμβατικούς όρους και τις γενικές προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια, την προσβασιμότητα, τη δικαιοσύνη και τα μέτρα που δεν εισάγουν διακρίσεις, και να επανεξετάσει περαιτέρω την πρακτική των προδιατυπωμένων τυποποιημένων ρητρών στους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης εκ των προτέρων, συμπεριλαμβανομένων των αδειών χρήσης τελικού χρήστη, να εξετάσει τρόπους για να καταστούν πιο δίκαιες και να διασφαλίσει τη συμμόρφωσή τους με το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να καταστεί ευκολότερη η συμμετοχή των καταναλωτών, μεταξύ άλλων στην επιλογή ρητρών, ώστε να βελτιωθεί η διαδικασία εξασφάλισης της εν επιγνώσει συναίνεσης·

36. τονίζει την ανάγκη βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των ηλεκτρονικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών υπό το πρίσμα της ανάπτυξης τεχνολογιών ψηφιακής ταυτοποίησης· θεωρεί ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να επικαιροποιήσει το κανονιστικό πλαίσιο για την ψηφιακή ταυτοποίηση, και συγκεκριμένα τον κανονισμό eIDAS· θεωρεί ότι η δημιουργία μιας καθολικά αποδεκτής, αξιόπιστης ψηφιακής ταυτότητας και αξιόπιστων συστημάτων επαλήθευσης ταυτότητας θα ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο που θα επέτρεπε την ασφαλή ταυτοποίηση μεμονωμένων φυσικών προσώπων, νομικών οντοτήτων και μηχανημάτων, με σκοπό την προστασία από τη χρήση πλαστών προφίλ· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι είναι σημαντικό για τους καταναλωτές να χρησιμοποιούν ή να αγοράζουν με ασφάλεια προϊόντα και υπηρεσίες στο διαδίκτυο χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιούν άσχετες πλατφόρμες και να κοινοποιούν χωρίς λόγο δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία συλλέγονται από τις εν λόγω πλατφόρμες· καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει ενδελεχή εκτίμηση επιπτώσεων όσον αφορά τη δημιουργία μιας καθολικά αποδεκτής δημόσιας ηλεκτρονικής ταυτότητας ως εναλλακτική λύση στα ιδιωτικά συστήματα ενιαίας σύνδεσης, και υπογραμμίζει ότι η υπηρεσία αυτή θα πρέπει να αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συλλέγονται τα ελάχιστα δυνατά δεδομένα· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί ένα σύστημα επαλήθευσης της ηλικίας των χρηστών ψηφιακών υπηρεσιών, ιδίως για να προστατεύονται οι ανήλικοι·

37. τονίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα πρέπει να θίγει την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων που θεσπίστηκε με τον ΓΚΠΔ και, εκτός εάν απαιτείται διαφορετικά από ειδική νομοθεσία, οι μεσάζοντες ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να επιτρέπουν την ανώνυμη χρήση των υπηρεσιών τους στον μέγιστο δυνατό βαθμό και να επεξεργάζονται μόνο τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την ταυτοποίηση του χρήστη· τονίζει, επίσης, ότι τα εν λόγω συλλεγόμενα δεδομένα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για άλλες ψηφιακές υπηρεσίες πέραν εκείνων που απαιτούν προσωπική ταυτοποίηση, επαλήθευση ταυτότητας ή επαλήθευση της ηλικίας και ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για νόμιμο σκοπό, και σε καμία περίπτωση για τον περιορισμό της γενικής πρόσβασης στο διαδίκτυο·

Τεχνητή νοημοσύνη και μηχανική μάθηση

38. τονίζει ότι, ενώ οι υπηρεσίες που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη ή οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούν εργαλεία αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων ή μηχανικής μάθησης, που επί του παρόντος διέπονται από την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο, έχουν τεράστιες δυνατότητες να αποφέρουν οφέλη για τους καταναλωτές και τους παρόχους υπηρεσιών, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις συγκεκριμένες προκλήσεις που αυτές συνεπάγονται όσον αφορά τη διασφάλιση της μη εισαγωγής διακρίσεων, της διαφάνειας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιούνται και τα στοχευμένα αποτελέσματα, και της κατανοητής εξήγησης των αλγορίθμων, καθώς και της ευθύνης, ζητήματα τα οποία δεν αντιμετωπίζονται στην ισχύουσα νομοθεσία·

39. τονίζει επιπλέον ότι οι υποκείμενοι αλγόριθμοι πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τις απαιτήσεις σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως όσον αφορά την ιδιωτική ζωή, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής και τα δικαιώματα του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη·

40. θεωρεί απαραίτητο να εξασφαλιστεί η χρήση ποιοτικών και αμερόληπτων υποκείμενων συνόλων δεδομένων που δεν εισάγουν διακρίσεις, καθώς και να διευκολύνεται η πρόσβαση των ατόμων σε μια ποικιλία περιεχομένου, απόψεων και προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας·

41. καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας όσον αφορά τις διαδικασίες αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των χρηστών και του εμπορικού απορρήτου· επισημαίνει την ανάγκη να προβλέπονται εξωτερικοί κανονιστικοί έλεγχοι, κατά περίπτωση εποπτεία και επαναλαμβανόμενες εκτιμήσεις κινδύνου από τις αρμόδιες αρχές και να αξιολογούνται οι συναφείς κίνδυνοι, ιδίως οι κίνδυνοι για τους καταναλωτές ή τρίτα μέρη, και θεωρεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται για την πρόληψη των κινδύνων αυτών θα πρέπει να είναι δικαιολογημένα και αναλογικά και δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν την καινοτομία· πιστεύει ότι η αρχή του «ελέγχου από τον άνθρωπο» πρέπει να τηρείται, μεταξύ άλλων, προκειμένου να προλαμβάνονται η εμφάνιση κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια, η εισαγωγή διακρίσεων, η αδικαιολόγητη παρακολούθηση ή οι καταχρήσεις, ή για να αποτρέπονται πιθανές απειλές για τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες·

42. θεωρεί ότι οι καταναλωτές και οι χρήστες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται δεόντως και εγκαίρως κατά τρόπο συνοπτικό, εύληπτο και εύκολα προσβάσιμο, και τα δικαιώματά τους θα πρέπει να διασφαλίζονται αποτελεσματικά όταν αυτοί αλληλεπιδρούν με συστήματα αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων και άλλες καινοτόμες ψηφιακές υπηρεσίες ή εφαρμογές· εκφράζει την ανησυχία του όσον αφορά την υφιστάμενη έλλειψη διαφάνειας σε σχέση με τη χρήση εικονικών βοηθών ή διαλογικών ρομπότ (chatbot), η οποία μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για τους ευάλωτους καταναλωτές, και υπογραμμίζει ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποκλειστικά συστήματα αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων για την υποστήριξη των καταναλωτών·

43. πιστεύει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ενημερώνονται με σαφήνεια, όταν αλληλεπιδρούν με διαδικασίες αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να επικοινωνήσουν με κάποιον άνθρωπο που έχει εξουσίες λήψης αποφάσεων, να ζητήσουν ελέγχους και διορθώσεις πιθανών σφαλμάτων που προκύπτουν από αυτοματοποιημένες αποφάσεις, καθώς και να ζητήσουν αποκατάσταση για οποιαδήποτε ζημία που σχετίζεται με τη χρήση συστημάτων αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων·

44. υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να ενισχυθούν οι επιλογές, ο έλεγχος και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών όσον αφορά τις υπηρεσίες και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης· πιστεύει, κατά συνέπεια, ότι το σύνολο των δικαιωμάτων των καταναλωτών θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να βελτιωθεί η προστασία τους στον ψηφιακό κόσμο, και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει ειδικότερα τα κριτήρια και τους ελέγχους ως προς τη λογοδοσία και τη δικαιοσύνη, καθώς και το δικαίωμα σε μη διακριτική μεταχείριση και σε αμερόληπτα σύνολα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης· θεωρεί ότι οι καταναλωτές και οι χρήστες θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερο έλεγχο σχετικά με τον τρόπο χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης και τη δυνατότητα άρνησης, περιορισμού ή εξατομίκευσης της χρήσης οποιωνδήποτε χαρακτηριστικών εξατομίκευσης που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη·

45. σημειώνει ότι τα εργαλεία αυτοματοποιημένου ελέγχου περιεχομένου δεν έχουν τη δυνατότητα να κατανοούν αποτελεσματικά τις λεπτομέρειες του συγκειμένου και τη σημασία στην ανθρώπινη επικοινωνία, οι οποίες είναι απαραίτητες ώστε να προσδιορίζεται εάν το περιεχόμενο που αξιολογείται μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τη νομοθεσία ή τους όρους παροχής της υπηρεσίας· τονίζει, κατά συνέπεια, ότι η χρήση τέτοιων εργαλείων δεν θα πρέπει να επιβάλλεται από τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες·

Αντιμετώπιση παράνομου περιεχομένου και δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο

46. τονίζει ότι η ύπαρξη και η εξάπλωση παράνομου περιεχομένου και δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο αποτελεί σοβαρή απειλή που υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο ψηφιακό περιβάλλον, βλάπτει την ανάπτυξη υγιών ψηφιακών οικοσυστημάτων και ενδέχεται επίσης να έχει σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες για την ασφάλεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων· σημειώνει ότι, παράλληλα, το παράνομο περιεχόμενο και οι παράνομες δραστηριότητες μπορούν να διαδοθούν εύκολα και ο αρνητικός τους αντίκτυπος μπορεί να ενισχυθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα·

47. σημειώνει ότι δεν υπάρχει ενιαία λύση για όλους τους τύπους παράνομου περιεχομένου και δραστηριοτήτων· τονίζει ότι το περιεχόμενο που μπορεί να είναι παράνομο σε ορισμένα κράτη μέλη, ίσως να μην είναι παράνομο σε άλλα, καθώς στην Ένωση έχουν εναρμονιστεί ορισμένα μόνο είδη παράνομου περιεχομένου· ζητεί να υπάρχει αυστηρή διάκριση μεταξύ, αφενός, του παράνομου περιεχομένου, των αξιόποινων πράξεων και του παρανόμως διαμοιρασθέντος περιεχομένου και, αφετέρου, του επιβλαβούς περιεχομένου, της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης, φαινόμενα τα οποία δεν είναι πάντοτε παράνομα και καλύπτουν πολλές διαφορετικές πτυχές, προσεγγίσεις και κανόνες που ισχύουν σε κάθε περίπτωση· θεωρεί ότι το καθεστώς νομικής ευθύνης θα πρέπει να αφορά το παράνομο περιεχόμενο μόνο όπως αυτό ορίζεται στο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο·

48. πιστεύει, ωστόσο, ότι, με την επιφύλαξη του ευρέος πλαισίου των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ισχύουσας τομεακής νομοθεσίας, μια πιο εναρμονισμένη και συντονισμένη προσέγγιση σε επίπεδο Ένωσης, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τους διάφορους τύπους παράνομου περιεχομένου και δραστηριοτήτων και θα βασίζεται στη συνεργασία και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου· υπογραμμίζει επίσης ότι τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τους παρόχους υπηρεσιών οφείλουν να προσαρμόζονται στη σοβαρότητα της παράβασης, και ζητεί να βελτιωθεί η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας·

49. θεωρεί ότι οι εθελοντικές δράσεις και η αυτορρύθμιση των διαδικτυακών πλατφορμών σε ολόκληρη την Ευρώπη έχουν αποφέρει ορισμένα οφέλη, αλλά απαιτείται σαφές νομικό πλαίσιο για την αφαίρεση του παράνομου περιεχομένου και δραστηριοτήτων προκειμένου να εξασφαλίζεται η ταχεία κοινοποίηση και αφαίρεση του εν λόγω περιεχομένου στο διαδίκτυο· υπογραμμίζει την ανάγκη να αποτραπεί η επιβολή υποχρέωσης γενικής παρακολούθησης στους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών βάσει της οποίας θα έπρεπε να παρακολουθείται το σύνολο των πληροφοριών που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν, και να αποτραπεί η ενεργή αναζήτηση, έλεγχος ή φιλτράρισμα του συνόλου του περιεχομένου και των δραστηριοτήτων, είτε de jure είτε de facto· υπογραμμίζει ότι το παράνομο περιεχόμενο θα πρέπει να αφαιρείται από την τοποθεσία στην οποία φιλοξενείται, και οι πάροχοι πρόσβασης δεν θα υποχρεούνται να αποκλείουν την πρόσβαση σε περιεχόμενο·

50. καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι διαδικτυακοί μεσάζοντες, οι οποίοι, με δική τους πρωτοβουλία, αφαιρούν εικαζόμενο παράνομο περιεχόμενο από το διαδίκτυο, προβαίνουν στις ενέργειες αυτές με επιμελή, αναλογικό και αμερόληπτο τρόπο, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη σε κάθε περίπτωση τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των χρηστών· υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε τέτοια μέτρα θα πρέπει να συνοδεύονται από αυστηρές διαδικαστικές εγγυήσεις και ουσιαστικές απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας· ζητεί, όταν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τον παράνομο χαρακτήρα περιεχομένου, το περιεχόμενο αυτό να υπόκειται σε επανεξέταση από άνθρωπο και να μην αφαιρείται χωρίς περαιτέρω έρευνα·

51. ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει μελέτη σχετικά με την αφαίρεση περιεχομένου και δεδομένων, βάσει διαδικασιών αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, πριν από την πανδημία COVID-19 και κατά τη διάρκειά της, και σχετικά με το επίπεδο των περιπτώσεων εσφαλμένης αφαίρεσης (ψευδώς θετικά αποτελέσματα) που περιλαμβάνονταν στον αριθμό των αφαιρεθέντων στοιχείων·

52. καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει την αύξηση των διαφορών και του κατακερματισμού μεταξύ των εθνικών κανόνων στα κράτη μέλη και να εγκρίνει σαφείς και προβλέψιμους εναρμονισμένους κανόνες και έναν διαφανή, αποτελεσματικό και αναλογικό μηχανισμό κοινοποίησης και δράσης· θα πρέπει να παρέχει επαρκείς διασφαλίσεις, να δίνει στους χρήστες τη δυνατότητα να ενημερώνουν τους διαδικτυακούς μεσάζοντες για την ύπαρξη δυνητικά παράνομου διαδικτυακού περιεχομένου ή δραστηριοτήτων και να βοηθά τους διαδικτυακούς μεσάζοντες να αντιδρούν γρήγορα και να είναι πιο διαφανείς όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνουν για δυνητικά παράνομο περιεχόμενο· θεωρεί ότι τα μέτρα αυτά θα πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερα και εύκολα προσβάσιμα για όλους τους παράγοντες, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των χρηστών και των καταναλωτών·

53. τονίζει ότι ένας τέτοιος μηχανισμός «κοινοποίησης και ανάληψης δράσης» πρέπει να είναι ανθρωποκεντρικός· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να θεσπιστούν διασφαλίσεις κατά της κατάχρησης του συστήματος, μεταξύ άλλων κατά των επανειλημμένων ψευδών επισημάνσεων, των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και άλλων μεθόδων· παροτρύνει την Επιτροπή να διασφαλίσει την πρόσβαση σε διαφανείς, αποτελεσματικούς, δίκαιους και ταχείς μηχανισμούς απάντησης σε κοινοποίηση και καταγγελίας και σε μηχανισμούς εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, και να εγγυηθεί τη δυνατότητα άσκησης δικαστικής προσφυγής κατά της αφαίρεσης περιεχομένου, προκειμένου να ικανοποιηθεί το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής·

54. επικροτεί τις προσπάθειες για εξασφάλιση διαφάνειας όσον αφορά την αφαίρεση περιεχομένου· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι θα δημοσιοποιούνται οι εκθέσεις με πληροφορίες σχετικά με τους μηχανισμούς κοινοποίησης και ανάληψης δράσης, όπως ο αριθμός των κοινοποιήσεων, το είδος των οντοτήτων που κοινοποιούν περιεχόμενο, η φύση του περιεχομένου που αποτελεί αντικείμενο καταγγελίας, ο χρόνος απάντησης από τον μεσάζοντα, ο αριθμός των προσφυγών, καθώς και ο αριθμός των περιπτώσεων στις οποίες το περιεχόμενο προσδιορίστηκε εσφαλμένα ως παράνομο ή παρανόμως διαμοιρασθέν·

55. επισημαίνει τις προκλήσεις σχετικά με την επιβολή δικαστικών εντολών που εκδίδονται σε κράτη μέλη διαφορετικά από τη χώρα προέλευσης ενός παρόχου υπηρεσιών και τονίζει την ανάγκη να διερευνηθεί το εν λόγω ζήτημα περαιτέρω· υποστηρίζει ότι οι πάροχοι φιλοξενίας δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να αφαιρούν ή να απενεργοποιούν την πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι νόμιμες στη χώρα προέλευσής τους·

56. τονίζει ότι η ευθύνη για την επιβολή της νομοθεσίας, τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη νομιμότητα διαδικτυακών δραστηριοτήτων και περιεχομένου, καθώς και την έκδοση εντολών προς παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας περιεχομένου για απομάκρυνση παράνομου περιεχομένου ή για αποκλεισμό της πρόσβασης σε αυτό, οι οποίες να είναι ακριβείς, τεκμηριωμένες και σύμφωνες προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, θα πρέπει να ανήκει σε ανεξάρτητες αρμόδιες δημόσιες αρχές·

57. τονίζει ότι η διατήρηση των διασφαλίσεων από το καθεστώς νομικής ευθύνης για τους διαδικτυακούς μεσάζοντες που ορίζεται στα άρθρα 12, 13 και 14 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και η απαγόρευση της γενικής παρακολούθησης που ορίζεται στο άρθρο 15 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι καθοριστικής σημασίας για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ψηφιακών υπηρεσιών, για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας περιεχομένου στο διαδίκτυο και για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των χρηστών, και πρέπει να διατηρηθούν· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι το καθεστώς νομικής ευθύνης και η απαγόρευση της γενικής παρακολούθησης δεν θα πρέπει να αποδυναμωθούν μέσω ενός πιθανού νέου νομοθετήματος ή της τροποποίησης άλλων τμημάτων της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο·

58. αναγνωρίζει την αρχή σύμφωνα με την οποία οι ψηφιακές υπηρεσίες που διαδραματίζουν ουδέτερο και παθητικό ρόλο, όπως οι υπηρεσίες υποστήριξης και υποδομής, δεν είναι υπεύθυνες για το περιεχόμενο που μεταδίδεται μέσω των υπηρεσιών τους, καθότι δεν έχουν έλεγχο επί του εν λόγω περιεχομένου, δεν έχουν ενεργή αλληλεπίδραση με αυτό ή δεν το βελτιστοποιούν· τονίζει, ωστόσο, ότι πρέπει να αποσαφηνιστούν περαιτέρω οι έννοιες του ενεργού και του παθητικού ρόλου, λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου·

59. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να θεσπίσει την υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου το παράνομο περιεχόμενο που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό έγκλημα, αμέσως μόλις λάβουν γνώση αυτού·

Διαδικτυακές αγορές

60. σημειώνει ότι, ενώ η εμφάνιση παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών, όπως οι διαδικτυακές αγορές, έχει ωφελήσει τόσο τους καταναλωτές όσο και τους εμπόρους, ιδίως με τη βελτίωση των επιλογών και τη μείωση του κόστους και των τιμών, έχει επίσης καταστήσει τους καταναλωτές πιο ευάλωτους σε παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές εκ μέρους ενός αυξανόμενου αριθμού πωλητών, μεταξύ άλλων από τρίτες χώρες, οι οποίοι είναι σε θέση να προσφέρουν μέσω του διαδικτύου παράνομα, μη ασφαλή ή παραποιημένα προϊόντα και υπηρεσίες που συχνά δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες και τα πρότυπα της Ένωσης για την ασφάλεια των προϊόντων, και δεν εγγυώνται επαρκώς τα δικαιώματα των καταναλωτών·

61. τονίζει ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι εξίσου ασφαλείς, είτε πραγματοποιούν αγορές μέσω διαδικτύου είτε σε καταστήματα· τονίζει ότι είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι οι καταναλωτές της Ένωσης εκτίθενται σε παράνομα, παραποιημένα και μη ασφαλή προϊόντα, που περιέχουν επικίνδυνες χημικές ουσίες, καθώς και σε άλλους κινδύνους για την ασφάλεια, που θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία· επιμένει ότι είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κατάλληλες εγγυήσεις και μέτρα για την ασφάλεια των προϊόντων και την προστασία των καταναλωτών, προκειμένου να αποτραπεί η πώληση μη συμμορφούμενων προϊόντων ή υπηρεσιών σε διαδικτυακές αγορές, και καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει το καθεστώς ευθύνης στις διαδικτυακές αγορές·

62. τονίζει τη σημασία των κανόνων του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων, σχετικά με τη συμμόρφωση των προϊόντων που εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες· καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα για τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία εκ μέρους των πωλητών που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης, σε περίπτωση που δεν υπάρχει κατασκευαστής, εισαγωγέας ή διανομέας εγκατεστημένος στην Ένωση, και να διορθώσει το υφιστάμενο νομικό κενό, το οποίο επιτρέπει στους προμηθευτές που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης να πωλούν σε Ευρωπαίους καταναλωτές προϊόντα μέσω διαδικτύου τα οποία δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες της Ένωσης για την ασφάλεια και την προστασία των καταναλωτών, χωρίς να υπόκεινται σε κυρώσεις ή να φέρουν ευθύνη για τις ενέργειές τους, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να μη διαθέτουν νομικά μέσα για την επιβολή των δικαιωμάτων τους ή την αποζημίωση για τυχόν ζημίες· τονίζει, εν προκειμένω, την ανάγκη να υπάρχει πάντα δυνατότητα ταυτοποίησης των κατασκευαστών και των πωλητών προϊόντων από τρίτες χώρες·

63. τονίζει ότι οι διαδικτυακές αγορές πρέπει να ενημερώνουν αμέσως τους καταναλωτές μόλις ένα προϊόν που έχουν αγοράσει αφαιρεθεί από την αγορά κατόπιν κοινοποίησης σχετικά με τη μη συμμόρφωσή του με τους ενωσιακούς κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων ή την προστασία των καταναλωτών·

64. τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι πάροχοι διαδικτυακών αγορών συμβουλεύονται το σύστημα RAPEX και ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές μόλις αντιληφθούν παράνομα, μη ασφαλή και παραποιημένα προϊόντα στις πλατφόρμες τους·

65. θεωρεί ότι οι πάροχοι διαδικτυακών αγορών θα πρέπει να ενισχύσουν τη συνεργασία τους με τις αρχές εποπτείας της αγοράς και τις τελωνειακές αρχές, μεταξύ άλλων με την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τον πωλητή παράνομων, μη ασφαλών και παραποιημένων προϊόντων·

66. καλεί την Επιτροπή να παροτρύνει τα κράτη μέλη να αναλάβουν περισσότερες κοινές δράσεις εποπτείας της αγοράς και να εντείνουν τη συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές για να ελέγχουν την ασφάλεια των προϊόντων που πωλούνται στο διαδίκτυο προτού φτάσουν στους καταναλωτές· ζητεί από την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός διεθνούς δικτύου κέντρων καταναλωτών που θα βοηθά τους καταναλωτές από την ΕΕ στην επίλυση διαφορών με εμπόρους που εδρεύουν σε χώρες εκτός ΕΕ·

67. ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι, όταν οι διαδικτυακές αγορές προσφέρουν επαγγελματικές υπηρεσίες, επιτυγχάνεται επαρκές επίπεδο προστασίας των καταναλωτών μέσω επαρκών διασφαλίσεων και απαιτήσεων πληροφόρησης·

68 πιστεύει ότι, στην αγορά του τουρισμού και των μεταφορών, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας με τη δημιουργία ενός πλαισίου διακυβέρνησης που θα επισημοποιεί τη συνεργασία μεταξύ των πλατφορμών και των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών, με στόχο ιδίως την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη θέσπιση ενός συνόλου υποχρεώσεων πληροφόρησης για τις πλατφόρμες βραχυπρόθεσμης ενοικίασης και κινητικότητας έναντι των παρόχων υπηρεσιών τους όσον αφορά τη σχετική εθνική, περιφερειακή και τοπική νομοθεσία· ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει να άρει τους αδικαιολόγητους φραγμούς αναπτύσσοντας μια τομεακή προσπάθεια υπό τον συντονισμό της ΕΕ με σκοπό όλοι οι συμφεροντούχοι να συμφωνήσουν σε σύνολα κριτηρίων, όπως εγκρίσεις, άδειες ή, όπου αρμόζει, ένας τοπικός ή εθνικός αριθμός καταχώρισης της παρεχόμενης υπηρεσίας, σύμφωνα με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς, τα οποία θα είναι αναγκαία για την παροχή μιας υπηρεσίας σε μια πλατφόρμα βραχυπρόθεσμης ενοικίασης ή κινητικότητας· τονίζει ότι είναι σημαντικό να αποφευχθεί η επιβολή δυσανάλογων υποχρεώσεων πληροφόρησης και περιττής διοικητικής επιβάρυνσης σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών, με ιδιαίτερη έμφαση στους παρόχους υπηρεσιών μεταξύ ομοτίμων και στις ΜΜΕ·

69. ζητεί ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες, σε ευθυγράμμιση με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, να προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα του ηλεκτρονικού εμπορίου· τονίζει τη σημασία των διαδικτυακών αγορών για την προώθηση βιώσιμων προϊόντων και υπηρεσιών και για την ενθάρρυνση της βιώσιμης κατανάλωσης· ζητεί να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση των παραπλανητικών πρακτικών και της παραπληροφόρησης σχετικά με προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρονται στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων των ψευδών «περιβαλλοντικών ισχυρισμών», καλώντας παράλληλα τους παρόχους διαδικτυακών αγορών να προωθήσουν τη βιωσιμότητα του ηλεκτρονικού εμπορίου, παρέχοντας στους καταναλωτές σαφείς και εύκολα κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των προϊόντων ή των υπηρεσιών που αγοράζουν μέσω διαδικτύου·

70. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει διεξοδικά τη σαφήνεια και τη συνοχή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου που ισχύει για τις διαδικτυακές πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, προκειμένου να εντοπίσει πιθανά κενά και αντιφάσεις και ελλείψεις ως προς την αποτελεσματική επιβολή· ζητεί από την Επιτροπή να διενεργήσει διεξοδική ανάλυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες και της ενωσιακής νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων και τις χημικές ουσίες· ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει τη συνοχή μεταξύ των νέων κανόνων για τις διαδικτυακές αγορές και της αναθεώρησης της οδηγίας 2001/95/ΕΚ[17] («οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων») και της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ[18] («οδηγία για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων»)·

71. σημειώνει τα συνεχιζόμενα θέματα της κατάχρησης ή της εσφαλμένης εφαρμογής συμφωνιών επιλεκτικής διανομής για τον περιορισμό της διαθεσιμότητας προϊόντων και υπηρεσιών σε διασυνοριακό επίπεδο εντός της ενιαίας αγοράς και μεταξύ πλατφορμών· ζητεί από την Επιτροπή να ενεργήσει επί αυτού του ζητήματος σε οποιαδήποτε ευρύτερη επανεξέταση των απαλλαγών κατά κατηγορίες στις κάθετες συμφωνίες και άλλων πολιτικών σύμφωνα με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και παράλληλα να αποφύγει να το συμπεριλάβει στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες·

Εκ των προτέρων ρύθμιση συστημικών φορέων

72. σημειώνει ότι, σήμερα, ορισμένες αγορές χαρακτηρίζονται από μεγάλους φορείς με σημαντικά αποτελέσματα δικτύωσης που μπορούν να λειτουργούν ως de facto «διαδικτυακοί φύλακες» της ψηφιακής οικονομίας («συστημικοί φορείς»)· τονίζει τη σημασία του θεμιτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ των διαδικτυακών φορέων με σημαντική ψηφιακή παρουσία και άλλων παρόχων, για την προώθηση της ευημερίας των καταναλωτών· ζητεί από την Επιτροπή να προβεί σε διεξοδική ανάλυση των διαφόρων ζητημάτων που έχουν παρατηρηθεί μέχρι στιγμής στην αγορά και των συνεπειών τους, μεταξύ άλλων για τους καταναλωτές, τις ΜΜΕ και την εσωτερική αγορά·

73. θεωρεί ότι ένα μέσο εσωτερικής αγοράς που θα επιβάλλει εκ των προτέρων ρυθμιστικά διορθωτικά μέτρα στους εν λόγω μεγάλους φορείς με σημαντική ισχύ στην αγορά, έχει τη δυνατότητα, μέσω της μείωσης των φραγμών για την είσοδο στην αγορά και της ρύθμισης των συστημικών φορέων, να ανοίξει τις αγορές σε νεοεισερχόμενους, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, των επιχειρηματιών και των νεοφυών επιχειρήσεων, προωθώντας έτσι τη δυνατότητα των καταναλωτών να επιλέγουν και ενισχύοντας την καινοτομία πέραν των όσων μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επιβολής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

74. εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δημόσια διαβούλευση της Επιτροπής σχετικά με τη δυνατότητα θέσπισης, στο πλαίσιο του μελλοντικού νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, στοχευμένης εκ των προτέρων ρύθμισης για την αντιμετώπιση συστημικών ζητημάτων που αφορούν ειδικά τις ψηφιακές αγορές· τονίζει την εγγενή συμπληρωματικότητα μεταξύ της ρύθμισης της εσωτερικής αγοράς και της πολιτικής ανταγωνισμού, όπως τονίζεται στην έκθεση των ειδικών συμβούλων της Επιτροπής με τίτλο «Competition Policy for the Digital Era» (Πολιτική ανταγωνισμού για την ψηφιακή εποχή)·

75. καλεί την Επιτροπή να ορίσει τους «συστημικούς φορείς» με βάση σαφείς δείκτες·

76. θεωρεί ότι η εκ των προτέρων ρύθμιση θα πρέπει να βασίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1150 («κανονισμός για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων») και τα μέτρα θα πρέπει να συνάδουν με τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες της Ένωσης και να εντάσσονται στο πλαίσιο της πολιτικής της Ένωσης για τον ανταγωνισμό, η οποία επί του παρόντος βρίσκεται υπό αναθεώρηση προκειμένου να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι προκλήσεις στην ψηφιακή εποχή· η εκ των προτέρων ρύθμιση θα πρέπει να διασφαλίζει δίκαιους όρους συναλλαγών που θα ισχύουν για όλους τους φορείς, συμπεριλαμβανομένων πιθανών πρόσθετων απαιτήσεων και κλειστού καταλόγου των θετικών και αρνητικών ενεργειών οι οποίες είναι υποχρεωτικές ή, αντίστοιχα, απαγορευμένες για τους εν λόγω φορείς·

77. καλεί την Επιτροπή να αναλύσει ειδικότερα την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τα συστήματα συστάσεων των συστημικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων και των κριτηρίων για τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων, και κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν πρόσθετες υποχρεώσεις διαφάνειας και απαιτήσεις πληροφόρησης·

78. τονίζει ότι η επιβολή εκ των προτέρων ρυθμιστικών διορθωτικών μέτρων σε άλλους τομείς έχει βελτιώσει τον ανταγωνισμό στους εν λόγω τομείς· σημειώνει ότι θα μπορούσε να αναπτυχθεί παρόμοιο πλαίσιο για τον προσδιορισμό συστημικών φορέων με ρόλο «φύλακα», λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του ψηφιακού τομέα·

79. εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι επιχειρηματικοί χρήστες των συστημικών φορέων μπορεί να είναι από πολυεθνικές εταιρείες μέχρι πολύ μικρές επιχειρήσεις· υπογραμμίζει ότι η εκ των προτέρων ρύθμιση για τους συστημικούς φορείς δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μετακύλιση των πρόσθετων απαιτήσεων στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των εν λόγω φορέων·

80. υπογραμμίζει ότι η συσσώρευση και η συλλογή τεράστιων όγκων δεδομένων και τη χρήση των εν λόγω δεδομένων από συστημικούς φορείς για την επέκτασή τους από τη μία αγορά στην άλλη, καθώς και η περαιτέρω δυνατότητα να ωθηθούν οι χρήστες να χρησιμοποιούν την ηλεκτρονική ταυτοποίηση ενός μόνο φορέα για πολλαπλές πλατφόρμες, μπορούν να δημιουργήσουν ανισορροπίες στη διαπραγματευτική ισχύ και, ως εκ τούτου, οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά· θεωρεί ότι η αυξημένη διαφάνεια και η κοινοχρησία δεδομένων μεταξύ των συστημικών φορέων και των αρμόδιων αρχών είναι καίριας σημασίας για την εξασφάλιση της λειτουργίας μιας ρύθμισης βάσει εκ των προτέρων κανόνων·

81. υπογραμμίζει ότι η διαλειτουργικότητα είναι καίριας σημασίας για να είναι ανταγωνιστική η αγορά, να έχουν οι χρήστες τη δυνατότητα επιλογής και να προωθηθούν οι καινοτόμες υπηρεσίες, καθώς και να περιοριστεί ο κίνδυνος εγκλωβισμού των χρηστών και των καταναλωτών· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει κατάλληλα επίπεδα διαλειτουργικότητας για τους συστημικούς φορείς και να διερευνήσει διάφορες τεχνολογίες και ανοικτά πρότυπα και πρωτόκολλα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας τεχνικής διεπαφής (διεπαφή προγραμματισμού εφαρμογών)·

Εποπτεία, συνεργασία και επιβολή

82. πιστεύει ότι, λόγω του διασυνοριακού χαρακτήρα των ψηφιακών υπηρεσιών, η αποτελεσματική εποπτεία και συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, είναι καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της ορθής επιβολής του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες· τονίζει ότι η ελλιπής μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας της Ένωσης από τα κράτη μέλη δημιουργεί αδικαιολόγητους φραγμούς στην ψηφιακή ενιαία αγορά· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει τους φραγμούς αυτούς σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη·

83. ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στις εθνικές εποπτικές αρχές τα κατάλληλα οικονομικά μέσα, ανθρώπινους πόρους και εξουσίες επιβολής προκειμένου να εκτελούν με αποτελεσματικό τρόπο τα καθήκοντά τους και να συμβάλλουν στην υλοποίηση του έργου τους·

84. τονίζει ότι η συνεργασία μεταξύ των εθνικών, καθώς και άλλων αρχών των κρατών μελών, της κοινωνίας των πολιτών και των οργανώσεων καταναλωτών έχει ύψιστη σημασία για την επίτευξη της αποτελεσματικής επιβολής του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες· προτείνει να ενισχυθεί η αρχή της χώρας προέλευσης μέσω αυξημένης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να βελτιωθεί η κανονιστική εποπτεία των ψηφιακών υπηρεσιών και να επιτευχθεί αποτελεσματική επιβολή του νόμου σε διασυνοριακές υποθέσεις· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συγκεντρώνουν και να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές και δεδομένα μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, και να παρέχουν στις ρυθμιστικές και τις δικαστικές αρχές ασφαλείς διαλειτουργικούς τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους·

85. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει το καταλληλότερο μοντέλο εποπτείας και επιβολής για την εφαρμογή των διατάξεων όσον αφορά τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, και να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός υβριδικού συστήματος, βασισμένου στον συντονισμό και τη συνεργασία των εθνικών και ενωσιακών αρχών, για την αποτελεσματική εποπτεία της επιβολής και την εφαρμογή του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες· θεωρεί ότι το εν λόγω σύστημα εποπτείας θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για την εποπτεία, τη συμμόρφωση, την παρακολούθηση και την εφαρμογή του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες και να διαθέτει συμπληρωματικές εξουσίες για την ανάληψη διασυνοριακών πρωτοβουλιών και ερευνών, καθώς και εξουσίες επιβολής και ελέγχου·

86. θεωρεί ότι στο πλαίσιο του συντονισμού σε επίπεδο ΕΕ, σε συνεργασία με το δίκτυο εθνικών αρχών, θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στην αντιμετώπιση σύνθετων διασυνοριακών ζητημάτων·

87. υπενθυμίζει τη σημασία της διευκόλυνσης της ανταλλαγής δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα και της προώθησης του διαλόγου με τους συμφεροντούχους· και ενθαρρύνει τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός ευρωπαϊκού αποθετηρίου ερευνών για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής των δεδομένων αυτών με δημόσιους οργανισμούς, ερευνητές, ΜΚΟ και πανεπιστήμια για ερευνητικούς σκοπούς· καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει αυτό το εργαλείο με βάση τις υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές και πρωτοβουλίες, όπως το παρατηρητήριο για τις πλατφόρμες ή το παρατηρητήριο της ΕΕ για την τεχνολογία αλυσίδας συστοιχιών (blockchain)·

88. πιστεύει ότι η Επιτροπή, μέσω του Κοινού Κέντρου Ερευνών, θα πρέπει να έχει την εξουσία να παρέχει ειδική βοήθεια στα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματος, για την ανάλυση τεχνολογικών, διοικητικών ή άλλων θεμάτων σε σχέση με τη νομοθετική επιβολή της ψηφιακής ενιαίας αγοράς· καλεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και την Επιτροπή να παρέχουν περαιτέρω συμβουλές και βοήθεια στις ΜΜΕ της Ένωσης σχετικά με τα δικαιώματά τους·

89. καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει και να εκσυγχρονίσει το υφιστάμενο ενωσιακό πλαίσιο για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών βάσει της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις βάσει της οδηγίας 2013/11/ΕΕ[19], καθώς και τις ενέργειες των δικαστηρίων, ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας και η έννομη προστασία των καταναλωτών· υπογραμμίζει ότι πρέπει να παρέχεται στήριξη στους καταναλωτές ώστε να προσφεύγουν στο δικαστικό σύστημα· πιστεύει ότι οποιαδήποτε αναθεώρηση δεν θα πρέπει να αποδυναμώνει τη νομική προστασία των μικρών επιχειρήσεων και των εμπόρων που παρέχουν τα εθνικά νομικά συστήματα·

Τελικές πτυχές

90. θεωρεί ότι οι τυχόν δημοσιονομικές επιπτώσεις της ζητούμενης πρότασης θα πρέπει να καλυφθούν με κατάλληλες πιστώσεις από τον προϋπολογισμό·

91. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, καθώς και στα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.


 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ:  ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

I. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να συμβάλει στην ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς με τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ψηφιακών υπηρεσιών και της επιχειρηματικής ελευθερίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, και τη βελτίωση των δικαιωμάτων, της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας των χρηστών στο διαδίκτυο.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εγγυάται ότι οι οικονομικές δραστηριότητες εντός και εκτός διαδικτύου αντιμετωπίζονται ισότιμα και με ισότιμους όρους ανταγωνισμού, γεγονός που αντικατοπτρίζει πλήρως την αρχή ότι «ό,τι είναι παράνομο εκτός διαδικτύου είναι παράνομο και στο διαδίκτυο», λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας του διαδικτυακού περιβάλλοντος.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχει ασφάλεια δικαίου και διαφάνεια στους καταναλωτές και στους οικονομικούς φορείς, ιδίως τις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να συμβάλλει στη στήριξη της καινοτομίας και στην άρση των αδικαιολόγητων και δυσανάλογων φραγμών και περιορισμών στην παροχή ψηφιακών υπηρεσιών.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του ευρέος πλαισίου θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των χρηστών και των καταναλωτών, όπως η προστασία της ιδιωτικής ζωής και η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η απαγόρευση των διακρίσεων, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να βασίζεται στους κανόνες που ισχύουν επί του παρόντος για τις διαδικτυακές πλατφόρμες, και συγκεκριμένα στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο και στον κανονισμό για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εμπεριέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

 μια συνολική αναθεώρηση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, βάσει του άρθρου 53 παράγραφος 1, και των άρθρων 62 και 114 ΣΛΕΕ, η οποία θα περιλαμβάνει:

 ένα αναθεωρημένο πλαίσιο με σαφείς υποχρεώσεις όσον αφορά τη διαφάνεια και την πληροφόρηση·

 σαφείς και λεπτομερείς διαδικασίες και μέτρα σχετικά με την αποτελεσματική αντιμετώπιση και αφαίρεση παράνομου διαδικτυακού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένου ενός εναρμονισμένου νομικά δεσμευτικού ευρωπαϊκού μηχανισμού κοινοποίησης και ανάληψης δράσης·

 αποτελεσματική εποπτεία, συνεργασία και αναλογικές, αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις·

 ένα νομικό μέσο της εσωτερικής αγοράς, βάσει του άρθρου 114 ΣΛΕΕ, για την επιβολή εκ των προτέρων υποχρεώσεων σε μεγάλες πλατφόρμες με ρόλο «φύλακα» στο ψηφιακό οικοσύστημα («συστημικοί φορείς»), το οποίο θα συμπληρώνεται από αποτελεσματικό θεσμικό μηχανισμό επιβολής.

II. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Για λόγους ασφάλειας δικαίου, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διευκρινίζει ποιες ψηφιακές υπηρεσίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να ακολουθεί τον οριζόντιο χαρακτήρα της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και να εφαρμόζεται όχι μόνο στις διαδικτυακές πλατφόρμες, αλλά σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας όπως ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης.

Θα πρέπει να αποφευχθεί η υιοθέτηση ενιαίας προσέγγισης για όλες τις περιπτώσεις. Ενδέχεται να χρειαστούν διαφορετικά μέτρα για τις ψηφιακές υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο μιας αμιγώς διεπιχειρησιακής σχέσης, για τις υπηρεσίες στις οποίες δεν έχουν πρόσβαση τρίτα μέρη ή το ευρύ κοινό ή η πρόσβαση αυτή είναι περιορισμένη, και για τις υπηρεσίες που απευθύνονται άμεσα στους καταναλωτές και το ευρύ κοινό.

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύπτει επίσης τις δραστηριότητες εταιρειών, παρόχων υπηρεσιών, και υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, όταν οι δραστηριότητές τους σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών ή αγαθών σε καταναλωτές ή χρήστες στην Ένωση και απευθύνονται σε αυτούς.

Εάν η Επιτροπή, μετά την επανεξέτασή της, θεωρήσει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να τροποποιήσει το παράρτημα της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται σε αυτό, δεν θα πρέπει ωστόσο να τροποποιήσει την παρέκκλιση ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις που αφορούν τις συμβάσεις καταναλωτών.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη διατηρούν υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιδιώκουν θεμιτούς στόχους δημόσιου συμφέροντος, όπου αυτό είναι αναγκαίο, αναλογικό και σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να καθορίζει συνεκτικά τον τρόπο με τον οποίο οι διατάξεις του αλληλεπιδρούν με άλλες νομικές πράξεις, με στόχο τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το νομικό καθεστώς που ισχύει για τις επαγγελματικές και μη υπηρεσίες σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τις υπηρεσίες μεταφορών και τις βραχυπρόθεσμες ενοικιάσεις, όπου απαιτείται αποσαφήνιση.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει επίσης να διευκρινίζει συνεκτικά τον τρόπο με τον οποίο οι διατάξεις του αλληλεπιδρούν με τους πρόσφατα εκδοθέντες κανόνες για τον γεωγραφικό αποκλεισμό, την ασφάλεια των προϊόντων, την εποπτεία της αγοράς, τις σχέσεις πλατφορμών και επιχειρήσεων, την προστασία των καταναλωτών, την πώληση αγαθών και την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών[20], μεταξύ άλλων, καθώς και με άλλες αναγγελθείσες πρωτοβουλίες, όπως το κανονιστικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των κανόνων που ορίζονται σε άλλα μέσα, όπως ο ΓΚΠΔ, η οδηγία (ΕΕ) 2019/790 («οδηγία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας») και η οδηγία 2010/13/ΕΕ («οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων»).

III. ΟΡΙΣΜΟΙ

Στους ορισμούς του, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει:

 να διευκρινίζει σε ποιο βαθμό οι νέες ψηφιακές υπηρεσίες, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι υπηρεσίες συνεργατικής οικονομίας, οι μηχανές αναζήτησης, τα σημεία ασύρματης πρόσβασης (WiFi hotspots), η διαδικτυακές διαφημίσεις, οι υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, η φιλοξενία ιστοσελίδων, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων, τα καταστήματα εφαρμογών (app stores), τα εργαλεία σύγκρισης, οι υπηρεσίες που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, τα δίκτυα παράδοσης περιεχομένου και οι υπηρεσίες ονομάτων χώρου εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του·

 να διευκρινίζει τη φύση, αφενός, των μεσαζόντων που φιλοξενούν περιεχόμενο (κείμενο, εικόνες, βίντεο ή ακουστικό περιεχόμενο) και, αφετέρου, των εμπορικών διαδικτυακών αγορών (που πωλούν αγαθά, συμπεριλαμβανομένων αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ή υπηρεσίες)·

 να αποσαφηνίζει τη διαφορά μεταξύ, αφενός, των οικονομικών δραστηριοτήτων και περιεχομένου ή συναλλαγών που παρέχονται έναντι αμοιβής, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο, που καλύπτουν επίσης τις πρακτικές διαφήμισης και προώθησης, και, αφετέρου, των μη οικονομικών δραστηριοτήτων και περιεχομένου·

 να αποσαφηνίζει τι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού του «παράνομου περιεχομένου», καθιστώντας σαφές ότι η παραβίαση των κανόνων της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών, την ασφάλεια των προϊόντων ή την προσφορά ή την πώληση τροφίμων ή προϊόντων καπνού, καλλυντικών και παραποιημένων φαρμάκων, ή προϊόντων άγριων ειδών εμπίπτει επίσης στον ορισμό του παράνομου περιεχομένου·

 να ορίζει τον όρο «συστημικός φορέας» με τη θέσπιση ενός συνόλου σαφών δεικτών που θα επιτρέπουν στις ρυθμιστικές αρχές να εντοπίζουν τις πλατφόρμες που απολαμβάνουν σημαντική θέση στην αγορά και έχουν ρόλο «φύλακα», και επομένως διαδραματίζουν συστημικό ρόλο στη διαδικτυακή οικονομία· οι δείκτες αυτοί θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν στοιχεία όπως το κατά πόσον η επιχείρηση δραστηριοποιείται σε σημαντικό βαθμό σε πολύπλευρες αγορές ή έχει τη δυνατότητα να εγκλωβίσει τους χρήστες και τους καταναλωτές στις υπηρεσίες της, το μέγεθος του δικτύου της (αριθμός χρηστών), και την παρουσία αποτελεσμάτων δικτύωσης· τους φραγμούς εισόδου, την οικονομική της ισχύ, την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα, τη συσσώρευση και τον συνδυασμό δεδομένων από διαφορετικές πηγές· την κάθετη ολοκλήρωσή της και τον ρόλο της ως αναπόφευκτου εταίρου και τη σημασία της δραστηριότητάς της για την πρόσβαση τρίτων στον εφοδιασμό και τις αγορές κ.λπ.·

 να επιδιώκει να κωδικοποιεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπου χρειάζεται, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις πολλές και διαφορετικές νομοθετικές πράξεις που χρησιμοποιούν τους εν λόγω ορισμούς.

IV. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εισαγάγει σαφείς και αναλογικές υποχρεώσεις διαφάνειας και πληροφόρησης· οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να δημιουργούν παρεκκλίσεις ή νέες εξαιρέσεις στο ισχύον καθεστώς ευθύνης που ορίζεται στα άρθρα 12, 13 και 14 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και θα πρέπει να καλύπτουν τις ακόλουθες πτυχές:

1. Γενικές απαιτήσεις πληροφόρησης

Οι αναθεωρημένες διατάξεις της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο θα πρέπει να ενισχύσουν τις γενικές απαιτήσεις πληροφόρησης με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

 θα πρέπει να ενισχυθούν οι απαιτήσεις πληροφόρησης στο άρθρο 5 και τα άρθρα 6 και 10 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο·

 η αρχή της πληροφόρησης σχετικά με τους επιχειρηματικούς πελάτες («Know Your Business Customer»), η οποία περιορίζεται στις άμεσες εμπορικές σχέσεις του παρόχου φιλοξενίας, θα πρέπει να καθιερωθεί για τους επιχειρηματικούς χρήστες· οι πάροχοι φιλοξενίας θα πρέπει να συγκρίνουν τα δεδομένα ταυτοποίησης που παρέχουν οι επιχειρηματικοί χρήστες τους με τις βάσεις δεδομένων της ΕΕ για τον ΦΠΑ και για την καταχώριση και ταυτοποίηση οικονομικών φορέων, όταν υπάρχει αριθμός ΦΠΑ ή αριθμός EORI· όταν μια επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση εγγραφής στα μητρώα ΦΠΑ ή EORI, θα πρέπει να προσκομίζεται αποδεικτικό ταυτότητας· όταν ένας επιχειρηματικός χρήστης ενεργεί ως αντιπρόσωπος για άλλες επιχειρήσεις, θα πρέπει να δηλώνεται ως τέτοιος· οι πάροχοι φιλοξενίας θα πρέπει να ζητούν από τους επιχειρηματικούς τους χρήστες να διασφαλίζουν ότι όλες οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς και επικαιροποιημένες, σε περίπτωση οποιασδήποτε μεταβολής, και οι πάροχοι φιλοξενίας δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες σε επιχειρηματικούς χρήστες όταν οι εν λόγω πληροφορίες είναι ελλιπείς ή όταν ο πάροχος φιλοξενίας έχει ενημερωθεί από τις αρμόδιες αρχές ότι η ταυτότητα του επιχειρηματικού χρήστη του είναι ψευδής, παραπλανητική ή κατ’ άλλον τρόπο μη έγκυρη·

 το μέτρο αποκλεισμού από τις υπηρεσίες που αναφέρεται παραπάνω θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις συμβατικές διεπιχειρησιακές σχέσεις και δεν θα πρέπει να θίγει τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων βάσει του ΓΚΠΔ. Το μέτρο αυτό δεν θα πρέπει να θίγει την προστασία της διαδικτυακής ανωνυμίας για χρήστες εκτός των επιχειρηματικών χρηστών. Οι νέες γενικές απαιτήσεις πληροφόρησης θα πρέπει να ενισχύσουν περαιτέρω τα άρθρα 5, 6 και 10 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, προκειμένου τα μέτρα αυτά να ευθυγραμμιστούν με τις απαιτήσεις πληροφόρησης που θεσπίστηκαν στην πρόσφατα εγκριθείσα νομοθεσία, και ιδίως στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ[21] («οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων», την οδηγία 2011/83/ΕΕ[22] («οδηγία για τα δικαιώματα των καταναλωτών») και τον κανονισμό για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων·

 Το άρθρο 5 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί περαιτέρω και να απαιτεί από τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών να προσφέρουν στους καταναλωτές άμεσα και αποτελεσματικά μέσα επικοινωνίας όπως ηλεκτρονικές φόρμες επικοινωνίας, διαλογικά ρομπότ (chatbot), υπηρεσίες άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων ή υπηρεσίες επανάκλησης, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες που σχετίζονται με αυτά τα μέσα επικοινωνίας είναι προσβάσιμες στους καταναλωτές με σαφή και κατανοητό τρόπο·

2. Δίκαιοι συμβατικοί όροι και γενικές προϋποθέσεις

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να θεσπίζει ελάχιστα πρότυπα, ώστε οι πάροχοι υπηρεσιών να υιοθετούν δίκαιους, προσβάσιμους, αμερόληπτους και διαφανείς συμβατικούς όρους και γενικές προϋποθέσεις, σύμφωνα τουλάχιστον με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

 να ορίζουν σαφείς και αδιαμφισβήτητους συμβατικούς όρους και γενικές προϋποθέσεις σε απλή και κατανοητή γλώσσα·

 να αναφέρουν ρητά στους συμβατικούς όρους και τις γενικές προϋποθέσεις τι πρέπει να νοείται ως παράνομο περιεχόμενο ή παράνομη συμπεριφορά σύμφωνα με το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο και να εξηγούν τις νομικές συνέπειες που πρέπει να αντιμετωπίζουν οι χρήστες για την εν γνώσει αποθήκευση ή αναφόρτωση παράνομου περιεχομένου·

 να ενημερώνουν τους χρήστες κάθε φορά που επέρχεται σημαντική αλλαγή στους συμβατικούς όρους και τις γενικές προϋποθέσεις που μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα των χρηστών, και να παρέχουν σχετικές εξηγήσεις·

 να διασφαλίζουν ότι οι προδιατυπωμένες τυποποιημένες ρήτρες στους συμβατικούς όρους και τις γενικές προϋποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης εκ των προτέρων, συμπεριλαμβανομένων των αδειών χρήσης τελικού χρήστη, αρχίζουν με συνοπτική δήλωση βάσει εναρμονισμένου υποδείγματος, που θα καθοριστεί από την Επιτροπή·

 να διασφαλίζουν ότι η διαδικασία ακύρωσης είναι εξίσου εύκολη με τη διαδικασία εγγραφής (χωρίς «σκούρα μοτίβα» ή άλλου είδους επιρροή στην απόφαση του καταναλωτή)·

 όταν χρησιμοποιούνται αυτοματοποιημένα συστήματα, να προσδιορίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια στους συμβατικούς όρους και τις γενικές προϋποθέσεις τις εισροές και τις επιδιωκόμενες εκροές των αυτοματοποιημένων συστημάτων τους, και τις κύριες παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, καθώς και τους λόγους για τη σχετική σημασία αυτών των κύριων παραμέτρων σε σύγκριση με άλλες παραμέτρους, διασφαλίζοντας παράλληλα την τήρηση του κανονισμού για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων·

 να διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις γενικές προϋποθέσεις συνάδουν με τις απαιτήσεις πληροφόρησης που θεσπίζονται από το δίκαιο της Ένωσης και τις συμπληρώνουν, συμπεριλαμβανομένων της οδηγίας για τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, της οδηγίας για τα δικαιώματα των καταναλωτών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161, και του ΓΚΠΔ·

3. Απαιτήσεις διαφάνειας για τις εμπορικές επικοινωνίες

 Οι αναθεωρημένες διατάξεις της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο θα πρέπει να ενισχύσουν τις ισχύουσες απαιτήσεις διαφάνειας όσον αφορά τις εμπορικές ανακοινώσεις, θεσπίζοντας τις αρχές της διαφάνειας διά του σχεδιασμού και της διαφάνειας από προεπιλογή.

 με βάση το άρθρο 6 και το άρθρο 7 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, τα μέτρα που θα προταθούν θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και καταναλωτών σχετικά με τις διατάξεις για τη διαφάνεια όσον αφορά τη διαδικτυακή διαφήμιση, την ψηφιακή ώθηση («digital nudging»), τη μικροστόχευση, τα συστήματα συστάσεων για διαφημίσεις και την προτιμησιακή μεταχείριση· τα μέτρα αυτά θα πρέπει:

- να περιλαμβάνουν την υποχρέωση δημοσιοποίησης σαφώς καθορισμένων τύπων πληροφοριών σχετικά με τη διαδικτυακή διαφήμιση, ώστε να καθίσταται δυνατή η διενέργεια αποτελεσματικών επαληθεύσεων και ελέγχων, όπως πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του διαφημιζόμενου και τις άμεσες και έμμεσες πληρωμές ή οποιαδήποτε άλλη αμοιβή που λαμβάνουν οι πάροχοι υπηρεσιών· με τον τρόπο αυτό θα πρέπει οι καταναλωτές και οι δημόσιες αρχές να είναι σε θέση να ταυτοποιούν τους υπεύθυνους σε περίπτωση, για παράδειγμα, ψευδούς ή παραπλανητικής διαφήμισης· τα μέτρα θα πρέπει επίσης να συμβάλουν ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν είναι δυνατή η χρηματοδότηση παράνομων δραστηριοτήτων μέσω διαφημιστικών υπηρεσιών·

- να πραγματοποιούν σαφή διάκριση μεταξύ εμπορικής και πολιτικής διαδικτυακής διαφήμισης και να διασφαλίζουν τη διαφάνεια των κριτηρίων για την κατάρτιση προφίλ ομάδων-στόχων και για τη βελτιστοποίηση των διαφημιστικών εκστρατειών· να παρέχουν στους καταναλωτές εκ προεπιλογής τη δυνατότητα να μην αποτελούν αντικείμενο παρακολούθησης ή μικροστόχευσης, καθώς και τη δυνατότητα να συναινούν προαιρετικά στη χρήση δεδομένων συμπεριφοράς για διαφημιστικούς σκοπούς, και τη δυνατότητα να συναινούν προαιρετικά στην προβολή πολιτικών διαφημίσεων και σποτ·

- να παρέχουν στους καταναλωτές πρόσβαση στα οικεία προφίλ δυναμικής εμπορικής προώθησης, προκειμένου να είναι ενημερωμένοι σχετικά με το κατά πόσον και για ποιους σκοπούς παρακολουθούνται και αν οι πληροφορίες που λαμβάνουν εξυπηρετούν διαφημιστικούς σκοπούς, και να διασφαλίζουν το δικαίωμά τους να αμφισβητούν τις αποφάσεις που υπονομεύουν τα δικαιώματά τους·

- να διασφαλίζουν ότι οι αμειβόμενες διαφημίσεις ή η αμειβόμενη τοποθέτηση σε κατάταξη αποτελεσμάτων αναζήτησης θα πρέπει να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και κατανοητό σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161·

- να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης και με τις ελάχιστες απαιτήσεις διαφοροποίησης, και να προσδιορίζουν τις πρακτικές που συνιστούν επιθετική διαφήμιση, ενθαρρύνοντας παράλληλα τις φιλικές προς τον καταναλωτή τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης·

- να θεσπίζουν κριτήρια λογοδοσίας και δικαιοσύνης για τους αλγόριθμους που χρησιμοποιούνται για στοχευμένη διαφήμιση και βελτιστοποίηση της διαφήμισης, και να προβλέπουν τη δυνατότητα διενέργειας εξωτερικών κανονιστικών ελέγχων και επαλήθευσης των επιλογών αλγοριθμικού σχεδιασμού που περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με μεμονωμένα άτομα, χωρίς κίνδυνο παραβίασης της ιδιωτικής ζωής των χρηστών και του εμπορικού απορρήτου·

- να παρέχουν πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την παροχή διαφημίσεων και πληροφορίες σχετικά με την έκθεση των διαφημιζόμενων, όσον αφορά τον τόπο και τον χρόνο τοποθέτησης των διαφημίσεων, και την απόδοση της επ’ αμοιβή διαφήμισης έναντι της μη αμειβόμενης διαφήμισης·

4. Τεχνητή νοημοσύνη και μηχανική μάθηση

Οι αναθεωρημένες διατάξεις θα πρέπει να ακολουθούν τις αρχές που παρατίθενται κατωτέρω σχετικά με την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη ή κάνουν χρήση εργαλείων αυτοματοποιημένης λήψης ή μηχανικής μάθησης, με τους εξής τρόπους:

 μέσω της διασφάλισης ότι οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται εάν μια υπηρεσία βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, κάνει χρήση εργαλείων αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων ή μηχανικής μάθησης ή εργαλείων αυτοματοποιημένης αναγνώρισης περιεχομένου, επιπλέον του δικαιώματος να μην υπόκεινται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας και της δυνατότητας άρνησης, περιορισμού ή εξατομίκευσης της χρήσης οποιωνδήποτε χαρακτηριστικών εξατομίκευσης που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, ιδίως όσον αφορά την κατάταξη των υπηρεσιών·

 μέσω της θέσπισης ολοκληρωμένων κανόνων για τη μη διακριτική μεταχείριση και τη διαφάνεια των αλγορίθμων και των συνόλων δεδομένων·

 μέσω της διασφάλισης ότι η λειτουργία των αλγορίθμων μπορεί να εξηγηθεί στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες μπορούν να προβαίνουν σε ελέγχους όταν έχουν λόγο να πιστεύουν ότι υπάρχει αλγοριθμική μεροληψία·

 μέσω της πρόβλεψης κατά περίπτωση εποπτείας και επαναλαμβανόμενης εκτίμησης κινδύνου των αλγορίθμων από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και ανθρώπινου ελέγχου στη λήψη αποφάσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών· οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να συνάδουν με τους μηχανισμούς ανθρώπινου ελέγχου και τις υποχρεώσεις εκτίμησης κινδύνου για τις αυτοματοποιημένες υπηρεσίες που ορίζονται στους υφιστάμενους κανόνες, όπως η οδηγία (ΕΕ) 2018/958[23] («οδηγία για τον έλεγχο αναλογικότητας»), και δεν θα πρέπει να συνιστούν αδικαιολόγητο ή δυσανάλογο περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών·

 μέσω της θέσπισης σαφών μηχανισμών λογοδοσίας, ευθύνης και έννομης προστασίας για την αντιμετώπιση πιθανών βλαβών που προκύπτουν από τη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και εργαλείων αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων και μηχανικής μάθησης·

 μέσω της θέσπισης της αρχής της προστασίας, της ασφάλειας βάσει σχεδιασμού και εξ ορισμού και του καθορισμού αποτελεσματικών και αποδοτικών δικαιωμάτων και διαδικασιών για τους προγραμματιστές τεχνητής νοημοσύνης σε περιπτώσεις όπου οι αλγόριθμοι παράγουν ευαίσθητες αποφάσεις σχετικά με μεμονωμένα άτομα, και μέσω της κατάλληλης αντιμετώπισης και αξιοποίησης του αντίκτυπου των επικείμενων τεχνολογικών εξελίξεων·

 μέσω της διασφάλισης της συνέπειας με την εμπιστευτικότητα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής των χρηστών και του εμπορικού απορρήτου·

 μέσω της διασφάλισης ότι, όταν οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης που εισάγονται στον χώρο εργασίας έχουν άμεσο αντίκτυπο στις συνθήκες απασχόλησης των εργαζομένων που χρησιμοποιούν ψηφιακές υπηρεσίες, πρέπει να υπάρχει ολοκληρωμένη ενημέρωση των εργαζομένων·

5. Κυρώσεις

Η συμμόρφωση με τις εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να ενισχυθεί με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής αναλογικών προστίμων.

V. ΜΕΤΡΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχει σαφήνεια και καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι διαδικτυακοί μεσάζοντες θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το παράνομο περιεχόμενο στο διαδίκτυο. Οι αναθεωρημένοι κανόνες της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο θα πρέπει:

 να διευκρινίσουν ότι οποιαδήποτε κατάργηση ή απενεργοποίηση της πρόσβασης σε παράνομο περιεχόμενο δεν θα πρέπει να θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των χρηστών και των καταναλωτών και ότι το νόμιμο περιεχόμενο θα πρέπει να παραμένει αναρτημένο στο διαδίκτυο·

 να βελτιώσουν το νομικό πλαίσιο λαμβανομένου υπόψη του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζουν οι διαδικτυακοί μεσάζοντες και το διαδίκτυο στη διευκόλυνση του δημόσιου διαλόγου και την ελεύθερη διάδοση των στοιχείων, των απόψεων και των ιδεών·

 να διατηρήσουν την υποκείμενη νομική αρχή ότι οι διαδικτυακοί μεσάζοντες δεν θα πρέπει να φέρουν άμεση ευθύνη για τις πράξεις των χρηστών τους και ότι οι διαδικτυακοί μεσάζοντες μπορούν να συνεχίσουν να ελέγχουν το περιεχόμενο βάσει δίκαιων, προσβάσιμων, αμερόληπτων και διαφανών όρων και προϋποθέσεων παροχής υπηρεσιών·

 να διασαφηνίσουν ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από διαδικτυακούς μεσάζοντες σχετικά με το κατά πόσον συγκεκριμένο περιεχόμενο που αναφορτώνεται από χρήστες είναι νόμιμο, θα πρέπει να είναι προσωρινές, και ότι οι διαδικτυακοί μεσάζοντες δεν θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για αυτές, διότι μόνο τα δικαστήρια θα πρέπει να αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό τι συνιστά παράνομο περιεχόμενο·

 να διασφαλίσουν ότι δεν θίγεται η δυνατότητα των κρατών μελών να αποφασίζουν ποιο περιεχόμενο είναι παράνομο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο·

 να διασφαλίσουν ότι τα μέτρα που καλούνται να λάβουν οι διαδικτυακοί μεσάζοντες είναι αναλογικά, αποτελεσματικά και επαρκή για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο·

 να προσαρμόζουν τη σοβαρότητα των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται από τους παρόχους υπηρεσιών στη σοβαρότητα της παράβασης·

 να διασφαλίσουν ότι ο αποκλεισμός της πρόσβασης σε παράνομο περιεχόμενο και η αφαίρεσή του δεν απαιτεί αποκλεισμό της πρόσβασης στο σύνολο μιας πλατφόρμας και υπηρεσιών που κατά τα άλλα είναι νόμιμες·

 να καθιερώσουν νέες ρυθμίσεις ως προς τη διαφάνεια και την ανεξάρτητη εποπτεία των διαδικασιών και εργαλείων ελέγχου του περιεχομένου που σχετίζονται με την αφαίρεση παράνομου διαδικτυακού περιεχομένου· τα εν λόγω συστήματα και διαδικασίες θα πρέπει να συνοδεύονται από ισχυρές διασφαλίσεις διαφάνειας και λογοδοσίας και να είναι διαθέσιμα για ελέγχους και δοκιμές από τις αρμόδιες αρχές.

1. Ένας μηχανισμός κοινοποίησης και ανάληψης δράσης

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να θεσπίσει έναν εναρμονισμένο και νομικά εκτελεστό μηχανισμό κοινοποίησης και ανάληψης δράσης που θα βασίζεται σε ένα σύνολο σαφών διαδικασιών και συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων για κάθε στάδιο της διαδικασίας κοινοποίησης και ανάληψης δράσης. Ο μηχανισμός κοινοποίησης και ανάληψης δράσης θα πρέπει:

 να έχει εφαρμογή στο παράνομο διαδικτυακό περιεχόμενο ή συμπεριφορά·

 να κάνει διάκριση μεταξύ διαφόρων ειδών παρόχων, τομέων και/ή παράνομου περιεχομένου και διαφόρων επιπέδων σοβαρότητας της παράβασης·

 να δημιουργεί εύκολα προσβάσιμες, αξιόπιστες και φιλικές προς τον χρήστη διαδικασίες προσαρμοσμένες στο είδος του περιεχομένου·

 να επιτρέπει στους χρήστες να ενημερώνουν τους διαδικτυακούς μεσάζοντες, με εύκολο τρόπο και με ηλεκτρονικά μέσα, σχετικά με την ύπαρξη δυνητικά παράνομου διαδικτυακού περιεχομένου ή συμπεριφοράς·

 να αποσαφηνίζει με κατανοητό τρόπο υφιστάμενες έννοιες και διαδικασίες όπως «ταχεία δράση», «πραγματική γνώση και ευαισθητοποίηση», «στοχευμένες δράσεις», «μορφές κοινοποιήσεων» και «εγκυρότητα των κοινοποιήσεων»·

 να εγγυάται ότι οι κοινοποιήσεις δεν θα ενεργοποιούν αυτομάτως νομική ευθύνη ούτε θα πρέπει να επιβάλλουν οποιαδήποτε απαίτηση αφαίρεσης συγκεκριμένων τμημάτων του περιεχομένου ή αξιολόγησης της νομιμότητας·

 να απαιτεί οι κοινοποιήσεις να είναι επαρκώς ακριβείς και κατάλληλα εμπεριστατωμένες προκειμένου να παρέχουν στον πάροχο της υπηρεσίας στον οποίο απευθύνονται τη δυνατότητα να λαμβάνει ενημερωμένη και επιμελημένη απόφαση όσον αφορά την εφαρμογή της εκάστοτε κοινοποίησης, και να καθορίζει τις απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται ότι οι κοινοποιήσεις θα περιέχουν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για την ταχεία αφαίρεση παράνομου περιεχομένου·

 οι κοινοποιήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν την τοποθεσία (URL και χρονοσφραγίδα, κατά περίπτωση) του φερόμενου ως παράνομου περιεχομένου, ένδειξη του χρόνου και της ημερομηνίας κατά την οποία διαπράχθηκε η εικαζόμενη παράβαση, τον δηλωθέντα λόγο του αιτήματος που θα περιλαμβάνει εξήγηση του λόγου για τον οποίο ο κοινοποιών θεωρεί το περιεχόμενο παράνομο και, εφόσον απαιτείται, ανάλογα με το είδος του περιεχομένου, συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία για το αίτημα, και δήλωση καλής πίστης σύμφωνα με την οποία οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς·

 οι κοινοποιούντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, χωρίς όμως αυτό να είναι υποχρεωτικό, να συμπεριλάβουν τα στοιχεία επικοινωνίας τους στην κοινοποίηση· εάν αποφασίσουν να το πράξουν, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ανωνυμία τους έναντι του παρόχου του περιεχομένου· εάν δεν παρέχονται στοιχεία επικοινωνίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διεύθυνση IP ή άλλο ισοδύναμο στοιχείο· δεν θα πρέπει να επιτρέπονται ανώνυμες κοινοποιήσεις, όταν αυτές αφορούν παραβίαση δικαιωμάτων προσωπικότητας ή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·

 να θεσπίζει διασφαλίσεις για την πρόληψη της καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των χρηστών οι οποίοι, συστηματικά, κατ’ επανάληψη και κακόβουλα, υποβάλλουν παράνομες ή καταχρηστικές κοινοποιήσεις·

 να δημιουργεί υποχρέωση για τους διαδικτυακούς μεσάζοντες να επαληθεύουν το κοινοποιηθέν περιεχόμενο και να απαντούν εγκαίρως στον κοινοποιούντα και στο άτομο που αναφόρτωσε το περιεχόμενο με αιτιολογημένη απόφαση· μια τέτοια απαίτηση για απάντηση θα πρέπει να περιλαμβάνει την αιτιολογία της απόφασης, τον τρόπο λήψης της απόφασης, το κατά πόσον η απόφαση ελήφθη από άνθρωπο ή από φορέα αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, και πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα προσβολής της απόφασης από οποιοδήποτε από τα μέρη ενώπιον του μεσάζοντος, δικαστηρίου ή άλλου φορέα·

 να παρέχει πληροφορίες και να προβλέπει ένδικα μέσα για την προσβολή της απόφασης μέσω απάντησης σε κοινοποίηση, μεταξύ άλλων και εάν το περιεχόμενο έχει αφαιρεθεί μέσω αυτοματοποιημένων λύσεων, εκτός εάν μια τέτοια απάντηση σε κοινοποίηση έρχεται σε σύγκρουση με διεξαγόμενη έρευνα από τις αρχές επιβολής του νόμου·

 να διασφαλίζει ότι οι δικαστικές εντολές που εκδίδονται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο διαδικτυακός μεσάζοντας δεν θα πρέπει να υπάγονται στον μηχανισμό κοινοποίησης και ανάληψης δράσης.

Ο μηχανισμός κοινοποίησης και ανάληψης δράσης του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι δεσμευτικός μόνο στην περίπτωση παράνομου περιεχομένου. Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να στερεί από τους διαδικτυακούς μεσάζοντες τη δυνατότητα δημιουργίας παρόμοιου μηχανισμού κοινοποίησης και ανάληψης δράσης για άλλα είδη περιεχομένου.

2. Εξωδικαστική επίλυση διαφορών που συνδέεται με τους μηχανισμούς κοινοποίησης και ανάληψης δράσης

 Η απόφαση που λαμβάνεται από τον διαδικτυακό μεσάζοντα για το κατά πόσον πρέπει να ενεργήσει σχετικά με την επισήμανση περιεχομένου ως παράνομου θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφή αιτιολόγηση των δράσεων που αναλαμβάνονται σχετικά με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο κοινοποιών θα πρέπει να λαμβάνει επιβεβαίωση παραλαβής και ανακοίνωση στην οποία θα αναφέρεται η συνέχεια που δόθηκε στην κοινοποίηση.

 Οι πάροχοι του περιεχομένου που επισημαίνεται ως παράνομο θα πρέπει να ενημερώνονται αμέσως για την κοινοποίηση και, κατά περίπτωση, για τους λόγους και τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την αφαίρεση, την αναστολή ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης στο περιεχόμενο· όλα τα μέρη θα πρέπει να ενημερώνονται δεόντως για όλες τις υπάρχουσες διαθέσιμες νομικές επιλογές και μηχανισμούς για την αμφισβήτηση αυτής της απόφασης·

 όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν την απόφαση μέσω απάντησης σε κοινοποίηση, για την οποία θα πρέπει να ισχύουν σαφείς απαιτήσεις και να δίδεται μια εξήγηση· τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει επίσης να έχουν δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών·

 Το δικαίωμα κοινοποίησης και το δικαίωμα απάντησης σε κοινοποίηση από χρήστη πριν από τη λήψη απόφασης για την αφαίρεση περιεχομένου περιορίζονται ή αίρονται μόνον στις εξής περιπτώσεις:

α) οι διαδικτυακοί μεσάζοντες υπόκεινται σε εθνική νομική απαίτηση που υποχρεώνει τις διαδικτυακές υπηρεσίες διαμεσολάβησης να διακόψουν την παροχή του συνόλου των διαδικτυακών υπηρεσιών διαμεσολάβησης που παρέχουν σε έναν συγκεκριμένο χρήστη, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την τήρηση του μηχανισμού κοινοποίησης και ανάληψης δράσης· ή

β) η κοινοποίηση ή η απάντηση σε κοινοποίηση θα παρεμπόδιζε εν εξελίξει ποινική έρευνα λόγω της οποίας δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί η απόφαση αναστολής της πρόσβασης στο περιεχόμενο ή αφαίρεσης του περιεχομένου.

 Οι κανόνες του άρθρου 17 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο θα πρέπει να αναθεωρηθούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τίθενται σε εφαρμογή ανεξάρτητοι μηχανισμοί εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, οι οποίοι είναι διαθέσιμοι στους χρήστες σε περίπτωση διαφορών σχετικά με την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε έργα ή άλλο υλικό που αναφορτώνονται από αυτούς, ή σχετικά με την αφαίρεση των εν λόγω έργων ή υλικού·

 Ο μηχανισμός εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να πληροί ορισμένα πρότυπα, ιδίως όσον αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, την ανεξαρτησία, την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα· οι εν λόγω μηχανισμοί επιτρέπουν την επίλυση των διαφορών με αμερόληπτο τρόπο και δεν στερούν από τον χρήστη τη νομική προστασία που παρέχεται από το εθνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των χρηστών να προσφεύγουν σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα προστασίας.

 Εάν με τα ένδικα μέσα και την απάντηση σε κοινοποίηση διαπιστωθεί ότι η κοινοποιούμενη δραστηριότητα ή πληροφορία δεν είναι παράνομη, ο διαδικτυακός μεσάζων θα πρέπει να επαναφέρει το περιεχόμενο που αφαιρέθηκε ή ανεστάλη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή να επιτρέψει την εκ νέου αναφόρτωσή του από τον χρήστη.

 Κατά την έκδοση, την αμφισβήτηση ή την παραλαβή μιας κοινοποίησης, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να ενημερώνονται τόσο για τη δυνατότητα χρήσης εναλλακτικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών όσο και για το δικαίωμα προσφυγής σε αρμόδιο εθνικό δικαστήριο.

 Οι εξωδικαστικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να θίγουν τα δικαιώματα των εμπλεκομένων μερών να κινούν νομικές διαδικασίες.

3. Διαφάνεια του μηχανισμού κοινοποίησης και ανάληψης δράσης

Οι μηχανισμοί κοινοποίησης και ανάληψης δράσης θα πρέπει να είναι διαφανείς και δημοσίως διαθέσιμοι· για τον σκοπό αυτό, οι διαδικτυακοί μεσάζοντες θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιεύουν ετήσιες εκθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να είναι τυποποιημένες και να περιέχουν πληροφορίες σχετικά με:

 τον αριθμό όλων των κοινοποιήσεων που ελήφθησαν βάσει του μηχανισμού κοινοποίησης και ανάληψης δράσης και τα σχετικά είδη περιεχομένου·

 τον μέσο χρόνο απόκρισης ανά είδος περιεχομένου·

 τον αριθμό των εσφαλμένων αφαιρέσεων·

 το είδος των φορέων που εξέδωσαν τις κοινοποιήσεις (ιδιώτες, οργανισμοί, εταιρείες, αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου κ.λπ.) και τον συνολικό αριθμό των κοινοποιήσεών τους·

 πληροφορίες σχετικά με τη φύση του παράνομου χαρακτήρα του περιεχομένου ή του τύπου της παράβασης για την οποία αφαιρέθηκε·

 τον αριθμό των προσβαλλόμενων αποφάσεων που ελήφθησαν από τους διαδικτυακούς μεσάζοντες και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν·

 την περιγραφή του μοντέλου ελέγχου περιεχομένου που εφαρμόζει ο μεσάζων φιλοξενίας, καθώς και τυχόν αυτοματοποιημένων εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών πληροφοριών σχετικά με τη λογική που ακολουθείται·

 τα μέτρα που λαμβάνουν για τους κατά συρροή παραβάτες προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους ως προς την καταπολέμηση συστηματικά καταχρηστικής συμπεριφοράς αυτού του είδους.

Η υποχρέωση δημοσίευσης και οι απαιτούμενες λεπτομέρειες της εν λόγω έκθεσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος ή την κλίμακα στην οποία δραστηριοποιούνται οι διαδικτυακοί μεσάζοντες και το κατά πόσον έχουν στη διάθεσή τους μόνο περιορισμένους πόρους και εμπειρογνωσία. Οι πολύ μικρές και οι νεοφυείς επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται να επικαιροποιούν την εν λόγω έκθεση μόνον όταν υπάρχει σημαντική μεταβολή από το ένα έτος στο άλλο.

Οι διαδικτυακοί μεσάζοντες θα πρέπει επίσης να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες τους και τα χρονοδιαγράμματα παρέμβασης από ενδιαφερόμενα μέρη, όπως η προθεσμία για να υποβάλει απάντηση σε κοινοποίηση αυτός που αναφόρτωσε το περιεχόμενο, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο μεσάζων θα ενημερώσει αμφότερα τα μέρη σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και η προθεσμία για τους διάφορους τρόπους προσφυγής κατά οποιασδήποτε απόφασης.

4. Διατάξεις ασφαλούς λιμένα στα άρθρα 12, 13 και 14 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να προστατεύει και να διατηρεί τις ισχύουσες περιορισμένες απαλλαγές από την ευθύνη για τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας (διαδικτυακοί μεσάζοντες) που προβλέπεται στα άρθρα 12, 13 και 14 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

5. Ενεργοί και παθητικοί πάροχοι φιλοξενίας

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διατηρεί τις παρεκκλίσεις για τους μεσάζοντες που διαδραματίζουν ουδέτερο και παθητικό ρόλο και να αντιμετωπίζει την έλλειψη ασφάλειας δικαίου όσον αφορά την έννοια του «ενεργού ρόλου» κωδικοποιώντας τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επίσης να διευκρινίζεται ότι οι πάροχοι φιλοξενίας διαδραματίζουν ενεργό ρόλο όταν δημιουργούν το περιεχόμενο ή συμβάλλουν ως έναν βαθμό στον παράνομο χαρακτήρα του περιεχομένου, ή στην περίπτωση που αυτό ισοδυναμεί με υιοθέτηση του περιεχομένου τρίτων ως ιδίου περιεχομένου, όπως κρίνεται από τον μέσο χρήστη ή καταναλωτή.

Θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τα εθελοντικά μέτρα που λαμβάνονται από διαδικτυακούς μεσάζοντες για την αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι διαδραματίζουν ενεργό ρόλο, αποκλειστικά βάσει των μέτρων αυτών. Ωστόσο, η εφαρμογή τέτοιων μέτρων θα πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλες διασφαλίσεις, οι δε πρακτικές ελέγχου περιεχομένου θα πρέπει να είναι δίκαιες, προσβάσιμες, αμερόληπτες και διαφανείς.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διατηρεί τις απαλλαγές από την ευθύνη για υπηρεσίες υποστήριξης και υποδομής, οι οποίες δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των διαδικτυακών μεσαζόντων και των πελατών τους και οι οποίες απλώς εφαρμόζουν αποφάσεις που λαμβάνουν οι διαδικτυακοί μεσάζοντες ή οι πελάτες τους.

6. Απαγόρευση γενικής παρακολούθησης - άρθρο 15 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διατηρήσει την απαγόρευση της υποχρέωσης γενικής παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Οι διαδικτυακοί μεσάζοντες δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρεώσεις γενικής παρακολούθησης.

VI. ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να προτείνει ειδικούς νέους κανόνες για τις διαδικτυακές αγορές, για τη διαδικτυακή πώληση, προώθηση ή προμήθεια προϊόντων και για την παροχή υπηρεσιών στους καταναλωτές.

Οι νέοι αυτοί κανόνες θα πρέπει:

 να συνάδουν με μια μεταρρύθμιση της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, και να τη συμπληρώνουν·

 να καλύπτουν όλες τις οντότητες που προσφέρουν και κατευθύνουν υπηρεσίες και/ή προϊόντα σε καταναλωτές στην Ένωση, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση που είναι εγκατεστημένες εκτός της Ένωσης·

 να κάνουν διάκριση μεταξύ διαδικτυακών αγορών και άλλων τύπων παρόχων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων άλλων βοηθητικών δραστηριοτήτων διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας· εάν μία από τις υπηρεσίες που παρέχονται από μια εταιρεία πληροί τα κριτήρια που είναι αναγκαία για να θεωρηθεί ως αγορά, οι κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως στο συγκεκριμένο τμήμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από την εσωτερική οργάνωση της εν λόγω εταιρείας·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές καθιστούν σαφές από ποια χώρα πωλούνται τα προϊόντα ή παρέχονται οι υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το αν παρέχονται ή πωλούνται από την εν λόγω αγορά, από ένα τρίτο μέρος ή από έναν πωλητή που είναι εγκατεστημένος εντός ή εκτός της Ένωσης·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές αφαιρούν ταχύτατα κάθε γνωστή παραπλανητική πληροφορία που παρέχεται από τον προμηθευτή, συμπεριλαμβανομένων των παραπλανητικών σιωπηρών εγγυήσεων και δηλώσεων του προμηθευτή·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές, οι οποίες προσφέρουν επαγγελματικές υπηρεσίες, αναφέρουν πότε ένα επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο κατά την έννοια της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, ώστε να μπορούν οι καταναλωτές να προβαίνουν σε τεκμηριωμένη επιλογή και να επαληθεύουν, όπου απαιτείται, από τη σχετική αρμόδια αρχή εάν ένας επαγγελματίας πληροί τις απαιτήσεις για συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές είναι διαφανείς και λογοδοτούν και συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προκειμένου να εντοπίζουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι για επικίνδυνα προϊόντα και να ειδοποιούν τις εν λόγω αρχές μόλις αντιληφθούν την ύπαρξη εν λόγω προϊόντων στις πλατφόρμες τους·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές συμβουλεύονται το ενωσιακό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για επικίνδυνα μη εδώδιμα προϊόντα (RAPEX) και διενεργούν τυχαίους ελέγχους σε ανακληθέντα και επικίνδυνα προϊόντα και, όπου είναι δυνατόν, λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τα σχετικά προϊόντα·

 να διασφαλίζουν ότι μόλις τα προϊόντα χαρακτηριστούν μη ασφαλή και/ή παραποιημένα από τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης της Ένωσης, από τις εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς, από τις τελωνειακές αρχές ή από τις αρχές προστασίας των καταναλωτών, θα πρέπει να είναι υποχρεωτική η αφαίρεση προϊόντων από την αγορά χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές ενημερώνουν τους καταναλωτές μόλις ένα προϊόν που έχουν αγοράσει από αυτές αφαιρεθεί από την πλατφόρμα τους κατόπιν κοινοποίησης σχετικά με τη μη συμμόρφωσή του με τους ενωσιακούς κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων και την προστασία των καταναλωτών· θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τους καταναλωτές για τυχόν ζητήματα ασφάλειας και για οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείται για την αποτελεσματική εκτέλεση των ανακλήσεων·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές θέτουν σε εφαρμογή μέτρα για την αντιμετώπιση των κατά συρροή παραβατών που προσφέρουν επικίνδυνα προϊόντα, σε συνεργασία με τις αρχές σύμφωνα με τον κανονισμό για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων, και ότι λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη της επανεμφάνισης επικίνδυνων προϊόντων που είχαν ήδη αφαιρεθεί·

 να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υποχρεούνται οι προμηθευτές που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα να ιδρύσουν υποκατάστημα στην Ένωση ή να ορίσουν έναν νόμιμο εκπρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση, ο οποίος θα μπορεί να λογοδοτεί για την πώληση, σε Ευρωπαίους καταναλωτές, προϊόντων ή υπηρεσιών που δεν συμμορφώνονται με τους ενωσιακούς κανόνες ασφαλείας·

 να αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ευθύνης των διαδικτυακών αγορών για ζημίες που υφίστανται οι καταναλωτές και για τη μη λήψη κατάλληλων μέτρων για την αφαίρεση παράνομων προϊόντων αφότου έχουν όντως λάβει γνώση της ύπαρξης των εν λόγω παράνομων προϊόντων·

 να αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ευθύνης των διαδικτυακών αγορών όταν οι εν λόγω πλατφόρμες έχουν κυρίαρχη επιρροή στους προμηθευτές και τα ουσιώδη στοιχεία των οικονομικών συναλλαγών, όπως είναι τα μέσα πληρωμής, οι τιμές, οι προκαθορισμένοι όροι και προϋποθέσεις, ή η συμπεριφορά που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της πώλησης αγαθών σε καταναλωτή στην ενωσιακή αγορά, και δεν υπάρχει κατασκευαστής, εισαγωγέας ή διανομέας εγκατεστημένος στην Ένωση που να μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος·

 να αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ευθύνης των διαδικτυακών αγορών εάν η διαδικτυακή αγορά δεν ενημερώσει τον καταναλωτή ότι ένα τρίτο μέρος είναι ο πραγματικός προμηθευτής των αγαθών ή των υπηρεσιών, ώστε να καταστεί έτσι η αγορά υπεύθυνη βάσει σύμβασης έναντι του καταναλωτή· θα πρέπει επίσης να εξετάζεται η ευθύνη σε περίπτωση που η αγορά παρέχει εν γνώσει της παραπλανητικές πληροφορίες·

 να διασφαλίζουν ότι οι διαδικτυακές αγορές έχουν δικαίωμα επανόρθωσης σε περίπτωση υπαιτιότητας προμηθευτή ή παραγωγού·

 να διερευνήσουν τη δυνατότητα επέκτασης της δέσμευσης ορισμένων λιανοπωλητών ηλεκτρονικού εμπορίου και της Επιτροπής για την αντίστοιχη ταχύτερη αφαίρεση των επικίνδυνων ή παραποιημένων προϊόντων από την πώληση στο πλαίσιο των καθεστώτων εθελοντικής δέσμευσης με την ονομασία «Δέσμευση για την ασφάλεια των προϊόντων» και «Μνημόνιο συμφωνίας για την πώληση προϊόντων παραποίησης/απομίμησης μέσω του διαδικτύου» και να αναφέρουν ποιες από τις δεσμεύσεις αυτές θα μπορούσαν να καταστούν υποχρεωτικές.

VII. ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΣΥΣΤΗΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διατυπώσει μια πρόταση για ένα νέο χωριστό μέσο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο συστημικός ρόλος συγκεκριμένων διαδικτυακών πλατφορμών δεν θα θέτει σε κίνδυνο την εσωτερική αγορά με τον αθέμιτο αποκλεισμό καινοτόμων νεοεισερχόμενων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, των επιχειρηματιών και των νεοφυών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι επιλογές των καταναλωτών.

Για τον σκοπό αυτό, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει ιδίως:

 να θεσπίσει εκ των προτέρων μηχανισμό για την πρόληψη (αντί της απλής αποκατάστασης) αστοχιών της αγοράς που προκαλούνται από «συστημικούς φορείς» στον ψηφιακό κόσμο, με βάση τον κανονισμό για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων· ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να επιτρέπει στις ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν διορθωτικά μέτρα στους συστημικούς φορείς προκειμένου να αντιμετωπίζουν τις αστοχίες της αγοράς, χωρίς να διαπιστώνεται παραβίαση των κανόνων ανταγωνισμού·

 να εξουσιοδοτεί τις ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν αναλογικά και σαφώς καθορισμένα διορθωτικά μέτρα στις εταιρείες που έχουν προσδιοριστεί ως «συστημικοί φορείς», με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες καθώς και έναν κλειστό κατάλογο των θετικών και αρνητικών ενεργειών οι οποίες είναι υποχρεωτικές ή, αντίστοιχα, απαγορευμένες για τις εν λόγω εταιρείες· στην εκτίμηση επιπτώσεών της, η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε διεξοδική ανάλυση των διαφόρων ζητημάτων που παρατηρούνται έως τώρα στην αγορά, όπως:

 - η έλλειψη διαλειτουργικότητας και κατάλληλων εργαλείων, δεδομένων, εμπειρογνωσίας και πόρων που τίθενται σε χρήση από τους συστημικούς φορείς προκειμένου οι καταναλωτές να έχουν τη δυνατότητα εναλλαγής ή σύνδεσης και διαλειτουργικότητας μεταξύ ψηφιακών πλατφορμών ή διαδικτυακών οικοσυστημάτων·

 - η συστηματική προτιμησιακή προβολή, η οποία επιτρέπει στους συστημικούς φορείς να ενισχύουν την προβολή των δικών τους κατάντη υπηρεσιών·

 - η χρήση της περιβάλλουσας ανάλυσης δεδομένων με στόχο την επέκταση της ισχύος των συστημικών φορέων από μία αγορά σε όμορες αγορές, με αποτέλεσμα την αυτοπροτίμηση των δικών τους προϊόντων και υπηρεσιών, και την εφαρμογή πρακτικών που αποσκοπούν στον εγκλωβισμό των καταναλωτών·

 - η ευρέως διαδεδομένη πρακτική της απαγόρευσης των τρίτων επιχειρηματικών χρηστών να κατευθύνουν τους καταναλωτές στον δικό τους ιστότοπο μέσω της επιβολής συμβατικών ρητρών·

 - η έλλειψη διαφάνειας των συστημάτων συστάσεων που χρησιμοποιούν οι συστημικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων και των κριτηρίων για τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων·

 να διασφαλίζει ότι οι συστημικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποδεικνύουν ότι η εν λόγω συμπεριφορά είναι δικαιολογημένη·

 να διευκρινίζει ότι ορισμένα ρυθμιστικά διορθωτικά μέτρα θα πρέπει να επιβληθούν σε όλους τους «συστημικούς φορείς», όπως οι υποχρεώσεις διαφάνειας ως προς τον τρόπο άσκησης των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, ιδίως όσον αφορά τον τρόπο συλλογής και χρήσης των δεδομένων, και μια απαγόρευση να επιδίδονται οι «συστημικοί φορείς» σε οποιαδήποτε πρακτική που αποσκοπεί να δυσχεράνει για τους καταναλωτές την αλλαγή προμηθευτή ή τη χρήση υπηρεσιών από διαφορετικούς προμηθευτές, ή να εφαρμόζουν άλλες μορφές αδικαιολόγητων διακρίσεων που αποκλείουν ή θέτουν σε μειονεκτική θέση άλλες επιχειρήσεις·

 να εξουσιοδοτεί τις ρυθμιστικές αρχές να εγκρίνουν προσωρινά μέτρα και να επιβάλλουν κυρώσεις σε «συστημικούς φορείς» που δεν τηρούν τις διάφορες ρυθμιστικές υποχρεώσεις που τους επιβάλλονται·

 να διασφαλίζει ότι η Επιτροπή θα έχει την εξουσία να λαμβάνει την τελική απόφαση σχετικά με το κατά πόσον ένας πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας αποτελεί «συστημικό φορέα» βάσει των όρων του μηχανισμού εκ των προτέρων ρύθμισης·

 να παρέχει στους χρήστες των «συστημικών φορέων» τη δυνατότητα να ενημερώνονται, να απενεργοποιούν και να είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά και να αποφασίζουν τι είδους περιεχόμενο επιθυμούν να δουν· οι χρήστες θα πρέπει επίσης να είναι κατάλληλα ενημερωμένοι για όλους τους λόγους για τους οποίους τους προτείνεται συγκεκριμένο περιεχόμενο·

 να διασφαλίζει ότι θα τηρούνται τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρχές του ΓΚΠΔ – συμπεριλαμβανομένης της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, του περιορισμού των σκοπών, της προστασίας των δεδομένων βάσει σχεδιασμού και εξ ορισμού, και των νομικών λόγων της επεξεργασίας·

 να διασφαλίζει κατάλληλα επίπεδα διαλειτουργικότητας που απαιτούν από τους «συστημικούς φορείς» να ανταλλάσσουν κατάλληλα εργαλεία, δεδομένα, εμπειρογνωσία και πόρους που τίθενται σε χρήση, προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι εγκλωβισμού των χρηστών και των καταναλωτών και τεχνητής δέσμευσης των χρηστών σε έναν συστημικό φορέα, χωρίς ρεαλιστική δυνατότητα ή κίνητρα για αλλαγή μεταξύ ψηφιακών πλατφορμών ή διαδικτυακών οικοσυστημάτων· στο πλαίσιο των εν λόγω μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να διερευνήσει διάφορες τεχνολογίες και ανοικτά πρότυπα και πρωτόκολλα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας τεχνικής διεπαφής (διεπαφή προγραμματισμού εφαρμογών) που επιτρέπει στους χρήστες ανταγωνιστικών πλατφορμών να συνδέονται με τους συστημικούς φορείς και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με αυτούς· οι συστημικοί φορείς δεν επιτρέπεται να κάνουν εμπορική χρήση των δεδομένων που λαμβάνουν από τρίτους κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων διαλειτουργικότητας, για σκοπούς εκτός της διευκόλυνσης των εν λόγω δραστηριοτήτων· οι υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας δεν θα πρέπει να περιορίζουν, να εμποδίζουν ή να καθυστερούν την ικανότητα των μεσαζόντων να διορθώνουν τρωτά σημεία·

 να διασφαλίζει ότι ο νέος μηχανισμός εκ των προτέρων ρύθμισης δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί αυτοπροτίμησης και συνολικής κάθετης ολοκλήρωσης, και να διασφαλίζει ότι αμφότερα τα μέσα πολιτικής είναι πλήρως ανεξάρτητα.

VIII. ΕΠΟΠΤΕΙΑ, ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΗ

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να βελτιώνει την εποπτεία και την επιβολή των υφιστάμενων κανόνων και να ενισχύει τη ρήτρα της εσωτερικής αγοράς ως ακρογωνιαίο λίθο της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, συμπληρώνοντάς την με ένα νέο μηχανισμό συνεργασίας που αποσκοπεί στη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών, της συνεργασίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και, κατόπιν αιτήματος, της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως μεταξύ των αρχών στη χώρα καταγωγής που είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών και των αρχών στη χώρα υποδοχής στην οποία ο πάροχος παρέχει τις υπηρεσίες του.

Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει διεξοδική εκτίμηση επιπτώσεων για να αξιολογήσει το καταλληλότερο μοντέλο εποπτείας και επιβολής για την εφαρμογή των διατάξεων όσον αφορά τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, τηρώντας παράλληλα τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

Στην εκτίμηση επιπτώσεών της, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τα υφιστάμενα μοντέλα, όπως το Δίκτυο Συνεργασίας για την Προστασία των Καταναλωτών (CPC), την Ομάδα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων (ERGA), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (EDBP) και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού (ECN), και να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ενός υβριδικού συστήματος εποπτείας.

Το εν λόγω υβριδικό σύστημα εποπτείας, το οποίο θα βασίζεται στον συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ σε συνεργασία με ένα δίκτυο εθνικών αρχών, θα πρέπει να βελτιώνει την παρακολούθηση και την εφαρμογή του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, να επιβάλλει τη συμμόρφωση, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής ρυθμιστικών προστίμων, άλλων κυρώσεων ή μέτρων, και θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργεί ελέγχους των μεσαζόντων και των πλατφορμών. Θα πρέπει επίσης να διευθετεί, όπου χρειάζεται, διασυνοριακές διαφορές μεταξύ των εθνικών αρχών, να αντιμετωπίζει σύνθετα διασυνοριακά ζητήματα, να παρέχει συμβουλές και καθοδήγηση και να εγκρίνει ενωσιακούς κώδικες και αποφάσεις, και, από κοινού με τις εθνικές αρχές, θα πρέπει να είναι σε θέση να δρομολογεί πρωτοβουλίες και έρευνες για διασυνοριακά ζητήματα. Η τελική εποπτεία των υποχρεώσεων των κρατών μελών θα πρέπει να παραμείνει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής.

Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και, από κοινού με τις εθνικές αρχές, να τηρεί δημόσιο «πίνακα αποτελεσμάτων των πλατφορμών» με σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τη συμμόρφωση με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει και να υποστηρίξει τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός ευρωπαϊκού εργαλείου αποθετηρίου ερευνών για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής δεδομένων με δημόσιους οργανισμούς, ερευνητές, ΜΚΟ και πανεπιστήμια για ερευνητικούς σκοπούς.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει επίσης να εισαγάγει νέα στοιχεία για την επιβολή στο άρθρο 16 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο όσον αφορά την αυτορρύθμιση.

 


 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ο ουσιώδης ρόλος της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο στην ενίσχυση του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ευρώπη. Από την έκδοσή της το 2000, η οδηγία έχει καταστεί ο ακρογωνιαίος λίθος της ψηφιακής ενιαίας αγοράς που, με την αυξανόμενη ψηφιοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας, θα πρέπει τώρα να στηρίξει ολόκληρο το έργο της εσωτερικής αγοράς.

 

Ωστόσο, 20 χρόνια αργότερα έχουν εμφανιστεί νέες οικονομικές ευκαιρίες και προκλήσεις. Έχουν εγκριθεί νέοι κανόνες σχετικά με την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων αβεβαιοτήτων και προκλήσεων. Επίσης, πολλές νέες ψηφιακές υπηρεσίες έχουν αναπτυχθεί πέραν του υφιστάμενου νομικού πλαισίου της ΕΕ παρά τις απόπειρες του Δικαστηρίου να καλύψει ορισμένα από τα υφιστάμενα νομικά κενά.

 

Στο πλαίσιο της δέσμευσης της Επιτροπής να παρουσιάσει νέα δέσμη μέτρων για τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, η παρούσα έκθεση έχει ως στόχο να παράσχει ενδείξεις στην επιτροπή IMCO του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη μεταρρύθμιση της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, καθώς και τις ειδικές συστάσεις σχετικά με τα σημαντικά στοιχεία της εν λόγω μεταρρύθμισης και το πιθανό πεδίο εφαρμογής και περιεχόμενο του μελλοντικού νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες που ανακοίνωσε η Επιτροπή, τον Φεβρουάριο του 2020, στην ανακοίνωσή της για την ψηφιακή στρατηγική.

 

Ο εισηγητής ως εκ τούτου προσπάθησε να διαβουλευτεί με τους ενδιαφερόμενους φορείς με όσο το δυνατόν ευρύτερο και διαφανέστερο τρόπο προκειμένου να διασφαλίσει ότι η έκθεση αντιμετωπίζει πραγματικά προβλήματα και περιορίζει περιττές ανεπιθύμητες συνέπειες.

 

Ο εισηγητής συνιστά να διατηρηθούν οι θεμελιώδεις αρχές του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπου υπάρχουν ανεπαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την αλλαγή τους, όπως η ρήτρα για την εσωτερική αγορά και η απαλλαγή από την ευθύνη για παράνομο διαδικτυακό περιεχόμενο υπέρ ορισμένων πλατφορμών και υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

 

Ωστόσο, δεδομένης της αυξανόμενης σημασίας των διαδικτυακών πλατφορμών και ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής απόψεων με εμπειρογνώμονες και ενδιαφερόμενους φορείς, ο εισηγητής σημειώνει την ανάγκη να εξασφαλιστεί καλύτερη προστασία των καταναλωτών και να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι κατακερματισμού της ψηφιακής ενιαίας αγοράς.

 

Βάσει της αξιολόγησης από τον εισηγητή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, ο εισηγητής προτείνει ορισμένες βελτιώσεις στην οδηγία και συγκεκριμένες προτάσεις για τις μελλοντικές διατάξεις στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες. Οι συστάσεις παρουσιάζονται σε μια σειρά βασικών τομέων.

 

Γενικές αρχές

Ο εισηγητής προτείνει να χρησιμοποιηθεί μια προσέγγιση για τη θεμελίωση του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες στους κανόνες που ισχύουν επί του παρόντος για τις ψηφιακές υπηρεσίες, και συγκεκριμένα την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τον κανονισμό για τις σχέσεις μεταξύ πλατφορμών και επιχειρήσεων.

 

Είναι επίσης της γνώμης ότι οι βασικές αρχές της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, όπως η ρήτρα για την εσωτερική αγορά, η ελευθερία εγκατάστασης και η απαγόρευση επιβολής υποχρέωσης γενικής παρακολούθησης, πρέπει να συμπληρωθούν με τις αρχές του «ό,τι είναι παράνομο εκτός διαδικτύου είναι παράνομο και στο διαδίκτυο», καθώς και της προστασίας των καταναλωτών και της ασφάλειας των χρηστών.

 

Πεδίο εφαρμογής

Ο εισηγητής προτείνει ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες να καλύπτει όλες τις ψηφιακές υπηρεσίες και να μην επικεντρώνεται μόνο στις διαδικτυακές πλατφόρμες. Θα πρέπει επίσης να καλύπτει τις εταιρείες που δεν είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ, αλλά παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους καταναλωτές της ΕΕ.

 

Ορισμοί

Οι ορισμοί, οι οποίοι καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, αποδείχθηκε ότι αντέχουν στον χρόνο και έχουν εφαρμογή σε διάφορα ψηφιακά επιχειρηματικά μοντέλα. Ωστόσο, απαιτείται ένας βαθμός σαφήνειας όσον αφορά τις νέες ψηφιακές υπηρεσίες και ο εισηγητής προτείνει να αποσαφηνιστούν οι υφιστάμενοι ορισμοί της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και, όπου χρειάζεται, να εισαχθούν νέα στοιχεία για να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά.

 

Υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας

Ο εισηγητής προτείνει να εισαγάγει ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες σαφείς υποχρεώσεις διαφάνειας και πληροφόρησης σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια. Τα νέα στοιχεία θα πρέπει να βελτιώνουν τις γενικές απαιτήσεις πληροφόρησης, να εισάγουν δίκαιους συμβατικούς όρους και γενικές προϋποθέσεις και να ενισχύουν τις απαιτήσεις διαφάνειας για τις εμπορικές επικοινωνίες. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να ενισχυθούν με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.

 

Τεχνητή νοημοσύνη

Ο εισηγητής θεωρεί ότι τα ζητήματα που σχετίζονται με τις υπηρεσίες που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, όπως η διαφάνεια, η λογοδοσία, η αξιολόγηση του κινδύνου και η ευθύνη, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται δεόντως στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.

 

Αντιμετώπιση του παράνομου διαδικτυακού περιεχομένου

Ο εισηγητής πιστεύει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχει σαφήνεια και καθοδήγηση όσον αφορά την αντιμετώπιση του παράνομου διαδικτυακού περιεχομένου.

 

Δεδομένης της επιτυχίας της, η λογική των ασφαλών λιμένων ευθύνης για τις ψηφιακές πλατφόρμες που καλύπτονται επί του παρόντος από την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο (άρθρα 12-14: απλή μετάδοση, προσωρινή αποθήκευση και φιλοξενία), καθώς και το άρθρο 15, θα πρέπει να διατηρηθούν. Για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των κανόνων, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες ένα πλήρες πλαίσιο για τη διαδικασία κοινοποίησης και ανάληψης δράσης με λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή κοινοποιήσεων και την αξιολόγησή τους.

 

Ο εισηγητής υποστήριξε την προσέγγιση αυτή και ανέπτυξε λεπτομερείς συστάσεις σχετικά με τα ακριβή δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις διαδικασίες και τα χρονοδιαγράμματα για κάθε στάδιο της διαδικασίας κοινοποίησης και ανάληψης δράσης.

 

Ο εισηγητής πιστεύει επίσης ότι μια πιο ευθυγραμμισμένη προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που λαμβάνει υπόψη τα διάφορα είδη περιεχομένου, θα καταστήσει αποτελεσματικότερη την καταπολέμηση του παράνομου περιεχομένου και, για τον σκοπό αυτό, προτείνει επίσης στην Επιτροπή να αποσαφηνίσει την αποκλίνουσα εφαρμογή και το κριτήριο των ενεργητικών και των παθητικών παρόχων φιλοξενίας.

 

Τέλος, ο εισηγητής πιστεύει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα θα πρέπει να προστατεύονται αποτελεσματικότερα με την εισαγωγή διαφόρων διασφαλίσεων κατά της συχνής υπεραφαίρεσης νόμιμου περιεχομένου, όπως είναι η διαφάνεια όσον αφορά τις αφαιρέσεις περιεχομένου, την επεξεργασία τους, τα σφάλματα, τους παράγοντες και τις κοινοποιήσεις και η εισαγωγή της δυνατότητας υιοθέτησης ενός μηχανισμού εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για την επίλυση των καταγγελιών των θιγόμενων χρηστών.

 

Διαδικτυακές αγορές

Ο εισηγητής πιστεύει ότι μπορούν να γίνουν αρκετές βελτιώσεις στη δέσμη μέτρων για τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες όσον αφορά τις διαδικτυακές αγορές, οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την πώληση και διανομή παράνομων και μη ασφαλών προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες της ΕΕ για την ασφάλεια των προϊόντων και δεν εγγυώνται επαρκώς τα δικαιώματα των καταναλωτών.

 

Εκ των προτέρων ρύθμιση συστημικών πλατφορμών

Ο εισηγητής θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να διατυπώσει μια πρόταση στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων για τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο συστημικός ρόλος συγκεκριμένων διαδικτυακών πλατφορμών δεν θα θέτει σε κίνδυνο την εσωτερική αγορά με τον αθέμιτο αποκλεισμό των καινοτόμων παραγόντων που εισέρχονται στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Οι μεγάλες πλατφόρμες με σημαντικά αποτελέσματα δικτύωσης, οι οποίες είναι σε θέση να λειτουργούν ως de facto «διαδικτυακοί φύλακες», θα πρέπει να έχουν ειδικές ευθύνες.

 

Εποπτεία και συνεργασία

Ο εισηγητής πιστεύει ότι, δεδομένου του διασυνοριακού χαρακτήρα των ψηφιακών υπηρεσιών, η αποτελεσματική εποπτεία και συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του νέου νομικού πλαισίου. Για τον σκοπό αυτό, ο εισηγητής προτείνει τη δημιουργία ενός υβριδικού συστήματος εποπτείας, βασισμένου στον συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ, σε συνεργασία με ένα δίκτυο εθνικών αρχών .

Η προσέγγιση αυτή απαιτεί, αφενός, την εναρμόνιση των βασικών κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία των χρηστών και, αφετέρου, τη συνεργασία και την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την επιβολή των κανόνων.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (4.9.2020)

<CommissionInt>προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών</CommissionInt>


<Titre>που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες: βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς</Titre>

<DocRef>(2020/2018(INL))</DocRef>

Συντάκτρια γνωμοδότησης: <Depute>Josianne Cutajar</Depute>

(*) Συνδεδεμένη επιτροπή – Άρθρο 57 του Κανονισμού

 

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Μεταφορών και Τουρισμού καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, αρμόδια επί της ουσίας:

 να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το πλαίσιο στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο χρονολογείται πριν από την εποχή της ψηφιακής οικονομίας και, ως εκ τούτου, δεν αντικατοπτρίζει την τεχνική, οικονομική, εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητα των σημερινών επιγραμμικών υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εθνικές και τοπικές ρυθμίσεις διαφέρουν στα διάφορα κράτη μέλη και ότι η έλλειψη εναρμονισμένης προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ έχει οδηγήσει σε κατακερματισμό της αγοράς.

Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ολόκληρο το οικοσύστημα επιγραμμικών πλατφορμών στους τομείς των μεταφορών και του τουρισμού κυριαρχεί στην αγορά περιορισμένος αριθμός εταιρειών, οι οποίες λειτουργούν ως «πυλωροί» που θέτουν υψηλά εμπόδια εισόδου στην αγορά εξαιτίας των οποίων ατονεί ο ανταγωνισμός με συνέπεια να περιορίζονται οι επιλογές των καταναλωτών·

Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες είχαν θετικό αντίκτυπο στην προσβασιμότητα των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού, ενώ επίσης είχαν σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη τεχνολογιών συστημάτων ευφυών μεταφορών, ιδίως στον τομέα των αυτόνομων οχημάτων·

Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η αυξημένη ψηφιοποίηση των τομέων των μεταφορών και του τουρισμού είχε πολλά θετικά αποτελέσματα, με τη μορφή μεγαλύτερης ελευθερίας επιλογής, καλύτερης χρήσης των πόρων και ευκολότερων ανταλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων·

Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να αναγνωριστούν οι μεγάλες ευκαιρίες που υπάρχουν για να επιταχυνθεί περαιτέρω η ψηφιοποίηση του κλάδου των μεταφορών και ότι, υπό το πρίσμα αυτό, ο μελλοντικός κανονισμός πρέπει να σχεδιαστεί έτσι ώστε να διευκολύνει την τεχνολογική ανάπτυξη και όχι να την παρεμποδίζει, προωθώντας ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό επί ίσοις όροις·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση δεν αποκομίζει ακόμη όλα τα οφέλη της διαλειτουργικότητας, ιδίως λόγω των ελλείψεων στον καθορισμό προτύπων, στις δημόσιες συμβάσεις και στον συντονισμό μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών·

Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ανάγκη για σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές πληροφορικής, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα να φιλοξενηθούν οι ψηφιακές υπηρεσίες που θα οικοδομήσουν τη μελλοντική ευημερία στην Ευρώπη·

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ψηφιακές επιγραμμικές πλατφόρμες έχουν δημιουργήσει τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις στην αγορά εργασίας και κατά κανόνα βασίζονται σε μη τυπικό εργατικό δυναμικό του οποίου οι συνθήκες απασχόλησης, εκπροσώπησης και κοινωνικής προστασίας παραμένουν ασαφείς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μειονεκτικές·

1. λαμβάνει υπό σημείωση τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε τις τελευταίες δύο δεκαετίες η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο συμβάλλοντας στην ανάπτυξη πλατφορμών μεταφορών και τουρισμού στην ευρωπαϊκή ψηφιακή ενιαία αγορά·

2. σημειώνει ότι το πεδίο εφαρμογής του ορισμού των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που παρέχεται στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει αποτελέσει αντικείμενο πλούσιας νομολογίας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ιδίως όσον αφορά τις επιγραμμικές πλατφόρμες στους τομείς των μεταφορών και των βραχυπρόθεσμων μισθώσεων, και ως εκ τούτου απαιτείται ένα επικαιροποιημένο και σαφές πεδίο εφαρμογής του ορισμού, λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη νομολογία·

3. επισημαίνει ότι οι επιγραμμικές πλατφόρμες στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού χαιρετίστηκαν ευρείας από τους χρήστες και ότι η δραστηριότητά τους έχει οδηγήσει σε νέα καταναλωτική συμπεριφορά· σημειώνει ότι η ενθάρρυνση των πλατφορμών να λαμβάνουν προδραστικά μέτρα μπορεί να είναι ένας τρόπος για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, ασφάλεια και προστασία των χρηστών· υπενθυμίζει ωστόσο ότι η απουσία σαφών, διαφανών και επικαιροποιημένων κανόνων για τις επιγραμμικές πλατφόρμες έχει οδηγήσει σε ορισμένες περιπτώσεις σε κατακερματισμό της αγοράς και αβεβαιότητα, δυνητικά επιζήμια για τις επιχειρήσεις και δημιουργεί έναν σημαντικό φραγμό για την περαιτέρω ανάπτυξή τους, ιδίως για νεοεισερχόμενους στην αγορά·

4. καλεί την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την ευθύνη των πλατφορμών μεταφορών και τουρισμού, λαμβάνοντας υπόψη το εκάστοτε επιχειρηματικό μοντέλο· καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ενιαία υποχρέωση για τις πλατφόρμες μεταφορών και τουρισμού να επαληθεύουν την ταυτότητα των παρόχων υπηρεσιών και να ζητούν από τους παρόχους υπηρεσιών τις εγκρίσεις, τις άδειες και τα πιστοποιητικά που βεβαιώνουν τη νομιμότητα και την ασφάλεια της προσφερόμενης υπηρεσίας, να καθιερώσουν τη χρήση πρωτοκόλλων δέουσας επιμέλειας, να διασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες που παρέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών είναι επικαιροποιημένες και να λάβουν μέτρα κατά του παράνομου περιεχομένου, προκειμένου να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί ασφαλέστερο περιβάλλον και ασφάλεια δικαίου για τους χρήστες και τις δημόσιες αρχές·

5. καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει αρχές σε επίπεδο ΕΕ για να αποσαφηνίσει τις διαδικασίες αναγγελίας και δράσης, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο της ψηφιακής υπηρεσίας που προσφέρεται και τους εμπλεκόμενους φορείς· σε συνέχεια αναγγελίας από αρμόδια αρχή, η οποία παρέχει πραγματική γνώση παρανομίας, και σε περίπτωση αδράνειας της πλατφόρμας, πρέπει να θεσπιστεί ένας αποτελεσματικός, αποτρεπτικός και αναλογικός μηχανισμός επιβολής κυρώσεων·

6. τονίζει την ανάγκη να αξιολογηθεί το ζήτημα των αγορών τρίτων χωρών που παρέχουν πρόσβαση σε προϊόντα και υπηρεσίες στους Ευρωπαίους καταναλωτές, όταν δεν υπάρχει κατασκευαστής, εισαγωγέας ή διανομέας εγκατεστημένος στην ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ·

7. υπενθυμίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή των κανόνων που επηρεάζουν την αγορά επιγραμμικών πλατφορμών από τα υφιστάμενα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διευκόλυνση της ανταλλαγής δεδομένων, την έννομη προστασία των καταναλωτών και την προώθηση του διαλόγου με τους συμφεροντούχους· τονίζει ότι η βαρύτητα και οι ιδιαιτερότητες της αγοράς επιγραμμικών πλατφορμών στους τομείς των μεταφορών και του τουρισμού απαιτούν μια τομεακή προσέγγιση και πρέπει να συνεκτιμηθούν με ιδιαίτερη προσοχή· ζητεί να διερευνηθεί η δυνατότητα δημιουργίας, εντός του υφιστάμενου πλαισίου, ενιαίου σημείου επαφής για τις πλατφόρμες του τουρισμού και των μεταφορών·

8. ζητεί από την ΕΚ να αποσαφηνίσει περαιτέρω τον τρόπο λειτουργίας της αρχής της χώρας προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών παρεκκλίσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου σε ολόκληρη την ΕΕ·

9. καλεί την Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των ΜΜΕ· συνιστά η μελλοντική νομοθεσία να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης στην ενιαία αγορά· ζητεί επίσης να μειωθεί ο περιττός διοικητικός φόρτος για τις ΜΜΕ που παρέχουν υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού και να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πολλές ΜΜΕ έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση· υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της πρόσβασης σε δεδομένα για τις ΜΜΕ στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού·

10. εφιστά την προσοχή στην πολύ συγκεκριμένη φύση του περιεχομένου στις πλατφόρμες μεταφορών και τουρισμού σε σύγκριση με άλλους τομείς, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται να συμμορφώνεται με ακριβή κριτήρια που τίθενται σε εθνικό επίπεδο· ζητεί μια τομεακή προσπάθεια υπό τον συντονισμό της ΕΕ με σκοπό όλοι οι συμφεροντούχοι να συμφωνήσουν σε σύνολα κριτηρίων, όπως εγκρίσεις, άδειες ή, όπου αρμόζει, ένας τοπικός ή εθνικός αριθμός καταχώρισης της παρεχόμενης υπηρεσίας, σύμφωνα με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς, τα οποία θα είναι αναγκαία για την παροχή μιας υπηρεσίας σε μια πλατφόρμα, με στόχο τη διευκόλυνση της συνεργασίας και την ενίσχυση των επιχειρηματικών ευκαιριών· τονίζει τη σημασία των πλατφορμών συνεργατικής οικονομίας στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού, στις οποίες παρέχονται υπηρεσίες τόσο από ιδιώτες όσο και από επαγγελματίες· τονίζει ότι είναι σημαντικό να αποφυγεί η επιβολή δυσανάλογων υποχρεώσεων πληροφόρησης και περιττής διοικητικής επιβάρυνσης σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών, με ιδιαίτερη έμφαση στους παρόχους υπηρεσιών μεταξύ ομοτίμων και στις ΜΜΕ·

11. καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει τη σχέση μεταξύ συμφεροντούχων και τοπικών αρχών στις υπηρεσίες της αγοράς βραχυπρόθεσμης ενοικίασης και κινητικότητας· πιστεύει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας στην εν λόγω αγορά με τη δημιουργία ενός πλαισίου διακυβέρνησης που θα επισημοποιεί τη συνεργασία μεταξύ των πλατφορμών βραχυπρόθεσμης ενοικίασης και κινητικότητας και των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών, με στόχο ιδίως την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη διευκόλυνση των καθημερινών δραστηριοτήτων τους, και με τη θέσπιση ενός συνόλου υποχρεώσεων πληροφόρησης για τις πλατφόρμες βραχυπρόθεσμης ενοικίασης και κινητικότητας έναντι των παρόχων υπηρεσιών όσον αφορά τη σχετική εθνική, περιφερειακή και τοπική νομοθεσία·

12. επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, τη συμφωνία της Επιτροπής με ορισμένες πλατφόρμες του τομέα βραχυπρόθεσμων μισθώσεων σχετικά με την κοινοχρησία δεδομένων, η οποία επετεύχθη στα τέλη Μαρτίου 2020, και πιστεύει ότι θα επιτρέψει στις τοπικές αρχές να κατανοήσουν καλύτερα την ανάπτυξη της συνεργατικής οικονομίας και θα επιτρέψει την αξιόπιστη και συνεχή ανταλλαγή δεδομένων, υποστηρίζοντας, ως εκ τούτου, τη χάραξη τεκμηριωμένης πολιτικής· καλεί την Επιτροπή να λάβει περαιτέρω μέτρα και να δρομολογήσει ένα πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο ανταλλαγής δεδομένων για τις επιγραμμικές πλατφόρμες βραχυπρόθεσμης ενοικίασης, έπειτα από διαβουλεύσεις με όλους τους συμφεροντούχους, και να θεσπίσει την υποχρέωση των συστημικών πλατφορμών να μοιράζονται με δέοντα τρόπο τα δεδομένα τους με τη Eurostat και την εθνική στατιστική υπηρεσία της χώρας στην οποία λειτουργούν οι πάροχοι υπηρεσιών σε πλήρη συμμόρφωση με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων[24]·

13. επισημαίνει ότι στην οικονομία των πλατφορμών είναι σημαντικό θέμα η πρόσβαση στα δεδομένα, η φορητότητα των δεδομένων και η διαφανής διακυβέρνηση των δεδομένων· τονίζει τον ζωτικό ρόλο που διαδραματίζουν τα δεδομένα για τις τοπικές κυβερνήσεις όσον αφορά αφενός την επιβολή και την ανάπτυξη πολιτικών στους τομείς των μεταφορών και του τουρισμού, και αφετέρου τη δημιουργία νέων καινοτόμων υπηρεσιών που συμβάλλουν στην ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης· θεωρεί ότι ορισμένα δεδομένα αποτελούν επίσης στρατηγικό δημόσιο αγαθό και επομένως επικροτεί την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με μια ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα, ιδίως την ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών χώρων δεδομένων σε στρατηγικούς οικονομικούς τομείς, όπως οι μεταφορές και η κινητικότητα· τονίζει την ανάγκη σεβασμού των κανόνων περί ιδιωτικότητας των δεδομένων κατά τη χρήση και την επεξεργασία δεδομένων·

14. εφιστά την προσοχή στη σημασία των δεδομένων για τον τομέα των μεταφορών, για την υποστήριξη της τεχνολογικής ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, της τεχνολογίας 5G και άλλων σχετικών τεχνολογιών ασύρματων δικτύων, καθώς και της συνδεδεμένης και αυτοματοποιημένης κινητικότητας· καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την εταιρική καινοτομία, σε πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία της ιδιωτικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· είναι της άποψης ότι τα δεδομένα πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα μεταξύ οχημάτων και παρόχων υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την ανταγωνιστική πρόσβαση σε δεδομένα εντός του οχήματος για λόγους συντήρησης και επισκευής, καθώς και για νεοσύστατες επιχειρήσεις στον τομέα της κινητικότητας,

15. σημειώνει ότι τα λεγόμενα ανεπεξέργαστα δεδομένα, δηλαδή δεδομένα που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία για χρήση, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα, μπορούν να εξυπηρετήσουν σημαντικούς κοινωνικούς σκοπούς· καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα νομικό πλαίσιο και ένα σύστημα κινήτρων για την ανταλλαγή ανεπεξέργαστων δεδομένων με τον ιδιωτικό τομέα, τα δημόσια ιδρύματα και τα πανεπιστήμια για την έρευνα και τη συνεργασία μεταξύ πλατφορμών διαλειτουργικότητας, με πλήρη σεβασμό των κανόνων περί ιδιωτικότητας των δεδομένων·

16. υπογραμμίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η ανταλλαγή δεδομένων, η ψηφιοποίηση και τα μαζικά δεδομένα στις πλατφόρμες που χρησιμοποιούνται στους τομείς των μεταφορών και της εφοδιαστικής, ώστε να είναι δυνατή μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην οργάνωση και διαχείριση των ροών κυκλοφορίας εμπορευμάτων και επιβατών, καθώς επίσης η καλύτερη χρήση των υποδομών και των πόρων· ζητεί από την Επιτροπή να θεσπίσει συντονισμένο σύστημα για αυτές τις πλατφόρμες σε επίπεδο ΕΕ, έτσι ώστε να βελτιωθούν η ορατότητα της αλυσίδας εφοδιασμού, η διαχείριση της κυκλοφορίας και των ροών φόρτωσης σε πραγματικό χρόνο, καθώς επίσης η απλοποίηση και μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης σε όλο το μήκος του ΔΕΔ-Μ, ιδίως στα διασυνοριακά τμήματα· υπενθυμίζει τη σημασία της προσβασιμότητας, της διαλειτουργικότητας και της ανταλλαγής ενημερωμένων δεδομένων για την κυκλοφορία και τις μετακινήσεις σε πραγματικό χρόνο, με σκοπό την προώθηση της επιγραμμικής προσφοράς και ζήτησης όλων των τρόπων μεταφοράς, σύμφωνα με την οδηγία για τα ευφυή συστήματα μεταφορών (ITS)[25]· καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει τα εμπόδια στην ανάδυση μιας επιγραμμικής πολυτροπικής αγοράς αστικών, περιφερειακών και υπεραστικών μεταφορικών υπηρεσιών·

17. εφιστά την προσοχή στη δυναμική των πλατφορμών κινητικότητας ως υπηρεσίας (Mobility as a Service, MaaS) στην ψηφιοποίηση, την αυτοματοποίηση και την απαλλαγή της κινητικότητας της ΕΕ από τις ανθρακούχες εκπομπές· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την ανάπτυξη ισορροπημένων συστημάτων κινητικότητας ως υπηρεσίας (MaaS) για την αποτροπή μονοπωλίων και τη διασφάλιση της επιβολής των σχετικών νόμων και πολιτικών και να επιτρέψει έναν βαθμό ελέγχου αυτών των συστημάτων από τις τοπικές κυβερνήσεις·

18. αναγνωρίζει ότι η ψηφιακή οικονομία, ιδίως οι πλατφόρμες, μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα προ πολλού εδραιωθέντα ρυθμιζόμενα επιχειρηματικά μοντέλα σε πολλούς στρατηγικούς τομείς όπως οι μεταφορές και η φιλοξενία· τονίζει, ως εκ τούτου, την ανάγκη να προωθηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, ιδίως για τους φορείς καινοτομίας, τις επιχειρήσεις και τους νεοεισερχόμενους στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και των νεοφυών επιχειρήσεων, και να αξιοποιηθεί ο κανονισμός για τις πλατφόρμες και τις επιχειρήσεις[26], ώστε να διατηρηθεί η πολυμορφία των φορέων, να εξασφαλιστεί ένα καλό ανταγωνιστικό περιβάλλον και να περιοριστεί η κυριαρχία των κολοσσών της αγοράς· τονίζει ότι είναι επείγον να θεσπίσει η Επιτροπή σαφή κριτήρια και έναν ορισμό για τις «συστημικές πλατφόρμες»· καλεί τις αρμόδιες αρχές να συνεχίσουν να επαγρυπνούν ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση μονοπωλίων στην αγορά πλατφορμών ταξιδίων και τουρισμού μέσω της παρακολούθησης καταχρηστικών πρακτικών, όπως η καταχρηστική προτίμηση και η αυτοπροτίμηση στις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε αθέμιτη τιμολόγηση και μεροληψία κατά την αγοραστική διαδικασία·

19. υπογραμμίζει ότι η εποχή της ψηφιακής οικονομίας θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από εργασιακή ασφάλεια και από συγκρίσιμους όρους απασχόλησης μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων και εκείνων που εργάζονται σε παραδοσιακές μορφές απασχόλησης· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αξιολογήσουν την επάρκεια των εθνικών κανόνων για την απασχόληση και τις διατάξεις του εργατικού δικαίου της ΕΕ·

20. τονίζει ότι η λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού έχει διαδραματίσει θετικό ρόλο στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ιδίως για νέους και ανειδίκευτους εργαζομένους·

21. επικροτεί εν προκειμένω τη νέα οδηγία για τους διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας[27] και τη σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία για τους εργαζομένους και τους αυτοαπασχολούμενους[28]· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί στενά την επιβολή του κεκτημένου σε αυτόν τον τομέα· υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό το συνεχιζόμενο έργο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην έκθεσή του με τίτλο «Δίκαιες συνθήκες εργασίας, δικαιώματα και κοινωνική προστασία των εργαζομένων σε πλατφόρμες - Νέες μορφές απασχόλησης που σχετίζονται με την ψηφιακή ανάπτυξη»[29]·

22. ζητεί τη δημιουργία ενός διεθνούς συστήματος διακυβέρνησης που θα απαιτεί από τους κατόχους των πλατφορμών να σέβονται ορισμένα ελάχιστα δικαιώματα και μέτρα προστασίας και θα ρυθμίζει τη χρήση των δεδομένων και την αλγοριθμική λογοδοσία στον κόσμο της εργασίας. υπενθυμίζει το θεμελιώδες δικαίωμα των εργαζομένων όλων των κατηγοριών που κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ να αναλαμβάνουν συλλογική δράση για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους·

23. τονίζει την ανάγκη για διαφάνεια στις πλατφόρμες μεταφορών και τουρισμού, ιδίως όσον αφορά τους αλγόριθμους που επηρεάζουν την υπηρεσία, την τιμολόγηση και τη διαφήμιση και τους ψηφιακούς μηχανισμούς οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όπως βαθμολογίες και κριτικές, με προστασία του εμπορικού απορρήτου· ζητεί την εφαρμογή του υφιστάμενου κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών και τη συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, καθώς και περαιτέρω και σαφέστερους κανόνες για τις πληροφορίες σχετικά με το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται η εξατομικευμένη τιμολόγηση, οι προσφορές και η κατάταξη, ιδίως όταν γίνονται μέσω αυτόματου λογισμικού λήψης αποφάσεων· θεωρεί ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται δεόντως και ότι τα δικαιώματά τους θα πρέπει να διασφαλίζονται αποτελεσματικά· πιστεύει ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν ελέγχους και διορθώσεις ενδεχόμενων λαθών που προκύπτουν από αυτοματοποιημένες αποφάσεις, καθώς και να ζητούν αποκατάσταση σε αυτό το πλαίσιο·

24. προτρέπει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να προωθήσουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ συσκευών, εφαρμογών, αποθετηρίων για δεδομένα, υπηρεσιών και δικτύων, που είναι απαραίτητα για να επωφεληθούν πλήρως από την ανάπτυξη των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ), που χρησιμοποιούνται επίσης στους τομείς των μεταφορών και του τουρισμού·

25. επισημαίνει ότι είναι αναγκαίο οι επιγραμμικές πλατφόρμες στον τομέα των μεταφορών και του τουρισμού να προωθούν τη βιωσιμότητα μέσω των υπηρεσιών τους, σύμφωνα και με το Ευρωπαϊκό Πράσινο Σύμφωνο· τονίζει τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ψηφιοποίηση στην ενίσχυση της βιωσιμότητας των τομέων των μεταφορών και του τουρισμού, ιδίως στην αστική κινητικότητα, καθώς και ευνοώντας την αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων και των υποχρησιμοποιούμενων περιοχών που δεν ωφελούνται παραδοσιακά από τον τουρισμό· υπενθυμίζει ότι οι καλά ενημερωμένοι χρήστες είναι σημαντική κινητήρια δύναμη των βιώσιμων μεταφορών και του τουρισμού· καλεί τις επιγραμμικές πλατφόρμες να συμπεριλαμβάνουν περιβαλλοντικά φιλικές εναλλακτικές λύσεις στις προσφορές τους και στους όρους παροχής της υπηρεσίας και καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καθορίσει κατευθυντήριες γραμμές για τις επιγραμμικές πλατφόρμες μεταφορών και τουρισμού, παρέχοντας εργαλεία και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο καλύτερης ενημέρωσης των πελατών και των χρηστών τους σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των υπηρεσιών τους·

26. επισημαίνει ότι η άνευ προηγουμένου κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία της Covid-19 αύξησε σημαντικά τη ζήτηση για ψηφιακές υπηρεσίες και ενίσχυσε την ανάγκη να ενισχύσει η ΕΕ την ψηφιακή κυριαρχία της· καλωσορίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να θεσπίσει ένα δίκτυο σημείων επαφής στα διάφορα κράτη μέλη και να δημιουργήσει μια πλατφόρμα σε επίπεδο ΕΕ, με στόχο την ανταλλαγή και τη διάδοση πληροφοριών για τη ροή κυκλοφορίας στους πράσινους διαδρόμους και για εθνικά μέτρα απάντησης στον τομέα των μεταφορών· τονίζει την ανάγκη να συνεχιστεί η στήριξη της συνεργασίας για τους πράσινους διαδρόμους, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού της ΕΕ και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο δίκτυο μεταφορών της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της πλατφόρμας συντονισμού της ΕΕ κατά τη φάση ανάκαμψης·

27. επισημαίνει τον σοβαρό αντίκτυπο της κρίσης της covid-19 στον τομέα του τουρισμού της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει μια πλατφόρμα της ΕΕ για την ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ όλων των συμφεροντούχων στον τομέα του τουρισμού, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και να προωθηθεί η βιωσιμότητα κατά τη φάση ανάκαμψης.

 


 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση, υπό την αποκλειστική ευθύνη της συντάκτριας. Στη συντάκτρια κατατέθηκαν απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες ή τα ακόλουθα πρόσωπα κατά την εκπόνηση του σχεδίου γνωμοδότησης της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών με τίτλο Νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες: βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς (2020/2018(INL)):

 

 

 

Οντότητα και/ή πρόσωπο

BEUC

Airbnb

EU Travel Tech

UBER

ETUC

Διεθνής Ένωση Οδικών Μεταφορών (IRU)

Κέντρο για τη Δημοκρατία και την Τεχνολογία

Ευρωπαϊκή Ένωση Παραθεριστικών Κατοικιών (EHHA)

ΓΔ MOVE

ΓΔ GROW

ΓΔ CONNECT

ΓΔ EMPL

 

 


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ
ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.9.2020

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

41

1

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Magdalena Adamowicz, Andris Ameriks, José Ramón Bauzá Díaz, Izaskun Bilbao Barandica, Marco Campomenosi, Ciarán Cuffe, Johan Danielsson, Andor Deli, Karima Delli, Anna Deparnay-Grunenberg, Ismail Ertug, Gheorghe Falcă, Mario Furore, Søren Gade, Isabel García Muñoz, Jens Gieseke, Elsi Katainen, Kateřina Konečná, Έλενα Κουντουρά, Julie Lechanteux, Bogusław Liberadzki, Peter Lundgren, Benoît Lutgen, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Marian-Jean Marinescu, Tilly Metz, Giuseppe Milazzo, Caroline Nagtegaal, Jan-Christoph Oetjen, Philippe Olivier, Rovana Plumb, Dominique Riquet, Dorien Rookmaker, Massimiliano Salini, Sven Schulze, Vera Tax, Barbara Thaler, István Ujhelyi, Petar Vitanov, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη, Lucia Vuolo, Roberts Zīle, Kosma Złotowski

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Josianne Cutajar, Clare Daly, Angel Dzhambazki, Roman Haider

 


 

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ
ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

41

+

ECR

Angel Dzhambazki, Peter Lundgren, Roberts Zīle, Kosma Złotowski

GUE/NGL

Clare Daly, Kateřina Konečná, Έλενα Κουντουρά

NI

Mario Furore

PPE

Magdalena Adamowicz, Gheorghe Falcă, Jens Gieseke, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Benoît Lutgen, Giuseppe Milazzo, Cláudia Monteiro de Aguiar, Massimiliano Salini, Sven Schulze, Barbara Thaler, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη, Jörgen Warborn

Renew

José Ramón Bauzá Díaz, Izaskun Bilbao Barandica, Søren Gade, Elsi Katainen, Caroline Nagtegaal, Jan-Christoph Oetjen, Dominique Riquet

S&D

Andris Ameriks, Johan Danielsson, Josianne Cutajar, Isabel García Muñoz, Bogusław Liberadzki, Rovana Plumb, Vera Tax, István Ujhelyi, Petar Vitanov

Verts/ALE

Ciarán Cuffe, Jakop G. Dalunde, Karima Delli, Anna Deparnay-Grunenberg, Tilly Metz

 

1

-

NI

Dorien Rookmaker

 

5

0

ID

Marco Campomenosi, Roman Haider, Julie Lechanteux, Philippe Olivier, Lucia Vuolo

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+ : υπέρ

- : κατά

0 : αποχή

 

 


 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ (22.7.2020)

<CommissionInt>προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών</CommissionInt>


<Titre>που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες: μέτρα και πρακτικές βελτίωσης της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς</Titre>

<DocRef>(2020/2018(INL))</DocRef>

Συντάκτρια γνωμοδότησης: <Depute>Petra Kammerevert</Depute>

(Πρωτοβουλία – Άρθρο 47 του Κανονισμού)

 

(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών – Άρθρο 57 του Κανονισμού

 

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1. πιστεύει ακράδαντα ότι η ισχύουσα οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αποτελεί σημαντική επιτυχία για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, αλλά προτείνει ταυτόχρονα να εναρμονιστεί η νομοθεσία για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ώστε να συμπεριλάβει ένα ευρύ φάσμα παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και να επιβληθούν σαφέστεροι δεσμευτικοί κανόνες και κατάλληλη ευθύνη εν προκειμένω·

2. κρίνει στην ουσία αναγκαίο να θεσπιστούν σαφέστεροι και, στο μέτρο του δυνατού, ομοιόμορφα εφαρμόσιμοι ενωσιακοί κανόνες και συνεκτικές κανονιστικές διαδικασίες για την καταπολέμηση του επιβλαβούς περιεχομένου, της ρητορικής μίσους, και της παραπληροφόρησης και για την προστασία των παιδιών και των ανηλίκων, καθώς και κανόνες για την επιγραμμική διαφήμιση, τη μικροστόχευση και το δίκαιο ηλεκτρονικό εμπόριο και ζητεί ταυτόχρονα να γίνεται αυστηρή διάκριση μεταξύ, αφενός, παράνομου περιεχομένου, αξιόποινων πράξεων και παράνομης ανταλλαγής περιεχομένου και, αφετέρου, επιβλαβούς περιεχομένου, ρητορικής μίσους και παραπληροφόρησης, δεδομένου ότι ισχύουν διαφορετικές μέθοδοι και κανόνες για κάθε περίπτωση·

3. αντιλαμβάνεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι η «ρητορική μίσους» συνίσταται σε λεκτική ή μη λεκτική επικοινωνία που συνεπάγεται εχθρότητα προς ένα πρόσωπο ή μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή ένα μέλος μιας τέτοιας ομάδας, ως επί το πλείστον λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, γενεαλογικών καταβολών ή εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου προσανατολισμού, δημόσιας επιδοκιμασίας, άρνησης ή χονδροειδούς υποβάθμισης της σοβαρότητας ή υποκίνησης ανθρώπων στην έμφυλη βία· τονίζει ότι στην αντίληψη αυτή συμπεριλαμβάνεται η δημόσια υποκίνηση σε βία ή μίσος·

4. αντιλαμβάνεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι η «παραπληροφόρηση» αποτελείται από όλες τις μορφές ψευδών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών που έχουν διαμορφωθεί, παρουσιαστεί και προωθηθεί με την πρόθεση να προκαλέσουν δημόσια ζημία ή για κερδοσκοπικό σκοπό, και ότι η «προπαγάνδα» συνίσταται κυρίως σε στρατηγική επικοινωνία που έχει σχεδιαστεί και εφαρμόζεται με τρόπο ώστε να παραπλανήσει τον πληθυσμό και να παρεμποδίσει το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει την πραγματικότητα και το δικαίωμα των ατόμων τόσο να αναζητούν και να λαμβάνουν όσο και να μεταδίδουν πληροφορίες και ιδέες κάθε είδους·

5. τονίζει ότι στόχος κάθε νέου κανονισμού θα πρέπει να είναι η αύξηση της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης, της ασφάλειας, της αυτοδιάθεσης και της εμπιστοσύνης των τελικών χρηστών στον έλεγχο του περιεχομένου που τους παρέχεται· ζητεί να εξασφαλιστεί υψηλός βαθμός διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών και της φορητότητας των δεδομένων και, παράλληλα, να διατηρηθούν τα υψηλά πρότυπα όσον αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την προστασία των δεδομένων, καθώς και η κυριαρχία των δεδομένων και η αυτοδιάθεση·

6. υπενθυμίζει ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται με γνώμονα τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και συγκεκριμένα της ελευθερίας της έκφρασης, της ενημέρωσης, της γνώμης και των μέσων ενημέρωσης, του δικαιώματος της διανοητικής ιδιοκτησίας, την προώθηση της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, της πολιτιστικής πολυμορφίας και της προστασίας των δεδομένων, καθώς και τη διασφάλιση ενός διαφοροποιημένου και θεμιτού ανταγωνισμού και της πρόσβασης σε ευρωπαϊκά έργα·

7. θεωρεί ουσιώδες να οριστεί με σαφήνεια η έννοια « τρίτα μέρη με έννομο συμφέρον » και αυτά τα τρίτα μέρη να έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες για τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ δεν επιβλήθηκαν με αποτελεσματικό τρόπο· χωρίς να θίγεται η ανταγωνιστικότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, ζητεί να απαιτείται από ορισμένους διαδικτυακούς μεσάζοντες, όπως καταχωρητές ονομάτων χώρου, παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας ή παρόχους επιγραμμικών διαφημιστικών υπηρεσιών, να επαληθεύουν την ταυτότητα των επιχειρηματικών τους πελατών, συγκρίνοντας τα δεδομένα ταυτοποίησης από τις σχετικές υφιστάμενες και διαθέσιμες βάσεις δεδομένων των εμπορικών χρηστών τους, σύμφωνα με τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου «Know Your Business Customer (KYBC)», και οι διαμεσολαβητές να δικαιούνται και να υποχρεούνται να αρνούνται ή να παύουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, εάν οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν τις πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του επιχειρηματικού πελάτη τους ως ψευδείς ή κατάφωρα παραπλανητικές· θεωρεί ότι το εν λόγω πρωτόκολλο KYBC θα πρέπει να εφαρμόζεται στους επιχειρηματικούς πελάτες και δεν θα έχει αντίκτυπο στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των επιμέρους χρηστών·

8. επαναλαμβάνει τη σημασία της διασφάλισης της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης καθώς και της ελευθερίας του Τύπου· λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της προστασίας της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας βάσει του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, αντιτίθεται σθεναρά, εν προκειμένω, στην περαιτέρω αξιολόγηση του νομικού περιεχομένου μετά τη νόμιμη δημοσίευσή του, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι το αντίστοιχο περιεχόμενο, αν και νόμιμο, εγείρει σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά τη σημαντική ζημία που μπορεί να προκαλέσει· ζητεί σε κάθε τέτοια περίπτωση η παρέμβαση του παρόχου υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας να βασίζεται σε δικαστική απόφαση· επισημαίνει ότι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγία (ΕΕ) 2018/1808 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στους παρόχους πλατφορμών ανταλλαγής βίντεο (VSP) και στα κοινωνικά δίκτυα όσον αφορά τη διανομή οπτικοακουστικού περιεχομένου μπορεί, εάν μεταφερθεί χωρίς καθυστέρηση στο εθνικό δίκαιο, να συμβάλει σημαντικά στον περιορισμό του βλαβερού περιεχομένου, της παραπληροφόρησης και της ρητορικής μίσους·

9. ζητεί πιο συγκεκριμένους και, στο μέτρο του δυνατού, πιο ομοιόμορφα εφαρμοστέους κανόνες σχετικά με τη διαφάνεια, δεδομένου ότι η απομάκρυνση, ο αποχαρακτηρισμός και η ιεράρχηση του περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα μειώνουν την εκτεταμένη διάδοση παράνομου επιγραμμικού περιεχομένου και καταπολεμούν το επιβλαβές περιεχόμενο, την ρητορική μίσους και την παραπληροφόρηση·

10. ζητεί τη ρύθμιση των εμπορικών διαφημίσεων που βασίζονται σε δεδομένα και τη ρύθμιση της μικροστόχευσης και την υπαγωγή της σε αυστηρούς κανόνες διαφάνειας· ζητεί την υποχρεωτική επισήμανση των επιγραμμικών πολιτικών διαφημίσεων επί πληρωμή, ώστε να διασφαλίζεται η εύκολη αναγνώρισή τους από τον τελικό χρήστη· τονίζει ότι η επιγραμμική πολιτική διαφήμιση επί πληρωμή θα πρέπει να είναι διαφανής, ώστε ο τελικός χρήστης να μπορεί να δει ποιος έχει πληρώσει για το εν λόγω περιεχόμενο·

11. αναγνωρίζει ότι ο κώδικας δεοντολογίας για την παραπληροφόρηση βοήθησε προκειμένου να δομηθεί ένας διάλογος με πλατφόρμες και ρυθμιστικούς φορείς· προτείνει, οι διαδικτυακές πλατφόρμες να περιλαμβάνουν ουσιαστικές και κατάλληλες διασφαλίσεις, ιδίως προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια, αναλογικότητα και αμεροληψία, και να αποφεύγεται η ακούσια απομάκρυνση περιεχομένου το οποίο δεν είναι παράνομο· προτείνει να αξιολογηθεί το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την προστασία των ανηλίκων και την καταπολέμηση του επιβλαβούς περιεχομένου, της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης και η αποτελεσματική επιβολή του μέσω ενός «Σχεδίου δράσης για τη δημοκρατία»· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, την αποτελεσματική χρήση της από κοινού ρύθμισης και της αυτορρύθμισης και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών σε επίπεδο Ένωσης και ότι το εν λόγω σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει τη συνεργασία με ελεγκτές γεγονότων και ερευνητές· θεωρεί ότι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της διάδοσης του επιβλαβούς περιεχομένου, της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης είναι η υποστήριξη των πολιτών, με σκοπό να αποκτήσουν παιδεία στα μέσα ενημέρωσης και στα ψηφιακά μέσα και να αναπτύξουν κριτική σκέψη καθώς και η ενίσχυση της ανεξάρτητης επαγγελματικής δημοσιογραφίας και των ποιοτικών μέσων ενημέρωσης· ζητεί να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και/ή φορέων, τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα οι ανεπιθύμητες ενέργειες και τα ειδικά προβλήματα· θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι είναι αναγκαίος ο συντονισμός σε επίπεδο Ένωσης·

12. αναγνωρίζει ότι η αρχή, σύμφωνα με την οποία αμιγώς παθητικές ψηφιακές υπηρεσίες, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, δεν είναι υπεύθυνες για το περιεχόμενο που μεταβιβάζεται στις υπηρεσίες τους, διότι δεν έχουν κανέναν έλεγχο επί του εν λόγω περιεχομένου («απλή μετάδοση»), δεν έχουν ενεργό αλληλεπίδραση με αυτό ή δεν το βελτιστοποιούν, πρέπει να διατηρηθεί, δεδομένου ότι αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ελεύθερου διαδικτύου, ενώ οι ενεργές υπηρεσίες θα πρέπει να παραμείνουν πλήρως υπεύθυνες για το περιεχόμενο των υπηρεσιών τους·

13. ζητεί να επιβληθεί στους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας η απαίτηση όχι μόνο να διαγράφουν αμέσως το παράνομο περιεχόμενο μόλις το αντιληφθούν ή αφού λάβουν σχετική αναφορά, αλλά να αναφέρουν επίσης το εν λόγω περιεχόμενο στις σχετικές αρμόδιες αρχές για πιθανή περαιτέρω έρευνα και δίωξη· θεωρεί ότι οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να αποθηκεύουν τα συναφή μεταδεδομένα για περιορισμένη χρονική διάρκεια και να τα διαβιβάζουν μόνο ως απόκριση σε αίτημα εκ μέρους των αρμόδιων αρχών κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου·

14. τονίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας θα πρέπει να παρέχουν κατανοητές και προσιτές πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται το παράνομο περιεχόμενο και να ενημερώνουν τους παρόχους περιεχομένου σχετικά με τη διαγραφή αυτού του περιεχομένου σε κάθε περίπτωση, αναφέροντας τη νομική βάση και τις δυνατότητες διατύπωσης αντιρρήσεων και χρήσης αποτελεσματικών μηχανισμών υποβολής καταγγελιών και προσφυγής· υπενθυμίζει ότι το τεκμήριο της αθωότητας σε κάθε περαιτέρω δικαστική διαδικασία πρέπει να διατηρηθεί και ότι τα προσωπικά δεδομένα των θυμάτων πρέπει να προστατεύονται·

15. τονίζει ότι τα εθελοντικά μέτρα που λαμβάνουν οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας για την καταπολέμηση του παράνομου ή επιβλαβούς περιεχομένου, της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης δεν πρέπει να οδηγούν σε περιορισμό της ευθύνης τους·

16. ζητεί οι υποχρεώσεις να διαβαθμίζονται επίσης έτσι ώστε οι πλατφόρμες με δεσπόζουσα θέση στην αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της (δηλαδή οι πλατφόρμες που λειτουργούν ως ελεγκτές πύλης ή εν δυνάμει πλατφόρμες διάρθρωσης της αγοράς) να είναι περισσότερο ρυθμισμένες και οι αναδυόμενες ή οι εξειδικευμένες επιχειρήσεις λιγότερο, δεδομένου ότι οι μεγαλύτερες και καθιερωμένες πλατφόρμες μπορούν να διαθέτουν περισσότερους πόρους για τον συντονισμένο εντοπισμό της παραπλανητικής συμπεριφοράς και τον έλεγχο του περιεχομένου· τονίζει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης πλατφορμών με δεσπόζουσα θέση δεν πρέπει μόνο να περιφρουρούν, αλλά πρέπει επίσης να προωθούν ενεργά την πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, δεδομένου ότι διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην πρόσβαση σε ειδήσεις, οπτικοακουστικό περιεχόμενο και σε πολιτιστικά και δημιουργικά έργα· θεωρεί ότι οι πλατφόρμες αυτές θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα και να εξασφαλίζουν την πρόσβαση στο αξιόπιστο και ποιοτικό περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στην εκάστοτε αγορά και σέβεται την εθνική νομοθεσία για τη γλώσσα· τονίζει ότι, προκειμένου να προστατευθεί και να προωθηθεί η πολιτισμική και γλωσσική πολυμορφία, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών έργων και η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, η χρήση αλγορίθμων από τις πλατφόρμες αυτές θα πρέπει να είναι διαφανής και να μπορεί να ρυθμίζεται από τους τελικούς χρήστες, ώστε να εξασφαλίζεται η κατανόηση από τους χρήστες και να τους παρέχονται επιλογές όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται, διαβαθμίζεται ή περιορίζεται η πρόσβαση στο σχετικό περιεχόμενο· θεωρεί ότι κάθε προτεινόμενο σύστημα θα πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλες ρυθμίσεις για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων χωρίς να θίγεται η δυνατότητα αμερόληπτης δικαστικής εποπτείας·

17. ζητεί να εξεταστεί το ζήτημα των πλαστών λογαριασμών και να δημεύονται τα κέρδη αυτών που διαδίδουν την παραπληροφόρηση·

18. ζητεί να ενισχυθεί και να οριστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια το νομικό πλαίσιο, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας θα λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα, όπως η αύξηση της χρήσης αυτοματοποιημένων διαδικασιών εντοπισμού με ανθρώπινη εποπτεία, και θα ενεργούν ταχέως για την εξάλειψη παράνομου περιεχομένου από τις υπηρεσίες τους και την παρεμπόδιση της εκ νέου αναφόρτωσης αυτού του περιεχομένου·

19. θεωρεί ότι σε περίπτωση παραβίασης του ζωντανού περιεχομένου, οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να αντιδρούν αμέσως όταν λαμβάνουν ειδοποίηση από τους κατόχους των δικαιωμάτων και καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να αποσαφηνίσει την έννοια της «ταχείας αντίδρασης», η οποία περιλαμβάνεται ήδη στην οδηγία 2000/31/ΕΚ· ταυτόχρονα, παραπέμπει στην πρόσφατη εθνική νομολογία, η οποία υποχρεώνει τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να απομακρύνουν το παράνομο περιεχόμενο εντός 30 λεπτών·

20. προτείνει να ενισχυθεί η αρχή της χώρας καταγωγής με την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών για την ενίσχυση του σεβασμού των νόμιμων γενικών και δημόσιων συμφερόντων, η οποία απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή των ρυθμιστικών αρχών και επανεξέταση των υφιστάμενων διαδικαστικών κανόνων και μεθόδων επιβολής προκειμένου να επιτευχθεί πιο βιώσιμη και αποτελεσματική επιβολή του νόμου σε διασυνοριακές υποθέσεις·

21. επιμένει ότι η προστασία και η προαγωγή της ελευθερίας και της έκφρασης διαφορετικών απόψεων, των πληροφοριών, του Τύπου, της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής έκφρασης, των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, καθώς και η προστασία του ιδιωτικού χαρακτήρα της επικοινωνίας μεταξύ των ατόμων, πρέπει να εξισορροπούνται μεταξύ τους και είναι η βάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας τόσο εντός όσο και εκτός διαδικτύου· ζητεί, για τον λόγο αυτό, η χρήση κάθε τεχνολογικά δυνατού μέσου για την καταπολέμηση παράνομου ή επιβλαβούς κατά την έννοια αυτή διαδικτυακού περιεχομένου να βασίζεται στην δικαστική και ρυθμιστική εποπτεία· υπογραμμίζει ότι αυτά τα μέτρα δεν συνεπάγονται μέτρα εκ των προτέρων ελέγχου ή φιλτράρισμα του περιεχομένου προς μεταφόρτωση, τα οποία δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ. υπογραμμίζει επίσης ότι τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή γενικής υποχρέωσης ελέγχου όλου του περιεχομένου· θεωρεί ότι όταν χρησιμοποιούνται τεχνολογικά μέσα και ειδικά μέτρα, σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, υπάρχει ανάγκη για ισχυρές διασφαλίσεις διαφάνειας και λογοδοσίας καθώς και το δυναμικό για υψηλής ικανότητας ανεξάρτητη και ακριβοδίκαιη δημόσια εποπτεία· καλεί την Επιτροπή να εγκρίνει, στο μέτρο του δυνατού, ομοιόμορφα εφαρμοστέους και αποτελεσματικούς κανόνες σχετικά με τη διαδικασία «κοινοποίησης και δράσης», προκειμένου να επιταχύνονται ο εντοπισμός και η απομάκρυνση παράνομου ή παράνομα ανταλλασσόμενου περιεχομένου, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι το νόμιμο και το νόμιμα ανταλλασσόμενο περιεχόμενο θα παραμένει στο διαδίκτυο και ότι κάθε απομάκρυνση νόμιμου περιεχομένου που θα μπορούσε να έχει διαγραφεί παράνομα, δεν θα οδηγεί στον εντοπισμό μεμονωμένων χρηστών ή στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· ζητεί να υποχρεωθούν οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να θέσουν στη διάθεση των χρηστών μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών και επανόρθωσης και να εξετάζουν τις καταγγελίες χωρίς περιττή καθυστέρηση·

22. τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η συλλογή και η επεξεργασία όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Ατόμων σε σχέση με την Αυτόματη Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Σύμβαση αριθ. 108)·

23. τονίζει την ανάγκη να βελτιωθεί η πρόσβαση των μη ιδιωτικών φορέων στην αγορά, για παράδειγμα ΜΚΟ, βιβλιοθηκών, πολιτιστικών ιδρυμάτων, ερευνητικών κέντρων, πολιτιστικών δικτύων και πανεπιστημίων·

24. ζητεί να εξασφαλίζεται η πρόσβαση των παρόχων υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης στα δεδομένα που προκύπτουν από τις υπηρεσίες ή το περιεχόμενο που προσφέρουν, ή που συνδέονται άμεσα με αυτά, όταν οι υπηρεσίες και το περιεχόμενο παρέχονται σε παγκόσμιες ψηφιακές πλατφόρμες, και επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να τηρούνται πάντα οι διατάξεις σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας, για να αποτρέπεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός· ζητεί ισχυρές διασφαλίσεις για την πρόληψη της αθέμιτης χρήσης δεδομένων χρηστών, μεταξύ άλλων με την εξασφάλιση αλγοριθμικής διαφάνειας και λογοδοσίας, καθώς και πρόσβαση των ερευνητών και των φορέων δημόσιας εποπτείας στα εν λόγω δεδομένα·

25. καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης πλατφορμών θα θέσουν στη διάθεση των χρηστών μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών και επανόρθωσης, και ότι οι καταγγελίες θα εξετάζονται χωρίς περιττή καθυστέρηση·

26. ζητεί να εξευρεθούν λύσεις οι οποίες να επιτρέπουν τον θεμιτό ανταγωνισμό και την ισότιμη πρόσβαση στην εσωτερική αγορά, όσον αφορά αθλητικές εκδηλώσεις και υπηρεσίες από όλα τα κράτη μέλη·

27. ζητεί από την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης πλατφορμών να παρέχουν εκθέσεις διαφάνειας με πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες περιεχόμενο εντοπίστηκε εσφαλμένα ως παράνομο ή ως παράνομα ανταλλασσόμενο περιεχόμενο, και ώστε οι αρμόδιες αρχές να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες η απομάκρυνση περιεχομένου οδήγησε σε έρευνα και δίωξη για αξιόποινες πράξεις·

28. θεωρεί, ωστόσο, ότι η θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με την τεχνολογία πρέπει να πραγματοποιηθεί κατά τρόπο που να μην διαταράσσει την καινοτομία ούτε να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης· τονίζει ότι η ανοιχτή, ουδέτερη από δικτυακή και τεχνολογική άποψη πρόσβαση στο διαδίκτυο πρέπει να προστατεύεται ιδιαίτερα από τον νόμο, δεδομένου ότι αποτελεί τη βάση για την αναγκαία διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και συστημάτων, διασφαλίζει την ποικιλομορφία, προωθεί την ψηφιακή δημιουργία και επιτρέπει τον θεμιτό ανταγωνισμό και τη δημιουργία μιας ψηφιακής υποδομής υπηρεσιών, η οποία συμπεριλαμβάνει την πρόσβαση κάθε πολίτη της Ένωσης σε ποιοτικές προσφορές στους τομείς της πληροφόρησης, των μέσων ενημέρωσης, της εκπαίδευσης, της επιστήμης και του πολιτισμού· καλεί, κατά συνέπεια, την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για να εξασφαλίσει ίση και χωρίς διακρίσεις μεταχείριση για ολόκληρη την κυκλοφορία των δεδομένων στην Ένωση και να επανεξετάσει με κριτικό πνεύμα τις επιπτώσεις των προσφορών μηδενικού συντελεστή στον ανταγωνισμό στην Ένωση· υπενθυμίζει ότι τα λογισμικά ανοιχτής πηγής, τα ανοιχτά πρότυπα και οι ανοιχτές τεχνολογίες προσφέρονται καλύτερα για τη διασφάλιση διαλειτουργικότητας, θεμιτού ανταγωνισμού και προσβασιμότητας·

29. καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα για να υποχρεώσει τις πλατφόρμες και τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να εμποδίζουν την πρόσβαση των ανηλίκων σε περιεχόμενο πορνογραφίας· υπενθυμίζει ότι το περιεχόμενο αυτό, το οποίο είναι πολύ συχνά διαθέσιμο σε όλους, μπορεί να αποσταθεροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη νεότερη γενιά κατά την ανακάλυψη των συναισθημάτων και της σεξουαλικότητάς της· τονίζει ότι σημαντικό μέρος του πορνογραφικού περιεχομένου στο διαδίκτυο προβάλλει σεξιστικά στερεότυπα τα οποία συχνά θίγουν έντονα την αξιοπρέπεια των γυναικών, ή ακόμη συμβάλλουν στην απενοχοποίηση των σκηνών κακοποίησης ή βίας· τονίζει για τον λόγο αυτό ότι η προάσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών και η καταπολέμηση της έμφυλης και της σεξουαλικής βίας απαιτεί αποφασιστική δράση με τεχνολογικά μέσα προκειμένου να αποτραπεί η έκθεση των ανηλίκων σε αυτό το περιεχόμενο· υπενθυμίζει την ανάγκη να επιβληθούν φιλόδοξοι κανόνες για τον σκοπό αυτό και ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η συνεργασία σε ευρωπαϊκή κλίμακα για να προστατευθούν οι ανήλικοι·

30. υπογραμμίζει ότι οι τομεακές ρυθμίσεις έχουν κατά βάση προτεραιότητα έναντι των οριζόντιων ρυθμίσεων· τονίζει, ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό, ότι ένας μελλοντικός νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες αναγνωρίζει πλήρως ως lex specialis τις διατάξεις της ισχύουσας οδηγίας (ΕΕ) 2018/1808 και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/790 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

31. τονίζει τη σημασία των νέων ψηφιακών κλάδων του πολιτισμού και της δημιουργίας και την προστιθέμενη αξία που φέρνουν οι ψηφιακές τεχνολογίες στους διάφορους τομείς του πολιτισμού, της παιδείας, των οπτικοακουστικών μέσων, του αθλητισμού και της νεολαίας· καλεί την Επιτροπή να προτείνει νομοθεσία που θα επιτρέπει την ανάπτυξη της νέας αυτής τάσης, θα προστατεύει τα πολιτιστικά και δημιουργικά έργα των συγγραφέων και των δημιουργών, και θα εξασφαλίζει μια δίκαιη και ισότιμη εσωτερική αγορά για όλους, ανεξάρτητα από την περιφέρεια ή το κράτος μέλος τους·

32. υπογραμμίζει ότι η αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου στο εμπόριο βιβλίου πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα τα οποία θα εγγυώνται την πολιτιστική ποικιλομορφία, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση ίσης πρόσβασης σε όλους στην ανάγνωση, της προστασίας της αρχής της δίκαιης και ισότιμης αμοιβής των κατόχων δικαιωμάτων, και της ποικιλίας της εκδοτικής παραγωγής· επαναλαμβάνει ότι απαιτείται να διατηρηθεί θεμιτός ο ανταγωνισμός στην ψηφιακή ενιαία αγορά, με την επιβολή της αρχής της διαλειτουργικότητας·

33. ζητεί επιτακτικά να αντιμετωπιστεί επίσης το θέμα της ουδετερότητας των συσκευών, η οποία, σε συνδυασμό με την ουδετερότητα του δικτύου, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη λήψη συνειδητών αποφάσεων εκ μέρους των καταναλωτών σε ολόκληρη την αλυσίδα μετάδοσης·

34. καλεί τα κράτη μέλη να καταστήσουν, σε συνεργασία με τους φορείς του διαδικτύου, την Ευρωπόλ και τη Eurojust, τις διαδικασίες κοινοποίησης και απόσυρσης αποτελεσματικότερες, προκειμένου να αφαιρείται το βίαιο και πορνογραφικό περιεχόμενο.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ
ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

13.7.2020

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

24

3

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Asim Ademov, Christine Anderson, Andrea Bocskor, Vlad-Marius Botoş, Ilana Cicurel, Gilbert Collard, Gianantonio Da Re, Laurence Farreng, Tomasz Frankowski, Romeo Franz, Αλέξης Γεωργούλης, Hannes Heide, Irena Joveva, Petra Kammerevert, Νιαζί Κιζιλγιουρέκ, Predrag Fred Matić, Dace Melbārde, Victor Negrescu, Niklas Nienaß, Peter Pollák, Marcos Ros Sempere, Domènec Ruiz Devesa, Andrey Slabakov, Massimiliano Smeriglio, Michaela Šojdrová, Sabine Verheyen, Milan Zver

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Isabel Benjumea Benjumea, Marcel Kolaja

Αναπληρωτές (άρθρο 209 παράγραφος 7 του Κανονισμού) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Angel Dzhambazki

 


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ
ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

24

+

PPE

Asim Ademov, Isabel Benjumea Benjumea, Andrea Bocskor, Tomasz Frankowski, Peter Pollák, Michaela Šojdrová, Sabine Verheyen, Milan Zver

S&D

Hannes Heide, Petra Kammerevert, Predrag Fred Matić, Victor Negrescu, Marcos Ros Sempere, Domènec Ruiz Devesa, Massimiliano Smeriglio

RENEW

Vlad-Marius Botoş, Ilana Cicurel, Laurence Farreng, Irena Joveva

ECR

Angel Dzhambazki, Dace Melbārde, Andrey Slabakov

GUE/NGL

Αλέξης Γεωργούλης, Νιαζί Κιζιλγιουρέκ

 

3

-

VERTS/ALE

Romeo Franz, Marcel Kolaja, Niklas Nienaß

 

3

0

ID

Christine Anderson, Gilbert Collard, Gianantonio Da Re

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+ : υπέρ

- : κατά

0 : αποχή

 

 

 

 


 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ (7.9.2020)

<CommissionInt>προς την {IMCO}Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών</CommissionInt>


<Titre>που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες: βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς</Titre>

<DocRef>(2020/2018(INL))</DocRef>

Συντάκτης γνωμοδότησης (*): <Depute> Patrick Breyer</Depute>

(Πρωτοβουλία – Άρθρο 47 του Κανονισμού)

 

(*) Συνδεδεμένη επιτροπή – Άρθρο 57 του Κανονισμού

 

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα ζητήματα αστικού και εμπορικού δικαίου, και επιβολής του αστικού και του διοικητικού δικαίου, έχουν επίσης ιδιαίτερη σημασία για τις αμιγώς καταναλωτικές σχέσεις, καθώς και για την ανταγωνιστικότητα και τον ανταγωνισμό στο διαδίκτυο·

Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κανόνες που κατοχυρώνονται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») έχουν διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση των ψηφιακών υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά και έχουν καίρια σημασία για τη διασφάλιση ενός καινοτόμου επιχειρηματικού περιβάλλοντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι η επικαιροποίηση των κανόνων αστικού και εμπορικού δικαίου που διέπουν την ευθύνη των επιγραμμικών πλατφορμών και των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας να παρέχουν ασφάλεια και προστασία στις εταιρείες, τους χρήστες και την κοινωνία συνολικά, μέσω της θέσπισης σαφών υποχρεώσεων στις οποίες θα υπόκεινται οι επιγραμμικές πλατφόρμες, συμπεριλαμβανομένων των αγορών·

Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πολλά παράνομα προϊόντα και πολλές παράνομες υπηρεσίες προσφέρονται επιγραμμικά, και ότι, επομένως, είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα στο πλαίσιο του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες·

Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ο  οποίος θα παρέχει ένα αποτελεσματικό και ισορροπημένο νομικό πλαίσιο, θα πρέπει αποσκοπεί να διασφαλίσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στη χρήση του ηλεκτρονικού εμπορίου, ισχυροποιώντας παράλληλα τη θέση των ευρωπαϊκών νεοφυών επιχειρήσεων και ΜΜΕ στην αγορά·

1. τονίζει ότι, όπου αυτό είναι τεχνικώς και νομικώς εφικτό και εύλογο, θα πρέπει να απαιτείται από τους μεσάζοντες να επιτρέπουν την ανώνυμη χρήση και πληρωμή των υπηρεσιών τους, καθώς η ανωνυμία ουσιαστικά αποτρέπει τη μη εξουσιοδοτημένη δημοσιοποίηση δεδομένων, την κλοπή ταυτότητας και άλλες μορφές αθέμιτης χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται μέσω του διαδικτύου· σημειώνει ότι, στις περιπτώσεις όπου η ενωσιακή νομοθεσία απαιτεί από τους εμπόρους να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους, οι πάροχοι που κατέχουν δεσπόζουσα ή συστημική θέση στην αγορά θα μπορούσαν να υποχρεωθούν να επαληθεύουν την ταυτότητα των εμπόρων· προτείνει να εξεταστούν και να αναπτυχθούν νέες τεχνολογικές λύσεις τόσο για την ταυτοποίηση όσο και για την ανωνυμία των χρηστών· επιβεβαιώνει ότι, όταν οι πλατφόρμες ταυτοποιούν χρήστες, δεν μπορούν να γνωστοποιούν την ταυτότητά τους, εάν δεν έχουν λάβει τη ρητή και ελεύθερη συγκατάθεση τους ή εάν δεν υπέχουν σχετική νομική υποχρέωση γνωστοποίησης·

2. [επισημαίνει ότι] η επικείμενη νομοθετική πρόταση σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να σέβεται πλήρως τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τους ενωσιακούς κανόνες για την προστασία των καταναλωτών και της ασφάλειας, της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους· υπενθυμίζει ότι είναι σημαντικό οι βασικές αρχές της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, και συγκεκριμένα η αρχή της χώρας προέλευσης, η ρήτρα περιορισμένης ευθύνης και η απαγόρευση της γενικής υποχρέωσης παρακολούθησης, να εξακολουθήσουν να ισχύουν στο πλαίσιο του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες· τονίζει ότι, για την προστασία της ελευθερίας του λόγου, την αποφυγή συγκρούσεων νόμων, και αδικαιολόγητων και αναποτελεσματικών γεωγραφικών αποκλεισμών, καθώς και για την επιδίωξη της εναρμονισμένης ψηφιακής ενιαίας αγοράς, δεν θα απαιτείται από τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας να αφαιρούν πληροφορίες που είναι νόμιμες στη χώρα προέλευσής τους ή να απενεργοποιούν την πρόσβαση σε αυτές·

3. τονίζει ότι είναι σημαντικό να θεσπιστεί ένα σαφές, ενιαίο και επικαιροποιημένο ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο θα περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφείς ορισμούς· επισημαίνει ότι είναι αναγκαίο να οριστεί η έννοια των κυρίαρχων ή συστημικών πλατφορμών και να καθοριστούν τα χαρακτηριστικά τους·

4. σημειώνει ότι, δεδομένου ότι οι επιγραμμικές δραστηριότητες μεμονωμένων ατόμων καθιστούν δυνατή τη διεξοδική χαρτογράφηση της προσωπικότητάς τους και επιτρέπουν τη χειραγώγησή τους, ιδίως από κυρίαρχες ή συστημικές πλατφόρμες και κοινωνικά δίκτυα, η συλλογή και η χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τη χρήση ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να περιορίζονται σε ό, τι είναι αυστηρά αναγκαίο για την παροχή και τιμολόγηση της υπηρεσίας τονίζει ότι είναι αναγκαίο να επιβληθεί η νομοθεσία για τον περιορισμό της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από πλατφόρμες φιλοξενίας περιεχομένου, με βάση, μεταξύ άλλων, τις αλληλεπιδράσεις των χρηστών με περιεχόμενο που φιλοξενείται σε πλατφόρμες φιλοξενίας περιεχομένου, με σκοπό την κατάρτιση στοχευμένων διαφημιστικών προφίλ· ζητεί οι πλατφόρμες φιλοξενίας περιεχομένου να χρησιμοποιούν στοχευμένες διαφημίσεις με βάση την προηγούμενη αλληλεπίδραση του χρήστη με περιεχόμενο στην ίδια πλατφόρμα φιλοξενίας περιεχομένου ή σε ιστότοπους τρίτων μερών, μόνον εφόσον έχουν λάβει την προηγούμενη συγκατάθεση του χρήστη, σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ και την οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες· επιβεβαιώνει ότι οι δημόσιες αρχές θα έχουν πρόσβαση στα μεταδεδομένα ενός χρήστη μόνον για τον σκοπό της διεξαγωγής έρευνας για υπόπτους σοβαρών αδικημάτων και εφόσον έχουν λάβει προηγούμενη δικαστική άδεια·

5. εκφράζει τον προβληματισμό του σχετικά με το γεγονός ότι οι υπηρεσίες ενιαίας πρόσβασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση των χρηστών σε διάφορες πλατφόρμες· συνιστά να απαιτείται από τους παρόχους που υποστηρίζουν μια υπηρεσία ενιαίας πρόσβασης και κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά να υποστηρίζουν επίσης τουλάχιστον ένα ανοικτό και ομοσπονδοποιημένο σύστημα ελέγχου ταυτότητας που θα βασίζεται σε ένα κοινόχρηστο πλαίσιο·

6. επισημαίνει ότι, προκειμένου να προστατευθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα χρησιμοποιεί τη νομικά απροσδιόριστη έννοια του «βλαβερού περιεχομένου», αλλά θα αφορά τη δημοσίευση παράνομου περιεχομένου, τηρώντας την αρχή σύμφωνα με την οποία «ό,τι είναι παράνομο εκτός διαδικτύου είναι παράνομο και στο διαδίκτυο»· σημειώνει ότι τα αυτοματοποιημένα εργαλεία δεν μπορούν να διακρίνουν το παράνομο από το νόμιμο περιεχόμενο σε ένα δεδομένο πλαίσιο· σημειώνει περαιτέρω ότι, με την ανθρώπινη επανεξέταση των αυτοματοποιημένων εκθέσεων από τους παρόχους υπηρεσιών, το προσωπικό τους ή τους αναδόχους τους, δεν μπορεί, επομένως, να βελτιωθεί η λειτουργία των τεχνολογιών αναγνώρισης περιεχομένου· τονίζει, συνεπώς, ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 της οδηγίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αποκλείει ρητά οποιαδήποτε υποχρέωση χρήσης αυτοματοποιημένων εργαλείων για τον έλεγχο περιεχομένου («content moderation»)και να ρυθμίζει την εθελοντική χρήση τους, θα πρέπει δε επίσης να μην επιβάλλει μηχανισμούς κοινοποίησης και οριστικής απομάκρυνσης («notice-and-stay-down»)· εμμένει στην άποψη ότι οι διαδικασίες ελέγχου περιεχομένου που εφαρμόζονται από παρόχους υπηρεσιών δεν θα πρέπει να οδηγούν σε μέτρα εκ των προτέρων ελέγχου που βασίζονται σε αυτοματοποιημένα εργαλεία ή στο φιλτράρισμα του περιεχομένου κατά την αναφόρτωση· υπογραμμίζει ότι οι υπεύθυνοι ελέγχου περιεχομένου θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση και επαρκή ψυχολογική υποστήριξη· τονίζει ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αν μια απόφαση για τον έλεγχο περιεχομένου ελήφθη από άνθρωπο ή αλγόριθμο και, στη δεύτερη περίπτωση, κατά πόσο έχει πραγματοποιηθεί επανεξέταση από άνθρωπο· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η διαφάνεια στην επανεξέταση και διαχείριση περιεχομένου από πλατφόρμες φιλοξενίας περιεχομένου και, επομένως, προτείνει να θεσπιστεί ένας μηχανισμός επανεξέτασης για τις πλατφόρμες φιλοξενίας περιεχομένου με δεσπόζουσα ή συστημική θέση, προκειμένου να αξιολογούνται οι κίνδυνοι των πολιτικών τους για τη διαχείριση περιεχομένου·

7. τονίζει ότι είναι σημαντικό να ανατεθεί σε υφιστάμενο ή νέο ευρωπαϊκό όργανο ή οργανισμό το καθήκον να συντονίζει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών σε διασυνοριακά ζητήματα, καθώς και το έργο του δικτύου ανεξάρτητων εθνικών φορέων επιβολής·

8. υπογραμμίζει ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται από τους μεσάζοντες στους χρήστες των υπηρεσιών τους υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ως προς την αμεροληψία και τη συμμόρφωσή τους με τα πρότυπα θεμελιωδών δικαιωμάτων·

9. τονίζει ότι, προκειμένου να αξιοποιηθούν εποικοδομητικά οι κανόνες της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, η ισχύουσα νομοθεσία θα πρέπει, αντί να επιβάλλει ένα γενικό καθήκον μέριμνας, να καθορίζει κατά τρόπο εξαντλητικό και σαφή τα καθήκοντα των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών· υπογραμμίζει ότι το νομικό καθεστώς που διέπει την ευθύνη των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών δεν θα πρέπει να εξαρτάται από ασαφείς έννοιες όπως «ενεργός» ή «παθητικός» ρόλος των παρόχων·

10. τονίζει ότι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας, τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη νομιμότητα επιγραμμικών δραστηριοτήτων και την ανάθεση εντολής σε παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας να αφαιρέσουν ή να απενεργοποιήσουν την πρόσβαση σε παράνομο περιεχόμενο, ακόμη και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ιδίως για την προστασία των χρηστών, το συντομότερο δυνατό και αφού ενημερωθούν ο πάροχος και τα εμπλεκόμενα μέρη, θα πρέπει να είναι πάντα ανεξάρτητες δικαστικές αρχές, οι οποίες λαμβάνουν την τελική απόφαση· προειδοποιεί, επομένως, κατά των διατάξεων που ενθαρρύνουν τη λήψη εθελοντικών μέτρων από πλατφόρμες· υπογραμμίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζει τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και να προστατεύει τα αστικής φύσεως δικαιώματα των χρηστών, καθώς και να διασφαλίζει τον πλήρη σεβασμό των εγγυήσεων και μέσων έννομης προστασίας που προβλέπονται για όλα τα μέτρα που εφαρμόζονται από πλατφόρμες και παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών· θεωρεί ότι ένας πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας, από τη στιγμή που θα λάβει πραγματική γνώση της ύπαρξης παράνομου περιεχομένου και του παράνομου χαρακτήρα του, μέσω νόμιμης κοινοποίησης, θα πρέπει να υπόκειται σε υποχρεώσεις αφαίρεσης περιεχομένου, μπορεί δε να θεωρηθεί υπεύθυνος για την αξιολόγηση του κοινοποιηθέντος περιεχομένου, ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες «επιγραμμικής αγοράς»· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να επιβληθεί στους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας με κυρίαρχη ή συστημική θέση στην αγορά η υποχρέωση να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή επιβολής της νομοθεσίας τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων, αμέσως μόλις λάβουν πραγματική γνώση της διάπραξης τέτοιου εγκλήματος·

11. υπογραμμίζει ότι το παράνομο περιεχόμενο θα πρέπει να αποσύρεται από εκεί όπου φιλοξενείται και ότι δεν απαιτείται από τους παρόχους πρόσβασης να αποκλείουν την πρόσβαση σε περιεχόμενο·

12. τονίζει ότι, όταν παραβιάζεται η νομοθεσία, θα πρέπει να επιβάλλονται αναλογικές κυρώσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν θα περιλαμβάνουν τον αποκλεισμό μεμονωμένων ατόμων από ψηφιακές υπηρεσίες·

13. επισημαίνει ότι η διάδοση νόμιμου αλλά δυνητικά βλαβερού περιεχομένου, όπως, για παράδειγμα, η παραπληροφόρηση και η ρητορική μίσους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα πρέπει να περιοριστεί μέσω της παροχής στους χρήστες της δυνατότητας να ελέγχουν το περιεχόμενο που τους προτείνεται· τονίζει ότι η εκ των προτέρων και πλήρως ενημερωμένη συγκατάθεση του χρήστη θα πρέπει να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιμέλεια περιεχομένου με βάση την παρακολούθηση των ενεργειών των χρηστών, και ότι στους χρήστες που αρνούνται να δώσουν τη συγκατάθεσή τους θα πρέπει να παρέχονται άλλες δίκαιες και εύλογες δυνατότητες πρόσβασης στην υπηρεσία· προτείνει οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων να έχουν το δικαίωμα να βλέπουν το χρονολόγιό τους με χρονολογική σειρά, με ή χωρίς επιμέλεια περιεχομένου («content curation»)· προτείνει οι πλατφόρμες που θεωρούνται δεσπόζουσες ή συστημικές να παρέχουν στους χρήστες μια διεπαφή προγραμματισμού εφαρμογών (Application Programming Interface – API) η οποία θα τους επιτρέπει να επιμελούνται περιεχόμενο με λογισμικό ή υπηρεσίες της επιλογής τους, όπου αυτό είναι τεχνικώς εφικτό· υπογραμμίζει ότι οι πλατφόρμες θα πρέπει να εξασφαλίζουν μεγαλύτερη διαφάνεια στις αυτοματοποιημένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, διασφαλίζοντας ότι οι αλγόριθμοι δεν είναι μεροληπτικοί, καθώς και ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο ενός αλγοριθμικού συστήματος πρέπει πάντα να παραμένουν κατανοητές και όσο το δυνατόν πιο διαφανείς· εμμένει στην άποψη ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες πρέπει να απαγορεύει τις πρακτικές ελέγχου περιεχομένου που εισάγουν διακρίσεις·

14. τονίζει ότι, προκειμένου να ξεπεραστεί η περιχαράκωση σε κεντρικά δίκτυα και να διασφαλιστούν ο ανταγωνισμός και η δυνατότητα των καταναλωτών να επιλέγουν, θα πρέπει να δοθεί στους χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης και υπηρεσιών αποστολής μηνυμάτων με δεσπόζουσα θέση η δυνατότητα να αλληλεπιδρούν μεταξύ πλατφορμών μέσω ανοικτών διεπαφών (διασυνδεσιμότητα). καλεί την Επιτροπή να απαγορεύσει την επιβολή ενός ιδιόκτητου και κλειστού οικοσυστήματος για τη χρήση ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών σε διαφορετικά περιβάλλοντα, έτσι ώστε να διασφαλιστεί γνήσια και υψηλού επιπέδου διαλειτουργικότητα, στο πλαίσιο της οποίας τα εν λόγω προϊόντα και οι εν λόγω υπηρεσίες θα παρέχονται σε ανοικτή μορφή που θα επιτρέπει την εξαγωγή τους σε οποιοδήποτε ψηφιακό περιβάλλον·

15. τονίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες πρέπει να προβλέπει ειδικούς και λεπτομερείς κανόνες, οι οποίοι, για παράδειγμα, θα αποσαφηνίζουν τις διατάξεις για τις πλατφόρμες και τις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης· φρονεί ότι πρέπει να καθοριστούν οι προϋποθέσεις όσον αφορά την εγκυρότητα και την παρακολούθηση των κοινοποιήσεων περιεχομένου· φρονεί επίσης ότι η πρόληψη και η επιβολή κυρώσεων για καταχρήσεις, οι οποίες συνίστανται κυρίως στην κατ’ επανάληψη υποβολή εσφαλμένων ή καταχρηστικών κοινοποιήσεων περιεχομένου, θα πρέπει να βασίζoνται στην υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης· τονίζει επιπλέον ότι, όσον αφορά τις υπηρεσίες, και ιδίως όσον αφορά το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης, είναι αναγκαίο να περιοριστεί η ευθύνη των πλατφορμών, οι οποίες υπόκεινται ήδη σε συντακτικό έλεγχο από έναν πάροχο περιεχομένου που υπόκειται επίσης σε λεπτομερή ρύθμιση και σε ανεξάρτητη και αποτελεσματική εποπτεία από μια αναγνωρισμένη, ανεξάρτητη αρμόδια αρχή, μέσω ενός συστήματος κοινοποίησης και δράσης το οποίο σέβεται τις αρχές που κατοχυρώνονται στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο· θεωρεί ότι οι μικρότεροι εμπορικοί και μη εμπορικοί πάροχοι δεν πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις· τονίζει ότι κάθε νέο νομικό πλαίσιο στον τομέα των ψηφιακών υπηρεσιών πρέπει να είναι διαχειρίσιμο για τις ευρωπαϊκές ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των νεοφυών επιχειρήσεων, και θα πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνει αναλογικές υποχρεώσεις και σαφείς διασφαλίσεις για όλους τους τομείς· τονίζει ότι, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, οι κανόνες του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αποτρέπουν τους φορείς εκμετάλλευσης πλατφορμών από το να μεταβάλλουν περιεχόμενο υπό τον συντακτικό έλεγχο ενός παρόχου περιεχομένου· υπογραμμίζει ότι πρέπει να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση που χρειάζεται να αφαιρεθεί οποιοδήποτε περιεχόμενο μέσων ενημέρωσης, αυτό θα μπορεί να γίνει μόνο βάσει δικαστικής απόφασης· οι πάροχοι περιεχομένου ακούγονται προτού απενεργοποιήσουν την πρόσβαση σε περιεχόμενο, εκτός εάν αυτό θα εμπόδιζε ή θα έθετε σε κίνδυνο τυχόν διεξαγόμενη ποινική έρευνα· φρονεί ότι θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλοι μηχανισμοί άσκησης προσφυγής, τόσο ενώπιον φορέων επίλυσης διαφορών όσο και ενώπιον δικαστικών αρχών, και ότι οι σχετικές προθεσμίες θα πρέπει να είναι εύλογες· είναι της άποψης ότι οι εμπορικοί πάροχοι φιλοξενίας που θεωρούνται δεσπόζοντες ή συστημικοί θα πρέπει να παρέχουν έναν δημόσιο και ανώνυμα προσβάσιμο μηχανισμό για την αναφορά περιεχομένου το οποίο δημοσιεύεται στις πλατφόρμες τους και εικάζεται ότι είναι παράνομο· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες δεν πρέπει να υπονομεύει τους κανόνες της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ούτε να τους καθιστά παρωχημένους· τονίζει ότι οι κάτοχοι δικαιωμάτων θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα μη προσωπικά δεδομένα που παράγονται από το περιεχόμενό τους σε πλατφόρμες ή σχετίζονται με αυτό, υπό τους όρους που προβλέπει η ενωσιακή νομοθεσία και αφού διενεργηθεί κατάλληλη εκτίμηση επιπτώσεων·

16. συνιστά ένθερμα οι πλατφόρμες που λειτουργούν ως επιγραμμικές αγορές να παρέχουν στους χρήστες πληροφορίες σχετικά με τις κύριες παραμέτρους που καθορίζουν τη σειρά και την κατάταξη των προϊόντων που παρουσιάζονται στους χρήστες ως αποτέλεσμα των ερωτημάτων αναζήτησής τους, ιδίως εάν το αποτέλεσμα ενός ερωτήματος αναζήτησης έχει επηρεαστεί από τυχόν αμοιβή που καταβάλλεται από τον προμηθευτή, ή σε περιπτώσεις όπου ο διαχειριστής πλατφόρμας ενεργεί ως προμηθευτής για ορισμένα από τα προϊόντα που εμφανίζονται ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης·

17. τονίζει ότι είναι σημαντικό να διευρυνθεί το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του  νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ώστε να καλύπτει επίσης τις δραστηριότητες των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες, εφόσον προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Ένωση· πιστεύει ότι οι μεσάζοντες, όταν είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα, θα πρέπει να ορίζουν έναν νόμιμο εκπρόσωπο ο οποίος θα είναι εγκατεστημένος στην Ένωση και μπορεί να λογοδοτεί για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρουν·

18. επισημαίνει ότι οι πλατφόρμες που παρέχουν ένα σύστημα φήμης για τους προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών πρέπει να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον προκύπτουν οι εν λόγω βαθμολογίες φήμης· συνιστά, στο πλαίσιο αυτό, οι αξιολογήσεις που τροφοδοτούν τα εν λόγω συστήματα φήμης να βασίζονται σε πραγματικές εμπειρίες και να προέρχονται από συμβαλλόμενο στη συναλλαγή μέρος· τονίζει ότι καμία αξιολόγηση δεν θα πρέπει να δημοσιεύεται, εάν ο συντάκτης της έχει αποκομίσει κάποιο όφελος από την παροχή συγκεκριμένης θετικής ή αρνητικής αξιολόγησης·

19. επισημαίνει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στους χρήστες με αναπηρίες και να εγγυάται την πρόσβασή τους σε ψηφιακές υπηρεσίες· η Επιτροπή θα πρέπει να ενθαρρύνει τους παρόχους υπηρεσιών να αναπτύξουν τεχνικά εργαλεία τα οποία θα επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρίες που ζουν στην Ένωση να χρησιμοποιούν σωστά τις διαδικτυακές υπηρεσίες και να επωφελούνται από αυτές·

20. συνιστά οι πλατφόρμες που παρέχουν ένα σύστημα φήμης για τους προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών να επιτρέπουν τη μεταφορά των υφιστάμενων αξιολογήσεων στο σύστημα φήμης άλλης πλατφόρμας κατόπιν αιτήματος του προμηθευτή, καθώς και με τη λήξη της σύμβασης πλατφόρμας – προμηθευτή· τονίζει ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται για την προέλευση των αξιολογήσεων που μεταφέρθηκαν ενδεχομένως από άλλη πλατφόρμα.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ
ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.9.2020

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

20

1

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gunnar Beck, Geoffroy Didier, Angel Dzhambazki, Ibán García Del Blanco, Jean-Paul Garraud, Esteban González Pons, Mislav Kolakušić, Gilles Lebreton, Karen Melchior, Franco Roberti, Marcos Ros Sempere, Stéphane Séjourné, Raffaele Stancanelli, Marie Toussaint, Adrián Vázquez Lázara, Axel Voss, Marion Walsmann, Tiemo Wölken, Lara Wolters, Javier Zarzalejos

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Patrick Breyer, Emmanuel Maurel, Emil Radev

Αναπληρωτές (άρθρο 209 παράγραφος 7 του Κανονισμού) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Bart Groothuis

 


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ
ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

20

+

EPP

Geoffroy Didier, Esteban González Pons, Emil Radev, Axel Voss, Marion Walsmann

S&D

Ibán García Del Blanco, Franco Roberti, Marcos Ros Sempere, Tiemo Wölken, Lara Wolters

RENEW

Karen Melchior, Bart Groothuis, Stéphane Séjourné, Adrián Vázquez Lázara

VERTS/ALE

Patrick Breyer, Marie Toussain

ECR

Angel Dzhambazki, Raffaele Stancanelli

GUE/NGL

Emmanuel Maurel

NI

Mislav Kolakušić

 

1

-

ID

Gunnar Beck

 

3

0

EPP

Javier Zarzalejos

ID

Jean-Paul Garraud, Gilles Lebreton

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+ : υπέρ

- : κατά

0 : αποχή

 

 


 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ (16.7.2020)

<CommissionInt>προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών</CommissionInt>


<Titre>που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες: βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς</Titre>

<DocRef>(2020/2018(INL))</DocRef>

Συντάκτης γνωμοδότησης (*): <Depute>Paul Tang</Depute>

(Πρωτοβουλία – Άρθρο 47 του Κανονισμού)

 

(*) Συνδεδεμένες επιτροπές – Άρθρο 57 του Κανονισμού

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, αρμόδια επί της ουσίας:

 να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1. υπογραμμίζει ότι οι ψηφιακές υπηρεσίες και οι αλγόριθμοι στους οποίους βασίζονται πρέπει να σέβονται πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως την ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και τα δικαιώματα του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να εφαρμόσει την υποχρέωση για απαγόρευση των διακρίσεων και για διαφάνεια και εξηγησιμότητα των αλγορίθμων, και να θεσπίσει κυρώσεις για την επιβολή των εν λόγω υποχρεώσεων, καθώς και τη δυνατότητα ανθρώπινης παρέμβασης και άλλα μέτρα συμμόρφωσης, όπως, για παράδειγμα, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση, και η διεξαγωγή ανεξάρτητων ελέγχων και ειδικών προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, προκειμένου να υποστηρίξει και να επιβάλει τη συμμόρφωση· πιστεύει ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί μια προσέγγιση βάσει κινδύνου, στο πλαίσιο της οποίας θα εφαρμόζονται αυστηρότεροι κανόνες για τους αλγορίθμους που μπορούν να αποτελέσουν απειλή για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες· υπογραμμίζει ότι ο πυρήνας των εννοιών της διαφάνειας και της εξηγησιμότητας των αλγορίθμων θα πρέπει να συνίσταται στο ότι οι πληροφορίες που παρέχονται για τον χρήστη παρουσιάζονται σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, καθώς και να χρησιμοποιούν σαφή και απλή διατύπωση, ιδίως όταν απευθύνονται ειδικά σε παιδιά·

2. τονίζει ότι η ταχεία ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών καθιστά αναγκαία τη θέσπιση ενός ισχυρού διαχρονικού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής· σημειώνει ότι η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο χρονολογείται από το 2000, ωστόσο, το καθεστώς προστασίας των δεδομένων έχει έκτοτε επικαιροποιηθεί σημαντικά· υπενθυμίζει, συνεπώς, ότι όλες οι μελλοντικές διατάξεις του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να σέβονται πλήρως το ευρύ πλαίσιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων και το ευρωπαϊκό καθεστώς για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων· τονίζει, επομένως, στη συνάρτηση αυτή, ότι όλοι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών πρέπει να τηρούν πλήρως την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων, και συγκεκριμένα τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΓΚΠΔ) και την οδηγία (ΕΚ) 2002/58 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), η οποία βρίσκεται επί του παρόντος υπό αναθεώρηση, καθώς και να σέβονται την ελευθερία έκφρασης, να μην εισάγουν διακρίσεις και να διασφαλίζουν την ασφάλεια και την προστασία των συστημάτων και υπηρεσιών τους·

3. τονίζει ότι η εφαρμογή αποτελεσματικής διατερματικής κρυπτογράφησης δεδομένων έχει καίρια σημασία για την εμπιστοσύνη προς το διαδίκτυο και την ασφάλεια σε αυτό, αποτρέπει δε αποτελεσματικά τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση τρίτων· τονίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να εξασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού παρέχοντας επαρκή νομική σαφήνεια όσον αφορά τις έννοιες και τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στη νομοθεσία και ισχύοντας για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς που παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες στην Ένωση, ανεξαρτήτως του εάν είναι εγκατεστημένοι εντός ή εκτός της Ένωσης· τονίζει ότι ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι μακρόπνοος και να εφαρμόζεται στις νέες τεχνολογίες που έχουν αντίκτυπο στην ψηφιακή ενιαία αγορά· τονίζει ότι στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να διατηρηθεί το δικαίωμα στην ανώνυμη χρήση ψηφιακών υπηρεσιών, όταν η φύση της υπηρεσίας ή η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαιτεί την ταυτοποίηση ή την εξακρίβωση της ταυτότητας του χρήστη ή του πελάτη·

4. σημειώνει ότι, επειδή οι επιγραμμικές δραστηριότητες μεμονωμένων ατόμων καθιστούν δυνατή τη διεξοδική χαρτογράφηση της προσωπικότητάς τους και επιτρέπουν τη χειραγώγησή τους, η γενική και αδιάκριτη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν δράσεις και αλληλεπιδράσεις χρηστών στο διαδίκτυο περιορίζει δυσανάλογα το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή· επιβεβαιώνει ότι οι χρήστες έχουν δικαίωμα να μην υπόκεινται σε διάχυτο εντοπισμό όταν χρησιμοποιούν ψηφιακές υπηρεσίες· τονίζει ότι, υπό το πνεύμα της νομολογίας για τα μεταδεδομένα των επικοινωνιών, οι δημόσιες αρχές θα έχουν πρόσβαση στα δεδομένα συνδρομητή και στα μεταδεδομένα ενός χρήστη μόνον για τον σκοπό της διεξαγωγής έρευνας για υπόπτους σοβαρών αδικημάτων και εφόσον έχουν λάβει προηγούμενη δικαστική άδεια· είναι πεπεισμένο, ωστόσο, ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών δεν πρέπει να διατηρούν δεδομένα για σκοπούς επιβολής του νόμου, εκτός εάν μια ανεξάρτητη αρμόδια δημόσια αρχή έχει εκδώσει απευθείας εντολή για στοχευμένη διατήρηση των δεδομένων ενός μεμονωμένου χρήστη σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης·

5. επισημαίνει ότι η συλλογή, από ψηφιακές υπηρεσίες κατά το χρόνο εγγραφής για μια υπηρεσία, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως, για παράδειγμα, το φύλο, ο αριθμός κινητού τηλεφώνου, η ηλεκτρονική διεύθυνση και η ταχυδρομική διεύθυνση, οφείλεται συχνά στη χρήση δυνατοτήτων ενιαίας πρόσβασης και, επομένως, είναι περιττή· καλεί την Επιτροπή να συστήσει μια δημόσια υπηρεσία ως εναλλακτική λύση προς τα ιδιωτικά συστήματα ενιαίας πρόσβασης· υπογραμμίζει ότι η υπηρεσία αυτή θα πρέπει να αναπτυχθεί, έτσι ώστε η συλλογή ταυτοποιήσιμων δεδομένων πρόσβασης από τον πάροχο υπηρεσιών πρόσβασης να είναι τεχνικά αδύνατη και τα δεδομένα που συλλέγονται να είναι τα ελάχιστα δυνατά· καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει για τις ψηφιακές υπηρεσίες την υποχρέωση να προσφέρουν πάντοτε και την επιλογή της μη αυτόματης πρόσβασης, η οποία θα ορίζεται ως προεπιλογή· συνιστά επίσης στην Επιτροπή να δημιουργήσει μια δημόσια υπηρεσία και συγκεκριμένα ένα σύστημα επαλήθευσης της ηλικίας των χρηστών ψηφιακών υπηρεσιών, ιδίως για να προστατεύονται οι ανήλικοι· τονίζει ότι καμία από αυτές τις δημόσιες υπηρεσίες δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό χρηστών σε διάφορες τοποθεσίες ούτε για εμπορικούς σκοπούς, θα πρέπει δε αμφότερες να είναι ασφαλείς και διαφανείς, να επεξεργάζονται μόνο δεδομένα που είναι απαραίτητα για την ταυτοποίηση του χρήστη, να μην εφαρμόζονται σε ψηφιακές υπηρεσίες εκτός από εκείνες που απαιτούν προσωπική ταυτοποίηση, επαλήθευση ταυτότητας ή επαλήθευση ηλικίας, να χρησιμοποιούνται μόνο με θεμιτό σκοπό και επ᾽ ουδενί να μην χρησιμοποιούνται για τον περιορισμό της γενικής πρόσβασης στο διαδίκτυο· υπογραμμίζει ότι, για τις περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται ένας ορισμένος τύπος επίσημης ταυτοποίησης εκτός διαδικτύου, πρέπει να δημιουργηθεί ένα ισοδύναμο ασφαλές επιγραμμικό σύστημα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης·

6. τονίζει ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η θέση των χρηστών όσον αφορά την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους στο διαδίκτυο· επισημαίνει ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών πρέπει να σέβονται το δικαίωμα των χρηστών τους για φορητότητα των δεδομένων, όπως κατοχυρώνεται στη νομοθεσία της Ένωσης, και να διευκολύνουν την άσκησή του· τονίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα που θέλουν να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους όσον αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής έναντι κυρίαρχων πλατφορμών, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε πολλαπλές αγορές και συνδέονται με πολλαπλές οντότητες· ζητεί, επομένως, από τα κράτη μέλη και τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών να εφαρμόσουν διαφανείς, εύχρηστους, αποτελεσματικούς, δίκαιους και ταχείς μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών και επανόρθωσης, ώστε τα μεμονωμένα άτομα να μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους βάσει του ΓΚΠΔ και να επιβάλλουν την τήρησή τους, οι δε χρήστες να μπορούν να αμφισβητούν την απόσυρση του περιεχομένου τους από το διαδίκτυο· ενθαρρύνει τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών να δημιουργήσουν ένα ενιαίο σημείο επαφής για όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες στις οποίες βασίζονται, μέσω του οποίου οι αιτήσεις των χρηστών θα μπορούν να διαβιβάζονται στον σωστό αποδέκτη· σημειώνει επίσης ότι οι καταναλωτές θα πρέπει πάντα να ενημερώνονται ρητά για το εάν αλληλεπιδρούν με άνθρωπο ή μηχανή·

7. επισημαίνει ότι τα βιομετρικά δεδομένα θεωρούνται ειδική κατηγορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες επεξεργασίας· σημειώνει ότι τα βιομετρικά στοιχεία (μπορούν να) χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για την ταυτοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας μεμονωμένων ατόμων, μεταξύ άλλων σε ορισμένους ευαίσθητους τομείς, όπως ο τραπεζικός, και σε βασικές υπηρεσίες, όπως η υγειονομική περίθαλψη, γεγονός που, ανεξάρτητα από τα δυνητικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να προσφέρει, και συγκεκριμένα το υψηλότερο επίπεδο γνησιότητας σε σύγκριση με τα αλφαριθμητικά χαρακτηριστικά ασφαλείας ή τους κωδικούς PIN, όταν η φυσική παρουσία, κατά τη λήψη βασικών υπηρεσιών, είναι δύσκολη, συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους και σοβαρές παρεμβάσεις στα δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή και στην προστασία των δεδομένων, ιδίως όταν απουσιάζει η συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ επίσης καθιστά δυνατή την υποκλοπή ταυτότητας· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να ενσωματώσει στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες την υποχρέωση των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών να αποθηκεύουν βιομετρικά δεδομένα μόνο στην ίδια τη συσκευή, εκτός εάν η κεντρική αποθήκευση επιτρέπεται από τη νομοθεσία, ώστε να παρέχεται πάντοτε στους χρήστες ψηφιακών υπηρεσιών, ως προεπιλογή, μια εναλλακτική δυνατότητα έναντι της χρήσης βιομετρικών δεδομένων για τη λειτουργία μιας υπηρεσίας, καθώς και την υποχρέωση να ενημερώνουν με σαφήνεια τους πελάτες σχετικά με τους κινδύνους που ενέχει η χρήση βιομετρικών δεδομένων· τονίζει ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η άρνηση παροχής ψηφιακής υπηρεσίας, όταν ο χρήστης δεν συναινεί στη χρήση βιομετρικών δεδομένων·

8. σημειώνει ότι η προσωποποιημένη διαφήμιση, ιδίως η μικρο-στοχευμένη και συμπεριφορική διαφήμιση, όπως διεξάγεται από ενδιάμεσους που ασχολούνται με τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας διαφημίσεων και από πλατφόρμες για προσφορές σε πραγματικό χρόνο, καθώς και η αξιολόγηση μεμονωμένων ατόμων, ιδίως ανηλίκων, χωρίς τη συναίνεσή τους, ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις, καθώς παρεμβαίνουν στην ιδιωτική ζωή των ατόμων, εγείρουν δε ερωτηματικά σχετικά με τη συλλογή και τη χρήση των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την εξατομίκευση της διαφήμισης, την προσφορά προϊόντων ή υπηρεσιών, ή τον καθορισμό των τιμών, και σχετικά με τη δυναμική που διαθέτουν να διαταράσσουν τη λειτουργία των δημοκρατικών διαδικασιών και εκλογών· έχει επίγνωση της πρωτοβουλίας των επιγραμμικών πλατφορμών για τη θέσπιση διασφαλίσεων, όπως η διαφάνεια και η βελτίωση των δυνατοτήτων ελέγχου και επιλογής για τους χρήστες, όπως ορίζεται στον κώδικα δεοντολογίας για την παραπληροφόρηση· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να θεσπίσει αυστηρούς περιορισμούς για τη στοχευμένη διαφήμιση που βασίζεται στη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, απαγορεύοντας κατ᾽ αρχάς τη διάχυτη συμπεριφορική διαφήμιση, χωρίς ωστόσο να υπονομεύονται οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· υπενθυμίζει ότι, σήμερα, η οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες επιτρέπει τη στοχευμένη διαφήμιση μόνον εφόσον αυτή υπόκειται σε συναίνεση προαιρετικής συμμετοχής, άλλως την καθιστά παράνομη, και καλεί την Επιτροπή να απαγορεύσει τη χρήση πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις για την παροχή υπηρεσιών ή προϊόντων·

9. παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφιακές υπηρεσίες συνεργάζονται με τον εκτός διαδικτύου κόσμο, για παράδειγμα στους τομείς των μεταφορών και της φιλοξενίας· σημειώνει ότι οι τοπικές διοικήσεις και ο δημόσιος τομέας μπορούν να επωφεληθούν από δεδομένα ορισμένων ειδών ψηφιακών υπηρεσιών, ώστε να βελτιώσουν, για παράδειγμα, τις πολιτικές αστικού σχεδιασμού τους· υπενθυμίζει ότι η συλλογή, η χρήση και η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, υπόκεινται στις διατάξεις του ΓΚΠΔ· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε η πρότασή της για τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες να είναι συμβατή με αυτόν τον σκοπό·

10. ζητεί να ενισχυθεί η συνεργασία όσον αφορά τη ρυθμιστική εποπτεία των ψηφιακών υπηρεσιών και καλεί, επομένως, την Επιτροπή να εκπονήσει ένα σύστημα για την εποπτεία της εφαρμογής του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες και των ψηφιακών υπηρεσιών, μέσω της συνεργασίας μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εποπτικών φορέων, καθώς και μέσω ετήσιων ανεξάρτητων εξωτερικών ελέγχων που θα εστιάζουν στους αλγορίθμους των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών, στις εσωτερικές πολιτικές και στην ορθή λειτουργία των εσωτερικών ελέγχων και ισορροπιών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το δίκαιο της Ένωσης και, σε κάθε περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών των υπηρεσιών, και συνεκτιμώντας επίσης τη θεμελιώδη σημασία που έχουν η μη διακριτική μεταχείριση και η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης σε μια ανοικτή και δημοκρατική κοινωνία, καθώς και να αναθέσει σε οργανισμούς της ΕΕ και σε εθνικές εποπτικές αρχές το καθήκον να εποπτεύουν την εφαρμογή του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες·

11. σημειώνει με ανησυχία ότι οι εποπτικές αρχές στα κράτη μέλη βρίσκονται υπό πίεση λόγω των αυξανόμενων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και λόγω της έλλειψης επαρκών οικονομικών και ανθρώπινων πόρων· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες τεχνολογίας να συνεισφέρουν στους πόρους των εποπτικών αρχών·

12. σημειώνει ότι, για την ανάλυση ή πρόβλεψη προσωπικών προτιμήσεων, ενδιαφερόντων ή συμπεριφορών, οι ψηφιακές υπηρεσίες χρησιμοποιούν προηγμένους αλγόριθμους, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη διάδοση και την ταξινόμηση του περιεχομένου που εμφανίζεται στους χρήστες των υπηρεσιών τους· τονίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι αλγόριθμοι λειτουργούν και ταξινομούν το εμφανιζόμενο υλικό δεν είναι ορατός ούτε εξηγείται στους χρήστες, στερεί δε από αυτούς την επιλογή και τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να επιτρέπει τη δημιουργία θαλάμων αντήχησης και να οδηγεί σε έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις ψηφιακές υπηρεσίες· καλεί την Επιτροπή, στην πρότασή της για έναν νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, να υποχρεώσει τις ψηφιακές υπηρεσίες να προσφέρουν τη δυνατότητα παρουσίασης μη επεξεργασμένου περιεχομένου, να παρέχει στους χρήστες μεγαλύτερο έλεγχο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το περιεχόμενο κατατάσσεται σε αυτούς, συμπεριλαμβανομένων επιλογών κατάταξης άλλων από τις συνήθειές τους ως προς την κατανάλωση περιεχομένου, καθώς και πλήρους εξαίρεσης από κάθε είδους επιμέλεια περιεχομένου·· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να αναπτύξει ένα σύστημα δέουσας επιμέλειας που θα καθιστά τις ψηφιακές υπηρεσίες υπεύθυνες και υπόλογες για την επιμέλεια περιεχομένου και το οποίο θα πρέπει να καθορίζεται σε λεπτομερείς τομεακές κατευθυντήριες γραμμές, να διασφαλίσει δε διαφάνεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφιακές υπηρεσίες επιμελούνται το περιεχόμενο·

13. τονίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων που θεσπίστηκε από τον ΓΚΠΔ, ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να απαιτεί από τους μεσάζοντες ψηφιακών υπηρεσιών να καθιστούν δυνατή, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την ανώνυμη χρήση των υπηρεσιών τους και την πληρωμή για αυτές, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό και δεν περιορίζεται από ειδική νομοθεσία, καθώς η ανωνυμία ουσιαστικά αποτρέπει τη μη εξουσιοδοτημένη δημοσιοποίηση, την κλοπή ταυτότητας και άλλες μορφές κατάχρησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται μέσω του διαδικτύου· επισημαίνει ότι μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η ισχύουσα νομοθεσία απαιτεί από τις επιχειρήσεις να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους, οι φορείς εκμετάλλευσης βασικών αγορών θα μπορούσαν να υποχρεωθούν να επαληθεύουν την ταυτότητά τους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το δικαίωμα στην ανώνυμη χρήση ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να διατηρηθεί·

14. τονίζει ότι υπάρχουν ακόμα ορισμένες διαφορές μεταξύ του διαδικτυακού και του μη διαδικτυακού κόσμου, για παράδειγμα όσον αφορά την ανωνυμία και την απουσία διοικούσας οντότητας, καθώς και μεταξύ των ισορροπιών ισχύος και των τεχνικών ικανοτήτων· υπογραμμίζει ότι, λόγω της φύσης του ψηφιακού οικοσυστήματος, το παράνομο περιεχόμενο στο διαδίκτυο μπορεί να διαδοθεί εύκολα και, επομένως, ο αρνητικός του αντίκτυπος μπορεί να ενισχυθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα· επισημαίνει ότι το παράνομο περιεχόμενο στο διαδίκτυο μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στις ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και να έχει σοβαρές και μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ασφάλεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων· θεωρεί ότι είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το περιεχόμενο που θεωρείται παράνομο εκτός διαδικτύου θα πρέπει να θεωρείται παράνομο και στο διαδίκτυο·

15. είναι της άποψης ότι, στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα που θα περιλαμβάνει ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να αφορούν το παράνομο περιεχόμενο, μόνο όπως αυτό ορίζεται στο δίκαιο της Ένωσης και στις εθνικές έννομες τάξεις, και δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει νομικά ασαφείς και απροσδιόριστους όρους, όπως, για παράδειγμα, το «βλαβερό περιεχόμενο», δεδομένου ότι η στόχευση τέτοιου περιεχομένου θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως την ελευθερία της έκφρασης·

16. τονίζει ότι η επιβολή της νομοθεσίας, η λήψη αποφάσεων σχετικά με τη νομιμότητα επιγραμμικών δραστηριοτήτων και περιεχομένου, καθώς και η έκδοση εντολών προς παρόχους υπηρεσιών για απομάκρυνση παράνομου περιεχομένου ή για αποκλεισμό της πρόσβασης σε αυτό, θα πρέπει να αποτελούν αρμοδιότητα ανεξάρτητων αρμόδιων δημόσιων αρχών· υπογραμμίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι επίσημες αποφάσεις των ανεξάρτητων αρμόδιων δημόσιων αρχών για αφαίρεση περιεχομένου ή αποκλεισμό της πρόσβασης σε αυτό από θα είναι ακριβείς και τεκμηριωμένες και θα σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα·

17. ζητεί να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των ανεξάρτητων αρμόδιων δημόσιων αρχών και των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχεία και ορθή ροή πληροφοριών, καθώς και η ορθή και έγκαιρη αφαίρεση παράνομου περιεχομένου ή η απενεργοποίηση της πρόσβασης σε αυτό, οι οποίες παραγγέλθηκαν από ανεξάρτητες αρμόδιες αρχές, και να διασφαλιστεί η επιτυχής διερεύνηση και δίωξη πιθανών ποινικών αδικημάτων·

18. επαναλαμβάνει ότι οι πάροχοι περιεχομένου πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ένδικα μέσα, ώστε να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να θεσπίσει κανόνες σχετικά με διαφανείς μηχανισμούς κοινοποίησης και δράσης, οι οποίοι θα προβλέπουν επαρκείς διασφαλίσεις, έναν διαφανή, αποτελεσματικό, δίκαιο και ταχύ μηχανισμό υποβολής καταγγελιών, καθώς και δυνατότητες άσκησης πραγματικής προσφυγής κατά της αφαίρεσης περιεχομένου·

19. τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι, προκειμένου να προστατευθεί η ελευθερία της έκφρασης, να αποφευχθούν οι συγκρούσεις νόμων, να αποτραπεί ο αδικαιολόγητος και αναποτελεσματικός γεωγραφικός αποκλεισμός και να επιδιωχθεί μια εναρμονισμένη ψηφιακή ενιαία αγορά, οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν εθνικούς περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης σε άλλο κράτος μέλος ούτε να αφαιρούν ή να αποκλείουν την πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι νόμιμες στη χώρα εγκατάστασής τους·

20. σημειώνει με ανησυχία τον αυξανόμενο κατακερματισμό των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με την καταπολέμηση του παράνομου περιεχομένου ή του περιεχομένου που μπορεί να θεωρηθεί βλαβερό· τονίζει, επομένως, ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών· υπογραμμίζει τη σημασία του διαλόγου αυτού, ιδίως όσον αφορά τους διαφορετικούς ορισμούς του παράνομου περιεχομένου στις εθνικές νομοθεσίες·

21. καλεί τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών, οι οποίοι με δική τους πρωτοβουλία αποσύρουν περιεχόμενο από το διαδίκτυο, να το πράττουν κατά τρόπο επιμελή, αναλογικό και χωρίς διακρίσεις, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών, και να συνεκτιμήσουν τη θεμελιώδη σημασία της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης σε μια ανοικτή και δημοκρατική κοινωνία, προκειμένου να αποφευχθεί η αφαίρεση περιεχομένου που δεν είναι παράνομο· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι θα πρέπει να επιβληθούν υποχρεώσεις διαφάνειας στους διαδικτυακούς μεσάζοντες όσον αφορά τα κριτήρια για τη λήψη απόφασης σχετικά με την αφαίρεση περιεχομένου ή τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε περιεχόμενο, και σχετικά με τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των απαραίτητων εγγυήσεων και να αποφευχθούν οι διακρίσεις και οι περιττές αφαιρέσεις ή φραγές· καλεί περαιτέρω τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την ταυτοποίηση και επισήμανση του περιεχομένου που μεταφορτώνεται από αυτοματοποιημένους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης·

22. σημειώνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι σήμερα τα αυτοματοποιημένα εργαλεία δεν είναι σε θέση να διακρίνουν το παράνομο από το νόμιμο περιεχόμενο σε ένα δεδομένο πλαίσιο, υπογραμμίζει δε ότι κάθε τέτοιο εργαλείο θα πρέπει να υπόκειται σε ανθρώπινη εποπτεία και σε απαιτήσεις πλήρους διαφάνειας όσον αφορά τον σχεδιασμό και τις επιδόσεις· υπογραμμίζει ότι η επανεξέταση αυτόματων εκθέσεων από παρόχους υπηρεσιών, το προσωπικό ή τους αναδόχους τους δεν επιλύει το πρόβλημα, καθώς οι υπάλληλοι των ιδιωτικών εταιρειών δεν διαθέτουν την ανεξαρτησία, την κατάρτιση και τη λογοδοσία των δημόσιων αρχών· τονίζει, επομένως, ότι ο νόμος τις ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να απαγορεύει ρητά την υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας ή άλλων τεχνικών μεσαζόντων να χρησιμοποιούν αυτοματοποιημένα εργαλεία για τον έλεγχο περιεχομένου· ζητεί από τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών που θέλουν με δική τους πρωτοβουλία να περιορίσουν ορισμένο νόμιμο περιεχόμενο των χρηστών τους να εξετάσουν το ενδεχόμενο να το επισημαίνουν αντί να το αποσύρουν από το διαδίκτυο·

23. τονίζει ότι οι δημόσιες αρχές δεν θα πρέπει να επιβάλουν στους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών, ούτε de jure ούτε de facto, όπως για παράδειγμα μέσω εκ των προτέρων μέτρων, τη γενική υποχρέωση να παρακολουθούν τις πληροφορίες που διαβιβάζουν ή αποθηκεύουν ούτε τη γενική υποχρέωση να αναζητούν, συντονίζουν ή φιλτράρουν ενεργά περιεχόμενο που υποδεικνύει παράνομη δραστηριότητα· είναι επίσης πεπεισμένο ότι δεν θα πρέπει να απαιτείται από τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών να αποτρέπουν τη μεταφόρτωση παράνομου περιεχομένου· προτείνει, ως εκ τούτου, όπου αυτό είναι τεχνολογικά εφικτό, βάσει επαρκώς τεκμηριωμένων εντολών που εκδίδονται από ανεξάρτητες αρμόδιες δημόσιες αρχές, και λαμβάνοντας πλήρως υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο του περιεχομένου, να απαιτείται από τους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών να εκτελούν περιοδικές αναζητήσεις για συγκεκριμένα τμήματα περιεχομένου τα οποία έχουν ήδη κριθεί παράνομα από δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι η παρακολούθηση και η αναζήτηση των πληροφοριών που αποτελούν αντικείμενο τέτοιας διαταγής περιορίζονται σε πληροφορίες που μεταφέρουν μήνυμα το περιεχόμενο του οποίου παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο σε σύγκριση με το περιεχόμενο που οδήγησε στη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα, και οι οποίες περιέχουν τα στοιχεία που προσδιορίζονται στη διαταγή, τα οποία, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 2019 στην υπόθεση C-18/18[30], είναι πανομοιότυπα ή τέτοιας φύσης ώστε ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας να μην χρειάζεται να διενεργήσει ανεξάρτητη αξιολόγηση του εν λόγω περιεχομένου·

24. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής στους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας της υποχρέωσης να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου το παράνομο περιεχόμενο που συνιστά σοβαρό αδίκημα, αμέσως μόλις λάβουν γνώση αυτού· καλεί επίσης την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας να θεσπίσουν διαφανείς μηχανισμούς κοινοποίησης για τους χρήστες, προκειμένου οι σχετικές αρχές να ενημερώνονται για δυνητικά παράνομο περιεχόμενο· ζητεί επίσης από τα κράτη μέλη να βελτιώσουν την προσβασιμότητα και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων τους δικαιοσύνης και επιβολής του νόμου σε σχέση με τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα επιγραμμικού περιεχομένου και σε σχέση με την επίλυση διαφορών όσον αφορά τη διαγραφή περιεχομένου ή τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε αυτό·

25. τονίζει ότι, προκειμένου να αξιοποιηθούν εποικοδομητικά οι κανόνες της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, η ισχύουσα νομοθεσία, αντί να επιβάλλει ένα γενικό καθήκον μέριμνας, θα πρέπει να είναι αναλογική και να καθορίζει κατά τρόπο σαφή τα καθήκοντα των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών· επισημαίνει ότι ορισμένα καθήκοντα μπορούν να εξειδικευθούν περαιτέρω από την τομεακή νομοθεσία· υπογραμμίζει ότι το νομικό καθεστώς που διέπει την ευθύνη των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών δεν θα πρέπει να εξαρτάται από ασαφείς έννοιες όπως «ενεργός» ή «παθητικός» ρόλος των παρόχων·

26. πιστεύει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών υποδομών, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών και άλλες εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες σε παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών δεν θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για το περιεχόμενο που αναφορτώνει ή καταφορτώνει ένας χρήστης με δική του πρωτοβουλία· πιστεύει ότι οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών, οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με τον χρήστη και έχουν την ικανότητα να απομακρύνουν συγκεκριμένα τμήματα του περιεχομένου των χρηστών, θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι μόνο εάν δεν ανταποκρίνονται ταχέως σε επαρκώς τεκμηριωμένες εντολές αφαίρεσης που εκδίδονται από ανεξάρτητες αρμόδιες δημόσιες αρχές, ή σε περίπτωση που διαθέτουν πραγματική γνώση παράνομου περιεχομένου ή δραστηριοτήτων.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

16.7.2020

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

40

4

23

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Magdalena Adamowicz, Κωνσταντίνος Αρβανίτης, Katarina Barley, Pietro Bartolo, Nicolas Bay, Vladimír Bilčík, Vasile Blaga, Ioan-Rareş Bogdan, Saskia Bricmont, Joachim Stanisław Brudziński, Jorge Buxadé Villalba, Damien Carême, Caterina Chinnici, Clare Daly, Marcel de Graaff, Lena Düpont, Laura Ferrara, Nicolaus Fest, Jean-Paul Garraud, Sylvie Guillaume, Andrzej Halicki, Balázs Hidvéghi, Evin Incir, Sophia in ‘t Veld, Patryk Jaki, Lívia Járóka, Fabienne Keller, Peter Kofod, Moritz Körner, Juan Fernando López Aguilar, Nuno Melo, Roberta Metsola, Nadine Morano, Javier Moreno Sánchez, Maite Pagazaurtundúa, Nicola Procaccini, Emil Radev, Paulo Rangel, Terry Reintke, Diana Riba i Giner, Ralf Seekatz, Michal Šimečka, Martin Sonneborn, Sylwia Spurek, Tineke Strik, Ramona Strugariu, Annalisa Tardino, Tomas Tobé, Milan Uhrík, Tom Vandendriessche, Bettina Vollath, Jadwiga Wiśniewska, Elena Yoncheva, Javier Zarzalejos

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Abir Al-Sahlani, Bartosz Arłukowicz, Malin Björk, Delara Burkhardt, Gwendoline Delbos-Corfield, Nathalie Loiseau, Erik Marquardt, Sira Rego, Domènec Ruiz Devesa, Paul Tang, Hilde Vautmans, Tomáš Zdechovský

Αναπληρωτές (άρθρο 209 παρ. 7) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sven Mikser

 


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

40

+

PPE

Bartosz Arłukowicz

S&D

Katarina Barley, Pietro Bartolo, Delara Burkhardt, Caterina Chinnici, Sylvie Guillaume, Evin Incir, Juan Fernando López Aguilar, Sven Mikser, Javier Moreno Sánchez, Domènec Ruiz Devesa, Sylwia Spurek, Paul Tang, Bettina Vollath, Elena Yoncheva

Renew

Abir Al‑Sahlani, Sophia in 't Veld, Moritz Körner, Maite Pagazaurtundúa, Michal Šimečka, Ramona Strugariu, Hilde Vautmans

ID

Nicolaus Fest, Peter Kofod, Annalisa Tardino, Tom Vandendriessche

Verts/ALE

Saskia Bricmont, Damien Carême, Gwendoline Delbos‑Corfield, Erik Marquardt, Terry Reintke, Diana Riba i Giner, Tineke Strik

GUE/NGL

Κωνσταντίνος Αρβανίτης, Malin Björk, Clare Daly, Sira Rego

NI

Laura Ferrara, Martin Sonneborn, Milan Uhrík

 

4

-

PPE

Javier Zarzalejos

ID

Nicolas Bay, Jean‑Paul Garraud, Marcel de Graaff

 

23

0

PPE

Magdalena Adamowicz, Vladimír Bilčík, Vasile Blaga, Ioan‑Rareş Bogdan, Lena Düpont, Andrzej Halicki, Balázs Hidvéghi, Lívia Járóka, Nuno Melo, Roberta Metsola, Nadine Morano, Emil Radev, Paulo Rangel, Ralf Seekatz, Tomas Tobé, Tomáš Zdechovský

Renew

Fabienne Keller, Nathalie Loiseau

ECR

Joachim Stanisław Brudziński, Jorge Buxadé Villalba, Patryk Jaki, Nicola Procaccini, Jadwiga Wiśniewska

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+ : υπέρ

- : κατά

0 : αποχή


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

28.9.2020

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

39

1

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alex Agius Saliba, Andrus Ansip, Pablo Arias Echeverría, Alessandra Basso, Brando Benifei, Adam Bielan, Hynek Blaško, Biljana Borzan, Vlad-Marius Botoş, Markus Buchheit, Dita Charanzová, Deirdre Clune, David Cormand, Carlo Fidanza, Evelyne Gebhardt, Alexandra Geese, Sandro Gozi, Maria Grapini, Svenja Hahn, Virginie Joron, Eugen Jurzyca, Arba Kokalari, Marcel Kolaja, Kateřina Konečná, Jean-Lin Lacapelle, Maria-Manuel Leitão-Marques, Morten Løkkegaard, Adriana Maldonado López, Antonius Manders, Beata Mazurek, Leszek Miller, Dan-Ştefan Motreanu, Kris Peeters, Anne-Sophie Pelletier, Miroslav Radačovský, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Tomislav Sokol, Ivan Štefanec, Kim Van Sparrentak, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου, Maria da Graça Carvalho, Anna Cavazzini, Edina Tóth

 


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

39

+

EPP

S&D

RENEW

GREENS/EFA

ECR

EUL/NGL

NI

Pablo Arias Echeverría, Άννα‑Μισέλ Ασημακοπούλου, Maria da Graça Carvalho, Deirdre Clune, Arba Kokalari, Antonius Manders, Dan‑Ştefan Motreanu, Kris Peeters, Andreas Schwab, Tomislav Sokol, Ivan Štefanec, Edina Tóth

Alex Agius Saliba, Brando Benifei, Biljana Borzan, Evelyne Gebhardt, Maria Grapini, Maria‑Manuel Leitão‑Marques, Adriana Maldonado López, Leszek Miller, Christel Schaldemose

Andrus Ansip, Vlad‑Marius Botoş, Dita Charanzová, Sandro Gozi, Svenja Hahn, Morten Løkkegaard

Anna Cavazzini, David Cormand, Alexandra Geese, Marcel Kolaja, Kim Van Sparrentak

Adam Bielan, Carlo Fidanza, Eugen Jurzyca, Beata Mazurek

Kateřina Konečná

Miroslav Radačovský, Marco Zullo

 

1

-

ID

Hynek Blaško

 

5

0

ID

EUL/NGL

Alessandra Basso, Markus Buchheit, Virginie Joron, Jean‑Lin Lacapelle

Anne‑Sophie Pelletier

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+ : υπέρ

- : κατά

0 : αποχή

 

 

 

[1] ΕΕ L 178 της 17.7.2000, σ. 1.

[2] ΕΕ L 186 της 11.7.2019, σ. 57.

[3] ΕΕ L 136 της 22.5.2019, σ. 1.

[4] ΕΕ L 136 της 22.5.2019, σ. 28.

[5] ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22.

[6] ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1.

[7] ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36.

[8] ΕΕ C 50 E της 21.2.2012, σ. 1.

[9] ΕΕ C 331 της 18.9.2018, σ. 135.

[10] ΕΕ L 63 της 6.3.2018, σ. 50.

[11] ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1.

[12] ΕΕ L 130 της 17.5.2019, σ. 92.

[13] ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.

[14] ΕΕ L 77 της 27.3.1996, σ. 20.

[15] ΕΕ L 167 της 22.6.2001, σ. 10.

[16] ΕΕ L 95 της 15.4.2010, σ. 1.

[17] Οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4).

[18] Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210 της 7.8.1985, σ. 29).

[19] Οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την εναλλακτική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (οδηγία ΕΕΚΔ) (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 63).

[20] Κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2019/770 και στην οδηγία (ΕΕ) 2019/771.

[21]  Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2161 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 98/6/EΚ, 2005/29/EΚ και 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών (ΕΕ L 328 της 18.12.2019, σ. 7).

[22]  Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64).

[23]  Οδηγία (ΕΕ) 2018/958 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, σχετικά με τον έλεγχο αναλογικότητας πριν από τη θέσπιση νέας νομοθετικής κατοχύρωσης των επαγγελμάτων (ΕΕ L 173 της 9.7.2018, σ. 25).

[24] Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1-88).

[25] Οδηγία 2010/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 2010, περί πλαισίου ανάπτυξης των Συστημάτων Ευφυών Μεταφορών στον τομέα των οδικών μεταφορών και των διεπαφών με άλλους τρόπους μεταφοράς (ΕΕ L 207 της 6.8.2010, σ. 1-13).

[26] Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1150 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες διαδικτυακών υπηρεσιών μεσολάβησης (ΕΕ L 186 της 11.7.2019, σ. 57).

[27] Οδηγία (ΕΕ) 2019/1152 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 186 της 11.7.2019, σ. 105-121).

[28] Σύσταση του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία για τους εργαζομένους και τους αυτοαπασχολούμενους 2019/C 387/01 (ΕΕ C 387 της 15.11.2019, σ. 1-8).

[29] Δίκαιες συνθήκες εργασίας, δικαιώματα και κοινωνική προστασία για τους εργαζομένους σε πλατφόρμες – Νέες μορφές απασχόλησης που συνδέονται με την ψηφιακή ανάπτυξη (2019/2186 (INI))

[30] Απόφαση του Δικαστηρίου, της 3ης Οκτωβρίου 2019, Eva Glawischnig-Pieszek κατά Facebook Ireland Limited, C-18/18, ECLI:EU:C:2019:18. ECLI:EU:C:2019:821.

Τελευταία ενημέρωση: 19 Οκτωβρίου 2020Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου