ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τη σύσταση του Συμβουλίου όσον αφορά τον διορισμό ενός μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    13.11.2020 - (N9-0055/2020 – C9‑0331/2020 – 2020/0805(NLE))

    Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής
    Εισηγήτρια: Irene Tinagli

    Διαδικασία : 2020/0805(NLE)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A9-0218/2020
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A9-0218/2020
    Συζήτηση :
    Ψηφοφορία :
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με τη σύσταση του Συμβουλίου όσον αφορά τον διορισμό ενός μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    (N9-0055/2020 – C9‑0331/2020 – 2020/0805(NLE))

    (Διαβούλευση)

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

     έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2020 (N9-0055/2020)[1],

     έχοντας υπόψη το άρθρο 283 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει (C9‑0331/2020),

     έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την ισορροπία των φύλων κατά τον διορισμό σε ενωσιακές θέσεις του οικονομικού και νομισματικού τομέα[2],

     έχοντας υπόψη την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2019 σχετικά με τη σύσταση του Συμβουλίου που αφορά τον διορισμό του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[3],

     έχοντας υπόψη τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2019 σχετικά με τις συστάσεις του Συμβουλίου όσον αφορά τους διορισμούς δυο μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[4],

     έχοντας υπόψη το άρθρο 130 του Κανονισμού του,

     έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A9-0218/2020),

    Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι, με επιστολή της 14ης Οκτωβρίου 2020, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον διορισμό του Frank Elderson ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για θητεία οκτώ ετών, η οποία άρχεται την 15η Δεκεμβρίου 2020·

    Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Κοινοβουλίου προέβη στην αξιολόγηση των προσόντων του υποψηφίου, ιδίως από την άποψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 283 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ανάγκης για πλήρη ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όπως προκύπτει από το άρθρο 130 της εν λόγω Συνθήκης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, η επιτροπή έλαβε βιογραφικό σημείωμα του υποψηφίου καθώς και τις απαντήσεις του στο γραπτό ερωτηματολόγιο που του εστάλη·

    Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω επιτροπή πραγματοποίησε εν συνεχεία, στις 9 Νοεμβρίου 2020, ακρόαση του υποψηφίου, κατά την οποία ο υποψήφιος προέβη σε εναρκτήρια δήλωση και κατόπιν απάντησε σε ερωτήσεις των μελών της επιτροπής·

    Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απαρτίζεται από τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τους 19 διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, μέχρι σήμερα, όλοι αυτοί οι διοικητές είναι άνδρες·

    Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα εκφράσει την δυσαρέσκειά του όσον αφορά τη διαδικασία διορισμού των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και έχει ζητήσει τη βελτίωση των σχετικών διαδικασιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει να λάβει, σε εύθετο χρόνο, έναν κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων ο οποίος να χαρακτηρίζεται από ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και να περιέχει τουλάχιστον δύο ονόματα·

    ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, το Κοινοβούλιο εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη ως προς τη σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με τον διορισμό της Christine Lagarde ως πρώτης γυναίκας Προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·

    Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 17 Δεκεμβρίου 2019, το Κοινοβούλιο εξέδωσε ευνοϊκές γνώμες ως προς τις συστάσεις του Συμβουλίου σχετικά με τον διορισμό του Fabio Panetta και της Isabel Schnabel ως μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·

    Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο αποδοκιμάζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν λάβει σοβαρά υπόψη το αίτημα αυτό και ότι καλεί τα εθνικά και τα ενωσιακά θεσμικά όργανα να εργαστούν ενεργά για την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στις επόμενες υποψηφιότητες·

    Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ και των κρατών μελών θα πρέπει να εφαρμόζουν συγκεκριμένα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων·

    1. εκδίδει ευνοϊκή γνώμη ως προς τη σύσταση του Συμβουλίου για το διορισμό του Frank Elderson ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·

    2. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο, καθώς και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.


    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ FRANK ELDERSON

    Προσωπικά στοιχεία

    Ονοματεπώνυμο:   Frank Elderson

    Ημερομηνία γεννήσεως: 18 Μαΐου 1970

    Οικογενειακή κατάσταση: Σύζυγος της María Pilar Nosti Escanilla (2 τέκνα)

     

    Εκπαίδευση

     Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια, LL.M. (Νέα Υόρκη, ΗΠΑ) (1994-1995)

     Universidad de Zaragoza (Σαραγόσα, Ισπανία) (1993-1994)

     Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, ολλανδικό δίκαιο (Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) (1990-1994)

     Λύκειο Waltrip (Χιούστον, ΗΠΑ) (1988-1989)

     Christelijk Gymnasium (Ουτρέχτη, Κάτω Χώρες) (1982-1988)

    Επαγγελματική πείρα

     De Nederlandsche Bank NV (Κεντρική Τράπεζα Κάτω Χωρών)

     Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής (από τον Ιούλιο του 2011) και από τον Ιούλιο του 2018 Εκτελεστικός Διευθυντής Εποπτείας υπεύθυνος για την εποπτεία των τραπεζών, των οριζόντιων λειτουργιών, της ακεραιότητας και των νομικών υποθέσεων

     Γενικός Νομικός Σύμβουλος (2008-2011)

     Νομικές Υπηρεσίες, διευθυντής τμήματος (2007-2011)

     Τραπεζική εποπτεία, προϊστάμενος τμήματος για ABN AMRO (2006-2007)

     Νομικές Υπηρεσίες, προϊστάμενος τμήματος (2004-2006)

     Νομικές Υπηρεσίες, υποδιευθυντής τμήματος (2001-2004)

     Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

     Τμήμα Θεσμικού Δικαίου, ανώτατος νομικός εμπειρογνώμονας (2003)

     De Nederlandsche Bank NV (Κεντρική Τράπεζα Κάτω Χωρών)

     Νομικές Υπηρεσίες, νομικός εμπειρογνώμονας (1999-2000) και ανώτατος νομικός εμπειρογνώμονας (2000-2001)

     Δικηγορικό Γραφείο Houthoff Advocaten & Notarissen, Άμστερνταμ

    Δικηγόρος (1995-1999)

    Δημοσιεύσεις

    Σειρά άρθρων και κειμένων που συμπεριλήφθηκαν σε διάφορα βιβλία

    Συναφείς θέσεις εργασίας

     Συμπρόεδρος της ειδικής ομάδας για τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα (TFCR) της Επιτροπής της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (2020)

     Μέλος της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS) (2018)

     Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Φρανκφούρτη (2018)

     Πρόεδρος του Δικτύου Κεντρικών Τραπεζών και Εποπτικών Αρχών για την ενσωμάτωση της οικολογικής διάστασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (NGFS) (2018)

     Πρόεδρος της πλατφόρμας των Κάτω Χωρών για τη βιώσιμη χρηματοδότηση (2016)

     Πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Εκτελεστικού Συμβουλίου (2016, αντιπρόεδρος 2014-2016)

    Δευτερεύουσες θέσεις εργασίας

     Μέλος του Συμβουλίου βιώσιμων αγορών (SMC) (2019)

     Μέλος του Συμβουλίου προβληματισμού της Ολλανδικής Εισαγγελίας (2019)

     Μέλος της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου της ΕΕ για τη χρηματοδότηση της μετάβασης στη βιωσιμότητα (2019)

     Μέλος του γνωμοδοτικού συμβουλίου της «πλατφόρμας Erasmus για τη δημιουργία βιώσιμης αξίας», Σχολή Διοίκησης του Ρότερνταμ, Πανεπιστήμιο Erasmus του Ρότερνταμ (2017)

     Μέλος του γνωμοδοτικού συμβουλίου του μεταπτυχιακού προγράμματος νομικών και οικονομικών σπουδών (Κέντρο Hazelhoff για το χρηματοπιστωτικό δίκαιο, Πανεπιστήμιο του Λέιντεν) (2016)

     Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του Σωματείου Vereniging Hendrick de Keyser (2015)

     Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Stichting Nederlands Vioolconcours (2016, μέλος του διοικητικού συμβουλίου από το 2013)

    Συναφείς και δευτερεύουσες προηγούμενες θέσεις εργασίας

     Παρατηρητής στην ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου της ΕΕ για τη βιώσιμη χρηματοδότηση (2017-2019)

     Εκτελεστικός Διευθυντής της Εθνικής Αρχής Εξυγίανσης (NRA) (2015-2018)

     Μέλος του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης (SRB) (2015-2018)

     Μέλος της Επιτροπής Εξυγίανσης (ResCo) της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) (2015-2018)

     Πρόεδρος του Εθνικού Φόρουμ για το Σύστημα Πληρωμών (NFPS) (2011-2014)

     Μέλος της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) (2000-2011, εκτός από 2006-2007)

     Μέλος του διοικητικού συμβουλίου της επιχορηγούμενης έδρας Αναγνωστικής Συμπεριφοράς στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ/Vrije Universiteit Amsterdam (2015-2020)

     Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Ανάγνωσης των Κάτω Χωρών (2017-2020)

     Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Ανάγνωσης των Κάτω Χωρών (2015-2017)

     Μέλος του Ιδρύματος Επενδύσεων των Κάτω Χωρών (Πλατφόρμα NLII) (2015-2018)

     Μέλος της Εταιρείας Μελετών Οικονομικής Πολιτικής (SEP) (2016-2018)

     Μέλος του γνωμοδοτικού συμβουλίου του μεταπτυχιακού προγράμματος νομικών και οικονομικών σπουδών, Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης (2011-2015)

     Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της έδρας Χρηματοοικονομικής Υποδομής και Συστημικού Κινδύνου, Πανεπιστήμιο Tilburg (2012-2014)

    Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του Stichting Geld- en Bankmuseum (Σύλλογος Νομισματικού και Τραπεζικού Μουσείου) (2012-2014)

     


     

    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2: ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ FRANK ELDERSON ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

    Α. Προσωπική και επαγγελματική διαδρομή

     

    1. Παρακαλούμε να επισημάνετε τα κύρια στοιχεία των επαγγελματικών σας δεξιοτήτων σε νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και επιχειρηματικά θέματα, καθώς και της ευρωπαϊκής και διεθνούς πείρας σας.

     

    Έχοντας σπουδάσει δικηγόρος (Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, Πανεπιστήμιο της Σαραγόσα και Πανεπιστήμιο Κολούμπια), άρχισα να εργάζομαι στην Κεντρική Τράπεζα Κάτω Χωρών (De Nederlandsche Bank - DNB) το 1999, αφού προηγουμένως είχα εργαστεί επί τέσσερα χρόνια ως δικηγόρος ειδικευμένος στο ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού. Πριν διοριστώ ως μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της DNB το 2011, κατείχα διάφορες διευθυντικές θέσεις στην τραπεζική εποπτεία και τα νομικά θέματα (μεταξύ άλλων ως Γενικός Νομικός Σύμβουλος της DNB). Διετέλεσα μέλος της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων της ΕΚΤ για περίπου μια δεκαετία. Ως μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της DNB, στις αρμοδιότητές μου συγκαταλέγονταν η εξυγίανση τραπεζών, τα συστήματα πληρωμών και τα τραπεζογραμμάτια, η εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, οι ΤΠΕ και οι ανθρώπινοι πόροι. Επί του παρόντος, είμαι υπεύθυνος για την προληπτική εποπτεία των τραπεζών, την εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ και τα νομικά θέματα, και διατελώ μέλος των Κάτω Χωρών στο Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.

    Ως μέλος i) της Εκτελεστικής Επιτροπής της DNB για περισσότερα από εννέα χρόνια, ii) του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, iii) της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία και, προηγουμένως, iv) του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης, έχω αποκτήσει εμπειρία και γνώση σε ένα ευρύ φάσμα τομέων ζωτικής σημασίας για την ΕΚΤ. Σε αυτούς τους ρόλους παρακολούθησα εκ του σύνεγγυς και συνέβαλα στη διαμόρφωση πολιτικών απαντήσεων σε διάφορες κρίσεις, όπως η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, η ευρωπαϊκή κρίση χρέους και τώρα, φυσικά, η κρίση λόγω της COVID-19.

    Ως συνιδρυτής και πρόεδρος του Δικτύου Κεντρικών Τραπεζών και Εποπτικών Αρχών για την ενσωμάτωση της οικολογικής διάστασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (NGFS), βοήθησα να εξελιχθεί το NGFS σε μια πραγματικά παγκόσμια πρωτοβουλία, με συμμετοχή 75 κεντρικών τραπεζών και αρχών προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, και 13 παρατηρητών, συμπεριλαμβανομένων του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της ΤΔΔ. Τα πρόσφατα επιτεύγματα του NGFS είναι δημοσιεύσεις που περιέχουν αφενός ανάλυση σεναρίων για το κλίμα προοριζόμενη για τις κεντρικές τράπεζες και τις εποπτικές αρχές και αφετέρου έναν οδηγό για τις εποπτικές αρχές σχετικά με τον τρόπο ενσωμάτωσης, στην προληπτική εποπτεία, των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα και το περιβάλλον. Επίσης, συμπροεδρεύω της ειδικής ομάδας για τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα (TFCR) της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία.

    2. Έχετε επιχειρηματικές ή χρηματοοικονομικές συμμετοχές ή οποιεσδήποτε άλλες δεσμεύσεις που ενδεχομένως θα συγκρούονταν με τα μελλοντικά σας καθήκοντα, και υπάρχουν κάποιοι άλλοι σημαντικοί προσωπικοί ή άλλης φύσεως παράγοντες που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Κοινοβούλιο σε σχέση με τον διορισμό σας;

     

    Όχι, όπως υπογραμμίζεται από τη δήλωση συμφερόντων μου, η οποία, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Ενιαίου Κώδικα Συμπεριφοράς της ΕΚΤ, δημοσιεύεται στον ιστότοπο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ.

    3. Ποιους κατευθυντήριους στόχους θα επιδιώξετε κατά τη διάρκεια της θητείας σας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα;

     

    Είναι σημαντικό όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ – σύμφωνα με την εντολή τους – να επιδιώκουν την σταθερότητα και την ευημερία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκτελώντας την εντολή της, η ΕΚΤ διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην υποστήριξη της επιτυχίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης στην Ευρώπη. Ο πρώτος στόχος μου θα είναι να διασφαλίσω ότι η ΕΚΤ θα εκπληρώσει την εντολή της, όπως ορίζεται στις Συνθήκες της ΕΕ. Βραχυπρόθεσμα, στόχος μου θα ήταν να διασφαλίσω ότι η ΕΚΤ κάνει ό,τι μπορεί, για όσο διάστημα είναι απαραίτητο, στο πλαίσιο της εντολής της να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών, προκειμένου να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση λόγω COVID-19. Ο δεύτερος στόχος μου θα είναι να διασφαλίσω ότι οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, η ψηφιοποίηση και η καινοτομία, αντιμετωπίζονται επαρκώς και έγκαιρα. Ο τρίτος στόχος μου θα είναι να προωθήσω ενεργά τα οφέλη του ευρώ και να υποστηρίξω μια πιο ολοκληρωμένη Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Αυτό περιλαμβάνει ιδίως την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης με ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων και την προώθηση μιας πραγματικής Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Ο τελευταίος στόχος μου θα είναι να συμβάλω στην ξεκάθαρη μετάδοση των πολιτικών επιλογών της ΕΚΤ και σε έναν διάλογο με τους ενδιαφερόμενους φορείς της ΕΚΤ που θα είναι όσο το δυνατόν πιο ανοιχτός.

    Β. Νομισματική πολιτική της ΕΚΤ

    4. Κατά τη γνώμη σας, πώς πρέπει να ασκεί τη νομισματική της πολιτική η ΕΚΤ υπό τις τρέχουσες μακροοικονομικές συνθήκες; Πώς βλέπετε τις επιδόσεις της ΕΚΤ όσον αφορά την επίτευξη του πρωταρχικού της στόχου για διατήρηση της σταθερότητας των τιμών;

    Στη Συνθήκη, η σταθερότητα των τιμών καθιερώνεται σαφώς ως πρωταρχική εντολή της ΕΚΤ. Ωστόσο, η Συνθήκη δεν παρέχει ακριβή ορισμό του τι σημαίνει σταθερότητα των τιμών. Το 1998, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καθόρισε τη σταθερότητα των τιμών ως ετήσια αύξηση του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) κάτω του 2% στη ζώνη του ευρώ. Μετά από επανεξέταση της στρατηγικής του το 2003, το Διοικητικό Συμβούλιο διευκρίνισε ότι σκοπεύει να διατηρήσει μεσοπρόθεσμα τα ποσοστά πληθωρισμού κάτω αλλά εγγύς του 2%.

    Η ΕΚΤ πέτυχε τον στόχο της σταθερότητας των τιμών και ο μέσος πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ από το 1999 έχει κινηθεί ευρέως σύμφωνα με τον στόχο πληθωρισμού του Διοικητικού Συμβουλίου. Ταυτόχρονα, την τελευταία δεκαετία ο πληθωρισμός μειώθηκε και στη συνέχεια κινήθηκε σταθερά κάτω από τον στόχο του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η δέσμευση του Διοικητικού Συμβουλίου για συμμετρία στον στόχο του πληθωρισμού μέτρησε σημαντικά στη διαπίστωση ότι ο πληθωρισμός που είναι πολύ χαμηλός δύναται να είναι τόσο ανησυχητικός για τους φορείς χάραξης νομισματικής πολιτικής όσο και ο πληθωρισμός που είναι πολύ υψηλός. Η εκδήλωση της κρίσης λόγω COVID-19 αντιπροσωπεύει μια πρόσθετη πρόκληση και η ΕΚΤ προέβη πολύ αποφασιστικά στην έγκαιρη έγκριση μέτρων νομισματικής πολιτικής για τον μετριασμό των οικονομικών συνεπειών της κρίσης και των κινδύνων για τη σταθερότητα των τιμών.

    Κατά την εκτίμησή μου, τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που ισχύουν σήμερα, ιδίως η δέσμη μέτρων που ελήφθησαν από τον Μάρτιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας της COVID-19, ήταν αποτελεσματική ως προς τη διατήρηση ευνοϊκών χρηματοδοτικών συνθηκών σε όλους τους τομείς και δικαιοδοσίες σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, παρέχοντας ζωτική υποστήριξη για την ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης και για τη διασφάλιση της μεσοπρόθεσμης σταθερότητας των τιμών. Τα μέτρα που θεσπίστηκαν από τον Μάρτιο συνέβαλαν στην επιτυχή σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και στη διευκόλυνση του νομισματικού προσανατολισμού, συμβάλλοντας στην αναχαίτιση της σημαντικής υποβάθμισης των προοπτικών πληθωρισμού την οποία προκάλεσε η πανδημία. Έτσι διασφαλίζεται ότι όλοι οι τομείς, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών, των νοικοκυριών και των κυβερνήσεων, μπορούν να συνεχίσουν να επωφελούνται από διευκολυντικές οικονομικές συνθήκες σε αυτές τις δύσκολες περιστάσεις.

    Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι η αναθεώρηση της στρατηγικής της ΕΚΤ βρίσκεται σε εξέλιξη και θα αξιολογηθούν, μεταξύ πολλών άλλων θεμάτων, ο ορισμός της σταθερότητας των τιμών καθώς και ο στόχος πληθωρισμού του Διοικητικού Συμβουλίου και τα μέσα που μπορούν να τον υποστηρίξουν διαχρονικά. Προκειμένου να βεβαιωθούμε ότι η ΕΚΤ αποδίδει τα μέγιστα κατά τη διάρκεια της εντολής της, είναι απαραίτητη μια διεξοδική ανάλυση και συζήτηση των διαφόρων μέσων που η ΕΚΤ έχει αναπτύξει μέχρι στιγμής. Ειδικότερα, αυτό συνεπάγεται την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους, τόσο των εκούσιων όσο και των ακούσιων.

    5. Γενικότερα, πώς βλέπετε τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκαν οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής στο παρελθόν; Θεωρείτε ότι αυτός θα πρέπει να αλλάξει και, εάν ναι, πώς; Ποιοι είναι, κατά την εκτίμησή σας, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι και προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ;

    Οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής του Διοικητικού Συμβουλίου βασίζονται σε μακροοικονομικά, νομισματικά και χρηματοοικονομικά δεδομένα και στις διεξοδικές αναλύσεις που πραγματοποιούνται από το προσωπικό της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματος. Βασικό συστατικό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων είναι οι τριμηνιαίες προβλέψεις που καταρτίζονται από το προσωπικό της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματος. Παρέχουν μια σταθερή αξιολόγηση των προοπτικών ανάπτυξης και πληθωρισμού και των κινδύνων που περιβάλλουν αυτές τις προοπτικές.

    Ο συνδυασμός ποσοτικής ανάλυσης και χρήσης οικονομικών μοντέλων είναι ζωτικής σημασίας για την αξιολόγηση διαφορετικών επιλογών πολιτικής. Αυτή η διαδικασία, που επιτελείται βάσει δεδομένων, επιτρέπει επίσης στο Διοικητικό Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις που έχουν γίνει καλά κατανοητές και από τους συμμετέχοντες στην αγορά. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα πρέπει να συνεχίσει αυτήν την πρακτική, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η αναλυτική του εργαλειοθήκη παραμένει κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό σε ένα εξελισσόμενο μακροοικονομικό περιβάλλον και χρηματοοικονομικό τοπίο. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι οι προκλήσεις του αύριο είναι πιθανό να διαφέρουν από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Πιστεύω, συνεπώς, ότι η εν εξελίξει αναθεώρηση της στρατηγικής πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων θεμάτων ενδιαφέροντος, μια αξιολόγηση των κενών γνώσης στα κύρια μοντέλα που χρησιμοποιούνται για τη λήψη αποφάσεων νομισματικής πολιτικής, ώστε να βελτιωθεί η κατανόηση της λειτουργίας της οικονομίας για τη στήριξη της εντολής της ΕΚΤ. Ωστόσο, δεδομένης της πολυπλοκότητας των σύγχρονων οικονομιών μας, οι προοπτικές για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό θα παραμείνουν πάντοτε υπό σημαντική αβεβαιότητα και δεν μπορούν να κατευθύνονται επακριβώς από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών.

    Σε αυτό το πλαίσιο, είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικό το Διοικητικό Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις που είναι καλά κατανοητές από το ευρύτερο κοινό των Ευρωπαίων πολιτών. Το Συμβούλιο πρέπει να συνεχίσει να περιγράφει προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές θεωρήσεις τροφοδοτούν τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής του και την εκτίμηση αναλογικότητας που διενεργεί για την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου συνόλου εργαλείων νομισματικής πολιτικής. Είναι σημαντικό να συνεχίσει η ΕΚΤ να αξιολογεί συνεχώς τον τρόπο με τον οποίο τα μέτρα νομισματικής πολιτικής της επιτυγχάνουν τον επιδιωκόμενο σκοπό τους, είναι σύμμετρα με τον κίνδυνο για τον στόχο σταθερότητας των τιμών και αναλογικά κατά την εκτέλεσή τους. Τέλος, προκειμένου να εμπλουτίσει τις συζητήσεις για τη νομισματική πολιτική, το Διοικητικό Συμβούλιο θα πρέπει να συνεχίσει να ενσωματώνει στην αξιολόγησή του οικονομικούς προβληματισμούς και ανησυχίες που εκφράζουν οι πολίτες και που θα εντοπίζονται, για παράδειγμα, μέσα από ακροάσεις, όπως αυτές που διεξάγονται επί του παρόντος στο πλαίσιο της στρατηγικής επανεξέτασης.

    Η τρέχουσα πανδημία της COVID-19 και οι μακροοικονομικές επιπτώσεις της αποτελούν μια συνεχιζόμενη πρόκληση για την ΕΚΤ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά. Η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα της για να διασφαλίσει ότι οι συνθήκες χρηματοδότησης παραμένουν ευνοϊκές προκειμένου να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη και να εξουδετερώσουν τον αρνητικό αντίκτυπο της πανδημίας στην προβλεπόμενη πορεία του πληθωρισμού.

    Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ αντιμετωπίζει επίσης μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις, που κυμαίνονται από τον σχεδιασμό της νομισματικής πολιτικής και το ψηφιακό νόμισμα της κεντρικής τράπεζας έως την κλιματική αλλαγή. Αυτά είναι μερικά από τα θέματα της τρέχουσας επανεξέτασης της στρατηγικής και ανυπομονώ να λάβω μέρος σε αυτές τις συζητήσεις.

    6. Πώς αξιολογείτε τις επιπτώσεις των χαμηλών επιτοκίων;

    Τα χαμηλά επιτόκια πρέπει να αξιολογούνται στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων δημογραφικών μεταβολών, των παγκόσμιων πλεονασματικών αποταμιεύσεων και της επιβράδυνσης της αύξησης της παραγωγικότητας. Αυτές οι εξελίξεις συνέβαλαν στη μείωση του επιτοκίου ισορροπίας τις τελευταίες δεκαετίες στις προηγμένες οικονομίες. Η νομισματική πολιτική αντικατοπτρίζει αυτήν την εξέλιξη στο επιτόκιο ισορροπίας και τα τελευταία χρόνια παρείχε ουσιαστική πολιτική στήριξη στην οικονομία προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός συγκλίνει έντονα με τον στόχο της ΕΚΤ.

    Το περιβάλλον διαρκώς χαμηλών επιτοκίων σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μη τυπικών εργαλείων νομισματικής πολιτικής έχει επίσης εγείρει ανησυχίες σχετικά με τις δυσμενείς παρενέργειες της νομισματικής πολιτικής. Οι παρενέργειες που αναφέρθηκαν σχετίζονται με την πιθανή αποδιαμεσολάβηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, την υπερβολική εξάρτηση από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας, τη συμπίεση των περιθωρίων επιτοκίου με πιθανές επιπτώσεις στην κερδοφορία των τραπεζών, την υπερβολική ανάληψη κινδύνων, την εσφαλμένη κατανομή των πόρων και τις διανεμητικές συνέπειες. Πολλές από αυτές τις παρενέργειες σχετίζονται επίσης με την παρατεταμένη χρήση επωφελούς πολιτικής τυποποιημένων επιτοκίων. Ωστόσο, λόγω της άμεσης παρέμβασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές και του αντίκτυπου της επέκτασης του ισολογισμού των κεντρικών τραπεζών, οι παρενέργειες των μη τυποποιημένων εργαλείων νομισματικής πολιτικής θα μπορούσαν στην πράξη να είναι πιο σημαντικές από εκείνες που σχετίζονται με τη συμβατική νομισματική πολιτική.

    Συνολικά, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι πολίτες της ζώνης του ευρώ εξακολουθούν να επωφελούνται από τα χαμηλά επιτόκια. Τα μέτρα νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ από το 2014 είχαν σημαντικό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα. Αυτό οδήγησε σε περισσότερες θέσεις εργασίας και υψηλότερους μισθούς, ενισχύοντας το εισόδημα των νοικοκυριών. Τα χαμηλότερα επιτόκια μπορεί να οδηγήσουν σε χαμηλότερα έσοδα από τόκους και οικονομικούς πόρους από συντάξεις. Ταυτόχρονα, τα νοικοκυριά δεν είναι μόνο αποταμιευτές, αλλά και δανειολήπτες και επενδυτές και, με αυτή την ιδιότητα, θα επωφεληθούν από τη μείωση των εξόδων για τόκους (για καταναλωτική πίστη και ενυπόθηκα δάνεια) και τη βελτίωση του πλούτου των νοικοκυριών λόγω των υψηλότερων τιμών των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των τιμών κατοικίας. Υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα οφέλη του περιβάλλοντος χαμηλών επιτοκίων θα συνεχίσουν να υπερβαίνουν τις αρνητικές παρενέργειες. Ωστόσο, ακόμη και όταν το συνολικό ισοζύγιο οφέλους και κόστους της νομισματικής πολιτικής παρουσιάζεται θετικό, αυτό δεν απαλλάσσει την ΕΚΤ από την υποχρέωση να εξακολουθήσει να παρακολουθεί στενά τον αντίκτυπο των μέτρων νομισματικής πολιτικής της μέσω συγκεκριμένων διαύλων μετάδοσης και τομέων. Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί από την ΕΚΤ, στο πλαίσιο της εντολής της, να επιλέξει το σύνολο των μέσων που της επιτρέπει να εκπληρώνει την εντολή της προκαλώντας τις λιγότερες παρενέργειες. Δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα και οι παρενέργειες των μέτρων ενδέχεται να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου, αυτό πρέπει να αξιολογείται σε συνεχή βάση.

    Οι αποφάσεις του Σεπτεμβρίου του 2019 έδειξαν ότι το Διοικητικό Συμβούλιο είναι σε εγρήγορση για πιθανές παρενέργειες και έτοιμο να ανταποκριθεί, όταν είναι απαραίτητο. Προκειμένου να μετριαστούν οι παρενέργειες της πολιτικής αρνητικών επιτοκίων της ΕΚΤ εν μέσω υψηλών επιπέδων υπερβάλλουσας ρευστότητας, το Διοικητικό Συμβούλιο υιοθέτησε το σύστημα δύο επιπέδων για την υποστήριξη της μετάδοσης της νομισματικής της πολιτικής.

    7. Τι πιστεύετε για την ανταπόκριση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ στην κρίση λόγω COVID-19; Πρέπει το έκτακτο πρόγραμμα αγορών λόγω πανδημίας (PEPP) κατά την άποψή σας να έχει έναν πιο μόνιμο χαρακτήρα;

    Λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρωταρχικό εργαλείο για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης λόγω COVID-19 είναι η δημοσιονομική πολιτική, τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που ελήφθησαν από την ΕΚΤ από τον Μάρτιο έχουν διαδραματίσει βασικό ρόλο στη σταθεροποίηση των αγορών, στην προστασία της παροχής πιστώσεων και στη στήριξη της ανάκαμψης. Αυτό, με τη σειρά του, διασφαλίζει τη μεσοπρόθεσμη σταθερότητα των τιμών, σύμφωνα με την εντολή της ΕΚΤ.

    Ο αντίκτυπος των μέτρων της ΕΚΤ στους όρους χρηματοδότησης της οικονομίας έχει σταθεροποιητική επίδραση στις μακροοικονομικές εξελίξεις: οι επενδύσεις μειώνονται λιγότερο και διατηρούνται οι θέσεις εργασίας. Χωρίς αυτά τα μέτρα να συμπληρώνουν τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί από τις εθνικές κυβερνήσεις και άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, η ζώνη του ευρώ θα αντιμετωπίσει μια πολύ χειρότερη προοπτική ανάπτυξης και πληθωρισμού, περιβαλλόμενη από υψηλότερους κινδύνους απρόσμενων γεγονότων.

    Όταν η πανδημία έπληξε την οικονομία της ζώνης του ευρώ στις αρχές του έτους, η ΕΚΤ ξεκίνησε το έκτακτο πρόγραμμα αγορών λόγω πανδημίας (PEPP) με σκοπό τη σταθεροποίηση των αγορών και τη στήριξη της οικονομίας της ζώνης του ευρώ σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Το PEPP είναι ένα μέσο που είναι προσωρινό, στοχοθετημένο και αναλογικό, με σκοπό τη σταθεροποίηση των αγορών και τη στήριξη της οικονομίας της ζώνης του ευρώ σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Για να εκπληρώσει τους στόχους του ως μέσο έκτακτης ανάγκης, το PEPP έχει σχεδιαστεί με μεγαλύτερη ευελιξία σε βάθος χρόνου, σε όλες τις αγορές και σε όλες τις δικαιοδοσίες σε σύγκριση με το τρέχον APP της ΕΚΤ. Η ευελιξία του PEPP διαδραματίζει καίριο ρόλο στη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών στο πλαίσιο της πανδημίας.

    Ο προσωρινός χαρακτήρας του αντικατοπτρίζεται στη χρονική διάρκεια που αντιστοιχεί σε αγορές καθαρών περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο του PEPP, διάρκεια η οποία, σύμφωνα με το Διοικητικό Συμβούλιο, σε κάθε περίπτωση θα ισχύει έως ότου το Συμβούλιο κρίνει ότι η φάση της κρίσης λόγω του κορωνοϊού έχει τελειώσει. Επιπλέον, το PEPP έχει σχεδιαστεί με στοχευμένο τρόπο για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου κλυδωνισμού και των συναφών κινδύνων που αντιμετωπίζει η ζώνη του ευρώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως εκ τούτου, η βαθμονόμηση του PEPP συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη της πανδημίας και τις συνέπειές της στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και των οικονομικών προοπτικών, όπως δήλωσε το Διοικητικό Συμβούλιο.

    8. Πώς βλέπετε τη νομισματική πολιτική να εξελίσσεται στο πλαίσιο του μηδενικού κατώτατου ορίου των επιτοκίων;

    Η εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής, όταν τα βασικά επιτόκια πολιτικής είναι κοντά στο πραγματικό κατώτατο όριο, είναι σίγουρα πιο δύσκολη. Ωστόσο, αφού τα επιτόκια πολιτικής έφτασαν σε επίπεδα σχεδόν μηδενικά μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, η ΕΚΤ μπόρεσε να παράσχει περισσότερα κίνητρα από τις πολιτικές του δημοσιονομικού ισολογισμού, τον προσανατολισμό προσδοκιών και τις πολιτικές αρνητικών επιτοκίων. Αυτά τα μέσα θεωρήθηκαν μη συμβατικά, καθώς οι κεντρικές τράπεζες δεν είχαν εμπειρία στην ανάπτυξή τους, αλλά έχουν αποδειχθεί ισχυρά στην προσαρμογή της πολιτικής στην οικονομία.

    Ενώ η ΕΚΤ έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία με εργαλεία για προσαρμογή της πολιτικής κοντά στο πραγματικό κατώτατο όριο, εξακολουθούν να υπόκεινται σε μεγαλύτερο βαθμό αβεβαιότητας από ό,τι η συμβατική πολιτική επιτοκίων. Αυτό σχετίζεται, για παράδειγμα, με την παρατήρηση ότι ο αντίκτυπος αυτών των εργαλείων εξαρτάται από τις επικρατούσες μακροοικονομικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες και, επομένως, μπορεί να ποικίλλει με την πάροδο του χρόνου, τόσο ως προς την αποτελεσματικότητά τους όσο και ως προς τις δυνητικές παρενέργειες. Αυτό απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση και συνεχή ενημέρωση του βαθμού στον οποίο η παρέμβαση της νομισματικής πολιτικής παραμένει αναλογική. Σε αυτό το πλαίσιο, χαιρετίζω το γεγονός ότι οι εμπειρίες και τα διδάγματα που αντλήθηκαν με μη τυποποιημένα εργαλεία νομισματικής πολιτικής αποτελούν σημαντικό στοιχείο της αναθεώρησης της στρατηγικής.

    9. Ποιος είναι, κατά την άποψή σας, ο αντίκτυπος και ποιες οι παρενέργειες των αγορών περιουσιακών στοιχείων; Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι κίνδυνοι και ποια είναι τα οφέλη που συνδέονται με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα (CSPP); Με ποιον τρόπο θα διασφαλίσετε τη διαφάνεια σε σχέση με την εφαρμογή του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων (APP);

    Τα προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένων του APP και του PEPP, έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά στη χαλάρωση των χρηματοδοτικών όρων. Μέσω της επίδρασής τους στους χρηματοδοτικούς όρους, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων είχαν σημαντική θετική επίδραση στην οικονομία και στην αγορά εργασίας. Επιπλέον, οι αναλύσεις της ΕΚΤ υποδηλώνουν ότι ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος από ό,τι θα ήταν αν έλειπαν οι αγορές περιουσιακών στοιχείων, παρόλο που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να είναι χαμηλότερος από τον στόχο πληθωρισμού του Διοικητικού Συμβουλίου.

    Τα μέτρα νομισματικής πολιτικής μπορούν επίσης να έχουν παρενέργειες, ιδίως στις τιμές των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, σε τράπεζες, σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στην εξάρτηση από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας, στην κατανομή πόρων, στις αγορές στέγης και στις οικονομικές θέσεις των νοικοκυριών. Τέτοιες παρενέργειες μπορούν να γίνουν πιο έντονες όσο περισσότερο εφαρμόζονται τα μέτρα και όσο πιο έντονα παρέχονται. Είναι επομένως σημαντικό να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε την εξέλιξη αυτών των πιθανών παρενεργειών και να διασφαλίσουμε ότι δεν υπερβαίνουν τον επεκτατικό αντίκτυπο των μέτρων της ΕΚΤ στην οικονομία.

    Η ευνοϊκή νομισματική πολιτική ενθαρρύνει γενικά τους χρηματοοικονομικούς επενδυτές και τους διαμεσολαβητές να στραφούν σε πιο ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής περισσότερων πιστώσεων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αυτό είναι ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της νομισματικής πολιτικής (συχνά αναφέρεται ως δίαυλος εξισορρόπησης χαρτοφυλακίου), καθώς υπονοεί ότι η νομισματική τόνωση μεταφέρεται σε τομείς που δεν κατέχουν ή εκδίδουν επιλέξιμους τίτλους και συνεπώς δεν επωφελούνται άμεσα από τα προγράμματα αγορών. Ωστόσο, αν η ανάληψη κινδύνων γίνει υπερβολική, μπορεί να συντελέσει στη συσσώρευση κινδύνων χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Η νομισματική πολιτική, και ιδίως οι αγορές στοιχείων ενεργητικού, θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν τη λειτουργία της αγοράς στρεβλώνοντας τη διαμόρφωση τιμών των ομολόγων από διαρθρωτικά βασικά μεγέθη και επηρεάζοντας τις συνθήκες ρευστότητας σε ορισμένα τμήματα της αγοράς. Μέχρι στιγμής, οι αναλύσεις δείχνουν ότι η διαμόρφωση των τιμών στις αγορές κρατικών ομολόγων της ζώνης του ευρώ παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη και ότι οι αγορές στην πραγματικότητα υποστήριξαν τη λειτουργία της αγοράς σε περιόδους έντονης πίεσης.

    Όσον αφορά το CSPP, ένα σαφές όφελος είναι η στήριξη που έχουν προσφέρει αυτές οι αγορές στο κόστος εταιρικής χρηματοδότησης και, συνεπώς, στις εταιρικές επενδύσεις και στην πραγματική οικονομία. Είχε επίσης αλυσιδωτές θετικές επιπτώσεις στους όρους χρηματοδότησης για όλες τις εταιρείες της ζώνης του ευρώ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν βασίζονται στις κεφαλαιαγορές για τη χρηματοδότησή τους, όπως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).

    Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να παρακολουθούμε πολύ στενά και συνεχώς τους κινδύνους που σχετίζονται με τα προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων. Οι κίνδυνοι θα πρέπει να διατηρούνται σε επίπεδα που δεν απειλούν τον ισολογισμό της ΕΚΤ, προστατεύοντας έτσι την ικανότητά της να εκπληρώνει την εντολή της.

    Τέλος, η διαφάνεια διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στο APP και στο PEPP επιτρέποντας στους συμμετέχοντες στην αγορά να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο υλοποίησης των προγραμμάτων. Επομένως, η τακτική αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τις αγορές και τις τοποθετήσεις του APP και του PEPP στον ιστότοπο της ΕΚΤ είναι υψίστης σημασίας.

    10. Τι περιμένετε περισσότερο από την αναθεώρηση του πλαισίου νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ; Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις της αναθεώρησης; Πρέπει η ΕΚΤ να επαναπροσδιορίσει τον ποσοτικό ορισμό του στόχου σταθερότητας των τιμών και με ποιο τρόπο; Ποια είναι η γνώμη σας για την απόφαση του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος τον Αύγουστο του 2020;

    Η αναθεώρηση της νομισματικής στρατηγικής της ΕΚΤ, η οποία καθυστέρησε απροσδόκητα λόγω του COVID-19, έχει ξαναρχίσει και θα αποτελέσει αντικείμενο σημαντικής εστίασης κατά το επόμενο έτος. Περιμένω μια ευρεία και απροκατάληπτη συζήτηση, η οποία θα περιλαμβάνει επίσης τον τρόπο με τον οποίο παράγοντες, όπως η χρηματοοικονομική σταθερότητα και η κλιματική αλλαγή, μπορούν να επηρεάσουν τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα.

    Η διαδικασία αναθεώρησης χωρίζεται σε μια σειρά συζητήσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο, υποστηριζόμενη από σεμινάρια που προετοιμάστηκαν από το προσωπικό του Ευρωσυστήματος, λαμβανομένων υπόψη των απόψεων που συγκεντρώθηκαν από άλλους ενδιαφερόμενους. Σχετικά με αυτό, πιστεύω ότι η συμβολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ιδιαίτερα σημαντική και χαιρετίζω το γεγονός ότι η Πρόεδρος της ΕΚΤ συμφώνησε να αλληλεπιδρά πιο στενά στο πλαίσιο της αναθεώρησης της στρατηγικής της ΕΚΤ και να διασφαλίσει ότι οι τακτικοί διάλογοι μεταξύ της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα παίζουν βασικό ρόλο.

    Τα σεμινάρια του Διοικητικού Συμβουλίου θα υποστηρίζονται από σε βάθος προπαρασκευαστική εργασία που θα πραγματοποιείται από δέκα ειδικούς άξονες δράσης του Ευρωσυστήματος. Οι άξονες δράσεις καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: μέτρηση του πληθωρισμού, στόχος σταθερότητας των τιμών της ΕΚΤ, μοντελοποίηση του Ευρωσυστήματος, παγκοσμιοποίηση, ψηφιοποίηση, κλιματική αλλαγή, χρηματοπιστωτική σταθερότητα και μακροπροληπτικές πολιτικές, μη τραπεζική χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, επικοινωνία και αλληλεπίδραση μεταξύ νομισματικής πολιτικής και δημοσιονομικών πολιτικών.

    Ο στόχος της αναθεώρησης της στρατηγικής της ΕΚΤ είναι να διασφαλίσει ότι η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ είναι ισχυρή και κατάλληλη για τον σκοπό που επιδιώκει, τόσο σήμερα όσο και στο μέλλον.

    Ο ακριβής προσδιορισμός του πρωταρχικού μας στόχου θα είναι πολύ εμφανής στη διαδικασία αναθεώρησης της στρατηγικής. Μια σαφής διατύπωση για το τι επιδιώκει το Διοικητικό Συμβούλιο είναι επιτακτική για την επιδίωξη της σταθερότητας των τιμών. Αυτό διευκολύνει επίσης τη διαφάνεια και τη λογοδοσία για τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής που έχουν ληφθεί.

    Υπό το φως της τρέχουσας αναθεώρησης της στρατηγικής, θα ήταν πρόωρο να συναχθούν συμπεράσματα στο θέμα αυτό, καθώς και σε οποιεσδήποτε από τις πτυχές του.

    Τέλος, η πρόσφατα αναθεωρημένη δήλωση σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους και τη στρατηγική νομισματικής πολιτικής του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος περιγράφει ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο που περιλαμβάνει σημαντικές αλλαγές που σχετίζονται με τις δύο πλευρές της διπλής εντολής του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος – μέγιστη απασχόληση και σταθερότητα των τιμών. Έχω παρακολουθήσει την αναθεώρηση του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος με μεγάλο ενδιαφέρον και ανυπομονώ να συμμετάσχω στην αναθεώρηση της στρατηγικής της ΕΚΤ. Πρέπει να σημειώσω ότι, εντός της εντολής της, η ΕΚΤ διεξάγει τη δική της, ανεξάρτητη αναθεώρηση και ότι οι αναθεωρήσεις της στρατηγικής των άλλων κεντρικών τραπεζών (συμπεριλαμβανομένου του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος) δεν πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν άμεσες επιπτώσεις στη στρατηγική της ΕΚΤ.

    11. Πώς αξιολογείτε την τρέχουσα κατανόηση της δυναμικής του πληθωρισμού και τους κύριους παράγοντες που οδηγούν τις κινήσεις του πληθωρισμού τα τελευταία χρόνια; Πιστεύετε ότι ο πληθωρισμός υποτιμάται στη ζώνη του ευρώ λόγω του ανεπαρκούς μεριδίου του κόστους στέγασης στο καλάθι του ΕνΔΤΚ; Θα ζητούσατε αναπροσαρμογή του καλαθιού;

    Η κατανόηση της δυναμικής του πληθωρισμού καθώς και των κύριων παραγόντων του πληθωρισμού και του τρόπου με τον οποίο εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, είναι ζωτικής σημασίας για την ΕΚΤ. Για τους υπεύθυνους χάραξης νομισματικής πολιτικής, η πλήρης κατανόηση της δυναμικής του πληθωρισμού έχει αποδειχθεί μεγαλύτερη πρόκληση σε σχέση με το παρελθόν, καθώς πολλοί διαφορετικοί παράγοντες πέρα από τη νομισματική πολιτική επηρεάζουν ταυτόχρονα τον πληθωρισμό. Από την άποψη αυτή, η ΕΚΤ πρέπει να είναι ανοιχτή σε διαφορετικές εξηγήσεις για τον χαμηλό πληθωρισμό, που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν ταυτόχρονα σημασία, αλλά ενδέχεται να απαιτούν διαφορετική πολιτική απάντηση.

     

    Επιτρέψτε μου να αναφερθώ ως παράδειγμα στην έκθεση περί χαμηλού πληθωρισμού που δημοσιεύθηκε το 2016. Επισημαίνει δύο τύπους δυνάμεων που διαμορφώνουν τη δυναμική του πληθωρισμού. Πρώτον, οι διαρθρωτικοί παράγοντες που αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας μας μπορούν να εξηγήσουν τις μακροπρόθεσμες τάσεις στον πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνουν την παγκοσμιοποίηση, τη φθίνουσα διαπραγματευτική δύναμη της εργασίας, την τεχνολογική πρόοδο και τις δημογραφικές τάσεις. Δεύτερον, οι κλυδωνισμοί – είτε από την πλευρά της προσφοράς είτε από την πλευρά της ζήτησης – μπορούν να επηρεάσουν τη δυναμική του πληθωρισμού μέσω διαφορετικών διαύλων.

    Προς το παρόν, η πρόκληση όσο αφορά την κατανόηση του πληθωρισμού είναι να μετρηθούν οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που έχει η πανδημία στον πληθωρισμό και ιδίως στον δομικό πληθωρισμό.

    Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) που συνέταξε η Eurostat διασφαλίζει ότι όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούν την ίδια μεθοδολογία. Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ αντιπροσωπεύει δείκτη τιμών υψηλής ποιότητας και έχει καλή απόδοση σε πολλές διαστάσεις, αλλά δεν είναι τέλειος. Για τον λόγο αυτό, χαιρετίζω το γεγονός ότι έχουν πραγματοποιηθεί πολλές βελτιώσεις στη μεθοδολογία του ΕνΔΤΚ όλα αυτά τα χρόνια και ότι η αναθεώρηση της στρατηγικής της ΕΚΤ θα εξετάσει επίσης το ζήτημα της μέτρησης του πληθωρισμού. Η συμπερίληψη ιδιοκατοικούμενων κατοικιών στους υπολογισμούς βάσει του ΕνΔΤΚ για την κάλυψη όλων των καταναλωτικών δαπανών που σχετίζονται με τη στέγαση θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι μια σημαντική βελτίωση που αντιστοιχεί επίσης καλύτερα στον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι πολίτες βιώνουν τον πληθωρισμό στην καθημερινή τους ζωή.

     

    Ωστόσο, υπάρχουν τεχνικές προκλήσεις για την ενσωμάτωση των ιδιοκατοικούμενων κατοικιών και δεν υπάρχει διαθέσιμη κάποια καλύτερη πρώτη λύση. Ανυπομονώ να συμμετάσχω στην αναθεώρηση της στρατηγικής για την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων.

     

    Στην πράξη, όπως προτείνεται από προκαταρκτικούς υπολογισμούς που βασίζονται σε έναν πειραματικό δείκτη για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες, η ενσωμάτωσή του στον ΕνΔΤΚ θα είχε περιορισμένο μόνο αντίκτυπο στον μέσο πληθωρισμό.

     

    12. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ετερογένεια των νομισματικών συνθηκών και την πρόσβαση σε πιστώσεις σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ και τον αντίκτυπό της στην ενιαία νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, ιδίως λόγω των τάσεων οικονομικής απόκλισης που προκαλούνται από την COVID-19;

    Λαμβάνοντας υπόψη ότι θα υπάρχουν πάντα ορισμένες διαφορές στις συνθήκες χρηματοδότησης μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, κάτι που αντανακλά τις διαρθρωτικές διαφορές και τις διαφορές στις οικονομικές προοπτικές, λόγω της κρίσης COVID-19 που έπληξε την οικονομία της ζώνης του ευρώ, υπήρχε σαφής κίνδυνος κατακερματισμού που θα αύξανε την απόκλιση σε βαθμό που δεν θα ήταν πλέον συνεπής με την ομαλή μετάδοση της προσαρμοστικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ σε όλους τους τομείς και σε όλες τις δικαιοδοσίες.

    Τα μέτρα που θεσπίστηκαν από τον Μάρτιο, και ειδικότερα το PEPP και οι ΣΠΠΜΑ III, έχουν σχεδιαστεί για να υποστηρίζουν τη μετάδοση σε όλους τους τομείς και σε όλες τις δικαιοδοσίες της οικονομίας της ζώνης του ευρώ. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το PEPP, μαζί με το πρόσθετο κονδύλι APP 120 δισεκατομμυρίων ευρώ που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο, είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη μείωση του περιθωρίου μακροπρόθεσμης απόδοσης στη δεκαετή μέση κρατική απόδοση της ζώνης του ευρώ, το οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων σε γενικές γραμμές. Ο αντίκτυπος διέφερε μεταξύ των χωρών, με σαφώς μεγαλύτερη μείωση για τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία.

    Η αξιοποίηση των πράξεων των ΣΠΠΜΑ III τον Ιούνιο και Σεπτέμβριο (από κοινού, περίπου 1,5 τρισεκατομμύρια ευρώ) ήταν απροσδόκητα υψηλή και εκτεταμένη. Σύμφωνα με την Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων (BLS) της ζώνης ευρώ του Οκτωβρίου 2020, οι τράπεζες ανέφεραν ότι η ρευστότητα των ΣΠΠΜΑ III υποστηρίζει σθεναρά τον δανεισμό τους, ιδίως σε εταιρείες. Οι τράπεζες ανέφεραν επίσης ότι οι ΣΠΠΜΑ έχουν θετικό αντίκτυπο στη θέση ρευστότητας και τους όρους χρηματοδότησης της αγοράς και χαλαρό αντίκτυπο στους όρους και τις προϋποθέσεις που προσφέρονται στους δανειολήπτες. Οι ΣΠΠΜΑ έχουν έτσι συμβάλει σε μια πιο ομοιόμορφη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.

    Μια πιο ομοιόμορφη ανάκαμψη από την κρίση θα υποστηρίξει την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Το Διοικητικό Συμβούλιο προσαρμόζει τις αποφάσεις του για τη νομισματική πολιτική στις εξελίξεις της οικονομίας της ζώνης του ευρώ συνολικά, αλλά πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι η νομισματική του πολιτική φθάνει σε όλα τα τμήματα της οικονομίας και σε όλες τις δικαιοδοσίες κατά την επιδίωξη της εντολής του για σταθερότητα των τιμών.

    Στην επιδίωξη μιας πιο ομοιόμορφης ανάκαμψης, η δημοσιονομική πολιτική είναι απαραίτητη. Το σχέδιο ανάκαμψης «Next Generation EU» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για παράδειγμα, θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αποκατάστασης ισότιμων όρων ανταγωνισμού και στήριξης όσων έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία.

    Επομένως, επικροτώ θερμά αυτό το σχέδιο, το οποίο θα ενισχύσει την ενιαία αγορά και θα οικοδομήσει μια διαρκή και ευημερούσα ανάκαμψη, υποστηρίζοντας παράλληλα τις πράσινες και ψηφιακές προτεραιότητες της ΕΕ.

    13. Πώς μπορεί κατά την άποψή σας η ΕΚΤ να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη, την οικολογική μετάβαση και την πλήρη απασχόληση, σε πλήρη συμμόρφωση με τον πρωταρχικό στόχο της να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών; Υπάρχουν, κατά την άποψή σας, ενδεχόμενα πρόσθετα μέτρα νομισματικής πολιτικής που θα βελτίωναν τον θετικό αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία;

    Όπως κατοχυρώνεται στη Συνθήκη, πρωταρχικός στόχος του ΕΣΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Ωστόσο, «με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση, προκειμένου να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης, που ορίζονται στο άρθρο 2.». Επομένως, σαφώς η νομισματική πολιτική μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο στη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Στην πραγματικότητα, στο τρέχον περιβάλλον, στο οποίο η ζήτηση είναι αδύναμη και ο πληθωρισμός είναι κάτω από τα επίπεδα που συνάδουν με τον στόχο πληθωρισμού του Διοικητικού Συμβουλίου, η νομισματική πολιτική είναι το κλειδί για την υποστήριξη τόσο της οικονομικής ανάπτυξης όσο και του πληθωρισμού.

    Η υποστήριξη της κατανάλωσης των νοικοκυριών και των σταθερών επενδύσεων είναι ένας κρίσιμος μηχανισμός μετάδοσης για να πετύχει η νομισματική πολιτική τον στόχο της για σταθερότητα των τιμών. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που ελήφθησαν από τα μέσα του 2014 είχαν σημαντικό αντίκτυπο στην απασχόληση, τα εισοδήματα και την ανάπτυξη.

    Επιπλέον, τα μέτρα που ελήφθησαν από τον Μάρτιο του 2020 σχετικά με τις αγορές περιουσιακών στοιχείων και τις παραμέτρους ΣΠΠΜΑ θα παρέχουν σημαντική υποστήριξη στην οικονομική ανάκαμψη και έχουν μετριάσει την επέλευση χειρότερων αποτελεσμάτων.

    Η εν εξελίξει αναθεώρηση της στρατηγικής της ΕΚΤ θα προσφέρει την ευκαιρία να κατανοηθεί καλύτερα πώς οι μακροπρόθεσμες τάσεις ενδέχεται να επηρεάσουν τις μεταβλητές που παρακολουθούμε τακτικά και επιδιώκουμε, σε κάποιο βαθμό, να ελέγξουμε. Μεταξύ αυτών των τάσεων, η δημογραφική μετάβαση, οι ανατρεπτικές τεχνολογικές αλλαγές και η υπερθέρμανση του πλανήτη έχουν σίγουρα εξέχοντα ρόλο.

    14. Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλων ζητημάτων βιωσιμότητας αποτελεί μέρος της εντολής της ΕΚΤ; Ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με τον αντίκτυπο της πολιτικής της ΕΚΤ στην κλιματική αλλαγή; Πιστεύετε ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να ευθυγραμμίσει τις αγορές της περιουσιακών στοιχείων με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα; Πρέπει τα προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ να είναι σύμφωνα με το ενωσιακό ταξινομικό πλαίσιο; Ποιος θα είναι ο ρόλος της ΕΚΤ στο Δίκτυο για την ενσωμάτωση της οικολογικής διάστασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (NGFS); Πώς μπορεί η ΕΚΤ να εφαρμόσει στην πράξη τις βασικές συστάσεις της συνολικής έκθεσης NGFS «Πρόσκληση για δράση: η κλιματική αλλαγή ως πηγή οικονομικού κινδύνου» που απευθύνεται στις κεντρικές τράπεζες; Σε ποιο βαθμό τα πράσινα ομόλογα, κατά την άποψή σας, συμβάλλουν στην απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές και πώς αξιολογείτε την πρόσφατη έρευνα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ) σε αυτό το πλαίσιο (https://www.bis.org/publ/qtrpdf/r_qt2009c.pdf);

    Προκειμένου να επιταχυνθεί η μετάβαση σε μια οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα, είναι σημαντικό οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες, οι εποπτικές αρχές και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί να αναλάβουν σταθερή και αποφασιστική δράση. Όλες αυτές οι οντότητες διαδραματίζουν συγκεκριμένο ρόλο. Καθώς η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα, απαιτείται ένας βασικός αναπροσανατολισμός. Με τις κλιματικές πολιτικές τους, οι κυβερνήσεις είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτόν τον αναπροσανατολισμό. Η Ευρώπη βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή όσον αφορά τη δράση για το κλίμα. Υπογράφοντας τη συμφωνία του Παρισιού, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν δεσμευτεί να εντείνουν τις πολιτικές και τις επενδύσεις που απαιτούνται για ένα βιώσιμο μέλλον χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Η ΕΕ δρομολόγησε την Πράσινη Συμφωνία της και παρήγαγε εξαιρετικό έργο εισάγοντας την ταξινόμηση βιώσιμων δραστηριοτήτων που ενισχύουν τη μετάβαση. Τέλος, η ΕΕ προέβη σε σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές για την αποκατάσταση της αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς, εισάγοντας το σύστημα εμπορίας εκπομπών (ΣΕΔΕ) και την οδηγία για τις μη χρηματοοικονομικές αναφορές (NFRD).

    Αν και επικροτώ το έργο που έχει επιτελέσει μέχρι τώρα η ΕΕ, θα ήθελα να τονίσω ότι πρέπει να γίνουν πολλά ακόμη. Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του Παρισιού, είναι σημαντικό να κινηθούμε προς μια βιώσιμη παγκόσμια οικονομία πολύ πιο γρήγορα από όσο κινούμαστε σήμερα. Δύο βασικοί παράγοντες που επιβραδύνουν αυτήν τη στιγμή τη μετάβαση είναι πρώτον το γεγονός ότι οι εταιρείες εξακολουθούν να έχουν ανεπαρκή οικονομικά κίνητρα για να μειώσουν τις εκπομπές τους και δεύτερον ότι οι ενδιάμεσοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις δεδομένων προκειμένου να λάβουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο υπόψη την κλιματική αλλαγή κατά τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.

    Ενώ η δημιουργία των συνθηκών για τη μετάβαση σε μια οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα αποτελεί πρωτίστως καθήκον των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων και η τιμολόγηση του άνθρακα παραμένει το πρωταρχικό εργαλείο για αυτό, όλοι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να διαδραματίσουν συγκεκριμένο ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ. Το σημείο εκκίνησης για τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ είναι η προοπτική κινδύνου. Οι εποπτικές αρχές έχουν ήδη αναγνωρίσει ευρέως ότι τόσο η μετάβαση όσο και η κλιματική αλλαγή αποτελούν πηγές οικονομικών κινδύνων, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπιστούν και να τύχουν διαχείρισης. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους κινδύνους μετάβασης και τους κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα, αλλά και για τους ευρύτερους περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους.

    Το σημείο εκκίνησης για τη νομισματικό καθήκον της ΕΚΤ είναι ο στόχος της σταθερότητας των τιμών. Με την επιφύλαξη αυτού του πρωταρχικού σκοπού, η ΕΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές της Ένωσης. Αυτές οι πολιτικές συμπεριλαμβάνουν υψηλού επιπέδου προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος και των προτεραιοτήτων πολιτικής στις οποίες δίνει έμφαση η ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Πράσινης Συμφωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις φιλοδοξίες και τις δεσμεύσεις της ΕΕ, η ΕΚΤ έχει καθήκον να υποστηρίζει αυτές τις πολιτικές, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να το πράξει χωρίς να θίγεται ο στόχος της για τη σταθερότητα των τιμών. Φυσικά, και σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της θεσμικής ισορροπίας. Σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύω ότι υπάρχουν τουλάχιστον τρεις οπτικές γωνίες από τις οποίες η κλιματική αλλαγή έχει σημασία για τη νομισματική πολιτική.

    Πρώτον, η κλιματική αλλαγή και ο μετριασμός της θα επηρεάζουν όλο και περισσότερο τις βασικές μακροοικονομικές μεταβλητές που αφορούν την άσκηση νομισματικής πολιτικής. Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να επηρεάσει τους διαύλους νομισματικής πολιτικής. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται την απαίτηση οι κεντρικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, να ενημερώσουν την αναλυτική εργαλειοθήκη τους, προσθέτοντας τους κλιματικούς κινδύνους στα μακροοικονομικά μοντέλα τους, στα εργαλεία πρόβλεψης και στις λειτουργίες τους.

    Δεύτερον, δεδομένης της αυξημένης παρουσίας της ΕΚΤ στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ΕΚΤ θα πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά τον αντίκτυπο που θα έχουν τα μη τυποποιημένα μέτρα της στη φιλοδοξία της ΕΕ να κινηθεί προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Ο σχεδιασμός των ΣΠΜΜΑ και τα προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην κατανομή κεφαλαίων στην οικονομία και είναι σημαντικό αυτές οι πολιτικές να είναι ανθεκτικές στον χρόνο, χωρίς να διακυβεύεται η αποτελεσματική επίτευξη του πρωταρχικού στόχου της νομισματικής πολιτικής.

    Θα ήταν ένα σημαντικό βήμα να αναγνωρίσουμε ότι, όταν εφαρμόζει την αρχή της ανοικτής οικονομίας της αγοράς, η ΕΚΤ δεν πρέπει απαραίτητα σε κάθε περίπτωση να τηρεί αυστηρά την ουδετερότητα της αγοράς, ιδίως όταν εμφανίζονται αστοχίες της αγοράς, όπως πρόσφατα επεσήμανε η Isabel Schnabel, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. Επιπλέον, η ΕΚΤ θα μπορούσε να διερευνήσει πώς μπορούν στο πλαίσιο της εντολής της να σχεδιαστούν τα μέσα της με τρόπο ώστε να συμβάλλουν στο ξεκλείδωμα επενδύσεων που υποστηρίζουν τη μετάβαση σε μια οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα. Οι ισχύουσες πολιτικές της ΕΕ, όπως η NFRD και η ταξινόμηση βιώσιμων δραστηριοτήτων, μπορούν να θεωρηθούν ως αφετηρία στο πλαίσιο αυτό.

    Τρίτον, όταν η ΕΚΤ σχεδιάζει πλαίσια μετριασμού των κινδύνων, θα πρέπει επίσης να ενσωματώνει επαρκώς στα εν λόγω πλαίσια τους κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα και θα πρέπει να είναι διαφανής ως προς τα ανοίγματά της – όπως συνιστά το NGFS. Για τα νομισματικά χαρτοφυλάκια, η ΕΚΤ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις γνώμες των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας σχετικά με τον τρόπο αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ πρέπει να συνεργαστεί μαζί τους για να δει εάν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή αντικατοπτρίζονται επαρκώς στις γνώμες τους. Στον βαθμό που η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες κάνουν τη δική τους πιστοληπτική αξιολόγηση, πρέπει να το κάνουν μόνες τους. Λαμβάνοντας υπόψη τις ευρείες δραστηριότητες της ΕΚΤ, γνωρίζω καλά ότι η διαθεσιμότητα των δεδομένων είναι ζωτικής σημασίας αλλά δύσκολη. Αυτό υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της οδηγίας NFRD. Εφόσον λείπουν σχετικά δεδομένα, η ΕΚΤ μπορεί να διερευνήσει εάν μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στην προώθηση της δημοσίευσης δεδομένων σχετικά με το κλίμα από τους αντισυμβαλλομένους της, για παράδειγμα, καθιστώντας μια τέτοια δημοσίευση από τους αντισυμβαλλομένους της απαίτηση συμμετοχής σε πράξεις νομισματικής πολιτικής. Από αυτήν την άποψη, επιτρέψτε μου να επαναλάβω μια άποψη που διατυπώθηκε τόσο από το NGFS όσο και από το Ευρωσύστημα: μια πράσινη ταξινόμηση, δηλαδή μια ταξινόμηση των βιώσιμων δραστηριοτήτων σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, τη βιοποικιλότητα και τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους, όπως αυτός που εγκρίθηκε πρόσφατα και αναπτύχθηκε στην ΕΕ, είναι ουσιαστικής σημασίας για την αποτροπή της προβολής ψευδοοικολογικής ταυτότητας και τη διασφάλιση ότι προϊόντα όπως τα πράσινα ομόλογα συμβάλλουν στους περιβαλλοντικούς στόχους. Από αυτή την άποψη, είναι επίσης θεμελιώδεις οι συνεχιζόμενες εργασίες της Επιτροπής για την ανάπτυξη ενός προτύπου σχετικά με τα πράσινα ομόλογα με αναφορά στην ταξινόμηση της ΕΕ. Ωστόσο, για να εκτιμηθεί σωστά η έκθεση σε κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα, η ταξινόμηση των δραστηριοτήτων που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στη μετάβαση σε οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι ίσως ακόμη πιο σημαντική για τις κεντρικές τράπεζες και τις εποπτικές αρχές. Προς αυτήν την κατεύθυνση, θα ήθελα να επαινέσω την πρόσφατη έρευνα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ) που εισήγαγε ένα πλαίσιο για πράσινες αξιολογήσεις.

    Εν κατακλείδι, είμαι πολύ ικανοποιημένος με το γεγονός ότι αυτό το θέμα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της τρέχουσας αναθεώρησης της στρατηγικής της ΕΚΤ στην οποία αναμένω να μπορέσω να συνεισφέρω.

    15. Ποιο ρόλο νομίζετε ότι θα πρέπει να διαδραματίσει η ΕΚΤ στην αντιμετώπιση των εικονικών νομισμάτων; Ποιες πιθανότητες και ποιους κινδύνους βλέπετε όσον αφορά τα εικονικά περιουσιακά στοιχεία; Ποια είναι η άποψή σας για τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών, καθώς και τους σχετικούς κινδύνους και τα οφέλη; Πώς θα θεωρούσατε ότι πρέπει να είναι το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο για τα εικονικά νομίσματα (και ειδικότερα τα «σταθερά κρυπτονομίσματα»); Κατά την άποψή σας, η ΕΚΤ πρέπει να δρομολογήσει ψηφιακό ευρώ; Εάν ναι, πώς πρέπει να είναι και πώς θα αντιμετωπίσετε τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν με ένα τέτοιο νόμισμα, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών κινδύνων της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων και των ζητημάτων που σχετίζονται με το απόρρητο;

    Τα κρυπτο-στοιχεία του ενεργητικού[5] που δεν αντιπροσωπεύουν αξίωση σε καμία οντότητα είναι εγγενώς ασταθή και δεν διαθέτουν τα χαρακτηριστικά του χρήματος. Παρόλο που αυτά τα κρυπτο-στοιχεία του ενεργητικού ενέχουν κινδύνους για τους επενδυτές και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράνομες δραστηριότητες, δεν αποτελούν επί του παρόντος ουσιαστικό κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ ή τη νομισματική σταθερότητα. Η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί τα κρυπτο-στοιχεία του ενεργητικού για να ενημερώνει αυτήν την εκτίμηση κινδύνου υπό το φως των εξελίξεων της αγοράς.

    Κρυπτο-στοιχεία του ενεργητικού που σκοπεύουν να διατηρήσουν μια σταθερή αξία, στη βάση (i) ενός πιστωτικού χρήματος ή (ii) διαφόρων πιστωτικών χρημάτων ή ενός ή περισσότερων εμπορευμάτων ή ενός ή περισσότερων κρυπτο-στοιχείων του ενεργητικού ή ενός συνδυασμού τέτοιων στοιχείων του ενεργητικού, γνωστών ως ψηφιακά κέρματα με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και ψηφιακά κέρματα ηλεκτρονικού χρήματος αντίστοιχα, σύμφωνα με την πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις αγορές κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων (MiCA), θα μπορούσαν θεωρητικά να χρησιμοποιηθούν ως μέσα πληρωμής και ακόμη και ως μέσα αποθήκευσης αξίας. Επιπλέον, ορισμένες τέτοιες πρωτοβουλίες ψηφιακών κερμάτων θα μπορούσαν να επιτύχουν γρήγορα ένα παγκόσμιο αποτύπωμα, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες βάσεις χρηστών.

    Τα ψηφιακά κέρματα ηλεκτρονικού χρήματος ή τα ψηφιακά κέρματα με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία καθίστανται σημαντικά, εντός της Ένωσης ή σε παγκόσμιο επίπεδο, παρουσιάζουν ευκαιρίες και προκλήσεις. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων στην ταχύτητα και το κόστος των παγκόσμιων διασυνοριακών πληρωμών. Ταυτόχρονα, μπορούν να απειλήσουν τη νομισματική και χρηματοοικονομική σταθερότητα και την κυριαρχία, να επηρεάσουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων πληρωμών, καθώς και να θέσουν ένα πλήθος άλλων θεμάτων που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες/τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, τον ανταγωνισμό, την προστασία δεδομένων και την προστασία των καταναλωτών.

    Από την πλευρά της, η ΕΚΤ θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο διασφαλίζοντας ότι τα συστηματικά ψηφιακά κέρματα με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και τα ψηφιακά κέρματα ηλεκτρονικού χρήματος δεν υπονομεύουν τη στρατηγική αυτονομία και την ανθεκτικότητα του συστήματος πληρωμών στη ζώνη του ευρώ. Ως επόπτης του συστήματος πληρωμών, η ΕΚΤ θα πρέπει, από κοινού με τις κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ, να εφαρμόζει τα σχετικά πλαίσια εποπτείας του Ευρωσυστήματος για συστήματα πληρωμών, πλαίσια πληρωμών και ρυθμίσεις για τον μετριασμό των κινδύνων ψηφιακών κερμάτων με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και ψηφιακών κερμάτων ηλεκτρονικού χρήματος. Επιπλέον, η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεργάζεται με την ΕΑΤ και τις αρμόδιες αρχές και να συμμετέχει στα σώματα σημαντικών ψηφιακών κερμάτων με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και ψηφιακών κερμάτων ηλεκτρονικού χρήματος.

    Ένα κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο για τα ψηφιακά κέρματα με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και τα ψηφιακά κέρματα ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει να εμπνέεται από την αρχή «ίδια επιχείρηση, ίδιοι κίνδυνοι, ίδιοι κανόνες». Θα πρέπει να διασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού υποβάλλοντας σε ισοδύναμες απαιτήσεις τα ψηφιακά κέρματα με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και τα ψηφιακά κέρματα ηλεκτρονικού χρήματος με δυνατότητα χρήσης τους ως μέσων πληρωμής γενικού σκοπού. Ένα πλαίσιο θα πρέπει επιπλέον να μετριάσει τυχόν κινδύνους που περικλείουν τέτοια ψηφιακά νομίσματα, μεταξύ άλλων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη νομισματική πολιτική και την κυριαρχία, καθώς και την προστασία των καταναλωτών. Ο MiCA είναι ένα καλό πρώτο βήμα για τη ρύθμιση των κρυπτο-στοιχείων του ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών κρυπτονομισμάτων, τα οποία δεν καλύπτονται ήδη από την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ, καθώς δεν χαρακτηρίζονται ως χρηματοοικονομικό μέσο βάσει του MiFID II ή ως ηλεκτρονικό χρήμα βάσει του EMD, για παράδειγμα. Θα συμβάλει επίσης στην αποφυγή διαιτησίας μεταξύ των δικαιοδοσιών της ΕΕ. Η ΕΚΤ μόλις δημοσίευσε το νέο της πλαίσιο για την εποπτεία των μέσων, συστημάτων και ρυθμίσεων ηλεκτρονικών πληρωμών, το λεγόμενο πλαίσιο PISA, για δημόσια διαβούλευση. Το νέο πλαίσιο στοχεύει επίσης στη διασφάλιση της αρχής «ίδια επιχείρηση, ίδιοι κίνδυνοι, ίδιοι κανόνες» με αναλογικό τρόπο και επίσης εξετάζει τα ψηφιακά κέρματα με εγγύηση περιουσιακών στοιχείων και τα ψηφιακά κέρματα ηλεκτρονικού χρήματος.

    Όπως συζητήθηκε επίσης στην πρόσφατη έκθεση για το ψηφιακό ευρώ που εκπονήθηκε από την ομάδα εργασίας υψηλού επιπέδου του Ευρωσυστήματος για τα ψηφιακά νομίσματα της Κεντρικής Τράπεζας, το τελευταίο είναι ένα ισχυρό εργαλείο ώστε οι κεντρικές τράπεζες να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις προκλήσεις και τις ανάγκες που προκύπτουν στο πλαίσιο της ψηφιοποίησης των κοινωνιών και των οικονομιών μας. Ειδικότερα: i) καθώς προκύπτουν νέες ανάγκες πληρωμής, ένα ψηφιακό ευρώ θα παρέχει ένα ψηφιακό περιουσιακό στοιχείο χωρίς κίνδυνο για την κάλυψη αυτών των αναγκών· ii) σε περίπτωση σημαντικής μείωσης της χρήσης μετρητών ως μέσου πληρωμής, ένα ψηφιακό ευρώ θα παρέχει ένα ψηφιακό ισοδύναμο τραπεζογραμματίων ευρώ που αποτελούν νόμιμο χρήμα, συμπληρώνοντας τον ρόλο των μετρητών· iii) ενόψει της πιθανής αύξησης ιδιωτικών ή ξένων δημόσιων ψηφιακών νομισμάτων, ένα ψηφιακό ευρώ θα συμβάλει στη διατήρηση της νομισματικής και χρηματοοικονομικής σταθερότητας και κυριαρχίας. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ένα ψηφιακό ευρώ – εάν επρόκειτο να εισαχθεί – θα εισαχθεί παράλληλα με τα μετρητά, δεν θα τα αντικαταστήσει. Επιπλέον, θα απαιτούσε μια άρτια νομική βάση.

    Όσον αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με την πιθανή έκδοση ενός ψηφιακού ευρώ, πιστεύω ότι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον πραγματικό σχεδιασμό του. Ένα ψηφιακό ευρώ θα πρέπει να σχεδιαστεί κατά τρόπο που να αποφεύγει την υπερβολική μετατόπιση των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών σε ψηφιακές συμμετοχές σε ευρώ, τόσο ως διαρθρωτικό φαινόμενο όσο και κατά τη διάρκεια χρηματοοικονομικών κρίσεων. Ένα ψηφιακό ευρώ δεν πρέπει επίσης να παραγκωνίζει ιδιωτικές πρωτοβουλίες που μπορούν να ωφελήσουν την καινοτομία και την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού τομέα λιανικής πληρωμής. Θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες του ψηφιακού ευρώ σε διαφορετικά νομίσματα, ακόμη και εντός της Ένωσης.

    Όσον αφορά το απόρρητο, υπάρχει σαφής συμβιβασμός μεταξύ του δικαιώματος των πολιτών να προστατεύουν τα προσωπικά τους δεδομένα και του δημόσιου καθήκοντος για την καταπολέμηση των παράνομων δραστηριοτήτων (όπως η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες). Η σωστή ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο θεμελιωδών αξιών θα πρέπει να βρεθεί σε συνεργασία με τους συννομοθέτες.

    Δεν είμαι σε θέση να κρίνω σε αυτό το στάδιο εάν η ΕΚΤ θα πρέπει να εκδώσει ψηφιακό ευρώ. Πιστεύω ότι η πολυπλοκότητα αυτού του θέματος χρειάζεται προσεκτική ανάλυση και συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων. Ως εκ τούτου, χαίρομαι που βλέπω ότι η ΕΚΤ πλησιάζει την ανάλυση ενός ψηφιακού ευρώ με την απαιτούμενη προσοχή – μεταξύ άλλων με τη συμμετοχή της κοινής γνώμης μέσω μιας ανοιχτής διαβούλευσης και με την έναρξη πρακτικού πειραματισμού για πιθανά σχέδια από κοινού με αρκετές εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος – και ειδικά με τη συνεργασία με το Κοινοβούλιο και τις σχετικές επιτροπές του.

    16. Ποιον ρόλο βλέπετε για τις συναλλαγές σε μετρητά σε σύγκριση με τις ψηφιακές συναλλαγές στο μέλλον;

    Τα μετρητά εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα των συναλλαγών στη ζώνη του ευρώ, ωστόσο, το ποσοστό τους στις συναλλαγές από άτομο σε άτομο και σε σημεία πώλησης μειώνεται. Όσον αφορά τον συνολικό όγκο συναλλαγών, μειώθηκε από 79% το 2016 σε 73% το 2019. Η παράλληλη επέκταση των συναλλαγών χωρίς μετρητά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις πληρωμές με κάρτες, οι οποίες αυξήθηκαν από 19% σε 24% σε όγκο. Η τάση προς πληρωμές χωρίς μετρητά έχει επιταχυνθεί από την πανδημία COVID-19, όπου σημειώθηκε αύξηση των διαδικτυακών πληρωμών από νοικοκυριά και στροφή προς τις ανέπαφες πληρωμές στα καταστήματα. Την ίδια στιγμή, τα μετρητά καλύπτουν ζωτικές ανάγκες των καταναλωτών. Για παράδειγμα, τα μετρητά εξακολουθούν να είναι η μόνη μορφή χρημάτων κεντρικής τράπεζας που διατίθενται για το κοινό (παρά τον πιθανό μελλοντικό ρόλο για το ψηφιακό νόμισμα της κεντρικής τράπεζας), μπορούν να λειτουργήσουν ως εναλλακτική επιλογή σε περίπτωση σοβαρής διακοπής των ηλεκτρονικών πληρωμών και αποτελούν προϋπόθεση ώστε πολλά άτομα σε ευάλωτες θέσεις (όπως ορισμένοι ηλικιωμένοι, άτομα με ειδικές ανάγκες και αναλφάβητοι) να έχουν πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και να είναι σε θέση να διαχειρίζονται ανεξάρτητα τις οικονομικές τους υποθέσεις. Το Ευρωσύστημα πρέπει να διασφαλίσει ότι, καθώς αυξάνονται οι ψηφιακές συναλλαγές, οι καταναλωτές έχουν πρόσβαση σε ολοκληρωμένες, πανευρωπαϊκές λύσεις ψηφιακής πληρωμής που εξυπηρετούν τις ανάγκες τους. Αυτό δεν ισχύει επί του παρόντος και η Ευρώπη βιώνει την κυριαρχία μερικών μη Ευρωπαίων παικτών. Αυτή η συγκέντρωση ενδέχεται να επιδεινωθεί από την ικανότητα των παγκόσμιων εταιρειών τεχνολογίας - των λεγόμενων μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών - να προσφέρουν επίσης υπηρεσίες πληρωμών, οι οποίες το κάνουν σε αυξανόμενη κλίμακα.

    Το Ευρωσύστημα ανταποκρίθηκε σε αυτές τις προκλήσεις ανανεώνοντας τη στρατηγική λιανικής πληρωμής του για να ενθαρρύνει και να διευκολύνει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών λύσεων ψηφιακών πληρωμών. Η Επιτροπή δημοσίευσε επίσης πρόσφατα τη στρατηγική της για τις λιανικές πληρωμές, με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα πανευρωπαϊκών πληρωμών. Χαιρετίζω λοιπόν την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πληρωμών, η οποία καθιερώθηκε από αρκετές ευρωπαϊκές τράπεζες για την ανάπτυξη προϊόντων πανευρωπαϊκών πληρωμών και άλλων ιδιωτικών πρωτοβουλιών που επιδιώκουν να προσφέρουν λύσεις πανευρωπαϊκών πληρωμών.

    Εν κατακλείδι, τα μετρητά εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών στη ζώνη του ευρώ και πρέπει να συνεχίσουμε να διασφαλίζουμε ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ έχουν πρόσβαση σε μετρητά ανά πάσα στιγμή. Οι ψηφιακές συναλλαγές συμπληρώνουν, δεν αντικαθιστούν τα μετρητά. Μαζί, στηρίζουν την οικονομική ένταξη και προσφέρουν μια επιλογή στους καταναλωτές. Αυτό συμφωνεί με την πολιτική του Ευρωσυστήματος σχετικά με τον σεβασμό των προτιμήσεων του καταναλωτή, όσο αφορά τα μέσα πληρωμής.

    17. Διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ ετοιμάζονται να ενταχθούν στη ζώνη του ευρώ και δυο κράτη μέλη εντάχθηκαν στον ΜΣΙ ΙΙ τον Ιούλιο του 2020. Πώς προβλέπετε ότι θα αποφύγετε περαιτέρω αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ κατά την επόμενη δεκαετία, υπό το πρίσμα των οικονομικών συνθηκών στα υποψήφια κράτη; Ποιο είναι το προτιμώμενο οικονομικό σενάριο για τη διεύρυνση της ζώνης του ευρώ;

    Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω λέγοντας ότι βλέπω το ευρώ ως το πιο απτό σημάδι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Επί του παρόντος αποτελεί το επίσημο νόμισμα για 19 κράτη μέλη της ΕΕ. Όπως ορίζεται στη Συνθήκη, όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ χωρίς ρήτρα εξαίρεσης ή «αυτοεξαίρεση» – ήτοι επτά κράτη εκτός της ζώνης του ευρώ, εκτός από τη Δανία – αναμένεται να υιοθετήσουν το ευρώ αργά ή γρήγορα.

    Πιστεύω ότι η εικόνα για τις αυξανόμενες οικονομικές ανισότητες εντός της ΟΝΕ την τελευταία δεκαετία είναι πιο διαφοροποιημένη από ό, τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Για παράδειγμα, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη που έχουν υιοθετήσει το ευρώ, ειδικά οι χώρες της Βαλτικής και η Σλοβακία, έχουν πράγματι καλύψει τη διαφορά με τις οικονομίες υψηλότερου εισοδήματος. Ακόμα πιο σημαντικό, αρκετές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, για να κατανοήσουμε πραγματικά τις αυξανόμενες ανισότητες στην Ευρώπη, θα πρέπει μάλλον να επικεντρωθούμε σε παράγοντες διαφορετικούς από την ΟΝΕ – για παράδειγμα, τα σοκ τεχνολογίας και παγκοσμιοποίησης, τον αντίκτυπο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, καθώς και συγκεκριμένες διαρθρωτικές αδυναμίες. Αν παρατηρήσει κανείς την κυκλική διασπορά μεταξύ των οικονομιών της ζώνης του ευρώ, για παράδειγμα, έχει πράγματι μειωθεί. Αυτό επέτρεψε την επίτευξη υψηλού βαθμού συμμετρίας στους επιχειρηματικούς και χρηματοοικονομικούς κύκλους των μελών της ζώνης του ευρώ, πράγμα που αποτελεί ένα ζωτικής σημασίας συστατικό για μια επιτυχημένη ενιαία νομισματική πολιτική. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της συνεχιζόμενης πανδημίας COVID-19 στις οικονομικές συνθήκες των οικονομιών εντός και εκτός της ζώνης του ευρώ πρέπει ακόμη να εκτιμηθεί.

    Κατά την άποψή μου, το προτιμώμενο οικονομικό σενάριο για τη διεύρυνση της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένο σε κάθε επιμέρους κράτος μέλος. Κάθε χώρα που επιθυμεί να ενταχθεί στο ευρώ θα πρέπει να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τη δική της πορεία, όρους και χρονοδιάγραμμα. Το χρονοδιάγραμμα εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση από τρεις βασικούς παράγοντες: πολιτική βούληση όπως αντικατοπτρίζεται επίσης στις εθνικές στρατηγικές υιοθέτησης του ευρώ· ενστερνισμό του εγχειρήματος από τον λαό· και οικονομική ετοιμότητα.

    Η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολογούν τακτικά την πρόοδο που έχει σημειώσει κάθε κράτος μέλος εκτός της ζώνης του ευρώ ως προς την εκπλήρωση των κριτηρίων βάσει της Συνθήκης που απαιτούνται για την υιοθέτηση του ευρώ, όπως διατυπώνεται στις εκθέσεις σύγκλισης. Σύμφωνα με τις εκθέσεις σύγκλισης του 2020 της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκαν στις 10 Ιουνίου, καμία από τις υπό εξέταση χώρες δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Συγκεκριμένα, καμία από τις επτά χώρες δεν συμμορφώθηκε με το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, το οποίο απαιτεί τη συμμετοχή ενός κράτους μέλους για τουλάχιστον δύο χρόνια στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, τον ΜΣΙ ΙΙ, χωρίς υποτίμηση έναντι του ευρώ.

    Μετά την απόφαση που ελήφθη με αμοιβαία συμφωνία των υπουργών Οικονομικών των χωρών της ζώνης του ευρώ, η Πρόεδρος της ΕΚΤ και οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της Δανίας, της Βουλγαρίας και της Κροατίας, το βουλγαρικό λεβ και το κροατικό κούνα συμπεριλήφθηκαν στον ΜΣΙ ΙΙ στις 10 Ιουλίου 2020. Η συμμετοχή στον ΜΣΙ II πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό ορόσημο για την προετοιμασία της υιοθέτησης του ευρώ. Ως εκ τούτου, οι εκθέσεις σύγκλισης της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2022 θα παρέχουν αξιολόγηση της ετοιμότητας και των δύο κρατών μελών να υιοθετήσουν το ευρώ.

    18. Ποιον ρόλο πρέπει να έχει το Ταμείο Ανάκαμψης; Πώς μπορεί να στηρίξει με τον καλύτερο τρόπο την ανθεκτικότητα της ζώνης του ευρώ; Πιστεύετε ότι η ζώνη του ευρώ χρειάζεται ένα Ευρωπαϊκό Ασφαλές Περιουσιακό Στοιχείο όχι μόνο για να συμβάλει στη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και για να επιτρέψει στις τράπεζες να μειώσουν την έκθεσή τους στο εθνικό χρέος, αλλά και ως μέσο για τη διευκόλυνση της ορθής μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής;

    Η επανεμφάνιση του ιού έχει αυξήσει την αβεβαιότητα και απαιτεί τη συνέχιση της δημοσιονομικής στήριξης, προκειμένου να αποφευχθούν τα «φαινόμενα κατακρήμνισης» και να βοηθήσουμε στην επαναφορά των οικονομιών μας. Είναι επομένως υψίστης σημασίας να τεθεί σε λειτουργία το πακέτο Next Generation EU (NGEU) ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτό το πακέτο ανάκαμψης έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει σημαντικά τις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία, να ενισχύσει την ενιαία αγορά και να οικοδομήσει μια διαρκή και ευημερούσα ανάκαμψη.

    Ο αντίκτυπος του NGEU – και του κεντρικού του προγράμματος, του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα εκταμιεύονται τα κεφάλαια και πόσο αποτελεσματικά διοχετεύονται σε παραγωγικές χρήσεις. Είναι επομένως σημαντικό όλοι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τις εκκρεμείς λεπτομέρειες του πακέτου έως το τέλος του έτους και τα κράτη μέλη να προβούν στις κατάλληλες ρυθμίσεις για να επιτρέψουν την ορθή και αποτελεσματική δαπάνη των κονδυλίων ανάκαμψης. Όπως τόνισε το Διοικητικό Συμβούλιο μετά την πρόσφατη σύνοδο νομισματικής πολιτικής του, υπό την προϋπόθεση ότι τα κεφάλαια διατίθενται για παραγωγικές δημόσιες δαπάνες και συνοδεύονται από μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα, το NGEU θα συμβάλει σε μια ταχύτερη, ισχυρότερη και πιο ομοιόμορφη ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ, υποστηρίζοντας παράλληλα τις πράσινες και ψηφιακές φιλοδοξίες της ΕΕ.

    Παρόλο που διανύουμε δύσκολες στιγμές, η ΕΚΤ μπόρεσε να μεταδώσει αποτελεσματικά τη νομισματική πολιτική από το ξέσπασμα της κρίσης COVID. Ωστόσο, η έκδοση χρέους στο πλαίσιο του NGEU θα λάβει τη μορφή ομολόγων σε επίπεδο ΕΕ με διαφορετικές ημερομηνίες λήξης μεταξύ 2028 και 2058 και σίγουρα μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής χρονικής διάρθρωσης. Μια τέτοια χρονική διάρθρωση θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τις κεφαλαιαγορές της ΕΕ και, συνεπώς, να διευκολύνει την περαιτέρω ολοκλήρωση της κεφαλαιαγοράς και, κατά συνέπεια, τον καταμερισμό των κινδύνων. Τα ομόλογα NGEU θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στη διαφοροποίηση των κρατικών ανοιγμάτων των τραπεζών, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό τον δεσμό μεταξύ κράτους και τραπεζών.

    19. Ποια είναι η άποψή σας για τον αυξανόμενο δεσμό μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής λόγω της κρίσης της COVID-19; Ποιος είναι ο κίνδυνος δημοσιονομικής κυριαρχίας στη ζώνη του ευρώ; Πώς θα διαφυλάξουμε την ανεξαρτησία της ΕΚΤ σε μια κατάσταση όπου διαπιστώνεται ασάφεια των ορίων μεταξύ δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών;

    Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) δηλώνει σαφώς ότι πρωταρχικός στόχος της ΕΚΤ είναι η επιδίωξη της σταθερότητας των τιμών. Προβλέπει επίσης ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία και τη διασφάλιση της επιχειρησιακής, οικονομικής, θεσμικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της ΕΚΤ.

    Παρά τις ισχυρές αυτές θεσμικές διασφαλίσεις, μεταξύ των οικονομολόγων έχει αυξηθεί η εκτίμηση για τη σημασία των αλληλεπιδράσεων μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Υπό τις τρέχουσες μακροοικονομικές συνθήκες, και οι δύο τομείς πολιτικής αλληλοσυμπληρώνονται όσον αφορά την παροχή απαραίτητης πολιτικής στήριξης στην οικονομία της ζώνης του ευρώ ως απάντηση στην κρίση. Στον απόηχο της πανδημίας ενδέχεται να προκύψουν άλλα ερωτήματα, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου ρύθμισης της νομισματικής πολιτικής σε έναν κόσμο με πιθανώς μόνιμα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους.

    Μετά την επανεξέταση της στρατηγικής, το Διοικητικό Συμβούλιο δημιούργησε έναν νέο άξονα εργασίας σχετικά με τις νομισματικές-δημοσιονομικές αλληλεπιδράσεις που αποτυπώνει το τοπίο της δημοσιονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ και αξιολογεί τις επιπτώσεις στη νομισματική πολιτική.

    20. Τι πιστεύετε για την κριτική ότι το πλαίσιο ενεχύρων της ΕΚΤ δεν είναι αρκετά σταδιακό και βασίζεται πάρα πολύ σε εξωτερικούς οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΟΑΠΙ);Ποια είναι η γνώμη σας σχετικά με τα προσωρινά μέτρα χαλάρωσης βάσει ενεχύρων, όπως εγκρίθηκαν από την ΕΚΤ στο πλαίσιο της κρίσης της COVID-19; Στο μέλλον, πώς πρέπει η ΕΚΤ να χρησιμοποιήσει τη διακριτική της εξουσία σύμφωνα με το άρθρο 18 του Καταστατικού όσον αφορά τον ορισμό της επιλεξιμότητας των ενεχύρων;

    Σύμφωνα με το καταστατικό του, το Ευρωσύστημα παρέχει πίστωση μόνο έναντι επαρκούς ενεχύρου. Δέχεται ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών περιουσιακών στοιχείων ως ενεχύρου, εφαρμόζοντας περικοπές αποτίμησης κατάλληλα διαβαθμισμένες σύμφωνα με τις διαφορές μεταξύ των προθεσμιών εξόφλησης, των κατηγοριών ρευστότητας και της ποιότητας της πίστωσης. Για την αξιολόγηση της πιστωτικής ποιότητας των επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων, το Ευρωσύστημα βασίζεται σε πολλαπλές πηγές: Οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας είναι μεταξύ αυτών, όπως και τα εσωτερικά συστήματα αξιολόγησης (ICAS) των εθνικών κεντρικών τραπεζών και τα εσωτερικά συστήματα διαβάθμισης των ιδίων των αντισυμβαλλομένων. Όλες οι πηγές υποβάλλονται σε τακτική παρακολούθηση της απόδοσης για να διασφαλιστεί ότι όλες οι πηγές πληρούν υψηλές κανονιστικές και λειτουργικές απαιτήσεις και απαιτήσεις πληροφόρησης. Τα πρόσφατα μέτρα χαλάρωσης βάσει ενεχύρων έδειξαν ότι το Ευρωσύστημα δεν βασίζεται μηχανικά σε εξωτερικούς οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, αλλά είναι σε θέση να προσαρμόζει το πλαίσιο του για να μειώσει τη φιλοκυκλικότητα και να αποφύγει τα «φαινόμενα κατακρήμνισης».

    Τα μέτρα περί ενεχύρων πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με τα άλλα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης λόγω του κορωνοϊού, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων λόγω πανδημίας (PEPP), των πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης λόγω της πανδημίας (PELTRO) και της χαλάρωσης των όρων για στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (ΣΠΠΜΑ III). Τα μέτρα χαλάρωσης βάσει ενεχύρων αποτελούν κρίσιμο στοιχείο, καθώς διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα αποδεκτής ασφάλειας για όλους τους επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους του Ευρωσυστήματος για συμμετοχή σε αυτές τις πράξεις παροχής ρευστότητας. Έτσι, αυτά τα μέτρα περί ενεχύρων υποστηρίζουν τελικά την παροχή τραπεζικού δανεισμού στην πραγματική οικονομία.

    Το Ευρωσύστημα πρέπει να συνεχίσει να καθορίζει το πλαίσιο ασφάλειας με τρόπο που να διασφαλίζει αποτελεσματική πρόσβαση στη ρευστότητα του Ευρωσυστήματος έναντι επαρκούς ενεχύρου. Ορισμένα από τα πρόσφατα μέτρα χαλάρωσης βάσει ενεχύρων παρέχουν σε προσωρινή βάση ευελιξία σε μεμονωμένες ΕθνΚΤ να αποδεχθούν πρόσθετους τύπους ενεχύρων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ειδικές ανά χώρα συνθήκες αγοράς, ενώ ένα πλήρες σύνολο κριτηρίων επιλεξιμότητας και μέτρων ελέγχου κινδύνων παραμένουν σε ισχύ. Επίσης στο μέλλον, η αποδοχή ενεχύρου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να βασίζεται σε ένα αυστηρό σύνολο διαφανών κανόνων, οι οποίοι να είναι σύμφωνοι με την ανοχή κινδύνων του Ευρωσυστήματος.

    21. Πώς αποτιμάτε την πρόσφατη εξέλιξη στη συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου/ευρώ; Σε ποιο βαθμό οι εμπορικές εκτιμήσεις πρέπει να διαδραματίζουν ρόλο στη διεξαγωγή της νομισματικής πολιτικής και στην καθοδήγησή της προς τα εμπρός;

    Η εξάπλωση της πανδημίας του κορωνοϊού προκάλεσε ισχυρές κινήσεις στις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές αγορές, συμπεριλαμβανομένων των αγορών συναλλάγματος, με το ευρώ να εξασθενεί σε πρώιμο στάδιο και στη συνέχεια να ενισχύεται απότομα το καλοκαίρι.

    Αν και η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ δεν αποτελεί στόχο πολιτικής για την ΕΚΤ – και επομένως δεν θα σχολιάσω το επίπεδο της ισοτιμίας – η εξωτερική αξία του ευρώ σαφώς είναι σημαντικός καθοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό των τιμών στη ζώνη του ευρώ.

    Οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ πιθανότατα θα έχει σημαντική επίπτωση στις προοπτικές πληθωρισμού της ζώνης του ευρώ.

    Είναι επομένως σημαντικό να εκτιμηθούν οι εξελίξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες από την άποψη των επιπτώσεών τους στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές πληθωρισμού και, ως εκ τούτου, στην επίτευξη της εντολής της ΕΚΤ.

    Παρομοίως, το παγκόσμιο εμπόριο είναι ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την εξωτερική ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες της ζώνης του ευρώ και, ως εκ τούτου, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την ανάπτυξη και για την εξέλιξη του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ. Το παγκόσμιο εμπόριο αποτελεί σαφώς αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής ανάλυσης της ΕΚΤ, η οποία διαμορφώνει την εκτίμηση του Διοικητικού Συμβουλίου για τις οικονομικές προοπτικές και την ισορροπία των κινδύνων. Επομένως, στον βαθμό που οι παγκόσμιες εμπορικές εξελίξεις επηρεάζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό, λαμβάνονται επίσης υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων νομισματικής πολιτικής.

    22. Θα πρέπει η ΕΚΤ να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για την ενίσχυση του ευρώ ως διεθνούς νομίσματος; Εάν ναι, ποια μέτρα σκέπτεστε; Πώς αξιολογείτε την αλληλεπίδραση των αγορών στοιχείων ενεργητικού του δημόσιου τομέα της ΕΚΤ και τη διαθεσιμότητας ασφαλών στοιχείων ενεργητικού της ζώνης του ευρώ για ξένους επενδυτές ιδιωτικού και δημόσιου τομέα;

    Ένας μεγαλύτερος διεθνής ρόλος για το ευρώ θα ήταν τελικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας καθοδηγούμενης από τη ζήτηση και θα αντικατόπτριζε την αυξημένη εμπιστοσύνη στην Ένωση, επιτρέποντας ενδεχομένως μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική και οικονομική αυτονομία. Ως εκ τούτου, μπορεί να υποστηριχθεί από την Ένωση με διάφορους τρόπους που καθιστούν την ευρωπαϊκή χρηματοοικονομική υποδομή πιο ανθεκτική και συνεπώς το ευρώ πιο ελκυστικό, πέρα από τα σύνορά της. Η ΕΚΤ μπορεί να υποστηρίξει περαιτέρω αυτήν τη διαδικασία στον βαθμό που αυτό συνάδει με την εντολή και τους ευρύτερους στόχους της ΕΕ.

    Πρώτα απ’ όλα, ο διεθνής ρόλος του ευρώ θα υποστηριχθεί από μια βαθύτερη και πληρέστερη οικονομική και νομισματική ένωση, συμπεριλαμβανομένης μιας ολοκληρωμένης ένωσης κεφαλαιαγορών. Ομοίως, η επιτυχής εφαρμογή του Next Generation EU μπορεί επίσης να βοηθήσει στην ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στο ευρώ. Η άσκηση υγιών οικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ είναι επιθυμητή από μόνη της, αλλά και ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια ελκυστικότητα του ευρώ.

    Στο ίδιο πλαίσιο, η ελκυστικότητα του ευρώ θα μπορούσε να ενισχυθεί με την περαιτέρω ανάπτυξη χρηματοοικονομικών τομέων όπου η ΕΕ έχει το πλεονέκτημα εκκίνησης, όπως η βιώσιμη χρηματοδότηση. Το ευρώ είναι ήδη το νόμισμα επιλογής στις παγκόσμιες αγορές πράσινων ομολόγων: Το 2019, το ευρώ ήταν το κύριο νόμισμα για την έκδοση πράσινων ομολόγων παγκοσμίως.

    Τέλος, και σε πιο άμεση σχέση με την ΕΚΤ, ο διεθνής ρόλος του ευρώ υποστηρίζεται περαιτέρω από εύρυθμα και αποτελεσματικά συστήματα πληρωμών και θα μπορούσε επίσης να ενισχυθεί ενδεχομένως μέσω ενός ψηφιακού ευρώ. Διευκολύνοντας την αποτελεσματική χρήση μιας μορφής του ευρώ σε διασυνοριακές συναλλαγές, ένα ψηφιακό ευρώ θα μπορούσε να αυξήσει τον ρόλο του ενιαίου νομίσματός μας στο διεθνές νομισματικό σύστημα.

    23. Ποιες θεωρείτε ως βασικές προκλήσεις και ευκαιρίες για την επικοινωνία των κεντρικών τραπεζών κατά την προσεχή περίοδο; Πόσο σημαντικό θεωρείτε ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μιλούν με «μία φωνή» όσο αφορά αποφάσεις νομισματικής πολιτικής;

    Η ανοικτή συζήτηση είναι απαραίτητα και η διαφορά απόψεων είναι φυσιολογική και υγιής σε κάθε οργάνωση. Το εύρος των απόψεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αντικατοπτρίζεται στον λογαριασμό των συνεδριάσεων νομισματικής πολιτικής, που η ΕΚΤ δημοσιεύει από το 2015. Η ΕΚΤ επιδιώκει να λάβει αποφάσεις με συναίνεση και η συλλογικότητα είναι σημαντική. Όταν πρόκειται για τη διάδοση του αποτελέσματος των πολιτικών διαβουλεύσεων, η εξήγηση του σκεπτικού με μία φωνή και η παράλληλη αναγνώριση του ευρέος φάσματος όλων των σκέψεων και ανησυχιών, ενισχύει το μήνυμα.

    Επιπλέον, είναι σημαντικό η ΕΚΤ να συνεχίσει να επιδιώκει τη βελτίωση της επικοινωνίας και της ικανότητάς της να προσεγγίζει όλους τους πολίτες της ζώνης του ευρώ. Θα επικροτούσα λοιπόν την εστίαση σε σαφή και απλά μηνύματα σχετικά με τις ευρύτερες οικονομικές προοπτικές, δίνοντας περισσότερη στόχευση από ό, τι για παράδειγμα σε πολιτικές αποφάσεις και προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Υπό το πρίσμα αυτό, χαιρετίζω επίσης την πρόσφατη πρωτοβουλία «Η ΕΚΤ σάς ακούει». Αυτή η εικονική εκδήλωση, που συγκέντρωσε μια σειρά οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έδωσε στην ΕΚΤ την ευκαιρία να ακούσει τις απόψεις των πολιτών σχετικά με τον αντίκτυπο της νομισματικής πολιτικής και της επικοινωνίας, καθώς και σχετικά με τις μελλοντικές παγκόσμιες προκλήσεις.

    Τέλος, πιστεύω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να διαδραματίσει βασικό ρόλο στην επικοινωνία της κεντρικής τράπεζας. Το ΕΚ μπορεί να συμβάλει καλύτερα στη σύνδεση της ΕΚΤ με τους πολίτες της ζώνης του ευρώ, διασφαλίζοντας ότι η ΕΚΤ μαθαίνει τι έχει μεγαλύτερη σημασία για τους πολίτες και, ταυτόχρονα, διασφαλίζοντας ότι οι πολιτικές της ΕΚΤ κατανοούνται καλύτερα από αυτούς. Αυτό, με τη σειρά του, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ΕΚΤ και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών της.

    24. Πώς θα αξιολογούσατε τις δευτερογενείς επιπτώσεις νομισματικής πολιτικής, ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ;

    Κάθε κεντρική τράπεζα ασκεί νομισματική πολιτική σύμφωνα με τη δική της εντολή και προς όφελος της δικής της δικαιοδοσίας.

    Τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που ελήφθησαν από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επηρεάζουν τη δυναμική του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ μέσω πολλών διαύλων, για παράδειγμα μια ισχυρή οικονομία των ΗΠΑ προωθεί την παγκόσμια ζήτηση, η οποία τελικά είναι επωφελής για την οικονομία της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ επηρεάζει επίσης τις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές συνθήκες που αποτελούν σημαντικό καθοριστικό παράγοντα για τον καθορισμό των τιμών στη ζώνη του ευρώ.

    Είναι επομένως σημαντικό να παρακολουθούνται οι εξελίξεις στο παγκόσμιο περιβάλλον όσον αφορά τις πιθανές επιπτώσεις τους στις προοπτικές πληθωρισμού της ζώνης του ευρώ.

    Γ. Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και εποπτεία

    25. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ανάγκη να εξασφαλιστεί ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ νομισματικής πολιτικής και εποπτείας των τραπεζών και ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα ενισχύσουν και θα προωθήσουν αυτή την διάσταση; Πού βλέπετε δυνατότητες αύξησης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας μέσω του ΕΕΜ;

    Προσυπογράφω πλήρως την αρχή του διαχωρισμού μεταξύ της νομισματικής πολιτικής και των καθηκόντων τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ. Αυτό λειτουργεί καλά στην πράξη όσον αφορά τη λειτουργία του ΕΕΜ. Ταυτόχρονα, υπάρχουν προφανώς σημαντικά οφέλη για την εποπτεία και τους αξιωματούχους των κεντρικών τραπεζών που συμμετέχουν στον ίδιο οργανισμό. Από τη μια, η έκθεση στη μακροοικονομική εμπειρογνωμοσύνη του προσωπικού των κεντρικών τραπεζών της ΕΚΤ βοηθά τις εποπτικές αρχές να εκτιμήσουν τους πιστωτικούς κινδύνους. Από την άλλη, η ανάλυση των συγκεντρωτικών τραπεζικών δεδομένων βοηθά τους αξιωματούχους νομισματικής πολιτικής να κατανοήσουν καλύτερα τον δίαυλο χρηματοοικονομικής μετάδοσης.

    Θεωρώ πολύτιμες τις πρόσφατες οργανωτικές αλλαγές στην τραπεζική εποπτεία της ΕΚΤ, καθώς έχουν τρεις στόχους: i) ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ εποπτικών ομάδων που αφορούν ειδικά τις τράπεζες και θεματικών εποπτικών ομάδων, ii) διασφάλιση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων με την ενίσχυση της εποπτικής στρατηγικής και των λειτουργιών κινδύνου και iii) ενίσχυση της διαφάνειας και της προβλεψιμότητας των εποπτικών δράσεων. Με την επίτευξη αυτών των στόχων, ο ΕΕΜ θα βελτιώσει περαιτέρω την απόδοσή του και θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητά του.

    26. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την τρέχουσα θεσμική διάρθρωση του ΕΣΣΚ υπό τη σκέπη της ΕΚΤ όσον αφορά τα συγκεκριμένα επιτεύγματά του στη μακροπροληπτική εποπτεία;

    Καταρχήν, υποστηρίζω το υφιστάμενο επίπεδο εγγύτητας μεταξύ του ΕΣΣΚ και της ΕΚΤ και δεν διακρίνω ουσιώδη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της αξιολόγησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του ΕΣΣΚ και της λειτουργίας της ΕΚΤ όσον αφορά τη νομισματική πολιτική. Αντιθέτως, οι δύο λειτουργίες δρουν συμπληρωματικά. Οι μακροπροληπτικές πολιτικές μετριάζουν τους κινδύνους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ζώνης, κάτι που προσδίδει στη νομισματική πολιτική πλήρη ελευθερία όσον αφορά την επιδίωξη του δικού της διακριτού στόχου, ο οποίος συνίσταται στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Επιπλέον, δεδομένης της εμπειρογνωμοσύνης που διαθέτει το προσωπικό της ΕΚΤ, υπάρχουν πλεονεκτήματα στη συνεργασία μεταξύ της γραμματείας του ΕΣΣΚ και της ΕΚΤ όσον αφορά το κόστος και την αποδοτικότητα. Παράλληλα, το δίκαιο της ΕΕ διαχωρίζει σαφώς τις διαδικασίες και τους φορείς λήψης αποφάσεων του ΕΣΣΚ (Γενικό Συμβούλιο) και της ΕΚΤ (Διοικητικό Συμβούλιο).

    Ωστόσο, αναγνωρίζω ότι το ΕΣΣΚ τέθηκε υπό τη σκέπη της ΕΚΤ πριν να ανατεθεί στην ΕΚΤ και η αρμοδιότητα της μακροπροληπτικής τραπεζικής εποπτείας. Παρόλο που έως τώρα δεν έχουν υπάρξει παρεμβολές μεταξύ των αρμοδιοτήτων της μικροπροληπτικής και της μακροπροληπτικής εποπτείας, γνωρίζω ότι υπάρχει βιβλιογραφία που τάσσεται υπέρ του διαχωρισμού τους.

    27. Πώς βλέπετε την ανάπτυξη της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19; Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων; Πώς εκτιμάτε το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς μεσαίων και μικρών πιστωτικών ιδρυμάτων; Πώς βλέπετε τον ρόλο της ΕΚΤ/του ΕΕΜ στην αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος; Πώς κρίνετε τα προ της κρίσης επίπεδα του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας και του δείκτη μόχλευσης των ευρωπαϊκών τραπεζών;

    Οι τράπεζες εισήλθαν σε αυτή την κρίση με πολύ ισχυρότερους ισολογισμούς, κεφάλαιο, ρευστότητα και δείκτες μόχλευσης σε σύγκριση με το 2008, χάρη στο γεγονός ότι μετά την κρίση καταβλήθηκαν μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και ενδυναμώθηκε το κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Ατενίζοντας το μέλλον, είναι σημαντικό να προετοιμαστούν οι τράπεζες για το ενδεχόμενο επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού ως αποτέλεσμα των οικονομικών κλυδωνισμών που προκάλεσε η πανδημία COVID-19.

    Από τη δημιουργία του ΕΕΜ, ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δάνειων (ΜΕΔ) μειώθηκε από ύψος άνω του 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ το 2014 σε ύψος μόλις άνω των 500 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2020. Αυτό οφείλεται επίσης στις τεράστιες προσπάθειες του ΕΕΜ, ο οποίος έθεσε ως ύψιστη προτεραιότητά του την αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ. Οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές έχουν αναπτύξει μια εκτεταμένη δέσμη εργαλείων κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών και τώρα ήρθε ο καιρός να τη χρησιμοποιήσουμε προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι οι τράπεζες αναγνωρίζουν και διευθετούν τα επισφαλή δάνεια το συντομότερο δυνατόν. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συγκαταλέγεται στα βασικά διδάγματα του παρελθόντος.

    Είναι ακόμη σημαντικότερο να προετοιμαστούν τώρα ενεργά οι τράπεζες για το ενδεχόμενο επιδείνωσης της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού, ενόσω εξακολουθούν να ισχύουν μέτρα στήριξης όπως οι αναστολές πληρωμών και οι κρατικές εγγυήσεις. Οι τράπεζες θα πρέπει να βελτιώσουν τις πολιτικές τους για τον εντοπισμό και τη μέτρηση του πιστωτικού κινδύνου, να οικοδομήσουν επαρκείς επιχειρησιακές ικανότητες για να διαχειριστούν την αύξηση των ΜΕΔ, αλλά και να αυξήσουν το επίπεδο σχηματισμού προβλέψεων όπου απαιτείται. Εάν ενεργήσουν τώρα, θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν φαινόμενα «κατακρήμνισης» αργότερα, όταν λήξουν τα μέτρα δημόσιας στήριξης. Η στενή παρακολούθηση των πρακτικών των τραπεζών στο πλαίσιο αυτό θα εμπίπτει στον ρόλο της ΕΚΤ ως εποπτικής αρχής, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες είναι κατάλληλα προετοιμασμένες για το εξαιρετικά πιθανό κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων.  

    Όσον αφορά τον αντίκτυπο σε συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα, ο χαρακτήρας αυτής της κρίσης συνεπάγεται ότι οι τράπεζες που είναι εκτεθειμένες σε ευάλωτους τομείς, όπως είναι ο τουρισμός, οι μεταφορές ή η ψυχαγωγία, θα πληγούν περισσότερο από άλλες. Όπως προκύπτει από την ανάλυση τρωτότητας της ΕΚΤ, ο αντίκτυπος των ζημιών από δάνεια είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερος για διαφοροποιημένους δανειοδότες. Ενώ οι παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες (G-SIB) και οι τράπεζες γενικών εργασιών μπορούν να αντισταθμίσουν μερικώς τις ζημίες τους από δάνεια μέσω υψηλότερων επιχειρησιακών εσόδων, οι μικροί εγχώριοι δανειοδότες και οι δανειοδότες λιανικής τείνουν να έχουν καθαρά έσοδα από τόκους και καθαρά έσοδα από προμήθειες και αμοιβές κάτω του μέσου όρου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν αυτές τις ζημίες.

    28. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τον ρόλο της ΕΚΤ/ του ΕΕΜ όσον αφορά τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19; Παρέχει το υπάρχον εποπτικό πλαίσιο επαρκή μέσα στον ΕΕΜ προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτήν την κρίση;

    Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε την πρώτη δέσμη μέτρων μετριασμού στις 12 Μαρτίου, η οποία ήταν η ημέρα που οι Κάτω Χώρες, για παράδειγμα, ανακοίνωσαν περιοριστικά μέτρα για δημόσιες συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά τα εποπτικά μέτρα ισχύουν για 19 διαφορετικά κράτη μέλη, νομίζω ότι πρόκειται για ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα, το οποίο αποδεικνύει πόσο έχουμε προοδεύσει σε μόλις έξι έτη από τη δημιουργία της τραπεζικής ένωσης. Μια τέτοιου είδους ισχυρή και ενιαία απόκριση όσον αφορά την εποπτεία θα ήταν αδιανόητη προηγουμένως.

    Ο σκοπός των εποπτικών μέτρων ήταν διττός: να συμβάλουν στη διατήρηση της ροής πιστώσεων στην πραγματική οικονομία και να συγκρατήσουν το κεφάλαιο στο σύστημα. Ιδιαίτερα στην αρχική φάση της κρίσης, ήταν σημαντικό να αποφευχθεί η ξαφνική πιστωτική ασφυξία και οι φιλοκυκλικές επιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες υποστηρίχθηκαν με διάφορα μέτρα αρωγής. Εάν οι τράπεζες είχαν σταματήσει ξαφνικά να δανείζουν σε βιώσιμες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αυτό θα είχε επιφέρει τεράστια ζημία στην ευρωπαϊκή οικονομία. Επομένως, πρώτος στόχος ήταν να είναι οι τράπεζες σε θέση να συνεχίσουν να επιτελούν τη ζωτικής σημασίας λειτουργία τους όσον αφορά τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Δεύτερον, προκειμένου να συγκρατηθεί το κεφάλαιο στο σύστημα, η ΕΚΤ ζήτησε επίσης από τις τράπεζες και τους μετόχους τους να μην καταβάλλουν μερίδια και να μην επαναγοράζουν μετοχές κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς και να επιδείξουν εξαιρετική σύνεση όσον αφορά την καταβολή πριμ. Τέλος, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ΕΚΤ ενθαρρύνει διαρκώς τις τράπεζες να συνεχίσουν τις πρακτικές ορθού εντοπισμού, μέτρησης και διαχείρισης κινδύνων, ώστε να αποφευχθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η συγκέντρωση μη εξυπηρετούμενων δανείων αργότερα.

    Πιστεύω ότι είναι πολύ νωρίς για να εξαχθεί οποιοδήποτε οριστικό συμπέρασμα όσον αφορά διδάγματα για το ευρύτερο εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο. Εντούτοις, οι προκαταρκτικές απόψεις μου εστιάζουν περισσότερο στη θετική πλευρά. Η «προσωρινή λύση» της Επιτροπής επέφερε ορισμένες ευπρόσδεκτες προσαρμογές στον κανονισμό για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (ΚΚΑ) προκειμένου να αυξηθεί η ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να στηρίξει την ανάκαμψη, διατηρώντας ταυτόχρονα τα βασικά στοιχεία του πλαισίου προληπτικής εποπτείας. Όσον αφορά το μέλλον, τυχόν περαιτέρω προσαρμογές δεν θα πρέπει να τροποποιήσουν ριζικά το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, αλλά θα πρέπει να συνεχίσουν να τηρούνται τα συμφωνημένα πρότυπα της Βασιλείας και να αποφευχθεί ο κατακερματισμός του ευρωπαϊκού ενιαίου εγχειριδίου κανόνων.

    29. Πώς εκτιμάτε το υψηλό ποσοστό στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2 και επιπέδου 3 στους ισολογισμούς πολλών τραπεζών; Τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού λαμβάνονται δεόντως υπόψη από το ισχύον εποπτικό πλαίσιο;

    Τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2 και 3 είναι στοιχεία ενεργητικού που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους (δηλαδή την τιμή την οποία θα κατέβαλε θεωρητικά ένας πρόθυμος αγοραστής) στον ισολογισμό τράπεζας, αλλά για τα οποία δεν υπάρχει άμεση επίσημη χρηματιστηριακή τιμή σε ενεργό αγορά. Τα στοιχεία αυτά αποτιμώνται είτε με τη χρήση παρατηρήσιμων δεδομένων εκτός των άμεσων επίσημων χρηματιστηριακών τιμών, όπως είναι οι δημοσιοποιημένες καμπύλες επιτοκίων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση συμφωνιών ανταλλαγής (επίπεδο 2) ή η χρήση μοντέλων όπου σημαντικές παράμετροι δεν βασίζονται σε παρατηρήσιμα δεδομένα (επίπεδο 3). Ιδίως για τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 3, η απουσία δεδομένων της αγοράς οδηγεί σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα αποτίμησης και, ως εκ τούτου, στον κίνδυνο υπερτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και/ή υποτίμησης υποχρεώσεων στον ισολογισμό τράπεζας.

    Σύμφωνα με το ΕΣΣΚ, οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατείχαν περίπου 7 279 δισεκατομμύρια ευρώ σε χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού αποτιμημένα στην εύλογη αξία τους τον Δεκέμβριο του 2018 (τα οποία αντιστοιχούν στο 25 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού), εκ των οποίων 2 379 δισεκατομμύρια ευρώ σε στοιχεία επιπέδου 1, 4 600 δισεκατομμύρια ευρώ σε στοιχεία επιπέδου 2 και 300 δισεκατομμύρια ευρώ σε στοιχεία επιπέδου 3. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι τράπεζες κατέχουν τέτοιου είδους στοιχεία ενεργητικού – π.χ., για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου, γεγονός που εξηγεί για ποιον λόγο πολλές τράπεζες που συμμετέχουν σε δραστηριότητες διαπραγμάτευσης κατέχουν τέτοιου είδους στοιχεία ενεργητικού. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όγκος των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων εύλογης αξίας έχει μειωθεί σημαντικά στις τράπεζες της ζώνης του ευρώ κατά τα τελευταία έτη.

    Παρόλο που το λογιστικό πλαίσιο παρέχει τις αρχές για τη λογιστική ταξινόμηση αυτών των στοιχείων ενεργητικού στις κατηγορίες επιπέδου 2 ή επιπέδου 3, αφήνει επίσης ένα περιθώριο ερμηνείας, το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα διαφορετικά αποτελέσματα σε διαφορετικές τράπεζες. Ως εκ τούτου, ενέχεται εγγενής κίνδυνος να υπερτιμηθούν αυτά τα στοιχεία ενεργητικού και να αξίζουν λιγότερο από το αναμενόμενο, ιδίως σε ακραίες συνθήκες αγοράς. Ο κίνδυνος διαπραγμάτευσης και η αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού αποτέλεσαν εποπτική προτεραιότητα του ΕΕΜ το 2019 και το 2020. Αυτό σημαίνει ότι έχουν πραγματοποιηθεί, και θα πραγματοποιηθούν, συγκεκριμένες επιτόπιες αποστολές σε τράπεζες οι οποίες εκτίθενται σε σύνθετα μέσα που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους. Σκοπός αυτών των αποστολών είναι να αξιολογηθούν η ορθότητα και η αποτελεσματικότητα του πλαισίου αποτίμησης της τράπεζας, καθώς και της διακυβέρνησης και των ελέγχων που σχετίζονται με αυτό, και επίσης να ελεγχθεί η ορθή ταξινόμηση θέσεων – για παράδειγμα ως επιπέδου 2 ή επιπέδου 3 – και να γίνει ο σχετικός δοκιμαστικός έλεγχος σε συγκεκριμένες συναλλαγές. Οι εν λόγω επιτόπιες αποστολές συμπληρώνονται από ενδελεχείς έρευνες και εστιασμένες αναλύσεις.

    30. Πώς βλέπετε τις εποπτικές προκλήσεις που απορρέουν από τις τεχνολογικές καινοτομίες στον χρηματοπιστωτικό τομέα για την ΕΚΤ/ τον ΕΕΜ; Ποια είναι η γνώμη σας για την προληπτική αντιμετώπιση των κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων; Λαμβάνονται δεόντως υπόψη από το ισχύον εποπτικό πλαίσιο οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία;

    Η τεχνολογική καινοτομία περιλαμβάνει τόσο ευκαιρίες όσο και κινδύνους για υπάρχοντα και νέα ιδρύματα, καθώς και για τον χρηματοπιστωτικό τομέα συνολικά. Για παράδειγμα, η καινοτομία μπορεί να αυξήσει την αποδοτικότητα και την ποικιλομορφία μέσω της τόνωσης του ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Από την άλλη πλευρά, οι νέες τεχνολογίες θα μπορούσαν να επιφέρουν απροσδόκητες προκλήσεις στη σταθερότητα των συστημάτων ΤΠ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ενώ ο εντεινόμενος ανταγωνισμός θα μπορούσε να ασκήσει πίεση στα έσοδα. Ειδικότερα όταν η καινοτομία συνδυάζεται με την αυτόματη λήψη αποφάσεων, η δεοντολογία και η δίκαιη μεταχείριση των πελατών γίνονται σημαντικά στοιχεία προς αξιολόγηση από τις εποπτικές αρχές. Αυτά τα βασικά στοιχεία εμπίπτουν στην εντολή χωριστών εποπτικών αρχών, οπότε η καλή συνεργασία μεταξύ αυτών των αρχών είναι απαραίτητη για την ορθή εποπτεία. Παράλληλα, καθώς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα γίνονται περισσότερο ψηφιοποιημένα, εντείνονται οι δυνητικοί επιχειρησιακοί κίνδυνοι που απορρέουν από τα συστήματα ΤΠ και τις εξαρτήσεις από ψηφιακούς τρίτους παρόχους. Οι συνέπειες των επιχειρησιακών προβλημάτων, ειδικότερα όταν παρουσιάζονται σε συστημικά ιδρύματα, ενδέχεται να είναι τεράστια. Χαιρετίζω, επομένως, τη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής για έναν κανονισμό σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ΕΚΤ/ο ΕΕΜ θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς ικανότητες για να αντιμετωπίζουν κινδύνους ΤΠ εντός του χρηματοπιστωτικού τομέα.

    Ανεξάρτητα από τη φύση του αντικτύπου, η τεχνολογική καινοτομία συγκαταλέγεται στις εξελίξεις που θα ασκήσουν τη μεγαλύτερη επίδραση στον χρηματοπιστωτικό τομέα στο εγγύς μέλλον.

    Αυτό σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές, μεταξύ άλλων η ΕΚΤ/ο ΕΕΜ, πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους και να προσαρμόσουν εκ νέου την εποπτική τους προσέγγιση όπως απαιτείται. Αυτό γίνεται, για παράδειγμα, μέσω συζητήσεων στο πλαίσιο των ομάδων εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ/του ΕΕΜ και μέσω διεθνούς συνεργασίας με αρχές από άλλες δικαιοδοσίες. Επιπλέον, αυτό σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές πρέπει να ξεκινήσουν έγκαιρο διάλογο με τα υπό εποπτεία ιδρύματα, δεδομένου ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις μπορούν να εξελιχθούν πολύ ταχύτερα σε σχέση με την μεταβολή των ρυθμίσεων υψηλού επιπέδου. Για τον λόγο αυτόν, το 2019 η ΕΚΤ διοργάνωσε τον πρώτο διάλογο χρηματοοικονομικής τεχνολογίας. Τόσο η κατανόηση όσο και η χρήση της τεχνολογίας από τις εποπτικές αρχές του ΕΕΜ πρέπει να αυξηθούν. Η ΕΚΤ/ο ΕΕΜ διερευνούν με ενεργό τρόπο τη χρήση τεχνολογιών για την αναβάθμιση των εποπτικών πρακτικών, την επονομαζόμενη εποπτική τεχνολογία (SupTech). Δεδομένου ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη ως προς τους τομείς, και εδώ είναι ιδιαίτερα αναγκαία η συνεργασία με άλλα εποπτικά όργανα, π.χ. με την εποπτεία των ασφαλίσεων, ώστε να αντληθούν διδάγματα από άλλες εμπειρίες και να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα.

    Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο ρόλος των εταιρειών μη χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, ειδικότερα όσων έχουν εδραιωμένη μεγάλη βάση πελατών [δηλαδή τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας (BigTech)]. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι BigTech έχουν συνεργαστεί ολοένα περισσότερο με υπάρχοντα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με δραστηριότητες που περιλαμβάνουν από την παροχή ορισμένων κρίσιμων υπηρεσιών ΤΠ έως την αποτελεσματική παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως πληρωμών, με βάση κυρίως τις υποδομές υφιστάμενου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Όπως έχουμε δει σε άλλους τομείς, αυτές οι BigTech μπορούν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να αναπτυχθούν και να επεκταθούν με γεωμετρική πρόοδο και στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι εν λόγω BigTech μπορούν να αποκτήσουν κρίσιμη συστημική σημασία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και για την ασφάλεια και την ευρωστία των μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η ΕΚΤ/ο ΕΕΜ θα πρέπει να παρακολουθούν τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτές τις εξελίξεις και να αλληλεπιδρούν με άλλες εποπτικές αρχές και νομοθέτες όταν απαιτείται περισσότερη δράση για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων.

    Συμμερίζομαι την άποψη ότι τα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία εν γένει δεν συνιστούν ουσιαστικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ. Εντούτοις, η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί τους κινδύνους που συνδέονται με τα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία. Βρίσκονται, επίσης, σε εξέλιξη εργασίες σε διεθνές επίπεδο για να καθιερωθεί μια αυστηρή προληπτική μεταχείριση της έκθεσης των τραπεζών στα κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία. Τα επονομαζόμενα (παγκόσμια) σταθερά κρυπτονομίσματα θα μπορούσαν άμεσα να οδηγήσουν σε υπονόμευση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αν δεν εφαρμοστούν κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη πρόταση κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με τις αγορές κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων (MiCA) αποτελεί ένα σημαντικό βήμα καθώς αποσκοπεί στην εφαρμογή κοινών προτύπων μεταξύ των παρόχων νέων προϊόντων και των λειτουργικά αντίστοιχων υφιστάμενων προϊόντων. Επιπλέον, η εναρμόνιση του πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ έχει κρίσιμη σημασία για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός στην ενιαία αγορά.

    Δεδομένου ότι αυτές οι εξελίξεις μπορούν δυνητικά να αφορούν πολλές πτυχές των εργασιών της ΕΚΤ, είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση των εξελίξεων και η ανάλυση των επιπτώσεων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη νομισματική πολιτική. Η νέα τεχνολογία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο εν προκειμένω, καθώς καθιστά δυνατή την παρακολούθηση και την ανάλυση αυτών των εξελίξεων σε πραγματικό χρόνο. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να ενεργήσουμε έγκαιρα έναντι τυχόν αρνητικών εξελίξεων.

    31. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με το κατά πόσον η ΕΚΤ/ο ΕΕΜ θα πρέπει να εντάξει τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους στην τραπεζική εποπτεία και αν ναι με ποιον τρόπο; Λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι εν λόγω κίνδυνοι από το ισχύον εποπτικό πλαίσιο;

    Οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι αποτελούν πηγή χρηματοοικονομικού κινδύνου και, συνεπώς, εμπίπτει σαφώς στην εντολή της ΕΚΤ να διασφαλίσει ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ανθεκτικό σε τέτοιου είδους κινδύνους.

    Παρόλο που οι μεθοδολογίες για την εκτίμηση των κλιματικών και περιβαλλοντικών κινδύνων για τις τράπεζες βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, από τις διαθέσιμες εκτιμήσεις προκύπτει ότι ο αντίκτυπος αυτών των κινδύνων θα μπορούσε να είναι σημαντικός. Από μια προσομοίωση ακραίων καταστάσεων για τους κινδύνους μετάβασης που πραγματοποιήθηκε το 2018 στις Κάτω Χώρες προέκυψε ότι ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) θα μπορούσε να μειωθεί κατά περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες σε ένα σοβαρό αλλά εύλογο σενάριο μετάβασης. Σε παρόμοια συμπεράσματα κατέληξε επίσης η προκαταρκτική έρευνα της ΕΚΤ στο πλαίσιο της έκθεσης χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του Μαΐου 2020 σχετικά με την ευαισθησία των τραπεζών της ζώνης του ευρώ όσον αφορά την απαλλαγή των επιχειρήσεων από τις ανθρακούχες εκπομπές: σε ένα σοβαρό σενάριο εκτιμάται ότι οι ζημίες του τραπεζικού συστήματος θα αυξηθούν έως και 60 % και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε χρηματοπιστωτική αστάθεια. Ο αριθμός των καταστροφών που προκλήθηκαν από φυσικούς κινδύνους παρουσιάζει ήδη αυξητική τάση από τη δεκαετία του 1980 και το ίδιο ισχύει για τις συνακόλουθες οικονομικές ζημίες.

    Ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός και η αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι εποπτευόμενες τράπεζες είναι ζωτικής σημασίας τόσο για την τραπεζική εποπτεία όσο και για την παρακολούθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Όπως υποστηρίζεται στις δημοσιεύσεις του Δικτύου για την ενσωμάτωση της οικολογικής διάστασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (NGFS), οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι θα πρέπει να ενσωματωθούν στην καθημερινή μικροπροληπτική εποπτεία καθώς και να αξιολογούνται για το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά μέσω ποσοτικής ανάλυσης κινδύνων και προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων.

    Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του ΕΕΜ έχουν πρωτοστατήσει στις προσπάθειες για να ενταχθούν οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι στις πρακτικές τους. Η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δημοσίευσε πρόσφατα προς διαβούλευση το έγγραφο με τίτλο «Οδηγός όσον αφορά τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους». Στο έγγραφο αυτό επεξηγείται λεπτομερώς ο τρόπος με τον οποίο η ΕΚΤ αναμένει ότι τα ιδρύματα θα λάβουν υπόψη τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κίνδυνους στην επιχειρηματική τους στρατηγική και στο πλαίσιο διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων. Επεξηγείται επίσης ο τρόπος με τον οποίο η ΕΚΤ αναμένει ότι τα ιδρύματα θα αποκτήσουν μεγαλύτερη διαφάνεια μέσω της βελτίωσης της δημοσιοποίησης των στοιχείων τους που αφορούν το κλίμα και το περιβάλλον. Όλες αυτές οι προσδοκίες εντάσσονται ήδη στο ισχύον εποπτικό πλαίσιο, την οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (ΟΚΑ), τον κανονισμό για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (ΚΚΑ) και τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ. Αντιλαμβάνομαι ότι ο Οδηγός θα εφαρμοστεί στον εποπτικό διάλογο ήδη από το 2021 και θα απαιτείται από τις τράπεζες να συμμορφώνονται ή να εξηγούν τυχόν πιθανές αποκλίσεις στις πρακτικές των ιδρυμάτων. Πέραν τούτου, τόσο η ΕΚΤ όσο και εγώ ο ίδιος έχουμε υποστηρίξει σθεναρά τις εντολές που δόθηκαν στην ΕΑΤ δυνάμει της ΟΚΑ V – του ΚΚΑ II, με τις οποίες δίνεται η δυνατότητα για περαιτέρω έρευνα και ανάλυση σχετικά με τον τρόπο ένταξης των κινδύνων που αφορούν το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τους κινδύνους.

    Ο Οδηγός της ΕΚΤ αποτελεί σημαντικό ορόσημο, αλλά θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως η εκκίνηση μιας πορείας και όχι ως το τέλος αυτής. Υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν για να γίνουν καλύτερα κατανοητοί οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι και ο δυνητικός αντίκτυπός τους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και πρωτίστως να διασφαλιστεί ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναλαμβάνουν τις κατάλληλες ενέργειες ώστε να είναι προετοιμασμένα για την αναπόφευκτη μετάβαση σε μια βιώσιμη οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα.

    32. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τη ρύθμιση των οντοτήτων σκιώδους τραπεζικής; Βλέπετε ρυθμιστικά και εποπτικά κενά τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν βραχυπρόθεσμα από τους νομοθέτες;

    Ήδη πριν από την έξαρση της πανδημίας COVID-19 υπήρχαν ανησυχίες για τους αυξανόμενους κινδύνους στον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα (ο οποίος προηγουμένως επονομάζονταν «σκιώδης τραπεζικός τομέας») και τα ανεπαρκή εργαλεία πολιτικής για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων.

    Η αναντιστοιχία ρευστότητας, η χρήση μόχλευσης και η διασυνδεσιμότητα εντός του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και οι διασυνδέσεις με τον τραπεζικό τομέα και τον τομέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ειδικότερα, αποτελούν σημαντικές αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών έχουν αναπτυχθεί εργαλεία διαχείρισης ρευστότητας τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από διαχειριστές κεφαλαίων για την αντιμετώπιση των πιέσεων ρευστότητας τον Μάρτιο. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι.

    Στην πρόσφατη εμπειρία της πίεσης που άσκησε η πανδημία COVID-19, ορισμένοι από αυτούς τους κινδύνους έγιναν πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση ορισμένων αμοιβαίων κεφαλαίων της χρηματαγοράς και άλλων επενδυτικών κεφαλαίων τα οποία έπληξε ο μεγάλος βαθμός αναλήψεων μετρητών εν μέσω της αστάθειας της αγοράς στις αρχές της πανδημίας. Δεδομένου ότι ορισμένα αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς είναι ζωτικής σημασίας για την παροχή βραχυπρόθεσμης ρευστότητας, η εξέλιξη αυτή ήταν ανησυχητική, κάτι που τόνισε τη σημασία που έχει η ενίσχυση της ανθεκτικότητας του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Επιπλέον, έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των εκκαθαριστικών μελών στις πρόσφατες συνεδριάσεις που σχετίζονται με την μη τραπεζική χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, οι οποίες έχουν εστιάσει σε τρόπους αντιμετώπισης του φιλοκυκλικού χαρακτήρα των παγκόσμιων απαιτήσεων περιθωρίου.

    Για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι στον τομέα με προορατικό τρόπο και δεδομένης της μεγάλης αβεβαιότητας που σχετίζεται με τις περαιτέρω εξελίξεις όσον αφορά τη νόσο COVID-19, πρέπει να ενισχυθεί το κανονιστικό πλαίσιο για τον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτό απαιτεί την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης μακροπροληπτικής προσέγγισης για τον μη τραπεζικό τομέα, η οποία θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι ο μη τραπεζικός τομέας μπορεί καλύτερα να απορροφά τους κλυδωνισμούς στο μέλλον αντί να βασίζεται σε παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας για τη σταθεροποίηση του συστήματος.

    Τα ρυθμιστικά κενά θα μπορούσαν να καλυφθούν με τη διασφάλιση περαιτέρω συνοχής των κανονιστικών πλαισίων, για παράδειγμα όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες των εταιρειών διαχείρισης κεφαλαίων στο πλαίσιο της MiFID.

    Πιστεύω ότι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένου του ολοένα σημαντικότερου ρόλου που διαδραματίζουν τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και τις διασυνδέσεις τους με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

    33. Οι αξιολογήσεις καταλληλότητας αποτελούν σημαντικό εργαλείο στη δέσμη εποπτικών εργαλείων. Πώς θα μπορούσε αυτό το μέσο να αναπτυχθεί περαιτέρω και να εφαρμοστεί από την ΕΚΤ;

    Οι αξιολογήσεις καταλληλότητας αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ορθής διακυβέρνησης στις τράπεζες. Ωστόσο, το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο θα μπορούσε να επωφεληθεί από περαιτέρω εναρμόνιση. Υπάρχουν ορισμένα βασικά σημεία που θα ήθελα να αναφέρω.

    Πρώτον, οι απαιτήσεις της ΟΚΑ επιτρέπουν εκ των υστέρων αξιολογήσεις καταλληλότητας. Όσον αφορά τις εκ των υστέρων αξιολογήσεις, ένας εντεταλμένος αναλαμβάνει θέση και μόνον τότε πραγματοποιείται αξιολόγηση καταλληλότητας. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα της αξιολόγησης είναι αρνητικό, ο εντεταλμένος πρέπει να απομακρυνθεί από τη θέση του. Αυτό είναι διαφορετικό για τις χώρες οι οποίες διαθέτουν σύστημα αξιολόγησης εκ των προτέρων και απαιτείται έγκριση πριν από την έναρξη των λειτουργιών. Οι εμπειρίες με τις εκ των προτέρων αξιολογήσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό θετικές, αλλά κατά κύριο λόγο πιστεύω ότι το κανονιστικό πλαίσιο αξίζει περισσότερη εναρμόνιση για να διασφαλιστούν πραγματικά ισότιμοι όροι ανταγωνισμού.

    Δεύτερον, μπορούμε να αναπτύξουμε περαιτέρω αξιολογήσεις καταλληλότητας μέσω βελτίωσης της επικοινωνίας όσον αφορά τις προσδοκίες περί εποπτείας. Η ενίσχυση της διαφάνειας συμβάλλει στο να διασφαλιστεί ότι το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων καταλληλότητας είναι περισσότερο προβλέψιμο για τις τράπεζες.

    Τέλος, πιστεύω ότι οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις αξιολογήσεις καταλληλότητας ως εποπτικό εργαλείο για να διασφαλιστεί αποτελεσματική διαχείριση, χρηστή διακυβέρνηση και ισορροπημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ θα μπορούσε να ασκήσει μεγαλύτερο έλεγχο όσον αφορά τα μέλη του συμβουλίου τα οποία ασκούσαν καθήκοντα τη στιγμή που συνέβη ένα σημαντικό γεγονός στην τράπεζα για παράδειγμα, εάν η τράπεζα παραβίασε κανονιστική απαίτηση. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι σημαντική και απαραίτητη τόσο η ατομική όσο και η συλλογική λογοδοσία ώστε να αποτρέπεται η λήψη ακατάλληλων αποφάσεων, προκειμένου να προλαμβάνονται έγκαιρα σημαντικές αστοχίες.

    34. Πώς αξιολογείτε την εφαρμογή του μηχανισμού εξυγίανσης των τραπεζών στην ΕΕ; Ποια συγκεκριμένα μέτρα θα λαμβάνατε για να καλύψετε τα υπάρχοντα κενά; Ποια είναι η άποψή σας για «υπερβολικά μεγάλα ή διασυνδεδεμένα για να χρεοκοπήσουν» ιδρύματα, ταμιευτήρια και συνεταιριστικές τράπεζες, και για το συνολικό ζήτημα της κερδοφορίας του τραπεζικού τομέα στην ΕΕ, και ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ακολουθητέα πορεία ή την αρχιτεκτονική του για την ικανοποίηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας και της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης; Εάν η πανδημία οδηγήσει σε ευρωπαϊκή τραπεζική κρίση, ποια θα μπορούσε κατά τη γνώμη σας να είναι η πηγή κεφαλαίου για την ανακεφαλαιοποίηση και/ή την αναδιάρθρωση των τραπεζών; Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο χαρακτηρισμός «τράπεζα επισφαλειών» της ΕΕ, να χρησιμοποιηθεί ο ΕΜΣ ή να παρασχεθούν εισφορές σε εθνικό επίπεδο;

    Ένα νέο πλαίσιο εξυγίανσης των τραπεζών θεσπίστηκε στην Ευρώπη μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Είχα την τιμή να είμαι μέλος του SRB από όταν δημιουργήθηκε. Το εν λόγω πλαίσιο εξυγίανσης είναι κρίσιμης σημασίας για τη διασφαλιστεί η εύρυθμη διαχείριση τραπεζικών κρίσεων και να αποφευχθεί η οικονομική επιβάρυνση των φορολογουμένων. Το γεγονός ότι ανατέθηκε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) η αρμοδιότητα να παρέχει τον κοινό μηχανισμό ασφαλείας του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης θα ενισχύσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του πλαισίου εξυγίανσης και την εμπιστοσύνη σε αυτό.

    Το νέο καθεστώς αποδείχθηκε ότι αποτελεί σημαντική βελτίωση. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να εξεταστούν περαιτέρω βελτιώσεις του πλαισίου εξυγίανσης. Επιπλέον, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτει την κατάλληλη δέσμη εργαλείων για να αντιμετωπίσει την αποτυχία πιστωτικών ιδρυμάτων μικρότερου και μεσαίου μεγέθους τα οποία χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω καταθέσεων, καθώς αυτές οι τράπεζες αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την εκπλήρωση ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) σε επαρκές επίπεδο. Ένα πιθανό νέο εργαλείο θα ήταν η χρηματοδότηση περιορισμένων δράσεων εξυγίανσης με εθνικούς πόρους του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων (DGS) ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά καταθέσεων. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την περαιτέρω αποσαφήνιση του ισχύοντος πλαισίου της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση (BRRD) και της οδηγίας για το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων (DGSD), όπως έχει προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πρόγραμμα εργασίας της του 2021. Παράλληλα, πιστεύω ότι θα ήταν απαραίτητο να γίνουν βελτιώσεις στους μηχανισμούς ρευστότητας ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εκκαθάριση των προβληματικών τραπεζών οι οποίες δεν εισάγονται σε διαδικασία εξυγίανσης.

    Πέρα από τις κυκλικές προκλήσεις που προκύπτουν από την πανδημία COVID-19, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν επίσης ουσιαστικές διαρθρωτικές προκλήσεις οι οποίες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην κερδοφορία. Παρόλο που οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι απαραίτητες ως απόκριση σε αυτές τις διαρθρωτικές προκλήσεις, δεν υπάρχει λύση ενιαίου τύπου για τις τράπεζες ώστε να διασφαλιστεί ότι μπορούν να καλύψουν με τον βέλτιστο τρόπο τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας. Πολλές τράπεζες θα πρέπει να επανεξετάσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα για να γίνουν περισσότερο κερδοφόρες. Επιπλέον, οι τράπεζες θα πρέπει να βρουν τρόπους να μειώσουν το κόστος, για παράδειγμα μέσω του εξορθολογισμού των διαύλων διανομής, της μείωσης των δαπανών και της βελτίωσης των συστημάτων ΤΠ, καθώς και μέτρα που αποσκοπούν στη διεύρυνση των ροών εσόδων από τέλη. Η περαιτέρω ενοποίηση θα μπορούσε να άρει τα διαρθρωτικά εμπόδια στην κερδοφορία ορισμένων τμημάτων του τραπεζικού τομέα στη ζώνη του ευρώ, καθώς αυτό θα αντιμετώπιζε την υπερβολική ικανότητα και τον κατακερματισμό σε εθνικό επίπεδο. Η αυξημένη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών συγχωνεύσεων και εξαγορών, σε συνδυασμό με τη μείωση προσωπικού, παράλληλα με την περαιτέρω ενίσχυση της τραπεζικής ένωσης, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την ενοποίηση στον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, οι προτάσεις περί ενοποίησης θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει των μεμονωμένων προτερημάτων τους, και ταυτόχρονα να συνυπολογίζονται τα δυνητικά μειονεκτήματα όπως οι υπερεκτιμημένες συνέργειες, η μειωμένη δυνατότητα εξυγίανσης και οι κίνδυνοι χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Είναι, επομένως, σημαντικό να εφαρμοστεί μια προσέγγιση κατά περίπτωση για τις δυνητικές συγχωνεύσεις και εξαγορές στον τραπεζικό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζω τον πρόσφατα δημοσιευθέντα οδηγό της ΕΚΤ σχετικά με την ενοποίηση με στόχο τη διασαφήνιση της προσέγγισής της.

    Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική απόκριση στον αντίκτυπο της πανδημίας COVID-19, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διερευνήσουν διαφορετικές επιλογές πολιτικής. Εναπόκειται πρωτίστως στις ίδιες τράπεζες να λάβουν κατάλληλα μέτρα και οι εποπτικές αρχές μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο παρέχοντας στις τράπεζες κίνητρα ώστε να ακολουθούν τις βέλτιστες πρακτικές εν προκειμένω. Για παράδειγμα, οι μεγάλες τράπεζες ανέστειλαν την καταβολή μερισμάτων, σύμφωνα με τις συστάσεις της ΕΚΤ. Παράλληλα, οι εποπτικές αρχές διαθέτουν μια δέσμη μέτρων ώστε να δώσουν στις τράπεζες τη δυνατότητα να στηρίξουν τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, για παράδειγμα μέσω προσωρινών μέτρων αρωγής στο καθεστώς κεφαλαίων. Εάν, εντούτοις, αποδειχθεί ότι οι τράπεζες δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις δυσκολίες, υπάρχει το πλαίσιο εξυγίανσης. Τρίτον, όσον αφορά την εξυγίανση τραπεζών, θα πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τη στρατηγική ανακεφαλαιοποίησης μέσω διάσωσης με ίδια μέσα. Για παράδειγμα, οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται στις πιθανές λύσεις. Σε εθνικό, επίσης, επίπεδο, έχουν δημιουργηθεί εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στο παρελθόν σε ορισμένες χώρες και οι εταιρείες αυτές διαθέτουν αποδεδειγμένο ιστορικό επιδόσεων όσον αφορά τη σημαντική συμβολή τους στην εξυγίανση των τραπεζικών τομέων. Δεν αποτελούν, φυσικά, καθολική λύση για όλα τα προβλήματα ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων και θα αποτελούσαν κατάλληλη λύση μόνον εφόσον συστήνονται σύμφωνα με τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

    35. Ποια είναι η άποψή σας όσον αφορά την εφαρμογή του προγράμματος Επείγουσας Στήριξης της Ρευστότητας (ELA); Τι θα μπορούσε να βελτιωθεί στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση ELA, συγκεκριμένα προβλέποντας σημαντικότερο ρόλο για την ΕΚΤ;

    Η ευθύνη για την παροχή ELA, περιλαμβανομένων του κόστους και των κινδύνων που ενέχει η παροχή αυτή, εναπόκειται επί του παρόντος στις εθνικές κεντρικές τράπεζες οι οποίες ενεργούν δυνάμει της σχετικής εθνικής νομοθεσίας. Το άρθρο 14.4 του καταστατικού του ΕΣΚΤ εκχωρεί στην ΕΚΤ δυνητικό δικαίωμα αρνησικυρίας ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι η παροχή ELA δεν παρακωλύει τους στόχους και τα καθήκοντα του ΕΣΚΤ (ιδίως την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ).

    Όσον αφορά το μέλλον, πιστεύω ότι η διακυβέρνηση του ELA θα πρέπει να αναπτυχθεί παράλληλα με την πρόοδο που σημειώνεται στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με πιθανή σύγκλιση προς μια περισσότερο ενιαία προσέγγιση σχετικά με τη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο του ELA.

    36. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τα βήματα προς την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης με ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης των Καταθέσεων και έναν δημοσιονομικό μηχανισμό ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαίας εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας περί τραπεζικής ένωσης; Ποια συμπληρωματικά μέτρα θα λαμβάνατε για να μειωθεί ο κατακερματισμός της αγοράς, να μειωθούν οι ευκαιρίες καταστρατήγησης του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου, να διατηρηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και να αντιμετωπιστεί η οριοθέτηση, ιδίως στον τραπεζικό τομέα;

    Η δημιουργία της τραπεζικής ένωσης ήταν ένα καίριο βήμα για την οικονομική και νομισματική ένωση και την ακεραιότητα του ενιαίου νομίσματος.

    Η σημασία του έργου αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά από την ταχεία, αποφασιστική και συντονισμένη εποπτική απόκριση στην εξελισσόμενη κρίση λόγω της νόσου COVID-19.

    Παράλληλα, η τραπεζική ένωση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και πρέπει να σημειωθεί πρόοδος για να αξιοποιηθούν τα οφέλη της πλήρους τραπεζικής ένωσης.

    Η δέσμευση να θεσπιστεί κοινός μηχανισμός ασφαλείας για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης το αργότερο το 2024 αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι εργασίες για ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων (ΕΣΑΚ) θα πρέπει να παραμείνει μία από τις κορυφαίες προτεραιότητές μας. Η εκκίνηση με ένα επονομαζόμενο «υβριδικό μοντέλο» για το ΕΣΑΚ θα αποτελούσε ήδη σημαντική βελτίωση, αλλά πρέπει να έχουμε υπόψη τον τελικό στόχο. Η ενιαία προστασία των καταθετών στην τραπεζική ένωση θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Εάν είναι καλοσχεδιασμένη, θα διατηρήσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και, επιπλέον, θα αποκόψει τη σύνδεση μεταξύ τραπεζών και κρατών.

    Η οριοθέτηση κεφαλαίου και ρευστότητας εντός θυγατρικών τραπεζικών ομίλων μειώνει τα οφέλη που μπορούμε να αποκομίσουμε από την τραπεζική ένωση όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση. Χαιρετίζω την πρόταση που υπέβαλε ο πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου όσον αφορά τη διερεύνηση επιλογών εντός του ισχύοντος νομικού πλαισίου οι οποίες θα μας επιτρέψουν να σημειώσουμε πρόοδο στο ζήτημα αυτό. Για να προχωρήσουμε, ωστόσο, με ουσιαστικότερα βήματα, είναι απαραίτητο να ληφθούν νομοθετικά μέτρα για τη μείωση του κατακερματισμού, καθώς και να παρασχεθούν στα κράτη μέλη οι απαραίτητες εγγυήσεις για να διευκολυνθεί μια συμβιβαστική λύση.

    37. Ποιους κινδύνους που σχετίζονται με τα προϊόντα τιτλοποίησης και τα μοχλευμένα δάνεια βλέπετε και πώς πρέπει να τους αντιμετωπίσει η ΕΚΤ/ο ΕΕΜ;

    Όπως συνέβη σε πολλές άλλες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, στις παγκόσμιες αγορές μοχλευμένων δανείων διαπιστώθηκαν σημαντικοί κλυδωνισμοί κατά τη διάρκεια της αναταραχής στις αγορές εξαιτίας της νόσου COVID-19 τον Μάρτιο του 2020. Οι συστημικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τις αγορές μοχλευμένων δανείων είναι δυνητικά υψηλοί εξαιτίας: των ανεξόφλητων ποσών, καθώς η αγορά έχει αναπτυχθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη, ειδικότερα στην Ευρώπη· της σχετικά υψηλής μόχλευσης και της χαμηλής πιστωτικής ποιότητας των εκδοτριών εταιρειών, με αποτέλεσμα οι εν λόγω εταιρείες να καθίστανται ευάλωτες σε δυσμενείς κλυδωνισμούς· της τάσης μείωσης της προστασίας των επενδυτών λόγω της απήχησης του προτύπου δανείων με περιορισμένες συμβατικές απαιτήσεις (covenant-lite)· της μείωσης της πιστωτικής ποιότητας· και του υψηλού βαθμού διασυνδεσιμότητας μεταξύ των επενδυτών.

    Είναι, επομένως, σημαντικό να παρακολουθούνται στενά οι εξελίξεις στις αγορές μοχλευμένων δανείων και να αξιολογούνται οι δυνητικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από την άμεση ή έμμεση έκθεση στο πλαίσιο διαφορετικών σεναρίων. Η ΕΚΤ δημοσίευσε κατευθύνσεις για τις μοχλευμένες συναλλαγές το 2017, στις οποίες περιλαμβάνονται σημαντικές εποπτικές προσδοκίες για τις τράπεζες. Οι διαδικασίες συγκριτικής ανάλυσης, καθώς και η επιτόπια και μη επιτόπια εποπτεία, κατέδειξαν αδυναμίες στα πλαίσια διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών. Οι αδυναμίες αυτές συνυπολογίστηκαν στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREP) του 2019. Είναι σημαντικό να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις συναλλαγές με την υψηλότερη μόχλευση, προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωσή τους με τις κατευθύνσεις.

    Υπάρχει γενικότερα ανάγκη να συνεχίσει να αξιολογείται ενεργά η κατάσταση, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες διαθέτουν επαρκές πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων. Παράλληλα, είναι σημαντική η συμβολή στο έργο που διεξάγεται στα διεθνή φόρα ώστε να αναπτυχθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα των τάσεων και των κινδύνων στις παγκόσμιες αγορές μοχλευμένων δανείων. Λόγω της διασυνδεσιμότητας στην εν λόγω αγορά και, ως εκ τούτου, των δυνητικών έμμεσων κινδύνων για τις τράπεζες, η καλύτερη κατανόηση της έκθεσης στα μοχλευμένα δάνεια εκ μέρους των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα συνέβαλε επίσης στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση των κινδύνων.

    Η έκθεση των τραπεζών σε τιτλοποιήσεις μοχλευμένων δανείων, τα επονομαζόμενα εγγυημένα δανειακά ομόλογα (CLO), είναι σχετικά μικρή και θεωρείται ότι περιορίζεται σε τμήματα με υψηλότερη πιστωτική ποιότητα. Ωστόσο, η επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας υποκείμενων τμημάτων δανείων απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση των κινδύνων. Επιπλέον, λόγω της μεγαλύτερης έκθεσης των μη τραπεζικών ιδρυμάτων στα CLO, υπάρχουν κίνδυνοι αντισυμβαλλομένου έμμεσοι και κίνδυνοι για τις τράπεζες.

    Πέρα από τα CLO, όσον αφορά γενικότερα όλες τις μορφές τιτλοποίησης, στον νέο κανονισμό της ΕΕ για τις τιτλοποιήσεις (ο οποίος οριστικοποιήθηκε το 2017) εξετάστηκαν οι αδυναμίες και οι υπερβολές που συνέβαλαν στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αλλά αυτός δεν αποδείχθηκε πλήρως αποτελεσματικός για την αναζωογόνηση των αγορών της ΕΕ. Οι στοχευμένες τροποποιήσεις στο πλαίσιο της ΕΕ για τις τιτλοποιήσεις τις οποίες πρότεινε πρόσφατα η Επιτροπή μπορούν να υποστηρίξουν την ανάκαμψη μέσω της διευκόλυνσης του δανεισμού στην πραγματική οικονομία. Εντούτοις, θα πρέπει να εκπονηθεί ολοκληρωμένη επανεξέταση έως τον Ιανουάριο του 2022 ώστε να διερευνηθεί με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να βελτιωθούν οι ισχύοντες κανόνες, προκειμένου να αναζωογονηθούν πραγματικά οι αγορές της ΕΕ. Ταυτόχρονα, όπως αναφέρεται στη γνώμη της ΕΚΤ που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ΕΚΤ είναι αρμόδια να διασφαλίσει ότι οι σημαντικές τράπεζες προσαρμόζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους κατά τρόπο ανάλογο προς τον πιστωτικό κίνδυνο που μεταφέρεται αποτελεσματικά σε τρίτους επενδυτές.

    38. Ποιον ρόλο αποδίδετε στη ρύθμιση της χρηματοπιστωτικής αγοράς κατά την τιμολόγηση κρατικών τίτλων; Ποιες προκλήσεις προβλέπετε για την ΕΚΤ εάν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) μετατραπεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (ΕΝΤ);

    Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έτειναν να παρουσιάζουν φιλοκυκλική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της περιόδου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), ενώ τα περιθώρια ήταν εξαιρετικά χαμηλά κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από την κρίση του 2008 και αυξήθηκαν απότομα και με ανατρεπτικό τρόπο μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση.

    Έχουν προωθηθεί ορισμένες μη αλληλοαποκλειόμενες εξηγήσεις για την έλλειψη ρυθμιστικής επίδρασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές: i) έλλειψη αξιοπιστίας της ρήτρας της «μη συνυπευθυνότητας» και ασάφεια, καθώς και ορισμένες εκπλήξεις με την πάροδο του χρόνου οι οποίες προκαλούνται από ανακοινώσεις πολιτικής σχετικά με την προσέγγιση που ακολουθεί η ζώνη του ευρώ όσον αφορά την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, ii) ασάφεια σχετικά με τον ρόλο και το πεδίο αρμοδιότητας της νομισματικής πολιτικής ως δανειοδότη έσχατης λύσης και iii) εγγενείς προκαταλήψεις στη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπως φαινόμενα αγελαίας συμπεριφοράς.

    Η ΕΚΤ μπορεί να επωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου της ΟΝΕ. Οι συζητήσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση του ΕΜΣ έχουν μετατοπιστεί από την ενδεχόμενη σύσταση Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου (ΕΝΤ), όπως προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2017, στη μεταρρύθμιση της Συνθήκης ΕΜΣ με εστίαση σε στοχευμένες αλλαγές, όπως συμφωνήθηκε καταρχήν το 2019.

    Όσον αφορά την πρόταση για το ΕΝΤ, θα επικροτούσα την ένταξη του ΕΜΣ στο πλαίσιο της Ένωσης. Ωστόσο, χαιρετίζω ένθερμα τη μεταρρύθμιση της Συνθήκης ΕΜΣ η οποία συμφωνήθηκε καταρχήν πέρυσι και ελπίζω ότι θα είναι εφικτό να σημειωθεί σύντομα πρόοδος όσον αφορά την τελική πολιτική έγκριση και τη διαδικασία επικύρωσης.

    Θα ήθελα να τονίσω ότι, μεταξύ άλλων σημαντικών βελτιώσεων στο πλαίσιο για τον ΕΜΣ, οι στοχευμένες αλλαγές που συμφωνήθηκαν καταρχήν το 2019 περιλαμβάνουν μια διάταξη η οποία περιλαμβανόταν επίσης στην πρόταση για το ΕΝΤ το 2017: την ανάθεση του ρόλου κοινού μηχανισμού ασφαλείας στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, ιδίως για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του πλαισίου τραπεζικής εξυγίανσης και της εμπιστοσύνης σε αυτό.

    39. Πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η φοροαποφυγή και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σε ολόκληρη την Τραπεζική Ένωση; Πώς βλέπετε τον ρόλο της ΕΚΤ/του ΕΕΜ στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες; Πώς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όταν η ΕΚΤ αξιολογεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των τραπεζών; Ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος ενός κεντρικού οργανισμού της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ΚΞΧ);

    Αρχικά, θα ήθελα να επαναλάβω ότι τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ αποκλείουν την εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ των τραπεζών και ότι η ΕΚΤ δεν έχει αρμοδιότητα όσον αφορά την φοροαποφυγή. Πέραν τούτου, χαιρετίζω το γεγονός ότι η ΕΚΤ λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις επιπτώσεις της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην προληπτική εποπτεία, εντός των αρμοδιοτήτων της εντολής της περί εποπτείας. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ, ως αρχή προληπτικής εποπτείας, μπορεί να εξετάσει τον αντίκτυπο των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στο προφίλ προληπτικής εποπτείας των τραπεζών. Για να μπορεί η ΕΚΤ να το πράξει αυτό, είναι απαραίτητη η επαρκής ανταλλαγή πληροφοριών με εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ. Η συμφωνία μεταξύ της ΕΚΤ και εθνικών εποπτικών αρχών ΚΞΧ/ΧΤ σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν την ΚΞΧ/ΧΤ προβλέπει τέτοιου είδους ανταλλαγή πληροφοριών. Η αξιολόγηση των πληροφοριών που λαμβάνονται από αρχές ΚΞΧ/ΧΤ ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλει η ΕΚΤ μέτρα προληπτικής εποπτείας εάν είναι απαραίτητο, για παράδειγμα μέσω της άσκησης των εξουσιών του πυλώνα 2 στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (SREP). Η ΕΚΤ συμβάλλει στην εν εξελίξει κατάρτιση σημαντικών καθοδηγητικών εγγράφων της ΕΑΤ τα οποία αποσκοπούν στην περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ και στη διασφάλιση ότι τα ζητήματα ΚΞΧ/ΧΤ εξετάζονται με συνέπεια στο πλαίσιο της SREP σε ολόκληρη την τραπεζική ένωση. Επιπλέον, προβλέπεται ότι η ΕΚΤ θα συμμετάσχει ως παρατηρητής σε σώματα εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ τα οποία δημιουργούνται επί του παρόντος από εθνικές εποπτικές αρχές ΚΞΧ/ΧΤ για όλες τις τράπεζες που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο εντός της ΕΕ.

    Ωστόσο, εφόσον η ρύθμιση και η εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ εξακολουθούν να οργανώνονται κατά βάση σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα οι κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ να εφαρμόζονται και να επιβάλλονται με διαφορετικό τρόπο στην ΕΕ, θα υπάρξουν σοβαροί περιορισμοί στο τι μπορούμε να προσδοκούμε να επιτύχουμε μόνο μέσω της καλύτερης συνεργασίας. Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας έχουν συχνά εκ φύσεως διασυνοριακό χαρακτήρα και τα διασυνοριακά ζητήματα απαιτούν διασυνοριακά εργαλεία. Ως εκ τούτου, πιστεύω σθεναρά ότι χρειάζεται μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή προσέγγιση για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που ενέχουν αυτά τα εγκλήματα για τη βιωσιμότητα και τη σταθερότητα του τραπεζικού τομέα της ΕΕ. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο περαιτέρω εναρμόνισης του κανονιστικού πλαισίου της ΚΞΧ/ΧΤ, παράλληλα με τη μείωση του κατακερματισμού μέσω της ανάθεσης καθηκόντων εποπτείας της ΚΞΧ/ΧΤ σε υπάρχουσα ή νέα αρχή της ΕΕ. Η διενέργεια των απαραίτητων αξιολογήσεων και η υποβολή προτάσεων εν προκειμένω εμπίπτει φυσικά πρωτίστως στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δημοσίευσε πρόσφατα το σχέδιο δράσης για ολοκληρωμένη ενωσιακή πολιτική με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και σκοπεύει να καταθέσει σχετικές νομοθετικές προτάσεις στις αρχές του επόμενου έτους.

    Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μπορεί η μελλοντική εποπτική αρχή ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο ΕΕ να επικεντρώνει πρωτίστως τους πόρους της συγκεκριμένα στην εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ των τραπεζών οι οποίες εκθέτουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα της ΕΕ στους μεγαλύτερους κινδύνους κατάχρησης από εγκληματίες και βλάβης για τη φήμη και την υπόληψη, και για τις οποίες η ευρωπαϊκή εποπτική προσέγγιση έχει τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία (παραδείγματος χάριν, τις τράπεζες που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο εντός της ΕΕ, διαχειρίζονται συναλλαγές για πελάτες που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες με χαμηλά πρότυπα ΚΞΧ/ΧΤ). Όταν δημιουργηθεί ενωσιακή εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ για τις τράπεζες, εάν γίνει αυτό, θα μπορέσουν να δημιουργηθούν ισχυρές συνέργειες με τις εργασίες της ΕΚΤ. Παράλληλα, η συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών εποπτικών αρχών ΚΞΧ/ΧΤ θα εξακολουθήσει να έχει κρίσιμη σημασία στο πλαίσιο του εν λόγω αναθεωρημένου οικοδομήματος εποπτείας, δεδομένου ότι δεν αναμένεται να εμπίπτουν όλες οι τράπεζες της τραπεζικής ένωσης στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ενωσιακής αρχής ΚΞΧ/ΧΤ. Αυτό αποδεικνύει τη διαρκή συνάφεια και σημασία των εν εξελίξει πρωτοβουλιών για τη βελτίωση της συνεργασίας που προανέφερα. Επιπλέον, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη επιχειρήσεων και υπηρεσιών στα οποία μπορεί να γίνει κατάχρηση για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Κατά συνέπεια, η κεντρική ενωσιακή αρχή ΚΞΧ/ΧΤ θα κάλυπτε ενδεχομένως μακροπρόθεσμα ευρύτερο φάσμα χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών τομέων αντί μόνον τον τραπεζικό τομέα – τομείς για τους οποίους η ΕΚΤ δεν διαθέτει εντολή και δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τα είδη κινδύνων που διακυβεύονται, είναι σημαντικό να διαθέτει ο κεντρικός οργανισμός ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ κατάλληλα εργαλεία για να συνεργάζεται όχι μόνο με τις αρχές προληπτικής εποπτείας, αλλά και με τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών και τις αρχές επιβολής του νόμου.

    40. Πιστεύετε ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να εφαρμόζει εσωτερικά τα πρότυπα της οδηγίας σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης;

    Πρόσφατα η ΕΚΤ ενίσχυσε σημαντικά την εσωτερική πολιτικής της για την καταγγελία δυσλειτουργιών· η νέα πολιτική φαίνεται να τηρεί πλήρως τις αρχές της σχετικής οδηγίας της ΕΕ. Συμπληρώνει τον υπάρχοντα και καλά δοκιμασμένο μηχανισμό καταγγελίας παραβάσεων για θέματα εποπτείας και επιτρέπει τις ανώνυμες καταγγελίες. Η πολιτική καθιερώνει επίσης μια ισχυρή δέσμη κανόνων και σχετικών διαδικασιών για την αποτελεσματική προστασία των υπαλλήλων που καταγγέλλουν παραβάσεις από τα αντίποινα. Γνωρίζω αυτές τις εξελίξεις καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ρητά να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της νέας πολιτικής ώστε να καλύψει επίσης όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εποπτικού Συμβουλίου.

    Θεωρώ ότι αυτή η νέα πολιτική συνιστά εμφανή βελτίωση, η οποία αποδεικνύει σαφώς τη δέσμευση της ηγεσίας της ΕΚΤ για βελτίωση της δεοντολογίας και των προτύπων διακυβέρνησης. Ωστόσο, η εύρυθμη πολιτική καταγγελίας δυσλειτουργιών δεν αφορά απλώς τους ορθούς κανόνες· η πολιτική και τα εργαλεία υποστήριξης πρέπει να συμπληρώνονται και να προωθούνται μέσω της ορθής δεοντολογίας και κουλτούρας αξιών – κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί αλλά πρέπει να βιώνεται και να οικοδομείται με την πάροδο του χρόνου για να έχει διάρκεια.

    Αυτά είναι θέματα τα οποία με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα επειδή τα θεωρώ ζωτικής σημασίας για την επίτευξη και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των ενδιαφερόμενων μερών. Υποστηρίζω σθεναρά τα θέματα ορθής συμπεριφοράς και χρηστής διακυβέρνησης και, εάν εγκριθεί ο διορισμός μου ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής, θα προσπαθήσω να βελτιώσω περαιτέρω τις πολιτικές της ΕΚΤ όπου και όπως χρειάζεται.

    41. Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τη νομισματική σταθερότητα που σχετίζονται με το Brexit; Πώς βλέπετε τον ρόλο της ΕΚΤ στην αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων;

    Το αποτέλεσμα των διεργασιών του Brexit εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά αβέβαιο. Η απότομη μετάβαση στους εμπορικούς κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για το εμπόριο ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου μετά την μεταβατική περίοδο στο τέλος του έτους θα αποτελούσε πρόσθετο κίνδυνο για την οικονομία της ζώνης του ευρώ. Ο αντίκτυπος ενδέχεται να περιοριστεί, αλλά δεν θα είναι αμελητέος. Επιπλέον, οι υφιστάμενοι μακροοικονομικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να ενταθούν εάν το σενάριο αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς συμφωνία συνδυαστεί με τους εν εξελίξει παγκόσμιους οικονομικούς κλυδωνισμούς που σχετίζονται με την πανδημία. Ο αντίκτυπος, ωστόσο, θα ήταν ακόμη μεγαλύτερος για το Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ. Το σενάριο της αποχώρησης χωρίς συμφωνία θα πυροδοτήσει επίσης πιθανότατα σημαντική αστάθεια στις χρηματοπιστωτικές αγορές και θα αυξήσει τα ασφάλιστρα κινδύνου. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή ανησυχίας πριν από το τέλος του έτους καθώς οι χρηματοπιστωτικές αγορές ξεκινούν να τιμολογούν με βάση το πιθανότερο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ.

    Άλλους είδους κίνδυνοι χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που συνδέονται με δυνητικό Brexit χωρίς συμφωνία στο τέλος του έτους θα περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό, δεδομένου ότι η ΕΕ και οι εθνικές αρχές έχουν προετοιμαστεί για αυτό το σενάριο. Οι κίνδυνοι της αποχώρησης χωρίς συμφωνία στον τομέα των κεντρικώς εκκαθαριζόμενων παραγώγων έχουν διευθετηθεί μέσω της χρονικά περιορισμένης απόφασης ισοδυναμίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, ο ιδιωτικός τομέας διαθέτει μέσα για τον μετριασμό των εκκρεμών κινδύνων που σχετίζονται με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου σε σειρά άλλων τομέων, όπως είναι η συνέχεια των μη εκκαθαριζόμενων συμβάσεων παραγώγων.

    Ο ρόλος της ΕΚΤ θα πρέπει να είναι να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες είναι προετοιμασμένες για όλα τα πιθανά αποτελέσματα που θα προκύψουν στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, καθώς και να παρακολουθεί στενά τους μακροοικονομικούς κινδύνους και τους κινδύνους στον χρηματοπιστωτικό τομέα καθώς πλησιάζει η προθεσμία στο τέλος τους έτους. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΕΕΜ ενίσχυσε πρόσφατα τον εποπτικό διάλογο σχετικά με τις προετοιμασίες για το Brexit με τις τράπεζες (τα εξερχόμενα και εισερχόμενα ιδρύματα). Δίνεται, επίσης, ιδιαίτερη προσοχή στο πλαίσιο της εποπτείας στο να διασφαλιστεί ότι οι εποπτευόμενες τράπεζες θα επιτύχουν τα τελικά λειτουργικά μοντέλα-στόχους τους (Target Operating Models, TOM) εντός των προσυμφωνημένων προθεσμιών.

    42. Πιστεύετε ότι τα κράτη μέλη που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ θα πρέπει να πληρούν συμπληρωματικούς όρους προτού καταστούν μέλη της ζώνης του ευρώ και, ως εκ τούτου, μέλη της Τραπεζικής Ένωσης, όπως ο αποτελεσματικός έλεγχος των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η επίδειξη συγκριτικά σταθερών αγορών ακινήτων, ο αποτελεσματικός έλεγχος της διαφθοράς;

    Κάθε χώρα που σκοπεύει να υιοθετήσει τη ευρώ πρέπει να πληροί τα τέσσερα κριτήρια για την οικονομική σύγκλιση βάσει της Συνθήκης [όπου περιλαμβάνεται π.χ. η συμμετοχή στο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών ΙΙ (ΜΣΙ ΙΙ) για διετή περίοδο χωρίς δυσκολίες] και να ευθυγραμμίσει την εθνική της νομοθεσία με το νομικό πλαίσιο της ΕΕ. Δεν βλέπω λόγο να προστεθεί τυπικά άλλο ένα κριτήριο σύγκλισης στα τέσσερα προαναφερθέντα κριτήρια τα οποία αξιολογούνται τακτικά από την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Παράλληλα, στην τελευταία έκθεση σύγκλισης που εκπόνησαν τα δύο αυτά θεσμικά όργανα της ΕΕ, σειρά διαρθρωτικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την ομαλή συμμετοχή στην τραπεζική ένωση παρακολουθούνται στο πλαίσιο των άλλων σχετικών παραγόντων. Παρόλο που η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπονούν ανεξάρτητες αναλύσεις, και τα δύο θεσμικά όργανα εστιάζουν στη θεσμική ποιότητα και τη διακυβέρνηση, καθώς και στο αποτέλεσμα της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών με στόχο την πρόληψη μακροοικονομικών και μακροχρηματοπιστωτικών ανισορροπιών.

    Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι τα νέα κράτη μέλη, πέρα από το να προετοιμαστούν για την υιοθέτηση του ευρώ, πρέπει επίσης να προετοιμαστούν για τη συμμετοχή στην τραπεζική ένωση και, επομένως, για να συμμετάσχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό και στον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης. Χαιρετίζω εν προκειμένω τη συμμετοχή της Βουλγαρίας και της Κροατίας στη στενή εποπτική συνεργασία με την ΕΚΤ. Στο πλαίσιο των διεργασιών για τη στενή συνεργασία, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ εκπόνησε την απαιτούμενη συνολική αξιολόγηση των τραπεζών των εν λόγω χωρών. Μετά τη θετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, η Βουλγαρία και η Κροατία εισήλθαν ταυτόχρονα στην τραπεζική ένωση και το ΜΣΙ ΙΙ στις αρχές του έτους.

    Επιπλέον, η Βουλγαρία και η Κροατία ανέλαβαν σειρά ειδικών ανά χώρα δεσμεύσεων πριν από την είσοδό τους στο ΜΣΙ ΙΙ, στις οποίες περιλαμβάνονταν επίσης μακροπροληπτικές και διαρθρωτικές πολιτικές, όπως σε σχέση με τους κινδύνους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Παράλληλα, και οι δύο χώρες δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν ορισμένες δεσμεύσεις πέρα από το επίπεδο χώρας οι οποίες αφορούν διαρθρωτικές πολιτικές που αποσκοπούν στη διασφάλιση βιώσιμης οικονομικής σύγκλισης έως ότου οι δύο χώρες υιοθετήσουν το ευρώ. Η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρακολουθούν προσεκτικά την υλοποίηση των δεσμεύσεων.

    43. Είναι η βαθύτερη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση πάντοτε συνεπής με τον στόχο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας; Πιστεύετε ότι οι πιθανές διασυνοριακές συγχωνεύσεις τραπεζών ενισχύουν το πρόβλημα των ιδρυμάτων που είναι «υπερβολικά μεγάλα για να αφεθούν να χρεοκοπήσουν»; Ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική του ΕΕΜ όσον αφορά το μέλλον του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα σε σχέση με συγχωνεύσεις και εξαγορές, την ενοποίηση και τους «εθνικούς πρωταθλητές»; Ποιοι θα πρέπει να είναι οι στόχοι της Ένωσης Κεφαλαιαγορών;

    Το «χρηματοπιστωτικό τρίλημμα» δηλώνει ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση και οι εθνικές χρηματοπιστωτικές πολιτικές είναι ασύμβατες. Μόνον δύο από τους τρεις στόχους μπορούν να επιλεχθούν, ενώ ο τρίτος πρέπει να εγκαταλειφθεί.

    Αυτό υποδηλώνει ότι η βαθύτερη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα συμβαδίζουν όταν συνδυάζονται με ένα κοινό κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο, καθώς και μια κεντρική τράπεζα η οποία είναι ικανή να ενεργεί για τη στήριξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας κατά τη διάρκεια επεισοδίων κρίσης.

    Στο πλαίσιο αυτό, χρειάζεται μια νέα ώθηση προς τη μακροπρόθεσμη φιλοδοξία για τη δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, η οποία να χαρακτηρίζεται από βαθιά ολοκλήρωση και υψηλή ανάπτυξη. Αυτό θα κινητοποιήσει τους πόρους που χρειάζονται για την επανεκκίνηση της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση των προκλήσεων όπως του Brexit ώστε να συμβάλει στην ανθεκτικότητα της ΟΝΕ σε κρίσεις και θα επιταχύνει τη μετάβαση προς μια ψηφιακή οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

    Όσον αφορά τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις τραπεζών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι τα ιδρύματα που είναι «υπερβολικά μεγάλα για να αφεθούν να χρεοκοπήσουν» σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι το ίδιο με τα ιδρύματα που είναι «υπερβολικά μεγάλα για να αφεθούν να χρεοκοπήσουν» σε επίπεδο κρατών μελών. Η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς αποτελεί έναν τρόπο για τον μετριασμό αυτής της ανησυχίας, χωρίς να παραβλέπονται δυνητικές ανησυχίες περί της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

    Κατά τη γνώμη μου, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τα έργα ενοποίησης αποκλειστικά για λόγους προληπτικής εποπτείας. Ο ρόλος τους δεν είναι να προωθούν ειδικότερα την ενοποίηση ούτε να την παρεμποδίζουν, και ούτε να ευνοούν ένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο έναντι άλλου. Είναι μια διαδικασία η οποία πρέπει να προαχθεί και να ξεκινήσει από την αγορά.

    Στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζω τον οδηγό που δημοσίευσε η ΕΚΤ σχετικά με την ενοποίηση με στόχο τη διασαφήνιση της προσέγγισής της. Η μεγαλύτερη διαφάνεια καθιστά περισσότερο προβλέψιμες τις εποπτικές δράσεις και αποτρέπει τις παρανοήσεις των προσδοκιών περί εποπτείας.

    44. Ορισμένα σημαντικά ομόλογα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα στην Ευρώπη χαρακτηρίζονται από αρνητικές αποδόσεις. Έχει αυτό επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και, εάν ναι, πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί;

    Λαμβάνοντας υπόψη τα μεγάλα χαρτοφυλάκια εταιρικών και κρατικών ομολόγων, τα έσοδα από επενδύσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων γενικά, των επενδυτικών κεφαλαίων καθώς και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των συνταξιοδοτικών ταμείων ειδικότερα, θα μπορούσαν να επιδεινωθούν σε περίπτωση που υπάρξει αυξανόμενος αριθμός χρεωστικών τίτλων με αρνητικές αποδόσεις.

    Κατά συνέπεια, τα εν λόγω μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενδέχεται να «αναζητήσουν αποδόσεις» και να συνεχίσουν να αναλαμβάνουν περισσότερους κινδύνους όσον αφορά την πίστωση, τη διάρκεια και τη ρευστότητα στους ισολογισμούς τους.

    Σαφές σχετικό παράδειγμα αποτελεί η συγκέντρωση έκθεσης σε μοχλευμένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, όπως είναι τα μοχλευμένα δάνεια, τα CLO και τα ομόλογα υψηλών αποδόσεων. Αυτοί οι αυξανόμενοι κίνδυνοι καθιστούν αναγκαία τη θέσπιση ενισχυμένου πλαισίου μακροπροληπτικής εποπτείας και για τον μη τραπεζικό τομέα και οι επιλογές για το εν λόγω πλαίσιο αποτελούν επί του παρόντος αντικείμενο συζητήσεων εντός παγκόσμιων οργανισμών (Συμβούλιο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας) και οργάνων της ΕΕ (ΕΣΣΚ, ΕΚΤ).

    45. Ποια είναι η άποψή σας για τις τρέχουσες πολιτικές της ΕΚΤ όσον αφορά την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων στην ΕΚΤ; Χρειάζονται μήπως κάποιες αλλαγές;

    Το δεοντολογικό πλαίσιο της ΕΚΤ καλύπτει τη διαχείριση πραγματικών, δυνητικών και διαφαινόμενων συγκρούσεων συμφερόντων με αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο. Επιπλέον, ορίζει όχι μόνον περιορισμούς κατά τη διάρκεια της απασχόλησης στην ΕΚΤ αλλά και για το στάδιο πριν και μετά από την απασχόληση. Οι εν λόγω περιορισμοί είναι μεν αυστηροί, αλλά είναι και δίκαιοι. Θεωρώ ότι η πρόληψη ακόμη και διαφαινόμενων συγκρούσεων συμφερόντων είναι πολύ σημαντική λόγω της λογοδοσίας των εργαζομένων της ΕΚΤ και των ανωτάτων λειτουργών της ΕΚΤ έναντι των πολιτών της ΕΕ. Για παράδειγμα, οι αυστηρές μεταβατικές περίοδοι (cooling-off periods) για μέλη του προσωπικού που αποχωρούν για νέες επαγγελματικές δραστηριότητες – σχετιζόμενες ή συγκρουόμενες – συμβάλλουν στο να αποφευχθεί ακόμη και η εικασία σύγκρουσης συμφερόντων. Η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά την εφαρμογή αυτών των κανόνων και διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες και μηχανισμούς μετριασμού ώστε να δίδει την κατάλληλη συνέχεια. Πιστεύω, επομένως, ότι δεν χρειάζονται σημαντικές βελτιώσεις σε αυτό το πλαίσιο δεδομένου ότι είναι αποτελεσματικό και αναλογικό.

    Ο ενιαίος Κώδικας συμπεριφοράς ανωτάτων λειτουργών της ΕΚΤ (2019) ισχύει για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, της Εκτελεστικής Επιτροπής και του Εποπτικού Συμβουλίου. Όλα τα μέλη υπάγονται στον ίδιο Κώδικα – αυτό είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Η διοίκηση λειτουργεί υποδειγματικά σε αυτό το θέμα. Για παράδειγμα, οι κανόνες για τους ανώτατους λειτουργούς είναι αυστηρότεροι σε ορισμένους τομείς σε σχέση με τους εργαζόμενους. Αυτό συμβάλλει επίσης στη δημιουργία νοοτροπίας δεοντολογίας. Πιστεύω ότι οι σχετικές ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές και οι κανόνες περί συμμόρφωσης χαρακτηρίζονται από αυστηρότητα αλλά και αναλογικότητα.

    Ο Κώδικας διευθετεί συγκρούσεις συμφερόντων μέσω της καθιέρωσης συγκεκριμένων κανόνων για δραστηριότητες μετά τη λήξη της απασχόλησης (cooling off), ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές και σχέσεις με ομάδες συμφερόντων. Προβλέπει επίσης τη δημοσίευση δηλώσεων συμφερόντων και μηνιαίων χρονοδιαγραμμάτων και περιλαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης.

    Κατόπιν συστάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι ετήσιες δηλώσεις συμφερόντων των ανώτατων λειτουργών της ΕΚΤ δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ. Πιστεύω ότι η διαφάνεια είναι εξαιρετικά σημαντική για την αποφυγή δυνητικών ή διαφαινόμενων συγκρούσεων συμφερόντων.

    Το άρθρο 11 του Κώδικα ορίζει ότι οι ανώτατοι λειτουργοί πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους αποφεύγοντας την εμφάνιση συγκρούσεων συμφερόντων. Όπως αναφέρεται στον Κώδικα, αυτό δεν αφορά μόνο τον στενό οικογενειακό κύκλο αλλά έχει μεγαλύτερη εμβέλεια. Οι δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων πρέπει να αναφέρονται εγγράφως στον πρόεδρο και στον πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου, καθώς και στην ανεξάρτητη επιτροπή δεοντολογίας η οποία παρέχει συμβουλές επί του θέματος.

    Πέρα από τη διαφάνεια και τον Κώδικα συμπεριφοράς, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να είναι η διοίκηση της ΕΚΤ προσιτή για τους εργαζομένους. Αυτό ενισχύει τη νοοτροπία δεοντολογίας και συμβάλλει σε αυτήν όσον αφορά εργαζομένους οι οποίοι φοβούνται να εκφράσουν την άποψή τους και, κατά συνέπεια, όχι μόνον ενδυναμώνει τη διακυβέρνηση του ιδρύματος, αλλά και την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητά του.

    Δ. Λειτουργία της ΕΚΤ και δημοκρατική λογοδοσία και διαφάνεια

    46. Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να ενισχυθεί η λογοδοσία της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη το διευρυμένο πεδίο και την πολυπλοκότητα της νομισματικής πολιτικής μετά τις πρόσφατες κρίσεις;

    Ο σημαντικός ρόλος των κεντρικών τραπεζών γενικότερα, και της ΕΚΤ ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης προήγαγε το αυξανόμενο ενδιαφέρον του κοινού για τις κεντρικές τράπεζες. Αυτό οδήγησε σε μια εντατική δημόσια συζήτηση σχετικά με τον ρόλο και τις δράσεις της ΕΚΤ, με ειδικότερη εστίαση στην αυξανόμενη πολυπλοκότητα των μέτρων και το γεγονός ότι η ΕΚΤ έχει αναλάβει πρόσθετα καθήκοντα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

    Είναι, επομένως, πολύ υγιές το γεγονός ότι οι ρυθμίσεις περί λογοδοσίας της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν αναπτυχθεί σημαντικά με την πάροδο των ετών. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η συχνότητα των αλληλεπιδράσεων έχει αυξηθεί (περισσότερες ακροάσεις, περισσότερες γραπτές ερωτήσεις και απαντήσεις) και έχουν πραγματοποιηθεί καινοτομίες στη μορφή τους (δημοσίευση των γραπτών σχολίων της ΕΚΤ σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ). Επιπλέον, και πάλι κατόπιν απαίτησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το 2015 η ΕΚΤ ξεκίνησε να δημοσιεύει τα πρακτικά των συνεδριάσεων νομισματικής πολιτικής του Διοικητικού Συμβουλίου.

    Οι πρακτικές λογοδοσίας υπερβαίνουν τις απαιτήσεις που ορίζονται στη Συνθήκη και είναι συγκρίσιμες με τις πρακτικές άλλων σημαντικών κεντρικών τραπεζών, όπως της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζα των ΗΠΑ και της Τράπεζας της Αγγλίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

    Στην πορεία προς το μέλλον, θα είναι σημαντικό να διατηρηθεί επαρκής βαθμός ευελιξίας στη σχέση λογοδοσίας ούτως ώστε να υπάρχει καλύτερη ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις περί ελέγχου.

    Οι πρόσφατες ad hoc συζητήσεις με τον πρόεδρο της ΕΚΤ και τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ σχετικά με επίκαιρα θέματα, μεταξύ άλλων την εξελισσόμενη οικονομική κατάσταση και την αρχική απόκριση της ΕΚΤ στην κρίση, καθώς και τον διεθνή ρόλο του ευρώ και το έργο της ΕΚΤ για το ψηφιακό νόμισμα της κεντρικής τράπεζας, αποτελούν καλό παράδειγμα αποτελεσματικής λογοδοσίας και θα πρέπει να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται.

    Η αναθεώρηση της στρατηγικής αποτελεί μια άλλη πτυχή όπου οι στενή αλληλεπίδραση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα είναι σημαντική. Ως εκπρόσωποι πολιτών της ζώνης του ευρώ, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν πολύτιμες πληροφορίες που μπορούν να αξιοποιηθούν στις συζητήσεις. Χαιρετίζω το γεγονός ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα διαδραματίσει κεντρικό ρόλο και διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην αναθεώρηση έως τώρα, καθώς το Κοινοβούλιο έθεσε το θέμα της αναθεώρησης σε ακροάσεις της ECON και ανέθεσε σε εμπειρογνώμονες τη σύνταξη εγγράφων σχετικά με τα θέματα που καλύπτει η αναθεώρηση.

    Τέλος, πιστεύω ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να ενισχύει την επικοινωνία. Η σαφέστερη και διαφανέστερη επικοινωνία διαδραματίζει καίριο ρόλο για την αποτελεσματική λογοδοσία και για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών της ζώνης του ευρώ στην ΕΚΤ και τις πολιτικές της.

    47. Πώς αξιολογείτε την εξελισσόμενη διάδραση μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών κοινοβουλίων;

    Η Συνθήκη ορίζει ότι η ΕΚΤ λογοδοτεί πρωτίστως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως εκπρόσωπο των πολιτών της ΕΕ.

    Όσον αφορά τη διάδραση με τα εθνικά κοινοβούλια, είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ των εποπτικών και μη εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ.

    Σε σχέση με τα μη εποπτικά καθήκοντα, η ΕΚΤ έχει συμμετάσχει κατά την πάροδο των ετών σε ανταλλαγές απόψεων με εθνικές κοινοβουλευτικές επιτροπές και μέλη εθνικών κοινοβουλίων. Όπως αναφέρει διαρκώς η ΕΚΤ, αυτό γίνεται σε εθελοντική βάση και με τη μορφή «ανταλλαγής απόψεων», οπότε με πλήρη σεβασμό προς την ανεξαρτησία της ΕΚΤ και τον αποκλειστικό ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

    Αυτές οι δημόσιες εμφανίσεις σε εθνικά κοινοβούλια έχουν συμβάλει στο να μεταφερθούν τα επιχειρήματα της ΕΚΤ στον εθνικό διάλογο και στη μεταστροφή του ολλανδικού πολιτικού και δημόσιου διαλόγου προς την ΕΚΤ. Αυτό ακριβώς συνέβη όταν ο κ. Draghi επισκέφθηκε την οικονομική επιτροπή του Ολλανδικού Κοινοβουλίου για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Η εν λόγω ανταλλαγή απόψεων πυροδότησε μια υγιή – αν και δύσκολη – συζήτηση στις Κάτω Χώρες σχετικά με τις δράσεις της ΕΚΤ.

    Παράλληλα, μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής συμμετέχουν τακτικά στην Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Εβδομάδα. Αυτή η διοργάνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς παρέχει ένα διακρατικό φόρουμ για συζητήσεις σχετικά με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και προάγει την αμοιβαία κατανόηση των διάφορων εθνικών προοπτικών.

    Όσον αφορά τις εποπτικές δράσεις της ΕΚΤ, ο κανονισμός ΕΕΜ περιλαμβάνει συγκεκριμένη διάταξη για τις σχέσεις του ΕΕΜ με τα εθνικά κοινοβούλια. Παρόλο που είναι σαφές ότι η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα πρέπει να λογοδοτεί πρωτίστως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων σε σημαντικές τράπεζες, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ θα μπορούσε επίσης να υπόκειται σε ad hoc παροχή στοιχείων στα εθνικά κοινοβούλια, παράλληλα με την υποβολή ετήσιας έκθεσης προς αυτά.

    Αυτή η προσέγγιση που ακολουθείται από την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ επιτυγχάνει έως τώρα καλή ισορροπία λαμβανομένου υπόψη του δυνητικού αντίκτυπου των ευρωπαϊκών εποπτικών μέτρων στα δημόσια οικονομικά, τα πιστωτικά ιδρύματα, τους πελάτες και τους εργαζομένους τους, καθώς και στις αγορές στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.

    48. Ποια είναι η γνώμη σας για την απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020 σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων του ενεργητικού του δημόσιου τομέα (PSPP) και τη συνακόλουθη απόφαση της ΕΚΤ να κοινοποιήσει μη δημόσια έγγραφα σχετικά με το PSPP στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag) μέσω της Bundesbank;

    Η ΕΚΤ εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών. Παράλληλα, στον τομέα της νομισματικής πολιτικής, η ΕΚΤ λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εντός των ορίων που ορίζονται στις Συνθήκες και όχι στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών.

    Τον Δεκέμβριο του 2018, το Δικαστήριο αποφάσισε σαφώς και οριστικά σχετικά με τη νομιμότητα του PSPP της ΕΚΤ. Έκρινε ότι το PSPP εμπίπτει στην εντολή νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και συνάδει τόσο με την αρχή της αναλογικότητας όσο και με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ΕΚΤ είχε υποβάλει επαρκείς παραμέτρους αναλογικότητας.

    Όπως προκύπτει όχι μόνον από το περιεχόμενο των νομικών πράξεων, αλλά και από διάφορα έγγραφα που έχει δημοσιεύσει η ΕΚΤ, ειδικότερα τα δημοσιευθέντα πρακτικά των συνεδριάσεων νομισματικής πολιτικής του Διοικητικού Συμβουλίου, η ΕΚΤ αξιολογεί διαρκώς τις δυνητικές παρενέργειες των μέσων της νομισματικής πολιτικής της, συμπεριλαμβανομένου του PSPP. Πρόκειται για μια βασική και υγιή λειτουργία.

    Αξιοποιώντας τα προνόμιά του περί λογοδοσίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εξετάσει συχνά την ΕΚΤ όσον αφορά την αξιολόγηση αναλογικότητας που διενεργεί κατά τη διάρκεια των τακτικών ακροάσεών της ανά τρίμηνο, στις γραπτές ερωτήσεις που υποβάλλει στην ΕΚΤ και στα ψηφίσματά του σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις της ΕΚΤ. Πρόκειται για μια υγιή λειτουργία, καθώς παρέχεται στην ΕΚΤ η ευκαιρία εξηγήσει καλύτερα με ποιον τρόπο διενεργείται η αξιολόγηση της αναλογικότητας.

    Στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζω το γεγονός ότι η συνέχεια που δόθηκε στην απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν σύμφωνη με την ανεξαρτησία της ΕΚΤ και της Deutsche Bundesbank, με το γεγονός ότι η Deutsche Bundesbank αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ευρωσυστήματος και με την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ και τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων του Δικαστηρίου.

    Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι η ΕΚΤ έχει επιδείξει μεγάλη διαφάνεια έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο οποίο λογοδοτεί αποκλειστικά, και έναντι του ευρέος κοινού, όσον αφορά την απόφασή της να ικανοποιήσει το αίτημα της Deutsche Bundesbank σχετικά με την έγκριση της κοινοποίησης μη δημόσιων εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν με ποιον τρόπο εκπόνησε η ΕΚΤ την αξιολόγηση αναλογικότητας. Αυτή διαδικασία συνάδει με την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες.

    49. Ποια γνώμη έχετε για το γεγονός ότι το Συμβούλιο κατά το παρελθόν αγνόησε μία φορά τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον διορισμό ενός μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ; Θα αποδεχθείτε τον διορισμό σας ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψηφίσει εναντίον του;

    Οι αντίστοιχοι ρόλοι και οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου στη διαδικασία διορισμού έχουν οριστεί στις Συνθήκες της ΕΕ και δεν είμαι αρμόδιος να συζητήσω επί του θέματος. Πιστεύω, ωστόσο, πραγματικά ότι τα δύο θεσμικά όργανα θα καταλήξουν σε συμφωνία η οποία θα εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτών της.

    Η σχέση λογοδοσίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ έχει θεμελιώδη σημασία για τη νομιμότητα και την ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Εκτιμώ βαθύτατα τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ιδίως της επιτροπής ECON σε αυτή τη διαδικασία και θεωρώ αυτό το ερωτηματολόγιο και την επικείμενη ακρόασή μου ως βασικά στοιχεία για την αξιολόγηση εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το κατά πόσον πληρώ την απαίτηση της Συνθήκης ως πρόσωπο αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε νομισματικά ή τραπεζικά θέματα. Ελπίζω ειλικρινά ότι θα με αξιολογήσετε με βάση τα προσόντα μου.

    50. Τι θα κάνει συγκεκριμένα η ΕΚΤ για την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων στους καταλόγους επικρατέστερων υποψηφίων για τις ανώτατες θέσεις της ΕΚΤ στο μέλλον και πώς θα ενισχύσει συνολικά την πολυμορφία ως προς το φύλο στην ΕΚΤ, δεδομένου ότι προς το παρόν μόνο δύο από τα 25 μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ είναι γυναίκες; Πώς προτίθεστε προσωπικά να βελτιώσετε την ισορροπία των φύλων στην ΕΚΤ; Πότε αναμένετε τα πρώτα αποτελέσματα των ενεργειών σας σε αυτό το πλαίσιο;

    Συμμερίζομαι πλήρως τις ανησυχίες σας σχετικά με την ανισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.

    Η ίδια η ΕΚΤ διαδραματίζει πολύ μικρό ρόλο στον διορισμό μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της. Ο ρόλος αυτός περιορίζεται στο γεγονός ότι ζητείται η γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα του προτεινόμενου υποψηφίου.

    Όσον αφορά τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, αυτά διορίζονται από τις αντίστοιχες εθνικές κυβερνήσεις και, επομένως, ο διορισμός τους δεν εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής της ΕΚΤ ή του Διοικητικού Συμβουλίου.

    Η ΕΚΤ επικαιροποίησε πρόσφατα τη στρατηγική της για τα φύλα και στο πλαίσιο αυτό επέκτεινε τους στόχους της για την εκπροσώπηση των φύλων και σε μη διευθυντικές θέσεις. Στόχος είναι η συμπλήρωση τουλάχιστον του 50 % των νέων και ανοικτών θέσεων με γυναίκες σε όλα τα επίπεδα και να αυξηθεί το ποσοστό των γυναικών στα διάφορα επίπεδα σε ύψος μεταξύ 40 % και 51 % έως το 2026. Σκοπός είναι, και πρέπει να είναι, η ισότητα των φύλων.

    Έχω προσωπικά δεσμευτεί για την προώθηση της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στην DNB, για παράδειγμα ως υποστηρικτής του εκτελεστικού συμβουλίου του δικτύου της DNB για την πολυμορφία, του DiverseDNB. Τα πιο σημαντικά ποσοστά επί του παρόντος έχουν ως εξής: στο εποπτικό συμβούλιο της DNB: 57 % γυναίκες, στην εκτελεστική επιτροπή: 40 % γυναίκες, συνολικά στην DNB: 40,4 % γυναίκες, συνολικές διευθυντικές θέσεις: 36,1 % γυναίκες, πρόγραμμα διαχείρισης ταλέντου (Management Talent): 50 %, πρακτική άσκηση: 50 % και πρόγραμμα ταλέντου στα δεδομένα και την τεχνολογία (Data and Tech Talent Programme): 50 %. Η DNB έχει στόχο την ισότητα των φύλων. Εάν εγκριθεί ο διορισμός μου ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής, σκοπεύω να συνεχίσω να υποστηρίζω ενεργά την προαγωγή του γυναικείου ταλέντου και των φιλόδοξων στόχων περί των φύλων εντός της ΕΚΤ. Τα δημόσια όργανα δεν έχουν απλώς ηγετικό ρόλο, αλλά και υποχρέωση να προάγουν την ισότητα των φύλων και υποστηρίζω ότι η ΕΚΤ – και το ευρωσύστημα εν προκειμένω – θα πρέπει να στοχεύσει στην ισότητα των φύλων στις μισθολογικές της ζώνες.

    51. Στην έκθεση της ΕΑΤ (2020) σχετικά με τη συγκριτική αξιολόγηση των πρακτικών ποικιλότητας σε επίπεδο ΕΕ δυνάμει του άρθρου 91 παράγραφος 11 της ΟΚΑ (EΑΤ/REP/2020/05), διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι τα δύο τρίτα (το 66,95 %) των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων από όπου η ΕΑΤ συνέλεξε πληροφορίες έχουν εκτελεστικούς διευθυντές μόνον ενός φύλου. Θεωρείτε ότι υπάρχουν τρόποι με τους οποίους η ΕΚΤ, μέσω των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, θα μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη διαφοροποίηση (των φύλων) στα διοικητικά όργανα των τραπεζών υπό την εποπτεία της;

    Η διαφοροποίηση αποτελεί βασική διάσταση της αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό, η προώθηση της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στα συμβούλια των τραπεζών βρίσκεται στην ατζέντα των εποπτικών αρχών εδώ και αρκετό καιρό.

    Το ισχύον νομικό πλαίσιο, μεταξύ άλλων χάρη στις προσπάθειες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απαιτεί από τις τράπεζες να διαθέτουν πολιτική διαφορετικότητας για τα διοικητικά όργανα και για το προσωπικό γενικότερα.

    Πιο συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 91 παράγραφος 10 της ΟΚΑ και των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ/ΕΑΚΑΑ σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου, τα ιδρύματα υπό την εποπτεία της ΕΚΤ υποχρεούνται να διαθέτουν πολιτική διαφοροποίησης, μεταξύ άλλων για το φύλο.

    Η εν λόγω νομική βάση ενισχύεται επί του παρόντος, για παράδειγμα καθώς η ΕΚΤ ενσωματώνει την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων σε σειρά κατευθυντήριων γραμμών της. Υποστηρίζω, επίσης, πλήρως την αρχή των πολιτικών και πρακτικών περί αποδοχών που είναι ουδέτερες ως προς το φύλο και οι οποίες θεσπίστηκαν με την ΟΚΑ V.

    Παρόλο που η ΕΚΤ συνυπολογίζει ήδη το φύλο ως ένα από τα θέματα διαφορετικότητας στο πλαίσιο της εποπτείας της, είμαι πεπεισμένος ότι μπορούν και πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα. Η ΕΚΤ μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ισόρροπης εκπροσώπησης (των φύλων) στα διευθυντικά όργανα των τραπεζών υπό την εποπτεία της μέσω αξιολογήσεων καταλληλότητας των μελών των συμβουλίων και των προσώπων που ασκούν βασικές λειτουργίες. Επί του παρόντος, στις αποφάσεις καταλληλότητας γίνεται αναφορά, κατά περίπτωση, σε τυχόν ευρήματα σχετικά με την απουσία ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων σε αξιολογήσεις τραπεζικής διακυβέρνησης. Όταν το επιτρέπει η εφαρμογή των εθνικών νομικών κανόνων περί ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων, η ΕΚΤ υποβάλει σύσταση ή υποχρέωση στις εποπτευόμενες οντότητες σχετικά με τον σεβασμό των ποσοστώσεων των φύλων που ορίζονται για τα μέλη διοικητικών οργάνων σε τρέχοντες και μελλοντικούς διορισμούς. Επιπλέον, σε συνεργασία με τις μικτές εποπτικές ομάδες, η σημασία της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων τίθεται υπόψη των εποπτευόμενων οντοτήτων στην εν εξελίξει εποπτεία.

    Εντούτοις, όπως καταδεικνύει η έκθεση συγκριτικής αξιολόγησης της ΕΑΤ που αναφέρεται στην ερώτηση, τον Σεπτέμβριο του 2018 πολλά ιδρύματα, δηλαδή το 41,61 % από 834 ιδρύματα, δεν είχαν εγκρίνει πολιτική διαφορετικότητας. Η εκπροσώπηση των γυναικών στα διοικητικά όργανα εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή σε γενικές γραμμές και τα δύο τρίτα των ιδρυμάτων δεν διαθέτουν συμβούλιο με ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων.

    Είμαι, λοιπόν, πεπεισμένος ότι μπορούν και πρέπει να γίνουν περισσότερα, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της εποπτείας μας. Η ΕΚΤ, μέσω των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, θα μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη ποικιλότητα (των φύλων) στα διοικητικά όργανα των τραπεζών υπό την εποπτεία της. Θα επιδιώξω, επομένως τα εξής μέτρα, εάν διοριστώ:

    Θα υποστηρίξω τη διεξαγωγή θεματικής επανεξέτασης, με στόχο την αξιολόγηση της ποιότητας των πολιτικών περί ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και της αποτελεσματικής εφαρμογής τους Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εξέταση της εφαρμογής της πολιτικής στην πράξη, ιδίως στον σχεδιασμό πρόσληψης και διαδοχής. Τα αποτελέσματα αυτής της θεματικής επανεξέτασης θα μπορούσαν να τεθούν προς συζήτηση με το συγκεκριμένο ίδρυμα στο πλαίσιο της εν εξελίξει εποπτείας της διακυβέρνησης. Θα μπορούσαν επίσης να ενταχθούν στις αξιολογήσεις καταλληλότητας, στις οποίες η συλλογική καταλληλότητα είναι μία από τις πτυχές που εξετάζονται. Τα αποτελέσματα αυτής της επανεξέτασης θα μπορούσαν να δημοσιεύονται στο πλαίσιο της προαγωγής του κοινωνικού διαλόγου για την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων.

    Με βάση εν μέρει τα αποτελέσματα της θεματικής επανεξέτασης, θα εργαστώ για τη δημοσιοποίηση των προσδοκιών της εποπτείας όσον αφορά την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων. Οι προσδοκίες αυτές θα διαμορφώσουν τις προσδοκίες όσον αφορά την υλοποίηση από τα θεσμικά όργανα των απαιτήσεων που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, όπως είναι η πτυχή της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων για τη σύνθεση των διοικητικών οργάνων, προκειμένου να καταρτίσουν πολιτικές και να θέσουν και να επιτύχουν στόχους για το ανεπαρκώς εκπροσωπούμενο φύλο. Πέρα από την επίδειξη πραγματικής δέσμευσης εκ μέρους της ΕΚΤ, οι εν λόγω προσδοκίες της εποπτείας θα παράσχουν επίσης ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς στο πλαίσιο της εποπτείας των τραπεζών.

    Έχουν ήδη γίνει τα πρώτα βήματα κατά τα τελευταία έτη για την ένταξη της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στην SREP. Θα επεδίωκα να αξιοποιήσω αυτά τα βήματα. Πιο συγκεκριμένα, στο σημείο 105 των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΤ/ΕΑΚΑΑ σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου απαιτείται από τα ιδρύματα να διαθέτουν πολιτική διαφορετικότητας η οποία περιλαμβάνει ποσοτικό στόχο για την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο. Απαιτείται, επίσης, από τα ιδρύματα να προσδιορίσουν κατάλληλο χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου ο στόχος θα πρέπει να επιτευχθεί, καθώς και με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί. Θα πρέπει να εφαρμόζουμε αυτή τη νομική βάση δραστικότερα στην εποπτεία που ασκούμε. Επιπλέον, η αξιολόγηση SREP δεν θα πρέπει να εστιάζει μόνο στην ισόρροπη εκπροσώπηση στα διοικητικά όργανα, αλλά στο προσωπικό γενικότερα.

    Θα πρέπει να εστιάζουμε επίσης στην ισότητα των αμοιβών στον τομέα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες έχουν τις χειρότερες επιδόσεις όσον αφορά την ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το νομικό πλαίσιο παρέχει τη βάση για να ενταχθεί και αυτό το θέμα στην άσκηση της εποπτείας (άρθρο 74 παράγραφος 1 της ΟΚΑ V).

    Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ θα πρέπει η να θέσει για την ίδια εξίσου υψηλούς στόχους όπως για τα ιδρύματα υπό την εποπτεία της. Υποστηρίζω πλήρως τους στόχους που έχει θέσει η ίδια η ΕΚΤ για την αύξηση του ποσοστού γυναικών στο προσωπικό της. Εάν διοριστώ, θα εργαστώ ενεργά για να διασφαλίσω την επίτευξη αυτών των στόχων.

    Παράλληλα, παρόλο που αναγνωρίζω ότι ο διορισμός ατόμων στις εθνικές κεντρικές τράπεζες και αρχές γίνεται σε εγχώριο πολιτικό επίπεδο, θα εξετάσω με άλλα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εποπτικού Συμβουλίου τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε συλλογικά να προωθήσουμε τη δημοσίευση, την εφαρμογή και την παρακολούθηση πολιτικών διαφοροποίησης στην ΕΚΤ, τις εθνικές κεντρικές τράπεζες και τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

    Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι, παρόλο που είναι πολύ σημαντική η διαφορετικότητα ως προς το φύλο, η εστίασή μου στη διαφορετικότητα δεν περιορίζεται σε αυτό. Υποστηρίζω πλήρως τη διαφορετικότητα στα διοικητικά όργανα και τους οργανισμούς γενικότερα, με την ευρύτερη έννοια του όρου.

    52. Πώς βλέπετε πιθανές βελτιώσεις για τη λογοδοσία της ΕΚΤ έναντι του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) όσον αφορά την επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα; Πού βάζετε τη διαχωριστική γραμμή όσον αφορά την εντολή του ΕΕΣ;

    Η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της ΕΚΤ αποτελεί βασικό παράγοντα για να διασφαλίζεται ότι η ΕΚΤ εκτελεί την εντολή της με αποδοτικό τρόπο. Ο ρόλος που εκχωρούν οι Συνθήκες της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) όσον αφορά την ανεξάρτητη αξιολόγηση και την παροχή συμβουλών στο πλαίσιο αυτό είναι, επομένως, ιδιαίτερα θετικός.

    Κατανοώ ότι η ΕΚΤ έχει συνάψει ουσιαστικές συμφωνίες με το ΕΕΣ και έχει δεσμευτεί να παρέχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του όπως ορίζουν οι Συνθήκες. Η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να το πράττει αυτό και να παρακολουθεί τις επιδόσεις των ελέγχων που αφορούν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της διοίκησης της ΕΚΤ, όπου κρίνεται σκόπιμο.

    Παράλληλα, θα πρέπει να τηρείται επίσης η ανεξαρτησία της ΕΚΤ όπως κατοχυρώνεται στις Συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι το ΕΕΣ μπορεί να κρίνει κατά πόσον ένας καθορισμένος στόχος επιτεύχθηκε με τους λιγότερους πόρους, αλλά όχι κατά πόσον ο καθορισμένος στόχος ήταν κατάλληλος ή νόμιμος.

    Όσον αφορά την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, χαιρετίζω το γεγονός ότι υπογράφηκε μνημόνιο κατανόησης με το ΕΕΣ το 2019. Το μνημόνιο αποτελεί σημαντικό δείγμα καλής θέλησης μεταξύ των δύο μερών. Θα βοηθήσει, επίσης, τα δύο μέρη να συνεργαστούν ομαλά στο πλαίσιο των ελέγχων που ασκεί το ΕΕΣ στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, χάρη στην καθιέρωση διαύλων για την ανταλλαγή πληροφοριών. Το εν λόγω νέο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σέβεται τόσο την ανάγκη του ΕΕΣ να έχει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες για να εκτελεί τα καθήκοντά του, όσο και την ανάγκη για προστασία ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν ειδικά τις τράπεζες.

    Τέλος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως το θεσμικό όργανο στο οποίο λογοδοτεί η ΕΚΤ, θα διαδραματίσει επίσης έναν σημαντικό ρόλο. Τα ευρήματα των εκθέσεων του ΕΕΣ μπορούν να τροφοδοτήσουν τις συζητήσεις μεταξύ της ΕΚΤ και του ΕΚ και, επομένως, να οδηγήσουν σε βελτίωση των λειτουργιών της ΕΚΤ.

    53. Ποια θα είναι η προσωπική σας προσέγγιση σε σχέση με τον κοινωνικό διάλογο στην ΕΚΤ;

    Ο κοινωνικός διάλογος αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας κάθε θεσμικού οργάνου και ειδικότερα ενός οργάνου που βασίζεται σε τέτοιο κρίσιμο βαθμό στο προσωπικό του, όπως είναι μια κεντρική τράπεζα. Πιστεύω, επίσης, ότι η ενδελεχής δραστηριοποίηση και συζήτηση με εκπροσώπους του προσωπικού για να διασφαλίζεται ότι οι απόψεις εισακούονται πλήρως και γίνονται κατανοητές αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την οικοδόμηση βιώσιμου και ευχάριστου εργασιακού περιβάλλοντος.

    Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, αντιλαμβάνομαι ότι η ΕΚΤ έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε τομείς όπως ο φόρτος εργασίας, το ωράριο εργασίας και η ευελιξία, ειδικότερα με την καθιέρωση ευέλικτου ωραρίου το 2018. Με βάση την πείρα μου από την DNB, όπου επίσης έχουμε ρυθμίσεις ευέλικτου ωραρίου, θεωρώ ότι αυτά τα μέτρα έχουν καίρια σημασία για την προσέλκυση και τη διατήρηση ταλέντων, τη διασφάλιση ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και την υποστήριξη της μακροπρόθεσμης ευημερίας του προσωπικού.

    Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής αποτελεί επίσης ένα σημαντικό θέμα στις σημερινές περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί από την πανδημία του κορωνοϊού. Επιπλέον, οι πανδημία θέτει ορισμένες νέες προκλήσεις που πρέπει να εξεταστούν όσον αφορά τις σχέσεις με το προσωπικό, μεταξύ άλλων με ποιους τρόπους μπορεί να υποστηριχθεί καλύτερα το προσωπικό σε μια ψυχολογικά δύσκολη περίοδο και να διασφαλιστεί ότι οι απόψεις του προσωπικού συνεχίζουν να εισακούονται στο ψηφιακό εργασιακό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, τάσσομαι υπέρ της σαφούς και ανοικτής επικοινωνίας με τους εργαζομένους. Πιστεύω ότι οι τακτικές έρευνες σχετικά με τις εξ αποστάσεως εργασιακές συνθήκες, οι οποίες όπως αντιλαμβάνομαι έχουν εκπονηθεί στην ΕΚΤ κατά το τελευταίο εξάμηνο, είναι πολύ σημαντικές για να γίνονται καλύτερα κατανοητές οι περιστάσεις των εργαζομένων και να υπάρχει επίγνωση των ανησυχιών τους.


    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

    Τίτλος

    Διορισμός μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

    Έγγραφα αναφοράς

    N9-0055/2020 – C9-0331/2020 – 2020/0805(NLE)

    Ημερομηνία διαβούλευσης / αίτησης έγκρισης

    14.10.2020

     

     

     

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

    ECON

    19.10.2020

     

     

     

    Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

    Irene Tinagli

    14.10.2020

     

     

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    9.11.2020

     

     

     

    Ημερομηνία της έγκρισης

    10.11.2020

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    33

    21

    3

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Gunnar Beck, Marek Belka, Isabel Benjumea Benjumea, Stefan Berger, Gilles Boyer, Francesca Donato, Derk Jan Eppink, Engin Eroglu, Markus Ferber, Jonás Fernández, Raffaele Fitto, Frances Fitzgerald, José Manuel García-Margallo y Marfil, Sven Giegold, Valentino Grant, Claude Gruffat, José Gusmão, Enikő Győri, Eero Heinäluoma, Danuta Maria Hübner, Stasys Jakeliūnas, Othmar Karas, Billy Kelleher, Ondřej Kovařík, Γεώργιος Κύρτσος, Aurore Lalucq, Philippe Lamberts, Aušra Maldeikienė, Pedro Marques, Κώστας Μαυρίδης, Jörg Meuthen, Csaba Molnár, Siegfried Mureşan, Caroline Nagtegaal, Luděk Niedermayer, Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος, Piernicola Pedicini, Lídia Pereira, Kira Marie Peter-Hansen, Sirpa Pietikäinen, Dragoș Pîslaru, Evelyn Regner, Antonio Maria Rinaldi, Alfred Sant, Ralf Seekatz, Pedro Silva Pereira, Paul Tang, Cristian Terheş, Irene Tinagli, Ernest Urtasun, Inese Vaidere, Johan Van Overtveldt, Stéphanie Yon-Courtin, Marco Zanni, Roberts Zīle

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Gerolf Annemans, Mick Wallace

    Ημερομηνία κατάθεσης

    13.11.2020

     

     

    Τελευταία ενημέρωση: 20 Νοεμβρίου 2020
    Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου