ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»

    2.12.2020 - (2019/2206(INI))

    Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
    Εισηγήτρια: Fabienne Keller


    Διαδικασία : 2019/2206(INI)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A9-0245/2020
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A9-0245/2020
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ – ΣΥΝΟΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΡΙΣΜΑΤΩΝ

    Εισαγωγή

    Η προσφυγική κρίση της περιόδου 2015-2016 μετατράπηκε σε κρίση του συστήματος ασύλου, καταδεικνύοντας την αναποτελεσματικότητα του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» στην αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης, τις διαρθρωτικές αδυναμίες του και τα πολυάριθμα κενά στην εφαρμογή του.

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε ότι το σύστημα του Δουβλίνου «λόγω σχεδιασμού ή πλημμελούς εφαρμογής [του κανονισμού] αναθέτει δυσανάλογη ευθύνη σε ορισμένα κράτη μέλη και ενθαρρύνει ανεξέλεγκτες και παράτυπες μεταναστευτικές ροές»[1]. Για τον λόγο αυτό, το 2016 πρότεινε ένα νέο κείμενο για την επίλυση αυτού του ζητήματος. Ωστόσο, αν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει καταλήξει σε διαπραγματευτική εντολή από τον Νοέμβριο του 2017, το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη εγκρίνει τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές του.

    Για να αρθεί το αδιέξοδο, η Επιτροπή ανακοίνωσε ένα «Ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο», συμπεριλαμβανομένης μιας νέας πρότασης αναθεώρησης του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ».

    Μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση προϋποθέτει ακριβή γνώση των δυνατών και αδύναμων σημείων του ισχύοντος κειμένου. Εν τούτοις, αν και η Επιτροπή δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2015 και τον Μάρτιο του 2016 δύο αξιολογήσεις του κανονισμού (άρθρο 46), δεν έχει ακόμα υποβάλει την περιοδική αξιολόγηση, η οποία εκκρεμεί από τον Ιούλιο του 2018.

    Στο πλαίσιο αυτό, και ενόψει της αποτυχίας του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ», το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχοντας ευθύνη απέναντι στους Ευρωπαίους πολίτες για τις νομοθετικές πράξεις που εγκρίνει, αποφάσισε να εκπονήσει επικαιροποιημένη ανάλυση του κανονισμού.

     

    Μεθοδολογία

    Αυτή η αξιολόγηση στηρίζεται σε διάφορες συμπληρωματικές πηγές: σε μια δημόσια ακρόαση που πραγματοποίησε η επιτροπή LIBE στις 19 Φεβρουαρίου, σε επιτόπιες επισκέψεις, σε συνεντεύξεις με ενδιαφερόμενα μέρη, σε δύο ερωτηματολόγια που εστάλησαν σε όλες τις μόνιμες αντιπροσωπείες και τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών που εφαρμόζουν τον κανονισμό, σε μια μελέτη της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS)[2] και στις τακτικές συνεδριάσεις συντονισμού μεταξύ της εισηγήτριας και των σκιωδών εισηγητών.

     

    1. ΜΕΡΟΣ I: Απολογισμός μετά την κρίση και άντληση διδαγμάτων για τη μεταρρύθμιση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»

    1.1. Η εξέλιξη του κανονισμού του Δουβλίνου: προοδευτική εναρμόνιση

    Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η δημιουργία του χώρου ελεύθερης κυκλοφορίας συνοδεύτηκε από την έναρξη της ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα του ασύλου. Οι συμβάσεις Σένγκεν και Δουβλίνου τέθηκαν σε εφαρμογή σχεδόν ταυτόχρονα, το 1990.

    Εξαρχής πρωταρχικός στόχος του συστήματος του Δουβλίνου ήταν ο καθορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο να εξετάσει μια αίτηση ασύλου στην ΕΕ, ώστε να αποφεύγονται οι πολλαπλές αιτήσεις. Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που συμφωνήθηκαν κατά τη σύνοδο κορυφής του Τάμπερε το 1999, θεσπίστηκε ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (ΚΕΣΑ), με σκοπό να επιτευχθεί καλύτερη εναρμόνιση.

    Το 2003, η σύμβαση του Δουβλίνου ενσωματώθηκε στο ευρωπαϊκό δίκαιο με τη μορφή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ».

    Το 2007, η Συνθήκη της Λισαβόνας ενσωμάτωσε την αρχή της αλληλεγγύης στην πολιτική ασύλου (άρθρο 80 ΣΛΕΕ) και προέβλεψε τη χρήση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Ωστόσο, το Συμβούλιο εξακολουθεί να αποφασίζει ομόφωνα, γεγονός που εξηγεί εν μέρει το σημερινό αδιέξοδο.

    Το 2008, η Επιτροπή δρομολόγησε τη δεύτερη φάση του ΚΕΣΑ, με ένα «σχέδιο πολιτικής για το άσυλο»[3], το οποίο προέβλεπε την αναθεώρηση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ».

    1.2. Πρωτοφανής πίεση στο ΚΕΣΑ

    Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη μεταναστευτική πρόκληση από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα σε τρία χρόνια, ο αριθμός των αιτούντων άσυλο υπερτετραπλασιάστηκε. Την περίοδο 2015-2016, οι αιτούντες άσυλο στην ΕΕ έφτασαν τα 2,5 εκατομμύρια, από 562 000 που ήταν το 2014 και 278 000 το 2012[4]. Οι κύριες χώρες καταγωγής εξακολουθούν να είναι η Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ – χώρες αντιμέτωπες με εμφύλιο πόλεμο, βία και συγκρούσεις[5]. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, 33 000 άτομα έχουν χάσει τη ζωή τους προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη από το 2014.

    Στις αρχές του 2020 βρίσκονταν σε εκκρεμότητα 855 000 αιτήσεις ασύλου, δηλαδή σημαντικά λιγότερες σε σχέση με πριν από 5 χρόνια[6]. Παρά ταύτα, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι, στα ελληνικά κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης (ΚΥΤ), τα άτομα που αιτήθηκαν άσυλο το 2018 έλαβαν ραντεβού για συνέντευξη το 2022, ορισμένα δε το 2023. Επιπλέον, η αναποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής για την επιστροφή των ατόμων που δεν είναι επιλέξιμα για άσυλο συμβάλλει σημαντικά στην υπερφόρτωση των συστημάτων ασύλου.

    1.3. Βαθιές ανισορροπίες στον τομέα του ασύλου

    Η έκτακτη εισροή μεταναστών ανέδειξε τις ανισορροπίες εντός της Ένωσης.

    Την περίοδο 2008-2017, το ένα τρίτο των κρατών μελών υποδέχτηκε το 90 % των αιτούντων άσυλο στην Ένωση. Το 2018, η Γερμανία κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων ασύλου (184 180 αιτήσεις, ήτοι το 28% του συνόλου), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (120 425 αιτήσεις, ήτοι το 19%), την Ελλάδα (66 695 αιτήσεις, ήτοι το 11%), την Ιταλία (59 950 αιτήσεις, ήτοι το 10%) και την Ισπανία (52 700 αιτήσεις, ήτοι το 9%). Οι χώρες πρώτης εισόδου, όπως η Ελλάδα, η Μάλτα και η Κύπρος, λαμβάνουν επίσης πολλές αιτήσεις ασύλου κατ’ αναλογία προς τον πληθυσμό τους.

    Αντιμέτωπα με αυτή την κρίση, ορισμένα κράτη μέλη έπαψαν να εφαρμόζουν τον κανονισμό την περίοδο 2015-2016. Πολλοί μετανάστες που έφτασαν μέσω της Ελλάδας, της Ιταλίας ή της Ισπανίας δεν καταχωρίστηκαν στο Eurodac, λόγω έλλειψης πόρων αλλά και ως αντίδραση στην έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.

    Το συμπέρασμα είναι απλό: Το «σύστημα του Δουβλίνου», σχεδόν αμετάβλητο από το 1990, απέτυχε.

    1.4. Μέτρα έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια της κρίσης

    Για να ανταποκριθεί στην κορύφωση της μετανάστευσης το 2015, η Επιτροπή ενέκρινε μέτρα έκτακτης ανάγκης: δημιουργήθηκαν κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης για τη διαχείριση της υποδοχής των μεταναστών και την καταγραφή των αιτήσεων ασύλου, θεσπίστηκε ένας προσωρινός μηχανισμός μετεγκατάστασης των αιτούντων, και οι επιχειρησιακοί και οικονομικοί πόροι του Frontex και της EASO έλαβαν μια άνευ προηγουμένου ενίσχυση.

    Αυτά τα μέτρα έκτακτης ανάγκης δεν κάλυψαν τα κενά στο ΚΕΣΑ και στο Δουβλίνο ΙΙΙ. Τα ελληνικά ΚΥΤ χαρακτηρίζονται από μεγάλο υπερπληθυσμό και απαράδεκτες συνθήκες υγιεινής[7]. Στις αρχές του 2020, εξακολουθούσαν να φιλοξενούν 42 000 μετανάστες, ενώ έχουν προβλεπόμενη χωρητικότητα 6 000 ατόμων.

    Για να αναχαιτίσει τις εισροές μεταναστών και να τους αποτρέψει από το να πραγματοποιούν επικίνδυνα ταξίδια από την Ανατολική Μεσόγειο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σύναψε συμφωνία με την Τουρκία στις 18 Μαρτίου 2016. Σκοπός της σχετικής Δήλωσης, η οποία καταρτίστηκε εκτός του διεθνούς νομικού πλαισίου και χωρίς διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ήταν να προσφέρει μια προσωρινή λύση στην προσφυγική κρίση. Ωστόσο, οι επανειλημμένες διπλωματικές πιέσεις του Τούρκου Προέδρου, ιδίως στα ελληνοτουρκικά σύνορα, κατέδειξαν πόσο εύθραυστη είναι αυτή η συμφωνία και ενέτειναν την ανάγκη για μια βιώσιμη ευρωπαϊκή λύση.

    Η ανθρωπιστική κατάσταση των μεταναστών, ιδίως στην Ελλάδα, καθιστά απαραίτητη τη δημιουργία ενός βιώσιμου μηχανισμού για τον επιμερισμό των ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την καταγραφή των αιτούντων άσυλο.

    1.5. Κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης (ΚΥΤ), ειδικές συμφωνίες και μετεγκατάσταση: πρώτα σημάδια αλληλεγγύης

    Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (ECRE), σε γενικές γραμμές ο κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ» εφαρμόστηκε ικανοποιητικά στα ΚΥΤ την περίοδο 2016-2018[8]. Επικαλούμενη το κριτήριο της οικογενειακής επανένωσης, η Ελλάδα μετέφερε 8 604 αιτούντες άσυλο σε άλλα κράτη μέλη. Με την υποστήριξη της EASO, απηύθυνε 19 784 αιτήματα αναδοχής, το 43% των οποίων αφορούσε άτομα σε ΚΥΤ.

    Το Ελεγκτικό Συνέδριο, προβαίνοντας σε κριτική αξιολόγηση της υποστήριξης που έλαβαν η Ελλάδα και η Ιταλία από την ΕΕ από το 2015 και μετά, εντόπισε επιχειρησιακές αδυναμίες που παρακωλύουν την αποδοτικότητα της μετεγκατάστασης, την υποστήριξη των εμπειρογνωμόνων της EASO και την τήρηση των προθεσμιών[9].

    Το 2015, με την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Συμβούλιο εξέδωσε δύο αποφάσεις για τη μετεγκατάσταση 160 000 αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα και την Ιταλία[10]. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν για τη μετεγκατάσταση μόνο 98 256 αιτούντων άσυλο και τελικά περαίωσαν τη μετεγκατάσταση μόνο 34 705 αιτούντων. Ορισμένα, δε, αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή και απλώς αρνήθηκαν να την εφαρμόσουν.

    Στην Κεντρική Μεσόγειο, η Ιταλία και η Μάλτα δέχτηκαν έντονες πιέσεις λόγω της αύξησης των αφίξεων μεταναστών μέσω Λιβύης. Έπειτα από το αδιέξοδο στο οποίο έφτασε η ΕΕ των 27, το 2019 συνάφθηκαν διάφορες ειδικές συμφωνίες για τη μετεγκατάσταση ατόμων που είχαν διασωθεί στη θάλασσα. Το νομικό πλαίσιο του Δουβλίνου ΙΙΙ κατέστησε δυνατές τις εθελοντικές μεταφορές στα κράτη μέλη που συνυπέγραψαν τη «Διακήρυξη της Μάλτας».

    1.6. Η ευθύνη της χώρας πρώτης εισόδου και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών

    Από το 1990, η αρχή της χώρας πρώτης εισόδου είχε ως στόχο να καταστήσει τα κράτη μέλη υπεύθυνα για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων. Ωστόσο, η εν λόγω αρχή συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση για τις χώρες αυτές και καθιστά απαραίτητη την επιχειρησιακή υποστήριξη από τους υπαλλήλους του Frontex.

    Εξάλλου, αν και ο αριθμός των νέων αιτήσεων ασύλου μειώθηκε το 2017 (654 600) και το 2018 (580 000), σε σύγκριση με την κορύφωση της περιόδου 2015-2016, το 2019 καταγράφηκε νέα αύξηση κατά 18%, με 714 000 νέες αιτήσεις ασύλου. Η τάση αυτή επιβεβαιώθηκε στις αρχές του 2020: σημειώθηκε αύξηση κατά 20% σε σχέση με το 2019. Παρατηρείται επίσης μια διαφοροποίηση των μεταναστευτικών οδών και των χωρών καταγωγής. Μετά τους Σύρους και τους Αφγανούς, πολυάριθμες είναι πλέον και οι αφίξεις Βενεζουελανών και Κολομβιανών.

    Συνεπώς, η ΕΕ χρειάζεται έναν μηχανισμό αλληλεγγύης που θα εξασφαλίζει τον δίκαιο επιμερισμό των βαρών και της ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων μέσω μετεγκατάστασης που βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια.


    2. ΜΕΡΟΣ II: Διαρθρωτικά προβλήματα, διαφορετικές ερμηνείες, επιχειρησιακές δυσκολίες και πολιτικά αδιέξοδα

    2.1. Τα προσκόμματα στον καθορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο να εξετάσει μια αίτηση ασύλου

    2.1.1. Η υποχρέωση καταχώρισης στο Eurodac

    Μόλις υποβάλλεται μια αίτηση ασύλου κατά την είσοδο στην ΕΕ, το κράτος μέλος υποχρεούται να καταχωρίζει τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος στη βάση δεδομένων Eurodac. Συμβουλευόμενες τον σχετικό φάκελο στο Eurodac, οι αρχές μπορούν να επαληθεύσουν ότι το συγκεκριμένο άτομο δεν έχει καταχωριστεί ούτε έχει υποβάλει αίτηση ασύλου σε άλλο κράτος μέλος.

    Ωστόσο, το 2015, πριν από τη δημιουργία των ΚΥΤ, οι δύο χώρες που ήρθαν αντιμέτωπες με το υψηλότερο ποσοστό παράτυπων εισόδων, δηλαδή η Ελλάδα (885 000) και η Ιταλία (154 000), καταχώρισαν μόνο 11 370 και 83 245 αιτήσεις ασύλου αντίστοιχα[11]. Τα κενά αυτά αποδυναμώνουν σημαντικά το σύστημα του Δουβλίνου και την αρχή της χώρας πρώτης εισόδου, και προκαλούν πολλές δευτερογενείς μετακινήσεις.

    2.1.2. Οι στρεβλώσεις στην εφαρμογή της ιεράρχησης των κριτηρίων για τον καθορισμό του υπεύθυνου κράτους

    Το κεφάλαιο III του κανονισμού του Δουβλίνου περιλαμβάνει ιεράρχηση των κριτηρίων για τον καθορισμό του κράτους που υποχρεούται να «αναδέχεται» έναν αιτούντα άσυλο. Προτεραιότητα δίδεται στην οικογενειακή ενότητα (άρθρα 8-11), και ακολούθως στην κατοχή τίτλων διαμονής και θεωρήσεων (άρθρο 12), στην παράτυπη είσοδο ή διαμονή (άρθρο 13), στην είσοδο χωρίς υποχρέωση θεώρησης (άρθρο 14), στην αίτηση σε αερολιμένες ή σε χώρους διέλευσης (άρθρο 15), και στην πρώτη χώρα στην οποία υποβάλλεται αίτηση (άρθρο 3 παράγραφος 2).

    Ωστόσο, τα αιτήματα αναδοχής δεν αντικατοπτρίζουν αυτή την ιεράρχηση. Το 2018, επίκληση του κριτηρίου της οικογενειακής ενότητας έγινε στο 5% των περιπτώσεων στη Γαλλία (σε σύνολο 12 000) και στο 3,7% των περιπτώσεων στη Γερμανία (σε σύνολο 17 500). Το ποσοστό αυτό είναι ακόμα πιο χαμηλό στο Βέλγιο, τη Σουηδία, την Ελβετία ή την Αυστρία[12]. Αντιθέτως, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 79,3 %.

    Τα αιτήματα οικογενειακής επανένωσης γίνονται δεκτά λιγότερο συχνά: μόνο το 48% των αιτημάτων γίνεται δεκτό, ενώ για όλες τις διαδικασίες το μέσο ποσοστό είναι 67,6%. Πολύ συχνά, τα κράτη μέλη επιβάλλουν κανόνες για τη ρύθμιση και τον περιορισμό της οικογενειακής επανένωσης, απαιτώντας δεσμευτικό μέτρο απόδειξης (π.χ. τεστ DNA, εκτίμηση της ηλικίας).

    2.1.3. Η διοικητική επιβάρυνση των διαδικασιών του Δουβλίνου και η μεταβλητή εφαρμογή τους

    Ο αριθμός των διαδικασιών του Δουβλίνου αυξήθηκε από περίπου 90 000 το 2014 σε 160 000 την περίοδο 2016-2017. Την περίοδο 2016-2019, η Γερμανία και η Γαλλία είναι οι χώρες που απηύθυναν μακράν τα περισσότερα αιτήματα: Από κοινού, απηύθυναν το 68% του συνόλου των αιτημάτων. Ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία, η Εσθονία, η Λιθουανία, η Λετονία, η Σλοβακία, η Βουλγαρία, η Πολωνία και η Τσεχική Δημοκρατία, απευθύνουν λίγα αιτήματα στο πλαίσιο του Δουβλίνου. Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι η Ισπανία δεν απευθύνει σχεδόν καθόλου αιτήματα (7 το 2016, 11 το 2017, 7 το 2018), παρά τον σημαντικό και αυξανόμενο αριθμό αιτήσεων ασύλου (16 544 το 2016, 31 738 το 2017, 55 570 το 2018). Κατ’ αντιδιαστολή, η Ελλάδα απηύθυνε 2 886 αιτήματα το 2016 (για 51 091 αιτήσεις ασύλου), 9 784 αιτήματα το 2017 (για 58 661 αιτήσεις ασύλου) και 5 211 αιτήματα το 2018 (για 66 969 αιτήσεις ασύλου).

    Το σύστημα του Δουβλίνου δημιουργεί επομένως σημαντική διοικητική επιβάρυνση, τόσο σε οικονομικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, ενώ πραγματοποιείται μόνο το 11% των μεταφορών. Παρατηρούνται επίσης σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στις διάφορες χώρες: Την περίοδο 2016-2019, πραγματοποιήθηκαν μεταφορές σε ποσοστό 54,6% στην Ελλάδα, 42,2% στη Σουηδία, και μόνο 11,2% στη Γερμανία, 6,7% στη Γαλλία και 1,6% στην Ιταλία.

    Από την άλλη πλευρά, οι ρήτρες διακριτικής ευχέρειας (άρθρο 17) εφαρμόζονται σπάνια. Επίκληση της ρήτρας κυριαρχίας έγινε, κατά προσέγγιση, μόνο 2 000 φορές το 2018, για περισσότερες από 155 000 αιτήσεις ασύλου. Οι χώρες που επικαλέστηκαν περισσότερο τη ρήτρα αυτή ήταν η Γερμανία (65 %), οι Κάτω Χώρες (13%) και η Γαλλία (10 %). Ορισμένες χώρες την επικαλέστηκαν μόνο μία φορά (Αυστρία, Δανία, Πολωνία), ενώ άλλες ποτέ (Σλοβενία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Εσθονία).

    2.1.4. Υπερβολικά περίπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες

    Οι διοικητικές διαδικασίες που πρέπει να διεκπεραιώσουν οι αιτούντες άσυλο κατά την άφιξή τους στην Ευρώπη είναι περίπλοκες[13]. Ο μεγάλος αριθμός των φορέων που εμπλέκονται (διοικητικοί, νομικοί, ιατρικοί φορείς, αστυνομία, ΜΚΟ), η γεωγραφική τους διασπορά και η έλλειψη διαθεσιμότητάς τους επιβραδύνουν σημαντικά την εξέταση των αιτήσεων. Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των φορέων αυτών, καθώς και το πεσμένο ηθικό του προσωπικού κάποιων εξ αυτών, είναι ορισμένοι ακόμη παράγοντες. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι αιτούντες άσυλο καταχωρίζονται σε έναν από τους 11 νομούς της χώρας και πρέπει όλοι να μεταβούν στην περιφέρεια του Παρισιού για τη συνέντευξή τους στην εθνική υπηρεσία ασύλου (OFPRA).

    Το ποσοστό των διαδικασιών του Δουβλίνου επί του συνόλου των αιτήσεων ασύλου αυξήθηκε από 15% το 2014 σε 26-27% την περίοδο 2016-2017. Συνεπώς, οι μονάδες των κρατών που εφαρμόζουν τις διαδικασίες του Δουβλίνου ήρθαν αντιμέτωπες με σημαντική αύξηση των δραστηριοτήτων τους, γεγονός που προκάλεσε συμφόρηση και αύξηση του χρόνου διεκπεραίωσης.

    Ορισμένες εθνικές αρχές αναδιοργανώθηκαν για να αντεπεξέλθουν στον υπερβολικά μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού (ιδίως η έλλειψη προσωπικού προστασίας και διερμηνέων) είναι βασικός παράγοντας των καθυστερήσεων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Κύπρος έχουν λιγότερους υπαλλήλους στον τομέα του ασύλου κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των αιτήσεων ασύλου. Το 2019, η Ισπανία διέθετε 197 υπαλλήλους για 55 290 αιτήσεις, ενώ η Αυστρία 1 121 υπαλλήλους για 5 780 αιτήσεις. Η αυξανόμενη εξάρτηση από προσωρινό προσωπικό (π.χ. στην Ελλάδα και την Κύπρο) μπορεί να υπονομεύσει την ικανότητα των αρχών να εξετάζουν τις αιτήσεις.

    Ο κανονισμός του Δουβλίνου ορίζει προθεσμίες για κάθε στάδιο των διαδικασιών του Δουβλίνου[14]. Ωστόσο, παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις, και μάλιστα συχνά η διαδικασία ολοκληρώνεται πολλούς μήνες μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Υπάρχουν επίσης ερμηνευτικές αποκλίσεις όσον αφορά την αφετηρία κάθε διαδικασίας, οι οποίες χρήζουν διευκρινίσεων από το ΔΕΕ (βλ. απόφαση Mengesteab).

    Η μη εφαρμογή ορισμένων ρητρών (π.χ. οικογενειακή επανένωση, αναδοχή των ασυνόδευτων ανηλίκων) και η μη τήρηση των προθεσμιών φανερώνουν επίσης δυσκολίες που συνδέονται με την επαλήθευση των στοιχείων των αιτούντων. Πολλοί φτάνουν χωρίς έγγραφο ταυτότητας, με αποτέλεσμα να περιπλέκεται ο καθορισμός της ηλικίας, της ιθαγένειας και των οικογενειακών δεσμών, και να απαιτούνται πρόσθετες επαληθεύσεις.

    2.2. Τα εμπόδια στη μεταφορά αιτούντων άσυλο

    2.2.1. Υπερβολικά σύντομη περίοδος ευθύνης για τα κράτη μέλη

    Αφού εκδοθεί απόφαση μεταφοράς, τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεσή τους 6 μήνες (18 μήνες σε περίπτωση διαφυγής του αιτούντος) για να πραγματοποιήσουν τη μεταφορά. Μετά τη λήξη αυτής της προθεσμίας, το κράτος έκδοσης καθίσταται υπεύθυνο για την αίτηση.

    Στην πράξη, αυτή η περιορισμένη περίοδος ευθύνης ενθαρρύνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη που υποδέχονται αιτούντες άσυλο να καθυστερούν την εκτέλεση της μεταφοράς. Ωθεί επίσης τους αιτούντες άσυλο να απέχουν από τη διαδικασία, ώστε να υποβάλουν αίτηση σε άλλο κράτος μέλος[15].

    Η παράταση της περιόδου ευθύνης θα καθιστούσε δυνατή την καταπολέμηση των δευτερογενών μετακινήσεων και της παράτυπης διαμονής.

    2.2.2. Πολλαπλά εμπόδια

    Τα εμπόδια είναι πολλά και διάφορα. Μεταξύ άλλων, τα κράτη στα οποία απευθύνεται το αίτημα αρνούνται να συνεργαστούν ή συνεργάζονται ελλιπώς, οι εθνικές δευτεροβάθμιες δικαστικές αρχές ακυρώνουν αποφάσεις, οι προθεσμίες δεν τηρούνται. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η «διοικητική διαφυγή» των προς μεταφορά ατόμων. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι εθνικές αρχές κάνουν λόγο για δυσκολίες στην εκτέλεση των μεταφορών και για περιορισμούς στις μετακινήσεις (συχνά αεροπορικές), τους οποίους επιβάλλουν οι εταιρείες (περιορισμένος αριθμός ατόμων ανά πτήση, υποχρέωση έκδοσης ονομαστικού εισιτηρίου, απουσία πτήσεων με ανταπόκριση κ.λπ.).

    Η έλλειψη επαρκούς ικανότητας υποδοχής ή η μη συμμόρφωση με τις διαδικασίες του Δουβλίνου έχουν αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας του ΔΕΕ και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Και τα δύο δικαστήρια έχουν αποφανθεί κατά της μεταφοράς σε κράτη μέλη τα οποία θα απέρριπταν αδικαιολόγητα την αίτηση διεθνούς προστασίας ή στα οποία οι αιτούντες θα εκτίθεντο σε παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους[16].

    Πολύ συνηθισμένες είναι επίσης οι προσφυγές κατά αποφάσεων του Δουβλίνου. Πρόκειται μεν για θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο όμως παρατείνει πολλές διαδικασίες του Δουβλίνου, καθώς το ποσοστό προσφυγών είναι υψηλό σε όλα τα κράτη μέλη, και φτάνει έως και το 80%. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσφυγή αποτελεί τρόπο παραμονής στην επικράτεια ενός κράτους μέλους για τους αιτούντες άσυλο που δεν επιθυμούν να μεταφερθούν.

    2.3. Μεταναστευτικές οδοί: ένας υποτιμημένος παράγοντας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου

    2.3.1. Δευτερογενείς μετακινήσεις: εχθρός της αρχής της ενιαίας διαδικασίας αίτησης ασύλου

    Ως δευτερογενής μετακίνηση νοείται η μετακίνηση ενός ατόμου από το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου σε άλλο. Το φαινόμενο αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργία του μηχανισμού του Δουβλίνου. Αποδιοργανώνει τη διαδικασία καθορισμού του υπεύθυνου κράτους, αυξάνει τον αριθμό των διαδικασιών του Δουβλίνου και υπονομεύει την αρχή της ενιαίας διαδικασίας αίτησης ασύλου στην ΕΕ.

    Σύμφωνα με την Ολλανδική Συμβουλευτική Επιτροπή για Θέματα Μετανάστευσης[17], αν και ο αριθμός των αιτήσεων ασύλου μειώθηκε μετά την περίοδο 2015-2016, οι δευτερογενείς μετακινήσεις αυξήθηκαν σημαντικά. Η Γερμανία και η Γαλλία είναι δύο κύριοι προορισμοί των αιτούντων άσυλο που μετακινούνται δευτερογενώς. Τα κίνητρα είναι διάφορα: ύπαρξη οικογενειακών δεσμών, παρουσία διασποράς, γνώση της γλώσσας, συνθήκες υποδοχής, ευκαιρίες απασχόλησης, άρνηση μεταφοράς.

    Οι δευτερογενείς μετακινήσεις επηρεάζονται επίσης από άλλη μια σημαντική αδυναμία του συστήματος: τις αποκλίσεις όσον αφορά το βαθμό προστασίας. Για παράδειγμα, ο βαθμός προστασίας των Αφγανών ποικίλλει από 6% έως 98% ανάλογα με το κράτος μέλος. Το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 8% έως 98 % για τους Ιρακινούς. Απουσία ενός ευρωπαϊκού καταλόγου των ασφαλών χωρών καταγωγής και μιας κοινής ανάλυσης των κινδύνων ανά χώρα, αυτές οι διαφορές στις εκτιμήσεις ωθούν τους αιτούντες άσυλο να μετακινηθούν προς το κράτος στο οποίο είναι πιθανότερο να λάβουν διεθνή προστασία. Οι διαφορές στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο είναι άλλος ένας παράγοντας που ωθεί σε δευτερογενείς μετακινήσεις.

    Η ανάλυση των δευτερογενών μετακινήσεων και των σχετικών τάσεων θέτει εν αμφιβόλω τη συνάφεια ορισμένων αρχών που προβλέπονται από τον κανονισμό «Δουβλίνο ΙΙΙ». Οι διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης ανάμεσα στα κράτη μέλη επηρεάζουν τις συνθήκες υποδοχής. Το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι προσδοκίες των αιτούντων άσυλο και η περιορισμένη διάρκεια της ευθύνης των κρατών ωθούν τα άτομα να κατευθυνθούν προς το κράτος μέλος που επιθυμούν και να παραμείνουν σε καθεστώς «διοικητικής διαφυγής», ώστε να υποβάλουν αλλού αίτηση ασύλου.

    Οι εθνικές στρατηγικές που επικεντρώνονται μόνο στις κυρώσεις ή στον περιορισμό της πρόσβασης στο άσυλο, τις οποίες προκρίνει η πλειονότητα των κρατών μελών μέχρι σήμερα, προσφέρουν μερική μόνο λύση στο πρόβλημα αυτό. Ένα σύστημα το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη, ως έναν βαθμό, τις διαδρομές και την προσέγγιση των αιτούντων άσυλο είναι καταδικασμένο να αποτύχει[18].

    2.3.2. Τάσεις στις μεταναστευτικές ροές

    Ως εκ τούτου, για να αντιμετωπιστούν οι ροές με πιο δομημένο τρόπο και για να οργανωθούν καλύτερα οι διαδικασίες ασύλου, είναι αναγκαίο να αναλυθούν οι διαδρομές των μεταναστών.

    Παρατηρείται αύξηση των αιτήσεων ασύλου από άτομα που εισέρχονται νόμιμα σε μια χώρα, είτε απαλλαγμένα από την υποχρέωση θεώρησης είτε με θεώρηση διαμονής. Σύμφωνα με την EASO, το 2019, το ένα τέταρτο των αιτήσεων υποβλήθηκαν από άτομα που εισήλθαν στην ΕΕ χάρη σε απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης. Ωστόσο, οι χώρες προέλευσής τους, αν και θεωρούνται ασφαλείς, προσφέρουν πολύ χαμηλό επίπεδο προστασίας: Βόρεια Μακεδονία (1 %), Μολδαβία (1 %), Βενεζουέλα (5 %), Αλβανία (6 %), Κολομβία (7 %), Ουκρανία (9 %). Αυτές οι πολυάριθμες αιτήσεις, που είναι απίθανο να γίνουν δεκτές, εμβολίζουν τα συστήματα ασύλου.

    Η έλλειψη δεδομένων σχετικά με τις διαδρομές των μεταναστών αποτελεί εμπόδιο για την καλύτερη κατανόηση των δυσλειτουργιών του Δουβλίνου III. Η διαλειτουργικότητα των δεδομένων για το άσυλο είναι, συνεπώς, αναγκαία. Θα πρέπει επίσης να δοθεί στην EASO πρόσβαση στα δεδομένα του Eurodac υπό ασφαλείς συνθήκες για τη διενέργεια αυτής της ανάλυσης και να επεκταθεί ο ρόλος του eu-LISA.

    2.3.3. Ο αντίκτυπος της αποτυχίας του Δουβλίνου σε ανθρώπινο επίπεδο

    Η αναποτελεσματικότητα του κανονισμού του Δουβλίνου πλήττει πρωτίστως τους μετανάστες, οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί τραύματα στη χώρα τους ή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την Ευρώπη. Η διοικητική ταλαιπωρία και η ανασφάλεια, που μπορούν να διαρκέσουν μήνες ή και χρόνια, συνιστούν ένα νέο τραύμα και επιτρέπουν στους διακινητές να εκμεταλλεύονται τους μετανάστες μέσω δικτύων πορνείας ή αναγκαστικής εργασίας. Η αποτυχία του συστήματος του Δουβλίνου και του ΚΕΣΑ επιφέρει πολλές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι συνθήκες στα ελληνικά ΚΥΤ είναι θλιβερές και απάνθρωπες.

    Η προστασία του μείζονος συμφέροντος του παιδιού και των ασυνόδευτων ανηλίκων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν συγκροτήσει ειδικές μονάδες για τους ασυνόδευτους ανηλίκους (Βέλγιο, Γαλλία, Ουγγαρία), ενώ άλλα απασχολούν ειδικευμένο προσωπικό (Γερμανία, Πολωνία, Κύπρος). Όμως αυτές οι ορθές πρακτικές δεν εφαρμόζονται παντού.

    Ένα από τα κύρια εμπόδια είναι η δυσκολία όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας των μεταναστών. Οι πρακτικές διαφέρουν από κράτος σε κράτος και η αξιοπιστία των εκτιμήσεων, όπως π.χ. αυτών που βασίζονται σε ιατρικές εξετάσεις, είναι αβέβαιη. Οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις που ακολουθούν ειδικευμένοι εμπειρογνώμονες καθιστούν δυνατή την κατάρτιση συναφών δεικτών και τον πιο αξιόπιστο καθορισμό της ηλικίας (Ηνωμένο Βασίλειο, Μάλτα, Ιταλία, Ελλάδα, Κάτω Χώρες, Γαλλία). Εξάλλου, μολονότι είναι υποχρεωτικός ο ορισμός νόμιμου εκπροσώπου που θα συνοδεύει ή θα εκπροσωπεί τους ανηλίκους στις διαδικασίες ασύλου (άρθρο 6), παρατηρούνται σημαντικά κενά στην εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Τέλος, ορισμένα κράτη μέλη δεν παρέχουν πληροφορίες προσαρμοσμένες στις ανάγκες των ανηλίκων.

    Το δικαίωμα ενημέρωσης (άρθρο 4) είναι άλλη μια αρχή που δεν τηρείται επαρκώς. Στα προβλήματα συγκαταλέγονται η απουσία πλήρους ενημέρωσης, η περιορισμένη πρόσβαση των αιτούντων σε νομική συνδρομή, οι γλωσσικοί φραγμοί και η έλλειψη διερμηνέων, οι καθυστερήσεις στην παροχή πληροφοριών[19]. Οι ελλείψεις αυτές μπορούν να εξηγηθούν από την ανεπάρκεια των επιτόπιων πόρων, ωστόσο είναι και αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.

    2.4. Η αναστολή του ΚΕΣΑ και των διαδικασιών του Δουβλίνου κατά την κρίση Covid-19

    Κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, και λόγω των μέτρων περιορισμού, οι διαδικασίες του Δουβλίνου μειώθηκαν σημαντικά ή και ανεστάλησαν. Τούτο συνέβη ιδίως με τις συνεντεύξεις για το άσυλο. Παρότι ορισμένες χώρες επέλεξαν να διεξαγάγουν συνεντεύξεις εξ αποστάσεως, πολλές συνεντεύξεις αναβλήθηκαν[20]. Στις 16 Απριλίου, η EASO δημοσίευσε συστάσεις για να διασφαλιστεί η συνέχεια του δικαιώματος ασύλου, ωστόσο δεν υπάρχει σχέδιο διαχείρισης κρίσεων το οποίο να προσαρμόζεται στις περιστάσεις αυτές, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο η εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο III».

    2.5. Αναδυόμενο πλαίσιο διακυβέρνησης, ο αυξανόμενος ρόλος των οργανισμών της ΕΕ

    Η αποτελεσματικότητα του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» υπονομεύεται από τις πολυάριθμες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη τον ερμηνεύουν και τον εφαρμόζουν. Ορισμένες από αυτές οφείλονται σε εθνικές στρατηγικές και αποσκοπούν στην καταπολέμηση των δευτερογενών μετακινήσεων ή στη μείωση των χρόνων διεκπεραίωσης. Άλλες απορρέουν από ιστορικές πρακτικές ή από την απουσία διαλόγου μεταξύ των εθνικών αρχών για το άσυλο. Το κοινοτικό συμφέρον θίγεται κάθε φορά, καθώς το πρόβλημα των δευτερογενών μετακινήσεων που αποφεύγονται σε μία χώρα μετακυλίεται σε μία άλλη.

    Επιπλέον, έχουν συναφθεί διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, ή μεταξύ κρατών μελών, που αποσκοπούν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών, στη διασφάλιση των μεταφορών ή των επιστροφών αιτούντων άσυλο των οποίων η αίτηση απορρίπτεται (π.χ. οι συμφωνίες Ισπανίας-Μαρόκου, Γερμανίας-Αλβανίας). Θα πρέπει να αντληθούν διδάγματα από αυτές τις συμφωνίες και να επαναληφθούν, ει δυνατόν, σε μεγαλύτερη κλίμακα για να αποφευχθούν λάθη στο μέλλον.

    Η σύγκλιση της πολιτικής στον τομέα των θεωρήσεων μεταξύ των κρατών μελών είναι επίσης πιθανό να βελτιώσει τη λειτουργία του ΚΕΣΑ και του Δουβλίνου ΙΙΙ, δεδομένου ότι πολλοί αιτούντες άσυλο φτάνουν στο έδαφος της Ένωσης με νόμιμο τρόπο, είτε με θεώρηση είτε χάρη σε απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης.

    Για να βελτιωθεί η σύγκλιση μεταξύ των εθνικών συστημάτων, η Επιτροπή διαχειρίζεται ένα δίκτυο εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών σε θέματα του Δουβλίνου. Ωστόσο, οι συνεδριάσεις τους δεν έχουν την απαραίτητη συχνότητα (μία ή δύο φορές τον χρόνο) προκειμένου να διαδραματίσουν επιχειρησιακό ρόλο.

    Η EASO διαδραματίζει ολοένα πιο σημαντικό και ενεργό ρόλο στη βελτίωση της σύγκλισης, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και σε μια κοινή νοοτροπία όσον αφορά το άσυλο. Το 2016, η EASO συγκρότησε το δίκτυο μονάδων «Δουβλίνο», το οποίο είναι πιο δραστήριο από το αντίστοιχο δίκτυο της Επιτροπής. Η EASO συντάσσει επίσης πολλά έγγραφα καθοδήγησης[21]. Τέλος, ο οργανισμός διοργανώνει σεμινάρια για το προσωπικό των μονάδων «Δουβλίνο».

    Η επιχειρησιακή υποστήριξη που παρέχεται στα κράτη μέλη είναι μέχρι στιγμής η σημαντικότερη συμβολή της EASO στην εφαρμογή του συστήματος του Δουβλίνου. Η ενίσχυση της EASO ώστε να γίνει ένας πραγματικά ανεξάρτητος οργανισμός αποτελεί προτεραιότητα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του ΚΕΣΑ.

    Τέλος, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ», η Επιτροπή πρέπει επίσης να εξασφαλίσει μεγαλύτερη συνέπεια με τις λοιπές διατάξεις του ΚΕΣΑ (υποδοχή, διαδικασίες ασύλου). Μια μεταρρύθμιση του ΚΕΣΑ θα ήταν άσκοπη χωρίς σημαντική βελτίωση του ποσοστού των επιστροφών των ατόμων που δεν είναι επιλέξιμα για άσυλο.

     


    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»

    (2019/2206(INI))

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

     έχοντας υπόψη το άρθρο 78 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

     έχοντας υπόψη το άρθρο 80 της ΣΛΕΕ σχετικά με την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών επιπτώσεών της,

     έχοντας υπόψη τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 18, 19 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ,

     έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, 5, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ),

     έχοντας υπόψη το άρθρο 14 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1948,

     έχοντας υπόψη το παγκόσμιο σύμφωνο του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες,

     έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων (Σύμβαση της Γενεύης),

     έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (αναδιατύπωση), που είναι γνωστός ως κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ»[22],

     έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Συμβουλίου (ΕΕ) 2015/1523 της 14ης Σεπτεμβρίου 2015[23] και (ΕΕ) 2015/1601 της 22ας Σεπτεμβρίου 2015[24] σχετικά με τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας,

     έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0270) για τη μεταρρύθμιση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»,

     έχοντας υπόψη τη διαπραγματευτική εντολή που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων στις 19 Οκτωβρίου 2017, η οποία εγκρίθηκε στην Ολομέλεια στις 16 Νοεμβρίου 2017 και επιβεβαιώθηκε από τη Διάσκεψη των Προέδρων στις 17 Οκτωβρίου 2019,

     έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Απριλίου 2016 σχετικά με την κατάσταση στη Μεσόγειο και την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τη μετανάστευση[25],

      έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, και ιδίως τις αποφάσεις C-695/15 PPU, Mirza (ECLI: EU: C:2016 :188), C-63/15 Ghezelbash (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (*) (ECLI:EU:C:2016:409), C-155/15, Karim (ECLI:EU:C:2016:410), C-578/16 PPU C.K. κ.λπ. (*) (ECLI:EU:C:2017:127), C-528/15 Al Chodor (ECLI:EU:C:2017:213), C-36/17 Ahmed (Διάταξη) (ECLI:EU:C:2017:273), C-490/16 A.S. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (ECLI:EU:C:2017 :585), C-646/16 Jafari (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (*) (ECLI:EU:C:207:586), C-670/16 Mengesteab (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (ECLI:EU:C:2017:587), C-60/16 Khir Amayri, ECLI:EU:C:2017:675, C-201/16 Shiri, (ECLI:EU:C:2017:805), C-360/16 Hasan (ECLI:EU:C:2018:35), C-647/16 Hassan (ECLI:EU:C:2018:368), C-213/17 X (ECLI:EU:C:2018:538), C-56/17 Fathi (ECLI:EU:C:2018:803), C-47/17 X (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (ECLI:EU:C:2018:900), C-661/17 M.A. κ.λπ. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (*) (ECLI:EU:C:2019:53), C-163/17 Jawo (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (*) (ECLI:EU:C:2019:218), και C-582/17 H. (τμήμα μείζονος συνθέσεως) (*) ECLI:EU:C:2019:280,

     έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, και ιδίως τις αποφάσεις στις υποθέσεις Sharifi κατά Αυστρίας της 5ης Δεκεμβρίου 2013 (απόφαση τμήματος), Mohammadi κατά Αυστρίας της 3ης Ιουλίου 2014 (απόφαση τμήματος), Sharifi κ.λπ. κατά Ιταλίας και Ελλάδας της 21ης Οκτωβρίου 2014 (απόφαση τμήματος), και Tarakhel κατά Ελβετίας της 4ης Νοεμβρίου 2014 (απόφαση τμήματος μείζονος συνθέσεως), και ΕΔΔΑ - M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (απόφαση τμήματος μείζονος συνθέσεως), προσφυγή αριθ. 30696/09, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2011 αναφορικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 της 18ης Φεβρουαρίου 2003 (Δουβλίνο ΙΙ),

     έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Μαΐου 2015 σχετικά με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης για τη μετανάστευση (COM(2015)0240),

     έχοντας υπόψη τη λεγόμενη Δήλωση της Μάλτας του Σεπτεμβρίου 2019,

     έχοντας υπόψη τη μελέτη της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες του Αυγούστου 2017 με τίτλο «Left in limbo» (Αφημένοι σε αναμονή), σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»,

     έχοντας υπόψη την αξιολόγηση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» του 2015 και την αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» του 2016 που διενεργήθηκαν εξ ονόματος της Επιτροπής από την ICF International,

     έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση αριθ. 2019/24 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου του Νοεμβρίου 2019 με τίτλο «Άσυλο, μετεγκατάσταση και επιστροφή μεταναστών: Καιρός να εντατικοποιηθεί η δράση ώστε να αντιμετωπιστούν οι αποκλίσεις μεταξύ στόχων και αποτελεσμάτων»,

     έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «COVID-19: Οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των σχετικών ενωσιακών διατάξεων στον τομέα του ασύλου και των διαδικασιών επιστροφής και σχετικά με την επανεγκατάσταση (2020/C 126/02),

     έχοντας υπόψη την έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο της 2ας Ιουνίου 2020 σχετικά με τα μέτρα έκτακτης ανάγκης για την COVID-19 στα συστήματα ασύλου και υποδοχής,

     έχοντας υπόψη την έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) του Ιουνίου 2020 με τίτλο «Ετήσια έκθεση για την κατάσταση του ασύλου στην ΕΕ»,

     έχοντας υπόψη την αξιολόγηση από τις υπηρεσίες κοινοβουλευτικής έρευνας (EPRS) της εφαρμογής του κανονισμού του Δουβλίνου του Ιανουαρίου 2019, η οποία εκπονήθηκε από τη Δρα Amandine Scherrer της Μονάδας εκ των Υστέρων Αξιολόγησης της Διεύθυνσης Εκτίμησης Αντικτύπου και Ευρωπαϊκής Προστιθέμενης Αξίας του Κοινοβουλίου (πρώτο μέρος) και από την ερευνητική ομάδα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (ECRE), κατόπιν αιτήματος της Μονάδας εκ των Υστέρων Αξιολόγησης (δεύτερο μέρος),

     έχοντας υπόψη άλλες μελέτες που ανέθεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και ιδίως την αξιολόγηση, από την EPRS, της εφαρμογής του κανονισμού του Δουβλίνου και των διαδικασιών ασύλου στην Ευρώπη από τους Gertruud Malmersjo και Milan Remáč του 2016, τη μελέτη του Θεματικού Τμήματος Δικαιωμάτων των Πολιτών και Συνταγματικών Υποθέσεων (Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Πολιτικών) σχετικά με τη μεταρρύθμιση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» από τον Francesco Maiani του Ιουνίου 2016, τη μελέτη της EPRS με τίτλο «The Cost of Non-Europe in Asylum Policy» (Το κόστος της μη-Ευρώπης στην πολιτική ασύλου) από τους Wouter van Ballegoij και Cecilia Navarra του Οκτωβρίου 2018, και τη μελέτη της EPRS σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος του Δουβλίνου από την Anja Radjenovic του Μαρτίου 2019,

     έχοντας υπόψη την ακρόαση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) που πραγματοποιήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2020,

     έχοντας υπόψη τις απαντήσεις των κοινοβουλίων των κρατών μελών σχετικά με τις εργασίες τους για τον κανονισμό «Δουβλίνο ΙΙΙ», μέσω του αυτοματοποιημένου συστήματος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Κοινοβουλευτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης,

     έχοντας υπόψη την απάντηση που έδωσε η Γερμανία σε έναν κατάλογο πέντε ερωτήσεων που απέστειλαν ο πρόεδρος της επιτροπής LIBE και η εισηγήτρια σε όλες τις εθνικές αρχές που συμμετέχουν στη διαδικασία του Δουβλίνου,

     έχοντας υπόψη τις διερευνητικές αποστολές της εισηγήτριας στο Bochum (Γερμανία), το Ter Apel (Κάτω Χώρες), το Βουκουρέστι (Ρουμανία) και τη Lampedusa (Ιταλία),

     έχοντας υπόψη το άρθρο 54 του Κανονισμού του, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το παράρτημα 3 της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων της 12ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη διαδικασία για την εξουσιοδότηση εκπόνησης εκθέσεων πρωτοβουλίας,

     έχοντας υπόψη την επιστολή της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων,

     έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A9-0245/2020),

    Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2015, 1 393 920 αιτούντες άσυλο υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας σε χώρες της ΕΕ ενώ το 2016, ο αριθμός τους ανήλθε σε 1 292 740, ήτοι τετραπλασιάστηκε σε σύγκριση με το 2012 (373 375) και το 2013 (464 515)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας στις χώρες της ΕΕ αυξήθηκαν εκ νέου την περίοδο μεταξύ 2018 (665 920) και 2019 (738 425), φτάνοντας το 0,13 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ το 2019·

    Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ των αιτήσεων ασύλου που υποβλήθηκαν στην ΕΕ και ότι περίπου 17 700 ασυνόδευτοι ανήλικοι υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας το 2019· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 86 % εξ αυτών ήταν αγόρια και το 90 % ηλικίας από 14 έως 18 ετών·

    Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το κράτος μέλος που εξέδωσε θεώρηση σε υπήκοο τρίτης χώρας είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού «Δουβλίνο III»· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού «Δουβλίνο III», η αίτηση η οποία υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ή άπατρι που εισήλθε στο έδαφος κράτους μέλους που χορηγεί απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης εξετάζεται από το εν λόγω κράτος μέλος·

    Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2019 εκδόθηκαν 145 000 αποφάσεις σχετικά με αιτήματα στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου· λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό αποδοχής για τις αποφάσεις σχετικά με αιτήματα στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου το 2019 ανερχόταν σε 62 %·

    Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένα τρίτο των κρατών μελών υποδέχθηκε το 90 % των αιτούντων άσυλο την περίοδο 2008-2017·

    ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της ευθύνης κράτους μέλους όσον αφορά την εξέταση αίτησης ασύλου περιλαμβάνουν, κατά προτεραιότητα, την οικογενειακή ενότητα, την έκδοση αδειών διαμονής ή θεωρήσεων, την παράτυπη είσοδο ή διαμονή και την είσοδο χωρίς υποχρέωση θεώρησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι αν δεν ισχύει κανένα από τα ανωτέρω κριτήρια, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2· λαμβάνοντας υπόψη ότι, εξαιτίας της δυσανάλογης εφαρμογής του άρθρου 13, σύμφωνα με το οποίο, η ευθύνη για την εξέταση αίτησης ασύλου βαρύνει το πρώτο κράτος μέλος παράτυπης εισόδου, οι ευθύνες δεν κατανέμονται δίκαια μεταξύ των κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετά κράτη μέλη «πρώτης εισόδου» στη Μεσόγειο, και συγκεκριμένα η Ελλάδα, η Ιταλία, η Μάλτα, η Κύπρος και η Ισπανία, έλαβαν μεγάλο ποσοστό των αιτήσεων που υποβλήθηκαν για πρώτη φορά, ιδίως κατά την κρίση της περιόδου 2015-2016·

    Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2018, η Γερμανία (με πληθυσμό 82,8 εκατομμύρια κατοίκους, ήτοι 18,6 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ) κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων (184 180, ήτοι το 28 % του συνόλου των αιτήσεων, που ισοδυναμεί με 0,22 % του πληθυσμού της), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (με πληθυσμό 66,9 εκατομμύρια κατοίκους, ήτοι 15 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ) με 120 425 αιτήσεις (ήτοι το 19 % του συνόλου των αιτήσεων, που ισοδυναμεί με 0,18 % του πληθυσμού της), την Ελλάδα (με πληθυσμό 10,74 εκατομμύρια κατοίκους, ήτοι 2.4 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), με 66 695 αιτήσεις, (ήτοι το 11 % του συνόλου των αιτήσεων, που ισοδυναμεί με 0,62 % του πληθυσμού της), την Ιταλία (με πληθυσμό 60,48 εκατομμύρια κατοίκους, ήτοι το 13,6 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ), με 59 950 αιτήσεις (ήτοι το 10 % του συνόλου των αιτήσεων, που ισοδυναμεί με 0,01 % του πληθυσμού της), και την Ισπανία (με πληθυσμό 46,66 εκατομμύρια κατοίκους, ήτοι 10,49 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ) με 52 700 αιτήσεις (ήτοι το 9 % του συνόλου των αιτήσεων, που ισοδυναμεί με 0,11 % του πληθυσμού της)·

    Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι, την περίοδο μεταξύ 2016 και 2019, η Γερμανία και η Γαλλία απηύθυναν μακράν τα περισσότερα αιτήματα στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου (68 % των αιτημάτων συνολικά της ΕΕ), ενώ η Ισπανία, η Εσθονία, η Λιθουανία, η Λετονία, η Σλοβακία, η Βουλγαρία, η Πολωνία και η Τσεχική Δημοκρατία απηύθυναν ελάχιστα αιτήματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ισπανία δεν απηύθυνε σχεδόν καθόλου αιτήματα στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου, παρά τον μεγάλο και αυξανόμενο αριθμό αιτήσεων ασύλου· λαμβάνοντας υπόψη ότι διαπιστώνονται σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών, καθώς από τις μεταφορές το 54,6 % έχουν εκτελεσθεί από την Ελλάδα, το 42,2 % από τη Σουηδία, το 11,2 % από τη Γερμανία, το 6,7 % από τη Γαλλία και το 1,6 % από την Ιταλία την περίοδο 2016-2019· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει σημαντικό κενό πληροφόρησης για ορισμένες χώρες·

    Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός «Δουβλίνο III» εδράζεται στη βασική παραδοχή ότι οι αιτούντες άσυλο απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα σε όλα τα κράτη μέλη και ότι κάθε προσφυγή εξετάζεται δίκαια, όπου κι αν υποβληθεί στην ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα·

    Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν κάνει πολύ περιορισμένη χρήση της ρήτρας εξαρτώμενων προσώπων (άρθρο 16) ή των ρητρών διακριτικής ευχέρειας και επίκλησης ανθρωπιστικών λόγων (άρθρο 17) που προβλέπονται από τον Κανονισμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι ρήτρες παρέχουν εύλογες λύσεις για την οικογενειακή επανένωση ή τις μετεγκαταστάσεις, μεταξύ άλλων και μετά από αποβιβάσεις·

    ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις περισσότερες διαδικασίες του Δουβλίνου, οι διατάξεις όσον αφορά την ιεράρχηση των κριτηρίων δεν εφαρμόζονται σωστά, οι προθεσμίες δεν τηρούνται και δεν πραγματοποιούνται μεταφορές· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε περιπτώσεις που αφορούν παιδιά και οικογένειες, αυτές οι αδυναμίες είναι ιδιαίτερα επιζήμιες για το μείζον συμφέρον του παιδιού και για το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο στην οικογενειακή επανένωση·

    ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, με βάση στοιχεία και μελέτες σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο III», κατά κανόνα δεν λαμβάνονται υπόψη οι οικογενειακές διατάξεις, η δε αρχή του μείζονος συμφέροντος του παιδιού εφαρμόζεται πλημμελώς· λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, ότι επίκληση του κριτηρίου της οικογενειακής ενότητας έγινε σε μόλις 5 % των αιτημάτων αναδοχής στη Γαλλία (σε σύνολο 12 000) και σε 3,7 % αιτημάτων στη Γερμανία (σε σύνολο 17 500) ενώ στο Βέλγιο, τη Σουηδία και την Ελβετία τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν ακόμη μικρότερα· αντιθέτως, η Ελλάδα εξέδωσε το 79,3 % των αιτημάτων αναδοχής βάσει του κριτηρίου οικογενειακής ενότητας το 2018· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αιτήματα οικογενειακής επανένωσης γίνονται δεκτά λιγότερο συχνά (στο 48 % των περιπτώσεων), σε σύγκριση με το μέσο ποσοστό αποδοχής για όλες τις διαδικασίες (67,6 %)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 του κανονισμού θα μπορούσε να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό σεβασμό του δικαιώματος των αιτούντων άσυλο στην οικογενειακή ζωή και την οικογενειακή ενότητα·

    ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι διαπιστώνονται σημαντικά κενά στην εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο III», μεταξύ άλλων το 2015, που καταγράφηκε υψηλός αριθμός αφίξεων, και κατά την πανδημία COVID-19, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και το δικαίωμα διεθνούς προστασίας και να διαπράττονται παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κανόνες που προβλέπει ο κανονισμός «Δουβλίνο III» αποδείχτηκαν ακατάλληλοι για την αντιμετώπιση της σημαντικής εισροής μεταναστών, με επακόλουθο ένα σύστημα που αναθέτει υπερβολικές ευθύνες και βάρη σε λίγα μόνο κράτη μέλη·

    ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προσωρινός μηχανισμός αλληλεγγύης για την έρευνα και τη διάσωση στη Μεσόγειο επί του οποίου επιτεύχθηκε συμφωνία στη Δήλωση της Μάλτας, που υπογράφηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2019 από τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Μάλτα, είχε ισχύ για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών· λαμβάνοντας υπόψη ότι κανένα άλλο κράτος μέλος δεν προσυπέγραψε αυτή την ειδική συμφωνία·

    ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάταξη που αφορά την προληπτική δράση (άρθρο 33) δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ·

    ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 28 του κανονισμού «Δουβλίνο III» επιτρέπει την κράτηση ως έκτακτο μέτρο «ούτως ώστε να εξασφαλίζονται οι διαδικασίες μεταφοράς», όταν υπάρχει «σημαντικός κίνδυνος διαφυγής» του αιτούντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ορισμός αυτός παραμένει ασαφής και τυγχάνει διαφορετικής ερμηνείας μεταξύ των κρατών μελών·

    ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι διαπιστώνεται μη συμμόρφωση όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις και διασφαλίσεις για τους αιτούντες άσυλο, ιδίως τα παιδιά· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάρκεια των διαδικασιών και η μη προβλεπόμενη έκβαση σε συνδυασμό με τις κακές συνθήκες υποδοχής και την κοινωνική αβεβαιότητα έχουν επιπτώσεις στην ευημερία των αιτούντων άσυλο, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες στην πατρίδα τους και/ή στο δρόμο για την ΕΕ·

    ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο III» συνδέεται στενά με την εφαρμογή άλλων φακέλων της ευρωπαϊκής πολιτικής για το άσυλο και τη μετανάστευση· λαμβάνοντας υπόψη, ειδικότερα, ότι η ατελής εφαρμογή της αναδιατύπωσης της οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου (2013/32/ΕΕ), της αναδιατύπωσης της οδηγίας για την υποδοχή (2013/33/ΕΕ) και της αναδιατύπωσης της οδηγίας για τις απαιτήσεις για την αναγνώριση δικαιούχων διεθνούς προστασίας (2011/95/ΕΕ) είχαν αντίκτυπο στην εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο III»· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες ώστε να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τις εν λόγω οδηγίες, μεταξύ άλλων μέσω διαδικασιών επί παραβάσει·

    ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι κάποιες από τις εν λόγω ατέλειες είναι εγγενείς στον σχεδιασμό του κανονισμού και δεν μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω καλύτερης εφαρμογής·

    Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κενά πληροφόρησης παρεμποδίζουν την ολοκληρωμένη αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»· λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν παρέχονται στατιστικά στοιχεία συστηματικά και με συνέπεια από τα κράτη μέλη, και δεν παρατηρείται ο ίδιος βαθμός λεπτομέρειας ή συχνότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι παρατηρούνται κενά βασικής πληροφόρησης όσον αφορά την αιτιολογία των αιτημάτων, τη διάρκεια των διαδικασιών, τους πόρους, τις ανακληθείσες αιτήσεις, τις μη περαιωμένες μεταφορές, τις διαδικασίες προσφυγής και τις κρατήσεις·

    ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 6 Νοεμβρίου 2017 το Κοινοβούλιο ενέκρινε νομοθετικό ψήφισμα σχετικά με την πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού «Δουβλίνο IV» με πλειοψηφία δύο τρίτων·

    Ενσωμάτωση της αρχής της αλληλεγγύης στο κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου

    1. θεωρεί ότι ο ισχύων κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ» επιφέρει μια δυσανάλογη ευθύνη σε μια μειοψηφία κρατών, ιδίως σε περίπτωση υψηλού αριθμού αφίξεων· θεωρεί ότι, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, το κριτήριο της πρώτης χώρας εισόδου δυνάμει του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» επιβαρύνει κατά τρόπο πρωτοφανή και δυσανάλογο τις χώρες πρώτης γραμμής όσον αφορά την καταγραφή και την υποδοχή των αιτούντων άσυλο· επισημαίνει ότι ο κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ», όπως σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τον κύριο στόχο του, δηλαδή τον ταχύ προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου και, επομένως, να διασφαλίσει τη δίκαιη κατανομή ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την αποτελεσματική και ταχεία πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου·

    2. τονίζει ότι η θέσπιση των κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης σε συνδυασμό με το πρόγραμμα προσωρινής μετεγκατάστασης, όπως προτάθηκε από την Επιτροπή το 2015, είχε ως στόχο να διευκολύνει τη διαχείριση των αιτήσεων ασύλου κατά την είσοδο σε ενωσιακό έδαφος και συνιστούσε μια ρεαλιστική προσέγγιση που εξομάλυνε τα προβλήματα του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» που γίνονταν εμφανή εκείνη την περίοδο· υπενθυμίζει, επιπλέον, τη συμβολή οργανισμών της ΕΕ, όπως η EASO και ο Frontex, στη στήριξη των κρατών μελών που υφίστανται υπερβολική επιβάρυνση κατά την εφαρμογή του κεκτημένου στον τομέα του ασύλου, και τονίζει την ανάγκη να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των οργανισμών αυτών·

    3. τονίζει ότι η μη ορθή εφαρμογή της ιεράρχησης των κριτηρίων, ιδίως η υπερβολική χρήση του κριτηρίου της πρώτης χώρας εισόδου και η αναποτελεσματική εκτέλεση των μεταφορών, αύξησε τη δυσανάλογη ευθύνη που επωμίζονται ορισμένα κράτη μέλη, ιδίως τα κράτη μέλη πρώτης γραμμής· είναι της άποψης ότι, συνεπώς, η ΕΕ χρειάζεται έναν βιώσιμο μηχανισμό αλληλεγγύης που θα θεσπίζει δίκαιους κανόνες για την κατανομή ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 80 της ΣΛΕΕ, και με πλήρη σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος στην ασφάλεια και την προστασία των αιτούντων άσυλο·

    4. θεωρεί απαραίτητη την παροχή περισσότερων πόρων και ικανοτήτων στα κράτη μέλη πρώτης γραμμής, για παράδειγμα μέσω της EASO, μέχρι να μεταρρυθμιστεί ο κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ»·

    5. υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα ασύλου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα· τονίζει ότι οι διαδικασίες ασύλου αποσκοπούν στην εξέταση των αιτήσεων και στη χορήγηση διεθνούς προστασίας σε αιτούντες που πληρούν τις προϋποθέσεις, ενώ παράλληλα προβλέπει της έκδοση ταχείας και δίκαιης απόφασης για τους μη δικαιούχους·

    6. σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4 του κανονισμού «Δουβλίνο III», τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν αίτημα για εκ νέου ανάληψη ή για διεξαγωγή διαδικασίας επιστροφής στην περίπτωση προσώπων των οποίων η αίτηση διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί με οριστική απόφαση σε ένα κράτος μέλος· τονίζει ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 24 παράγραφος 4, η επιστροφή των προσώπων που δεν είναι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, ιδίως βάσει της οικειοθελούς συμμόρφωσης, θα μπορούσε να συμβάλει στη λειτουργία των μεταναστευτικών πολιτικών της ΕΕ·

    7. επικροτεί τις αποφάσεις του Συμβουλίου του 2015 και του 2016 όσον αφορά τη μετεγκατάσταση, οι οποίες εγκρίθηκαν ως έκτακτο μέτρο αλληλεγγύης· εκφράζει την απογοήτευσή του για τις μη εκπληρωθείσες δεσμεύσεις των κρατών μελών για αλληλεγγύη και επιμερισμό των ευθυνών, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει τη θετική συμβολή ορισμένων κρατών μελών· υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στην έκκληση που απηύθυνε το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2017 για πρόταση επέκτασης των μέτρων μετεγκατάστασης μέχρι την έγκριση της μεταρρύθμισης του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»· υπογραμμίζει ότι οι ειδικές συμφωνίες σχετικά με τη μετεγκατάσταση δεν υποκαθιστούν ένα εναρμονισμένο και βιώσιμο κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (ΚΕΣΑ)·

    8. αποδοκιμάζει το γεγονός ότι το Συμβούλιο, σε αντίθεση με το Κοινοβούλιο δεν ενέκρινε θέση σχετικά με την πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» και επομένως πάγωσε τις προσπάθειες μεταρρύθμισης του υπό εξέταση κανονισμού, παρά την τεκμηριωμένη διαπίστωση των αδυναμιών του· είναι της άποψης ότι αυτή η εμπλοκή μπορεί να ερμηνευθεί ως παραβίαση της αρχής της καλή τη πίστει συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 της ΣΕΕ, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι το Συμβούλιο ζητεί ομόφωνη συμφωνία, ενώ οι Συνθήκες προβλέπουν ειδική πλειοψηφία· θεωρεί ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι η Ένωση εξακολουθεί να έχει το ίδιο σύνολο κανόνων που έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικοί όσον αφορά τη διαχείριση μεγάλου αριθμού αφίξεων· ζητεί την ταχεία μεταρρύθμιση του ΚΕΣΑ·

    9. σημειώνει ότι ο μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης, προετοιμασίας και διαχείρισης κρίσεων του άρθρου 33 δεν έχει εφαρμοστεί έως σήμερα, ούτε την περίοδο 2015-16, όταν σημειώθηκε μεγάλος αριθμός αφίξεων· σημειώνει, επιπλέον, ότι δεν έχει γίνει ακόμη επίκληση των διατάξεων της οδηγίας για την προσωρινή προστασία που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων που δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους·

    10. θεωρεί ότι θα πρέπει να θεσπιστεί ένας ενωσιακός μηχανισμός βασισμένος στην αλληλεγγύη, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια του θεμελιώδους δικαιώματος του ασύλου στην ΕΕ με σκοπό την εξασφάλιση της πρόσβασης σε διαδικασίες χορήγησης ασύλου και του επιμερισμού ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών· τονίζει ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο θα πρέπει να παραμένει πάντοτε στο επίκεντρο αυτού του μηχανισμού· θεωρεί ότι ένας τέτοιος μηχανισμός θα πρέπει να προβλέπει τη συμμετοχή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που παρέχουν επαγγελματική βοήθεια, ιδίως νομικής φύσεως, σε άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας·

    11. υπογραμμίζει ότι μόνο λίγα κράτη μέλη χρησιμοποιούν, σπανίως και κατά διαφορετικό τρόπο, τις ρήτρες διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 17, που καθιστούν δυνατή την ανάληψη ευθύνης για την εξέταση αίτησης ασύλου από ένα κράτος μέλος, ακόμη και αν δεν έχει προσδιοριστεί ως υπεύθυνο κράτος μέλος δυνάμει του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»· σημειώνει ότι η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες και η Γαλλία αποτελούσαν την πλειονότητα των περιπτώσεων το 2018· καλεί όλα τα κράτη μέλη να κάνουν καλύτερη χρήση των ρητρών διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 17 για την αντιμετώπιση δυσχερών καταστάσεων και καταστάσεων έκτακτης ανθρωπιστικής ανάγκης ελλείψει μόνιμου μηχανισμού αλληλεγγύης· είναι της άποψης ότι οι ρήτρες διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 17 θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο αλληλεγγύης για τον επιμερισμό των ευθυνών, ιδίως σε καταστάσεις μεγάλου αριθμού αφίξεων από ξηράς και θαλάσσης, ή για τη μεταφορά αιτούντων άσυλο που διαμένουν επί του παρόντος στα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης υπό απάνθρωπες, εξευτελιστικές, ανθυγιεινές και ανασφαλείς συνθήκες και χωρίς επαρκή πρόσβαση σε στήριξη όσον αφορά τη σωματική και ψυχική υγεία·

    12. είναι της άποψης ότι οι διατάξεις σχετικά με την οικογενειακή ενότητα, που βρίσκονται στην κορυφή της ιεράρχησης των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπευθύνου κράτους μέλους, θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά και ότι οι διατάξεις για τα εξαρτώμενα πρόσωπα (άρθρο 16) και τις ρήτρες διακριτικής ευχέρειας (άρθρο 17) θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται ευρύτερα με σκοπό την υποστήριξη της οικογενειακής ενότητας·

    13. επισημαίνει τις πολυάριθμες δυσχέρειες που ενέχει η εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»· σημειώνει τη σημαντική επιχειρησιακή και τεχνική υποστήριξη που παρέχει η EASO στις αρχές των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των διαδικασιών του Δουβλίνου, ιδίως στα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης·

    14. ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διευκολύνουν το έργο του προσωπικού της EASO, καθιστώντας δυνατή τη διεξαγωγή συνεντεύξεων σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της χώρας στην οποία διεξάγονται, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι παρέχεται διερμηνεία σε γλώσσα κατανοητή από τον αιτούντα· τονίζει ότι είναι αναγκαίο η EASO να τηρεί τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα κατά την τέλεση του επιχειρησιακού της έργου και να θέτει στο επίκεντρο του έργου της τα συμφέροντα των αιτούντων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένου του μείζονος συμφέροντος του παιδιού· ζητεί τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο, με επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, με σκοπό την παροχή στήριξης στα κράτη μέλη κατά την εκτέλεση των διαδικασιών του Δουβλίνου· ζητεί μετ’ επιτάσεως την επαρκή οργάνωση και στελέχωση των ευρωπαϊκών μονάδων «Δουβλίνο» προκειμένου να εξορθολογιστεί και να επιταχυνθεί η ολοκλήρωση των διαδικασιών του Δουβλίνου, και ιδίως να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του Κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ», που αφορά τη σύνδεση του αιτούντα άσυλο με συγκεκριμένο κράτος μέλος·

    Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων

    15. επισημαίνει ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ», μεταξύ των οποίων η προστασία των παιδιών, των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, των ΛΟΑΔΜ και άλλων ευάλωτων ατόμων· επισημαίνει το ανθρώπινο κόστος που συνεπάγονται οι ελλείψεις του ΚΕΣΑ για τους αιτούντες άσυλο, η ψυχική υγεία των οποίων είναι ήδη εξασθενημένη από τα τραύματα που έχουν βιώσει στη χώρα καταγωγής τους και ενδεχομένως κατά μήκος των μεταναστευτικών οδών·

    16. υπενθυμίζει ότι οι αιτούντες άσυλο έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται πλήρως σχετικά με τις διαδικασίες· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι το επίπεδο πληροφόρησης που παρέχεται στους αιτούντες άσυλο διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών· προτρέπει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι ανήλικοι λαμβάνουν εξατομικευμένη πληροφόρηση με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά και ειδική υποστήριξη· τονίζει ότι η παροχή νομικής συνδρομής και διερμηνείας είναι καίριας σημασίας ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα των αιτούντων στην πληροφόρηση·

    17. επισημαίνει ότι οι μεταφορές αιτούντων άσυλο και ιδίως των ευάλωτων ατόμων, των ανήλικων και των οικογενειών μπορούν να επιφέρουν παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων τους· επαναλαμβάνει ότι η μη επαναπροώθηση και οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελούν επαρκή λόγο αναστολής μιας μεταφοράς ακόμη και όταν η χώρα προορισμού δεν παρουσιάζει συστημικές ελλείψεις· προτρέπει τα κράτη μέλη να αξιολογούν σωστά τους κινδύνους στους οποίους θα ήταν εκτεθειμένοι οι αιτούντες στα κράτη μέλη προορισμού· τονίζει ιδιαίτερα ότι οι μεταφορές πρέπει να εκτελούνται κατά τρόπο ώστε να μην εκθέτουν σε καμία περίπτωση τα άτομα σε κίνδυνο επαναπροώθησης·

    18. σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 28, είναι δυνατή η κράτηση των αιτούντων άσυλο στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου μόνο ως έσχατη λύση, μόνο στον βαθμό που συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά λιγότερο αυστηρά εναλλακτικά μέτρα ούτως ώστε να εξασφαλίζονται οι διαδικασίες μεταφοράς όταν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος διαφυγής· καλεί τα κράτη μέλη να καταβάλουν συγκεκριμένες προσπάθειες για την εξεύρεση έγκυρων εναλλακτικών λύσεων αντί της κράτησης·

    19. θεωρεί ότι η κράτηση κατά αυτή την έννοια είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και δεν διαρκεί περισσότερο από τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για την πλήρωση των αναγκαίων διοικητικών διαδικασιών με τη δέουσα επιμέλεια μέχρι την εκτέλεση της μεταφοράς, βάσει του εν λόγω κανονισμού· τονίζει ότι ελλείψει εναρμονισμένων κριτηρίων καθορισμού του κινδύνου διαφυγής, τα κράτη μέλη έχουν υιοθετήσει αποκλίνοντα και ενίοτε αντικρουόμενα κριτήρια· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να αποσαφηνίσουν τον «σημαντικό κίνδυνο διαφυγής»·

    20. παροτρύνει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να δηλώσουν ρητά ότι η κράτηση δεν είναι ποτέ προς το μείζον συμφέρον του παιδιού·

    21. υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με απόφαση που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[26], είναι παράνομη η επιβολή μέτρου κράτησης σε ανήλικο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μείζον συμφέρον του, η ατομική του κατάσταση ως ασυνόδευτου ανηλίκου, κατά περίπτωση, ή χωρίς αξιολόγηση της αναλογικότητας ή χωρίς να είναι δυνατή η προσφυγή σε εναλλακτικές λύσεις αντί της κράτησης·

    22. τονίζει ότι πάντα υπερισχύει ο απώτερος σκοπός της προστασίας των παιδιών, για παράδειγμα από την εμπορία παιδιών, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα παιδιά-μετανάστες έχουν ταχεία πρόσβαση σε εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη και κατάλληλη στέγαση· υπογραμμίζει ότι τα ασυνόδευτα παιδιά θα πρέπει να ωφελούνται από κατάλληλα μέτρα προστασίας, όπως η αποτελεσματική επιτροπεία·

    23. επισημαίνει τις πολυάριθμες και συστηματικές ελλείψεις όσον αφορά τη συμμόρφωση με την ιεράρχηση των κριτηρίων· τονίζει ότι η οικογενειακή ενότητα απέχει πολύ από το να αποτελεί το συνηθέστερο κριτήριο που εφαρμόζεται, αν και βρίσκεται στην κορυφή της ιεράρχησης, στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού· θεωρεί ότι, με βάση την αρχή της αμοιβαίας συνεργασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να βοηθούν τις αρμόδιες αρχές και τους υπηκόους τρίτων χωρών να βελτιώσουν τον καθορισμό υφιστάμενων αποδεδειγμένων οικογενειακών δεσμών κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την πλήρη συμμόρφωση με την ιεράρχηση των κριτηρίων·

    24. θεωρεί αναγκαίο να διευκρινιστούν οι όροι εφαρμογής του κριτηρίου της οικογενειακής επανένωσης και να δοθεί προτεραιότητα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού, στην εφαρμογή των άρθρων 8, 10 και 16 ως των κύριων κριτηρίων για τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική τήρηση του δικαιώματος στην οικογενειακή ενότητα και η ταχύτερη υλοποίηση των αποφάσεων περί οικογενειακής επανένωσης· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εναρμονίσουν το απαιτούμενο μέτρο απόδειξης για την οικογενειακή επανένωση προς την κατεύθυνση περισσότερο εφικτών προτύπων και απαιτήσεων· επισημαίνει ότι οι ερμηνείες για το τι συνιστά «οικογένεια» διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που επιτείνει την πλημμελή συμμόρφωση με την ιεράρχηση των κριτηρίων και τη δυσλειτουργία του συστήματος· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να παρακολουθεί προσεκτικά την ορθή εφαρμογή των ορισμών που αφορούν την οικογένεια από τα κράτη μέλη, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού·

    25. υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό, το μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα σε όλες τις διαδικασίες του Δουβλίνου και σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικές ερμηνείες του μείζονος συμφέροντος του παιδιού·

    26. εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι οι ανεπαρκείς μηχανισμοί ταυτοποίησης και οι ενίοτε εσφαλμένες μέθοδοι προσδιορισμού της ηλικίας συχνά επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση των ανηλίκων, προκαλώντας καθυστερήσεις ή επηρεάζοντας αρνητικά την έκβαση των διαδικασιών του Δουβλίνου· σημειώνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν αναπτυχθεί ορθές πρακτικές, όπως η χρήση εξειδικευμένου προσωπικού για τους ασυνόδευτους ανήλικους ή η διεπιστημονική προσέγγιση όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας·

    27. εκφράζει βαθιά ανησυχία για το γεγονός ότι, λόγω πρακτικών δυσχερειών, σε πολλά κράτη μέλη συχνά καθυστερεί ή δεν διασφαλίζεται ο ορισμός εκπροσώπου ο οποίος συνδράμει ασυνόδευτους ανηλίκους στις διαδικασίες του Δουβλίνου· σημειώνει επίσης ότι οι ανωτέρω εκπρόσωποι σε κάποιες χώρες είναι ανεπαρκώς ενημερωμένοι για τις διαδικασίες του Δουβλίνου και ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι δεν λαμβάνουν φιλική προς τα παιδιά στήριξη·

    Απλούστευση των διαδικασιών, σημαντική μείωση των χρόνων διεκπεραίωσης και προάσπιση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής

    28. τονίζει ότι ο αριθμός των διαδικασιών μεταφοράς αυξήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο 2016-17, και ότι τούτο συνεπάγεται σημαντικό κόστος σε ανθρώπινο, υλικό και οικονομικό επίπεδο· εκφράζει, ωστόσο, τη δυσαρέσκειά του για το ότι μεταφορές εκτελέσθηκαν μόνο στο 11 % των περιπτώσεων, συμβάλλοντας περαιτέρω στη συχνή υπερφόρτωση των συστημάτων ασύλου, γεγονός που καταδεικνύει σαφώς την αναποτελεσματικότητα του κανονισμού· θεωρεί ουσιώδες να καταβληθούν προσπάθειες ώστε να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε ενημέρωση και ταχείες διαδικασίες για την οικογενειακή επανένωση και τη μεταφορά των αιτούντων άσυλο·

    29. επισημαίνει το σημαντικό σώμα νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ των τελευταίων ετών που διευκρίνισε τους παραδεκτούς λόγους για τους οποίους κωλύεται η μεταφορά στο πλαίσιο του διαδικασιών του Δουβλίνου, και συγκεκριμένα οποιαδήποτε πηγή κινδύνου για το άτομο· σημειώνει ιδίως την έκδοση αυξημένου αριθμού αποφάσεων από τα ευρωπαϊκά και εθνικά δικαστήρια για αναστολή των μεταφορών προς κράτη μέλη τα οποία θα απέρριπταν αδικαιολόγητα την αίτηση διεθνούς προστασίας σε αιτούντα άσυλο (περιπτώσεις έμμεσης επαναπροώθησης) ή στα οποία οι αιτούντες θα στερούνταν τα δικαιώματά τους δυνάμει της διαδικασίας του Δουβλίνου· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι οι αιτούντες άσυλο υφίστανται απάνθρωπη η εξευτελιστική συμπεριφορά σε ορισμένα κράτη μέλη·

    30. σημειώνει ότι οι αδυναμίες όσον αφορά τη διαρθρωτική οργάνωση και τη λειτουργία των εθνικών αρχών ασύλου σε συνδυασμό με τις ελλείψεις πόρων συνέβαλαν σε καθυστερήσεις στις διαδικασίες του Δουβλίνου και παρακώλυσαν την εφαρμογή του κανονισμού· επισημαίνει ότι ενώ στις περισσότερες χώρες υφίσταται μια ενιαία ειδική αρχή για τη χορήγηση ασύλου, κάποια κράτη μέλη κατ’ επιλογήν επιμερίζουν την ευθύνη μεταξύ διαφορετικών αρχών, προκαλώντας σε ορισμένες περιπτώσεις πρακτικές επιπλοκές για τους αιτούντες άσυλο και αποκλίσεις κατά την εφαρμογή του κανονισμού·

    31. τονίζει ότι η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών του Δουβλίνου εξαρτάται επίσης από την ποιότητα και τα επίπεδα στελέχωσης κάθε εθνικής αρχής ασύλου· επισημαίνει την ύπαρξη σημαντικών κενών μεταξύ των αρχών ασύλου όσον αφορά τον αριθμό προσωπικού ανά αιτούντα άσυλο· τονίζει ότι οι εθνικές μονάδες «Δουβλίνο» είναι υποστελεχωμένες, αν και αντιμετωπίζουν σημαντική αύξηση στον φόρτο εργασίας τους· καλεί τα κράτη μέλη να αυξήσουν τους απαραίτητους πόρους, ιδίως δε τον αριθμό των υπαλλήλων στον τομέα του ασύλου, ώστε ο κανονισμός «Δουβλίνο III» να καταστεί λειτουργικός·

    32. υπογραμμίζει την έλλειψη συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών που υπονομεύει ενεργά την αρχή της αλληλεγγύης της ΕΕ και συμβάλλει άμεσα στην υπερβολική επιβάρυνση των συστημάτων ορισμένων κρατών μελών·

    33. τονίζει ότι η υπερβολική και εν μέρει εσφαλμένη εφαρμογή του κριτηρίου «παράτυπης εισόδου» επιβαρύνει δυσανάλογα τις χώρες πρώτης εισόδου, οι οποίες συχνά δεν διαθέτουν τους πόρους και τις ικανότητες να παράσχουν φιλοξενία και να προβούν στην καταχώριση των αιτούντων άσυλο· σημειώνει ότι τα αιτήματα «εκ νέου ανάληψης» είναι η επικρατέστερη μορφή όσον αφορά τις διαδικασίες του Δουβλίνου που εκτελούνται τα τελευταία έτη, υπό την έννοια ότι η πλειονότητα των ατόμων που εντάσσονται σε διαδικασίες του Δουβλίνου έχουν ήδη υποβάλει αίτηση ασύλου σε άλλο κράτος μέλος· σημειώνει ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται επαρκή μέτρα για την αποφυγή των δευτερογενών μετακινήσεων στα κράτη μέλη τόσο εντός του χώρου Σένγκεν, όσο και εκτός αυτού·

    34. υπενθυμίζει ότι οι προθεσμίες σε κάθε στάδιο της διαδικασίας του Δουβλίνου έχουν σκοπό να συντομεύσουν τη διαδικασία και να καταστήσουν δυνατή την ταχεία πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου· σημειώνει ότι υπάρχει ακόμη έλλειψη σαφήνειας και διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τον υπολογισμό των προθεσμιών και το σημείο εκκίνησης της κάθε διαδικασίας· προτείνει την αποσαφήνιση και την εναρμόνιση των συνθηκών υπό τις οποίες ενεργοποιούνται οι διαδικασίες μεταφοράς·

    35. θεωρεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κανόνες που διέπουν τη μεταβίβαση της ευθύνης δυνάμει του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών ασύλου και την εκτέλεση των μεταφορών, επιτείνοντας τον κίνδυνο διαφυγής· αποδοκιμάζει τη συχνά προσχηματική αιτιολόγηση που παραθέτουν τα κράτη μέλη προκειμένου να αρνηθούν να εκτελέσουν τις μεταφορές· θεωρεί ότι οι παράγοντες αυτοί, μεταξύ άλλων, συμβάλλουν στην αύξηση των δευτερογενών μετακινήσεων, ενθαρρύνοντας τους αιτούντες άσυλο να παραμείνουν εκτός του συστήματος· καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει τους κανόνες προκειμένου να βελτιωθεί η εκτέλεση των μεταφορών και να καταργήσει τη μεταφορά της ευθύνης σε περίπτωση διαφυγής του αιτούντος άσυλο, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, να παρακολουθεί την κατάσταση και, όπου είναι αναγκαίο, να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη μέλη που αρνούνται τις μεταφορές·

    36. σημειώνει ότι η εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την ιεράρχηση των κριτηρίων, ιδίως όσον αφορά την οικογενειακή επανένωση και την κατάσταση των ασυνόδευτων παιδιών, καθώς και η δυσανάλογη χρήση του κριτηρίου της πρώτης χώρας παράτυπης εισόδου υπονομεύουν επίσης τις διαδικασίες ασύλου· σημειώνει ότι αυτά τα κενά στην εφαρμογή ενδέχεται να ενθαρρύνουν τους αιτούντες άσυλο να παραμείνουν εκτός του συστήματος· τονίζει ότι η περαιτέρω εναρμόνιση των συστημάτων ασύλου των κρατών μελών είναι καίριας σημασίας για να καταστεί λειτουργικός ο κανονισμός «Δουβλίνο ΙΙΙ» και να αποτρέπονται δευτερογενείς μετακινήσεις· καλεί την Επιτροπή να προτείνει ένα σύστημα το οποίο θα λαμβάνει δεόντως υπόψη στοιχεία που αποδεικνύουν ουσιαστικούς δεσμούς των αιτούντων άσυλο με ένα κράτος μέλος, όπως η προηγούμενη νόμιμη διαμονή ή η κατοχή εκπαιδευτικών διπλωμάτων, και το οποίο θα διασφαλίζει ότι οι αιτούντες άσυλο τυγχάνουν, σε σχετικούς όρους, ίσης μεταχείρισης σε ολόκληρη την ΕΕ·

    37. θεωρεί ότι η παροχή νομικής συνδρομής σε αιτούντες άσυλο όσον αφορά τις διαδικασίες του Δουβλίνου, ιδίως στα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης, είναι θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αιτούντες άσυλο ενημερώνονται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους κατά τις προαναφερθείσες διαδικασίες· τονίζει ότι τούτο θα ενισχύσει τις διαδικασίες που συμμορφώνονται με τα δικαιώματα, θα απλουστεύσει τις διαδικασίες του Δουβλίνου και θα βελτιώσει τη λήψη αποφάσεων· σημειώνει ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος μπορεί να μεριμνήσει ώστε κάθε φάκελος να είναι πλήρης και ακριβής, και να συμβάλει στη μείωση του ποσοστού προσφυγών και στη διασφάλιση του δικαιώματος μη επαναπροώθησης· σημειώνει με ανησυχία ότι σε εθνικό επίπεδο παραμένουν κάποια ειδικά θέματα, όπως περιορισμένη πρόσβαση σε ανεξάρτητους εκπροσώπους σε απομακρυσμένα κέντρα ασύλου, χαμηλές οικονομικές αποδοχές για την παροχή νομικής συνδρομής, έλλειψη επαρκών εγκαταστάσεων για προπαρασκευαστικές και ιδιωτικές συνεντεύξεις και ανεπαρκής παροχή νομικής συνδρομής στους αιτούντες σε κέντρα κράτησης· καλεί τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αυξήσουν τα κονδύλια που διατίθενται για την παροχή νομικής συνδρομής στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου·

    38. τονίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στους αιτούντες στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου είναι κάθε άλλο παρά ικανοποιητικές, τόσο ως προς την ποιότητα όσο και ως προς τον όγκο τους, παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις και εντός των χωρών· σημειώνει ότι διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν τη συμμόρφωση με το δικαίωμα ενημέρωσης, όπως η ποιότητα και η σαφήνεια των πληροφοριών, η πρόσβαση σε διερμηνέα, η διαθεσιμότητα μεταφρασμένων εγγράφων, η εν ευθέτω χρόνω πρόσβαση σε πληροφορίες· υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα ενημέρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού είναι ουσιώδες τόσο δεδομένης της σύνθετης φύσης των διαδικασιών του Δουβλίνου όσο και για να εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε δίκαιη εξέταση μιας αίτησης ασύλου στην ΕΕ· υπογραμμίζει ότι τα κενά σε αυτόν τον τομέα μπορούν να αποδίδονται σε έλλειψη πόρων, αλλά απορρέουν και από εσκεμμένες πολιτικές επιλογές σε ορισμένες χώρες, όπου έχουν ορισθεί πολύ λίγοι νόμιμοι εκπρόσωποι· προτρέπει τα κράτη μέλη, με την υποστήριξη της Επιτροπής και της EASO, να βελτιώσουν τις πληροφορίες που παρέχονται στους αιτούντες άσυλο σχετικά με τις σύνθετες διαδικασίες του Δουβλίνου, να διασφαλίσουν ότι είναι σαφείς και προσβάσιμες σε όλους, ιδίως όσον αφορά την οικογενειακή επανένωση, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 26 του κανονισμού, καθώς και την πρόσβαση σε πραγματική προσφυγή και νομική συνδρομή, σύμφωνα με το άρθρο 27·

    39. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τη συνολική εφαρμογή του ΚΕΣΑ, καθώς και τυχόν κενά και αδυναμίες στον κανονισμό «Δουβλίνο ΙΙΙ» που οδηγούν σε δυσανάλογη επιβάρυνση και ανάθεση ευθύνης για τις χώρες στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ·

    Ενιαία εφαρμογή με βάση τα δικαιώματα των ρυθμίσεων του Δουβλίνου σε υποθέσεις ασύλου σε ολόκληρη την ΕΕ

    40. τονίζει ότι η αρχή της ενιαίας αίτησης ασύλου στην ΕΕ δεν τηρείται, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τον ίδιο τον σκοπό του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»· σημειώνει ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής παρεμποδίζεται από διάφορους παράγοντες, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για την υποβολή μεταγενέστερων αιτήσεων ασύλου· θεωρεί ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να κοινοποιούν τις σχετικές πληροφορίες που διαθέτουν, ιδίως σχετικά με τη χορήγηση ασύλου και την απόρριψη αιτήσεων ασύλου, σε μια ευρωπαϊκή βάση δεδομένων όπως είναι το Eurodac, με σκοπό την επιτάχυνση των διαδικασιών και την αποφυγή πολλαπλών αιτήσεων ασύλου, με προστασία, παράλληλα, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· θεωρεί ότι η καταγραφή όλων των αιτούντων και των μεταναστών που διέβησαν παράτυπα τα σύνορα αποτελεί προτεραιότητα·

    41. σημειώνει ότι ο βαθμός προστασίας των αιτούντων άσυλο παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών για ορισμένες εθνικότητες και ότι αυτό ενδεχομένως συμβάλλει σε περαιτέρω μετακινήσεις· θεωρεί ότι οι δευτερογενείς μετακινήσεις θα μπορούσαν να μειωθούν εάν ληφθούν υπόψη οι ατομικές ανάγκες των αιτούντων στο πλαίσιο των διαδικασιών του Δουβλίνου· πιστεύει ότι η συνεκτίμηση των «αποδεδειγμένων ουσιαστικών δεσμών» με ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος αποτελεί αποτελεσματική προσέγγιση για τη μείωση των δευτερογενών μετακινήσεων, και ζητεί να συμπεριληφθούν στα κριτήρια για μετεγκατάσταση·

    Ενίσχυση της διακυβέρνησης και της σύγκλισης μεταξύ των κρατών μελών

    42. τονίζει ότι το δίκτυο των εθνικών μονάδων του Δουβλίνου της Επιτροπής έχει πραγματοποιήσει μόνο μία ή δύο ετήσιες συνεδριάσεις και ότι δεν έχει διαδραματίσει επιχειρησιακό ρόλο· θεωρεί ότι η μη συντονισμένη χρήση του δικτύου μονάδων του Δουβλίνου της EASO παρεμποδίζει την αποτελεσματική λειτουργία του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»· σημειώνει, ωστόσο, ότι το δίκτυο του Δουβλίνου της EASO υπήρξε πιο ενεργό και ότι η EASO έχει διεκπεραιώσει σειρά χρήσιμων αποστολών για να παράσχει στήριξη στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ», όπως η έκδοση εγγράφων καθοδήγησης και αναλύσεων, η διοργάνωση μαθημάτων κατάρτισης ή η ανάπτυξη προσωπικού· ζητεί τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών ασύλου με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών, την προώθηση της ανάπτυξης ενιαίων και βέλτιστων πρακτικών, τον εξορθολογισμό των μεταφορών και τη συμβολή στην αποτροπή πολλαπλών αιτήσεων· προτείνει να ανατεθεί στην EASO η κατάρτιση πλαισίου ενισχυμένης διακυβέρνησης για την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ», που να περιλαμβάνει διεξαγωγή μηνιαίου επιχειρησιακού διαλόγου μεταξύ των εθνικών αρχών, καθώς και μια πλατφόρμα ανταλλαγής και κοινοποίησης πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών·

    43. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν, μεταξύ των πηγών που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της εφαρμογής του κανονισμού, αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πληροφορίες από μη κρατικούς φορείς, ιδίως διεθνείς οργανισμούς και ΜΚΟ·

    44. σημειώνει ότι την περίοδο μεταξύ 2008 και 2017 υποβλήθηκε σημαντικός αριθμός αιτήσεων ασύλου από υπηκόους τρίτων χωρών που ταξίδεψαν χωρίς θεώρηση ή με θεώρηση για διαμονή σύντομης διαρκείας για να εισέλθουν στον χώρο Σένγκεν[27]· σημειώνει, επιπλέον, ότι ορισμένες από αυτές τις αιτήσεις υποβλήθηκαν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο για το οποίο χορηγήθηκε η θεώρηση· υπογραμμίζει ότι για μεταγενέστερες διαδικασίες του Δουβλίνου έχει αποδειχθεί ότι οι κανόνες των άρθρων 12 και 14 δεν είναι επαρκώς σαφείς, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ο προσδιορισμός του υπεύθυνου κράτους μέλους· καλεί την Επιτροπή να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμόζονται τα άρθρα 12 και 14 του κανονισμού κατά τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου· προτείνει να συμπεριληφθεί στην ιεράρχηση των κριτηρίων και να αξιολογείται ο πιθανός αντίκτυπος των αιτήσεων εισόδου χωρίς υποχρέωση θεώρησης στην εύρυθμη λειτουργία του συστήματος του Δουβλίνου·

    45. σημειώνει ότι έχουν συναφθεί διμερείς συμφωνίες μεταξύ των κρατών μελών ώστε να βελτιωθεί η αποδοτικότητα των διαδικασιών του Δουβλίνου ή να διασφαλίζεται η μεταφορά των αιτούντων άσυλο· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι έχει επίσης αποδειχθεί ότι οι εν λόγω συμφωνίες έχουν αρνητικό αντίκτυπο, παρακωλύοντας σε ορισμένες περιπτώσεις την επίτευξη των στόχων του κανονισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο· παροτρύνει την Επιτροπή και όλα τα κράτη μέλη να προβούν σε απολογισμό των παραγόντων που συμβάλλουν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, να αναλάβουν κοινή και συντονισμένη δράση προκειμένου να βελτιστοποιήσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» και να εργαστούν για την εναρμόνιση της εφαρμογής του κανονισμού·

    46. σημειώνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καταρτίζουν προληπτικά σχέδια δράσης, με την υποστήριξη της Επιτροπής και σε συντονισμό με αυτήν, όταν η εφαρμογή του κανονισμού ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο λόγω τεκμηριωμένου κινδύνου να δεχτούν ιδιαίτερη πίεση τα συστήματα ασύλου των κρατών μελών ή/και λόγω προβλημάτων στη λειτουργία των συστημάτων ασύλου τους, σύμφωνα με το άρθρο 33· σημειώνει ότι τα εν λόγω προληπτικά μέτρα μπορούν να λαμβάνουν υπόψη πληροφορίες από την Επιτροπή και την EASO και μπορούν να οδηγήσουν σε ειλικρινή και έμπρακτη αλληλεγγύη, σύμφωνα με το άρθρο 80 της ΣΛΕΕ, με τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες πιέσεις στα συστήματα ασύλου τους εν γένει, μεταξύ άλλων λόγω μικτών μεταναστευτικών ροών, καθώς και με τους αιτούντες, παρέχοντας τη δυνατότητα για καλύτερη ετοιμότητα σε περίπτωση ενδεχόμενης κρίσης ασύλου·

    47. θεωρεί ότι η εφαρμογή τού κανονισμού «Δουβλίνο III» αποδεικνύεται αναποτελεσματική καθώς δεν εκπληρώνονται οι πρωταρχικοί στόχοι του, και συγκεκριμένα ο ταχύς και δίκαιος καθορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας· υπενθυμίζει ότι έχουν εντοπιστεί σημαντικά κενά στην εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του κανονισμού του Δουβλίνου· τονίζει ότι η εφαρμογή του κανονισμού είναι εξαιρετικά αναποτελεσματική σε σχέση με τις προσπάθειες, τους ανθρώπινους πόρους και το προσωπικό που έχουν αφιερώσει προς τούτο τα κράτη μέλη·

    48. καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία για τη μεταρρύθμιση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» και όταν αποφασίζει σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ·

    49. εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει την έκθεση αξιολόγησης βάσει του άρθρου 46· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ»·

    °

    ° °

    50. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα εθνικά κοινοβούλια.


     

     

    ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

    Κύριο Juan Fernando López Aguilar

    Πρόεδρο

    Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

    ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

    Θέμα: Γνωμοδότηση σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ» (2019/2206(INI))

    Αξιότιμε κύριε πρόεδρε,

    Στο πλαίσιο της διεξαγόμενης διαδικασίας, η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων αποφάσισε να υποβάλει γνωμοδότηση στην επιτροπή σας. Κατά τη συνεδρίασή της στις 4 Δεκεμβρίου 2019, η επιτροπή αποφάσισε να διαβιβάσει την παρούσα γνωμοδότηση υπό μορφή επιστολής.

    Η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων εξέτασε το ζήτημα στη συνεδρίασή της στις 16 Ιουλίου 2020. Κατά την εν λόγω συνεδρίαση[28], αποφάσισε να καλέσει την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

    Με εξαιρετική εκτίμηση,

     

    Evelyn Regner

    ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

    Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια αποτελούν μεγάλο ποσοστό μεταξύ των ευάλωτων αιτούντων άσυλο, καθώς συχνά υφίστανται πολλαπλές μορφές διακρίσεων και κάθε μορφή έμφυλης βίας, εμπορία και εκμετάλλευση στις χώρες καταγωγής, διέλευσης και προορισμού τους, δηλαδή προτού αποκτήσουν τεκμηριωμένο καθεστώς·

    1. τονίζει ότι είναι σημαντικό να εντοπίζονται και να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των γυναικών και των κοριτσιών σε όλο το φάσμα της διαδικασίας ασύλου· ζητεί την παροχή ειδικής ψυχολογικής βοήθειας και πρόσβασης στα δικαιώματα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας για τις γυναίκες που έχουν υποστεί τραύμα και συγκεκριμένα έμφυλη βία (μεταξύ άλλων επείγουσα αντισύλληψη, υπηρεσίες ασφαλούς άμβλωσης και προφύλαξη μετά την έκθεση στον ιό HIV), και επισημαίνει την ανάγκη να προβλέπεται κατάρτιση που να λαμβάνει υπόψη τη διάσταση του φύλου για όλους όσοι παρεμβαίνουν σε όλο το φάσμα της διαδικασίας ασύλου, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για την επιβολή του νόμου και για υποθέσεις μετανάστευσης·

    2. εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τη συνεχιζόμενη έμφυλη βία που ασκείται κυρίως στις γυναίκες, τα διεμφυλικά άτομα και σε όλα τα άτομα που υφίστανται βία λόγω ταυτότητας φύλου και/ή σεξουαλικού προσανατολισμού, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται χάριν της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων· καταδικάζει τη χρήση μέτρων εξαναγκασμού από υπαλλήλους των αρχών επιβολής του νόμου στο πλαίσιο των μεταφορών που γίνονται βάσει της διαδικασίας του Δουβλίνου, που έχει καταγγελθεί σε διάφορα κράτη μέλη, καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες οι αιτούντες άσυλο φορούσαν χειροπέδες, ήταν υπό την επήρεια ηρεμιστικών και υφίσταντο αστυνομική βία· τονίζει ότι οι γυναίκες, ιδίως οι έγκυοι, οι γυναίκες με νεογνά, οι γυναίκες με αναπηρία και οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς και οι ΛΟΑΤΜ+ που ζητούν άσυλο είναι σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση και αντιμετωπίζουν μακροχρόνιες συνέπειες·

    3. καταδικάζει την κράτηση αιτούντων άσυλο και θεωρεί παράδοξη την εφαρμογή μέτρων κράτησης σε θύματα βίας που ζητούν άσυλο ενώ κρίνει αναγκαίο να αποφεύγεται η κράτηση εγκύων και γυναικών με νεογνά, με γνώμονα το συμφέρον για τη σωματική και ψυχική υγεία τόσο της μητέρας όσο και του παιδιού· τονίζει ότι θα πρέπει να διερευνηθούν με ενεργό τρόπο εναλλακτικές λύσεις αντί της κράτησης και ότι οι αιτήσεις ασύλου που σχετίζονται με βία θα πρέπει να εξετάζονται με τρόπο που να προστατεύει τις γυναίκες και τα κορίτσια από δευτερογενή θυματοποίηση·

    4. υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή είναι ουσιώδες, ιδίως όσον αφορά τις προοπτικές για τη μελλοντική τους ζωή, συμπεριλαμβανομένης της ένταξης, και, κατά συνέπεια, ότι έχει καίρια σημασία ο κατάλληλος εντοπισμός μελών της οικογένειας στα κράτη μέλη της ΕΕ για συναφείς πληροφορίες σχετικά με τα μέλη της οικογένειας με σκοπό την οικογενειακή επανένωση στο πλαίσιο της διαδικασίας του Δουβλίνου ΙΙΙ, για τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για το άσυλο.


     

    ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    27

    +

    GUE/NGL

    Έλενα Κουντουρά, Eugenia Rodríguez Palop

    NI

    Isabella Adinolfi

    PPE

    Rosa Estaràs Ferragut, Frances Fitzgerald, Cindy Franssen, Lívia Járóka, Arba Kokalari, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Christine Schneider, Elissavet Vozemberg-Vrionidi

    Renew

    Karen Melchior, Samira Rafaela, María Soraya Rodríguez Ramos, Hilde Vautmans, Chrysoula Zacharopoulou

    S&D

    Robert Biedroń, Vilija Blinkevičiūtė, Heléne Fritzon, Lina Gálvez Muñoz, Maria Noichl, Pina Picierno, Evelyn Regner

    Verts/ALE

    Gwendoline Delbos Corfield, Pierrette Herzberger Fofana, Diana Riba i Giner, Ernest Urtasun

     

    7

    -

    ECR

    Derk Jan Eppink, Andżelika Anna Możdżanowska, Jessica Stegrud

    ID

    Simona Baldassarre, Isabella Tovaglieri, Christine Anderson, Annika Bruna

     

    0

    0

     

    Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

    + : υπέρ

    - : κατά

    0 : αποχή

     

     


     

     

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    Ημερομηνία έγκρισης

    30.11.2020

     

     

     

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    45

    10

    13

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Magdalena Adamowicz, Katarina Barley, Pietro Bartolo, Nicolas Bay, Vladimír Bilčík, Vasile Blaga, Ioan-Rareş Bogdan, Patrick Breyer, Saskia Bricmont, Jorge Buxadé Villalba, Damien Carême, Caterina Chinnici, Marcel de Graaff, Anna Júlia Donáth, Lena Düpont, Cornelia Ernst, Laura Ferrara, Nicolaus Fest, Jean-Paul Garraud, Maria Grapini, Sylvie Guillaume, Andrzej Halicki, Balázs Hidvéghi, Evin Incir, Sophia in ‘t Veld, Patryk Jaki, Lívia Járóka, Marina Kaljurand, Assita Kanko, Fabienne Keller, Peter Kofod, Łukasz Kohut, Moritz Körner, Alice Kuhnke, Jeroen Lenaers, Juan Fernando López Aguilar, Nuno Melo, Nadine Morano, Javier Moreno Sánchez, Maite Pagazaurtundúa, Nicola Procaccini, Emil Radev, Paulo Rangel, Terry Reintke, Diana Riba i Giner, Ralf Seekatz, Michal Šimečka, Birgit Sippel, Martin Sonneborn, Tineke Strik, Ramona Strugariu, Annalisa Tardino, Tomas Tobé, Dragoş Tudorache, Milan Uhrík, Tom Vandendriessche, Bettina Vollath, Jadwiga Wiśniewska, Elena Yoncheva, Javier Zarzalejos

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Beata Kempa, Leopoldo López Gil, Kris Peeters, Anne-Sophie Pelletier, Sira Rego, Franco Roberti, Miguel Urbán Crespo, Hilde Vautmans

     


    ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

    45

    +

    PPE

    Magdalena Adamowicz, Vasile Blaga, Ioan-Rareş Bogdan, Lena Düpont, Andrzej Halicki, Jeroen Lenaers, Leopoldo López Gil, Nuno Melo, Kris Peeters, Emil Radev, Paulo Rangel, Ralf Seekatz, Tomas Tobé, Javier Zarzalejos

    S&D

    Katarina Barley, Pietro Bartolo, Caterina Chinnici, Maria Grapini, Sylvie Guillaume, Evin Incir, Marina Kaljurand, Łukasz Kohut, Juan Fernando López Aguilar, Javier Moreno Sánchez, Franco Roberti, Birgit Sippel, Bettina Vollath, Elena Yoncheva

    Renew

    Anna Júlia Donáth, Fabienne Keller, Moritz Körner, Maite Pagazaurtundúa, Ramona Strugariu, Dragoş Tudorache, Hilde Vautmans, Sophia in 't Veld, Michal Šimečka

    Verts/ALE

    Patrick Breyer, Saskia Bricmont, Damien Carême, Alice Kuhnke, Terry Reintke, Diana Riba i Giner, Tineke Strik

    NI

    Laura Ferrara

     

    10

    -

    PPE

    Balázs Hidvéghi, Lívia Járóka, Nadine Morano

    ID

    Nicolas Bay, Nicolaus Fest, Jean-Paul Garraud, Peter Kofod, Tom Vandendriessche, Marcel de Graaff

    NI

    Milan Uhrík

     

    13

    0

    PPE

    Vladimír Bilčík

    ID

    Annalisa Tardino

    ECR

    Jorge Buxadé Villalba, Patryk Jaki, Assita Kanko, Beata Kempa, Nicola Procaccini, Jadwiga Wiśniewska

    GUE/NGL

    Cornelia Ernst, Anne-Sophie Pelletier, Sira Rego, Miguel Urbán Crespo

    NI

    Martin Sonneborn

     

    Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

    + : υπέρ

    - : κατά

    0 : αποχή

     

     

    Τελευταία ενημέρωση: 11 Δεκεμβρίου 2020
    Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου