Διαδικασία : 2019/2166(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A9-0254/2021

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A9-0254/2021

Συζήτηση :

PV 04/10/2021 - 14
CRE 04/10/2021 - 14

Ψηφοφορία :

PV 05/10/2021 - 9
PV 06/10/2021 - 2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P9_TA(2021)0406

<Date>{23/07/2021}23.7.2021</Date>
<NoDocSe>A9-0254/2021</NoDocSe>
PDF 290kWORD 93k

<TitreType>ΕΚΘΕΣΗ</TitreType>

<Titre>σχετικά με τον αντίκτυπο της ενδοσυντροφικής βίας και των δικαιωμάτων επιμέλειας στις γυναίκες και τα παιδιά</Titre>

<DocRef>(2019/2166(INI))</DocRef>


<Commission>{CJ02}Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων</Commission>

Εισηγήτριες: <Depute>Luisa Regimenti, Έλενα Κουντουρά</Depute>

(Κοινές συνεδριάσεις επιτροπών – Άρθρο 58 του Κανονισμού)

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ  ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ


PR_INI

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελίδα

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ  ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ



ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τον αντίκτυπο της ενδοσυντροφικής βίας και των δικαιωμάτων επιμέλειας στις γυναίκες και τα παιδιά

(2019/2166(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 2 και το άρθρο 3 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και τα άρθρα 6, 8 και 67 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/29/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων εγκληματικότητας (οδηγία για τα δικαιώματα των θυμάτων)[1],

 έχοντας υπόψη τα άρθρα 21, 23, 24 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»),

 έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2014,

 έχοντας υπόψη τη Διεθνή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού, της 20ής Νοεμβρίου 1989,

 έχοντας υπόψη την από 18ης Απριλίου 2011 γενική παρατήρηση αριθ. 13 της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με το δικαίωμα του παιδιού να είναι απαλλαγμένο από κάθε μορφή βίας,

 έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών,

 έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Χάγης, της 29ης Μαΐου 1993, για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σχετικά με τη διακρατική υιοθεσία,

 έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/800 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών[2],

 έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,

 έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών που εγκρίθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1979, και τη γενική σύσταση αριθ. 35 σχετικά με την έμφυλη βία κατά των γυναικών, με την οποία επικαιροποιείται η γενική σύσταση αριθ. 19 της επιτροπής για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών σχετικά με την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών,

 έχοντας υπόψη τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και, ιδίως, την αρχή 2 ,

 έχοντας υπόψη το θεματολόγιο του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016, και ειδικότερα τον στόχο βιώσιμης ανάπτυξης  5 σχετικά με την ισότητα των φύλων, και τον ΣΒΑ 16.2 σχετικά με το τέλος όλων των μορφών κακοποίησης, εκμετάλλευσης, σωματεμπορίας και κάθε μορφής βίας και βασανιστηρίων σε βάρος παιδιών,

 έχοντας υπόψη την από 4ης Μαρτίου 2016 πρόταση της Επιτροπής για απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (COM(2016)0109),

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2020, με τίτλο «Μια Ένωση ισότητας: Στρατηγική για την ισότητα των φύλων 2020-2025» (COM(2020)0152), και ιδίως τον πρώτο στόχο της για την απαλλαγή των γυναικών και των κοριτσιών από τη βία και τα στερεότυπα,

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2020, με τίτλο «Ένωση ισότητας: στρατηγική για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ 2020-2025» (COM(2020)0698),

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2020, με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τα δικαιώματα των θυμάτων (2020-2025)» (COM(2020)0258),

 έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, της 6ης Μαρτίου 2019, με τίτλο «2019 Report on equality between women and men in the EU» (Έκθεση όσον αφορά την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών το 2019 στην ΕΕ) (SWD(2019)0101),

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας[3],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 28ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προσχώρηση της ΕΕ στη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και άλλα μέτρα για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας[4],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με την ανάγκη για μια ειδική σύνθεση του Συμβουλίου σχετικά με την ισότητα των φύλων[5],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Ιανουαρίου 2021 σχετικά με τη διάσταση του φύλου κατά την περίοδο της κρίσης COVID-19 και έπειτα από αυτή[6],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Ιανουαρίου 2021 σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για την ισότητα των φύλων[7],

 έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/99/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, περί της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας[8],

 έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 606/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την αμοιβαία αναγνώριση μέτρων προστασίας σε αστικές υποθέσεις[9],

 έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας («ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα»)[10],

 έχοντας υπόψη την έκθεση του 2020 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) για τον Δείκτη Ισότητας των Φύλων για το 2020,

 έχοντας υπόψη την έκθεση του EIGE της 12ης Ιουνίου 2019, με τίτλο «Understanding intimate partner violence in the EU: the role of data» (Κατανόηση της ενδοσυντροφικής βίας στην ΕΕ: ο ρόλος των δεδομένων),

 έχοντας υπόψη τη μελέτη του EIGE, της 18ης Νοεμβρίου 2019, με τίτλο «A guide to risk assessment and risk management of intimate partner violence against women for police» (Οδηγός αξιολόγησης και διαχείρισης του κινδύνου για την αστυνομία όσον αφορά την ενδοσυντροφική βία κατά των γυναικών),

 έχοντας υπόψη την έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), της 3ης Μαρτίου 2014, με τίτλο «Βία κατά των γυναικών: Πανευρωπαϊκή έρευνα»,

 έχοντας υπόψη την Πλατφόρμα Ανεξάρτητων Μηχανισμών Εμπειρογνωμόνων για τις Διακρίσεις και τη Βία κατά των Γυναικών (πλατφόρμα EDVAW) και τη δήλωσή της, της 31ης Μαΐου 2019, με τίτλο «Intimate partner violence against women is an essential factor in the determination of child custody» (Η ενδοσυντροφική βία κατά των γυναικών αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για τον καθορισμό της επιμέλειας των παιδιών),

 έχοντας υπόψη τη δήλωση της 24ης Μαρτίου 2020 της προέδρου της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη δράση για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, Marceline Naudi, με τίτλο «For many women and children, the home is not a safe place» (Για πολλές γυναίκες και παιδιά το σπίτι δεν είναι ασφαλές μέρος), σχετικά με την ανάγκη τήρησης των προτύπων της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης σε περιόδους πανδημίας,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 54 του Κανονισμού του,

 έχοντας υπόψη τις κοινές συνεδριάσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Κανονισμού,

 έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A9-0254/2021),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισότητα των φύλων συνιστά θεμελιώδη αξία και βασικό στόχο της ΕΕ, και ότι θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται σε όλες τις πολιτικές της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα στην ίση και χωρίς διακρίσεις μεταχείριση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες[11] και στον Χάρτη και θα πρέπει να γίνεται πλήρως σεβαστό[12]· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έμφυλη βία σε όλες τις μορφές της αποτελεί ακραία μορφή διάκρισης κατά των γυναικών και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και είναι εδραιωμένη στην ανισότητα των φύλων, συμβάλλοντας στη διαιώνιση και την ενίσχυση της· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτού του είδους η βία  προέρχεται αφενός από τα στερεότυπα σχετικά με το φύλο και τους ρόλους και τις ικανότητες των γυναικών και των ανδρών και τα διατηρεί, και αφετέρου από τις άνισες σχέσεις εξουσίας στις κοινωνίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η βία εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και να επηρεάζει τις γυναίκες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, ανεξαρτήτως ηλικίας, εκπαίδευσης, εισοδήματος, κοινωνικής θέσης και χώρας καταγωγής ή διαμονής, αποτελεί δε ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την επίτευξη της ισότητας των φύλων· λαμβάνοντας υπόψη ότι γυναίκες και παιδιά σε ολόκληρη την ΕΕ δεν απολαμβάνουν τον ίδιο βαθμό προστασίας από έμφυλη βία εξαιτίας των διαφορών ως προς τις πολιτικές και τη νομοθεσία μεταξύ των κρατών μελών·

Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά το ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις αναγνώρισης του προβλήματος και έχει σημειωθεί προόδος όσον αφορά την ισότητα των φύλων, οι γυναίκες εξακολουθούν να υπόκεινται σε διακρίσεις και να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, ενώ οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές ανισότητες δεν έχουν εξαλειφθεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τον δείκτη για την ισότητα των φύλων του EIGE 2020 καμία χώρα της ΕΕ δεν έχει ακόμα επιτύχει την πλήρη ισότητα γυναικών και ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόοδος στην ΕΕ όσον αφορά την ισότητα των φύλων εξακολουθεί να είναι αργή, με τη βαθμολογία του δείκτη να βελτιώνεται, κατά μέσο όρο, κατά μία μονάδα ανά διετία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, με αυτόν τον ρυθμό, θα χρειαστούν πάνω από 70 χρόνια για να επιτευχθεί στην ΕΕ ισότητα μεταξύ των φύλων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το παρόν Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει τη δημιουργία μιας νέας σύνθεσης του Συμβουλίου με υπουργούς και υφυπουργούς αρμόδιους για την ισότητα των φύλων·

Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διάφορες μορφές καταπίεσης δεν εμφανίζονται χωριστά αλλά επικαλύπτονται και επηρεάζουν τα άτομα ταυτόχρονα, δίνοντας ώθηση σε διατομεακές μορφές διακρίσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διακρίσεις λόγω φύλου συνυπάρχουν συχνά με διακρίσεις για άλλους λόγους, όπως λόγω φυλής, χρώματος, εθνοτικής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού·

Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την τρέχουσα δεκαετία παρατηρείται μια ορατή και οργανωμένη επίθεση σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο κατά της ισότητας των φύλων και των δικαιωμάτων των γυναικών, μεταξύ άλλων και στην ΕΕ·

Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισότητα των φύλων συνιστά βασική προϋπόθεση για μια καινοτόμο, ανταγωνιστική και ευημερούσα ευρωπαϊκή οικονομία, με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την αύξηση της παραγωγικότητας, ιδίως στο πλαίσιο της ψηφιοποίησης και της μετάβασης σε μια πράσινη οικονομία·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η βία μεταξύ συντρόφων  αφορά κάθε πράξη σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας που λαμβάνει χώρα μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων, ανεξαρτήτως αν ο δράστης μοιράζεται ή μοιραζόταν την ίδια κατοικία με το θύμα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδοσυντροφική βία είναι μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές έμφυλης βίας, καθώς εκτιμάται ότι το 22 % των γυναικών έχουν υποστεί σωματική και/ή σεξουαλική βία, ενώ το 43 % εξ αυτών έχουν υποστεί ψυχολογική βία από τον σύντροφό τους[13]· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και τα παιδιά πλήττονται δυσανάλογα από αυτό το είδος βίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι ως «ενδοοικογενειακή βία» νοούνται όλες οι πράξεις σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας που συμβαίνουν εντός της οικογένειας ή της οικιακής μονάδας ή ανάμεσα σε πρώην ή νυν συζύγους ή συντρόφους, είτε ο αυτουργός διαμένει ή διέμενε στην ίδια κατοικία με το θύμα είτε όχι[14]· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί σοβαρό και συχνά μακροχρόνιο και συγκεκαλυμμένο κοινωνικό πρόβλημα το οποίο προκαλεί συστηματικό σωματικό και/ή ψυχολογικό τραύμα με σοβαρές συνέπειες για τα θύματα, και με σοβαρό αντίκτυπο στη συναισθηματική, οικονομική και κοινωνική ευημερία όλης της οικογένειας, καθώς ο δράστης είναι πρόσωπο το οποίο ευλόγως έχει την εμπιστοσύνη του θύματος· λαμβάνοντας υπόψη ότι ποσοστό 70 % έως 85 % των παιδιών- θυμάτων βίας γνωρίζουν αυτούς που τα κακοποιούν και ότι η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών είναι θύματα ατόμων που εμπιστεύονται[15]· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα συχνά βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτών που τα κακοποιούν, μέσω εκφοβισμού, απομόνωσης και κακοποίησης·

Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσοστά ενδοσυντροφικής βίας σε αγροτικές και απομακρυσμένες κοινότητες είναι ακόμα μεγαλύτερα από εκείνα σε αστικές περιοχές· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά ενδοσυντροφικής βίας και μεγαλύτερης συχνότητας και σοβαρότητας σωματική, ψυχολογική και οικονομική κακοποίηση που εντείνεται από το γεγονός ότι διαμένουν μακριά από διαθέσιμους πόρους και υπηρεσίες από όπου θα μπορούσαν να λάβουν βοήθεια· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελλιπής κατανόηση της ενδοοικογενειακής βίας από τις υγειονομικές, κοινωνικές και νομικές υπηρεσίες σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τα άτομα που έχουν βιώσει ενδοσυντροφική βία·

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε επίπεδο ΕΕ, η πλειονότητα των μονογονεϊκών νοικοκυριών διευθύνεται από μόνες μητέρες που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες οικονομικά, ιδίως εκείνες που ανήκουν σε χαμηλόμισθες κατηγορίες, και είναι πιθανότερο να εγκαταλείψουν πρόωρα την αγορά εργασίας όταν καθίστανται γονείς, θέτοντας έτσι τον εαυτό τους σε μειονεκτική θέση όταν προσπαθούν να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι στην ΕΕ, το 2019, το 40,3 % των μονογονεϊκών νοικοκυριών αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού[16]·

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ποσοστό 30 % των γυναικών που έχουν βιώσει σεξουαλική θυματοποίηση από πρώην ή τρέχοντα σύντροφο έχουν βιώσει επίσης σεξουαλική βία στην παιδική τους ηλικία, και ότι ποσοστό 73% των μητέρων που έχουν πέσει θύματα σωματικής και/ή σεξουαλικής βίας από σύντροφο αναφέρουν ότι τουλάχιστον ένα από τα παιδιά τους έχει αντιληφθεί την άσκηση αυτής της βίας[17]·

Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλά κράτη μέλη, τα μέτρα περιορισμού και κοινωνικής αποστασιοποίησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 έχουν συνδεθεί με μια εκθετική αύξηση της συχνότητας και της έντασης των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, ψυχολογικής βίας και καταναγκαστικού ελέγχου και κυβερνοβίας, καθώς και με αύξηση κατά 60 % των κλήσεων έκτακτης ανάγκης από θύματα ενδοοικογενειακής βίας[18]· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαίτηση παραμονής στο σπίτι και η ανησυχητική έξαρση της «σκιώδους πανδημίας» κατέστησαν δύσκολη για τις γυναίκες και τα παιδιά την πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία, υπηρεσίες υποστήριξης και δικαιοσύνη, και αποκάλυψαν ότι οι πόροι και οι δομές στήριξης είναι ανεπαρκείς και ότι τα θύματα είχαν περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης, αφήνοντας πολλά από αυτά χωρίς κατάλληλη και έγκαιρη προστασία· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τις βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά  ειδικά μέτρα παροχής έγκαιρης και προσβάσιμης βοήθειας στα θύματα, όπως συστήματα αποστολής γραπτών μηνυμάτων έκτακτης ανάγκης ή σημεία επαφής για την αναζήτηση βοήθειας σε φαρμακεία και σούπερ μάρκετ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά την επικράτηση του φαινομένου, η ενδοσυντροφική βία κατά των γυναικών εξακολουθεί να μην καταγγέλλεται επαρκώς στην ΕΕ από τα θύματα, τις οικογένειές τους, τους φίλους τους, τους γνωστούς και τους γείτονές τους, για διάφορους λόγους, ιδίως κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, και ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη ολοκληρωμένων, συγκρίσιμων και κατανεμημένων ανά φύλο δεδομένων, γεγονός που δυσχεραίνει την πλήρη αξιολόγηση των επιπτώσεων της κρίσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έρευνα του FRA σχετικά με τη βία κατά των γυναικών δείχνει ότι τα θύματα αναφέρουν στην αστυνομία τα σοβαρότερα περιστατικά βίας μόνο στο 14 % των περιπτώσεων, και ότι τα δύο τρίτα των γυναικών θυμάτων συστηματικά δεν καταγγέλλουν στις αρχές, είτε λόγω φόβου είτε λόγω έλλειψης πληροφοριών σχετικά με τα δικαιώματα των θυμάτων, είτε λόγω της γενικής πεποίθησης ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι ιδιωτικό ζήτημα, το οποίο δεν πρέπει να δημοσιοποιείται[19]·

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδοοικογενειακή και η έμφυλη βία σημείωσαν αύξηση εξαιτίας των μέτρων εγκλεισμού που επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 και ότι, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπόλ[20], έχει σημειωθεί δραματική αύξηση της σεξουαλικής κακοποίησης σε βάρος παιδιών στο διαδίκτυο στην ΕΕ·

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη διάρκεια των περιόδων εγκλεισμού, αναφέρθηκε σημαντική αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας κατά των ΛΟΑΔΜ, ιδίως των νέων·

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή και στην οικονομική βία κατά των γυναικών η οποία έχει τη μορφή, μεταξύ άλλων, καταστροφής περιουσίας, περιορισμού της πρόσβασης σε οικονομικούς πόρους, στην εκπαίδευση ή στην αγορά εργασίας ή μη συμμόρφωσης με οικονομικές υποχρεώσεις, όπως η καταβολή διατροφής, διότι αυτά εμποδίζουν την οικονομική ανεξαρτησία και τον οικογενειακό πλούτο και συμβαδίζουν με τις άλλες μορφές βίας, ενώ δημιουργούν επίσης μια επιπλέον παγίδα για τα θύματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα που δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητα αναγκάζονται συχνά να παραμείνουν στην ίδια κατοικία με τον δράστη της κακοποίησης προκειμένου να αποφύγουν την οικονομική ανασφάλεια, την έλλειψη στέγης ή φτώχεια και ότι η τάση αυτή ενισχύθηκε πρόσφατα από την πανδημία COVID-19· λαμβάνοντας υπόψη ότι η δίκαιη αμοιβή και η οικονομική ανεξαρτησία αποτελούν ουσιαστική προϋπόθεση για να είναι οι γυναίκες σε θέση να εγκαταλείψουν μια κακοποιητική ή βίαια σχέση· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που σχετίζονται με οικονομική αποζημίωση μπορεί να απαιτήσει από το θύμα να παραμείνει σε επαφή με αυτόν που το κακοποίησε, εκθέτοντάς το σε περαιτέρω σωματικό και συναισθηματικό κίνδυνο·

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι και τα παιδιά μπορεί να υπάρξουν «αυτόπτες μάρτυρες βίας»[21] στο οικογενειακό περιβάλλον, βιώνοντας οποιαδήποτε μορφή κακομεταχείρισης η οποία διαπράττεται με πράξεις σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής και οικονομικής βίας σε βάρος προσώπων αναφοράς ή άλλων συναισθηματικά σημαντικών προσώπων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η βία αυτή έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για την ψυχολογική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού και ότι, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να δοθεί η δέουσα προσοχή σε αυτό το είδος βίας κατά τους χωρισμούς και τις ρυθμίσεις γονικής μέριμνας, διασφαλίζοντας ότι βασικό μέλημα είναι το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, ιδίως προκειμένου να καθοριστούν τα δικαιώματα επιμέλειας και επισκέψεων σε περιπτώσεις χωρισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρατηρούμενη βία δεν είναι πάντα εύκολα αναγνωρίσιμη και ότι οι γυναίκες που πέφτουν θύματα ενδοοικογενειακής βίας ζουν σε κατάσταση έντασης και συναισθηματικής δυσκολίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε υποθέσεις που αφορούν τόσο την ενδοοικογενειακή βία όσο και ζητήματα προστασίας των παιδιών, τα δικαστήρια θα πρέπει να παραπέμπουν σε εμπειρογνώμονες με γνώσεις και εργαλεία για την αποφυγή αποφάσεων κατά της μητέρας που δεν λαμβάνουν δεόντως υπόψη όλες τις περιστάσεις·

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκπαίδευση διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην ανάπτυξη της ικανότητας παιδιών και νέων να διαμορφώνουν υγιείς σχέσεις, κυρίως διδάσκοντάς τους για τα πρότυπα φύλου, την ισότητα των φύλων, τη δυναμική ισχύος στις σχέσεις, τη συναίνεση, τον σεβασμό των ορίων, και βοηθά στην καταπολέμηση της έμφυλης βίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις διεθνείς τεχνικές οδηγίες της UNESCO για τη σεξουαλική αγωγή, τα προγράμματα ολοκληρωμένης σεξουαλικής αγωγής που εντάσσονται στο σχολικό πρόγραμμα επιτρέπουν σε παιδιά και νέους να αναπτύξουν γνώσεις, θετικές στάσεις και δεξιότητες, σε σχέση με τον σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των φύλων, τη συναίνεση και την πολυμορφία, και παρέχει ενδυνάμωση σε παιδιά και νέους·

ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της εξάλειψης της έμφυλης βίας, είναι αναγκαία συνεκτικά και συγκρίσιμα διοικητικά δεδομένα, στη βάση ενός ισχυρού και συντονισμένου πλαισίου συλλογής δεδομένων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα που συλλέγονται από τις αρχές επιβολής του νόμου και τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών δεν αντικατοπτρίζουν την πλήρη έκταση της ενδοσυντροφικής βίας και τον αντίκτυπο και τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τις γυναίκες και τα παιδιά, δεδομένου ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν συλλέγουν συγκρίσιμα δεδομένα διαχωρισμένα με βάση το φύλο σχετικά με την έμφυλη βία ούτε αναγνωρίζουν την ενδοσυντροφική βία ως ειδικό αδίκημα, στοιχείο που δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη σχετικά με την πραγματική συχνότητα των περιστατικών ενδοσυντροφικής βίας που πολύ συχνά είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί και να χαρτογραφηθεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει επίσης έλλειψη δεδομένων σχετικά με τον αυξημένο κίνδυνο και τον υψηλότερο αριθμό περιστατικών ενδοοικογενειακής και ενδοσυντροφικής βίας για συγκεκριμένες ομάδες, όπως οι μεινεκτούσες ομάδες γυναίκες και οι γυναίκες που υφίστανται διακρίσεις·

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η ενδοσυντροφική βία κατά των γυναικών συχνά παραμελείται και ο βασικός κανόνας της συνεπιμέλειας ή της γονικής μέριμνας φαίνεται να υπερισχύει σε περιπτώσεις επιμέλειας παιδιών, καθώς και σε ρυθμίσεις και αποφάσεις σχετικά με την πρόσβαση και τις επισκέψεις σε αυτά, και την επικοινωνία μαζί τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παράβλεψη της ύπαρξης ενδοσυντροφικής βίας μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τις γυναίκες και τα παιδιά, οι οποίες ενδεχομένως να κλιμακωθούν έως τη γυναικοκτονία και/ή την παιδοκτονία· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα ενδοσυντροφικής βίας χρήζουν ειδικών μέτρων προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάσταση των θυμάτων επιδεινώνεται σημαντικά εάν εξαρτώνται οικονομικά ή κοινωνικά από τον δράστη· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να λαμβάνεται πλήρως υπόψη αυτό το είδος βίας κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με ρυθμίσεις χωρισμού και επιμέλειας και να εξετάζονται καταγγελίες για βία πριν από ζητήματα επιμέλειας και επίσκεψης· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών θα πρέπει να εξασφαλίζουν μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση με βάση την αρχή του «υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού», προκειμένου να καθοριστούν τα δικαιώματα επιμέλειας και επισκέψεων, που να περιλαμβάνει την ακρόαση του παιδιού, τη συμμετοχή όλων των σχετικών υπηρεσιών, την παροχή ψυχολογικής υποστήριξης και τη συνεκτίμηση της εμπειρογνωμοσύνης όλων των εμπλεκόμενων επαγγελματιών·

ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκτιμήσεις κινδύνου από τις αρχές επιβολής του νόμου στα περισσότερα κράτη μέλη δεν περιλαμβάνουν συστηματικά πληροφορίες που παρέχονται από τα παιδιά σχετικά με τις εμπειρίες τους όσον αφορά την ενδοσυντροφική βία·

ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού θα πρέπει πάντα να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών διαφορών, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα κάθε παιδιού να διατηρεί επαφή και με τους δύο γονείς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 9 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιορίζεται, εάν είναι αναγκαίο, προς το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού·

Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και τα άρθρα 4 και 16 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/800, τα παιδιά έχουν δικαίωμα να εκθέτουν τις απόψεις τους για κάθε ζήτημα που τα αφορά, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών, με φιλικό προς αυτά τρόπο, και οι απόψεις τους πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη σύμφωνα με την ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού·

ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι δύο από τα πλέον αναγνωρισμένα ιδρύματα για την ψυχική υγεία, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, απορρίπτουν τη χρήση του λεγόμενου συνδρόμου γονικής αποξένωσης και παρόμοιων εννοιών και όρων, δεδομένου ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στρατηγική κατά των θυμάτων βίας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις γονικές δεξιότητες των θυμάτων, απορρίπτοντας τα επιχειρήματά τους και αγνοώντας τη βία στην οποία έχουν εκτεθεί τα παιδιά· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη σύσταση της πλατφόρμας EDVAW οι κατηγορίες για γονική αποξένωση που προέρχονται από κακοποιητικούς πατέρες εναντίον των μητέρων θα πρέπει να θεωρούνται από τις δημόσιες υπηρεσίες και τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποφασίζουν για την επιμέλεια των παιδιών, ως προσπάθεια συνέχισης της εξουσίας και του ελέγχου που ασκούν[22]·

ΚΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ανώνυμες καταγγελίες που στη συνέχεια αποσύρονται από τα θύματα μπορεί να παρεμποδίσουν τις περαιτέρω έρευνες από τις αρχές και αποτελούν εμπόδιο για την πρόληψη της περαιτέρω βίας·

ΚΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ποινικές διαδικασίες που προκύπτουν από καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας συχνά εξετάζονται εντελώς χωριστά από τις διαδικασίες χωρισμού και επιμέλειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό μπορεί να σημαίνει ότι διατάσσεται συνεπιμέλεια των παιδιών και/ή επιβάλλονται δικαιώματα επισκέψεων που θέτουν σε κίνδυνο τα δικαιώματα και την ασφάλεια του θύματος και των παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό μπορεί να έχει μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στην πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται στην πράξη το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα θύματα, ανάλογα με τις ανάγκες τους, έχουν δωρεάν πρόσβαση σε εμπιστευτικές υπηρεσίες υποστήριξης που ενεργούν προς το συμφέρον των θυμάτων πριν, κατά τη διάρκεια και για κατάλληλο χρονικό διάστημα μετά την ποινική διαδικασία, μεταξύ άλλων μέσω ενός συστήματος ψυχοκοινωνικής στήριξης - ιδίως κατά τη διάρκεια και μετά τις διαδικασίες ανάκρισης - το οποίο λαμβάνει υπόψη τις συναισθηματικές εντάσεις που συνδέονται με τις περιστάσεις·

ΚΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 67 της ΣΛΕΕ, η Ένωση συγκροτεί χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπου η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση όλων στη δικαιοσύνη είναι ζωτικής σημασίας·

ΚΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί ότι η ασφάλεια και η προστασία των θυμάτων αποτελεί πρώτη προτεραιότητα στο πλαίσιο των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου, και  ότι μηχανισμοί εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, όπως η διαμεσολάβηση, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις παρουσίας βίας κατά των γυναικών και των παιδιών, είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω βλάβη για τα θύματα·

ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να εγκρίνουν νομοθετικά ή άλλα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των δικαιωμάτων επιμέλειας και επισκέψεων σε σχέση με παιδιά, και ότι η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος επισκέψεων ή επιμέλειας δεν θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα και την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών του[23]· λαμβάνοντας υπόψη ότι, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της, η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης δεν έχει κυρωθεί ακόμη από έξι κράτη μέλη, ούτε από την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης είναι το σημαντικότερο διεθνές πλαίσιο που διαθέτουμε για την πρόληψη και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας·

ΚΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεπιμέλεια σε καταστάσεις ενδοσυντροφικής βίας εκθέτει τις γυναίκες σε ένα φάσμα βίας που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εξαναγκάζοντάς τες να παραμένουν σε γεωγραφική εγγύτητα με αυτούς που τις κακοποιούν, και υποβάλλοντάς τες σε περαιτέρω έκθεση σε σωματική και ψυχολογική βία, καθώς και σε συναισθηματική κακοποίηση, η οποία μπορεί να έχει άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στα παιδιά· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε περιπτώσεις ενδοσυντροφικής βίας, το δικαίωμα των γυναικών και των παιδιών να προστατεύονται και να ζουν χωρίς σωματική και ψυχολογική βία θα πρέπει να υπερισχύει έναντι της προτίμησης για συνεπιμέλεια· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κακομεταχείριση παιδιών από τους δράστες ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την άσκηση εξουσίας και τη διάπραξη πράξεων βίας κατά της μητέρας, μια μορφή μη άμεσης βιαιοπραγίας λόγω φύλου που είναι γνωστή σε ορισμένα κράτη μέλη ως «έμμεση βία»·

ΚΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας αποτελούν ζωτικής σημασίας δίαυλο για την πρόσβαση σε υποστήριξη αλλά ότι μόνο 13 κράτη μέλη έχουν υλοποιήσει την γραμμή βοήθειας της ΕΕ 116 006 που απευθύνεται σε όλα τα θύματα εγκληματικών πράξεων και μόνο λίγα κράτη μέλη διαθέτουν εξειδικευμένες τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας για θύματα ενδοσυντροφικής βίας·

ΚΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδοσυντροφική βία συνδέεται εγγενώς με τη βία κατά των παιδιών και την κακοποίηση παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση των παιδιών σε ενδοοικογενειακή βία πρέπει να θεωρείται βία κατά των παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά που εκτίθενται σε ενδοοικογενειακή βία υποφέρουν από τις αρνητικές της συνέπειες στην ψυχική και/ή σωματική υγεία τους. άμεσα ή και χρόνια· λαμβάνοντας υπόψη ότι η θυματοποίηση παιδιών σε καταστάσεις βίας κατά των γυναικών μπορεί να συνεχιστεί και να κλιμακωθεί στο πλαίσιο των οικογενειακών διαφορών σχετικά με την επιμέλεια και τη μέριμνα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ψυχική υγεία και η ευημερία των παιδιών έχει επιδεινωθεί εξαιτίας των μέτρων περιορισμού των μετακινήσεων που έχουν ληφθεί λόγω της νόσου COVID-19· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για παιδιά διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών και σε πολλά από αυτά δεν επαρκούν·

Λ. λαμβάνοντας υπόψη για τα παιδιά που μεγαλώνουν σε βίαιο οικογενειακό περιβάλλον οι επιπτώσεις είναι πολύ αρνητικές  όσον αφορά την ανάπτυξή τους και τη μετέπειτα συμπεριφορά τους ως ενήλικες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση στη βία ως παιδί, μέσω της κακομεταχείρισης και/ή της παρακολούθησης ενδοσυντροφικής βίας, αποτελεί παράγοντα κινδύνου για να καταστεί το παιδί ευάλωτο στη θυματοποίηση ή στη διάπραξη βίας ως ενήλικας ή να αναπτύξει προβλήματα συμπεριφοράς, ή σωματικά και ψυχικά νοσήματα·

ΛΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, μολονότι έχει σημειωθεί πρόοδος, πρόσφατες εκθέσεις δείχνουν ότι τα θύματα εγκληματικής συμπεριφοράς εξακολουθούν να μην μπορούν να ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματά τους στην ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες έχει ζωτική σημασία για τις γυναίκες που εκτίθενται σε ενδοσυντροφική βία· λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθεί να υπάρχει ανεπαρκής αριθμός εξειδικευμένων και γενικών υπηρεσιών υποστήριξης για τα θύματα βίας μεταξύ συντρόφων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην απονομή δικαιοσύνης λόγω έλλειψης ενημέρωσης και ανεπαρκούς στήριξης και προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα συχνά αντιμετωπίζουν δευτερογενή θυματοποίηση στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και όταν ζητούν αποζημίωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις στις οποίες τα όργανα επιβολής του νόμου και τα δικαστικά συστήματα δεν είναι σε θέση να παράσχουν επαρκή στήριξη σε γυναίκες και παιδιά θύματα ενδοοικογενειακής βίας, και ότι ενίοτε τα θύματα βίας παραμελούνται ή υφίστανται ανάρμοστα σχόλια κατά την καταγγελία της βίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι δημόσιες υπηρεσίες, ιδίως εκείνες που εργάζονται με και για παιδιά και θύματα ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, αποτελούν σημαντικό παράγοντα πρόληψης και  αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής και ενδοσυντροφικής βίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οργανώσεις αυτές μπορούν επίσης να συμβάλουν με πολύτιμο τρόπο στις πολιτικές και τη νομοθεσία με βάση την εμπειρία τους σε επίπεδο κοινότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι προγράμματα ενωσιακής χρηματοδότησης, όπως το πρόγραμμα «Δικαιοσύνη» και το πρόγραμμα «Πολίτες, ισότητα, δικαιώματα και αξίες», μπορούν να στηρίξουν δραστηριότητες για την προστασία και την υποστήριξη των θυμάτων ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, μεταξύ άλλων για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε δικαιοσύνη και τη χρηματοδότηση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται με θύματα·

ΛΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διασυνοριακές διαδικασίες χωρισμού, διαζυγίου και επιμέλειας είναι πιο περίπλοκες ως προς τον χαρακτήρα τους και γενικότερα πιο χρονοβόρες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αυξημένη κινητικότητα εντός της ΕΕ έχει οδηγήσει σε όλο και περισσότερες διασυνοριακές διαφορές σχετικά με τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια των παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων σε διαδικασίες που συνδέονται με δικαιώματα επιμέλειας και στις οποίες εμπλέκεται έμφυλη βία είναι προβληματική διότι οι νομοθεσίες περί έμφυλης βίας διαφέρουν σε κάθε κράτος μέλος και δεν αναγνωρίζουν όλα τα κράτη μέλη την ενδοσυντροφική βία ως ποινικό αδίκημα και ως μορφή έμφυλης βίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της για να προωθήσει σε όλα τα κράτη μέλη τη συνεπή και συγκεκριμένη εφαρμογή των αρχών και στόχων που θεσπίζονται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, την οποία έχουν κυρώσει όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη, ως συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, πρέπει να προάγουν το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού ως πρωταρχικό μέλημα σε όλες τις δημόσιες δράσεις, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο διασυνοριακών οικογενειακών διαφορών· λαμβάνοντας υπόψη ότι στο άρθρο 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ προβλέπεται η δυνατότητα « θέσπισης ελάχιστων κανόνων για τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στους τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση, η οποία απορρέει κυρίως από τη φύση ή τις επιπτώσεις αυτών των αδικημάτων ή λόγω της ειδικής ανάγκης να καταπολεμούνται σε κοινή βάση»· λαμβάνοντας υπόψη ότι με το άρθρο 83 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ προβλέπεται η δυνατότητα  «θέσπισης ελάχιστων κανόνων σχετικών με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων», όταν « είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής πολιτικής της Ένωσης σε τομέα στον οποίο εφαρμόζονται μέτρα εναρμόνισης».·

ΛΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στο άρθρο 82 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ προβλέπεται η δυνατότητα θέσπισης ελάχιστων κανόνων εφαρμοστέων στα κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, καθώς και η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές διαστάσεις, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα των θυμάτων εγκληματικών πράξεων·

Γενικές παρατηρήσεις

1. καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή βίας κατά των γυναικών και ενδοοικογενειακής βίας, και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ιδίως οι γυναίκες και τα παιδιά, συνεχίζουν γενικότερα να εκτίθενται σε ενδοσυντροφική βία η οποία συνιστά σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους, επηρεάζοντας επίσης την οικονομική ενδυνάμωσή τους, με το φαινόμενο αυτό να έχει οξυνθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19·

2. υπενθυμίζει ότι η Ειδική Εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για τη βία κατά των γυναικών σημείωσε ότι η κρίση της νόσου COVID-19 κατέδειξε την έλλειψη σωστής εφαρμογής των διεθνών συμβάσεων για την προστασία των γυναικών και την πρόληψη της έμφυλης βίας· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν επειγόντως την αύξηση της βίας μεταξύ συντρόφων κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 και τα ενθαρρύνει να ανταλλάξουν εθνικές καινοτόμους και βέλτιστες πρακτικές, κατευθυντήριες γραμμές  και πρωτόκολλα που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση της ενδοσυντροφικής βίας και τη στήριξη των θυμάτων, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης· καλεί την Επιτροπή να προάγει αυτές τις πρακτικές· καλεί τα κράτη μέλη και τις τοπικές αρχές να προβούν σε ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών για την υποστήριξη των θυμάτων έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, διασφαλίζοντας την προστασία και την οικονομική ανεξαρτησία τους μέσω της παροχής πρόσβασης σε ειδικές υπηρεσίες στέγασης και σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες, όπως υγεία, μεταφορές αλλά και επαγγελματική και ψυχολογική υποστήριξη· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ένα πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη βία κατά των γυναικών σε περιόδους κρίσης και έκτακτης ανάγκης για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών και τη στήριξη των θυμάτων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως η πανδημία COVID-19, να θεσπίσει ένα ασφαλές και ευέλικτο σύστημα προειδοποίησης και να εξετάσει το ενδεχόμενο οι υπηρεσίες προστασίας των θυμάτων, όπως γραμμές βοήθειας, ασφαλής στέγαση και υπηρεσίες υγείας, να αποτελέσουν «βασικές υπηρεσίες» στα κράτη μέλη· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων ανισοτήτων σε επίπεδο νομοθεσίας, πολιτικών και υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών και της αύξησης της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19·

3. επισημαίνει ότι οι δράστες συχνά χρησιμοποιούν τις δικαστικές διαδικασίες για να επεκτείνουν την εξουσία και τον έλεγχό τους, καθώς και για να συνεχίσουν να εκφοβίζουν τα θύματά τους και να υποκινούν τον φόβο σε αυτά· τονίζει εν προκειμένω ότι το παιδί και το αίτημα συνεπιμέλειας αποτελούν συχνά αντικείμενο χειραγώγησης από τον βίαιο γονέα προκειμένου αυτός να συνεχίσει να έχει πρόσβαση στη μητέρα μετά τον χωρισμό· τονίζει ότι οι δράστες συχνά κακοποιούν ή απειλούν να βλάψουν ή να πάρουν τα παιδιά, προκειμένου να βλάψουν τους νυν και πρώην συντρόφους τους, με σοβαρό αντίκτυπο στην αρμονική ανάπτυξη των παιδιών· υπενθυμίζει ότι και αυτό αποτελεί επίσης μορφή έμφυλης βίας· επισημαίνει ότι η παρακράτηση της διατροφής μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους δράστες ως απειλή και μορφή κακοποίησης σε βάρος των θυμάτων τους· επισημαίνει ότι η πρακτική αυτή μπορεί να επιβαρύνει σοβαρά την ψυχολογία των θυμάτων και ότι δημιουργεί ή επιδεινώνει τις οικονομικές δυσκολίες· καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν απευθείας διατροφή στα θύματα μέσω ταμείων για τα θύματα, ώστε να αποφευχθεί η οικονομική κατάχρηση και ο κίνδυνος πρόκλησης περαιτέρω βλάβης για το θύμα·

4. χαιρετίζει τη δέσμευση της Επιτροπής στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ισότητα των φύλων 2020-2025 για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και τονίζει τη σημασία της πλήρους και ταχείας υλοποίησης των σχετικών βασικών στόχων της · επισημαίνει τα ανησυχητικά στοιχεία σχετικά με την έμφυλη βία, τα οποία αποκαλύπτουν την ύπαρξη συμπεριφορών πατριαρχικής εξουσίας, που πρέπει να αλλάξουν επειγόντως· υπενθυμίζει ότι η κοινή δράση είναι απαραίτητη για την ανοδική σύγκλιση και την εναρμόνιση των δικαιωμάτων των γυναικών στην Ευρώπη· ζητεί, ως εκ τούτου, τη δημιουργία μιας ειδικής σύνθεσης του Συμβουλίου σχετικά με την ισότητα των φύλων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προκειμένου οι εκπρόσωποι των κρατών μελών να μπορούν να συνεδριάζουν τακτικά, να νομοθετούν και να προβαίνουν σε ανταλλαγή των βέλτιστων πρακτικών· τονίζει ότι τα μέτρα για την καταπολέμηση της έμφυλης και της ενδοοικογενειακής βίας πρέπει να περιλαμβάνουν μια διατομεακή προσέγγιση με στόχο να είναι όσο το δυνατόν πιο πολυσυλλεκτικά και να συμβάλλουν στην αποτροπή κάθε είδους διάκρισης·

5. επισημαίνει ότι η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί βασικό μέσο κατά της έμφυλης βίας σε βάρος των γυναικών. καθώς και της ενδοοικογενειακής βίας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η σύμβαση δεν έχει κυρωθεί ακόμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και μέχρι σήμερα μόνο 21 κράτη μέλη της ΕΕ την έχουν κυρώσει· ζητεί την ταχεία κύρωση και εφαρμογή της σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο· προτρέπει τη Βουλγαρία, την Τσεχία, την Ουγγαρία, τη Λετονία, τη Λιθουανία και τη Σλοβακία να κυρώσουν τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης· υπενθυμίζει την απερίφραστη καταδίκη του για την πρόσφατη απόφαση του Πολωνού υπουργού Δικαιοσύνης να δρομολογήσει επισήμως την αποχώρηση της Πολωνίας από τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που θα συνιστούσε σοβαρή οπισθοδρόμηση όσον αφορά την ισότητα των φύλων, τα δικαιώματα των γυναικών και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικών, προγραμμάτων και άλλων πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, και να διαθέσει επαρκείς και κατάλληλους πόρους για δράσεις που σχετίζονται με την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης μέσω των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της που διασφαλίζονται στις διατάξεις του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-2027 και μέσω του σκέλους «Δάφνη»· συγχαίρει όλες τις εκστρατείες που υποστηρίζουν την κύρωση και την εφαρμογή της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης· στηρίζει το σχέδιο της Επιτροπής να συνεχίσει να ασκεί πιέσεις για την κύρωση της σύμβασης σε ολόκληρη την ΕΕ· καταδικάζει τις απόπειρες για απαξίωση της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις προσπάθειες για την παρεμπόδιση της προόδου που έχει σημειωθεί κατά την προσπάθεια καταπολέμησης της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες παρατηρούνται σε ορισμένα κράτη μέλη· επισημαίνει με μεγάλη ανησυχία ότι η ουσιαστική εφαρμογή της σύμβασης παραμένει κατακερματισμένη στην ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη που έχουν κυρώσει τη σύμβαση να διασφαλίσουν την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή της στην πράξη, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο άρθρο 31 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα περιστατικά βίας μεταξύ των συντρόφων λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των δικαιωμάτων επιμέλειας και επίσκεψης των παιδιών, και ότι η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος επίσκεψης ή επιμέλειας δεν θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα και την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών·

6. καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να προσθέσει την έμφυλη βία στον κατάλογο των τομέων εγκληματικότητας στο άρθρο 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ανάγκη καταπολέμησης αυτής της μορφής εγκληματικότητας σε κοινή βάση· καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει το ανωτέρω ως νομική βάση για να προτείνει δεσμευτικά μέτρα και μια ολιστική οδηγία πλαίσιο της ΕΕ για την πρόληψη και την καταπολέμηση κάθε μορφής έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένου του αντίκτυπου της ενδοσυντροφικής βίας στις γυναίκες και τα παιδιά, που θα περιλαμβάνει ενιαία πρότυπα και υποχρέωση δέουσας επιμέλειας όσον αφορά τη συλλογή στοιχείων, την πρόληψη, την έρευνα, την προστασία θυμάτων και μαρτύρων και τη δίωξη και τιμωρία των δραστών· υπενθυμίζει ότι τέτοιου είδους νέα νομοθετικά μέτρα θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνάδουν με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και θα πρέπει να είναι συμπληρωματικά στην κύρωση αυτής· συνιστά να θεωρηθεί η σύμβαση της Κωνσταντινούπολης ελάχιστο πρότυπο για την επίτευξη περαιτέρω προόδου στην εξάλειψη της έμφυλης και της ενδοοικογενειακής βίας·

7. καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εγκρίνουν ειδικά μέτρα για την εξάλειψη της βίας στον κυβερνοχώρο, συμπεριλαμβανομένης της διαδικτυακής παρενόχλησης, του κυβερνοεκφοβισμού και της μισογυνικής ρητορικής μίσους, που πλήττει δυσανάλογα τα παιδιά και κυρίως τα κορίτσια, και να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένα την αύξηση αυτών των μορφών έμφυλης βίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει σχετικές ρυθμίσεις και κάθε είδους πιθανές δράσεις για την εξάλειψη της ρητορικής μίσους και της διαδικτυακής παρενόχλησης·

8. εκφράζει τη λύπη για την ελλιπή χρηματοδότηση από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας με δεδομένη την κλίμακα του φαινομένου· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη που έχουν αυξήσει σημαντικά την εν λόγω χρηματοδότηση είχαν αποτελέσματα, ιδίως ως προς τη μείωση του αριθμού των γυναικοκτονιών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αυξήσουν τους πόρους που προορίζονται για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας· εκφράζει την ανησυχία του για τον κατακερματισμό της χρηματοδότησης, τον βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα της και τη διοικητική επιβάρυνση, που μπορούν να μειώσουν την πρόσβαση των διαφόρων ενώσεων σε χρηματοδότηση επηρεάζοντας, ως εκ τούτου, την ποιότητα της υποστήριξης που λαμβάνουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας και τα παιδιά τους· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προάγουν τη σταθερή και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση·

Προστασία, ασφάλεια και στήριξη των θυμάτων έμφυλης βίας - αντιμετώπιση της βίας μεταξύ των συντρόφων στα δικαιώματα επιμέλειας και στις αποφάσεις επίσκεψης

9. υπενθυμίζει ότι σε όλες τις ενέργειες που αφορούν παιδιά, πρωταρχικό μέλημα πρέπει να είναι το υπέρτερο συμφέρον τους· υπενθυμίζει το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δύο γονείς του ή από τον έναν από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άμεση επαφή με τους δύο γονείς του, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο με το συμφέρον του παιδιού· επισημαίνει ότι, κατ’ αρχήν, η συνεπιμέλεια και οι επισκέψεις χωρίς επιτήρηση είναι επιθυμητές προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι γονείς διαθέτουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο με το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού· τονίζει ότι είναι αντίθετο προς τα εν λόγω συμφέροντα το γεγονός ότι ο νόμος αναθέτει αυτόματα τη γονική μέριμνα σε έναν ή και στους δύο γονείς· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η αξιολόγηση του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού είναι μια μοναδική δραστηριότητα που αφορά  κάθε περίπτωση χωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις κάθε παιδιού· υπογραμμίζει ότι η ενδοσυντροφική βία είναι σαφώς ασυμβίβαστη με το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και με την κοινή επιμέλεια και τη μέριμνα, λόγω των σοβαρών συνεπειών της για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπως η ενδεχόμενη άσκηση βίας μετά τον χωρισμό και ακραίων πράξεων γυναικοκτονίας και παιδοκτονίας· τονίζει ότι, κατά τη θέσπιση των ρυθμίσεων όσον αφορά την  επιμέλεια και την πρόσβαση καθώς και τα δικαιώματα επισκέψεων, πρέπει να επικρατεί και να υπερισχύει άλλων κριτηρίων η προστασία των γυναικών και των παιδιών από τη βία και η επιδίωξη του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού · υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, ότι τα δικαιώματα ή οι αξιώσεις των δραστών ή των εικαζόμενων δραστών κατά τη διάρκεια και μετά τις δικαστικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων και σε σχέση με την ιδιοκτησία, την ιδιωτική ζωή, την επιμέλεια των παιδιών, την πρόσβαση, την επαφή και τις επισκέψεις, θα πρέπει να καθορίζονται υπό το πρίσμα των ανθρώπινων δικαιωμάτων των γυναικών και των παιδιών στη ζωή και στη σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική ακεραιότητα και να διέπονται από την αρχή του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού[24]· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι η ανάκληση της επιμέλειας και των δικαιωμάτων επίσκεψης του βίαιου συντρόφου και η ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στη μητέρα εάν είναι θύμα βίας, μπορούν να αποτελέσουν τον μόνο τρόπο πρόληψης περαιτέρω βίας και δευτερογενούς θυματοποίησης των θυμάτων· τονίζει ότι η ανάθεση όλων των γονικών ευθυνών στον ένα γονέα πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμούς αποζημίωσης, όπως κοινωνικά βοηθήματα και πρόσβαση κατά προτεραιότητα σε συλλογική και ατομική φροντίδα·

10. τονίζει ότι η αδυναμία αντιμετώπισης της ενδοσυντροφικής βίας στο πλαίσιο αποφάσεων σχετικών με τα δικαιώματα επιμέλειας και επισκέψεων συνιστά παραβίαση λόγω αμέλειας του ανθρώπινου δικαιώματος σε μια ζωή χωρίς βία, και στην υγιή ανάπτυξη των γυναικών και των παιδιών· ζητεί μετ’ επιτάσεως να θεωρείται από τον νόμο και στην πράξη, κάθε μορφή βίας, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης περιστατικών βίας σε βάρος γονέα ή κοντινού προσώπου,  παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πράξη που αντιβαίνει στο υπέρτερο συμφέρον του παιδιού· εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία σχετικά με τον ακόμα ανησυχητικό αριθμό γυναικοκτονιών στην Ευρώπη, που συνιστά την πλέον ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών· ανησυχεί σχετικά με την ακατάλληλη προστασία που παρέχεται στις γυναίκες, όπως προκύπτει από τις περιπτώσεις των γυναικοκτονιών και των παιδοκτονιών που λαμβάνουν χώρα μετά την καταγγελία από τη γυναίκα περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας· τονίζει ότι με γνώμονα το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, η γονική μέριμνα από τον δράστη γονέα θα πρέπει να αναστέλλεται συστηματικά σε περίπτωση γυναικοκτονίας για όλη τη διάρκεια των διαδικασιών· επισημαίνει ακόμα ότι οι απόγονοι θα πρέπει να εξαιρούνται από υποχρεώσεις διατροφής έναντι γονέα που έχει καταδικαστεί για γυναικοκτονία· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η πρόσβαση σε δικαιοσύνη και υποστήριξη των θυμάτων θα είναι προσβάσιμη, κατάλληλη και δωρεάν σε όλες τις γυναίκες θύματα ενδοσυντροφικής βίας σε κάθε περίπτωση και οποιουδήποτε είδους, και με τη διασφάλιση υπηρεσιών διερμηνείας, όπου απαιτούνται· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες λαμβάνουν υπόψη τις διατομεακές μορφές διακρίσεων που υφίστανται οι γυναίκες και τα παιδιά· καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη φροντίδα, την παρακολούθηση και την προστασία των γυναικών που καταγγέλλουν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι υποστηρικτές υπηρεσίες θα ακολουθούν μια συντονισμένη προσέγγιση για τον εντοπισμό των γυναικών που διατρέχουν κίνδυνο, ώστε να διασφαλισθεί η διαθεσιμότητα όλων αυτών των μέτρων και η προσβασιμότητά τους από όλες τις γυναίκες και τα κορίτσια εντός της δικαιοδοσίας τους· τονίζει ότι μετά τη σύλληψη ενός δράστη επ’ αυτοφώρω το θύμα θα πρέπει να οδηγείται σε ασφαλές καταφύγιο και θα πρέπει να είναι υποχρεωτική η προστασία των παιδιών από τον δράστη, και ότι, εάν δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για τη σύλληψη, το άτομο που κατηγορείται για κακοποίηση θα πρέπει και πάλι να απομακρύνεται άμεσα από την κατοικία του θύματος και να μένει μακριά από τον τόπο εργασίας αυτού ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος περαιτέρω βίας·

11. καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν συστήματα που θα επιτρέπουν σε τρίτους και σε ενώσεις να εμπλέκονται στις επισκέψεις των παιδιών στον βίαιο πρώην σύζυγο, προκειμένου να μειωθεί η έκθεση των μητέρων θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας στην περίπτωση που ο πρώην σύντροφός τους έχει διατηρήσει δικαίωμα επισκέψεων, διαμονής ή δικαιώματα συνεπιμέλειας· θεωρεί ότι οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει να είναι προσβάσιμοι στις γυναίκες αμέσως μόλις αυτές καταγγείλουν ενδοοικογενειακή βία· θεωρεί ότι το καθήκον αυτό πρέπει να συμβάλει στην κινητοποίηση ειδικών δεξιοτήτων και ότι τα άτομα που είναι υπεύθυνα για τα παιδιά πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση· θεωρεί ότι οι μηχανισμοί αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται από εξειδικευμένες ενώσεις και θεσμικά όργανα·

12. εκφράζει την ανησυχία του για τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας· ανησυχεί σχετικά με την κατάσταση των γυναικών που έχουν πέσει θύματα έμφυλης βίας και οι οποίες ζουν σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν υποστηρικτικές δομές και όπου η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και σε δημόσιες και νομικές υπηρεσίες είναι δύσκολη· εκφράζει την ανησυχία του διότι δεν παρέχονται στον ίδιο βαθμό εξειδικευμένες υποστηρικτικές υπηρεσίες σε κάθε κράτος μέλος και καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν επαρκή γεωγραφική κάλυψη  σε άμεσες, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες εξειδικευμένες υποστηρικτικές υπηρεσίες για τα θύματα, ανεξάρτητα από το καθεστώς διαμονής των γυναικών και την ικανότητα ή την προθυμία τους να συνεργαστούν σε διαδικασίες κατά του φερόμενου ως δράστη· καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν καθολική πρόσβαση σε νομικές υπηρεσίες και εξατομικευμένες υπηρεσίες και αποκρίσεις σε συγκεκριμένα πλαίσια, όταν η ενδοσυντροφική βία λαμβάνει χώρα σε αγροτικές περιοχές· επισημαίνει την ανάγκη δημιουργίας δικτύων μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών και προγραμμάτων, προκειμένου να καταπολεμηθούν επιτυχώς τα περιστατικά έμφυλης βίας κατά των γυναικών σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν το ενδεχόμενο διάθεσης ευρωπαϊκών πόρων για το ζήτημα αυτό, ιδίως πόρων που διατίθενται για την περιφερειακή ανάπτυξη·

13. επικροτεί τη στρατηγική της ΕΕ για τα δικαιώματα των θυμάτων (2020-2025) που περιλαμβάνει τις ειδικές ανάγκες των θυμάτων έμφυλης βίας, ιδίως την ειδική προσέγγιση της ψυχολογικής βίας κατά των γυναικών και του μακροχρόνιου αντίκτυπου αυτής στην ψυχική τους υγεία· καλεί την Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση της οδηγίας για τα δικαιώματα των θυμάτων, να αντιμετωπίσει τα υφιστάμενα κενά στη νομοθεσία της ΕΕ, να εξετάσει κατά πόσον λαμβάνεται δεόντως και αποτελεσματικά υπόψη η θυματοποίηση λόγω φύλου, ιδίως όσον αφορά τα διεθνή πρότυπα για τη βία κατά των γυναικών, όπως αυτά που ορίζονται στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, και να ενισχύσει επαρκώς τη νομοθεσία για τα δικαιώματα των θυμάτων και την προστασία και αποζημίωση των θυμάτων· ζητεί να συνεχιστεί η προώθηση των δικαιωμάτων των θυμάτων, μεταξύ άλλων μέσω των υφιστάμενων μέσων, όπως η ευρωπαϊκή εντολή προστασίας· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη θα μεταφέρουν την οδηγία για τα δικαιώματα των θυμάτων στην εθνική νομοθεσία τους και ζητεί να την εφαρμόσουν πλήρως, έτσι ώστε τα θύματα ενδοσυντροφικής βίας να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση σε μια σειρά εξειδικευμένων και γενικευμένων υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως η γραμμή βοήθειας 116 006 για θύματα εγκληματικών πράξεων·

14. συνιστά στα κράτη μέλη να παρέχουν εναλλακτικούς μηχανισμούς για τα θύματα που δεν υποβάλλουν καταγγελία ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται για τα θύματα ενδοσυντροφικής βίας, όπως κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, για παράδειγμα μέσω εκθέσεων εμπειρογνωμόνων που θα καταρτίζονται από εξειδικευμένες δημόσιες υπηρεσίες και θα πιστοποιούν την ιδιότητα του θύματος έμφυλης βίας·

Προστασία και υποστήριξη: πρόσβαση σε νομική προστασία, κατάλυμα έκτακτης ανάγκης και ταμεία για τα θύματα

15. υπογραμμίζει, εν προκειμένω, τον καίριο ρόλο της παροχής οικονομικής στήριξης για τα θύματα προκειμένου να εξασφαλισθεί οικονομική ανεξαρτησία από τον βίαιο σύντροφο· τονίζει ότι η πλειονότητα των γυναικών καθίστανται φτωχότερες κατά τη διάρκεια των διαδικασιών χωρισμού και διαζυγίου, και ότι ορισμένες γυναίκες εγκαταλείπουν το αίτημά τους για το μερίδιο που τους αναλογεί και αυτό που δικαιούνται λόγω του φόβου ότι θα χάσουν την επιμέλεια των παιδιών· καλεί, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στον κίνδυνο να γίνει πιο επισφαλής η κατάσταση των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χωρισμού· τονίζει την ανάγκη εξάλειψης των οικονομικών εμποδίων που ενδέχεται να οδηγούν μια γυναίκα στο να μην αναφέρει τη βία που υπέστη· επισημαίνει ότι το επαρκές εισόδημα και η οικονομική ανεξαρτησία αποτελούν βασικούς παράγοντες που επιτρέπουν στις γυναίκες να εγκαταλείψουν κακοποιητικές και βίαιες σχέσεις· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ειδικά μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής βίας, να προστατεύσουν το κεφάλαιο και το εισόδημα των θυμάτων έμφυλης βίας και να θεσπίσουν ένα πλαίσιο το οποίο θα παρέχει ταχείες και αποτελεσματικές αποφάσεις σχετικά με το επίδομα διατροφής για τα παιδιά, με στόχο τη διασφάλιση της χειραφέτησης, της οικονομικής ασφάλειας και ανεξαρτησίας των θυμάτων έμφυλης βίας, που θα τους επιτρέπει να αναλαμβάνουν τον έλεγχο της ζωής τους, να στηρίξουν δε, μεταξύ άλλων, τις γυναίκες επιχειρηματίες και εργαζόμενες· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν και να υποστηρίξουν ενεργά την ανεξαρτησία αυτή· επικροτεί την πρόταση οδηγίας σχετικά με τον επαρκή κατώτατο μισθό[25] και την πρόταση για δεσμευτικά μέτρα διαφάνειας των αμοιβών[26]· τονίζει τη σημασία της εφαρμογής της οδηγίας για την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής[27] δεδομένου ότι είναι ζωτικής σημασίας για τους μόνους γονείς, βοηθώντας τους να αντιμετωπίσουν τη συγκεκριμένη κατάσταση απασχόλησής τους και με καθήκοντα φροντίδας, όπως η εξασφάλιση της διαθεσιμότητας προσβάσιμων και κατάλληλων εγκαταστάσεων φροντίδας· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν επαρκείς μηχανισμούς οικονομικής στήριξης και αποζημίωσης για τα θύματα και να θεσπίσουν μηχανισμό για τον συντονισμό, την παρακολούθηση και την τακτική αξιολόγηση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των μέτρων για την πρόληψη της οικονομικής βίας κατά των γυναικών·

16. καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν και να εγγυηθούν πλήρη πρόσβαση σε επαρκή νομική προστασία, αποτελεσματικές ακροάσεις και περιοριστικά μέτρα, σε ασφαλή καταφύγια και συμβουλευτικές υπηρεσίες, καθώς και κονδύλια για τα θύματα και προγράμματα οικονομικής χειραφέτησης για γυναίκες που έχουν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας· καλεί τα κράτη μέλη να εγγυηθούν την παροχή υποστήριξης για τις μητέρες και τα παιδιά τους που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας μέσω κοινοτικής, εκπαιδευτικής και οικονομικής στήριξης, όπως ταμεία για τις γυναίκες που έχουν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας, με σκοπό να διασφαλισθεί ότι διαθέτουν τα αναγκαία μέσα για να φροντίσουν τα παιδιά τους και να αποτραπεί το ενδεχόμενο να χάσουν την επιμέλεια των παιδιών τους· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ειδικές διαδικασίες βάσει κοινών ελάχιστων προτύπων και να παράσχουν στήριξη στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο να καταστούν εκ νέου θύματα λόγω κοινής επιμέλειας ή πλήρους στέρησης της επιμέλειας των παιδιών τους· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι θα καλύπτουν τα νομικά έξοδα των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας όταν αυτά δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, και θα τους εγγυώνται κατάλληλη υπεράσπιση από δικηγόρους εξειδικευμένους σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων για τις εντολές προστασίας σε ολόκληρη την ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα θύματα ενδοσυντροφικής βίας έχουν πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε κάθε στάδιο των νομικών διαδικασιών·

17. εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη κατάλληλων καταλυμάτων έκτακτης ανάγκης και προσωρινών καταλυμάτων για τα θύματα ενδοσυντροφικής βίας και τα παιδιά τους· καλεί τα κράτη μέλη να ανοίξουν καταλύματα έκτακτης ανάγκης ειδικά για καταστάσεις βίας μεταξύ συντρόφων που θα είναι διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να αυξηθούν, να βελτιωθούν και να εξασφαλιστούν επαρκείς υπηρεσίες υποδοχής και προστασίας για τις γυναίκες που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας και για τα παιδιά τους· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διαθέσουν επαρκείς πόρους στις αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων μέσω προγραμμάτων, και ζητεί χρηματοδότηση για τη δημιουργία και επέκταση ασφαλών καταφυγίων, καθώς και άλλα κατάλληλα μέτρα που θα επιτρέπουν στις γυναίκες που είναι θύματα βίας να επωφελούνται, με εμπιστευτικότητα, από ένα ασφαλές εντόπιο περιβάλλον·

18. εκφράζει τη λύπη του διότι πολύ συχνά οι γυναίκες θύματα δεν λαμβάνουν κατάλληλη κοινωνική, υγειονομική και ψυχολογική υποστήριξη· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την παροχή αποτελεσματικής, προσβάσιμης, καθολικής και ποιοτικής ιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης στα θύματα έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, ιδίως σε περιόδους κρίσης που η στήριξη αυτή θεωρείται ουσιαστικής σημασίας, για παράδειγμα, επενδύοντας στην τηλεϊατρική για την εγγύηση της συνέχισης της παροχής υπηρεσιών υγείας·

19. καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν ιατρική φροντίδα με επίκεντρο τον ασθενή, η οποία θα επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας και να οργανώσουν επαγγελματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις και προγράμματα στέγασης, καθώς και νομικές υπηρεσίες για τα θύματα, που θα συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στη μείωση των επιπτώσεων και στην πρόληψη της ενδοσυντροφικής βίας·

20. καλεί τα κράτη να διερευνήσουν επιλογές ψηφιακής παροχής βοήθειας στα θύματα βίας, στήριξης της ψυχικής υγείας και παροχής συμβουλών, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις υπάρχουσες ανισότητες όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες τεχνολογίας των πληροφοριών·

21. ενθαρρύνει τις καλές πρακτικές που ήδη ισχύουν σε ορισμένα κράτη μέλη για την πρόληψη της περαιτέρω βίας, όπως η εγγραφή των τηλεφωνικών αριθμών των θυμάτων σε ειδικούς καταλόγους που συνδέονται με παρενοχλητική παρακολούθηση και ενδοσυντροφική βία, προκειμένου να λαμβάνουν απόλυτη προτεραιότητα σε πιθανές μελλοντικές κλήσεις στο πλαίσιο καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και να διευκολύνονται έτσι οι αποτελεσματικές παρεμβάσεις των αρχών επιβολής του νόμου·

Προστασία και υποστήριξη των παιδιών

22. τονίζει τη σημασία της θέσπισης σε επίπεδο ΕΕ κοινών νομικών ορισμών και ελάχιστης εναρμόνισης των κανόνων για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και την προστασία των παιδιών που έχουν πέσει θύματα έμφυλης βίας, διότι οι αυτόπτες μάρτυρες ενδοσυντροφικής και έμμεσης βίας δεν αναγνωρίζονται σε πολλά νομικά συστήματα· επισημαίνει ότι τα παιδιά που βιώνουν βία στο οικογενειακό τους περιβάλλον δεν αναγνωρίζονται ως θύματα βίας λόγω φύλου, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στη συλλογή δεδομένων στον αστυνομικό και δικαστικό τομέα, καθώς και στη διασυνοριακή συνεργασία· τονίζει την ανάγκη να αποδοθεί το καθεστώς του θύματος έμφυλης βίας κατά τις ποινικές και ανακριτικές διαδικασίες στα παιδιά που είναι μάρτυρες ενδοσυντροφικής βίας ή είναι θύματα έμμεσης βίας, προκειμένου να επωφεληθούν από καλύτερη νομική προστασία και κατάλληλη βοήθεια· συνιστά, ως εκ τούτου στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν συστηματικές διαδικασίες παρακολούθησης, ιδίως ψυχολογικής, των παιδιών που είναι θύματα ή μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας, προκειμένου να ανταποκρίνονται στα προβλήματα που προκαλούνται στη ζωή τους λόγω αυτής της κατάστασης και να τα αποτρέπουν από την επανάληψη αυτής της βίας κατά την ενήλικη ζωή τους· καλεί επίσης τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδικές διατάξεις για τους αυτόπτες μάρτυρες βίας, και να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι συγκεκριμένες επιβαρυντικές περιστάσεις·

23. καλεί τα κράτη μέλη να διοργανώσουν ετήσια εκστρατεία για την ενημέρωση των παιδιών και την ευαισθητοποίηση σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών· καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν ειδικά κέντρα για τα παιδιά που πέφτουν θύματα βίας, με παιδιάτρους και ψυχολόγους που είναι εξειδικευμένοι μεταξύ άλλων σε ζητήματα έμφυλης βίας· καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν εύκολα προσβάσιμα σημεία επικοινωνίας για τα παιδιά , μεταξύ άλλων μέσω τηλεφώνου, ηλεκτρονικού μηνύματος, διαδικτυακής συνομιλίας κ.λπ., όπου θα μπορούν να μιλούν και να θέτουν ερωτήσεις, καθώς και να καταγγέλλουν βία σε βάρος των ίδιων, γονέα ή αδελφού, και όπου θα μπορούν να λαμβάνουν ενημέρωση, συμβουλές ή οδηγίες για περαιτέρω βοήθεια·

24. τονίζει ότι πρέπει ιδίως να παρέχεται στο παιδίη δυνατότητα ακρόασης , η οποία είναι απαραίτητη για τον προσδιορισμό του ύψιστου συμφέροντός του  κατά την εξέταση υποθέσεων επιμέλειας και ανάδοχης φροντίδας, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού· επισημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά κυρίως σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υπόνοια ενδοσυντροφικής βίας, οι ακροάσεις αυτές θα πρέπει να διεξάγονται σε φιλικό προς τα παιδιά περιβάλλον  από καταρτισμένους επαγγελματίες, όπως ιατρούς ή ψυχολόγους, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν ειδίκευση στην παιδονευροψυχιατρική, ώστε να αναλυθεί το θέμα της εμπιστοσύνης προς τους άλλους για την αρμονική ανάπτυξη των παιδιών, και να αποφευχθεί η επιδείνωση του τραύματος και της θυματοποίησης· ζητεί να προβλεφθούν ελάχιστα πρότυπα σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διενεργούνται αυτές οι ακροάσεις· επισημαίνει τη σημασία της διασφάλισης της παροχής μιας  μακροχρόνιας κατάλληλης ψυχολογικής και ψυχιατρικής φροντίδας και κοινωνικών συμβουλευτικών υπηρεσιών για τα θύματα και τα παιδιά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας αποκατάστασης μετά την περίοδο της κακοποίησης·

25. επισημαίνει την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή και να υπάρξουν συγκεκριμένες διαδικασίες και πρότυπα για υποθέσεις στις οποίες το εμπλεκόμενο θύμα ή παιδί είναι άτομο με αναπηρία ή ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα·

26. επικροτεί τη δέσμευση της Επιτροπής για μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την προστασία των ευάλωτων παιδιών και την προαγωγή μιας φιλικής για τα παιδιά δικαιοσύνης· υπογραμμίζει την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των πλέον ευάλωτων παιδιών, με ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά με αναπηρίες, στην πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας και στην προώθηση μιας φιλικής προς τα παιδιά δικαιοσύνης· ζητεί την πλήρη και ταχεία υλοποίηση της στρατηγικής από όλα τα κράτη μέλη· παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, επενδύοντας σε προληπτικά μέτρα και προγράμματα θεραπείας με στόχο την πρόληψη της υποτροπής των δραστών, με αποτελεσματικότερη στήριξη των θυμάτων, και ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών· τονίζει ότι σε περιπτώσεις εικαζόμενης κακοποίησης παιδιών, πρέπει να λαμβάνονται άμεσα μέτρα για να διασφαλίζεται η ασφάλεια του παιδιού και να τερματίζεται και να προλαμβάνεται η περαιτέρω ή δυνητική βία, διασφαλίζοντας παράλληλα το δικαίωμα ακρόασης του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας· πιστεύει ότι η δράση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει άμεση εκτίμηση κινδύνου και προστασία που θα περιλαμβάνει ευρύ φάσμα αποτελεσματικών μέτρων, όπως προσωρινά μέτρα ή διαταγές προστασίας ή επιβολή περιοριστικών μέτρων κατά τη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών· υπενθυμίζει ότι σε όλες τις διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται παιδιά θύματα βίας, πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της ταχύτητας· τονίζει ότι τα δικαστήρια που ασχολούνται με υποθέσεις παιδικής κακοποίησης πρέπει να ειδικεύονται και σε υποθέσεις έμφυλης βίας·

27. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για την εξάλειψη της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, επενδύοντας σε προληπτικά μέτρα και παρέχοντας ειδικά προγράμματα για δυνητικούς δράστες και πιο αποτελεσματική υποστήριξη για τα θύματα· καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να καταπολεμηθεί η παιδική σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση·

28. τονίζει ότι η βία κατά των παιδιών μπορεί επίσης να συνδέεται με τη βία λόγω φύλου, είτε επειδή τα παιδιά υπήρξαν μάρτυρες βίας κατά των μητέρων τους είτε επειδή είναι τα ίδια θύματα κακοποίησης, όταν η βία χρησιμοποιείται με έμμεσο τρόπο για την άσκηση εξουσίας και ψυχολογικής βίας κατά των μητέρων τους· σημειώνει ότι τα προγράμματα για την υποστήριξη των παιδιών που έχουν εκτεθεί σε ενδοοικογενειακή βία έχουν καίρια σημασία για την ελαχιστοποίηση των μακροχρόνιων βλαβών· καλεί τα κράτη μέλη να συνεχίσουν να παρέχουν καινοτόμα προγράμματα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των παιδιών αυτών, για παράδειγμα μέσω κατάρτισης του προσωπικού που εργάζεται με παιδιά προκειμένου να εντοπίζονται οι πρώιμες προειδοποιητικές ενδείξεις, να παρέχονται κατάλληλες απαντήσεις και υποστήριξη, καθώς και αποτελεσματική ψυχολογική υποστήριξη στα παιδιά κατά τη διάρκεια ποινικών και αστικών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονται· συνιστά εντόνως στα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή συστηματικές διαδικασίες παρακολούθησης και ψυχολογικής στήριξης των παιδιών θυμάτων ή μαρτύρων ενδοοικογενειακής βίας, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που προκαλούνται στη ζωή τους και να τα αποτρέπουν από την επανάληψη αυτής της βίας κατά την ενήλικη ζωή τους·

Πρόληψη: εκπαίδευση επαγγελματιών

29. ζητεί την τακτική, αποτελεσματική ανάπτυξη ικανοτήτων και την υποχρεωτική στοχευμένη κατάρτιση των επαγγελματιών που ασχολούνται με υποθέσεις έμφυλης βίας, κακοποίησης παιδιών και, εν γένει, όλες τις μορφές ενδοοικογενειακής βίας και των μηχανισμών της, συμπεριλαμβανομένης της χειραγώγησης, της ψυχολογικής βίας και του καταναγκαστικού ελέγχου· τονίζει ότι αυτή η στοχευμένη κατάρτιση θα πρέπει, ως εκ τούτου, να απευθύνεται στο δικαστικό σώμα, τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου, τους ειδικευμένους νομικούς, το ιατροδικαστικό προσωπικό, τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους εκπαιδευτικούς και τους παιδοκόμους, καθώς και τους δημόσιους υπαλλήλους που εργάζονται σε αυτούς τους τομείς· ζητεί η κατάρτιση αυτή να εστιάζει επίσης στη σημασία που έχει η βία μεταξύ συντρόφων σε σχέση με τα δικαιώματα των παιδιών και για την προστασία και την ευημερία τους· ζητεί η κατάρτιση αυτή να βελτιώσει τις γνώσεις και την κατανόηση των υφιστάμενων μέτρων προστασίας και ασφάλειας, του αντίκτυπου του εγκλήματος και των αναγκών των θυμάτων, καθώς και του τρόπου αντιμετώπισης αυτών των αναγκών και να παράσχει τις  μη τεχνικές δεξιότητες που απαιτούνται για τη βέλτιστη επικοινωνία με τα θύματα και την υποστήριξή τους· ζητεί η εν λόγω κατάρτιση να τους επιτρέπει επίσης να αξιολογούν την κατάσταση χρησιμοποιώντας αξιόπιστα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου και να εντοπίζουν ενδείξεις κατάχρησης· τονίζει την ανάγκη αξιολόγησης των μηχανισμών εντοπισμού των ενδείξεων αυτών που χρησιμοποιούν οι εμπλεκόμενοι επαγγελματίες· ζητεί η κατάρτιση αυτή να πραγματοποιείται εστιάζοντας κατά προτεραιότητα στις ανάγκες και τις ανησυχίες των θυμάτων και αναγνωρίζοντας ότι η βία κατά των γυναικών και η ενδοοικογενειακή βία πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω μιας ειδικής προσέγγισης που θα λαμβάνει υπόψη τη διάσταση του φύλου και θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα τηρεί τα εθνικά, περιφερειακά και διεθνή πρότυπα και μέτρα· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να χρηματοδοτήσουν αυτού του είδους την κατάρτιση· υπενθυμίζει τη σημασία του ευρωπαϊκού δικτύου κατάρτισης δικαστικών εν προκειμένω· τονίζει ότι οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται με και για λογαριασμό παιδιών και θυμάτων ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας θα πρέπει να καλούνται να παρέχουν ή έστω να συμμετέχουν σε αυτή την κατάρτιση, προκειμένου να μοιράζονται τη γνώση και την εμπειρογνωμοσύνη τους που βασίζεται στις επιτόπιες εμπειρίες τους· καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει και να συντονίσει αυτόν τον τύπο κατάρτισης, εστιάζοντας ιδίως σε διασυνοριακές υποθέσεις·

30. καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες τους είναι επαρκώς χρηματοδοτούμενες, εξοπλισμένες και καταρτισμένες ώστε να χειρίζονται καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η υποχρηματοδότηση και οι περικοπές του προϋπολογισμού σε αυτές τις υπηρεσίες μπορούν να οδηγήσουν σε διαδικαστικές ελλείψεις, την έλλειψη πληροφόρησης των καταγγελλόντων σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας και σε υπερβολικές καθυστερήσεις που δεν είναι συμβατές με τον επιτακτικό χαρακτήρα της προστασίας των θυμάτων και της αποκατάστασής τους· τονίζει τον σημαντικό ρόλο των κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων στα αστυνομικά τμήματα, που μπορεί να διευκολύνει την παροχή ουσιαστικής ανθρωπιστικής  στήριξης στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας· καλεί τα κράτη μέλη να παράσχουν σε όλες τις ενώσεις τα αναγκαία μέσα για να βοηθήσουν τις γυναίκες θύματα και τα παιδιά τους· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία τους προκειμένου να ληφθούν μέτρα για τον εντοπισμό των θυμάτων ενδοοικογενειαής και ενδοσυντροφικής βίας, ώστε να ενδυναμώσουν τα θύματα  ενδοσυντροφικής βίας, να εμφανιστούν και να καταγγείλουν το έγκλημα, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η βία μεταξύ συντρόφων δεν καταγγέλλεται·

31. καλεί την Επιτροπή και το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο να καταρτίσουν μια ενωσιακή πλατφόρμα αμοιβαίας μάθησης και ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των νομικών παραγόντων και των φορέων χάραξης πολιτικής των διαφόρων κρατών μελών που εργάζονται σε όλα τα συναφή πεδία·

32. συνιστά ένθερμα στα κράτη μέλη να θεσπίσουν εξειδικευμένα δικαστήρια ή τμήματα, καθώς και κατάλληλη νομοθεσία, κατάρτιση, διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές για όλους τους επαγγελματίες που ασχολούνται με τα θύματα βίας μεταξύ συντρόφων, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθητοποίησης σχετικά με την έμφυλη βία και τα έμφυλα στερεότυπα, προκειμένου να αποφεύγονται οι αποκλίσεις μεταξύ δικαστικών αποφάσεων και οι διακρίσεις ή η δευτερογενής θυματοποίηση κατά τη διάρκεια των δικαστικών, ιατρικών και αστυνομικών διαδικασιών και των διαδικασιών παιδικής προστασίας και κηδεμονίας, με ταυτόχρονη διασφάλιση ότι τα παιδιά και οι γυναίκες θα ακούγονται δεόντως και ότι θα δίνεται προτεραιότητα στην προστασία και στην αποζημίωσή τους· τονίζει την ανάγκη να ενισχυθούν τα ειδικά δικαστήρια  και η φιλική προς τα παιδιά και τις γυναίκες -θύματα δικαιοσύνη, και να συγκροτηθούν μονάδες ολοκληρωμένης εκτίμησης της έμφυλης βίας που θα αποτελούνται από ιατροδικαστές, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς που θα εργάζονται σε συνδυασμό με τις δημόσιες υπηρεσίες τις εξειδικευμένες σε θέματα έμφυλης βίας και θα αναλαμβάνουν την παροχή βοήθειας στα θύματα· τονίζει τη σημασία της πλήρους εφαρμογής των νομικών μέτρων για την προστασία των γυναικών και των παιδιών από τη βία και επισημαίνει ότι τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να περιορίζονται από την άσκηση των γονικών δικαιωμάτων· ζητεί την αναβολή των αποφάσεων για υποθέσεις συνεπιμέλειας έως ότου διενεργηθούν επαρκείς έρευνες περιστατικών ενδοσυντροφικής βίας και διενεργηθεί εκτίμηση κινδύνου·

33. τονίζει την ανάγκη να αναγνωριστεί η διασύνδεση των ποινικών, αστικών και άλλων δικαστικών διαδικασιών προκειμένου να συντονιστούν οι διάφοροι τρόποι δικαστικής αντιμετώπισης της ενδοσυντροφικής βίας και προτείνει, ως εκ τούτου, στα κράτη μέλη να προβλέψουν μέτρα που θα συνδέουν την ποινική και την αστική πτυχή των οικογενειακών υποθέσεων, ώστε να μπορέσουν να αποφευχθούν αποκλίσεις μεταξύ των δικαστικών αποφάσεων που είναι επιζήμιες για τα παιδιά και τα θύματα· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη προληπτικών μέτρων για την προστασία των θυμάτων και την έλλειψη προσωρινών μηχανισμών αναστολής της άσκησης της γονικής μέριμνας από τον βίαιο σύντροφο κατά τη διάρκεια των νομικών διαδικασιών, οι οποίες συνήθως διαρκούν αρκετά χρόνια· καλεί τα κράτη μέλη να διερευνήσουν και να καταρτίσουν τέτοια προστατευτικά μέτρα· ζητεί, εν προκειμένω, από τα κράτη μέλη να οργανώσουν προγράμματα κατάρτισης όλων των επαγγελματιών καθώς και των εθελοντών εργαζόμενων που μετέχουν σε τέτοιες διαδικασίες και να μεριμνήσουν για η συμμετοχή σε αυτά των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται με και για λογαριασμό των παιδιών και των θυμάτων· καλεί τις αρμόδιες εθνικές αρχές να βελτιώσουν τον συντονισμό μεταξύ των δικαστηρίων, ενισχύοντας τις επαφές μεταξύ εισαγγελέων, ώστε να δώσουν τη δυνατότητα επείγουσας επίλυσης ζητημάτων που σχετίζονται με τη γονική μέριμνα, και να διασφαλίσουν ότι τα οικογενειακά δικαστήρια μπορούν να εξετάζουν όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την έμφυλη βία ενάντια στις γυναίκες κατά τον καθορισμό των δικαιωμάτων επιμέλειας και επισκέψεων·

34. καλεί τα κράτη μέλη να καταρτίσουν μια πλατφόρμα για την τακτική ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αστικών και των ποινικών δικαστηρίων, των νομικών που ασχολούνται με υποθέσεις ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, παιδικής κακοποίησης, χωρισμού και επιμέλειας, και όλων των άλλων ενδιαφερόμενων μερών·

35. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για τη συμμετοχή των συναφών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ιδίως εκείνων που εργάζονται με και για λογαριασμό παιδιών και θυμάτων ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, στην ανάπτυξη, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των πολιτικών και της νομοθεσίας· ζητεί την παροχή διαρθρωτικής και οικονομικής στήριξης σε ευρωπαϊκό, εθνικό και τοπικό επίπεδο αυτών των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να αυξηθεί η ικανότητά τους να αντιδρούν και να υπερασπίζονται τα θύματα και να διασφαλισθεί η κατάλληλη πρόσβαση όλων των ανθρώπων στις υπηρεσίες τους, σε παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και σε υποστηρικτικές δραστηριότητες·

36. επαναλαμβάνει ότι στηρίζει πλήρως την ενίσχυση της ικανότητας των παρόχων υπηρεσιών σε διάφορους τομείς (δικαιοσύνη, επιβολή του νόμου, υγεία, κοινωνικές υπηρεσίες) να καταγράφουν και να διατηρούν επικαιροποιημένες βάσεις δεδομένων· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν εθνικές κατευθυντήριες γραμμές και ορθές πρακτικές καθώς και να παράσχουν κατάρτιση με σκοπό την ευαισθητοποίηση σε θέματα ενδοσυντροφικής βίας για το προσωπικό σε όλα τα επίπεδα και σε κάθε τομέα της πρώτης γραμμής, διότι αυτό αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα αύξησης της ικανότητας απόκρισης με ευαισθησία στις γυναίκες που αναζητούν προστασία· καλεί τα κράτη μέλη να παρακολουθούν τις υπηρεσίες αυτές και να καθορίζουν τους αναγκαίους προϋπολογισμούς σύμφωνα με τις ανάγκες·

37. συνιστά ειδικότερα στις εθνικές αρχές να προχωρήσουν στη σύνταξη και διάδοση κατευθυντήριων γραμμών προς τους επαγγελματίες που εμπλέκονται σε περιπτώσεις ενδοσυντροφικής βίας και δικαιωμάτων επιμέλειας, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες κινδύνου (σε σχέση με το παιδί, ή τα μέλη της οικογένειας,  οικογενειακά ή περιβαλλοντικά προβλήματα ή η πιθανότητα υποτροπιάζουσας βίας), προκειμένου να είναι δυνατή η αξιολόγηση της ενδοσυντροφικής βίας, υπέρ των δικαιωμάτων των ανηλίκων και των γυναικών·

38. σημειώνει ότι με αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες πρέπει να δίνεται στήριξη στους επαγγελματίες του τομέα της υγείας όταν αγωνίζονται να ευαισθητοποιήσουν το επαγγελματικό τους περιβάλλον σχετικά με τον καθοριστικό αντίκτυπο που έχει η βία, συμπεριλαμβανομένης της ενδοσυντροφικής βίας, στην ψυχική υγεία των γυναικών·

39. τονίζει τη σημασία που έχει σε αυτές τις διαδικασίες ο ρόλος όλων των σχετικών επαγγελματιών όπως γιατροί, ιατροδικαστές, κλινικοί ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί, που παρέχουν ιατροδικαστική και ψυχολογική εμπειρογνωμοσύνη για τη φροντίδα όχι μόνο των γυναικών που πέφτουν θύματα ενδοοικογενειακής βίας ή κακομεταχείρισης, αλλά και των παιδιών που εμπλέκονται, ιδίως όταν το περιβάλλον στο οποίο ζουν δεν είναι κατάλληλο για την προστασία της υγείας, της αξιοπρέπειας και της ποιότητας ζωής τους· υπενθυμίζει, ως εκ τούτου, την ανάγκη οι εμπλεκόμενοι ιατροδικαστές και επαγγελματίες να μπορούν να επωφελούνται, μεταξύ άλλων, από κατευθυντήριες γραμμές που προκύπτουν από ένα σύνολο δεδομένων, έμπρακτων μέτρων και βέλτιστων πρακτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο· επισημαίνει ότι, για νομικούς σκοπούς, οι ειδικές τεχνικές και ιατρικές γνώσεις των ιατροδικαστών τους καθιστούν κατάλληλους επαγγελματίες για να βοηθήσουν ειδικούς (όπως παιδίατρους, γυναικολόγους και ψυχολόγους) στο έργο τους, παρέχοντάς τους την κατάλληλη εκπαίδευση και τεχνική εμπειρία για να μπορούν να αναγνωρίσουν ενδείξεις βίας και, όπου υπάρχουν, να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις αναφοράς και να επικοινωνήσουν με δικαστικές αρχές·

40. υπενθυμίζει τις διατάξεις της οδηγίας για τα δικαιώματα των θυμάτων· υπογραμμίζει ότι οι γυναίκες που έχουν υποστεί έμφυλη βία και τα παιδιά τους συχνά χρειάζονται ειδική υποστήριξη και προστασία λόγω του υψηλού κινδύνου δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης, εκφοβισμού και αντεκδίκησης που συνδέονται με τέτοιου είδους βία· ζητεί, συνεπώς, να δοθεί προσοχή στη νοοτροπία απόδοσης ευθυνών στα θύματα που επικρατεί στην κοινωνία, ακόμη και μεταξύ των επαγγελματιών του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης· ζητεί να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί η θεσμική βία, η οποία περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες και παραλείψεις των αρχών και των δημοσίων υπαλλήλων που αποσκοπούν στην καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της πρόσβασης στις σχετικές δημόσιες υπηρεσίες ή στην άσκηση των δικαιωμάτων των θυμάτων, με κατάλληλες κυρώσεις και μέτρα που θα διασφαλίζουν την προστασία και την αποζημίωση των θυμάτων· υπογραμμίζει την τεράστια σημασία της ύπαρξης κατάρτισης και διαδικασιών και κατευθυντήριων γραμμών για όλους τους επαγγελματίες που ασχολούνται με τα θύματα προκειμένου, να είναι σε θέση να διακρίνουν ενδείξεις ενδοσυντροφικής βίας ακόμα και χωρίς ρητή καταγγελία από τα θύματα· προτείνει τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες να περιλαμβάνουν μέτρα που στοχεύουν στην προώθηση ασφαλών, αξιοπρεπών και μη ενοχοποιητικών προγραμμάτων θεραπείας γυναικών που έχουν υποστεί βία, συμπεριλαμβανομένης της ενδοσυντροφικής βίας, και διάδοσης των βέλτιστων θεραπευτικών μεθόδων για αυτές και τα παιδιά τους· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν το ζήτημα των ανώνυμων καταγγελιών και των αντικρουόμενων καταγγελιών, διασφαλίζοντας αποτελεσματικές και ταχείες διαδικασίες για την προστασία των θυμάτων, καθώς και διασφαλίζοντας τη λογοδοσία των βίαιων συντρόφων· ενθαρρύνει τη δημιουργία βάσεων δεδομένων για την επιβολή του νόμου όπου θα καταγράφονται όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν τις καταγγελίες για άσκηση βίας μεταξύ συντρόφων στις οποίες προέβη  το θύμα ή τρίτο μέρος, προκειμένου να παρακολουθούνται και να αποτρέπονται περαιτέρω επεισόδια βίας· ζητεί περισσότερη εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση σε επίπεδο κοινοτήτων καθώς και κατάρτιση και εκπαίδευση σχετικά με την ενδοσυντροφική βία για τους αστυνομικούς και τις κοινωνικές υπηρεσίες σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, υπογραμμίζοντας τη σημασία της εκπαίδευσης στην ενημέρωση και υποστήριξη των παιδιών, καθώς και προγράμματα για την επίλυση συγκρούσεων, θετικά πρότυπα και συνεργατικό παιχνίδι·Πρόληψη: Αντιμετώπιση των έμφυλων στερεοτύπων και προκαταλήψεων - εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση

41. εκφράζει την ανησυχία του για τα ισχύοντα  στερεότυπα και προκαταλήψεις για το φύλο που οδηγούν σε ανεπαρκείς απαντήσεις στην έμφυλη  βία και στην έλλειψη εμπιστοσύνης στις γυναίκες, ιδίως όσον αφορά τους υποτιθέμενους ψευδείς ισχυρισμούς για κακοποίηση παιδιών και για ενδοοικογενειακή βία· εκφράζει επίσης την ανησυχία του για την έλλειψη ειδικής κατάρτισης για τους δικαστές, τους εισαγγελείς και τους επαγγελματίες του νομικού κλάδου· τονίζει, ως εκ τούτου, τη σημασία των μέτρων που στοχεύουν στην καταπολέμηση των έμφυλων στερεότυπων και των πατριαρχικών προκαταλήψεων μέσω εκστρατειών εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης· καλεί τα κράτη μέλη να παρακολουθούν και να καταπολεμούν τη νοοτροπία απαξίωσης των γυναικείων επιχειρημάτων· καταδικάζει τη χρήση, τη διεκδίκηση και την αποδοχή μη επιστημονικών θεωριών και εννοιών σε υποθέσεις επιμέλειας που τιμωρούν μητέρες που προσπαθούν να καταγγείλουν περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών ή βίας λόγω φύλου, εμποδίζοντάς τες να αποκτήσουν την επιμέλεια ή περιορίζοντας τα γονικά τους δικαιώματα· τονίζει ότι το επονομαζόμενο «σύνδρομο γονικής αποξένωσης» και παρόμοιες έννοιες και όροι, οι οποίοι στηρίζονται γενικά σε στερεότυπα για το φύλο, μπορούν να αποβούν εις βάρος των γυναικών θυμάτων ενδοσυντροφικής βίας, καθώς οι μητέρες κατηγορούνται ότι αποξενώνουν τα παιδιά από τον πατέρα τους, δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με τις γονικές ικανότητες των θυμάτων, παραβλέπεται η μαρτυρία του παιδιού και ο κίνδυνος άσκησης βίας στον οποίο εκτίθενται τα παιδιά, και τίθενται σε κίνδυνο τα δικαιώματα και η ασφάλεια της μητέρας και των παιδιών· καλεί τα κράτη μέλη να μην αναγνωρίσουν το σύνδρομο γονικής αποξένωσης στη δικαστική πρακτική και τη νομοθεσία τους και να αποθαρρύνουν ή ακόμη και να απαγορεύσουν τη χρήση του σε δικαστικές διαδικασίες, ιδίως κατά τη διάρκεια ερευνών για τη διαπίστωση της άσκησης βίας·

42. επισημαίνει τη σημασία των εκστρατειών ευαισθητοποίησης που επιτρέπουν σε μάρτυρες (ιδίως γείτονες και συναδέλφους) να εντοπίζουν τις ενδείξεις ενδοσυντροφικής βίας (ειδικότερα  μη σωματικής βίας), και παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τρόπους υποστήριξης και βοήθειας των θυμάτων· καλεί την Επιτροπή να προωθήσει εκστρατείες ευαισθητοποίησης, ενημέρωσης και υποστήριξης για την καταπολέμηση των στερεοτύπων για το φύλο και της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας σε κάθε μορφή της, όπως η σωματική βία, η σεξουαλική παρενόχληση, η βία στον κυβερνοχώρο, η ψυχολογική βία  και η σεξουαλική εκμετάλλευση, ιδίως σε σχέση με μέτρα πρόληψης που έχουν θεσπιστεί πρόσφατα, και ευέλικτα προγράμματα έκτακτης προειδοποίησης, και να ενθαρρύνει  την υποβολή αναφορών σε συντονισμό και σε συνεργασία με αναγνωρισμένες και εξειδικευμένες οργανώσεις γυναικών· τονίζει τη σημασία της ενεργού συμμετοχής όλων των δημόσιων δομών κατά τη διεξαγωγή εκστρατειών ευαισθητοποίησης·

43. επισημαίνει ότι η αποτελεσματική τιμωρία των ατόμων που κακοποιούν έχει ζωτική σημασία για την αποτροπή της περαιτέρω βίας και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, ιδίως των θυμάτων, στις δημόσιες αρχές· ωστόσο, επισημαίνει ότι η φυλάκιση από μόνη της δεν αρκεί για την αποτροπή της μελλοντικής βίας και ότι απαιτούνται ειδικά προγράμματα επανένταξης και επανεκπαίδευσης· καλεί τα κράτη μέλη, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, να λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά ή άλλα μέτρα για την κατάρτιση ή την υποστήριξη προγραμμάτων που στοχεύουν στην εκπαίδευση των δραστών ενδοοικογενειακής βίας ώστε να υιοθετήσουν μη βίαιη συμπεριφορά στις διαπροσωπικές τους σχέσεις με σκοπό την πρόληψη της περαιτέρω βίας και την αλλαγή των βίαιων προτύπων συμπεριφοράς· υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι η ασφάλεια, η υποστήριξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα των θυμάτων αποτελούν το πρωταρχικό μέλημα και ότι, κατά περίπτωση, τα προγράμματα αυτά θα δημιουργηθούν και θα εφαρμοσθούν σε στενό συντονισμό με εξειδικευμένες υποστηρικτικές υπηρεσίες για τα θύματα· επισημαίνει ότι η εκπαίδευση έχει ζωτική σημασία για την εξάλειψη της έμφυλης βίας και ειδικότερα της ενδοσυντροφικής βίας· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν προληπτικά προγράμματα, μεταξύ άλλων μέσω της εκπαίδευσης σε θέματα όπως η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, ο αμοιβαίος σεβασμός, η μη βίαιη επίλυση διαφορών στις διαπροσωπικές σχέσεις, η έμφυλη βία κατά των γυναικών και το δικαίωμα στην ακεραιότητα του προσώπου, καθώς και μια κατάλληλη για την κάθε ηλικία σεξουαλική αγωγή, η οποία θα είναι προσαρμοσμένη στην εξελισσόμενη ικανότητα των διδασκομένων και θα εντάσσεται στα επίσημα προγράμματα μαθημάτων και σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ισότητα των φύλων 2020-2025· τονίζει ότι η κατάλληλη για την κάθε ηλικία ολοκληρωμένη εκπαίδευση για τις σχέσεις και σεξουαλική αγωγή έχει καίρια σημασία για την προστασία των παιδιών από τη βία και για τον εφοδιασμό τους με τις δεξιότητες που είναι αναγκαίες για την οικοδόμηση ασφαλών σχέσεων, χωρίς σεξουαλική, έμφυλη και ενδοσυντροφική βία· καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει προγράμματα που στοχεύουν στην πρόληψη της έμφυλης βίας, μεταξύ άλλων μέσω του σκέλους «Δαφνη» του προγράμματος «Πολίτες, ισότητα, δικαιώματα και αξίες» με σκοπό να διασφαλιστούν αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης·

44. καλεί τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν κινήσεις για την εξάλειψη παγιωμένων προκαταλήψεων που εξακολουθούν να διέπουν το χάσμα μεταξύ των φύλων όσον αφορά τη φροντίδα·

45. επισημαίνει ότι οι στρατηγικές για την πρόληψη της βίας μεταξύ των συντρόφων θα πρέπει να περιλαμβάνουν δράσεις για τη μείωση της έκθεσης στη βία κατά την παιδική ηλικία, και την εκπαίδευση στις δεξιότητες που απαιτούνται για τη δημιουργία ασφαλών και υγειών σχέσεων και την αμφισβήτηση των κοινωνικών προτύπων που προωθούν την υπεροχή και την αυταρχική συμπεριφορά των ανδρών έναντι των γυναικών, ή άλλες μορφές σεξιστικής συμπεριφοράς·

46. καλεί την Επιτροπή να προωθήσει πανευρωπαϊκές εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης του κοινού και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών ως απαραίτητο μέτρο για την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας και της έμφυλης βίας, καθώς και τη δημιουργία κλίματος μηδενικής ανοχής έναντι της βίας αφενός και ασφαλή περιβάλλοντα για τα θύματα αφετέρου· επισημαίνει τον στρατηγικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης εν προκειμένω· τονίζει, ωστόσο, ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι γυναικοκτονίες και τα περιστατικά έμφυλης βίας εξακολουθούν να υπάρχουν συγχρόνως με  νοοτροπίες που παρέχουν ελαφρυντικά στον βίαιο σύντροφο· επισημαίνει ότι τα μέσα ενημέρωσης και η διαφήμιση δεν πρέπει να διαδίδουν μηνύματα μηνύματα μισογυνισμού και σεξισμού, μεταξύ άλλων προσπαθώντας να δικαιολογήσουν, να νομιμοποιήσουν ή να υποβαθμίσουν την άσκηση βίας και τις ευθύνες των βίαιων συντρόφων· θεωρεί ότι η ενδοοικογενειακή βία προέρχεται επίσης και από μια νοοτροπία που στηρίζει έμφυλα στερεότυπα στη γονική ιδιότητα· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταπολεμήσουν τα στερεότυπα που αφορούν το φύλο και να προωθήσουν την ισότητα των φύλων στις γονικές ευθύνες, όπου η γονική επιβάρυνση θα κατανέμεται δίκαια, διασφαλίζοντας ότι δεν αποδίδεται στις γυναίκες υποδεέστερο καθεστώς · καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών σε ενωσιακό επίπεδο αναφορικά με τα μέτρα πρόληψης, προστασίας, και δίωξης και τα μέτρα για την καταπολέμηση της βίας, καθώς και την πρακτική εφαρμογή των μέτρων αυτών· καλεί τα κράτη μέλη να συμπληρώσουν αυτή την εκστρατεία της ΕΕ διαδίδοντας πληροφορίες σχετικά με το πού τα θύματα και οι μάρτυρες μπορούν να καταγγείλουν τέτοιου είδους βία, μεταξύ άλλων και μετά το τέλος της εκστρατείας, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα της κρίσης COVID-19, ώστε να δοθεί επίσης έμφαση στον αντίκτυπο στα παιδιά· καλεί την Επιτροπή να στηρίξει δραστηριότητες σε σχολεία και άλλα περιβάλλοντα, για την αύξηση της ευαισθητοποίησης σε θέματα εγκληματικότητας και τραυματισμού, την ενημέρωση για το πού μπορεί κάποιος να βρει βοήθεια, πώς να αναφέρει το συμβάν και πώς μπορεί να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των παιδιών και όσων εργάζονται με παιδιά·

Συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων σε διασυνοριακές υποθέσεις

47. υπογραμμίζει τη σημασία της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ δικαστηρίων, κεντρικών αρχών των κρατών μελών και αστυνομικών αρχών, ιδίως σε σχέση με διασυνοριακές υποθέσεις επιμέλειας· ελπίζει ότι οι αναθεωρημένοι κανόνες βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2019 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών[28] θα ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ δικαστικών συστημάτων για τον αποτελεσματικό προσδιορισμό του υπέρτατου συμφέροντος των παιδιών, ανεξάρτητα από την οικογενειακή κατάσταση των γονέων ή τη σύνθεση της οικογένειας, και του υπέρ του συμφέροντος των θυμάτων ενδοσυντροφικής βίας· υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό για τον ιατροδικαστή ή κάθε άλλο εμπλεκόμενο επαγγελματία, να παρέχει στη σχετική εθνική αρχή πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις βίας μεταξύ συντρόφων όταν πιστεύουν ότι αυτή η βία θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του ενήλικου θύματος ή παιδιού και ότι το θύμα αδυνατεί να προστατευτεί λόγω του ηθικού ή οικονομικού εξαναγκασμού εκ μέρους του δράστη, επιδιώκοντας να λάβει τη συγκατάθεση του ενήλικου θύματος· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την επιβολή και την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα· εκφράζει εν προκειμένω τη λύπη του διότι με την τελευταία του αναθεώρηση δεν επεκτάθηκε το πεδίο εφαρμογής του ώστε να καλύπτει και ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή δεν έχουν παντρευτεί· είναι της γνώμης ότι αυτό επιφέρει διακρίσεις και ενδέχεται να οδηγήσει σε δυνητικά επικίνδυνες καταστάσεις για τα θύματα και τα παιδιά ζευγαριών που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ή δεν έχουν παντρευτεί· υπενθυμίζει ότι το πεδίο εφαρμογής και οι στόχοι του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα βασίζονται στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας εις βάρος των πολιτών της Ένωσης καθώς και στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νέα έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο αυτών των κανονισμών, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο της ενδοσυντροφικής βίας και των δικαιωμάτων επιμέλειας, το αργότερο ως τον Αύγουστο του 2024·

48. επισημαίνει ότι, ενώ όλες οι οικογενειακές διαμάχες έχουν βαθύ συναισθηματικό αντίκτυπο, οι διασυνοριακές υποθέσεις είναι ακόμα πιο ευαίσθητες και νομικά περίπλοκες· τονίζει την ανάγκη υψηλού βαθμού δημόσιας ευαισθητοποίησης σχετικά με περίπλοκα ζητήματα όπως οι διασυνοριακές ρυθμίσεις επιμέλειας και οι υποχρεώσεις διατροφής, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης διασφάλισης σαφήνειας ως προς τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των γονέων και των παιδιών σε κάθε χώρα· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ταχύτερη επίλυση τέτοιων διασυνοριακών υποθέσεων οικογενειακού δικαίου θεσπίζοντας ένα σύστημα εξειδικευμένων τμημάτων εντός των εθνικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένων μονάδων που θα  επικεντρώνονται στη βία λόγω φύλου και θα αποτελούνται από ιατροδικαστικό και ιατρικό προσωπικό, ψυχολόγους και άλλους σχετικούς επαγγελματίες, θα συνεργάζονται δε με τις δημόσιες υπηρεσίες που ειδικεύονται στην έμφυλη βία και είναι επιφορτισμένες με την παροχή βοήθειας στα θύματα· ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των μονογονεϊκών νοικοκυριών και στη διασυνοριακή είσπραξη επιδόματος διατροφής, δεδομένου ότι οι πρακτικές εφαρμογές των ισχυουσών διατάξεων - συγκεκριμένα ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου της 18ης  Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα που σχετίζονται με τις υποχρεώσεις συντήρησης και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την ανάκτηση στο εξωτερικό της συντήρησης - που καθορίζουν τις νομικές υποχρεώσεις σχετικά με τη διασυνοριακή είσπραξη επιδόματος συντήρησης, παραμένουν προβληματικές· τονίζει ότι πρέπει να επιβληθούν τα νομικά εργαλεία για τη διασυνοριακή είσπραξη διατροφής και ότι πρέπει να υπάρξει ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τη διάθεσή τους· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συνεργαστεί στενά με τα κράτη μέλη για να εντοπίσει πρακτικά προβλήματα που συνδέονται με την είσπραξη του επιδόματος διατροφής σε διασυνοριακές καταστάσεις και να τα βοηθήσει να αναπτύξουν αποτελεσματικά εργαλεία για την επιβολή των υποχρεώσεων καταβολής της· τονίζει τη σημασία του ζητήματος αυτού και των συνεπειών του για τις μονογονεϊκές οικογένειες σε σχέση με τον κίνδυνο φτώχειας·

49. παροτρύνει τα κράτη μέλη να συνεχίσουν να αναλύουν τα δεδομένα και τις τάσεις όσον αφορά την ύπαρξη και την αναφορά όλων των μορφών έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας καθώς και τις συνέπειες για τα παιδιά, κατά τη διάρκεια των μέτρων εγκλεισμού και μετά απο αυτήν·

50. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία τους προκειμένου να ληφθούν μέτρα που θα ενδυναμώσουν τα θύματα  ενδοσυντροφικής βίας, ώστε να εμφανιστούν και να καταγγείλουν το έγκλημα, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η βία μεταξύ συντρόφων δεν καταγγέλλεται· σημειώνει τη δέσμευση της Επιτροπής να διεξαγάγει νέα έρευνα σε επίπεδο ΕΕ για την έμφυλη βία, τα αποτελέσματα της οποίας θα παρουσιαστούν το 2023· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν στενά προκειμένου να δημιουργηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός που θα παρέχει σε τακτική βάση εναρμονισμένα, ακριβή, αξιόπιστα, συγκρίσιμα, υψηλής ποιότητας και διαχωρισμένα με βάση το φύλο δεδομένα σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με τον επιπολασμό, τα αίτια και τις συνέπειες της βίας  στις γυναίκες και τα παιδιά, καθώς και τη διαχείριση της βίας μεταξύ των συντρόφων και τα δικαιώματα επιμέλειας, αξιοποιώντας πλήρως την ικανότητα και την εμπειρογνωμοσύνη του EIGE και της Eurostat· υπενθυμίζει ότι η παροχή εθνικών στατιστικών στοιχείων για την έμφυλη βία αποτελεί ενέργεια επιλέξιμη για χρηματοδότηση στο πλαίσιο του προγράμματος για την ενιαία αγορά για την περίοδο 2021-2027· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα δεδομένα θα αναλύονται μεταξύ άλλων ανά ηλικία, γενετήσιο προσανατολισμό, ιδιότητα φύλου, χαρακτηριστικά φύλου, φυλή και εθνότητα ή αναπηρία, ούτως ώστε να διασφαλισθεί ότι θα αντικατοπτρίζονται οι εμπειρίες των γυναικών σε όλη τους την πολυμορφία· σημειώνει ότι αυτό θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της κλίμακας και των αιτιών του προβλήματος, κυρίως των κοινωνικοοικονομικών κατηγοριών όπου η βία με βάση το φύλο είναι πιο διαδεδομένη και άλλων παραγόντων, καθώς και τα διαφορετικά νομικά πλαίσια και πολιτικές μεταξύ χωρών που μπορούν να διερευνηθούν ενδελεχώς μέσω αναλυτικών συγκρίσεων ανά χώρα, προκειμένου να εντοπιστούν τα πλαίσια πολιτικής που ενδέχεται να επηρεάζουν την ύπαρξη βίας· επιμένει επίσης ότι είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να συλλέγουν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες που αφορούν την επιμέλεια παιδιών σε υποθέσεις ενδοσυντροφικής βίας, και ιδίως σχετικά με την έκβαση των δικαστικών αποφάσεων και τους λόγους που επικαλούνται για τις αποφάσεις τους σχετικά με την επιμέλεια και τα δικαιώματα επικοινωνίας.  καλεί την Επιτροπή να προωθήσει πανευρωπαϊκές εκστρατείες ευαισθητοποίησης του κοινού ως απαραίτητο μέτρο για την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας και τη δημιουργία κλίματος μηδενικής ανοχής έναντι της βίας·

°

° °

52. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


 

ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 4 του Κανονισμού

Andżelika Anna Możdżanowska, Margarita de la Pisa Carrión

 

 

Το σχέδιο έκθεσης δεν είναι ούτε νομικά ούτε τυπικά αυστηρό. Ζητεί τη θέσπιση νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ για θέματα που αφορούν τα κράτη μέλη, όπως η κοινή γονική επιμέλεια.

 

Καταπατά την εθνική κυριαρχία υπερβαίνοντας τις αρμοδιότητές τους στον τομέα του ποινικού και οικογενειακού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί ότι κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να θεσπίζει τους δικούς του κανονισμούς σχετικά με την προστασία των θυμάτων βίας στο πλαίσιο μια συντροφικής σχέσης .

 

Επιπλέον, η γλώσσα δεν είναι νομική, αλλά ιδεολογική, χρησιμοποιώντας ασαφείς έννοιες όπως «γυναικοκτονία» ή «πατριαρχία».

 

Παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και παραβιάζει τον  Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Υποστηρίζει ότι σε περίπτωση απλώς εικαζόμενης ενδοσυντροφικής βίας, η λύση είναι να περιοριστούν τα δικαιώματα του φερόμενου ως δράστη, στερώντας από τον εικαζόμενο δικαίωμα στο τεκμήριο αθωότητας και σε δίκαιη δίκη. Οι απόψεις αυτές οδηγούν στη χειραγώγηση της δικαιοσύνης και δημιουργούν τον κίνδυνο για ένα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο.

 

Η έκθεση αυτή παρέχει μια ψευδή και αρνητική εικόνα της σύγχρονης κοινωνίας, όπου οι άνδρες παρουσιάζονται ως δυνητικοί επιθετικοί κατά των γυναικών και/ή των παιδιών.

 

Διαταράσσει τη σχέση μεταξύ ανδρών, γυναικών, παιδιών και της ίδιας της οικογένειας και δεν παρέχει επαρκή προστασία στα θύματα ενδοσυντροφικής βίας ανεξαρτήτως φύλου.

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

13.7.2021

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

43

3

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Isabella Adinolfi, Pascal Arimont, Simona Baldassarre, Gunnar Beck, Robert Biedroń, Vilija Blinkevičiūtė, Annika Bruna, Margarita de la Pisa Carrión, Rosa Estaràs Ferragut, Frances Fitzgerald, Cindy Franssen, Heléne Fritzon, Lina Gálvez Muñoz, Jean-Paul Garraud, Esteban González Pons, Christophe Hansen, Alice Kuhnke, Gilles Lebreton, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Emmanuel Maurel, Karen Melchior, Andżelika Anna Możdżanowska, Maria Noichl, Pina Picierno, Sirpa Pietikäinen, Jiří Pospíšil, Samira Rafaela, Evelyn Regner, Diana Riba i Giner, Franco Roberti, Eugenia Rodríguez Palop, María Soraya Rodríguez Ramos, Marcos Ros Sempere, Christine Schneider, Sylwia Spurek, Raffaele Stancanelli, Jessica Stegrud, Hilde Vautmans, Adrián Vázquez Lázara, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη, Tiemo Wölken, Chrysoula Zacharopoulou, Javier Zarzalejos, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alessandra Basso, Brando Benifei, Lena Düpont, Έλενα Κουντουρά, Emmanuel Maurel, Luisa Regimenti, Susana Solís Pérez, Bettina Vollath

 


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ  ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

43

+

PPE

Pascal Arimont, Lena Düpont, Rosa Estaràs Ferragut, Frances Fitzgerald, Cindy Franssen, Esteban González Pons, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska, Sirpa Pietikäinen, Jiří Pospíšil, Luisa Regimenti, Ελισσάβετ Βόζεμπεργκ-Βρυωνίδη, Javier Zarzalejos

S&D

Brando Benifei, Robert Biedroń, Vilija Blinkevičiūtė, Heléne Fritzon, Lina Gálvez Muñoz, Maria Noichl, Pina Picierno, Evelyn Regner, Franco Roberti, Marcos Ros Sempere, Tiemo Wölken

Renew

Karen Melchior, Samira Rafaela, María Soraya Rodríguez Ramos, Susana Solís Pérez, Hilde Vautmans, Adrián Vázquez Lázara, Chrysoula Zacharopoulou, Marco Zullo

ID

Simona Baldassarre, Annika Bruna, Jean-Paul Garraud, Gilles Lebreton

Verts/ALE

Alice Kuhnke, Sergey Lagodinsky, Kira Marie Peter-Hansen, Diana Riba i Giner, Sylwia Spurek

The Left

Έλενα Κουντουρά, Emmanuel Maurel, Eugenia Rodríguez Palop

 

3

-

ECR

Andżelika Anna Możdżanowska, Margarita de la Pisa Carrión

ID

Gunnar Beck

 

4

0

ECR

Raffaele Stancanelli, Jessica Stegrud

PPE

Isabella Adinolfi, Christine Schneider

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+ : υπέρ

- : κατά

0 : αποχή

 

 

[1] ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57.

[2] ΕΕ L 132 της 21.5.2016, σ. 1.

[3] ΕΕ C 337 της 20.9.2018, σ. 167.

[4] ΕΕ C 232 της 16.6.2021, σ. 48.

[5] Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2020)037.

[6] Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2021)0024.

[7] Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2021)0025.

[8] ΕΕ L 338 της 21.12.2011, σ. 2.

[9] ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 4.

[10] ΕΕ L 338 της 23.12.2003, σ. 1.

[11] Άρθρα 2 και 3, παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και άρθρα 8, 10, 19 και 157 της ΣΛΕΕ.

[12] Άρθρα 21 και 23 του Χάρτη.

[13] Έκθεση του FRA, της 3ης Μαρτίου 2014, με τίτλο «Βία κατά των γυναικών: Πανευρωπαϊκή έρευνα».

[14] Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης.

[15] Συμβούλιο της Ευρώπης, «Human Rights Channel: Stop Child Sexual Abuse in Sport» (Σταματήστε τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών στον αθλητισμό), 21 Ιουλίου 2021.

[16] Eurostat, Children at risk of poverty or social exclusion (2020) (Εξήγηση των στατιστικών στοιχείων: παιδιά που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό), δεδομένα Οκτωβρίου 2020.

[17] Έκθεση του FRA, της 3ης Μαρτίου 2014, με τίτλο «Βία κατά των γυναικών: Πανευρωπαϊκή έρευνα».

[18] Δήλωση προς τον Τύπο του Δρα Hans Henri P. Kluge, περιφερειακού διευθυντή της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας για την Ευρώπη, της 7 Μαΐου 2020, με τίτλο «Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, η βία εξακολουθεί να μπορεί να προληφθεί, δεν είναι αναπόφευκτη».

[19]  Έκθεση του FRA, της 3ης Μαρτίου 2014, με τίτλο «Βία κατά των γυναικών: Πανευρωπαϊκή έρευνα».

[20]  Έκθεση της Ευρωπόλ, της 19 Ιουνίου 2020, με τίτλο «Εκμετάλλευση της απομόνωσης: δράστες και θύματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19».

[21] Αιτιολογική έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 11ης Μαΐου 2011 προς το Συμβούλιο της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.

[22] Δήλωση της πλατφόρμας EDVAW (Πλατφόρμα Ανεξάρτητων Μηχανισμών Εμπειρογνωμόνων για τις Διακρίσεις και τη Βία κατά των Γυναικών), της 31ης Μαΐου 2019, με τίτλο «Intimate partner violence against women is an essential factor in the determination of child custody» (Η ενδοσυντροφική βία κατά των γυναικών αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για τον καθορισμό της επιμέλειας των παιδιών).

[23] Άρθρο 31 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης.

[24] Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών, γενική σύσταση αριθ. 35 σχετικά με την έμφυλη βία κατά των γυναικών, με την οποία επικαιροποιείται η γενική σύσταση αριθ. 19.

[25] Πρόταση της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 2020, για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2020)0682).

[26] Πρόταση της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 2021, για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, μέσω της μισθολογικής διαφάνειας και μηχανισμών επιβολής (COM(2021)0093).

[27] Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής για τους γονείς και τους φροντιστές, ΕΕ L 188 της 12.7.2019, σ. 79.

[28] ΕΕ L 178 της 2.7.2019, σ. 1.

Τελευταία ενημέρωση: 1 Σεπτεμβρίου 2021Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου