ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΟΜΦΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
3.7.2025 - (2025/2140(RSP))
Gheorghe Piperea, Adrian‑George Axinia, Claudiu‑Richard Târziu, Georgiana Teodorescu, Şerban Dimitrie Sturdza, Φειδίας Παναγιώτου, Daniel Obajtek, Ivan David, Patryk Jaki, Zsuzsanna Borvendég, Fernand Kartheiser, Νικόλαος Αναδιώτης, Volker Schnurrbusch, Katarína Roth Neveďalová, Irmhild Boßdorf, Virginie Joron, Ondřej Dostál, Cristian Terheş, Christine Anderson, António Tânger Corrêa, Εμμανουήλ Φράγκος, Milan Mazurek, Alexander Jungbluth, Siegbert Frank Droese, Petar Volgin, Rada Laykova, Stanislav Stoyanov, Arno Bausemer, Arkadiusz Mularczyk, Bogdan Rzońca, Milan Uhrík, Mary Khan, Tomasz Froelich, Hans Neuhoff, Alexander Sell, René Aust, Petr Bystron, Jacek Ozdoba, Γαλάτω Αλεξανδράκη, Kosma Złotowski, Waldemar Buda, Tobiasz Bocheński, Małgorzata Gosiewska, Marlena Maląg, Mariusz Kamiński, Dominik Tarczyński, Anna Zalewska, Jadwiga Wiśniewska, Maciej Wąsik, Michał Dworczyk, Alvise Pérez, Luis‑Vicențiu Lazarus, Erik Kaliňák, Judita Laššáková, Waldemar Tomaszewski, Ewa Zajączkowska‑Hernik, Jaak Madison, Anja Arndt, Marcin Sypniewski, Markus Buchheit, Filip Turek, Friedrich Pürner, Kateřina Konečná, Ľuboš Blaha, Thierry Mariani, Jan‑Peter Warnke, Thomas Geisel, Branislav Ondruš, Diana Iovanovici Şoşoacă, Monika Beňová, Marc Jongen, Nikola Bartůšek, Grzegorz Braun, Sarah Knafo, Petras Gražulis, Piotr Müller, Gerald Hauser
B10‑0319/2025
Πρόταση μομφής κατά της Επιτροπής που κατέθεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 17 παράγραφος 8 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), το άρθρο 234 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και το άρθρο 106α της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας,
– έχοντας υπόψη το αίτημα που υποβλήθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής[1], από τη Matina Stevi, δημοσιογράφο των New York Times, με το οποίο ζητείται πρόσβαση σε όλα τα γραπτά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Προέδρου Ursula von der Leyen και του διευθύνοντος συμβούλου της Pfizer Albert Bourla μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2021 και 11ης Μαΐου 2022,
– έχοντας υπόψη την απόρριψη του αιτήματος αυτού από την Επιτροπή με το αιτιολογικό ότι δεν κατέχει τα ζητούμενα έγγραφα,
– έχοντας υπόψη την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Μαΐου 2025 στην υπόθεση T-36/23 Stevi — New York Times κατά Επιτροπής[2], με την οποία διαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή δεν έδωσε εύλογη εξήγηση προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη κατοχή των ζητούμενων εγγράφων σχετικά με τις συναλλαγές της με την Pfizer/BioNTech κατά την προμήθεια εμβολίων κατά της νόσου COVID-19 και η οποία διευκρίνισε ότι το καθήκον διαφάνειας της Επιτροπής είναι θεμελιώδες και ότι η άρνηση γνωστοποίησης εγγράφων πρέπει να δικαιολογείται από αυστηρά επιτακτικούς λόγους,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 10 παράγραφος 3 ΣΕΕ, το οποίο εγγυάται το δικαίωμα των πολιτών να συμμετέχουν στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης και ζητεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και εγγύτερα στους πολίτες.,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 131 του Κανονισμού του,
Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) κίνησε έρευνα το 2022 σχετικά με τη διεξαγωγή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της διαπραγμάτευσης και τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας εμβολίων κατά της νόσου COVID-19 με την Pfizer, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2025 και εγείρει αξιόπιστες ανησυχίες σχετικά με πιθανές νομικές και δεοντολογικές παραβιάσεις, καθώς και πιθανές παρατυπίες στη διαχείριση των οικονομικών πόρων της Ένωσης·
Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 2023 στην υπόθεση T- 36/23, Stevi — New York Times κατά Επιτροπής, αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει νομικώς επαρκή αιτιολόγηση για την άρνησή της να γνωστοποιήσει τα ζητούμενα έγγραφα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για τα εμβόλια Pfizer·
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και παραβίασε τις αρχές της διαφάνειας, της χρηστής διοίκησης και της θεσμικής λογοδοσίας που ορίζονται στις Συνθήκες·
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή διέθεσε 35 δισεκατομμύρια EUR σε δημόσιους πόρους για τα εμβόλια κατά της νόσου COVID-19, αλλά δεν κατάφερε να διασφαλίσει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, ιδίως καθώς οι δόσεις αξίας 4 δισεκατομμυρίων EUR παρέμειναν αχρησιμοποίητες, γεγονός που εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την οικονομική εποπτεία και τη διοικητική αποτυχία·
Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφασή του της 14ης Μαΐου 2025, ακύρωσε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση σε γραπτά μηνύματα μεταξύ της Προέδρου της Επιτροπής Ursula von der Leyen και του διευθύνοντος συμβούλου της Pfizer Albert Bourla, τα οποία ανταλλάχθηκαν μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2021 και 11ης Μαΐου 2022, σχετικά με την προμήθεια εμβολίων κατά της νόσου COVID-19·
ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην ειδική έκθεσή του αριθ. 22/2024 που εγκρίθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2024, εντόπισε σοβαρές ελλείψεις στην εφαρμογή του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), μεταξύ των οποίων ανεπαρκείς διασυνδέσεις μεταξύ εκταμιευθέντων κονδυλίων και πραγματικών δαπανών, ανεπαρκείς μηχανισμούς επαλήθευσης, κινδύνους διπλής χρηματοδότησης και καθυστερήσεις στην επίτευξη των επενδυτικών στόχων, γεγονός που εγείρει σημαντικές ανησυχίες σχετικά με την εποπτεία από την Επιτροπή ενός από τα μεγαλύτερα χρηματοδοτικά μέσα μετά την πανδημία COVID-19·
Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει ότι η έλλειψη αυστηρών ελέγχων και η εξάρτηση από την υποβολή εκθέσεων από τα ίδια τα κράτη μέλη αυξάνουν τον κίνδυνο «διπλής χρηματοδότησης», μια κατάσταση στην οποία οι ίδιες δράσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν πολλές φορές, με αποτέλεσμα ανεπάρκειες και πιθανή κατάχρηση κονδυλίων·
Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια και η λογοδοσία αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής νομιμότητας της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 ΣΕΕ, διασφαλίζοντας την εμπιστοσύνη του κοινού στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως σε πλαίσια που συνεπάγονται μείζονες προκλήσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας και σημαντικές οικονομικές δεσμεύσεις·
Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 23 Απριλίου 2025, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων ενέκρινε ομόφωνα μη δεσμευτική γνωμοδότηση απορρίπτοντας τη χρήση του άρθρου 122 ΣΛΕΕ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως νομικής βάσης για την πρόταση κανονισμού για τη δημιουργία του μέσου δράσης για την ασφάλεια στην Ευρώπη (SAFE), μιας πρωτοβουλίας χρηματοδότησης της άμυνας ύψους 150 δισεκατομμυρίων EUR·
Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι η γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων υποστηρίζει ότι η επίκληση του άρθρου 122 ΣΛΕΕ από την Επιτροπή στερείται έγκυρης επείγουσας αιτιολόγησης, δεδομένου ότι η διάταξη προορίζεται για βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση άμεσων κρίσεων και όχι για μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον τομέα της άμυνας·
ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν εκφραστεί σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την παράνομη παρέμβαση της Επιτροπής στις εκλογές σε κράτη μέλη, όπως η Ρουμανία και η Γερμανία, μέσω της στρεβλωμένης εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2022, σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες)[3], ο οποίος αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών, αλλά έχει χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά για την αιτιολόγηση των εκλογικών περιορισμών και των ακυρώσεων εκλογών·
1. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, υπό την ηγεσία της Προέδρου Ursula von der Leyen, δεν έχει πλέον την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου όσο αφορά την τήρηση των αρχών της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της χρηστής διακυβέρνησης, οι οποίες είναι απαραίτητες για μια δημοκρατική Ένωση·
2. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράνομη παρέμβαση της Επιτροπής στις εκλογές των κρατών μελών, μέσω της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες, συνιστά σοβαρή παραβίαση της εντολής της να τηρεί τις δημοκρατικές αρχές και να σέβεται την εθνική κυριαρχία·
3. σημειώνει ότι η καταχρηστική χρήση του άρθρου 122 ΣΛΕΕ από την Επιτροπή ως νομικής βάσης για τον κανονισμό SAFE, μια πρωτοβουλία χρηματοδότησης της άμυνας ύψους 150 δισεκατομμυρίων EUR, συνιστά σοβαρή παραβίαση αρμοδιοτήτων και στρέβλωση του επιδιωκόμενου σκοπού του άρθρου, ο οποίος προορίζεται αποκλειστικά για καταστάσεις οικονομικής έκτακτης ανάγκης·
4. θεωρεί ότι αυτή η καταστρατήγηση της διαδικασίας υπονομεύει την εμπιστοσύνη στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και απειλεί την ακεραιότητα του νομικού πλαισίου της Ένωσης·
5. καλεί την Επιτροπή να παραιτηθεί, καθώς απέτυχε επανειλημμένα να διασφαλίσει τη διαφάνεια και αδιαφορούσε συνεχώς για τη δημοκρατική εποπτεία και το κράτος δικαίου εντός της Ένωσης·
6. αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα πρόταση μομφής και να κοινοποιήσει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας επί της εν λόγω πρότασης μομφής στον Πρόεδρο του Συμβουλίου και στην Πρόεδρο της Επιτροπής.
- [1] ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/1049/oj
-
[2] Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Μαΐου 2025, Matina Stevi και the New York Times Company κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T-36/23, ECLI:EU:T:2025:483.
- [3] ΕΕ L 277 της 27.10.2022, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2022/2065/oj