Πρόταση ψηφίσματος - B6-0076/2007Πρόταση ψηφίσματος
B6-0076/2007

ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

2.3.2007

σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού
της Martine Roure
εξ ονόματος της Ομάδας PSE
σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων για την απόφαση πλαίσιο που αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας

B6‑0076/2007

Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων για την απόφαση πλαίσιο που αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη την έκθεσή του της 4ης Ιουλίου 2002[1],– έχοντας υπόψη την κοινή δράση 96/443/ΔΕΥ για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,– έχοντας υπόψη την πρόταση απόφασης πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας της Επιτροπής CΟΜ(2001)664[2]

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ετήσιες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (EUMC), οι συγκριτικές εκθέσεις του σχετικά με τα εγκλήματα ρατσισμού και οι δύο πρόσφατες εκθέσεις για τον αντισημιτισμό και την ισλαμοφοβία έδειξαν ότι τα εγκλήματα ρατσισμού αποτελούν διαρκές και επίμονο πρόβλημα σε όλα τα κράτη μέλη. Εκτιμάται ότι περισσότερο από 9 εκατ. άτομα υπήρξαν θύματα κάποιου εγκλήματος ρατσισμού το 2004,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μολονότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν νομοθεσία για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των νομοθεσιών αυτών. Η ποικιλία αυτή αναδεικνύει την ανάγκη μιας ευρωπαϊκής εναρμόνισης, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, της διασυνοριακής αλλά και γενικότερα της ευρωπαϊκής,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι παρά τις πολυετείς διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο, καμιά συμφωνία δεν έχει ακόμη εξευρεθεί σχετικά με την εν λόγω πρόταση απόφασης πλαίσιο,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Γερμανική Προεδρία έκανε γνωστή την πρόθεσή της για επανάληψη των διαπραγματεύσεων σχετικά με την απόφαση πλαίσιο για την καταπολέμηση του ρατσισμού και ότι η έγκριση της εν λόγω απόφασης πλαίσιο αποτελεί προτεραιότητα της Προεδρίας της,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το κείμενο που συζητείται σήμερα είναι καρπός πολυετών διαπραγματεύσεων και πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για τη θέσπιση μιας επαρκέστερης ευρωπαϊκής νομοθεσίας στον τομέα αυτό,

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη γνωμοδότησή του στις 4 Ιουλίου 2002, ότι η γνωμοδότηση αυτή στηριζόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής του 2001 και ότι θα πρέπει επομένως το Κοινοβούλιο να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει με βάση το κείμενο που συζητείται σήμερα στο Συμβούλιο,

Ζ.  υπενθυμίζοντας ότι η έγκριση της εν λόγω απόφασης πλαίσιο θα έχει ως συνέπεια την κατάργηση της κοινής δράσης 96/443/ΔΕΥ και ότι θα πρέπει τουλάχιστον να μην υστερεί από αυτήν,

1.  απευθύνει στο Συμβούλιο τις ακόλουθες συστάσεις:

  • α)να αποστείλει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα υπέρ μιας Ευρώπης των πολιτών και να εξασφαλίσει μια αυξημένη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την έγκριση της εν λόγω απόφασης πλαίσιο,
  • β)να εξασφαλίσει ότι αυτή η απόφαση πλαίσιο θα αποδώσει μια ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με την κοινή δράση του 1996,
  • γ)να προσδιορίσει σαφέστερα τις εξαιρέσεις και τις δυνατότητες μη ποινικοποίησης ορισμένων συμπεριφορών,
  • δ)να διατηρήσει τη δυνατότητα εξαίρεσης από την αρχή της διπλής ποινικοποίησης, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η δικαστική αλληλοβοήθεια μεταξύ των κρατών μελών για την δίωξη ρατσιστικών και ξενόφοβων συμπεριφορών,
  • ε)να ενσωματώσει ρήτρα μη υποβάθμισης, προκειμένου να μεριμνά ώστε η εφαρμογή της απόφασης πλαίσιο να μην έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση της υφιστάμενης προστασίας,

   στ)   να θεσπίσει πλήρες νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που θα επιτρέπει την ταχεία έγκριση οριζόντιας οδηγίας για την καταπολέμηση των διακρίσεων σύμφωνα με το άρθρο 13 ΣΕΚ και θα προβλέπει ουσιαστικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα σύσταση στο Συμβούλιο και, για ενημέρωση, στην Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.