Πρόταση ψηφίσματος - B7-0007/2012Πρόταση ψηφίσματος
B7-0007/2012

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ σχετικά με τις ανισότητες στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων (2011/2904(RSP))

16.1.2012

εν συνεχεία των ερωτήσεων για προφορική απάντηση B7‑0021/2012, B7-0675/2011 και B7‑0676/2011
σύμφωνα με το άρθρο 115, παράγραφος 5, του Κανονισμού

James Nicholson, Janusz Wojciechowski εξ ονόματος της Ομάδας ECR

Διαδικασία : 2011/2904(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
B7-0007/2012
Κείμενα που κατατέθηκαν :
B7-0007/2012
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

B7‑0007/2012

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις ανισότητες στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων (2011/2904(RSP))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Ιουλίου 2010 σχετικά με το «μέλλον της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής μετά το 2013»[1], το ψήφισμά του της 18ης Ιανουαρίου 2011 σχετικά με «την αναγνώριση της γεωργίας ως στρατηγικού τομέα στο πλαίσιο της επισιτιστικής ασφάλειας»[2] και το ψήφισμά του της 23ης Ιουνίου 2011 με θέμα «η ΚΓΠ με χρονικό ορίζοντα το 2020: η αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων όσον αφορά τη διατροφή, τους φυσικούς πόρους και το έδαφος»[3],

 

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων στην Ευρώπη» (COM (2009) 0591),

 

–    έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 2010, για τη σύσταση φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων (2010/C 210/03),

 

 έχοντας υπόψη τις τελικές συστάσεις της ομάδας υψηλού επιπέδου για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας γεωργικών προϊόντων διατροφής της 17ης Μαρτίου 2009,

 

 έχοντας υπόψη την έκθεση «Agribusiness and the right to food» (αγροτική επιχειρηματικότητα και το δικαίωμα στην τροφή), που συντάχθηκε από τον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ για το δικαίωμα στην τροφή,

 

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 115, παράγραφος 5 και το άρθρο 110, παράγραφος 2, του Κανονισμού του,

 

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων στην Ευρώπη (COM (2009) 0591) αναγνωρίζει ότι τα τρόφιμα αντιπροσωπεύουν το 16% των δαπανών των ευρωπαϊκών νοικοκυριών και, συνεπώς, οι υψηλές τιμές καταναλωτή αποτελούν πηγή ανησυχίας διότι δημιουργούν πίεση στα εισοδήματα των νοικοκυριών·

 

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής εντόπιζε διάφορες ανισορροπίες στην αλυσίδα διανομής των τροφίμων, όπως: κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης κατά την αγορά, αθέμιτους όρους συμβάσεων· καθυστερημένες πληρωμές· μονομερείς συμβατικές τροποποιήσεις· περιορισμένη πρόσβαση στην αγορά και άνιση κατανομή των περιθωρίων κέρδους σε όλη την αλυσίδα των τροφίμων· και ορισμένα προβλήματα σχετιζόμενα με την αυξημένη συγκέντρωση στον τομέα της διανομής·

 

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόσφατη αστάθεια των τιμών των τροφίμων και των βασικών αγαθών δημιούργησε μεγάλες ανησυχίες για τη λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού τροφίμων και για τις δυνατότητες να ικανοποιηθούν οι βασικοί στόχοι της αλυσίδας εφοδιασμού που είναι η διασφάλιση δίκαιων εισοδημάτων για τους γεωργούς και ενός ασφαλούς εφοδιασμού με ποιοτικά προϊόντα για τους ευρωπαίους καταναλωτές, σε τιμές που είναι έτοιμοι να πληρώσουν, εντός ενός συνολικού πλαισίου αειφόρου παραγωγής·

 

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ανάγκη να διευκολυνθεί η καλύτερη πρόσβαση των ΜΜΕ στις αγορές σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού·

 

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνέπειες της συγκέντρωσης της αγοράς σε οποιοδήποτε οικονομικό τομέα οδηγούν στη μείωση του επιπέδου των τιμών, επομένως εξασφαλίζουν πλεονεκτήματα για τον καταναλωτή, αλλά, αν δεν ελέγχονται αποτελεσματικά από τις αρχές ανταγωνισμού μπορεί να έχουν αρνητικά αποτελέσματα, στρεβλώνοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό·

 

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένων του αριθμού των συντελεστών στην αλυσίδα και του γεγονότος ότι το κόστος του πρωτογενούς προϊόντος μπορεί να αποτελεί μικρό μόνον μέρος του κόστους του τελικού προϊόντος, δεν είναι πάντα εύκολο να υπολογισθεί με βεβαιότητα η σχέση ανάμεσα στις τιμές που εισπράττουν οι αγρότες και σε εκείνες που πληρώνουν οι καταναλωτές·

 

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αγρότες πολύ συχνά περνούν από μεταποιητές καθώς και από άμεσα εφοδιάζοντες εμπόρους λιανικής και ότι η συνιστώσα μεταποίησης της αλυσίδας τροφίμων απαιτεί περαιτέρω ανάλυση·

 

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ δυνητικώς αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και δυνητικώς αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών, και ότι καμιά από αυτές τις πρακτικές δεν είναι αναπόφευκτη συνέπεια της άνισης διαπραγματευτικής ισχύος·

 

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ίδια εμπορικά σήματα εφαρμόζονται απλώς σε προϊόντα που παρασκευάζονται από ή για τους εμπόρους λιανικής, τα οποία δίνουν στους καταναλωτές αυξημένη αξία και επιλογή, προσφέρουν αγορά για πολλούς μικρομεσαίους προμηθευτές σε πολλά κράτη μέλη, παράγονται από ορισμένους από τους ηγετικούς παρασκευαστές άλλων σημάτων και είναι και συχνά πρωτοπόρα από την άποψη της ενημέρωσης των καταναλωτών και της δημόσιας υγείας·

 

1.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν ρητώς ότι η καλή λειτουργία μιας αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων εξυπηρετείται καλύτερα από μια αγορά ελεύθερου ανταγωνισμού, στην οποία όλοι οι συντελεστές μπορούν να ενεργούν με εμπορικά λογικό τρόπο και να επιτυγχάνουν δίκαια κέρδη και όπου η ρύθμιση χρησιμοποιείται για να κατοχυρώσει και επιβάλει τον ανταγωνισμό, να διασφαλίσει τη δυνητική πρόσβαση νεοεισερχομένων, να εγγυηθεί την ασφάλεια και να διορθώσει τις σαφώς αποδεδειγμένες ανεπάρκειες της αγοράς·

 

2.   θεωρεί ότι η ασύμμετρη εξέλιξη των τιμών βασικών γεωργικών προϊόντων σε σχέση με τις τιμές καταναλωτή των ειδών διατροφής θα μπορούσε να ένα σημάδι ανισορροπίας στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων που θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει και, αν χρειάζεται, να ενισχύσει τα μέσα παρέμβασης της Ένωσης με σκοπό τη μείωση της αστάθειας των τιμών στην αγορά των γεωργικών προϊόντων διατροφής·

 

3.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι το δίκαιο περί ανταγωνισμού και η εφαρμογή του επαρκούν για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε παραβιάσεων του ανταγωνισμού στην αλυσίδα τροφίμων· τονίζει ότι οι τροποποιήσεις των κανόνων είναι απαραίτητες μόνον εάν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις ότι με τους υφιστάμενους κανόνες, εφόσον εφαρμόζονται σωστά, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με ουδέτερο τρόπο μια πρακτική παραβίασης του ανταγωνισμού·

 

4.   καλεί τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τις αντίστοιχες της ΕΕ να ερευνήσουν και, όπου δει, να λάβουν μέτρα κατά των πρακτικών που βλάπτουν τον ανταγωνισμό μεταξύ όλων των παραγόντων στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, περιλαμβανομένων των πρακτικών οι οποίες μπορεί να θέτουν τους γεωργούς σε άνιση διαπραγματευτική θέση·

 

5.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εντοπίσουν και να καταπολεμήσουν τις καταχρηστικές εμπορικές πρακτικές που αποβαίνουν εις βάρος της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένων οιωνδήποτε τέτοιων πρακτικών που χρησιμοποιούνται από χονδρεμπόρους και εμπόρους λιανικής οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν τους αγρότες σε εξαιρετικά άνιση διαπραγματευτική θέση· τονίζει ότι η καλύτερη γνώση σχετικά με τα συμβατικά δικαιώματα θα συμβάλει στην πρόληψη αυτών των πρακτικών·

6.   καλεί τα κράτη μέλη να φροντίσουν να τεθούν οι συμβατικές σχέσεις σε όλο το μήκος της αλυσίδας τροφίμων σε ασφαλέστερη βάση, προτείνοντας προαιρετικούς κώδικες θεμιτών πρακτικών σύναψης συμβάσεων·

 

7.   προτείνει ως πρώτο βήμα η Επιτροπή να ενθαρρύνει ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών μεταξύ κρατών μελών και να εξετάσει τις προαιρετικές και ρυθμιστικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη για να εντοπίζονται και να τερματίζονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές·

 

8.   ενθαρρύνει την εγκατάσταση σε όλα τα κράτη μέλη διαμεσολαβητών για τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ όλων των παραγόντων, τη διερεύνηση των καταγγελιών και την υποβολή συστάσεων για τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία και τους προαιρετικούς κώδικες· παροτρύνει τους εν λόγω διαμεσολαβητές να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές και να συντονίζουν τις δράσεις τους·

 

9.   σημειώνει τα μέτρα που περιέχονται στα σχέδια προτάσεων της Επιτροπής σχετικά με τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ, τα οποία έχουν σχεδιασθεί προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση των αγροτών στην αλυσίδα τροφίμων, μέσω της στήριξης των οργανώσεων παραγωγών και των διακλαδικών οργανώσεων· πιστεύει ότι η ενίσχυση της θέσης των αγροτών θα τους βοηθήσει να λαμβάνουν ένα καλύτερο μερίδιο της προστιθέμενης αξίας·  

 

10. ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τους προμηθευτές, και ιδίως τους γεωργούς, να καταστούν πιο αποτελεσματικοί συντελεστές εντός της αλυσίδας εφοδιασμού, με το να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς και/ή οργανώσεις παραγωγών, έτσι ώστε να αυξηθεί η διαπραγματευτική τους ισχύς· τους παροτρύνει να επενδύσουν σε προηγούμενα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού, προκειμένου να επωφεληθούν της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων τους·

 

11.  καλεί την Επιτροπή να απορρίψει κάθε πρόταση που θα βασίζεται στην αντίληψη ότι η ανάπτυξη ιδίων εμπορικών σημάτων είναι αντίθετη στον ανταγωνισμό ή άδικη ή που θα υπονόμευε την ικανότητα των εν λόγω σημάτων να παρέχουν οικονομικό όφελος και πρόσβαση στην αγορά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στους μεγαλύτερους παρασκευαστές, στο πλαίσιο ενός ελεύθερου, δίκαιου και ανοικτού ανταγωνισμού με άλλα σήματα· τονίζει ότι οι έμποροι λιανικής είναι επιχειρηματικός κλάδος και έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν ποια προϊόντα επιθυμούν να πουλήσουν, υπό την επιφύλαξη του σχετικού δικαίου περί ανταγωνισμού και της δίκαιης πρακτικής, και ότι τα σήματά τους θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες ρυθμίσεις με τα άλλα σήματα·

 

12.  καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν την ορθή και κατάλληλη νομική ευθύνη των φορέων και ατόμων που επιτρέπουν καταχρήσεις στην αγορά του εφοδιασμού τροφίμων·