Πρόταση ψηφίσματος - B8-0100/2015Πρόταση ψηφίσματος
B8-0100/2015

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ σχετικά με τα μέτρα κατά της τρομοκρατίας

    4.2.2015 - (2015/2530(RSP))

    εν συνεχεία δήλωσης της Επιτροπής
    σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού

    Judith Sargentini, Jan Philipp Albrecht, Eva Joly, Ulrike Lunacek, Jean Lambert εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE

    Διαδικασία : 2015/2530(RSP)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    B8-0100/2015
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    B8-0100/2015
    Συζήτηση :
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    B8‑0100/2015

    Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σετικά με τα μέτρα κατά της τρομοκρατίας

    (2015/2530(RSP))

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –       έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τα άρθρα 2, 3 και 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα σχετικά άρθρα της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

    –       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την αντιτρομοκρατική πολιτική της ΕΕ: βασικά επιτεύγματα και μελλοντικές προκλήσεις[1] ,

    –       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με την εικαζόμενη μεταφορά και την παράνομη κράτηση ατόμων στις ευρωπαϊκές χώρες από τη CIA[2],

    –       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 27ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2012),

    –       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Μαρτίου 2014, σχετικά με το πρόγραμμα παρακολούθησης της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ, τα όργανα παρακολούθησης σε διάφορα κράτη μέλη και τον αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ[3],

    –       έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/29/ΕΕ της 25ης Οκτωβρίου 2012 για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

    –       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 17ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με την ανανέωση της στρατηγικής εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ [4],

    –       έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2013, σχετικά με τον πίνακα αποτελεσμάτων της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης (COM(2013)0160),

    –       έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 2014, με τίτλο «Έκθεση της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς» (COM(2014)0038),

    –       έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, της 19ης Ιανουαρίου 2015, σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και συγκεκριμένα την απόφασή του περί ενίσχυσης της ανταλλαγής πληροφοριών με τις χώρες εταίρους και περί προαγωγής μιας ενισχυμένης συνεργασίας με αραβικές και μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της σύναψης ενός μνημονίου κατανόησης με τον Αραβικό Σύνδεσμο,

    –       έχοντας υπόψη το στρατηγικό πλαίσιο και το σχέδιο δράσης της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 2012,

    –       έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 8ης Απριλίου 2014 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-293/12 και C-594/12, Digital Rights Ireland Ltd και Michael Seitlinger κ.λπ. και έχοντας υπόψη την γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του σχετικά με την ερμηνεία της εν λόγω απόφασης,

    –       έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

    Α.     λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί ουσιαστική παράμετρο μιας επιτυχούς αντιτρομοκρατικής πολιτικής·

    Β.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η πραγματοποίηση αρκετών σοβαρών τρομοκρατικών επιθέσεων επί ευρωπαϊκού εδάφους από την 11η Σεπτεμβρίου και έπειτα έχει επηρεάσει σημαντικά το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και των κατοίκων της ΕΕ·

    Γ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι, από την 11η Σεπτεμβρίου και έπειτα, η ΕΕ έχει εγκρίνει 239 πράξεις κατά της τρομοκρατίας, δηλαδή 26 σχέδια δράσης και έγγραφα στρατηγικής, 25 κανονισμούς, 15 οδηγίες, 11 αποφάσεις-πλαίσιο, 25 αποφάσεις, μία κοινή δράση, 3 κοινές θέσεις, 4 ψηφίσματα, 111 συμπεράσματα του Συμβουλίου και 8 διεθνείς συμφωνίες[5]·

    Δ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να μην έχει πραγματοποιηθεί ακόμη μία κατάλληλη και συστηματική αξιολόγηση αυτών των πράξεων·

    Ε.     λαμβάνοντας υπόψη ότι παρατηρείται τελευταία μία ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων ρατσισμού και ξενοφοβίας, με έμφαση σε περιστατικά αντισημιτισμού, αντιαθιγγανισμού και ισλαμοφοβίας·

    ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι χρειάζεται επειγόντως ένας ενιαίος νομικός ορισμός της έννοιας της «σκιαγράφησης του προφίλ» που να βασίζεται στα αντίστοιχα θεμελιώδη δικαιώματα και πρότυπα προστασίας των δεδομένων προκειμένου να μειωθεί η αβεβαιότητα ως προς ποιες δραστηριότητες απαγορεύονται και ποιες όχι·

    Ζ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (CEPEJ), υφίστανται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των επιπέδων των επενδύσεων των κρατών μελών στα συστήματα τους για την απονομή ποινικής δικαιοσύνης[6]·

    1.      εκφράζει τα βαθιά συλλυπητήριά του προς τις οικογένειες των θυμάτων των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι και σε ολόκληρο τον κόσμο·

    2.      επισημαίνει ότι μία ουσιώδης παράμετρος του αγώνα κατά της τρομοκρατίας πρέπει να είναι η εφαρμογή πολιτικών προστασίας και ενίσχυσης των θυμάτων και των οικογενειών τους· ζητεί συνεπώς από όλα τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ορθά την οδηγία 2012/29/EΕ, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας·

    3.      βεβαιώνει εκ νέου τη δέσμευσή του υπέρ της διαφύλαξης της ελευθερίας της έκφρασης, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και του κράτους δικαίου·

    4.      εμμένει στην ανάγκη διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης εναντίον του ριζοσπαστισμού και της τρομοκρατίας, επικεντρωμένης στις προσπάθειες ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, πρόληψης του εγκλήματος και στοχοθετημένων δράσεων αστυνόμευσης και ασφάλειας που βασίζονται σε συγκεκριμένες υπόνοιες ή απτές απειλές τις οποίες διατυπώνουν άνθρωποι και όχι μηχανές· επισημαίνει εξάλλου ότι πρέπει να γίνουν αυστηρότεροι οι κανόνες για την απόκτηση και κατοχή όπλων, για τις εξαγωγές και για την πάταξη του λαθρεμπορίου όπλων· επιμένει επίσης ότι είναι ανάγκη να διατίθενται τα κατάλληλα μέσα και εργαλεία σε δασκάλους, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, αστυνομικούς γειτονιάς, ανακριτές, εισαγγελείς, δικαστές και σωφρονιστικούς υπαλλήλους, σε πλήρη αντιδιαστολή προς τα μέτρα λιτότητας που τόσο δραματικά έχουν διαταράξει τον ευρωπαϊκό κοινωνικό ιστό·

    5.      επισημαίνει ότι δεν πρέπει να υποσκάψουμε τις ελευθερίες που προσπαθούμε να διαφυλάξουμε στον αγώνα μας εναντίον της τρομοκρατίας μέσω της καθιέρωσης μέτρων καταστολής, μαζικής παρακολούθησης και συνοριακών ελέγχων, σε μεγάλο βαθμό συμβολικού χαρακτήρα μόνο, τα οποία θα μας οδηγήσουν σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία όλοι θα είναι ύποπτοι, κανείς δεν θα είναι ελεύθερος και η αρχή της ελευθερίας της κυκλοφορίας θα έχει καταστεί κενή περιεχομένου· εφιστά επίσης προσοχή στο ενδεχόμενο στιγματισμού μέσω του profiling εκείνων των ατόμων μέσα στις κοινωνίες μας με τα οποία επιδιώκουμε να αποκτήσουμε μία καλύτερη σχέση·

    6.      τονίζει την ανάγκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη της και τις χώρες εταίρους της να βασίσουν τη στρατηγική τους για την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας στον σεβασμό του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων· επισημαίνει επιπλέον ότι οι εξωτερικές δράσεις της Ένωσης για την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας πρέπει καταρχάς να είναι επικεντρωμένες στην πρόληψη·

    7.      επισημαίνει ότι, όπως και σε προηγούμενες επιθέσεις, οι δράστες των επιθέσεων στο Παρίσι ήταν ήδη γνωστοί στις αρχές ασφαλείας και είχαν αποτελέσει αντικείμενο ερευνών και μέτρων επιτήρησης· εκφράζει τον προβληματισμό του σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσαν τα διαθέσιμα στοιχεία σε σχέση με τα άτομα αυτά να έχουν αποτελέσει αντικείμενο ανταλλαγών μεταξύ αρχών ασφαλείας και, εφόσον ήταν σκόπιμο, μεταξύ συναδέλφων από άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής χρήσης των βάσεων δεδομένων της ΕΕ και σε συνεργασία με τους οργανισμούς της ΕΕ·

    8.      καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να προβούν σε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της αντιτρομοκρατικής προσπάθειας της ΕΕ και των σχετικών ενεργειών και κυρίως των παραμέτρων που άπτονται της υλοποίησής τους από τα κράτη μέλη στην νομοθεσία και στην πρακτική, καθώς και του επιπέδου συνεργασίας τους με τους οργανισμούς της ΕΕ στον τομέα αυτό, συγκεκριμένα δε με την Eurojust και την Europol· καλεί επίσης την Επιτροπή και το Συμβούλιο να προβούν στην αρμόζουσα αξιολόγηση των υπολοίπων αδυναμιών του συστήματος κάνοντας χρήση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 70 ΣΛΕΕ· επιμένει ότι η εξωτερική διάσταση των αντιτρομοκρατικών μέτρων της ΕΕ πρέπει επίσης να αποτελέσει τμήμα της αξιολόγησης αυτής, η οποία πρόκειται να δημοσιευθεί μαζί με το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια τον Μάιο του 2015·

    9.      επιμένει στην ανάγκη υπαγωγής των αντιτρομοκρατικών πολιτικών σε δημοκρατική και δικαστική επίβλεψη· τονίζει ότι αντιτρομοκρατικά μέτρα που απεδείχθησαν τελικώς περιττά, αναποτελεσματικά ή δυσανάλογα πρέπει να καταργηθούν και επισημαίνει ότι οποιεσδήποτε παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να διερευνηθούν και να επανορθωθούν, καθώς και ότι πρέπει να διαμορφωθούν νέες μορφές δημοκρατικού ελέγχου βάσει των εξουσιών που εκχωρούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια δυνάμει της Συνθήκης της Λισαβόνας· εμμένει στην ανάγκη καθιέρωσης ρητρών λήξης ισχύος και περιοδικής επανεπιβεβαίωσης σε σχέση με τις εν λόγω ενέργειες και συμφωνίες· απορρίπτει την επίκληση της εθνικής ασφάλειας ως προσχήματος για την υπονόμευση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως είναι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της σχέσης δικηγόρου-πελάτη· ζητεί να αποσαφηνιστεί επειγόντως η έννοια της εθνικής ασφάλειας στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου·

    Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση κατά της ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας

    10.    επισημαίνει ότι οι οικονομικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές πολιτικές μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού και του αρνητικού αντικτύπου που έχει η ταχεία κοινωνικοοικονομική αλλαγή, καταστάσεις θλιβερές τις οποίες αξιοποιούν ενδεχομένως οι κήρυκες του βίαιου εξτρεμισμού· ζητεί συνεπώς την άσκηση πολιτικών που θα βελτιώσουν ριζικά τις συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής επανένταξης, τον διάλογο, την συμμετοχή, την ισότητα, την ανεκτικότητα και την αλληλοκατανόηση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών·

    11.    καλεί τα κράτη μέλη να επενδύσουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα για τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την προαγωγή ίσων ευκαιριών, την καταπολέμηση όλων των μορφών διακρίσεων και την προαγωγή της κοινωνικής ένταξης από την παιδική ηλικία· επισημαίνει ότι τούτο συνεπάγεται την κατάρτιση των δασκάλων σε κοινωνικά θέματα και θέματα πολυμορφίας·

    12.    προειδοποιεί ότι η απουσία προοπτικών πλήρους ενσωμάτωσης στην κοινωνία λόγω φτώχειας και ανεργίας μπορεί να δημιουργήσει σε ορισμένα άτομα τέτοιο αίσθημα αδυναμίας που να τα ωθήσει να επιζητήσουν μια ολέθρια χειραφέτηση εξτρεμιστικού χαρακτήρα επιτιθέμενα στην ίδια την κοινωνία· καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να μειωθεί η φτώχεια, να δημιουργηθούν προοπτικές απασχόλησης και να ξαναδοθεί αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμός στον άνθρωπο·

    13.    επισημαίνει ότι οι διακρίσεις και η ρητορική του μίσους ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε έντονη ριζοσπαστικοποίηση και σε συμπεριφορές βίας· επισημαίνει ότι πρότυπα ισότητας και μη διακρίσεων πρέπει να συνιστούν την πρωταρχική απάντηση σε παρόμοια φαινόμενα, πλαισιωμένα φυσικά από συγκεκριμένες στρατηγικές πολιτικές για την αντιμετώπιση κάθε μορφής διακρίσεων·

    14.    εκφράζει τον προβληματισμό του για τις δυσανάλογες επιπτώσεις που έχουν εις βάρος των μουσουλμανικών κοινοτήτων πρακτικές που υιοθετήθηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και ιδίως το profiling βάσει φυλετικών χαρακτηριστικών·

    15.    επισημαίνει ότι η καθιέρωση και η ενίσχυση της συνεργασίας με τις σχετικές κοινότητες σε συγκεκριμένα κράτη μέλη είναι ζωτικής σημασίας, τόσο προκειμένου να ανιχνευθούν συγκεκριμένες απειλές όσο και στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εκστρατείας για την εξάλειψη του εξτρεμισμού· τάσσεται υπέρ προγραμμάτων που δίνουν σε εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, καθώς και σε περιθωριοποιημένες κοινότητες, τις δυνατότητες να βελτιώσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα την κοινωνική και οικονομική τους θέση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο· επισημαίνει σχετικά ότι ο εξτρεμισμός στην ΕΕ δεν είναι ίδιον ορισμένων μόνο εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων·

    16.    τονίζει ότι σχετικά μέτρα επιβολής του νόμου έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ:

    -  τα στοιχεία διαβατηρίων επιβατών (στο πλαίσιο του συστήματος των εκ των προτέρων πληροφοριών για τους επιβάτες (APIS) υποβάλλονται ήδη σε αντιπαραβολή με βάσεις δεδομένων για γνωστούς εγκληματίες και ανεπιθύμητα άτομα·

    -  οι αρχές επιβολής του νόμου έχουν την δυνατότητα πρόσβασης στις τηλεφωνικές και ταξιδιωτικές πληροφορίες για υπόπτους ή ακόμη και για ομάδες υπόπτων, όταν εικάζεται σύνδεση με συγκεκριμένη απειλή·

    -  το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν επιτρέπει την διακριτική παρακολούθηση ατόμων και την ταχεία σύλληψη και έκδοση αυτών εάν αυτά συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας, εάν προτίθενται να διαπράξουν έγκλημα ή εάν υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν διαπράξει έγκλημα·

    εκτιμά ότι οι αρχές επιβολής του νόμου οφείλουν κατά προτεραιότητα να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες αυτές και να εντείνουν την μεταξύ τους συνεργασίας και μέσω της σύστασης κοινών ανακριτικών/ερευνητικών ομάδων, με την αρωγή οργανισμών της ΕΕ όπως η Europol, η Eurojust και η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (Cepol)·

    17.    θεωρεί ότι η πάταξη του λαθρεμπορίου πυροβόλων όπλων πρέπει να καταστεί προτεραιότητα της ΕΕ στο πλαίσιο της πάταξης του σοβαρού και οργανωμένου διεθνούς εγκλήματος· πιστεύει, ειδικότερα, ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί περαιτέρω η συνεργασία όσον αφορά μηχανισμούς ανταλλαγής πληροφοριών καθώς και σε σχέση με τη δυνατότητα εντοπισμού και την καταστροφή απαγορευμένων όπλων· εμμένει επίσης στην άποψη ότι η κοινή θέση για τον καθορισμό κοινών κανόνων που διέπουν τον έλεγχο των εξαγωγών στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμού πρέπει να τηρείται απαρεγκλίτως από τα κράτη μέλη·

    18.    ζητεί την ορθή εφαρμογή του κεκτημένου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη ανίχνευση της χρηματοδότησης των τρομοκρατών·

    19.    επισημαίνει ότι είναι ήδη δυνατή η διενέργεια στοχοθετημένων μεθοριακών ελέγχων επί ατόμων που ασκούν το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας καθώς διασχίζουν εξωτερικά σύνορα, εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, σε ορισμένα δρομολόγια ή από ορισμένες μεθοριακές διαβάσεις, αναλόγως του επιπέδου απειλής· εμμένει στην άποψη ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αξιοποιήσουν καλύτερα και ολοκληρωμένα το υπάρχον πλαίσιο Σένγκεν και να διαθέσουν σε αυτό τους αναγκαίους πόρους αντί να προσπαθούν να επανεισάγουν συνοριακούς ελέγχους πέρα από τις ήδη υπάρχουσες δυνατότητες·

    20.    υπενθυμίζει ότι, τον Απρίλιο του 2014, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την οδηγία για τη διατήρηση δεδομένων με το αιτιολογικό ότι η διατήρηση δεδομένων όταν δεν «υφίσταται σχέση μεταξύ των δεδομένων, των οποίων τη διατήρηση προβλέπει, και κάποιας απειλής για τη δημόσια ασφάλεια» δεν συνάδει με τις εγγυήσεις που παρέχει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· επισημαίνει ότι τούτος ο συσχετισμός είναι υψίστης σημασίας όχι μόνο σε σχέση με την οδηγία για τη διατήρηση δεδομένων αλλά και σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο σύστημα διατήρησης δεδομένων που συνεπάγεται την αποθήκευση δεδομένων προσώπων εις βάρος των οποίων δεν υφίστανται υπόνοιες· υπενθυμίζει τις επικρίσεις του Δικαστηρίου όσον αφορά την απουσία άλλων περιορισμών της ευχέρειας διατήρησης δεδομένων, όπως «σχετικά με μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και/ή μια συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη και/ή έναν κύκλο συγκεκριμένων προσώπων που θα μπορούσαν να είναι αναμεμειγμένοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε κάποια σοβαρή παράβαση είτε πρόσωπα που θα μπορούσαν, για άλλους λόγους, να συμβάλουν, μέσω της διατηρήσεως των δεδομένων που τους αφορούν, στην πρόληψη, τη διαπίστωση ή τη δίωξη σοβαρών παραβάσεων»[7]·

    21.    καλεί την Επιτροπή να προβεί σε επίσημη αναθεώρηση της πρότασης σχετικά με το σύστημα της ΕΕ για τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών με βάση τα κριτήρια που όρισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφασή του σχετικά με την οδηγία για τη διατήρηση δεδομένων· αναθέτει στη νομική του υπηρεσία να διεξαγάγει παρόμοια αναθεώρηση εντός έξι εβδομάδων από την έγκριση του παρόντος ψηφίσματος· εμμένει στην άποψη ότι ένα γενικευμένο πρόγραμμα επιτήρησης[8], όπως αυτό που διαφαίνεται στην πρόταση για τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί πριν εκδοθεί η γνώμη του Δικαστηρίου σχετικά με την συμφωνία ΕΕ-Καναδά περί διαβίβασης και χρήσης των καταστάσεων με τα ονόματα των επιβατών, σύμφωνα με το αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Νοέμβριο του 2014[9]·

    22.    υπογραμμίζει ότι τα μέτρα που περιορίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα στο διαδίκτυο με στόχο την καταπολέμηση της τρομοκρατίας πρέπει να είναι αναγκαία και αναλογικά, και κυρίως να βασίζονται σε έναν επαρκή ορισμό της έννοιας της τρομοκρατίας, ο οποίος επί του παρόντος δεν υφίσταται· επισημαίνει επιπλέον ότι η απόσυρση περιεχομένου εγκληματικού χαρακτήρα πρέπει να πραγματοποιείται δυνάμει δικαστικής έγκρισης και όχι μέσω ιδιωτικής αστυνόμευσης από τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου·

    23.    διατυπώνει εκ νέου την έκκλησή του περί προαγωγής της κρυπτογράφησης εν γένει, συμπεριλαμβανομένων του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των σύντομων κειμενικών μηνυμάτων (SMS)[10]· επισημαίνει ότι η απαγόρευση της κρυπτογράφησης μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες όσον αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων που διαβιβάζονται μέσω εμπορικών και χρηματοοικονομικών συστημάτων επικοινωνίας και μέσω κυβερνητικών και άλλων κρίσιμης σημασίας συστημάτων, διότι θα τα καθιστούσε ευάλωτα σε κάθε είδους υποκλοπή για εγκληματικούς και άλλους σκοπούς·

    24.    επαναλαμβάνει ότι οποιαδήποτε μορφή συλλογής δεδομένων και ανταλλαγής, ακόμη και με οργανισμούς της ΕΕ όπως η Europol, πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να βασίζεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας δεδομένων που θα θεσπίζει νομικώς δεσμευτικά πρότυπα προστασίας προσωπικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων περί περιορισμού του σκοπού, ελαχιστοποίησης των δεδομένων, πληροφοριών, πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής και μέσων προσφυγής· ζητεί να εγκριθεί χωρίς χρονοτριβή η δέσμη μέτρων προστασίας δεδομένων, μεταξύ άλλων και μέσω της υιοθέτησης από το Συμβούλιο μιας γενικής προσέγγισης που άπτεται τόσο του κανονισμού όσο και της οδηγίας και συνάδει με τα ελάχιστα πρότυπα που ορίζονται με την οδηγία 95/46/ΕΕ·

    25.    ζητεί από τα κράτη μέλη να εντείνουν την μεταξύ τους δικαστική συνεργασία βάσει των διαθέσιμων μέσων της ΕΕ, όπως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου (ECRIS), το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και την Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας, και παράλληλα να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας και τα θεμελιώδη δικαιώματα· καλεί τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν χωρίς χρονοτριβή σε όλα τα μέτρα που προτείνονται βάσει του οδικού χάρτη για τα δικονομικά δικαιώματα και στη συνέχεια να λάβουν αποφάσεις για τις προφυλακίσεις και τις συνθήκες κράτησης·

    26.    ζητεί από τα κράτη μέλη να επενδύσουν στα συστήματα τους για την απονομή ποινικής δικαιοσύνης προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι έρευνες και διώξεις θα πραγματοποιούνται με τον κατάλληλο τρόπο, χωρίς χρονοτριβή και σε πνεύμα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

    27.    επαναλαμβάνει ότι σκοπός του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης μας πρέπει να είναι η αναμόρφωση των ατόμων, ούτως ώστε να μην αποτελούν πλέον κίνδυνο για την κοινωνία όταν επιστρέφουν σε αυτήν· καλεί τα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν τις αναγκαίες προς τούτο επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό· τάσσεται υπέρ πρωτοβουλιών για την ανάσχεση της ριζοσπαστικοποίησης, όπως εκείνη που διαμορφώθηκε στην δανική πόλη του Aarhus·

    28.    προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να υποκύψουμε στον πειρασμό της επιστροφής στις παλαιότερες, κοντόφθαλμες και αναποτελεσματικές πρακτικές της σύμπραξης με αυταρχικά καθεστώτα στο όνομα της ασφάλειας και της σταθερότητας· παροτρύνει την ΕΕ να αναθεωρήσει ριζικά τη στρατηγική της όσον αφορά τη νότια Μεσόγειο στο πλαίσιο της εν εξελίξει αναθεώρησης της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας και να εστιάσει στην ενίσχυση εκείνων των χωρών που έχουν πραγματικά δεσμευτεί να υιοθετήσουν κοινές αξίες και να προβούν σε μεταρρυθμίσεις·

    29.    ζητεί να διατυπωθούν συνεκτικότερες εξωτερικές πολιτικές για την αντιμετώπιση των πραγματικών αιτιών των βίαιων συγκρούσεων, του εξτρεμισμού και της ριζοσπαστικοποίησης, όπως είναι η τρωτότητα, η υπανανάπτυξη και, κυρίως, η διευρυνόμενη ανισότητα στον κόσμο·

    30.    επισημαίνει ότι η ΕΕ οφείλει να εντείνει τον πολιτικό διάλογο με τον μουσουλμανικό κόσμο προκειμένου να αποσυνδέσει την τρομοκρατία από το Ισλάμ - συσχετισμός που κυριαρχεί σήμερα στον δημόσιο διάλογο· επαναλαμβάνει ότι η εξωτερική αντιτρομοκρατική πολιτική της ΕΕ οφείλει να υιοθετεί κατ' αρχήν μία προσέγγιση ποινικού δικαίου, η οποία θα συμμορφώνεται απολύτως με το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και θα υποστηρίζει τις προσπάθειες καταπολέμησης του ριζοσπαστισμού και πάταξης του βίαιου εξτρεμισμού· καλεί την ΕΕ να μην υποστηρίζει κινήσεις καταστολής σε τρίτες χώρες·

    31.    επιμένει ότι τα προγράμματα αντιτρομοκρατικής συνδρομής που εφαρμόζουν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη από κοινού με τρίτες χώρες οφείλουν να συμμορφώνονται με τις διατάξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, κατά περίπτωση, με τις διατάξεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά το σεβασμό των διαδικαστικών εγγυήσεων· ανακοινώνει την απόφασή του να διενεργήσει αξιολόγηση των περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατευθυντηρίων γραμμών και διασφαλίσεων που εφαρμόζουν η ΕΕ και τα κράτη μέλη της στα προγράμματα αντιτρομοκρατικής δράσης και συγκεκριμένα στην περιοχή της Νότιας Γειτονίας· ανακοινώνει την απόφασή του να διοργανώσει ακρόαση με θέμα τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των αντιτρομοκρατικών δράσεων και της αντίστοιχης νομοθεσίας σε συνεργασία με κοινοβούλια και φορείς της κοινωνίας των πολιτών από την ευρωμεσογειακή περιοχή·

    32.    υπενθυμίζει στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, στον Συντονιστή Αντιτρομοκρατικής Δράσης της ΕΕ και στα κράτη μέλη τη δέσμευση που ανέλαβαν, στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, το οποίο εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2012, σύμφωνα με την οποία πρέπει να τίθεται το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλους τους διαλόγους, ανεξαρτήτως μορφής, με θέμα την αντιτρομοκρατική δράση, που διεξάγονται με τρίτες χώρες·

    33.    υπενθυμίζει στα κράτη μέλη και στους οργανισμούς της ΕΕ τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και από τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η διαβίβαση σε τρίτους απόρρητων πληροφοριών, εάν κάτι τέτοιο ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτη χώρα, ή η χρήση πληροφοριών που αποσπάστηκαν με βασανιστήρια εκτός ΕΕ·

    34.    εκφράζει την αμετακίνητη αντίθεσή του στη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών για εξωδικαστικές εκτελέσεις υπόπτων για τρομοκρατικές ενέργειες και ζητεί να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία όσον αφορά την χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, επικαλούμενο μεταξύ άλλων μια κοινή θέση της ΕΕ με την οποία οριστικοποιείται ένα νομικό πλαίσιο για τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών το οποίο συνάδει με ψήφισμα του Κοινοβουλίου που εγκρίθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2014[11]·

    35.    αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.