Διαδικασία : 2018/2900(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0552/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0552/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 29/11/2018 - 8.10
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0475

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
PDF 630kWORD 64k
Βλ. επίσης την κοινή πρόταση ψηφίσματος RC-B8-0551/2018
27.11.2018
PE631.545v01-00
 
B8-0552/2018

εν συνεχεία δηλώσεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής

σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού


σχετικά με το σκάνδαλο cum-ex: οικονομικό έγκλημα και κενά στο ισχύον νομικό πλαίσιο (2018/2900(RSP))


Pervenche Berès, Peter Simon, Jeppe Kofod εξ ονόματος της Ομάδας S&D
Miguel Urbán Crespo, Δημήτριος Παπαδημούλης εξ ονόματος της Ομάδας GUE/NGL
Sven Giegold εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το σκάνδαλο cum-ex: οικονομικό έγκλημα και κενά στο ισχύον νομικό πλαίσιο (2018/2900(RSP))  
B8‑0552/2018

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 4 και 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 115 και 116 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη την ένωση κεφαλαιαγορών, ένας από τους πρωταρχικούς στόχους της οποίας είναι η διασφάλιση της «ακεραιότητας, της διαφάνειας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών»,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 1 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)(1) («κανονισμός ESMA»), βάσει του οποίου απαιτείται από την ESMA να συμβάλει στην ακεραιότητα, τη διαφάνεια, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 9 του κανονισμού ESMA, που αναθέτει στην ESMA ηγετικό ρόλο στην προώθηση της διαφάνειας και της δικαιοσύνης στις χρηματοπιστωτικές αγορές, την παρακολούθηση των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, την έκδοση συστάσεων και προειδοποιήσεων, και την προσωρινή απαγόρευση ή τον περιορισμό των εν λόγω δραστηριοτήτων, εφόσον αποτελούν απειλή για τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 1,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 22 παράγραφος 4 του κανονισμού ESMA, καθώς και το άρθρο 22 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010(2), της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα οποία προβλέπουν ότι, κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου, η ESMA «μπορεί να ερευνά συγκεκριμένο είδος χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή ένα συγκεκριμένο είδος προϊόντων ή μια συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς, προκειμένου να εκτιμά ενδεχόμενους κινδύνους κατά της ακεραιότητας των χρηματοοικονομικών αγορών ή της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και να απευθύνει κατάλληλες συστάσεις στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές για την ανάληψη δράσης»,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 31 του κανονισμού ESMA, το οποίο προβλέπει ότι η ESMA «διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ αρμόδιων εθνικών αρχών, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση»,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων(3), που παρέχει στην ESMA εξουσίες παρέμβασης για την προσωρινή απαγόρευση ή τον περιορισμό της διάθεσης στην αγορά, της διανομής ή της πώλησης ορισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων ή ορισμένων ειδών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής, όταν α) η προτεινόμενη δράση αντιμετωπίζει μια σημαντική απειλή για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων ή για τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, β) οι κανονιστικές απαιτήσεις βάσει ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο ή τη συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν αντιμετωπίζουν την απειλή,

–  έχοντας υπόψη τις αποκαλύψεις για το cum-ex, στις οποίες προέβη κοινοπραξία ερευνητικών δημοσιογράφων με επικεφαλής τη γερμανική μη κερδοσκοπική οργάνωση μέσων ενημέρωσης CORRECTIV στις 18 Οκτωβρίου 2018,

–  έχοντας υπόψη την 4η Εξεταστική Επιτροπή της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής που ερευνά το σκάνδαλο, η οποία κατέληξε στην έκδοση έκθεσης(4) τον Ιούνιο του 2017,

–  έχοντας υπόψη τις έρευνες των γερμανικών και δανικών φορολογικών αρχών,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 25ης Νοεμβρίου 2015(5) και της 6ης Ιουλίου 2016(6) σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση(7),

–  έχοντας υπόψη τη σύστασή του, της 13ης Δεκεμβρίου 2017, προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή εν συνεχεία της έρευνας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή(8),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 1ης Μαρτίου 2018(9), για τη σύσταση, τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων, την αριθμητική σύνθεση και τη διάρκεια της θητείας της ειδικής επιτροπής σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή (TAX3),

–  έχοντας υπόψη τη συζήτησή του στην ολομέλεια της 23ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με το σκάνδαλο cum-ex,

–  έχοντας υπόψη την κοινή συνεδρίαση των επιτροπών ECON/TAX3 της 26ης Νοεμβρίου 2018,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συναλλαγές «cum-ex» χαρακτηρίζονται από την ταχεία αγοραπωλησία μετοχών με δικαιώματα («cum») και χωρίς δικαιώματα («ex») διανομής μερισμάτων από τράπεζες και χρηματιστές, με στόχο να είναι δυνατή η απόκρυψη της ταυτότητας του πραγματικού ιδιοκτήτη· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω συστήματα επέτρεπαν σε αμφότερα τα μέρη να ζητούν επιστροφές φόρου από τον φόρο υπεραξίας κεφαλαίων που είχε καταβληθεί μόνο μία φορά·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να υπολογιστεί το μέγιστο ποσό της ζημίας που προκλήθηκε, δεδομένου ότι πολλές ενέργειες ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έχουν παραγραφεί εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, η συνολική ζημία που προκλήθηκε από το σκάνδαλο των φακέλων cum-ex στα επηρεαζόμενα κράτη μέλη εκτιμάται σε τουλάχιστον 55 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2017·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, οι εν λόγω συναλλαγές σχεδιάστηκαν από τον γερμανό δικηγόρο Hanno Berger, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι οι συναλλαγές cum-ex που επινόησε είναι παράνομες· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κ. Berger κατηγορήθηκε σε δικαστήριο του Wiesbaden ότι εισέπραξε παρανόμως επιστροφές για συναλλαγές αξίας 15,8 δισεκατομμυρίων ευρώ (18 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ), οι οποίες, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κόστισαν στις φορολογικές αρχές 106 εκατομμύρια ευρώ· λαμβάνοντας υπόψη ότι γερμανοί εισαγγελείς φέρεται να διερευνούν τον ρόλο δεκάδων τραπεζών, χρηματιστηριακών εταιρειών, λογιστικών εταιρειών και δικηγορικών γραφείων στις συναλλαγές·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αρχεία cum-ex απέδειξαν ένα άνευ προηγουμένου επαγγελματικό και οργανωμένο έγκλημα στην Ευρώπη, οι συμμετέχοντες στο οποίο φέρεται να εκμεταλλεύτηκαν τα διασυνοριακά κενά της φορολογικής νομοθεσίας και τις νόμιμες εμπορικές πρακτικές προκειμένου να δώσουν τη δυνατότητα σε μετόχους να διεκδικήσουν δύο φορές την ιδιοκτησία για τις ίδιες μετοχές·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει αναφερθεί ότι στις εν λόγω εγκληματικές πρακτικές εμπλέκονται χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Γερμανίας και άλλων κρατών μελών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων πολλών μεγάλων γνωστών εμπορικών τραπεζών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2016 αποκαλύφθηκε ότι η φορολογική αρχή της Δανίας δεν είχε αναλάβει δράση παρά το γεγονός ότι είχε λάβει επανειλημμένες προειδοποιήσεις ότι ξένες εταιρείες παραβίαζαν τη δανική φορολογική νομοθεσία και πλαστογραφούσαν έγγραφα για να ζητήσουν δολίως επιστροφή φόρων επί μερισμάτων, μια απάτη που εκτιμάται ότι κόστισε στη φορολογική αρχή της Δανίας πάνω από 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ(10)·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η γερμανική κυβέρνηση φέρεται να έχει λάβει γνώση αυτών των δόλιων φορολογικών πρακτικών εδώ και μερικά χρόνια, αλλά ενημέρωσε τα άλλα κράτη μέλη μόλις το 2015· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών δήλωσε ότι είχε λάβει γνώση 418 διαφορετικών περιπτώσεων φορολογικής απάτης με το σύστημα cum-ex, συνολικού ύψους 5,7 δισεκατομμυρίων ευρώ·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η τελική έκθεση της 4ης Εξεταστικής Επιτροπής της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, όπως και τα δικαστήρια της Γερμανίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι φορολογικές πρακτικές όπως οι συναλλαγές cum-ex που αφορούν ανοικτές πωλήσεις είναι παράνομες και ότι η Ένωση Γερμανικών Τραπεζών επέτεινε το πρόβλημα αντί να βοηθήσει στην επίλυσή του·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιρροή του επιχειρηματικού λόμπι, όπως καταδεικνύεται στη συγκεκριμένη υπόθεση αλλά και σε άλλες, είναι βαθιά ριζωμένη σε εθνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, έχει καταγγελθεί δε ότι συμβουλευτικές ομάδες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κυριαρχούνται από εκπροσώπους του τραπεζικού τομέα(11), και ότι οι μεγαλύτερες λογιστικές εταιρείες είναι «ενσωματωμένες» στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ(12)·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έρευνα της κοινοπραξίας ευρωπαίων δημοσιογράφων χαρακτηρίζει τη Γερμανία, τη Δανία, την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία ως τις κυριότερες αγορές-στόχους για εμπορικές πρακτικές cum-ex, ενώ ακολουθούν η Νορβηγία, η Φινλανδία, η Πολωνία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία και η Τσεχική Δημοκρατία, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στις εν λόγω πρακτικές εμπλέκεται ενδεχομένως ένας άγνωστος αριθμός κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (π.χ. Ελβετία)·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημόσιοι οργανισμοί δεν ήταν σε θέση ή δεν ήταν διατεθειμένοι να διεξαγάγουν εις βάθος έρευνες σχετικά με τις πληροφορίες που κοινοποίησαν οι εισαγγελείς από άλλα κράτη μέλη όσον αφορά το σκάνδαλο cum-ex·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το αρμπιτράζ μερισμάτων που αποκάλυψε το σκάνδαλο cum-ex τονίζει το γεγονός ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, οι έμποροι ιδίων κεφαλαίων, οι δικηγόροι και οι μεγάλες διεθνείς φορολογικές εταιρείες, παράγοντες από τους οποίους ορισμένοι είναι μεγάλοι και σημαντικοί παίκτες στην ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά, έχουν προωθήσει ενεργά αυτές τις πρακτικές·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι φορείς ειδικού σκοπού (SPV) βρίσκονται στο επίκεντρο του σκανδάλου, καθώς επενδυτές τραπεζίτες και αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου δημιούργησαν φορείς ειδικού σκοπού οι οποίοι στη συνέχεια πωλήθηκαν σε επενδυτές από εμπόρους, με δάνεια που χορηγήθηκαν από τράπεζες, πολλαπλασιάζοντας με τον τρόπο αυτό τον όγκο των συναλλαγών επί έως και 20 φορές·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός ότι οι ξένοι επενδυτές δικαιούνται να αξιώνουν επιστροφή των παρακρατούμενων φόρων επί των μερισμάτων διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο σκάνδαλο·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Δεκέμβριο του 2017 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε νέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την παρακράτηση φόρου με στόχο να απλοποιηθούν οι διαδικασίες για τους διασυνοριακούς επενδυτές στην ΕΕ, ενθαρρύνοντας τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν συστήματα ελάφρυνσης της παρακράτησης φόρου στην πηγή· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νέος κώδικας δεοντολογίας για την παρακράτηση φόρου στην πηγή(13), στον οποίο γίνεται περιορισμένη μόνο αναφορά στον κίνδυνο απάτης και προτείνεται να λυθεί το πρόβλημα αυτό με συστήματα ΤΠ ή ελάφρυνση στην πηγή, επιταχύνει τις εθνικές διαδικασίες για την έγκριση αξιώσεων επιστροφής παρακρατούμενων φόρων·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή υπογραμμίζει πως ο νέος κώδικας δεοντολογίας για την παρακράτηση φόρου στην πηγή θα εξαλείψει τον κίνδυνο δόλιων συμπεριφορών, όπως οι διπλές αιτήσεις επιστροφής φόρου και οι αδικαιολόγητες αξιώσεις επιστροφής φόρου ή αιτήσεις για ελάφρυνση· λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι στο πλαίσιο του σκανδάλου cum-ex φαίνεται προφανές ότι η ελάφρυνση στην πηγή θα αυξήσει τον κίνδυνο της διπλής μη φορολόγησης ή της μηδενικής φορολόγησης·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρακτική της παρακράτησης φόρου αποτελεί ένα θεμελιώδους σημασίας εργαλείο το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κράτη μέλη για να αντισταθμίσουν μονομερώς τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη μετατόπιση των κερδών και θα πρέπει να χρησιμοποιείται αναλόγως από τα κράτη μέλη·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες κατά τα τελευταία 25 έτη έχει αποδειχθεί σημαντικός όσον αφορά την αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών που βρίσκονται στο επίκεντρο του δημοσίου συμφέροντος·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εντολή της Ειδικής Επιτροπής για το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή (TAX3) καλύπτει ρητά οποιεσδήποτε σχετικές εξελίξεις εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της επιτροπής που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της θητείας της·

1.  καταδικάζει δριμύτατα τη φορολογική απάτη, την κλοπή χρημάτων των ευρωπαίων φορολογουμένων και τις πρακτικές φοροαποφυγής που χαρακτηρίζουν τα εμπορικά συστήματα αρμπιτράζ μερισμάτων που αποκαλύφθηκαν με το σκάνδαλο cum-ex, οι οποίες έχουν υπονομεύσει τις φορολογικές βάσεις πολλών κρατών μελών, στερώντας από τους πολίτες απαραίτητα δημόσια αγαθά και κοινωνικές παροχές·

2.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(14), τα «φορολογικά εγκλήματα» που σχετίζονται με άμεσους και έμμεσους φόρους περιλαμβάνονται στον ευρύ ορισμό της «εγκληματικής δραστηριότητας» και θεωρούνται βασικά αδικήματα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

3.  σημειώνει με ανησυχία ότι το σκάνδαλο cum-ex έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα φορολογικά συστήματα της ΕΕ και των κρατών μελών και τονίζει ότι είναι πολύ σημαντικό να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κοινού και να διασφαλιστεί ότι όποια ζημία προκλήθηκε δεν θα επαναληφθεί·

Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές

4.  ζητεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) να διεξαγάγουν έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 22 των κανονισμών ESMA και ΕΑΤ, σχετικά με τη χρήση περίπλοκων χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων για την επιθετική φοροαποφυγή και φοροδιαφυγή, συμπεριλαμβανομένων όλων των μορφών αρμπιτράζ μερισμάτων, προκειμένου να εκτιμηθεί η απειλή που ενδέχεται να συνιστούν για την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος·

5.  συνιστά να καθοριστούν από την έρευνα τα σημεία στα οποία ήταν ανεπαρκής ο συντονισμός και η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών, των χρηματιστηρίων και των φορολογικών αρχών των κρατών μελών, με αποτέλεσμα να καταστεί δυνατή η συνέχιση των εν λόγω συστημάτων φορολογικής κλοπής επί χρόνια, παρά το γεγονός ότι εντοπίστηκαν·

6.  συνιστά η έρευνα να αναλύσει, να καταμετρήσει, να περιγράψει και να προσδιορίσει τον ρόλο των διαφόρων παραγόντων της αγοράς – τράπεζες, εταιρείες επενδύσεων, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, ασφαλιστές, αντισταθμιστές κινδύνου, καταθετήρια και θεματοφύλακες – και το μερίδιό τους κατά μήκος της αλυσίδας αξίας που δημιουργείται από τις εν λόγω συναλλαγές·

7.  συνιστά να διαπιστωθεί από την έρευνα η νομική φύση των κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτό, με τον προσδιορισμό των πηγών τους και των τελικών δικαιούχων τους, και να επανεξεταστούν οι άδειες των φορέων της αγοράς που εμπλέκονται σε αυτές τις δόλιες εμπορικές πρακτικές·

8.  προτείνει η έρευνα να περιλαμβάνει συστάσεις για ανάληψη δράσης από τις αρμόδιες αρχές και τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της έρευνας να δημοσιευτούν·

9.  απευθύνει έκκληση στο Συμβούλιο να ενεργοποιήσει το άρθρο 18 των κανονισμών ESMA και ΕΑΤ προκειμένου να διασφαλίσει μια ταχεία και συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση, με τη δέσμευση της ESMA και της ΕΑΤ να παρέμβουν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη συνεχιζόμενη απειλή για την ακεραιότητα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος, η οποία επέτρεψε την κλοπή των χρημάτων των φορολογουμένων της ΕΕ, δεδομένου του ιδιαίτερα διασυνοριακού χαρακτήρα των εν λόγω ρυθμίσεων·

10.  ζητεί να υπάρξει συντονισμένη πανευρωπαϊκή έρευνα σχετικά με το σκάνδαλο, εξασφαλίζοντας την ανταλλαγή πληροφοριών και, κατά περίπτωση, κοινές ερευνητικές εργασίες μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων, των αρχών επιβολής του νόμου και των διωκτικών αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών·

11.  ζητεί να δοθεί στις εθνικές και στις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές εντολή να εξετάζουν πρακτικές φοροαποφυγής, καθώς οι πρακτικές αυτές συνιστούν κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς·

Έρευνες και κυρώσεις

12.  καλεί τα κράτη μέλη που χαρακτηρίστηκαν ως φερόμενες βασικές αγορές-στόχοι για εμπορικές πρακτικές αρμπιτράζ μερισμάτων, δηλαδή τη Γερμανία, τη Δανία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, την Πολωνία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία, τη Νορβηγία και την Τσεχική Δημοκρατία, να συνεχίσουν να διερευνούν τις πιθανές απάτες και άλλες πρακτικές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δικηγόρων, λογιστών και φορολογικών συμβούλων στις δικαιοδοσίες τους·

13.  παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη να διερευνήσουν και να αναλύσουν διεξοδικά τις πρακτικές πληρωμής μερισμάτων στις δικαιοδοσίες τους, να εντοπίσουν τα κενά στη φορολογική τους νομοθεσία τα οποία δημιουργούν ευκαιρίες για εκμετάλλευση από όσους επιδίδονται σε φορολογική απάτη και φοροαποφυγή, να αναλύσουν την ενδεχόμενη διασυνοριακή διάσταση των πρακτικών αυτών και να θέσουν τέλος σε όλες τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές·

14.  ενθαρρύνει τα εθνικά ελεγκτικά συνέδρια να διεξαγάγουν ελέγχους επί των διαδικασιών επιστροφής φόρου από τον φόρο υπεραξίας κεφαλαίων όσον αφορά τις συναλλαγές μερισμάτων και μετοχών, προκειμένου να διαπιστωθεί η πιθανή ζημία που προκλήθηκε από το σκάνδαλο cum-ex και να εντοπιστούν τα υφιστάμενα κενά στην εθνική νομοθεσία·

15.  ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να κινήσουν ποινικές έρευνες, να δεσμεύσουν προσωρινά τα ύποπτα περιουσιακά στοιχεία, να θέσουν υπό διερεύνηση τα διοικητικά συμβούλια που ενδέχεται να έχουν εμπλακεί σε αυτό το σκάνδαλο, να επιβάλουν κατάλληλες ποινές και κυρώσεις στα εμπλεκόμενα μέρη, και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση όλων των περιουσιακών στοιχείων που κλάπηκαν από τα δημόσια ταμεία·

16.  τονίζει την ανάγκη για συντονισμένη δράση μεταξύ των εθνικών αρχών προκειμένου να διασφαλιστεί η ανάκτηση όλων των περιουσιακών στοιχείων που κλάπηκαν από τα δημόσια ταμεία·

17.  θεωρεί ότι τόσο οι δράστες όσο και οι φορείς που διευκόλυναν τη διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται μόνο φορολογικοί σύμβουλοι αλλά και δικηγόροι, λογιστές και τράπεζες, θα πρέπει να προσαχθούν στη δικαιοσύνη χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση και να λογοδοτήσουν ώστε να επιβληθούν ποινικές κυρώσεις· τονίζει την επείγουσα ανάγκη για τερματισμό της ατιμωρησίας του εγκλήματος του «άσπρου κολάρου» και για διασφάλιση καλύτερης επιβολής των δημοσιονομικών κανόνων·

Φορολογία

18.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν και να επικαιροποιήσουν τις διμερείς συμφωνίες περί φορολογίας μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες προκειμένου να κλείσουν τα κενά που δημιουργούν κίνητρα για βασιζόμενες στη φορολογία εμπορικές πρακτικές που αποσκοπούν στη φοροαποφυγή·

19.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την κατάσταση όλων των δυνητικά επιζήμιων φορολογικών συμφωνιών και όλων των πιθανών κενών στους κανόνες της ΕΕ για την κοινή φορολόγηση των μητρικών εταιρειών και των θυγατρικών τους, να υποβάλει νέα αναβαθμισμένα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση των πρακτικών αρμπιτράζ μερισμάτων, και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψει τους εμπόρους από το να εκμεταλλεύονται τα κενά στη φορολογική νομοθεσία·

20.  καλεί την Επιτροπή να σταματήσει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να υιοθετούν συστήματα ελάφρυνσης της παρακράτησης φόρου στην πηγή·

21.  ζητεί από τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές να εξετάσουν το ενδεχόμενο απαγόρευσης βασιζόμενων στη φορολογία χρηματοπιστωτικών μέσων, δραστηριοτήτων ή πρακτικών, ιδίως όσον αφορά το αρμπιτράζ μερισμάτων, εάν οι ενεχόμενοι δεν καταφέρουν να αποδείξουν ότι οι εν λόγω πολύπλοκες χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις έχουν ουσιαστικό οικονομικό σκοπό εκτός της φοροαποφυγής·

22.  ζητεί να διερευνηθεί ο ρόλος των φορέων ειδικού σκοπού (SPV) και των οντοτήτων ειδικού σκοπού (ΟΕΣ) και ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο περιορισμού της χρήσης των εν λόγω μέσων, λαμβάνοντας υπόψη ότι μεγάλο μέρος της χρήσης τους στις ροές άμεσων ξένων επενδύσεων έχει διαπιστωθεί ότι αποτελεί ένδειξη επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού(15)·

23.  σημειώνει ότι η γαλλική Γερουσία, σε μια προσπάθεια να καταπολεμήσει την πρακτική του «αρμπιτράζ μερισμάτων», κατέθεσε τροπολογία στο νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό, η οποία θα καθιστούσε δυνατή την παρακράτηση του 30 % της αξίας της συναλλαγής από έναν αλλοδαπό δικαιούχο, με σκοπό να του επιστραφεί εκ των υστέρων, εάν αποδείξει ότι αυτός είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος· καλεί τους ευρωπαίους νομοθέτες να αξιολογήσουν τη δυνατότητα εφαρμογής του εν λόγω μέτρου σε επίπεδο ΕΕ·

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών

24.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι αυτές οι νέες αποκαλύψεις φαίνεται να υποδεικνύουν πιθανές ελλείψεις των υφιστάμενων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών στον τομέα της φορολογίας και του οικονομικού εγκλήματος· υπενθυμίζει στα κράτη μέλη την υποχρέωσή τους, δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, να συνεργάζονται ειλικρινώς, καλόπιστα και ταχέως· καλεί τις εθνικές φορολογικές αρχές να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας, όπως προβλέπεται στις διαδοχικές τροποποιήσεις της οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας(16)·

25.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η προσφάτως εγκριθείσα οδηγία (ΕΕ) 2018/822 του Συμβουλίου (ΟΔΣ6)(17), της 25ης Μαΐου 2018, δεν θα είχε επιτρέψει την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις συναλλαγές cum-ex, καθώς δεν θα θεωρούνταν ως δηλωτέες συναλλαγές, και ζητεί να τροποποιηθεί η ΟΔΣ6 προκειμένου να απαιτείται η υποχρεωτική γνωστοποίηση των συστημάτων αρμπιτράζ μερισμάτων, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης επιστροφών φόρου από μερίσματα και από φόρο υπεραξίας κεφαλαίων.

26.  προτρέπει τις φορολογικές αρχές όλων των κρατών μελών να ορίσουν ενιαία σημεία επαφής («ΕΣΕ») σύμφωνα με την κοινή διεθνή ειδική ομάδα του ΟΟΣΑ για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία και καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει και να διευκολύνει τη μεταξύ τους συνεργασία, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα ανταλλάσσονται γρήγορα και αποτελεσματικά μεταξύ των κρατών μελών·

27.  καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τη συνεργασία τους σε φορολογικά θέματα μέσω της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, καθώς και να εντείνουν τη συνεργασία μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (FIU) μέσω του FIU.net, βελτιώνοντας τη διαφάνεια, τη διοικητική συνεργασία και τον συντονισμό, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο νομοθετικής πρότασης για μια Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της ΕΕ, ενός ευρωπαϊκού κόμβου για κοινές ερευνητικές εργασίες και ενός μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης·

28.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του για τη δημιουργία ενός Κέντρου Συνοχής και Συντονισμού της Φορολογικής Πολιτικής της ΕΕ (EUTPCCC) εντός της δομής της Επιτροπής(18), το οποίο θα διασφαλίζει την αποτελεσματική και ταχεία συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και θα διευκολύνει την έγκαιρη προειδοποίηση σε περιπτώσεις όπως το σκάνδαλο cum-ex· παροτρύνει τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν την έκκληση αυτή, και καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για έναν τέτοιο μηχανισμό·

Καλύτερη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών

29.  υπογραμμίζει ότι οι παράγοντες που καθιστούν εφικτή και προωθούν τη φορολογική απάτη θα πρέπει να θεωρούνται νομικά συνυπεύθυνοι για τον σχεδιασμό των συναλλαγών cum ex και παρόμοιων επιθετικών φορολογικών σχεδίων· επισημαίνει ότι, όταν συνεργούν σε απάτη, θα πρέπει να υπόκεινται συστηματικά τόσο σε ποινικές όσο και σε πειθαρχικές κυρώσεις·

30.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την αναγκαιότητα ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για τη φορολόγηση των εισοδημάτων κεφαλαίου, το οποίο θα μειώνει τα κίνητρα που αποσταθεροποιούν τις διασυνοριακές χρηματοπιστωτικές ροές, δημιουργούν φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών και υπονομεύουν τις φορολογικές βάσεις που εγγυώνται τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών κρατών πρόνοιας·

31.  προτρέπει τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στη διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας να συμφωνήσουν το συντομότερο δυνατό σε έναν φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ)· τονίζει ότι, εάν ο ΦΧΣ είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή, αυτό το είδος των πρακτικών θα είχε αποθαρρυνθεί και δεν θα ήταν τόσο επικερδές για όσους επιδίδονται σε φορολογική απάτη·

Αύξηση των πόρων για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος

32.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η οικονομική κρίση οδήγησε σε γενικευμένες μειώσεις πόρων και προσωπικού στις φορολογικές διοικήσεις της ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη να επενδύσουν και να εκσυγχρονίσουν τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι φορολογικές αρχές και οι αρχές ΜΧΠ και να διαθέσουν τους αναγκαίους ανθρώπινους πόρους σε αυτή την εργασία, με στόχο τη βελτίωση της επιτήρησης και τη μείωση του χρονικού και πληροφοριακού χάσματος μεταξύ των διοικήσεων και των φορολογουμένων, προκειμένου να διασφαλιστεί, στο μέτρο του δυνατού, ότι δεν είναι δυνατό να υποβάλλονται και να ικανοποιούνται αξιώσεις για επιστροφές φόρου χωρίς απόδειξη ότι οι φόροι έχουν πράγματι καταβληθεί·

33.  καλεί την Επιτροπή, την ESMA και την ΕΑΤ να αυξήσουν ουσιαστικά τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους τους στον τομέα της καταπολέμησης του οικονομικού εγκλήματος·

Επιτάχυνση της θέσπισης άλλης νομοθεσίας της ΕΕ

34.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένοι νομοθετικοί φάκελοι, όπως οι φάκελοι για τη υποβολή εκθέσεων ανά χώρα και η κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ), που αποσκοπούν στη διασφάλιση μεγαλύτερης συνοχής μεταξύ των φορολογικών κανόνων, μεγαλύτερη διαφάνεια και ανταλλαγή πληροφοριών έχουν επί του παρόντος μπλοκαριστεί από τα κράτη μέλη στο Συμβούλιο· καλεί τα κράτη μέλη να καταλήξουν γρήγορα σε συμφωνία σχετικά με αυτούς τους φακέλους· ζητεί περαιτέρω να τερματιστεί η ισχύς του κανόνα της ομοφωνίας για τα φορολογικά θέματα στο Συμβούλιο·

35.  τονίζει την ανάγκη προστασίας των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες, οι οποίοι αποκαλύπτουν πληροφορίες για περιπτώσεις φορολογικής απάτης και φοροδιαφυγής, για παράδειγμα σε εθνικό επίπεδο και επίπεδο ΕΕ· καλεί οποιονδήποτε έχει πληροφορίες που είναι σημαντικές για το δημόσιο συμφέρον να τις υποβάλει, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά στις εθνικές αρχές, ή, όπου κρίνεται απαραίτητο, στο κοινό· ζητεί επίσης την ταχεία έγκριση της πρότασης της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2018, σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης (COM(2018)0218), λαμβάνοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις που ενέκριναν οι αρμόδιες επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

36.  υπενθυμίζει ότι η καταβολή φόρων αποτελεί τόσο ουσιαστική εταιρική συμβολή στην κοινωνία όσο και εργαλείο χρηστής διακυβέρνησης και, ως εκ τούτου, αποτελεί προϋπόθεση για μια υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική· τονίζει την ανάγκη να συμπεριληφθούν οι επιζήμιες φορολογικές πρακτικές στο πεδίο εφαρμογής της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ)·

37.  υπενθυμίζει ότι τόσο τα πιστωτικά όσο και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και οι φορολογικοί σύμβουλοι, οι λογιστές και οι δικηγόροι, θεωρούνται «υπόχρεες οντότητες» σύμφωνα με την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και δεσμεύονται, ως εκ τούτου, να τηρούν σειρά καθηκόντων για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταγγελία δραστηριοτήτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

38.  χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής, της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, σχετικά με την τροποποίηση, μεταξύ άλλων κανονισμών, του κανονισμού για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος της ΕΑΤ όσον αφορά την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (COM(2018)0646)· τονίζει ότι, σύμφωνα με τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό, η ΕΚΤ έχει το καθήκον να προβαίνει σε ενέργειες έγκαιρης παρέμβασης, όπως προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία της Ένωσης· είναι της άποψης ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να διαδραματίζει ρόλο στην ενημέρωση των αρμόδιων εθνικών αρχών και να συντονίζει οποιεσδήποτε ενέργειες αφορούν υπόνοιες μη συμμόρφωσης με τους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε εποπτευόμενες τράπεζες ή ομίλους·

Συνέχεια σε θεσμικό επίπεδο

39.  καλεί την Ειδική Επιτροπή TAX3 να διεξαγάγει τη δική της αξιολόγηση των αποκαλύψεων σχετικά με τις συναλλαγές cum-ex και να συμπεριλάβει στην τελική της έκθεση τα αποτελέσματα καθώς και οποιεσδήποτε σχετικές συστάσεις·

40.  επαναλαμβάνει ότι θα πρέπει να συσταθεί το συντομότερο δυνατό μόνιμη υποεπιτροπή καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μετά τις συστάσεις που εγκρίθηκαν στην Ολομέλεια στις 13 Δεκεμβρίου 2017(19)·

41.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

 

(1)

ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.

(2)

ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12.

(3)

ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84.

(4)

Deutscher Bundestag, Drucksache 18/12700, 20.6.2017.

(5)

ΕΕ C 366 της 27.10.2017, σ. 51.

(6)

ΕΕ C 101 της 16.3.2018, σ. 79.

(7)

ΕΕ C 399 της 24.11.2017, σ. 74.

(8)

ΕΕ C 369 της 11.10.2018, σ. 132.

(9)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0048.

(10)

Ευρωπαϊκό δίκτυο για το χρέος και την ανάπτυξη, Tax Games - the Race to the Bottom:

https://eurodad.org/tax-games-2017

(11)

Haar, Kenneth, Open door for forces of finance at the ECB, Corporate Europe Observatory, Οκτώβριος 2017: https://corporateeurope.org/sites/default/files/attachments/open_door_for_forces_of_finance_report.pdf

(12)

Accounting for influence: how the Big Four are embedded in EU policy-making on tax avoidance, Corporate Europe Observatory, Ιούλιος 2018:

https://corporateeurope.org/power-lobbies/2018/07/accounting-influence

(13)

Δελτίο Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Capital Markets Union: Commission announces new tax guidelines to make life easier for cross-border investors, 11 Δεκεμβρίου 2017:

http://europa.eu/rapid/press-release_IP-17-5193_en.htm

(14)

Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73.

(15)

IHS, Aggressive tax planning indicators, συντάχθηκε για την Επιτροπή, ΓΔ TAXUD έγγραφα φορολογίας, έγγραφο εργασίας αριθ. 71, Οκτώβριος 2017.

(16)

ΕΕ L 64 της 11.3.2011, σ. 1.

(17)

ΕΕ L 139 της 5.6.2018, σ. 1.

(18)

Βλ. ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος, ΕΕ C 101 της 16.3.2018, σ. 79.

(19)

ΕΕ C 369 της 11.10.2018, σ. 132.

Τελευταία ενημέρωση: 29 Νοεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου