Πρόταση ψηφίσματος - B9-0207/2021Πρόταση ψηφίσματος
B9-0207/2021

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092: μηχανισμός αιρεσιμότητας του κράτους δικαίου

17.3.2021 - (2021/2582(RSP))

εν συνεχεία δήλωσης της Επιτροπής
σύμφωνα με το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού

Bogdan Rzońca, Ryszard Czarnecki, Jadwiga Wiśniewska, Zbigniew Kuźmiuk, Ryszard Antoni Legutko, Raffaele Fitto, Adam Bielan, Joachim Stanisław Brudziński, Jorge Buxadé Villalba, Angel Dzhambazki, Carlo Fidanza, Anna Fotyga, Krzysztof Jurgiel, Karol Karski, Izabela‑Helena Kloc, Joanna Kopcińska, Zdzisław Krasnodębski, Elżbieta Kruk, Beata Mazurek, Andżelika Anna Możdżanowska, Tomasz Piotr Poręba, Nicola Procaccini, Elżbieta Rafalska, Jacek Saryusz‑Wolski, Beata Szydło, Dominik Tarczyński, Grzegorz Tobiszowski, Valdemar Tomaševski, Witold Jan Waszczykowski, Kosma Złotowski
εξ ονόματος της Ομάδας ECR

Διαδικασία : 2021/2582(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
B9-0207/2021
Κείμενα που κατατέθηκαν :
B9-0207/2021
Συζήτηση :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

B9‑0207/2021

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092: μηχανισμόςαιρεσιμότητας του κράτους δικαίου

(2021/2582(RSP))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

 έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 5, 7 και 15 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ),

 έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης[1],

 έχοντας υπόψη την Γνώμη αριθ. 1/2018 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την από 2ας Μαΐου 2018 πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη[2],

 έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2020[3],

 έχοντας υπόψη το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώνεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες·

Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρμοδιότητες της Ένωσης διέπονται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, σύμφωνα με την οποία, οι αρμοδιότητες που δεν απονέμονται στην Ένωση από τις Συνθήκες παραμένουν στα κράτη μέλη·

Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2 της ΣΕΕ δεν απονέμει ουσιαστική αρμοδιότητα στην Ένωση αλλά απλώς απαριθμεί ορισμένες αξίες, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται σεβαστές από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη της όταν ενεργούν εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμουν στην Ένωση οι Συνθήκες και δεν παραβιάζουν τα όρια αυτά.

Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2 δεν αποτελεί διάταξη με άμεσο αποτέλεσμα και επομένως δεν μπορεί να πραγματωθεί στο πλαίσιο των διαδικασιών που θεσπίζονται στα άρθρα 258-260 και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)·

Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι μομφή κατά κράτους μέλους λόγω παραβίασης των αξιών της Ένωσης, περιλαμβανομένης της αρχής του κράτους δικαίου, μπορεί να διατυπωθεί μόνο όταν το κράτος αυτό ενεργεί σε ένα τομέα στον οποίο η Ένωση έχει αρμοδιότητα βάσει συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης που απονέμουν αρμοδιότητες·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μέτρων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη συγκεκριμένης ουσιαστικής αρμοδιότητας που να δικαιολογεί τη λήψη ενός μέτρου, με μόνη εξαίρεση τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 7 της ΣΕΕ·

Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο το άρθρο 7 της ΣΕΕ παρέχει στην Ένωση την αρμοδιότητα να ελέγχει την εφαρμογή της αρχής του κράτους δικαίου, ως αξία της Ένωσης και δη σε ένα πλαίσιο το οποίο είτε δεν σχετίζεται με συγκεκριμένη ουσιαστική αρμοδιότητα είτε υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής της·

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 7 της ΣΕΕ δεν θέτει τη βάση για περαιτέρω εξέλιξη ή τροποποίηση της διαδικασίας που περιγράφεται σε αυτό·

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όσον αφορά την αρχή του κράτους δικαίου περιορίζεται αποκλειστικά στον έλεγχο της τήρησης των διαδικαστικών διατάξεων του άρθρου 7 της ΣΕΕ και μόνο κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους·

Ι. Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν έχουν αρμοδιότητα να δώσουν τον ορισμό των αξιών που απαριθμούνται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, ιδίως της έννοιας του κράτους δικαίου, δεδομένου ότι δεν τους ανατίθεται η αρμοδιότητα αυτή στις Συνθήκες·

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ελλείψει της σχετικής αρμοδιότητας, τα θεσμικά όργανα θα παραβίαζαν τις Συνθήκες σε περίπτωση που ενέκριναν ένα τέτοιο, μη συμβατό με τις Συνθήκες, ορισμό·

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέχει στην Ένωση την αναγκαία για την ανάπτυξή της ώθηση και καθορίζει προς τούτο τους γενικούς πολιτικούς προσανατολισμούς και τις προτεραιότητες·

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο νομιμοποιείται να εγκρίνει κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του δυνάμει του άρθρου 15 της ΣΕΕ συμπεράσματα προκειμένου να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της Ένωσης·

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συμπεράσματα δεν έρχονται σε σύγκρουση με τον κανονισμό, ούτε αντιβαίνουν σε αυτόν ούτε τον τροποποιούν·

ΚΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι πρωτόγνωρο ή ασυνήθιστο να εκδίδει η Επιτροπή κατευθυντήριες που ορίζουν τον τρόπο που θα εφαρμόζει τη νομοθεσία σε ένα συγκεκριμένο τομέα, και ότι η επιλογή της Επιτροπής να εκπονήσει και να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές για τον κανονισμό δεν είναι σε καμία περίπτωση παράνομη·

ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σε όλες οι ερμηνείες που εκτίθενται στις κατευθυντήριες γραμμές θα αποτυπώνεται το πώς η Επιτροπή αντιλαμβάνεται τον κανονισμό·

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή είναι κατά την τέλεση των καθηκόντων της ανεξάρτητη και μπορεί έως ότου οριστικοποιηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές να αποφασίσει να μην προτείνει μέτρα βάσει του κανονισμού·

1. τονίζει ότι το άρθρο 7 παρέχει στην ΕΕ τη μοναδική δυνατότητα να παρεμβαίνει επισήμως επί θεμάτων που άπτονται του σεβασμού των αξιών της Ένωσης αυτών καθαυτών από τα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι η ρύθμιση του άρθρου 7 της ΣΛΕΕ είναι πλήρης και εξαντλητική·

2. θεωρεί νομικά μη αποδεκτό να εισαχθεί ένας εκ των πραγμάτων νέος μηχανισμός ελέγχου του κράτους δικαίου, ακόμη και αν ο σκοπός του είναι να προστατεύσει τον ενωσιακό προϋπολογισμό·  τονίζει ότι αυτό δεν εμποδίζει την έγκριση πράξεων και μέτρων για την προστασία του προϋπολογισμού·

3. υπενθυμίζει τη δήλωση της Επιτροπής που επιβεβαιώνει ότι κατά την εφαρμογή του κανονισμού η Επιτροπή θα δεσμεύεται από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2020· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή προτίθεται να αναπτύξει και να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο που θα εφαρμόζει τον κανονισμό·

4.  επισημαίνει ότι βάσει της συμφωνίας ο κανονισμός θα εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις που υλοποιούνται δυνάμει του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου·

5. σημειώνει τη συμφωνία ότι η Επιτροπή δεν θα προτείνει μέτρα στα πλαίσια του κανονισμού έως ότου οριστικοποιηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές·

6. σημειώνει περαιτέρω ότι συμφωνήθηκε οι κατευθυντήριες γραμμές να αναπτυχθούν σε στενή διαβούλευση με τα κράτη μέλη και να οριστικοποιηθούν μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου προκειμένου να ληφθούν σε αυτές υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση·

7. καλεί το Δικαστήριο να κηρύξει μετά την διεξαγωγή δίκαιης και αμερόληπτης διαδικασίας άκυρο τον κανονισμό·

8. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Τελευταία ενημέρωση: 22 Μαρτίου 2021
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου