Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

 Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Πληρη πρακτικα των συζητησεων
Δευτέρα 30 Ιουνίου 2003 - Στρασβούργο Έκδοση ΕΕ

10. Σύναψη συμβάσεων
MPphoto
 
 

  Πρόεδρος. Η ημερήσια διάταξη προβλέπει την κοινή συζήτηση για τη σύναψη συμβάσεων:

Σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση (A5-0242/2003) της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της έγκρισης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων (11029/3/2002 – C5-0141/2003 – 2000/0115(COD)) (εισηγητής: ο κ. S. Zappalà)

και

Σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση (A5-0245/2003) της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της έγκρισης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (12634/3/2002 – C5-0142/2003 – 2000/0117(COD)) (εισηγητής: ο κ. S. Zappalà).

 
  
MPphoto
 
 

  Zappalà (PPE-DE), εισηγητής.(ΙΤ) Κύριε Πρόεδρε, εξετάζουμε στην παρούσα περίοδο συνόδου –και επομένως θα ψηφίσουμε την Τετάρτη– μια μεταρρύθμιση, η οποία, λόγω του ενδιαφέροντος που έχει υποκινήσει και της συζήτησης που έχει προξενήσει, ασφαλώς αποτελεί μια από τις κρίσιμες φάσεις αυτής της νομοθετικής περιόδου, καθώς και μια από τις κρίσιμες φάσεις του ανοίγματος των αγορών και της υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Ερχόμαστε στη δεύτερη ανάγνωση έχοντας ξεπεράσει μια σειρά δυσκολιών που είχαμε το τελευταίο διάστημα με τις μεταφράσεις και με τις τροπολογίες –ακόμα και σήμερα, απόψε, είναι ανοιχτή η προθεσμία για την υποβολή τους μέχρι τις 19.00, επομένως κοντεύει να κλείσει– ωστόσο αυτό το θέμα είναι τόσο σημαντικό ώστε απαιτεί εξέταση εις βάθος.

Είχαμε μια μακρά αντιπαράθεση, άμεσα και έμμεσα, με την Επιτροπή. Ευχαριστώ τον Επίτροπο Bolkestein και όλα τα μέλη του προσωπικού του, που ασχολήθηκαν ευθύς εξ αρχής με αυτό το θέμα. Το εξετάσαμε έπειτα πολλές φορές μαζί, εκτός της Αίθουσας αυτής, εκτός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά εντός των οργάνων, για να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα που ήταν το καλύτερο δυνατό. Ευχαριστώ όλους τους συναδέλφους που, με το ενδιαφέρον τους, με τη συμβολή τους, με τις τροπολογίες που έκριναν ότι όφειλαν να υποβάλουν, υπήρξαν χρήσιμοι. Είναι μια μεγάλη και σημαντική μεταρρύθμιση, που φθάνει στην ολοκλήρωση της κοινοβουλευτικής της εξέτασης έπειτα από ένα διάστημα που διήρκεσε σχεδόν ολόκληρη την τρέχουσα νομοθετική περίοδο. Η απλοποίηση, η προσαρμογή στις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις και η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ήταν και είναι οι επιταγές που υποκίνησαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο διάλογος, η αντιπαράθεση, η διαφορετική πολιτική θέση και τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα υποκίνησαν και διαμόρφωσαν τα συμπεράσματα.

Τα έργα, οι προμήθειες και οι υπηρεσίες κινούν κάθε χρόνο περίπου 1 400 δισ. ευρώ στο εσωτερικό της Ένωσης, πράγμα που συνεπάγεται και καταδεικνύει ότι αυτή η νομοθεσία αφορά την παλλόμενη καρδιά της κοινοτικής οικονομίας. Και εμείς συντάσσουμε τώρα γενικούς και θεμελιώδεις κανόνες, στο πλαίσιο των οποίων θα κινηθούν οι λεπτομερείς εθνικοί κανόνες· γενικούς κανόνες που πρέπει να περιέχουν αρχές χρήσιμες σε όλους και όχι σε λίγους, χρήσιμες στο σύνολο και όχι σε επιμέρους λόμπι· κανόνες με τους οποίους θα επιτευχθεί ασφάλεια, διαφάνεια, θεμιτός ανταγωνισμός και άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς σε όλους. Οι κανόνες των προκηρύξεων των διαγωνισμών δεν μπορούν και δεν πρέπει να διαφέρουν ανάλογα με το ποσό: μπορεί να διαφέρει η γραφειοκρατική πρακτική, πάνω ή κάτω από ένα κατάλληλο όριο, αλλά οι αρχές δεν μπορούν να διαφοροποιούνται. Σήμερα τα κατώτατα όρια επιτρέπουν να εμπίπτει στις ευρωπαϊκές προκηρύξεις μόνο το ένα όγδοο του ποσού που ανέφερα. Το υπόλοιπο διαφεύγει με εθνικές ή περιφερειακές ρυθμίσεις. Γι’ αυτό και, προσωπικά, αναγνωρίζω ότι τα κατώτατα όρια θα έπρεπε να καταργηθούν. Ωστόσο, αφού αυτό δεν μπορεί να γίνει, προτάθηκε ένα κριτήριο, που υπάρχει άλλωστε ήδη έμμεσα, βάσει του οποίου οι κατευθυντήριες αρχές της νομοθεσίας πρέπει να τηρούνται πάντοτε, ακόμη και από την αυτόνομη τοπική ή περιφερειακή νομοθεσία. Οι δυνατές διαδικασίες οφείλουν να προβλέπουν επαρκείς χρονικές προθεσμίες και πρέπει να επιτρέπεται και να κωδικοποιηθεί η χρήση όλο και πιο ραγδαία εξελισσόμενων τεχνολογιών. Οι αναθέτουσες αρχές θα βρίσκουν έτσι τα πλεονεκτήματα βάσει των προτάσεων που υποβάλλονται, χρησιμοποιώντας τα ηλεκτρονικά συστήματα όχι μόνο για τη διαχείριση των προκηρύξεων και την παραλαβή των προσφορών, αλλά και για τον πλειστηριασμό αυτόν καθαυτό. Απαιτείται, φυσικά, αυτός ο τελευταίος να περιορίζεται στην αγορά κωδικοποιημένων και τυποποιημένων υλικών. Θέλουμε να αξιολογηθεί η ελευθερία οργάνωσης της επιχείρησης και να αλλάξει, αφήνοντας κάθε δυνατότητα υπεργολαβίας για εκείνο το τμήμα των εργασιών που, αφού προσδιοριστούν, μπορούν να ανατεθούν σε επιχειρήσεις για τις οποίες είναι υπεύθυνος ο κύριος ανάδοχος. Και, για να μην περιπλακεί η συμμετοχή στον διαγωνισμό, είναι σκόπιμο ο προσδιορισμός των εταίρων να γίνεται αμέσως μετά την ανάθεση.

Το περίπλοκο πρόβλημα –και αυτό ήταν ένα πολύ επίμαχο σημείο– του σχεδιασμού και της εκτέλεσης σε κοινό πλαίσιο, το οποίο αξιολογείται και μπορεί να αξιολογηθεί για τις επιμέρους κατηγορίες συμβάσεων, δεν μπορεί να αποτελεί άκαμπτο κανόνα. Ο διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών και των έργων είναι προφανής και φυσικός, όπως προφανής και φυσική, κατόπιν ορθής αιτιολόγησης, μπορεί να είναι η ενοποίησή τους. Με τον σεβασμό της αρχής αυτής παγιώνεται και ο ποιοτικός ανταγωνισμός, ο οποίος διαφορετικά θα διέτρεχε τον κίνδυνο να παραμείνει συνθλιμμένος σε ένα αποκλειστικά οικονομικό και τεχνολογικό πλαίσιο, καθώς αποτελεί προνόμιο μόνο της επιχείρησης και επομένως δεν είναι πάντοτε ευνοϊκός για τoν αναθέτοντα φορέα. Στην αρχή αυτή βασίζονται οι προτάσεις του εισηγητή. Οφείλουμε να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι εξετάζουμε ένα θέμα που έχει μεγάλη και αποκλειστική οικονομική αξία, γι’ αυτό και δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιέχει κανόνες και αρχές που αποτελούν αντικείμενο ειδικής νομοθεσίας, όπως οι ειδικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Τα περιβαλλοντικά και τα κοινωνικά θέματα έχουν ειδικά οριοθετημένες και οριοθετήσιμες πορείες και, επομένως, καθίστανται υποχρεωτικά με άλλους τρόπους και σε άλλα πλαίσια. Ωστόσο, οι αρχές αυτές προβλέπονται και προτείνονται στο πλαίσιο της ρύθμισης, με ειδική αναφορά στον σεβασμό των απαιτήσεων των μειονεκτουσών κατηγοριών και της νομοθεσίας για την ασφάλεια στην εργασία.

Το περιβάλλον –ο μεγάλος ασθενής της εποχής μας– αποτελεί με τη σειρά του αντικείμενο εξαντλητικής προσοχής. Δεν είναι επιθυμητή καμία περαιτέρω υπερβολή σε αυτόν τον τομέα. Η ανάθεση στην οικονομικά πιο συμφέρουσα τιμή δεν μπορεί να αποκλείει ένα καλά προσδιορισμένο κριτήριο στάθμισης στην προκήρυξη του διαγωνισμού, διαφορετικά θα υπήρχε διακριτική ευχέρεια εκ των υστέρων αναγνώρισης παραμέτρων, η οποία δημιούργησε πολλά δικαστικά προβλήματα στο παρελθόν παντού στην κοινοτική επικράτεια. Η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών, που, σύμφωνα με τις διαδικασίες προεπιλογής, παρέχονται από τους ενδιαφερόμενους στην αναθέτουσα αρχή, θα προστατεύεται και θα διασφαλίζεται με ακριβείς κανόνες. Σε σχέση με τη σύναψη συμβάσεων με φορείς που συνδέονται με την αναθέτουσα αρχή υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις: το να επιφυλάσσονται σε μια επιχείρηση που αποτελεί τμήμα της αναθέτουσας αρχής, ακόμη και αν είναι νομικώς αυτόνομη, συμβάσεις χωρίς διαγωνισμό συναντά την αποφασιστική αντίσταση των αντιπροσωπειών των παραγωγικών κλάδων και ο εισηγητής συμμερίζεται αυτήν την άποψη. Προτάθηκε μια διεύρυνση των λόγων αποκλεισμού σε περίπτωση που υπάρχουν καταδίκες εις βάρος της ανταγωνιζόμενης επιχείρησης με την προσθήκη στα άλλα αδικήματα της πτώχευσης, της αθέμιτης συμπεριφοράς, της μη τήρησης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της διακίνησης ναρκωτικών. Τέλος, προτείνεται η ίδρυση μιας ανεξάρτητης υπηρεσίας για τη διασφάλιση των μηχανισμών ελέγχου της ανάθεσης των δημόσιων συμβάσεων στα κράτη μέλη. Χωρίς να θίγεται το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, ελπίζεται ότι αυτή η υπηρεσία θα μπορεί να επαληθεύει τις διαδικασίες που ακολουθούνται και θα μπορεί επίσης να ακυρώνει μια ανάθεση που δεν αποδεικνύεται σύμφωνη με τη νομοθεσία.

Τέλος, κύριε Πρόεδρε, το περιεχόμενο των υπό συζήτηση κανόνων, λόγω της οικονομικής σημασίας και της επίδρασης που έχουν στον εργασιακό, στον κοινωνικό, στον περιβαλλοντικό και στον οικονομικό τομέα, μπορεί να χαρακτηριστεί χωρίς καμία αμφιβολία θεμελιώδες για την οργάνωση της σύγχρονης κοινωνίας. Οι αποκλίνουσες πολιτικές θέσεις, οι διαφορετικές απόψεις πολιτικής ή/και γραφειοκρατικής βάσης δεν μας επιτρέπουν να προβλέπουμε μια ευρέως συναινετική πορεία. Η απόρριψη και η αναπομπή στην επιτροπή ή η συνδιαλλαγή ως τελική πράξη μιας οπωσδήποτε διόλου εύκολης νομοθεσίας είναι, αντίθετα, προβλέψιμη και ευκταία. Όλα αυτά είναι προς όφελος της Ένωσης και προς το συμφέρον μιας εσωτερικής αγοράς που πρέπει να καθίσταται όλο και πιο παγιωμένη και διαφανής. Η μεθαυριανή ψηφοφορία θα επικυρώσει τη δημοκρατική διαδρομή, την οποία δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει όλοι μας να ακολουθήσουμε.

 
  
  

ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ κ. PUERTA
Αντιπροέδρου

 
  
MPphoto
 
 

  Bolkestein, Επιτροπή. (EN) Κύριε Πρόεδρε, είμαι ευτυχής για το γεγονός ότι τα δύο αυτά θέματα έχουν μπει στη διαδικασία της δεύτερης ανάγνωσης, καθώς η γρήγορη αλλά λεπτομερής εξέτασή τους είναι αναγκαία για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να μην εγκριθούν οι προτάσεις πριν από τη λήξη της θητείας του παρόντος νομοθετικού σώματος.

Το κοινό μας καθήκον και στόχος είναι ο εκσυγχρονισμός και η απλοποίηση των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων, και, από αυτήν την άποψη, πιστεύω ότι τα κείμενα για τα οποία συμφώνησε το Συμβούλιο επιτυγχάνουν ήδη μια ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ομάδων συμφερόντων. Πράγματι, μολονότι υπάρχουν ορισμένα θέματα τα οποία η Επιτροπή δεν θεωρεί ακριβώς ιδανικά, γενικά οι κοινές αυτές θέσεις αποτελούν σαφώς μια εξέλιξη σε σύγκριση με την ισχύουσα νομοθεσία.

Εξετάζοντας την ουσία των περισσότερων τροπολογιών που έχει καταθέσει έως τώρα το Κοινοβούλιο, αισθάνομαι ακόμα πιο σίγουρος για όσα δήλωσα μόλις τώρα. Επομένως, αισιοδοξώ ότι η ψηφοφορία που θα λάβει χώρα μέσα στην εβδομάδα θα διατηρήσει τις πιθανότητες που έχουμε να κλείσουμε αυτόν τον φάκελο με τρόπο που θα ικανοποιεί και τα τρία θεσμικά όργανα· μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, αρκετές τροπολογίες έχουν ήδη ενσωματωθεί στις κοινές θέσεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αναφέρομαι, για παράδειγμα, στις κοινωνικές πτυχές –εκτός από τα κοινωνικά κριτήρια ανάθεσης– όπου, όπως αντιλαμβάνομαι, η βασική μέριμνα του Κοινοβουλίου είναι να διευκρινίσει ότι τόσο οι αναθέτοντες φορείς όσο και οι υποβάλλοντες προσφορά οφείλουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που ορίζει η κοινωνική νομοθεσία. Η μέριμνα αυτή αποτέλεσε αντικείμενο ανοικτής συζήτησης και με το Συμβούλιο. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, αντικατοπτρίζεται ορθά στις αιτιολογικές σκέψεις του τωρινού κειμένου.

Είμαι έτοιμος να δεχτώ ότι οι αναθέτοντες φορείς πρέπει να υποχρεούνται να υποδεικνύουν πού μπορούν να ληφθούν πληροφορίες για τις προς εκπλήρωση κοινωνικές, δημοσιονομικές και περιβαλλοντικές υποχρεώσεις. Ομοίως, η Επιτροπή θα μπορούσε να δεχτεί, με κάποια ανασύνταξη, την τροπολογία αριθ. 29 της οδηγίας περί δημοσίου τομέα –ή κλασικής οδηγίας– και την τροπολογία αριθ. 26 της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, οι οποίες δίνουν έμφαση σε ορισμένες δυνατότητες που ήδη υπάρχουν στον κοινωνικό τομέα.

Όσον αφορά τις περιβαλλοντικές πτυχές και, γενικότερα, το θέμα των κριτηρίων ανάθεσης, οι τροπολογίες που έχει καταθέσει το Κοινοβούλιο φανερώνουν καθαρά διάσταση απόψεων. Είμαι έτοιμος, όπως πάντα, να συζητήσω περαιτέρω για αυτό το ενδιαφέρον θέμα με το Κοινοβούλιο με απαντήσεις σε ερωτήσεις, σε συνάρτηση, βέβαια, με τον πραγματικό στόχο των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων, όπως ερμηνεύεται και επιβεβαιώνεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Μάλιστα, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλοι συμφωνούμε πως η προτεραιότητά μας είναι να καταστήσουμε τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων ένα απλοποιημένο εργαλείο, με το οποίο οι δημόσιοι φορείς θα μπορούν να δαπανούν τα χρήματα των φορολογουμένων με τον πλέον πρόσφορο τρόπο.

Αυτή η διάσταση απόψεων σημαίνει συχνά ότι η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς έχει εγκρίνει αντικρουόμενες τροπολογίες, οι οποίες, εάν γίνονταν δεκτές, θα είχαν ως αποτέλεσμα μια μη συνεκτική νομοθεσία. Πρέπει, ίσως, να έχουμε όλοι υπόψη μας τον κοινό δηλωμένο μας στόχο, που είναι η καλύτερη ρύθμιση.

Αυτή η ασυνέπεια φαίνεται καθαρά από τις τροπολογίες της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας οι οποίες αφορούν τα κριτήρια ανάθεσης. Ας εξετάσουμε, καταρχάς, τον τρόπο με τον οποίο οι κοινές θέσεις αντιμετωπίζουν το θέμα. Σε πλήρη συμφωνία με την υφιστάμενη νομολογία, οι κοινές θέσεις διευκρινίζουν ήδη ότι τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά μπορούν να χρησιμοποιούνται ως κριτήρια ανάθεσης, και ότι δεν είναι αναγκαίο να καταδεικνύεται ότι κάθε μεμονωμένο κριτήριο ανάθεσης αποφέρει οικονομικά οφέλη στους αναθέτοντες φορείς.

Αρκεί τα κριτήρια ανάθεσης, στο σύνολό τους, να επιτυγχάνουν τον βασικό τους στόχο, δηλαδή να επιτρέπουν την αντικειμενική αξιολόγηση και σύγκριση της πραγματικής ποιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και τη σύναψη της σύμβασης βάσει της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς.

Επομένως, διαπιστώνω με κάποια ανησυχία ότι υπάρχουν τροπολογίες της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ αυτό το όριο. Οι τροπολογίες αυτές θα είχαν ως αποτέλεσμα να μπορούν να χρησιμοποιούνται ως κριτήρια ανάθεσης αόριστα, μη μετρήσιμα στοιχεία, προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών με την ευρύτερη έννοια. Αυτό όχι μόνο θα απέτρεπε τα κριτήρια ανάθεσης από το να διαδραματίζουν τον πρωταρχικό τους ρόλο, αλλά και θα είχε ως αποτέλεσμα έναν απαράδεκτο βαθμό αυθαίρετης επιλογής ή ακόμα και διακρίσεων εις βάρος πιθανών αναδόχων.

Όσον αφορά τα κοινωνικά κριτήρια ανάθεσης, πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη μας ότι οι κοινές θέσεις ήδη διευκρινίζουν ότι αυτά τα κριτήρια μπορούν να χρησιμοποιούνται, εφόσον πληρούν τους ίδιους όρους με τα περιβαλλοντικά κριτήρια ανάθεσης. Ωστόσο, οι εν λόγω τροπολογίες της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας θα επέτρεπαν τη χρήση των κοινωνικών κριτηρίων ανάθεσης για την επίτευξη των στόχων της κοινωνικής πολιτικής που αφορούν τη συμπεριφορά ή την κοινωνική ευθύνη του υποβάλλοντος προσφορά, ενώ θα παραγνωριζόταν η πραγματική ποιότητα του εν λόγω προϊόντος ή υπηρεσίας. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη συμβάσεων βάσει συλλογιστικής που δεν έχει καμία σχέση με την αρχή της πραγματικής ποιότητας.

Σχετικά με τις τροπολογίες οι οποίες έχουν ως στόχο να ευνοηθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, θα ήθελα να τονίσω ότι οι πληροφορίες που διαθέτουμε δεν περιέχουν ενδείξεις ότι οι ΜΜΕ, επί του παρόντος, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα όσον αφορά την πρόσβαση στις δημόσιες προσφορές. Μάλιστα, η ευρωπαϊκή ομοσπονδία τους μας πληροφόρησε ότι δεν θα στηρίξει οποιεσδήποτε διακρίσεις υπέρ των ΜΜΕ και εις βάρος των μεγάλων επιχειρήσεων.

Γενικά, πρέπει όλοι να προσέξουμε να μην εισαγάγουμε αλλαγές οι οποίες θα οδηγούσαν de facto σε εθνικές προτιμήσεις, ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, και οι οποίες τελικά θα προστάτευαν οικονομικά συμφέροντα.

Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή του Κοινοβουλίου στο λεπτό θέμα των κατώτατων ορίων, όπου η διάσταση απόψεων μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί. Στόχος μου είναι να διασφαλίσω ουσιαστικό ανταγωνισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εάν αυξήσουμε τα κατώτατα όρια, όχι μόνο θα αθετήσουμε τις διεθνείς μας υποχρεώσεις, αλλά και θα μειώσουμε την αποδοτικότητα. Εάν αυξήσουμε τα κατώτατα όρια, δεν θα διευκολύνουμε κατ’ ανάγκη τις τοπικές αρχές, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, υπόκεινται στην υποχρέωση επαρκούς δημοσιότητας, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Γι’ αυτό και η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχτεί τις εν λόγω τροπολογίες.

Σύμφωνα με την πρόσφατη διοργανική συμφωνία για καλύτερη ρύθμιση, έχουμε όλοι τρεις κοινούς στόχους: τον εκσυγχρονισμό, την απλοποίηση και την ενίσχυση της ευελιξίας των υφιστάμενων κανόνων. Στο πλαίσιο αυτό, έχω κάποια απροθυμία να δεχτώ ορισμένες περαιτέρω τροπολογίες οι οποίες αφορούν διάφορα θέματα, όπως οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, οι συμφωνίες πλαίσιο, τα δυναμικά συστήματα αγορών, ο ανταγωνιστικός διάλογος και η επιλογή ανάμεσα στη χωριστή ή την από κοινού σύναψη συμβάσεων για τη μελέτη και τον σχεδιασμό έργων. Μάλιστα, φοβάμαι ότι οι εν λόγω τροπολογίες θα πολλαπλασίαζαν ή θα περιέπλεκαν άσκοπα τις διαδικασίες ή θα επέβαλλαν ορισμένες επιλογές σε κοινοτικό επίπεδο, ενώ η αναγκαία ευελιξία θα διασφαλιζόταν πιο αποτελεσματικά, εάν αυτές οι επιλογές γίνονταν σε εθνικό επίπεδο.

Θα ήθελα τώρα να μιλήσω για ορισμένα κεντρικά θέματα που αφορούν την οδηγία περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Όσον αφορά τις τροπολογίες στον μηχανισμό εξαίρεσης των αναθετόντων φορέων από την οδηγία –άρθρο 30 της κοινής θέσης– θα ήθελα να τονίσω ότι η κοινή θέση βασίζεται σε δύο αρχές: τη νομική ασφάλεια και την πραγματική, ουσιαστική ελευθέρωση. Επομένως, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η ύπαρξη ουσιαστικού ανταγωνισμού πρέπει να διασφαλίζεται από μια γνωστή διαδικασία. Διαφορετικά, ούτε οι αναθέτοντες φορείς ούτε οι ενδιαφερόμενοι προμηθευτές δεν θα μπορούν να είναι σίγουροι για το νομικό τους καθεστώς.

Η Επιτροπή αντιτίθεται και σε άλλες πρωτοβουλίες οι οποίες αφορούν συγκεκριμένους τομείς και οι οποίες θα επέτρεπαν τον αποκλεισμό βάσει της ελεύθερης πρόσβασης και μόνο, ανεξάρτητα από το εάν αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον πραγματικό, ουσιαστικό ανταγωνισμό. Για τους ίδιους βασικά λόγους, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχτεί τις προτεινόμενες αλλαγές σχετικά με τις ταχυδρομικές υπηρεσίες.

Τέλος, όσον αφορά την εξαίρεση “εντός του ομίλου” του άρθρου 23, η Επιτροπή κατέστησε ήδη σαφές ότι δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να δεχτεί την επέκταση αυτού του αποκλεισμού στις συμβάσεις έργων και προμηθειών. Ωστόσο, δεν επιθυμεί να καταστήσει την οδηγία λιγότερο ευέλικτη από ό,τι ήδη είναι. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή μπορεί να δέχεται ότι η επέκταση στις συμβάσεις έργων και προμηθειών πρέπει να καταργηθεί, αλλά δεν δέχεται ότι οι αναθέτοντες φορείς πρέπει να χάσουν την ευελιξία που έχουν όσον αφορά τις υπηρεσίες.

Συμπερασματικά, επαναλαμβάνω ότι αισιοδοξώ ότι, εστιάζοντας στους βασικούς κοινούς μας στόχους, δηλαδή τον εκσυγχρονισμό, την απλοποίηση και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής αξιοποίησης του δημοσίου χρήματος, μπορούμε να δώσουμε ευτυχές τέλος στο μεγάλο έπος της αναθεώρησης των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων. Το αποτέλεσμα αυτό αναμένουν με ανυπομονησία οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι δημόσιες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς, ενώ θα ωφελήσει σημαντικά ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι η θέση της Επιτροπής επί των μεμονωμένων τροπολογιών έχει διαβιβαστεί εγγράφως(1).

 
  
MPphoto
 
 

  Lehne (PPE-DE).(DE) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, θα αναφερθώ σε ένα άρθρο του Επιτρόπου Bolkestein το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeinen Zeitung το περασμένο Σάββατο – άρθρο το οποίο, κύριε Επίτροπε, δημοσιεύθηκε με το όνομά σας. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα μόνο απόσπασμα από το άρθρο, στο οποίο αναφέρετε ότι είναι σημαντικό οι αρχές να επιτυγχάνουν τη μέγιστη δυνατή απόδοση των χρημάτων των φορολογουμένων, και η σημαντική αυτή οικονομική σφαίρα να ανοίξει πλήρως στον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, καθώς ένας ανοικτός και ανταγωνιστικός τομέας δημοσίων συμβάσεων εγγυάται τη βελτίωση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, διασφαλίζει την αποτελεσματική χρήση των δημόσιων αγαθών, αποτρέπει τη διαφθορά και δίνει ώθηση τόσο στην οικονομική ανάπτυξη όσο και στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Ως προς αυτό, κύριε Επίτροπε, σας στηρίζω 100%· το μόνο πρόβλημα είναι ότι είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι η κοινή θέση του Συμβουλίου δεν συμμορφώνεται με αυτές ακριβώς τις απαιτήσεις και όρους. Είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι η νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι έως τώρα αποτελεσματική· περιλαμβάνεται σε τέσσερις οδηγίες, στις οποίες πρέπει να προστεθεί η εδώ και πολλά χρόνια εδραιωμένη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία έχει αποδείξει την αξία της. Έχουμε αμφιβολίες για το εάν η εν λόγω κοινή θέση, το εν λόγω έγγραφο του Συμβουλίου, ενδείκνυται για τη διατήρηση της ποιότητας της οποίας χαίρουμε έως τώρα.

Πολλοί από εμάς φοβούμαστε ότι τα νέα στοιχεία της οδηγίας δεν μειώνουν τον κίνδυνο μεθοδεύσεων, αλλά, τελικά, θα τον αυξήσουν. Πολλοί από εμάς ανησυχούμε μήπως ο ανταγωνισμός δεν αυξηθεί, αλλά μειωθεί. Επανερχόμενος στο άρθρο, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι εκπρόσωποι του κλάδου με τους οποίους μίλησα εξέφρασαν την ανησυχία τους για το γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο μπορεί να μην έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού αλλά τη μείωσή του. Θεωρώ ότι οι περισσότερες από τις τροπολογίες που κατέθεσε η Ομάδα μου έχουν ως συγκεκριμένο στόχο τη βελτίωση ενός μεγάλου αριθμού σημαντικών σημείων της οδηγίας.

Ένα άλλο θέμα που θα ήθελα να θίξω αφορά τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια και, όπως αντιλαμβάνομαι, προκαλεί έντονη διαμάχη στους κόλπους του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, θεωρώ ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία πρέπει να είναι σωστή από άποψη νομικού συστήματος, και αυτό σημαίνει ότι εξετάζω τα περιβαλλοντικά θέματα στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και τα κοινωνικά θέματα στο πλαίσιο της κοινωνικής νομοθεσίας. Η νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων δεν ανήκει ούτε στην περιβαλλοντική νομοθεσία ούτε στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης· ανήκει στη νομοθεσία περί επιχειρήσεων, και αυτό σημαίνει ότι τα μόνα θέματα που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων είναι εκείνα που αφορούν την οικονομική βιωσιμότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχω σοβαρές αμφιβολίες για το εάν είναι σωστό, από οποιαδήποτε άποψη, να εξετάσουμε εδώ θέματα που αφορούν τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια. Ωστόσο, η πλειοψηφία τόσο στο Συμβούλιο όσο και στο Κοινοβούλιο –εάν κρίνω από το αποτέλεσμα της πρώτης ανάγνωσης– θεωρεί, προφανώς, ότι, εφόσον πρέπει να εξετάζονται αυτά τα θέματα, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι λαμβάνονται υπόψη, όχι στο πλαίσιο της σύναψης συμβάσεων, αλλά στα κριτήρια που εφαρμόζονται στην πρόσκληση υποβολής προσφορών. Θεωρώ απαράδεκτο οτιδήποτε, σε σχέση με τη σύναψη συμβάσεων –ανεξάρτητα, κατά κάποιον τρόπο, από το τι γνωρίζουν οι διάφοροι φορείς παροχής υπηρεσιών κατά την πρόσκληση υποβολής προσφορών– μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα περαιτέρω διαδικασίες λήψης αποφάσεων ή να καταστήσει δυνατές τις μεθοδεύσεις τους.

Δεν εκπροσωπώ μόνο τον εαυτό μου, αλλά και την Ομάδα μου, λέγοντας ότι λυπάμαι για το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμβιβασμού εκ των προτέρων μεταξύ των Ομάδων για τα θέματα που θίγει η πρόταση. Το αποτέλεσμα θα είναι μια πολιτική αναμέτρηση μεταξύ των πολιτικών ομάδων του Κοινοβουλίου, ενώ η Επιτροπή και το Συμβούλιο Υπουργών θα καταφέρουν να εγκριθούν οι οδηγίες τους· αυτό που φοβάμαι είναι πολύ απλά ότι υπάρχει πολύ μικρή προοπτική ειδικής πλειοψηφίας για τις αμοιβαίες τροπολογίες. Αμφιβάλλω για το εάν αυτό είναι θετικό για το Κοινοβούλιο ή την Ευρώπη. Αυτές ήταν οι παρατηρήσεις που ήθελα να κάνω εξ ονόματος της Ομάδας μου για την εν λόγω πρόταση.

 
  
MPphoto
 
 

  Κουκιάδης (PSE). – Κύριε Πρόεδρε, κατά την πρώτη ανάγνωση των υπό ψήφιση οδηγιών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε αγωνισθεί με σθένος για την ενσωμάτωση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, επιβεβαιώνοντας το ρόλο του ως υπέρμαχου του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Με μεγάλη μας λύπη διαπιστώνουμε ότι η κοινή θέση του Συμβουλίου δεν έκανε δεκτές πολλές από τις τροπολογίες μας. Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε τον αγώνα και να επιμείνουμε στις αρχικές μας θέσεις. Ο σεβασμός του ευρωπαϊκού κεκτημένου στα εργασιακά και περιβαλλοντικά θέματα δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά τη διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων. Δεν είναι δυνατόν η Ευρωπαϊκή Ένωση να αδιαφορεί για τέτοιες δεσμεύσεις των κρατών μελών στις δημόσιες συμβάσεις, όταν η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων και, γενικότερα, η ποιότητα της ζωής αποτελεί πλέον γενικώς ανεγνωρισμένο στόχο όλων των πολιτικών της.

Ακόμη, εφόσον είμαστε πρόθυμοι να προωθήσουμε την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα, δεν είναι συνεπές τα κράτη μέλη κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων να είναι αδιάφορα στα θέματα που συνιστούν τον πυρήνα της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων. Έτσι, τα ποιοτικά κριτήρια μπορούν και πρέπει να λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από τις αναθέτουσες αρχές. Στο ίδιο πνεύμα, η παραβίαση από τη μεριά των υποψηφίων επιχειρήσεων των σχετικών υποχρεώσεων πρέπει να λειτουργεί ως λόγος αποκλεισμού τους από τη διαδικασία.

Να τονίσουμε επίσης ότι τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια δεν αρκεί να αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη, αλλά είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται στο κανονιστικό κείμενο της οδηγίας. Το πεδίο των δημόσιων συμβάσεων προσφέρεται επίσης προκειμένου να ληφθεί μέριμνα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Χαιρετίζουμε λοιπόν την τροπολογία που εισάγει την υποχρέωση εξέτασης από τις δημόσιες αρχές της δυνατότητας πρόσβασης των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Συμπερασματικά, οι παραγωγικοί φορείς πρέπει να κατανοήσουν ότι βοηθώντας την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής δεν επιβαρύνονται οικονομικά αλλά, αντίθετα, έχουν οικονομικά οφέλη, όπως για παράδειγμα την πριμοδότησή τους σε αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων.

 
  
MPphoto
 
 

  Thors (ELDR). (SV) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, ειπώθηκε νωρίτερα το απόγευμα σε αυτήν την Αίθουσα πως το ζήτημα τώρα είναι ότι πρέπει να επινοήσουμε κανόνες που να απομακρύνουν το ενδεχόμενο διαφθοράς, νεποτισμού και κατάχρησης εξουσίας. Συνεπώς, είναι σημαντικό να θεσπίσουμε την απλοποίηση που επιδιώκει η Επιτροπή με τις προτάσεις της. Ωστόσο, φοβούμαι ότι κινδυνεύουμε να αποτύχουμε στο καθήκον της εξασφάλισης αυτού του πράγματος, διότι η πλειονότητα στην επιτροπή ψήφισε υπέρ πολλών περιορισμών που μπορεί να επιβαρύνουν τα μάλα τους ευρωπαίους φορολογούμενους.

Η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών και Μεταρρυθμιστών πιστεύει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανεβάσουμε τις τιμές κατωφλίου. Όπως ειπώθηκε σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό θα αντίκειτο στις διεθνείς μας υποχρεώσεις. Ούτε μας πείθει το επιχείρημα ότι πρέπει να ανεβάσουμε τις τιμές κατωφλίου λόγω του ότι πλέον υπάρχουν τόσο λίγες διασυνοριακές προκηρύξεις διαγωνισμού. Αντιθέτως, μπορεί να καταλήξουμε τελικά να έχουμε περισσότερες διασυνοριακές προμήθειες ως αποτέλεσμα της απλοποίησης της οδηγίας, της εφαρμογής της απλοποιημένης διαδικασίας και της ύπαρξης τεράστιου αριθμού ηλεκτρονικών προκηρύξεων διαγωνισμών.

Η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών και Μεταρρυθμιστών ανησυχεί που οι τροπολογίες του Κοινοβουλίου, η τροπολογία αριθ. 20 για παράδειγμα, ενδέχεται να μειώσουν τη διαφάνεια σε θέματα προμηθειών στα περισσότερα κράτη μέλη. Είναι σημαντικό, όταν ανατίθεται μια σύμβαση, οι ανταγωνιστές να δύνανται να ελέγχουν την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η τροπολογία αριθ. 20. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο οι άλλες πολιτικές ομάδες υποστήριξαν την τροπολογία αριθ. 20, η οποία στοχεύει σε μεγαλύτερη μυστικότητα, με κάνει να αναρωτιέμαι μερικές φορές αν έχουμε όλοι μας επίγνωση των όσων αποφασίζουμε σε σχέση με την πρόσβαση στα έγγραφα της ΕΕ.

Η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών και Μεταρρυθμιστών, που κατά τα άλλα είναι αρκούντως ικανοποιημένη με την κοινή θέση, ανησυχεί ωστόσο για το ενδεχόμενο η θέση του Συμβουλίου να είναι λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με την τρέχουσα νομική πρακτική να παρέχονται ευκαιρίες προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι περιβαλλοντικές πτυχές. Κατά τη γνώμη μας, η αναθέτουσα αρχή πρέπει να δύναται να υπερβαίνει την εντολή της, που εκλαμβάνεται εν τη στενή έννοια, και να λαμβάνει υπόψη τόσο την περιβαλλοντική επίπτωση αυτού που αγοράζεται όσο και τη μέθοδο με την οποία αυτό παράγεται. Συνεπώς, υποβάλαμε εκ νέου μια τροπολογία στο άρθρο 53 που, σε πρώτη ανάγνωση, υποστηρίχθηκε από το σύνολο σχεδόν του Σώματος. Θέλουμε επίσης να απορρίψουμε εκείνες τις τροπολογίες της επιτροπής που θα διαμόρφωναν την οδηγία κατά τέτοιο τρόπο που να θέτει προσκόμματα στην αναδιοργάνωση και στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.

Δεν μας χαροποιούν επίσης οι περιορισμοί που η πλειονότητα του Κοινοβουλίου επεδίωξε να θεσπιστούν για τις ηλεκτρονικές προκηρύξεις διαγωνισμών, περιορισμοί που περιλαμβάνουν ακόμα αυστηρότερες ρυθμίσεις σε σχέση με εκείνες που θεσπίστηκαν με την οδηγία για την ηλεκτρονική υπογραφή. Εκπλήσσομαι με τη δυσπιστία που επιδεικνύουν οι συνάδελφοι, μέλη του ΕΚ, έναντι των ηλεκτρονικών υπογραφών, αλλά με την εμπιστοσύνη τους στα μηνύματα μέσω τηλεομοιοτυπίας, που συχνά οδηγούν σε διαρροή πληροφοριών.

Η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών και Μεταρρυθμιστών μας ζητεί να καταβάλουμε προσπάθειες με στόχο την απλοποίηση και τον εκσυγχρονισμό. Ευελπιστούμε, λοιπόν, ότι θα ψηφίσουμε με σωφροσύνη σε αυτά τα θέματα.

 
  
MPphoto
 
 

  MacCormick (Verts/ALE).(EN) Κύριε Πρόεδρε, όπως ανέφερε ο κ. Bolkestein, το θέμα για το οποίο συζητάμε απόψε είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Μας κάλεσε, κλείνοντας την ομιλία του, να φροντίσουμε να εκσυγχρονίσουμε και να απλοποιήσουμε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθώς και να του προσδώσουμε την αναγκαία ευελιξία. Πιστεύω ότι όλοι συμφωνούμε με αυτό. Το θέμα είναι το εξής: ποιο κείμενο από όλα θα το κατορθώσει αυτό;

Καθορίζοντας τον γενικό προσανατολισμό της Ομάδας των Πρασίνων/Ευρωπαϊκής Ελεύθερης Συμμαχίας, θεωρήσαμε ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής ήταν υπερβολικά άτολμη και συγκρατημένη, ιδιαίτερα σε θέματα όπως το περιβαλλοντικό και το κοινωνικό. Εμείς, και άλλοι βουλευτές του Κοινοβουλίου, ζητήσαμε μια ευρύτερη και πιο γενναιόδωρη θεώρηση – αυτήν που επιβεβαίωσε σε εύθετο χρόνο το Δικαστήριο στην υπόθεση των γραμμών τραμ του Ελσίνκι. Επρόκειτο για μια ουσιαστική εξέλιξη. Αυτό δεν ήταν μόνο η δική μας άποψη, αλλά η άποψη του Κοινοβουλίου κατά την πρώτη ανάγνωση.

Έπειτα, έχουμε την κοινή θέση. Για εμάς, η κοινή θέση φαίνεται πως αποτελεί οπισθοδρόμηση, ως έναν βαθμό, σε σχέση με τη θέση του Κοινοβουλίου κατά την πρώτη ανάγνωση. Θα θέλαμε να δούμε ορισμένες πτυχές αυτής της οπισθοδρόμησης να αντιστραφούν εκ νέου. Δέχομαι την επισήμανση του κ. Bolkestein ότι το κείμενο, όπως το παραλάβαμε από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, στερείται συνεκτικότητας. Αυτό το αποδίδω στο γεγονός ότι, στην επιτροπή, δεν υπήρχε σταθερή και ομοιόμορφη πλειοψηφία, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το κείμενο που προέκυψε από την επιτροπή να μην έχει σαφή, σταθερή γραμμή. Ωστόσο, υπάρχει τρόπος να αποκαταστήσουμε τη συνέπεια, τη συνεκτικότητα και την περιβαλλοντική και κοινωνική σύνεση του κειμένου, εγκρίνοντας τη δέσμη τροπολογιών η οποία θα το επαναφέρει στη θέση του Κοινοβουλίου κατά την πρώτη ανάγνωση και παροτρύνοντας εκ νέου το Συμβούλιο και την Επιτροπή να κάνουν ένα γενναίο βήμα εμπρός για να εξακολουθήσουν να υπηρετούν αυτούς τους πολύτιμους στόχους, δηλαδή τον εκσυγχρονισμό, την απλοποίηση και την ευελιξία.

Η Ομάδα μου θα προτείνει δύο τροπολογίες που αφορούν συγκεκριμένα το άρθρο 53, όπου, για παράδειγμα, θα αντιταχθούμε στην ιδέα της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς για τους αναθέτοντες φορείς. Μας λένε ότι, πολλές φορές, τα κοινωνικά ή τα περιβαλλοντικά κριτήρια είναι αόριστα. Φαίνεται, όμως, πως βρίθει αοριστίας αυτή η εμμονή, που παραπέμπει, κατά κάποιον τρόπο, στον ίδιο τον αναθέτοντα φορέα και θα έχει ως αποτέλεσμα κάθε είδους διαφωνίες. Ακολουθήστε τις προτάσεις μας για διάφορα κριτήρια τα οποία σχετίζονται με το αντικείμενο της εκάστοτε δημόσιας σύμβασης. Μην παραλείψετε χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τις μεθόδους παραγωγής ή την προσφορά ως πολιτική ίσης μεταχείρισης. Εάν αυτά είναι μη αποδεκτά ως αόριστα, τότε όλο το κοινοτικό δίκαιο είναι μη αποδεκτό ως αόριστο, γιατί οι οριζόντιες ρήτρες των Συνθηκών μας παροτρύνουν να υπηρετούμε αυτές ακριβώς τις αξίες!

Ας δείξουμε γενναιότητα! Ας προχωρήσουμε μπροστά, συνάδελφοι! Ας αποκαταστήσουμε τις αξίες που στηρίξαμε με τη θέση της πρώτης ανάγνωσης. Ας απαλλαγούμε από την ασυνέπεια, αλλά ας το πράξουμε αυτό προς τη σωστή κατεύθυνση.

 
  
MPphoto
 
 

  Blokland (EDD).(NL) Τι μπορεί να περιμένει άραγε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από έναν εισηγητή κατά τη δεύτερη ανάγνωση; Ποια γραμμή πρέπει να ακολουθεί μια κοινοβουλευτική επιτροπή όταν η κοινή θέση του Συμβουλίου διαφέρει από εκείνη του Κοινοβουλίου στην πρώτη ανάγνωση;

Είναι προφανές ότι πρέπει να υποβληθούν εκ νέου οι κύριες τροπολογίες, δεδομένου του πολιτικού οράματος του Κοινοβουλίου. Στην παρούσα φάση, η προώθηση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης είναι ψηλά στον κατάλογο των προτεραιοτήτων μας. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας την επικουρικότητα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρέπει να προβάλουμε προσκόμματα χωρίς λόγο στους δήμους και στις περιφέρειες.

Μελετώντας τις προτάσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, έτριβα τα μάτια μου και δεν το πίστευα. Έχουν δει πολλά τα μάτια μου, αλλά αυτό που προέκυψε πρέπει να χαρακτηριστεί ξεκάθαρα ως παταγώδης αποτυχία. Μερικά επιχειρήματα θα αρκούσαν για να σας κάνουν να γελάσετε, αν δεν αφορούσαν σοβαρά θέματα.

Τι πρέπει να κάνουμε, για παράδειγμα, με την αιτιολόγηση της τροπολογίας αριθ. 63; Όπως διαβάζω: “Η στάθμιση κάθε επί μέρους κριτηρίου είναι ξένη προς την πράξη και έχει εντελώς μαθηματικό χαρακτήρα”. Φαίνεται ότι ο πολλαπλασιασμός και η πρόσθεση είναι ήδη ανώτερα μαθηματικά για την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς.

Συνοπτικά, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς δεν εκπλήρωσε αποτελεσματικά το καθήκον της, και εναπόκειται στην Ολομέλεια να άρει τη ζημία για τον τρόπο που εκπροσωπείται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Κάθε δήμος δικαιούται να λαμβάνει υπόψη του περιβαλλοντικά κριτήρια κατά την ανάθεση μιας δημόσιας σύμβασης. Εύλογα το Ελσίνκι κέρδισε την υπόθεση για την προμήθεια καθαρών λεωφορείων. Θα ήταν βεβαίως εντελώς παράλογο αν δεν μπορούσε να γίνει διαχωρισμός μεταξύ ηλεκτροκίνητων οχημάτων φιλικών προς το περιβάλλον και των λοιπών ηλεκτροκίνητων.

Οι κατώτερες αρχές θα πρέπει να δύνανται να προμηθεύονται βιώσιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό προφανώς ισχύει και για τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Με μερίδιο αγοράς 16% του ΑΕγχΠ, η κυβέρνηση είναι εκείνη που πρέπει να συνηγορεί υπέρ μιας πολιτικής που να προωθεί τα βιώσιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Αν ήταν να το παραβλέψουμε, αυτό θα έδινε εντελώς λαθεμένο σήμα στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως τη στιγμή που ο τελευταίος αρχίζει να κατανοεί την ανάγκη για βιώσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Η δέσμη τροπολογιών, όπου και εγώ υπέγραψα εξ ονόματος της Ομάδας για την Ευρώπη της Δημοκρατίας και της Διαφοράς, καθιστά την οδηγία αποδεκτή από περιβαλλοντικής άποψης, ενώ τηρείται και η αρχή της επικουρικότητας. Με αυτό, εναποθέτουμε σταθερά την ευθύνη για μια πολιτική βιώσιμου χαρακτήρα στις κυβερνήσεις που παίρνουν συγκεκριμένες αποφάσεις όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες.

Ως βουλευτής του ΕΚ, δεν θα ήθελα να βρεθώ ενώπιος ενωπίω με έναν πολίτη που μαθαίνει από τον τοπικό του εκπρόσωπο ότι η “Ευρώπη” δεν του επιτρέπει να διασφαλίζονται δημόσιες συμβάσεις με σεβασμό προς το περιβάλλον.

 
  
MPphoto
 
 

  Markov (GUE/NGL).(DE) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, στηρίζω την προσέγγιση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, η οποία κατέθεσε έναν μεγάλο αριθμό τροπολογιών της κοινής θέσης του Συμβουλίου σχετικά με τους νέους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων. Έχουν ήδη διεξαχθεί πολλές συζητήσεις στο Κοινοβούλιο οι οποίες τονίζουν την ανάγκη στήριξης των μικρών επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων, καθώς και την ανάγκη μείωσης της γραφειοκρατίας στις διαδικασίες υποβολής προσφορών και παράλληλης ενίσχυσης της διαφάνειας και της σαφήνειας. Η περαιτέρω οικονομική και κοινωνική πρόοδος των κρατών μελών θα εξαρτηθεί από την εκπλήρωση και των δύο αυτών σημαντικών απαιτήσεων. Η απαίτηση του Κοινοβουλίου για αύξηση των κατώτατων ορίων στις δημόσιες συμβάσεις –ανάλογα, φυσικά, με την ενδιαφερόμενη υπηρεσία κοινής ωφέλειας– είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον επιθυμούμε, πρώτον, τη μείωση του πολύ υψηλού κόστους της υποβολής προσφορών σε πανευρωπαϊκή βάση και, δεύτερον, περισσότερες ευκαιρίες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αυτονόητο ότι εδώ περιλαμβάνονται οι τροπολογίες που στοχεύουν στη διάθεση του 10% των δαπανών των δημοσίων συμβάσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και στην αύξηση των κατώτατων ορίων στις περιπτώσεις όπου αρχές είναι συμβαλλόμενα μέρη σε συμβάσεις έργων προς εκτέλεση.

Επίτροπε Bolkestein, πραγματικά δεν καταλαβαίνω ποιος είναι ο στόχος σας! Νομίζω ότι η Ομάδα μου, όπως και οι άλλες Ομάδες, ορθά τόνισαν τη σπουδαιότητα του να περιλαμβάνουν οι προσκλήσεις υποβολής προσφορών όρους που αφορούν τη διαχείριση του περιβάλλοντος και εγγυήσεις για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Αυτό ευθυγραμμίζεται καταρχήν με τη βιωσιμότητα υπέρ της οποίας τάχθηκε το Συμβούλιο στο Γκέτεμποργκ το 2001, με την ίδια προτεραιότητα να δίνεται στην οικονομία, την οικολογία και την κοινωνική διάσταση. Το γεγονός ότι κάποιος αντιτάσσεται σε αυτό είναι κάτι που μου προκαλεί ιδιαίτερη σύγχυση. Αυτό δεν πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στον τρόπο με τον οποίο οι βασικοί ανάδοχοι πληρούν τα καθορισμένα κριτήρια· είναι αυτονόητο ότι πρέπει να είναι δεσμευτικό και για τους υπεργολάβους. Εάν οι εταιρείες δεν προσκομίζουν στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα οικονομικά και αντιμετωπίζουν τους υπαλλήλους τους, οι προσφορές τους πρέπει να απορρίπτονται.

Ωστόσο, έχω αμφιβολίες όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις διατάξεις περί προστασίας δεδομένων στην περίπτωση της ηλεκτρονικής πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Στηρίζουμε επίσης την απαίτηση να αποκλείονται από την υποβολή προσφορών για δημόσιες συμβάσεις άτομα ή επιχειρήσεις που έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση ή κατά των οποίων εκκρεμούν δικαστικές υποθέσεις. Για το θέμα αυτό πρέπει να υπάρχουν δεσμευτικοί κανόνες και όχι απλώς δικαίωμα επιλογής. Είναι εύλογο ότι ο αποκλεισμός από την υποβολή προσφορών για δημόσιες συμβάσεις πρέπει επίσης να επεκτείνεται σε επιχειρήσεις οι οποίες παραβίασαν τους όρους υποβολής προσφορών για προηγούμενες συμβάσεις.

Ζητώ επίσης από τους συναδέλφους βουλευτές του Κοινοβουλίου, όταν η Ολομέλεια πρόκειται να ψηφίσει για το άρθρο 27, να εγκρίνουν την εκδοχή του κειμένου που περιλαμβάνεται στην κοινή θέση του Συμβουλίου, γιατί, διαφορετικά, το 98,5% των γερμανικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας θα αποκλειστεί ως κριτήριο στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών, κάτι το οποίο θα έφερνε τους γερμανούς εργαζομένους σε μειονεκτική θέση κατά τη διεκδίκηση σύναψης συμβάσεων.

 
  
MPphoto
 
 

  Harbour (PPE-DE).(EN) Κύριε Πρόεδρε, ως εισηγητής του Κοινοβουλίου για μια στρατηγική για την ενιαία αγορά, είναι σημαντικό να τονίσω ότι μια αποτελεσματική, ανοικτή και ανταγωνιστική διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων είναι ένα απόλυτα αναγκαίο θεμέλιο για μια λειτουργική εσωτερική αγορά.

Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων απέναντι στους πολλούς συναδέλφους που στήριξαν την έκθεσή μου. Εμείς, οι βουλευτές του Κοινοβουλίου, ζητήσαμε την ταχεία ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και υπενθυμίσαμε ιδιαίτερα ότι η αποτελεσματική εσωτερική αγορά αποτελεί σημαντικό όπλο για την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θέλω να επανέλθουμε σε αυτό, εξετάζοντας το πλαίσιο του συζητούμενου θέματος. Επιθυμούμε η νέα αυτή πρόταση –εάν εγκριθεί με μια τελική μορφή για την οποία θα συμφωνήσουμε εμείς και η Επιτροπή– να αποτελέσει το πιο αποτελεσματικό μέσο που μπορούμε να θεσπίσουμε για να ενθαρρύνουμε, καταρχάς, τις δημόσιες αρχές να συμμορφωθούν με αυτό και να το αξιοποιήσουν.

Κανείς δεν επεσήμανε ότι το πρόβλημα με το υφιστάμενο καθεστώς είναι ότι δεν περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό συμβάσεων οι οποίες θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στο καθεστώς σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Γιατί δεν περιλαμβάνονται; Ο λόγος είναι ότι οι διαδικασίες είναι περίπλοκες, και τις αποφεύγουμε. Από την άλλη πλευρά, θέλουμε να συμμετέχουν στη διαδικασία όσο το δυνατόν περισσότερες μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτή είναι η ουσία μιας ανοικτής και ανταγωνιστικής αγοράς. Επομένως, πρέπει να επικροτήσουμε τους στόχους που περιλαμβάνονται στην αναθεώρηση των εν λόγω οδηγιών – δηλαδή να καταστήσουμε τους κανόνες σαφέστερους, απλούστερους και ξεκάθαρους και να επιτρέψουμε την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, όπως είναι οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί. Γενικά, είμαστε ικανοποιημένοι με την κατεύθυνση που ακολουθούν αυτές οι προτάσεις, γιατί τις θεωρώ εξαιρετικά σημαντικές.

Πρέπει να προχωρήσουμε και σε άλλους τομείς. Απόψε, συζητήθηκαν ιδιαίτερα ορισμένα θέματα που αφορούν, συγκεκριμένα, τη βιωσιμότητα και την οικολογική σύναψη συμβάσεων. Ωστόσο, οι εν λόγω προτάσεις δεν περιλαμβάνουν κανένα απολύτως στοιχείο το οποίο θέτει εκτός νόμου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τη βιώσιμη ή τη φιλική προς το περιβάλλον σύναψη συμβάσεων. Με τον όρο ότι οι δημόσιες αρχές θα καθορίζουν τα περιβαλλοντικά κριτήρια που πρέπει να πληροί το προϊόν ή η υπηρεσία χωρίς ασάφειες ή διακρίσεις, τότε δεν υπάρχει κανένας φραγμός στο θέμα αυτό.

Πρόκειται για ένα μέσο της εσωτερικής αγοράς και της πολιτικής ανταγωνιστικότητας. Δεν πρόκειται για νέο μέσο της κοινωνικής πολιτικής, της πολιτικής απασχόλησης ή της περιβαλλοντικής πολιτικής. Μπορεί να θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι τα κριτήρια αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις, αλλά οι εταιρείες οι οποίες συμμορφώνονται με όλους τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί περιβάλλοντος και κριτηρίων απασχόλησης πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν προσφορές χωρίς διακρίσεις. Δεν πρόκειται για μέσο προσθήκης νέων διατάξεων. Επομένως, πρέπει να απορρίψουμε κατηγορηματικά όσες τροπολογίες επιδιώκουν ακριβώς αυτό.

Όπως αντιλαμβάνομαι, οι συνάδελφοι αυτής της πτέρυγας του Κοινοβουλίου πρόκειται να μας υποβάλουν απόψε σε ένα σωρό νέες τροπολογίες, επομένως, θα χρειαστεί, ίσως, να εξετάσουμε όλες αυτές τις τροπολογίες αύριο για την ψηφοφορία της Τετάρτης. Αυτό μου φαίνεται τελείως εξωπραγματικό. Ωστόσο, δυστυχώς, είμαστε αναγκασμένοι να το πράξουμε αυτό λόγω των περιορισμών του χρονοδιαγράμματος.

Τέλος, θα ήθελα απλώς να επιστήσω την προσοχή του Κοινοβουλίου στην αξία της τροπολογίας αριθ. 68 σχετικά με την παρακολούθηση. Θέλουμε οι κυβερνήσεις των κρατών μελών να παρακολουθούν πιο αποτελεσματικά την εφαρμογή των κανόνων περί σύναψης δημοσίων συμβάσεων και να ενθαρρύνουν τις τοπικές αρχές να συμμορφώνονται με αυτούς, γιατί η συμμόρφωση με αυτούς τους νέους κανόνες θα είναι η δοκιμασία βάσει της οποίας θα κριθεί τελικά η εν λόγω πρόταση.

 
  
MPphoto
 
 

  Gebhardt (PSE).(DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, αυτό που αντιμετωπίζουμε με τις εν λόγω οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων είναι, ασφαλώς, ένα πολύπλευρο πρόβλημα. Στον σύντομο χρόνο που μου διατίθεται, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο πτυχές αυτού του προβλήματος.

Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι πρέπει να ορίσουμε τα κατώτατα όρια στο επίπεδο που επιθυμούσε το Κοινοβούλιο στο στάδιο της πρώτης ανάγνωσης. Θα ήταν επιθυμητό να τα αυξήσουμε ακόμα περισσότερο, καθώς η εμπειρία δείχνει ότι η υποβολή προσφορών σε όλη την Ευρώπη συνεπάγεται μεγάλη γραφειοκρατία και υψηλότερο κόστος, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τις σχετικά λίγες προσφορές που υποβάλλονται. Αυτό που επιθυμώ ιδιαίτερα είναι να διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα το κόστος και τα διοικητικά βάρη που συνεπάγεται η υποβολή προσφορών σε διεθνή κλίμακα για τις αναθέτουσες δημόσιες αρχές, ιδιαίτερα σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, σε πρώτη ανάγνωση, επιτύχαμε αύξηση μόλις από 5 σε 7 εκατομμύρια ευρώ, όπως, για παράδειγμα, στις συμβάσεις κατασκευαστικών έργων, ενώ οι κυβερνήσεις στο Συμβούλιο θέλουν τώρα να μειώσουν το ποσό αυτό κατά τη δεύτερη ανάγνωση. Οι τροπολογίες της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς για τη δεύτερη ανάγνωση προσδοκούν τουλάχιστον αυτό το ποσό των 7 εκατομμυρίων ευρώ. Λυπάμαι ιδιαίτερα για το γεγονός ότι η απαίτηση για ένα κατώτατο όριο που να υπερβαίνει τα 7 εκατομμύρια ευρώ –η οποία είναι μάλιστα λογική– είναι απίθανο να ικανοποιηθεί κατά την τελική ανάγνωση της οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων.

Αυτό που θεωρώ από κάθε άποψη εξίσου σημαντικό με το γεγονός ότι διαπραγματευόμαστε εκατομμύρια για τα κατώτατα όρια της οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων στην Ευρώπη είναι η προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει δύσκολη η ζωή των αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι σέβονται τον νόμο, εξαιτίας ανταγωνιστών οι οποίοι δεν τηρούν ούτε τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας ούτε το ισχύον εργατικό δίκαιο ούτε τις διατάξεις περί υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, και οι οποίοι δεν δίνουν δεκάρα για την προστασία του περιβάλλοντος.

Εάν πράξουμε αυτά, θα αποδώσουμε μεγάλη αξία στην τοπική αυτοδιοίκηση, κάτι που είναι σωστό, καθώς είναι σαφές ότι οι τοπικές αρχές αντιπροσωπεύουν το κοντινότερο στους πολίτες πολιτικό επίπεδο.

Κύριε Bolkestein, έχετε δίκιο ότι τα χρήματα των φορολογούμενων πρέπει να δαπανώνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Συμφωνώ μαζί σας ως προς αυτό. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά επιλογή της πιο φθηνής προσφοράς. Η φράση “καλύτερος δυνατός” υποδηλώνει την ποιότητα και τη βιωσιμότητα, με άλλα λόγια, το να λαμβάνονται δεόντως υπόψη κοινωνικά, περιβαλλοντικά και άλλα θέματα.

(Χειροκροτήματα)

 
  
MPphoto
 
 

  Schörling (Verts/ALE). (SV) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, ως συντάκτης γνωμοδότησης, σε πρώτη ανάγνωση, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς για αυτήν την έκθεση, προτίθεμαι να επικεντρωθώ στα περιβαλλοντικά θέματα και στο θέμα της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο Επίτροπος Bolkenstein σκέφτηκε ότι θα μπορούσαμε να προσμένουμε μια ευτυχή κατάληξη στο μακρύ ταξίδι προς μια πάγια νομοθεσία σε θέματα δημοσίων προμηθειών. Όντως, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η διαδικασία πλησιάζει στο τέλος της, το πόσο ευτυχής όμως θα είναι η κατάληξη, νομίζω ότι είναι κάτι που θα αποφασιστεί στην ψηφοφορία. Το Συμβούλιο ασκεί και το ίδιο σημαντική επιρροή σε αυτόν τον τομέα, βεβαίως.

Με απασχολούν οι τροπολογίες που κατέθεσε η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, διότι αντίκεινται άμεσα στα όσα είπαμε στην πρώτη ανάγνωση. Όλοι συμφωνούμε ότι οι δημόσιες προμήθειες συνιστούν μείζονα οικονομικό παράγοντα στην ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας ένα 14-16% του ΑΕΠ. Όταν λαμβάνεται υπόψη η οικονομία, δεν πρέπει ωστόσο να λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη η πλέον συμφέρουσα σε αυστηρά χρηματικούς όρους προσφορά. Εκείνο που χρειάζεται είναι ένας ευρύτερα οικονομικός ορισμός, που να περιλαμβάνει τη διατήρηση των φυσικών πόρων, του καθαρού ύδατος, του καθαρού αέρα και της βιοποικιλότητας. Αυτό ακριβώς είπαν η Επιτροπή και η ΕΕ γενικότερα, στο Γιοχάνεσμπουργκ για παράδειγμα, ότι δηλαδή οι δημόσιες προμήθειες πρέπει να συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη. Είναι περίεργο που ορισμένοι εδώ μέσα το παρέβλεψαν. Άκουσα τον κ.Lehne να λέει ότι τα περιβαλλοντικά θέματα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτοτελώς, το ίδιο και τα οικονομικά, έτσι όμως χάνουμε όλη την ουσία. Οι δημόσιες προμήθειες, όπου χρησιμοποιούμε τους κοινούς μας πόρους και τα κοινά δημοσιονομικά μας έσοδα, πρέπει να συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Συνεπώς, διαλαμβάνει μείζονα σημασία η τροποποίηση της πρότασης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, που έχουμε ενώπιόν μας και η άρση των αρνητικών πτυχών της, που προέκυψαν μετά την πρώτη ανάγνωση. Η κοινή θέση του Συμβουλίου περιείχε ασύμβατα στοιχεία και ήταν απαράδεκτη, τουλάχιστον όσον αφορά τα άρθρα 53 και 55. Μαζί με μέλη του ΕΚ από άλλες Ομάδες, καταθέσαμε τροπολογίες που αφορούν τα περιβαλλοντικά κριτήρια, τις μεθόδους παραγωγής και τον κύκλο ζωής συνολικά σε σχέση με τα προϊόντα, την περιβαλλοντική σήμανση και την πιστοποίηση. Νομίζω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να ντρέπεται αν δεν προσαρμόσουμε την αντίληψή μας για τις δημόσιες προμήθειες στην κυρίαρχη άποψη για βιώσιμη ανάπτυξη της ΕΕ συνολικά. Αυτό πρέπει να αποτελέσει εγγενές στοιχείο των δημόσιων προμηθειών.

 
  
MPphoto
 
 

  Schmid, Herman (GUE/NGL). (SV) Κύριε Πρόεδρε, εγώ, όπως υποθέτω και οι σουηδοί συνάδελφοι μέλη του ΕΚ, λάβαμε μια σειρά από σχόλια σε σχέση με αυτήν την έκθεση από τις αρμόδιες σουηδικές αρχές. Στη Σουηδία, αυτές οι αρχές είθισται να θεωρούνται αρμόδιοι οικονομικοί παράγοντες με αρκετά εκτεταμένη ελευθερία δράσης. Πιστεύουν ότι η πρόταση της Επιτροπής, από αρκετές πλευρές, θα μειώσει την αποτελεσματικότητά τους χωρίς να αυξήσει ούτε τον ανταγωνισμό ούτε τη νομική ασφάλεια. Αναφέρονται σε θέματα όπως το δικαίωμα σύναψης συμφωνιών πλαίσιο, τις οποίες συνάπτουν συχνά, όσον αφορά διανοητικές υπηρεσίες και συμβάσεις για την κατασκευή έργων. Επικαλούνται το άρθρο 41α για να αποδείξουν ότι οι διαδικασίες ανάθεσης μπορούν να ακυρωθούν μόνο σε πολύ ειδικές συνθήκες. Διερωτώνται τι θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν υπήρχε μια αλλαγή στην πολιτική πλειοψηφία και αν, σε μια τέτοια περίσταση, θα ήταν δυνατόν να ακυρωθεί μια συμφωνία που είχε συναφθεί. Αναφέρουν επίσης αρκετά άλλα σημεία, όπου η σουηδική πρακτική είναι πολύ πιο αποτελεσματική σε σχέση με τα όσα προτείνονται σε αυτές τις οδηγίες.

Λέγεται ότι οι δημόσιες αρχές είναι γραφειοκρατικές και αναποτελεσματικές. Αν όντως συμβαίνει έτσι, τότε αυτό οφείλεται γενικά στο γεγονός ότι εμείς οι πολιτικοί θεσπίζουμε υπερβολικά λεπτομερή νομοθεσία. Νομίζω ότι η πρόταση της Επιτροπής για μια οδηγία σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων συνιστά ένα τέτοιο παράδειγμα –μπαίνω στον πειρασμό να το χαρακτηρίσω εφιαλτικό παράδειγμα– νομοθεσίας που προκαλεί αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και που εγείρει περισσότερα προβλήματα σε σχέση με εκείνα που επιλύει. Πραγματικά πιστεύω ότι η όλη πρόταση οδηγίας πρέπει να αποσυρθεί. Το πλησιέστερο στο οποίο μπορώ να συμφωνήσω για να εξασφαλιστεί η συγκεκριμένη έκβαση είναι ενδεχομένως να υποστηρίξω μια τροπολογία του κ. Manders, της Ομάδας του Ευρωπαϊκού Κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών και Μεταρρυθμιστών, στην οποία ζητείται από την Επιτροπή να μελετήσει την κατάσταση και να επανεξετάσει μήπως η πρόταση δημιουργεί περισσότερα προβλήματα σε σχέση με όσα επιλύει.

Γνωρίζω ότι η κατάσταση διαφέρει από χώρα σε χώρα, θεωρώ όμως παράξενο το χαμηλότερο δυνατό τίμημα να αποτελεί κυρίαρχο κριτήριο στην πρόταση της Επιτροπής. Όταν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αναθέτουν συμβάσεις, προβαίνουν σε συνολική εκτίμηση σειράς παραγόντων, η δε τιμή είναι ένας μόνο από αυτούς. Γιατί δεν μπορούν οι δημόσιοι φορείς να αντιμετωπίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο και να τους δίνεται η ίδια ελευθερία να προβαίνουν σε μια σύνθετη αξιολόγηση των προσφορών που τους υποβάλλονται; Γιατί, σε ένα νομικό κείμενο, πρέπει να καταρτίζεται ένας κατάλογος στον οποίο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ιδιόρρυθμες παράμετροι; Αυτοί οι κατάλογοι είναι αυθαίρετοι. Για ποιον λόγο είναι τόσο περιοριστική η Επιτροπή σε θέματα ορισμένων παραμέτρων, όπως για παράδειγμα οι κοινωνικές ανάγκες και οι παράμετροι που άπτονται του περιβάλλοντος και της απασχόλησης, που άπτονται περισσότερο της ποιότητας των προϊόντων σε σχέση με τις καθαρά ποσοτικές πτυχές;

Νομίζω ότι η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει αντ’ αυτού μια οδηγία που να θεσπίζει γενικές αρχές και κατευθυντήριες γραμμές, δηλαδή μια οδηγία που να μην υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά που να ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς μπορούν να καταστούν αποτελεσματικότερες και δημοκρατικότερες οι εθνικές διοικήσεις των κρατών μελών. Τότε θα ήταν δυνατό να εξευρεθούν σαφώς πιο ευέλικτες λύσεις σε αυτά τα προβλήματα.

 
  
MPphoto
 
 

  Andersen (EDD).(DA) Κύριε Πρόεδρε, θα επικεντρωθώ στην πρόταση σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων για την παροχή ύδατος. Στη Δανία, η παροχή ύδατος είναι αποκεντρωμένη και βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης όσον αφορά την πρόσβαση και τις τιμές. Στη Δανία, η παροχή ύδατος ανήκει στον καταναλωτή και η διαχείριση γίνεται σε τοπικό επίπεδο, προϋποθέσεις που είναι πολύ σημαντικές διότι καθίσταται δυνατή η διασφάλιση της σταθερής προστασίας των υδάτινων πόρων και του περιβάλλοντος. Το νερό είναι δημόσιο αγαθό. Δεν πρέπει να αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής για την εσωτερική αγορά ή μέσο για την προώθηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Στο μέλλον, αυτοί που ελέγχουν την προμήθεια νερού θα είναι εκείνοι που ασκούν ισχύ σε ανθρώπους και χρήμα. Οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν πλήρη επίγνωση αυτού του πράγματος και αυτός ο τομέας μπορεί να αποφέρει χρήματα. Υπολογίζεται ότι μόνο στην ΕΕ η αγορά αποφέρει 80 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως και ότι σε μια δεκαπενταετία τεράστια μονοπώλια θα ελέγχουν το 65-75% των σημερινών δημόσιων επιχειρήσεων ύδρευσης.

Ορισμένες τροπολογίες, περιλαμβανομένων των δύο που συζητούμε σήμερα, αναφέρουν το νερό ως εμπόρευμα και βρίσκονται στη φάση της τυποποίησης της παροχής ύδατος των χωρών με στόχο την ελευθέρωση του τομέα και τη διασφάλιση ότι το πόσιμο νερό θα υπόκειται στον ελεύθερο ανταγωνισμό σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά.

Η εμπειρία στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού εγείρει φόβους. Καταδεικνύει ότι όταν η παροχή ύδατος μετατρέπεται σε εμπόρευμα και ιδιωτικοποιείται, χάνεται και το ενδιαφέρον για την προστασία των υδάτινων πόρων. Μάλιστα, οι ιδιωτικές εταιρείες ύδρευσης του Λονδίνου άσκησαν οργανωμένη πίεση με τόσο ενθουσιασμό όσο και η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία, προκειμένου να επιτρέψουμε μεγαλύτερες ποσότητες γεωργικών φαρμάκων στο πόσιμο νερό, όταν η ΕΕ διαπραγματευόταν τα σχετικά ανώτατα όρια.

Τα συνολικά παγκόσμια αποθέματα φρέσκων υδάτινων πόρων σπανίζουν. Ήδη υπάρχουν χώρες όπου το πόσιμο νερό ελλείπει περισσότερο από την τροφή. Η ελευθέρωση της παροχής ύδατος θα σημάνει ότι ο πόλεμος για το νερό θα υπερκεράσει τον πόλεμο για το πετρέλαιο. Αυτή η προοπτική εγείρει φόβους.

Επί του παρόντος, η ΕΕ προβάλλει προσκόμματα στην προσπάθεια της Δανίας να διαφυλάξει τα υπόγεια ύδατα από τη ρύπανση, ενώ η ΕΕ είναι στη φάση να άρει ορισμένες απαγορεύσεις για εντομοκτόνα, οι οποίες ισχύουν στη Δανία. Η ΕΕ δεν πρέπει επίσης να καταστρέψει την αρχή που ισχύει στη Δανία, σύμφωνα με την οποία η παροχή ύδατος πρέπει να έχει δημόσιο χαρακτήρα και να κατέχεται πάντα από τους καταναλωτές, και η διαχείριση να ανήκει στον κάτοχο – μια σημαντική και κρίσιμη προϋπόθεση για την ασφάλεια των προμηθειών και την προστασία των υδάτινων πόρων. Πρέπει να εναπόκειται σε κάθε χώρα ατομικά, να αποφασίζει με δημοκρατικό τρόπο για το μοντέλο που επιθυμεί να υιοθετήσει όσον αφορά την παροχή ύδατος.

Ένα άλλο πραγματάκι που βεβαίως με ευχαριστεί, εφόσον ζω σε ένα από τα μικρά νησιά της Δανίας, είναι ότι πλέον έχει γίνει αντιληπτό πόσο εντελώς περιττό είναι να προκηρύσσονται διαγωνισμοί για τη διαχείριση των μικρών επιβατηγών πλοίων μας και ότι ήδη έχει αρχίσει να εκπονείται ειδική οδηγία που θα εξαιρεί τα εν λόγω μικρά επιβατηγά από την ανάθεση συμβάσεων. Αυτό είναι κάτι το οποίο χαιρετίζω όλως ιδιαιτέρως, δείχνει όμως επίσης το γεγονός ότι υπάρχει κάτι εντελώς εσφαλμένο στο αίτημα της ΕΕ να προκηρύσσονται διαγωνισμοί για κάθε δραστηριότητα.

 
  
MPphoto
 
 

  Karas (PPE-DE).(DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κυρίες και κύριοι, η οδηγία περί δημοσίων συμβάσεων που εξετάζουμε σήμερα αντικατοπτρίζει, υποτίθεται, την έκβαση μακροχρόνιων, εντατικών διαπραγματεύσεων. Η σημερινή συζήτηση φανερώνει ότι η διαδικασία διαμόρφωσης γνώμης δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Και στην επιτροπή διαφωνούσαμε συνεχώς για το εάν μπορούμε να τροποποιήσουμε την κοινή θέση του Συμβουλίου, ή εάν, προκειμένου να την βελτιώσουμε, πρέπει καταρχάς να την απορρίψουμε.

Πρόκειται για μια περίπτωση όπου πρέπει να πω ότι, για τη δική μου χώρα, την Αυστρία, τα πλεονεκτήματα της εν λόγω οδηγίας ξεπερνούν τα μειονεκτήματα, ιδιαίτερα γιατί, την 1η Σεπτεμβρίου 2002, εφαρμόσαμε έναν νέο νόμο περί σύναψης συμβάσεων, ο οποίος οφείλει πολλά στην οδηγία και στο σχέδιο οδηγίας. Ενώ, από τη μια πλευρά, οι νέοι κανόνες εκσυγχρονίζουν τη νομοθεσία περί σύναψης συμβάσεων, οι οδηγίες περιλαμβάνουν επίσης σημαντικές διευκρινίσεις για την εφαρμογή τους στην πράξη, και το αποτέλεσμα αναμένεται να είναι πιο διαφανείς και δίκαιες προσκλήσεις υποβολής προσφορών.

Θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία σε τέσσερα θέματα: καταρχάς, θεωρώ την πρόβλεψη για πιθανή χρήση ηλεκτρονικών μέσων ιδιαίτερα σημαντική. Η θέσπιση της ηλεκτρονικής σύναψης συμβάσεων είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας οδηγίας, και από τα νέα μέσα ηλεκτρονικής σύναψης συμβάσεων μπορούμε να αναμένουμε διαρκή πρόοδο. Ωστόσο, τα μέσα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται αποκλειστικά σε τυποποιημένα αγαθά και υπηρεσίες.

Η δεύτερή μου παρατήρηση είναι ότι, στην Αυστρία, εκφράζονται διαφωνίες σχετικά με την αύξηση των κατώτατων ορίων, καθώς αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με το άνοιγμα των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών αγορών για τη σύναψη συμβάσεων και, ακόμα και σήμερα, καλύπτει μόνο ένα μικρό ποσοστό των συμβάσεων που συνάπτονται με το σύστημα σύναψης συμβάσεων της ΕΕ. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση που υπερβαίνει τις προτάσεις της κοινής θέσης θα περιόριζε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η οποία στοχεύει, εξάλλου, σε πιο διαφανείς και δίκαιες προσκλήσεις υποβολής προσφορών.

Τρίτον, θα ήθελα να αναφερθώ στις νεοεισαχθείσες διαδικασίες σύναψης συμβάσεων και κανόνες περί κεντρικών γραφείων σύναψης συμβάσεων, οι οποίοι καθιστούν δυνατή την εφαρμογή ενός σύγχρονου συστήματος σύναψης συμβάσεων.

Τέταρτον, θα ήθελα να μιλήσω για τη διαφωνία σχετικά με τους δευτερεύοντες σκοπούς. Ένας λόγος για τον οποίο δεν έχω πρόβλημα με τους δευτερεύοντες σκοπούς είναι ότι η αυστριακή νομοθεσία περί σύναψης συμβάσεων τους λαμβάνει υπόψη, μολονότι δεν ορίζει κάποιον στόχο. Ωστόσο, θεωρώ ως απαραίτητη προϋπόθεση όλοι οι δευτερεύοντες σκοποί να είναι συναφείς με τη σύμβαση, δηλαδή να έχουν άμεση σχέση με αυτήν· οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή αποτελεί συνταγή για αυθαιρεσία από πλευράς του αναθέτοντα φορέα και αποκλεισμό της αγοράς. Εφόσον πρέπει να υπάρχουν δευτερεύοντες σκοποί, πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένοι, και αυτό δεν μπορεί να γίνει ανώνυμα.

Μολονότι δεν γνωρίζω το αποτέλεσμα της αυριανής ψηφοφορίας, πιστεύω πραγματικά ότι είναι σημαντικό να εγκρίνουμε την εν λόγω νομοθεσία περί σύναψης συμβάσεων και, μάλιστα, το ταχύτερο δυνατό, καθώς θα ωφελήσει την εσωτερική αγορά, θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη διαφάνεια και θα συμβάλει στην ενίσχυση της δικαιοσύνης.

 
  
  

ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ κ. PACHECO PEREIRA
Αντιπροέδρου

 
  
MPphoto
 
 

  Karlsson (PSE). (SV) Κύριε Πρόεδρε, είναι σημαντικό να υπάρχουν καλοί, σαφείς κανόνες όσον αφορά τις δημόσιες προμήθειες. Χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι –χρήματα των φορολογούμενων– και, συνεπώς, οι προμήθειες πρέπει να διενεργούνται κατά τρόπο που οι φορολογούμενοι να αντλούν τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια σε σχέση με τα χρήματα που δίνουν. Είναι επίσης σημαντικό να είναι καλή η ποιότητα. Όλα αυτά θα μπορούσαν να συνοψιστούν στη φράση “αγαθά και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και στη σωστή τιμή”.

Αυτά όλα, βέβαια, δεν είναι απλά, διότι δεν είναι μόνο η τιμή αποφασιστικής σημασίας. Είναι σημαντικό οιοσδήποτε παράγει αγαθά ή υπηρεσίες να το πράττει υπό τίμιους όρους. Είναι επίσης σημαντικό να το πράττει κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Οι υφιστάμενοι νόμοι, κανονισμοί και συλλογικές συμφωνίες που αφορούν την κοινωνική προστασία και υγεία, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, πρέπει να εφαρμόζονται όταν αγοράζονται αγαθά ή υπηρεσίες. Το εργασιακό περιβάλλον πρέπει να είναι καλό και οι μισθολογικές απολαβές δίκαιες, ταυτόχρονα όμως, αυτή η απόφαση δεν πρέπει να δημιουργεί κανόνες που να παρεισφρέουν στους εργασιακούς νόμους που ισχύουν στα αντίστοιχα κράτη μέλη.

Κατέθεσα τροπολογίες που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με εκείνες που κατέθεσε, για παράδειγμα, ο Bill Miller, ο οποίος χειρίζεται αυτό το θέμα. Είναι επίσης σημαντικό η αρχή ή ο φορέας που κάνει την προμήθεια να μπορεί να ακυρώσει μια σύμβαση, αν πλέον δεν χρειάζεται τα σχετικά αγαθά ή υπηρεσίες. Μια νέα δημοτική ή εθνική αρχή μπορεί να θέλει να ακολουθήσει μια πολιτική που να μην απαιτεί τόσες πολλές προμήθειες σε σχέση με εκείνες της προηγούμενης πολιτικής ηγεσίας.

Οι αποφάσεις που πρέπει να λάβουμε τώρα δεν πρέπει να περιορίζουν τη δημοκρατία ή την ικανότητα του λαού να αλλάζει κατεύθυνση ύστερα από βουλευτικές εκλογές. Οι δημόσιες προμήθειες σημαίνουν ότι γίνεται πρόβλεψη για τις ανάγκες που ο λαός επιδιώκει να εκπληρώνονται από την κοινωνία για την οποία αποφάσισε σε πολιτικές εκλογές. Δεν πρέπει να κατισχύσει η υπερβολική φιλοδοξία για τη διασφάλιση των συμφερόντων της αγοράς έναντι των αναγκών του λαού.

 
  
MPphoto
 
 

  Laguiller (GUE/NGL).(FR) Στη συζήτηση μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό που είναι εμφανές είναι μέχρι ποιο σημείο οι πιο ένθερμοι εχθροί του κρατικισμού ξεχνούν τις επιφυλάξεις τους, από τη στιγμή που πρόκειται για τη διεκδίκηση των κρατικών συμβάσεων. Αυτό που ενδιαφέρει είναι το κρατικό χρήμα. Πράγματι, πώς οι μεγάλες κατασκευαστικές κοινοπραξίες και τα δημόσια έργα θα μπορούσαν να χτίσουν οικονομικές αυτοκρατορίες χωρίς κρατικές συμβάσεις; Πώς θα επιβίωναν οι κοινοπραξίες κατασκευής όπλων εάν δεν υπήρχε το δημόσιο χρήμα;

Η αποκαλούμενη οικονομία της αγοράς βρίσκεται υπό μηχανική υποστήριξη και παραμένει ζωντανή επειδή είναι συνδεδεμένη με τον ορρό του κράτους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η εναρμόνιση της αγοράς δημόσιων συμβάσεων προχωράει αργά. Οι μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι επιθυμούν ταυτόχρονα να δεσμεύσουν την πρόσβαση στο χρήμα του εθνικού κράτους τους και να έχουν πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα της γειτονικής χώρας. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις σύναψης δημόσιων συμβάσεων, οι κανόνες που αρχίζουν να αναδύονται δείχνουν μέσα στην διοικητική τους στειρότητα έναν κυνισμό που αγγίζει την ειλικρίνεια. Στις προϋποθέσεις ανάθεσης, το μόνο που μετράει είναι η χρηματική αξία της προσφοράς. Οι περιβαλλοντικές ή υγειονομικές απαιτήσεις, όπως εύλογα καταγγέλλει η Greenpeace ή οι Φίλοι της Γης, ξεχνιούνται, όπως και οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που καρπώνονται το δημόσιο χρήμα. Ξεχνιούνται τόσες άλλες πτυχές, όπως οι αρχαιολογικές έρευνες! Ξεχνιούνται, τέλος, τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας! Το μόνο που μετράει είναι η αποδοτικότητα. Η κοινωνική οργάνωση περιορίζεται σε έναν ισολογισμό.

Εξάλλου, με την πρόφαση του συντονισμού των συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, το Συμβούλιο προσπαθεί να παγιώσει την αντίληψη ότι πρόκειται ακριβώς για συμβάσεις και όχι για ζωτικής σημασίας υπηρεσίες για ολόκληρη την κοινωνία. Όχι! Αυτές υπηρεσίες του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες πρέπει να είναι και να παραμείνουν δημόσιες υπηρεσίες. Δεν μπορούν να παραχωρηθούν σε αυτούς τους ιδιωτικούς ομίλους που ενδιαφέρονται για τα κέρδη τους και όχι για τα συμφέροντα των χρηστών.

(Χειροκροτήματα)

 
  
MPphoto
 
 

  Jonckheer (Verts/ALE).(FR) Κύριε Επίτροπε, άκουσα προσεκτικά την εισαγωγική ομιλία σας και προσπάθησα να καταλάβω πού έγκειται η διαφωνία μας.

Ασφαλώς, συμφωνούμε μαζί σας όσον αφορά τους στόχους της απλοποίησης, του εκσυγχρονισμού και της σωστής χρήσης των δημόσιων οικονομικών. Ποιος δεν θα ήταν άλλωστε; Παρόλα αυτά, ξεχνάτε άλλους στόχους. Οι συνάδελφοί μου οικολόγοι σάς τους υπενθύμισαν: πρόκειται για τους στόχους που αφορούν την αειφόρο ανάπτυξη. Μας φαίνεται ότι οι δημόσιες συμβάσεις και οι μέθοδοι σύναψής τους αντιπροσωπεύουν εξαιρετικά σημαντικούς μοχλούς για τη συγκεκριμενοποίηση των εν λόγω στόχων.

Γιατί δεν δέχεστε, όπως επισημάνατε, την τροπολογία που εισάγουμε στο άρθρο 53, παράγραφος 1, της κλασικής οδηγίας, όπου αναφερόμαστε στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, καθώς επίσης και στις μεθόδους παραγωγής; Γιατί δεν δέχεστε να επιτρέψετε στις αναθέτουσες αρχές να προτιμούν, παραδείγματος χάριν, μεθόδους παραγωγής που βασίζονται στην ορθολογική χρήση της ενέργειας; Είναι κάτι που μου φαίνεται απίστευτο.

Επιπλέον, όσον αφορά το άρθρο 23 της οδηγίας, γιατί δεν δέχεστε την παραπομπή σε άλλη κοινοτική νομοθεσία, αυτή για τα ευρωπαϊκά οικολογικά σήματα, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται για μη υποχρεωτικές κατευθυντήριες γραμμές; Ωραιότατα! Το να καταστήσουμε τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές κριτήριο ανάθεσης των δημόσιων συμβάσεων και να ενθαρρύνουμε τις επιχειρήσεις να σεβαστούν αυτό το είδος οικολογικών σημάτων θα ανταποκρινόταν τέλεια στον στόχο καθιέρωσης ολοκληρωμένου προγράμματος για την αειφόρο ανάπτυξη, στόχο που προασπίζεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Οι δημόσιες συμβάσεις θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν σε αυτό το πλαίσιο. Η ομιλία σας αποδεικνύει για ακόμα μια φορά, δυστυχώς, ότι οδηγείστε από ένα εξαιρετικά συντηρητικό και κλασικό όραμα του εμπορικού δικαίου.

 
  
MPphoto
 
 

  Hughes (PSE).(EN) Κύριε Πρόεδρε, κατά την πρώτη ανάγνωση, γνωμοδότησα εξ ονόματος της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και θα ήθελα να θίξω δύο συγκεκριμένα θέματα που προκύπτουν από αυτήν τη γνωμοδότηση.

Το πρώτο αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 27 της κλασικής οδηγίας και το αντίστοιχο κείμενο της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας. Είναι σημαντικό να αφαιρέσουμε τη φράση “συλλογικές συμβάσεις που κρίνονται γενικώς δεσμευτικές”. Η φράση αυτή θα δημιουργούσε προβλήματα και νομική αβεβαιότητα, ιδιαίτερα στη Γερμανία και τα κράτη μέλη της Σκανδιναβίας. Τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη ανάγνωση, συνεργάστηκα στενά με την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων και τις ενώσεις υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ενώ δέχτηκα –όπως, ενδεχομένως, και άλλοι βουλευτές– πολλούς αντιπροσώπους ενδιαφερόμενων από τις χώρες αυτές. Ελπίζω ότι, με ψηφοφορία κατά τμήματα, θα αφαιρέσουμε τη συγκεκριμένη φράση από το ολοκληρωμένο κείμενο της δεύτερης ανάγνωσης.

Η δεύτερή μου ανησυχία αφορά το άρθρο 53 της κλασικής οδηγίας. Ενδεχομένως, θα κατατεθούν διάφορες τροπολογίες για την ευθυγράμμιση αυτού του κειμένου με το άρθρο 55, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, στη μορφή που τώρα έχει μετά την έγκριση τροπολογίας του κ. Karlsson από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς.

Διαφωνώ με όσα δήλωσε νωρίτερα ο Επίτροπος Bolkestein για το θέμα αυτό. Εάν ευθυγραμμίσουμε την κλασική οδηγία με το κείμενο του άρθρου 55, παράγραφος 1, της οδηγίας περί επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, τα κείμενα αυτά θα ευθυγραμμιστούν με την αναπτυσσόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Εάν δεν το πράξουμε αυτό, θα έχουμε κάνει ένα βήμα προς τα πίσω. Ο Επίτροπος και οι υπηρεσίες του διαρκώς ερμηνεύουν αρνητικά τη συναφή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, γι’ αυτό και αντιμετωπίζουμε κατά τη σημερινή συζήτηση τόσο σοβαρές δυσκολίες εφαρμογής των περιβαλλοντικών και κοινωνικών προβληματισμών. Ελπίζω ότι αυτοί οι προβληματισμοί θα ληφθούν αύριο υπόψη.

(Χειροκροτήματα)

 
  
MPphoto
 
 

  Turmes (Verts/ALE).(EN) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να επανέλθω στις παρατηρήσεις του κ. Harbour. Θέλουμε να προβούμε σε καινοτομίες. Συμφωνείτε μαζί μου στο γεγονός ότι δεν θα μπορέσουμε να προβούμε σε καινοτομίες επιβάλλοντας πρότυπα σε οικολογικά ή κοινωνικά θέματα; Αυτό είναι απλώς το κατώτερο επίπεδο. Στην οικονομία της αγοράς, οι παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά είναι δύο: τα κίνητρα και τα αντικίνητρα.

Αυτό που επιθυμούμε, όταν αναφερόμαστε στη θέσπιση οικολογικών κριτηρίων ή κριτηρίων θεμιτών συναλλαγών, είναι η δημιουργία μιας αγοράς για καινοτομίες στην οικολογία, τις θεμιτές συναλλαγές και τα κοινωνικά θέματα. Επομένως, η οδηγία πρέπει να περιλαμβάνει σαφή κριτήρια. Αυτό είναι το μόνο που χρειαζόμαστε. Γι’ αυτό ασκούμε αυτές τις πιέσεις. Το θέμα έχει τεράστιο αντίκτυπο – αφορά το 15% του ευρωπαϊκού εσωτερικού προϊόντος. Εφόσον αντιμετωπίζουμε σοβαρά το θέμα της βιωσιμότητας, πρέπει να στραφούμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Οι καινοτομίες δεν θα έλθουν με τον σφοδρό ανταγωνισμό στον ιδιωτικό τομέα. Θα έλθουν, εφόσον ο δημόσιος τομέας αναλάβει περισσότερες ευθύνες.

Επίτροπε Bolkestein, γιατί διαφωνούμε στο θέμα αυτό; Γιατί η δική σας Ευρώπη είναι μια Ευρώπη με μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, χωρίς οικολογική συνείδηση, χωρίς κοινωνικά δικαιώματα, όπου οι συνθήκες εργασίας των φτωχών ανθρώπων είναι απαράδεκτες. Η δική μου Ευρώπη είναι η Ευρώπη των πολιτών, και είμαι υπερήφανος για αυτό. Ο λόγος για τον οποίο διαφωνούμε για το θέμα αυτό είναι η δική σας νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της Ευρώπης, και αυτό είναι κάτι που δεν θέλουμε.

(Χειροκροτήματα)

 
  
MPphoto
 
 

  Thorning-Schmidt (PSE).(DA) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να επικεντρωθώ σε εκείνο το τμήμα της έκθεσης σε σχέση με τις δημόσιες προμήθειες όπου, δυστυχώς, προέκυψε η δυσάρεστη κατάσταση, ενώ έχουμε συντάξει μια ολοκληρωμένη έκθεση σε πρώτη ανάγνωση, η ποιότητα έκτοτε να έχει πάρει σοβαρά την κατιούσα, σε σχέση επίσης με την κοινή θέση που εξασφαλίσαμε από το Συμβούλιο.

Νομίζω ότι συνιστά τεράστιο πρόβλημα το γεγονός ότι το Συμβούλιο υιοθετεί μια κοινή θέση που αντιβαίνει στο ισχύον δίκαιο, όπως καθορίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο ορίζει κάτι που το Συμβούλιο δεν το λαμβάνει υπόψη του συνιστά μείζον πρόβλημα, και η κατάσταση δεν βελτιώνεται με το να έχουμε μια επιτροπή που επιλέγει να μη λάβει υπόψη της τα όσα σχετικά έχει αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Πιστεύω ότι εμείς στην ΕΕ έχουμε σαφή υποχρέωση να προωθήσουμε τους δικούς μας στόχους σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη και να συμμορφωθούμε προς την κοινωνική μας ευθύνη. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μπορούμε επίσης να περιλαμβάνουμε τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές στις δημόσιες προμήθειες.

Θα ήθελα να πω σε μερικούς από τη δεξιά πτέρυγα που, σήμερα στο Κοινοβούλιο, μας κατηγόρησαν ότι υποστηρίζουμε αχαλίνωτες φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές, ότι εκείνο που είναι σημαντικό σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι στην πραγματικότητα θέλουμε να καταστήσουμε τις δημόσιες προμήθειες διαφανείς και να καταστήσουμε δυνατό να περιληφθούν κοινωνικές και περιβαλλοντικές διατάξεις στις εν λόγω προμήθειες, χωρίς βέβαια να διαταράξουμε την εσωτερική αγορά. Κανείς δεν υποστηρίζει τη διατάραξη της εσωτερικής αγοράς. Έγνοια όλων μας είναι να λειτουργεί ομαλά η εσωτερική αγορά, εκείνο μόνο που θέλουμε είναι να δύνανται εκείνοι που προκηρύσσουν σχετικούς διαγωνισμούς να προσδίδουν σημασία σε άλλα πράγματα πέραν της τιμής, δηλαδή σε μια ευρεία αγορά εργασίας, στις κοινωνικές συνθήκες και στο περιβάλλον. Στην πράξη είναι πολύ απλό και, ευτυχώς, έχουμε μια σχετική απόφαση.

Το δεύτερο που πρέπει να αναφέρω είναι ότι κατά την πρώτη ανάγνωση καταθέσαμε ορισμένες τροπολογίες στο άρθρο 27, δίνοντας στην πράξη έμφαση στη διάσταση των συνθηκών της αγοράς εργασίας. Όπως είπε ο κ. Hughes, συντελέστηκε πάλι μια περίεργη αλλαγή στην τροπολογία, όπου τέθηκε ως όρος οι προαναφερθείσες συμφωνίες να καταστούν νόμος των κρατών μελών. Είναι λοιπόν βασικό να αποσυρθεί αυτή η ρήτρα, προτού ψηφίσουμε τη σύσταση για δεύτερη ανάγνωση, την Τετάρτη. Δεν υπάρχει λόγος να παρεισφρήσουμε στις συλλογικές συμβάσεις που έχουμε σε ορισμένες χώρες, διότι αυτό ακριβώς θα συμβεί στην πράξη αν δεν αποσυρθεί η εν λόγω μικρή ρήτρα. Προτείνω στο Σώμα να εξετάσει την έγκριση της τροπολογίας αριθ. 40, αλλά να μην αποδεχθεί αυτήν τη ρήτρα. Ελπίζω με αυτόν τον τρόπο να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε τη χωριστή ψηφοφορία που πρότεινε ο κ. Hughes.

 
  
MPphoto
 
 

  Bouwman (Verts/ALE).(NL) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κύριε Zappalà, πριν από 10 περίπου χρόνια, ήμουν μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Eindhoven, νοτιοανατολικά του Brabant, που είναι μια τεχνολογική περιφέρεια. Η Philips και η Daf είχαν περιέλθει σε δεινή θέση. Ήταν εποχές υψηλής ανεργίας ως αποτέλεσμα κάθε είδους εξελίξεων στη διεθνή βιομηχανία. Εκείνη την περίοδο, υπήρχε ένα συμφωνητικό μεταξύ της βιομηχανίας και της δημοτικής αρχής για κατασκευαστικά έργα βιώσιμου χαρακτήρα. Υπήρχε μικρή απασχόληση στον κατασκευαστικό τομέα. Τότε ανακαλύψαμε ότι στο Groningen υπήρχε ένα μοντέλο για ευρωπαϊκές συμβάσεις που μπορούσε να πληροί ορισμένα κριτήρια, για παράδειγμα σε σχέση με τις ισότιμες συνθήκες εργασίας και την κοινωνική νομοθεσία, αλλά και σε σχέση με τα κριτήρια απασχόλησης στην περιφερειακή αγορά εργασίας και σε σχέση με τα περιβαλλοντικά κριτήρια. Το θεωρήσαμε πολύτιμο και αμέσως το εφαρμόσαμε.

Αυτό, σε πολύ μεγάλο βαθμό, θα μπορεί να επιτρέπεται με βάση τις παρούσες προτάσεις. Ωστόσο, το πρόβλημα που προκαλεί ανησυχία σε πολλούς είναι ότι οι Χριστιανοδημοκράτες, ιδίως δε η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, αποδέχθηκαν ορισμένες τροπολογίες βάσει των οποίων δεν θα είναι δυνατόν στο μέλλον να δαπανώνται δημόσιοι πόροι κατά αυτόν τον διαφανή και ισότιμο τρόπο που εξυπηρετεί τα περιφερειακά συμφέροντα.

Μιλάμε για κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι οικονομικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί στόχοι περιλαμβάνονται σε μια στρατηγική πολιτική. Ωστόσο, πρέπει να αγωνιστούμε για κοινωνικά υπεύθυνες κυβερνήσεις ακόμα περισσότερο από ό,τι για κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις. Θα μπορούμε τότε, αν λάβουμε υπόψη μας τη διαφάνεια, να αποφεύγουμε το ενδεχόμενο απάτης.

Με άλλα λόγια, συμφωνούμε με ορισμένους από τους στόχους που ανέφερε ο κ. Bolkestein, όπως η νομική ασφάλεια και οι αποτελεσματικές δαπάνες, ολοκληρωμένη πολιτική όμως σημαίνει ότι πρέπει να συμπεριλάβουμε ορισμένα άλλα κριτήρια και αύριο , κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να ψηφίσουμε υπέρ αυτού του πράγματος.

 
  
MPphoto
 
 

  Berger (PSE).(DE) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα, ως σκιώδης εισηγήτρια της Ομάδας μου, να ζητήσω συγγνώμη από εσάς, τον Επίτροπο και όλους τους συναδέλφους μου βουλευτές για το γεγονός ότι δεν ήμουν παρούσα στην αρχή της συζήτησης. Μαζί με τον κ. Miller, παγιδεύτηκα σε ένα αστικό λεωφορείο του Στρασβούργου, ο οδηγός του οποίου δυσκολευόταν να βρει τον δρόμο, αρχικά προς τη Φρανκφούρτη και έπειτα πίσω στο Στρασβούργο, και μας μετέφερε στο Στρασβούργο μέσα από πολλούς γερμανικούς αυτοκινητόδρομους και με κάποια καθυστέρηση.

Καθυστερημένα, αλλά όχι πολύ αργά, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον εισηγητή για το μεγάλο έργο που επιτέλεσε και, ιδιαίτερα, για το γεγονός ότι αντιστάθηκε στον πειρασμό να ενδώσει στην ομολογουμένως δικαιολογημένη απογοήτευση για την αποδοχή από το Συμβούλιο ελάχιστων προτάσεων του Κοινοβουλίου και, κατ’ επέκταση, να θελήσει να απορρίψει την κοινή θέση. Αυτό είναι κάτι που συζητήθηκε στην επιτροπή, όπου η πλειοψηφία θεώρησε ότι έπρεπε να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε την κοινή θέση, ακόμα και αν αυτό αποδεικνυόταν κουραστικό καθήκον.

Γεγονός είναι, βέβαια, ότι η συζήτηση για την απόρριψη της κοινής θέσης κάθε άλλο παρά έχει ολοκληρωθεί. Δεν γνωρίζω εάν, ενδεχομένως, κατατέθηκε απόψε και άλλη τροπολογία με αυτόν ακριβώς τον στόχο· ο πειρασμός να πράξουμε κάτι τέτοιο είναι μεγάλος, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, ενώ το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ορισμένες από τις προτάσεις του Κοινοβουλίου, αυτές αφορούσαν ως επί το πλείστον ασήμαντα θέματα τεχνικής φύσεως, ενώ τα μεγάλα, ουσιώδη θέματα αγνοήθηκαν παντελώς.

Ωστόσο, αυτό που μετρά για μένα είναι το γεγονός ότι, και στα δύο σχέδια οδηγιών, διαπιστώνω ουσιαστική βελτίωση σε σχέση με την υφιστάμενη νομική θέση και, ασφαλώς, όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό, την απλοποίηση, τη θέσπιση διαδικασιών ηλεκτρονικής υποβολής προσφορών ή της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων στη διαδικασία υποβολής προσφορών, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα σε ορισμένους τομείς. Για παράδειγμα, είμαι ιδιαίτερα ευτυχής για την επιτυχή πρωτοβουλία του Κοινοβουλίου να συμπεριληφθούν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες στην οδηγία περί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

Ωστόσο, εφόσον, από τη μια πλευρά, μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο, πρέπει να προσέξουμε, από την άλλη, να μην οπισθοδρομήσουμε. Έχει ήδη γίνει πολύς λόγος για τα κριτήρια ανάθεσης, και θα ήθελα να διευκρινίσω ξανά κάτι το οποίο, προφανώς, δεν έχει γίνει ακόμα σαφές, δηλαδή ότι το κείμενο της κοινής θέσης αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με την υφιστάμενη νομική θέση και αφαιρεί τη νομική βάση στην οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο θα μπορούσε να προβεί σε ιδιαίτερα ευνοϊκές κρίσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα εν λόγω κριτήρια ανάθεσης θα είναι πιο περιοριστικά στο μέλλον. “Πιο περιοριστικά” στον εν λόγω τομέα δεν σημαίνει απλώς ότι δεν επιθυμώ επιλογές –για παράδειγμα, οικολογικής φύσης– που έχω τώρα στη διάθεσή μου· η ανησυχία μου αφορά περισσότερο το θέμα της δημοκρατίας. Οι τοπικές αρχές είναι από τους πιο σημαντικούς φορείς σε όλη την Ευρώπη όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων. Ο κ. Bouwman ανέφερε ένα παράδειγμα από τον τόπο διαμονής του. Ως θεσμικά όργανα, οι τοπικές αρχές χαίρουν άμεσης δημοκρατικής νομιμότητας και, εάν, για παράδειγμα, συνειδητοποιήσουν κάποια στιγμή –ακόμα και αν αυτό έρχεται κάπως πιο ακριβό– ότι επιθυμούν ξύλινα πλαίσια παραθύρου προερχόμενα από βιώσιμη δασοκομία, ας είναι σε θέση να τα αποκτήσουν στο μέλλον. Έχουν ευθύνη απέναντι στους πολίτες και τους ελεγκτές τους, και σήμερα δεν τους περισσεύουν τα χρήματα.

Αυτή είναι και η ένστασή μου στις παρατηρήσεις του κ. Karas. Εφόσον αγωνιζόμαστε να επιτύχουμε βελτίωση, η πρωταρχική μας μέριμνα πρέπει να είναι να αποκαταστήσουμε την υφιστάμενη νομική θέση και όχι να ανατρέξουμε σε ό,τι προηγήθηκε· δεύτερον, το θέμα δεν είναι υποχρεωτικά κριτήρια βάσει της υποχρέωσης κάθε αναθέτουσας αρχής να εφαρμόζει οποιοδήποτε κριτήριο μπορεί να διανοηθεί κανείς· το θέμα είναι η αναθέτουσα αρχή να μπορεί να πράξει κάτι τέτοιο, εφόσον το επιθυμεί και εφόσον σκοπεύει να το πράξει με διαφάνεια. Με την τωρινή του διατύπωση, το υποχρεωτικό μέρος μπορεί να έχει μόνο μία σημασία, ότι δηλαδή οι επιλογές αυτές είναι περιορισμένες. Μολονότι οι αιτιολογικές σκέψεις επαναφέρουν ορισμένες δυνατότητες, το αποτέλεσμα δεν με ικανοποιεί από άποψη νομικής πολιτικής, και θεωρώ επίσης ότι δεν συμβάλλει ιδιαίτερα στη νομική ασφάλεια.

Καθώς έχει γίνει λόγος, κατά την παρούσα συζήτηση, για την ασυνέπεια που εξακολουθεί να υπάρχει, θα ήθελα να ξανακάνω την εξής πρόταση: θα μπορούσαμε, ίσως, ευθυγραμμίζοντας τους καταλόγους της αυριανής ψηφοφορίας, να επαναφέρουμε ορισμένες από τις προτάσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς. Μπορώ να δηλώσω επίσης ότι δεν θα στηρίξουμε πλέον όλες τις τροπολογίες που στηρίξαμε στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων· έτσι, θα μεταφέρουμε σχετικά λιγότερες τροπολογίες στη διαδικασία συνδιαλλαγής, η οποία, δυστυχώς, φαίνεται τώρα ότι θα είναι αναπόφευκτη.

 
  
MPphoto
 
 

  Miller (PSE).(EN) Κύριε Πρόεδρε, είναι σημαντικό να έχουμε διαφανείς και εφαρμόσιμες οδηγίες. Είναι σημαντικό να δώσουμε σαφές προβάδισμα στις τοπικές αρχές και τις δημόσιες –σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιωτικές– επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Κυρίως, είναι σημαντικό να δώσουμε σαφές προβάδισμα στο εργατικό δυναμικό που λειτουργεί στους κόλπους των αναθετόντων φορέων.

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς δεν προσέφερε, δυστυχώς, μια τέτοια διαφανή και εφαρμόσιμη οδηγία. Αντίθετα, έχουμε δύο οδηγίες οι οποίες δεν ευθυγραμμίζονται η μία με την άλλη. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι αντικρουόμενες. Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων έχασε την ευκαιρία να προωθήσει τις κοινωνικές διατάξεις υπέρ των εργαζομένων. Προώθησε –για να της το αναγνωρίσουμε– την περίπτωση των εργαζομένων με ειδικές ανάγκες. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να έχουμε προχωρήσει περισσότερο.

Γι’ αυτό και επαναφέρω την τροπολογία αριθ. 166, η οποία εγκρίθηκε σε πρώτη ανάγνωση με μεγάλη πλειοψηφία. Τώρα, ορισμένες ομάδες φαίνεται πως δεν τη στηρίζουν πλέον θερμά. Η τροπολογία αριθ. 166 του άρθρου 53, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, επαναφέρει την ευελιξία που πρέπει να έχουν οι αναθέτοντες φορείς, όταν αποφασίζουν για τη σύναψη συμβάσεων, χωρίς να δεσμεύονται μόνο για τη χαμηλότερη τιμή.

Πρέπει να καταστήσουμε σαφές σε όλες τις εταιρείες οι οποίες σκοπεύουν να υποβάλουν προσφορά για σύναψη σύμβασης ότι οφείλουν να θεσπίσουν κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους για το δικό τους εργατικό δυναμικό, διαφορετικά δεν πρόκειται να συνάψουν σύμβαση.

 
  
MPphoto
 
 

  Bolkestein, Επιτροπή. (EN) Κύριε Πρόεδρε, σας ευχαριστώ που μου δώσατε τον λόγο για δεύτερη φορά για το σημαντικό αυτό θέμα. Θα ήθελα να απαντήσω σε ορισμένες από τις παρατηρήσεις που ακούστηκαν. Θα ήθελα να διευκρινίσω όσα δήλωσα προηγουμένως, ώστε να μην υπάρχει παρανόηση όσον αφορά το τι θα ήθελε το Κοινοβούλιο να πράξει η Επιτροπή, και το τι σκοπεύει να πράξει η ίδια η Επιτροπή.

Θα αναφερθώ, καταρχάς, σε όσα δήλωσε ο κ. MacCormick στην αρχή της συζήτησης, και επανέλαβαν, στη συνέχεια, και άλλοι ομιλητές. Ο κ. MacCormick αναφέρθηκε στην υφιστάμενη νομολογία. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, η κοινή θέση ήδη διευκρινίζει ότι τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά και οι κοινωνικές ρήτρες μπορούν να χρησιμοποιούνται ως κριτήρια ανάθεσης, και ότι δεν είναι ανάγκη, για κάθε μεμονωμένο κριτήριο ανάθεσης, να καταδεικνύεται ότι αποφέρει οικονομικά οφέλη στους αναθέτοντες φορείς. Αρκεί τα κριτήρια ανάθεσης, στο σύνολό τους, να επιτυγχάνουν τον πρωταρχικό τους στόχο, δηλαδή να επιτρέπουν την αντικειμενική αξιολόγηση και σύγκριση της πραγματικής ποιότητας των προσφερόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, με ανάθεση της σύμβασης στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Στο σημείο αυτό, θα αναφερθώ επίσης στις παρατηρήσεις του κ. Harbour, με τις οποίες η Επιτροπή συμφωνεί.

Δεύτερον, η κ. Thors και ο κ. Junker αναφέρθηκαν στις μεθόδους παραγωγής. Θα ήθελα να απαντήσω ότι, όσον αφορά τις τροπολογίες που στοχεύουν στη συμπερίληψη σαφούς αναφοράς στις μεθόδους παραγωγής, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι κάτι τέτοιο είναι περιττό, καθώς οι μέθοδοι παραγωγής εντάσσονται στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, τα οποία, όπως είπα, ήδη προβλέπονται. Επιπλέον, γίνεται σαφής αναφορά σε αυτές ως παράδειγμα νόμιμων τεχνικών προδιαγραφών.

Έρχομαι τώρα στο τρίτο θέμα, το οποίο έθιξε επίσης ο κ. MacCormick. Στο άρθρο 53, η φράση “για την αναθέτουσα αρχή” σημαίνει, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 44, ότι η καλύτερη προσφορά θα αξιολογείται με βάση αυτό που η αναθέτουσα αρχή θα έχει προσδιορίσει ως απαιτήσεις της. Η αιτιολογική σκέψη 44 διευκρινίζει επίσης ότι αυτές περιλαμβάνουν απαιτήσεις που στοχεύουν στην ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών, όπως στην περίπτωση της απόφασης για την ανάγκη περιορισμού της ατμοσφαιρικής ρύπανσης για τους κατοίκους του κέντρου του Ελσίνκι.

Ο κ. Κουκιάδης μας έδωσε ένα ακόμη παράδειγμα έγκυρων κριτηρίων ανάθεσης βάσει του άρθρου 53 – τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Στην περίπτωση των υπηρεσιών μεταφορών, για παράδειγμα, η καλύτερη πρόσβαση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στα λεωφορεία αποτελεί, ασφαλώς, έγκυρο κριτήριο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό.

Η πέμπτη μου παρατήρηση αφορά τη φράση “πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη”, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Herman Schmid αλλά και άλλοι ομιλητές. Ως απάντηση στις παρατηρήσεις αυτές, η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά προκύπτει από έναν συνδυασμό οικονομικών αλλά και ποιοτικών κριτηρίων, ενώ τα τελευταία δεν εξυπηρετούν απαραίτητα τον υπολογισμό του κόστους για τον αναθέτοντα φορέα, αλλά μπορούν, ασφαλώς, να τον βοηθήσουν να λάβει κάποια απόφαση.

Η προτελευταία μου παρατήρηση αφορά τα σήματα, στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Jonckheer. Όπως φαίνεται καθαρά από τις κοινές θέσεις, η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της αποσαφήνισης του ρόλου των οικολογικών σημάτων στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, καθώς και της δυνατότητας να γίνεται αναφορά σε αυτά κατά τον ορισμό των τεχνικών προδιαγραφών. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι, σε αντίθεση με τα “συνήθη” ευρωπαϊκά πρότυπα, τα ευρωπαϊκά οικολογικά σήματα δεν αντικαθιστούν άλλα ανταγωνιστικά οικολογικά σήματα, όπως είναι τα πολυεθνικά. Οι προτάσεις της Επιτροπής για τα οικολογικά σήματα προέβλεπαν μια τέτοια αντικατάσταση, αλλά αυτό δεν έγινε δεκτό κατά τη νομοθετική διαδικασία.

Επομένως, αυτό που ισχύει σήμερα είναι ότι διαφορετικά οικολογικά σήματα μπορούν να συνυπάρχουν, ακόμα και αν καλύπτουν τις ίδιες πτυχές. Επομένως, δεν θα ήταν σωστό –μάλιστα, θα ερχόταν σε αντίθεση με την καθιερωμένη πολιτική στον περιβαλλοντικό τομέα– να προτιμώνται τα ευρωπαϊκά οικολογικά σήματα από άλλα οικολογικά σήματα. Η Επιτροπή γνωρίζει ότι η αναφορά στις επιδόσεις που διέπουν τα οικολογικά σήματα μπορεί να είναι πιο περίπλοκη για τους αγοραστές από ό,τι η απλή απαίτηση για τα ίδια τα σήματα. Το καθήκον αυτό διευκολύνει μια βάση δεδομένων που δημιούργησε η Επιτροπή και περιλαμβάνει τις διάφορες επιδόσεις που ορίζονται στα οικολογικά σήματα και μπορούν να χρησιμοποιούνται σε συνάρτηση με τις διαδικασίες ανάθεσης. Μπορώ να προσθέσω ότι, μέσα στο έτος, θα δημοσιευθεί ένας πρακτικός οδηγός για την οικολογική σύναψη συμβάσεων.

Τέλος, θα ήθελα να απαντήσω στα ερωτήματα που έθεσαν οι κκ. Thorning-Schmidt και Hughes και αφορούν τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή δεν τηρεί την ισχύουσα νομοθεσία, όπως την ερμηνεύει το Δικαστήριο στην υπόθεση των λεωφορείων του Ελσίνκι. Η απάντησή μου είναι απλώς η εξής: δεν αληθεύει ότι οι κοινές θέσεις είναι πιο περιοριστικές από την ερμηνεία της ισχύουσας νομοθεσίας από το Δικαστήριο στην υπόθεση των λεωφορείων του Ελσίνκι.

Αντίθετα, οι κοινές θέσεις, συνδυάζοντας τις αιτιολογικές σκέψεις με τα άρθρα, εδραιώνουν και αποσαφηνίζουν τις δυνατότητες που παρέχει η ισχύουσα νομοθεσία. Δεν προσθέτουν τίποτα και δεν αφαιρούν τίποτα από τις υφιστάμενες δυνατότητες, αλλά έχουν το πλεονέκτημα ότι τις εκθέτουν με σαφήνεια, και δεν χρειάζεται να βασίζονται σε ερμηνείες της νομολογίας, με όλες τις επακόλουθες πιθανότητες διαφορετικής χρήσης και, κατ’ επέκταση, νομικής αβεβαιότητας όσον αφορά το σημαντικό αυτό θέμα. Επιπλέον, διευκρινίζουν ότι, με τους όρους που εκθέτει το Δικαστήριο, η χρήση κοινωνικών κριτηρίων ανάθεσης είναι επίσης θεμιτή.

Θα ήθελα, κλείνοντας, να εκφράσω την ελπίδα ότι το Κοινοβούλιο θα στηρίξει κατά την ψηφοφορία την κοινή θέση, ώστε να μπορέσουν οι εν λόγω οδηγίες να τεθούν σε ισχύ το ταχύτερο δυνατό.

 
  
MPphoto
 
 

  Πρόεδρος. Ευχαριστώ πολύ, Επίτροπε Bolkestein.

Η συζήτηση έληξε.

Η ψηφοφορία θα διεξαχθεί την Τετάρτη, στις 12.00.

(Η συνεδρίαση λήγει στις 20.34)(2)

 
  

(1) Θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών: βλ. παράρτημα.
(2) Ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης: βλ. Συνοπτικά πρακτικά.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου